ΣΕΒΑΣΜΟΣ στὴν ΣΗΜΑΙΑ

Σεβασμὸς στὴ Σημαία

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ δύο Γερμανοὶ στρατιωτικοὶ ποὺ βρέθηκαν στὴν περιοχὴ τῶν Χανίων ἀποφάσισαν «νὰ κατεβάσουν τὴν ἑλληνικὴ σημαία ἀπὸ τὸν ἱστό της στὸν Σταυρὸ Ἀκρωτηρίου καὶ νὰ ἀνεβάσουν τὴν γερμανική. (…) Μετὰ τὴν καταδίκη τους ἀπὸ τὸ Μονομελὲς Πλημμελειοδικεῖο Χανίων σὲ φυλάκιση 10 μηνῶν μὲ τριετῆ ἀναστολή, ἦρθαν ἀντιμέτωποι μὲ τὶς γερμανικὲς στρατιωτικὲς ἀρχές. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες καὶ οἱ δύο – ποὺ εἶναι ὑπαξιωματικοὶ τῶν γερμανικῶν εἰδικῶν δυνάμεων – ἀποτάχτηκαν ἀπὸ τὶς ἔνοπλες δυνάμεις μέσα σὲ ἕνα 24ωρο, καθὼς κρίθηκε πὼς ἡ πράξη τους εἶχε πολὺ μεγάλη βαρύτητα, καὶ ἀποφασίστηκε ἡ παραδειγματικὴ τιμωρία τους γιὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθεῖ. Μάλι­στα, ὁ Γερμανὸς πρέσβης στὴν Ἀθήνα ἔχει ἐπανειλημμένως ζητήσει συγγνώμη ἐκ μέρους τῆς γερμανικῆς κυβέρνησης γιὰ τὸ περιστατικό» («in.gr» 21-4-2019).
.             Εἶναι ἀξιέπαινες οἱ γερμανικὲς στρατιωτικὲς ἀρχὲς γιὰ τὴν ταχύτητα καὶ τὴν αὐστηρότητα ποὺ ἔδειξαν στοὺς δύο ἄν­δρες, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὴν ἀπαράδεκτη προσβολὴ στὴν ἑλληνικὴ Σημαία. Ὅμως τελείως ἀπαράδεκτο εἶναι τὸ φαινόμενο τῶν τελευταίων ἐτῶν στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ποικιλώνυμοι ἀναρχικοὶ ἀτιμάζουν τὸ ἐθνικό μας σύμβολο, σχίζοντας ἢ καίγοντας τὴν ἑλληνικὴ Σημαία, προκειμένου νὰ ἑλκύσουν τὴν προσοχὴ τῆς κοινῆς γνώμης στὰ διάφορα – νόμιμα ἢ μή – αἰτήματά τους. Ὅταν μάλιστα οἱ κυβερνῶντες καὶ γενικότερα ὁ πολιτικὸς κόσμος δὲν ἐξεγείρεται, ἀλλὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ἔνοχη ἀνοχὴ τὰ σχετικὰ περιστατικά, τότε ἡ ψυχὴ τῶν ἑλληνόψυχων πολιτῶν γεμίζει ἀπὸ ἀγανάκτηση καὶ ἀπαισιοδοξία γιὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδας μας. Εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ἀνακτήσουμε τὸν πατριωτισμό μας μὲ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ στὴ γαλανόλευκη Σημαία μας, ἰδιαίτερα στὰ «δίσεκτα» χρόνια ποὺ ζοῦμε, ἔχοντας σύνορα μὲ ἀδίστακτους ἐχθροὺς ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ἐθνική μας ἀκεραιότητα.

 

Διαφημίσεις

Σχολιάστε

ΣΤΟ ΝΑΔΙΡ Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Στὸ ναδὶρ ἡ ἀξιοπιστία τῶν θεσμῶν

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Στὸ ναδὶρ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν πρὸς τοὺς θεσμούς. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερτετραετοῦς διακυβέρνησης τῆς χώρας ἀπὸ τὸν ΣΥΡΙΖΑ, μὲ τὴν στήριξη τῶν ΑΝΕΛ καὶ τῶν εὐκαιριακῶν ὑποστηρικτῶν του. Σὲ ἔρευνα τῆς Kapa Research Balkan Monitor τὸ μεγάλο ποσοστὸ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ΔΕΝ ἐκτιμοῦν καὶ ΔΕΝ ἐμπιστεύονται τοὺς θεσμούς. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκεκριμένης ἔρευνας εἶναι ἐνδεικτικά τῆς κατάντιας τῆς Δημοκρατίας μας ἐπὶ ΣΥΡΙΖΑ.
.             Πιὸ συγκεκριμένα: Μόνο τὸ 6% τῶν ἐρωτηθέντων ἐμπιστεύεται τὰ Κόμματα, μόνο τὸ 11% ἐμπιστεύεται τὸ Κοινοβούλιο, τὸ 31% τὴ Δικαιοσύνη, τὸ 36% τὴν Ἐκκλησία, τὸ 5% τὰ συνδικάτα, τὸ 46% τὴν Ἀστυνομία. Ἡ κρίση τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι σωστή. Πῶς νὰ ἐμπιστευθοῦν τὰ Κόμματα, ὅταν γίνονται φυτώρια ἀργόμισθων, θερμοκήπια κομισάριων, πηγὲς διαφθορᾶς καὶ νεποτισμοῦ; Πῶς νὰ ἐμπιστευθοῦν τὸ Κοινοβούλιο, ὅταν σὲ αὐτὸ κυριαρχοῦν ἡ ἀγραμματοσύνη, ἡ ἀπαράδεκτη συμπεριφορά, ἡ ψήφιση Νόμων ποὺ φαλκιδεύουν τὶς δημοκρατικὲς καὶ συνταγματικὲς διαδικασίες;
.             Καὶ νὰ συνεχίσουμε. Οὐσιαστικὰ τὰ συνδικάτα δὲν ὑπάρχουν καὶ σὲ ἐπίπεδο κορυφῆς εἶναι διχασμένα καὶ ἀλληλοσπαράσσονται. Τὴν ἴδια ὥρα οἱ ἐργασίες εἶναι λίγες, ἡ ζήτηση μεγάλη, ἡ κρίση ἀκόμη σὲ ἐξέλιξη καί, λόγῳ τῆς κατάστασης, οἱ ἐργαζόμενοι δέχονται νὰ ἐργάζονται πολλὲς ὧρες μὲ μικροὺς μισθούς. Ἡ κυβέρνηση κορόιδεψε κατ’ ἐπανάληψη τὸ ἐκλογικὸ σῶμα. Ἔδειξε μὲ τὸν πιὸ ὠμὸ καὶ ἀνοικτὸ τρόπο ὅτι εἶναι ἡ «ὑποτακτικὴ καὶ πρόθυμη συνεργάτιδα» τῶν ἀγορῶν καὶ τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς. Τὸ ὁμολόγησαν τὰ πρώην μέλη της Πάνος Καμμένος καὶ Γ. Βαρουφάκης, καθὼς καὶ ἡ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Ζωὴ Κωνσταντοπούλου.
.             Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σὲ ἐπίπεδο κορυφῆς, ἔχει χάσει τὸν ἱεροπρεπῆ, ἁγιαστικὸ καὶ σωτηριώδη χαρακτήρα της. Ἂν δεῖ κανεὶς τὰ δελτία Τύπου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἀναφέρονται μόνο σὲ ἐπισκέψεις ποὺ δέχεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, σὲ ἐκδηλώσεις ποὺ συμμετέχει, σὲ θεμέλιους λίθους ἢ σὲ ἐγκαίνια ποὺ παρίσταται, σὲ πράξεις ἀλληλεγγύης. Λείπει ἡ μυστηριακὴ ζωή, ὁ λόγος παρηγορίας, τὸ μήνυμα ὅτι δευτερεῦον εἶναι τὸ ἔργο προνοίας καὶ οἱ κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις. Καὶ ἡ συμφωνία καὶ ἡ σύμπλευση τοῦ Μακαριωτάτου μὲ τὸν Ἀλ. Τσίπρα ἀκόμη περισσότερο σκανδάλισε τὸν πιστὸ λαό, ἰδιαίτερα στὸ θέμα τῆς Μακεδονίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ τὰ ὅσα πράττει σὲ βάρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἐμπλοκή του στὸ μείζονος γεωπολιτικῆς σημασίας θέμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας ἔχει ἀπογοητεύσει πολὺ κόσμο.
.             Οἱ φορεῖς τῆς Δικαιοσύνης ἔχουν ἐπίσης πληγεῖ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τῆς κυβέρνησης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ καὶ βεβαίως ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ ὁρισμένων ἐκπροσώπων της. Τέλος ἡ Ἀστυνομία γιὰ λόγους ἰδεολογικοὺς δὲν ἀφήνεται νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο της, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κυριαρχεῖ ἡ ἀσυδοσία καὶ στοὺς πολίτες ἡ ἀνησυχία.
.             Οἱ ἐκλογές, ποὺ ἔρχονται, θὰ ἀναδείξουν νέα Κυβέρνηση. Κατὰ τὶς δημοσκοπήσεις αὐτὴ θὰ εἶναι, κατὰ πάσαν πιθανότητα, τοῦ Κόμματος τῆς Νέας Δημοκρατίας. Θὰ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἐπαχθῆ κληρονομιὰ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν θὰ μπορέσει νὰ δράσει ἔντιμα, μὲ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, μὲ βάση τὶς παραδοσιακές μας ἀξίες ποὺ μᾶς ὡς ὁρίζουν ὡς Ἔθνος, μὲ ταχύτητα καὶ μὲ ἀποτελεσματικότητα, ἔχοντας ἀπέναντί της τὸ κρατικὸ κατεστημένο, ἕνα παρελθὸν μὲ βαρίδια καὶ τὸν ΣΥΡΙΖΑ, ποὺ θὰ ἐπανέλθει σὲ αὐτὸ ποὺ ξέρει καλά, τὸν λαϊκισμό. Μακάρι νὰ πετύχει καὶ νὰ μὴν ἀπογοητεύσει. Γιὰ τὸ καλὸ τῆς Πατρίδας.-

Σχολιάστε

ΑΡΑΓΕ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ;

Καταδικασμένοι;

.                 Μερικὲς φορὲς ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς «ταρακουνάει», ὅπως λέμε, συθέμελα!
.                 Ἂν ξεφεύγαμε λίγο ἀπὸ τὰ τρέχον­τα γεγονότα τοῦ πολιτικοῦ ἢ καὶ τοῦ Ἐκ­κλησιαστικοῦ χώρου, καὶ μελετούσαμε μὲ προσοχὴ τὰ λόγια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου, θὰ μέναμε ἄφωνοι. Ἡ ψυχή μας θὰ ἀνακάλυπτε θησαυροὺς ἀτίμητους ἀπὸ τὴν εἰς βάθος μελέτη τῶν κειμένων του.
.                 Νά, παραδείγματος χάριν, τρεῖς φοβερὲς λεξοῦλες ἀπὸ μία ἐπιστολή του: «Εἰς τοῦτο κείμεθα», ἔγραψε στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Α΄ Θεσ. γ΄ 3).
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ὁ Παῦλος φτάνει στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀνησυχώντας γιὰ τὴ στάση τῶν Θεσσαλονικέων στοὺς διωγμοὺς ποὺ εἶχαν ξεσπάσει, ἔστειλε τὸν Τιμόθεο στὴ Θεσσαλονίκη, προκειμένου νὰ τοὺς στηρίξει. Καὶ τώρα, ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὶς εὐχάριστες εἰδήσεις ποὺ τοῦ μετέφερε ἐπιστρέφοντας ὁ Τιμόθεος, τοὺς γράφει, καὶ τί τοὺς λέει;
.                 «Εἰς τοῦτο κείμεθα»!
.                 Ἔχετε θλίψεις; Ἀντιμετωπίζετε διω­γμούς; Σᾶς κατατρέχουν; Σᾶς ἀδικοῦν; Σᾶς φυλακίζουν; Σᾶς δέρνουν; Ἁρπάζουν τὴν περιουσία σας; Ποῦ εἶναι τὸ παράξενο; Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ πιστέψαμε, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ βαπτισθήκαμε καὶ ἐνταχθήκαμε στὴν Ἐκκλησία, εἴμαστε «καταδικασμένοι» νὰ ὑποφέρουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέση μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Σ᾿ αὐτὸ ἔχουμε ταχθεῖ!
.                 Μᾶς συνταράζει ἴσως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Ἀποστόλου. Διότι κάποιοι ἀπὸ μᾶς, ἐπειδὴ ἔχουμε τὴν ὅποια λίγη πίστη ἔχουμε, καὶ ἐπειδὴ μετέχουμε, ὅπως μετέχουμε, κάπως συνειδητότερα, στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, νομίζουμε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἔρχονται ὅλα βολικὰ καὶ εὔκολα στὴ ζωή. Γι᾿ αὐτὸ καί, ὅταν κάτι ἔρχεται, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἀνάποδα, ἀγανακτοῦμε καὶ δυσφοροῦμε.
.                 Σκεφτόμαστε: Εἶμαι ἄνθρωπος πιστός… ἐκκλησιάζομαι… προσεύχομαι… ἀγωνίζομαι νὰ βαδίζω σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ…
.                 Λοιπόν… Θὰ ἔχω τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μου… θὰ περπατάω σὲ ἀνθισμένους δρόμους. Χωρὶς δυσκολίες, χωρὶς προβλήματα, χωρὶς θλίψεις, χωρὶς ἀποτυχίες, χωρὶς συμφορές.
.                 Ἀλλὰ ὄχι! Ἄλλο γράφει ὁ Ἀπόστολος: «Εἰς τοῦτο κείμεθα»! Οἱ θλίψεις, οἱ συμφορές, οἱ ὁποιεσδήποτε δοκιμασίες, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀταίριαστες μὲ τὴ ζωὴ τῆς πίστεως, ἀλλὰ εἶναι ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς.
.                 Τότε ὅμως, τί σημαίνει τὸ ὅτι ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του;
.                 Μὰ ἀκριβῶς αὐτό! Σημαίνει ὅτι τοῦ δίνει ὁ Θεὸς τὴ δύναμη νὰ ἀντιμετωπίζει τὶς θλίψεις μὲ χαρά! Εἶναι κάτι μεγαλειῶδες! Οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ τὸν θεωροῦν ἀδικημένο, δυστυχισμένο, κακότυχο… κι αὐτὸς μέσα στὶς ὅποιες δυσκολίες καὶ θλίψεις του νὰ πλέει σὲ πελάγη εὐτυχίας.
.                 Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, ποὺ ἔζησε δύο σχεδὸν χρόνια στὴ φρίκη τοῦ στρατοπέδου συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου, ἔλεγε ἀργότερα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του: «Θὰ ἔδινα ὅλη τὴ ζωὴ ποὺ μοῦ ἀπομένει γιὰ μία ὥρα στὸ Νταχάου, γιατὶ ἐκεῖ εἶδα πρόσωπο μὲ πρόσωπο τὸν Θεό»!
.                 Διότι ἤξερε, εἶχε μάθει ὅτι… «εἰς τοῦτο κείμεθα»…
.                 Ἤξερε, ἔμαθε! Εἶναι «καταδικασμένος» νὰ ὑποφέρει…
.                 Δηλαδὴ νὰ ζεῖ ἀπὸ τώρα στὸν Παράδεισο! Διότι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες εἶχε βρεῖ τὸν Παράδεισο.
.                 Εἶχε βρεῖ τὸν Χριστό.
.                 Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Παράδεισος!

,

Σχολιάστε

ΠΑΝΑΓΙΑ τῶν ΠΑΡΙΣΙΩΝ: Η ΑΛΛΗ ΘΕΩΡΗΣΗ (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´) «Δέν μπορεῖ ἀπό μόνος του ὁ τεχνικός πολιτισμός νά στηρίξει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χρειάζεται καί τόν πνευματικό πολιτισμό τοῦ χριστιανισμοῦ»

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

     .            Πρό δύο περίπου μηνῶν ἀκούσαμε καί εἴδαμε μέ πολλή θλίψη τήν μεγάλη καταστροφή ἀπό τήν πυρκαϊά πού ὑπέστη ἡ Παναγία τῶν Παρισίων, αὐτό τό μοναδικό μνημεῖο ὄχι μόνο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀλλά καί τῆς παγκόσμιας κληρονομιᾶς. Ἕνα ἐξαίρετο μνημεῖο τέχνης πού ἄντεξε ἐννέα αἰῶνες καί τό ἔχουν ἐπισκεφθεῖ ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλο τόν κόσμο.
.         Ὡστόσο, γιά τό ἀριστούργημα αὐτό τῆς γοτθικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, πού ἐνέπνευσε ἕνα Βίκτωρα Οὐγκώ καί πολλές ἄλλες προσωπικότητες τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὑπάρχει καί μία ἄλλη θεώρηση. Ἡ θεώρηση αὐτή ἐκτείνεται πέρα ἀπό μία ὀρθολογιστική παραπληξία ἤ καί παραθεώρηση σεβασμάτων. Ἐν προκειμένῳ, ἡ Παναγία τῶν Παρισίων δέν εἶναι μόνο ἕνα τουριστικό θέαμα. Εἶναι ὁ καθεδρικός ἱερός Ναός τῶν Παρισίων, ἐκεῖ ὅπου ὡς χῶρος λατρείας τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν 12ο αἰῶνα τελοῦνται Θεῖες Λειτουργίες, ἀκούγονται θεῖα κηρύγματα, ψάλλουν ὑπέροχες χορωδίες καί συντελεῖται μία σημαντική ποιμαντική δράση.
.         Ὅταν, ὅπως γράφθηκε, μέ τήν καταστροφή, «ράγισε ἡ καρδιά τῆς Γαλλίας» καί αὐθόρμητα οἱ ἄνθρωποι ἔψελναν τό Ave Maria καί οἱ καμπάνες ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν καί αὐτές ἀκόμη τοῦ Ἀββαείου τοῦ Οὐεστμίνστερ ἤχησαν πένθιμα, τοῦτο τό συμβάν κάτι βαθύτερο θέλει νά πεῖ. Ἡ οὐσία, ὄπισθεν τῆς καταστροφῆς σηματοδοτεῖ, πράγματι, τήν ἄλλη θεώρηση. Ἡ ἐκπαιδευτικός Μάρω Πρεβελάκη, εἰδική ἐπιστήμων τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόνης τό δήλωσε πολύ χαρακτηριστικά: «Ἡ Παναγία τῶν Παρισίων ἀπελευθέρωσε ἕνα ἔντονο θρησκευτικό συναίσθημα καταπιεσμένο ἀπό τό κῦρος τῆς laïcité καί ἔφερε στό προσκήνιο ἄλλες ἀνάγκες, ἄλλες ἀξίες». Ὁ δέ Εὐ. Ἀνδριανός, Ἀρεοπαγίτης ἐ.τ. ἔγραψε σχετικά: «Ἡ παρουσία τοῦ Λαοῦ πού προσεύχεται, ψέλνει, κλαίει καί δίνει τόν ὀβολό του μπροστά στήν πληγωμένη Παναγία του, ἀποδεικνύει πόσο μακρυά εἶναι ἀπό τό Λαό καί τήν πραγματικότητα ἡ “ὑψηλή διανόηση” τῆς Εὐρώπης πού διέγραψε ἀπό τό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα τόν Χριστιανισμό ὡς παράγοντα καί στυλοβάτη τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πολιτισμοῦ.»
.         Κατά συνέπειαν, τό τραγικό αὐτό γεγονός φέρνει στήν ἐπιφάνεια τό θέμα τοῦ χριστιανισμοῦ στό εὐρωπαϊκό γίγνεσθαι. Εἶναι παγκοίνως γνωστόν ὅτι ὁ πολιτισμός τῆς Εὐρώπης θεμελιώθηκε στόν κλασικό ἑλληνικό πολιτισμό, στό ρωμαϊκό δίκαιο καί στόν χριστιανισμό. Ὡστόσο τά θεμέλια τοῦ χριστιανισμοῦ στή σύγχρονη πραγματικότητα κλονίζονται. Ἔχουν βέβαια ὑπάρξει παρεκκλίσεις καί διεστρεβλώσεις τοῦ χριστιανικοῦ ἰδεώδους καί τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά οἱ ἀποδοκιμαστέες αὐτές θέσεις δέν μποροῦν νά φθάσουν στό σημεῖο νά ἀκυρώνουν τό ὕψιστο μέγεθος τοῦ Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
.         Εἶναι ἀνάγκη νά καταλάβουμε τούς καιρούς πού ζοῦμε, νά τούς ἐντάξουμε στήν ἀλληλουχία τῶν αἰώνων πού πέρασαν καί νά δοῦμε τίς κατευθύνσεις ἀλλά καί τίς διδαχές πού  δίνουν γιά τό εὐρωπαϊκό μέλλον. Φθάνει πιά ἡ ἐκκοσμίκευση μέ συνέπεια τήν ἀποϊεροποίηση. Ἡ ἐκκοσμίκευση (secularisation) μέ τίς ποικίλες μορφές της δέν συντελεῖ τελικά στήν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ εὐρωπαίου πολίτη. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νά εἶναι πονεμένος. Ζεῖ μέ τήν ἀνασφάλεια, τήν ἀβεβαιότητα, τήν διαρκῆ ἄρνηση καί τόν μηδενισμό καί παραμένει ἀνικανοποίητος, ἀνήσυχος μέ πολλά συμπλέγματα μέσα του. Καί τοῦτο γιατί δέν μπορεῖ ἀπό μόνος του ὁ τεχνικός πολιτισμός νά στηρίξει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χρειάζεται καί τόν πνευματικό πολιτισμό τοῦ χριστιανισμοῦ.
.         Εἶναι καιρός πλέον γιά ἕνα οὐσιώδη ἐπανεκχριστιανισμό τῆς Εὐρώπης, βάσει τῶν βιβλικῶν, λειτουργικῶν καί πατερικῶν πηγῶν. Οἱ ἀνθρώπινες ἀξίες εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη νά ὁδηγηθοῦν καί πάλιν πρός τόν ζῶντα Θεό, ὄχι μέ μία ἐξωτερική ὑποταγή, ὅπως συνέβαινε κατά τόν μεσαίωνα, ἀλλά μέ ἦθος ἐλευθερίας καί τιμῆς στό ἀνθρώπινο πρόσωπο.
.         Θά ᾽λεγα ὅτι ἡ Παναγία τῶν Παρισίων τώρα μιλᾶ καί σ’ ὅλους τούς νέους εὐρωβουλευτές καί τό μήνυμά της εἶναι: Ἡ Εὐρώπη γιά νά ἐπιζήσει πρέπει νά βρεῖ ξανά τήν λησμονημένη χριστιανική ταυτότητά της. Αὐτή εἶναι ἡ ἄλλη θεώρηση.

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ καὶ ἡ ΜΑΧΗ τοῦ ΚΙΛΚΙΣ «Ἀπὸ τὶς ἀετοφωλιὲς τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων, στὶς ποντικότρυπες τοῦ ἐμφυλίου». (Δ. Νατσιός)

ποιητς Βασίλης Ρώτας
κα
μάχη το Κιλκς

 Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.             Τὸ 2000 ἡ «ΤΕΧΝΗ» Κιλκὶς ἐπανεξέδωσε, ὑπὸ τὴν φιλολογικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀειμνήστου φιλολόγου Μανόλη Γκαράνη, ἕνα μικρὸ βιβλίο, ὀλιγοσέλιδο, μὲ τίτλο “Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς”. Συγγραφέας του ὁ Βασίλης Ρώτας. (Ἡ α´ ἔκδοση ἔγινε τὸ 1987). Τὸ βιβλίο βασίζεται σὲ ἀφήγηση ποιητῆ, ὁ ὁποῖος πῆρε μέρος στὴν ἐπικὴ μάχη, στὴν σύντροφό του Β. Δαμιανάκου. Ὁ Β. Ρώτας ὑπηρετεῖ ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ μάλιστα στὶς 20 Ἰουνίου τοῦ 1913 τραυματίζεται στὴν μάχη, προσπαθώντας ὄρθιος, ἐν μέσῳ πυκνῶν πυρῶν τοῦ βουλγαρικοῦ πυροβολικοῦ, νὰ μετρήσει μὲ τὸ μάτι τὴν ἀπόσταση καὶ νὰ συντονίσει τὶς βολὲς τῶν κανονιῶν μας. Γενναῖος, μὲ ἡρωικὸ φρόνημα, ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ τότε ἀξιωματικοί τοῦ στρατοῦ μας, ἔδινε τὸ παράδειγμα.
.             Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ ἥρωας συνταγματάρχης Ἀντώνιος Καμπάνης, ἐπειδὴ τὸ βουλγαρικὸ πυροβολικὸ θέριζε τὸ 8ο ΣΠ, βρῆκε ἔνδοξο θάνατο.  Χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἄφησε νεότερους ἀξιωματικοὺς νὰ ἀνέβουν σὲ ὕψωμα, γιὰ νὰ ἐντοπιστεῖ τὸ σημεῖο ἀπὸ ὅπου βάλλουν οἱ Βούλγαροι, ἀλλὰ πῆγε ὁ ἴδιος, λέγοντάς τους: «Ἀφῆστε, θὰ πάω ἐγώ. Ἐσεῖς εἶστε νέοι, ἐγὼ ἔφαγα τὰ ψωμιά μου». (Ἦταν 55 ἐτῶν).  Ἐκεῖ συνάντησε ὁ ἀθάνατος  Καμπάνης τὴν δόξα. (Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ γιοῦ τοῦ Δημητρίου Καμπάνη “Ἀναμνήσεις  τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης”, ἔκδ. 1983, μετὰ τὸν θάνατό του, τὸ 1977).
.             Ὁ Ρώτας, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, μετὰ τὸν τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στὴν Θεσσαλονίκη στὸ νοσοκομεῖο, ὅπου, μὴν ἀντέχοντας τὴν ἰδέα ὅτι οἱ στρατιῶτες του κινδύνευαν μόνοι  τους, ἔφυγε, μὲ ἀνοιχτὸ τραῦμα στὴν κοιλιά, πῆρε τὸ τρένο γιὰ τὴν Δοϊράνη καί…. ὅπως γράφει ὁ ἴδιος: «Πληροφορήθηκα ποῦ βρισκόταν ὁ λόχος μου. Εὐθὺς ἐκίνησα  γιὰ ἐκεῖ.  Ἤμουν ἀποκαμωμένος ἀπὸ τὴν πορεία καὶ ἐξαντλημένος. Τὸ τραῦμα δὲν εἶχε κλείσει καὶ ἡ νύχτα μὲ δυσκόλευε νὰ προχωρῶ. Ξάπλωσα σὲ μία θημωνιὰ καὶ ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως. Κοντὰ στὸ ξημέρωμα, μόλις εἶχε ἀρχίσει ν’ ἀσπρογαλιάζει ἡ μέρα, ξυπνάω καὶ βλέπω ἕναν τοῖχο νὰ μὲ περιβάλλει ὁλόγυρα.  Μοῦ φέρνει δάκρυα στὰ μάτια ἐκείνη ἡ ἀνάμνηση.  Ἦταν οἱ στρατιῶτες μου ποὺ εἶχαν μάθει ὅτι ἐρχόμουνα κι εἶχαν κάμει πάνω ἀπὸ μία ὥρα δρόμο μέσα στὴ νύχτα καὶ μὲ περίμεναν ὄρθιοι νὰ ξυπνήσω….». Ὡραία, μεγαλειώδης σκηνή. «Ἦταν τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔζων δι’ ἕνα ἔπαινον καὶ πέθαινον δι’ ἕνα τραγούδι»,  ὅπως ἔλεγε ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας.
.             Ὁ Ρώτας μετέπειτα ἐντάχθηκε στὸ ΚΚΕ, ἀκολούθησε τὶς αὐταπάτες του, τὴν χιμαιρικὴ τροχιά του, τὸ «ἀδειανὸ πουκάμισο».  Πέθανε τὸ 1977 δὲν ἔζησε τὸ τέλος τῆς ὑπαρκτοσοσιαλιστικῆς τερατογονίας, τῆς παταγώδους κατάρρευσης τῶν σοβιετικῶν καθεστώτων. Ἁγνὸς ἄνθρωπος, πραγματικὰ ἰδεολόγος, ἔζησε σὲ χρόνους δίσεκτους, μίση καὶ ἀδικίες, ποὺ ἀκόμη στιγματίζουν τὴν ζωὴ τῆς πατρίδας. Ἀφηγούμενος, πρὸς τὴν δύση τοῦ βίου του, τὰ περασμένα, ἀναφέρει κάτι ἐντυπωσιακό. «Ὅσες φορὲς τύχαινε νὰ νιώθω μείωση ἀπὸ κάτι εἴτε διότι μὲ κατέκριναν εἴτε γενικά, ὅπως τύχαινε καμιὰ φορὰ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει φταίξει, ἔστελνα τὸ νοῦ μου σὲ ἐκείνη  τὴν ἡμέρα, στὴν μάχη τοῦ Κιλκὶς καὶ τὸν  τραυματισμό μου.  Ἔλεγα, μὴ σκέφτεσαι, δὲν εἶναι μείωση, δὲν ἔχεις τίποτα, διότι σ’ ἐκείνη τὴν  περίσταση ἐφέρθηκες ἔτσι» (σελ. 47). Δηλαδή, ἀπ’ ὅσα εἶχε κάνει στὴν ζωή του, αὐτὸ ποὺ τὸν ἔκανε νὰ καμαρώνει καὶ τοῦ ἀναπτέρωνε τὸ ἠθικὸ ἦταν ὁ ἡρωισμός του κατὰ τὴν μάχη τοῦ Κιλκίς. Οὔτε τὸ ΕΑΜ οὔτε ἡ Γυάρος οὔτε τὰ ἔργα του- μὲ σπουδαιότερο τὸ «Κολοκοτρώνης ἢ ἡ νίλα τοῦ Δράμαλη», ἡρωικὸ δράμα – τὸν γέμιζαν ὑπερηφάνεια. Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Μακεδονίας, οἱ ἀγῶνες τοῦ Ἔθνους, τοῦ «ἔδιναν εὐχαρίστηση, ἕνα εἶδος σεβασμοῦ γιὰ τὸν ἑαυτό» του, ὅπως γράφει.
(Θυμήθηκα τὸν Αἰσχύλο, τὸν μέγιστο τῶν τραγικῶν, ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ ζήτησε ἐπὶ τοῦ τάφου του, νὰ χαραχθεῖ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ ὁ ἴδιος συνέθεσε. Πολλὲς δόξες εἶχε γνωρίσει, ὅμως τὸ μόνο ποὺ θέλησε νὰ γραφτεῖ στὸ μνῆμα του ἦταν ἡ καταγωγή του καὶ  «…ἁλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος»,  ὁ ἡρωισμὸς ποὺ ἐπέδειξε στὴν μάχη τοῦ Μαραθώνα, τὴν ὁποία ὁ ἀλαζὼν Μῆδος γνωρίζει).
.             Τώρα. Θέλησα νὰ βρῶ τὸ πῶς ἀναφέρουν τὰ ἀριστερὰ ἔντυπα τὸν Βασίλη Ρώτα, τί γράφουν «οἱ σύντροφοι» γιὰ τὸν σπουδαῖο ποιητή. Σκόνταψα σὲ ἕνα ἄρθρο τοῦ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», στὶς 5 Ἰουνίου (τοῦ «Γιούνι») τοῦ 2011. Γράφουν λοιπὸν οἱ ἀμετανόητοι ὀμφαλοσκόποι τοῦ ΚΚΕ: «Ὁ Β. Ρώτας ἀνήκει σὲ κείνους… ποὺ ἀφοσιώθηκαν καὶ ἀγωνίστηκαν γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ, στὴν πανανθρώπινη ἰδεολογία ποὺ ἀποφασιστικὰ καὶ σταθερὰ διδάσκει τὸ ΚΚΕ.  Ἔδωσε ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐργατικὴ τάξη….» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. (Τὰ ὑπόλοιπα δὲν χρειάζεται νὰ τὰ γράψω. Τὰ γνωστὰ ξύλινα καὶ κούφια ἀναμασήματα καὶ γλωσσικὰ ἀπολιθώματα, ποὺ ἀπαλλάσσουν τοὺς συντάκτες τους ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς συγκεκριμένης ἀναλύσεως). Πουθενὰ ὅμως στὸ… ριζοσπαστικὸ ἀφιέρωμα δὲν γίνεται νύξη γιὰ αὐτὸ ποὺ «ὁ μπάρμπα Βασίλης ὁ Ἀβασίλευτος», ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Γ. Ρίτσος σὲ ποίημά του, καμάρωνε καὶ διὰ βίου καυχόταν: τὴν συμμετοχή του στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς, τὸν ἡρωικὸ τραυματισμὸ καὶ τὴν «δραπέτευσή» του ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ ἐπανέλθει, ἂν καὶ τραυματίας, στὸ πεδίο τῆς τιμῆς. Αὐτὸ τὸ «ἀσήμαντο» ἐπεισόδιο τὸ προσπέρασε καὶ πῆγε κατευθείαν στὸ ΕΑΜ. π τς ετοφωλις τν θνικν γώνων, στς ποντικότρυπες το μφυλίου. Γιὰ τοὺς ἀριστερόμυαλους, κυρίως τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ νεώτερη ἑλληνικὴ ἱστορία. Οἱ πόλεμοι τῶν ᾽12-᾽13, ἡ Μικρασία, ἦταν ἰμπεριαλιστικὲς ἐξορμήσεις, καθοδηγούμενες ἀπὸ τὴν ντόπια πλουτοκρατία. Τὸ δὲ ᾽21, ἦταν ταξικὴ ἐξέγερση κατὰ τῶν Κοτζαμπάσηδων καὶ τῆς Ἐκκλησίας.  Ἔχουμε ἀκούσει πολλὲς φορὲς τὸν κ. Τσίπρα, τὸν προδότη τῆς Μακεδονίας μας, νὰ ἐκθειάζει τὸ ΕΑΜ, γιὰ νὰ ἀντλήσει διδάγματα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Οὐδέποτε ἀναφέρθηκε στὰ ψηλώματα τῆς ἱστορίας μας, τὸ ᾽21, οἱ Βαλκανικοὶ Πόλεμοι, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, τὸ Ἔπος τοῦ ’40.
.             Ἡ δὲ χαριτόβρυτος κ. Σία, στὶς 25-1-2019, δήλωνε στὴν Βουλὴ ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἦρθε στὴν ἐξουσία γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ ΕΑΜ. Ξέρουμε ποιανοῦ συνεχιστὲς εἶναι. Τοῦ Στάλιν, ποὺ γιὰ νὰ ἐπιταχύνει τὴν Ἱστορία (μὲ τὸν βούρδουλα) ἔπληξε τὶς πολιτιστικὲς ρίζες, τὶς ἐθνικὲς φυσιογνωμίες, τὴν γλῶσσα καὶ τὴν πίστη ἑνὸς ὁλόκληρου κόσμου, μετατρέποντας τὴν χώρα του σὲ ἀπέραντο ἐργοτάξιο κνουτοκρατούμενων μυρμηγκιῶν.
.             Ὅμως ἡ πατρίδα μας, ἡ ἱστορία της, θὰ συνεχίσει τὴν περπατησιά της, γιατί κρατιέται ἀπὸ τὶς «ὁλόμαυρες ράχες» τῶν Ψαρῶν, τοῦ Κιλκίς, τῆς Πίνδου.  Θὰ συνεχίσει νὰ «μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια», ὅπως ὁ Ρώτας.  Νὰ κλείσω μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν ποιητὴ ὁ αὐτόπτης μάρτυρας τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς, Δ. Καλλίμαχος, ἐθελοντὴς ἱεροκήρυκας τῆς Ε΄ Μεραρχίας, στὸ βιβλίο του «Ἀθάνατη Ἑλλάς».
.          «Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς μάχης ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς τοῦ 23ου, ἐνῶ ἐτραυματίσθη, αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ τραγουδεῖ.  Ἦτο ὁ Ρώτας, ὁ ἠθοποιός, ἕνα ἐκλεκτὸ παλληκάρι… Τὸν ἔσυραν πρὸς τὰ χειρουργεῖα καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν εἶδα πάλιν εἰς τὴν γραμμὴν» (σελ. 117).  Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε τὸ «ἐκλεκτὸ παλληκάρι» γιὰ τὴν προδοσία τῆς Μακεδονίας;  Γι’ αὐτοὺς ποὺ ξεπούλησαν στοὺς νεοκομιτατζῆδες τῶν Σκοπίων, αὐτὸ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους κέρδισαν στὴν μάχη τοῦ Κιλκίς;

Σχολιάστε

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ (Δ. Νατσιός)

Ἡ Μάχη τοῦ Κιλκίς
Τοῦ Δημήτρη Νατσιοῦ,
Δασκάλου – Θεολόγου

Σάν σήμερα ξεκινοῦσε ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς….

.              «Ὅλα τά εἶχα προβλέψει, τά εἶχα σκεφθεῖ, ὅλα ἐκτός ἀπό τήν τρέλλα τῶν Ἑλλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἧττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: «Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἄν δέν ἤμεθα τρελλοί, δέν ἐκάναμεν τήν ἐπανάστασιν, διατί ἠθέλαμεν συλλογισθῆ πρῶτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθῆκες μας, τά μαγαζιά μας, ἠθέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τῆν ἐδικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα ὅπου ἐνικήσαμεν, ὅπου ἐτελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, ἐπαινόμεθα. Ἄν δέν εὐτυχούσαμεν, ἠθέλαμεν τρώγει κατάρες ἀναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215) Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40.
.            Ἡ ἑλληνική ἱστορία ἔχει μία ἰδιοτυπία, μοναδική ἴσως στήν οἰκουμένη. Εἶναι ἱστορία ἀδιάλειπτων ἀγώνων γιά ἐπιβίωση. Μῆλον τῆς ἔριδος οἱ γεωγραφικές ἑστίες του στή συμβολή δύο ἠπείρων, ἀντιμετωπίζουν εἰσβολές, ἐπιθέσεις, κατοχές καί φρικτές σκλαβιές, ἐρημώσεις κατά τήν διάρκεια ἀδιάκοπων ἐπεκτατικῶν ἐξορμήσεων ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Ὅλοι τίς διεκδικοῦν, ὅλοι τίς ποδοπατοῦν μέ τά στίφη τους. Ἀλέθεται ὁ Ἑλληνισμός, ἡ «Πονεμένη Ρωμηοσύνη» στίς μυλόπετρες τῆς ἱστορίας, ἀλλά «… ἰδού ζῶμεν». Ἤ, ὅπως ὡραῖα τό διατύπωσε ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης στά «Ἀπομνημονεύματά» του: «Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὡς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μᾶς φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά…».
.            Ἀπό τήν ἴδια τήν μαγιά τῶν ἡρώων τοῦ ’21 ἦταν φτιαγμένοι καί οἱ μαχητές τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης Ἐπανάστασης. Ἑκατό περίπου χρόνια μετά, τό Γένος, ἑδραζόμενο στήν λαϊκή ὁμοψυχία: «Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας… χαλαπούς εἶναι περιγίγνεσθαι», ὅταν ὁμονοοῦν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνίκητοι διαλαλεῖ ὁ Ἡρόδοτος («Ἱστορία» ΙΧ, 2) χάρις καί στήν θυσία τῶν παλληκαριῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, διπλασιάζει τά φτερά του.
.             Οἱ Βαλκανικοί Πόλεμοι τοῦ 1912-13 εἶναι ἀπελευθερωτικοί πόλεμοι. Καί ὁ στρατός μας ἐλευθέρωνε σκλάβους Ρωμηούς, οἱ ὁποῖοι γιά 500 καί πλέον χρόνια διατήρησαν ἄσβεστη τήν ἐθνική τους συνείδηση, γιατί –ἀναμφίλεκτη ἀλήθεια αὐτό– κρατήθηκαν ἀπό «τό ἄμφιο» τῆς ἑλληνοσώτειρας Ἐκκλησίας μας.
.               Στίς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907 ὁ λαός τῆς Δράμας ἀποχαιρετᾶ τόν ἐθνο-ιερομάρτυρα Ἐπίσκοπο Χρυσόστομο, πού ὅδευε γιά τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, τήν αἱματοκυλισμένη Σμύρνη. Λίγο πρίν τήν ἐπιβίβασή του στό τρένο, ὁ δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον, ὑψώνει τήν φωνή του, ὀρθώνει τήν λεβέντικη κορμοστασιά του, ἀτενίζει ἀγέρωχα τόν ποιμενάρχη καί τοῦ φωνάζει: «Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγούς καί μᾶς ἔκαμες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος. Θά γίνει τό θέλημά σου.» (Ν. Βασιλειάδη: «Γιά τήν Ἐλευθερία», σελ. 265) Ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους σ’ ὅλη τήν πολυαίωνη σκλαβιά, αὐτή, μέ τούς ἀτρόμητους Μητροπολίτες της, ἦταν ἡ ψυχή τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. Ἄς τό θυμοῦνται αὐτό ὅσοι ἐκκλησιομάχοι κουνοῦν σήμερα τό δάχτυλο καί βυσσοδομοῦν κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
.             Ἔλεγε μεταξύ ἄλλων ὁ μεγάλος λογοτέχνης μας Στρατής Μυριβήλης, σέ ὁμιλία του, τό 1953: «Σάν ἔπεσε τό Βυζάντιο, ἡ Ἐκκλησία ἀντικατέστησε τόν τσακισμένο κρατικό ὀργανισμό σάν ὑποκατάστατος μηχανισμός τῆς ἐθνικῆς ἑνότητας. Τά σύμβολα τῆς Αὐτοκρατορίας τά κράτησε ἡ Ἐκκλησία καί τά διατήρησε μέσα στούς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Καί μέσα σ’ αὐτούς τούς φοβερούς αἰῶνες, αὐτή στάθηκε τό πνευματικό καί ἐθνικό κέντρο τῆς μαρτυρικῆς φυλῆς. Ἐνάντια στούς ἀρχηγούς της ξέσπαγε κάθε ἐπίθεση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τόσο ἀπό μέρους τῶν κατακτητῶν, ὅσον καί ἀπό μέρους τῶν Φράγκων. Καί σωστά τόπανε, πώς σέ πολλές κρίσιμες ὧρες τό ράσο στάθηκε ἡ ἐθνική σημαία τῆς Ἑλλάδας στά χρόνια της σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτό τό διάστημα, ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἕλληνες χάθηκαν γιά τό ἑλληνικό ἐθνικό σύνολο. Ποιοί ἦταν αὐτοί; Ἦταν ὅλοι ὅσοι μέ τή βία ἤ μέ τόν φόβο ἄφησαν τή θρησκεία τους.» Συμπέρασμα ἀδιάσειστο: «Ἄν ὑπάρχουμε σήμερα σάν ἑλληνική φυλή, εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπό τό ἄμφιο τῆς Ἐκκλησίας μας ὅλα αὐτά τά χρόνια».
(Ὁ Μυριβήλης πολέμησε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί τραυματίστηκε. Ὅταν ὁ πατέρας του ἔμαθε στή Λέσβο τό νέο, ἀπό τή χαρά του κέρασε ὅλο τό χωριό. «Ἄλλοι καιροί, ἄλλα ἤθη». Τότε μεγαλουργοῦσαν οἱ καρδιές, τώρα μεγαλουργοῦν τά χρήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κανάρης).
.               Ἔτσι φτάσαμε στούς Βαλκανικούς πολέμους καί στήν τριήμερη μάχη τοῦ Κιλκίς, στίς 19-21 Ἰουνίου τοῦ 1913 πού φέτος τιμοῦμε τά ἑκατόχρονα ἀπό τήν διεξαγωγή της. Ἡ μάχη τοῦ Κιλκίς – Λαχανᾶ, ἤ δίδυμη μάχη ὡς εἴθισται νά λέγεται, ἦταν ἡ πρώτη ἀποφασιστική σύγκρουση μεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Βουλγάρων κατά τόν Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ) ὑπῆρξε ἡ πιό κρίσιμη καί ἡ πλέον φονική μάχη, ὄχι μόνο τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων, ἀλλά καί τῆς νεότερης ἐλλληνικῆς ἱστορίας. Χάρις στήν νίκη τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος, τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, ἀκόμη καί ἡ Κρήτη καί ἡ Θράκη ἑνώθηκαν ὁριστικά μέ τό λυμφατικό τότε ἑλληνικό κράτος καί απετράπη ἡ προσπάθεια τῶν Βουλγάρων νά ὑλοποιήσουν το ὄνειρο τῆς «Μεγάλης Βουλγαρίας» (Συνθήκη Ἁγίου Στεφάνου, 1878).
.                 Ἔλεγε ὁ ἀθηναιογράφος λογοτέχνης Δημήτρης Καμπούρογλου: «Ὅλα τά ἔθνη γιά νά προοδεύσουν πρέπει νά βαδίσουν ἐμπρός πλήν τοῦ ἑλληνικοῦ πού πρέπει νά στραφεῖ πίσω», ὄχι βέβαια ὡς στείρα προγονολατρία ἀλλά ὡς μελέτη τῶν τιμαλφῶν ἀξιῶν τοῦ Γένους, μέ σκοπό τήν παιδαγωγία κυρίως τῶν νέων. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ σπουδή τῆς ἱστορίας ἐμφυσεῖ στό παιδί ἀγάπη γιά τήν πατρίδα, τοῦ προσφέρει πρότυπα ζωῆς, τοῦ γνωρίζει τά ἐλλατώματα καί τά προτερήματα τοῦ Γένους, ἐνεργεῖ, μ’ ἕναν λόγο, ἐντός του διαπλαστικά, ὡς κατ’ ἐξοχήν παράγοντας αὐτοσυνειδησίας. Καί δή τί καλύτερο παράδειγμα φιλοπατρίας ἀπό τήν μάχη τοῦ Κιλκίς, τήν ὁποία ἐν συντομίᾳ θά ἐξιστορήσουμε, ἐπιμένοντας κυρίως στά βιώματα αὐτήκοων καί αὐτοπτῶν μαρτύρων.

Τό ἀθάνατο ἔπος
.            Τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων (Ιούνιος τοῦ 1908) κι ὁ κίνδυνος νά ἐξοντωθοῦν ἀπό τήν τουρκική μισαλλοδοξία ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, ὁδήγησε τό 1912 τούς Ἕλληνες, τούς Βούλγαρους, Σέρβους καί Μαυροβούνιους νά ξεχάσουν προσωρινά τίς διαφορές τους καί νά συσσωματωθοῦν κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ἔληξε νικηφόρος γιά τά βαλκανικά κράτη, ὅμως οἱ Βούλγαροι «ἐμνήσθησαν ἡμερῶν ἀρχαίων», ξαναθυμήθηκαν τόν χάρτη τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας καί νόμισαν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά πραγματοποιήσουν τά παλιά χιμαιρικά τους σχέδια εἰς βάρος καί τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδας. Ἡ ἀπληστία τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὑπερφίαλη συμπεριφορά της πρός τούς συμμάχους κι ἕνα πλῆθος ἀπό δόλιες ἐνέργειες, ἔστρεψαν τήν Ἑλλάδα καί τήν Σερβία ἐναντίον της καί ὁδήγησαν στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ).
.                Στίς 19 Μαΐου τοῦ 1913 ὑπεγράφη στη Θεσσαλονίκη ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδας καί Σερβίας γιά νά ἀντισταθμίσει τίς ἐνέργειες τῶν Βουλγάρων, πού συγκέντρωναν μυστικά τό στρατό τους, γιά νά χτυπήσουν αἰφνιδιαστικά τούς πρώην συμμάχους τους. Μία τελευταία προσπάθεια τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδας καί Σερβίας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκρουση, ματαίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Βούλγαροι μέ τήν ἀξίωσή τους νά ἁπλωθοῦν σ’ ὁλόκληρη τή ΝΔ Μακεδονία, τήν ὁποία κατεῖχε ὁ ἑλληνικός στρατός. Ἔτσι ὁδηγήθηκαν τα πράγματα στήν σύγκρουση.
.               Στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 1913 οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ μετέτεφεραν τίς περισσότερες δυνάμεις τους ἀπό τή Θράκη στή Μακεδονία πρός τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Σέρβων ἄρχισαν σφοδρότατη ἐπίθεση. Γιά τούς Ἕλληνες καί τούς Σέρβους δέν ἀπέμενε παρά μονάχα ἡ γενική ἀντεπίθεση. Ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἐνέργεια ὁ στρατός μας ξεκαθάρισε τήν Θεσσαλονίκη ἀπό τούς Βουλγάρους, πού μέ δόλο εἶχαν εἰσδύσει στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἀπό τήν ἡμέρα κιόλας τῆς ἀπελευθέρωσής της. Καί ὕστερα ἄρχισαν οἱ μεγάλες ἐπιχειρήσεις. Καί πρώτη στή σειρά ἡ ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς.
.              Τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ στήν ἔξοχη πολύτομη ἔκδοσή του, πού ἐπιγράφεται «ὁ Ἑλληνικός στρατός κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913 (Ἀθήνα, 1932)» περιγράφει μέ θαυμαστό καί ἀναλυτικό τρόπο ὅλες τίς φάσεις τῆς πολεμικῆς ἐκείνης ἐπιχείρησης, πού δόξασε γιά μία φορά ἀκόμη τά ἑλληνικά ὄπλα καί ὑπῆρξε θέατρο ἀσύγκριτων ἡρωισμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ μας.
.            Στά νότια τοῦ Κιλκίς ἦσαν γερά ὀχυρωμένοι οἱ Βούλγαροι καί 4 μεραρχίες τοῦ κέντρου τούς χτύπησαν δυνατά στίς 19 Ἰουνίου 1913. Στίς 20 Ἰουλίου, δεύτερη μέρα της μάχης, τό Γενικό Στρατηγεῖο πρόσταξε γενική ἐπίθεση ἀπό τήν αὐγή σέ ὅλο τό μέτωπο. Κι ἐνῶ στό δεξιό ἄκρο τοῦ μετώπου ἡ 7η Μεραρχία ἀνέτρεψε τούς ἀπέναντι ἐχθρούς της καί μπῆκε στή Νιγρίτα, οἱ μεραρχίες τοῦ κέντρου προχωροῦν πρός τό Κιλκίς μέ πολύ ἀργό ρυθμό, γιατί ἡ ἄμυνα τῶν Βουλγάρων, πού ἔκαναν συνεχῶς ἰσχυρές ἀντεπιθέσεις, ἦταν ἀποφασιστική καί πεισματώδης. Στόν τομέα τοῦ Λαχανά ἡ 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιό γρήγορα πρός τίς νότιες προσβάσεις τῆς ὀχυρωμένης τοποθεσίας καί κυρίευσε καί 6 ἐχθρικά κανόνια.
.               Τό δειλινό τῆς 20ης Ἰουνίου ἡ κατάσταση εἶναι πολύ κρίσιμη. Ἡ ἀντίσταση τῶν Βουλγάρων εἶναι λυσσαλέα. Τό ἑλληνικό πεζικό ἔπρεπε νά τούς βγάζει μέ τίς λόγχες ἀπό τά χαρακώματά τους καί οἱ ἀπώλειες ἦταν τεράστιες. Τό Γενικό Στρατηγεῖο ἔστειλε νέα διαταγή στίς Μεραρχίες τοῦ κεντρικοῦ μετώπου νά κυριεύσουν «πάση θυσία» τό Κιλκίς, πρίν σκοτεινιάσει. Ἡ 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σέ ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἐνήργησε νυκτερινή ἐπίθεση. Μέ ἐπικό ἀγώνα, φοβερές ἀπώλειες (οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί τέθηκαν ἐκτός μάχης). Ἀνατρέποντας τήν μία μετά τήν ἄλλη τίς 3 γραμμές ἄμυνας τῶν Βουλγάρων, στίς 9:40 τό πρωί τῆς 21ης Ἰουνίου, ἡ γαλανόλευκη κυματίζει στήν πόλη καί περιχαρής ὁ διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο: «Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…» Τό κάστρο τοῦ Βουλγαρισμοῦ πάρθηκε. Ἀλλά μέ πόσες θυσίες! Κατά ἀνακοίνωση τοῦ Στρατηγείου οἱ ἀπώλειες ἀνῆλθαν σέ 10.000 νεκρούς καί τραυματίες. (Ὁ Γαβριήλ Συντομόρου, στό βιβλίο τοῦ «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανᾶς: οἱ πρῶτες μας νίκες», ἔκδ. Ζῆτρος, γράφει: «Στήν πραγματικότητα οἱ ἀπώλειες αὐτές δέν πρέπει νά ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς καί τραυματίες, σέ σύνολο περίπου 110.000 περίπου ἀνδρῶν τῶν 8 Μεραρχιῶν καί τῆς Ταξιαρχίας Ἱππικοῦ, πού πῆραν μέρος στή τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανᾶ). Εἶναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητῶν μονάδων, οἱ ὁποῖοι πρόβαλλαν τήν προσωπική τους συμπεριφορά καί ἐθελοθυσία ὡς παράδειγμα μίμησης στούς ἄνδρες τους. Παραθέτουμε τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, τιμώντας ἔτσι καί τούς χιλιάδες «ἀγνώστους στρατιῶτες» τους, πού πάντοτε θά τούς εὐγνωμονεῖ τό ἔθνος μας: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζῆς, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης… Αἰωνία ἡ μνήμη… Τά «κόκκαλα» τους τά ἱερά πότισαν τήν λευτεριά μας.
.              Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά: «Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση».
.             Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σάν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καί τά παιδιά φοβόταν νά βγοῦν τό βράδυ ἀπό τά σπίτια τους.
.             Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε μέ τό νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179).
Μαρτυρίες πρωταγωνιστῶν
.            Μεταξύ τῶν ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας:
«Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις.
Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του».
.            Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123).
Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας.
.                Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου.
Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δή;
ΖΗΡΑΣ. Σκοτώθηκε… Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος».
Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς» Ἀπό τό ἔξοχο αὐτό πόνημα, ἀποσποῦμε κάποιες σελίδες του, στίς ὁποῖες μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόμαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.»
.            Περιγράφει ὁ Καλλίμαχος τόν θάνατο τοῦ ἥρωα Καμάρα, τήν στιγμή πού τραυματίζεται, μπροστά καί ὄρθιος, θανάσιμα:
«Γονατίζει ὁ εὐγενικός συνταγματάρχης καί μέ τό λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τά χέρια ἀπευθύνει τόν τελευταῖον πρός τούς ἄνδρας του χαιρετισμόν:
Θάρρος παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!
Τό αἷμα τρέχει κρουνηδόν ἀπό τό τραῦμα καί ο Καμάρας σωριάζεται:
Πονῶ, πονῶ πολύ, καίομαι…
Ὅταν μετεφέρετο πρός τά χειρουργεῖα, ἀτενίσας διά τελευταίαν φοράν τούς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καί εἶπε:
Ἄχ, πού σ’ ἀφήνω, σύνταγμά μου. Σᾶς χαιρετῶ, καλά μου παλληκάρια, καί μέ τήν εὐχήν μου ὅλοι ἐμπρός νά δοξάσετε τήν τιμημένη μας πατρίδα!
Καί τώρα ζῆ εἰς τήν ἀθανασίαν ὁ ἀλησμόνητος Καμάρας μας, ἰδεώδης τῦπος ἀνθρώπου καί στρατιώτου, ἐπιβαλλόμενος μᾶλλον μέ τήν ἀπέραντον καλοκαγαθίαν τοῦ πατρός, παρά μέ τήν συνηθισμένην τραχύτητα τοῦ στρατιωτικοῦ.
Εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθύς καί εἰλικρινής καί πράος, ἠδύνατο νά εἶναι καί ἰδεώδης τύπος λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Εἰς τά Βοδενά, ὅπου ἔμεινεν ἐπί μήνας τό σύνταγμά του, ἔγινεν ἱεροφάντης τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, προσηλυτίζων τά ἑτερογενῆ στοιχεῖα μέ μέσα ἀνθρωπιστικά. Καί ὅταν προυκάλει χορούς καί διασκεδάσεις καί ἐορτᾶς καί ὅταν συνωμίλει μειλίχιος στρατιώτης, πάντοτε ἐν εἶχεν ἰδεῶδες, πῶς νά ἐμπεδώση τήν πεποίθησιν εἰς τήν ἐκπολιτιστικήν ἀποστολήν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Ὅταν ἔφυγεν ἀπό τά Βοδενά, δέν ἔμεινε κανείς ἀδάκρυτος πάσης φυλῆς καί θρησκείας.
Αὐτός ἦτο ὁ Καμάρας, ὁ πρωτομάρτυς τῆς γιγαντομαχίας τοῦ Κιλκίς. (σελ. 71)»
Συγκινητικότατες ὅμως εἶναι καί οἱ ἀναφορές στούς ἁπλούς στρατιῶτες. Ἔδειξε ἀπαράμιλλο ἡρωισμό ὁ Ἕλληνας στρατιώτης στήν μάχη τοῦ Κιλκίς. Ἦθος ὀρθόδοξο καί ἀγάπη ἄδολη καί ἀπρασάλευτη προς την πατρίδα εἶναι οἱ δύο ὀδοδεῖκτες πού τόν ὁδηγοῦν στά «κρημνά τῆς ἀρετῆς».
.              Διαβάζουμε στήν σελίδα 165:
«Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)
«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.
Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας Ἀντρέας».
.               Μεγαλειώδης ὕμνος ἀγωνιστού τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, ὅστις βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του».
Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…
.            Ἄλλο ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76:
«Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα.
Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο…
Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα!
Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα.
Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδσεαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του.
Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!»
Μία τελευταία μαρτυρία ἀπό τό τέλος τῆς μάχης. Ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἔχει συνείδηση τῆς ἀποστολῆς:
«Ὤ τριακόσιοι, σηκωθεῖτε
Καί ξανάλθετε σ’ εμᾶς
Τα παιδιά σας θελ’ ἰδῆτε
Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς»
έψαλλε ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Καί ὁ μαχητής τοῦ Κιλκίς ἀπό τό ἴδιο χρέος ἐμφορεῖται. Σηκώνει στίς πλάτες τοῦ τήν ἱστορία τοῦ Γένους καί «ντροπή νά ντροπιασθεῖ».
«Μετά τήν μάχην ἐγύρισα νά μεταβῶ πρός τά χειρουργεῖα, νά παρακολουθήσω τόν βουβόν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νά ἐπισκοπήσω συγχρόνως τήν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρό ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπό τάς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων.
Ἐνδιαφερόμην νά ὑπολογίσω τόν ἀριθμόν τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διά τούς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νά μεριμνήσω πρός ταφήν καί τέλεσιν τῶν νομίμων.
Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρός μακελλεῖον. Καί ὅταν ἀντίκρυσα τήν φρικιαστικήν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καί ψημένων σωμάτων καί εἶδα σκοτωμένους μέ τήν λόγχην στά χέρια καί μέ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τό πρόσωπον τήν ψυχολογίαν της ὁρμῆς καί τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τά χείλη ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καί ἤκουσα νά ἀπαγγέλη:
Στοῦ Κιλκίς τήν ὁλόμαυρη ράχη
Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη
Μελετᾶ τά λαμπρά παλλικάρια
Καί στήν κόμη στεφάνη φορεῖ
Γινομένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια
Πούχαν μείνη στήν ἔρημη γῆ
.               Ἔρημη ἡ γῆ μέ τά ὀλίγα της ἐναπομείναντα χόρτα ἐστολίζετο ἀπό τῆς ἡμέρας αὐτῆς μέ τόν στέφανον τῆς Ἀθανασίας καί τά ἄσημα ἕως χθές καί πτωχά ἐκεῖνα ὑψώματα παρεδίδοντο εἰς τήν δόξαν καί τόν θαυμασμόν τῶν αἰώνων» (σελ. 83).
Γι’ αὐτό νίκησαν ἐκεῖνα τά λαμπρά παλλικάρια. Ἦταν φτιαγμένα ἀπό τή μαγιά τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα. Ἦταν φτωχά παιδιά, ἡ ψυχή τους ὅμως σπίθιζε ἀπό φιλοπατρία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ μάνα μας καί τήν ἀγαπᾶμε καί ὅταν εἶναι φτωχή καί ἀναγκεμένη σάν σήμερα. «Φίλει τήν πατρίδα καν ἄδικος ἤ» ἔλεγε ὁ Πλάτων. Πατρίδα εἶναι οἱ τάφοι τῶν προγόνων, τά ἁγιασμένα κόκκαλα τῶν ἡρώων, τά ξωκλήσια τῆς Παναγίας μας.
.              «Δέν θά μοῦ πήγαινε αὐτό τό ντούφεκι, ἄν δέν ἤσουν ἐσύ γλυκό χῶμα πού νιώθεις σάν ἄνθρωπος. Ἄν δέν ἦταν πίσω μας λίκνα καί τάφοι πού μουρμουρίζουν, ἄν δέν ἦταν άνθρωποι, κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα στόν ἥλιο μέ τό σπαθί τοῦ Θεοῦ» γράφει περήφανα ὁ Νίκ. Βρεττάκος.
.              «Ἡ μεγαλωσύνη στά Έθνη δέν μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα, μετριέται και μέ τό αἷμα» λέει ὁ ποιητής.
Τώρα πού μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση καί σκύψαμε τό κεφάλι, ἄς στραφοῦμε «πίσω» γιά νά ἀντλήσουμε δύναμη. Ἄς κλείσουμε μές στήν ψυχή μας ἕνα Μεσσολόγι, ἕνα Κιλκίς, ἕνα Σαράντα καί ἄς βαδίσουμε στίς ἀτραπούς τῆς ἱστορίας ὁλόρθοι. «Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα στόν τόπο τόν ἱερό τοῦ Κιλκίς.
Κλείνουμε μέ τούς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, πού τούς ἀπήγγειλε τό 1928, κατά τά ἀποκαλυπτήρια του μνημείου πού δεσπόζει στό ἡρῶον τῆς μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στούς νεκρούς της» Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:
« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,
σάν τά λιοντάρια στήσατε κορμιά καί σάν τά κάστρα,
καί μεσ’ στή μακεδονική ματοθρεμμένη γῆ
βάλατε τήν εἰκόνα μου φερτή σάν ἀπό τ΄ ἄστρα
στοῦ Λαχανά καί στοῦ Κιλκίς τήν ἐκκλησιά τήν πλάστρα,
πνοές κι ἄν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμάστε,
σᾶς λειτουργῶ στή δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ‘στε».

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ τῶν ΑΓΙΩΝ

.                   Ἐκεῖνος λοιπόν πού θέλει νά γίνει μιμητής τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ὀνομαστεῖ καί αὐτός υἱός Θεοῦ, γεννημένος ἀπό τό πνεῦμα, ὀφείλει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ὑπομένει τίς θλίψεις πού ἔρχονται, δηλαδή τίς σωματικές ἀσθένειες ἤ τίς ὕβρεις καί τούς ὀνειδισμούς ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί τίς ἐπιθέσεις τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν, μέ γενναιοψυχία καί καρτερία. Γιατί κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ παραχωρεῖται στίς ψυχές ἡ δοκιμασία τῶν διαφόρων θλίψεων, γιά νά φανερωθοῦν οἱ ψυχές πού τόν ἀγαποῦν εἰλικρινά. Αὐτό εἶναι τό σημάδι τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Μαρτύρων, ὅτι πέρασαν ὄχι ἀπό ἀλλοῦ, ἀλλά ἀπό τό στενό δρόμο τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων καί ἔτσι εὐαρέστησαν τό Θεό. «Παιδί μου, λέει ἡ Γραφή, ἄν ἔρχεσαι γιά νά ὑπηρετήσεις τόν Κύριο, ἑτοίμασε τήν ψυχή σου γιά πειρασμούς. Ἔχε εὐθύτητα στήν καρδιά καί καρτερία» (Σ. Σειράχ Β´ 1-2). Καί ἀλλοῦ λέει: «Ὅλα ὅσα σοῦ ἔρχονται, δέξου τα σάν καλά, γνωρίζοντας ὅτι χωρίς νά θέλει ὁ Θεός τίποτε δέν γίνεται».
.                   Λοιπόν ἡ ψυχή πού θέλει νά εὐαρεστήσει τό Θεό, πρέπει πρίν ἀπ’ ὅλα νά ἀναλάβει τήν ὑπομονή καί τήν ἐλπίδα. Μία τέχνη τῆς κακίας εἶναι καί αὐτό, στόν καιρό τῆς θλίψεως νά βάζει μέσα μας τήν ἀκηδία, γιά νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Οὐδέποτε ὅμως ὁ Θεός ἄφησε τήν ψυχή πού ἐλπίζει σ’ Αὐτόν νά καταβληθεῖ ἀπό τούς πειρασμούς, ὥστε νά φτάσει σέ ἀδιέξοδο. Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ Θεός κρατᾶ τίς ὑποσχέσεις Του καί δέν θά ἀφήσει νά δοκιμάσετε πειρασμό πάνω ἀπό τή δύναμή σας, ἀλλά ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θά δώσει μαζί καί τόν τρόπο ἐξόδου ἀπό αὐτόν, ὥστε νά μπορέσετε νά τόν ἀντέξετε» (Α΄ Κορ. ι´ 13).
Ἀλλά καί ὁ πονηρός, δέν στενοχωρεῖ τήν ψυχή ὅσο θέλει αὐτός, ἀλλά ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νά σηκώσει ὁ ἡμίονος, πόσο ὁ ὄνος, πόσο ἡ καμήλα, καί τόσο τά φορτώνουν· καί ὁ κεραμοποιός γνωρίζει
πόση ὥρα νά βάλει τά κεραμικά σκεύη στή φωτιά, γιά νά μή σπάσουν ἄν μείνουν περισσότερο, μήτε πάλι νά γίνουν ἄχρηστα βγαίνοντας πρίν ἀπό τό κανονικό ψήσιμο.
.                   Ἄν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόση σύνεση, πολύ περισσότερο, ἀπείρως περισσότερο ἡ σύνεση τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσον πειρασμό πρέπει νά ἐπιτρέψει νά ἔρθει σέ κάθε ψυχή, γιά νά γίνει δόκιμη καί κατάλληλη γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Σχολιάστε