christian-vivliografia

Αὐτὸς ὁ χρήστης δὲν ἔχει δημοσιοποιήσει βιογραφικὲς του πληροφορίες

Ἀρχικὴ σελίδα: http://lagouros.wordpress.com

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                      Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἑορτάσαμε προχθές, εἶναι τὸ σημαντικότερο γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Εἶναι τὸ πιὸ παρήγορο μήνυμα, ἡ πιὸ ζωντανὴ διαβεβαίωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ  εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση γιὰ τὸ ἀβάσιμο τῆς λογικῆς τῶν ὑλιστῶν καὶ τῶν ἡδονιστῶν.
.                      Μέσα στὰ συμπυκνωμένα δρώμενα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἀνατρέπει τὶς ἀνθρώπινες λογικές, ὅσες κυριαρχοῦσαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν Του καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν ἕως καὶ σήμερα. Μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις Του μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ  ἐξουσία δὲν εἶναι ἰσχύος καὶ συμφερόντων, ἀλλὰ διακονίας, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν στηρίζεται στὰ ὅπλα καὶ στὴ βία, ἀλλὰ στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ ὑλιστικὸ φρόνημα, ὅτι ἡ ἰσότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη, ὄχι ἀπὸ τὴ λογικὴ τῶν κάθε ἐποχῆς ἰσχυρῶν.
.                      Ἀνατρέπει ἐπίσης τὴν κοινωνικὴ ἠθική. Στὴ δικαιοσύνη Του ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡμετάνοια νικᾶνε τὶς γνώσεις, τὴν τυπολατρία, τὶς ὑλικὲς ἀπολαβές. Οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες – οἱ«ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ»– εἶναι γιὰ τὸν Χριστὸ πρόσωπα σημαντικότερα ἀπὸ τοὺς ἀλαζόνες τηρητὲς τοῦ Νόμου καὶ τοὺς πλουσίους ἄρχοντες. Ὡς μαθητές Του δὲν ἐπιλέγει τοὺς σοφούς τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ ἁπλοϊκοὺς ψαράδες… Ὅπως γράφει στοὺς Κορινθίους ὁ Παῦλος, ὁ Θεάνθρωπος διάλεξε τοὺς θεωρούμενους ἀνόητους γιὰ νὰ ντροπιάσει τοὺς σοφούς, καὶ τοὺς ἀνίσχυρους, γιὰ νὰντροπιάσει τοὺς ἰσχυρούς. Αὐτά, ποὺ  ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου ἐθεωροῦντο ἀνοησίες, παραμένουν ἀκλόνητα σὲ ἀξία μηνύματα γιὰ μία βιώσιμη ἀνθρωπότητα.
.                      Τὰ διδάγματα, ποὺ ἔδωσε πρὸ τῆς Σταυρώσεώς Του ὁ Χριστὸς δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἀντιληπτὰ  καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, αὐτοὺς ποὺ ἦσαν συνέχεια μαζί Tου. Αὐτοὶ θεώρησαν ὅτι θὰ βοηθοῦσαν νὰ ἐγκαταστήσει τὸ βασίλειο τοῦ Δαυίδ. Μάλιστα δύο ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαλαν μέσο τὴμητέρα τους νὰ τοὺς δώσει καλὲς θέσεις, ὅταν ἀναλάβει τὴν ἐξουσία… Οἱ μαθητές Του ἐπίσης δὲνἀντιλήφθηκαν ὅτι πῆγε νὰ προσευχηθεῖ πρὸς τὸν Πατέρα Του ἐν ὄψει τῆς συλλήψεώς Του. Ἐνῶ περνοῦσε τὴν κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀγωνία Του, ἐκεῖνοι κοιμοῦνταν… Ὅταν συνελήφθη, ἐκεῖνοι ἔντρομοι διασκορπίστηκαν… Μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός, τὴν παρουσία Του ἀνάμεσά τους, τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν Πεντηκοστὴ μετέστρεψε τοὺς φοβισμένους μαθητὲς σὲ ἀτρόμητουςἱεραποστόλους καὶ μάρτυρες τῆς Πίστης τους πρὸς Αὐτόν.

.                       Ὁ Χριστὸς ἔδωσε ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰΤὸν ὑβρίζει, νὰ Τὸν φυλακίζει, νὰ Τὸν διώκει, νὰ Τὸν ἀπαρνεῖται, νὰ Τὸν προδίδει. Ἡ μετὰΧριστὸν ἱστορία ἔχει καταγράψει ἑκατοντάδες προσωπικότητες ποὺ θέλησαν καὶ θέλουν μὲ τὶς δικές τους ἀρχὲς νὰ σώσουν τὴν ἀνθρωπότητα. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, φιλόσοφοι προσπάθησαν καὶ οἱπερισσότεροι τὴν ἔβλαψαν… Ἡ ἀνθρωπότητα πάντα κινεῖται μὲ βάση τὸν ὑλισμό, τὸν ὠφελιμισμὸ καὶ τὸν ἡδονισμό. Ἐπιλέγει νὰ μιμηθεῖ τὶς Δαναΐδες, ἤ, χειρότερα, νὰ ἔχει τὴ μοίρα τοῦ Ταντάλου. Ὁ Ἀναστὰς  Χριστὸς ὑπομένει. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!-

, ,

Σχολιάστε

ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΘΗΡΙΩΔΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἱερομάρτυρες Ἀρχιερεῖς
θύματα τῆς τουρκικῆς θηριωδίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                 Πέρυσι, τέτοια ἡμέρα (ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 6. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ E΄ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)), τὸ ἀντίστοιχο κείμενο ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἐθνοϊερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Φέτος ἀφιερώνεται σὲ δύο, στοὺς Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεο (Πρώιο) καὶ Θεσσαλονίκης Ἰωσὴφ (Ἀντωνόπουλο), οἱ ὁποῖοι μὲ ἄλλους ἕντεκα Ἀρχιερεῖςἀκολούθησαν  τὴν μαρτυρικὴ πορεία τοῦ Πατριάρχη στὴν δι’ ἀπαγχονισμοῦ ἐκτέλεση καὶ ἀνακηρύχθηκαν ἅγιοι ἱερομάρτυρες. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἐκτελέστηκαν οἱ Συνοδικοὶ ἈρχιερεῖςἘφέσου Διονύσιος, Ἀγχιάλου Εὐγένιος, Νικομηδείας Ἀθανάσιος, Τορνόβου Ἰωαννίκιος, Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος, Θεσσαλονίκης Ἰωσὴφ καὶ Δέρκων Γρηγόριος. Στὴ Θράκη ἐκτελέστηκαν ὁ πρώην Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλλος ϛ΄ καὶ οἱ Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαῖος ἢ Βάρης, Μαρωνείας Κωνστάντιος, Γάνου καὶ Χώρας Γεράσιμος, Μυριοφύτου καὶ Περιστάσεως Νεόφυτος καὶ Σαμμακοβίτου Ἰγνάτιος.
.                 Ὁ Σουλτάνος, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν ἔκρηξη τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ στὴν Πελοπόννησο, ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη νὰ στείλει ὡς ὁμήρους στὴν Πύλη τρεῖς ἀρχιερεῖς, ἀπὸτοὺς πλέον κοντινούς του. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ, Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶΤορνόβου Ἰωαννίκιος. (Ἀρχ/που Χριστοδούλου «Γρηγόριος Ε΄ –  Ὁ ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης», Ἀποστ. Διακονία, 2004, σελ. 598). Ἡ ἐν ὄψει τῶν προφανῶν τραγικῶν ἐξελίξεων ἀτμόσφαιρα στὸΠατριαρχεῖο ἦταν χαρμολύπης. Εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ πρὸς τοὺς στὸ μαρτυρικὸ τέλος πορευομένους ἀδελφούς του: «Ἀδελφοί, οὕτως ἠθέλησεν ὁ Κύριος, δεικνύων ἡμῖν πολλὰ καὶ σκληρά… Ἀπέρχεσθε σήμερον εἰς τὴν Πύλην, ἵνα μένητε βεβαίως μετὰτῶν ἄλλων ἀδελφῶν ἐνέχυρα παρ᾽ αὐτῇ. Κύριος οἶδε τὸ ἀποβησόμενον. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποβῇ εἰς μαρτύριον, ἀκολουθήσω ὑμᾶς τάχιον καὶ ἐγώ». (Ι. Φιλήμονος ΔΙΕΕ, τ. Β΄, σελ. 117).
.                  Ὁ Δέρκων Γρηγόριος ἦταν τῆς γνώμης νὰ μὴν σταλοῦν οἱ Ἀρχιερεῖς ὅμηροι στὴν Πύλη, ἀλλὰ νὰ ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν Σουλτάνο νὰ μεταβοῦν ὁ Πατριάρχης καὶ οἱ Συνοδικοὶ Ἀρχιερεῖς στὴν Πελοπόννησο, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι ἐκεῖ θὰ φρόντιζαν νὰ σταματήσει ἡ Ἐπανάσταση, ἀλλὰ στὴν οὐσία νὰ ἡγοῦντο Αὐτῆς. Ὁ Πατριάρχης ἀπέρριψε τὴν εἰσήγηση καὶ ἀπάντησε: «Καὶ ἐγώ, ὡς κεφαλὴ τοῦ ἔθνους καὶ ὑμεῖς, ἡ Σύνοδος, ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἡμῶν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανωσύνην νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔθνος ἐναντίον τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἡμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύσῃ ὅλον τὸ ἔθνος» (Ν. Σπηλιάδου «Ἀπομνημονεύματα», Ἔκδ. Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1851, Α΄ Τόμος, σελ. 100, σημ. 1).
.                 Στὶς 10 Ἀπριλίου 1821, ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἀπαγχονίστηκε ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ καὶ ἀκολούθησε τὴν ἴδια ἡμέρα ὁ ἀπαγχονισμὸς τῶν Νικομηδείας Ἀθανασίου, Ἀγχιάλου Εὐγενίου καὶ Ἐφέσου Διονυσίου. Στὶς 3 Ἰουνίου 1821 ἀπαγχονίσθηκαν οἱ ἄλλοι συλληφθέντες Ἀρχιερεῖς Δέρκων Γρηγόριος, Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος, Τυρνόβου (ἢ Τορνόβου) Ἰωαννίκιος καὶ Θεσσαλονίκης Ἰωσήφ. Οἱ δήμιοι τοὺς ἐπιβίβασαν ἐπὶ πλοιαρίου, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στὴνἀγχόνη. Κατὰ τὴ διαδρομὴ οἱ ἀρχιερεῖς μὲ πνιγμένη ἀπὸ τὸν πόνο τὴ φωνὴ ἔψαλλαν τὴν ἀκολουθία τῆς κηδείας τους. Στὸ τέλος εὔχονταν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο: «Καλὴ ἀντάμωση στὴν ἄλλη ζωή».
.                  Πρῶτον οἱ δήμιοι ἀποβίβασαν τὸν Τορνόβου Ἰωαννίκιο στὸ Ἀρναούτκιοϊ. Ἐκεῖ εἶχε στηθεῖ ἡ ἀγχόνη «ἀπὸ τοῦ ἀνωφλίου οἰκίας παρακειμένου κουρείου». Οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς «ἀπέστρεψαν τοὺς δακρύοντας αὐτῶν ὀφθαλμούς», πλὴν τοῦ Δέρκων. Αὐτὸς ὄρθιος ἱστάμενος καὶπαρακολουθῶν τὸ θύμα μέχρι τῆς τελευταίας τοῦ θανάτου στιγμῆς ἀνέκραξε διὰ τῆς στεντορείας αὐτοῦ φωνῆς «Μακαρία ἡ ὁδὸς ᾗ (Σήμ. γρ. στὴν ὁποία) πορεύῃ σήμερον». Ἔπειτα ἦρθε ἡ σειρὰτοῦ Ἀδριανουπόλεως Δωροθέου. Τὸν ἀποβίβασαν καὶ τὸν κρέμασαν στὸ Μεγάλο Ρεῦμα.Ἀκολούθησαν ὁ Δημητσανίτης Θεσσαλονίκης Ἰωσὴφ ποὺ τὸν κρέμασαν στὸ Γενίκιοϊ (Νεοχώρι) καὶ ὁ Ἀχαιὸς Δέρκων Γρηγόριος, τὸν ὁποῖο τὸν πῆγαν στὰ Θεραπειὰ καὶ τὸν κρέμασαν μπροστὰ στὸσπίτι του. (Σπ. Τρικούπη «Ἱστορία τῆς  Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως», Ἔκδ. 3η, Ἔκδ. Παν. Ἀσλάνης,Ἐν Ἀθήναις, 1888, τ. Α΄ σελ. 110 κ.ε. καὶ Κων. Παπαρρηγόπουλου «Ὁ Μέγας Δέρκων», ἐν «Ἑστία», 1876, σελ. 53).
.                 Ὁ Χιώτης Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος (1765-1821) ἦταν ἐκ τῶν εὐρυμαθεστέρων κληρικῶν τῆς ἐποχῆς του καὶ εὑρηματικὸς παιδαγωγός. Ὅταν ἀνέλαβε σχολάρχης τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς, ὁ Κούμας ἔγραψε ὅτι «ἤρχισε νὰ γίνεται Πιερία (σημ. γρ.: χώρα τῶν Μουσῶν) ὁ Βόσπορος…, μὲ τὸν φιλοτιμότερον διδάσκαλον καὶ προῆλθεν ἱκανὴ ὠφέλεια ἐκ τῆς σχολῆς…». Ὁ Δωρόθεος μαζὶ μὲ τὰ θρησκευτικὰ ἔγραψε καὶ δίδαξε φιλοσοφία, ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἀστρονομία, φυσική, ἀριθμητική, ἄλγεβρα, γεωμετρία, λογική. (Περιοδ. Ἑλλην. Φιλολογικοῦ Συλλόγου Κωνσταντινούπολις τ. Γ΄, 1880, σελ. 256). Τὰ μαθήματα τῆς φυσικῆς γίνονταν μὲ πειράματα καὶ ἡ ἀστρονομία μὲ οὐράνιες παρατηρήσεις. Ἐπίσης ἐπιμελήθηκε τῆς συντάξεως Μεγάλου Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, ποὺ ἄρχισε νὰ ἐκδίδεται ἐπὶ πατριαρχίας Γρηγορίου Ε΄, ἀλλὰ δὲν ὁλοκληρώθηκε, λόγῳ τῶν ἐπισυμβάντων τραγικῶν γεγονότων.
.                 Ὁ Δωρόθεος ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ εἰσήγαγε στὴν παιδαγωγικὴ μέθοδο τὴν αὐτοδιοίκηση τῶν τροφίμων τῆς Σχολῆς. Οἱ ὀγδόντα μαθητὲς ἦσαν διηρημένοι σὲ δύο τμήματα. Ἐπικεφαλῆς τοῦκάθε τμήματος ὁ πρόεδρος ἢ «ταξίαρχος». Χρέος τους νὰ προσέχουν τὴν τήρηση τῶν γυμνασιακῶν νόμων, νὰ ἐπιλύουν διαφορὲς καὶ νὰ συνεργάζονται μὲ τὸν σχολάρχη. (Τ. Ἀθ. Γριτσόπουλου «Πατριαρχικὴ Μεγάλη Σχολή», τ. Β΄, σσ. 86 κ.ἑ., 415 κ.ἑ.).
.                 Ὁ Θεσσαλονίκης Ἰωσὴφ (1761-1821) γεννήθηκε στὴν ἁγιοτόκο Δημητσάνα, ποὺπροσέφερε καὶ πλειάδα Πατριαρχῶν καὶ Ἀρχιερέων. Στὴν ἀδούλωτη αὐτὴ ἰδιαίτερη πατρίδα του, μὲτὴν μεγίστη προσφορὰ στὴν Ἐθνεγερσία, ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα. Τὴν ἐκπαίδευσή του συμπλήρωσε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Μανουὴλ Γεδεὼν γράφει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ μάρτυρος Ἱεράρχου: « Φυσικὰ μὲν εὐφυία καὶ κρίσις νοὸς ἀποχρῶσα, προσθήτω δὲ καὶ κτητὸν τὴν ἱκανὴν παίδευσιν. Προαιρετικὰ δὲ πραότης, εὐπροσιτότης,… ἐγκράτεια καὶ τήρησις ὡς ἔνι ἀκριβὴς τῶν Θείων Κανόνων» («Ἀπὸ σημειώματα χρονογράφου», Ἀθῆναι, 1932, σελ. 157).
.                 Ὡς Μητροπολίτης Δράμας (1780-1810) ὁ Ἰωσὴφ δι’ ἐπιστολῆς του προέτρεψε τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη νὰ συγγράψει τὸν Συναξαριστὴ καὶ ἀνέλαβε ἐκεῖνος τὴν ἐπιχορήγηση τῆςἔκδοσης. Μάλιστα ἐπιδίωξε νὰ παραμείνει μυστικὴ ἡ προσφορά του, ὅπως γράφει σὲ ἀνέκδοτη μελέτη του ὁ Γορτύνιος πρωτοπρεσβύτερος π. Χρίστος Κυριακόπουλος. Στὴν ἐπιστολή του ὁἸωσὴφ ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων: «Περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Συναξαριστοῦ… ζητῶ νὰ γίνη ὅσον τὸδυνατὸν ἄρτιον καὶ καλόν, ἐπαινετὸν καὶ δεκτὸν Θεῷ πρῶτον καὶ ἀνθρώποις ὠφέλιμον. Ἴσως καὶσυγχωρηθῇ καὶ ἡμῖν μέρος τῶν πολλῶν μας ἀμπλακημάτων (Σημ.γρ.: ἁμαρτημάτων)». Ὡς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1810-1821) ὁ Ἰωσὴφ ἦταν κοντὰ καὶ βοηθοῦσε τὸν συντοπίτη τουΠατριάρχη Γρηγόριο Ε´. Τὴν περίοδο 1819 – 1821 ἦταν Συνοδικὸς καὶ ὑπέγραψε τὴν ΠατριαρχικὴἘγκύκλιο πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, μὲ τὴν ὁποία ὁ Πατριάρχης τοὺς προέτρεπε νὰ μὴν παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ κατὰ τῆς Πύλης.
.                 Ἡ θυσία τοῦ Πατριάρχη καὶ τῶν Ἀρχιερέων, ποὺ παρέμειναν πιστοὶ μέχρι θανάτου στὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Ἔθνος, θὰ ἔπρεπε νὰ συγκινεῖ κάθε ἔντιμο καὶ ἐνημερωμένο ἄνθρωπο. Εἶναι λυπηρὸ τὸ γεγονὸς ὅτι  ἡ ἀντιεκκλησιαστικὴ ἰντελιγκέντσια τῆς Πατρίδας μας κρατάει ἀτεκμηρίωτη, ἄδικη, προσβλητικὴ καὶ συκοφαντικὴ στάση πρὸς τοὺς ἱερομάρτυρες ἀρχιερεῖς τῆς Παλιγγενεσίας.-      

, ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;

,

Σχολιάστε

ΜΗΝΥΜΑ ΠΑΣΧΑ 2021 ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Ὁ μόνιμος «ἰός», ὁ «ἔσχατος ἐχθρὸς» ὁ θάνατος)

ΜΗΝΥΜΑ ΠΑΣΧΑ 2021

Τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου Β´

.                             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου μᾶς βρίσκει γιὰ δεύτερη χρονιὰ τραυματισμένους. Ταπεινωμένη ἡ οἰκουμένη ἀπὸ ἕνα ἀόρατο ἐχθρό, ἀναγκάζεται σὲ ἀπομόνωση τῶν κοινωνιῶν. Πολλοὶ ἄνθρωποι πέθαναν μέσα σὲ ἕνα χρόνο. Αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐπιθυμῶ νὰ φέρω στὴ μνήμη μας τὴν ἀπώλεια αὐτῶν τῶν συνανθρώπων μας, καθὼς καὶ τῶν ἐπισκόπων, ἱερέων, μοναχῶν, μοναζουσῶν καὶ πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                             Εἰδικοὶ καὶ ἐπιστήμονες προσπαθοῦν νὰ ἀναχαιτίσουν τὴ μετάδοση τοῦ ἰοῦ, μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, νὰ συμβάλλουν μὲ ὑπευθυνότητα. Ὅμως, ὁρισμένοι ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ ἰοῦ καὶ ἄλλοι τὴν συνδέουν μὲ σενάρια συνωμοσίας. Μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω προσωπικὰ ὅλους τοὺς ἰατροὺς καὶ τὸ ὑγειονομικὸ προσωπικὸ γιὰ τὴν καθημερινή τους αὐτοθυσία.
.                             Οἱ πανδημίες διαβρώνουν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα τρόπο ζωῆς καὶ προωθοῦν ἕναν νέο. Ἡ τωρινὴ πανδημία ρυθμίζει ψηφιακὰ τὴ ζωή μας μὲ τρόπο σχεδὸν καθολικό. Ὅλα γίνονται ἀπὸ μακριά: τηλεκπαίδευση, τηλεδιάσκεψη, τηλεργασία. Βιώνουμε τὴν κορύφωση τῆς τραγωδίας κατὰ τὴν φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου. Δὲν εἶναι ἐφικτὸ νὰ δοῦμε, οὔτε νὰ ἀγγίξουμε γιὰ τελευταία φορὰτοὺς ἀγαπημένους μας νεκρούς.
.                             Πολλὲς ἀπὸ τὶς νέες αὐτὲς ἀλλαγὲς ἦρθαν φιλοδοξώντας νὰ μείνουν μόνιμα καὶχαρακτηρίζονται ἀπὸ μία παραδοξότητα: τὸ νέο, ποὺ προβάλλει ὡς λύση, ταυτόχρονα μᾶς ὑποδουλώνει. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς διευκολύνει, συγχρόνως μᾶς ἐξαρτᾶ, μᾶς περιορίζει τὴν ἐλευθερία. Τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἡ ψηφιακὴ τεχνολογία διευκολύνει τὴ ζωὴ τοῦ πλανήτη, παράλληλα μᾶς ἀποξενώνει.
.                             Οἱ πανδημίες ἀποτελοῦν σύμπτωμα τῆς ἀνθρώπινης θνητότητας, ποὺ εἰσῆλθε στὴν ἱστορία, ὅταν διακόψαμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ κάναμε κέντρο τῆς ζωῆς μας τὸν ἑαυτό μας. Ἔκτοτε, ἐπικεντρωνόμαστε μονομερῶς στὴν ἀνακούφιση τῶν ἑκάστοτε προβλημάτων καὶ μᾶς διαφεύγει τὸ οὐσιῶδες: ἀκόμη καὶ ἐὰν αὐτὸς ὁ ἰὸς νικηθεῖ, ἀργότερα ἄλλος θὰ ἐμφανισθεῖ, ὅπως συμβαίνει πάντοτε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει ὁ μόνιμος «ἰός», ὁ«ἔσχατος ἐχθρὸς» ὁ θάνατος. Ἡ αἰτία τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων εἶναι πνευματική: εἶναι ἡἀνθρώπινη φιλαυτία.
.                             Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου ἀνέτρεψε τὰ μέχρι τότε ἀνθρώπινα, ἀδαμικὰδεδομένα καὶ εἰσήγαγε στὴν ἱστορία νέα, μυστηριακά, ἐσχατολογικὰ δεδομένα. Μὲ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ἀνέπλασε τὴν ἀνθρώπινη φύση: «Ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, …ἡμᾶς διεβίβασεν». Ἡ κοσμικὴ πραγματικότητα γεύεται ἤδη τὴν ἐν Χριστῷἀνακαίνισή της: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια». Ἀπέναντι στὴφθορὰ ὁλόφωτη ἡ Χάρη τῆς Ἀναστάσεως.
.                             Τὸ κέντρο τῆς Ἱστορίας πλέον δὲν εἶναι ἀδαμικἀνθρωπότητα ποὺ θνήσκει, ἀλλἡ μεταμορφωμένη ἐν Χριστἀναστημένη ἀνθρωπότητα, ποὺ συναντοῦμε στὴν Ἐκκλησία. ἩἘκκλησία, ὡς ἄλλη ζύμη, διὰ τοῦ Θεανθρώπου, προετοιμάζει καθοριστικά, σιωπηρά, διὰ τῆς ἄκρας ταπεινώσεως καὶ ἀδοξίας, τὴν ὑποδοχὴ τῆς Ἐρχομένης Βασιλείας Του.

Ἀδελφοί μου,

.                             Ἡ πανδημία μᾶς ἔφερε γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἐνώπιον τῶν ὁρίων μας. Ἔφερε στὸ προσκήνιο τὸν θάνατο ποὺ ἀπωθοῦμε στὸ παρασκήνιο. Τὸν ἀφύσικο θάνατο ποὺ ὁ Θεάνθρωπος νίκησε μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, δὲν ζοῦμε ὅπως «οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», καθότι μέσα ἀπὸ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας προγευόμαστε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀπαρχὴ«ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου».
.                             Εὔχομαι ἡ χαρὰ τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως νὰ καταυγάζει τὴ ζωή μας.

Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!».

ΠΗΓΗ: iaath.gr

, ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΠΑΣΧΑ 2021 «ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ»

† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

.                           Τήν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν καί προσκυνήσαντες τά Πάθη καί τόν Σταυρόν τοῦ Κυρίου, ἰδού καθιστάμεθα σήμερον κοινωνοί τῆς ἐνδόξου Αὐτοῦ Ἀναστάσεως, λαμπρυνόμενοι τῇ πανηγύρει καί ἀναβοῶντες ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ τό κοσμοσωτήριον ἄγγελμα «Χριστός Ἀνέστη»!
.                           Ὅ,τι πιστεύομεν, ὅ,τι ἀγαπῶμεν, ὅ,τι ἐλπίζομεν ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι συνδέεται μέ τό Πάσχα, ἀπό αὐτό ἀντλεῖ τήν ζωτικότητά του, ἀπό αὐτό ἑρμηνεύεται καί νοηματοδοτεῖται. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Θείας ἀγάπης εἰς τήν ἀγωνίαν καί τήν προσδοκίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί εἰς τήν «ἀποκαραδοκίαν» τῆς συστεναζούσης κτίσεως. Ἐν αὐτῇ ἀπεκαλύφθη τό νόημα τοῦ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν»[1] καί τοῦ «καί εἶδεν ὁ Θεός τά πάντα, ὅσα ἐποίησεν, καί ἰδού καλά λίαν»[2].
.                           Ὁ Χριστός εἶναι «τό Πάσχα ἡμῶν»[3], «ἡ ἀνάστασις πάντων». Ἐάν ἡ πτῶσις ὑπῆρξεν ἀναστολή τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἐν Χριστῷ ἀναστάντι ἀνοίγεται πάλιν εἰς τόν «ἠγαπημένον τοῦ Θεοῦ» ἡ ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Συντελεῖται τό «μέγα θαῦμα», τό ὁποῖον ἰᾶται τό «μέγα τραῦμα», τόν ἄνθρωπον. Εἰς τήν ἐμβληματικήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως ἐν τῇ Μονῇ τῆς Χώρας, ἀτενίζομεν τόν κατελθόντα «μέχρις ᾍδου ταμείων» Κύριον τῆς δόξης καί καθελόντα θανάτου τό κράτος, νά ἀναδύηται ζωηφόρος ἐκ τοῦ τάφου, συνανιστῶν τούς γενάρχας τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἐν αὐτοῖς ἅπαν τό ἀνθρώπινον γένος, ἀπ᾿ ἀρχῆς καί μέχρι τῶν ἐσχάτων, ὡς ἐλευθερωτής ἡμῶν ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἀλλοτρίου.
.                           Ἐν τῇ Ἀναστάσει φανεροῦται ἡ ἐν Χριστῷ ζωή ὡς ἀπελευθέρωσις καί ἐλευθερία. «Τῇ ἐλευθερίᾳ … Χριστός ἡμᾶς ἡλευθέρωσε»[4]. Τό περιεχόμενον, τό «ἦθος» αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία πρέπει νά βιωθῇ ἐνταῦθα χριστοπρεπῶς, πρίν τελειωθῇ ἐν τῇ ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ βιωματική πεμπτουσία τῆς «καινῆς κτίσεως». «Ὑμεῖς γάρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μή τήν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμήν τῇ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις»[5]. Ἡ ἐλευθερία τοῦ πιστοῦ, τεθεμελιωμένη εἰς τόν Σταυρόν καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, εἶναι πορεία πρός τά ἄνω καί πρός τόν ἀδελφόν, εἶναι «πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη»[6]. Εἶναι ἔξοδος ἀπό τήν «Αἴγυπτον τῆς δουλείας» καί τῶν ποικίλων ἀλλοτριώσεων, χριστοδώρητος ὑπέρβασις τῆς ἐσωστρεφοῦς καί συρρικνωμένης ὑπάρξεως, ἐλπίς αἰωνιότητος, ἡ ὁποία ἐξανθρωπίζει τόν ἄνθρωπον.
.                           Ἑορτάζοντες τό Πάσχα, ὁμολογοῦμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ, ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἔχει ἤδη ἐγκαθιδρυθῆ, ἀλλά δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθῆ»[7]. Ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως, τά ἐγκόσμια πράγματα ἀποκτοῦν νέον νόημα, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἤδη μεταμορφωμένα καί μεταμορφούμενα. Τίποτε δέν εἶναι ἁπλῶς «δεδομένον». Τά πάντα εὑρίσκονται ἐν κινήσει πρός τήν ἐσχατολογικήν τελείωσίν των. Αὐτή ἡ «ἀκράτητος φορά» πρός τήν Βασιλείαν, ἡ ὁποία βιοῦται κατ᾿ ἐξοχήν ἐν τῇ εὐχαριστιακῇ συνάξει, προφυλάσσει τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑνός μέν ἀπό τήν ἀδιαφορίαν διά τήν ἱστορίαν καί τήν παρουσίαν τοῦ κακοῦ ἐν αὐτῇ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ ἀπό τήν λήθην τοῦ Κυριακοῦ λόγου «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»[8], τῆς διαφορᾶς δηλονότι μεταξύ τοῦ «ἤδη» καί τοῦ «ὄχι ἀκόμη» τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας, συμφώνως καί πρός τό θεολογικώτατον «Ὁ Βασιλεύς ἦλθεν, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καί ἡ Βασιλεία του θά ἔλθῃ»[9].
.                           Κύριον γνώρισμα τῆς θεοσδότου ἐλευθερίας τοῦ πιστοῦ εἶναι ὁ ἀσίγαστος ἀναστάσιμος παλμός, ἡ ἐγρήγορσις καί ὁ δυναμισμός της. Ὁ χαρακτήρ αὐτῆς ὡς δώρου τῆς χάριτος ὄχι μόνον δέν περιορίζει, ἀλλά ἀναδεικνύει τήν ἰδικήν μας συγκατάθεσιν εἰς τήν δωρεάν, καί ἐνδυναμώνει τήν πορείαν μας καί τήν ἀναστροφήν μας ἐν τῇ νέᾳ ἐλευθερίᾳ, ἡ ὁποία ἐμπερικλείει καί τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἀλλοτριωθείσης σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν κτίσιν. Ὁ ἐν Χριστῷ ἐλεύθερος δέν ἐγκλωβίζεται εἰς «γήϊνα ἀπόλυτα», ὡς «οἱ λοιποί, οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα»[10]. Ἡ ἐλπίς ἡμῶν εἶναι ὁ Χριστός, ἡ ἐν Αὐτῷ ὡλοκληρωμένη ὕπαρξις, ἡ λαμπρότης καί ἡ φωτοχυσία τῆς αἰωνιότητος. Τά βιολογικά ὅρια τῆς ζωῆς δέν ὁρίζουν τήν ἀλήθειάν της. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος τῆς ὑπάρξεώς μας. «Μηδείς φοβείσθω θάνατον∙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ᾿ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ᾍδην ὁ κατελθών εἰς τόν ᾍδην»[11]. Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι ἡ «ἄλλη πλᾶσις»[12] τοῦ ἀνθρώπου, πρόγευσις καί προτύπωσις τῆς πληρώσεως καί τῆς πληρότητος τῆς Θείας Οἰκονομίας ἐν τῷ «νῦν καί ἀεί» τῆς ἐσχάτης ἡμέρας, ὅτε οἱ «εὐλογημένοι τοῦ Πατρός» θά ζοῦν πρόσωπον πρός πρόσωπον μετά τοῦ Χριστοῦ, «ὁρῶντες αὐτόν καί ὁρώμενοι καί ἄληκτον τήν ἀπ᾿ αὐτοῦ εὐφροσύνην καρπούμενοι»[13].
.                           Τό Ἅγιον Πάσχα δέν εἶναι ἁπλῶς μία θρησκευτική ἑορτή, ἔστω καί ἡ μεγίστη δι᾿ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους. Κάθε Θεία Λειτουργία, κάθε προσευχή καί δέησις τῶν πιστῶν, κάθε ἑορτή καί μνήμη Ἁγίων καί Μαρτύρων, ἡ τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἡ «περισσεία τῆς χαρᾶς» τῶν Χριστιανῶν (Β´ Κορ. η´, 2), κάθε πρᾶξις θυσιαστικῆς ἀγάπης καί ἀδελφοσύνης, ἡ ὑπομονή ἐν ταῖς θλίψεσιν, ἡ οὐ καταισχύνουσα ἐλπίς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι πανήγυρις ἐλευθερίας, ἐκπέμπουν πασχάλιον φῶς καί ἀναδίδουν τό ἄρωμα τῆς Ἀναστάσεως.
.                           Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, δοξάζοντες τόν πατήσαντα θανάτῳ τόν θάνατον Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἀπευθύνομεν πρός πάντας ὑμᾶς, τούς ἐν ἁπάσῃ τῇ Δεσποτείᾳ Κυρίου τιμιωτάτους ἀδελφούς καί τά προσφιλέστατα τέκνα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἑόρτιον ἀσπασμόν, εὐλογοῦντες μαζί σας γηθοσύνως, ἐν ἐνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, Χριστόν εἰς τούς αἰῶνας.     

Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βκα´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως 

διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα 

          εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

—————————–

[1]  Γεν. α´,26.

[2]   Γεν. α´,31.

[3]   Α’ Κορ. ε´,7.

[4]   Γαλ. ε´,1.

[5]   Γαλ. ε´,13.

[6]   Γαλ. ε´,6.  

[7] Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, μτφρ. Δ. Τσάμη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 37.

[8]  Ἰωάν. ιη´,36.

[9]   Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ὅ.π., σ. 99.

[10]  Α’ Θεσσ. δ´,13

[11] Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Λόγος Κατηχητήριος εἰς τήν ἁγίαν καί λαμπροφόρον ἡμέραν τῆς ἐνδόξου καί σωτηριώδους Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Αναστάσεως. 

[12]   Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἔπη ἠθικά, ΒΕΠΕΣ 61, σ. 227.

[13] Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Δ´,27 (100), Κείμενον, μετάφρασις, σχόλια Ν. Ματσούκα, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 452. 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, , ,

Σχολιάστε

EIMΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ ΛΑΟΣ ΕΥΣΕΒΗΣ;

Εμαστε ἆραγε σήμερα λας εσεβς
μ
φόβο Κυρίου στ
ς καρδιές μας;

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς 

.                         Στὴν «Φιλοκαλία» τῶν ἱερῶν νηπτικῶν καὶ θεοφόρων Πατέρων, τὸ ἀπαράμιλλο ἀνθολόγιο τῆς ἁγίας ἡμῶν Πίστεως, «τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον», κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, στὸν Δ΄ τόμο, στὴν σελίδα 62, διαβάζουμε τὰ ἑξῆς ψυχωφελῆ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου: «Εἰσὶν οὖν τῶν συγγραφομένων λόγων, κατὰ τὸν μέγα Μάξιμον, τρόποι διάφοροι τρεῖς, ἀκατάγνωστοί τε καὶ ἀκατάκριτοι. Πρῶτος, ὁ δι’ ὑπόμνησιν ἑαυτοῦ· δεύτερος, ὁ πρὸς ὠφέλειαν ἄλλων· τρίτος, ὁ δι’ ὑπακοὴν συγγραφόμενος…». Δηλαδή: «Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο, τρεῖς εἶναι οἱ ἀδιάβλητες καὶ ἀκατάκριτες αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες κανεὶς συγγράφει:
Πρώτη: γιὰ ὑπενθύμιση δική του
Δεύτερη: πρὸς ὠφέλεια τῶν ἄλλων.
Τρίτη: ἡ συγγραφὴ ἀπὸ ὑπακοή».
.                          Οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔγραφαν ἑδραζόμενοι καὶ ἐκκινούμενοι καὶ ἀπὸ τὶς τρεῖς αἰτίες. Αὐτὸ εἶναι περιττὸ νὰ σημειωθεῖ. Οἱ θεόπνευστες γραφές τους, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τους, νῦν καὶ ἀεὶ θὰ μοσχοβολοῦν, θὰ φωτίζουν τὸν κόσμο καὶ θὰ ὁδηγοῦν ὅσους «κλήσεως ὀρθοδόξου τυγχάνουν» στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                     Εἴμαστε στὴν καρδιὰ τῆς ἄνοιξης. Βγῆκαν ἐπιτέλους «τὰ ἄνθια καὶ οἱ καρποί». «Ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶτὴν γλυκιά της ὥρα», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ Διονύσιο Σολωμό. Καὶ γιὰ νὰ συμπληρώσω τὴν παρότρυνση τοῦ Ἐλύτη, ὀφείλουμε, «ὅταν θολώνει ὁ νοῦς καὶ μᾶς βρίσκει τὸ κακό», νὰ μνημονεύσουμε καὶ τὸν ἄλλο κεραστὴ τῆς ἀειθαλοῦς μας Παράδοσης, τὸν ἀνοξείδωτο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἂν μή τι ἄλλο καὶ οἱ δύο ἔγραφαν πρὸς ὠφέλεια ἄλλων. Καὶ εὐτυχῶς στὶς ἡμέρες τους δὲν ὑπῆρχαν τὰ «σχόλια» τῶν ἀναγνωστῶν στὰ διάφορα ἱστολόγια, τὰ ὁποία τροφοδοτοῦν ἐν πολλοῖς τὴν ἔπαρση καὶ τὴν δοκησισοφία. Ἔχουν οἱ παρδαλοειδεῖς παρουσιαστὲς τῶν μεγαλοκαναλιῶν τὶς μετρήσεις τηλεθέασης, ἔχουμε καὶ ἐμεῖς οἱποικιλώνυμοι γραφιάδες, τὰ «χτυπήματα» καὶ τά… ἄυλα χειροκροτήματα τῶν ἐπισκεπτῶν, ὅλα βέβαια πρὸς ὠφέλειαν τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ διψᾶ γιὰ ἀναγνώριση.
.                         Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν ἀκατάκριτο, ἀληθῆ καὶ ἀνόθευτο γραφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη. Διαβάζω τοῦτες τὶς ἡμέρες τὰ λεγόμενα θρησκευτικά του ἄρθρα. Χαρακτηριστικό τῆς ταπείνωσης τοῦΠαπαδιαμάντη εἶναι ἡ, ἐν εἴδει ἐξομολογήσεως, συγγνώμη ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Ἅη Γιώργη, ἐπειδὴ ἀναφέρεται σ΄αὐτόν. « Κι ἐμένα, Ἄη μου Γιώργη, νὰ μοῦ συγχωρήσης τὸ εὐτελὲς καὶ σχεδὸν παιγνιῶδες τοῦτο ἀρθρίδιον, συγκαταβαίνων εἰς τὴν ἀδυναμίαν μου, καθὼς συγκατέβης εἰς τὴν ἁπλοϊκότητα τοῦ παιδίου τοῦπαίζοντος τὶς ἀμάδες. Θεώρησόν με ὡς παιδίον τὰς φρένας, καίτοι ἄνδραν τὴν ἡλικίαν». (Ἔκδ. «Γιοβάνης», τόμ. 5, σελ. 343). Δὲν γράφει ὁ μέγιστος τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ὡς ἐξουσίαν ἔχων οὔτε βουτᾶ τὸν καλάμό του στὰ θολόνερα τῆς ἐπίδειξης. Γράφει ὅπως ζεῖ καὶ ζεῖ ὅπως γράφει. Θυμίζει τὸ προεκτεθὲν τὴν παρρησία τοῦ Μακρυγιάννη στὸν Ἄη Γιάννη τὸν Πρόδρομο, «τὸν ἀληθινὸν φίλο καὶ εὐεργέτη» του, ὅταν τὸν «πέθανε εἰς τὸ ξύλο» ὁ θεῖος του στὸ «παγγύρι», ἐπειδὴ τζάκισε τὸ ντουφέκι του. Καὶ ἐκεῖνος, μὲ μετάνοιες καὶ φωνές, ἔκαμε «τὶς συμφωνίες μὲ τὸν ἅγιον». Μετάνοιες ὁ ἕνας, συγγνῶμες γιὰ τὴν εὐτέλειά του ὁἄλλος, ποιοί; Οἱ κορυφαῖοι, κατὰ τὸν Σεφέρη, συγγραφεῖς μας. Γι΄ αὐτὸ τὰ κείμενά τους, ἀκόμη καὶ ὅταν περιέχουν ὀδυνηρὲς ἀλήθειες καὶ κεντοῦν ἀποστήματα, ἀναδίδουν ἄρωμα ὀρθοδοξίας καὶ φιλοπατρίας. Σημειώνει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Θρησκευτικαὶ ἐορταί»: «Ὅταν ἐκανόνιζον τὰ τῶν θρησκευτικῶν ἑορτῶν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας πατέρες, εἶχον ὑπ’ ὄψιν τους λαὸν εὐσεβῆ καὶ καρδίας ἐν φόβῳ Κυρίου, χρησιμοποιοῦσας ταύτας πρὸς τὴν θείαν λατρείαν καὶ τὴν προσευχήν. Πρῶτοι οὗτοι, ἂν ἠδύναντο νὰ προΐδωσι τίνι τρόπῳ χρησιμοποιοῦσι τὰ πλήθη τὴν ὑπὸ τῶν θρησκευτικῶν ἑορτῶν ἐπιβαλλομένην ἀργίαν, πρῶτοι οὗτοι θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ καταργήσεως αὐτῶν». Θὰ τὶς καταργοῦσαν οἱΠατέρες τὶς θρησκευτικὲς ἀργίες, ἂν ἤξεραν ὅτι θὰ ἀσχολούμαστε μὲ τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν τιμὴ τοῦ ὀβελία, ὅπως λένε καὶ ξαναλένε οἱ κολοκυθολογοῦντες τῶν δελτίων. Καὶ μακαρίζεται ἡ ἐποχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη σὲσύγκριση μὲ τὴν δικιά μας. Τότε σχεδὸν ὅλοι, εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ,  νήστευαν καὶ ἐκκλησιάζονταν. Τώρα τὸ πρωὶ «παπάρα μὲ γάλα καὶ δημητριακὰ»  καὶ τὸ βράδυ «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς» καὶ τροχαδὸν στὸ σπίτι γιὰ νὰ ντερλικώσουν… Καὶ ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Πόσοι Ἕλληνες, βαπτισμένοι Χριστιανοί, αἰσθάνονται βαθιὰ λύπη καὶ ἀπογοήτευση γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀναστάσιμης ἀκολουθίας; Μήπως δὲν χαίρονται κάποιοι ποὺ θὰ στρωθοῦν στὸ τραπέζι νωρίς, γλιτώνοντας στομαχικὲς παρενέργειες, ὅπως ἄκουσα μὲ τὰἴδια τὰ αὐτιά μου, ἀπὸ σοῦπερ χριστιανὸ κατὰ τὰ ἄλλα; Δὲν ὑπῆρχε παπὰς ποὺ ἔλεγε τὰ προηγούμενα χρόνια, πρὶν ἀπὸ τὸν κορονοϊό, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, «καλὰ Χριστούγεννα» καὶ τὰ Χριστούγεννα, «καλὴ Ἀνάσταση», στοὺς πολυπληθεῖς ἐπισκέπτες τοῦ ναοῦ, γιατί τότε θὰ τοὺς ξανάβλεπε; Δὲν περίμεναν, παλαιότερα, οἱἱερεῖς τῶν χωριῶν ὅλους τοὺς κατοίκους, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐν ἀσθενείᾳ ὄντες, γιὰ νὰ ποῦν τὸ «Χριστὸς ἀνέστη»; Εἶναι ψέματα αὐτά; Δὲν ἔρχονται, στὶς μέρες μας, οἱ περισσότεροι στὶς δώδεκα παρὰ πέντε καὶφεύγουν καὶ πέντε; Εἴμαστε ἆραγε σήμερα λαὸς εὐσεβὴς μὲ φόβο Κυρίου στὶς καρδιές μας; Δὲν ξεβράστηκαν μὲ τὴν περίεργη αὐτὴ ἀσθένεια ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀπιστία μας; Νὰ ρωτήσω καὶ τοῦτο. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ ἀποστάσεις καὶ τὰ λοιπὰ μέτρα προφύλαξης, θὰ γέμιζαν οἱ ναοί; (Δὲν εἰσέρχομαι σὲ θεολογικὲς ἀναλύσεις, γιατί οὔτε αξιος εἶμαι οὔτε τὰ κατέχω καλά. Καὶ δὲν εἶμαι καὶ ἀρκετὰ νέος γιὰ νὰ τὰ ξέρω ὅλα).
.                         Ἀλλὰ ἂς γυρίσουμε στὰ λόγια του Παπαδιαμάντη, ποὺ ἔχουν τὴν χάρη, «νὰ κάνουσι κάθε καρδιὰ παρηγοριὰ νὰ πάρει». (Ἐρωτόκριτος).  Στὸν ἐπίλογο τοῦ ἀναστάσιμου ἄρθρου του γιὰ τὸν Ἄη Γιώργη, θὰ γράψει προσευχητικῶς: «Ἀλλ’ εἴθε ν’ ἀνατείλῃγγ ταχύτερον, Ἅη μου Γιώργη, ἡ εὐλογημένη ἐκείνη ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Γένους καὶ ἔθνος τοσοῦτον ἔχον περικείμενον νέφος μαρτύρων, τοσούτους μετά σοῦ πρέσβεις πρὸς Θεόν, ἐκ τοῦ αἵματός του καὶ ἐκ τῶν σπλάχνων του, δὲν μέλλει ποτὲ νὰ ἐγκαταλειφθῇ ὑπὸτοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων του. Εἴθε ν’ ἀνατείλῆ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ὡς τάχιστα λεβέντη μου, ἀστραπόμορφε καὶ πρῶτε καβαλάρη, Ἄη μου Γιώργη, εἴθε!». Ἂς θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας μακάριους ποὺ εἴμαστε Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι, θὰ πεῖ καὶ ὁ Κόντογλου, γιατί πολυτιμότερο πράγμα ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καλὴ Ἀνάσταση!!

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

Σχολιάστε

Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                     Διερχόμαστε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ποὺ κορυφώνεται στὴν Κυριακάτικη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ σωτηριῶδες μήνυμα ποὺ Αὐτὴ εὐαγγελίζεται διὰ τῆς Ἐκκλησίας Του. Οἱ Ἕλληνες ζοῦμε ἔντονα τὴν Ἀνάσταση, τὴν πανηγυρίζουμε. Μπορεῖ νὰ μὴν εἰσερχόμαστε ἰδιαίτερα στὴ Θεολογία τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν ὅσων ὑπέστη στὴνἐπίγεια ζωή Του καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἀλλὰ νιώθουμε ὅτι  αὐτὸ τὸ Μυστήριο, εἶναι συνυφασμένο μὲ τὴ ζωή μας, εἶναι ριζωμένο στὴν ψυχή μας.
.                     Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες οἱ Ἕλληνες βρίσκουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Χριστό, τὴν ἐθνική, τὴν κοινωνικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστική μας συνέχεια καὶ συνοχή. Ἰδιαιτέρως ἡ συμμετοχή μας στὶς Ἀκολουθίες, στὶς Θεῖες Λειτουργίες καὶ στὴ Θεία Μετάληψη τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα βοηθάει στὴν ἀνάπαυλα ἀπὸ τὴν τύρβη τῆς καθημερινότητας καὶστὴ βίωση τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ προσκύνηση τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ,ἡ συμμετοχὴ στὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου καὶ ἡ ἐκδήλωση τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡπιστοποίηση τῆς Πίστης τῶν Ἑλλήνων.
.                     Αὐτὰ τὰ ριζωμένα βιώματα τοῦ λαοῦ μας, ποὺ ἐπιβιώσανε μέσα μας ὅλους τοὺς προηγούμενους αἰῶνες ὑπάρχουν σήμερα γεγονότα ποὺ δείχνουν ὅτι σχετικοποιοῦνται καὶ ἐκλαμβάνονται ὡς ἁπλὲς κοινωνικὲς δραστηριότητες, ποὺ ἐπιδέχονται μεταφορές, περικοπές, ἀλλοιώσεις. Αἰτία δὲν εἶναι ἡ πανδημία, εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση αὐτῶν τῶν βιωμάτων μας μέσα στὴν πανδημία. Ἡ ὑπερισχύουσα ἀντίληψη εἶναι ἡ ἐξίσωση τῶν βιωμάτων, ποὺ συνιστοῦν τὴνἰδιοπροσωπία μας, μὲ τὶς ὠφελιμιστικὲς ἀντιλήψεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ ἐπιχειρηματικῆς δραστηριότητας.
.                      Γιὰ τὴ σωστὴ ἐφαρμογὴ τῶν ὑγειονομικῶν μέτρων στὴ λειτουργία τῶν Ναῶν κατὰτὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀπαιτεῖται γνώση καὶ ἀποδοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητας καὶ τῶνἐθνικῶν μας παραδόσεων. Χρειάζεται ὅσοι παίρνουν τὶς ἀποφάσεις νὰ μὴν ἔχουν συμπλέγματα ἰδεολογικῆς κατωτερότητας ἔναντι ὅσων δῆθεν ἀποτελοῦν τὴν ἐκσυγχρονιστικὴ ἰντελιγκέντσια τῆς χώρας μας. Χρειάζεται ἐπίσης νὰ ἔχουν διάθεση νὰ ἐξηγοῦν τὰ μέτρα στὸ λαό, ὅπως γίνεται μὲ τὸν ἐμβολιασμό, νὰ μὴν ἐπιδεικνύουν ἀλαζονεία καὶ νὰ μὴν δίδουν τὴν ἐντύπωση ὅτι γνωρίζουν θέματα, ποὺ προφανῶς ἀγνοοῦν.
.                     Γιὰ τὴ στάση τῶν πολιτικῶν μας εὐθύνη μεγάλη ἔχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία. Δείχνει ὅτι προτιμᾶ νὰ ἐκτελεῖ τὶς ἐντολές τους, γιατί θέλει τὴν ἡσυχία της, παρὰ νὰ ἐξηγεῖ καὶ νὰ πείθει τοὺς καλόπιστους τουλάχιστον πολιτικοὺς ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὅταν αὐτὰπαραβιάζονται. Εἶναι λυπηρὸ ὅτι ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική του ἡγεσία παραμένει ἐπὶ 13 χρόνια χωρὶς ποιμαντικὴ μέριμνα. Γιὰ τὸ τί «ἀποφασίζει» ἡ ΔΙΣ τὸ πληροφορεῖται μέσῳ τῶν ΜΜΕ, ἀφοῦ ἔχει ἐπιβάλει σιγὴ σὲ ὅλους τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐπικράτειας… Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος ἐπικοινωνεῖ διὰ ἐγκυκλίων   μόνο μὲ τοὺς Μητροπολίτες καὶ γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀποτελεῖθλιβερὸ γεγονὸς ὅτι ἀνέλαβε νὰ ἔχει ΜΟΝΗ της τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ ὅσα θὰ συμβοῦν τὸ Μεγάλο Σάββατο ἐκτὸς τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς λαϊκῆς μας παράδοσης, ἀφοῦ ἡ ΚοινὴὙπουργικὴ Ἀπόφαση δὲν ἀναφέρεται καθόλου σὲ αὐτό… –

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ («Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία».)

 

Ὁ Χριστός ὡς φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἱεροθέου

.                         Ἐπειδή ὁ Χριστός ὁμιλοῦσε καί καυτηρίαζε τούς Φαρισαίους καί ἀπεκάλυπτε τήν πονηρία καί τήν ὑποκρισία τους, γι’ αὐτό καί αὐτοί εὕρισκαν διάφορες ἀφορμές γιά νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν συκοφαντήσουν. Ἔλεγαν, δηλαδή, ὅτι ἔχει δαιμόνιο καί ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων» ἐκβάλλει τά δαιμόνια (Ματθ. θ΄, 34). Ἔλεγαν ἀκόμη ὅτι εἶναι πλάνος (πρβλ. Ματθ. κζ΄, 63 – 64, Ἰω. ζ΄, 12) καί πλανᾶ τούς ἀνθρώπους καί πολλά ἄλλα.
.                         Μεταξύ τῶν ἄλλων συκοφαντιῶν πού ἀπηύθυναν στόν Χριστό ἦταν καί ἕνας λόγος πού καταγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὅτι εἶναι «ἄνθρωπος φάγος καί οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν» (Λουκ. ζ΄, 34). Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγαν, δέν εἶναι ὅπως τόν νομίζει ὁ λαός, ἀλλά εἶναι φάγος καί οἰνοπότης, τρώει καί πίνει καί εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
.                         Ὁ Χριστός πήγαινε στά σπίτια τῶν ἀνθρώπων πού τόν καλοῦσαν, ἀλλά δέν ἔτρωγε καί δέν ἔπινε, ὅπως τό κατηγοροῦν οἱ Φαρισαῖοι. Ἄλλωστε, τό ξέρουμε ἀπό τήν συζήτηση πού ἔκανε μέ τήν Σαμαρείτιδα γυναίκα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπαν οἱ Μαθητές «ραββί, φάγε», ἐκεῖνος εἶπε «ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰω. δ΄, 31-34).
.                         Ἑπομένως, δέν ἴσχυε αὐτό πού τόν κατηγοροῦσαν, ἀλλά ἐπειδή οἱ Φαρισαῖοι ἀπομονώνονταν ἀπό τόν λαό, ὁ Χριστός πήγαινε μαζί μέ τόν λαό καί συμμετεῖχε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καί στόν γάμο τῆς Κανά, γι’ αὐτό τόν κατηγοροῦσαν ὅτι εἶναι «φάγος καί οἰνοπότης».
.                         Ἐπίσης, ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός «εἶναι φίλος τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν», πού ἦταν μεγάλοι ἁμαρτωλοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὡς φοροεισπράκτορες, καί ἁμαρτωλοί. Ἀλλά τελικά αὐτή ἡ συκοφαντία τήν ὁποία ἔλεγαν γιά τόν Χριστό, εἶναι τίτλος τιμῆς, ὅτι, δηλαδή, εἶναι φίλος τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅτι ἀγαπᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς τελῶνες καί τίς πόρνες.
.                         Στά ἱερά Εὐαγγέλια βλέπουμε, ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, καταδικάζει τούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονταν ὡς εὐσεβεῖς καί βεβαίως ἀγαποῦσε πάρα πολύ τούς τελῶνες. Εἶναι ὁ Ζακχαῖος πού μετανόησε καί σέ ὅσους ἀδίκησε τούς τά ἐπέστρεψε παρά πάνω. Εἶναι ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἦταν τελώνης καί ἔγινε Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι διάφορες ἄλλες ἁμαρτωλές γυναῖκες στίς ὁποῖες ὁ Χριστός ἔδειξε πολύ μεγάλη ἀγάπη καί ἄλλαξαν τρόπο ζωῆς.
.                         Μάλιστα, ὁ Χριστός ἔλεγε στούς Φαρισαίους, ὁμιλώντας γιά διάφορα θέματα, ὅτι «οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄, 31), δηλαδή οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες πού ἐσεῖς κατηγορεῖτε, θά προηγηθοῦν ἀπό σᾶς στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
.                         Θά ἀναφερθοῦν δύο γεγονότα, πού φανερώνουν αὐτήν τήν ἀλήθεια.
Τό πρῶτο γεγονός ἔχει σχέση μέ τήν πόρνη γυναίκα, τῆς ὁποίας συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες καί τό δεύτερο γεγονός ἀναφέρεται σέ μιά μοιχαλίδα γυναίκα, τήν ὁποία παρουσίασαν οἱ Φαρισαῖοι, προκειμένου ὁ Χριστός νά δώση ἐντολή νά τήν λιθοβολήσουν, ὅπως προέβλεπε ὁ νόμος.

1. Ὁ Χριστός καί ἡ πόρνη γυναίκα
.                         Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει τήν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μέ τήν πόρνη γυναίκα τῆς ὁποίας συγχώρησε τίς ἁμαρτίες (Λουκ. ζ΄, 36-50). Ὑπάρχουν τρεῖς περιπτώσεις στά Εὐαγγέλια πού γυναῖκες, κατά τήν διάρκεια τοῦ δείπνου, πλησίασαν τόν Χριστό καί τοῦ ἔριξαν μύρα στά πόδια Του καί ἔπειτα τά καθάρισαν μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τους.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἀναφέρεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο καί τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο. Ὁ Χριστός λίγο πρίν τό Πάθος Του ἦταν στό σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως εἶχε θεραπευθῆ ἀπό τόν Χριστό, καί Τόν εἶχε προσκαλέσει στό τραπέζι. Ἐκεῖ πλησίασε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ γυναίκα δέν φαίνεται ὅτι ἦταν ἁμαρτωλός, ἀλλά προσῆλθε στόν Χριστό καί ἄλειψε τήν κεφαλή Του μέ μύρο.
.                         Ὅταν οἱ ἄλλοι διαμαρτυρήθηκαν ὅτι τό χρηματικό ποσό πού χρειάστηκε γιά νά ἀγοραστῆ τό μύρο, θά μποροῦσε νά δοθῆ στούς φτωχούς, τότε ὁ Χριστός τούς εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε μιά καλή πράξη, γιατί ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή Του. Ἄλλωστε, τούς πτωχούς θά τούς ἔχουν πάντοτε, Ἐκεῖνον, ὅμως, δέν θά τόν ἔχουν. Ἦταν μιά μυροφόρα πρίν τίς μυροφόρες (Ματθ. κστ΄, 6-13). Αὐτό τό περιστατικό δέν ἀναφέρεται σέ πόρνη γυναίκα.
.                         Τό δεύτερο περιστατικό περιγράφεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ὅταν ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τόν Λάζαρο, γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, τοῦ ἔκαναν ἕνα δεῖπνο καί ὁ Λάζαρος ἦταν δίπλα στόν Χριστό καί ἡ Μάρθα διακονοῦσε. Τότε ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, πῆρε τό πιό ἀκριβό ἄρωμα καί ἄλειψε ἀπό εὐγνωμοσύνη τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό σπίτι γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου. Ὁ Ἰούδας διαμαρτυρήθηκε γιά τήν σπατάλη, ἐπειδή τά χρήματα θά μποροῦσαν νά δοθοῦν στούς πτωχούς καί ὁ Χριστός ἀπάντησε ὅτι αὐτό τό ἔκανε γιά τήν ἡμέρα τό ἐνταφιασμοῦ Του. (Ἰω. ιβ΄, 1- 8). Καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά ἁμαρτωλή γυναίκα.
.                         Τό τρίτο περιστατικό μέ τήν ἁμαρτωλή γυναίκα τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του στό ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς ἁμαρτωλούς, στήν πόρνη γυναίκα, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στούς τελῶνες, στούς ἀλλοεθνεῖς. Εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο πού θά μποροῦσαν νά τό διαβάσουν οἱ ἐθνικοί γιά νά δοῦν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχει τό περιστατικό τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν πόρνη γυναίκα καί συνέβη ὄχι πρίν τό Πάθος Του, ὅπως ἔγιναν τά ἄλλα δύο πού ἀνέφερα, δηλαδή τό μέν πρῶτο στά Ἱεροσόλυμα, τό δέ δεύτερο στήν Βηθανία, ἀλλά αὐτό τό περιστατικό ἔγινε σχεδόν στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του στήν πόλη Καπερναούμ.
.                         Κάποιος πού ἦταν Φαρισαῖος παρεκάλεσε τόν Χριστό νά πάη στό σπίτι του νά τοῦ κάνη ἕνα δεῖπνο καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίθηκε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό Εὐαγγέλιό του:
«Κάποιος Φαρισαῖος προσκάλεσε τόν Ἰησοῦ σέ γεῦμα. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου καί κάθισε στό τραπέζι. Στήν πόλη ἦταν κάποια ἁμαρτωλή γυναίκα· ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς γευματίζει στό σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἔφερε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ μύρο, στάθηκε πίσω κοντά στά πόδια του καί κλαίγοντας ἔβρεχε μέ τά δάκρυά της τά πόδια του καί τά σκούπιζε μέ τά μαλλιά της· τά φιλοῦσε καί τά ἄλειφε μέ τό μύρο» (Λουκ. ζ΄, 36-38).
.                         Εἶναι ἕνα πολύ ὡραῖο περιστατικό πού δίνει μιά εἰκόνα ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἐκφραστική. Λέγει ὅτι ὁ Χριστός «εἰσελθών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη». Τότε δέν εἶχαν τραπέζι καί καρέκλες, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, ἀλλά ὡς τραπέζι εἶχαν ἕναν σοφρά, ὅπως ἔλεγαν οἱ παλαιότεροι. Ἔτσι ἦταν καθήμενοι, λίγο γυριστοί πρός τά ἀριστερά γιά νά τρῶνε μέ τό δεξιό χέρι. Καί καθώς κάθονταν μέ τόν τρόπο αὐτό, τά πόδια τους ἐξεῖχαν λίγο πρός τά ἔξω. Ὁπότε αὐτή ἡ γυναίκα πῆγε πίσω ἀπό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τά ἄλειψε μέ μύρο.
.                         Εἶναι, δηλαδή, μιά κίνηση, χωρίς φωνή, δέν εἶπε τίποτα αὐτή ἡ γυναίκα, ἦταν μιά κίνηση τοῦ σώματος, μιά μή λεκτική πράξη καί μή λεκτική ἐνέργεια. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔκανε τρεῖς πράξεις.
.                         Πρῶτα ἄρχισε νά κλαίη καί μέ τά δάκρυά της ἔπλυνε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆έν ἔχουμε ἁπλῶς ἕνα δάκρυ, δέν ἔχουμε μιά συγκίνηση, ἔχουμε πάρα πολλά δάκρυα τά ὁποῖα ἔπεφταν ἐπάνω στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. ∆εύτερον, σφούγγισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Αὐτό ἦταν πάρα πολύ ταπεινωτικό γιά μιά γυναίκα. Τήν ἐποχή ἐκείνη τό νά παρουσιάζεται μιά γυναίκα νά ἔχη ξέπλεκα τά μαλλιά της καί μέ αὐτά νά σκουπίζη τά πόδια ἑνός ἀνθρώπου, αὐτό ἐθεωρεῖτο μιά πολύ ταπεινωτική πράξη. Ἔτσι, ἔβρεξε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ τά δάκρυά της, ὄχι μέ νερό, μετά τά καθάρισε μέ τά μαλλιά της καί τά φιλοῦσε. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός πιό κάτω, ὅταν διαμαρτυρήθηκαν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ἄλλοι συνδαιτυμόνες, εἶπε ὅτι αὐτή ἡ γυναίκα ἀπό τήν στιγμή πού μπῆκε δέν σταμάτησε νά μοῦ φιλάη τά πόδια. Ἔπλυνε, λοιπόν, τά πόδια μέ τά δάκρυά της, τά καθάρισε, τά φιλοῦσε, τά ἀσπαζόταν. Καί τρίτον ἔριξε τό μύρο στά πόδια καί γέμισε ὅλος ὁ οἶκος ἀπό τήν εὐωδία τοῦ μύρου.
.                         Τότε ὁ Φαρισαῖος πού τόν κάλεσε στό τραπέζι εἶπε μέσα του ὅτι, ἄν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν Προφήτης θά γνώριζε τί εἴδους γυναίκα εἶναι αὐτή πού τόν ἀγγίζει καί δέν θά τό ἐπέτρεπε. Ὁ Χριστός εἶδε αὐτές τίς σκέψεις τοῦ Φαρισαίου πού τίς ἔκανε μέσα του μυστικά καί τοῦ εἶπε ὅτι αὐτός ὅταν εἰσῆλθε στό σπίτι, δέν τοῦ ἔπλυνε τά πόδια -γιατί τότε βάδιζαν μέσα ἀπό τούς σκονισμένους δρόμους καί τό πρῶτο πού ἔκαναν, ὅταν εἰσέρχονταν στό σπίτι, ἦταν νά πλένουν τά πόδια τοῦ ἐπισκέπτου- ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἔπλυνε τά πόδια μέ τά δάκρυά της· αὐτός δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα φίλημα, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή δέν σταμάτησε νά φιλᾶ τά πόδια Του· αὐτός δέν ἄλειψε τό κεφάλι Του μέ λάδι, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτή ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του. Γι’ αὐτό καί συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της. Καί τότε ὁ Χριστός εἶπε: «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ». Καί εἶπε στήν γυναίκα: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», δηλαδή συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες σου.
.                         Ἡ γυναίκα αὐτή δέν εἶπε τίποτα στόν Χριστό, δέν ζήτησε ἀπό τόν Χριστό ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά μέ ὅλη τήν στάση της καί τήν ὅλη ἐνέργειά της αὐτό ἔδειχνε, ὅτι ζητοῦσε συγγνώμη ἀπό τόν Χριστό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἄρα εἶχε μιά ἀγάπη πού ἐκφράστηκε μέ ὅλες αὐτές τίς πράξεις καί τίς ἐνέργειες.
Καί ὅταν διερωτῶντο οἱ συνδαιτυμόνες, γιά τό ποιός εἶναι Αὐτός πού συγχωρεῖ ἀκόμη καί ἁμαρτίες, ὁ Χριστός γιά νά δείξη ὅτι εἶναι Θεός, εἶπε στήν γυναίκα: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην», δηλαδή σέ ἔσωσε ἡ πίστη σου, νά πορευθῆς μέ εἰρήνη στήν καρδιά σου. Δηλαδή, μιά γνωστή πόρνη τῆς πόλεως Καπερναούμ πιστεύει ὅτι Αὐτός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ἐκφράζει τήν ἀγάπη της. Ὑπάρχει, λοιπόν, μιά πίστη καί μιά μεγάλη ἀγάπη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τόν τρόπο αὐτόν, γι’ αὐτό συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της καί πορεύθηκε μέ εἰρήνη στήν καρδιά της (Λουκ. ζ΄, 39-50).
.                         Θά λέγαμε, τρόπον τινά, ὅτι αὐτή ἡ σκηνή θυμίζει λίγο τήν θεία Λειτουργία. Πηγαίνουμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, χύνουμε τά δάκρυά μας, προσφέρουμε τά δῶρα μας, τά μῦρα μας, ἐκφράζουμε τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί τήν πίστη. Ἐκεῖνος συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας καί φεύγουμε ἀπό τόν Ναό ἔχοντας εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας.

2. Ὁ Χριστός καί ἡ μοιχαλίδα γυναίκα

.                         Θά δοῦμε τό δεύτερο περιστατικό πού ὁ Χριστός συγχώρησε τήν μοιχαλίδα γυναίκα.
.                         Εἶναι καταπληκτικό αὐτό τό γεγονός καί ἔγινε, ὅταν ὁ Χριστός στήν ἀρχή τῆς δράσεώς Του εἶχε πάει στά Ἱεροσόλυμα στήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας καί τό περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
.                         Ὁ Χριστός εἶχε μία σκληρή σύγκρουση μέ τούς Ἰουδαίους. Τόν εἶχαν ἀποκαλέσει πλανεμένο, δαιμονισμένο, τόν μισοῦσαν καί ἤθελαν νά Τόν συλλάβουν καί νά Τόν σκοτώσουν. Ἦταν ἡ ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας.
.                         Τό βράδυ ὁ Χριστός ἔφυγε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τό πρωΐ ἐπέστρεψε στά Ἱεροσόλυμα. Τότε, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅτι οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι βρῆκαν μιά μοιχαλίδα, ἡ ὁποία δημοσίως εἶχε ἁμαρτήσει. Καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καθόριζε ὅτι ἡ γυναίκα πού ἁμαρτάνει δημοσίως πρέπει νά λιθοβοληθῆ, νά τήν σκοτώνουν. Αὐτό γράφεται στό Λευϊτικό (Λευτ. κ΄, 10) καί στό ∆ευτερονόμιο (∆ευτ. κβ΄, 22). Καί ἐπειδή τόν νόμο τόν ἔδωσε ὁ Θεός στόν Μωϋσῆ, καί ἐκεῖνος τόν κατέγραψε, κατ’ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ἤθελαν νά φέρουν τόν Χριστό σέ μιά ἀντιπαράθεση μέ τόν Μωσαϊκο Νόμο. Ἦταν μέσα στά σχέδιά τους νά δημιουργήσουν πειρασμό καί νά προκαλέσουν τόν Χριστό.
Ποιό, ὅμως, ἦταν τό πρόβλημα; Τό πρόβλημα ἦταν ὅτι τήν ἔφεραν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εἶπαν: «∆ιδάσκαλε, αὐτήν τήν γυναίκα τήν ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά διαπράττη μοιχεία. Ὁ Μωϋσῆς στόν νόμο μᾶς ἔχει δώσει ἐντολή νά λιθοβολοῦμε τέτοιου εἴδους γυναῖκες· ἐσύ τί γνώμη ἔχεις; Αὐτό τό ἔλεγαν γιά νά τοῦ στήσουν παγίδα» (Ἰω. η΄, 4-6).
.                         Σέ ποιό σημεῖο φαίνεται αὐτή ἡ παγίδα; Ὁ Χριστός παρουσιαζόταν ἀπό τόν κόσμο ὅτι εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί στοργή καί φιλανθρωπία, καί γι’ αὐτό ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι αὐτός δείχνει ἀγάπη ὄχι σάν τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους πού εἶναι σκληροί. Γι’ αὐτό οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὁδήγησαν αὐτήν τήν γυναίκα στόν Χριστό γιά νά τόν φέρουν σέ ἕνα δίλημμα. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε, βάσει τοῦ νόμου, νά τήν λιθοβολήσουν, τότε θά ἔλεγαν στόν κόσμο ὅτι αὐτός πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τήν σκοτώσουμε, πού σημαίνει εἶναι ὑποκριτής. Ἐάν ὁ Χριστός ἔλεγε νά τήν ἀφήσουν ἐλεύθερη, τότε θά τόν παρουσίαζαν ὅτι εἶναι παραβάτης τοῦ Νόμου τόν ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεός, ἄρα δέν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ καί τόν Νόμο πού ἔδωσε ὁ Θεός στήν Παλαιά ∆ιαθήκη Αὐτός νά τόν παραβαίνη; Αὐτή ἦταν ἡ παγίδα, αὐτή ἦταν ἡ πρόκληση τήν ὁποία ἔκαναν στόν Χριστό.
.                         Πῶς ὁ Χριστός ἀντιμετώπισε αὐτό τό θέμα; Ἔσκυψε κάτω καί ἄρχισε νά γράφη στό ἔδαφος. «Ὁ δέ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τήν γῆν». Ἐπειδή ἐπέμεναν νά τόν ἐρωτοῦν ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καί εἶπε: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν» (Ἰω. η΄, 6-7).
.                         Οἱ ἑρμηνευτές προσπαθοῦν νά ἐντοπίσουν τήν αἰτία τῆς πράξεως αὐτῆς πού ἔκανε ὁ Χριστός. Μερικοί λένε ὅτι ἐνδεχομένως ἦταν μιά στιγμή πού ἤθελε νά τήν ξεπεράση μέ κάποια «ἀδιαφορία». Κάποιος ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι κάτω ἔγραφε τίς ἁμαρτίες πού ἔκαναν αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ὥστε νά τίς βλέπουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐνοχή. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν γυναικῶν μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἁμαρτήσει καί αὐτοί πού κατηγοροῦσαν τήν γυναίκα, ἄρα καί αὐτοί εἶχαν πέσει στό ἴδιο παράπτωμα. Ἄλλοι λένε ὅτι ἔγραφε αὐτό τό ὁποῖο εἶπε μετά στήν συνέχεια, τό: «Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν», δηλαδή αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει τέτοιες ἁμαρτίες καί θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἐντελῶς καθαρό, καί θέλει νά τηρήση τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄς πετάξει πρῶτος τόν λίθο. Εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε: «Ἀρχίστε νά τήν λιθοβολῆτε, ἀλλά θά τήν λιθοβολήση πρῶτος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν ἔχει διαπράξει αὐτές τίς ἁμαρτίες». Αὐτό σήμαινε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦταν ἔνοχοι καί ἔφεραν τήν γυναίκα αὐτή γιά νά βάλουν παγίδα στόν Χριστό.
Μετά ἀπό αὐτόν τόν λόγο ἔσκυψε πάλι κάτω καί συνέχισε νά γράφη. Μετά ἀπό λίγο σήκωσε τά βλέμματά του καί εἶχαν φύγει ὅλοι, ἀλλά ἔμεινε μόνο ἡ γυναίκα. Εἶπε τότε στήν γυναίκα: «Γυναίκα, ποῦ εἶναι οἱ κατήγοροί σου; Κανένας δέν σέ καταδίκασε;». Ἐκείνη ἀπάντησε: «Κανένας, Κύριε». Καί τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε: «Οὔτε ἐγώ σέ καταδικάζω, πήγαινε καί ἀπό ἐδῶ καί πέρα μήν ἁμαρτάνης πιά» (Ἰω. η΄, 8-11). ∆έν τῆς εἶπε «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι», ὅπως εἶπε στήν προηγούμενη γυναίκα πού εἴδαμε, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε». Ἡ προηγούμενη πόρνη μέ τήν ὅλη ἐνέργεια τήν ὁποία ἔκανε, μέ τήν πράξη τήν ὁποία ἔκανε, μέ τά μῦρα μέ τά ὁποῖα ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔλεγε τίποτα μέ τό στόμα της, ἀλλά ὁλόκληρη μέ τό σῶμα της ἔδειχνε αὐτήν τήν μετάνοια. Ἐδῶ, ὅμως, στήν μοιχαλίδα γυναίκα δέν τό λέγει αὐτό, δέν τῆς εἶπε σέ συγχωρῶ, ἀλλά «πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε».
.                         Ἀμέσως μετά -καί αὐτό εἶναι τό σημαντικό- ἀφοῦ ἔφυγε ἡ γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε πάλι νά λέη ἐκεῖνον τόν περίφημο λόγο: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω, η΄, 12). Αὐτός ὁ λόγος εἶναι σημαντικός, γιατί ὑπάρχει μιά συνάρτηση μεταξύ τῶν χωρίων αὐτῶν, δηλαδή δέν μποροῦμε νά διαβάζουμε τά κείμενα ἐντελῶς ξεχωριστά τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά πρέπει νά βλέπουμε τό τί προηγήθηκε, τί ἀκολούθησε γιά νά καταλάβουμε τό νόημά τους.
.                         Ἐδῶ, λοιπόν, ἀφοῦ ἔγινε αὐτό τό περιστατικό μέ τήν μοιχαλίδα γυναίκα, ὁ Χριστός ἄρχισε νά διακηρύττη ὅτι Αὐτός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ἐκεῖνος πού τόν ἀκολουθεῖ δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός θέλει νά πῆ ὅτι Αὐτός ὡς φῶς τοῦ κόσμου βλέπει τά πάντα καί καθορίζει τά πάντα καί βλέπει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, βλέπει τήν ὑποκρισία τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, βλέπει τί ἔχουν μέσα στήν καρδιά τους. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, πού Τόν ἀκολουθοῦν δέν θά περπατοῦν στό σκοτάδι.
.                         Σκοτάδι εἶναι καί οἱ ψυχές τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, σκοτάδι εἶναι καί ἡ καρδιά αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἔπεσε σέ αὐτό τό παράπτωμα, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό δέν πρόκειται ποτέ νά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, θά ἔχη σέ ὅλη τήν ζωή του τό φῶς, θά ζῆ μέσα στό φῶς καί δέν θά διαπράττη τέτοια παραπτώματα, τέτοια ἁμαρτήματα, δέν θά πέφτη ἀκόμη καί στήν πνευματική μοιχεία, πού εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Χριστό πού εἶναι τό Φῶς.
.                         Ἡ μοιχεία δέν εἶναι μόνο ἕνα σαρκικό ἁμάρτημα, ἀλλά στήν Ἁγία Γραφή ἡ μοιχεία εἶναι καί πνευματικό ἁμάρτημα, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἰσραηλιτικός λαός ἔφευγε ἀπό τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό καί λάτρευε τά εἴδωλα, διέπραττε πνευματική μοιχεία. Καί ἐμεῖς πού βαπτισθήκαμε καί πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό, ὅταν διαπράττουμε κάποια ἁμαρτία ἤ ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τότε ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τόν Θεό καί διαπράττουμε μιά πνευματική μοιχεία. Ὑπάρχει καί σαρκική ἁμαρτία, ἀλλά ὑπάρχει καί πνευματική μοιχεία, ὅταν διασπᾶται ἡ σχέση καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό.
.                         Ἀπό τά προηγούμενα μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ δύο συμπεράσματα.
Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία, ὅπου κι ἄν τήν συναντήση. Στήν πρώτη περίπτωση ἦταν οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ συνδαιτυμόνες πού κάλεσαν τόν Χριστό στό σπίτι γιά φαγητό καί μιλοῦσαν περιφρονητικά γιά τήν πόρνη γυναίκα πού ἔδειξε τήν ἀγάπη της στόν Χριστό. Καί στό δεύτερο περιστατικό καταδικάζει τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν στόν Χριστό μιά γυναίκα πού ἔπεσε στήν μοιχεία γιά νά τήν καταδικάση, ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἦταν ἔνοχοι σέ ἄλλα παραπτώματα. Ὁ Χριστός καταδικάζει τήν ὑποκρισία καί μάλιστα τήν ὑποκρισία αὐτῶν οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὅτι εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ.
Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι περιπίπτουν σέ ψυχικά καί σωματικά ἁμαρτήματα. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑποκρισία εἶναι ψυχικά ἁμαρτήματα καί ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία εἶναι σωματικά ἁμαρτήματα πού γίνονται μέ τήν συγκατάθεση τῆς ψυχῆς.
.                         Συνήθως ὅσοι πέφτουν σέ ψυχικά ἁμαρτήματα εἶναι ὑποκριτές. Ἀντίθετα, ὅσοι πέφτουν σέ σαρκικά ἁμαρτήματα καί ἔχουν μιά ἐσωτερική εὐαισθησία, συνήθως εἶναι ἄνθρωποι πονεμένοι, βασανισμένοι, ἄνθρωποι πού ἔχουν δοκιμάσει μιά κακή ἀγάπη, βλέπουν μιά διεστραμμένη κατάσταση καί μιά βιαιότητα πού γίνεται ἐπάνω τους ἀπό ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους.
Ἑπομένως, αὐτοί εἶναι πονεμένοι ἄνθρωποι καί αἰσθάνονται ἕναν βιασμό ἐπάνω στήν ὕπαρξή τους, καταστρέφονται τά πάντα καί τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους καί οἱ σκέψεις τους καί τό ὅραμα γιά τήν ζωή κλπ. Εἶναι ἄνθρωποι τραυματισμένοι. Καί ἐπειδή εἶναι στραπατσαρισμένοι, ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε αὐτήν τήν ἔκφραση, γι’ αὐτό αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅταν βλέπουν κάποιον νά τούς δείχνη μιά ἀγάπη ἄλλης φύσεως, ὅπως ὁ Χριστός ἔδειχνε μία ἀγάπη μέ διαφορετικό τρόπο, πού προερχόταν ἀπό τήν καθαρότητά Του, ἀπό τό Φῶς Του, τότε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι συγκινοῦνται πάρα πολύ, ξεχωρίζουν αὐτόν ὁ ὁποῖος τούς ἀγαπᾶ πραγματικά καί προσφέρονται ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν.
.                         Αὐτός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτή εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτήν τήν ἀγάπη βρίσκουμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἔχοντας αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, θά αἰσθανθοῦμε καθαρά αὐτήν τήν πραγματική ἀγάπη πού μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία. Αὐτά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς μας. Πρέπει νά ἀποβάλουμε τήν ὑποκρισία καί νά βλέπουμε τήν ἀλήθεια, τό Φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός.

ΠΗΓΗ:parembasis.gr

,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΑ

.                  Ἀπὸ τὴν παράνοια τοῦ «κοροϊδοϊοῦ», διὰ μέσου τῆς τρέλας τῆς «βλάσφημης μάσκας», διαπεραιωθήκαμε ἀπέναντι, δηλαδὴ στὸν θεολογικὸ παραλογισμὸ τῆς «ὥρας» τῆς Θ. Λειτουργίας.
.             Ἀποδείχθηκε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν φυσικὴ/πολιτικὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική/ἑορτολογικὴ ἡμέρα. Καὶ κατὰ λογικὴ ἀκολουθία τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς διακρίσεως.
.              Μὲ μιὰ περισπούδαστη δὲ καὶ ἀναθεωρητικὴ «γνωμάτευση» τέθηκαν πλέον ἐπισήμως οἱ βάσεις γιὰ τὴν νομιμοποίηση τῆς  αὐθαίρετης καὶ ἀντικανονικῆς τελέσεως τῶν βραδυνῶν Λειτουργιῶν. ΕΥΓΕ μας.

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

Σχολιάστε

ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΑΓΕΡ: Ο ΕΛΒΕΤΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἰάκωβος Μάγερ:
Ὁ Ἑλβετὸς ἥρωας τοῦ Μεσολογγίου

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                           Ὁ Ἰάκωβος Μάγερ (Ζυρίχη 1798 – Μεσολόγγι 11 Ἀπριλίου 1836) εἶναι ἐκ τῶν ἡρώων τῆς Ἱερᾶς Πόλεως τοῦ Μεσολογγίου, μαζὶ μὲ τοὺς Ρωγῶν Ἰωσὴφ καὶ Χρῆστο Καψάλη, γιὰ τοὺς ὁποίους εἴχαμε γράψει πέρυσι τὴν ἴδια ἡμέρα (ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ 1821– 5. ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΓΩΝ ΙΩΣΗΦ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)). Ἡ προσφοράτου κατὰ τὴν πολιορκία ἦταν οὐσιαστική. Ἐργάσθηκε μὲ συνέπεια καὶ ἐπιτυχία ὡς ἰατρὸς καὶ φαρμακοποιός, ἂν καὶ δὲν εἶχε τὰ σχετικὰ διπλώματα. Ἐπὶ πλέον ἦταν στὸ Μεσολόγγι ὁ ἐκδότης  τῆς ἐφημερίδας «Ἑλληνικὰ Χρονικά», διὰ τῆς ὁποίας τὸ τραγικὸ χρονικὸ τῆς πολιορκίας ἔμεινε στὴν Ἱστορία. Ἡ ἐφημερίδα κυκλοφορήθηκε ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1824 ἕως τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1826, ὅταν τὰ κανόνια τῶν πολιορκητῶν Ὀθωμανῶν κατέστρεψαν τὰτυπογραφικὰ μηχανήματα, λίγο καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἔξοδο.
.                            Ἡ περίπτωση τοῦ Μάγερ ξεχωρίζει ἀπὸ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες τῶν ἄλλων φιλελλήνων, ποὺ μὲ ποικίλους τρόπους βοήθησαν ἢ καὶ θυσιάστηκαν ἡρωικὰ μαχόμενοι κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὁ Μάγερ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του, τὴν Ἑλβετία, ὡς ὁ ἄσωτος υἱός. Ἀκόμη καὶ σήμερα ὁκατὰ τοὺς Ἕλληνες ἥρωας Μάγερ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Ἑλβετοὺς μία «ἐλαφρὰ περίπτωση ἀνθρώπου» καὶ ἀναφέρεται ὡς «ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἀπατεώνας». Σὲ πρόσφατο ἄρθρο της ἡ Ἑλβετὴ ἱστορικὸς καὶδημοσιογράφος Κατρὶν Μπροῦνερ, μὲ τὴν καρτεσιανὴ λογική της,  διερωτᾶται πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας «κίβδηλος δόκτωρ Μάγιερ, ποὺ στὰ νεανικά του χρόνια ἦταν ἀνήθικος καὶ χρεωμένος ἕως τὰμπούνια νὰ καταστεῖ Ἕλληνας ἥρωας». (Βλ. σχ. εἰς διαδίκτυο ἄρθρο στὰ ἀγγλικά τῆς Ἑλβετίδας Katrin Brunner “The bogus Doctor Meyer”). Κατὰ τὴν ἄποψή της ἡ Ἑλλάδα ἦταν ἡ διέξοδός του ἀπὸτὴν κοινωνικὴ ἀπαξίωση, ποὺ ἔνιωθε στὴν πατρίδα του…
.                            Οἱ Ἕλληνες ἔνιωσαν γιὰ τὸν Μάγερ τελείως διαφορετικά. Δὲν ἀσχολήθηκαν καθόλου μὲ τὸν παρελθόν του. Τὸν ἀγκάλιασαν, τὸν ἐνέπνευσαν, τὸν ἔκαναν δικό τους. Ὁ Μάγερ γεννήθηκε Ἑλβετὸς προτεστάντης καὶ μαρτύρησε ὡς Ἕλληνας ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἔμαθε τὰἑλληνικά, βαπτίσθηκε καὶ στὴ συνέχεια παντρεύτηκε τὴν Μεσολογγίτισσα Ἀλτάνα Ἰγγλέζου, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν δύο παιδιά. Ἀφοσιώθηκε πλήρως στὴν Ἑλληνικὴ ὑπόθεση. Ἡ ἔναντί του συμπεριφορὰ τῶν Ἑλλήνων τὸν ἔκανε νὰ τοὺς ἀγαπήσει εἰλικρινά. Ἀπόδειξη ἡ ὁλόψυχη συμμετοχή του στὴν Ἐπανάσταση, ἡ μὲ τὴν οἰκογένειά του παραμονή του στὸ Μεσολόγγι ἕως τὸ τέλος καὶ ἡθυσία ὅλων τους κατὰ τὴν Ἔξοδο. Ὁ Μάγερ δὲν ἦρθε στὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς κοιτάξει ἀφ’ ὑψηλοῦ, οὔτε νὰ μᾶς κρίνει αὐστηρά. Ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει πραγματικά, νὰ γίνει ἕνα μὲ ἐμᾶς καὶ νὰ θυσιασθεῖ μαζί μας. Ἡ Ἑλλάδα ἀνταπέδωσε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν θυσία του. Στὸ νεκροταφεῖο Ἡρώων στὸ Μεσολόγγι ἀνήγειρε ἡρῶο στὴ μνήμη του καὶ ὑπάρχει ὁδὸς στὸ ὄνομά του στὴν Ἀθήνα, κοντὰστὴν Πλατεία Βάθης.
 .                           Ὁ Μάγερ ἀφομοίωσε τὸν Ἑλληνισμὸ χωρὶς νὰ ξεχάσει τὸ ποῦ γεννήθηκε. Τὴν παραμονὴ τῆς Ἐξόδου, στὶς 10 Ἀπριλίου 1826, ἔγραψε σὲ εὐρωπαῖο φίλο του: «Εἴμαστε μπροστὰστὴν τελευταία μας ὥρα. Νιώθω ὑπερήφανος ποὺ τὸ αἷμα ἑνὸς Ἑλβετοῦ, ἑνὸς ἀπογόνου τοῦ Γουλιέλμου Τέλλου, θὰ ἀναμιχθεῖ μὲ τὸ αἷμα τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος» (Βλ. σχ. ἄρθρ. Κατρὶν Μπροῦνερ). Καὶ προσέθεσε: «Πόσοι γενναῖοι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δὲν θέλει εἶσθαι εἰμὴ σκιαί, κατηγοροῦσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου… Ἐν ὀνόματι ὅλων τῶνἐνταύθα ἡρώων… σᾶς ἀναγγέλλω τὴν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὡρισμένην ἀπόφασίν μας διὰ νὰ ὑπερασπισθῶμεν καὶ τὴν ὑστέραν σπιθαμὴν γῆς τοῦ Μεσολογγίου» (Σημ. Δημοσιεύθηκε στὴνἐφημερίδα «Φίλος τοῦ Νόμου» τῆς Ὕδρας στὶς 9/7/1826. Ἀναδημοσιεύεται εἰς Σπ. Ἀθ. Κανίνια «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – Οἱ πολιορκίες καὶ ἡ Ἔξοδος τοῦ Μεσολογγίου σὲ εὐρωπαϊκὰ ποιητικά, πεζὰ καὶμουσικὰ ἔργα», Ἐκδοτικὴ ΑΛΦΑ, Ἀθήνα, 2002, σελ. 29).
.                            Γιὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Μάγερ στὸν Ἀγώνα μὲ τὴν ἐφημερίδα τοῦ «ἙλληνικὰΧρονικὰ» γράφει ἡ Αἰκατερίνη Κουμαριανοῦ, ποὺ εἶχε τὴν ἐπιμέλεια τῆς παρουσίασης τῶν φύλλων της: «Ὁ ἐκδότης (Μάγερ), μολονότι θεωροῦσε τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴ Διοίκηση ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιὰ τὴν προαγωγὴ καὶ τὴν εὐόδωση τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία, ἔφθασε ἐνίοτε νὰ συγκρουσθεῖμὲ τὴν ὑπεύθυνη πολιτικὴ ἡγεσία, ὅταν ἐθεώρησε ὅτι ὁρισμένες ἐνέργειές της ΕΘΙΓΑΝ ΒΑΣΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (Σημ. Ἐννοεῖ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους!)». («Ὁ Τύπος στὸν Ἀγώνα» Β΄ Τόμος, Ἔκδ. Ἑρμῆς, Ἀθήνα, 1971, σελ. 8).
.                           Στὴν προκήρυξη ἔναρξης ἐκδόσεως τῆς ἐφημερίδας του ὁ Μάγερ γράφει γιὰ τὸν σκοπό της: «Ἐφημερὶς ἐμφρόνως κυβερνωμένη, εἶναι ἱκανὴ νὰ καταστήση τοὺς Ἕλληνας πολίτας ἀγαθούς, χριστιανοὺς εὐσεβεῖς, καλοὺς πατέρας καὶ ἀγαθοὺς οἰκονόμους. Πρὸς τούτοις ἐκθειάζουσα τὰς ἡρωικὰς πράξεις τῶν προμάχων τῆς πατρίδος των διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, θέλει ἐμπνέει εἰς τὰς ψυχὰς τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων τὴν εὐγενῆ ἅμιλλαν καὶ τὸν ἱερὸν ἐνθουσιασμὸν τὸνὑπὲρ πατρίδος, καὶ ἐξάπτουσα αὐτοὺς εἰς ἀνδραγαθήματα ὅμοια». (Αὐτ. σελ. 9).
.                            Ἐπειδὴ πολλὴ προπαγάνδα ρέει στὴ χώρα μας γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Γαλλικῆς καὶ γενικὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν κυβερνήσεων στὴν Ἐθνεγερσία ἀντιγράφεται ἀπὸ τὰ «ἙλληνικὰΧρονικά» τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1826, ἡ μαρτυρία τοῦ Μάγερ γιὰ ὅσα βίωνε στὸ πολιορκημένο Μεσολόγγι: «Ο Γάλλοι κα ο λοιπο Ερωπαοι παδο το μπραμ πασ περιέρχονται μλαζονείαν ες τ νέα τατα χυρώματά των, κα παρατηροντες μ τ τηλεσκόπιον τς θέσεις το φρουρίου μας, δίνουν δηγίας κα διδάσκουν τος λατρευτς το Μωάμεθ τσυντελεστικώτερα μέσα περ το πς ν μς ξολοθρεύσουν εκολώτερα κα ταχύτερα…» (Αὐτ. σελ. 349).
.                            Γιὰ τὴ διαφορὰ τῆς Γαλλικῆς ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ὁ Μάγερ ἔγραψε στὰ «Ἑλληνικὰ Χρονικά», στὶς 18 Νοεμβρίου 1824: «Δν χωρε καμία σύγκρισις μεταξ λλάδος κα Γαλλίας, καθότι μν πρώτη λαβε τ πλα καθ’ νς τυράννου, δ δευτέρα ( Γαλλία) σκοπν εχε ν λλάξη μόνον πολιτικν σύστημα». (Αὐτ. σελ. 170). Στὶς 8 Μαρτίου 1824 ὁΜάγερ γράφει κύριο ἄρθρο, μὲ τίτλο: «Στοχασμοὶ πρὸς τοὺς ὁμοεθνεῖς μου (Σημ. γρ. Ἐννοεῖ τοὺςἝλληνες). Τί θέλει νὰ εἴπη Ἐλευθερία». Σὲ αὐτοὺς τονίζει ὅτι βάσεις καὶ θεμέλια τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ θρησκεία, τὰ ἤθη καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ ἔθνους, διότι «ἐλευθερία χωρὶς εὐσέβειαν, χωρὶς καλὰἤθη καὶ χωρὶς φωτισμὸν τοῦ νοὸς εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ γίνη καὶ νὰ βασταχθῆ… Ἡ εὐσέβεια μᾶςἑνώνει μὲ τὸν Θεόν, τὴν ἀέναον πηγὴν πάσης σοφίας καὶ ἀρετῆς, μᾶς δείχνει τὴν ἁγιότητα τῶν χρεῶν μας, διαχύνει εἰς τὴν καρδίαν μας θείαν ἀγαλλίασιν, ὅταν ἐκπληρῶμεν τὰ χρέη μας, χαλινώνει τὰς ἀλόγους καὶ δουλικὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν… καὶ μὲ ἕνα λόγον μᾶς κρατεῖ πάντοτε προσεκτικοὺς εἰς τὸν Θεόν, εἰς τὴν πατρίδα, εἰς τὸν ἑαυτόν μας καὶ εἰς τὸν πλησίον μας». Εἶναι ἐμφανὴς ἡ «καλὴ ψυχικὴ ἀλλοίωση» τοῦ Μάγερ στὴν Ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα,  σὲ σχέση μὲ τὸ πῶςἦταν νέος στὴν Ἑλβετία.-       

 

, ,

Σχολιάστε