Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Fr. Schaeffer

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ στὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑ σὲ μιὰ ΕΠΟΧΗ ΑΦΥΛΗ, ΕΚΦΥΛΗ καὶ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΗ («Πρέπει νὰ κινηθοῦμε πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ἑνὸς ἀρχαίου πολιτισμοῦ καὶ νὰ ἐκσυγχρονίσουμε τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ»)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ [Γ´] ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
τοῦ Frank Schaeffer
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»

ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000, 
σελ. 268 ἑπ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΠΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ («Θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ παρέμεινε ἕνας ζωντανός, ἱστορικὸς σύνδεσμος μὲ τοὺς Ἀποστόλους μέσῳ τῆς χειροτονίας»)
 Β´ Μέρος: Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ καὶ Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ποὺ δόθηκε στὴν ἀληθινὰ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

.         Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, δεύτερος ἐπίσκοπος Λυῶνος καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τὸ 180 μ. Χ. ἔγραψε: «Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ ξαπλώθηκε παντοῦ, σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μέχρι καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς, ἔχει παραλάβει ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές τους τὴν Πίστη στὸν ἕνα Θεό… Ἡ Ἐκκλησία, ἀφοῦ παρέλαβε αὐτὸ τὸ κήρυγμα καὶ αὐτὴ τὴν Πίστη, ἂν καὶ εἶναι διεσπαρμένη σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀκόμη τὴ φυλάγει ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ καταλαμβάνει ἕνα μόνο σπίτι. . . Αὐτὴ μὲ ὁμοφωνία διακηρύττει τὴν ἀλήθεια, τὴν διδάσκει καὶ τὴν παραδίδει ὡσὰν νὰ εἶχε ἕνα μόνον στόμα. Διότι, ἐνῶ οἱ γλῶσσες τοῦ κόσμου εἶναι ποικίλες, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἡ αὐθεντία τῆς Παραδόσεως εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή…
.                   Οὔτε κάποιος ἀπὸ τοὺς κυβερνῆτες τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ δύναμή του ἢ τὴν εὐγλωττία του, θὰ διδάξη διαφορετικά, διότι κανεὶς δὲν εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὸν Διδάσκαλο. Οὔτε ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀδύνατος στὸ λόγο θὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Παράδοση»16. Εἶναι ἀνόητο νὰ πιστεύουμε ὅτι οἱ ἄμεσοι κληρονόμοι τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καὶ ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, παρανόησαν τὴ Χριστιανικὴ Πίστη καὶ τὴ θεόπνευστη κανονικὴ τάξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβέρνησης, ποὺ εἶχαν διδαχθεῖ. Εἶναι ὑπερβολικὰ ἀλαζονικὸ νὰ πιστεύουμε ὅτι ἐμεῖς, κάπου δύο χιλιάδες χρόνια ἀργότερα, ἔχουμε κάποια καλύτερη ἀντίληψη τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχαν οἱ πραγματικοὶ ἀκροαταὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ δεύτερη γενεὰ τῶν χριστιανῶν ἐπισκόπων, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θυσιάστηκαν γιὰ τὴν πίστη τους. Αὐτὸ μᾶς ζητοῦν νὰ πιστέψουμε σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλες τὶς ἱστορικὲς μαρτυρίες, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ προτεσταντικός, ἀτομικιστικός, σχισματικὸς Χριστιανισμὸς τοῦ τύπου, κάνε ὅπως ἔρθουν τὰ πράγματα, εἶναι ὁ Χριστιανισμὸς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας 17.
.               Σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἐξευτελίζουν τὴν εἰδικὴ ἐξουσία, ποὺ δόθηκε στὸν Ἰάκωβο, τὸν πρῶτο ἐπίσκοπο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ στὸν Πέτρο, καθὼς καὶ στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ ἐπισκόπους, ποὺ οἱ ἴδιοι χειροτόνησαν, ὑποστηρίζοντας ὅτι αὐτὸ τὸ χάρισμα δόθηκε σὲ ὅλους τοὺς πιστούς. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη ὑπῆρξε ἡ βάση γιὰ τὴν ἀναρχία τῶν Ἀναβαπτιστῶν καὶ τὴν ἰδιωτικοποίηση τῆς Πίστεως ἀπὸ τοὺς Κουάκερους. Ἡ ἴδια ἐπίσης ἀντίληψη ἀποδεικνύει τοὺς εἰδικοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. κ´ 21-23)* χωρὶς καμία σημασία, γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρω τὴν πρακτικὴ κατανόηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβέρνησης ἀπὸ τὴν πρώτη γενεὰ τῶν χριστιανῶν καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ τοὺς ἀκολούθησαν, μέχρι τὴν ἐπαναστατικὴ προτεσταντικὴ περίοδο κατὰ τὸ πρόσφατο παρελθόν. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἀντίληψη ἀποδεικνύει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὶς διάφορες Ἐκκλησίες χωρὶς καμμία ἀξία. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς βλέπουμε ὅτι ὁ Παῦλος, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι περίμεναν νὰ ὑποταχθοῦν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μία Κανονικὴ δομὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ὑπακοὴ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῶν ἐπιστολῶν ἔχει πολὺ μικρὴ σημασία.

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

.           Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ λένε ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἀνδρῶν γιὰ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἕνα ἁπλὸ πολιτιστικὸ φαινόμενο, μία ἁπλὴ ἀντανάκλαση τῆς πατριαρχικῆς κοινωνίας, στὴν ὁποία ζοῦσε ὁ Χριστός. Οἱ ἴδιοι ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει ν κινηθομε πέρα π τ ρια νς ρχαίου πολιτισμο κα ν κσυγχρονίσουμε τ διδασκαλία το Χριστο, ὥστε νὰ ταιριάζει στὴ σύγχρονη αἴσθηση γιὰ μία θρησκεία. Αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς λογικὰ ἐγείρει ἕνα ἐνδιαφέρον ἐρώτημα, ἐὰν ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων, ὁ ὁποῖος ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς (Γεν. Α´ 27), τότε γιατί ὁ Θεὸς δὲν προεῖδε τὴν ἀνάγκη νὰ καθοδηγήσει τὴν Ἐκκλησία νὰ λάβει ὡς ὑπόδειγμα τὴν πολιτικὴ τοῦ γένους καὶ τὴ μεταβαλλόμενη μόδα γιὰ τὴ διάκριση τῶν φύλων σὲ κάθε ἐποχή; Ὁ ἡγετικὸς ρόλος τῆς γυναίκας δὲν ἦταν ἄγνωστος στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ἔκανε ἀναφορὰ στὴν βασίλισσα Νότου, ποὺ ἦρθε νὰ ἀκούσει τὴ σοφία τοῦ Σολομώντα. Ἐπὶ πλέον ἡ Π. Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἡρωίδες γυναῖκες, ἀκριβῶς ὅπως ἡ ἱστορικὴ Ἐκκλησία εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἅγιες μητέρες καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται πνευματικὰ ἰσότιμες μὲ τοὺς ἅγιους πατέρες καὶ γενικὰ τοὺς ἄρρενες ἁγίους.
.           Ὅπως σημειώνει ὁ Sheldon Vanauken «ἐὰν οἱ γυναῖκες μποροῦν πράγματι νὰ ἱερωθοῦν, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο πρέπει νὰ εἶναι ἀληθινό, ἢ ὁ Θεὸς Πατέρας ἔκανε λάθος καὶ τώρα ἄλλαξε γνώμη ἢ ὁ Ἰησοῦς, ποὺ εἶναι Θεὸς καὶ ἐνανθρώπησε, δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Τὸ πρῶτο εἶναι παράλογο, τὸ δεύτερο ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Θεὸς ποὺ ἐνανθρώπησε. Κάθε συζήτησι γιὰ τὴν Ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν, ποὺ βασίζεται στὴν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σὲ νέες ἀλήθειες, ὑποχρεοῦται νὰ ἐξηγήσει ἕνα ἀρχαῖο λάθος, αὐτὸ ποὺ σχετίζεται μὲ τὶς ἑξήντα ἀδικημένες γενεὲς τῶν γυναικῶν. Πιστεύω ὅτι αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει χωρὶς τὴν ἄρνηση τῆς Ἐνανθρώπησης»19.
.           Ἐὰν ησος ταν «ξαρτημένος» π τν πολιτισμό, μέσα στν ποο ζοσε, τότε πς θ μποροσε ν εναι Θεός; Καὶ ἐὰν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Θεός, ποὺ ἔγινε σάρκα μὲ τὴν ἐλεύθερη ἐκλογὴ μίας γυναίκας, τῆς εὐλογημένης Μαρίας, τῆς Θεοτόκου, τότε τί σημασία ἔχει τὸ τί κάνει ἡ Ἐκκλησία του; Αὐτὴ τότε μετατρέπεται ἁπλῶς σὲ μία ἄλλη λατρευτικὴ Ὁμολογία, τῆς ὁποίας ἡ πίστη ἀναφέρεται σὲ κάποιες χωρὶς νόημα Γραφὲς σὲ μία Ὁμολογία ψεγαδιασμένη ἀπὸ τὴ διάκριση τῶν φύλων καὶ τὸν φόβο τῶν ὁμοφυλοφίλων. Ἐπὶ πλέον πς συμβαίνει ατοί, ποὺ παιτον τν κσυγχρονισμ τς κκλησίας, μ τν πομυθοποίηση τς ποστολικς συνέχειας, μ τν ποδοχ τν κτρώσεων μ τν καταγγελία τς νδρικς ερωσύνης, ν σχυρίζονται τι ποτελον μέρος τς στορικς της συνέχειας, ταν μάλιστα τ μετάβλητο τῆς χριστιανικς λήθειας ποτελοσε θεμελιώδη διακήρυξη τς κκλησίας καθ᾽ λη τ διάρκεια τς στορίας της;20
.               Ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θεμελίωσε τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ παραμείνει εἰς αἰῶνα αἰῶνος, πῶς μποροῦν οἱ σχισματικοὶ Προτεστάντες, οἱ ἐκμοντερνισμένοι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ ἀκόμη κάποιοι ἐλάχιστοι προτεσταντοποιημένοι ρθόδοξοι, νὰ μὴν ἀναγνωρίζουν τὴ σπουδαιότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ τὴν ἱεραρχικὴ αὐθεντία, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία καὶ τὴν καθαρότητα τῆς διδασκαλίας;21
.                 Στὴν Ἐκκλησία ὅλων τῶν αἰώνων ἡ ἀνταπάντηση πρὸς τοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι «ἔτσι γινόταν πάντοτε» εἶναι κατηγορηματικὴ καὶ ἔγκυρη. Ἡ Ἐκκλησία δέχεται ὅτι οἱ βασικὲς καὶ θεμελιώδεις ἀλήθειες παραμένουν ἀμετάβλητες καὶ δὲν ἐπιδέχονται περαιτέρω βελτίωση. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὸ θέμα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν.
.             Μία ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀντιρρήσεις τῶν Ὀρθοδόξων στὴν χειροτονία τῶν γυναικῶν εἶναι ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν εἰκονοκλαστῶν. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο «ἐν σαρκί». Γι τος ρθοδόξους χριστιανος νανθρώπηση δν εναι μία «δέα» να «σύμβολο», εναι στορικ γεγονός. Καθετ στ ζω κα στ λατρεία τς ρθόδοξης κκλησίας σχεδιάσθηκε ν πογραμμίζει τν στορικότητα τς νανθρώπησης. Νὰ γιατί ἔχουμε εἰκόνες: ὁ Χριστὸς ἦλθε «ἐν σαρκί», καὶ ἡ εἰκόνα Του, ὅπως καὶ οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων, τῶν μαρτύρων, τῶν ἀποστόλων, καθὼς καὶ τῆς Μητέρας Του, μαρτυροῦν τὴν ἱστορικότητα τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἐμεῖς ἐπίσης ἔχουμε ζωντανὲς εἰκόνες. Στὴν Λειτουργία οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι στέκονται ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο. Ο ερες κα ο πίσκοποι δν εναι εκόνες μίας φηρημένης δέας, εναι εκόνες νς στορικο προσώπου, τ ποο λθε στ γῆ, το Υο το Θεο.
.           Θεός, πως πιστεύει ρθόδοξη κκλησία, βρίσκεται ξω π τὸν χρόνο κα τν τόπο. μως πίστη ατ δν μεταβάλλει τ στορικ γεγονός. Σύμφωνα μ᾽ αὐτό, ὅταν ὁ Θεὸς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του «ἐν σαρκί», ἦλθε ἄνδρας καὶ ὄχι ὡς «ἄνδρας-γυναίκα» ἢ σύμβολο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐμεῖς δὲν ἁγιογραφοῦμε τὸν Χριστὸ μὲ γυναικεῖες εἰκόνες, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν ἄνδρας. Δν μπορομε ν χουμε έρειες, γι ν ντιπροσωπεύουν τν στορικ Υἱὸ το Θεο, πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ἕνα ἀνδρικὸ ἀντιπρόσωπο τῆς εὐλογημένης Θεοτόκου, τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ. Συνεχίζουμε νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξε ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο, μία πραγματικὴ γυναίκα, ποὺ ἐκλέχθηκε νὰ γεννήσει τὸ Θεό.
.             Πολὺ φυσιολογικὰ ὁ Προτεσταντισμός, καθὼς καὶ ὁ σύγχρονος φιλελεύθερος Ρωμαιοκαθολικισμός, ἀπέκτησαν τὴν τάση νὰ συμπεριφέρονται εἰκονοκλαστικά, διότι κμοντερνισμένος κα κκοσμικευμένος «Χριστιανισμς» δν μμένει πλέον στν στορικότητα τν γεγονότων τς Καινς Διαθήκης. Στν πραγματικότητα πεδίωξαν μ σθένος ν μετατρέψουν τ περιεχόμενο τς ερς Παραδόσεως κα τν Γραφν σ τίποτε περισσότερο π ναν κεν θρησκευτικ συμβολισμό. Ατ εναι λο κα λο «φιλελεύθερη» θεολογία. Ἀλλὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἀπορρίπτει τὶς εἰκονοκλαστικὲς θέσεις τοῦ φιλελευθερισμοῦ καὶ τὴν ἁπλοποίηση τῆς θρησκείας μὲ μία θεωρούμενη «ἀνωτέρου ἐπιπέδου» κριτικὴ διεργασία. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἀποδέχονται τὰ μυστήρια τῆς Πίστεως, ἐμεῖς ἐπίσης ἀποδεχόμαστε τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή του. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ πιστεύουν ὅτι ἐν Χριστῷ «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» καὶ ὅτι ἡ σωτηρία ὑπάρχει γιὰ ὅλους ἐξ ἴσου, ἐμεῖς μὲ βάση ὅλα αὐτὰ πιστεύουμε ὅτι σωστὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἵδρυσε τὴν κανονικὴ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας. Ν γιατί κκλησία πορρίπτει τν εκονομαχία, μ ποιονδήποτε μανδύα κι ν ρχεται, ετε μ τ βεβήλωση τν εκόνων ετε μ τν ρνητικ κριτικ τν Γραφν ετε κόμη μ τν «νδρογυναικοποίηση» τν ζωντανν εκόνων τν ερέων κα τν πισκόπων, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος λέγει ὅτι στέκονται «εἰς τόπον Χριστοῦ» μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο. Χειροτονώντας γυναῖκες οἱ «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες στὴν πραγματικότητα ὑποστηρίζουν «ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθεν “ἐν σαρκί”, ὅτι τὸ ἀνδρικό του γένος δὲν ἔχει καμία σημασία καὶ ὅτι εἶναι ἕνα ἁπλὸ σύμβολο, ποὺ συμβολίζει κάτι μεγαλύτερο».
.             Ὅμως γι τν ρθόδοξο χριστιαν τ νδρικ γένος το Χριστο χει βαρύνουσα σημασία, κριβς πως χει βαρύνουσα σημασία τ θηλυκ γένος τς Παναγίας. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τίποτε, ἐὰν δὲν εἶναι μία ἱστορικὴ Πίστη. Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο μας κατὰ μαγικὸ τρόπο. Πιστεύουμε ὅτι ἀναπτύχθηκε ὡς ἀρσενικὸ ἔμβρυο σὲ ἀνθρώπινη γυναικεία μήτρα, ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε στὴν πραγματικότητα μὲ σάρκα μέσα στὸν χρόνο καὶ στὸν τόπο καὶ ὅτι τίποτε π᾽ λα, σα καμε, κόμη κα τ γένος ποὺ λαβε, [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: καὶ ἡ ΓΛΩΣΣΑ στὴν ὁποία γράφτηκαν τὰ Εὐαγγέλια] δν γινε κατ λάθος, τυχαία κα χωρς νόημα.
.         Ἡ καταστροφὴ τῶν εἰκόνων, ὁ εὐτελισμὸς τῆς ἱερωσύνης καὶ ἡ ὑποβάθμιση τῶν μυστηρίων σὲ ἁπλὰ σύμβολα καταργεῖ τὴ χριστιανικὴ μαρτυρία γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρώπησης. Οἱ ἄνθρωποι φαίνεται κατὰ μυστηριώδη καὶ ἐνστικτώδη τρόπο νὰ γνωρίζουν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια εἴτε ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ θέματα αὐτὰ εἴτε ὄχι. Πῶς ἀλλιῶς μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴ φθορὰ ποὺ προκλήθηκε μὲ τὴν ἀπώλεια πλήθους μελῶν ἀπὸ Ὁμολογίες, ποὺ χειροτόνησαν γυναῖκες; Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν ὅτι κάτι ἱερὸ μολύνεται, ὅταν ἡ πολιτικὴ τοῦ «γένους» πλημμυρίζει τὴ θρησκεία. Ἐπίσης γνωρίζουν ὅτι μία κμοντερνισμένη «θρησκεία», ποὺ προσπαθε ν «συμβαδίζει μ τς ποχές», χει χάσει τ ψηλ θικ πίπεδο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκφράζουν τὴ γνώμη τους μὲ τὴν ἀπουσία τους.

16. Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατὰ Αἱρέσεων 1,10,1-2.

17. Ἡ πιὸ ἀκραία ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἀντίληψης βρίσκεται στὴ διδασκαλία τῶν Ἀναβαπτιστῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους, δὲν ὑπῆρξε ἀληθινὴ Ἐκκλησία γιὰ 1700 χρόνια πρὶν ἀπὸ αὐτούς, ἀπὸ τότε ποὺ πέθανε ἡ πρώτη γενεὰ τῶν χριστιανῶν. Ἀκόμη καὶ σήμερα πολλὲς Εὐαγγελικὲς Ὁμολογίες ἀγνοοῦν τελείως τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, μνημονεύουν μόνο τὸν Λούθηρο, τὸν Οὐίκλιφ ἢ ἴσως καὶ τὸν Αὐγουστίνο. Ἡ ἐντύπωση ποὺ δίνεται εἶναι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανίστηκε κατὰ μαγικὸ τρόπο γύρω στὸ 1510 καὶ ἔφθασε στὴν πλήρη ἄνθησή του τὸν δέκατο ἔνατο αἰώνα μὲ τὶς ἀνανεώσεις τοῦ Finney, τοῦ Moody κ.ἀ.
Τὴν πιὸ προπαγανδιστικὴ ἀντὶ-ἱστορικὴ πλαστογραφία ἀπὸ νεώτερο Προτεστάντη συγγραφέα σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορικὴ Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ τὸ βιβλίο τοῦ James Η. Rutz, The Open Church, Αὐτὸ τὸ βιβλίο προβάλλει χαρακτηριστικὰ τὸν προτεσταντικὸ μύθο μίας «ἁπλῆς», χωρὶς ἱεραρχία «πρώιμης Ἐκκλησίας».

18.   Βλ. τὸ κεφάλαιο 3 καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του. «εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται».

19. Sheldon Vanauken, Under the Mercy (Ignatius Press, 1988), ὅπως παρατίθεται στὸ ἄρθρο, Since God Doesnt Make Mistakes: Womens Ordination Denies the Incarnation, AGAIN Magazine, April, 1993.

20.     Τὸ νὰ ταυτίζουμε τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία μὲ τὴν καθολικὴ (ὄχι τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ) Ἐκκλησία σημαίνει νὰ πιστεύουμε σ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο οἱ πατέρες μᾶς κληροδότησαν μὲ τὴν Παράδοση. . . Ἐπιτρέψτε μας, λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ ἀσφαλίσουμε τὸ πρῶτο καὶ μεγάλο φάρμακο τῆς σωτηρίας μας. Ἀναφέρομαι στὴν ὑπέροχη κληρονομιὰ τῆς Πίστεως. Ἐπιτρέψτε τὴν καρδιὰ καὶ τὸ στόμα μας νὰ ὁμολογήσουν αὐτήν, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες, (ἁγίου Μαξίμου, Ἐπιστολὴ 12, PG 91, 465). Ἐμεῖς δὲν ἀνακαλύπτουμε νέα σχήματα διότι αὐτὸ εἶναι κάτι ἀλαζονικὸ νὰ τὸ κάνουμε Εἶναι τὸ ἔργο καὶ ἡ ἐφεύρεση ἑνὸς αἱρετικοῦ καὶ ταραγμένου νοῦ (ἁγίου Μαξίμου, Πρὸς Μαρίνον πρεσβύτερον 19 PG 91, 224-25) Jaroslav Pelican, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 20.

21.   Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ πολὺ γνωστὸς Ὀρθόδοξος συγγραφέας καὶ κοσμήτορας τοῦ Θεολογικοὶ Σεμιναρίου Ἅγιος Βλαδίμηρος στὴ Ν. Ὑόρκη, Thomas Hopko, ἡ ἡγεσία στὴν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα σὲ σχέση μὲ τὴν ἱερωσύνη, ἐκφράζεται περισσότερο μὲ ἀναφορὰ στὴν οἰκογένεια παρὰ μὲ ἀναφορὰ στὴν κοινωνία. Ἡ ἐρώτησή μου εἶναι: Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πατρότητα; Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε σύζυγος;
.            Καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μέχρι σήμερα μποροῦμε νὰ βροῦμε πανίσχυρους ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ζοῦν τὴν πνευματικὴ ζωή. Συναντοῦμε ἀκμάζουσα μοναστικὴ ζωή. Ἀνακαλύπτουμε ἀπίστευτα θεολογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις σὲ εὐρὺ φάσμα θεμάτων. Ὅταν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη μας τὰ δεδομένα, πῶς δηλαδὴ ἐκφράστηκε μὲ εὐκρίνεια ἡ σχηματοποίηση τῆς Πίστεως, πῶς ἔζησαν πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι, πῶς ἀληθινὰ ἐπικοινωνοῦσαν οἱ ἄνδρες μὲ τὶς γυναῖκες -καὶ ἐννοῶ τοὺς ἁγίους, δὲν ὁμιλῶ γιὰ τὸ τί συνέβαινε στὴν κοινωνία, διότι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῶν ἁγίων- τότε πρέπει νὰ θέσουμε τὸ ἐρώτημα: Γιατί συμβαίνει οἱ γυναῖκες νὰ θεωροῦνται ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἅγιες, μοναχές, ἱεραπόστολοι, προφήτιδες, διδασκάλισσες, ἀσκήτριες, θεραπεύτριες, εὐαγγελίστριες, ἀλλὰ ποτὲ διὰ μέσου ὅλης τῆς ἱστορίας νὰ μὴν ὑπάρχει μία γυναίκα, ποὺ χειροτονήθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτέρου ἢ τοῦ ἐπισκόπου σὲ κάποια συγκεκριμένη κοινότητα; Ὅμως, ἡ ἐρώτηση-κλειδὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἶναι πράγματι ἡ ἱερωσύνη αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ἐννοοῦμε; Δὲν εἶναι μία εἰδικὴ λειτουργία γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος σχετικὰ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ὁποία μόνον ὁρισμένα μέλη τοῦ Σώματος εἶναι κατάλληλα νὰ ἐπιτελέσουν μὲ ἐπάρκεια, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἔχουν καθορισμένα χαρίσματα; Καὶ ἐὰν πράγματι εἶναι ὁ ρόλος τοῦ πατέρα, ἢ ἡ μυστηριακὴ κλήση ἐκεῖνο ποὺ κάνει κάποιον νὰ εἶναι πατέρας στὴν κοινότητα, τότε δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ἄνδρας, αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πατέρας; Μπορεῖ μία γυναίκα νὰ εἶναι ὁ πατέρας; Μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἕνας πατέρας;
.               Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτέρου-ἐπισκόπου ἀποκλείονται ὅλες οἱ γυναῖκες καὶ οἱ περισσότεροι ἄνδρες, εἶχε στὴν Ἀρχιεπισκοπή του στὴν Κωνσταντινούπολη ἀρκετὲς ἑκατοντάδες γυναῖκες διακόνισσες, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἁγία Ὀλυμπιάδα- αὐτὴ ἦταν ἡ καλύτερη βοηθὸς καὶ συνεργάτρια του. Ποτὲ ὅμως, δὲν διανοήθηκε νὰ τὴν χειροτονήσει στὸ βαθμὸ τοῦ πρεσβυτέρου ἢ τοῦ ἐπισκόπου. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι αὐτὴ αἰσθανόταν ὅτι ὑποτιμήθηκε, ἐπειδὴ δὲν χειροτονήθηκε. . .
.            Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐρώτημα γιὰ ἐπιδέξιο χειρισμὸ ἢ θέμα γιὰ τὸ ποιὸς τελικὰ θὰ διακονήσει τὴν Εὐχαριστία ἢ θὰ κηρύξει τὸν θεῖο λόγο. Πιστεύω ὅτι εἶναι πολὺ οὐσιαστικότερο θέμα. Πιστεύω ὅτι ἐδῶ διακυβεύεται αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ Πίστη μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ τὸ τί ἔχει συμβεῖ μέχρι σήμερα ἀποδεικνύεται τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὁπουδήποτε ἐφαρμόσθηκε ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν συναντοῦμε ἐπίσης καὶ συμβιβασμούς, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἀποκλειστικὴ ὡς πρὸς τὸ γένος γλώσσα στὴ Λειτουργία, μὲ τὴν οἰκογενειακὴ ζωή, τὶς σεξουαλικὲς σχέσεις καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας καὶ πῶς αὐτὸ πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ καὶ νὰ σχετισθεῖ ποιμαντικὰ καὶ πνευματικά. Ὅλα αὐτὰ προστίθενται ἀμέσως στὸ σκηνικό.
.           Νομίζω ὅτι ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα κλειδιά, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει ὁλόκληρος ἀστερισμὸς θεμάτων. Νομίζω ὅτι ἐδῶ διακυβεύεται αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ Πίστη, π. Thomas Hopko, Womens Ordination: An Orthodox Response, AGAIN Magazine, April 1993.

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ καὶ Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ποὺ δόθηκε στὴν ἀληθινὰ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ [Β´] ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
τοῦ Frank Schaeffer
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»

ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000, 
σελ. 263-268

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ

Α´ Μέρος: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΠΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/30/ἡ-ἐκκλησία-τόπος-κανονικῆς-τάξεως-κ/

.         Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ ζοῦσαν στὰ χρόνια του Χριστοῦ βρίσκονταν σὲ σύγχυση ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα, ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Νόμιζαν ὅτι αὐτὸς ἦταν μᾶλλον ἕνας προφήτης, ποὺ πέθανε καὶ ξαναγύρισε στὴν ζωή. Οἱ μαθηταὶ ἔδειξαν ἀρκετὲς φορὲς ὅτι μποροῦσαν νὰ παρανοήσουν τὸν Ἰησοῦ, ὅπως καὶ τὰ πλήθη ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν.
.         Ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο ὅτι ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν τρόπο ποὺ τὸν κατανόησε ἐκεῖνος καὶ στὴν τυφλότητα τοῦ πλήθους δὲν ὀφειλόταν στὴν εὐφυΐα τοῦ Πέτρου οὔτε στὴν πίστη του ἢ στὴν καλωσύνη του, ὀφειλόταν στὸ ὅτι ὁ Θεὸς διάλεξε νὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ στὸν Πέτρο καὶ στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους πρὶν τὴν ἀποκαλύψει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσουν μία εἰδικὴ ἀποστολὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔλαβαν τὴν εἰδικὴ ἀποκάλυψη.
.         Ὁ Θεὸς διάλεξε τὸν Πέτρο καὶ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους κατὰ ἕνα μοναδικὸ τρόπο, γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσει τὴν αἰώνια Ἐκκλησία Του ἐπάνω στὴν γῆ. Ὁ Χριστὸς ἀξιοποίησε μεγάλο μέρος τῆς διακονίας του προγυμνάζοντας καὶ διδάσκοντας τοὺς Ἀποστόλους γι᾽ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ ἀποστολή. Μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι κάποιος ἁπλὸς ἀγωνιστὴς γιὰ τὴν ἰσότητα στὴν ἐποχή του, ὁ Χριστὸς ἀφιέρωσε τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του, γιὰ νὰ ἐκπαιδεύσει μία ἐπίλεκτη ὁμάδα μελλοντικῶν ἡγετῶν. Μὲ ἄλλα λόγια, σύμφωνα μὲ τὶς διηγήσεις τῶν Εὐαγγελίων, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ δαπανήθηκε στὴν δημιουργία καὶ στὴν ἐκπαίδευση τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, ποὺ θὰ κυβερνοῦσαν τὴν Ἐκκλησία, καὶ ὄχι στὴν διδασκαλία τοῦ ἀνώνυμου πλήθους.
.         Ὁ Ἰησοῦς ὑποσχέθηκε μάχες καὶ θρίαμβο γιὰ τὴν Ἐκκλησία Του. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅδης θὰ πολεμοῦσε ἐναντίον της, ἀλλὰ στὸ τέλος «δὲν θὰ τὴν νικοῦσε» (Ματθ. ιϛ´18). Ἀκριβῶς ὅπως ὁ Θεὸς Πατὴρ ἔχρισε τὸν Υἱό, ἔτσι καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐξέλεξε τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ θὰ ἐπιτελοῦσαν τὸ δικό Του ἔργο. Αὐτὴ ἦταν ὁλοφάνερα ἡ συναίσθηση τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὴν ἀποστολή τους, καθόσον τὰ ἱστορικὰ δεδομένα τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας δείχνουν μὲ σαφήνεια ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἄρχισαν νὰ διορίζουν διαδόχους πρὶν οἱ ἴδιοι πεθάνουν11.
.         Ὁ Ἰησοῦς ἔδωκε στοὺς Ἀποστόλους εἰδικὴ ἐξουσία νὰ δένουν καὶ νὰ λύνουν «ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. ιϛ´19). Ἐὰν πιστεύουμε στὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ στὴν ἀξιοπιστία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς θεμελίωσε τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς διακονίας της ἐπάνω στὴν γῆ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σεβάστηκαν καὶ ἀκολούθησαν μὲ ἐπιμέλεια τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ σχετικὰ μὲ τὴν αὐθεντία στὴν διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας12. Καὶ ὅπως εἴδαμε στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, οἱ Πατέρες ὑπερασπίστηκαν μὲ ρωμαλεότητα τὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι.
.         Τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα δείχνουν ὅτι ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἦταν ὁμόφωνη ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀποστολικὴ αὐθεντία καὶ στὴν κανονικὴ τάξη. Στὴν Διδαχή, στὴν διδασκαλία δηλαδὴ τῶν Ἀποστόλων (80-140 μ. Χ.), διαβάζουμε: «Χειροτονεῖστε λοιπὸν γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ Κυρίου, ἄνδρες πραεῖς καὶ ἀφιλαργύρους, εἰλικρινεῖς καὶ δοκιμασμένους, διότι αὐτοὶ θὰ σᾶς διακονήσουν ὡς προφῆται καὶ διδάσκαλοι. Αὐτοὺς νὰ μὴν τοὺς περιφρονήσετε, διότι εἶναι οἱ τιμημένοι ἄνδρες σας μαζὶ μὲ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς διδασκάλους».13

.         Σὲ μία ἀκόμη προγενέστερη περίοδο (75-80 μ. Χ.), τότε ποὺ ἡ μνήμη τῶν Ἀποστόλων διατηροῦνταν πολὺ νωπή, ὁ ἅγιος Κλήμης τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε, διορίσθηκε καὶ διδάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο προσωπικά, ἔγραψε μὲ μεγάλη ἀκρίβεια γιὰ τὴν κανονικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων: «Ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἔδωκε ἐντολὴ νὰ ἐπιτελοῦνται προσφορὲς καὶ λειτουργίες, καὶ μάλιστα ὄχι κατὰ τύχη καὶ ἄτακτα, ἀλλὰ σὲ ὁρισμένους καιροὺς καὶ ὧρες. Ἀκόμη ὁ ἴδιος μὲ τὸ ὑπέρτατο θέλημά του ἔχει καθορίσει ποῦ καὶ ἀπὸ ποιοὺς ἐπιθυμεῖ νὰ τελοῦνται αὐτές, ὥστε, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ γίνουν κατὰ τὴν εὐδοκία Του νὰ εἶναι σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του. . . Πράγματι στὸν ἀρχιερέα παραχωρήθηκαν εἰδικὲς ἁρμοδιότητες, γιὰ τὸν ἱερέα ὁρίστηκε ὁ κατάλληλος τόπος καὶ στοὺς λευίτες ἀνατέθηκαν οἱ ἀνάλογες διακονίες. Ὁ λαϊκὸς εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς διατάξεις ποὺ ἀναφέρονται στοὺς λαϊκούς. Ὁ καθένας μας, ἀδελφοί, ἀνάλογα μὲ τὴν τάξη, στὴν ὁποία βρίσκεται, ἂς εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ καὶ ἂς ἔχει ἀγαθὴ συνείδηση, νὰ μὴν ὑπερβαίνει τοὺς ὅρους τῆς καθορισμένης διακονίας του. Οἱ Ἀπόστολοι μᾶς κήρυξαν τὸ εὐαγγέλιο ποὺ παρέλαβαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς λοιπὸν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἔχουν τὴν ἀρχή τους στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. . . Οἱ Ἀπόστολοί μας γνώριζαν ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ ὅτι θὰ δημιουργοῦνταν ἔριδες γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου. Γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο λοιπόν, ἀφοῦ τὰ προέβλεψαν ὅλα αὐτά, διόρισαν ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἤδη μνημονευθεῖ καὶ ἀμέσως ὅρισαν γιὰ τὸ μακρινὸ μέλλον ὅτι, ὅταν αὐτοὶ θὰ πέθαιναν, ἄλλοι δόκιμοι ἄνδρες θὰ τοὺς διαδέχονταν στὸ ἀξίωμά τους».14
.         Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, θεωρεῖται ἀποστολικὸς Πατέρας, ἐπειδὴ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου. Ὅπως εἴδαμε παραπάνω, στὸ ταξίδι του ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια πρὸς τὴν Ρώμη, ὅπου καὶ μαρτύρησε, ἔγραψε ἑπτὰ ἐπιστολές, στὶς ὁποῖες σκιαγράφησε καὶ ὑπερασπίστηκε ὄχι μόνο τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ ἀλλὰ καὶ τὴν κανονικὴ τάξη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δόθηκε στὴν ἀληθινὰ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
.         Κατὰ τὴν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος θεωροῦσε τὴν κανονικὴ συνέχεια τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τόσο σημαντική, ὥστε ἀξιοποίησε τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἐπάνω στὴν γῆ ὑπερασπιζόμενος μὲ ἐπιμέλεια τὴν μορφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβέρνησης, ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὸ 110 μ. Χ. ἔγραψε: «Ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἀχώριστη ζωή μας, εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός, ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι διορίσθηκαν σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει ἐσεῖς νὰ ζῆτε ἀκολουθώντας τὸ θέλημα τοῦ ἐπισκόπου. . . Ἂς εἴμαστε λοιπὸν προσεκτικοὶ ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε ὑπάκουοι στὸν Θεό, νὰ μὴν ἀντιτασσόμαστε στοὺς ἐπισκόπους. … Εἶναι φανερὸ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ βλέπουμε τὸν ἐπίσκοπο, ὅπως αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Πράγματι, ὅταν ὑποτάσσεσθε στὸν ἐπίσκοπο, ὅπως στὸν Ἰησοῦ Χριστό, εἶμαι σίγουρος ὅτι δὲν θὰ ζῆτε κατὰ ἄνθρωπον, ἀλλ᾽ ὅπως θέλει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος πέθανε γιά μᾶς, ὥστε μὲ τὴν πίστη στὸν θάνατό του νὰ ἀποφύγετε τὸν θάνατο… Κατὰ παρόμοιο τρόπο ὁ καθένας ἂς τιμᾶ τοὺς διακόνους, ὅπως τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ- ἐπίσης καὶ τὸν ἐπίσκοπο ὡς τύπον τοῦ Πατρός, καὶ τοὺς πρεσβυτέρους ὡς συνέδριο τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς σύνδεσμο τῶν Ἀποστόλων. Χωρὶς αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία.… Αὐτὸς ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ θυσιαστήριο εἶναι καθαρός. Μὲ ἄλλα λόγια, καθένας ποὺ ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο, τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς διακόνους δὲν ἔχει καθαρὴ συνείδηση».15

 

11. «Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἦταν ἰουδαῖοι καὶ εὕρισκαν ὅτι ἡ νέα τους πίστη ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς παλαιᾶς. . . Ἀπὸ τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων ἔχουμε μία εἰκόνα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, τὴν ὁποία ὁ Εἰρηναῖος θεωροῦσε ὡς τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία κάθε ἄλλη Ἐκκλησία ἔλαβε τὴν ἀρχὴ τῆς (Εἰρηναίου, Κατὰ Αἱρέσεων 3,12,5). . . (Αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία) ἀκολούθησε ὁ Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος ὡς ὁ ἀδελφός του Κυρίου ἦταν ἕνα εἶδος χαλίφη». . . (Stauffer, 1952, 193-214). Ἀπὸ παραπομπὴ τοῦ Jaroslav Pelikan, The Emergence of the Catholic Tradition, σ. 13.

12. «Ὅσοι πράγματι ἀνήκουν στὸν Θεὸ καὶ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, αὐτοὶ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο. . . Ἐὰν κάποιος ἀκολουθήσει ἕνα σχισματικό, αὐτὸς δὲν θὰ κληρονομήσει τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. . . », Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλαδελφιεῖς 3. ΒΕΠ 2. 277.

13. ΔΙΔΑΧΗ . 15. ΒΕΠ 2. 220.

14. Ἁγίου Κλήμεντος Ρώμης, Α´ Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους, 40,41, 42. 44. ΒΕΠ 1. 29-30.

15. Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ πρὸς Μαγνησιεῖς Ἐπιστολὴ πρὸς Τραλλιανούς, 7, ΒΕΠ 2,272-273.

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΠΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ («Θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ παρέμεινε ἕνας ζωντανός, ἱστορικὸς σύνδεσμος μὲ τοὺς Ἀποστόλους μέσῳ τῆς χειροτονίας»)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
τοῦ Frank Schaeffer
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»

ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000,
σελ. 263-268

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ὁ σύγχρονός μας π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, ὁ μεγάλος Ὀρθόδοξος ἐρευνητὴς καὶ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Harvard, ἔγραψε:

.            «Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ-εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ ἡ κατοικία τῆς εὐλογημένης παρουσίας του στὸν κόσμο. . . Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Ὅλη ἡ κατηγορηματικὴ δύναμη καὶ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς σ’ αὐτὸν τὸν ἀφορισμὸ βρίσκεται στὴν ταυτολογία του. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία, διότι σωτηρία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, διότι σωτηρία εἶναι ἠ ἀποκάλυψη τῆς ὁδοῦ γιὰ τὸν καθένα ποὺ πιστεύει στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψη βρίσκεται μόνο στὴν Ἐκκλησία. . . Τὸ βασίλειο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα. Καὶ ἀσφαλῶς αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἐξωτερική, ἀλλὰ ἐσωτερική, στενή, ὀργανική. Εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ ζῶντος σώματος, ἡ ἑνότητα τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ μία ἑνότητα ὄχι μόνον μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι μία καὶ μοναδικὴ εἶναι πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα μία ἑνότητα, διότι αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ ὕπαρξή της συνίσταται στὴν ἐπανένωση τῆς χωρισμένης καὶ διαιρεμένης…ἀνθρωπότητας. . . Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ἀνθρωπότητα περνᾶ σὲ ἄλλο ἐπίπεδο, ἀρχίζει ἕναν καινούργιο τρόπο ὕπαρξης. Μία νέα ζωὴ γίνεται δυνατή, μία ζωὴ ἀληθινή, ὁλοκληρωμένη καὶ πλήρης, μία καθολικὴ ζωή, μὲ τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Ἀρχίζει μία καινούργια ὕπαρξη, μία νέα ἀπαρχὴ ζωῆς, καθὼς σὺ Πάτερ ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν σοί, οὕτω καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν. . . ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς καὶ ἡμεῖς ἓν ἔσμεν»[1].
.            Σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἡ σύγχυση ποὺ μᾶς περιβάλλει δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ τί σχεδίασε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία του [2]. Ἡ ἀνομία τοῦ πολιτισμοῦ μας δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ μολύνει τὴν ἱστορικὴ Ἐκκλησία μὲ τὸν σχετικισμό.[3] Πράγματι ὁ ἴδιος ὁ πολιτισμὸς δὲν χρειαζόταν νὰ ὑποβαθμισθεῖ ἀπὸ τὸν ψεύτικο Χριστιανισμὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἐκκοσμικευμένο Ἀνθρωπισμό, ποὺ ἀκολούθησε ὡς ἐπακόλουθό του, διότι ἡ αὐθεντικὴ ἱστορικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη παροῦσα στὴ γῆ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ποὺ φέρει μέσα της τὸν Χριστὸ καὶ ἐναντίον τῆς ὁποίας οἱ πύλες τοῦ Ἅδου δὲν κατίσχυσαν, ἐπιζῆ μέχρι σήμερα.
.             Σύμφωνα μὲ τὸν πατέρα καὶ μάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος ἔγραψε γύρω στὸ 110 μ. Χ. , ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι τόπος κανονικῆς τάξεως, νότητας κα ποστολικς αθεντίας. Νὰ τί τονίζει: «Φροντίσατε νὰ τὰ κάνετε ὅλα κατὰ Θεόν, μὲ τὸν ἐπίσκοπο προκαθήμενον εἰς τύπον Θεοῦ καὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους εἰς τύπον τῆς συνόδου τῶν ἀποστόλων καὶ μὲ τοὺς διακόνους, τοὺς πολὺ ἀγαπητούς μου, τοὺς ἐμπιστευμένους τὴν διακονίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα προαιώνιος καὶ ἦταν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ Μονογενὴς Υἱός. . . Μὴν παρασύρεσθε ἀπὸ ἄλλες ἑτερόδοξες διδασκαλίες οὔτε ἀπὸ παλαιοὺς μύθους, ποὺ εἶναι ἀνάξιοι λόγου».[4]

.             Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας διετέλεσε ἐπίσκοπος τῆς πόλης αὐτῆς, ἀφοῦ διαδέχθηκε τὸν ἅγιο Εὐόδιο, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἔγραψε ἕναν ἀριθμὸ ἐπιστολῶν πρὸς τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὅλες δέχονταν τὴν ποστολικ αθεντία κα διαδοχ ς θεμέλιο τῆς μίας, γίας, καθολικς κα ποστολικς κκλησίας. Αὐτὲς οἱ ἀξιόλογες ἐπιστολές, γραμμένες κατὰ τὸν χρόνο τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ ἁγίου πρὸς τὴν Ρώμη, ὅπου τὸν περίμενε ἕνα ἀπάνθρωπο μαρτύριο στὸ Κολοσσαῖο, ὑπερασπίζονται τὴν κανονικὴ τάξη καὶ τὴν πειθαρχία ἀπαραίτητη στὴν πρακτικὴ τῆς αὐθεντικῆς Χριστιανοσύνης. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος μαρτύρησε στὴν Ρώμη, ἀφοῦ πρῶτα οἱ ἐπιστολές του ἔφθασαν στὶς ἑπτὰ Ἐκκλησίες.[5]
.         Πολλὲς Ὁμολογίες ἰσχυρίζονται, ὅτι ἀποτελοῦν «Ἐκκλησίες». Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» διατηρεῖ κάποιο νόημα, πρέπει νὰ ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας τί ἐννοοῦμε μ᾽ αὐτόν. Εναι «κκλησία» πλς να σύνολο νθρώπων, ο ποοι σχυρίζονται τι εναι χριστιανοί;[6] χει λέξη να στορικ νόημα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως οἱ λέξεις «Γαλλία» ἢ «Μεγάλη Βρετανία» σημαίνουν πραγματικοὺς τόπους καὶ ὄχι ἁπλῶς μία ἰδέα ἢ ἕνα αἴσθημα ὅτι ὑπάρχει Γαλλία ἢ Μ. Βρεταννία πνευματικά; Ὁ πολὺ γνωστὸς συγγραφέας καὶ Ὀρθόδοξος ἱερέας Ἀντώνιος Μ. Κόνιαρης γράφει: «Τί ἐννοοῦμε, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὴν λέξη “Ἐκκλησία”; Πρόσεξε τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν ὁμάδων, ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται “Ἐκκλησίες”. Στὴν πραγματικότητα ὁ καθένας σήμερα μπορεῖ νὰ ἱδρύσει μία “Ἐκκλησία” γιὰ τὸν ἑαυτό του. . . Ἀλλὰ εἶναι αὐτὲς στ᾽ ἀλήθεια Ἐκκλησίες; Θεμελιώθηκαν π τν ησο Χριστ κα τος ποστόλους; Τί εδους στορικ δεσμὸ χουν ατς μ τος ποστόλους; μες ο ρθόδοξοι χριστιανο ς κκλησία ννοομε τ Σμα, μ τ ποο ησος εναι παρν στν κόσμο σήμερα. Ατή, πιστεύουμε, θεμελιώθηκε π τν Χριστ δι τν ποστόλων κα παρέμεινε νας ζωντανός, στορικς σύνδεσμος μ τος ποστόλους μέσῳ τς χειροτονίας τν κληρικν. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖ σήμερα ἕναν Ὀρθόδοξο ἱερέα, μπορεῖ νὰ ἀνιχνεύσει τὴν χειροτονία του ἱστορικὰ μέχρι τοὺς Ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν μέχρι τὸν Χριστό, ἀποτελεῖ ἐγγύηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν θεμελιώθηκε ἀπὸ κάποιον ποὺ ὀνομαζόταν Joe Smith λίγους αἰῶνες πρίν, ἀλλ᾽ ἀπ᾽αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ (βρίσκει τὴν ὕπαρξή της πίσω, στὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ». [7]

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὸν ὅρο «Ἐκκλησία», γιὰ νὰ ἔχει κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕνα ὑποκειμενικὸ μήνυμα, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὸς ἔξω ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς καλὰ τεκμηριωμένης ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς σταθερῆς της διδασκαλίας γιὰ τὸν ἑαυτό της καὶ γιὰ τὴν καταγραφὴ τῆς κοσμικῆς ἱστορίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ πάντα δίδασκε ὅτι ὅσοι ἐμφανίζονται ὡς ἐπίσκοποι ἢ ἱερεῖς, γιὰ νὰ εἶναι αὐθεντικὰ ἀποστολικοί, πρέπει νὰ μποροῦν νὰ ἀποδεικνύουν τὴν ἀδιάσπαστη ἱστορικὴ συνέχεια μὲ τὴν πρώτη ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.[8] Ὅπως ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἄλλο θεμέλιο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ βάλει παρὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τοποθετηθεῖ κι αὐτὸ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α´ Κορ. γ´11).

.         Τὰ κατ᾽ ἐξοχὴν διακριτικὰ γνωρίσματα τῆς Ἱστορικῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἀναλλοίωτό της, ἡ ἀδιάκοπη συνέχειά της, ἡ πιστότητά της σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ κατ κανονικ τάξη ποστολική της διαδοχή.[9] Σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἡ συνέχιση τοῦ ἔργου ποὺ ἄρχισε ὁ Χριστός, δὲν εἶναι τυχαία ἀλλὰ καθορίστηκε ἐνσυνείδητα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.[10] Σύμφωνα μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ἐμεῖς μάθαμε ὅτι «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὰ μέρη τῆς Καισαρείας τοῦ Φιλίππου, ρωτοῦσε τοὺς μαθητες του λέγοντας, Ποιὸς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; . . . Ἀποκρίθηκε ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε: Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ! Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε: Μακάριος εἶσαι Σίμων, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι αὐτὸ δὲν σοῦ τὸ ἀποκάλυψε κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος. Καὶ ἐγὼ σοῦ λέω ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ Πέτρος καὶ ἐπάνω σ᾽ αὐτὴ τὴν πέτρα (τῆς ὁμολογίας σου) θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου καὶ ὁ θάνατος δὲν θὰ τὴν νικήσει. Θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ὁτιδήποτε ἀφήσεις ἀσυγχώρητο ἐπάνω στὴν γῆ θὰ μείνει ἀσυγχώρητο καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ ὁτιδήποτε συγχωρήσεις ἐπάνω στὴν γῆ θὰ εἶναι συγχωρημένο καὶ στὸν οὐρανό. Τότε (ὁ Ἰησοῦς) παρήγγειλε μὲ αὐστηρότητα νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστὸς» (Ματθ. ιϛ´13-20).

1. Γ. Φλορόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, σ. 50-53.

2. «Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ ἀχώριατη ζωή μας, εἶναι, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός, ὅπως καὶ οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χειροτονηθεῖ παντοῦ στὸν κόσμο, εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, πρέπει ἐσεῖς νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ ἐπισκόπου. . . », Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας (11Ο μ. Χ), Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους, 3,2, ΒΕΠ 2, 264-265.

3. «Ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸν θρησκευτικὸ κατακερματισμὸ καὶ στὸν ἐκκοσμικευμένο ἀνθρωπισμὸ μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ. . . στὸ ὅτι ὁ κατακερματισμός, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Προτεσταντισμό, ἀποτέλεσε τὸ κέντρο σ᾽ ἐκεῖνον τὸν μονολιθικὸ καὶ ἡγεμονικὸ θρησκευτικὸ πολιτισμό, ὅπως ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν Μεταρρύθμιση, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προβάλει μεγαλύτερη ἀντίσταση στὴν ἐκκοσμίκευση», Steve Bruce, A House Divided, a. 27.

4. Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολὴ πρὸς Μαγνησιεῖς, 6, ΒΕΠ 2,269.

5. Ἐπειδὴ οἱ ἐπιστολές του εἶναι τόσο πρώιμες καὶ τόσο κατηγορηματικὲς στὶς ἀναφορές τους γιὰ τὴν ἀποστολικὴ αὐθεντία, τὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν ἱεραρχία, οἱ σχισματικοί, οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες, ἰδιαίτερα δὲ οἱ Ἀναβαπτιστές, ἔχουν ἐπιχειρήσει ἀρκετὲς φορὲς νὰ ὑποτιμήσουν τὴν κανονικότητά τους. Ὅμως ἡ αὐθεντικότητα αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν ἐπιβεβαιώθηκε κατ᾽ ἐπανάληψιν ἀπὸ διαφόρους ἐρευνητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ J. Β. Lightfoot, ὁ Adolf Von Harnack καὶ ὁ Theodore Zahn. Τώρα ἡ αὐθεντικότητά τους εἶναι γενικὰ ἀποδεκτή, καί, μαζί της εἶναι, ἀποδεκτὴ καὶ ἡ πεποίθηση ὅτι τόσο νωρίς, ἀπὸ τὸ 110 μ.Χ., 60 ἢ 70 μόλις χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοϋ Χριστοῦ καὶ ἐνῶ ἦταν ζωντανὴ ἀκόμη ἡ μνήμη τῶν Ἀποστόλων, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν μὲ σθένος τὴν ἀποστολικὴ αὐθεντία.

6. Anthony M. Coniaris, Introducing the Orthodox Church (Minneapolis, MN, 1982).

7. Αὐτόθι, σ. 1.

