Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ «Τὰ λόγια ποὺ ἀκούγονται “μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι τίποτε δὲν πετυχαίνεις”, ποὺ τὰ λένε δυστυχῶς καὶ χείλη “χριστιανῶν”, εἶναι λόγια ποὺ μόνον ὁ διάβολος θὰ μποροῦσε νὰ ἐκστομίσει».

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
(14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)
Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.              «Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν βασιλέων, εἶχε κάποτε πόλεμο, ὅπως λένε κάποιοι ἱστορικοί, στὴ Ρώμη κατὰ τοῦ Μαξεντίου, πρὶν νὰ γίνει αὐτοκράτορας. Ἄλλοι ἱστορικοὶ ὅμως λένε ὅτι εἶχε πόλεμο κατὰ τῶν Σκυθῶν, στὸν Δούναβη ποταμό. Βλέποντας δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν νὰ εἶναι πολλαπλάσιο τοῦ δικοῦ του στρατεύματος, διακατεχόταν ἀπὸ ἀπορία καὶ φόβο. Εὑρισκόμενος λοιπὸν σὲ μία τέτοια κατάσταση, φάνηκε  στὸν οὐρανό, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἡμέρα, ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ μὲ ἀστέρια, καὶ γραφὴ γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό, μὲ ρωμαϊκὰ στοιχεῖα, κι αὐτὰ τυπωμένα μὲ ἀστέρια, ποὺ ἔλεγε: «Ἐν τούτῳ νίκα». Ἀμέσως λοιπὸν ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σχεδιάσουν ἀπὸ χρυσὸ τὸν Σταυρό, κατὰ τὸν τύπο ποὺ τοῦ φανερώθηκε, καὶ Αὐτὸν νὰ βάλουν νὰ προπορεύεται στὸ στράτευμά του. Ἐπιτίθεται λοιπὸν ἔτσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ νικᾶ, ὥστε οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φονευτοῦν, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ τραποῦν σὲ φυγή. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατάλαβε τὴ δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖον πίστεψε ὡς ἀληθινὸ Θεό, γι’  αὐτὸ καὶ βαπτίστηκε στὸν ὄνομά Του. Ἔπειτα ἔστειλε τὴ μητέρα του ἁγία Ἑλένη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ πράγματι Τὸν βρῆκε κρυμμένο, μαζὶ μὲ τοὺς δύο ἄλλους σταυρούς, στοὺς ὁποίους εἶχαν σταυρωθεῖ οἱ ληστές, ὅπως βρῆκε καὶ τὰ καρφιὰ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Στὴν ἀρχὴ ὅμως, ὅταν βρῆκε τοὺς σταυρούς, ἀποροῦσε ἡ βασίλισσα ποιὸς νὰ ἦταν ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, κάτι ποὺ τῆς ἀπεκαλύφθη μ’ ἕνα θαῦμα: τοποθέτησαν μία χήρα γυναίκα ποὺ ἔτυχε νὰ πεθάνει ἐκεῖ πάνω στοὺς σταυρούς, καὶ ἐνῶ οἱ δύο σταυροὶ τῶν ληστῶν δὲν ἔκαναν τίποτε, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, μὲ τὸ ἄγγιγμά Του τὴν ἀνέστησε. Τὸν τίμιο Σταυρὸ λοιπὸν τοῦ Κυρίου προσκύνησε ἡ βασίλισσα, καὶ μαζί της καὶ ὅλη ἡ Σύγκλητος. Ὁ λαὸς ὅμως ζητοῦσε καὶ αὐτὸς νὰ προσκυνήσει, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦτο ἦταν ἀδύνατο, ὁπότε ζήτησε τουλάχιστον νὰ Τὸν δεῖ. Τότε ἀνέβηκε ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Μακάριος πάνω στὸν ἄμβωνα καὶ ὕψωσε ἐκεῖ τὸν τίμιο Σταυρό, ὁ δὲ πιστὸς λαὸς κατανενυγμένος ἄρχισε νὰ κραυγάζει τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἔκτοτε ἐπικράτησε νὰ γίνεται ἡ ἑορτὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Μετὰ τριακόσια χρόνια, ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος, ἀφοῦ πῆρε πίσω τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ Τὸν εἶχαν διαρπάσει οἱ Πέρσες, ὅταν κυρίευσαν τὰ Ἱεροσόλυμα, μπῆκε μὲ Αὐτὸν νικηφόρος καὶ θριαμβευτὴς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἀνύψωσε τὸ ζωηφόρο ξύλο γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν ἁγία Σοφία, ἐνώπιον τοῦ ζητωκραυγάζοντος λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως».
.            Ἡ παγκόσμια ὕψωση τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ προβάλλει κάθε χρόνο ἐνώπιόν μας τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἰσῆλθε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ: τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Διότι  κατὰ τὸν ὑμνογράφο «ἐν τῷ Σταυρῷ ὁ Κύριος κτείνας τὸν ἡμᾶς κτείναντα, νεκρωθέντας ἀνεζώωσε καὶ κατεκάλλυνε, καὶ εἰς οὐρανοὺς πολιτεύεσθαι ἠξίωσεν ὡς εὔσπλαγχνος, δι’ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος». Δηλαδή: πάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐξολόθρευσε αὐτὸν ποὺ μᾶς εἶχε ἐξολοθρεύσει, μᾶς ξαναζωντάνεψε καὶ μᾶς καταομόρφυνε, ὅπως  καὶ μᾶς ἀξίωσε ὡς εὔσπλαγχνος, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς ἀγαθότητάς Του, νὰ ζοῦμε καὶ πάλι στοὺς οὐρανούς. Μερικὲς ἀπὸ τὶς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου τοῦ σταυροῦ διὰ τοῦ ὁποίου καὶ σωθήκαμε θὰ ἐπισημάνουμε καὶ στὴν συνέχεια.

1. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου: ἱστορία καὶ μυστήριο.

.            Ἡ προσέγγιση λοιπὸν τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι εὔκολο ἐγχείρημα. Μολονότι ἔχει ἱστορικὲς συντεταγμένες – συνέβη ἐν χρόνῳ καὶ τόπῳ: στὴν Ἰουδαία ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, ὅπως τὸ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, «σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἠμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου» – κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ, ἔστω κι ἂν εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἄθεος, ὅμως ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ αὐτὸ ποὺ οἱ ἀνθρώπινες αἰσθήσεις καὶ δυνάμεις μποροῦν νὰ ἐπισημάνουν: ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πάσχει μὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ὁ Σταυρὸς ἀποτελεῖ μέγιστο μυστήριο, διότι πάνω Του πάσχει ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατὰ τὸ ἀνθρώπινο.
.            Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲν εἶναι ἐφικτὴ στὰ ἀνθρώπινα. Συνιστᾶ τὸ βάθος, ποὺ γιὰ νὰ τὸ συναντήσει ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἐπιστρατεύσει τὴν πίστη του. Μόνον ὁ πιστὸς στὸν Χριστὸ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ «δεῖ», ἐν μέρει καὶ χαρισματικὰ πάντα, τὸ τί διαδραματίζεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα. Κι αὐτὸ ποὺ διαδραματίζεται  ἀποτελεῖ καὶ τὸ μυστήριο τῆς λύτρωσης τοῦ ἀνθρώπου. Διότι πάνω  στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστός, ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι, «αἴρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», καταργεῖ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ σαρκὶ Αὐτοῦ, μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό, μᾶς ἀνοίγει τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πιὰ δὲν εἶναι ξένος καὶ παρεπίδημος στὸν κόσμο, ἀλλὰ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ καὶ φίλος τῶν ἁγίων (Πρβλ. Ἐφεσ. β´19). Τὰ πάντα ἀνατρέπονται, δηλ. ἐπανέρχονται στὴν ἀπ᾽ ἀρχῆς κανονικὴ καὶ φυσική τους κατάσταση: τὸν Θεὸ Τὸν ζοῦμε ὡς Πατέρα, τοὺς συνανθρώπους ὡς ἀδελφούς, τὴ φύση ὡς συνάδελφη, τὸν ἑαυτό μας ὡς ἕνα μὲ ἐμᾶς. Μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου ἡ ἀνθρωπότητα θεραπεύτηκε. Τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας βγῆκε. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι γεγονὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
.         Ἡ ἄρση τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἐποχὴ μόνο τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, σημαίνει ὅτι τοῦτο κυριολεκτεῖται: αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κάθε κόσμου, τοῦ πρὸ Αὐτοῦ, τῆς ἐποχῆς Του, τῆς μετὰ ἀπὸ Αὐτόν. Οἱ ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν σηκώθηκαν πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ ξεπλύθηκαν. Δὲν ὑπάρχει πιὰ ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅσες ἁμαρτίες ὁ καθένας μας ἔχει κάνει, κάνει ἢ θὰ κάνει, ἤδη γι’  αὐτὲς ἔχει πάθει ὁ Χριστός. Ὁ καθένας δηλαδὴ ὑπῆρξε κι ἕνα ἀγκάθι στὸν Χριστὸ – κι εἶναι τοῦτο μέσα στὴ μυστηριακὴ διάσταση τοῦ Πάθους Του – ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ γιὰ μᾶς ὁ Χριστὸς πληγώθηκε καὶ πόνεσε. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐπικαλεστεῖ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες του ἴσως ἁμαρτίες γιὰ νὰ μένει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἁπλῶς βλασφημεῖ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

2. Ὁ Σταυρός: φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

.            Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ὡς μυστηριακοῦ γεγονότος ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρβαση τῆς παγίδας τῶν «ἀναλύσεων». Οἱ «ἀναλύσεις» σχετικοποιοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ὑποβιβάζουν στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Στὴν παγίδα αὐτὴ δυστυχῶς ἔπεσαν στὸ παρελθὸν ἡ Δυτικὴ θεολογία καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους θεολόγησαν μὲ δυτικὰ κριτήρια. Δὲν ξεχνᾶμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν προσπάθεια τοῦ Ἀνσέλμου Κανταουρίας, ποὺ προβληματιζόταν πάνω στὸ ἐρώτημα «γιατί ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεὸς καὶ γιατί ἔπαθε». Καὶ ἡ ἀπάντηση, ποὺ ἔδινε, ἀποκάλυπτε τὴ δικανικὴ – νομικὴ κατανόηση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό: νὰ ἐξιλεωθεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ Του.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέφυγε τὸν πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνον πάνω στὸ «ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν» – ἔπρεπε νὰ πάθει ὁ Χριστὸς – ποὺ σήμαινε γι’  αὐτὴν κυρίως δύο πράγματα:

1. Τὸ μέγεθος τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου τέτοιας ποὺ ἡ διδασκαλία μόνη τοῦ Χριστοῦ ἢ καὶ τὰ θαύματά Του δὲν ἦταν ἱκανὰ πρὸς σωτηρία. Ἔπρεπε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ νὰ ἀρθεῖ τὸ χάσμα ποὺ ἡ ἁμαρτία εἶχε θέσει μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ.
2. Τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν διστάζει νὰ θυσιάσει καὶ τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’  ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ´ 16).

.           Ὁ προβληματισμὸς πάνω στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔθετε γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης Του. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε στὸν Σταυρὸ ὡς ἀγάπη, ποὺ σήμαινε κατ’  ἄνθρωπον ἀδικία. Καὶ τοῦτο γιατί ἀνθρώπινα δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἡ καταδίκη τοῦ ἀθώου, τοῦ Χριστοῦ δηλαδὴ ποὺ πάσχει ὑπὲρ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, καὶ ἡ δικαίωση τῶν ἐνόχων, τῶν ἀνθρώπων δηλαδὴ ποὺ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν καταδίκη. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τὸ ἀντίθετο. Τὴν καταδίκη τοῦ ἐνόχου καὶ τὴν ἀπαλλαγὴ τοῦ ἀθώου. Ἔτσι μὲ τὸν Σταυρὸ ἰδίως τοῦ Χριστοῦ διαπιστώθηκε ὅτι ἡ θεία δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἂν λειτουργοῦσε ἔτσι, τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἔπρεπε λόγῳ τῆς ἁμαρτίας του νὰ ἀφανιστεῖ. Εὐτυχῶς γιὰ ἐμᾶς μέτρο τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη Του.

3. Ὁ Σταυρός: κλήση πρὸς μετοχή.

.            Ἡ ἀπορροὴ τόσων μεγάλων δωρεῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ: κατάργηση τῆς ἁμαρτίας, συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό, ἐπανένταξη στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι γνωστὸ ὅτι προϋποθέτει καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστέψει στὸν Χριστό, ἂν δὲν γίνει μέλος τοῦ μυστικοῦ σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δωρεὲς αὐτὲς παραμένουν ἀνενέργητες γι’  αὐτὸν καὶ κενὲς περιεχομένου. Διότι πρὸς σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτεῖται, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ὄχι μόνον ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ δική του ἡ θέληση. Πῶς λοιπὸν πιὸ συγκεκριμένα μετέχει κανεὶς στὸν Χριστό, δηλαδὴ γίνεται μέτοχος τῶν δωρεῶν τῆς σταυρικῆς Του θυσίας;

(1) Μὲ τὸ βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὅταν τριττῶς καταδύεται καὶ τριττῶς ἀναδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα, τὴν «κοιλιὰ» τῆς Ἐκκλησίας, συμμετέχει στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ συμμετοχή του αὐτὴ καθαρίζεται, «πεθαίνει», ἀπὸ κάθε ἀναγκαστικὴ ροπὴ ἁμαρτίας καὶ βγαίνει νέος καὶ ἀναστημένος ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς γεννιέται μέσα του καὶ γίνεται μέλος τοῦ σώματός Του. «Πραγματικά, τὸ βάπτισμά μας σημαίνει πὼς συμμετέχουμε στὸν θάνατο καὶ στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως ὁ Πατέρας Θεὸς μὲ τὴν δύναμή Του ἀνέστησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τὸ ἴδιο κι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ζήσουμε μία νέα ζωή. Ὅπως δηλαδὴ ἐνταχθήκαμε ὀργανικὰ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μὲ μία πράξη ποὺ συμβολίζει συμμετοχὴ στὸν θάνατό του, ἔτσι θὰ συμμετάσχουμε πραγματικὰ καὶ στὴν ἀνάστασή Του» (Ρωμ. ϛ´4-5).

(2) Μὲ τὴν Θεία Κοινωνία. Ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Σταυρὸ δὲν σταματᾶ μὲ τὸ βάπτισμα καὶ τὸ συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκῶς μὲ τὴν ἐν μετανοίᾳ μετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Διότι ἡ Θεία Εὐχαριστία προσφέρει τὴν διακράτηση καὶ τὴν αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἰσῆλθε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἔτσι χωρὶς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ὁ πιστὸς ἀδυνατίζει καὶ μαραίνεται πνευματικά, ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ δωρεὲς τοῦ Σταυροῦ μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία ἀνανεώνονται καὶ πολλαπλασιάζονται. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μιλώντας γιὰ τὴν Θεία Εὐχαριστία τονίζει τὸν σταυρικό, καὶ ἀναστάσιμο ταυτοχρόνως, χαρακτήρα αὐτῆς: «Ὅταν προσίῃς τῷ φρικτῷ ποτηρίῳ, ὡς ἀπ’ αὐτῆς πίνων τῆς πλευρᾶς, οὕτω προσίῃς», δηλαδὴ ὅταν προσέρχεσαι στὸ φρικτὸ ποτήριο, νὰ προσέρχεσαι σὰν νὰ πίνεις ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πλευρὰ τοῦ Σωτῆρος.

(3) Μὲ τὸν ἀγώνα γιὰ πνευματικὴ ζωή. Ὁ Χριστιανὸς δὲν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδὴ τῶν δωρεῶν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, μόνον μὲ τὴν συμμετοχή του στὰ μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θὰ ἔδειχνε ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποκλειστικά τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη συνέργεια. Γίνεται καὶ μὲ τὸν ἀγώνα του γιὰ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, κυρίως τῆς πίστεως στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης στὸν συνάνθρωπο, τὸν καθιστᾶ «ἀνοιχτὸ» στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ δημιουργεῖ τὶς συνθῆκες ὀρθῆς μετοχῆς του στὰ μυστήρια. Ἡ τήρηση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Ἀπαιτεῖ σκληρὸ ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν, ἀκόμη δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου, ποὺ μᾶς πειράζει μέσῳ τῶν παθῶν. Ἔτσι ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ κυριολεκτικὰ «μάτωμα» τῆς ψυχῆς, δόση αἵματος, κατὰ τὸ «δὸς αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα», μ’  ἕνα λόγο κατανοεῖται ὡς συσταύρωση μὲ τὸν Χριστό. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’  ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. θ´ 23).
.          Ἔχει εἰπωθεῖ ἀνθρωποπαθῶς ὅτι τὸ σχῆμα τῆς θύρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι σταυρικό. Κανεὶς δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σ’ αὐτήν, παρακάμπτοντας τὸν Σταυρό. Ὁ Σταυρός, ὡς συσταύρωση οὐσιαστικά, ὅπως εἴδαμε, μὲ τὸν Χριστό, εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ χριστιανοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἡ δόξα του, ὅπως ἀκριβῶς μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δι’  Αὐτοῦ σωθήκαμε, δι’  Αὐτοῦ θεωθήκαμε, μὲ Αὐτὸν προχωρᾶμε. Τὰ λόγια ποὺ ἀκούγονται «μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι τίποτε δὲν πετυχαίνεις», ποὺ τὰ λένε δυστυχῶς καὶ χείλη «χριστιανῶν», εἶναι λόγια ποὺ μόνον ὁ διάβολος θὰ μποροῦσε νὰ ἐκστομίσει. Διότι γιὰ ἐκεῖνον ὁ Σταυρὸς συνιστᾶ «τὸ τραῦμα» του. Γιὰ ἐμᾶς ὅμως πάντοτε ὁ Σταυρὸς εἶναι «ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, βασιλέων τὸ κραταίωμα καὶ τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα», ὅπως βεβαίως εἶναι καὶ «τῶν ἀγγέλων ἡ δόξα».

 ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

, , ,

  1. Σχολιάστε

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: