Ἄρθρα σημειωμένα ὡς 1821

ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, Ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς στὴ σκιὰ τοῦ πατέρα του (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Γενναῖος Θεοδώρου Κολοκοτρώνης
Ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς στὴ σκιὰ τοῦ πατέρα του

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                   Ὁ γιὸς τοῦ Γέρου τοῦ Μοριὰ Γενναῖος Κολοκοτρώνης (1804 – 1862) ἦταν ἐκ τῶν σημαντικοτέρων ἀγωνιστῶν τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ποὺ ἔζησε κοντὰ καὶ στὴ σκιὰ τοῦ μεγάλου ἥρωα πατέρα του. Νεαρὸς στὴν ἡλικία – μόλις στὰ δέκα ἑπτά του χρόνια – καὶ παρὰ τὴ συμβουλὴ τοῦ πατέρα του νὰ μὴν πολεμήσει, λόγῳ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του καὶ τῆς ἀσθενικῆς του φύσης, ἐκεῖνος μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Πάνο μπῆκαν στὴ φωτιά.
.                   Τὸ ὄνομά του ἦταν Ἰωάννης. Γενναῖος ὀνομάστηκε κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Τριπολιτσᾶς, μετὰ τὴ μονομαχία του μὲ θηριώδη ὁπλισμένο Ἄραβα, ποὺ εἶχε φήμη ὅτι σκότωνε ἀμάχους καὶ αἰχμαλώτους χριστιανούς. Ὁ Ἰωάννης τὸν ἀφόπλισε, τὸν  αἰχμαλώτισε καὶ τὸν πῆγε στὸστρατόπεδο τῶν Ἑλλήνων στὰ Τρίκορφα, ὅπου καὶ τὸν παρέδωσε στὸν πατέρα του. Τὸ κατόρθωμα αὐτὸ ἀπὸ ἕναν νέο ἄνδρα ἰσχνῆς μάλιστα σωματικῆς διάπλασης θαυμάστηκε ἀπὸ τοὺς συμπολεμιστές του, ποὺ τοῦ ἀπέδωσαν τὸ τιμητικὸ ὄνομα Γενναῖος. (Βλ. σχ. Ἀπομνημονεύματα Γενναίου Κολοκοτρώνη καὶ Ἰωάννη Β. Δασκαρόλη «Γενναῖος Κολοκοτρώνης – Ὁ ἔφηβοςὁπλαρχηγὸς τοῦ 1821», Ἔκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα, 2021, σελ. 56).
.                   ωάννης – Γενναος, πως κα τ λλα παιδι το Θεοδώρου Κολοκοτρώνη,  π νωρς πρε π τος γονες του γωγ ν γαπ τν Χριστ κα τν Πατρίδα. Τὰ στοιχειώδη γράμματα ἐξέμαθε στὴ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸν ἐκ Δημητσάνης μοναχὸ Δανιὴλ Παναγιωτόπουλο. Ἀνώτερα μαθήματα διδάχθηκε ἀπὸ τὸν Μαρτελάο καὶ τὸν Παπα-Θεοδόσιο. Ὁ Μαρτελάος, παλαιὸς ἐπαναστάτης, τοῦ δίδαξε πλὴν τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τὴν Λατινικὴ καὶ Ἰταλικὴφιλολογία. Ἐπίσης παρακολουθοῦσε μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ τὰ ἀδέλφια του τὶς ἀπὸ ἄμβωνος ἐξαιρετικὲς ὁμιλίες τοῦ Μαρτελάου, μαζὶ μὲ πολὺ ἀκόμη κόσμο. Ὁ Μαρτελάος ὑπῆρξε ἐπίσης δάσκαλος τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ καὶ τοῦ Οὖγκο Φώσκολου, ἐκτιμοῦσε δὲ βαθιὰ τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
.                   Ἕνα δημοτικὸ τραγούδι γράφει γιὰ ἕνα διάλογο τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη μὲτὸν Γενναῖο στὴ Ζάκυνθο, ποὺ δείχνει τὸν πόνο του γιὰ τὴν σκλαβωμένη πατρίδα: – Τί ἔχεις πατέρα μου καὶ κλαῖς καὶ βαρυαναστενάζεις; – Γλέπω τὴ θάλασσα πλατειὰ καὶ τὸν Μωρηᾶν ἀλάργα. Μὲπῆρε τὸ παράπονο καὶ τὸ μεγάλο ντέρτι…». (Τάκη Χ. Κανδηλώρου «Ὁ Ἀρματωλισμὸς τῆς Πελοποννήσου 1500 – 1821», Ἐν Ἀθήναις, Τυπογραφεῖον Δεναξᾶ καὶ Σία, 1924, σελ. 437-439).
.                   Ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ Ἀπομνημονεύματά του καὶ ἀπὸ  μαρτυρίες ἄλλων ἀγωνιστῶν ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἀνυψώθηκε νεότατος στὴν στρατιωτικὴ ἡγεσία,ὅμως ὁ ἡρωισμός του στὶς μάχες ἀπέδειξε ὅτι δὲν ἦταν χαριστικὴ ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ πατέρας του. Μεγαλύτερος στὴν ἡλικία ἀπὸ τὸν Γενναῖο καὶ ἡρωικὸς ἐπίσης στὶς μάχες ἦταν ὁ χαρισματικὸς πρωτότοκος ἀδελφός του Πάνος, ποὺ ἦταν μορφωμένος, ἔξυπνος καὶ γενναῖος.Ἀτυχῶς γιὰ τὴν Ἐπανάσταση τὸν δολοφόνησε ἡ φατρία τῶν Μαυροκορδάτου, Κουντουριώτη καὶ Κωλέττη κατὰ τὸν ἐμφύλιο.
.                   Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ἀγωνίστηκε σὲ ὅλες τὶς μάχες μὲ τὸν πατέρα του καὶ σὲ ὅσες ἐκεῖνος τὸν ἀπέστειλε, ὅπως καὶ τὸν Πάνο. Στὴ νεκρολογία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ποὺ ἔγραψε ἡ πολιτικὴ ἐφημερίδα «Ὁ Αἰὼν» ἀναφέρεται σχετικά:  «Ἰδοὺ ὁ μέγας τῆς Ἐπαναστάσεως πολίτης, πάντοτε ἀποβλέπων πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος… καὶ πάντοτε χαίρων ὅλου τοῦ λαοῦ τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπην. Πατέρα τὸν ὠνόμαζεν οὐχὶ μόνη ἡ Πελοπόννησος ἀλλὰ καὶ αἱ Νῆσοι καὶ ἡ Στερεά, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀπέστειλε πολλάκις (1821, 1822, 1825 καὶ 1827 ) τοὺς υἱούς του Πάνον καὶ Γενναῖον». (Ἐφημ. «Ὁ Αἰών», ἀρ. φ. 417, 10 Φεβρουαρίου 1843, καὶ «Τὰκατὰ τὴν κηδείαν τοῦ Μακαρίτου Θεοδ. Κολοκοτρώνη» (Συμπληρωμένο ἀνάτυπο τοῦ 1843, Ἐπιμέλεια – συγγραφὴ Γ.Δ.Κουρκούτας, ἐκδ. Πελασγός, Ἀθήνα, 2021, σελ. 80).
.              Μὲ τὴ στρατιωτικὴ διαγωγὴ καὶ μὲ τὴ γενναιότητα ποὺ ἐπεδείκνυε στὶς μάχες ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης εἶχε ἀποκτήσει τὴν ἐκτίμηση ἀκόμη καὶ τῶν ἀντιπάλων του πατέρα του. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἀνδρέας Λόντος σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ἔγραψε: «Πόσον ἔκαμε τὸ χρέος του ὁ Γενναῖος εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς κάνω περιγραφὴν ἐπειδὴ τὸν γνωρίζετε…». Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν κυβέρνηση ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ἄλλος ἀντίπαλος τοῦ Θεοδ. Κολοκοτρώνη, ζητοῦσε ὅσοι ἔμεναν ἄπραγοι μέσα στὰ τείχη τοῦ Ναυπλίου νὰ ἐνταχθοῦν στὸ ἔνοπλο σῶμα τοῦ«ἀξίως καλουμένου Γενναίου Κολοκοτρωνίδου». Ἀκόμη καὶ ὁ Ἰμπραὴμ θεωροῦσε τὸν Γενναῖο τὴσοβαρότερη ἀπειλὴ ἐναντίον του καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ἐπιζητοῦσε τὴν πάσῃ θυσίᾳ κύκλωση καὶαἰχμαλωσία του. (Βλ. σχ. Ἰωάννη Β. Δασκαρόλη «Γενναῖος Κολοκοτρώνης», ἐκδ. Παπαζήση, σελ. 143 – 144).
.                   Ἡ στρατιωτικὴ ἀξία τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη φάνηκε κυρίως κατὰ τὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ. Ἡ φατρία ποὺ κυβερνοῦσε καὶ κρατοῦσε φυλακισμένο τὸν πατέρα του ἔδειξε ἀνικανότητα στρατιωτικὴ καὶ ὁ Ἰμπραὴμ ἁλώνιζε. Τότε καὶ μπροστὰ στὴν κατακραυγὴτοῦ λαοῦ ἡ κυβερνητικὴ φατρία ἀναγκάστηκε νὰ ἀπελευθερώσει τὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν κατάσταση… Τὰ πράγματα ἦσαν ἐξαιρετικὰ δύσκολα, ὅμως ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαζὶ μὲ τὸν Γενναῖο καὶ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς κράτησαν ζωντανὴ τὴν Ἐπανάσταση.
.                   Στὶς 5 Σεπτεμβρίου 1825 ὁ Ἰμπραὴμ ἐκστράτευσε πανστρατιὰ στὴν Ἐπαρχία Μιστρᾶ, λεηλατώντας καὶ καταστρέφοντας τὰ πάντα στὴν ἐπαρχία αὐτή. Ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν στὴν Ἀργολίδα καὶ ὅταν ἔμαθε τὴν ἐκστρατεία τοῦ Ἰμπραήμ, διέταξε τὸ ὑπὸ τὸν Νικηταρᾶ καὶ τοὺς ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς στράτευμα νὰ κινηθεῖ κατὰ τὸ Γεωργίτσι καὶ τὴν Καστανιά, χωριὰ στὰ δυτικὰ τῆς Ἐπαρχίας, καὶ νὰ κτυπήσουν ἐκεῖ τὰ ἀποσπάσματα τοῦ Ἰμπραήμ. Ταυτόχρονα διέταξε τὸστρατόπεδο τῶν Βερβένων καὶ τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ὑπὸ τοὺς Λόντο, Κανέλλο Δεληγιάννη, Νοταρᾶ, Γενναῖο καὶ Χατζη-Μιχάλη νὰ τραβήξουν στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Ἐπαρχίας, κατὰ τὶς θέσεις Μπασαρά, Βαμβακοὺ καὶ Βέροια. Ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα στὸ Λεωνίδιο  καὶ ἑνώθηκε μὲ τὰ ἀναφερθέντα στρατεύματα. Ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες ἐνεπλάκησαν σὲ μάχες μὲ τοὺς Τουρκοαιγυπτίους στὰ χωριὰ Κοσμᾶ, Γεράκι καὶ Μαρὶ καὶ τοὺς ἐνίκησαν, ἀνακουφίζοντας ἔτσι τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν αὐτῶν ποὺ προηγουμένως εἶχαν λεηλατηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰμπραήμ… (Φωτάκου «Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Ἔκδ. Νεο-Ἱστορικῆς Βιβλιοθήκης, Ἀθῆναι, 1955, Τόμος 4ος, σελ. 592-593).
.                   Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ἦταν, ὅπως ὁ πατέρας του, στὴ δυσμένεια τῆςἈντιβασιλείας. Ὅμως ὁ Ὄθωνας τὸν ἔκανε ὑπασπιστή του καὶ ὑποστράτηγο. Ἐκεῖνος τοῦ ἔμεινε πιστὸς ἕως τὴν ἐξορία του καὶ πῆγε μαζί του στὴν Ἰταλία. Τὸν Μάϊο τοῦ 1862 γιὰ λίγους μῆνεςἀνέλαβε πρωθυπουργός. Τὸν δέχθηκε πλησίον του καὶ ὁ νέος βασιλιὰς Γεώργιος Α΄, τὸν ὁποῖο ἐκπροσώπησε στὸν γάμο τοῦ διαδόχου τῆς Ρωσίας. Σύζυγός του ἦταν ἡ Σουλιώτισσα Φωτεινὴ Τζαβέλλα καὶ ἀπέκτησε μαζί της ἑπτὰ παιδιά, δύο γιούς, τοὺς Θεόδωρο καὶ Κωνσταντῖνο καὶ πέντε θυγατέρες. Ἀπεβίωσε στὶς 23 Μαΐου 1868 ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια.-

, , ,

Σχολιάστε

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ: Ο ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

 Γρηγόριος Κωνσταντᾶς:
Ὁ ἀκατάβλητος δάσκαλος καὶ πατριώτης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                    Ὁ ἱεροδιάκονος Γρηγόριος Κωνσταντᾶς (1758 – 1844) περιγράφεται λακωνικὰ ἀπὸτὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Κωνσταντῖνο Βουρβέρη ὅτι ἦταν «ὁ ὑπέροχος λειτουργός τῆς Παιδείας, καὶ ταπεινόφρων φορεὺς ὑψηλοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, ὁ ὁποῖος ἀνάλωσε ἀμισθὶ τὰς πνευματικὰς καὶ ψυχικάς του δυνάμεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος». Ὁ ἴδιος σημειώνει ὅτι ὁ μόνος, ποὺἐκτίμησε τὴν ἀγάπη τοῦ Κωνσταντᾶ πρὸς τὴν ἐπιστήμη, τὴν προσήλωσή του στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ στὴν Πατρίδα καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴ νεολαία, ἦταν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ κυβερνήτη ὁ Κωνσταντᾶς «ἐδιώχθη, δὲν ἐπηνέθη, ἐλησμονήθη γηράσκων καὶ ἀπὸ τὴνἐπίσημον Ἐκκλησίαν, μὴ κριθεὶς ἄξιος οὐδὲ μικρᾶς συντάξεως, παρὰ τὰς πρὸς Αὐτὴν καὶ τὸ Ἔθνοςὑπηρεσίας του». (Κων. Βουρβέρη «Γρηγόριος Κωνσταντᾶς ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους», Ἔκδ.Ἑλληνικῆς Ἀνθρωπιστικῆς Ἑταιρείας, Ἀθῆναι, 1974, σελ. 22).
.                    Ὁ Κωνσταντᾶς σὲ σύντομη αὐτοβιογραφία του, τὴν ὁποία ἀπέστειλε στὸν Μητροπολίτη Δημητριάδος καὶ διασώζεται στὴν Βιβλιοθήκη τῶν Μηλιῶν, γράφει ὅτι γεννήθηκε στὶς 27 Δεκεμβρίου 1758 στὶς Μηλιὲς τοῦ Πηλίου, ὅπου καὶ ἐδιδάχθη τὰ κοινὰ γράμματα καὶ τὴνἀρχαία ἑλληνική. Στὸ 21ο ἔτος του χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος, ἱερατικὸ βαθμὸ στὸν ὁποῖο ἔμεινεἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὸν Ἄθωνα, στὴ Χίο, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Βουκουρέστι καὶ στὴ Βιέννη, πόλη στὴν ὁποία ἐξέδωσε μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσης γεννημένο στὶς Μηλιὲς ἐξάδελφό του ἱερομόναχο Δανιὴλ Φιλιππίδη τὴ «Γεωγραφία Νεωτερική».
.                    Μὲ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, συνεχίζει αὐτοβιογραφούμενος ὁ Κωνσταντᾶς, «ἀφῆκα σχολεῖο, πατρίδα καὶ κτήματα καὶ ἠκολούθησα τοὺς ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίαςἀγωνιζομένους συμπατριῶτας μου… συμπράττων τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῆς πατρίδος μὲ πατριωτισμὸν καὶ ζῆλον ἀπαράμιλλον ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους τοὺς ὁμογενεῖς μου τόσον ἐκκλησιαστικούς, ὅσον καὶ πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς στερεοελλαδίτας, πελοποννησίους καὶθαλασσίους…. (Σημ. Ἀπὸ τὸ βιβλίο – διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. ΘεμιστοκλῆΜουρτζανοῦ, Γέν. Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας «Γρηγόριος Κωνσταντᾶς – Ἕνας λόγιος συζητᾶ μὲ τὸν Διαφωτισμὸ καὶ τὴν Παράδοση», Λάρισα, 2017, σελ. 49-51).
.                    Στὴν ἐπαναστατικὴ περίοδο ἄσκησε τὰ καθήκοντα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆςἀνατολικῆς Ἑλλάδος στὸ Βουλευτικό. Τὰ ἐπιτέλεσε ἀμισθὶ καὶ ἀπὸ τὰ δικά του λίγα χρήματα τρεφόταν ἐπὶ δέκα ὀκτὼ μῆνες. Ἀπὸ τὸ 1824 ἕως τὸ 1828 διετέλεσε ἔφορος (ὑπουργὸς) Παιδείας καὶ μὲ τὴν ἰδιότητά του αὐτὴ περιόδευσε στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα, πάλι μὲ δικά του χρήματα. Μὲ ἐντολὴ τοῦ Καποδίστρια ὀργάνωσε Δημόσιο Ὀρφανοτροφεῖο στὴν Αἴγινα καὶ ἀνέλαβε διευθυντής του. Μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια ἔπεσε σὲ δυσμένεια καὶ ἀποσύρθηκε στὶς Μηλιές, ὅπου πέρασε τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του. Ἀπεβίωσε τὸ 1844.
 .                    Ἡ τιμιότητα, ἡ ἀφιλοχρηματία  καὶ ὁ ἀκραιφνὴς πατριωτισμὸς τοῦ ἱεροδιακόνου Γρηγορίου Κωνσταντᾶ ἐκτιμήθηκε ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τῆς Ἐπανάστασης. Ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα καταφαίνεται ὅτι ὁ π. Γρηγόριος παμψηφεὶ ἐκλεγόταν, διοριζόταν καὶ στελνόταν σὲ ἐμπιστευτικὲς καὶ μεγάλης σπουδαιότητας ἀποστολές. Ἕνα παράδειγμα: Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1822 τὸ Βουλευτικὸὅρισε τὸν Κωνσταντὰ μέλος τῆς διμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξέτασε γιατί εὐκατάστατοι χρεωφειλέτες δὲν πλήρωναν τὰ χρέη τους πρὸς τὴν Πατρίδα. (Ἀναστασίου Γούδα «Βίοι παράλληλοι τῶν ἐπὶ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος διαπρεψάντων ἀνδρῶν», Τόμος Α΄ (Κλῆρος), Ἐν Ἀθήναις,ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, 1869, σελ. 333).
.                    Ὁ Κ. Θ. Δημαρᾶς καὶ οἱ ἰδεολογικοὶ ἐπίγονοί του κατατάσσουν τὸν  Γρηγόριο Κωνσταντὰ στὴν ὁμάδα τῶν ἐκπροσώπων τοῦ γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ στὴν Ἑλλάδα καὶ τῶν δημιουργῶν του «Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ». (Βλ. σχ. Κ.Θ. Δημαρᾶ «Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός», Ἔκδ. «Ἑρμῆς», Ἀθήνα, 1998, σελ. 11). Μάλιστα ὁ Δημαρᾶς χαρακτηρίζει τὸ βιβλίο «Νεωτερικὴ Γεωγραφία», ποὺ ὁ Κωνσταντᾶς  ἔγραψε μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδελφό του ἱερομόναχο Δανιὴλ Φιλιππίδη, ὡς «ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαῖα βιβλία τοῦ ἑλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ» (Αὐτ. σελ. 96).
.                    Ἡ προαναφερθεῖσα διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ  π. Θεμιστοκλῆ Μουρτζανοῦ εἶναι προϊὸν καταβολῆς μόχθου πολλοῦ καὶ δαπάνης χρόνου ἱκανοῦ. Ἐντρύφησε στὰ λιτὰ χειρόγραφά του Κωνσταντᾶ, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνέκδοτα, τὰ εὑρισκόμενα στὴν μεγάλης σπουδαιότητος Βιβλιοθήκη τῶν Μηλεῶν, καὶ μελέτησε τὰ ἐκδοθέντα βιβλία του. Στὰ συμπεράσματά του σημειώνει: «Ἄθεος δὲν ὑπῆρξε  ὁ Κωνσταντᾶς, οὔτε ἀρνητὴς τοῦ σχήματός του καὶ φρόντιζε πάντοτε μὲ τοὺς κατὰ τόπον ἐπισκόπους νὰ ἔχει ἄριστες σχέσεις, ὅπου καὶ ἂν πήγαινε… Τὰτελευταῖα χρόνια της ζωῆς του διετέλεσε ἐπίτροπος τοῦ ἑκάστοτε Μητροπολίτη Δημητριάδος στὶς Μηλιές, συνεργαζόμενος μαζί του γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας…». (Αὐτ. σελ. 427-428).
.                    Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ π. Θεμιστοκλῆς γράφει πὼς ὁ π. Γρηγόριος μετέβη στὴν Εὐρώπη, γιὰ νὰ σπουδάσει καὶ πολλὰ ἀπὸ ὅσα ἔμαθε τὰ μετέφερε στὸ ὑπόδουλο γένος του. Ὅταν ὅμως ἡΠατρίδα ἐλευθερώθηκε, εἶχε τὴν ἄποψη πὼς πρέπει πλέον νὰ στηριχτεῖ στὶς δικές της δυνάμεις καὶκατόπιν νὰ λάβει ὅ, τι τὸ χρήσιμο ἀπὸ τὴν Εὐρώπη. (Αὐτ. σελ. 419). Στὴ διαθήκη του ὁΚωνσταντᾶς ἔγραψε ὅτι εἶναι «τέκνον γνήσιον τῆς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας, εἰς τὰ δόγματα τῆς ὁποίας ἐγεννήθη, ἀνετράφη καὶ ἔζησε, ἑπόμενος ἀπαρατρέπτως στὰ ὅσαἐδογμάτισαν οἱ πνευματοφόροι ἀπόστολοι καὶ μετ’ αὐτοὺς αἱ θεόπνευστοι οἰκουμενικαὶ ἑπτὰ ἅγιαι σύνοδοι». (Αὐτ. σελ. 401).
 .                    Ὁ Μηλεώτης ἱστορικὸς Ρήγας Καμηλάρης (1869 – 1954) γράφει στὸ πόνημά του τὸἀκόλουθο περιστατικό, χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνδρός. Τὸ 1827 ἦταν στὴ Σύρο μὲ τὸν π. Ἄνθιμο Γαζῆ. Τοὺς πλησίασαν καὶ ἔπιασαν συζήτηση μαζί τους προτεστάντες μισιονάριοι. Ὁ Γαζῆς διπλωματικὰ τοὺς ἄφησε νὰ ἔχουν ἐλπίδες ὅτι θὰ προσηλυτίσουν Ἕλληνες Ὀρθοδόξους. Παρενέβη ὅμως ὁΚωνσταντᾶς καὶ τοὺς εἶπε καθαρά: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι δημιούργημα θεῖο, εἰς τὸ πνεῦμα τὸἙλληνικὸν θείᾳ βουλῇ ἐμπνευσθὲν καὶ εἶναι ἡνωμένη οὕτω συμφυῶς μετὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς αἰσάρκες μετὰ τῶν ὀστῶν ἐν ζῶντι ὀργανισμῷ. Ἑπομένως ἡ διὰ τοῦ δηλητηρίου τῶν μισιοναρίων στέρησις τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἡ διὰ τοῦ δηλητηριώδους χιτῶνος τῆς Δηϊάνειρας ἀπόσπασις τῶν σαρκῶν τοῦ Ἡρακλέους, θὰ ἐπέφερεν ἄφευκτον τὸν θάνατον Αὐτοῦ» (Ρήγα Καμηλάρη «Γρηγορίου Κωνσταντᾶ  Βιογραφία – Λόγοι – Ἐπιστολαί», ἐκδ. Α. Κωνσταντινίδου, Ἀθῆναι, 1897, σελ. 54).
 .                    Ὅπως καὶ ἄλλοι λόγιοι κληρικοὶ ὁ π. Γρηγόριος Κωνσταντᾶς ἄφησε τὶς ἀνέσεις τοῦἐξωτερικοῦ καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ βοηθήσει στὴν ἀναγέννησή Της. Γράφει σχετικὰ ὁ Ἀναστ. Γούδας: «Ὦ, πόσο πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἐδαπάνων πᾶν ὅ, τι εἶχον πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν καὶ διάδοσιν τῆς παιδείας. Πόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινεςἀφήσαντες ἄνετον ἐν Βιέννῃ βίον… ἦλθον νὰ ζήσωσι ἐν Μηλιαῖς πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους! Πόση διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων καὶ τινῶν ἐξ ἡμῶν, οἵτινες καίτοι ἔμμισθοι ὑπάλληλοιὄντες, δὲν συγκατατίθενται ὅμως νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα μὴ ἀπολέσωσι τὰς ἐν τῇπρωτευούσῃ ἄλλας ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ἀπολαύσεις…» (Ἀν. Γούδα «Βίοι Παράλληλοι», Α΄ Τόμος, σελ. 329)….-  

     

, ,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΛΙΜΠΕΡΤΗ: Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Σωτηρία Ἀλιμπέρτη:
Ἡ πρώτη γυναίκα ἱστορικὸς τῆς Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                      Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀνδρῶν ποὺ ἔζησαν κατὰ καὶ κοντὰ στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ ἔγραψαν ἱστορικὰ μελετήματα καὶ ἀπομνημονεύματα ὑπῆρξε καὶ μία γυναίκα, ἡ Σωτηρία Ἀλιμπέρτη (1847 – 1929), ἡ ὁποία ἔγραψε ἕνα ἐξαιρετικὸ ἱστορικὸ πόνημα γιὰ τὶς ἡρωίδες τοῦ Ξεσηκωμοῦ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἔθνους. Τὸ 484 σελίδων βιβλίο της, μὲ τίτλο «Αἱ ἡρωίδες τῆςἙλληνικῆς Ἐπαναστάσεως» (Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου) κυκλοφορήθηκε τὸ 1933, τέσσερα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό της.
.                      Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου γράφεται ὅτι τὸ ἔργο τῆς Σωτηρίας Ι. Ἀλιμπέρτη περὶ τῶν Ἡρωίδων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως «ἀποτελεῖ τὸ λαμπρότερον Μνημεῖον τῶν Γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ τῶν Ἀνδρῶν ἐθεμελίωσαν ἑλληνικὴν πατρίδα, οἰκογένειαν, κοινωνίαν». Στὴ συνέχεια τονίζεται: «Πρώτη ἡ ἐνθουσιώδης συγγραφεὺς ὁρμωμένη ὄχι μόνον ἐξ ἁπλοῦἱστορικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλ᾽ ἐξ ὑψηλοῦ αἰσθήματος ἐθνικοῦ ἀπεφάσισε νὰ ἀσχοληθῆΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΩΣ μὲ τὰς ἡρωίδας, νὰ ἐρευνήση μετ᾽ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ τὰ περὶ αὐτῶν καὶ νὰ τὰςἀναστήση, μὲ τὴν πνοὴν καὶ τὴν φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ της…».
.                      Τὸ πόσο ἐπιμελημένη εἶναι ἡ ἐρευνητικὴ ἐργασία τῆς Ἀλιμπέρτη γιὰ τὶςἩρωίδες τῆς Ἐπαναστάσεως ἐξάγεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἀνέτρεξε στὶς ἱστορικὲς πηγὲς πρὸς ἐξακρίβωση τῶν γεγονότων καὶ ἀπὸ τὴν πλούσια βιβλιογραφία της, ἑλληνικὴ καὶ ξένη. Τὸ ἔργο της ἀποτελεῖἀληθῆ ἱστορία τοῦ ὑπὲρ ἐλευθερίας ἐθνικοῦ ἀγῶνος, μὲ κέντρο τὶς ἡρωίδες καὶ τὴ δράση τους.
.                      Ἡ Σωτηρία Ἀλιμπέρτη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1847 ἀπὸ εὔπορη οἰκογένεια. Πατέρας της ἦταν ὁ ἀγωνιστὴς καὶ βουλευτὴς Κλεομένης (Οἰκονόμου), ἐκ τῶν σπουδαίων ρητόρων τῆς Βουλῆς. Ὁ Κλεομένης ἀπέθανε στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας του, τὸ 1852, δηλητηριασθεὶς ἀπὸπολιτικούς του ἀντιπάλους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Σωτηρία ἄφησε σὲ νεαρὴ ἡλικία δύο ἀγόρια, τὸν Ἄγη, ποὺ διετέλεσε νομάρχης καὶ τὸν στρατηγὸ Κλεομένη Κλεομένους, ποὺ ἦταν ἐκ τῶν ἐλευθερωτῶν τῆς Θεσσαλονίκης, στὶς 26 Ὀκτωβρίου 1912.
.                     Ἡ Σωτηρία Κλεομένους, ἀφοῦ περάτωσε τὶς σπουδές της στὴν Ἑλλάδα, τὶς συνέχισε στὴν Ἰταλία, ὅπου στὴν Φλωρεντία καὶ στὴ Ρώμη σπούδασε φιλολογία καὶ καλὲς τέχνες. Τὸ 1875 ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ μετὰ  πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀνέλαβε ὑποδιευθύντρια στὸΖάππειο Παρθεναγωγεῖο. Στὴν Βασιλεύουσα γνώρισε τὸν γενικὸ γραμματέα τοῦ «Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως» καὶ ἀθόρυβο ἐργάτη τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων Ἰωάννη Ἀλιμπέρτη καὶ παντρεύτηκαν τὸ 1882. Ἕως τὸν θάνατό του, τὸ 1902, ἦσαν ἕνα ἁρμονικὸ ζευγάρι, μὲ σπουδαία ἐθνικὴ δράση, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὶς ἑλληνικὲς κοινότητες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ Σωτηρία Ἀλιμπέρτη ὡς γενικὸς γραμματέας τοῦ Συλλόγου τῆς «Ἐργάνης Ἀθηνᾶς» ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στὴν γυναικεία βιοτεχνία, ἰδίως τὴν ὑφαντική, τὴν ταπητουργία καὶ τὴν πλεκτική.
.                      Μετὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ συζύγου ἡ Σωτηρία ἐπὶ δέκα περίπου χρόνια ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν κοινωνική της δράση. Τὴν ξανάρχισε τὸ 1911 μὲ τὴν μετονομασθεῖσα «Ἐργάνη» σὲ «Πανελλήνιο Σύλλογο Γυναικῶν». Ἐκτὸς ἀπὸ διεθνεῖς ἐράνους ποὺ διενήργησε στὸ ἐξωτερικό, ὀργάνωσε στὴν Ἀθήνα γραφεῖο γιὰ τὸν ἐφοδιασμὸ μὲ χρήματα καὶ ρουχισμὸ ὅσων ἐπανήρχοντο ἀπὸ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους στρατιῶτες. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1914 διοργάνωσε ἑορτὴ στὸ Θέατρο τοῦ Διονύσου, τὰ ἔσοδα τῆς ὁποίας προσφέρθηκαν σὲ γυναικόπαιδα τῆςἨπείρου. Τὸ ἐθνικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο τοῦ Συλλόγου, ψυχὴ τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ  Σωτηρία, συνεχίστηκαν, λόγῳ τῶν γεγονότων κατὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴ ΜικρασιατικὴἘκστρατεία.
.                      Παράλληλα μὲ τὸ ἐθνικὸ καὶ κοινωνικό της ἔργο ἀσχολεῖτο μὲ τὴν ἔρευνά της γιὰ τὶς ἡρωίδες τῆς Ἐπανάστασης καὶ μὲ ἄλλες μελέτες, ὅπως μὲ τὴν βιογραφία τῆς Βασίλισσας Ἀμαλίας, τὴν ὁποία ἔγραψε μὲ πληροφορίες γυναικῶν φίλων της, ποὺ ἦσαν στὴν αὐλὴ τῆς Βασίλισσας. Τὸ ἔργο της «Αἱ ἡρωίδες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως» ἀρχίζει μὲ τὴν διαπίστωση ὅτι οἱ Ἑλληνίδες γαλούχησαν τὶς γενιὲς τῶν ἡρώων καὶ  διατήρησαν ἄσβεστο διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα, τὸ ἐθνικὸ φρόνημα καὶ τὸ μίσος κατὰ τῆς τυραννίας. Γράφει σχετικὰἐμπνεόμενη ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι: «Κατάρα να ᾽χετε παιδιά, μὴ λιώσουν τὰ κορμιά σας. Ὅσο νὰ ζῆτε, τὴν Τουρκιὰ νὰ μὴν τὴν προσκυνᾶτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ ποὺ δίνει στὰ παιδιά της ἡ μάνα τῶν Λαζαίων (σελ. 29). Καὶ προσθέτει τὸ γραφὲν ἀπὸ τὸν ρωσογάλλο κοινωνιολόγο Ζὰκ Νοβίκοφ (Κωνσταντινούπολη 1849-Παρίσι 1912), ὅτι ἡ γυναίκα ἦταν ἡ πρώτη δημιουργός τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδας. (σελ. 31).
.                      Στὸ ἱστορικὸ βιβλίο της ἡ Ἀλιμπέρτη ἀναφέρεται στὶς ἡρωίδες τοῦ Σουλίου Μόσχω Τζαβέλλα, Χάιδω Σέχου, Δέσπω Μπότση, Ἑλένη Μπότσαρη. Ἐπίσης στὸ Ζάλλογγο, στὶς ἡρωίδες τοῦ Μεσολογγίου, στὶς ἡρωίδες τῆς θαλάσσης καὶ τῶν νησιῶν (Μπουμπουλίνα, Βισβίζη, Μαυρογένους κ.ἄ.), σὲ αὐτὲς τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μακεδονίας, τῆς Ρούμελης… Τὸ βιβλίο κοσμεῖται ἀπὸ πλούσια εἰκονογραφία, μὲ δυσεύρετες ἱστορικὲς εἰκόνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡπροσωπογραφία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ὡς ἀρματωλοῦ.
.                      Ἡ ἀξία τοῦ βιβλίου τῆς Σωτηρίας Ἀλιμπέρτη ἔγκειται ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γνωστὲς ἡρωίδες ἀνακάλυψε καὶ ἄγνωστες, ὅπως ἡ Βενετὴ τῆς Χαλκίδας, ἡ Ροζάκαινα τῆς Μάνης, ἡ Χρυσή, σύζυγος τοῦ ἥρωα Μάρκου Μπότσαρη, ἡ Κοντύλη καὶ ἡ Καραντάνη ἀπὸ τὶς Μεσολογγίτισσες. Ἀπὸ τὶς λιγότερο γνωστὲς ἱστορίες ἀναφέρονται δύο. Κατὰ τὴ σφαγὴ τῆς Χίου οἱ δύο νεαρές, καλλιεργημένες καὶ ὄμορφες κόρες οἰκογενείας ἐκ τῶν πρώτων τῆς νήσου συνελήφθησαν αἰχμάλωτες καὶ σύρθηκαν στὸ κατάλυμα Τούρκου ἀξιωματικοῦ, ποὺ  θέλησε νὰκαταστήσει δική του τὴ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς ἀδελφές. Αὐτὴ ἀντιστάθηκε καὶ ὁ Τοῦρκος τῆς ἔδωσε διορία νὰ ἐπιλέξει, ἢ θὰ ὑποκύψει στὶς ὀρέξεις του ἢ θὰ τὴν σκοτώσει, καὶ ἔπεσε στὸν ὕπνο. ἩἙλληνίδα κοπέλα, ὡς νέα Ἰουδίθ, ἐπωφελήθηκε τῆς εὐκαιρίας, ἔσυρε ἀπὸ τὴ θήκη τὸ σπαθί του καὶ τὸ κάρφωσε στὸ στῆθος του. Ὕστερα ἀντιλαμβανόμενη τί τὴν περιμένει κρεμάστηκε καὶ τὴνἀκολούθησε ἡ νεότερη ἀδελφή της.
.                      Ἡ ἄλλη περίπτωση εἶναι τῆς παπαδιᾶς τῆς Κουρκουμέλη. Ὅταν ὁ Ἰμπραὴμ πολιόρκησε τὸ Αἰτωλικό, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου, καὶ ἡ κατάσταση σὲ αὐτὸ ἔγινεἀφόρητη, οἱ πρόκριτοι ἀποφάσισαν νὰ συνθηκολογήσουν. Ὁ Ἰμπραὴμ ἐπέτρεψε στοὺς κατοίκους του ὑπὸ ὅρους νὰ ἀποχωρήσουν. Ὑπολόγιζε ὅτι ἂν ἔβλεπαν οἱ Μεσολογγίτες τὸ πῶς φέρθηκε στοὺς κατοίκους τοῦ Αἰτωλικοῦ θὰ ἔκαμαν τὸ ἴδιο… Οἱ κάτοικοι περνοῦσαν ἀνάμεσα σὲ Τούρκους. Ὅταν πέρασε ἡ πανέμορφη Παπαδιὰ Κουρκουμέλη, τὴν κράτησαν καὶ τὴν πῆγαν πεσκέσι στὸν Ἰμπραήμ. Αὐτὸς προχώρησε νὰ τὴν ἀγκαλιάσει καὶ τὴν ἀκούμπησε μὲ τὴν χρυσοποίκιλτη λαβὴ τοῦχατζαριοῦ του. Ἡ κοπέλα ἅρπαξε τὸ σπαθὶ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἂν πάει νὰ τὴν ἀγκαλιάσει θὰ τὸκαρφώσει στὸ στῆθος του, γιατί ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ. Ὁ Ἰμπραὴμ τῆς ἀπάντησε ὅτι μπορεῖ νὰ φωνάξει τὴ φρουρά του καὶ αὐτὴ θὰ τὴν κανονίσει. Ἡ νεαρὴ Ἑλληνίδα τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν θὰ προφτάσουν καὶ βύθισε τὸ σπαθὶ στὸ στῆθος της.-           

, ,

Σχολιάστε

ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ, ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΩΦΕΛΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Βενιαμὶν ὁ Λέσβιος
Πολύτιμος καὶ ἐθνωφελὴς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                                Ὁ ἱερομόναχος Βενιαμὶν ὁ Λέσβιος (1759-1824) προσέφερε τὰ τάλαντά του, τὶς πολλὲς γνώσεις του καὶ τελικὰ τὴν ἴδια του τὴ ζωὴ στὴν Πατρίδα, κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Δικαίως ὀνομάστηκε «πολύτιμος καὶ ἐθνωφελὴς» ἀπὸ τὸν Μ. Χουρμούζη καὶ «εἷς τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τῆς Πατρίδος» ἀπὸ τὸν Νίκ. Σπηλιάδη. («Ἀπομνημονεύματα», τ. Β΄, σελ. 141). Ἂν καὶ γνωστὸς σὲ χῶρες τῆς Εὐρώπης γιὰ τὶς διδακτικές του ἱκανότητες ἦρθε στὴν ἐπαναστατημένη καὶ ὑπὸ δεινὴ δοκιμασία Ἑλλάδα γιὰ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του. Σὲ αὐτὴν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1824 ἀπεβίωσε, κατὰ τὴ διάρκεια ἐπιδημίας τύφου, σὲ ἡλικία 65 ἐτῶν. Ὁ μαθητής του στὶς Κυδωνίες καὶ ὡς ἰατρὸς ὑπηρετήσας τὸν Ἀγώνα Διονύσιος Πύρρος ὁ Θετταλὸς χαρακτήρισε τὸν Βενιαμὶν «ταπεινό, ἀκτήμονα, φιλόκαλο, μὲ φυσικὴ ἀγαθότητα καὶ μὲζῆλο περὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἔθνους» (Ρωξάνης Δ. Ἀργυροπούλου «Ὁ Βενιαμὶν ὁ Λέσβιος καὶ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Σκέψη τοῦ 18ου Αἰώνα», Κέντρο Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν ΕΙΕ, Ἀθήνα, 2003, σελ. 67).
.                                Ὁ Βενιαμὶν γεννήθηκε στὴν περιοχὴ Πλωμαρίου Λέσβου καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Βασίλειος. Στὰ 17 του χρόνια πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ στὴ Μονὴ Παντοκράτορος, ὅπου μόναζε ὁ ἀδελφός της μητέρας του Βενιαμίν, ποὺ εἶχε διατελέσει ἡγούμενος τοῦ Μετοχίου τῆς Μονῆς στὶς Κυδωνίες (Ἀϊβαλὶ) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα τοῦ θείου του. Ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ μετὰ ἱερομόναχος. Συνόδευσε τὸν θεῖο του, ὅταν ἐπέστρεψε στὶς Κυδωνίες, ὅπου πλούτισε τὶς γνώσεις του παρακολουθώντας τὰ μαθήματα τοῦ ἱερέα καὶ δασκάλου μὲ πολλὲς γνωριμίες Ἰωάννη Οἰκονόμου. Αὐτὸς βλέποντας τὶς δυνατότητες τοῦ Βενιαμὶν τὸν ἔστειλε γιὰ περισσότερη μάθηση στὶς σχολὲς τῆς Πάτμου καὶ τῆς Χίου. Μὲ ὑποτροφία Κυδωνιατῶν συνέχισε τὶς σπουδές του στὴΔυτικὴ Εὐρώπη, πρῶτα στὴν Πίζα καὶ μετὰ στὸ Παρίσι. Ὁ Βενιαμὶν δέχθηκε ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν κουλτούρα τῶν Γάλλων ἐπαναστατῶν, ὅμως οὐδέποτε ἀρνήθηκε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ἑλληνική του ταυτότητα.
.                                Ἀπόδειξη τῆς διατηρήσεως τοῦ ἑλληνορθοδόξου φρονήματος ἀπὸ τὸν Βενιαμὶν εἶναι πρῶτον ἡ ὑπεροχὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ποὺ αἰσθανόταν ἔναντι τῶν γαλλικῶν καὶ τῶν ἄλλων «Ἑσπερίων διαλέκτων» καὶ ἡ αὐστηρὴ κριτικὴ τῶν Γάλλων ἐπαναστατῶν, στὴν ὁποία προέβη μετὰ τὴν καρατόμηση τοῦπατέρα τῆς σύγχρονης Χημείας Ἀντουὰν Λαβουαζιέ. Γιὰ τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὁ π. Βενιαμὶν ἐξηγεῖ ὅτι ὀφείλεται στὸ ὅτι «διανέμει φυσικῶς τὰς ἰδέας εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου, ὅπερ ἐλλείπει ἐκ τῶν λοιπῶν διαλέκτων» (Σημ. Ἡ σκέψη του περιέχεται εἰς τὴν περίφημη «Συναγωγὴ νέων λέξεων ὑπὸ τῶν λογίων πλασθεισῶν ἀπὸ τῆς Ἁλώσεως μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων» τοῦ καθηγητοῦ Στεφάνου Κουμανούδη. Ὡς πρὸς τὸ κακούργημα ποὺ ἐπιτέλεσαν οἱ Γάλλοι ἐπαναστάτες στὸν Λαβουαζιὲ ὁ π. Βενιαμὶν ἔγραψε: «Ἡφύσις ὡς φαίνεται χρειάζεται αἰῶνας ὁλοκλήρους διὰ νὰ πλάση ἕναν ὑπεράνθρωπον καὶ τοιοῦτος τῷ ὄντι ὑπῆρξε ὁ Λαοϊσέρος… Θάνατος ὅμως ὑπῆρξεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀμοιβὴ τῆς ἀχαρίστου ἀνθρωπότητος. Τὸ μόνο ἔγκλημα ὑπῆρξεν εἰς αὐτὸν τὸ μέγα πνεῦμα… Ὥστε ἤθελεν εἶναι δύσκολον νὰ διορισθῆ, ἂν ἡ Γαλλία πρέπει νὰ ἐναβρύνηται (Σημ. γρ. περηφανεύεται) πλέον διότι ἐγέννησε τοιοῦτον ἄνδρα, ἢ νὰ ταπεινοῦται διότι τὸν ἐθανάτωσεν» (Βέν. Λεσβίου «Στοιχεῖα Φυσικῆς», τ. Β΄, παρ. 11 καὶ Ρωξ. Ἀργυροπούλου «Ὁ Βενιαμὶν Λέσβιος», σελ. 63).    
.                                Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του ἐπέστρεψε στὶς Κυδωνίες, ὅπου δίδαξε στὴν περίφημη Ἀκαδημία τῆς πόλης φιλοσοφία (μεταφυσικὴ καὶ ἠθική), μαθηματικὰ (ἀριθμητική, γεωμετρία, τριγωνομετρία καὶ ἄλγεβρα) καὶ φυσιογνωστικὲς ἐπιστῆμες (μετεωρολογία, ἀστρονομία καὶ φυσική). (Βλ. ὅπ. βιβλ. Ρωξ. Ἀργυροπούλου, σελ. 66).  Στὰ «Στοιχεῖα Μεταφυσικῆς» περιλάμβανε τὴ φυσικὴ θεολογία. Σὲαὐτὴν δίδαξε τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καὶ ἀντέκρουσε τὶς ὑλιστικὲς καὶ ἀθεϊστικὲς ἀπόψεις τῆς ἐποχῆς του. Μεταξὺ τῶν ἐπιχειρημάτων του ἦταν καὶ τὸ ἀκόλουθο: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦτο ἀθάνατος, κατὰ τί ἤθελε διαφέρει τῶν θηρίων; Ὥστε εἶναι ἐναντίον τῆς θείας σοφίας τὸ νὰ εἶναι θνητὸς ὁ ἄνθρωπος…». (Αὐτ. σελ. 175).
.                                Ὁ π. Βενιαμὶν ἦρθε σὲ ἀντίθεση μὲ συντηρητικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους,  ὄχι τόσο γιὰ τὶς θεολογικές του ἀπόψεις, ὅσο γιὰ τὴν ἐκ μέρους του ὑποστήριξη τῆς ἄποψης τοῦ Κοπερνίκου ὅτι ἡ Γῆκινεῖται καὶ ὄχι ὁ Ἥλιος. Στὴν ἄποψή του στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς καὶ φαναριώτικους κύκλους εἶχε ἀντιπάλους, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρικτές. Μεταξὺ τῶν ὑποστηρικτῶν του ἦσαν οἱ μετέπειτα ἐθνοϊερομάρτυρες Μητροπολίτες Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος καὶ Νικομηδείας Ἀθανάσιος ὁ τοῦ Καρύδη καὶ ὁ λόγιος Μητροπολίτης Κυζίκου Ἰωακείμ, καθὼς καὶ οἱ Μουρούζηδες. Μετὰ τὶς ἐξηγήσεις του καὶ τὴν τυπικὴ«ὁμολογία πίστεως», ποὺ ὑπέβαλε στὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο ἐλεύθερα  συνέχισε τὸ διδακτικὸ καὶ συγγραφικό του ἔργο (Βλ.σχ. Χρ. Γιανναρᾶ «Ὀρθοδοξία καὶ Δύση στὴ νεώτερη Ἑλλάδα», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 2006, σελ. 211).
.                                Ἦρθε στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὶς Κυδωνίες τὸν Ἰούνιο τοῦ 1821, ὅταν εἶχε ἀρχίσει στὴ ΜικρὰἈσία ἡ σφαγὴ τῶν Ἑλλήνων. Μαζὶ μὲ χιλιάδες προσφύγων διέμεινε προσωρινὰ στὰ Ψαρὰ καὶ κατέληξε στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα. Κατὰ τὴ σφαγὴ ἔσωσε καὶ πῆρε μαζί του τὴν τρελαμένη ἀπὸ τὴν τραγωδία τηςἀρχόντισσα Πανώρια Ἀϊβαλιώτη, ποὺ στὶς Κυδωνίες καὶ μπροστὰ στὰ μάτια της οἱ Τοῦρκοι ἔσφαξαν τὸν σύζυγό της Κωνσταντῖνο καὶ τὰ τέσσερα παιδιά της. Εἶναι ἡ γνωστὴ  «Ψωροκώσταινα». Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ π. Βενιαμὶν ἡ Πανώρια ἐπένετο, ὅμως ὅταν διενεργήθηκε στὸ Ναύπλιο ἔρανος γιὰ τὸ πολιορκούμενο Μεσολόγγι, ἔδωσε ὅλα ὅσα διέθετε, ἕνα ἀσημένιο δαχτυλίδι καὶ ἕνα γρόσι. Μὲ τὴν πράξη της θύμισε τὸν ὀβολὸ τῆς χήρας τοῦ Εὐαγγελίου….
.                                Στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα ὁ π. Βενιαμὶν ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν πολιτική. Συμμετέσχε στὴν Α΄ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου καὶ τὸ 1822 ἐξελέγη μέλος τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος στὴν Κόρινθο. Τὸ 1823 ἔλαβε μέρος στὴ Β΄ Ἐθνοσυνέλευση τοῦ Ἄστρους. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 1822 ἀνέλαβε ἁρμοστὴς μὲ ὑπεύθυνο τὸν Κεφαλλονίτη Κων. Μεταξά,  ὁ ὁποῖος στὰ «Ἀπομνημονεύματα» γράφει γι’ αὐτόν: « Ἐπρόκειτο διὰ ἱερέα σεβάσμιον καὶ πεπαιδευμένον, ὅστις οὐκ ὀλίγον μὲ εὐκόλυνε διὰ τῆς ὑπολήψεως ἣν ἔχαιρε εἰς τὸ Αἰγαῖον Πέλαγος, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς μου» (Ἔκδ. Ἐμμ. Πρωτοψάλτη, Ἀθήνα, 1956, σελ. 49).  
Ἐνδεικτικὸς τῶν ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν, ποὺ προσέφερε ὁ π. Βενιαμὶν ὡς Ἁρμοστὴς ἦταν ὁ λόγος του στὴ Σάμο, ὅπως τὸν περιγράφει ὁ Μ. Χουρμούζης: «Μίαν Κυριακήν, ἱερουργήσαντος τοῦ ἀρχιερέως, ἀνέβη εἰς τὸνἄμβωνα ὁ ἀείμνηστος Βενιαμὶν καὶ ἐπὶ μίαν ὥραν ὡμίλησε περὶ ὁμονοίας καὶ περὶ τῶν πρὸς τὴν κοινὴν πατρίδα καθηκόντων ἑνὸς ἑκάστου καὶ ὅλων ὁμοῦ. Οὐδεὶς ἔμεινεν ἀδάκρυτος καὶ ὅταν κατέβη τοῦ ἄμβωνος ὅλοι ἔσπευδον νὰ ἀσπασθῶσιν τὴν δεξιά του. Ἡ ὁμιλία του ἐγένετο καταληπτὴ εἰς πάντας, ἡ δὲ ἀπαγγελία του καὶ τὸ παρουσιαστικόν του ἐπέβαλε σέβας». (Ρωξάνης Ἀργυροπούλου «Ὁ Βενιαμὶν Λέσβιος», σελ. 114). –     

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΠΕΤΑΝ ΑΝΤΩΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ: Ο ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Καπετὰν Ἀντώνης Οἰκονόμου:
Ὁ  ἀδικημένος ἐθνομάρτυρας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                   Ὁ Ὑδραῖος πλοίαρχος Ἀντώνης Γιάννη Οἰκονόμου (1785-1821) εἶναι ἕνας ἀπὸτοὺς ἀδικημένους ἐθνομάρτυρες τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Ἐκτελέστηκε  μὲ ἐντολὴ  Ὑδραίων προεστῶν.  Ὁ Οἰκονόμου μυήθηκε στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία, εἶχε συνάντηση καὶ συνεργασία μὲ τὸν Παπαφλέσσα τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820 καὶ εἶχε μυήσει σὲ αὐτὴν πολλοὺς Ὑδραίους.
.                   Ὁ Ἀκαδημαϊκός, ἰατρός, ἱστοριοδίφης καὶ ἐπὶ 27 χρόνια Δήμαρχος Ὕδρας Ἀντώνιος Λιγνὸς ἀνακοίνωσε σὲ δημόσια συνεδρίαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ὅτι στὶς 27 Μαρτίου 1821 ὁ Οἰκονόμου, χωρὶς τὴν ἔγκριση τῶν προεστῶν τοῦ νησιοῦ, διὰ κωδωνοκρουσιῶν κάλεσε τοὺς Ὑδραίους νὰ πάρουν τὰ ὅπλα καὶ νὰ πολεμήσουν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τους. Καθαίρεσε καὶ ἐκδίωξε τὸν ἀντιπρόσωπο τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας Νικόλαο Κοκοβίλα, καὶ ἀνέλαβε τὴ διοίκηση τοῦ νησιοῦ.  (Βλ. σχ. «Ἀντώνης Γιάννη Οἰκονόμου, ὁ πρωτεργάτης τῆς Ὑδραϊκῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821», Ἔκδ. «Φωνῆς τῆς Ὕδρας», Ἐπιμ. Χρήστου Ι. Χριστοδούλου, Β΄ Ἔκδοση, 1999, σελ. 12-14).
.                   Ὁ Ἀντ. Λιγνὸς στὴν ἴδια ἀνακοίνωσή του ἀνέφερε ὅτι στὶς 29 Μαρτίου 1821 ὁΟἰκονόμου διενήργησε ἔρανο γιὰ τὴν παρασκευὴ καὶ ἐξοπλισμὸ στόλου  καὶ συνέλεξε 32.000 ἱσπανικὰ τάλιρα καὶ 6.400 ἀγγλικὲς χρυσὲς λίρες. Μὲ τὸ μεγάλο αὐτὸ ποσὸ μετέτρεψε   ἐμπορικὰπλοῖα σὲ πολεμικά. Ὑπὸ τὴν πίεση τῶν ἐπαναστατημένων Ὑδραίων καὶ λόγῳ τῆς γενικευμένης ἐξέγερσης τῶν Ἑλλήνων 56 προεστοὶ τοῦ νησιοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τῶν φημισμένων οἰκογενειῶν Κουντουριώτη, Τσαμαδοῦ, Τομπάζη, Κριεζῆ καὶ Βώκου (Μιαούλη), στὶς 31 Μαρτίου 1821, μὲ δήλωσή τους ἀναγνώρισαν τὸν Οἰκονόμου ὡς πληρεξούσιό τους καὶ διοικητὴ τοῦ νησιοῦ:
«Δηλοποιεῖται διὰ τοῦ παρόντος κοινοῦ ἐνσφραγίστου καὶ ἐνυπογράφου γράμματος, ὅτι συνελεύσεως γενομένης διὰ τὴν καλὴν σύστασιν τῆς πατρίδος μας, ἐκρίναμεν ἄξιον νὰ ἀναδεχθῆ τὴν φροντίδα τῆς διοικήσεως τὸν τιμιώτατον συμπατριώτην μας κύριον καπετάνιον Ἀντώνιον Οἰκονόμου, τῷ ὁποίῳ δίδομεν πᾶσαν πληρεξουσιότητα εἰς τὸ νὰ διοικῇ μετὰ τῶν κατὰ καιρὸν ψηφισθέντων προεστῶν προκρίτων κατωθεν ὑπογεγραμμένων τὴν πολιτείαν ταύτην, κρίνων καὶ ἀνακρίνων πάσαν ἐπιτυχοῦσαν ὑπόθεσιν πολιτικήν τε καὶ ἐμπορικήν». (Ἀπὸ ἔγγραφο ἀριθμ. 18.067 τοῦ Ζ΄ Τόμου Ἱστορικοῦ Ἀρχείου Ὕδρας, ποὺ βρίσκεται στὴν Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἐταιρία).
.                   Τὴν 15η Ἀπριλίου 1821 ἔγινε Δοξολογία στὴν Ὕδρα παρόντων τοῦ Οἰκονόμου καὶ τῶν προκρίτων τοῦ νησιοῦ, μὲ τὴν ὁποία ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία εὐλόγησε τὴν Ἐπανάσταση. ὉΟἰκονόμου καὶ οἱ πρόκριτοι σὲ προκήρυξή τους ἔγραψαν: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Παντοκράτορος. ΤὸἙλληνικὸν Ἔθνος βεβαρυμένον νὰ ἀναστενάζῃ ὑπὸ τὸν σκληρὸν ζυγὸν ἀπεφάσισε νὰ ἀγωνισθῇδιὰ τὴν ἐλευθερίαν του…». Ὁ Οἰκονόμου στὶς 18 Ἀπριλίου 1821 μὲ διακήρυξή του  πρὸς τοὺς νησιῶτες τοῦ Αἰγαίου  τόνισε πὼς ἡ Ἐπανάσταση γίνεται «διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν πατρίδα».
.                   Ἡ ἄμεση ἀνάληψη  ἐθνικῶν πρωτοβουλιῶν ἀπὸ τὸν  Οἰκονόμου καὶ ἡ ἐκ μέρους του ἐμφάνιση ἐξαίρετων ἡγετικῶν προσόντων  ἐξῆψαν τὸ μέχρι θανάτου πρὸς αὐτὸν μίσος τῶν Ὑδραίων προεστῶν. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν τὴν ἔναντί τους κυριαρχική του θέση, αὐτοῦ ποὺδὲν ἦταν οὔτε πλούσιος, οὔτε κοινωνικὰ ἰσχυρός, ὅπως ἦσαν αὐτοί. Ὑπέγραψαν μὲ τὸ χέρι τους τὸἔγγραφο ὅτι τὸν ἀναγνώριζαν διοικητὴ τοῦ νησιοῦ, λόγῳ τῆς λαϊκῆς ὑποστήριξης ποὺ ἀπολάμβανε,ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴν καρδιά τους. Ὅπως γράφει ὁ Ι. Χριστοδούλου «πρὶν ἀκόμη στεγνώσει ἡ μελάνη εἶχαν ἀρχίσει νὰ συνωμοτοῦν σὲ βάρος του» (Δὲς πρ. «Ἀντώνης Γιάννη Οἰκονόμου..», Ἔκδ. «Φωνῆς τῆς Ὕδρας», Β΄ Ἔκδ.,1999, σελ. 30).
.                   Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν ὑπογραφὴ τῆς προκήρυξης, στὶς 12 Μαΐου 1821, ὅταν οἱὙδραῖοι εἶχαν βγεῖ μὲ τὰ καράβια τους καὶ πολεμοῦσαν τοὺς Τούρκους, οἱ μπράβοι τῶν προεστῶν  ἐπιχείρησαν νὰ τὸν δολοφονήσουν. Ὁ Οἰκονόμου  μαζὶ μὲ τὸν γιό του καὶ λίγους πιστούς του Ὑδραίους προσπάθησε νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ νησί, γιὰ νὰ μὴ χυθεῖ αἷμα. Ὅμως συνελήφθη καὶ φορτώθηκε σὲ καΐκι γιὰ νὰ τὸν πᾶνε δῆθεν ἀπέναντι, στὴν Πελοπόννησο, ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια νὰτὸν ἐκτελέσουν κατὰ τὸν πλοῦν…
.                   Τὸ πλήρωμα τοῦ σκάφους, ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς ἡγέτη τοῦ νησιοῦ, τοῦ χάρισε τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀποβίβασε στὴν Ἑρμιόνη. Ὁ Οἰκονόμου ἀντιλήφθηκε ὅτι ἦταν ἀδύνατο νὰἀντιμετωπίσει  τὰ πλούτη καὶ τὴν δύναμη τῶν συντοπιτῶν του προεστῶν τῆς Ὕδρας καὶἀποφάσισε  νὰ παραιτηθεῖ τοῦ ἀγώνα στὴ θάλασσα καὶ νὰ πολεμήσει τὸν Τοῦρκο στὴ στεριά, στὸπλάι τῶν Μωραϊτῶν. Ὅμως οἱ Ὑδραῖοι προεστοί, ὅσο ζοῦσε, δὲν μποροῦσαν νὰ ἡσυχάσουν.Ἐκβίασαν τοὺς Μωραΐτες πὼς ἂν ἀφήσουν ἐλεύθερο νὰ δρᾶ τὸν Οἰκονόμου, θὰ κόψουν τὴνἐνίσχυση τοῦ ἀγώνα τους: «Κρατᾶμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὰ καράβια ὅσο βλέπουμε ἀντίκρυ μας ἐλεύθερο τὸν καπετὰν Ἀντώνη…». (Αὐτ. σελ. 31). Τὸν ἔπιασαν οἱ Μωραΐτες καὶ τὸν ἔκλεισαν σὲμοναστήρι… Ὑπέμεινε τὸν ἐκεῖ ἐγκλεισμό του γιὰ ἑπτὰ μῆνες. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1821 ἔμαθε γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Συνέλευση τοῦ Ἄργους καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ δώσει τὴ μάχη του μπροστὰ στοὺς πληρεξουσίους τῶν Ἑλλήνων.
.                   Ἡ εἴδηση μαθεύτηκε στὴν Ὕδρα καὶ ἀμέσως οἱ προεστοὶ ἔστειλαν «μυστικὸν ραβάσιον» πρὸς τὸν Ὑψηλάντη. Τοῦ ἔγραψαν ὅτι ὁ Οἰκονόμου «ἔφερε τὴν ἡμετέραν πατρίδα εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον τοῦ ὁλοκλήρου ἀφανισμοῦ, ἐνῶ ἀπὸ αὐτὴν (σημ. γρ. τὴν Ὕδρα…) εἶχεν ἡ Ἑλλὰς τὴν μεγαλυτέραν ἀνάγκην» καὶ ἐξ αἰτίας του «ἡ ἀναρχία μέλλει ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἀναφανῇμεταξὺ ὑμῶν…» (Αὐτ. σελ. 32-33). Ὁ Φωτάκος γράφει ὅτι «μιλήθηκε καὶ ὁ σύμβουλος τοῦ Ὑψηλάντη Νεόφυτος Βάμβας» καὶ ὁ Οἰκονόμου εἶχε πλέον καταδικασθεῖ εἰς θάνατον… Θὰδολοφονηθεῖ, ἐπειδὴ τόλμησε νὰ σηκώσει κεφάλι στοὺς προεστοὺς τῆς Ὕδρας… Κατ’ ἐντολή τουςὁ Ἀνδρέας Λόντος ἔστειλε ἑβδομήντα μισθοφόρους του ποὺ ἔστησαν καρτέρι στὸν Οἰκονόμου μεταξὺ Ἄργους καὶ Κουτσοποδίου, κοντὰ στὸν ξεροπόταμο Ξηριὰ καὶ τὸν ἐφόνευσαν. (Φωτίου Χρυσανθοπούλου ἢ Φωτάκου «Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Ἀθῆναι, 1974, τ. Α΄ 113 κ.ε., 275 κ.ἑ.).
.                   Ὁ Σπ. Τρικούπης  στὴν Ἱστορία του περιγράφων τὸ ἀποτρόπαιο ἔγκλημα ἐξηγεῖ ὅτι ὁΟἰκονόμου ἦταν ἀγαπητὸς στὸ λαὸ τῆς Ὕδρας καὶ οἱ πρόκριτοί της «βλέποντας κινδυνεύουσαν καὶαὐτὴν τὴν ὕπαρξίν των» ἔδωσαν τὴν ἐντολὴ τῆς δολοφονίας του. Καὶ προσθέτει: «Τοιοῦτον ἔλαβεν τέλος ὁ Ἀντ. Οἰκονόμου, ὁ διὰ τῆς μεγαλοτολμίας του ἀνυψωθεὶς  ὑπεράνω τῆς παντοδυνάμου ἀριστοκρατίας τῆς πατρίδος του, καὶ πρῶτος μεγαλοφρόνως καὶ φιλοκινδύνως ὁδηγήσας εἰς τὸνἀγώνα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δόξης τὸν λαόν…». ( Σπ. Τρικούπη «Ἱστορία τῆς ἙλληνικῆςἘπαναστάσεως», ΔΟΛ, τ.3, Βιβλ. 2ο, Α΄ Μέρος, σελ. 124-125).
.                       Οἱ προεστοὶ τῆς Ὕδρας οὐδεμίαν συνέπειαν εἶχαν γιὰ τὴ δολοφονία. Ἀντιθέτως κατὰ τὴν Ἐπανάσταση ἀναδείχθηκαν ἥρωες καὶ ὁ Οἰκονόμου λησμονήθηκε… Οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἀναθεωρητισμοῦ τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ ἐκδυτικισμοῦ τῶν Ἑλλήνων ὄντας ὑπὲρ τῶν προεστῶν τῆς Ὕδρας, ποὺ ἐκπροσωποῦσαν τὸν «ἐκσυγχρονισμὸ» στὴν Ἐπανάσταση παραποιοῦν ἢ ἀποκρύπτουν τὸ ἀποτρόπαιο γεγονός. Ἡ προτομὴ τοῦ Οἰκονόμου στήθηκε στὴν Ὕδρα μόλις τὸ 1988. Μία ἀδικία ἀποκαταστάθηκε κάπως…-

, ,

Σχολιάστε

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ, Ο ΕΞ ΟΙΚΟΝΟΜΩΝ ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων
Διαπρεπὴς διδάσκαλος τοῦ Ἔθνους

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                  Ὁ Ἑλληνισμὸς ἑορτάζει ἐπίσημα καὶ παλλαϊκὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἑκατοντάδες οἱ πανηγυρίζοντες ναοὶ καὶ τὰ προσκυνήματα, ὅπου ὑπάρχουν Ἕλληνες. Εἶναι τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἑκατοντάδες ἐπίσης εἶναι τὰ κείμενα, τὰ ποιήματα καὶ οἱ μελέτες ποὺ γράφτηκαν γιὰ τὴν Παναγιά μας. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τοῦ κληρικοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων (1780-1857), μίας σημαντικῆς ἐκκλησιαστικῆς προσωπικότητας. Γιὰ τὴ Θεοτόκο ἔγραψε τὸ σύγγραμμα «Ὑμνωδῶν ἀνέκδοτα. Ἐκ τῶν ἀπογράφων τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου» (Ἀθῆναι, 1840). Ὁ Οἰκονόμος στὸ σπάνιο αὐτὸ πόνημά του, τὸ ὁποῖο ἐξεδόθη μὲ δαπάνη τῆς Μονῆς σὲ 300 μόνον ἀντίτυπα, δημοσίευσε ἀνεκδότους κανόνες στὴν Θεοτόκο, ποὺ τοὺςἔγραψε ὁ Μανουήλ, Μέγας Ρήτορας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.
.                  Ὁ  Οἰκονόμου ἔμεινε στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου γιὰ ἔξι περίπου μῆνες καὶ  πέραν τῆς προηγουμένης ἐργασίας του ἔγραψε καὶ τὸ «Κτιτορικὸ ἢ προσκυνητάριον τῆς Ἱερᾶς καὶ Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου» (Ἀθήνησι, 1840). Ὅταν αὐτὸ κυκλοφορήθηκε, γνώρισε τὴν ὀξεία κριτικὴ τοῦ ὀνομαστοῦ ἀγωνιστῆ Ἀρχιμανδρίτη Θεοκλήτου Φαρμακίδη. Δυστυχῶς ἡ πλούσια σὲ παλαιοὺς κώδικες βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρός, τὸ1934. Τὸ κακό τῆς φυσικῆς καταστροφῆς συμπλήρωσαν οἱ Ναζὶ ποὺ λεηλάτησαν καὶ πυρπόλησαν  τὴ Μονή. Διεσώθη μέρος τῶν σημαντικῶν κειμηλίων, τῶν κωδίκων, τῶν παλαιτύπων καὶ τῶν χαλκογραφιῶν. Τὸ κυριότερο, διεσώθη ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλοσπηλαιώτισσας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ.
.                  Κάτι ἀκόμη ποὺ ἕνωσε τὸν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο μὲ τὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἦταν τὸ ὅτι σκέφθηκε νὰ ἱδρυθεῖ σὲ αὐτὴν Θεολογικὴ Σχολή, ποὺ νὰ εἶναι ἡ ἄλλη, ἡὈρθόδοξη ἄποψη αὐτῆς, ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὶς τέσσερις πρῶτες– μαζὶ μὲ τὶς Νομική, Ἰατρικὴ καὶΦιλοσοφικὴ-  ποὺ τὸ 1837, μὲ ὑπογραφὴ τοῦ Ὄθωνα,  ἀποτέλεσαν τὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν.Ἡ ἐν λόγῳ Θεολογικὴ Σχολὴ ὀργανώθηκε κατὰ τὰ δυτικὰ –βαυαρικὰ– προτεσταντικὰ  πρότυπα. Τελικὰ ἡ ἐπιδίωξη τοῦ Οἰκονόμου δὲν εὐοδώθηκε. Σὲ ἐπιστολή του στὸν Εἰρηνουπόλεως, γραμμένη τὸ 1843, ἐξήγησε ὅτι ἡ ἵδρυση τῆς Σχολῆς στὸ Μέγα Σπήλαιο εἶναι «ἀσύμφορος», τουλάχιστον «πρός γε τὸ παρόν». Οἱ λόγοι ποὺ ἐπικαλέστηκε εἶναι «πολλοὶ καὶ βαρεῖς». Ὁ Οἰκονόμος στάθηκε περισσότερο στὴ γενικότερη πνευματικὴ κατάπτωση τοῦ τόπου («τὴν περικεχυμένην εἰς τὴν ταλαίπωρον Ἑλλάδα λύμην τῆς διαφθορᾶς»), παρότι ἐπικαλέστηκε καὶ ἄλλες πιὸ ἁπτὲςἀντιξοότητες, ὅπως τὶς οἰκονομικὲς δυσκολίες, τὴ σπανιότητα ἱκανῶν καθηγητῶν καὶ τὸν κίνδυνον ἀλλοιώσεως τῆς Σχολῆς ἀπὸ τοὺς «ἔξωθεν εἰσελευσομένους μαθητιῶντας». Τέλος ὁ Οἰκονόμος δὲν παράλειψε  νὰ ὑπογραμμίσει ἀκόμη μία φορὰ τὴν ἀναγκαιότητα ἱδρύσεως κατὰ τὰ Ὀρθόδοξα πρότυπα «ἱεροῦ καταστήματος» στὴν Ἑλλάδα. (Βλ.σχ. Παναγιώτη Ὑφαντῆ «Μέγα Σπήλαιο – Ἱστορία Πνευματικὴ καὶ Ἐθνικὴ Μαρτυρία», Ἔκδ. Ι. Μητρ. Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, Ἀθῆναι, 1999, κεφάλαιο Ε΄). Τὰ γραφέντα ἀπὸ τὸν Οἰκονόμου γιὰ «τὴν λύμη τῆς διαφθορᾶς στὴν Ἑλλάδα» καὶ γιὰ τὴ σπουδὴ τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας  παραμένουν ἐπίκαιρα…
.                  Ἡ ζωὴ τοῦ Οἰκονόμου χωρίζεται ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Δ. Μπουγάτσο σὲ πέντε μέρη: Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὴ γέννησή του, τὸ 1780, ἕως τὴ μετάβασή  του στὴ Σμύρνη, τὸ 1809, γιὰ νὰ διδάξει καὶ μετὰ νὰ ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Φιλολογικοῦ Γυμνασίου. Τὸ δεύτερο ἀπὸ τὸ 1809 ἕως τὸ1819, ποὺ κλείνει τὸ Φιλολογικὸ Γυμνάσιο, λόγῳ φθόνου τῶν ὑπευθύνων της Εὐαγγελικῆς Σχολῆς. Τὸ τρίτο ἀπὸ τὸ 1821 ἕως τὸ 1832, ποὺ διαμένει στὴ Ρωσία καὶ ἐπιτελεῖ σημαντικὸ ἐθνικὸ ἔργο. Τὸ βραχὺ τέταρτο, ἀπὸ τὸ 1832 ἕως τὸ 1834, ποὺ μεταβαίνει στὰ πνευματικὰ κέντρα τῆς Εὐρώπης καὶγίνεται δεκτὸς μὲ τιμὲς καὶ τὸ πέμπτο καὶ τελευταῖο, ἀπὸ τὸ 1834 ἕως τὸ 1857, ποὺ ἔρχεται καὶ ζεῖστὴν Ἑλλάδα ἕως τὸν θάνατό του. (Ἰωάν. Δ. Μπουγάτσου «Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων – Μία ἀληθινὴ φωνὴ τοῦ χθὲς καὶ τοῦ σήμερα», Ἀδελφότης τῶν ἐν Ἀθήναις Τσαριτσανιωτῶν «Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων», Ἀθήνα, 2003,  σελ. 5).  Στὸ διάστημα αὐτὸ ὁ Οἰκονόμος ἐνεργεῖ ὡς ὁ ἄνθρωπος τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου καὶ συμμετέχει στo σχέδιο γιὰ τὴν φαλκιδευμένη αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τοῦ «ΣυνοδικοῦΤόμου» τοῦ 1850.
.                  Ὁ πατέρας τοῦ Κων. Οἰκονόμου ἦταν ἐπίσης ἱερέας, ὅπως καὶ οἱ πρὶν ἀπὸ αὐτόν.Ὅλοι εἶχαν τὸ ὀφίκιο τοῦ Οἰκονόμου. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ἔγραφε στὸ ἐπώνυμό του «Οἰκονόμος ὁἐξ Οἰκονόμων». Γεννήθηκε τὸ 1780 στὴν Τσαριτσάνη. Τὸ 1802 παντρεύθηκε καὶ στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καὶ μετὰ ἱερέας, λαβὼν καὶ αὐτὸς τὸ ὀφίκιο τοῦ Οἰκονόμου (Σημ. Ἐνδεικτικὸ τοῦ ὀφικίου τοῦ Οἰκονόμου εἶναι ὅτι φορᾶ ἐπιγονάτιο).  Νεώτατος συμμετέσχε στὸκίνημα τοῦ Παπᾶ Εὐθυμίου Βλαχάβα, συνελήφθη ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ καὶἀποφυλακίστηκε μετὰ τὴν καταβολὴ γενναίων λύτρων. Ἦταν ἰδιοφυὴς καὶ φιλομαθής. Ἐν πολλοῖς αὐτοδίδακτος ταχέως διέπρεψε στὰ ἱερὰ καὶ θύραθεν γράμματα, εἶχε δὲ καὶ τὰ τάλαντα τῆς γλωσσομάθειας, τῆς συγγραφῆς καὶ τῆς  ρητορείας.
.                  Στὴ Σμύρνη διέπρεψε ὡς καθηγητὴς τοῦ Φιλολογικοῦ Γυμνασίου. Δίδασκε Θρησκευτικά, Γραμματική, Ρητορική, Ποιητική, Ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ Λατίνους συγγραφεῖς. Ἦταν γνώστης τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς ἐπιστήμης τῆς Δύσης. Στὴ λογοτεχνία διασκεύασε στὰ ἑλληνικὰ τὸ θεατρικὸ ἔργο τοῦ Μολιέρου «Φιλάργυρος», ποὺ τὸ ὀνόμασε «Ὁ Ἑξηνταβελόνης». Στὴν Ἐπιστήμη ἀγόρασε γιὰ τὸ Φιλολογικὸ Γυμνάσιο τὴν Ἐγκυκλοπαίδεια τῶν ἀθέων Ντιντερὸ καὶ Νταλαμπέρ, διακρίνοντας πάντως τὴν ἐπιστήμη ἀπὸ τὴν πίστη καὶ θεωρώντας πὼς ἐπιστήμη καὶπρόοδος χωρὶς Πίστη στὸν Θεὸ εἶναι σκοτάδι παρὰ φῶς.
.                  Ἐνδεικτικός της ἀγάπης του πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὁ «Προτρεπτικὸς Λόγος», ποὺἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Ἕλληνες, τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1821. Σὲ αὐτόν, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Οἰκονόμος σημειώνει ὅτι οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ Εὐρωπαῖοι χάιδευαν τὸν Τοῦρκο γιὰ τὸ κατὰ τὴν ἄποψή τους συμφέρον τους καὶ δὲν ἔβλεπαν ὅτι τὸ Ἰσλὰμ δὲν τοῦ συγχωρεῖ νὰ κάμει ὁποιαδήποτε  συμφωνία μαζί τους. «Ἀ ν α κ ω χ ὰ ς οἱ Τοῦρκοι ὀνομάζουν μόνον τὶς συναλλαγές τους μὲ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ὅταν μπορέσουν, θὰ διακόψουν διὰ τῆς σπάθης κάθε σύνδεσμο μαζί τους…» τονίζει. (Κων. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων «Λόγοι», Ἐπιμ. Θ. Σπεράντσα, Ἀθῆναι, 1971, σέλ. 284-285). Καὶσήμερα τὰ ἴδια δὲν συμβαίνουν;…
.                       Ἡ ἔκκληση ποὺ κάνει ὁ Κων. Οἰκονόμος πρὸς τοὺς Ἕλληνες στὸν «Προτρεπτικό» του εἶναι νὰ πολεμήσουν τὴ μόλυνσή τους ἀπὸ τὴ διχόνοια. Τοὺς παρακαλεῖ νὰ μὴν ἱκανοποιήσουν μὲ τὴ διχόνοια τοὺς τὴν εὐχὴ τοῦ τυράννου Τούρκου καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν της Ἑλλάδος. Τοὺς συνιστᾶνὰ ἔχουν ὡς πρότυπα ζωῆς τὸν Ἀριστείδη καὶ τὸν Θεμιστοκλῆ καὶ τονίζει: «Εἰς τὴν κιβωτὸν τῆς πίστεως διεσώθητε ἀπὸ τοσούτων κλυδώνων καὶ τοῦ τελευταίου τῆς Μωαμεθανικῆς ἀσεβείας κατακλυσμοῦ, διεσώσατε δὲ καὶ τὴν πατρώαν σας γλώσσαν, τοὺς νόμους, τὰ ἔθιμα καὶ τὰ ἤθη τὰχριστιανικά!…Προσέχετε τώρα μὴ χάσετε τῆς πατροπαραδότου πίστεως τὸν θησαυρὸν» (Αὐτ. σελ. 319-320). Ἡ ἔκκληση τοῦ Οἰκονόμου ἰσχύει σήμερα πολὺ περισσότερο.-

, ,

Σχολιάστε

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: Η ΠΟΛΥΣΧΙΔΗΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Σπυρίδων Τρικούπης:
Ἡ πολυσχιδὴς φυσιογνωμία τῆς Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                  Ὁ Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), πατέρας τοῦ ἑπτὰ φορὲς πρωθυπουργοῦ καὶ ἀναμορφωτοῦ τῆς Ἑλλάδας Χαρίλαου Τρικούπη (1832-1896) ἦταν μία πολυσχιδὴς προσωπικότητα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 καὶ τῶν πρώτων δεκαετιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὑπῆρξε πολιτικός,  λογοτέχνης, ρήτορας, ἱστοριογράφος καὶ διπλωμάτης. Γεννήθηκε στὸ Μεσολόγγι καὶ ἦταν γόνος εὔπορης οἰκογένειας προεστῶν. Μετὰ τὴν Ἑλλάδα συνέχισε τὶς σπουδές του πρῶτα στὴ Ρώμη καὶ μετὰ στὸ Παρίσι, τὶς ὁποῖες διέκοψε, ὅταν ἐξερράγη ἡ Ἐπανάσταση. Μὲ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, τὸ 1824, ἀνέλαβε πληρεξούσιος τοῦ Μεσολογγίου. Συνεργάστηκε μὲ τὸν Μαυροκορδάτο καὶ παντρεύτηκε τὴν ἀδελφή του Αἰκατερίνη. Ὡς ἐκ τοῦ δεσμοῦ του μὲ τὸν Φαναριώτη πολιτικὸ ὁ Σπ. Τρικούπης προσκολλήθηκε στὸ Ἀγγλικὸ Κόμμα.
.                  Ὡς ρήτορας ἀνέλαβε νὰ ἐκφωνήσει τὸν ἐπικήδειο λόγο στὸν Λόρδο Βύρωνα, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση καὶ μεταφράστηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες. Οἱ πρῶτοι «Λόγοι» τουἐκδόθηκαν τὸ 1829. Ἡ κύρια βεβαίως ἐνασχόλησή του ἦταν ἡ πολιτικὴ καὶ στὴ συνέχεια ἡ διπλωματία. Ὅμως στοὺς Ἕλληνες ἔμεινε κυρίως ἡ «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», ποὺ ἔγραψε στὸ Λονδίνο μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1853 καὶ 1857, ὅταν ἦταν ἐκεῖ πρέσβης τῆς Ἑλλάδος. Σημειώνεται ὅτι ὁ Σπ. Τρικούπης διετέλεσε  πρέσβης τῆς Ἑλλάδος στὸ Λονδίνο δεκαοκτὼ συνολικὰ χρόνια: Ἀπὸ τὸ 1834 ἕως τὸ 1837, ἀπὸ τὸ 1841 ἕως τὸ 1843 καὶ ἀπὸ τὸ 1849 ἕως τὸ 1862.
.                  Ὁ Σπ. Τρικούπης στὴν ἀρχὴ συνεργάστηκε μὲ τὸν Καποδίστρια. Ὅταν αὐτὸς ἀνέλαβε Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, τὸν διόρισε πρωθυπουργό του καὶ ὑπουργὸ τῶν Ἐξωτερικῶν,ὅπως ἐπίσης τὸν διόρισε προεδρεύοντα στὴν Ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦθέματος. Ὅμως ὁ Σπ. Τρικούπης σύντομα παραιτήθηκε ἀπὸ ὅλες τὶς θέσεις, ἐντάχθηκε στὴν ὑπὸ τοὺς Μαυροκορδάτο καὶ Κωλέττη ἀντιπολίτευση στὸν Κυβερνήτη καὶ μαζί τους τὸν πολέμησε. Ἡ δικαιολογία ἦταν ὅτι θὰ ἔπρεπε ἀμέσως καὶ πρὶν ὀρθοποδήσει τὸ Ἑλληνικὸ κράτος καὶ ἀποκτήσει θεσμοὺς καὶ ὁμαλότητα, νὰ ἐφαρμόσει ὁ Καποδίστριας πλήρεις δημοκρατικὲς διαδικασίες καὶπαράλληλα νὰ δεχθεῖ τὰ προνόμια καὶ τὰ συμφέροντα τῶν προεστῶν… Ὅμως στὴ συνέχεια λησμόνησαν τὶς δημοκρατικὲς διαδικασίες καὶ ὑπηρέτησαν τὴν ἀπόλυτη μοναρχία τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνα… Ὁ Σπ. Τρικούπης συγκεκριμένα κατὰ τὴν ὀθωνικὴ περίοδο ὁρίστηκε πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Παιδείας καὶΘρησκευμάτων. Ἐπίσης ἀπὸ τὸ 1844 ἕως τὸ 1849 ἦταν ἀντιπρόεδρος τῆς Γερουσίας.
.                  Ἡ ἔνταξη  τοῦ Τρικούπη στὸ Ἀγγλικὸ Κόμμα εἶχε ἀσφαλῶς ἐπίπτωση στὴν κρίση του ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα ποὺ περιέγραψε στὴν «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».Ὅμως αὐτὴ εἶναι καλογραμμένη καὶ ὁ ἴδιος στὰ «προλεγόμενά» του ἐξηγεῖ τὴν ἄποψή του καὶ γιατί κατέληξε νὰ γράψει ἱστορία τῶν συγχρόνων του. Στὴν ἀρχὴ φέρει τὸ παράδειγμα τοῦ Θουκυδίδη. Γράφει σχετικά: «Ὁ Θουκυδίδης συνέγραψε ὄχι μόνον τὴν ἱστορίαν τοῦ καιροῦ του, ἀλλὰ καὶ τῶνἀνθρώπων μετὰ τῶν ὁποίων ἐπολιτεύθη καὶ ἐπολέμησε καὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων ἔπαθε καὶ ἡττήθη. Καὶὅμως ὅλοι ὁμοφώνως ἀπέδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ φιλοδικαίου ἱστορικοῦ, ὡς προτιμῶντι τὴν ἀλήθειαν τῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν του» (Σπ. Τρικούπη «Ἱστορία τῆςἙλληνικῆς Ἐπαναστάσεως» ΔΟΛ, Τόμος 1, Βιβλ. Πρῶτο, Α΄ Μέρος, σέλ. 7).
.                  Ἔχει δίκαιο πάντως ὁ Σπ. Τρικούπης στὸ ὅτι ἡ συγγραφὴ τῆς ἱστορίας ἀπὸσύγχρονο δὲν μειονεκτεῖ ἔναντι αὐτῆς ἀπὸ μεταγενέστερο,  καθὼς ἔχει μείζονα σημασία ἡἀναγραφὴ τῆς ἀλήθειας. Καὶ προσθέτει ὅτι ὁ σύγχρονος ἔχει προσωπικὲς γνώσεις καὶ ἐμπειρίες ἐπὶτῶν συμβάντων, ἐνῶ ὁ μεταγενέστερος στηρίζεται στὰ ὅσα βρῆκε ἔγγραφα ποὺ σώθηκαν, ἢ ἀπὸαὐτὰ ποὺ ἄκουσε. Σημειώνει σχετικὰ ὁ Τρικούπης: «Ποιὸς ἀγνοεῖ ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτά, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, διηγοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων, κάποτε ἐν γνώσει καὶ κάποτε ἐνἀγνοίᾳ τῆς ἀληθείας; Ποίας λοιπὸν πίστεως ἀξία ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ἱστορία γραφεῖσα τοιουτοτρόπως, ὃ ἐστὶν ἀνεξέλεγκτος, ἀναπόδεικτος καὶ ὕποπτος;» (Αὐτ. σελ. 8).
.                  Ὁ Τρικούπης θεωρεῖται ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν δίδει σαφῆ, ἀδιάψευστη καὶ ἀδιάσειστη περιγραφὴ τῆς ἐπιλογῆς τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμέρας ἐνάρξεως τῆς Ἐπανάστασης. Γράφει ὁ Σπ. Τρικούπης ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης ἀποφάσισε κατ’ ἀρχὴν νὰ κατέβει στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔστειλε μὲ εἰδικοὺς ταχυδρόμους μυστικὰ γράμματα στὴν Πελοπόννησο, στὰ νησιὰ καὶ στὴν Στερεὰ Ἑλλάδα. Αὐτοὶ εἶχαν ἐντολὴ νὰ προκηρύξουν ὅτι σύντομα θὰ ἔρθει στὴνἙλλάδα καὶ νὰ προετοιμαστεῖ ἡ κάθοδός του. Ἡ σκέψη του ἦταν νὰ περάσει ἄγνωστος στὴν Τεργέστη καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιβιβαστεῖ σὲ ἑλληνικὸ πλοῖο περὶ τὴν 20ή Νοεμβρίου 1820 καὶ ἄγνωστος νὰ καταπλεύσει στὰ παράλια της Μάνης, ἀπὸ ὅπου «ἐμελέτα ν’ ἀρχίση τὰ ἔνοπλα κινήματά του τὴν 25ην Μαρτίου, ἡμέραν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς εὐαγγελιζομένην τὴν πολιτικὴν λύτρωσιν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους». (Αὐτ. σελ. 39).
.                  Στὴ συνέχεια ὁ Τρικούπης ἐξηγεῖ γιατί ὁ Ὑψηλάντης ξεκίνησε τὴν Ἐπανάσταση νωρίτερα καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο στὶς 25 Μαρτίου 1821, ὅπως εἶχε προγραμματίσει. Ἐπείσθη νὰ μεταβεῖ στὴ Μολδοβλαχία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ξεκινήσει τὴν Ἐπανάσταση γιατί καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἡγεμονίες «ἐθεωροῦντο ὡς ἄλλη Ἑλλάς, οἱ ἡγεμόνες καὶ αὐλικοὶ ἦσανἝλληνες καὶ ὁ λαὸς ὡς ὁμόδοξος ἦτο πρόθυμος νὰ συναγωνισθῆ τὸν ὑπὲρ πίστεως ἀγώνα» (Αὐτ. σελ. 39). Τὸν βεβαίωσαν ἐπίσης ὅτι θὰ ταχθοῦν στὸ πλευρὸ τοῦ οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Σέρβοι ὡςὁμόδοξοι καὶ ὑπηρετοῦντες στὴ φρουρὰ τῶν Ἑλλήνων ἡγεμόνων. Ὁ Ὑψηλάντης ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη ὅτι πείσθηκε λανθασμένα νὰ ξεκινήσει τὴν Ἐπανάσταση ἀπὸ τὶς παραδουνάβιες χῶρες. Πάντως δὲν εἶχε ἀποστεῖ τοῦ σχεδίου του νὰ κατέβει στὴ συνέχεια στὴν Πελοπόννησο.
.                  Στὸ νὰ ἀλλάξουν τὰ σχέδιά του συνέβαλε ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ταχυδρόμοι, ποὺ ἔστειλε στὴν Πελοπόννησο, συνελήφθησαν, ἐφονεύθησαν καὶ τὰ γράμματά του ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν ὀθωμανῶν. Ἔμαθε ἐπίσης ὅτι ὁ Πελοποννήσιος Ἀσημάκης Θεοδώρου πρόδωσε τὴν ὕπαρξη καὶ δράση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας στὸν Σουλτάνο καὶ ἕνας Διόδος ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησο πρόδωσε τὴν Ἑταιρεία στὸν Ἀλὴ Πασὰ τῶν Ἰωαννίνων. Ἐκεῖνος ποὺ πέτυχε νὰ φτάσει στὸν προορισμό του, στὴν Πελοπόννησο, ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ ἡγέτη τῆς Ἐπανάστασης, ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαῖος, ὁ Παπαφλέσσας,
.                  Ἐνέργειες ἐπιπόλαιες ἀνδρῶν τοῦ Ὑψηλάντη σὲ βάρος Τούρκων τῆς Μολδοβλαχίας ἐπιτάχυναν ἐπίσης τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης. Στὶς 24 Φεβρουαρίου 1821 ἐξέδωσε τὴ γνωστὴ Προκήρυξη καὶ στὶς 28 ἐν ὄψει τῆς ἐκστρατείας του στὴ Βλαχία διέταξε καὶ ἐψάλη δοξολογία, στὴν ὁποία παρέστη ὁ στρατός, ὁ ἴδιος ὡς ἀρχιστράτηγος καὶ ὁ Μητροπολίτης, ποὺ τὸν ἔζωσε τὴ σπάθη καὶ εὐλόγησε τὴ σημαία του. Αὐτὴ ἔφερε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τὰ ὁμοιώματα τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης καὶ τὸ «ἐν τούτῳ νίκα», στὸ πλάϊ δὲ τὸν φοίνικα καὶ τὸ «ἐκ τῆς κόνεώς μου ἀναγεννῶμαι». Ἀκολουθοῦν τὰ γνωστὰ συμβάντα εἰς Κωνσταντινούπολη, Μολδοβλαχία καὶ Ἑλληνικὸ χῶρο, ποὺ περιγράφει ὁ Τρικούπης.-  

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἀναγνώστης Κοντάκης:
Ἕνας ἀφανὴς ἥρωας τῆς Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                         Ὁ Ἰωάννης Ἀναγνώστης Κοντάκης (1781-1854) εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Προσέφερε πολύτιμες ὑπηρεσίες στὴν Πατρίδα ὡς ἀγωνιστής, ὡς πολιτικὸς καὶ ὡς ἱστορικὸς συγγραφέας, ἀλλὰ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ἐπέλεξε νὰ μὴν ἀκούγεται τὸ ὄνομά του. Ἀποτέλεσμά του ὅτι ἐφάρμοσε στὴ ζωή του τὸ «λάθε βιώσας» ἦταν ὅτι μετὰ ἀπὸ μακρὰ καὶ σημαντικὴ στρατιωτικὴ καὶ πολιτικὴ πορεία, ὅταν πέθανε, κατὰ τὴν πανδημία τῆς χολέρας ποὺ ἀφάνισε τὴν Ἀθήνα, μία μόνο ἐφημερίδα, ἡ «Ἀθηνᾶ», τοῦ ἀφιέρωσε μίαν ἀράδα, στὶς 25 Ὀκτωβρίου τοῦ 1854: « Ἐκ τῶν κατ’ αὐτὰς ἀποβιωσάντων ὑπὸ χολέρας χρεωστοῦμεν νὰ ἀναφέρωμεν τὸν Σεβ. Ἐπίσκοπον Ἄνδρου κ. Προκόπιον καὶ τὸν Βουλευτὴν Κυνουρίας κ. Κοντάκην, ἀμφοτέρους λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ ταφέντας ἀναλόγως τῶν θέσεών των».
.                     Ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη Κοντάκη τὸν ἀρραβώνιασε στὰ δεκατρία  καὶ τὸν πάντρεψε στὰ δεκαπέντε μὲ τὴν κόρη τοῦ Νικολοῦ Τερζάκη, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν ἕξι παιδιά, τέσσερα ἀγόρια καὶ δύο κορίτσια. Ἡ οἰκογένειά του ἦταν προεστῶν καὶ εὔπορη. Ὁ ἴδιος ἀγαποῦσε τὰ γράμματα, ποὺ τὰ ἔμαθε στὴ Βυτίνα καὶ στὸ χωριό του, καὶ εἶχε ταλέντο στὸ ἐμπόριο, ὅπου διέπρεψε. Στὴν αὐτοβιογραφία του γράφει πὼς ἀπὸ μικρὴ ἡλικία δὲν πῆρε ἀπὸ τὸν πατέρα του οὔτε ὀβολό. Ἀντίθετα,  22 ἐτῶν τοῦ ἔδωσε 850 γρόσια…
.                    Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1817 σὲ πανηγύρι, ποὺ γινόταν ἔξω ἀπὸ τὴν Τριπολιτσά, ὁ Κοντάκης γνώρισε τὸν Φιλικὸ Ἠλία Χρυσοσπάθη, ποὺ τὸν μύησε στὴν Ἑταιρεία. Ἀπὸ τότε ἔγινε ὁ ἴδιος κατηχητὴς καὶ μύησε πολλοὺς στὴν περιφέρεια τῆς Κυνουρίας. Στὸν Ἀγώνα καὶ ἐν ὄψει τῆς πολιορκίας τῆς Τριπολιτσᾶς ὁ Κοντάκης ἵδρυσε μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο καλὰ ὀργανωμένο στρατόπεδο στὰ Βέρβενα, ὅπου συγκεντρώθηκαν στρατιῶτες ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς περιοχῆς.Ὅταν ἦρθαν καὶ ὁ Κολοκοτρώνης μὲ τὸν Νικηταρὰ καὶ ἀνέλαβε ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ τὴν ἀρχηγία, αὐτὸ ἐμψύχωσε τοὺς στρατιῶτες, ποὺ πλέον ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἀλώσουν τὴν πρωτεύουσα τῆς Πελοποννήσου.
.                    Πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς ὁ Κοντάκης μὲ τοὺς στρατιῶτες του συμμετέσχε στὴ νίκη ἐπὶ τῶν Τούρκων στὰ Δολιανά, νίκη ποὺ ἐπίσης ἐνθάρρυνε τοὺς Ἕλληνες, ποὺ πλέον χαιρόντουσταν νὰ πολεμοῦν τοὺς Τούρκους στοὺς κάμπους. Ὅταν πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση  πῆγε ὁ Δημ. Ὑψηλάντης  στὸ Ἄστρος γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἀρχηγία τοῦ Ἀγώνα ὁ Κοντάκης ἔκαμε μεγάλο τραπέζι σὲ αὐτὸν καὶ σὲ ὅλους τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἀρχηγοὺς ποὺ πῆγαν νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν. Ὁ ἴδιος ἔγραψε ὅτι ἔσφαξε ἐκείνη τὴν ἡμέρα 20 ἀρνιά, 25 κριάρια καὶ πρόσφερε καὶ ἄλλα πολλὰ ἐδέσματα…
.                   Ὅταν οἱ ἐπηρεαζόμενοι ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτο προεστοὶ ἔδειξαν ἀπειθαρχία πρὸς τὸν Ὑψηλάντη καὶ αὐτὸς ἀπείλησε ὅτι θὰ ἀποχωρήσει, οἱ στρατιῶτες ποὺ ἦσαν μαζεμένοι στὰ Βέρβενα ἀπείλησαν νὰ τοὺς σκοτώσουν, ἀλλὰ ἐπενέβη ὁ Κοντάκης μὲ τοὺς στρατιῶτες του καὶ δὲν χύθηκε ἀδελφικὸ αἷμα. Στὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς ἦταν τραυματίας καὶ δὲν συμμετέσχε, ἀλλὰ πολέμησαν τὰ ἀγόρια του. Στὴν ἐκστρατεία τοῦ Δράμαλη πολέμησε στοὺς Μύλους καὶ συμμετέσχε στὴν ἅλωση τοῦ Ναυπλίου. Ὁ ἴδιος μετὰ τὴ Συνέλευση τῆς Ἐπιδαύρου, ὅπου ἦταν πληρεξούσιος του Ἁγίου Πέτρου, παραιτήθηκε ἀπὸ στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς καὶ ἄφησε τὴν ἀρχηγία στὸν  δεύτερο γιό του Ἀνδρέα καὶ στὸν Πάνο Ζαφειρόπουλο.
.                 Ὡς πολιτικὸς ἦταν πληρεξούσιος της Κυνουρίας σὲ ὅλες τὶς Ἐθνικὲς Συνελεύσεις καὶ κατὰ τὴ διαμάχη τῶν περὶ τοὺς Μαυροκορδάτο καὶ Κωλέττη προκρίτων μὲ τοὺς ὑπὸ τὸν Κολοκοτρώνη στρατιωτικοὺς ἦταν μὲ τὸ μέρος τῶν δεύτερων καὶ ἔκαμε αὐστηρὴ κριτικὴ στὶς ἐπιλογὲς τῶν πρώτων, ποὺ ἀσκοῦσαν τὴν ἐξουσία. Ὅταν ὁ Ἰμπραὴμ ρήμαζε τὴν Πελοπόννησο φύλαξε τὴν οἰκογένειά του στὴ Σαμπατικὴ τῆς Τσακωνιᾶς.
.                   Ὁ Κοντάκης ὑποστήριξε μὲ θέρμη τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια ὡς κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος στὴ Συνέλευση τῆς Τροιζήνας.     
.                   Γράφει ὁ ἴδιος στὰ «Ὑπομνήματα, ἀναγκαιότατα, ἀξιόπιστα καὶ ἀξιοσημείωτα πρὸς γνῶσιν τῶν ἀπογόνων τοῦ ὑποφαινομένου, οἱ ὁποῖοι ἐντέλλονται νὰ τὰ ἔχωσιν ὡς ὁδηγὸν καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι τὴν σειρὰν τῶν σημειώσεων τῶν κατὰ καιροὺς συμβαινόντων» ὅτι συνέταξε ἔγγραφο, τὸ ὁποῖο ἔφερε τὶς ὑπογραφὲς ὅλων σχεδὸν  τῶν πληρεξουσίων, ποὺ ζητοῦσαν νὰ ἀναλάβει ὁ Καποδίστριας. Αὐτὸ τὸ ἔδωσε στὰ χέρια τοῦ προεδρεύοντος τῆς Συνέλευσης Ρήγα Παλαμήδη καὶ ἔληξε τὸ θέμα… (Βλ. σχ. Μαρίας Χρόνη – Βακαλοπούλου «Ἰωάννης Ἀναγνώστης Κοντάκης: Ἡ ζωή, τὸ ἔργο καὶ τὰ Ἀπομνημονεύματά του», Ἔκδ. Συλλόγου «Ἅγιος Πέτρος» Ἁγιοπετριτῶν Ἀττικῆς, Ἀθήνα, 2001, σελ. 165).
.                         Ὁ Θάνος Βαγενὰς γράφει ὅτι ὁ Καποδίστριας ἔτρεφε πρὸς τὸν Κοντάκη αἰσθήματα ἐκτιμήσεως, φιλίας καὶ ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὶς ὑπεύθυνες θέσεις, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε, ὅπως αὐτὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς περιφέρειας Κορίνθου. Ἔχουν σωθεῖ δέκα ἰδιαίτερα γράμματα τοῦ Καποδίστρια πρὸς τὸν Κοντάκη, στὰ ὁποῖα διακρίνεται ὁ σύνδεσμος ποὺ ὑπῆρχε μεταξύ τους. (Θάνου Βαγενᾶ «Ἀναγνώστης Κοντάκης», Ἔκδ. Περ/κοῦ «Κυνουριακὴ Ἐπιθεώρηση», Ἀθήνα, 1938, σέλ. 22-23).  Ἀναφέρεται ἐνδεικτικὰ ἐπιστολὴ τοῦ Καποδίστρια πρὸς τὸν Κοντάκη, τότε Διοικητοῦ Κορίνθου:
.                    «Ἐν Ναυπλίῳ τῇ 23 Μαΐου 1830. Ἰδιαίτερον. Ἔλαβον τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον μ’ ἐγράψατε διὰ τοῦ υἱοῦ σας καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ πάλιν σᾶς ἀποκρίνομαι. Βλέπω μὲ δυσαρέσκειάν μου ὅτι ἔχετε ἀπόφασιν ν’ ἀφήσετε τὸν τόπον τὸν ὁποῖον διοικεῖτε μὲ τρόπον τόσον ἔντιμον  πρὸς ὑμᾶς καὶ τόσον ὠφέλιμον πρὸς τὸ κοινόν. Ἐπιθυμοῦσα μεγάλως τὸ νὰ μείνετε αὐτοῦ τουλάχιστον ἕως νὰ ἴδωμεν πῶς θέλει τελειώσει ἡ μεγάλη ὑπόθεσις ἡ περὶ τῶν ὁροθεσίων. Κανένας δὲν ἤθελε ἠμπορέσει καλλίτερα ἀπὸ ὑμᾶς νὰ εὐχαριστήση τοὺς κατοίκους καὶ νὰ ἐκτελέση τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀμετάθετος ἡ ἀπόφασίς σας, εἰδοποιήσατε παρακαλῶ τὸν κύριον Ράδον, ὥστε συνεννοούμενος μαζύ σας νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς διοικήσεως τῆς ἐμπιστευθείσης εἰςὑμᾶς ἐπαρχίας. Σᾶς ἀσπάζομαι. ΥΓ. Ἐὰν ἀφήσετε τὸν τόπον σᾶς τοῦτον, εἶμαι εὔελπις ὅτι δὲν θέλετε λήψει του νὰ ἀποδεχθῆτε ἄλλην τινὰ θέσιν δημόσιον, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δείξετε πάλιν τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἱκανότητά σας. (ὑπογραφὴ) Ι.Α. Καποδίστριας» (Ἄρ. Ἐγγρ. Ἀρχ. Ι.Ε.Ε. 15.020). Μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια ὁ Κοντάκης ἔπεσε σὲ δυσμένεια, ἀλλὰ ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του δὲν ἔπαυσε νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ κοινὰ ὡς δήμαρχος, πληρεξούσιος καὶ βουλευτὴς Κυνουρίας.
.                        Τὸν Μάιο τοῦ 1994 ὁ ΕΤ δημοσίευσε ἄρθρο τοῦ ὑπογράφοντος τὸ παρὸν γιὰ τὸν Ἀναγνώστη Κοντάκη, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπλήρωσης 140 ἐτῶν ἀπὸ τὸν θάνατό του. Σὲ αὐτὸ ἐθίγετο τὸ θέμα ὅτι ὁ ἥρωας  ἔμεινε ἐπὶ τόσα χρόνια ἀφανής…Ὁ Σύλλογος Ἁγιοπετριτῶν Ἀττικῆς τότε κινητοποιήθηκε καὶ ἀφοῦ μᾶς εὐχαρίστησε γιὰ τὴν ὑπόμνηση μεταξὺ τῶν πολλῶν ποὺ ἔκαμε ἦταν καὶ ἡ σημαντικὴ ἐργασία γιὰ τὸν Κοντάκη τῆς δρος φιλολόγου κας Μαρίας Χρόνη – Βακαλοπούλου.-

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ: ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΕΝΝΑΙΑΣ ΨΥΧΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἀναστάσιος Πολυζωίδης:
Ἄνθρωπος γενναίας ψυχῆς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                 Ὁ Ἀναστάσιος Πολυζωίδης (1802-1873) χαρακτηρίστηκε «ἄνθρωπος γενναίας ψυχῆς» ἀπὸ τὸν φίλο του Γεώργιο Τερτσέτη (1800-1874). Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Τερτσέτης χαρακτήρισε ἔτσι τὸν Πολυζωίδη στὴν πανηγυρικὴ ὁμιλία, ποὺ θὰ ἐκφωνοῦσε στὴν Βουλὴ τῶνἙλλήνων γιὰ τὴν ἐπέτειο τῆς 25ης Μαρτίου, στὶς 15 Ἀπριλίου 1874. Ὅμως τὸ πρωὶ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἀπεβίωσε. Ἀναγγέλλοντας αὐθημερὸν τὸν θάνατο τοῦ Τερτσέτη στὴ Βουλὴ ὁ τότε Πρόεδρος Θρασ. Ζαΐμης εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Προπαρασκευάζων δὲ τὸν ἐτήσιον αὐτοῦ λόγον (Σημ. γρ. Ὁ Τερτσέτης μιλοῦσε κάθε χρόνο σὲ αἴθουσα τῆς  Βουλῆς  ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς 25ης Μαρτίου 1821) κατελήφθη ὑπὸ ἐγκεφαλικῆς ἀποπληξίας καὶ ἐγκατέλειψε τὸν προσωρινὸν τοῦτον βίον σήμερον τὴν πρωίαν…» (Ντίνου Κονόμου «Γεώργιος Τερτσέτης – Ἀνέκδοτα Κείμενα», Ἔκδ. Συλλόγου πρὸς Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι, 1959, σελ. 111).
.                 Ὁ Τερτσέτης στὸ κύκνειο ἄσμα του ὀνομάζει τὸν Πολυζωίδη «ἄνθρωπο γενναίας ψυχῆς». Γιατί «ἄνθρωπο» καὶ ὄχι μὲ κάποια ἀπὸ τὶς πολλὲς ἰδιότητές του; Ὁ Πολυζωίδης ἦταν νομικός, δικαστικός, πολιτικός, δημοσιογράφος, συγγραφέας. Διότι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Τερτσέτης ἐξηγεῖ, πάνω ἀπὸ ὅλες τὶς ἰδιότητες καὶ τὶς κρατικὲς θέσεις ποὺ ἀνέλαβε, ἦταν ἄνθρωπος. Ναί, ἄνθρωπος μὲ ἐλαττώματα καὶ  ἀδυναμίες, ἀλλὰ καὶ μὲ διάθεση μετανοίας καὶ μὲ πιστότητα σὲἀρχές, ποὺ δὲν ἐπηρεάζονταν ἀπὸ ταπεινὰ ἐλατήρια καὶ προκαταλήψεις.
.                  Ἡ Ἱστορία ἔχει καταγράψει ὅτι ὁ Πολυζωίδης ἔχει σημαντικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν πρόκληση πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας σὲ βάρος τοῦ κυβερνήτη Ἰωάννου Καποδίστρια, μὲ τὴνἐφημερίδα «Ἀπόλλων» ποὺ ἐξέδιδε, πρῶτα στὸ Ναύπλιο καὶ μετὰ στὴν Ὕδρα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸν πολέμησε μὲ μίσος, ἀνάξιο μορφωμένου ἀνθρώπου καὶ ἦταν λυπηρὸ ποὺ πανηγύρισε γιὰ τὴν δολοφονία του. Αὐτὰ τὰ καταγράφει ὁ Τερτσέτης, ποὺ ἦταν ὑπὲρ τοῦ Καποδίστρια καὶ τῆς προσπάθειάς του νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἐλεύθερο καὶ εὐνομούμενο κράτος καὶ ποὺ «τὸ βίαιον τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔδωσε ἀφορμὴ εἰς τὴν διχόνοια, νὰ σχηματίσῃ τὸ ἀξιοθρήνητο ἀποτέλεσμα τῆς παραδόσεως τῶν ἑλληνικῶν δικαιωμάτων εἰς τοὺς Βαυαροὺς ἐξουσιαστές». (Αὐτ. σελ. 114).   
.                 Βάζοντας ὁ Τερτσέτης στὴ ζυγαριὰ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐγκληματικὴ στάση τοῦΠολυζωίδη ἔναντι τοῦ Καποδίστρια μὲ τὴν ἡρωικὴ ποὺ τήρησε ὡς πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου στὴδίκη τῶν Θεοδώρου Κολοκοτρώνη καὶ Δημητρίου Πλαπούτα ἐκτιμᾶ ὅτι ἡ στάση του στὴ δίκη τὸνἐξιλέωσε στὰ μάτια τοῦ λαοῦ. Ἐξηγεῖ ὁ Τερτσέτης: «Μὰ τὴν ἀλήθεια, ἂν εἶχε συμβεῖ νὰ προεδρεύη τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ἄνθρωπος ναὶ μὲν νομικός, ἀλλὰ δουλικῶν φρονημάτων, ἢ κυματιζόμενος εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἢ ἄμοιρος ἀνδρείας καὶ γενναιότητος, βεβαιωθῆτε, τὸ ἄσπλαχνο σίδερο τῆς γκιλοτίνας θὰ ἄχνιζεν ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν δύο ἀθώων στρατηγῶν». (Αὐτ. σελ. 115).
.                 Στὴν τελευταία ὁμιλία τῆς ζωῆς του ὁ Τερτσέτης αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰκάνει τὸ μνημόσυνο τοῦ πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες καὶ συγκεκριμένα τὸν Ἰούλιο τοῦ 1873 ἀποθανόντος Πολυζωίδη, περιγράφοντας μὲ ἀκρίβεια καὶ γλαφυρότητα τὰ τῆς δίκης τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα. Περιγράφει τὴν ἀντίσταση ποὺ προέβαλαν οἱ δύο τους καὶ κυρίως ὁΠολυζωίδης στὴ στημένη ἀπόφαση τῶν ἄλλων τριῶν δικαστῶν καὶ στὴν πίεση ποὺ ἄσκησε ἡΒαυαρικὴ Ἀντιβασιλεία μὲ τὰ ὄργανά της (Μάσον, Σχινᾶ, Κωλέττη).
.                 Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Τερτσέτη ὅτι «οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν Ἑλλήνων δὲν εἶδαν τὸ ἀνόσιον ἁμάρτημα τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα, χάρις εἰς τὸν Πολυζωίδην… Ἡ ἁψιὰ ἀντίστασίς του, ἀντίστασις Προέδρου καὶ ὄχι ἁπλοῦ δικαστοῦ, τοῦ πρὸὀλίγων μηνῶν ἐχθροῦ θανασίμου τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα, ἀδυνάτισε τὸ κύρος τῆςἀποφάσεως τῶν τριῶν ἄλλων δικαστῶν (Σημ. γρ. Τῆς πλειοψηφίας δηλαδή), καὶ ἔδωσε λαβὴν εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν ξένων δυνάμεων νὰ ἐννοήσουν τὴν ἀθωότητα τῶν κατηγορουμένων, νὰ κάμουν παρατηρήσεις εἰς τὴν Ἀντιβασιλείαν, νὰ γράψουν εἰς τὰς αὐλάς των. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἂν ὁ Πολυζωίδης ἤθελε κλίνει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν τριῶν, ἢ ἐν σιγῇ νὰ τὴν ὑπογράψη, ὁ θάνατος τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα ἦτον ἄφευκτος». (Αὔτ. σέλ. 121).
.                 Ἡ Ἀντιβασιλεία καὶ ὁ Κωλέττης διόρισαν τὸν Πολυζωίδη Πρόεδρο τοῦΔικαστηρίου, ἔχοντας γνώση τῆς ἀντιπάθειάς του πρὸς τὸν Κολοκοτρώνη. Πίστεψαν ὅτι θὰἀκολουθοῦσε τὸ πάθος του καὶ ὄχι τὶς Ἀρχές του. Στὴ δική του δίκη, πού, κατὰ παραγγελία τῶν Μάουερ καὶ Ἔϊντεκ, ἦταν κατηγορούμενος μαζὶ μὲ τὸν Τερτσέτη γιὰ τὸ ὅτι δὲν ὑπέκυψαν στὴνἀπόφαση τῆς πλειονοψηφίας τοῦ δικαστηρίου περὶ τῆς καταδίκης εἰς θάνατον τῶν Κολοκοτρώνη καὶ Πλαπούτα, ὁ Πολυζωίδης παραδέχτηκε ὅτι ἔκλαψε ἐνώπιον τῶν τριῶν δικαστῶν καὶ ἐξήγησε: «Ἡ ἐντολὴ “οὐ φονεύσης” μ’ ἐφόβιζεν ἀπαρηγόρητα, ἐπειδὴ φόνος ἀσυγχώρητος εἶναι ὁ ἄδικοςἀποκεφαλισμὸς ἀνθρώπου. Ναί! Σχεδὸν ἐγονάτισα φιλώντας τὰ χέρια τῶν τριῶν». (Τερτσέτη Ἅπαντα, τόμ. Α΄, Ἀθήνα, 1958, σελ. 303-304). Ὅταν οἱ τρεῖς ἐπέμειναν στὴ θανατικὴ καταδίκη τῶν ἡρώων, ὁ Πολυζωίδης ὀργισμένος τοὺς εἶπε: «Μὲ τέτοια ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα οὔτε δύο γάτοι δὲν καταδικάζονται εἰς θάνατον!». Γιὰ τὴν Ἱστορία νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ Πολυζωίδης καὶ Τερτσέτης ἀθωώθηκαν στὴ δίκη τους, παρὰ τὴν σὲ βάρος τους προκατάληψη τῶν Βαυαρῶν. Ἡ ἀθωωτικὴἀπόφαση συνοδεύθηκε ἀπὸ τὶς ὑπέρ τους ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ.
.                  Ἡ οἰκογένεια τοῦ Πολυζωίδη ἦταν εὔπορη τοῦ Μελενίκου καὶ τηροῦσε τὶς Παραδόσεις τοῦ Γένους.  Ἀπὸ τοὺς κόλπους της ἀναδείχθηκε ὁ ἐκεῖ Μητροπολίτης Λεόντιος (1769-1796), ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐξελέγη Μητροπολίτης Καισαρείας. Ὁ δάσκαλος τοῦ Πολυζωίδη Χριστόφορος Φιλητᾶς, ποὺ τὸν ἐπηρέασε, ἦταν ἰατρὸς καὶ ἔγραψε τὴν πραγματεία: «Ἡ ὑπεράσπισις τῆς Γραικικῆς Ἐκκλησίας ἐσχάτως προσβληθείσης ὑπὸ Δομινίκου Τεϊξέιρα». Ὁ ἴδιος ὁ Πολυζωίδης γράφει εὐγνωμόνως γιὰ τὸν ἄλλο διδάσκαλό του στὸ Μελένικο Ἀδὰμ Ζαπέκο, ὅτι τὸν ὠφέλησε ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀπὸ καθέδρας διδασκαλία του, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος, τοῦ ἀληθοῦς Σωκρατικοῦ βίου καὶ τῆς ἐνδελεχοῦς κηρύξεως τοῦ Θείου Λόγου.
.                 Ὁ Πολυζωίδης κατηγορεῖ τοὺς Γάλλους τῆς ἐποχῆς του ὅτι χωρὶς τὸν παραμικρὸγογγυσμὸ καὶ σχεδὸν μὲ εὐχαρίστηση στερήθηκαν τὴν ἀτομική τους  ἐλευθερία καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ Τύπου ἀπὸ τοὺς ἐπαναστάτες καὶ ἀνέχθηκαν τὴν παντοδυναμία τῆς ἐξουσίας τοῦ Ναπολέοντα, «κάτι ποὺ καθιστοῦσε δυσκολότατο νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ σφετερισμοὶ καὶ οἱ καταχρήσεις». (Ἀναστασίου Πολυζωίδη «Κείμενα γιὰ τὴ Δημοκρατία 1824-1825», Ἐκδόσεις Ὀκτώ,  Ἀθήνα, 2011, σελ. 72-73).
.                 Ὁ Πολυζωίδης διαφωνοῦσε μὲ τὴν ἀθεΐα τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Στὴ«Γενικὴ Θεωρία περὶ τῶν διαφόρων Διοικητικῶν Συστημάτων καὶ ἐξαιρέτως περὶ τοῦΚοινοβουλευτικοῦ…», ποὺ ἔγραψε τὸ 1825 στὸ Μεσολόγγι, προέβαλε τὴν ἔνθεη Διακήρυξη τῆς Ἀνεξαρτησίας τῶν ΗΠΑ, τοῦ 1776, ἡ ὁποία, μεταξὺ ἄλλων,  τονίζει: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποιἐδημιουργήθησαν ἴσοι καὶ ἐπροικίσθησαν ἐπίσης ἀπὸ τὸν Δημιουργόν τοῦ παντὸς μὲ δίκαια ἀναπαλλοτρίωτα, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτα εἶναι ἡ Ζωή, ἡ Ἐλευθερία καὶ ἡ Εὐδαιμονία» (Τύποις καὶ Ἀναλώμασι Δ. Μεσθενέως, Ἐν Μεσολογγίῳ, 1825. Ἀντιγρ. Εἰς «Κείμενα γιὰ τὴ Δημοκρατία», σελ. 101).-

, ,

Σχολιάστε

ΣΑΜΟΥΕΛ ΧΑΟΥ: Ὁ φιλέλληνας φιλάνθρωπος γιατρός (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Σάμουελ Χάου:
ὁ φιλέλληνας φιλάνθρωπος γιατρὸς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                   Μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες προσωπικότητες φιλέλληνα εἶναι ὁ ἀμερικανὸς γιατρὸς Σάμουελ Χάου. Ἡ προσφορά του δὲν περιορίστηκε μόνο στοὺς Ἕλληνες μὲ τὶς ἰατρικὲς καὶ φιλανθρωπικὲς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε. Ἦταν μεγάλη καὶ στὴν Πατρίδα του, τὶς ΗΠΑ, ὅπου ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν κατάργηση τῆς δουλείας καὶ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν νέγρων. Στὸ πλαίσιο τοῦ ἀγώνα τοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ συζήτησε μὲ τὸν Πρόεδρο Λίνκολν. Ἐπίσης ἦταν ὁ δημιουργὸς στὶς ΗΠΑ τοῦ Ἱδρύματος Περκινς γιὰ τυφλοὺς καὶ κωφαλάλους, τὸ ὁποῖο σήμερα εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καὶ καλύτερα παγκοσμίως. Στὸ σχολεῖο τοῦ Ἱδρύματος φοίτησε ἡ περίφημη Ἔλεν Κέλερ καὶ ἡ δασκάλα τῆς Ἄννα Σάλιβαν ἦταν ἀπόφοιτη αὐτοῦ τοῦ σχολείου. Ὁ Ντίκενς τὸ 1842 ἐπισκέφθηκε τὸ Περκινς καὶ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴ δουλειὰ ποὺ γινόταν σὲ αὐτό. Τὶς ἄριστες ἐντυπώσεις του τὶς κατέγραψε στὸ βιβλίο – ἡμερολόγιο τοῦ «American Notes».
.                Αὐτὸς ὁ ἐξαίρετος ἄνθρωπος καὶ ἐπιστήμονας ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία της. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1825 ἔγραψε, στὸν ἐπιστήθιο φίλο του William S. Sampson, στὶς ΗΠΑ: «Εἶμαι στὴν Ἑλλάδα. Συμβάλλω κατ’ ἐλάχιστον στὴν ὑπόθεση τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Ἀνθρωπότητας. Εἶμαι ἀνεξάρτητος καί, ὅσο εἶναι δυνατὸ γιὰ μένα, εἶμαι εὐτυχισμένος». (Σάμουελ Χάου «Ἡμερολόγιο ἀπὸ τὸν Ἀγώνα 1825-1829», Βιβλιοπωλεῖο Νότη Καραβία, Ἀθήνα, 1971, σελ. θ΄»).  Ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀφοσίωσή του στὴν θεραπεία τῶν ἀγωνιστῶν γράφει: «Εἶμαι τόσο ἀπορροφημένος ἀπὸ τοὺς τραυματίες, ὥστε οἱ ἡμέρες πετοῦν σὰν τὸν ἄνεμο καὶ μόλις μοῦ ἀφήνουν μία στιγμὴ νὰ σκεφτῶ…». (Αὐτ. σελ. ιη΄).
.              Ὅταν ἦρθε ὁ Χάου στὴν Ἑλλάδα, τὸν παρέλαβε ἡ φράξια Μαυροκορδάτου καὶ εἶχε μονομερῆ καὶ στρεβλὴ εἰκόνα τῶν ὅσων συνέβαιναν καὶ γιὰ τὶς προσωπικότητες τοῦ Ἀγώνα. Ἔτσι τὸν Μαυροκορδάτο τὸν θεωρεῖ ὡς  «τὸν ἰκανότερο υἱὸ τῆς Ἑλλάδας καὶ τὸ ἰσχυρότερο στήριγμά της…». (Αὐτ. μα΄). Ἐπίσης εἶχε ἀρίστη ἰδέα γιὰ τὸν Μάσον, τὸν ἐμπαθῆ ἀλαζόνα καὶ ἕως θανάτου διώκτη τοῦ Κολοκοτρώνη, γιὰ τὸν ὁποῖο, φυσικά, ὁ Χάου  δὲν εἶχε καλὴ ἰδέα…
.                  Τοὺς φιλέλληνες ὁ Χάου τοὺς χωρίζει σὲ δύο κατηγορίες. Στὴν πρώτη βάζει ἐκείνους ποὺ «πλάκωσαν στὴν Ἑλλάδα κοπαδιαστὰ μὲ τὴν προσδοκία νὰ δρέψουν δάφνες καὶ δολάρια, ἀλλὰ ὅταν παρουσιάστηκαν τὰ πρῶτα ἀγκάθια…. σιχάθηκαν τὴν Ἑλλάδα καὶ μαζὶ καὶ τοὺς Ἕλληνες… Πῆγαν σπίτια τους καὶ ἔδωσαν διέξοδο στὴν κακεντρέχειά τους συκοφαντώντας την». Στὴ δεύτερη κατηγορία κατατάσσει ὅσους πλήρωσαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴ συμμετοχή τους στὸν Ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων. Μεταξὺ αὐτῶν ὀνομάζει τοὺς Βύρωνα, λόρδο Μάρεϊ, στρατηγὸ Νόρμαν «καὶ  ἄλλους γενναίους Γερμανοὺς καὶ Πολωνούς». Ἰδιαιτέρως μνημονεύει τὸν Ἰταλὸ κόμη Σανταρόζα, τὴ μεγάλη αὐτὴ στρατιωτικὴ προσωπικότητα, ποὺ ὡς ἁπλὸς ἀγωνιστὴς σκοτώθηκε στὴ μάχη τῆς Σφακτηρίας.
.             Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἔγραψε διάφορα, πολλὲς φορὲς ἀλληλοσυγκρουόμενα. Ὅμως τὸ καταστάλαγμά του εἶναι ἕνας ὕμνος γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ μία καταγγελία σὲ βάρος ἐκείνων – Ἑλλήνων καὶ ξένων – οἱ ὁποῖοι «ἔζησαν στὴν Εὐρώπη καὶ ἀπέκτησαν καὶ τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐλαττώματα». Γράφει ὅτι οἱ συκοφαντοῦντες τοὺς Ἕλληνες, «δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τους ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τετρακόσια ἔτη διετέλει ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ φρικτοτέρου δεσποτισμοῦ, ἀπανθρωποτέρου τῆς δουλεμπορίας ἀκόμη καὶ τῶν Ἰνδιάνων. Ἐγὼ τολμῶ νὰ εἴπω ἄνευ φόβου διαψεύσεως, ὅτι ὁ νεώτερος Ἕλλην, παρ’ ὅλην τὴν καταθλιπτικὴν δουλείαν του, εἶναι πλέον ἐναρέτου καὶ εὐχαρίστου χαρακτῆρος ἢ ὁ Σικελός, ὁ Ἰταλός, ὁ Ἰσπανὸς καὶ ὁ Ρῶσος. Εἶναι ἐξυπνότερος, δραστηριώτερος, μὲ μεγαλυτέραν ἰδιοφυίαν, ὡς ὁ κάτοικος πάσης εὐρωπαϊκῆς χώρας». (Αὐτ. σελ. 119).
.               Ὁ Χάου ἦταν γόνος πολὺ πλούσιας οἰκογένειας τῶν ΗΠΑ. Ὁ πατέρας του ἦταν πλοικτήτης καὶ βιομήχανος. Ὅμως φόρεσε τὴ φουστανέλα καὶ συμμετέχοντας στὶς ἐκστρατεῖες καὶ στὶς μάχες ὡς γιατρὸς προσαρμόστηκε στὶς ἐξαιρετικὰ δύσκολες συνθῆκες, τὶς ὁποῖες καὶ περιγράφει στὸ Ἡμερολόγιό του: «Ὁ Ἕλλην στρατιώτης εἶναι νοήμων, δραστήριος, σκληραγωγημένος καὶ λιτοδίαιτος. Ὁδεύει ἢ μᾶλλον σκιστὰ ἐπὶ τῶν βράχων, ἀρκούμενος εἰς μίαν γαλέταν, εἰς ὀλίγας ἐλαίας ἢ ὠμὸν κρεμμύδι. Τὴ νύκτα κατακλίνεται εὐχαριστημένος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ὡς προσκεφάλαιον ἔχων ὁμαλόν τινα λίθον καὶ ὡς κάλυμμα τὴν καπόταν, ποὺ φέρει μαζί του χειμώνα καλοκαίρι…Οἱ Ἕλληνες στρατιῶται δὲν εἶχον σκευὰς καὶ 0ησαν ἀπηλλαγμένοι ἀποσκευῶν… Ἡ φουστανέλα του εἶναι τὸ μανδήλιό του, τὸ τραπεζομάντηλό του καὶ ἡ πετσέτα του..» (Αὐτ. σελ. 11-12).
.               Ἀπευθυνόμενος στοὺς καλοζωισμένους ἀμερικανοὺς φίλους του ὁ Χάου γράφει γιὰ τὴν προσωπική του ἐμπειρία: «Εἶμαι βέβαιος ὅτι ποτὲ δὲν ἐδοκιμάσατε τὸ πραγματικὸν συναίσθημα τῆς διαβρωτικῆς πείνης. Σεῖς γνωρίζετε μόνον τί θὰ πῆ καλὴ ὄρεξις. Ἐπέρασα ὁλοκλήρους μήνας μὲ σαλιγκάρια τοῦ βουνοῦ μόνον καὶ μὲ ψημένα ἔντομα, ἑβδομάδας χωρὶς ψωμὶ καὶ ἡμέρας χωρὶς μπουκιὰ εἰς τὸ στόμα…» (Αὐτ. σελ. 12).
.              Πέρα ἀπὸ τὸ ἐπιστημονικὸ καὶ φιλελληνικό του ἔργο ὁ Χάου προσέφερε καὶ κοινωνικὸ ἔργο στὴν Ἑλλάδα. Ἑλληνόπουλα προσφυγόπουλα καὶ ὀρφανά, περίπου σαράντα, ποὺ τὰ περισσότερα  ζοῦσαν στὸ ὀρφανοτροφεῖο τῆς Αἴγινας καὶ ὅλα εἶχαν ἔφεση νὰ σπουδάσουν ὁ Χάου τὰ πῆρε μαζί του στὶς ΗΠΑ. Τὰ περισσότερα  ἀποκαταστάθηκαν καλά, παντρεύτηκαν ἀμερικανίδες, ἀλλὰ χάθηκαν γιὰ τὸν Ἑλληνισμό.
.              Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση τοῦ Ἰωάννη Σελιβέργου Ζάχου (1820-1898). Ἀναδείχθηκε στὶς ΗΠΑ πολύπλευρη καὶ ἀξιόλογη προσωπικότητα. Καταγράφεται ὡς «ἰατρός, λόγιος, πανεπιστημιακός, ἐφευρέτης, θρησκευτικὸς ρήτορας…». Ἀγωνίστηκε γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν νέγρων καὶ τῶν γυναικῶν. Ὅμως ξέχασε τὴν Ἑλλάδα. Ἐγκατέλειψε τὴν Ὀρθοδοξία, ἔγινε «πάστορας» τῆς Σέχτας τοῦ Ἀντιτριαδιτισμοῦ (Unitarianism). Πιθανὸν ἐπειδή, ὅταν ἦταν 4 ἐτῶν, ὁ Κωνσταντινουπολίτης πατέρας του σκοτώθηκε σὲ μάχη κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ ἡ μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, τὸν ἄφησε νὰ φύγει στὶς ΗΠΑ μὲ τὸν Χάου καὶ κάποια στιγμή, ὅταν ἦταν μόλις 13 ἐτῶν, σταμάτησε νὰ τὸν ἐνισχύει οἰκονομικά…
.              Κάπως διαφορετικὴ ἡ περίπτωση τοῦ Χριστόφορου Καστάνη (1814-1866), ποὺ καὶ αὐτὸν πῆρε ὁ Χάου στὶς ΗΠΑ, γιὰ νὰ σπουδάσει. Ἦταν ἀπὸ τὴ Χίο καὶ κατὰ τὴν καταστροφή της ἔχασε καὶ τοὺς δύο γονεῖς του. Ὁ ἴδιος γλύτωσε καὶ ἔφτασε στὸ Ναύπλιο κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο. Εὐρισκόμενος στὴν Ἀμερικὴ ἔγινε πανεπιστημιακὸς καὶ συγγραφέας. Περιέγραψε τὶς περιπέτειές του σὲ δύο βιβλία, ποὺ κυκλοφορήθηκαν τὸ 1851 καὶ ἔγιναν μπεστ σέλερς. Σὲ αὐτὰ ἀναφέρει εὐφήμως τοὺς Χάου καὶ Ζάχο. Παντρεύτηκε ἀμερικανίδα καὶ ἀπεβίωσε στὰ 52 του χρόνια, χωρὶς νὰ προσφέρει κάτι στὸν Ἑλληνισμὸ τῶν ΗΠΑ. Μία τρίτη περίπτωση εἶναι τοῦ Μιχαὴλ Ἀνάγνου (Ἀναγνωστόπουλου, 1837-1906). Σπούδασε στὴν Ἑλλάδα καὶ ἔμαθε καλὰ ξένες γλῶσσες. Γνωρίστηκε μὲ τὸν Χάου, ποὺ τὸν προσέλαβε γραμματέα του καὶ τὸν πῆρε μαζί του στὶς ΗΠΑ. Τὸν ἔκανε ἀναπληρωτή του στὸ Ἵδρυμα Πέρκινς γιὰ τοὺς τυφλούς, παντρεύτηκε τὴν κόρη του καὶ ἀνέλαβε τὸ Ἵδρυμα μετὰ τὸν θάνατό του.-

, ,

Σχολιάστε