ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Προβληματισμὸς
στοὺς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Προβληματισμὸς καὶ ἀμηχανία ἐπικρατεῖ στοὺς περισσότερους Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὸν ἀπόηχο τῆς ἔκτακτης συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας της, στὶς 23 καὶ 24 Νοεμβρίου 2016, μὲ θέμα τὴ συζήτηση ἐπὶ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη. Ἐνδεικτικό τοῦ κλίματος στοὺς κόλπους τῆς Ἱεραρχίας εἶναι ἡ κατάληξη καὶ μία τῶν προτάσεων τῆς εἰσηγήσεως – ἐνημέρωσης τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν κ. Θεολόγου.
.             Στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του ἀναφέρθηκε στὸν Σίλβεστρο Συρόπουλο καὶ στὸ 12τομο ἔργο του γιὰ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας καὶ ἀπὸ τὸ ὅλο ἔργο του ἐπέλεξε νὰ μνημονεύσει τὰ ἑξῆς:
.             «λπίζω ες τ φιλάνθρωπα σπλάγχνα το Κυρίου μν ησο Χριστο, το τ τιμίῳ Ατο αματι συστησαμένου τν δίαν κκλησίαν σπιλον κα κηλίδωτον κα διατηροντος ατν μέχρι το νν καθαρν κα νωτέραν πάσης τῆς κατ καιρος ναρριπισθείσης λύμης, πέπεισμαι ς ο περιόψεται πανοικτίρμων κα εσπλαγχνος τν κκλησίαν Ατο, λλ ες τν ρχαίαν κατάστασιν στηρίξει κα βεβαιώσει κρεττον πρότερον… (Συλβέστρου Συροπούλου Ἀπομνημονεύματα ΙΒ, 15-16)».
.             Σημειώνεται ἡ ἐπισήμανση τοῦ Σεβ., ὅτι ὁ Κύριος συνέστησε τὴν Ἐκκλησία Του καθαρή, ἀκηλίδωτη καὶ ἀνώτερη ἀπὸ κάθε διεγειρόμενη κατὰ καιροὺς βλάβη Της καὶ ὅτι, ὡς πανοικτίρμων, λόγῳ τῆς κατάστασης δὲν θὰ ἀποστρέψει ἀπὸ Αὐτὴν τὸ βλέμμα Του, ἀλλὰ θὰ τὴν στηρίξει καὶ θὰ τὴν ἀναδείξει καλύτερη ἀπὸ ὅ,τι ἦταν προηγουμένως… Σημειώνεται ἐπίσης τὸ συμβολικὸ τῆς ὑπόμνησης τοῦ Σιλβέστρου Συροπούλου. Ἦταν μεγάλη προσωπικότητα, διάκονος τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὰ ὑψηλὰ ἀξιώματα στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Μεγάλου Ἐκκλησιάρχου καὶ Δικαιοφύλακος. Συμμετέσχε στὴ ψευδοσύνοδο τῆς Φεράρας – Φλωρεντίας καὶ ποχρεώθηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα νὰ ὑπογράψει τὴν ἀπόφασή της. Ἔγραψε σχετικά: «Ἐξ ἀνάγκης ἕπομαι τοῖς πολλοῖς, ἵνα ἐκπληρώσω τὸν ὁρισμὸν καὶ τὸ θέλημα τοῦ βασιλέως… οδε γρ Θες τν διάθεσιν τς ψυχς μου, τι ο στέργω τοτο, οδ’ κουσίως πογράφω». Ὁ Συρόπουλος συνετάχθη μὲ τὸν Ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ παραιτήθηκε τῶν ἀξιωμάτων του, ὅταν Πατριάρχης ἀνέλαβε ὁ λατινόφρων Μητροπολίτης Κυζίκου Μητροφάνης Β΄. Συνειρμικὰ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν στὸν Συρόπουλο ὁδηγεῖ τὴ σκέψη στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὸν τρόπο ποὺ ὑπέγραψαν ἐκεῖ πολλοὶ Μητροπολίτες καὶ ἀποδέχθηκαν τὶς ἀποφάσεις τῆς οἱ Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἔκτακτη σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας Της.
.             Ἡ ἀξιοσημείωτη πρόταση τοῦ Σεβ. εἰσηγητοῦ εἶναι πὼς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μὲ μέριμνα τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, «νὰ ἀναθέσει σὲ ἁρμοδίαν ἢ καὶ σὲ εἰδικὴν Συνοδικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν σὲ βάθος μελέτην καὶ θεολογικὴν ἀποτίμησιν τῶν ἐκκλησιολογικῶς καὶ θεολογικῶς τεκμηριωμένων κειμένων, ποὺ ἔχουν ἤδη γραφεῖ καὶ ἐμπεριέχουν εἴτε θετικὲς ἢ καὶ ἐπιφυλακτικὲς θέσεις γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ὀφείλομεν, ὡς ὑπεύθυνοι καὶ φιλόστοργοι Ποιμένες, μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ποιμαντικῆς εὐαισθησίας νὰ ἀκούωμεν ὅλες τὶς σοβαρὲς καὶ ἐποικοδομητικὲς θέσεις. Τὸ καταστάλαγμα αὐτῆς τῆς μελέτης, ποὺ θεωρῶ ὅτι ἐκφράζει δυνατὰ ἕνα Συνοδικὸν ἦθος καὶ ποιότητα, μπορεῖ νὰ βοηθήσει, καταλλήλως ἀξιοποιούμενον, οὐσιαστικῶς καὶ τὴν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν μας καὶ τὴν Πανορθοδοξίαν συνολικῶς».
.             Ἡ ἐκ μέρους τοῦ Μητρ. Σερρῶν ἀναγνώριση ὅτι ὑπάρχουν τεκμηριωμένα ἐκκλησιολογικῶς καὶ θεολογικῶς κείμενα ποὺ ἐμπεριέχουν ἐπιφυλακτικὲς θέσεις γιὰ τὴ Σύνοδο στὴν Κρήτη ἐκφράζει πράγματι ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση πρὸς τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ἀπολυταρχικὴ – παπικὴ ἀντίληψη τοῦ Φαναρίου περὶ τῆς Ἀληθείας καὶ ἔναντι κάθε φωνῆς ποὺ δὲν ἀποδέχεται, καὶ δὲν ἐγκωμιάζει οὔτε ἐξυμνεῖ κάθε του ἐνέργεια.

       Τί προηγήθηκε τῆς Ἱεραρχίας

.             Τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Νοεμβρίου, ποὺ ὑπενθυμίζεται ὅτι εἶχε ὡς θέμα τὴ Σύνοδο στὴν Κρήτη, ὑπῆρξαν ἔντονες παρασκηνιακὲς ἐνέργειες τοῦ Φαναρίου. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελε νὰ παρουσιαστοῦν πρὸς τὰ ἔξω οἱ διαφωνίες καὶ οἱ ἐπιφυλάξεις Μητροπολιτῶν καὶ βεβαίως νὰ ὑπάρξει ἀνακοινωθὲν ἢ δελτίο Τύπου, τὸ ὁποῖο νὰ ἐπισήμανε αὐτὲς τὶς διαφωνίες καὶ ἐπιφυλάξεις.
.             Ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱεραρχίας, στὶς 18 Νοεμβρίου 2016, ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο. Στὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴ ἀναφέρεται στὴν «εὐθύνη του ὡς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς ἐν Κρήτῆ συνελθούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ ς φύλακος το Δόγματος κα τς κανονικς ν τ κατ νατολς κκλησία τάξεως», καὶ ἐκφράζει τὸν «σοβαρὸν προβληματισμὸν» τοῦ ἰδίου καὶ τῆς περὶ αὐτὸν Ἱερᾶς Συνόδου.
.             Ἡ αὐτοανακήρυξη τοῦ κ. Βαρθολομαίου ὡς φύλακος τοῦ Δόγματος καὶ τῆς κανονικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτόγνωρη στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Κατὰ τήν, τὸ 1848, ἀπάντησή τους πρὸς τὸν Πάπα Πῖο Θ΄οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς (Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος ϛ΄, Ἀλεξανδρείας Ἱερόθεος Β΄, Ἀντιοχείας Μεθόδιος καὶ Ἱεροσολύμων Κύριλλος Β´), τόνισαν ὅτι «περασπιστς τς θρησκείας εναι τ σμα τς κκλησίας, τοι ατς λαός, ποος θέλει τ θρήσκευμα ατο αωνίως μετάβλητον κα μοιον μ ατ τ τν πατέρων ατο» (Βλ. Ἡμερολόγιον 2016 Οἰκουμ. Πατρ. σελ. 43). Κατὰ τὸν Μητροπολίτη Περγάμου στοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας «οὐδεὶς Ἐπίσκοπος εἶχε οἱασδήποτε ἐκκλησιολογικῶς βεβαιουμένας δικαιοδοσίας κατὰ τρόπον πληρέστερον οἱουδήποτε ἄλλου Ἐπισκόπου».
.             Ἡ καινοφανὴς γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀντίληψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ταιριάζει περισσότερο σ’ αὐτὴν τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης. Σύμφωνα μὲ τὴν Κατήχηση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνος ἔχει τὸ «ἀλάθητο» καὶ «τὸ καθῆκον τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ». (Βλ. σχ. Κατήχηση Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἔκδ. Κάκτος, Ἀθήνα, 1996, σελ. 46).
.             Ὡς αἰτία τοῦ προβληματισμοῦ του ὁ Οἰκ. Πατριάχης ἀναφέρει πληροφορίες ποὺ «περιέρχονται καθ’ ἡμέραν ἐκ διαφόρων πηγῶν» στὸν ἴδιο ὅτι «ὁ Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ὁμόφρονες κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, διὰ τοῦ διαδικτύου καὶ τῶν διαφόρων μέσων γενικῆς ἐνημερώσεως, περιερχόμενοι δὲ καὶ διαφόρους ἀδελφὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, προσκαλοῦσι τοὺς ἀδελφοὺς Προκαθημένους καὶ τοὺς ποιμένας, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως τὸν εὐσεβῆ Ὀρθόδοξον Λαόν, εἰς ἀνταρσίαν καὶ ἀμφισβήτησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐν Κρήτῃ ἐν εὐλογίαις καὶ ἐν ἐπιτυχίαις συνελθούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας… ».
.             Στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς του ὁ Πατριάρχης κατηγορεῖ εὐθέως τοὺς Μητροπολίτες τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Καλαβρύτων κ. Ἀμβρόσιο καὶ Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Γράφει, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ἀτυχῶς, τὴν συμπήξασαν μέτωπον κατὰ τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐν Κρήτῃ συνελθούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου γνωστὴν ὁμάδα ἐνισχύουσι, διὰ τῆς στάσεως αὐτῶν, καὶ ἀδελφοὶ Ἱεράρχαι τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῆς γραφίδος καὶ τοῦ εὐκαίρως – ἀκαίρως ἐκφερομένου πρὸ καὶ μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Μεγάλης Συνόδου, ἐπὶ παντός τοῦ ἐπιστητοῦ ἀκρίτου λόγου αὐτῶν, ὡς ἐπὶ παραδείγματι οἱ Ἱερώτατοι Μητροπολίται Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας κ. Ἀμβρόσιος καὶ Πειραιῶς κ. Σεραφείμ». (Σημ. Ὁ τονισμὸς τοῦ ὑπογράφοντος).
.             Στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Οἰκουμ. Πατριάρχης σημειώνει ὅτι τὰ κείμενα τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη «τυγχάνουν δεσμευτικὰ διὰ πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς» καὶ παρακαλεῖ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο νὰ λάβει «τὰ προσήκοντα μέτρα καὶ νὰ προβεῖ στὶς δέουσες συστάσεις πρὸς τοὺς εἰρημένους κληρικοὺς καὶ πρὸς τὰ συγκεκριμένα στελέχη, ἴνα παύσωσι νὰ ἐνεργῶσι ἀντιεκκλησιαστικῶς καὶ ἀντικανονικῶς, νὰ σκανδαλίζωσι ψυχᾶς “ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε” καὶ νὰ προκαλῶσι προβλήματα εἰς τὴν ἑνιαίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν».
.             Ὁ Πατριάρχης ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στὸν Ἀρχιεπίσκοπο νὰ ἐνεργήσει «τὸ δέον, κατὰ τὴν κανονικὴν ἀκρίβειαν καὶ προβῆ εἰς τὰς δεούσας πρὸς τοὺς εἰρημένους κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς συστάσεις καὶ προβολᾶς, ἴνα μὴ δίδωσιν ἀφορμᾶς εἰς <σκάνδαλα> ἐπὶ ἀπειλῆ ἐπιβολῆς, ἐν περιπτώσει μὴ ἀνανήψεως, τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων κυρώσεων, πρὸς θεραπείαν τῶν διὰ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν προκαλουμένων εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μωλώπων». Καὶ ἐξηγεῖ ὁ Πατριάρχης ἐν κατακλείδι ποιὲς θὰ εἶναι αὐτὲς οἱ κυρώσεις σὲ ὅσους διαφωνοῦν μὲ τὴν Σύνοδο στὴν Κρήτη καὶ δὲν φιμώνουν τὴ φωνὴ καὶ τὴν γραφίδα τους: « Ἐὰν δὲν ἀνανήψωσιν καὶ δὲν ἔλθουν εἰς ἑαυτοὺς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον θέλει ἀντιμετωπίσει τὸ δημιουργούμενον πρόβλημα διὰ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ μυστηριακῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν». Ὁ κ. Βαρθολομαῖος δὲν διευκρινίζει ἂν θὰ τὸ πράξει ἐπαναλαμβάνοντας τὶς ἀνατριχιαστικές, σκοταδιστικὲς καὶ μεσαιωνικὲς σκηνὲς τῆς τελετῆς στὸ Φανάρι διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Χριστόδουλο.
.             Ἡ πατριαρχικὴ ἐπιστολὴ προφανῶς προβλημάτισε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο. Σημειώνεται ὅτι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς στὶς 17 Νοεμβρίου 2016 δημοσιοποίησε ὑπόμνημα πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Μητροπολίτες μέλη τῆς Ἱεραρχίας ἐπὶ τῆς ἐκτάκτου συγκλήσεως τῆς ΙΣΙ τὴν 23η καὶ 24η Νοεμβρίου 2016. Σ’ αὐτὸ ἀπορρίπτει τὴν περιωπὴ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ ἐκφράζει τὴ γνώμη ὅτι «θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῆ ὡς μία προσυνοδικὴ διαδικασία καὶ μόνον (Σημ. ὁ τονισμὸς τοῦ ὑπογράφοντος) καὶ νὰ ἐργασθοῦμε ὅλοι νὰ συγκληθῆ μία ὄντως Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος ποὺ θὰ θεραπεύση ἀστάθειες καὶ ἀσάφειες καταδικάζουσα τὴν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ διακηρύσσουσα παγκοσμίως ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας καὶ μετοχῆς στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἀδιαιρέτου Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
.             Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δὲν θέλει στὴν παροῦσα φάση νὰ προκληθεῖ νέα ἔνταση μὲ τὸ Φανάρι. Ἐν ὄψει τῆς Ἱεραρχίας τὸ κλίμα ἦταν βαρὺ σὲ βάρος τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ ὅσων ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συμφώνησαν μὲ τὰ κείμενά της. Ὁ κ. Ἱερώνυμος γιὰ νὰ κατεβοῦν οἱ τόνοι διαβουλεύθηκε μὲ πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἀνοικτὰ διαφώνησαν μὲ τὸν χαρακτήρα καὶ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη. Τοὺς περιέγραψε τὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἐπισήμανε ὅτι γνωρίζοντας πρόσωπα καὶ πράγματα στὸ Φανάρι ὅ, τι καὶ ἂν πράξουν ὡς Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος οἱ ἀποφάσεις τῆς Κρήτης δὲν ἀνατρέπονται. «Ὃ γέγονε, γέγονε» ἦταν ἡ κατευθυντήρια ἰδέα τοῦ κ. Ἱερωνύμου. Ὅσοι ἦσαν κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη δὲν ἔκρυψαν τὴ δυσφορία τους καὶ τὸν ἔντονο προβληματισμό τους γιὰ τὴν ἐξέλιξη ποὺ πῆραν τὰ πράγματα. «Οὔτε ἡ Αὐτοκεφαλία ἰσχύει, οὔτε ἡ αὐθεντία μας, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ἡ εὐθύνη μας ὡς Ἐπισκόπων» μας σημείωσε Ἱεράρχης, ἐκ τῶν διαφωνούντων.
.             Λόγῳ τῆς σοβαρότητας τῆς καταστάσεως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος συνεκάλεσε Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο στὶς 7 τὸ πρωὶ τῆς 23ης Νοεμβρίου 2016, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἱεραρχίας. Σ’ αὐτήν, ὡς Συνοδικός, συμμετέσχε καὶ ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπανέλαβε τὰ ὅσα εἶχε πεῖ σὲ κατ’ ἰδίαν συζητήσεις καὶ ἐκμαίευσε τὴ συγκατάθεση τῶν Συνοδικῶν νὰ γίνει προσπάθεια νὰ μείνουν χαμηλοὶ οἱ τόνοι στὴν Ἱεραρχία.

