ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
Ἐγκώμιον εἰς τὴν κοίμησιν τῆς ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου
Φωνὴν σάλπιγγος κερατίνης βοῆς ἀλαλάζουσαν γεγωνότερον καὶ καταδονοῦσαν τὰ πέρατα ἀπαιτῶν ὁ λόγος πρὸς εὐφημίαν τῆς παρούσης ἱεροκηρύκτου ἡμέρας κινδυνεύει, ὦ ἄνδρες, δι’ ἀσθενοῦς τοῦ φωνητικοῦ ἡμῶν ὀργάνου προερχόμενος ἀλλ’ ἡ βασίλισσα καὶ κυρία τοῦ παντὸς ὡς οἷά τις ἀφιλότιμος δέξαιτο τάχα καὶ τὸν τῆδε δουλικὸν αὐτῆς βραχὺν καὶ πενιχρὸν ἡμῶν λόγον ὡς τῶν ὑψηγόρων τοὺς μακρούς τε καὶ ὑπερλάμπρους ταῖς τοῦ προστάσσοντος εὐχαῖς εὐμενιζομένη ἐπεῖπερ καὶ πρὸς ἓν μόνον βλέπει, τὸ τῆς προθέσεως, ἡ φιλάγαθος.
Ἀλλά μοι δεῦρο συνεγέρθητι ἡ ὑπ’ οὐρανὸν ἅπασα, ὅσον ἐν ἱεράρχαις τε καὶ ἱερεῦσιν, έν μοναδικοῖς τε καὶ μιγάσιν, ἐν βασιλεῦσι τε καὶ ἄρχουσιν, ἐν ἀνδράσι τε καὶ γυναιξίν, ἐν νεανίσκοις τε καὶ παρθένοις, ἐν φυλαῖς τε καὶ γλώσσαις, παγγενεί τε καὶ παμπληθεί, καὶ τὰς τῶν ἀρετῶν ἐσθῆτας ἐξυπαλλάσσουσα ὡς «ἐν κροσσωτοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» πρόελθε φαιδρῶς γεγηθυῖα τῆς Κυριοτόκου Μαρίας ἑορτὴν ἑορτάζουσα, τὰ ἐπικήδειά τε καὶ διαβατήρια· μεταβαίνει γὰρ ἐκ τῶν ἐνθένδε καὶ ἐγγίζει ὄρεσιν αἰωνίοις τὸ ὄρος ὄντως τὸ Σιών, ὃ ηὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ, ὡς ἡ τοῦ ψάλλοντος λύρα.

Φωνὴ κεράτινης σάλπιγγας, ποὺ νὰ ἀντηχῆ δυνατώτερα ἀπὸ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ νὰ συγκλονίζη τὰ πέρατα, ἀπαιτεῖ ἕνας λόγος πρὸς τιμὴν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἡμέρας, ἀγαπητοί μου γι’ αὐτὸ καὶ κινδυνεύει ν’ ἀποτύχη τώρα, καθὼς ἀκούγεται προερχόμενος ἀπὸ τὸ ἀσθενὲς φωνητικό μου ὄργανο. Ἡ Κυρία ὅμως καὶ Βασίλισσα τοῦ παντός, ἔτσι καθὼς εἶναι ἀφιλόδοξη, θὰ δεχθῆ νομίζω κι αὐτὸν ἐδῶ τὸν σύντομο καὶ πενιχρὸ λόγο ποὺ τῆς προσφέρουμε οἱ δοῦλοι της, ὅμοια μὲ ἐκείνους τοὺς διεξοδικοὺς καὶ ἀστραφτεροὺς τῶν σπουδαίων ὁμιλητῶν, μὲ τὸ νὰ παρακινεῖται σὲ συμπάθεια ἀπὸ τὶς προσευχὲς αὐτοῦ ποὺ μὲ προστάζει νὰ ὁμιλήσω, ἐπειδὴ ἀκριβῶς καὶ ἕνα μόνο πράγμα προσέχει ἡ φιλάγαθη: τὴν πρόθεσι.
Ἐμπρὸς λοιπόν, συνάξου ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ἱεράρχες καὶ ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ κοσμικοί, βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἀγόρια καὶ κορίτσια, φυλὲς καὶ γλῶσσες, μὲ ὅλο μαζὶ τὸ ἔθνος καὶ τὸ πλῆθος, καὶ ἀφοῦ ἀλλάξης τὰ φορέματα τῶν ἀρετῶν σου, «ντυμένη» κι ἐσὺ «στὰ κρόσσια τὰ χρυσὰ καὶ στολισμένη»[1], πρόβαλε μὲ πρόσωπο φαιδρὸ καὶ ὅλο χαρὰ γιόρτασε τῆς Κυριοτόκου Μαρίας τὴν ἑορτή, τὴν ἐπικήδεια συγχρόνως καὶ διαβατήρια, διότι φεύγει ἀπὸ ἐδῶ κάτω καὶ πηγαίνει κοντὰ στὰ ὄρη τὰ αἰώνια, τὸ ὄρος ὄντως τὸ Σιών, στὸ ὁποῖο εὐδόκησε ὁ Θεὸς νὰ κατοικῆ, ὅπως ψάλλει ἡ λύρα τοῦ ψαλμωδοῦ.
(Θά ἀκολουθήσει ἀνάρτηση ὁλοκλήρου τοῦ Ἐγκωμίου)
Διαφήμιση

, ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: