Η ΒΕΡΓΙΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ Βεργίνα διδάσκει

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Στὶς 24 Νοεμβρίου συμπληρώνονται σαράντα χρόνια ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ δήλωση τοῦ Μανόλη Ἀνδρόνικου γιὰ τὴ Βεργίνα. Μὲ περισσὴ σεμνότητα καὶ μετριοφροσύνη ἀνακοίνωσε τὸ παγκόσμιας σημασίας γεγονός, ὅτι βρέθηκε ἀσύλητος ὁ τάφος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μακεδονίας Φιλίππου Β´, πατέρα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. «Στηριγμένος σὲ ἰσχυρὲς ἀρχαιολογικὲς ἐνδείξεις, νομίζω πὼς ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πῶ ὅτι ὁ μεγάλος μακεδονικὸς τάφος μπορεῖ νὰ ἀνήκει στὸν Φίλιππο τὸν Β´», εἶπε. Ἀπὸ τοὺς ἄλλους δύο τάφους, ποὺ βρέθηκαν, ὑπάρχουν ἰσχυρὲς ἐνδείξεις ὅτι ὁ ἕνας ἀνήκει σὲ μία τῶν συζύγων τοῦ Φιλίππου, πιθανὸν στὴν Μήδα, πριγκίπισσα ἀπὸ τὴ Θράκη, καὶ ὁ ἄλλος στὸν ἔφηβο γιὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῆς Ρωξάνης Ἀλέξανδρο Δ´ τῆς Μακεδονίας.
.             Τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακάλυψης τῶν βασιλικῶν τάφων στὴ Βεργίνα μᾶς διδάσκει. Πρῶτον τὸ ἀρχαιολογικὸ εὕρημα ἦταν προϊὸν πολυετοῦς μελέτης καὶ ἐπίμονης ἔρευνας. Πρῶτος ποὺ ἀρχαιολογικὰ ἀσχολήθηκε μὲ τὴ Βεργίνα ἦταν ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Ρωμαῖος, ἀπὸ τὸ 1937. Οἱ τραγωδίες ποὺ συνέβησαν στὴν Ἑλλάδα σταμάτησαν τὶς ἀνασκαφές. Τὶς συνέχισε τὸ 1977, σαράντα μετὰ χρόνια ὁ μαθητὴς τοῦ Ρωμαίου Μανόλης Ἀνδρόνικος. Ὑπῆρξε μεταξύ τους συνέχεια, χωρὶς ἐγωισμοὺς καὶ ἰδεολογικὲς προκαταλήψεις.
.             Δεύτερον, ὁ Κων. Καραμανλῆς, ὅταν πρῶτος πληροφορήθηκε τὴν ἀνακάλυψη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀνδρόνικο, τὸν συνεχάρη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ συνεχίσει τὴν ἀνασκαφή, χωρὶς νὰ ὑπολογίσει δαπάνες, παρὰ τὴ δημοσιονομικὴ στενότητα. Πρὸς σύγκριση ἡ συμπεριφορὰ τῆς σημερινῆς κυβέρνησης στὴ σημαντικὴ ἀρχαιολογικὴ ἀνακάλυψη στὴν Ἀμφίπολη… Σημειώνεται ὅτι ὁ Καραμανλῆς ἀνῆκε σὲ ἄλλο ἰδεολογικὸ χῶρο ἀπὸ αὐτὸν τοῦ Ἀνδρόνικου, ἀλλὰ ὑπῆρχε μεταξύ τους ἀμοιβαῖος σεβασμὸς καὶ συνεργασία γιὰ τὸν κοινὸ σκοπό.
.             Τρίτον, οἱ τάφοι στὴ Βεργίνα εἶναι μία ἀκόμη ἁπτὴ καὶ ἀδιάσειστη ἀπόδειξη ὅτι οἱ Μακεδόνες ἦσαν καὶ εἶναι Ἕλληνες. Ὅμως ἡ ἰδεολογικὴ καὶ σωβινιστικὴ τύφλωση καὶ ὁ ἐθνοφυλετικὸς φανατισμὸς τῶν σλάβων, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται «Μακεδόνες», τοὺς ὁδήγησε ἀκόμη καὶ τὸ ἀστέρι τῆς Βεργίνας νὰ θελήσουν νὰ κάνουν σημαία τους! Μετὰ τὴν ἀπόλυτα ἀρνητικὴ στάση τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν κυπριακῶν κυβερνήσεων ἡ κυβέρνηση τῶν Σκοπίων ἀναγκάστηκε νὰ τὸ ἀφαιρέσει καὶ νὰ βάλει στὴ σημαία τοῦ γειτονικοῦ κράτος ἕνα σχεδίασμα ποὺ θυμίζει τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ σύμβολο, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο.
.             Τέταρτον, τὸν καιρὸ αὐτὸ συζητεῖται καὶ πάλι τὸ ὄνομα τοῦ γειτονικοῦ κράτους. Πολλὰ ἀκούγονται. Κάποιοι ξένοι διερωτῶνται γιατί τόση φασαρία γιὰ ἕνα ὄνομα. Ὁ σφετερισμός, ἡ ἀπάτη, ὁ ἀλυτρωτισμὸς δὲν τοὺς λένε τίποτα. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ἡ μετονομασία τοπωνυμίων χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ ἀλλοιωθοῦν ἐθνικὲς συνειδήσεις. Στὸ θεατρικὸ ἔργο του ὁ Μπράϊαν Φρίελ «Ὁ ξεριζωμὸς» γλαφυρὰ περιγράφει τὴν ἐπιχείρηση μετονομασίας τῶν πόλεων τῆς Ἰρλανδίας ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς Ἄγγλους, μέτρο πρὸς ἀγγλοποίηση τῶν κελτῶν κατοίκων της…Τὸ ἴδιο ἔκαμαν οἱ Βούλγαροι στὴ Μακεδονία καὶ στὴ Θράκη… Ἡ Βεργίνα διδάσκει… Καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ συνεχίσουμε νὰ διδάσκουμε ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια καὶ ἐμμονὴ στὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια.-