Τὰ γεγονότα κατὰ τὴν Ἱεραρχία

.             Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς Ἱεραρχίας γέμισε μὲ τὴν 4ωρη ἀνάγνωση τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν κ Θεολόγου. Ἦταν μία ἐμπεριστατωμένη ὁμιλία καὶ μία σωστὴ καταγραφὴ τῶν γεγονότων. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἄρχισε ἡ συζήτηση, ἀλλὰ ἀμέσως φάνηκε ὅτι ἡ γραμμὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πέρασε σὲ μεγάλο βαθμό. Ὑπῆρξαν ἐντάσεις, ὑπῆρξαν ἀκόμη καὶ ἀνταλλαγὲς ἀρνητικῶν χαρακτηρισμῶν μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν, ὅμως ἡ ἀπόφαση ἦταν τίποτε νὰ μὴν βγεῖ πρὸς τὰ ἔξω. Πάντως οἱ Μητροπολίτες Καλαβρύτων καὶ Πειραιῶς δὲν μίλησαν στὴν Ἱεραρχία, οὔτε προέβησαν σὲ κάποια δήλωση μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
.             Τὸ δελτίο Τύπου τῆς δευτέρας ἡμέρας τῆς Ἱεραρχίας (24ης Νοεμβρίου 2016), κατὰ τὴν ὁποία συζητήθηκε ἡ εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν, ἦταν μόνο μία σελίδα!!! Οὐσιαστικὰ δὲν ἐγράφη τίποτε σὲ αὐτὸ γιὰ τὰ ὅσα διαμείφθηκαν στὴ συνεδρίαση. Οὔτε ὅτι ἔλειψαν πολλοὶ Μητροπολίτες μὲ διάφορες δικαιολογίες, γιατί δὲν θέλησαν νὰ συμμετάσχουν στὴ συζήτηση, οὔτε ποιοὶ Μητροπολίτες μίλησαν καὶ τί εἶπαν, οὔτε ἂν ὑπῆρξαν συμπεράσματα καὶ ποιά. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐντολὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τηρήθηκε ἀπολύτως. Ἐκεῖνο ποὺ ἐγράφη εἶναι ὅτι «ἐπιβεβαιώθηκε ἡ ἑνότητα τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποφασίστηκε ἡ ἔγκριση τῶν προτάσεων τῆς Εἰσηγήσεως, καθὼς καὶ ἡ μελέτη καὶ ὅλων τῶν κειμένων ποὺ ὑπεβλήθησαν, ἀπὸ τὴν Δ.Ι.Σ., ὥστε νὰ συνταχθεῖ ἀνακοινωθὲν πρὸς ἐνημέρωση τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ».
.             Ὡς πρὸς τὴν ἀπόφαση ποὺ ἀναφέρεται στὸ Δελτίο Τύπου ὑπῆρξε ἀντίδραση ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Κυθήρων κ. Σεραφείμ. Σὲ δήλωσή του σημειώνει ὅτι αὐτὸ «δὲν ἀποδίδει ἐπακριβῶς τὴν ἀπόφαση τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας», ὅσον ἀφορᾶ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λέγει ὅτι ἐνέκρινε ἡ Ἱεραρχία τὶς προτάσεις ποὺ περιέχονται στὴν εἰσήγηση τοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν. Καὶ προσθέτει ὅτι «δὲν ἐτέθη τέτοιο θέμα σὲ ψηφοφορία» καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετὰ τὴ συζήτηση δήλωσε ὅτι «δὲν παίρνουμε καμία ἀπόφαση, ἀλλὰ ἀναθέτουμε στὴν Δ.Ι.Σ., ἡ ὁποία θὰ ἐκτιμήσει ὅλο τὸ ὑλικό, τὶς παρεμβάσεις τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, τὰ πρακτικὰ καὶ κάποια ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ἀπὸ συνοδικοὺς συνέδρους καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴν ἐπεξεργασία θὰ συνταχθεῖ ὑπὸ τῆς Δ.Ι.Σ. ἐγκύκλιος ἡ ὁποία θὰ ἀπευθύνεται στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Ἑπομένως, τονίζει ὁ Μητρ. Κυθήρων, δὲν ὑπάρχει πρόκριμα ὑπὸ τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας γιὰ τὸ ὅλο θέμα.

             Ἀθήνα, Φανάρι, Μόσχα

.             Μὲ τοὺς χειρισμούς του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στὴν Ἱεραρχία τοῦ Νοεμβρίου πέτυχε νὰ μὴν φανεῖ πρὸς τὰ ἔξω ὅτι δὲν ἦταν ἑνωμένη στὸ θέμα τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη, νὰ ἐπιβάλει σιωπὴ στοὺς γράφοντες καὶ ὁμιλοῦντες περὶ αὐτῆς καὶ νὰ ἀποφύγει νέα ἔνταση στὶς σχέσεις του μὲ τὸν κ. Βαρθολομαῖο, ἔστω προσωρινά. Ἐπισημαίνεται ὅτι δὲν ἔθιξε κἂν τὸ θέμα τοῦ φακέλου ποὺ μένει στὸ ἀπόρρητο γραμματοκιβώτιο τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀναφέρεται στὸν Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Οὐσιαστικὰ ἡ Ἐγκύκλιος καὶ ἡ ἐνημέρωση τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ γιὰ τὶς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μεταφέρονται στὶς ἑλληνικὲς καλένδες…
.             Ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἱκανοποιήθηκε ἀπὸ τὰ ὅσα συνέβησαν – ἢ δὲν συνέβησαν – στὴν Ἱεραρχία καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ Μητροπολίτες Καλαβρύτων καὶ Πειραιῶς κατ’ αὐτὴν σιώπησαν. Γιὰ μίαν ἀκόμη φορᾶ θεωρεῖ ὅτι οἱ ἀπειλές του πρὸς μέλη τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπίασαν τόπο καὶ πὼς διὰ τῆς σκληρῆς γραμμῆς του ἔδειξε πάλι τὴν ἔναντί Της ὑπεροχὴ ἰσχύος τοῦ Φαναρίου.
.             Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη Μητροπολίτου τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡ ἑνότητα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τῆς ἐπιδείξεως πυγμῆς, οὔτε μὲ δυτικοῦ τύπου κατασταλτικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν μὲ ταπείνωση ἀπὸ κοινοῦ συμμετοχὴ στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ στὸ Κοινὸ Ποτήριο. Προσέθεσε ἀκόμη ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν φάνηκε στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἀντιθέτως φάνηκε ἐκεῖ διασπασμένη.
.             Εἶναι προσωπικὴ ἥττα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὅτι αὐτὴ ἡ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας φάνηκε ὄχι στὴν Κρήτη, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἑορτασμὸ στὴ ρωσικὴ πρωτεύουσα τῶν 70ῶν γενεθλίων του Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου, στὶς 21 Νοεμβρίου 2016. Σ’ αὐτὸν προσῆλθαν Προκαθήμενοι ἢ ἐκπρόσωποί τους ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ ἔτσι πανηγυρικὰ φάνηκε αὐτὴ ἡ ἑνότητα, ποὺ ἔλειψε στὴν Κρήτη.
.             Κατὰ τὴν ὁμιλία του ὁ Πατριάρχης Μόσχας μίλησε κατ’ ἐπανάληψη γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶπε πὼς τὸ πιὸ σημαντικὸ στὴν ἐκκλησιαστική του διακονία εἶναι ἡ διαφύλαξη καὶ ἡ περιφρούρηση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ πάρα κάτω στὴν ἴδια ὁμιλία τοῦ τόνισε ὅτι «ἡ διαφύλαξη καὶ ἡ ἐνίσχυση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἄμεσο καθῆκον ὅσων καλοῦνται στὴν Ἀρχιερατεῖα καὶ κυρίως στὸ λειτούργημα τοῦ Προκαθημένου».
.             Ὡς πρὸς τὴ στάση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀποχή της ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη ὁ κ. Κύριλλος σημείωσε:
.             «Ἡ ἐπίγνωση τῆς σπουδαιότητος σεβασμοῦ τῆς ψήφου τοῦ κάθε μέλους τῆς Ἐκκλησίας βρῆκε ἀντανάκλαση στὴ στάση μας ἔναντι τῶν προοπτικῶν συγκλήσεως τὴ Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου…. Ἦταν (Σημ. ὁ τονισμὸς ἀπὸ τὸν ὑπογρ.) νὰ ἀποτελέσει ὁρατὴ ἔκφραση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας..Ὅταν πληροφορηθήκαμε τὴν ἀποχὴ ἐνίων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὴ Σύνοδο, ἀναγκασθήκαμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀλλάξουμε τὰ σχέδιά μας καὶ ἀποφασίσαμε τὴ μὴ μετάβασή μας στὴ Σύνοδο, τασσόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἦταν μία εὔκολη ἀπόφαση γιά μας, ἀλλὰ πλήρως δικαιολογημένη (Σήμ. Ὁ τονισμὸς ἀπὸ τὸν ὑπογρ.), καθὼς συνειδητοποιήσαμε σαφῶς ὅτι ἡ Σύνοδος ἀπουσία ἔστω καὶ μίας ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας, δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἐπιτύχει τὸν κυριότερό της σκοπό, νὰ ἐπιδείξει στὸν κόσμο μὲ αἰσθητὸ τρόπο τὴν ἑνότητα τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. (Σήμ. Ὁ τονισμὸς τοῦ ὑπογρ.).
.             Ἡ Σύνοδος στὴν Κρήτη ἔλαβε χώρα παρὰ τὴν ἀπουσία ἐνίων Ἐκκλησιῶν. Δὲν μπορεῖ βεβαίως παρὰ νὰ προκαλεῖ τὴν εἰλικρινῆ λύπη μας τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν κατέστη ἐφικτὴ ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὴν ὅλων τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν. Καὶ ὅμως εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅλοι ἐνήργησαν μὲ βάση τὴ συνείδησή τους, καὶ ὅσοι προσῆλθαν στὴ Σύνοδο καὶ ὅσοι ἀπέσχον. Ἐπίσης κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τῶν κειμένων ὁ κάθε Ἱεράρχης ἐνήργησε μὲ βάση τὴ συνείδησή του. Κάποιος ὑπέγραψε, κάποιος δὲν ὑπέγραψε.
.             Ἡ ἱστορία συνεχίζεται καὶ πρέπει νὰ προχωρήσουμε ἐνισχύοντας τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ὁμοφροσύνη μας. Ἀποδίδουμε εὐχαριστίες στὸν Πανοικτίρμονα Θεό, διότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἑνιαία παρὰ τὶς μεμονωμένες διαφωνίες ποὺ δημιουργοῦνται κατὰ καιρούς. Τὸ γεγονὸς ποὺ σήμερα παρευρίσκονται ἐδῶ οἱ ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ Προκαθήμενοι καὶ οἱ ἀντιπροσωπεῖες ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τὸ γεγονὸς ποὺ σήμερα κοινωνοῦμε ἀπὸ τὸ ἴδιο ποτήριο καὶ ὅτι «ἓν σῶμα ἐσμὲν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. ιβ´ 5) ἀποτελεῖ μία λαμπρὰ ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς ἑνότητας».
.             Σημειώνεται ὅτι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες ἀπέσχον τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη ἔχουν ἀποφασίσει ὅτι δὲν ἰσχύουν γι’ Αὐτὲς οἱ ἀποφάσεις της! Τὸ Φανάρι δὲν ἔχει ἀνακοινώσει τί θὰ πράξει ἔναντί τους. Ἂν διακόψει τὴν κοινωνία Του μὲ Αὐτὲς τότε θὰ ἔχει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πάντως αὐτὸ δὲν φάνηκε στὴ Μόσχα, ἀφοῦ συμμετέσχε κανονικὰ ἀντιπροσωπεία Τοῦ μαζὶ μὲ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὴ Σύνοδο στὴν Κρήτη.
.             Τελικὰ φαίνεται ὅτι ἡ πυγμὴ τοῦ Φαναρίου ἐξαντλεῖται στὴν ἐπίδειξη πυγμῆς μόνο σὲ κληρικοὺς καὶ λαϊκούς της Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ποὺ διαφωνοῦν μὲ τὶς ἀποφάσεις της. Λ.χ. ἀπειλεῖ τὸν π. Θεόδωρο Ζήση μὲ ἐπιβολὴ ποινῆς, ποὺ μεταβαίνει σὲ μία τοπικὴ Ἐκκλησία καὶ διατυπώνει τὴν ἄποψή του ἐπὶ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ δὲν κάνει τὸ ἴδιο μὲ τὸν Προκαθήμενό Της, ποὺ τὸν ἀκούει καὶ συμφωνεῖ μαζί του! Ἂν ὁ κ. Βαρθολομαῖος σιωπήσει καὶ δὲν ἀποφασίσει τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν συγκεκριμένο Προκαθήμενο, ἢ μὲ τοὺς ἄλλους Προκαθημένους ποὺ δὲν ἐφαρμόζουν τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη, τότε εἶναι ἄδικες οἱ ἀπειλές του γιὰ ἐπιβολὴ ἀκοινωνησίας στοὺς Μητροπολίτες καὶ ἄλλους κληρικούς, καθὼς καὶ λαϊκούς της Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.-

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμεν. Συνόδων

%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bbΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ
στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν  Οἰκουμεν. Συνόδων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πατρῶν
κ. κ. Χρυσοστόμου

Προλογίζοντας τὴν διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ Αἰδεσιμολoγιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, Κληρικοῦ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς καὶ Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως, μὲ θέμα: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της στὰ πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ σημειώσω κάποιες σκέψεις τόσο γιὰ τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολεῖται ὁ π. Ἀναστάσιος στὴν ὡς εἴρηται ἐργασία, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο. 

Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ περὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης στὴν συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο καὶ μάλιστα σὲ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθ᾽ ὅσον πολλὴ συζήτησις γίνεται καὶ στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὴν θέση τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης στὴν πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἕως τῆς σήμερον.

Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὰς ἀψευδεῖς πηγᾶς, φωτίζει τὶς πτυχὲς τοῦ τόσο ἐνδιαφέροντος διαχρονικὰ ζητήματος, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ περὶ τοῦ «πρωτείου» θέμα καὶ ἐκεῖνο περὶ τῆς «οὐνίας». Ἀκανθωδέστατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυναμιτίζουν τὸν ὅποιο διάλογο ἤθελε διεξαχθῆ, ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική, μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ στὴν Δύση.

Ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, εἶναι κληρικὸς ζηλωτὴς μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ σφρίγος πνευματικό. Ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ μάλιστα λεπτομερῶς καὶ εἰς βάθος, τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις μὲ γνώμονα πάντοτε τὴν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια καὶ ἡ σταθερὰ προσήλωσή του στὴν ἁγία παράδοση τῆς Ἁγιωτάτης ἠμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸν ἔχουν ἀναδείξει βαθυνούστατον μελετητὴν καὶ αὐστηρὸν θεολόγον μεταξὺ τῶν συμπρεσβυτέρων του.

Τὸν συνοδεύει πάντοτε ἡ ἀγάπη μας καὶ ἡ εὐχή μας γιὰ ὅ,τι καλὸν καὶ πνευματικὸν πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι ὀρθοδόξως προσκυνουμένου Θεοῦ ἠμῶν καὶ φωτισμὸν μέσω τῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δογμάτων καὶ σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐπαινοῦμε γιὰ τὸ ὡραῖο ἀνὰ χεῖρας πόνημά του καὶ δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας του, στὴν ὁποία ἐν συγκινήσει ἐδιαβάσαμε, ὅτι ἀφιερώνει τὴν παροῦσα ἐργασία του.

 

 

,

Σχολιάστε

«ΚΑΤΑΣΤΙΚΤΟΣ ΤΟΙΣ ΜΩΛΩΨΙ»- Σταυροαναστάσιμος πολιτισμός

 «Κατάστικτος τος μώλωψι…»

Ἐπιστολὴ τοῦ Σπύρου Μπαζίνα
– Καθηγητοῦ Νομικῆς, Βιέννη
στὴν ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 23.11.2016

 

Κύριε διευθυντὰ

.               Ὅπως εἶναι γνωστό, ὡς λαὸς ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ρέπουμε πρὸς τὴν ὑπερβολή. Ὅταν τὰ πράγματα μᾶς πᾶνε καλά, ὑπερβάλλουμε πρὸς τὰ πάνω καὶ γινόμαστε ἀπρόσεχτοι καὶ ἀλαζονικοί. Καὶ ὅταν δὲν μᾶς πᾶνε καλά, ὑπερβάλλουμε πρὸς τὰ κάτω καὶ μᾶς πιάνει ἡ ἀπαισιοδοξία. Ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τὰ πράγματα μᾶς πᾶνε πολὺ ἄσχημα, κινδυνεύει νὰ μᾶς καταβάλει ἡ ἀπελπισία. Ἐπιτρέψτε μου, λοιπόν, νὰ πῶ δύο λόγια ποὺ μποροῦν ἴσως νὰ ἐμπνεύσουν κάποια αἰσιοδοξία καὶ νὰ δείξουν τὸ φῶς στὴν ἄκρη τοῦ τοῦνελ (ποὺ δὲν θὰ εἶναι τὸ τρένο ποὺ ἔρχεται)! Πρόσφατα, εἶχα τὴν τιμὴ καὶ τὴ χαρὰ νὰ πραγματοποιήσω ὡς προσκεκλημένος δύο ὁμιλίες στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν. Ὅπως εἶπα στοὺς φοιτητές, φοιτοῦν σὲ μία ἀπὸ τὶς καλύτερες νομικὲς σχολὲς στὸν κόσμο, πράγμα ποὺ φαίνεται στὴ διεθνῆ ἀναγνώριση καὶ ἐπιτυχία τῶν ἀποφοίτων της. Μὲ ὑπερηφάνεια διαπίστωσα πόσο ἐνήμεροι εἶναι οἱ συνάδελφοι στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν γιὰ τὶς διεθνεῖς ἐξελίξεις στὸν τομέα τους, ἀλλὰ καὶ πόσο καλὰ προετοιμασμένοι εἶναι οἱ φοιτητές. Στὴ θρυλικὴ δὲ αἴθουσα Σαριπόλων, ὅπου δίδαξαν μεγάλες φυσιογνωμίες τῆς νομικῆς μας ἐπιστήμης, εἶδα μὲ χαρὰ πρόσωπα νεανικά, καθαρά, γεμάτα ἐνδιαφέρον καὶ ἐλπίδα. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ἀβίαστο. Τὸ ἐχέγγυο τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας μaς εἶναι τὰ νιάτα καὶ ἡ παιδεία μας, ὁ πολιτισμός μας. Λοιπόν, τὴν παιδεία μας, τὸν πολιτισμό μας, καὶ τὰ μάτια μας!
.               Ἀλλὰ ποιά παιδεία, ποιόν πολιτισμό, αὐτὸν ποὺ μυρίζει θάνατο ἢ αὐτὸν ποὺ μοσχοβολάει ζωή; Καθημερινά, μὲ τὸν πόνο, ποὺ ἔβλεπα γύρω μου στὴν Ἀθήνα, μοῦ ἐρχόταν στὸν νοῦ τὸ Καζαντζάκειο: «Νίκησα; Νικήθηκα; Τοῦτο μονάχα ξέρω: Εἶμαι γεμάτος πληγὲς καὶ στέκομαι ὄρθιος». Ἀλλὰ ὁ νοῦς μου δὲν χώραγε τὴ συνέχεια αὐτῆς τῆς ρήσης: «Δὲν ἐλπίζω τίποτα, δὲν φοβοῦμαι τίποτα, εἶμαι λέφτερος». Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς ἐλεύθερος, ἂν δὲν ἐλπίζει, ἂν δὲν φοβᾶται τίποτα, ὅταν ὑπόκειται στὸν ζόφο τοῦ θανάτου, ἐκτὸς βέβαια ἂν εἶναι Θεὸς ἢ ἄψυχο ζῶο, καὶ ὄχι «ζῶον τῇ πρὸς Θεὸν νεύσει θεούμενον»; Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ἡ Γ´ Ὠδὴ ἀπὸ τὸν Κανόνα τοῦ Ἐπιταφίου Θρήνου: «Κατάστικτος τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργός». Ἔτσι εἶναι ὁ Ἕλληνας καὶ ὁ πολιτισμὸς τοῦ σήμερα: γεμάτος μώλωπες ἀπὸ τὰ κτυπήματα καί, ἐν τούτοις, πηγὴ κάθε δύναμης, ὅπως ὁ Κύριος καὶ Θεός του. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὸν καταβάλει, οὔτε αὐτὸς ὁ θάνατος. Ἀκριβῶς γιατί ἀκουμπάει στὸν ζωοοποιὸ τάφο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνάσταση. Ατ τν σταυροαναστάσιμο πολιτισμ φείλουμε λοιπν ν φυλάξουμε ς κόρην φθαλμο, γιὰ χάρη μας καὶ γιὰ χάρη τοῦ κόσμου ὅλου. Τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ μὴν ἀφήσουμε τὴν καρδιά μας νὰ σκληρύνει «ἐν τῷ παραπικρασμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ», ἀλλὰ νὰ τὴ βοηθήσουμε νὰ κάνει τὸ σωστὸ κλίκ, καὶ νὰ πεῖ ὡς ὁ πονεμένος πατέρας: «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ», καὶ ὡς ὁ ἅγιος ληστής: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου»!

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΠΛΗΡΕΣ [σ᾽ὁλόκληρο τὸν κόσμο] ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ «στὸ σπίτι του»!

Τ παλαιότερο πλρες χειρόγραφο τῆς Καινς Διαθήκης
πέστρεψε στν Παναγία Εκοσιφοίνισσα

βλ. σχετ.: ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ Κ. ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Α´ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Δεκεμβρίου 04 2016 12:01

.           Πρόκειται γιὰ τὸ παλιότερο πλῆρες χειρόγραφο τῆς Καινῆς Διαθήκης σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ ἐπέστρεψε στὴ Ἱερὰ μονὴ ἕναν αἰώνα μετὰ
.           Μία πολυετὴς καὶ κοπιαστικὴ προσπάθεια, γεμάτη περιπέτειες στὸ πέρασμα ἑκατοντάδων ἐτῶν ποὺ στόχευσε στὴν ἐπιστροφὴ τῶν κλεμμένων κειμηλίων τῆς ἱερὰ μονῆς Παναγίας Εἰκοσιφοίνισσας, εἶχε σήμερα τὸ ἀπόγευμα αἴσιο τέλος, μὲ τὴν παράδοση ἑνὸς χειρόγραφου κειμένου τοῦ 9ου αιώνα, ἀνεκτίμητης ἱστορικῆς ἀξίας, γνωστοῦ ὡς Κώδικας 1424, ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Δημήτριο στον μητροπολίτη Δράμας Παῦλο καὶ τὴν ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μόνης γερόντισσα Ἀλεξία.
.           Στὸν ἱερὸ μητροπολιτικὸ ναὸ Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, τὴν παραμονὴ τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, πολιούχου καὶ προστάτιδας τῆς Δράμας, ὁλοκληρώθηκε μία μακρὰ προσπάθεια καὶ ταυτόχρονα ἔγινε ἡ ἀρχὴ γιὰ τὸν ἐπαναπατρισμὸ πολύτιμων κειμηλίων ποὺ τὸ 1917 ἐκλάπησαν ἀπὸ τὰ βουλγαρικὰ στρατεύματα κατοχῆς, τὰ ὁποῖα προκάλεσαν ἀνυπολόγιστες καταστροφὲς καὶ θηριωδίες στὸ μοναστήρι τῆς Εἰκοσιφοίνισσας, ὅπου φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας.
.           Οἱ ἄοκνες προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου καὶ ἡ συνεχὴς προσπάθεια τοῦ μητροπολίτη Παύλου γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν κειμηλίων ἀπέδωσαν καρπούς. Σήμερα, μέσα σὲ κλίμα βαθειᾶς συγκίνησης καὶ χριστιανικῆς ἀδελφοσύνης, ὁ πρόεδρος τῆς Λουθηρανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σικάγου αἰδεσιμότατος James Nieman παρέδωσε τὸν Κώδικα 1424, ὁ ὁποῖος γιὰ 100 καὶ πλέον χρόνια βρίσκονταν στὴ νόμιμη κυριότητα τῆς Λουθηρανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς.

