ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [B´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Β´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´ https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/

ΝΟΥΣ: Ἡ ἀπάντησή μου δὲν θὰ σὲ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή, πολεμοῦμαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μου εἶναι γνωστά. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νὰ σὲ βοηθήσω, ὅταν καὶ σ’  ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμα χτυπήματα, ὅταν κι ἐγὼ ἔχω στερηθεῖ τὴ δύναμη νὰ ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατὰ τὴν ἀεικινησία μου, δηλαδὴ τὴν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς, ἡ ὁποία μου δόθηκε ἀπὸ τὸν  Πλάστη ὡς φυσικὸ ἰδίωμα (βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καωταφυγιώτου, Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ βίου θεωρnτικοῦ, γ’.), δέχομαι διαρκῶς τὴν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας, ποὺ  μὲ τραυματίζει καὶ μὲ συνταράζει. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν  Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα, μὲ τραβᾶ στὴν  ἀπάτη τοῦ μάταιου καὶ περαστικοῦ κόσμου, στὴν  ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στὴν  ἀπάτη σου, ψυχή, στὴν  ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στὴν  ἀπάτη τῶν δαιμόνων.
.      Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία ποὺ  ἀσκεῖ πάνω μου ὁ περισπασμός. Μόλις μὲ χτυπήσει, ἀρχίζω νὰ περιπλανιέμαι σ’  ὅλη τὴν οἰκουμένη, δίχως ἀνάγκη καὶ ὠφέλεια, σὰν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Θέλω νὰ σταματήσω, μὰ δὲν μπορῶ. Ὁ περισπασμὸς μὲ ἁρπάζει καὶ μὲ παρασύρει τόσο βίαια, ποὺ  δὲν δίνω προσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ’  ἐσένα, ψυχή, οὔτε στὸν ἑαυτό μου οὔτε στὸν  λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικὰ ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα, προσπαθώντας νὰ αὐτοσυγκεντρωθῶ, ἀθέλητα ξεφεύγω, παρασύρομαι πολὺ μακριὰ καὶ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἢ ἀνώφελα, ἀλλὰ καὶ βλαβερά. Ἔτσι, δὲν μπορῶ νὰ προσφέρω στὸν  Θεὸ προσευχὴ δυνατὴ καὶ ἀληθινή, προσευχὴ σφραγισμένη μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαφάνιζε τὸν  περισπασμὸ καὶ θὰ ἔκανε τοὺς λογισμούς μου νὰ ὑποταχθοῦν σ’  ἐμένα. Καὶ ὅταν οἱ λογισμοὶ ὑποτάσσονται στὸν  νοῦ μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ’  ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ἡ κατάνυξη. Ἐξ αἰτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσὺ σκληρὴ καὶ ἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τὸν  δικό μου περισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.
.      Ὁ περισπασμὸς εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στὸν  ἀγώνα ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μου φέρνει σκοτισμὸ καὶ βάρος. Ἔτσι, ὅταν μὲ πλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλὸς λογισμός, δὲν τὸν  ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἂν μάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπὸ κάποια δικαιολογία. Ἂν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος, ἀντιστέκομαι καὶ τὸν  ἀντιμάχομαι, ἀλλὰ δίχως ἀποφασιστικότητα καὶ ἀπέχθεια. Ἀρχίζω νὰ μιλῶ μ’  αὐτόν, τὸν  φονιά μου. Εὐφραίνομαι μὲ τὸ θανάσιμο δηλητήριο ποὺ  μὲ πονηριὰ ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁ νικημένος.
.      Ἀπὸ τὸν  συνεχῆ περισπασμό, μὲ κυριεύει ἡ λήθη. Λησμονῶ τὸν  Θεό. Λησμονῶ τὴν αἰωνιότητα. Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλὸς εἶναι ὁ κόσμος, καὶ ἑλκύομαι ἄπ’  αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα. Λησμονῶ τὰ ἁμαρτήματά μου. Λησμονῶ τὶς πτώσεις μου. Λησμονῶ τὴν οἰκτρὴ κατάστασή μου.
.       Μέσα στὸν  σκοτισμό μου καὶ τὴν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νὰ ἀποδίδω στὸν  ἑαυτό μου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νὰ ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπὸ τὸν  ψεύτικο κόσμο, τὸν  κόσμο ποὺ  εἶναι πρόθυμος νὰ συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαία, γιὰ νὰ μὲ χλευάσει ἔπειτα μὲ περισσὴ κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δὲν ὑπάρχει σὲ κανέναν μας. Ἡ ἀξία μᾶς ἑξανεμίστπκε μὲ τὴν προπατορικὴ πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θὰ ἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τὸν  ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ἀσκητής, τὸν  θεωρήσει ἕνα σίχαμα [Κάποιος γέροντας ρώτησε τὸν  ὅσιο Σισώη τὸν  Μέγα: “Πῶς λέει ἕνας ψαλμὸς ὅτι εἶναι τὰ εἴδωλα;”. Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε: “Ἡ Γραφὴ λέει γιὰ τὰ εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλὰ δὲν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλὰ δὲν βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν ἀλλὰ δὲν ἀκοῦνε (βλ. Ψάλμ. ρλδ´16-17). Ἔτσι ὀφείλει νὰ εἶναι καὶ ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφὴ ὅτι τὰ εἴδωλα εἶναι σιχαμερὰ (βλ. Δευτ. κζ´15). Ἔτσι καὶ ὁ μοναχὸς ἂς θεωρεῖ τὸν  ἑαυτὸ τοῦ ἕνα σίχαμα”. (Βλ. τὸ Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ’, κέφ. Ε’, 164)].
.    Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ ἀδύναμο καὶ ἀσήμαντο πλάσμα, πού, μολονότι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία τὸ ἔφερε στὴν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τὸν  παντοδύναμο Πλάστη του καὶ Δημιουργὸ ὅλου του κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποῦ, μολονότι δὲν εἶχε τίποτα δικό του, μολονότι ὅλα τὰ πῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποὺ  τόλμησε μέσα στὴν  παραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο v’  ἀκούσει πρόθυμα τὴν φοβερὴ καὶ βλάσφημη συκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ν’  ἀποδείξει χωρὶς χρονοτριβῆ τὴν συγκατάνευσή του στὴν  βλάσφημη συκοφαντία μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς ποὺ ἔγινε δοχεῖο καὶ γεννήτορας ἀλλεπαλλήλων κακῶν λογισμῶν, λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ μοχθηρῶν, λογισμῶν ἀντιθέων; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχὴ στὴν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καὶ τερατώδη πάθη σὰν φαρμακερὰ ἑρπετά, σὰν φίδια καὶ σκορπιοὶ σὲ βαθιὰ τάφρο; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα τὸ σῶμα ποῦ γεννήθηκε μέσα στὴν ἁμαρτία, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στὴ διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε πηγὴ τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στὸ τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;
.     Ἐσὺ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματικὴ ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως, ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτὴ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν διχοτόμησε σὲ μέρη αὐτόνομα, ποὺ  βρίσκονται σχεδὸν πάντοτε σὲ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καὶ ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μὰ χωριστήκαμε κι ἀπὸ τὸν  Θεό! Ἡ ἁμαρτία, ποὺ  ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν  ἴδιο τὸν  πανάγιο καὶ πανυπερτέλειο Θεό!

ΨΥΧΗ: Θλιβερὴ ἡ ἀπάντησή σου ἀλλὰ σωστή. Εἶναι, πάντως, καὶ μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τὴν πλήρη ὁμοιότητα καὶ τὴν κοινὴ αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε τὴ θλίψη μας ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τὰ δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στοὺς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ παλεύει γιὰ πολὺ μὲ τὸν  λογισμό. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ὑποτάσσεται σ’  αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιὰ φορᾶ, ἀλλὰ μόνο γιὰ λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγὸς στὴν  κοινή μας σωτηρία!

 


, , , , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: