Ἄρθρα σημειωμένα ὡς 1821

«ΚΙΒΩΤΟΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) [Νέα ἔκδοση]

Ι

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟ 1822. (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα τὸ 1822

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Τελειώνοντας τὸ ἐπετειακὸ ἔτος τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Παλιγγενεσία ἂς θυμηθοῦμε πῶς πέρασαν οἱ Ἕλληνες στὸ πολιορκημένο Μεσολόγγι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822. Εἶναι ἕνα καλὸπαράδειγμα γιὰ τοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγούς μας. Τὴ σχετικὴ ἱστορία διηγεῖται πανέμορφα ἡ Πηνελόπη Δέλτα. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1822 εἶχε ἀρχίσει ἡ πρώτη πολιορκία του. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων Ὀμὲρ Βρυώνης μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πασάδες ἀποφάσισαν νὰ ἐπιτεθοῦν τὰ ξημερώματα τῶν Χριστουγέννων, ξέροντας ὅτι ἐκεῖνες τὶςὧρες οἱ Ἕλληνες εἶναι ὅλοι στὶς ἐκκλησιὲς καὶ θὰ ἦταν οὐσιαστικὰ ἀφύλακτη ἡ πόλη.
.           Στὴ δούλεψη τοῦ Βρυώνη ἦταν ὁ Γιάννης Γούναρης, αἰχμάλωτός του μαζὶ μὲ τὴ σύζυγο καὶ τὰ παιδιά του. Τὴν προπαραμονὴ τῆς μεγάλης χριστιανικῆς γιορτῆς, ποὺ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση γιὰτὴν ἐπίθεση, ὁ Γιάννης προσφέροντας τοὺς καφέδες ἄκουσε τὸ σχέδιο τοῦ τούρκου πασᾶ καὶ χωρὶς νὰ διστάσει ἀγνόησε τὴν τύχη τὴ δική του καὶ τῆς οἰκογένειάς του καὶ ἀποδράσας ἔτρεξε ὡς νέος Φειδιππίδης* στὸ Μεσολόγγι. Ἔφτασε παραμονὴ Χριστουγέννων στὸ σούρουπο, ἀποκάλυψε τὸσχέδιο τῶν Τούρκων, οἱ ἀρχηγοὶ τὸν πίστεψαν καὶ κινητοποιήθηκαν ἀμέσως.
.           Τὴν ἴδια ὥρα, διηγεῖται ἡ Πηνελόπη Δέλτα, ὁ Ρωγῶν Ἰωσὴφ «μάζεψε τοὺς παπάδες καὶδιέταξε νὰ κλείσουν ὅλες οἱ ἐκκλησίες καὶ νὰ εἰδοποιηθοῦν τὰ ποίμνια πὼς λειτουργία χριστουγεννιάτικη δὲ θὰ γίνει, παρὰ θὰ ἀγρυπνήσουν οἱ χριστιανοὶ ὅλοι στοὺς τοίχους ἀπάνω… Πράγματι οἱ ἐκκλησίες ἔμειναν κλειστές, τὰ κεράκια σβηστά. Ἀπάνω στὰ ὀχυρώματα οἱ παπάδες ψιθυριστὰ ἐγκαρδίωναν καὶ εὐλογοῦσαν τοὺς ἄντρες καὶ σιωπηλὰ τοὺς ἔδιναν τὴν εὐχή τους. Ἔξαφνα, στὴ νυχτερινὴ σιωπή, ὅλα μαζὶ τὰ σήμαντρα σήμαναν τὴ λειτουργία. Καὶ τότε ἄρχισε τὸπανηγύρι».
.           Οἱ Ὀθωμανοὶ ὁρμᾶνε νομίζοντας ὅτι θὰ κάνουν περίπατο, ἀλλὰ τὰ παλικάρια ἀγρυπνοῦσαν. Σὰν τοῖχο ζωντανὸ προβάλλουν τὰ στήθη τους στὸ ἀνθρώπινο κύμα ποὺ ἀνεβαίνει μὲ λύσσα, σιωπηλά, ἁρπάζουν τοὺς ξαφνιασμένους Τούρκους, τοὺς σηκώνουν ἀπὸ τὸ χῶμα, τοὺς γκρεμίζουν στὸ χαντάκι… Τρεῖς ὧρες βάστηξε τὸ πανδαιμόνιο. Κουρασμένοι, πατώντας στὰ πτώματα ἀποτραβιοῦνται οἱ Τοῦρκοι. Δεκατισμένοι, νικημένοι, ἀποθαρρυμένοι, ὑποχωροῦν καὶ φεύγουν…Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων εἶχε γίνει, ἀλλὰ μὲ μπαρούτι καὶ μὲ αἷμα. Ἔτσι ἑόρτασε τὸ Μεσολόγγι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822.
.           Ἡ Πηνελόπη Δέλτα γράφει καὶ γιὰ τὸ τί ἀπέγινε ὁ ἀφανὴς ἥρωας Γιάννης Γούναρης. Στὴν Κλεισούρα, στὸ δρόμο Μεσολογγίου – Ἀγρινίου ὑπάρχει ἕνα ἐρημοκλήσι, τῆς Παναγίας τῆς Ἐλεούσας. Ἐκεῖ ἔζησε ὡς μοναχός, ἀποτραβηγμένος ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, ἄγνωστος στοὺς περαστικοὺς καὶ μνημονεύοντας τὴ δολοφονημένη ἀπὸ τὸν Βρυώνη γυναίκα του καὶ τὰ σφαγμένα ἀγγελούδια του. Καὶ τελειώνει ἔτσι τὴν ἱστορία ἡ φιλόπατρις συγγραφέας: «Δάκρυα ποτὲ δὲν εἶδε κανεὶς στὰ μάτια του. Τὰ εἶχε χύσει ὅλα σὰν ἔμαθε τὴν ἐκδίκηση τοῦ ἀφέντη του, πού, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς τοῦ δούλου του, εἶχε πληρώσει τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Μεσολογγιοῦ».-

  • – – – – – –

*Ἡμεροδρόμος Ἀθηναῖος. Γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια τῶν Σπαρτιατῶν ἐν ὄψει τῆς περσικῆςἐπίθεσης διέτρεξε τὴν ἀπόσταση Ἀθηνῶν – Σπάρτης σὲ δύο ἡμέρες.

, , ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Ὁ ποιητὴς τοῦ 20οῦ αἰώνα γιὰ τὸ 1821 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ὁ ποιητὴς τοῦ 20οῦ αἰώνα γιὰ τὸ 1821

τοῦ Γιώργου Παπαθανασόπουλου

.                  Μὲ τὸ παρὸν ἀφιέρωμα στὸν σημαντικὸ ποιητὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα Νικηφόρο Βρεττάκο (1912-1991) συμπληρώνεται ἡ σειρὰ τῶν κειμένων γιὰ τὰ 200 χρόνια ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Τὴν ἀρχίσαμε στὶς 14 Μαρτίου τοῦ 2020, μὲ τὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ ἀκολούθησαν τὰ κείμενα γιὰ ἑβδομήντα, στρατιωτικοὺς ἥρωες, δασκάλους τοῦ Γένους, ἱστορικούς, λογοτέχνες, φιλέλληνες, εὐεργέτες, ἱερομάρτυρες, ἐθνομάρτυρες, πολιτικούς. Ἄλλοι βοήθησαν στὴν προετοιμασία τῆς Ἐπανάστασης, ἄλλοι στὴν ἐξέγερση καὶ ἀπελευθέρωσή μας, ἄλλοι στὴν ἐμπέδωση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἄλλοι στὴν περιγραφὴ τῶν γεγονότων καὶ ἄλλοι στὴν συνέχεια τοῦ Ἔθ
ους.
.                  Στὴν ἔρευνά μου γιὰ τὸν Νικηφόρο Βρεττάκο εἶχα τὴν εὐλογία νὰ μοῦ δωρίσουν δύο ὀλιγοσέλιδα ἔντυπά του, μεγάλης ἀξίας, κατὰ τὴν ἄποψή μου. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ λόγος του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ἐπίσημη ὑποδοχή του ὡς μέλους της, στὶς 9 Φεβρουαρίου 1988 καὶ τὸ ἄλλο ὁ λόγος, ποὺ ἐκφώνησε στὶς γιορτὲς τῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου, στὶς 17 Ἀπριλίου 1989.
.                  Στὴν παρθενική του ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν διερωτήθηκε γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ σύγχρονού του Ἕλληνα: «Νὰ εἰπῶ ὅτι ἡ ἠθική μας ἀντίσταση ἔχει καταθέσει τὰ ὅπλα καὶ ὅτι κινδυνεύουμε νὰ καταποντιστοῦμε μέσα στὴν εὐρωπαϊκὴ χοάνη, ποὺ αὔριο θὰ ἀρχίσει νὰ ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τὰ ἐδῶ; Νὰ εἰπῶ ὅτι ἀρχίσαμε νὰ κατεδαφίζουμε τὴ γλῶσσα μας καὶ ὅτι αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ κατεδάφιση τοῦ ἴδιου τοῦ ἔθνους μας;…».
.                  Καὶ ἀπαντᾶ στὸ ρητορικὸ ἐρώτημά του μὲ μία διαπίστωση: «Παρὰ τὴν καταβολὴ μεγάλου τιμήματος, σὲ διαδοχικοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες, κατορθώσαμε νὰ κερδίσουμε τὸ ἐλάχιστο καὶ νὰ χάσουμε τὸ μέγιστο. Νὰ γίνουμε δηλαδὴ ἕνα κρατίδιο καὶ νὰ χάσουμε τὸν ψυχισμό μας, ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴ δημιουργία ἑνὸς πραγματικοῦ ἔθνους. Περνᾶμε κρίσιμες ὧρες κι αὐτὸ τὸ κρατίδιο χρειάζεται τώρα μία καινούργια ἀπελευθέρωση….Κι αὐτὸς εἶναι λόγος περισσότερος, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ συνέλθουμε ἐμεῖς, σὰν φυσικοὶ κληρονόμοι ποὺ εἴμαστε καὶ νὰ σκεφτοῦμε τί θὰ κάνουμε. Πῶς θὰ ἀνασυνθέσουμε τὴ φθαρμένη ἑλληνική μας ταυτότητα. ΟΛΟΙ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΜΕ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ (Σημ.: Τὰ κεφαλαῖα τοῦ γράφοντος). Τὸ νὰ γεννηθεῖ κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, εἶναι εὐλογία. Τὸ νὰ γεννηθεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο εἶναι διπλὴ εὐλογία. Ἀλλὰ διπλὸ καὶ τὸ χρέος… Ἐθνικοὶ λόγοι, ἀνθρώπινοι λόγοι, θεῖοι λόγοι, ἐπιβάλλουν νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὴν διαρκῶς συρρικνούμενη γλῶσσα μας ἡ λέξη ΧΡΕΟΣ, μὲ τὴν ἠθικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ποὺ τὴν ἐγγραφή της ἐπιχειρῶ ἀπόψε εἰς θέαν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας…». Στὸν ἴδιο λόγο του ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος τονίζει: «Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λαός μας κάτω ἀπὸ τὸν βυζαντινὸ σχολαστικὸ λογιοτατισμὸ διαμόρφωσε τὴ ζωντανή μας γλῶσσα καὶ σὲ μία κορυφαία του ἔξαρση μὲ μέσο τὸν ἐντεταλμένο τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος Διγενῆ, ἀρνήθηκε τὸ δικαίωμα τοῦ χάρου πάνω στὴν ἑλληνικὴ λεβεντιά. Καὶ δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἔκρηξη τοῦ 1821 ποὺ ἐκσφενδόνισε στὸ ἴδιο παράλληλο ὕψος ἀπὸ τὴ μία τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Καραϊσκάκη κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Κάλβο. Οὔτε τὸ ὅτι ἀγράμματοι ἄνθρωποι συντάξανε, σὲ ὕφος κλασικὸ στὴν ἰδιομορφία του, τὶς ἐθνικές τους διαθῆκες, ὅπως ὁ Μακρυγιάννης. Καὶ νομίζω πὼς δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ ἂν ἔλεγα πὼς ὁ λόγος τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, ἔχει τὸ ἦθος, τὴ λιτότητα καὶ τὴν περιεκτικότητα ποὺ βρίσκουμε στὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ».
.                  Στὴν ὁμιλία του στὸ Μεσολόγγι ὁ Βρεττάκος περιγράφει τὴν ἄρνηση τῶν κραταιῶν τῆς Εὐρώπης στὸ Συνέδριο, ποὺ θὰ γινόταν στὴ Βερόνα τὸ 1822, νὰ βοηθήσουν τοὺς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες, σημειώνοντας τὴ γραφὴ τοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ: «Οἱ ἡγεμόνες μᾶς ἐγκαταλείπουσι καὶ εἰς ἡμᾶς μόνον ἔχομεν νὰ ἐλπίζομεν». Καὶ σχολιάζει ὁ Βρεττάκος: «Ὁ ἐχθρὸς λοιπὸν δὲν ἦταν μόνον αὐτὸς ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ Ἕλληνες μαχόμενοι ἀπὸ τὸ ἕνα βουνὸ στὸ ἄλλο. Ἦταν καὶ ὁ ἐπιλήσμων κόσμος τῆς Εὐρώπης, ποὺ εἶχε διαγράψει ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό του τὴ λέξη Δικαιοσύνη καὶ τὴ λέξη Ἀρετή… Ὁ Χριστιανισμὸς τῶν Ἡγεμόνων τῆς Εὐρώπης ἦταν ἁπλῶς μία μάσκα. Ἕνας τούρκικος φερετζές… Εἶναι ἐνδεικτικὸ πὼς ὅταν ἔπεσε τὸ Μεσολόγγι, ὁ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας στὴν Πάτρα Φίλιππος Γκρὶν ἔτρεξε νὰ δώσει τὰ συγχαρητήριά του στὸν Κιουταχὴ καὶ στὸν Ἰμπραήμ».
.                  Ὁ Βρεττάκος ἀφοῦ περιγράφει τὸν ἡρωισμὸ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Μεσολογγίου τονίζει: «Καλὸ θὰ ἦταν λοιπὸν σήμερα ἀντὶ νὰ γυρίζουμε σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ σκυλεύουμε τοὺς νεκροὺς γιὰ πολιτικοὺς λόγους, οἱ πολιτικοί μας ἀρχηγοὶ σὲ κάθε ἐπέτειο τοῦ Μεσολογγίου νὰ ἔρχονται ἐδῶ… Νὰ ἁπλώνουν τὸ χέρι τους καὶ νὰ ὁρκίζονται πάνω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα, ἐνθυμούμενοι τοὺς πολιορκημένους, ποὺ νεκροὶ σχεδὸν ἀπὸ τὴν πείνα, βάδιζαν πρὸς τὴν Ἔξοδο, ὡς νὰ εἶχαν ἀγγελοποιηθεῖ καὶ νὰ μὴν πατοῦσαν στὸ χῶμα». Ὁ Βρεττάκος καταλήγει τὴν ὁμιλία του σημειώνοντας: «Πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε πὼς οἱ ἠθικές μας ἀντιστάσεις μειώνονται μέρα μὲ τὴ μέρα καὶ ζοῦμε κρίσιμους καιρούς. Καὶ ὅταν ἕνα Ἔθνος πεθαίνει μέσα στὶς ψυχὲς τῶν πολιτῶν του, ὁ θάνατός του δὲν εἶναι ἔπειτα παρὰ θέμα τυπικῆς διαδικασίας. Καὶ ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὸ τοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ: Εἰς ἡμᾶς μόνον ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν».
.                  Ἕνα ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς ἐθνοκτόνου νόσου, ἀπὸ τὴν ὁποία πάσχουν οἱ Ἕλληνες ἐθνομηδενιστές, εἶναι ὅτι μετατρέπουν τοὺς μύθους σὲ εἰκονικὲς πραγματικότητες καὶ τὰ ἀληθῆ γεγονότα σὲ μύθους. Μία τέτοια πραγματικότητα εἶναι τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ. Γράφει ὁ Βρεττάκος: «Ἦταν τὰ “Κρυφὰ Σχολειά”, ὅπου μέσα τους, “χιονισμένο, βρεγμένο” συνάζονταν ὅλο τὸ Ἔθνος. Καὶ τὸ κιτρινισμένο ράσο τοῦ παπᾶ, τὸ ὑφασμένο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, μύριζε σμύρνα ἀπὸ κείνη ποὺ οἱ μάγοι ὁδοιποροῦντες ἐπῆγαν καὶ φιλέψανε τὸν Ἰησοῦ…. Μία σταγόνα ἡλίου καθισμένη ἀπάνω σ’ ἕνα κερὶ ἐθαμπόφεγγε γύρω του, πότε τὰ μάτια, πότε τὸ μέτωπο, πότε τὰ μάγουλα τῶν παιδιῶν, ποὺ κάθονταν στὸ μισοσκόταδο. Κι ὅπως πάντοτε, ὅλοι τους, ἦταν, πάλι, παρόντες: ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Ἀχιλλέας, ὁ Ὀδυσσέας καὶ ὁ Κυναίγειρος. Ἀνασκούμπωνε ὁ Πλάτων τὸ ράσο καὶ τοὺς ἔδειχνε μὲ τὸ δάχτυλο τὴ φωνή τους στὸ συναξάριο. Κι ἐκεῖνα τὴν ἄκουγαν, καθὼς μουρμούριζαν ὅλα μαζὶ τὴν πανάρχαιη Ἀλφαβήτα, ποὺ ἡ ἁδρή της συρμὴ ἦταν τὸ μακρύτερο ζῶν ὕδωρ τοῦ κόσμου».
.                  Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ 1991, τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὸ καταφύγιο τοῦ Ταϋγέτου ὁ Νικ. Βρεττάκος διάβασε ὁ ἴδιος τὸν Ἐπίλογο αὐτοῦ τοῦ συγκλονιστικοῦ ποιήματός του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν ἀγαπημένη του Πλούμιτσα.

, , ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ 1821

Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος:
Ἐκκλησία καὶ Ἐπανάσταση τοῦ 1821

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                  Μεταξὺ τῶν κληρικῶν ποὺ στὶς ἡμέρες ἀγωνίστηκαν νὰ συνεχιστοῦν τὰ ἰδανικὰ καὶ οἱἀξίες τῶν ἡρώων τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 εἶναι ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν νεομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ καὶ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς ποὺ διατήρησαν τὴν ταυτότητα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τεσσάρων αἰώνων τυραννίας ἀπὸ τὸν ἀλλόθρησκο κατακτητὴ καὶ συνέβαλαν ἀποφασιστικὰ στὴν εὐόδωση τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἐθνεγερσίας.
.                  Γιὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν σπουδαῖο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μελέτιο Πηγᾶ.  Ἀπὸ τὴν Ἐθνεγερσία  ἐμπνεόταν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀγωνιστὲς καὶἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Μακρυγιάννη. Συνήθιζε νὰ λέγει τὸν λόγο τοῦ Μακρυγιάννη: «Πίστη καὶ Πατρίδα μου εἶναι τὸ πολυτίμητο τζιβαϊρικό, ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πατέρες μας, ἕνα δίδυμο ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως» (Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χριστοδούλου «Ἀπὸ χῶμα καὶ οὐρανό», ἐκδ. “Καστανιώτη”, Ἀθήνα 1999, σελ. 151).
.                  Τὸ 2001, γιὰ τὰ 180 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπισκέφθηκε πολλὲς ἐνορίες τῶν Ἀθηνῶν καὶ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ παντοῦ καὶ πάντα μιλοῦσε γιὰ τὶς παρακαταθῆκες, ποὺ μᾶς ἄφησαν οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ 1821. Ἄρχισε τὶς ὁμιλίες του ἐκεῖνες ἀπὸ τὸ ἡρωικὸ νησὶ τοῦ Κανάρη, τὰ Ψαρά. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 2001 μετέβη στὰΚαλάβρυτα, ὅπου μιλώντας στοὺς ἀπογόνους τῶν ἡρώων του 1821 ἔθεσε τὸ ἐρώτημα «πῶς φτάσαμε στὸ σημεῖο καὶ ἡ λαχτάρα γιὰ τὴν Πατρίδα ἀντιμετωπίζεται σὰν ἀρρώστια, σὰν ψώρα, ποὺκάθε σύγχρονος ἄνθρωπος πρέπει νὰ μείνει μακριά της;»
.              Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἐπισήμανε ὅτι πολλὲς φορὲς λαὸς καὶ ἡγεσία «δὲν εἴχαμε τὴ φρόνηση νὰ δοῦμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἐθνικισμὸ καὶ στὸν πατριωτισμό, δὲν μπορέσαμε πάντοτε νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ ἕνας εἶναι πολιτικὴ ἀντίληψη, ἐνῶ ὁ ἄλλος εἶναι ἡ φωνὴτοῦ Γένους. Δὲν εἴχαμε τὸ καθαρὸ μάτι νὰ δοῦμε ὅτι οἱ πρόγονοί μας, αὐτοὶ ποὺ σήκωσαν τὰ ὄπλα στὰ Καλάβρυτα, στὴ Μάνη, στὰ Ψαρά, στὸ Μεσολόγγι καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑποκινοῦνταν ἀπὸ μίαν ἰδεολογία, ἀλλὰ κατευθύνονταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὴν πατρίδα. Ἤθελαν λευτεριὰ καὶ ἡ λευτεριὰ δὲν εἶναι ἰδεολογία, εἶναι ἀνάσα… Γιὰ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὴν πίστη καὶ τὸν πατριωτισμὸ τῶν προγόνων μας καὶ τὸν δικό μας, στὴν ἱερὴ κιβωτὸ τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι μία πύρινη ρομφαία ποὺ τὴν πῆραν στὰ ἄξια χέρια τους οἱ ἑπόμενοι γενναῖοι μάρτυρες, ὁ Τέλος Ἄγρας, ὁ Παῦλος Μελὰς καὶ οἱ ἄλλοι ἥρωες τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα, ποὺ τὴν κράτησαν οἱ γονεῖς μας στὴν Πίνδο, στὰ Καλάβρυτα, στὸ Δίστομο καὶ ἀλλοῦ, εἶναι λιβάνι ποὺ καίει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ Γένους καὶ ὄχι τσιγάρο στὰ χέρια περιστασιακῶν ἰδεολογιῶν». (Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου «Τὸ πνεῦμα μὴ σβέννυτε», ἐκδ. “Γρηγόρη”, Ἀθήνα 2003, σελ. 123-125).
.                  Γιὰ τὸν Μοναχισμὸ καὶ γιὰ τὶς ἀναφερθεῖσες μεγάλες προσωπικότητες τοῦ Ἑλληνισμοῦὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἔγραψε ἐμπεριστατωμένη μελέτη, ποὺ ἀποτελεῖ ἱερὴ παρακαταθήκη στὴν παροῦσα καὶ στὶς ἐπερχόμενες γενιὲς τῶν Ἑλλήνων. Σὲ αὐτὴν σημειώνει ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453 σκοτεινοὺς ὅσο καὶ τυραννικοὺς γιὰ τοὺς Ἕλληνες αἰῶνες ἡσωστικὴ γιὰ τὸ Γένος προσφορὰ τῶν Μονῶν ἦταν στὴ στοιχειώδη Παιδεία. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σημειώνει αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος ὅσιος Εὐγένιος Γιαννούλης ὁΑἰτωλὸς τὸ 1665, ὅτι στὴν περιοχή του «ἐξέλιπε πρὸ πολλῶν ἤδη χρόνων ἅπαν καλόν… καὶ ἡ τῶν πεζῶν γραμμάτων γνῶσις» καὶ ὁ ἴδιος ἀγωνίστηκε νὰ δημιουργήσει σχολεῖα σὲ μοναστήρια καὶ ἀλλοῦ. Τότε ἦταν ποὺ οἱ Μονὲς κοντὰ στὴν προσφορὰ τῆς λειτουργικῆς ἀγκαλιᾶς προσφέρουν καὶτὴν ἐκπαιδευτικὴ ὑπηρεσία στὸ ἀδίκως δυσφημισμένο «Κρυφὸ Σχολειό», καί, ὅπως γράφει ὁἈρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, «σμιλεύουν στὶς ψυχὲς τῶν ἑλληνοπαίδων τὴν γλυκείαν ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς τοῦ Γένους ἀναστάσεως». (Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη  «Ἡ συμβολὴ τῶν μετὰ τὴν ἅλωσιν Μονῶν καὶ μοναχῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Παλιγγενεσίαν», Ἀνάτυπον ἐκ τοῦπεριοδικοῦ «Θεολογία», Ἀθῆναι, 1971, σελ. 15).
.                  Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σημειώνει στὴ μελέτη του ὅτι οἱ Μονὲς κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ1821 «κατέστησαν ἐπαναστατικὰ κέντρα καὶ ὁρμητήρια καὶ δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ λάβαρόν Της ὑψώθη εἰς τὸν μοναστηριακὸν χῶρον τῆς Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων ὑπὸ τοῦ Παλ. Πατρῶν Γερμανοῦ…». Στὴ συνέχεια ἀναφέρει ὅλες τὶς Μονὲς καὶ τὴν προσφορά τους, τόσο σὲ χρήματα, ἀφοῦ διέθεσαν στὸν Ἀγώνα ὅλα τὰ τιμαλφῆ, ποὺ τὶς εἶχαν ἀφιερώσει οἱ πιστοί, ὅσο καὶσὲ μοναχούς, ποὺ πρωτοστάτησαν στὴν Ἐπανάσταση καὶ πολλοὶ ἐσφάγησαν ἀπὸ τὸν βάρβαρο δυνάστη. (Αὐτ. σελ. 21-26).
.                   Νέος ἀκόμη στὴν ἡλικία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἔγραψε ἐπίσης μελέτη γιὰ τὸν μεγάλο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μελέτιο Πηγᾶ (1549-1601), ποὺ προσέφερε πολύτιμες ὑπηρεσίες στὸν Ἑλληνισμὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς τουρκοκρατίας. Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο γιὰ τὶςὑπηρεσίες, ποὺ προσέφερε, καὶ γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 13 Σεπτεμβρίου. Ὅπως γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, διακρινόταν γιὰ  «ὑπέροχον ἑλληνικὸν φρόνημα, ζέον θρησκευτικὸν αἴσθημα, πνεῦμα ὀξυδερκές… Στερρότατα  ἐχόμενος τῶν πατρίων, ἀδυσώπητος πολέμιος τῆς παπικῆς θεοκρατίας, πολυτάλαντος καὶ διὰ πολλῶν φυσικῶν πεπροικισμένος προσόντων, ὑπῆρξεν ὁ μετὰ τὸ σχίσμα Φώτιος, ἀναδειχθεὶς ἰσοστάσιος ἐκείνου εἰς τὸν ἀγώνα κατὰτῆς λατινικῆς προπαγάνδας…». (Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη «Μελέτιος ὁ Πηγᾶς», Ἔκδ.Ἱερᾶς Συνόδου, Ἐν Ἀθήναις, 1971, σελ. 27).
.                  Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δὲν ἀνεχόταν τὴν ἀδικία, δὲν ἀνεχόταν τὸ ψέμα, δὲνἀνεχόταν τὴν προσβολὴ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων τοῦ Ἔθνους καὶ πλήρωσε τὴ στάση του αὐτὴπολὺ ἀκριβά. Μία ἀπὸ τὶς ἀδικίες ποὺ δὲν δέχθηκε ποτὲ ἦταν τὰ ὅσα γράφτηκαν σὲ βάρος τοῦ  Ἁγίου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἔγραψε καὶἐξέδωσε μίαν ἐμπεριστατωμένη μελέτη 725 σελίδων γιὰ τὴ μεγάλη ὅσο καὶ μαρτυρικὴ αὐτὴἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα. Ὅπως γράφει στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου, ὅταν ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος εἶχε τυπώσει μικρὸ μελέτημα, μὲ τίτλο «Γρηγόριος Ε΄, ὁ Ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης», εἶχε παράλληλα ἀρχίσει νὰ συγκεντρώνει ὑλικὸ γιὰ τὴν ἐργασία ποὺ τελείωσε ὡς Ἀρχιεπίσκοπος. Σημειώνει σχετικὰ ὅτι γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου «χρησιμοποιεῖτο ὁ ἐλάχιστος περισσεύων χρόνος ἀπὸ τὸν καθημερινὸ φόρτο ἀπασχολήσεως καὶ ἰδίως διετίθεντο ὧρες νυκτός». (Χριστοδούλου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος «Γρηγόριος Ε΄, ὁ ἐθνάρχης τῆςὀδύνης», Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα, 2004, σελ. 7).
.                  Τὸ βιβλίο του αὐτὸ εἶναι ἡ σημαντικότερη μελέτη ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀξιόλογες, ποὺἔγραψε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος. Ὁ ἴδιος σημειώνει: «Νομίζω ὅτι ἐξήντλησα τὰ περιθώρια τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, κατὰ τὶς πλέον αὐστηρὲς ἐπιστημονικὲς ἀπαιτήσεις» (Αὐτ. σελ. 8). Ἡ μελέτη εἶναι διαρθρωμένη σὲ ἐννέα κεφάλαια, δεόντως τεκμηριωμένη καὶ συνοδεύεται μὲ πρωτότυπα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα, ποὺ φέρουν τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄. Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι οἱ τελευταῖες ὁμιλίες τοῦ μακαριστοῦ  Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου πρὶν ἀσθενήσει ἦσαν στὴν Κύπρο καὶ στὴ Μακεδονία.-

, , ,

Σχολιάστε

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΥΡΡΟΣ: O IΑΤΡΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ AΓΩΝΙΣΤHΣ ΤHΣ EΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Διονύσιος Πύρρος:
ὁ ἰατροφιλόσοφος ἀγωνιστὴς τῆς Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                 Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος (1777-1853) εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωση κληρικοῦ ποὺ ὑπηρέτησε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὡς ἀγωνιστής, ὡς ἰατρός, ὡς θεολόγος καὶ ἱεροκήρυκας, ὡς δάσκαλος τῶν ἑλληνόπουλων σὲ μαθήματα γεωγραφίας, φυσικῆς καὶ χημείας καὶὡς τεχνοκράτης, εἰσαγαγὼν στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα τὴν τεχνογνωσία τῆς κατασκευῆς χαρτιοῦ καὶ ἐπιχειρήσαντος τὸ 1827 νὰ ἐγκαταστήσει τὸ πρῶτο χαρτοποιεῖο στὸν Μυστρὰ καὶ μετὰκοντὰ στὸ Ἄργος. Ὁ πολυτάλαντος αὐτὸς κληρικὸς ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ τὸ 1818 τύπωσε Φαρμακοποιία, στηριγμένη στὸ ἔργο τοῦ καθηγητοῦ του στὴν ἰατρικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Παβίας Λουίτζι-Γκασπάρο Μπρουνιατέλι (1761-1818). Ὅπως γράφει ὁ Δημ. Καραμπερόπουλος, τὸ συγκεκριμένο βιβλίο τοῦ Πύρρου, «πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ πρώτη ἑλληνικὴ Φαρμακοποιία». (Δημ. Καραμπερόπουλου «Ἡ ἰατρικὴ εὐρωπαϊκὴ γνώση στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο 1745-1821», Ἔκδ. Σταμούλη, Ἀθήνα, 2003, σελ. 292).
.                 Ὁ Πύρρος γεννήθηκε στὴν Καστανιὰ  Καλαμπάκας καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ὀνομαστὴ Μονὴ Μεταμορφώσεως Μετεώρων. Στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας διδάχθηκε τὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τὰ πρῶτα μαθηματικὰ καὶ στὴ συνέχεια μαθήτευσε στὴ Σχολὴ τοῦ Τυρνάβου, ὅπου δίδασκε ὁ ἐπιφανής τοῦ Γένους ἱερέας καὶ διδάσκαλος Ἰωάννης Δημητριάδης – Πέζαρος, ποὺ  διακρινόταν γιὰ τὴν κατὰ κόσμο σοφία του, τὴ λιτότητα τοῦ βίου του, καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη καὶ στοργή του στοὺς ἄπορους μαθητές του.
.                 Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια ἱερέας, λαβὼν ἀργότερα καὶ τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Ἀφοῦ δίδαξε γιὰ λίγο στὴ Χίο μετέβη στὴν Ἰταλία, ὅπου τὸ 1813 στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Παβίας ἔλαβε τὸ πτυχίο τῆς ἰατρικῆς σχολῆς καὶ παράλληλα τῆς φιλοσοφίας. Στὴ συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα θετικῶν ἐπιστημῶν σὲ Πανεπιστήμια τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ ἐξασκήθηκε στὴν χειρουργικὴ στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου, στὸ Μιλάνο. Ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶπαράλληλα μὲ τὸ λειτούργημα τοῦ ἰατροῦ ποὺ ἀσκοῦσε τοῦ ἀνετέθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καθήκοντα ἱεροκήρυκος.
.                 Στὶς 6 Ἀπριλίου 1821, λίγες ἡμέρες πρὶν νὰ ἐκτελεσθοῦν ὁ Ἅγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´, οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, οἱ πρόκριτοι καὶ ἀρχίσει ἡ σφαγὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν Βασιλεύουσα ὁ Πύρρος, μὲ τὴν βοήθεια Τούρκου ποὺ ἐκεῖνος εἶχε θεραπεύσει, διέφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε γιὰ τοὺς σὲ ἐπαναστατικὴ ἔξαρση μοναχοὺς πυρίτιδα καὶ ἐπιχείρησε ἀνεπιτυχῶς νὰ κατασκευάσει δρύινα κανόνια μὲ σιδερένια τσέρκια. Στὴ συνέχεια ἔφυγε ἀπὸ τὸν Ἄθω καὶ  ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἐπανάστασή του, ὡς ἰατρὸς μαχητῶν καὶ ἀμάχων καὶ ὡς ἱεροκήρυκας, ἐμψυχώνων τοὺς Ἕλληνες στὸν ἀγώνα τους. (Βλ. σχ. φυλλάδιο – βιογραφία τοῦΔιονυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ  Μορφωτικοῦ Συλλόγου Καστανιᾶς «Ὁ Στίνος», σελ. 4).
.                 Οἱ Βαυαροὶ φέρθηκαν ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Πύρρο. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ τυπώσει τὴ Βοτανική του ἔκαμε δική του λιθογραφία, ἐπειδὴ οἱ Βαυαροὶ «ὄντες φθονεροὶ τότε δὲν μὲ ἄφηνον νὰ τὴν τυπώσω. Πολλὰ ἔπαθον ἀπ’ αὐτοὺς ἕως ὅτου νὰ τὴν τυπώσω…» (Διονυσίου Πύρρου «Φαρμακοποιία», εἰσαγωγὴ εἰς ἐπανέκδοση πρωτοτύπου ἐκδόσεως τοῦ 1818, Ἀθήνα, 1973). Ἀπὸ ἀντιπάθεια τῶν Βαυαρῶν ὁ λόγιος ἀρχιμανδρίτης καὶ ἰατρὸς ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὴν καθηγεσία στὴ συσταθεῖσα τὸ 1837 Ἰατρικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ τὰἰδρυτικὰ μέλη καὶ πρῶτος πρόεδρος  τῆς «ἐν Ἀθήναις Ἰατρικῆς Ἑταιρείας», ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1835 καὶ «κατέστη ἡ μήτηρ» τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς.
.                 Μὲ τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἀρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ τεράστιο. Στὴ σπουδαία «Φαρμακοποιία» του ἐντυπωσιάζουν τὰ ἐν σχεδίῳ μοντέρνα γιὰ τὴν ἐποχή του ἐργαστηριακὰ ὄργανα πρὸς παρασκευὴ τῶν φαρμάκων. Σημαντικὸ ἱστορικὸ ντοκουμέντο ἀποτελεῖ  ὁ κατάλογος τῶν συνδρομητῶν ποὺ ἀγόρασαν τὸ σύγγραμμα, γιὰνὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἔκδοσή του. Μεταξὺ αὐτῶν οἱ Πατριάρχες Ἱεροσολύμων καὶ Ἀλεξανδρείας, δεκατέσσερις ἀρχιερεῖς, καὶ εἴκοσι ἱερεῖς διαφόρων ὀφικίων. Εἶναι μία ἔνδειξη πὼς ὑπῆρχαν πολλοὶκληρικοὶ ποὺ ὑποστήριζαν ἐνθέρμως τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα τῆς Δύσης. Οἱ λαϊκοὶ συνδρομητὲς εἶναι ἄνω τῶν διακοσίων ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ὑπῆρχε Ἑλληνισμός.
.                 Στὸν πρόλογο τῆς «Φαρμακοποιίας» του ὁ Πύρρος σημειώνει ὅτι οἱ φιλάνθρωποι ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοὶ σκοπὸ ἔχουν νὰ δίνουν τὴν ὑγεία στὸν πλησίον τους καὶ ἀγωνίζονται φιλοπόνως, γιὰ νὰ ἐφευρίσκουν μέσα πρὸς ὠφέλεια τῆς ἀνθρωπότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὡς «φιλογενὴς καὶ φιλέλλην» μετέφρασε τὴν Φαρμακοποιία τοῦ «Περιφήμου σοφοῦ διδασκάλου τοῦχυμικοῦ Βρουνιατέλου, τῆς ἐν Παβίᾳ Βασιλικῆς Ἀκαδημίας, ἡ ὁποία ὅταν ἐκβῆκεν εἰς φῶς, οἱΓάλλοι καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης, εὐθὺς τὴν μετέφρασαν καὶ τὴν ἔδωκαν εἰς τύπον πρὸςὠφέλειαν τοῦ γένους αὐτῶν» («Φαρμακοποιία», σ. ζ΄).
.                 Μεταξὺ τῶν ἔργων του στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες συγκαταλέγεται τὸ «Ἐγκόλπιον τῶνἰατρῶν, ἤτοι πρακτικὴ ἰατρικὴ» (Ἐν Ναυπλίῳ, 1834, τόμοι 2). Ἐπίσης ἔγραψε τὴ «Χυμικὴ τῶν τεχνῶν» (Ἐν Ναυπλίῳ 1828). Πρόκειται γιὰ ἐνημέρωση τῶν μαθητῶν γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς Χημείας στὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Σημειώνεται ὅτι τότε ἡ Χημεία γραφόταν «Χυμεία», ἐκ τοῦ «χυμός». Ἀκόμη γιὰ νέους κυρίως συνέγραψε Ἀριθμητική, πρακτικὴ Ἀστρονομία, Βοτανικὴ προσαρμοσμένη στὴν Ἰατρικὴ καὶ στὴν Οἰκονομία, μὲ 200 εἰκόνες φυτῶν χρωματισμένες ἀπὸ τὸν ἴδιο,  Ἄτλαντα, ἤτοι νέα Γεωγραφικὴ Χάρτα (Ἐν Μεδιολάνοις, 1814), Γεωγραφία μεθοδικὴ ἁπάσης τῆς Οἰκουμένης (Ἐν Ναυπλίῳ 1838),  καὶ τριῶν εἰδῶν Ὑδρόγειες σφαῖρες.
.                 Ἀπὸ θρησκευτικῆς πλευρᾶς ὁ Διονύσιος Πύρρος ἔγραψε «Ἐκκλησιαστικὸν Παραλληλοκύκλιον» (Ἐν Λιβόρνῳ 1806), τὴν «Πρὸς Θεὸν ὁμολογία τῆς Πίστεως καὶ τὸ ἱερὸν ἀπάνθισμα τοῦ Ψαλτηρίου πρὸς καθημερινὴν χρῆσιν καὶ προσευχὴν ἑκάστου Χριστιανοῦ» (Βενετία 1827). Ἐπίσης τὴ «Ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τὸ ἱερὸν καὶ ἅγιον Εὐαγγέλιον περιέχον τὴν ζωὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὰς διδαχὰς αὐτοῦ καὶ παραβολάς, θαύματα κλπ.» (Ἐν Ἀθήναις 1843). Ἐπίσης «Ἱερὰ Ἱστορία καὶ βίους τῶν τριῶν βασιλέων Σαούλ, Δαβὶδ καὶ Σολομῶντος…» (Ἐν Ἀθήναις, 1847). Ἐπίσης «Περιγραφὴ τῆς ἐν Τήνῳ εὑρεθείσης ἁγίας καὶ θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…» (Ἐν Ἀθήναις 1849). Ἐπίσης «Πανθέκτη ἱερὰ Ἐκκλησιαστικὴ περιέχουσα ἅπασαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀκολουθίαν τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν…». (Ἐν Ἀθήναις 1852).
.                 Ἀπὸ τὰ διάφορα ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἠθικοπλαστικὰ βιβλία τοῦ Πύρρου ἀναφέρονται: «Χειραγωγία τῶν παίδων, ἤτοι πραγματεία περὶ τῶν χρεῶν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἐν Βενετίᾳ 1810, ἐν Βιέννῃ 1813 καὶ ἐν Ναυπλίῳ 1831),  «Γραμματικὴ» (Ἐν Ναυπλίῳ 1827), «Βίος καὶπράξεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου» (Ἐν Ἀθήναις 1846), «Βίοι τῶν δώδεκα στρατηγῶν καὶ διαδόχων τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἰς τοὺς ὁποίους προσετέθη καὶ ὁ βίος τοῦ Μεγάλου Πύρρου τοῦ Αἰακοῦ» (Ἐν Ἀθήναις, 1848), «Περιήγησις ἱστορικὴ καὶ βιογραφία Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ… καὶπεριγραφὴ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν…» (Ἐν Ἀθήναις, 1848).
.                 Ὑπάρχουν καὶ ἀνέκδοτα βιβλία τοῦ λογίου καὶ φιλοπόνου ἀρχιμανδρίτου. Μεταξὺ αὐτῶν μετάφραση τῆς Ὀρυκτολογίας τοῦ Βερνέρου, διατριβὴ περὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς μουσικῆς, καὶ «Περιήγησις τῆς Ἑλλάδος καὶ πόλεμοι αὐτῆς ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι». Ὁ Διονύσιος ἐντυπωσιάζει ὡς  φωτισμένος λόγιος κληρικὸς καὶ παράλληλα ὡς ἀγωνιστής, ἐξαιρετικὸς ἰατρὸς καὶ φαρμακοποιὸς καὶ ἱκανότατος θετικὸς ἐπιστήμονας καὶ δάσκαλος.-

, ,

Σχολιάστε

ΕΝΤΟΥΑΡ ΜΠΙΝΙΟΝ: ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ(Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἐντουὰρ Μπινιὸν
Ἕνας πραγματικὸς φιλέλληνας πολιτικὸς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                    Οἱ Φιλέλληνες βοήθησαν τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 μὲ πολλοὺς τρόπους. Πολλοὶ ἔδωσαν τὴν ἴδια τους τὴ ζωὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Παράδειγμα οἱ Λόρδος Βύρωνας, Κόμης ντὶ Σανταρόζα, Μάγερ καὶ ὅσοι ἔπεσαν στὴ μάχη τοῦ Πέτα καὶ στὶς ἄλλες μάχες. Ἄλλοι προσέφεραν ἀνιδιοτελῶς πολλὰ χρήματα καὶ τὸ κύρος τους στὴν ἑλληνικὴ ὑπόθεση, ὅπως ὁ Ἐλβετὸς Τραπεζίτης Ἐϋνάρδος. Ἄλλοι ὀργάνωσαν φιλελληνικὲς ἑταιρεῖες στὸ ἐξωτερικὸ καὶ προώθησαν στοὺς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες χρήματα καὶ πολεμοφόδια. Ὁρισμένοι μάλιστα ἀπὸ αὐτούς, ὅπως ὁ Ἀμερικανὸς γιατρὸς Χάου, ἦρθαν οἱ ἴδιοι στὴν Ἑλλάδα καὶ προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους. Ἄλλοι χρησιμοποίησαν τὴν τέχνη τους, γιὰ νὰ εὐαισθητοποιήσουν τοὺς Εὐρωπαίους ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ὑπόθεσης. Μεταξὺ αὐτῶν ὁ Οὐγκὸ στὴ λογοτεχνία καὶ ὁ Ντελακρουὰ στὴ ζωγραφική.
.                    Ὑπῆρξαν καὶ κάποιοι πολιτικοὶ πραγματικοὶ φιλέλληνες, ποὺ ἔβαλαν τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια πάνω ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδας τους καὶ ἔγραψαν πικρὲς ἀλήθειες γιὰ αὐτές. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ πολιτικὸς καὶ ἱστορικὸς Ἐντουὰρ Μπινιὸν (Louis – Pierre – Edouard Bignon, 1771-1841). Ὅπως ἔγραψε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς καὶ πρ. διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς Παναγιώτης Φ. Χριστόπουλος «ἐντυπωσιάζει, ἀκόμα καὶ τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη ἡ ἐνημέρωσή του συγγραφέως ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἡ ἀμεροληψία του, καθὼς καὶ οἱ θέσεις του ἐπὶ ἱστορικῶν θεμάτων καὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν συγχρόνων του Ἑλλήνων». (Ἄρθρο του εἰς «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 38, Ἄνοιξη 2004, σ. 126).
.                    Ὁ Μπινιὸν ἦταν σημαντικὸς Γάλλος διπλωμάτης, πολιτικὸς καὶ ἱστορικός. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀποστολῶν ποὺ ἀνέλαβε σημαντικὴ ἦταν ὅταν ὁ Ναπολέοντας, μετὰ τὴ νίκη του στὴν Ἰένα, τοῦ ἀνέθεσε τὴν διοίκηση τῶν κατακτηθεισῶν μεγάλων χωρῶν τῆς Πρωσίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ὅπου ἐπέδειξε ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες. Στὴ συνέχεια ἐξελέγη μέλος τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ τοῦ ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Μὲ τὴν ἰδιότητά του αὐτή, στὶς 3 Ἰουλίου 1815, ὑπέγραψε τὴ Συνθήκη, μὲ τὴν ὁποία παραδόθηκε τὸ Παρίσι στοὺς νικητὲς τοῦ Βατερλὸ συμμάχους. Στὴ συνέχεια δὲν ἔπαυσε νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ κοινά, ἔχοντας, μὲ τὴν ἀκεραιότητά του καὶ τὶς σωστές του ἐπισημάνσεις, τὴν ὑπόληψη καὶ τὸν σεβασμὸ ὅλων. Παράλληλα ἠσχολεῖτο μὲ τὴ συγγραφὴ ἱστορικῶν ἔργων.
.                    Τὸ 1823 ὁ Μπινιὸν κυκλοφόρησε τὸ ἔργο του: «Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ λαοὶ ἀπὸτὸ 1815 ἕως τὸ τέλος τοῦ 1822». Στὰ ἑλληνικὰ μεταφράστηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Σπηλιάδη, ἐκδόθηκε τὸ 1826 καὶ δείχνει ὅτι ὁ Γάλλος  πολιτικὸς γνώριζε ἄριστα τὰ ὅσα συνέβαιναν στὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ παρρησία ἐκφράζει τὴν ἄποψή του. Δυστυχῶς τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Μπινιὸν  δὲν εἶναι γνωστὸ στοὺς Ἕλληνες.
.                    Στὸ προοίμιό του ὑπογραμμίζει τὴ ΣΥΝΕΧΕΙΑ τοῦ Ἑλληνισμοῦ – σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἰδεολογία τοῦ Ἀδαμάντιου Κοραῆ: «Ἑλλάς, γλυκυτάτη πράγμα καὶ ὄνομα, στολίζεις τὴν ἱστορίαν καὶ ἐκθαμβεῖς διὰ τῶν ἀρετῶν σου ὅλην τὴν Οἰκουμένην, καὶ ἅπαντας τοὺς αἰῶνας, ἀγωνιζομένη καὶ πάλιν ἐνδόξως ὑπὲρ τῆς φιλτάτης ἐλευθερίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ποτίζεις τὸ ἱερόν σου ἔδαφος μὲ τὰ πολύτιμά σου αἵματα…».
.                    Στὴν ἀναφορά του γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ ζήτημα σημειώνει πὼς ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας κάλυπτε οὐσιαστικά τοὺς Τούρκους, ὅταν κατηγοροῦσε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι «κατὰ τρόπους ἐγκληματικοὺς κινουμένη ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀνατολικὴν Εὐρώπην μεγάλας ταραχάς. Ἑπομένως οἱ Ἕλληνες, ἐπειδὴ δὲν προσμένουν τὴν ἀναγέννησιν αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ Σουλτάνου, εἶναι ἀποστάται….». Καὶ ὁ Μπινιὸν σχολιάζει ὅτι οἱ δυστυχεῖς Ἕλληνες, τοὺςὁποίους οἱ Τοῦρκοι ἐπὶ τετρακόσια χρόνια δὲν μεταχειρίζονταν κὰν ὡς ὑπηκόους, ἀλλὰ ὡς αἰχμαλώτους πολέμου ποὺ μποροῦσαν νὰ τοὺς βασανίσουν καὶ νὰ τοὺς θανατώσουν, εἶναι, κατὰ τὸ καθεστὼς τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἀποστάτες, ἐπειδὴ ξεσηκώθηκαν γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὴν ἐλεεινή τους κατάσταση! (Ἄρθρ. Παν. Χριστόπουλου, βλ.π. σελ. 126).
.                    Ὁ Μπινιὸν τονίζει κάτι τὸ πολὺ σημαντικό:  «Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὴν τῶν Σταυροφόρων… Ἡ Εὐρώπη ὀφείλει νὰ ἀποζημιώση τὴν Ἑλλάδα δι’ ὅσα κακὰ τῆς ἐπροξένησεν εἰς τοὺς τελευταίους ἑξακοσίους χρόνους, διότι ἀληθεῖς ὀλετῆρες τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους εἶναι οἱ σταυροφόροι καὶ ὄχι οἱ Μουσουλμάνοι». («Τὰ Μυστικοσυμβούλια (σημ. γρ. οἱ κυβερνήσεις) καὶ οἱ λαοὶ ἀπὸ τὸ 1814 μέχρι σήμερον». Τρίτη ἔκδοσις, ἀναθεωρηθεῖσα, ἐπιδιορθωθεῖσα καὶ αὐξηθεῖσα ἐν Παρισίοις, κατὰ μήνα Ἀπρίλιον 1824. – Μεταφρασθὲν ἐκ τοῦΓαλλικοῦ μὲ τὸ περὶ Ἑλλάδος ὑπόμνημα τοῦ Κυρίου Σχιατωβριάν, παρὰ τοῦ Ν. Σπηλιάδου. Ἐκδοθὲν κατὰ μήνα Φεβρουάριον 1826, φιλοτίμῳ δαπάνῃ, τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα κατεχωρίσθησαν εἰς τὸ τέλος τοῦ βιβλίου, σελ. 101-102).
.                    Γιὰ τὶς πολιτικὲς τῶν εὐρωπαϊκῶν μεγάλων δυνάμεων ἔναντι τῆς Ἑλλάδος ὁΜπινιὸν γράφει ὅτι τῆς Ἀγγλίας ἦταν «ἐπονείδιστος» καὶ «πολλῷ μᾶλλον τῆς Αὐστρίας», ἐπειδὴ εὐνοοῦσαν τὸν ὄλεθρο τῶν Ἑλλήνων, γιατί θὰ  ἦταν ἐμπόδιο στὴν αὔξηση τῆς δύναμης τῆς Ρωσίας…. Ὁ Μπινιὸν διερωτᾶται μήπως γιὰ τὶς χριστιανικὲς δυνάμεις τῆς Δύσης ἰσχύει ἐκεῖνο τοῦ Πετράρχη (1304-1374), ποὺ ἔγραψε τὸ 1354, ὅταν οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν τὴν Καλλίπολη. ΟἱἝλληνες ζήτησαν τότε βοήθεια ἀπὸ τὴ Δύση καὶ ὁ Πετράρχης τῆς συνέστησε  νὰ τὴν ἀρνηθεῖ. Τὸ ἐπιχείρημά του ἦταν: «Οἱ Τοῦρκοι εἶναι βέβαια ἐχθροί. Ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες εἶναι αἱρετικοὶ καὶ γι’ αὐτὸ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ἑπομένως εἶναι προτιμώτερον νὰ κατέχουν ἐκεῖνα τὰ ἐδάφη οἱΤοῦρκοι, παρὰ νὰ τὰ ἐλευθερώσωμεν διὰ τοὺς Ἕλληνας…».  (Παν. Χρήστου εἰσήγηση στὸ Συνέδριο «Ἡ Ὀρθοδοξία στὴ Νέα Εὐρωπαϊκὴ Πραγματικότητα», Πρακτικά. Ἀθῆναι, 1994, σελ. 214).
.                    Ὁ Μπινιόν, ἂν καὶ Γάλλος, νιώθει καλύτερα τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ πολλοὺς δικούς μας, λεγόμενους ἱστορικούς. Πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἔγραφαν τὸ τοῦ Μπινιόν: «Τρία πράγματα ἱερὰ φωνάζουν μεγάλως ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων: Ἡ δυστυχία των, ὁ πατριωτισμός των καὶ ἡ πρὸς τὴν χριστιανικὴν πίστιν ἀγάπην των». (Αὐτ. σελ. 116). Καὶ πάρα κάτω: «Ἂν εἰς τὴν Εὐρώπην μας ἡ θρησκεία καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἦσαν πάντοτε ἡνωμένα, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πατρὶς καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό». (Αὐτ. σελ. 121).
.                    Γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ δυτικοὶ τὴν ἀξία τῶν Ἑλλήνων ὁ Μπινιὸν μνημονεύει μὲ εὐαισθησία περιστατικὸ τοῦ 1769, κατὰ τὰ Ὀρλωφικά. Γυναίκα ἐξ Ἀρκαδίας, φέρουσα στὰ χέρια της τὸ βρέφος της καὶ ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸ πυρπολούμενο χωριό της κυνηγήθηκε ἀπὸ Τουρκαλβανούς, ποὺ τὴν περικύκλωσαν στὴν κορυφὴ γκρεμοῦ. Τότε αὐτὴ ἔκλινε τὸ γόνυ, θεώρησε τὸν οὐρανὸ καὶ ρίφθηκε στὸν γκρεμό. Καὶ σχολιάζει ὁ Μπινιόν: «Δόξα καὶ αἰωνία τιμὴ εἰς τὴν ὡραιότητα καὶ εἰς τὴν ἀθωότητα, τὴν προτιμῶσα τὸν θάνατον, ἢ τὴν ἀτιμίαν καὶ τὴν σκλαβίαν!… Δὲν περιέγραψα τὸ ἑκατοστημόριον τῶν ὅσα ἡρωικὰ κατορθώματα τῶν Ἑλλήνων ἔχω πρὸὀφθαλμῶν». (Αὐτ. σελ. 127).- 

, ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ: ΖΗΛΩΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ καὶ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νικηφόρος Θεοτόκης:
Ζηλωτὴς Παιδείας καὶ Ὀρθοδοξίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς τότε Ἐπαρχίας Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος καὶ μετὰ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, ἐγένετο, ὅπως γράφει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, «ἕνας ἐκ τῶν πολυμαθεστέρων καὶ φιλοπόνων συγγραφέων τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ ἦταν πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ζηλωτὴς τῆς Παιδείας ἔνθερμος». (Κων. Σάθα «Νεοελληνικὴ Φιλολογία – Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων (1453-1821)», Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρ. Κορομηλᾶ, 1868, σελ. 583).
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς τότε Ἐπαρχίας Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος καὶ μετὰ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, ἐγένετο, ὅπως γράφει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, «ἕνας ἐκ τῶν πολυμαθεστέρων καὶ φιλοπόνων συγγραφέων τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ ἦταν πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ζηλωτὴς τῆς Παιδείας ἔνθερμος». (Κων. Σάθα «Νεοελληνικὴ Φιλολογία – Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων (1453-1821)», Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρ. Κορομηλᾶ, 1868, σελ. 583).
.                     Ἡ βιογραφία καὶ τὸ  ἔργο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη εἶναι ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση στοὺς ἰδεολόγους τοῦ «Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ». Οἱ Ἕλληνες τὸν 18ο αἰώνα δὲν ἦσαν οἱ πρωτόγονοι ἰθαγενεῖς, ποὺ ἦρθαν οἱ ἀποικιοκράτες νὰ τοὺς ἐκπολιτίσουν.Ἦσαν στὴ νοοτροπία «παῖδες», ὅπως γράφει ὁ Πλάτωνας στὸν «Τίμαιο». Πάντοτε τοὺς ἀρέσει νὰμαζεύουν γνώσεις ἀπὸ ἄλλους πολιτισμούς, νὰ τὶς ἀφομοιώνουν  καὶ νὰ τὶς προσαρμόζουν στὸν δικό τους πολιτισμό.
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἦταν σπουδαῖος θεολόγος καὶ ποιμένας, ἀλλὰ  καὶἐξαίρετος θετικὸς ἐπιστήμονας. Ἰδιαίτερη ἐπίδοση εἶχε στὰ ἀνώτερα μαθηματικά. Ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ στὴν «Ἀπολογία» του γράφει χαρακτηριστικά: «Εἷς μόνος κυρίως ἦτον πεφυκὼς πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν μίας τοσαύτης χρείας τοῦ ταλαιπώρου Γένους (Σημ. γρ. Περὶ γνώσεως τῶν ἀνωτέρων μαθηματικῶν), ὁ περίβλεπτος Θεοτόκης. Πλήρης, σαφής, ἀπέριττος, καὶ πνέων ἀεὶ ζῆλονἀκραιφνῆ ὑπὲρ τῆς ὠφελείας τοῦ κοινοῦ, μόνος ἔμελλε νὰ προικίσῃ τὰ ἡμέτερα σχολεῖα μετὰπάντων τῶν ἀναγκαίων αὐτοῖς εἴτε τῶν μαθηματικῶν, εἴτε καὶ τῶν λοιπῶν φυσικῶν». (Ἰωσήπου τοῦ Μοισιόδακος «Ἀπολογία», Μέρος Πρῶτον, Ἐν τῇ Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας, 1780, Ἀνατύπωση,ἐκδόσεις «Ἑρμῆς», 1976, σελ.  43).
.                    Τὰ «Μαθηματικὰ» τοῦ Θεοτόκη τυπώθηκαν στὴ Μόσχα τὸ 1798 – 1799, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του. Ἡ ἔλλειψη στοὺς Ἕλληνες βιβλίου Μαθηματικῶν, ποὺ νὰ περιέχει τὴν Ἀνωτέρα Ἄλγεβρα καὶ τὸν Ἀπειροστικὸ Λογισμὸ ἦταν ἐμφανής. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε ἀνάρπαστο τὸβιβλίο τοῦ Θεοτόκη. Π.χ. σὲ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Ζωσιμάδες, στὶς 15/5/1802, ὁ ἈρχιεπίσκοποςἘλασσῶνος Δομένικος Ἰωαννίκιος, παραπονεῖται ὅτι δὲν ἔφτασε τὸ βιβλίο τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη στὴ Σχολὴ τῆς Τσαριτσάνης. Τὸ 1803 ὁ Κούμας ζητάει ἀπὸ τὸν κληρικὸ καὶ λόγιο ἸωνᾶΣπαρμιώτη νὰ τοῦ στείλει ἀντίτυπα τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη, ἀλλὰ αὐτὸς τοῦ ἀπαντᾶ ὅτι «τὰ Θεοτόκεια ἐξέλιπον διανεμηθέντα» καὶ τοῦ ἀποστέλλει «τὸ Μπαλάνιον Μαθηματικόν». Τέλος σώζονται ἐπιστολὲς τοῦ ἱερομάρτυρος καὶ δασκάλου τοῦ Γένους  Μητροπολίτη Φιλαδελφείας καὶμετὰ Ἀδριανουπόλεως Δωροθέου Πρωΐου πρὸς τὸν Βενιαμὶν τὸν Λέσβιο, ποὺ τὸν ἐνημερώνει ὅτι «49 ἀντίτυπα τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη ἐστάλησαν στὴ Σχολὴ Κουρουτσεσμὲ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀπὸ τὰ ὁποία 8 πῆγαν στὶς Κυδωνίες». (Μιχάλη Λάμπρου «Τὰ μὴ στοιχειώδη μαθηματικὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας – Ἡ περίπτωση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη», ἀπὸ τὸν τόμο «Οἱ μαθηματικὲς ἐπιστῆμες στὴν Τουρκοκρατία», Ἔκδ. Ἑλλ. Ἑτ. Ἱστορίας τῶν Ἐπιστημῶν καὶτῆς Τεχνολογίας καὶ τοῦ Κέντρου Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν, Ἀθήνα, 1990, σελ. 16-17).
.                    Περίφημο ἔργο τοῦ Θεοτόκη εἶναι ἡ Φυσική του. Κυκλοφόρησε τὸ 1767 στὴΛειψία καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθεῖ χωρὶς βαθειὰ γνώση τῶν σύγχρονων, γιὰ τὴν ἐποχὴἐκείνη καὶ ἀρκετὰ προχωρημένων, Μαθηματικῶν. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Φυσικῆς αὐτῆς τοῦΘεοτόκη ὡς «ἐφαρμοσμένης Μαθηματικῆς» ἀπὸ τὸν Κούμα, εἶναι ἐπιτυχής. (Κων. Κούμα «Ἱστορία τῶν Ἀνθρωπίνων πράξεων», Βιέννη, 1832, τόμος ΙΒ΄, σελ. 564). Σημειώνεται ὅτι στὸβιβλίο του «Στοιχεῖα Φυσικῆς» ὁ Θεοτόκης ἀναφέρει καὶ ὁρισμένα ἰατρικὰ θέματα, στὶς ὑποσημειώσεις τῶν ὁποίων καταχωρίζει καὶ κείμενα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κλασσικῶν ἰατρῶν. (Βλ. σχ. Ἄρθρο Δρὸς Δημητρίου Καραμπερόπουλου «Ἡ ἰατρικὴ σκέψη μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία Φυσικῆς τῆς προεπαναστατικῆς περιόδου» εἰς Τόμο τοῦ Κέντρου Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν «Οἱ ἐπιστῆμες στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο», Ἔκδ. «Τροχαλία», Ἀθήνα, 1997, σελ. 226).
.                    Ὁ Ἕλληνας διακεκριμένος πολυεπιστήμονας Νικηφόρος Θεοτόκης, γνώστης τῶν πιὸ προχωρημένων γνώσεων καὶ ἐπιστημῶν τῆς ἐποχῆς του, πολέμησε τς προλήψεις καδεισιδαιμονίες, δείχνοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐναντίον τους. Δίδαξε τὸ προφητικό, ὅτι «αὐτὰποὺ σήμερα εἶναι δύσληπτα καὶ ἀκατανόητα, αὔριο μποροῦν μὲ τὸ πείραμα καὶ τὴν ἔρευνα νὰκαταστοῦν εὔληπτα». (Γιάννη Καρὰ «Οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες στὸν ἑλληνικὸ χῶρο – 15ος ἕως 19ος αἰώνας», Ἔκδ. «Δαίδαλος», Ι. Ζαχαρόπουλου, Ἀθήνα, 1991, σελ. 98-99).
.                    Ὅμως ἦταν καὶ ἐξαίρετος θεολόγος καὶ ποιμένας. Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ποιμαντικὰ ἔργα τοῦ Θεοτόκη εἶναι τὸ «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ἤτοι «Ἑρμηνεία … εἰς τὰ κατὰπᾶσαν Κυριακὴν ἐν ταῖς ἁγίαις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἐκκλησίαις ἀναγιγνωσκόμενα Εὐαγγέλια». Τυπώθηκε στὴ Μόσχα τὸ 1796. Ἔκτοτε ἔχει κατ’ ἐπανάληψη ἀνατυπωθεῖ. Σημαντικὸσύγγραμμά του εἶναι καὶ ἡ «Ἀπόκρισις ὀρθοδόξου τινὸς περὶ τῆς τῶν Κατολικῶν δυναστείας καὶπερὶ τοῦ τίνες οἱ Σχίσται, οἱ Σχισματικοὶ καὶ οἱ Ἐσχισμένοι, καὶ περὶ τῆς βαρβαρικῶς λεγομένης Οὐνίας καὶ Οὐνιτῶν». (Ἐν Χάλλῃ, 1775). Ἀνατυπώθηκε τὸ 1851 στὴν Κέρκυρα καὶ τὸ 1853 στὴνἈθήνα.
.                    Στὸ «Κυριακοδρόμιο» παροτρύνει ὁ Θεοτόκης τὸν κάθε ἀναγνώστη του νὰφροντίζει πρῶτα τὴν ψυχή του: «Μὴ παρερχέσθω ἡμέρα χωρὶς μελέτης τῶν περὶ τῆς μελλούσης ζωῆς, χωρὶς φροντίδος περὶ τῆς ψυχῆς σου, χωρὶς μνήμης τοῦ δημιουργοῦ καὶ πλάστου σου». (Νικηφόρου Θεοτόκη Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως «Κυριακοδρόμιον», ἐκ τοῦτυπογραφείου Α.Ν. Καστριώτου, 6η Ἔκδοση, ἐν Ἀθήναις, 1885, σελ. 111).
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1736 καὶ εἶχε μέντορα καὶπνευματικό του ἀδελφὸ τὸν ἄλλο μεγάλο δάσκαλο τοῦ Γένους Εὐγένιο Βούλγαρη (1716-1806), ὁὁποῖος παραιτήθηκε ὑπέρ του στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος. Διδάχθηκε τὰ ἐγκύκλια μαθήματα στὴν Κέρκυρα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο διδάσκαλο Ἱερεμία Καββαδία. Νεότατος πῆγε στὴνἸταλία καὶ σπούδασε στὰ πανεπιστήμια τῆς Μπολόνια καὶ τῆς Παντοβα φιλοσοφία, ἰατρική, φυσικὴκαὶ ἀνώτερα μαθηματικά. Τὸ 1772 ἀρνήθηκε τὴν ἐκλογή του ὡς μητροπολίτη Φιλαδελφείας στὴΒενετία, ἐπειδὴ οἱ ἑνετικὲς ἀρχὲς ἤθελαν νὰ ὑπάγεται στὸν Πάπα καὶ ὄχι στὸ ΟἰκουμενικὸΠατριαρχεῖο.
.                    Γιὰ τὸν χαρακτήρα τοῦ Θεοτόκη ὁ Σάθας γράφει: «Ἡ ἀθόρυβος σπουδὴ καὶμελέτη ὑπῆρξαν πάντοτε εἰς τὸν Θεοτόκη προσφιλέστεραι τῶν πολυκρότων τιμῶν καὶ ἀξιωμάτων.Ὅπως ὡς ἁπλοὺς λόγιος δὲν ἔπαυε μοχθῶν ὑπὲρ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἔθνους, ἔτσι καὶ ὡς ἀρχιερεὺς δὲν ἔπαυσε ποτὲ ὀρθοτομῶν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς παραιτηθεὶς τοῦἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου μετέβη εἰς Μόσχαν, ὅπου ἔζησε μονάζων καὶ συγγράφων μέχρι τοῦ εἰς τὸἔτος 1800 ἐπελθόντος θανάτου αὐτοῦ». (Κων. Σάθα, ὅ.π. «Νεοελληνικὴ Φιλολογία», σελ. 583). ἩΜαρία Τερδήμου στὴν διδακτορική της διατριβὴ τονίζει ὅτι «οἱ πρῶτοι ἐκφραστὲς – μεταφορεῖς τῆς δυτικῆς παιδείας καὶ ἐπιστήμης στοὺς Ἕλληνες ἦσαν ἐν μέρει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης καὶ κυρίως ὁΝικηφόρος Θεοτόκης». (Μαρίας  Ε. Τερδήμου «Τὰ μαθηματικὰ στὴν ἑλληνικὴ σκέψη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας», Ἔκδ. Συλλόγου πρὸς Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι, 2006, σελ. 41).  Οἱ δύο αὐτοὶ σπουδαῖοι κληρικοὶ καὶ μεγάλοι δάσκαλοι ποιὰ σχέση θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν μὲτὸν «διαφωτισμὸ» τῶν Ντιντερὸ καὶ Ροβεσπιέρου;…-

, , ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠΗΛΙΑΔΗΣ: Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΕΡΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νικόλαος Σπηλιάδης:
Ὁ αὐθεντικότερος ἱστορικός της Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .               Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης (1785-1867), ἄγνωστος στοὺς περισσότερους Ἕλληνες ἦταν ὁ αὐθεντικότερος σύγχρονος τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ἱστορικός. Πολύγλωσσος καὶ μὲ σπάνια μόρφωση γιὰ τὴν ἐποχή του καὶ ἔχοντας ὑπηρετήσει τὴν Ἐπανάσταση καὶ τὴν Πατρίδα ἀπὸ ὑπεύθυνες θέσεις, ἕως καὶ αὐτὴν τοῦ Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας, δηλαδὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ Καποδίστρια, ἔγραψε τὴν ἱστορία τῆς Ἐπανάστασης καὶ τῶν πρώτων ἐτῶν τοῦ ἐλεύθερου Ἑλληνικοῦ κράτους ὡς «Ἀπομνημονεύματα διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Νέαν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν (1821-1843)».
.               Οἱ τρεῖς πρῶτοι τόμοι ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Σπηλιάδη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1851 καὶ 1857. Οἱ ὑπόλοιποι τόμοι τοῦ ἔργου του, παρέμειναν, ὡς χειρόγραφα, ἀνέκδοτα. Ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶχε ἀγοράσει καὶ φυλάξει ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης, τὸ 1971 ἐκδόθηκε ὁ τέταρτος τόμος τῶν «Ἀπομνημονευμάτων» ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τοῦ Νότη Καραβία, σὲ ἐπιμέλεια τοῦ Πάν. Χριστόπουλου. Τὸ 2019 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Ποταμὸς» ἐκδόθηκε ἡ «Ἀναίρεσις», ποὺ ἦταν σὲ χειρόγραφα στὰγαλλικὰ μία ἐμπεριστατωμένη καὶ ἀποστομωτικὴ  ἀπάντηση τοῦ Σπηλιάδη στὸ ἐμπαθὲς πόνημα τοῦ μοχθηροῦ, ὅσο καὶ φανατικοῦ ἐχθροῦ τοῦ Καποδίστρια Βαυαροῦ λογίου Θείρσιου (Thiersch). Τὴ μετάφραση τῆς «Ἀναίρεσης» ἀπὸ τὰ γαλλικὰ ἔκαμε ὁ μεγάλος λογοτέχνης μας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης τὸ 1903 καὶ τὴν ἐπιμέλεια, μαζὶ μὲ τὰ προλεγόμενα καὶ τὰ σχόλια ἔκαμε ὁ Δρ. Γιῶργος Καλπαδάκης, ἐντεταλμένος ἐρευνητὴς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, στὴν ἔκδοση τοῦ 2019.
.               Γιὰ τὰ «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Σπηλιάδη ὁ σοβαρότερος μελετητής τουΠαναγιώτης Φ. Χριστόπουλος σημειώνει ὅτι «πρόκειται περὶ συνθετικοῦ ἱστορικοῦ ἔργου, σπανίας ἀντικειμενικότητος καὶ σχολαστικῶς τεκμηριωμένου, ποὺ καλύπτει ὅλον τὸν ἑλληνικὸ χῶρο καὶτὸν διεθνῆ καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴν περίοδο 1820-43». Καὶ προσθέτει γιὰ τὸν Σπηλιάδη: «Ἀξιόπιστος, λεπτολόγος καὶ σαφής, ἔδωσε τὴν πλέον ἐκτενῆ ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων ἀπὸ πολιτικῆς σκοπιᾶς, στηριζόμενος στὸ σύνολο τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ, ποὺ εἶχε στὴ διάθεσή του ἐξ ὁλοκλήρου». Γιὰ σύγκριση ἀπὸ τοὺς σύγχρονους τῆς Ἐπανάστασης ἱστορικοὺς ὁ Χριστόπουλος ἀναφέρει ὅτι τοῦ μὲν Φιλήμονος τὸ «Δοκίμιον ἱστορίας τῆς Ἐπαναστάσεως» παρέμεινε ἡμιτελές, ἐνῶ ὁ Σπυρίδων Τρικούπης παρουσίασε συντομότερη, λογοτεχνίζουσα καὶ ρέουσα ἱστορικὴσύνθεση, χωρὶς ὡστόσο τὴν ἀνάλυση καὶ τὴν ἐξαντλητικὴ τεκμηρίωση τοῦ Σπηλιάδη. (Βλ. σχ.  Παναγιώτη Φ. Χριστόπουλου «Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης μεταξὺ φωτισμοῦ καὶ διαφωτισμοῦ», ἄρθρο εἰς περιοδικὸ «Νέα Κοινωνιολογία», τεῦχος 38, Ἄνοιξη 2004, σσ. 120-140).
.               Ὁ Νικόλαος Σπηλιάδης γεννήθηκε στὴν Τρίπολη τὸ 1785, μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἀνδρίτσαινα. Τὰ πρῶτα γράμματα διδάχθηκε στὴν Τρίπολη καὶ μετὰ στὸ Ἄργος, ὅπου εἶχε δάσκαλο τὸν ἐνάρετο καὶ ἐγγράμματο μοναχὸ Ἠσαΐα Καλαρᾶ, Φιλικὸ ἀργότερα. Ἀναπτύξας τὶς γνώσεις του πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάσθηκε σὲ ἐμπορικὸ οἶκο καὶ ἀπὸ τὸ 1810 ἐγκαταστάθηκε στὴν Ὀδησσό, ὅπου ἀπέκτησε θαυμαστὴ γενικὴ παιδεία καὶ ἄριστη γνώση γαλλικῶν καὶ ἄλλων γλωσσῶν. Τὸ 1816 ὁρκίστηκε ἀπὸ τὸν Σκουφὰ Φιλικός. Μὲ τὴν ἔναρξη τῆςἘπανάστασης ἔφτασε στὴν Τρίπολη λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωσή της. Ἐκεῖ βρέθηκε στὴν τραγικὴκατάσταση νὰ βρεθεῖ μὲ δέκα ὀρφανά, παιδιὰ ἀδελφῶν του ποὺ εἶχαν σκοτωθεῖ κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Τρίπολης, τῶν ὁποίων ἀνέλαβε τὴν φροντίδα.
.                    Τὸ 1822 διορίζεται Ἀρχιγραμματέας τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας καὶ ἀργότερα πληρεξούσιος καὶ Γραμματέας τῆς Γ΄ Ἐθνοσυνέλευσης εἰς Ἑρμιόνη καὶ Τροιζήνα. Τὸ 1827 ἐπελέγη μεταξὺ τῶν δώδεκα μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ποὺ ἀνάλαβε τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος. Ὑπῆρξε ἐπίσης βουλευτής, ἐκπρόσωπος τῆς Ἀρκαδίας. Τὸ 1829 ὁ Κυβερνήτης Ἰωάννης Καποδίστριας καὶ τὸ Πανελλήνιον ἀντικατέστησε στὴ θέση τοῦ Πρωθυπουργοῦ τὸν Σπυρίδωνα Τρικούπη μὲ τὸν Σπηλιάδη. Αὐτὸς θαύμαζε ἀπὸ ἐτῶν τὸν Καποδίστρια καὶ παρακολουθήσας ἀπὸκοντὰ τὴν ὅλη πολιτεία του, τὸν ἐξετίμησε ἀκόμη περισσότερο. Ἔγραψε: « Ὁ Κυβερνήτης εἶναι ἐφάμιλλος τοῦ Σωκράτους κατὰ τὴν ἠθικήν, τοῦ Θεμιστοκλέους κατὰ τὸ φιλόπατρι, τοῦ Ἀριστείδου κατὰ τὴν δικαιοσύνην, τοῦ Κόδρου κατὰ τὴν αὐταπάρνησιν, ἄνθρωπος τοῦ Πλουτάρχου μὲ ὅλας τὰς ἀρετάς… ἦλθεν εἰς τὴν Πατρίδα διὰ νὰ τὴν σώσῃ ἀπὸ τὸν ὄλεθρον καὶ ὑπὲρ αὐτῆςἀγωνιζόμενος νὰ ἀποθάνῃ…» ( Νίκ. Σπηλιάδου «Ἀπομνημονεύματα», τόμος Δ΄ Βιβλ. Νότη Καραβία, Ἀθήνα, 1971, σελ. 144).
.                       Μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη ὁ Σπηλιάδης ἀποσύρθηκε τῆς πολιτικῆς ζωῆς, ἀλλὰ δὲνἐφησύχασε. Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Καποδίστρια μὲ τὴν Ἀντιβασιλεία ἀνέλαβαν ἀμείλικτο ἀγώναἐξοντώσεως τῶν πιστῶν συνεργατῶν τοῦ Κυβερνήτη. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ διώχθηκαν οἱΚολοκοτρώνης, Πλαπούτας, Νικηταρᾶς, καὶ ἄλλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σπηλιάδης. Ἔχοντας ἐγκαταλείψει τὶς ἐμπορικές του ἐνασχολήσεις δὲν εἶχε πόρους γιὰ νὰ ζήσει, ἀλλὰ δὲν δέχθηκε νὰὑπηρετήσει τὸν Ὄθωνα ὑποχωρώντας στὶς ἀξίες ποὺ πρέσβευε. Ἔνιωθε πικρία καὶ ἀπογοήτευση ποὺ προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες του στὴν Πατρίδα μὲ ἀφιλοκέρδεια, αὐτοθυσία καὶ ἐνθουσιασμὸ καὶἐκείνη τοῦ φάνηκε ἀγνώμων, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε νὰ καταστεῖ, ραδιοῦργος, δημοκόπος, φατριαστὴς καὶ νὰ μετατραπεῖ σὲ «ἐλεεινὸ βλάκα καὶ μηδαμινὸ ὄν», ὅπως περιέγραψε τὴν κατάστασή του ὁἸωάννης Φιλήμων (Σύντομος βιογραφία τοῦ Ν. Σπηλιάδου, ἐν Ναυπλίῳ, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Κάδμου Κ. Ἰωαννίδου, 1868 σελ. 29-30). Ἔτσι ὁ  πρώην πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος Νικόλαος Σπηλιάδης ξεχασμένος καὶ πενόμενος, ἀλλὰ ἀλώβητος, εὐθυτενὴς καὶ ὑπερήφανος βάδισε πρὸς τὸν θάνατο, στὶς 26 Νοεμβρίου τοῦ 1867, σὲ ἡλικία 82 ἐτῶν.
.                      Ὁ λόγος ποὺ ὁ Σπηλιάδης ὑπέφερε ἐπὶ δεκαετίες καὶ τοῦ ἐπιβλήθηκε ἡ καταδίκη του ἀπὸ τὸπολιτικὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς (φατρία ὁ ἴδιος τὸ ὀνομάζει), τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει τοὺςὀπαδούς του καὶ σήμερα, εἶναι γιατί δὲν δέχθηκε τὴ λογική του καὶ ὑπεράσπισε μὲ πάθος καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζει συνέπειες τὴν ἀλήθεια καὶ ὡς πρὸς τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια. Στὴν «Ἀναίρεση» στὰὅσα συκοφαντικὰ ἔγραψε ὁ Θείρσιος, καθ’ ὑπόδειξη τῶν Μαυροκορδάτου, Κωλέττη καὶ τῶνὀπαδῶν τους δηλωτικὴ τῶν προθέσεών του εἶναι ἡ ρήση ποὺ βρέθηκε στὰ κατάλοιπά του καὶπροοριζόταν νὰ εἶναι γραμμένη στὸ ἐξώφυλλο τοῦ ἔργου του: «Ἡ συκοφαντία παύει μὲ τὸν θάνατο ἑνὸς ἀσήμου ἀνθρώπου, ὅμως ὄρθια δίπλα στὴν τεφροδόχο ἑνὸς μεγάλου ἄνδρα, συνεχίζει, ἀκόμα, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, νὰ ἀναμοχλεύει τὶς στάχτες του μὲ τὸ ραβδί της». (Προλεγόμενα τοῦ Γ. Καλπαδάκη εἰς βιβλίο Σπηλιάδη «Ἀναίρεσις», σελ. 14).
.                 Ὁ Γ. Καλπαδάκης μὲ βάση κείμενο τοῦ Σπηλιάδη, σημειώνει πὼς αὐτὸς  πίστευε βάσιμα καὶἀκράδαντα ὅτι ἡ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη σήμανε τὴν ἀπομάκρυνση τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ ἕνα πρότυπο ἐθνικῆς κυριαρχίας, τὸ ὁποῖο δὲν θὰ ἀνακτοῦσαν ποτέ.. (Αὐτ. σελ. 27). Καὶ προσθέτει ὁ Γ. Καλπαδάκης ὅτι ὡς στενὸς συνεργάτης του ὁ Σπηλιάδης «εἶχε ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης ἑνὸς ἤδη συμπαγοῦς μετώπου ὀλιγαρχικῶν, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Καποδίστρια θὰ ἀγωνιζόταν νὰ κυριαρχήσει, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι ἀντιπάλευε τὸν δεσποτισμὸ στὸ ὄνομα ἑνὸς συνταγματικοῦ ἰδεώδους – ἐγκαταλείποντάς το εὐθὺς ἅμα τῇ ἐγκαθιδρύσει τοῦ μοναρχικοῦ καθεστῶτος». (Αὐτ. σελ. 27). Καὶαὐτὸ ἔγινε στὴν πράξη. Οἱ ἐπὶ Καποδίστρια «δημοκρατικοὶ ἐπαναστάτες» καὶ «ἐκσυγχρονιστὲς» κατάντησαν λακέδες τῆς ἀπόλυτης μοναρχίας τοῦ Ὄθωνα.- 

, ,

Σχολιάστε

ΑΔΕΛΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ: ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΠΟΙΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἀδελφοὶ Ζωσιμάδες: Οἱ γίγαντες τῆς εὐποιίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                        Οἱ ἕξι Ἠπειρῶτες ἀδελφοὶ ἀποτελοῦν αἰώνια πρότυπα προσφορᾶς πρὸς τὴν Πατρίδα τῆς ζωῆς τους καὶ τῆς περιουσίας τους. Ἦσαν ἕξι ἀδέλφια. Κατὰ σειρὰ γεννήσεως οἱ Ἰωάννης (1752-1771), Ἀναστάσιος (1754-1819), Νικόλαος (1758-1842), Θεοδόσιος (1760-1793), Ζώης (1764-1828) καὶ Μιχαὴλ (1766-1809). Ἱκανότατοι ἔμποροι ἀπέκτησαν πλοῦτο πολὺ καὶ ὅλον τὸνἀπέδωσαν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό, γιὰ τὴν ἀνάπτυξή τους στὰ γράμματα καὶ γιὰ ἀγαθοεργίες.
.                        Οἱ γονεῖς τους, Παναγιώτης καὶ Μαργαρίτα, τοὺς ἐνέπνευσαν τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς καὶ τὴν μεταξύ τους ἐμπιστοσύνη, συνεννόηση, ἀλληλεγγύη, καὶσυνεργασία. Γεννήθηκαν στὰ Ἰωάννινα, ὅπου ἔμαθαν γράμματα ἀπὸ σπουδαίους δασκάλους. Εἶχαν  πρότυπο ζωῆς τὸν ἐπίσης μεγάλο ἐθνικὸ εὐεργέτη Ζώη Καπλάνη (1736-1806), ὁ ὁποῖος  καταγόταν ἀπὸ τὸ Γραμμένο Ἰωαννίνων ἀπώτερη καταγωγὴ τῶν Ζωσιμάδων. Ὅπως ἐκεῖνος καὶ οἱ Ζωσιμάδες  ἔζησαν, παρὰ τὴν περιουσία τους, ζωὴ λιτὴ καὶ μετρημένη, μακριὰ ἀπὸ ματαιόδοξες ἐπιδείξεις πλούτου καὶ δύναμης. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι ἔμεναν μὲ ἐνοίκιο σὲ ταπεινὰ κελιὰ τοῦ μετοχίου τῆς Μονῆς Ἰβήρων, τοῦ ἴδιου ποὺ διέμενε καὶ ὁ Καπλάνης. (Στεφάνου Παπαγεωργίου «Ἕλληνες εὐεργέτες, ἄξιοι τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης». Ἔκδοση Δήμου Ἀθηναίων καὶ Ἐκδόσεων Παπαζήση, Ἀθήνα, 1997, σελ. 114)
.                        Ἐπὶ πλέον, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Θεοδοσίου, τὸ 1793, ἀποφάσισανἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπιλέξουν τὴν ἀγαμία καὶ νὰ ζήσουν ὡς κοσμοκαλόγεροι, ἀφιερώνοντας ὅλο τους τὸεἶναι στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὴν Ἑλλάδα. Πρῶτα κοίταξαν τὴν Παιδεία. Δεκάδες βιβλίων ἐκδόθηκαν μὲ τὴν χορηγία τους. Ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τῶν Ζωσιμάδων μὲ τοὺς συγγραφεῖς ἢ μὲ δασκάλους, ποὺ ἤθελαν βιβλία νὰ διδάξουν, εἶναι σαφὲς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀποφασιστικῆς βοήθειάς τους στὴν ἐκπαίδευση τῶν ἑλληνοπαίδων. Ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία αὐτὴ πληροφορούμαστε ὅτι τὸ 1798 κυκλοφορήθηκαν στὴ Μόσχα τὰ «Στοιχεῖα Μαθηματικὰ» (τρεῖς τόμοι) τοῦ ἐκ τῶν πολυμαθεστέρων συγγραφέων τοῦ ΙΗ΄ αἰώνα Ἀρχιεπισκόπου Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος Νικηφόρου Θεοτόκη, «φιλοτίμῳ δαπάνῃ τῶν φιλογενῶν αὐταδέλφων Ζωσιμᾶ», μὲ σκοπὸ νὰ διανεμηθοῦν δωρεὰν στοὺς μαθητὲς τῶν Σχολῶν στὴν Ξηροκρήνη (Κουρουτζεσμὲ) τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ στὶς Κυδωνίες. (Βλ. σχ. Κωνστ. Δημαρᾶ «Νεοελληνικὴ Ἐπιστολογραφία», Ἀθήνα, 1963 καὶ Γιάννη Καρᾶ «Οἱφυσικὲς καὶ θετικὲς ἐπιστῆμες στὸν ἑλληνικὸ 18ο αἰώνα», Ἔκδ. Gutenberg, Ἀθήνα, 1977, σελ. 29).
.                        Ὁ Ἀναστάσιος Ζωσιμᾶς τὸ 1793 ἀνέλαβε τὴν ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη, Ἀρχιεπισκόπου Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος. Τὸ 1796 ἡ Ἀδελφότητα τῶν Ζωσιμάδων κάλυψε τὴ δαπάνη τῆς ἔκδοσης τοῦ περίφημου «Κυριακοδρομίου» τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. (Στεφ. Π. Παπαγεωργίου «Ἕλληνες Εὐεργέτες Ἄξιοι τῆς Ἐθνικῆς Εὐγνωμοσύνης», Δῆμος Ἀθηναίων – Ἔκδ. Παπαζήση, σελ.115). Σημειώνεται ὅτι τὰ βιβλία τότε ἦσαν πολὺ ἀκριβὰ στὴν ἀγορά τους καὶἑπομένως ἀπρόσιτα στὰ βαλάντια τῶν περισσότερων ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν
.                        Οἱ ἀδελφοὶ Ζωσιμάδες στήριξαν οἰκονομικὰ καὶ τὸν Ἀρχιμανδρίτη Ἄνθιμο Γαζὴ γιὰνὰ ἐκδώσει τὸ 1799 τὸ δίτομο βιβλίο τοῦ φυσικῆς ἱστορίας μὲ τίτλο «Γραμματικὴ τῶν φιλοσοφικῶν ἐπιστημῶν, ἢ σύντομος ἀνάλυσις τῆς πειραματικῆς νεωτέρας φιλοσοφίας». Τὸ 1802, πάλι μὲ τὴν συνδρομὴ τῶν Ζωσιμάδων ὁ Ἀρχιμ. Ἄνθιμος Γαζῆς ἐξέδωσε τὸν ὑψηλῆς δαπάνης χάρτη ποὺ ἐκπόνησε μὲ τίτλο «Πίναξ Γεωγραφικός της Ἀσίας» (Δημητρίου Καραμπερόπουλου «Μελέτες γιὰ τὸν Ρήγα Βελεστινλή», Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία Μελέτης Γερῶν, Βελεστίνου Ρήγα, σελ. 316-317).
.                        Ἡ τεράστια προσφορὰ τῶν Ζωσιμάδων στὰ ἑλληνικὰ γράμματα φαίνεται καὶ ἀπὸτὴν χρηματοδότηση τῆς ἔκδοσης πολλῶν βιβλίων τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ. Ὁ Ἀκαδημαϊκὸς Νίκος Α. Βέης ἔγραψε σχετικά: «Στὰ 1805 μὲ τὴν ὑλικὴ βοήθεια τῶν Ζωσιμάδων ὁ Ἀδ. Κοραὴς ἀρχίζει τὴν ἔκδοση τῆς «Ἑλληνικῆς Βιβλιοθήκης» του, μίας σειρᾶς ἀρχαίων συγγραφέων μὲ προλόγους ἐπιστημονικοὺς λαομορφωτικούς… Στοὺς Α΄ καὶ Β΄ τόμους τῆς «Ἑλληνικῆς Βιβλιοθήκης» προσετέθησαν σημειώσεις καὶ τῶν Αὐτοσχεδίων στοχασμῶν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας καὶΓλώσσης. Φιλοτίμῳ δαπάνῃ τῶν Ἀδελφῶν Ζωσιμάδων… Ἐν Παρισίοις, ἐκ τῆς τυπογραφίας Φιρμίνου Διδότου (Didot), 1802». Ἐπίσης μὲ ἔξοδα τῶν Ζωσιμάδων ἀνατυπώθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1827 ἡ «Ὀρθόδοξος διδασκαλία, ἤγουν Σύνοψις τῆς Χριστιανικῆς Θεολογίας συγγραφεῖσα παρὰτοῦ σοφωτάτου καί… πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόσχας κυρίου Πλάτωνος καὶ μεταφρασθεῖσα… εἰς τὴν Ἑλληνορωμαϊκὴν διάλεκτον ὑπὸ τοῦ Ἀδ. Κοραῆ» (Κοραῆ «Ἐκλεκτὲς σελίδες», Ἔκδ. Οἶκος Γεωρ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι, 1951. Ἀπὸ τὴν ὑπὸ τοῦ Νίκου Βέη, Ἀκαδημαϊκοῦ, Εἰσαγωγὴ στὶς μελέτες γιὰ τὸν Κοραή, σελ. 46 κ.ἑ.).
.                        Τὸ 1842 μετὰ τὸν θάνατο καὶ τοῦ τελευταίου τῶν ἕξι ἀδελφῶν Νικολάου Ζωσιμᾶ, καθηγητὲς τοῦ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν λειτουργήσαντος Πανεπιστημίου καὶ καθηγητὲς τοῦ Α΄ Γυμνασίου τῶν Ἀθηνῶν, μὲ ἐπικεφαλῆς πενταμελῆ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν Γ. Αἰνιάνος, Γ. Μαυροκορδάτου, Γ. Γενναδίου, Ν. Σχοινᾶ καὶ Περ. Ἀργυροπούλου ἀποφάσισαν νὰ τελέσουν πάνδημο μνημόσυνο γιὰὅλους τοὺς Ζωσιμάδες. Ἡμέρα τελέσεως τοῦ μνημοσύνου ὁρίσθηκε ἡ 5η Ἀπριλίου 1842 καὶ μὲσχετικὸ Βασιλικὸ Διάταγμα τοῦ Ὄθωνα ὁρίστηκε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες νὰ πενθοφορήσουν δάσκαλοι καὶ μαθητὲς σὲ ὅλη τὴν Ἐπικράτεια. Τὸ ΒΔ ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων: «Ἐπειδὴ ἐξέλιπεν ὁ τελευταῖος τῆς Ζωσιμαίας ἀδελφότητος Νικόλαος Ζωσιμᾶς διατάσσομεν χάριν τῶν μεγάλων χρηματικῶν οὐσιῶν τε καὶ προσπαθειῶν τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἡ ἀδελφότης αὕτη ὑπὲρ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆςἈναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος τριῶν ἡμερῶν πένθος διὰ τοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς μαθητὰς τῶν  Γυμνασίων καὶ λοιπῶν σχολείων τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4/16 Ἀπριλίου 1842, Ὄθων».
.                        Ὁ Νικόλαος Ζωσιμᾶς μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος Ἰωάν. Καποδίστρια ἀπὸ τὴ Μόσχα τὸ 1829 τὸν ἐνημερώνει γιὰ τὴν κατάθεση τοῦ ποσοῦ τῶν 100.000 ρουβλίων «πρὸς βοήθειαν τῆς ἀνατροφῆς τῶν ὀρφανῶν τέκνων τῶν ἐν ταῖς ὑπὲρ πίστεως καὶπατρίδος μάχαις ἡρωικῶς πεσόντων Ἑλλήνων».
.                        Πέραν τῆς διαθέσεως τοῦ πάρα πάνω ποσοῦ οἱ Ζωσιμάδες μὲ κληροδοτήματά τους διέθεσαν μεγάλα ποσά, μεταξὺ ἄλλων, γιὰ τὴν ἐγκατάσταση καὶ συντήρηση τῆς Ζωσιμαίας Σχολῆς στὰ Ἰωάννινα, γιὰ τὴν ἀνακαίνιση δύο Ἐκκλησιῶν τῶν Ἰωαννίνων, γιὰ τοὺς ἱερεῖς τῶν πέντε ἐνοριῶν τῶν Ἰωαννίνων, γιὰ τὴν προίκιση ἀπόρων κοριτσιῶν τῶν Ἰωαννίνων, γιὰ τὸ πτωχοκομεῖο τῶν Ἰωαννίνων, γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ σχολείου τοῦ Γραμμένου, χωριοῦ τῆς καταγωγῆς τους, καὶγιὰ τὸ ὀρφανοτροφεῖο, τὸ νοσοκομεῖο καὶ τὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο τῆς Πάτμου. Πρέπει νὰ προστεθεῖὅτι εἶναι ἀπροσδιόριστα τὰ ποσὰ ποὺ προσέφεραν οἱ Ζωσιμάδες  γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ Ἀγώνα τοῦ1821, μὲ τὴν ἀγορὰ καὶ ἀποστολὴ χρημάτων, πολεμοφοδίων, ὅπλων, τροφῶν καθὼς καὶ τὴ διάθεση μεγάλων ποσῶν πρὸς ἐξαγορὰ αἰχμαλώτων.
.                        Πρὸ μηνὸς περίπου ὁμότιμος καθηγητὴς πανεπιστημίου, νεοφιλελευθέρων ἀρχῶν πολυπαρουσιαζόμενος στὰ ΜΜΕ, μιλώντας γιὰ τοὺς Ζωσιμάδες εἶπε ὅτι δὲν κοίταξαν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν οἰκογένεια, ἀλλὰ μόνο τὴν Πατρίδα, λὲς καὶ αὐτὰ ξεχωρίζονται… Οἱ Ζωσιμάδες, ὅπως προαναφέρθηκε, θυσίασαν τὸν ἔγγαμο βίο γιὰ νὰ ἀφιερωθοῦν στὴν ὑπηρεσία τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ἔργα τους εἶναι ἀψευδεῖς μάρτυρες. Εἶναι λυπηρὸ νὰ λέγονται ἱστορικὲς ἀνακρίβειες ἀπὸ ἀνθρώπους μάλιστα ποὺ πλασάρονται ὡς «αὐθεντίες» τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας…- 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, Ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς στὴ σκιὰ τοῦ πατέρα του (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Γενναῖος Θεοδώρου Κολοκοτρώνης
Ὁ γενναῖος ἀγωνιστὴς στὴ σκιὰ τοῦ πατέρα του

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                   Ὁ γιὸς τοῦ Γέρου τοῦ Μοριὰ Γενναῖος Κολοκοτρώνης (1804 – 1862) ἦταν ἐκ τῶν σημαντικοτέρων ἀγωνιστῶν τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ποὺ ἔζησε κοντὰ καὶ στὴ σκιὰ τοῦ μεγάλου ἥρωα πατέρα του. Νεαρὸς στὴν ἡλικία – μόλις στὰ δέκα ἑπτά του χρόνια – καὶ παρὰ τὴ συμβουλὴ τοῦ πατέρα του νὰ μὴν πολεμήσει, λόγῳ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του καὶ τῆς ἀσθενικῆς του φύσης, ἐκεῖνος μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Πάνο μπῆκαν στὴ φωτιά.
.                   Τὸ ὄνομά του ἦταν Ἰωάννης. Γενναῖος ὀνομάστηκε κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Τριπολιτσᾶς, μετὰ τὴ μονομαχία του μὲ θηριώδη ὁπλισμένο Ἄραβα, ποὺ εἶχε φήμη ὅτι σκότωνε ἀμάχους καὶ αἰχμαλώτους χριστιανούς. Ὁ Ἰωάννης τὸν ἀφόπλισε, τὸν  αἰχμαλώτισε καὶ τὸν πῆγε στὸστρατόπεδο τῶν Ἑλλήνων στὰ Τρίκορφα, ὅπου καὶ τὸν παρέδωσε στὸν πατέρα του. Τὸ κατόρθωμα αὐτὸ ἀπὸ ἕναν νέο ἄνδρα ἰσχνῆς μάλιστα σωματικῆς διάπλασης θαυμάστηκε ἀπὸ τοὺς συμπολεμιστές του, ποὺ τοῦ ἀπέδωσαν τὸ τιμητικὸ ὄνομα Γενναῖος. (Βλ. σχ. Ἀπομνημονεύματα Γενναίου Κολοκοτρώνη καὶ Ἰωάννη Β. Δασκαρόλη «Γενναῖος Κολοκοτρώνης – Ὁ ἔφηβοςὁπλαρχηγὸς τοῦ 1821», Ἔκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα, 2021, σελ. 56).
.                   ωάννης – Γενναος, πως κα τ λλα παιδι το Θεοδώρου Κολοκοτρώνη,  π νωρς πρε π τος γονες του γωγ ν γαπ τν Χριστ κα τν Πατρίδα. Τὰ στοιχειώδη γράμματα ἐξέμαθε στὴ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸν ἐκ Δημητσάνης μοναχὸ Δανιὴλ Παναγιωτόπουλο. Ἀνώτερα μαθήματα διδάχθηκε ἀπὸ τὸν Μαρτελάο καὶ τὸν Παπα-Θεοδόσιο. Ὁ Μαρτελάος, παλαιὸς ἐπαναστάτης, τοῦ δίδαξε πλὴν τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τὴν Λατινικὴ καὶ Ἰταλικὴφιλολογία. Ἐπίσης παρακολουθοῦσε μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ τὰ ἀδέλφια του τὶς ἀπὸ ἄμβωνος ἐξαιρετικὲς ὁμιλίες τοῦ Μαρτελάου, μαζὶ μὲ πολὺ ἀκόμη κόσμο. Ὁ Μαρτελάος ὑπῆρξε ἐπίσης δάσκαλος τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ καὶ τοῦ Οὖγκο Φώσκολου, ἐκτιμοῦσε δὲ βαθιὰ τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
.                   Ἕνα δημοτικὸ τραγούδι γράφει γιὰ ἕνα διάλογο τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη μὲτὸν Γενναῖο στὴ Ζάκυνθο, ποὺ δείχνει τὸν πόνο του γιὰ τὴν σκλαβωμένη πατρίδα: – Τί ἔχεις πατέρα μου καὶ κλαῖς καὶ βαρυαναστενάζεις; – Γλέπω τὴ θάλασσα πλατειὰ καὶ τὸν Μωρηᾶν ἀλάργα. Μὲπῆρε τὸ παράπονο καὶ τὸ μεγάλο ντέρτι…». (Τάκη Χ. Κανδηλώρου «Ὁ Ἀρματωλισμὸς τῆς Πελοποννήσου 1500 – 1821», Ἐν Ἀθήναις, Τυπογραφεῖον Δεναξᾶ καὶ Σία, 1924, σελ. 437-439).
.                   Ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ Ἀπομνημονεύματά του καὶ ἀπὸ  μαρτυρίες ἄλλων ἀγωνιστῶν ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἀνυψώθηκε νεότατος στὴν στρατιωτικὴ ἡγεσία,ὅμως ὁ ἡρωισμός του στὶς μάχες ἀπέδειξε ὅτι δὲν ἦταν χαριστικὴ ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ πατέρας του. Μεγαλύτερος στὴν ἡλικία ἀπὸ τὸν Γενναῖο καὶ ἡρωικὸς ἐπίσης στὶς μάχες ἦταν ὁ χαρισματικὸς πρωτότοκος ἀδελφός του Πάνος, ποὺ ἦταν μορφωμένος, ἔξυπνος καὶ γενναῖος.Ἀτυχῶς γιὰ τὴν Ἐπανάσταση τὸν δολοφόνησε ἡ φατρία τῶν Μαυροκορδάτου, Κουντουριώτη καὶ Κωλέττη κατὰ τὸν ἐμφύλιο.
.                   Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ἀγωνίστηκε σὲ ὅλες τὶς μάχες μὲ τὸν πατέρα του καὶ σὲ ὅσες ἐκεῖνος τὸν ἀπέστειλε, ὅπως καὶ τὸν Πάνο. Στὴ νεκρολογία τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ποὺ ἔγραψε ἡ πολιτικὴ ἐφημερίδα «Ὁ Αἰὼν» ἀναφέρεται σχετικά:  «Ἰδοὺ ὁ μέγας τῆς Ἐπαναστάσεως πολίτης, πάντοτε ἀποβλέπων πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος… καὶ πάντοτε χαίρων ὅλου τοῦ λαοῦ τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπην. Πατέρα τὸν ὠνόμαζεν οὐχὶ μόνη ἡ Πελοπόννησος ἀλλὰ καὶ αἱ Νῆσοι καὶ ἡ Στερεά, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀπέστειλε πολλάκις (1821, 1822, 1825 καὶ 1827 ) τοὺς υἱούς του Πάνον καὶ Γενναῖον». (Ἐφημ. «Ὁ Αἰών», ἀρ. φ. 417, 10 Φεβρουαρίου 1843, καὶ «Τὰκατὰ τὴν κηδείαν τοῦ Μακαρίτου Θεοδ. Κολοκοτρώνη» (Συμπληρωμένο ἀνάτυπο τοῦ 1843, Ἐπιμέλεια – συγγραφὴ Γ.Δ.Κουρκούτας, ἐκδ. Πελασγός, Ἀθήνα, 2021, σελ. 80).
.              Μὲ τὴ στρατιωτικὴ διαγωγὴ καὶ μὲ τὴ γενναιότητα ποὺ ἐπεδείκνυε στὶς μάχες ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης εἶχε ἀποκτήσει τὴν ἐκτίμηση ἀκόμη καὶ τῶν ἀντιπάλων του πατέρα του. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἀνδρέας Λόντος σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ἔγραψε: «Πόσον ἔκαμε τὸ χρέος του ὁ Γενναῖος εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς κάνω περιγραφὴν ἐπειδὴ τὸν γνωρίζετε…». Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν κυβέρνηση ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης, ἄλλος ἀντίπαλος τοῦ Θεοδ. Κολοκοτρώνη, ζητοῦσε ὅσοι ἔμεναν ἄπραγοι μέσα στὰ τείχη τοῦ Ναυπλίου νὰ ἐνταχθοῦν στὸ ἔνοπλο σῶμα τοῦ«ἀξίως καλουμένου Γενναίου Κολοκοτρωνίδου». Ἀκόμη καὶ ὁ Ἰμπραὴμ θεωροῦσε τὸν Γενναῖο τὴσοβαρότερη ἀπειλὴ ἐναντίον του καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ἐπιζητοῦσε τὴν πάσῃ θυσίᾳ κύκλωση καὶαἰχμαλωσία του. (Βλ. σχ. Ἰωάννη Β. Δασκαρόλη «Γενναῖος Κολοκοτρώνης», ἐκδ. Παπαζήση, σελ. 143 – 144).
.                   Ἡ στρατιωτικὴ ἀξία τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη φάνηκε κυρίως κατὰ τὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ. Ἡ φατρία ποὺ κυβερνοῦσε καὶ κρατοῦσε φυλακισμένο τὸν πατέρα του ἔδειξε ἀνικανότητα στρατιωτικὴ καὶ ὁ Ἰμπραὴμ ἁλώνιζε. Τότε καὶ μπροστὰ στὴν κατακραυγὴτοῦ λαοῦ ἡ κυβερνητικὴ φατρία ἀναγκάστηκε νὰ ἀπελευθερώσει τὸν Γέρο τοῦ Μοριᾶ, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν κατάσταση… Τὰ πράγματα ἦσαν ἐξαιρετικὰ δύσκολα, ὅμως ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαζὶ μὲ τὸν Γενναῖο καὶ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς κράτησαν ζωντανὴ τὴν Ἐπανάσταση.
.                   Στὶς 5 Σεπτεμβρίου 1825 ὁ Ἰμπραὴμ ἐκστράτευσε πανστρατιὰ στὴν Ἐπαρχία Μιστρᾶ, λεηλατώντας καὶ καταστρέφοντας τὰ πάντα στὴν ἐπαρχία αὐτή. Ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν στὴν Ἀργολίδα καὶ ὅταν ἔμαθε τὴν ἐκστρατεία τοῦ Ἰμπραήμ, διέταξε τὸ ὑπὸ τὸν Νικηταρᾶ καὶ τοὺς ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς στράτευμα νὰ κινηθεῖ κατὰ τὸ Γεωργίτσι καὶ τὴν Καστανιά, χωριὰ στὰ δυτικὰ τῆς Ἐπαρχίας, καὶ νὰ κτυπήσουν ἐκεῖ τὰ ἀποσπάσματα τοῦ Ἰμπραήμ. Ταυτόχρονα διέταξε τὸστρατόπεδο τῶν Βερβένων καὶ τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ὑπὸ τοὺς Λόντο, Κανέλλο Δεληγιάννη, Νοταρᾶ, Γενναῖο καὶ Χατζη-Μιχάλη νὰ τραβήξουν στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Ἐπαρχίας, κατὰ τὶς θέσεις Μπασαρά, Βαμβακοὺ καὶ Βέροια. Ὁ Θεόδ. Κολοκοτρώνης πέρασε ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα στὸ Λεωνίδιο  καὶ ἑνώθηκε μὲ τὰ ἀναφερθέντα στρατεύματα. Ἑνωμένοι οἱ Ἕλληνες ἐνεπλάκησαν σὲ μάχες μὲ τοὺς Τουρκοαιγυπτίους στὰ χωριὰ Κοσμᾶ, Γεράκι καὶ Μαρὶ καὶ τοὺς ἐνίκησαν, ἀνακουφίζοντας ἔτσι τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν αὐτῶν ποὺ προηγουμένως εἶχαν λεηλατηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰμπραήμ… (Φωτάκου «Ἀπομνημονεύματα περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Ἔκδ. Νεο-Ἱστορικῆς Βιβλιοθήκης, Ἀθῆναι, 1955, Τόμος 4ος, σελ. 592-593).
.                   Ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης ἦταν, ὅπως ὁ πατέρας του, στὴ δυσμένεια τῆςἈντιβασιλείας. Ὅμως ὁ Ὄθωνας τὸν ἔκανε ὑπασπιστή του καὶ ὑποστράτηγο. Ἐκεῖνος τοῦ ἔμεινε πιστὸς ἕως τὴν ἐξορία του καὶ πῆγε μαζί του στὴν Ἰταλία. Τὸν Μάϊο τοῦ 1862 γιὰ λίγους μῆνεςἀνέλαβε πρωθυπουργός. Τὸν δέχθηκε πλησίον του καὶ ὁ νέος βασιλιὰς Γεώργιος Α΄, τὸν ὁποῖο ἐκπροσώπησε στὸν γάμο τοῦ διαδόχου τῆς Ρωσίας. Σύζυγός του ἦταν ἡ Σουλιώτισσα Φωτεινὴ Τζαβέλλα καὶ ἀπέκτησε μαζί της ἑπτὰ παιδιά, δύο γιούς, τοὺς Θεόδωρο καὶ Κωνσταντῖνο καὶ πέντε θυγατέρες. Ἀπεβίωσε στὶς 23 Μαΐου 1868 ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια.-

, , ,

Σχολιάστε