8. «Μία ἀπὸ τὶς κύριες φροντίδες τῶν ἀπολογητῶν (στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, 100-300 μ. Χ. ) ἦταν νὰ δείξουν τὴν συνοχὴ τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴν ἱστορία γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. . . Ἡ προϋπόθεση. . . ἦταν ὅτι ἡ πρώτη παρακαταθήκη τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ στοὺς ἀποστόλους καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὴν σειρά τους στοὺς διαδόχους τους, τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους καὶ διδασκάλους. . . Σ᾽ αὐτὴ τὴν πρώιμη χριστιανικὴ χρήση τῶν ὅρων, ἡ αἵρεση, δὲν ἦταν ἀπόλυτα διακεκριμένη ἀπὸ τὸ σχίσμα (Α´ Κορ. ια´18-19). Καὶ οἱ δύο ὅροι ἀναφέρονταν στὸν φατριασμό. . . Φατριασμός. . . διχοστασίες καὶ σκάνδαλα ἀντίθετα πρὸς ὅσα διδαχθήκατε (Ρῶ 16,17)», Jaroslav Pelikan, The Christian Tradition, v. 1: The Emergence of the Catholic Tradition (100-600), a. 68-69.

9. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιπλήττει τὸν καθένα, ὁ ὁποῖος θὰ παραστρατοῦσε ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ ἀκολουθοῦσε κάποιους αὐτοανακηρυγμένους ἡγέτες. «Ὅταν γὰρ λέγη τις, ἐγὼ μὲν εἰμι Παύλου (Α´Κορ. γ´4)

10. «Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας πραγματικὰ συνεχίζεται ἀναλλοίωτο καὶ εἶναι παντοῦ τὸ ἴδιο. . . ἀνανεώνεται σταθερὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. . . Στὴν Ἐκκλησία ὁ Θεὸς ἔθεσε τοὺς ἀποστόλους, τοὺς προφῆτες, τοὺς διδασκάλους καὶ ὅλα τὰ ἄλλα χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐργάζεται τὸ Πνεῦμα. . . διότι, ὅπου ὑπάρχει ἡ κκλησία, ἐκεῖ βρίσκεται καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. . . », Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατὰ Αἱρέσεων, The Faith of the Early Fathers, τ. Ι. (μεταφρασμένο στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὸν W. A. Jurgens). σ. 94.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ 2 «Ἐπιχειροῦν νὰ “κάνουν τὸ καλὸ” ἀγνοώντας τὴν θρησκεία καὶ δημιουργοῦν κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸν ἐξαναγκασμό».

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ 
ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ
[B´]
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
σελ. 376-378,
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/13/ἡ-χριστιανικὴ-προσωπικὴ-ὑπευθυνότ/

.              Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ γράφει: «Ἡ ἐπάνοδος τοῦ κόσμου στὴν Χριστιανικὴ Πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀφείλομε νὰ κηρύξουμε στὶς μέρες μας. Ατὴ εναι μόνη διέξοδος π τ διέξοδο, στ ποο χει δηγηθε κόσμος μ τν ποτυχία τν χριστιανν ν εναι ληθινο χριστιανοί. Εναι προφανς τι χριστιανικ διδασκαλία δν παντ μεσα σ κάθε πρακτικ ρώτημα πολιτικς οκονομικς φύσης. Οὔτε τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ τὸ κάνει αὐτό. Ὅμως ἡ ἐπίδρασή του στὴν ὅλη ἐξέλιξη τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας εἶναι τεράστια. ναγνώριση τς νθρώπινης ξιοπρέπειας, φιλευσπλαχνία κα δικαιοσύνη χουν τς ρίζες τους στ εαγγέλιο»4.
.              Οἱ προσπάθειές μας νὰ «μεταρρυθμίσουμε τὴν κοινωνία», χωρὶς νὰ ἀπαιτοῦμε ἠθικὴ ὑπευθυνότητα, ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς ἀποτυχίας τοῦ σοσιαλισμοῦ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα καὶ ἰδιαίτερα τὴν μεγάλη ἀνικανότητα τῆς κυβέρνησής μας νὰ ἐπιτύχει μιὰ ἑκούσια ἀνθρώπινη ἀλλαγὴ μὲ τοὺς βαρεῖς της φόρους καὶ τὰ προγράμματα κοινωνικοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ἢ κοινωνικῆς πρόνοιας.
.              ναποτελεσματικότητα τς μεγάλης κυβερνητικς προσπάθειας ν πιβάλει μι κοσμικ «θικ» στν κοινωνία φάνηκε π τν ποτυχία κάθε οτοπικο, σοσιαλιστικο κα κομμουνιστικο κράτους, συμπεριλαμβανομένου κα το δικο μας μ τν μεγάλη εημερία, ν κπληρώσει τς κοινωνικές του ποσχέσεις5. Αὐτὲς οἱ ἀποτυχίες ὀφείλονται ἐν μέρει στὴν ἐκκοσμίκευση τῆς σύγχρονης πολιτικῆς κουλτούρας, ἡ ὁποία προκάλεσε αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ  ἱστορικὸς Macaulay ὀνόμασε «τὸ πιὸ τρομερὸ ἀπὸ ὅλα τὰ θεάματα, τὴν δύναμη το πολιτισμο χωρς λεος». Γιατί τὰ σύγχρονα ὑπερκράτη δημιούργησαν τὰ λουτρὰ αἵματος καὶ διακρίνονται ὡς τὰ πιὸ αἱματηρὰ καὶ τὰ πιὸ κοσμικὰ καὶ πολιτειοκρατικὰ ἀπὸ τὰ κράτη ὅλων τῶν αἰώνων; πειδ πιχειρον ν «κάνουν τ καλ» γνοώντας τν θρησκεία.

.             Ὁ Ἱστορικὸς Paul Johnson περιγράφει τὶς ἀντιανθρωπιστικὲς παρορμήσεις, ποὺ ἔχουν διαποτίσει τὶς σύγχρονες κοσμικὲς προσπάθειες νὰ δημιουργήσουν ἄθεες πολιτικὲς οὐτοπίες. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὰ ἐρωτήματα τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς βαθύτερης σημασίας τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων ἔχουν ὑποβαθμιστεῖ σὲ ἁπλὲς παρεμβάσεις στὶς κοινωνικὲς δομές, καὶ ἡ πνευματικότητα καὶ ἡ θρησκεία ἔχουν ὑποβιβασθεῖ στὸ περιθώριο τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ Johnson γράφει: «Ἡ ἐπιθυμία γιὰ δύναμη δημιούργησε ἕνα νέο εἶδος Μεσσία (πρῶτα μὲ τοὺς δικτάτορες τῶν δεκαετιῶν τοῦ 20 καὶ τοῦ 30 καὶ ὕστερα μὲ τὰ κομμουνιστικὰ καὶ σοσιαλιστικὰ ὑπερκράτη τῶν δεκαετιῶν ἀπὸ τὸ 40 ἕως τὸ 90) πόλυτου κα χαλίνωτου π κάθε θρησκευτικ περιορισμ κα μ μιὰ κόρεστη διάθεση γι τν λεγχο λοκλήρου του νθρωπίνου γένους… μὲ ἕναν ἀκυβέρνητο κόσμο, ἕρμαιο σ᾽ ἕναν παγκόσμιο σχετικισμό. Αὐτὸ ἦταν μία πρόσκληση προς τοὺς … γκάγκστερς-πολιτικοὺς ἔνδρες νὰ προελουν στὸ προσκήνιο». Τὸ ματωμένο μάθημα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα μᾶς διδάσκει περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα ὅτι τὰ ἰδεολογικὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὶς ὑπερβατικὲς θρησκευτικὲς ἀξίες, δημιουργοῦν κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸν ἐξαναγκασμό7. Ἀπεναντίας ἡ Ἱερὰ Παράδοσις διδάσκει ὅτι   δρόμος το Χριστο βρίσκεται σ διαφωνία μ τν πολιτικοποιημένο κόσμο μας κα τι ο πιδράσεις τς μαρτίας δν μπορον ν διορθωθον μ τν κοινωνικ κσυγχρονισμό, παρ᾽ λη τν πολυπλοκότητά του (Ματθ. ι´ 34-39).

1. «Ἐφ᾽ ὅσον μεταβιβάζουμε τὶς αἰτίες τῆς ἀδυναμίας μας στοὺς ἄλλους, δὲν μποροῦμε νὰ πετύχουμε τὴν τελείωση … », ἁγίου Ἰωάννου Κασσιανοῦ τοῦ Ρωμαίου, Περὶ τῶν ὀκτὼ τῆς κακίας λογισμῶν, Φιλοκαλία, τ. Α´.

2. «Ἀρετὴ δὲν εἶναι ἡ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀρετὴ εἶναι μᾶλλον τὸ νὰ πράττει κανεὶς τὸ καλὸ καὶ νὰ μὴν πράττει τὸ κακό», Lactantius, The Divine Institutions, 6,5,10, The Faith of the Early Fathers, τ. 1, σ. 268.

3. « … Ὁ χειρότερος οὐτοπικὸς πειρασμὸς εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ μετατοπίσουμε τὴν ἑστία τῆς ὑπευθυνότητας ἀπὸ τὸ ἄτομο στὸ σύστημα … Ἕνα ἄτομο, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὴν οὐτοπικὴ φαντασία, δὲν βλέπει ἠθικὰ προβλήματα, βλέπει τεχνικ προβλήματα, καὶ σὰν ἀποτέλεσμα, οἱ προτεινόμενες λύσεις εἶναι τεχνικές: καθαρὲς βελόνες, ἀσφαλῆ σύνεργα γιὰ τὸν ἔρωτα … », Wi1liam Κ. Kilpatrick, Why John Cant Tell Right from Wrong, σ. 222.

4. Γ. Φλορόφσκυ, «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις», σ. 43.

5. « Ὁ σοσιαλισμὸς δὲν ἀποτελεῖ βελτίωση τοῦ δημοκρατικοῦ καπιταλισμοῦ ἀλλὰ ἐπάνοδο στὴν τυραννικὴ πολιτειοκρατεία, ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθε ὁ  δεύτερος. Ἡ ἐπιβολὴ ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἰδανικῶν διὰ τῆς βίας τοῦ νόμου ἔχει ἐπιχειρηθεῖ καὶ πρὶν … ἡ ἐξάντληση τῶν σοσιαλιστικῶν οὐτοπικῶν ἰδανικῶν ἀποτελεῖ μιὰ μόνιμη ἀπειλὴ τῆς πολιτειοκρατείας… Γενικά, ἡ Ἀριστερὰ ἐπιθυμεῖ νὰ ἰσχυροποιήσει τὸ πολιτικὸ σύστημα εἰς βάρος τοῦ … ἠθικοπολιτιστικοῦ συστήματος», Michael Novak, The Spirit of Democratic Capitalism (New York, 1982), σ. 334.

6. Paul Johnson, Modern Times, σ. 48

7.  Michael Novak, The Spirit of Democratic Capitalism (New York, 1982), σ. 336.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ 1 (Ἕνα δυνατὸ μήνυμα γιὰ τὴν ἐπικαιρότητα)

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ
[Α´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
σελ. 376-378,
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Πρόκειται γιὰ μιὰ πολὺ διαφωτιστικὴ προσέγγιση, ποὺ “φωτογραφίζει” ἀλλὰ συγχρόνως καὶ φωτίζει ἰδιαίτερα τὴν τρέχουσα ἑλληνικὴ κατάσταση. Ὁ Κύριος δὲν δίδαξε τὴν ἀλλαγὴ μὲ πολιτικοὺς ὅρους ἀλλὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἀναμόρφωση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἠθική τους ἀνόρθωση, διότι τὸ μέγα ΠΡΟΒΛΗΜΑ εἶναι ἡ ΑΜΑΡΤΙΑ. « Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἡ προσπάθεια γιὰ κοινωνικὴ ἀλλαγή, χωρὶς προηγουμένως νὰ πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀλλάξουν τὴν ἠθική τους συμπεριφορὰ εἶναι ΜΑΤΑΙΗ».
.                  Κατὰ συνέπειαν ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος στὸν ὀποῖο βυθίζεται ἡ Ἑλλάδα κάθε μέρα καὶ περισσότερο εἶναι προϊὸν ΑΦΡΟΝΟΣ ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΟΣ καὶ ΚΑΚΩΝ ΗΘΙΚΩΝ ἐπιλογῶν -τῶν πολλῶν προηγουμένων ἐτῶν- καὶ δὲν ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ μὲ τὶς πολιτικὲς ψευτοασπιρίνες ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΑΧΡΗΣΤΩΝ καὶ ΑΝΙΚΑΝΩΝ, ΗΘΙΚΩΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΩΝ, ΕΘΝΙΚΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ καὶ κυρίως ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΩΝ ἐπαγγελματιῶν τῆς πολιτικῆς. Ἂς μὴ τρέφουμε αὐταπάτες. Πλέον
! Μόνο μιὰ πανστρατιὰ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ μπορεῖ νὰ δώσει διέξοδο στὸ ἀδιέξοδο. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι «χλωμό» ἐνδεχόμενο.
.         «Ἡ κρίση εἶναι βαθύτατη κι ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὅτι ὑπερτιμήσαμε τὰ Ἐδῶ καὶ ὑποτιμήσαμε τὰ Ἄνω» (Ἀνώνυμος ἱερομόναχος, περιοδ. «ΠΡΩΤΑΤΟΝ», ἀρ. τ. 126, Ἀπρ.-Ἰούν. 2012, σελ. 54) Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἐλπίδες στρέφονται ἀποκλειστικῶς ΑΝΩ. 

————————-

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

.           Εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν δική μας ἐποχιακὴ καὶ ἐκκοσμικευμένη πολιτικὴ σοφία, ἡ ἱερὰ Παράδοσις μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἁμαρτία, δηλαδὴ κάθε ἀνθρώπινη ἐπιλογή, ποὺ εἶναι ἀντίθετη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ τὴν πραγματικὴ αἰτία γιὰ τὸ ἀνθρώπινο ἄγχος (Ρωμ. η´ 1-8).
.           Ἀπὸ τὶς ἅγιες Γραφὲς μαθαίνουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀντιμετώπισε τὴν ἀσπλαχνία, τὸ κακό, τὴν ἐχθρότητα, τὴν ἀδικία, τὴν κλοπή, τὸ μίσος καὶ τὴν καταπίεση ὡς μία σταθερὴ κατάσταση στὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔπεσε (Ματθ. κϛ´ 11). Ὁ Χριστὸς δὲν παρουσίασε ἕνα οὐτοπικὸ ἢ χιλιαστικὸ πρόγραμμα γιὰ τὸ πῶς θὰ φέρει πολιτική, οἰκονομικὴ ἢ κοινωνικὴ «εἰρήνη» καὶ «δικαιοσύνη» στὸν κόσμο σ᾽ αὐτὸν τὸν αἰώνα (Ματθ. κδ´ 6-14). Οὔτε παρουσίασε κάποια σχεδὸν πολιτικὴ λύση στὸ πρόβλημα τῆς ἁμαρτίας, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ μπορούσαμε νὰ ὁδηγήσουμε βίαια τοὺς ἀνθρώπους στὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας» μὲ ἐκσυγχρονιστικὰ κοινωνικὰ προγράμματα.
.           Ἡ Ἱερὰ Παράδοσις ποτὲ δὲν ταυτίζει τὴν ἁμαρτία μὲ ἕνα ζήτημα συλλογικῆς, κοινωνικῆς, πολιτικῆς, φυλετικῆς ἢ σχετικῆς μὲ τὸ γένος ἐνοχῆς, ἀλλὰ πάντοτε τὴν βλέπει ὡς ἀποτέλεσμα τῆς προσωπικῆς ἠθικῆς ἐπιλογῆς καὶ ὑπευθυνότητας. Ἡ Ἱερὰ Παράδοσις βλέπει ὅλα τὰ κοινωνικά, πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ προβλήματα ὡς τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὄχι τὴν αἰτία τῶν ἠθικῶν ἢ ἀνήθικων ἐπιλογῶν, γιὰ τὶς ὁποῖες ὑπεύθυνα εἶναι τὰ πρόσωπα.
.           Στὴν Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει κανένα δόγμα γιὰ μοιραλατρικὴ κληρονόμηση τῆς ἐνοχῆς, ὅπως ὑπάρχει στὴν αὐγουστινιακὴ σχολαστικὴ Δύση. Ἡ δυνατότητά μας νὰ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεύθερη βούληση καὶ τὴν ἐπιλογή μας θεωρεῖται ὡς ἡ οὐσία τῆς πίστεώς μας ὅτι εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ»2.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

.         Στὸν σύγχρονο κόσμο ἔχουμε τὴν τάση νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὲ πολιτικούς, νομικούς, κοινωνικοὺς ἢ οἰκονομικοὺς ὅρους. Τείνουμε νὰ ἐλαχιστοποιήσουμε τὴν προσωπικὴ ἠθικὴ ὑπευθυνότητα χάριν τῆς συλλογικῆς ἐνοχῆς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος πολιτικοῦ «προπατορικοῦ ἁμαρτήματος», τὸ ὁποῖο μὲ τὴν σειρά του ἔχει δημιουργήσει τὴν νοοτροπία τοῦ «ἄψογου» ἀνεύθυνου πολίτη. Αὐτὸς ὁ τρόπος σκέψης μᾶς βγάζει ἀπὸ τὴν δύσκολη θέση, ὅσον ἀφορᾶ στὶς ἀτομικές μας πράξεις· συχνὰ ἡ κατηγορία γιὰ τὴν κακὴ προσωπική μας συμπεριφορὰ ἐπιρρίπτεται στὴν κοινωνία3. Γιὰ παράδειγμα, ἐγκλήματα ποὺ διαπράττονται ἀπὸ νέους, κατὰ κανόνα συγχωροῦνται κάτω ἀπὸ τὴν λαϊκὴ πίεση, ἐπειδὴ πιστεύεται ὅτι ἡ κοινωνία εἶναι «ὑπεύθυνη» γιὰ τὴν παραγωγὴ τῶν συνθηκῶν τῆς φτώχειας ἢ τοῦ ρατσισμοῦ, τὰ ὁποία μὲ τὴν σειρὰ τοὺς «παράγουν» τοὺς νεαροὺς ἐγκληματίες.
.         Ἀσθένειες ποὺ μεταδίδονται μὲ τὶς σεξουαλικὲς σχέσεις, ὅπως τὸ AIDS, περιγράφονται ἀπὸ τὰ μέσα ἐνημέρωσης μὲ τέτοιο τρόπο σν θικ νήθικη συμπεριφορ ν μν ταν νας παράγοντας πο συνέβαλε στν διάδοσή τους. Αὐτὴ ἡ γεμάτη φαντασία προσέγγιση παρουσιάζει τὰ προβλήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἁπλῶς ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς «κοινωνικῆς πολιτικῆς», τῆς ἔλλειψης ἴσως «σεξουαλικῆς διαπαιδαγώγησης» ἢ τῆς ἀνεπαρκοῦς χρηματοδότησης γιὰ «ἐπιστημονικὴ ἔρευνα». Ἀδυνατεῖ νὰ τὰ θεωρήσει ὡς συνέπεια συχν τῆς νευθυνότητας κα τς μαρτωλς συμπεριφορς, γι τν ποία κάθε νας πρέπει ν ναλαμβάνει τν προσωπική του εθύνη.
.          Ἡ ερ Παράδοσις μς λέγει τι Χριστς δίδαξε τν θικ πευθυνότητα ποκλειστικ μ προσωπικος κα χι πολιτικος ρους. Τὸ ὅραμά του ἦταν οἱ ἄνθρωποι νὰ κάνουν τὶς ὀρθὲς ἢ λανθασμένες ἠθικὲς ἐπιλογές, γιὰ τὶς ὁποῖες εἶναι προσωπικὰ ὑπεύθυνοι (Ματθ ιβ´35-37). Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, εἶναι προσωπικὰ ὑπεύθυνοι νὰ διαλέξουν νὰ κάνουν τὸ καλὸ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδὴ πρέπει νὰ τοὺς ἀγαποῦν, ὅπως ὁ  Θεὸς ἀγάπησε ὅλους μας (Ματθ. ε´ 7). Αὐτὴ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι μία συναισθηματικὴ κατάσταση. Κάνοντας τὸ καλὸ καὶ δείχνοντας τὴν εὐσπλαχνία συχνὰ ἐμπλεκόμαστε σὲ μία ἐπίπονη καὶ δυσάρεστη προσπάθεια ἀντίστασης κατὰ τοῦ κακοῦ, ἀκόμη καὶ ἐπίπληξης τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φαυλότητας, καθὼς προσπαθοῦμε νὰ εἴμαστε τὸ ἅλας καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Μερικὲς φορὲς τὸ τίμημα γιὰ τὴν προσήλωσή μας στὸ καλὸ εἶναι ὁ  διωγμός.
.              Φυσιολογικά, ἐὰν πολλοὶ ἄνθρωποι κάνουν τὸ καλὸ -νὰ συμπεριλάβουμε ἐδῶ καὶ τὴν θέλησή τους νὰ ἐπιπλήττουν τὴν κακὴ συμπεριφορὰ- τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει «κοινωνικὰ ἀποτελέσματα». Ὅμως ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ἡ προσπάθεια γιὰ κοινωνικὴ ἀλλαγή, χωρὶς προηγουμένως νὰ πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀλλάξουν τὴν ἠθική τους συμπεριφορὰ εἶναι μάταιη. Νομίζω ὅτι ἡ Ἱστορία μᾶς διδάσκει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς μάθημα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/15/ἡ-χριστιανικὴ-προσωπικὴ-ὑπευθυνότ2/

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΨΕΙΣ “ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΗΣ” ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
σελ. 332-333,
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.    […] Τέτοιου εἴδους ἐπιχειρήματα ἀκούει κανεὶς συχνά, τὰ ὁποῖα κατασκευάσθηκαν ἀπὸ τοὺς προτεσταντοποιημένους καὶ δημοκρατικοποιημένους Ρωμαιοκαθολικούς, ἀκόμη δὲ καὶ ἀπὸ μερικοὺς ἐκκοσμικευμένους «Ὀρθοδόξους», ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ «ἐκδημοκρατίσουν» ἢ νὰ συγχρονίσουν τὴν ἱστορικὴ Ἐκκλησίανὰ τὴν κάνουν περισσότερο «κοσμική», «ΑΝΟΙΧΤΗ», ἢ «σύγχρονη»! […]
.      ῾Ο φιλελεύθερος προτεσταντισμός μπορεῖ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἀρκετὰ εὔκολα. Εἶναι μιὰ τάση ποὺ θεωρεῖ τὴν λογικὴ ὡς ὑπέρτατη δύναμη καὶ θεολογεῖ ξεκινώντας ἀπὸ τὶς προτεραιότητες τοῦ κόσμου…, μιὰ προσπάθεια νὰ δημιουργήσει ἕνα εἶδος χριστιανισμοῦ στηριγμένου στὴν διανόηση […]
.      Καὶ οἱ συντηρητικοὶ καὶ οἱ φιλελεύθεροι Προτεστάντες ἀπορρίπτουν ἐξ ἴσου τὴν αὐθεντία τῆς ἱστορικῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Χωρὶς τὴν καθοδήγηση τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ οἱ δύο ἔμειναν σχεδὸν μόνο στὴν ἀτομικὴ κριτικὴ καὶ ὑποκειμενικὴ μελέτη τῶν Γραφῶν, ἐπάνω στὴν ὁποία ἐπιχειροῦν νὰ θεμελιώσουν ἀναταγωνιζόμενες θεολογικὲς καὶ ἠθικὲς ἀρχές. […] Καυχῶνται ἀπὸ μόνοι τους  ὅτι προχωροῦν πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ὡς περιττοὺς περιορισμοὺς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς ἀποστολικῆς αὐθεντίας, μέσα στὸν οὐτοπικὸ κόσμο τῆς ἀτομικῆς βιβλικῆς ἑρμηνείας, τῆς κοινωνικῆς μεταβολῆς, τῆς χιλιαστικῆς εὐημερίας καὶ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας.

,

Σχολιάστε

«ΠΡΟΟΔΟΣ» ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Frank Schaeffer)

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ὡς φερέφωνο τοῦ ἀναγεννημένου Προτεστάντη ἀναζητεῖ κι αὐτὸς γιὰ τὰ προβλήματά του ἄμεσα λύσεις, τοῦ τύπου τῶν «ἀναγεννημένων». Ἀντὶ νὰ ἀντικρύσουν τὴν ζωὴ ὡς ἕνα μακροχρόνιο ἀγώνα καὶ πολὺ περισσότερο ὡς ἕνα ταξίδι θυσίας μὲ στόχο τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς πνευματικοῦ σκοποῦ, ὁ φιλελεύθερος καὶ ὁ συντηρητικὸς Προτεστάντης μοιράζονται τὴν ἴδια ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο καὶ δεσμεύονται ἐξ ἴσου γιὰ τὴν εὑρεία καὶ ἄμεση ἀμερικανικὴ τακτοποίηση τῶν πάντων. Ὁ ἕνας προσβλέπει στὴν κυβέρνηση καὶ ὁ ἄλλος στὸν Ἰησοῦ. Κανένας τους ὅμως δὲν φαίνεται πρόθυμος νὰ ἀκολουθήσει τὸν δύσκολο καὶ ἰσόβιο δρόμο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Ὅλοι ζητοῦν ἄμεσα ἀποτελέσματα. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ οἱ δεξιοὶ ἀμερικανοὶ ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπίσκοποι, οἱ ἀριστεροὶ συντηρητικοὶ Προτεστάντες, οἱ ἀθεϊστὲς ἰουδαῖοι ἢ οἱ μαχητικοὶ ὁμοφυλόφιλοι, ὅλοι φαίνεται νὰ συναντῶνται στὴν κοινὴ ἀφοσίωσή τους στὰ καλὰ αἰσθήματα καὶ στὴν κοινωνικὴ καὶ ὑλιστικὴ «πρόοδο». Ὅλοι αὐτοὶ συμφωνοῦν ὅτι ἡ πρόοδος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ πολιτικὰ ἢ νομικὰ μέσα ἢ ἁπλῶς μὲ μία ἄμεση ἀναγεννητικὴ ἀλλαγὴ τῆς καρδιᾶς, μὲ μία μεταστροφὴ πρὸς τὴν ἀμερικανικὴ θρησκεία τῆς αὐτοεκτίμησης, τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς «διεκδίκησης τῶν δικαιωμάτων».

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

.        Ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας περιέχει μία πολὺ διαφορετικὴ θεώρηση γιὰ τὸ νόημα τῆς ζωῆς ἀπὸ ἐκείνη τῶν συγχρόνων μας. Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ὕπαρξής μας εἶναι ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, ἡ ἀνακατανομὴ τοῦ πλούτου ἢ ἔστω τὰ καλὰ αἰσθήματα. Ἡ ἱστορικὴ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἀντικείμενα διαλέξεων ἢ ὑπόμνηση τῆς ἀλήθειας χωρὶς περιεχόμενο, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἐνεργοποημένη. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς, διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι ἡ εὐημερία· εἶναι ὁ ἀγιασμός[1]. Αὐτὸς ὁ σκοπός, ὅπως ἔχουμε διδαχθεῖ, δὲν εἶναι ἡ αὐτογνωσία ἀλλὰ ἡ ἀνακαίνιση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ μποροῦμε ἐλεύθερα νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὸν Θεό, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας[2].
. Ὁ Λακτάντιος (250-317 μ.Χ.), πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, γράφει: «Εἶναι γεγονὸς ὅτι δημιουργηθήκαμε μὲ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση, ὅτι θὰ ἐκπληρώσουμε τὸ χρέος τῆς λατρείας, ποὺ κατὰ λόγο δικαιοσύνης ὀφείλεται στὸν Θεό, διότι αὐτὸς μᾶς ἔφερε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἀκόμη ὅτι θὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ θὰ ἀκολουθήσουμε μόνον αὐτόν. Συνδεόμαστε δηλαδὴ στενὰ μὲ τὸν Θεὸ μὲ τὸν δεσμὸ τῆς εὐσέβειας…
.       Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ γεννηθοῦμε ἐμεῖς. Γεννηθήκαμε λοιπόν, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό, ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ ἐμᾶς. Ἔτσι γνωρίζουμε ὅτι μποροῦμε νὰ τὸν λατρεύουμε. Καὶ πάλι λατρεύουμε τὸν Θεὸν οὕτως ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ λάβουμε τὴν ἀθανασία ὡς ἀνταμοιβὴ στοὺς κόπους μας, διότι ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ συνεπάγεται πράγματι μεγάλους κόπους. Ὕστερα πάλι ἀποζημιωνόμαστε μὲ τὴν ἀμοιβὴ τῆς ἀθανασίας, ὥστε, ἐφ’ὅσον γίνουμε ὅπως οἱ ἄγγελοι, νὰ μποροῦμε νὰ λατρεύουμε τὸν ὕψιστο Θεὸ Πατέρα καὶ Κύριο γιὰ πάντα καὶ νὰ μποροῦμε νὰ εἴμαστε στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ γενικὸ συμπέρασμα· αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς δημιουργίας»[3].
.  Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀμετάβλητη Πίστη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἀνιδιοτελὴς λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μυστηριακὰ σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς ζωῆς, ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα αὐτῆς. Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ἡ ἀλλαγὴ πρὸς τὴν κοινωνικὴ ἀγαθότητα, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τὴν ἀνθρώπινη «τελειότητα». Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι στὴν οὐσία της ἡ ζωὴ εἶναι πρωταρχικὰ μυστηριακὴ καὶ ὄχι πολιτική. Καὶ ἔτσι συμπεραίνουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα οἱ χριστιανικὲς πολιτικὲς ἰδέες γιὰ τὴν ἐλευθερία ἢ τὴν δικαιοσύνη χάνουν τὸ νόημά τους, ἐὰν γίνουν αὐτοσκοπὸς καὶ ἐὰν ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ ἱστορικό, θρησκευτικὸ καὶ ἠθικὸ θεμέλιο, στὸ ὁποῖο στηρίζονται οἱ ἠθικὲς ἀρχὲς μὲ μηνύματα ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ἁπλὰ ἀτομικὰ συμφέροντα[4].

.             Ἡ ζωή, ὅπως κατανοεῖται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ ἕνα ζωντανὸ καὶ ἀνεξιχνίαστο μυστήριο. Ἐὰν τὸ πιστεύουμε αὐτό, οἱ ἰδέες μας γιὰ τὴν ζωή μας, τὴν κοινωνία καὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα θὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ μεταστροφή, κοσμικὴ ἢ θρησκευτική, πρὸς τὸν ὀρθὸ τρόπο σκέψης καὶ τὴν αὐτοπραγμάτωση ἀποτελεῖ τὸ ὕψιστο νόημα τῆς ζωῆς.


[1] Βλ. Matthew the Poor, The Communion of Love (Crestwood, NY, 1984), ἰδιαίτερα τὸ κεφάλαιο 5, σ. 79-84.

Σημ. Μεταφρ.: Ὁ Ματθαῖος ὁ Πτωχὸς εἶναι Κόπτης συγγραφέας. Ἂν καὶ τὰ ὅσα γράφει γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα εἶναι ὀρθά, πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ ὅτι ὁ ἴδιος ποὺ ἀποδέχεται καὶ ἐκφράζει τὶς θέσεις τῶν Ἀντιχαλκηδονίων δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς διδάσκαλος τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ὅλη του διδασκαλία νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία.

[2] «Ὁ κόσμος εἶναι ὁ κόσμος τῆς πτώσεως, ἐπειδὴ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρών», Alexander Schmemann, For the Life of the World (Grestwood, NY, 1963), σ. 16.

[3] Lactantius, On the Divine Institutions (304 μ.Χ.), στὸ βιβλίο, The Faith of the Early Fathers τ. 2, μετ. W.A. Jurgens (Collegeville, MN, 1970), σ. 266-268.

[4] «Ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἀναφορὰ (στὴν ὑπερβατικὴ θρησκευτικὴ ἀλήθεια) πέρα ἀπὸ τὸν βασιλιὰ καὶ τὸ δικαστήριο, ὁ νόμος εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἰδιότροπος», Richard John Neuhaus, The Naked Pablic Square, σ. 256.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΨΥΧΟΫΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΑ ΤΗΣ “ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ” (Frank Schaeffer)

ΣΧ. «ΧΡ.  ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ κατωτέρω ἀναφερόμενο βιβλίο ἔχει κατὰ ἕνα τρόπο “κλασικοποιηθεῖ”. Στὸ παρατιθέμενο ἀπόσπασμα φαίνεται ἡ ἀλλοίωση τὴν ὁποία ἐπιφέρει στὴν ὀρθόδοξη ζωὴ καὶ αὐτοσυνειδησία ἡ ἀλόγιστη εἰσαγωγὴ καὶ σιωπηλὴ ἀφομοίωση προτεσταντικῶν ψυχοϋποκαταστάτων “πνευματικότητος”. Κι αὐτὰ κατὰ τὸ ποσοστό τους ἔχουν συμβάλει στὴν τρέχουσα κρίση.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Frank Schaeffer:
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ
ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»
Ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000
σελ. 382-388

.               Θυμᾶμαι ὅτι προσπαθοῦσα νὰ ἐξηγήσω σ᾽ ἕνα φίλο μου Προτεστάντη γιατί τὸ νὰ πάω νὰ ἐξομολογηθῶ στὸν πνευματικό μου ἱερέα ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο μέρος τῆς πνευματικῆς αὐτοπειθαρχίας, τῆς προσπάθειας νὰ γίνω ὅμοιος μὲ τὸν Χριστό, νὰ ἀγωνιστῶ ἐναντίον τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ νὰ ἀκολουθήσω τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸς ἔδειξε ὅτι τὸ κατανόησε. Εἶχε δὲ ἀρκετοὺς φίλους ἀπὸ τὴν Νότια Ἐκκλησία τῶν Βαπτιστῶν, μὲ τοὺς ὁποίους πήγαινε μαζὶ στὸ κυνήγι. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχαν συμφωνήσει νὰ εἶναι «ὑπεύθυνοι» ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Δύο φορὲς περίπου τὸν χρόνο συγκεντρώνονταν γιὰ νὰ «συναντηθοῦν φιλικά», νὰ διαλεχθοῦν καὶ «νὰ ἀνταλλάξουν σκέψεις» μέσα σὲ «μία ὁμάδα ἀμοιβαίας ὑποστήριξης». Ὁ φίλος μου τὸ εἶχε βρεῖ αὐτὸ πολὺ χρήσιμο γιὰ τὴ «χριστιανική του ζωή». Καὶ κατάλαβε ἀκριβῶς τί ἐννοοῦσα.
.               Ἡ φιλία, ἡ συνομιλία μὲ τοὺς φίλους μας, ἡ κοινωνικὴ συναναστροφή, ὅλα αὐτὰ εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία καλὰ πράγματα, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης τῶν ἁμαρτιῶν μας σ᾽ ἕναν ἱερέα. Στὴν ἐξομολόγηση παίρνουμε τὴν ἄφεσή μας ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι κατ᾽ εὐθείαν διάδοχος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν Χριστό, δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖνον στὸν οὐρανὸ αὐτὸ ποὺ κρατάει ἀσυγχώρητο στὴ γῆ» (Ἰω. κ´ 21-23).
.               Ἰδιαίτερα μὲ καταπλήσσει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κατὰ τὰ ἄλλα συντηρητικοὶ ἄνθρωποι στὶς προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, οἱ ὁποῖοι γιὰ παράδειγμα θὰ ἦταν τρομοκρατημένοι ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς ἀντικατάστασης τοῦ τρόπου ζωῆς σὲ παραδοσιακὲς οἰκογένειες, ἔχουν ἀπὸ μόνοι τους ἀντικαταστήσει τὴν παραδοσιακὴ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ μὲ μία αὐτο-εφευρημένη, ἐναλλακτικὴ θρησκεία τῆς χαοτικῆς προσωποποιημένης ἐμπειρίας· ἐκεῖ ὅπου οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ὑπόλογοι σὲ κανέναν καὶ «ἐπιτελοῦν τὰ δικά τους καθήκοντα» κατὰ τὴν τέλεια παράδοσή τους, ποὺ ἔχει τὴν ἀρχή της στὴ δεκαετία τοῦ ᾽60. ν μπορον ν πιχειρηματολογον ναντίον το χάους τς σχετικότητας σ πολλς λλες περιοχς τς ζως -γι παράδειγμα ναντίον μίας προσέγγισης τς σεξουαλικότητας το τύπου «ἐὰν τ θεωρες καλό, ν τ κάνεις»- στν προσωπικ πνευματική τους ζω χουν δη ποδεχθε πολ κοσμικς ντιλήψεις σχετικ μ τν προσωπικ θικ πευθυνότητα.

.               Καὶ ὅμως ἡ φωνὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὑπάρχει γιὰ ὅλους ἐκείνους, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν προσέξουν καὶ ὁμιλεῖ καθαρὰ γιὰ τὴ μοναδικὴ αὐθεντία, μὲ τὴν ὁποία εἶναι περιβεβλημένη ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει γιὰ τὴν εἰδικὴ σχέση τῶν χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἐξομολόγους τους: «… Τὶς ἀσθένειες τοῦ σώματος δὲν τὶς ἀποκαλύπτουν οἱ ἄνθρωποι σὲ ὅλους, οὔτε στοὺς τυχόντες, ἀλλὰ σ᾽ ἐκείνους, ποὺ εἶναι ἐξασκημένοι γιὰ τὴν θεραπεία τους…» [10]
.               Ἡ Ἐκκλησία ἐπεκτείνει τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους της, ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους. Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ μεταδόθηκε στοὺς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ἐπισκόπους. «Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατὴρ κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς… Ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται» (Ἰω. κ´ 21-23).
.               Βασισμένη σ᾽ αὐτὴ τὴ σοφία της ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀγνοεῖ σύγχρονες ψυχολογικὲς ἑρμηνεῖες τῆς ἁμαρτίας, πολὺ δὲ περισσότερο ἰδέες γιὰ συλλογικὴ «ἄψογη» κοινωνικὴ ἐνοχή, καὶ ἀντὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς διδάσκει νὰ προσευχόμαστε ὡς ἑξῆς: «Ἐξομολογοῦμαι σ᾽ ἐσένα, Πάτερ, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅλα τὰ κρυπτὰ καὶ φανερὰ ἁμαρτήματα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ μου, τὰ ὁποῖα ἔχω διαπράξει μέχρι τὴν παροῦσα ἡμέρα. Ὅθεν ζητῶ ἀπὸ ἐσένα, τὸν δίκαιο καὶ φιλεύσπλαχνο Κριτὴ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ χάρη γιὰ νὰ μὴν ξαναμαρτήσω».
.               Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἐγκαταλείπει τὸ ποίμνιό της, γιὰ νὰ μείνουν οἱ πιστοὶ ὀρφανοί, ὑπεύθυνοι μόνον γιὰ τὰ εὐαίσθητα, εὐμετάβλητα συναισθήματά τους καὶ τὴν συνείδησή τους, ἀκαθοδήγητοι καὶ ἀποστερημένοι ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη πειθαρχία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν κανονικὴ τήρηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης. Ἐὰν κάποιοι κκοσμικευμένοι «ρθόδοξοι» δν πηγαίνουν κανονικ ν ξομολογηθον, ατ συμβαίνει πειδ σκεμμένα διαλέγουν πρς βλάβη τους ν μν ξιοποιον τ προνόμιο τς μεγάλης τους κληρονομις. Κα ἐὰν μερικο «ρθόδοξοι» ερες δν πιμένουν, στε τ ποίμνιό τους ν δηγεται στν ξομολόγηση, ατ εναι να σημάδι τς δικς τους προτεσταντοποιημένης διαφθορς. Ὁ Μέγας Βασίλειος μίλησε γιὰ ὁλοκληρη τὴν Ἐκκλησία, ὅσον ἀφορᾶ στὴν παράδοση τῆς ἐξομολόγησης σὲ ἕναν ἱερέα ἢ σ᾽ ἕνα μοναχὸ πνευματικὸ πατέρα [11].
.               «Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα σ᾽ ἐκείνους, ποὺ ὁ Θεὸς ἐμπιστεύθηκε τὴν οἰκονομία τῶν μυστηρίων του. Διότι καὶ οἱ παλαιότεροι ποὺ μετανοοῦσαν, βλέπουμε νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ μπροστὰ στοὺς ἁγίους. Εἶναι γραμμένο στὸ εὐαγγέλιο ὅτι αὐτοὶ ἐξομολογοῦνταν τὰ ἀμαρτήματά τους στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή. Στὶς Πράξεις λέγεται ὅτι ἐξομολογοῦνταν στοὺς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι καὶ τοὺς βάπτιζαν ὅλους [12]».
.               Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ ἱερέας δὲν ἰσχυρίζεται ὅτι συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μὲ τὴν δική του δύναμη ἀλλ᾽ ὅτι βοηθεῖ εὐγενικὰ τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ πλησιάσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητήσει συγχώρηση, συμφιλίωση καὶ ἕνα νέο ξεκίνημα. Ἡ ἰδιαίτερη ἐξουσία τοῦ ἱερέα βρίσκεται στὴν δυνατότητα ποὺ ἔχει νὰ ἀνακηρύξει τὸν μετανοημένο ἁμαρτωλὸ συγχωρημένο ἀπὸ τὸν Θεό. Μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ πιστὸς βοηθεῖται ἐνεργητικὰ νὰ μάθει τὶς καλὲς συνήθειες καὶ νὰ ἀποφεύγει τὴν ἁμαρτία [13]. Τοῦ προσφέρεται ἡ ἐλπίδα γιὰ νὰ ξαναρχίσει ἀμέτρητες φορὲς καὶ ἡ βεβαιότητα ὅτι ἔχει σίγουρα συγχωρηθεῖ. Ἐπὶ πλέον δέχεται τὸν πλοῦτο πρακτικῶν συμβουλῶν καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ μία ἀρκετὰ συγκρατημένη θεοσεβῆ ἐπίπληξη. Ἔτσι ἦταν κατανοητὴ ἡ ἐξομολόγηση τόσο στὴν Δύση ὅσο καὶ στὴν Ἀνατολή. Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων γράφει: «Ὁ ἁμαρτωλὸς ὄχι μόνον ἐξομολογεῖται τὰ ἁμαρτήματά του ἀλλὰ καὶ τὰ ἀπαριθμεῖ καὶ παραδέχεται τὴν ἐνοχή του, διότι δὲν θέλει νὰ κρύψει τὰ σφάλματά του. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πυρετὸς δὲν μπορεῖ νὰ καταπραϋνθεῖ, ὅταν ξεσπᾶ, ἔτσι καὶ ἡ ἀρρώστια τῆς ἀμαρτίας φλογίζει, ὅσο εἶναι κρυμμένη, ἀλλὰ ἐξαφανίζεται, ὅταν ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν ἐξομολόγηση» [14].
.         Πόσο πολύτιμο δῶρο εἶναι μία μυστηριακὴ ἐξομολόγηση, γίνεται πεντακάθαρα φανερὸ σὲ ἐκείνους ἀπὸ μᾶς, ποὺ ἤρθαμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ περιβάλλοντα μὴ Ὀρθόδοξα. Οἱ «ἐξομολογήσεις» μας ἀποτελοῦνταν κάποτε ἀπὸ ἡμιεπίσημες, μοναχικές, μουρμουριστὲς προσευχὲς ἐπάνω στὰ μαξιλάρια μας ἢ σὲ τυχαῖες συγκεντρώσεις γιὰ ποιμαντικὲς «συμβουλὲς» μ᾽ ἕνα γιατρὸ τῆς ψυχῆς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε οὔτε τὴν ἱκανότητα οὔτε τὴν ἐξουσία νὰ ἀποφανθεῖ.
.               Σ᾽ ὅσους μεγαλώσαμε στὶς περισσότερες προτεσταντικὲς «ἐκκλησίες» δὲν μᾶς προσφερόταν οὔτε ἱερέας οὔτε καθοδήγηση οὔτε ὑπευθυνότητα καὶ οὔτε τακτικὴ ὑπόμνηση γιὰ ἐξομολόγηση. Εἴχαμε πολὺ λίγες εὐκαιρίες ἢ τακτικὴ ἐνεργητικὴ ἐνθάρρυνση νὰ αὐξηθοῦμε, νὰ μάθουμε καὶ νὰ ξεκινήσουμε ἀνανεωμένοι. Δν εχαμε τος βίους τν γίων γι ν μς μπνεύσουν στν καθημεριν ζωή. Ἤμασταν ποστερημένοι π τ σοφ εσπλαχνία τς στορικς κκλησίας. Ἤμασταν στερημένοι π τν συσσωρευμένη ποιμαντικ σοφία τν δύο χιλιάδων χρόνων. Μόνοι κα ρημοι, μ μόνη βοήθεια τν ποιαδήποτε θεολογικ ψυχολογικ διοτροπία, ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ πάστοράς μας, γιὰ νὰ ἀλλάζει «θεραπευτικὰ» τὴν συμπεριφορά μας, ἤμασταν στερημένοι ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, τὸ ὁποῖο ὅλοι οἱ χριστιανοὶ τὸ θεωροῦσαν δεδομένο καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς εἴχαμε τὴν Βίβλο νὰ μᾶς καθοδηγεῖ ἀλλὰ τὸν περισσότερο χρόνο τὸν χρησιμοποιούσαμε συζητώντας γιὰ τὸ τί σήμαινε αὐτὴ γιὰ μᾶς. Ἴσως συνέβαινε σὲ μᾶς τοὺς ὀρφανοὺς Προτεστάντες ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής, ὅταν ἔγραφε ὅτι «εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ ζῆς ἀπομονωμένος καὶ ἰδιόρρυθμα, χωρὶς τὴ μαρτυρία ἄλλων καὶ μαζὶ μὲ ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἄπειροι στὸν πνευματικὸ ἀγώνα» [15].

  .                Ἡ Ἱερὰ Παράδοσις διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς καλεῖ τὰ παιδιά του νὰ ζοῦν μὲ ἁγιότητα. π εσπλαχνία Χριστς θεμελίωσε τν κκλησία, γι ν μς βοηθήσει ν πιτύχουμε τὸν σκοπό μας, τν προσωπικ γιασμό, πο παιτε σκληρ γώνα, φ᾽ σον εμαστε πεύθυνοι, γι ν μ στηριζόμαστε σ εσεβιστικος κανόνες, πο πινόησαν ο θεωρούμενοι Συντηρητικοί. κκλησία δν προσδοκ ν γιασθομε μ τς δικές μας φτωχς κα μεμονωμένες προσπάθειες. Ἀντίθετα μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ αὐξηθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐὰν κρύβουμε τὶς ἀνεξομολόγητες κρυφὲς ἁμαρτίες. Στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναφέρεται ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος: «Ἐὰν τὸ φίδι, δηλαδὴ ὁ διάβολος, δαγκώσει κάποιον κρυφά, τὸν μολύνει μὲ τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἐὰν αὐτὸς ποὺ δέχθηκε τὴν δαγκωματιά, μείνει σιωπηλὸς καὶ δὲν μετανοήσει καὶ δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσει τὸ τραῦμα του σ᾽ ἕναν ἀδελφὸ καὶ κύριό του, στὸν πνευματικό του πατέρα καὶ ἱερέα, τότε ὁ ἀδελφὸς καὶ κύριός του, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸν Λόγο, ποὺ θὰ τὸν θεραπεύσει, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει ἀποτελεσματικά. Διότι, ἐὰν ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος ντρέπεται νὰ ὁμολογήσει τὸ τραῦμα του στὸν ἰατρό, τότε τὸ φάρμακο δὲν θὰ τὸ θεραπεύσει, ἀφοῦ εἶναι ἀκατάλληλο γι᾽ αὐτὸ» [16].

.               Σήμερα προσφέρεται στος νθρώπους τ ποκατάστατο τς αθεντικς ξομολόγησης μ τ μορφ τς ψυχολογικς ποιμαντικς καθοδήγησης: Αὐτὸ τὸ κίβδηλο ὁμοίωμα τῆς ἐξομολόγησης μπορεῖ ἐπίσης νὰ πάρει τὴ μορφὴ τῆς αὐτοβοηθούμενης θεραπευτικῆς ὁμάδας, τῶν συναντήσεων προσευχῆς, τῆς κατ᾽ οἶκον Βιβλικῆς μελέτης ἢ τῶν ὡρῶν «κοινωνίας καὶ ἐπικοινωνίας». Ὅμως, ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὲς εἶναι λύσεις πρώτων βοηθειῶν σ᾽ ἕνα πολὺ σοβαρὸ τραῦμα-ἁμάρτημα.

.                ποτυχία τς ψυχολογίας ν βοηθήσει τος νθρώπους ν λλάξουν τ συμπεριφορά τους εναι προφανς στν βεβηλωμένο κόσμο μας, στν ποο ψυχοθεραπεία χει ντικαταστήσει τν μυστηριακ ξομολόγηση καὶ τὰ ἐκκοσμικευμένα κοινωνικὰ προγράμματα προσπάθησαν νὰ ἐπινοήσουν ἀναγκαστικούς, ὄχι ἠθικούς, συντομότερους τρόπους γιὰ μία ἐκκοσμικευμένη κοινωνικὴ οὐτοπία [17]. Ὁ Καθηγητὴς τῆς ψυχολογίας William Kilpatrick στὸ περισπούδαστο βιβλίο του, Psychological Seduction: The Failure of Modern Psychology [18], δείχνει ὅτι πρξε μία αξηση στς κοινωνικς παθολογίες -διαζύγιο, κτρώσεις, γκλημα κα ντικοινωνικ συμπεριφορς λων τν εδν-κριβς τν δια ποχ στν στορία μας, πο ψυχολογία ντικατέστησε τν θρησκευτικ ξομολόγηση κα ποβίβασε τν μαρτία σ τίποτε περισσότερο π να «ψυχολογικ πρόβλημα».

10.  Μεγάλου Βασιλείου, Ὅροι κατ᾽ ἐπιτομὴν (370 μ.Χ), Ἀπόκρισις εἰς τὴν σκθ´ ἐρώτησιν, ΕΠΕ, 274.

11. Ἕνας Ὀρθόδοξος χριστιανὸς εἶναι ἐλεύθερος νὰ διαλέξει ὁποιονδήποτε Ὀρθόδοξο ἱερέα γιὰ ἐξομολόγο του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ εἴναι ὁ τοπικός του ἱερέας ἢ ἕνας ἄλλος ἱερέας, συνταξιοῦχος ἱερέας, ἐπίσκοπος, ἱερομόναχος ἢ πρωτοπρεσβύτερος. Τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ πάει κανεὶς κατὰ κανονικὰ διαστήματα γιὰ ἐξομολόγηση στὸν ἴδιο ἱερέα ἢ ἱερομόναχο καὶ νὰ ὑπακούει σ᾽ ὅ,τι ἐκεῖνος τοῦ λέγει.

12. Μεγάλου Βασιλείου, Ὄροι κατ᾽ ἐπιτομὴν (370 μ.Χ), Ἀπόκρισις εἰς τὴν σπη´ ἐρώτησιν, ΕΠΕ 9,358.

13. Βλ. A Dictionary of Greek Orthodoxy, σ. 94-96.

14. St. Ambrose of Milan, On Twelve Psalms (38 1 μ.Χ), The Faith of the Early Fathers, τ. 2, σ. 150.

15. Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Ἐπιστολὴ πρὸς Νικόλαον μονάζοντα, Φιλοκαλία, τ. πρῶτος, σ. 137.

16. St. Jerome, Commentary on Ecclesiastes, Ref. 1375 (388 μ.Χ.), Τhe Faith of the Early Fathers, σ. 196-197.

17. «… Ἂν καὶ ἡ Ὀρθόδοξη ἐξομολόγηση τείνει νὰ εἶναι μία ἀναλυση τῆς ψυχῆς, δὲν εἶναι μία ἰατρικὴ ψυχανάλυση… βλέποντας ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι μία ἠθικὴ ἀστοχία, ἡ ὁποία καταλήγει σὲ συναισθηματικὴ ἀναστάτωση, ἡ αὐθεντία καὶ ἡ προσφορὰ τῆς ἐξομολόγησης εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἀποδειχθεῖ  περισσότερο νὰ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἐσωτερικὴ ὑγεία, παρὰ νὰ διορθώνει διαδικασίες οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπὸ ἄλλες πηγὲς καὶ ὄχι, ἀπὸ  τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ», Α Dictionary of Greek Orthodoxy, σ.96.

18. William Kilpatrick, Psychological Seduction: The Failure of Modern Psychology (Nashville, 1983)

 ΠΗΓΗ ἠλεκτρ. Κειμένου: «Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον»
(egolpion.com)

, , ,

Σχολιάστε