Advertisements

, , ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ   ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Καταγόταν ἀπό τὴ Μεσσηνία, γεννημένος τὸ 1930 στὸ χωριό Βουρνάζι (σήμερα Καλοβρύση).
Οἱ γονεῖς του, Ἰωάννης καὶ Γεωργία, τοῦ μετάγγισαν τὴν πίστι καὶ τὴν εὐλάβεια.
Σπουδαῖο ρόλο στὴν κατὰ Θεὸ πορεία τοῦ νεαροῦ ἀκόμα Ἐτεοκλῆ ἔπαιξε ἡ θεία του Ἀλεξάνδρα, πού γιὰ πολλοὺς ἀπό τούς συνεργάτες καὶ τὰ πνευματικὰ παιδιὰ τοῦ μετέπειτα σπουδαίου πνευματικοῦ π. Ἐπιφανίου, ἦταν θεϊκὸ στήριγμα.
Τὸ δημοτικὸ καὶ τὸ γνμνάσιο ὁ Ἐτεοκλὴς τὰ τέλειωσε στὴν Καλαμάτα.
Τὸ 1949 εἰσῆλθε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Σπούδασε ἀπό φλογερὴ ἀγάπη τὴ Θεολογία.
Στὰ φοιτητικά του χρόνια μελέτησε πολλὰ ἀπό τά πατερικὰ ἔργα.
Χειροτονήθηκε τὸ 1956 διάκονος ἀπό τὸν τότε Μητρ. Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κυρὸ Ἱερόθεο.
Τὸ 1961 ἔλαβε τὸ δεύτερο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης ἀπό τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιο.
Διακόνησε κυρίως ὡς πνευματικὸς σύμβουλος καὶ ἐξομολόγος στὸ Ἵδρυμα «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν γιὰ 30 περίπου χρόνια.
Στὴν καρδιὰ τῆς Ἀθήνας, στὴν ὁδό Μενάνδρου 4, χτυποῦσε μιὰ ἀπό τὶς ἁγιώτερες καρδιὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα.
Συνέγραψε πλῆθος θεολογικὰ ἔργα. Τὸ πρῶτο του ἔργο, καθαρῶς ἀντιαιρετικό, ἔχει τὸν τίτλο «Ἁγία Γραφὴ καὶ πονηρὰ πνεύματα».
Ὑπῆρξε σπουδαῖος κανονολόγος.
Ἀσχολήθηκε μὲ τοὺς ἱ. Κανόνες καὶ τὴ σωστή τους ἑρμηνεία.
Ὁ ἴδιος δὲ ἦταν κανόνας ὀρθοδόξου πίστεως, θαραλλέας ὁμολογίας καὶ ἁγίας ζωῆς.
Ἐκοιμήθη τὴν 10η Νοεμβρίου 1989, ὕστερα ἀπό ἐπώδυνη ἀρρώστια.
Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἐψάλη στὸν ἱ. Ναὸ Χρυσοσπηλαιωτίσσης Ἀθηνῶν. Χοροστάτησε ὁ μακαριστὸς πλέον Σεβασμ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, παρισταμένων πολλῶν ἐπισκόπων, πλήθους κληρικῶν καὶ χιλιάδων πιστῶν.
Ἐτάφη στὴν εἴσοδο τοῦ ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Κεχαριτωμένη» στὴν Τροιζηνία.

—οοο—

Στὴν ἀποψινὴ βραδυὰ (19 Νοεμβρ. 2017, στό πνευματικό κέντρο τοῦ ἱ. Ναοῦ Εὐαγγελιστρίας Πειραιῶς) θὰ παρουσιασθοῦν λίγες ἀνταύγειες ἀπό τὴ θεοφόρο πορεία τοῦ μεγάλου συγχρόνου πατρός, τοῦ γέροντος Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου.
Τόν λόγο ἔχει πρῶτος ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Ἐδέσσης καὶ Πέλλης πατὴρ Ἰωήλ, πού χρημάτισε μαθητὴς καὶ πνευματικὸ παιδὶ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.
Στὰ ἴχνη του ἀπό νεαρὸς ὁ τότε Παναγιώτης Φραγκᾶκος (νῦν ἐπίσκοπος Ἰωήλ) βάδισε, ἰδίως στὴν πατερικὴ μελέτη, τὴ θεολογικὴ σοφία, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη.

—-0000—

Ἀπὸ τὴν εὐρύτερη πνευματικὴ οἰκογένεια τοῦ π. Ἐπιφανίου κλήθηκε ἀπόψε νὰ δώση δικὲς του ἀναμνήσεις καὶ ὁ πιστὸς καὶ εὐσεβὴς ὀδοντίατρος κ. Δημήτριος Σωτηρόπουλος.
Καίτοι ἔγγαμος ὁ καλός μας γιατρός, ἦταν ἐκ τῶν ἐνοίκων τοῦ σεπτοῦ Γέροντος.
Ἔνοικος μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐγκαρδιότητας. Τὸν εἶχε ὁ π. Ἐπιφάνιος
μέσα στὴν καρδιὰ του σὲ περίοπτη θέσι.

 Παρουσίασις πατρὸς Δανιὴλ Ἀεράκη

Τήν 10η Νοεμβρίου 1989 ἔφυγε γιὰ τοὺς οὐρανοὺς σὲ ἡλικία 59 ἐτῶν ἕνα ἀπό τά ἐκλεκτότερα μέλη τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἐνάρετος κληρικός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Πῆρε μετάθεσι ἐκεῖνος, πού ἦταν ἐναντίον τοῦ… μεταθετοῦ! Δὲν ἤθελε τὸ μεταθετό τῶν ἐπισκόπων ἀπό ἐπισκοπή σὲ ἐπισκοπή, διότι τὸ ἀπαγορεύουν οἱ ἱεροί Κανόνες. Ἀγωνιζόταν ὅμως γιὰ δύο μεταθέσεις:

  • Γιὰ τὴ μετάθεσι τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπό τὴν ἁμαρτία στὴ μετάνοια.

  • Καί γιὰ τὴ μετάθεσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.

  • Ἡ τελευταία μετάθεσις συνέβη γιὰ τὸν ἴδιον στὶς 10 Νοεμβρίου 1989. Ἀπὸ τὴ στρατευομένη Ἐκκλησία μετετέθη στὴ θριαμβεύουσα ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησία.

  • Ἐκοιμήθη μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἡμέρα, πού πρὶν ἀπὸ 69 χρόνια εἶχε κοιμηθῆ ὁ ἀποκληθείς «ἅγιος τοῦ αἰώνα μας», ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Τὰ ἴχνη τῶν ἁγίων ἀκολούθησε πιστὰ ὁ μεταστάς κληρικὸς π. Ἐπιφάνιος.

  • Ἐψάλη πάνδημος ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία στὸν ἱ. Ναὸ Χρυσοσπηλαιωτίσσης Ἀθηνῶν στὶς 11 Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ μεγάλου ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Ποικιλοτρόπως ἔδωσε ζωντανή, ἀλλά καὶ τεκμηριωμένη τὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ σεβαστὸς Γέροντας π. Ἐπιφάνιος.

  • Ἀνεχώρησε τὸ σκῆνος του ἀπό τὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ ἱ. Ἡσυχαστήριο τῆς «Κεχαριτωμένης» στὴν Τροιζῆνα στὶς 12 Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος. Πιστὸς διάκονος τῆς ἐλεημοσύνης καὶ ὁ π. Ἐπιφάνιος. Μπορεῖ κανεὶς νὰ εἰπῆ, πώς ὅ,τι γιὰ τὸ σῶμα εἶναι ἡ ἀναπνοή, αὐτὸ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ π. Ἐπιφανίου ἦταν ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλεημοσύνη.

  • Στὸ Ἡσυχαστήριο, πού ὁ ἴδιος εἶχε ἱδρύσει, ἐτάφη στὶς 13 Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὸν ὁποῖον ὁ μεταστάς ὑπερηγάπα. Ἀσθενικὸς στὸ σῶμα, ὅπως κι ἐκεῖνος, ἐργάσθηκε μετὰ ζήλου γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν.

—οοο—

Ὁ ἀρχιμ. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ὅσο ζοῦσε, ἀπεστρέφετο ἐγκόσμια καὶ τὰ ἐγκώμια.

Ἡ ἐπιθυμία του νὰ μὴν ἐκφωνηθοῦν λόγοι στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία του ἐτηρήθη. Καίτοι Ἐπιφάνιος, ἐπιζητοῦσε τὴν ἀφάνεια. Εἶχε πραγματικὰ ἐγκολπωθῆ τὴν ταπεινοφροσύνη (Α´ Πέτρ. ε´ 5). Πολλά τά δείγματα τῆς ὑψοποιοῦ ἀρετῆς, πού τὸν κοσμοῦσε. Δύο χαρακτηριστικά, ἄγνωστα ἴσως στοὺς πολλούς, θὰ ἀναφέρω.

  • Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ χειροτονηθῆ διάκονος. Ἡ χειροτονία του ἔγινε τὸ 1956 στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, δίπλα ἀπό τό Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἀθηνῶν. Κανεὶς ἀπό τούς γνωστοὺς καὶ φίλους του δὲν παρέστη. Ἁπλούστατα γιατί δὲν τὸν πῆρε κανεὶς εἴδησι. Νεαρὸς φοιτητὴς ἤμουν καὶ συνδεόμουν μαζί του. Μαζὶ καὶ μὲ ἄλλους φοιτητὲς τῆς Θεολογίας τόν εἴδαμε ξαφνικὰ τὸν Ἐτεοκλῆ (ἔτσι ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα) μὲ ράσο καὶ καλυμμαύχι! Μᾶς τὸν παρουσίασε ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ἕνας ἀπό τούς ἐλαχίστους παρόντες στὴ χειροτονία του. Τὴν ἐπιθυμία του νὰ γίνη ἡ χειροτονία ὅσο γίνεται πιὸ ταπεινὰ σεβάστηκε ὁπωσδήποτε καὶ ὁ χειροτονήσας αὐτὸν Μητροπολίτης Ἀκαρνανίας Ἱερόθεος.

  • Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ χειροτονήσας τὸν π. Ἐπιφάνιο, τὸ 1961, πρεσβύτερο, ὁ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος. Στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Παγκρατίου, ποὺ τελέστηκε ἡ χειροτονία σὲ καθημερινὴ ἡμέρα, ἦσαν ἐλάχιστοι παρόντες. Πάλι θέλησε νὰ ἀποφύγη τό πομπῶδες καὶ θορυβῶδες.

Τώρα ὅμως, πού ἔφυγε, λέγονται καὶ γράφονται πολλὰ γιὰ τὴν ἁγιασμένη του μορφὴ καὶ τὴ θεολογική του αὐθεντία, ὅλα δὲ γιὰ διδασκαλία καὶ οἰκοδομή τῶν πιστῶν. Ἀκολουθοῦμε καὶ μεῖς ἀπόψε τὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Ἑβρ. ιγ´ 7).

—οοο—

  • Συνεδέετο ὁ μακαριστὸς πατὴρ Ἐπιφάνιος μὲ σεμνούς, ἐναρέτους, ταπεινούς, ἀλλὰ καὶ φωτισμένους κληρικούς. Ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά:

  • Συνεδέετο μὲ τὸν ἀείμνηστο σοφὸ κληρικὸ ἀρχιμ.Ἰωήλ Γιαννακόπουλο, τὸν ὁποῖο μιμήθηκε στὴν ἀγάπη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

  • Συνεδέετο μὲ τὸν ἀείμνηστο θερμουργὸ κήρυκα καὶ κανονολόγο ἀρχιμ. Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, ἀπό τὸν ὁποῖο κληρονόμησε καὶ αὔξησε τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἱ. Κανόνες καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως.

  • Συνεδέετο μὲ τὸν ἀείμνηστο ἀρχιμ. Ἀθανάσιο Χαμακιώτη, τὸν ἡσύχιο πνευματικό, τοῦ ὁποίου θαύμαζε τὸ πρᾶο καὶ ἤρεμο καὶ ταπεινὸ ἦθος.

  • Συνεδέετο μὲ τὸν ἀείμνηστο ἀρχιμ. Σπυρίδωνα Σγουρόπουλο, τοῦ ὁποίου ἡ νομικὴ κατάρτισις ἐπηρέασε ἀρκετὰ τὴ σκέψι τοῦ νεαροῦ τότε φοιτητοῦ τῆς θεολογίας Ἐτεοκλέους, τοῦ μετέπειτα π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου.

  • Συνεδέετο μὲ τὸν σεβάσμιο ἱεροκήρυκα ἀρχιμ. Χριστόφορο Καλύβα, ἡ παρρησία τοῦ ὁποίου πολλὰ τὸν δίδαξε.

  • Συνεδέετο στενῶς μὲ τὸν σεβάσμιο ἀγωνιστὴ ἐπίσκοπο Φλωρίνης π. Αὐγουστῖνο Καντιώτη, ἀπό τὸν ὁποῖον κληρονόμησε τὴν ἀγωνιστικότητα γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα.

Ὅλους αὐτούς, καὶ ἄλλους σπουδαίους καὶ σεβασμίους κληρικούς, τοὺς ἀγαποῦσε καὶ τοὺς σεβόταν βαθύτατα. Σάν μικρὸ παιδὶ ἔσκυβε καὶ τοὺς φιλοῦσε τὸ χέρι. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του τίποτε μπροστά τους, καίτοι, κατ᾽ ἀντικειμενικὴ ἐκτίμησι, σὲ πολλὰ ὑπερέβαλλε ἀρκετοὺς ἀπὸ αὐτούς.

—οοο—

Προσπαθοῦσε νὰ ἐργάζεται ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα. Βρέθηκε κάποτε στὴν ἀνάγκη νὰ καταβάλη τὰ ἔξοδα νὰ ξανατυπωθῆ θρησκευτικὸ ἔντυπο, ἀφοῦ πολτοποιήθηκε ἡ κανονική του ἔκδοσις. Κι αὐτὸ γιατί; Διότι εἶχε πληροφορηθῆ, ὅτι στὴν κανονικὴ ἔκδοσι τοῦ ἐντύπου ὑπῆρχε μικρὴ ἐγκωμιαστικὴ ἀναφορὰ στὸ ἔργο του, καὶ δὴ στὸ μοναστήρι τῆς Κεχαριτωμένης.

Δὲν ἤθελε νὰ σαλπίζεται τὸ πολυποίκιλο ἔργο του. Στὸ νοῦ του τὸ τῆς Φιλοκαλίας: «Εἰ θέλεις γνωσθῆναι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἀγνοήθητι παρὰ τῶν ἀνθρώπων». Βέβαια δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν «ἐξέλθῃ ἡ φήμη αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν ἐκκλησίαν» (Ματθ. θ’ 26).

Δὲν ἦταν δυνατὸν δένδρο μὲ τέτοιες ἀφανεῖς ρίζες νὰ μὴν ἀποδώση καλοὺς καὶ ὠφελίμους καρπούς. Κάθε ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ τοὺς καρπούς του. «Ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. ιβ´ 33).

  • Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἦταν «δένδρον ἀγαθόν». Καὶ γι᾽ αὐτὸ «καρποὺς καλοὺς ἐποίησεν» (Ματθ. ζ´ 17). Ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅλους τοὺς καρποὺς τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του. Ἐδῶ θ᾽ ἀπαριθμήσουμε ὡρισμένους ἀπὸ τοὺς γλυκύτατους καρποὺς τοῦ δένδρου, πού ὀνομάζεται Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.

  • Καρπός του, ἡ ἐπίδοσίς του στὰ γράμματα, καὶ τῆς θύραθεν σοφίας καὶ τῆς θεολογικῆς γνώσεως καὶ ἐπιγνώσεως. Ὡς μαθητὴς διεκρίνετο. Ἀλλὰ καὶ στὸ Πανεπιστήμιο οἱ σύγχρονοί του ἐνθυμοῦνται τὸν νεαρὸ φοιτητὴ Ἐτεοκλῆ, νὰ στέκη στὰ προπύλαια τοῦ Πανεπιστημίου καὶ γύρω του φοιτητὲς ἀπὸ διάφορες σχολὲς νὰ τοῦ ὑποβάλλουν ποικίλες ἐρωτήσεις.

Ἐντυπωσίαζε ἡ δεινότητα, μὲ τὴν ὁποία διελέγετο καὶ ἔπειθε τοὺς συνομιλητές του, καὶ τοὺς πλέον προκατειλημμένους. «Ἐξίσταντο πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ» (Λουκ. β´ 47).

  • Καρπός του, τὰ συγγράμματά του. Εἶχε τὸ χάρισμα τοῦ συγγράφειν. Οὔτε ἀντιγραφὴ ἔκανε οὔτε συρραφή. Συγγραφὴ ἀπέδιδε. Κυριολεκτικῶς ἔτριζε ἡ πέννα στὰ χέρια τοῦ μεγάλου συγγραφέως π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου.

Τὰ συγγράμματά του διακρίνονται σὲ ἑρμηνευτικά, ἀντιαιρετικά, ἀπολογητικά, λειτουργικά, ἐποικοδομητικὰ καὶ κυρίως κανονολογικά. Στὰ γραφόμενά του ὑπάρχει ἡ σφραγίδα τῆς σχετικῆς τελειότητας. Ἡ κυριολεξία ἀπαράμιλλη. Τὰ ἐπιχειρήματα ἀκαταγώνιστα. Ἡ λογικὴ θαυμαστή. Ἡ κατοχύρωσις τῶν γραφομένων στερεότατη.

Ἔδιδε μὲ τὸ γραπτό του λόγο τὸ «παρὼν» σὲ ὅλα τὰ προβλήματα, πού ἀνέκυπταν στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους, κατὰ τὴν τριακονταετία 1958-1989.

  • Καρπός του ἡ ἀγάπη του. Δὲν εἶχε ὅρια ἡ ἀγάπη του. Μπορεῖ γιὰ τὴν Ἀλήθεια νὰ ἐρχόταν σὲ διαλογικὴ σύγκρουσι μὲ ἀντιτιθεμένους. Οὐδέποτε ὅμως ἡ ἀγάπη μειώθηκε στὴν καρδιά του, ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ σφοδρότερο ἀντίπαλό του.

  • Καρπός του τὸ ἱερὸ Ἡσυχαστήριο τῆς «Κεχαριτωμένης Θεοτόκου» στὴν Τροιζῆνα (Πόρου). Ὡς μαγνήτης ἑλκύει ψυχές, πού ποθοῦν τὴν ἄσκησι καὶ τὴν πλήρη ἀφιέρωσι στὸν Κύριο. Ὡς φάρος φωτεινὸς φωτίζει ὅλη τὴ γύρω περιοχή. Ἀποτελεῖ πρότυπο μοναστικῆς ἀδελφότητος, πού συνδυάζει προσήλωσι στὰ παλαιὰ τυπικά των μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἱεραποστολικὴ διακονία καὶ φιλανθρωπικὴ προσφορά.

  • Καρπός του, τὰ πολυάριθμα πνευματικά του τέκνα. Κανένας, ἴσως, πνευματικὸς πατέρας καὶ ἐξομολόγος τῆς ἐποχῆς μας δὲν κατώρθωσε νὰ προσελκύση τόσους ἐπιστήμονες στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Καθηγητὲς Πανεπιστημίου, ἀνώτατοι δικαστικοί, ἰατροί, νομικοί, μηχανικοί, ἐπιστήμονες ὅλων τῶν κλάδων, φοιτητές, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι εὕρισκαν στὸ ἐξομολογητήριο τῆς ὁδοῦ Μενάνδρου 4 ὄχι μόνο τὴν ἀνάπαυσι ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τους, ἀλλὰ καὶ τὸ σωστὸ καθοδηγητὴ στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους.

  • Καρπός του, κυρίως, ἦταν ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ ἐν γένει ἀρετή του. Ὅποιος ἔβλεπε τὸν π. Ἐπιφάνιο ἦταν σὰν νὰ ἔβλεπε ἕναν ὥριμο καρπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸν καρπὸ ἦσαν χαραγμένες ὅλες ἐκεῖνες οἱ ἀρετές, πού ἀπαριθμεῖ ὁ Παῦλος: «Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε´ 22-23).

  • Τέλος, καρπὸς τοῦ π. Ἐπιφανίου, γιὰ τὸν ἴδιον πλέον τὸν π. Ἐπιφάνιο, εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Τὴ γλυκύτητα καὶ τὸ κάλλος της ἤδη ἀπολαμβάνει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

—Μόχθησε πολὺ στὴ γῆ. Ἦλθε ἡ ὥρα ν’ ἀμειφθη.

—Πόνεσε πολὺ στὸν κόσμο τοῦτο. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ χαρῆ.

—Ἔσπειρε ἀφειδώλευτα ἐδῶ στὴν κοινωνία. Ἦλθε ἡ ὥρα νὰ θερίση. «Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 36).