Τί περιλαμβάνει ὁ κώδικας

.           Ὁ «Κώδικας 1424» (Codex 1424), ὅπως ὀνομάζεται τὸ κειμήλιο, ἀποτελεῖ τὸ παλαιότερο πλῆρες χειρόγραφο τῆς Καινῆς Διαθήκης στὸν κόσμο, γραμμένο στὰ ἑλληνικὰ στὴ ρέουσα γραφή. Εἶχε πουληθεῖ στὶς ΗΠΑ -ὅπου κατέληξε- τὸ 1920 ἀπὸ ἕναν Εὐρωπαῖο βιβλιοπώλη, καὶ βρέθηκε στὴν κατοχὴ τῆς Λουθηρανῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σικάγου, ὅπου φυλασσόταν μέχρι σήμερα.
.           Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑκατοντάδες χειρόγραφα καὶ ἄλλα ἀντικείμενα- ἀνεκτίμητα κειμήλια τῆς θρησκευτικῆς καὶ πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς, ποὺ ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τὴν Παναγία Εἰκοσιφοίνισσα καὶ ἄλλες μονὲς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βουλγαρικῆς κατοχῆς στὴν περιοχὴ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας στὸν Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ὅπως ἀποκαλύφθηκε τὶς τελευταῖες δεκαετίες, τὰ περισσότερα ἀπ᾽ αὐτὰ βρίσκονται σήμερα στὴ Σόφια, στὸ Κέντρο Σλαβοβυζαντινῶν Σπουδῶν Ivan Dujev καὶ στὸ Ἐθνικὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο τῆς γειτονικῆς χώρας, καὶ ἔχουν διατυπωθεῖ κατὰ καιροὺς αἰτήματα γιὰ τὴν ἐπιστροφή τους, ἐνῶ ἕνας ἀριθμὸς κειμηλίων βρίσκεται σὲ βιβλιοθῆκες ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων καὶ ἰδιωτικὲς συλλογὲς τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν ΗΠΑ.
.           Ἕνα ἀπ᾽ αὐτὰ εἶναι ὁ «Κώδικας 1424», ποὺ γράφτηκε τὸν 9ο ἢ 10ο αἰώνα ἀπὸ τὸν μοναχὸ Σάββα. Τὸ χειρόγραφο ἔχει διαστάσεις 28 ἐπὶ 18 ἑκατοστὰ καὶ στὶς 674 σελίδες του (337 φύλλα γραμμένα καὶ στὶς δύο πλευρές, μὲ 29 ὡς 33 γραμμὲς ἀνὰ σελίδα), περιλαμβάνει τὸ σύνολο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Αἰῶνες μετὰ τὴ γραφή του προστέθηκαν ὡς σχόλια στὰ περιθώρια τῶν σελίδων ἀποσπάσματα κειμένων τοῦ Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Βασιλείου τοῦ Μεγάλου καὶ ἄλλων.
.           Ἐπιπλέον, ὅπως ἐπισημαίνεται, εἶναι ἀσυνήθιστη ἡ σειρὰ τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως παρατίθενται στὸ χειρόγραφο. Γιὰ παράδειγμα, τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, ποὺ σήμερα βρίσκεται στὸ τέλος τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐδῶ προηγεῖται τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Τὸ γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη

.           Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος στὴν ἔναρξη τῆς σημερινῆς τελετῆς ἀνέγνωσε τὸ γράμμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη πρὸς τὸν μητροπολίτη Παῦλο, στὸ ὁποῖο τονίζεται ὁ ἀδιάκοπος ἀγώνας τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης γιὰ νὰ ἐπιστραφοῦν ὅλοι οἱ κλεμμένοι θησαυροί. Ὁ Παναγιώτατος στὴν ἐπιστολή του ἀναφέρει ὅτι τὸ συγκεκριμένο εὐαγγελικὸ κείμενο παραδίδεται ὡς δῶρο Θεοῦ καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ γιὰ τὴ δικαίωση ὅλων τῶν προσπαθειῶν.

.           Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Δημήτριος ὑπερτόνισε τὴ χειρονομία καὶ τὴν κίνηση τῆς πανεπιστημιακῆς κοινότητας της Λουθηρανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς νὰ ἐπιστρέψει οἰκείᾳ βουλήσει τὸ σημαντικὸ αὐτὸ κειμήλιο ἐπισημαίνοντας ὅτι ἕνα τέτοιο κείμενο σπάνια ἐπιστρέφεται, καθὼς βρισκόταν στὴ νόμιμη κυριότητα τῆς Θεολογικῆς σχολῆς, ἐνῶ τόνισε ὅτι μόλις φέτος διαπιστώθηκε ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια τοῦ κειμένου καὶ ξεκίνησαν οἱ διαδικασίες γιὰ τὴν ἐπιστροφή του.

Μηνύματα «Χάριτος» καὶ «Εἰρήνης»

.           Ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἦταν ἡ ὁμιλία του προέδρου της Λουθηρανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σικάγου αἰδεσιμώτατου James Niema, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε στὸ διαχρονικὸ καὶ πάντα ἐπίκαιρο μήνυμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ εἰρήνη, συναδέλφωση, ἀλληλεγγύη. Ὁ αἰδεσιμότατος τόνισε ὅτι Ὀρθόδοξοι καὶ Λουθηριανοὶ «διαβάζουμε ἀπὸ τὸ ἴδιο βιβλίο» ποὺ φέρει τὴν εὐχὴ τῆς «Χάριτος» καὶ τῆς «Εἰρήνης» ποὺ ἀποτελοῦν καὶ μηνύματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
.           «Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ ἔγγραφου», σημείωσε, «ἀποτελεῖ χειρονομία συνεργασίας καὶ εἰρήνης. Ἡ σημερινὴ ἀνταλλαγὴ ἀποτελεῖ μία ἀπέραντη χαρὰ ἀλλὰ καὶ μία ἀπέραντη λύπη. Σᾶς τὸ ἐπιστρέφουμε μὲ λύπη, γιατί θὰ τὸ στερηθοῦμε ἀλλὰ καὶ μὲ ξελάφρωμα ψυχῆς ὡς ἔνδειξη «Χάριτος» καὶ «Εἰρήνης» γιὰ τὴν ἕνωση, τὴ συνεργασία καὶ τὴν ἀλληλεγγύη τῶν δύο χριστιανικῶν κοινοτήτων». Ὁ αἰδεσιμώτατος James Niema ὑπογράμμισε ἀκόμα ὅτι «τὸ δῶρο τῆς ἐπιστροφῆς ἂς ἀποτελέσει τὸν σπόρο ποὺ θὰ καρποφορήσει τὴ συνεργασία καὶ τὴν ἀλληλεγγύη ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς» συμπληρώνοντας ὅτι «Ὀρθόδοξοι καὶ Λουθηρανοὶ δὲν εἴμαστε τόσο ξένοι ὅσο φαντάζεστε, ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα ὑπῆρχε ἐπικοινωνία ἀνάμεσα σὲ Λουθηρανοὺς θεολόγους καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ σήμερα αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία ἀναζωπυρώνεται φανερώνοντας τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ἀμοιβαία κατανόηση».