—οοο—

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι γιὰ τὸν ἑαυτό του ἦταν θηρευτὴς τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Γιά τὴν κοινωνία ἦταν θηρευτὴς ψυχῶν. Καὶ εἶχε πάντοτε τὸν κατάλληλο τρόπο νὰ θηρεύη μὲ τὸ δίχτυ τῆς χάριτος ψυχὲς καὶ νὰ τὶς ὁδηγῆ στὸ πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πρὸς τὸν κοιμηθέντα σεβάσμιο κληρικὸ π. Ἐπιφάνιο ὅσα ἐκεῖνος πρὶν ἀπό χρόνια ἔγραψε γιὰ τὸν ἄλλον σπουδαῖο κληρικό, τὸν ἀρχιμ. Σπυρίδωνα Σγουρόπουλο:

«Δὲν ἀνῆλθες εἰς ὑψηλὰ ἐκκλησιαστικὰ ἢ πανεπιστημιακὰ ἀξιώματα, καίτοι τὸ ὁλόφωτο ἄστρον τῆς ἀξίας σου θὰ ἠδύνατο, ἐάν ἁπλῶς ἤθελες, νὰ ἐπιβληθῆ ὁπουδήποτε. Ἐάν ὅμως ἐπεδίωκες τιμάς καὶ ἀξιώματα, θὰ ἦσο μὲν τύποις Ποιμὴν καὶ Διδάσκαλος, ἄλλα δὲν θὰ ἀπέβαινες Ἐμπνευστής. Ὡραῖον ὄντως τὸ διδάσκειν, ὡραιότερον ὅμως καὶ μεγαλειωδέστερον τὸ ἐμπνέειν. Διὰ τὸ πρῶτον ἀρκοῦσιν ὀλίγαι ξηραὶ γνώσεις. Διὰ τὸ δεύτερον ἀπαιτεῖται παράδειγμα ἀκτινοβόλον αὐταπαρνήσεως καὶ γενικῶς βίος ὁλόλαμπρος καὶ πλήρης θυσιῶν. Καὶ σὺ εἶχες αὐτὴν τὴν εἰδικήν εὔνοιαν καὶ εὐλογίαν τοῦ Κυρίου: Δὲν ἐδίδασκες ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐνέπνεες! ᾽Ανῆκες οὐχὶ εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν διδασκόντων, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀπελπιστικῶς μικρὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμπνεόντων…».

Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἦταν ἀπ’ ἐκείνους, πού ἐνέπνεαν. Γιὰ πολλὲς ψυχές, καὶ σοφοὺς καὶ κατὰ κόσμον ἀσήμους, ἦταν

  • ὁ μεγάλος ἐμπνευστής,

  • ὁ σωστὸς καθοδηγητής,

  • ὁ γνήσιος πατέρας. Δὲν ἦταν ἁπλῶς παιδαγωγός. Ἦταν πατέρας, κατὰ τὴν Παύλειο διάκρισι (Α’ Κορ. δ´ 15).

—οοο—

Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἦταν σὰν ἀφανὴς πνευματικὸς στρατηγός, πού κατηύθυνε τὴ μάχη γιὰ τὴ σωτηρία πολλῶν ψυχῶν. Κοπίαζε ὑπηρετώντας πάντοτε τὰ πνευματικὰ συμφέροντα τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ διακονώντας ποικίλες ὑλικὲς ἀνάγκες πολλῶν ἐχόντων «χρείαν».

  • Ἂν ἱεραπόστολος εἶναι ὁ ἀνιδιοτελῶς ἐργαζόμενος ἄνθρωπος, τότε ὁ π. Ἐπιφάνιος ἦταν ἀληθινὸς ἱεραπόστολος. Θυσίαζε καὶ στοιχειώδη δικαιώματά του, γιὰ νὰ μὴ δώση «ἐγκοπήν τινα». Ὅλοι οἱ κληρικοί, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀμείβωνται γιὰ τὴν ἐργασία τους. Ὁ πατὴρ Ἐπιφάνιος θυσίαζε τὸ δικαίωμα του αὐτό. Καὶ μποροῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ λέγη: «Οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ» (Α’ Κορ. θ´ 12). Οὐδέποτε δέχθηκε ἐπίσημη θέσι. Ἀνύπαρκτο ἑπομένως τὸ ὄνομά του στὶς ἐπίσημες καταστάσεις τῆς Ἐκκλησίας.

Μάταια θὰ ψάξετε στὶς μισθολογικὲς καταστάσεις τῶν ἐφημερίων ἢ τῶν ἱεροκηρύκων νὰ βρῆτε τὸ ὄνομα τοῦ π. Ἐπιφανίου.

Οὐδέποτε θέλησε νὰ ἀμειφθῆ, αὐτός, πού κουραζόταν περισσότερο πάντων (Α´ Κορ. ιε´ 10). Καὶ ὅμως, ἐνῶ οὔτε μικρό νόμισμα ἀπό προσωπικὴ μισθοδοσία ἔλαβε, εἶχε τὰ πάντα! Ὅσα χρειαζόταν γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς καὶ τῆς ἐλεημοσύνης, τοῦ τὰ ἔστελνε ὁ Θεός. Ἦταν «ὡς μηδὲν ἔχων καὶ τὰ πάντα κατέχων» (Β’ Κορ. στ´ 10). Ὁ ἀκτήμων ᾽Επιφάνιος ἐπαρκοῦσε καὶ γιὰ τὶς ἀνάγκες τόσων φτωχῶν καὶ τόσων ἀσθενῶν.

  • Ὁ πατὴρ Ἐπιφάνιος δὲν ζήτησε τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του.

  • Δὲν ἤθελε ἀξιώματα. Ὅσοι ἔχουν ἀξία δὲν μαγεύονται ἀπό τά ἀξιώματα. Καὶ ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶχε μεγάλη ἀξία. Τιμοῦσε τὰ ἀξιώματα, ἀλλά δὲν τὰ ἤθελε γιὰ τὸν ἑαυτό του.

Τώρα, πού ὁ μισθαποδότης Κύριος τοῦ ἔχει ἀπονείμει «τὸν τῆς δικαιοσύνης στέφανον» (Β’ Τιμ. δ´ 8) καὶ τοῦ ἔχει χαρίσει τὴν παρρησία, τὸν παρακαλοῦμε νὰ δέεται καὶ νὰ πρεσβεύη γιὰ κάθε ἱεραποστολικὴ προσπάθεια τῆς ἀγωνιζομένης Ἐκκλησίας.

  • Ὅσοι τὸν γνωρίσαμε, θεωροῦμε ἐπιτακτικὸ χρέος, νά ἀποκαλύψουμε στοὺς πιστούς τό τί ἔκρυβε τόσα χρόνια στοὺς κόλπους της ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

  • Τὸ χρυσάφι εἶναι κρυμμένο στὴ γῆ. Μὰ κάποτε εἶναι ἀνάγκη, ἀπὸ τὸ χρυσωρυχεῖο τῆς γῆς νὰ τὸ βγάλουμε στὴν ἐπιφάνεια, νὰ τὸ ἀξιοποιήσουμε καὶ νὰ θαυμάσουμε τὴ λάμψι του.

Μέσα στὸ χρυσωρυχεῖο τῆς Ἐκκλησίας μας κρυβόταν τὸ χρυσάφι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς θεολογικῆς σοφίας καὶ τῆς ἁγίας ζωῆς, τῆς πνευματικῆς πατρότητας, πού ὀνομάζεται Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.

Ἦταν ἀληθινὸς χρυσὸς ἡ ζωὴ τοῦ π. Ἐπιφανίου. Καὶ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ τὸν λαμπρύνη ἀκόμα περισσότερο. Πέρασε ὁ χρυσός τῆς προσεγμένης του ζωῆς καὶ ἀπὸ τὸ καμίνι τοῦ πόνου. Καὶ βγῆκε πιὸ λαμπρό, πιὸ ἐξαγνισμένο, πιὸ ἁγιασμένο.

  • Στὴν καρδιὰ τοῦ π. Ἐπιφανίου, ὅπως χωροῦσε ἡ Ἀλήθεια, χωροῦσε καὶ ἡ Ἀγάπη. Ἀλλὰ χωροῦσε καὶ ἡ Ταπείνωσις. Πολλὲς φορὲς τοῦ προτάθηκε νὰ γίνη ἐπίσκοπος. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος (Κοτσώνης) τὸν ἱκέτευε. Στάθηκε ἀνένδοτος ὁ π. Ἐπιφάνιος. Ἔλεγε:

—Θέλω νὰ πεθάνω πρεσβύτερος! Μοῦ εἶναι πολύ, πού εἶμαι καὶ πρεσβύτερος!….

  • Ἤθελε νὰ εἶναι κρυμμένος. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ μιλᾶνε ἢ νὰ γράφουν γιὰ τὸ πρόσωπό του. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἕνα τίποτε, αὐτός, πού ἦταν τόσο σπουδαῖος! Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἁμαρτωλό, αὐτὸς πού ἦταν καὶ εἶναι ἕνας σύγχρονος ἅγιος. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὡς «τὸν πρῶτον ἁμαρτωλόν», αὐτὸς πού ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους σὲ σεμνότητα καὶ σοφία κληρικούς.

  • Θέλησε νὰ ζήση κρυμμένος πότε στὸ κελλὶ τῆς ὁδοῦ Μακεδονίας 24, στὴν Ἀθήνα, καὶ πότε στὸ κελλί του στὸ ἡσυχαστήριο τῆς «Κεχαριτωμένης», στὴν Τροιζῆνα.

Ζήτησε νὰ παραμείνη κρυμμένος καὶ μετὰ θάνατον. Ἄφησε ἐντολὴ νὰ μὴν ἀνοιχθῆ ποτὲ ὁ τάφος του. Προτίμησε νὰ μιμηθῆ τὸ Μ. Ἀντώνιο, πού ἔδωσε ἐντολὴ στὸ μαθητή, πού τὸν ἔθαψε, νὰ μὴ μάθη κανεὶς ποῦ ἐτάφη ὁ Ἀντώνιος καὶ κανεὶς νὰ μὴν ἀνοίξη τὸν τάφο του! Φοβόταν ὁ π. Ἐπιφάνιος ἐκεῖνο πού φοβόταν καὶ ὁ Μ. Ἀντώνιος!!!

  • Φοβόταν τὴ δόξα. Τὴν ἀπέφυγε μὲ κάθε τρόπο στὴ γῆ. Τοῦ τὴν προσφέρει ὁ μισθαποδότης Ἰησοῦς Χριστός. Τὴν εὐχή του ζητᾶμε ὅλοι. Τὸ πρόσωπό του πρὸς μίμησι προβάλλει ἡ Ἐκκλησία.

 

,

Σχολιάστε

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 135-137

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Βλ. σχετ.: ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ τῆς Θεοτόκου;

.         Ἡ παρθένος Μαρία ἦταν ὅ,τι ἐκλεκτότερο εἶχε νὰ παρουσιάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τὸν ἑλκύση νὰ ἐνανθρωπήση. Ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῶν καθαρμῶν ὅλων τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἔκανε τὸν Θεὸ νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ λάβη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ δείξη τὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας ἀναφέρεται διεξοδικῶς σὲ αὐτὸ τὸ γεγονός.
.           Γράφει ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν ξεχωρίσει τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ τὰ εἶχαν ἀφιερώσει στὸν Θεό, καὶ αὐτὸ τὸν χῶρο τὸν ἔδωσαν στὴν Παρθένο, γιατί ἔπρεπε αὐτὸς ὁ χῶρος νὰ εἶναι καὶ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ κατοικία τῆς Παρθένου, ὥστε ἐκεῖ νὰ λατρεύεται ὁ Θεὸς καὶ νὰ τιμᾶται ἡ Παρθένος, μᾶλλον ὁ ἴδιος οἶκος ποὺ εἶχε τὴν Παρθένο νὰ εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ποὺ τὴν γνώρισε πολὺ καλά, ὡς καρδιογνώστης ποὺ ἦταν, τὴν κόσμησε μὲ ὅ,τι ἦταν ἄξιο γι᾽ αὐτήν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε στὴν σκηνή, ποὺ δὲν ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ τὴν νεφέλη καὶ τὰ ἀγγελικὰ καὶ ἀρχαγγελικὰ φτερά, ἀλλὰ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος, ποὺ εἶναι «ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», «ἡ τοῦ Ὑψίστου δύναμις», ἔγινε γιὰ τὴν Παρθένο σκηνή, δηλαδὴ ἔγινε ἡ ἄκτιστη σκηνὴ ποὺ τὴν ἐπισκίασε μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἔτσι αὐτὸς ὁ οἶκος, ποὺ εἶχε μέσα του τὴν Παρθένο, ἦταν ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.           Δὲν τιμᾶ ὁ χῶρος αὐτός –τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων– τὴν Παρθένο, ἀλλὰ ὁ ἄβατος αὐτὸς χῶρος σεμνύνεται γιὰ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου. Ὅπως τὸ παλαιὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων τιμᾶται ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου τιμᾶται ἀπὸ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τιμῶνται ἀπὸ τὴν Παρθένο, γιατί αὐτὰ ὁδηγοῦσαν στὴν πάναγνη Παρθένο καὶ προορίζονταν γιὰ αὐτήν. Ἡ εἴσοδος τοἀρχιερέως στἍγια τῶν Ἁγίων καὶ μάλιστα μία φορὰ μόνο τὸν χρόνο, ἀφοῦ προηγουμένως ἴδιος εἶχε καθαρθεῖ, ὑποδήλωνε «τὴν ἀπόρρητον κυοφορίαν» τῆς Παρθένου, ὁποία ἔφερε μέσα της τὸν μόνον ἀναμάρτητον, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ μιὰ μόνη ἱερουργία καὶ μία φορὰ στοὺς αἰῶνες ἐξάλειψε ὅλη τὴν ἁμαρτία.
.               Ὁ Ναὸς καὶ ὁ ἄβατος χῶρος, τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἦταν πολὺ σεβαστός, γιατί ἐπρόκειτο νὰ δεχθεῖ τὴν πάναγνη Παρθένο, ἀφοῦ τίποτε ἄλλο, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ δώσουν τὴν μεγαλειώδη σεμνότητα. Ὅλα, ὅσα βρίσκονταν μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι τὸ μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, μποροῦσαν νὰ τὰ πιάσουν μὲ τὰ χέρια τους καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τιμοῦσε τὸν χῶρο ἐκεῖνο ἦταν οἱ προεικονίσεις τῆς Παναχράντου, τὸ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶχαν τὴν ἀναφορά τους στὴν Παρθένο. Ὁ χῶρος ἐκεῖνος ἦταν ἀπροσπέλαστος στοὺς ἀνθρώπους, γιατί περίμενε νὰ ἔρθει ἡ Παρθένος, καὶ μόλις ἐκείνη φάνηκε, τότε ἀμέσως καταργήθηκε ὁ νόμος ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἄνθρωπο νὰ εἰσέλθει κι ἔγινε ἡ κατοικία τῆς Παρθένου καὶ ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἡ πάναγνη Μαρία ἦταν ἡ πραγματικὴ στάμνα τοῦ μάννα, ἡ πραγματικὴ ράβδος, γιατί ἀπὸ αὐτὴν προῆλθε τὸ οὐράνιο μάννα, ὁ Χριστός,  ὁ ὁποῖος τρέφει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἦταν τὸ πραγματικὸ ἄνθος τῆς ζωῆς, ποὺ μοσχοβόλησε ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ πραγματικὲς πλάκες τῆς Διαθήκης, πάνω στὴν ὁποία μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γράφτηκε ὁ πραγματικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀληθινὴ σκηνὴ ποὺ διαφυλάσσει στοὺς αἰῶνες τῶν Θεάνθρωπο Χριστό, τὴν χαρὰ ὅλου τοῦ κόσμου.
.           Ἔτσι, τἍγια τῶν Ἁγίων ἦταν ἄδυτος χῶρος, γιατί περίμενε τὴν εἴσοδο τῆς παρθένου Μαρίας, ὁποία ἔγινε ὁ πραγματικὸς Ναὸς τοῦ Θεο, καὶ τὸν τίμησε περισσότερο. Δὲν ἔλαβε τιμὴ ἡ Παρθένος ἀπὸ τὸν ἄδυτο ἐκεῖνο χῶρο, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ χῶρος τιμήθηκε μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Παρθένου ποὺ θὰ γινόταν μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

, , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[1]

.               Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται). Μέσα σὲ ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ ἕνα νέο φροῦτο: οἱ βραδυνὲς Θ. Λειτουργίες (ὄχι Ἀγρυπνίες), δηλ. τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπὸ 8 μέχρι 10 τὸ βράδυ!
.               Μπορεῖς κάλλιστα, μὲ τὸ νέο διαφημιζόμενο προϊόν, νὰ ζεῖς ξεχωριστὲς κατανυκτικὲς ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ σηκώνεσαι νωρὶς τὸ πρωί. Τελειώνεις τὸ πρόγραμμά σου τῆς ἡμέρας  καὶ τὶς πρωταρχικὲς προτεραιότητές σου καὶ μετὰ φαγωμένος -γιατί ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχεις ἀντέξει ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγουμένης νὰ παραμείνεις νηστικός!- πηγαίνεις καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ μιὰ ὡραία βραδυνὴ Θ. Λειτουργία.
.               Δὲν εἶναι ὅτι ἔχουμε κυριολεκτικῶς παραφρονήσει ὡς κοινωνία, ἔχουμε «λαλήσει» καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Δὲν μᾶς φτάνουν ὅλα τὰ ἄνομα καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀφύσικα καὶ ἀπάνθρωπα, ποὺ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως νομοθετοῦνται, ἔχουμε ἐντελῶς παραλελυμένα καὶ τὰ πνευματικὰ-ἐκκλησιαστικὰ ἀντισώματα καὶ θεολογικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσει κάποιος: «ἐδῶ ἔχουμε κατασκευάσει θεολογικὸ προγεφύρωμα στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς «ἀνθρωπολογικοῦ καθεστῶτος», ἔχουμε ἀποδεχθεῖ τὴν ἀλλαγὴ φύλου, στὶς βραδυνὲς λειτουργίες θὰ κολλήσουμε;»
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἀνασύρει τὴν παλαιότερη θεολογικὴ ἀπάντηση (σὲ σχετικὸ ἐρώτημα) τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, γιὰ νὰ εἶναι διαθέσιμη σὲ ὅποιον φιλοτιμηθεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Οἱ ὑπόλοιποι μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ συνεχίσουν τὸν καταποντισμό τους.

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.
.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.
.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

, , , ,

Σχολιάστε

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΔΥΟ ΤΡΟΠΟΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ:
Δύο τρόποι γιά νά προστατεύσουμε τά παιδιά μας

Τῆς «ΕΣΤΙΑΣ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ»

.           Μετά τήν ἐπιστροφή τῶν βιβλίων τῶν Θρησκευτικῶν στό Ὑπουργεῖο Παιδείας ἤ στά σχολεῖα μέ τήν σχετική ἐπιστολή κυριαρχεῖ μία ἀμηχανία. Χρειάζεται κάτι ἀκόμη νά γίνει. Τί θά κάνουν τά παιδιά πού δέν ἔχουν βιβλία μέσα στήν τάξη τήν ὥρα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν;
.           Κατά πρῶτον τό παιδί πρέπει νά ἐνισχυθεῖ στήν πίστη του ἀπό τούς γονεῖς ἤ καί τόν Πνευματικό του, ὥστε νά ἀποκτήσει δύναμη Ὁμολογίας. Νά μή φοβᾶται ἤ νά ντρέπεται ἤ νά δειλιάζει ἀπαντώντας σέ ἐρωτήματα τοῦ τύπου : « Ποῦ εἶναι τό βιβλίο σου; Γιατί δέν τό ἔχεις;» Μπορεῖ νά ἀπαντήσει : «Δέν συμφωνοῦν οἱ γονεῖς μου μέ τό περιεχόμενό του. Ἀλλά καί ἐγώ δέν συμφωνῶ καί γι΄ αὐτό γιά λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως τό ἔχουμε ἐπιστρέψει».
.              Βέβαια αὐτή ἡ στάση Ὁμολογίας προϋποθέτει διαρκῆ πνευματική καλλιέργεια, κατά τήν ὁποία τό παιδί φωτιζόμενο ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα ἔχει ἀγαπήσει τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία καί θεωρεῖ τήν Ὀρθόδοξη Πίστη τήν ἀνώτερη ἀξία στή ζωή του. Διαβάζουμε στά Συναξάρια καί τῶν παλαιῶν καί τῶν νεωτέρων Ἁγίων Μαρτύρων γιά τή δύναμη τῆς πίστεως τῶν μικρῶν Μαρτύρων. Βλέπουμε ἐπίσης ἐκεῖ ὅτι, ὅταν οἱ Μάρτυρες δείλιαζαν μπροστά στό μαρτύριο, οἱ σύζυγοι, οἱ συγγενεῖς, οἱ πνευματικοί δέν τούς ἄφηναν σέ μιά ἡττοπαθῆ στάση , ἀλλά τούς ἐνεθάρρυναν σέ Ὁμολογία.
.           Κατά δεύτερο λόγο, ὡς ἐνίσχυση στήν προσπάθεια τῶν παιδιῶν ἤ ἄν νιώθουμε ὅτι τά παιδιά μας δυσκολεύονται νά ἀντιμετωπίσουν τούς δασκάλους τους, πού πολλές φορές ἀπό φόβο ταυτίζονται μέ τίς κρατικές ἐπιταγές, ὀφείλουμε νά τά προστατεύσουμε.

.           Δύο τρόπους προτείνει ἡ ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, οἱ ὁποῖοι προϋποθέτουν συμφωνία τῶν γονέων :

.           α) Προσωπική παράσταση στόν δάσκαλο, ὅπου θά τοῦ ἐξηγήσουμε τή στάση μας. Θά ἐκθέσουμε τό δικαίωμά μας γιά ὀρθόδοξη διδασκαλία τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν καί θά ἀπαιτήσουμε εὐγενικά: Νά σεβαστεῖ τό παιδί μας. Νά μήν τοῦ δημιουργεῖ κανένα πρόβλημα μέ ἄστοχες παρατηρήσεις. Νά τό προστατεύει ἀπό τυχόν ἐπιθετικότητα ἐκ μέρους τῶν συμμαθητῶν του. Νά τό ἐξετάζει γραπτά ἤ προφορικά μέ βάση τήν παράδοση τοῦ μαθήματος μέσα στήν τάξη.

.           β) Ἐπιστολή τήν ὁποία κλεισμένη σέ φάκελο καί μέ τό ὄνομα τοῦ δασκάλου ἤ τοῦ καθηγητῆ Θρησκευτικῶν θά ἐπιδώση ὁ μαθητής στό δάσκαλο ἤ στόν καθηγητή ἐκ μέρους τῶν γονέων του.
Γιά διευκόλυση τῶν γονέων ἔχουμε συντάξει δύο τύπους ἐπιστολῶν. Γιά τόν δάσκαλο (Δημοτικό) καί γιά τόν Καθηγητή-Θεολόγο (Γυμνάσιο)

Thrisk_Dimotiko   

Thrisk_Gymnasio(1)

  ΠΗΓΗ: orthros.eu

 

,

Σχολιάστε

ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [2]

 

Μία κούσια μαρτία πόσο «κούσια» εναι;
[2]

Ἰωάν. Κορναράκη (†)
Καθηγ. Παν/μίου Ἀθηνῶν
«Ψυχοδυναμικὰ δρώμενα στὴν πορεία τῆς ἁγιότητος»,
ἐκδ. Τῆνος,  Ἀθῆναι 2010, σελ. 220-224

ἠλ. στοιχ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Μέρος Α ´: ΠΟΣΟ «ΑΚΟΥΣΙΑ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΙΑ ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ; [1]

.           Ὁ πατερικὸς ἐν τούτοις ἄνθρωπος λύνει τὸ πρόβλημα αὐτὸ μὲ μία ἁγιοπνευματικὴ ὑπέρβαση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐπειδὴ γνωρίζει τὸν κίνδυνο, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐλλοχεύει σὲ μία τέτοια (ὁποιαδήποτε) ἐπιχειρηματολογία, γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα κάποιων ἁμαρτιῶν του, ὑπερφαλαγγίζει τὸν κίνδυνο αὐτὸ μὲ τὴν σταθερὴ ἀποδοχὴ (παντοῦ καὶ πάντοτε) τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος, ὡς τῆς φυσικῆς καταστάσεως τῆς πνευματικῆς του ζωῆς.
.           Πιστεύει δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀπόλυτο, μὴ ἀποδεχόμενο ἀμφισβήτηση, ὅτι εἶναι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ ἑξῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μέχρι τὴ στιγμή, ποὺ ἐκεῖνος βιώνει τὴν προσωπική του ἁμαρτωλότητα!
.           Ἡ ἁμαρτητικὴ τοῦ αὐτὴ αὐτοσυνειδησία ἐκφράζεται μὲ τὴ νοηματικὴ καθαρότητα καὶ χαρισματικὴ διαύγεια τῶν τροπαρίων τοῦ Μ. Κανόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ποὺ ταιριάζει  ἐξ ἄλλου στὴν παύλεια ὁμολογία· «ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ» (Α´ Τιμ. α´ 15).
.                   «Οὐ γέγονεν ἐν τῷ βίῳ ἁμάρτημα οὐδὲ πρᾶξις οὐδὲ κακία, ἣν ἐγὼ Σωτὴρ οὐκ ἐπλημμέλησα, κατὰ νοῦν καὶ λόγον καὶ προαίρεσιν, καὶ θέσει, καὶ γνώμῃ, καὶ πράξει ἐξαμαρτήσας, ὡς ἄλλος οὐδεὶς πώποτε».
.           «Ἐὰν ἐρευνήσω μου τὰ ἔργα Σωτὴρ ἅπαντα ἄνθρωπον ὑπερβάντα ἐμαυτὸν ὁρῶ ταῖς ἁμαρτίαις, ὅτι ἐν γνώσει φρενῶν ἥμαρτον οὐκ ἀγνοίᾳ».
.             «Προσπίπτω σοι, καὶ προσάγω σοι, ὥσπερ δάκρυα τὰ ρήματά μου. Ἥμαρτον ὡς ἥμαρτε πόρνη, καὶ ἀνόμησα ὡς ἄλλος οὐδεὶς ἐπὶ τῆς γῆς»!
.           Μὲ τὸ φρόνημα αὐτὸ τῆς ἀπόλυτης προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος, ὁ πατερικὸς ἄνθρωπος καθαρίζει τὸν ἐσωτερικὸ ψυχικό του κόσμο μὲ τὴ σιγουριὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ ἄσκοπους ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνους προβληματισμούς, ποὺ συσκοτίζουν ἀντὶ νὰ διαφωτίζουν τὸ πρόβλημα τῆς ψυχικῆς του καθαρότητος.
.           Ἔπειτα γνωρίζει καλὰ ὅτι, μέσα στὸν ἀβυσσώδη ἐσωτερικό του κόσμο, μόνο τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ διεισδύει ἐρευνητικὰ καὶ νὰ φωτίζει τὴν πραγματικότητα τῆς προσωπικῆς του ἁμαρτωλότητος· «Αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια της καρδίας» (Ψαλμ. ΜΓ´22).
.           Ὄντως! Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, μόνο ὁ Θεὸς βλέπει ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Αὐτὸς βλέπει καὶ δικαίως κρίνει ὅλες τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μάλιστα «τὸ ἀφανὲς κίνημα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀόρατον ὁρμήν»! Ἐκεῖνος μόνο κατανοεῖ τὶς αἰτίες καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν τῶν ἀφανῶν κινήσεων τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ «τὸ παντὸς πράγματος προεπινοούμενον τέλος» (P.G. 91,713).
.           Ἀλήθεια! Μία κατὰ τὴ δική μας κρίση, ἀκούσια ἁμαρτία πόσο ἀκούσια μπορεῖ νὰ εἶναι κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ;

, ,

Σχολιάστε