Αὐστηρὴ γλῶσσα ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Παῦλο

.           Στὸν σύντομο χαιρετισμό του ὁ σεβασμιώτατος μητροπολίτης Δράμας Παῦλος ἀπηύθυνε ἐνθέρμους εὐχαριστηρίους λόγους τόσο πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ὅσο καὶ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Δημήτριο, κυρίως ὅμως πρὸς τὴ Λουθηρανικὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Σικάγου γιὰ τὴν πολὺ σημαντικὴ ἀπόφαση ποὺ ἔλαβε.
.           Ἔκανε μία σύντομη ἀναφορὰ στὴν ἱστορικὴ καὶ μαρτυρικὴ πορεία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Εἰκοσιφοίνισσας καὶ δὲν δίστασε νὰ μιλήσει μὲ αὐστηρὴ γλώσσα γιὰ τὶς θηριωδίες τῶν ὀρθοδόξων Βούλγαρων σημειώνοντας «σήμερα πιδεικνύουν τ κλεμμένα κειμήλια στ Σόφια χωρς καμία ντροπ σ ν εναι δικά τους λα ατ τ στορικ κα θρησκευτικ κειμήλια τς ερς Μονς Παναγίας Εκοσιφοίνισσας».
.           Ὁ μητροπολίτης Παῦλος ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ποὺ εἶχε τὸ θάρρος ἀκόμα καὶ ἐνώπιών τοῦ Πρόεδρου τῆς Δημοκρατίας τῆς Βουλγαρίας νὰ θέσει τὸ θέμα τῆς ἐπιστροφῆς τῶν κειμηλίων καὶ τόνισε μὲ ἔμφαση: «Θὰ πρέπει οἱ Βούλγαροι ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ αἰδεσιμώτατου James Niema ποὺ φέρνει ἀπὸ τὸν Νέο Κόσμο τὸ μήνυμα τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου γιὰ συνεργασία, ἀγάπη, εἰρήνη καὶ ἀλληλεγγύη».
.           Στὸ τέλος τῆς ἰδιαιτέρως συγκινητικῆς τελετῆς ὁ μητροπολίτης Παῦλος ἀπένειμε τὸ χρυσὸ μετάλλιο τοῦ Ἁγίου Ἐθνομάρτυρα Χρυσοστόμου, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη τιμὴ τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Δράμας, στὸν ἀρχιεπίσκοπο Δημήτριο, στὸν αἰδεσιμώτατο James Niema καὶ στὸν διακεκριμένο ἑλληνοαμερικανὸ δικηγόρο ποὺ ἐθελοντικὰ προσφέρθηκε νὰ συμμετάσχει στὴν ὁλοκλήρωση τῶν νομικῶν διαδικασιῶν γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἱστορικοῦ κειμηλίου.

ΠΗΓΗ: news247 (ἀπὸ ΑΠΕ)

 

 

Σχολιάστε

«Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΣΥΝ-ΟΔΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ» [Ἀρχιμ. Χρυσόστομος, Ἡγούμ. Ἱ. Κοιν. Ὁσ. Νικοδήμου]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤῌ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ἐκ τοῦ Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου
Πενταλόφου Γουμενίσσης

%ce%b9-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd-%ce%bf%cf%83-%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%bf%cf%85.        Ἐρωτώμενοι ἀπό ἀδελφούς μας ἐν τῷ κόσμῳ περί τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», θά θέλαμε νά καταθέσουμε τά ἑξῆς:
.        Ἐμεῖς οἱ Μοναχοί, ἀδελφοί μου, ζοῦμε καθημερινά τή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας στό ἀναλόγιο καί ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης. Ἀπό τήν ἀναστροφή μας μέ τά ἱερά κείμενα (Παρακλητική, Μηναῖον κλπ), διδασκόμεθα ἐμπειρικά τήν δογματική ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μέ πόνο ἀντικρίζουμε τά κείμενα τῆς ἐν Κρήτῃ συνόδου ὡς ξένα πρός τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» δέν εἶναι «Συν-οδός», δέν ἐπορεύθη τήν ὁδόν τῶν Ἁγίων Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ δέν ἐπεκύρωσε τίς προηγούμενες Συνόδους. Δέν εἶναι «ἑπόμενη τοῖς Ἁγίοις Πατράσι». Ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ἔφερε μιά ἀνατροπή στήν ἱστορία τῆς λειτουργίας τῶν Συνόδων.
.        Μιά ἀληθινή Σύνοδος εἶναι συνέχεια τῶν πρό αὐτῆς Συνόδων καί ἐπικυρώνει τίς ἀποφάσεις τους, ὅπως συμβαίνει μέχρι σήμερα μέ τίς τοπικές συνόδους τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἐν Κρήτῃ σύνοδος δέν ἐπεκύρωσε τίς πρό αὐτῆς Συνόδους, δέν κατεδίκασε τίς αἱρέσεις πού αὐτές κατεδίκασαν, ἀλλά ἐνεργώντας ἀντίθετα καί ἀντιπατερικά, ἀγνοώντας τίς ἀποφάσεις τῶν πρό αὐτῆς Συνόδων, ἀνύψωσε τίς αἱρέσεις καί τίς ἀναγνώρισε ὡς Ἐκκλησία.
.        Αὐτό τραυμάτισε τήν μοναχική μας συνείδηση. Αἰσθανόμεθα τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου αὐτῆς ὡς ξένο σῶμα πού προσπαθεῖ μέ βία νά εἰσχωρήσει μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμε ὅτι ἡ σύνοδος αὐτή ἐμφορεῖται ἀπό τό πνεῦμα τῆς συγχρόνου παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (πού ἤδη μετρᾶ πάνω ἀπό 100 χρόνια ζωῆς) καί ὅτι ἀπέστη ἀπό τόν ὀρθό δρόμο πού μᾶς ὑπέδειξαν οἱ Πατέρες μας.
.        Ἐμεῖς οἱ Μοναχοί ἐμμένουμε «ἐν οἷς ἐδιδάχθημεν καί ἐπιστώθημεν», ἀναμένοντες καί προσκαρτεροῦντες ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ διά τήν ἔκβασιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως.

Μετ᾿ εὐχῶν,

Ὁ Καθηγούμενος
Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί

 

Σχολιάστε

«ΟΣ. ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ: ΣΗΜΕΙΟΝ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ» (Μητρ. Σισανίου Παῦλος) [Μαγνητοσκόπημα]

 

 

 

aganargyroi.gr

,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε