Ἄρθρα σημειωμένα ὡς 28η Ὀκτωβρίου 1940

Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 καὶ Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940 καὶ ἡ Ἁγία Σκέπη

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                  Ἡ ἐθνικὴ ἐπέτειος τῆς 28ης Ὀκτωβρίου ἀπὸ τὸ 1952 συνεορτάζεται μὲ τὴν Παναγία, τὴν Ἁγία Σκέπη, ὅπως ἡ ἐθνικὴ ἑορτὴ τῆς 25ης Μαρτίου συνεορτάζεται μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 9ου αἰώνα – ἀρχὲς 10ου ἕως τὸ 1952 ἡ Θεομητορικὴ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης ἑορταζόταν τὴν 1η Ὀκτωβρίου. Καθιερώθηκε ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέοντος ϛ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-912) σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς Βασιλεύουσας ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ἀγαρηνῶν. Πρόκειται γιὰ ἑορτὴ εὐχαριστίας πρὸς τὴν Παναγία, ὅπως ἐκείνη ποὺ καθιερώθηκε τὸν 7ο αἰώνα μὲ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, ὅταν ἡ Παναγία βοήθησε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ μὲ ἐπιτυχία ἡ πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους.
.                    Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ κατὰ Χριστὸν σαλός, κατὰ  τὶς μάχες μὲ τοὺς ἀγαρηνοὺς σὲ ὁλονύχτια ἀγρυπνία προσευχῆς του εἶδε τὴν Παναγία  νὰ προστατεύει τὴν Βασιλεύουσα σκεπάζοντάς Την μὲ τὸ «μαφόριό» Της (λεπτὸ πέπλο ποὺ καλύπτει τὸ κεφάλι καὶ τοὺς ὤμους). Ἡ ἀφήγησή του ἔδωσε δύναμη  στὸ λαό, ποὺ ἀντιμετώπισε μὲ ἐπιτυχία τοὺς πολιορκητές. Ἔκτοτε ἡ Ἁγία Σκέπη τῆς Παναγίας θεσπίσθηκε ὡς μία τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν.
.                    Οἱ Ἀγωνιστὲς  τοῦ 1821 εἶχαν ἐπίσης βοηθό τους τὴν Παναγία, ὅπως καὶ  οἱ Ἕλληνες τοῦ ΟΧΙ.  Στὸ Χρονικό του γιὰ τὸ 1940 ὁ Ἠλίας Βενέζης ἔγραψε ὅτι οἱ Ἕλληνες πολὺ θύμωσαν μὲτὴν ἄνανδρη ἐπίθεση τοῦ ἰταλικοῦ ὑποβρυχίου ἐναντίον τοῦ πολεμικοῦ πλοίου «Ἕλλη» στὸ λιμάνι τῆς Τήνου, τὸν 15Αύγουστο τοῦ 1940,  στὴν ἑορτὴ τῆς Κοίμησης τῆς Παναγίας. Ἔκαμαν ὑπομονή,μήπως καὶ διατηρηθεῖ ἡ εἰρήνη. Ὅμως ἀκολούθησε ἡ ἄνανδρη ἐπίθεση τῶν Ἰταλῶν στὶς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1940. Τότε, γράφει ὁ Βενέζης, «οἱ ξένοι ποὺ βλέπανε τὰ γεγονότα, λέγανε ὅτι οἱ ὀλιγάριθμοι Ἕλληνες θὰ γονατίσουν σὲ μίαν ἡμέρα στὸν ἰσχυρὸ εἰσβολέα!». Μὰ ὁ λαὸς πίστευε πὼς θὰ τὸν βοηθήσει ἡ προσβεβλημένη τὸν 15Αύγουστο Παναγία. «Καλά! Περιμένετε καὶ θὰ δεῖτε ὕστερα ἀπὸ ἕνα μήνα, στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου», ἀπαντοῦσαν οἱ Ἕλληνες, ποὺ θεωροῦσαν «ἀντίχριστο» τὸν εἰσβολέα. Γι’ αὐτό, σημειώνει ὁ Βενέζης,  οἱ μητέρες ἔστελναν τοὺς γιούς τους νὰ πολεμήσουνε τοὺς Ἰταλοὺς λέγοντάς τους: «Νὰ μὴ γυρίσετε, ἂν δὲν ρίξετε τὸν ἀντίχριστο στὴθάλασσα».
.                    Τὴν Παναγία ἔβλεπαν στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες κατὰ τὸν Ἑλληνο – Ἰταλικὸ πόλεμο. Ὁ Χρῆστος Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Πίνδος – Ἡ ἐποποιία στὴν Ἀλβανία» (Ἔκδ. «ΕΣΤΙΑΣ», Ἀθήνα, 2016) ἀναφέρει μαρτυρίες στρατιωτῶν ὅτι εἶδαν τὴν Παναγία καὶ ἔνιωσαν τὴν προστασία της. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδωνας (1949-1956), ποὺ ἡρωικὰ ἀγωνίστηκε γιὰ τὰ δίκαια τῶν Βορειοηπειρωτῶν, μετὰ τὴ διαπίστωσή του  ὅτι οἱ Ἕλληνες τοῦ 1940 βίωσαν τὴ Σκέπη τῆς Παναγίας, ὅπως ἐκεῖνοι τοῦ 9ου αἰώνα, πρότεινε στὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ Αὐτὴ στὴ συνεδρίασή της 21ης Ὀκτωβρίου 1952 ἀποφάσισε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης ἀπὸ τὴν 1η Ὀκτωβρίου νὰ μεταφερθεῖ στὶς 28 Ὀκτωβρίου. Ἐνέκρινε ἐπίσης τὴν Ἀκολουθία τοῦ ἑορτασμοῦ, τὴν ὁποία ἔγραψε ὁ σπουδαῖος  Ἁγιορείτης ὑμνογράφος τοῦ 20οῦ αἰώνα Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.-

, ,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ

Ὁ ποιητὴς ποὺ θυσιάστηκε στὴν Πίνδο
Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.———————-. Ὁ μεγάλος μας ποιητὴς Γιῶργος Σαραντάρης θυσιάστηκε στὴν Πίνδο, σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν. Πρόλαβε πάντως νὰ κάνει τομὴ στὴν ποίηση καὶ στὸν φιλοσοφικὸ στοχασμὸ τοῦ τόπου μας. Ἀσθενικός, καχεκτικός, μύωπας, πτυχιοῦχος Νομικῆς στὴν Ἰταλία κρίθηκε ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσει στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ ὄχι νὰ βοηθήσει στὶς ἀνακρίσεις αἰχμαλώτων καὶ στὴ συγκέντρωση στοιχείων ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς…
.———————-. Ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης γράφει ὅτι τὸν συνάντησε ὁ Σαραντάρης τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1940 καὶ τοῦ εἶπε «φεύγω, πάω φαντάρος», μὲ πρόσωπο ἤρεμο, χαμογελαστὸ καὶ ὁλότελα σχεδὸν ἀποπνευματωμένο. Ὁ Καραντώνης μελαγχολεῖ στὴ σκέψη ὅτι δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα στὴν τραχύτητα τῆς ἐμπόλεμης ζώνης καὶ προσθέτει: «Κι ὅμως ἀκολούθησε καρτερικὰ τὴ μοίρα του, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι δίνει καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, τὸ “παρών” του στὸ κάλεσμα τῆς Πατρίδας».
.———————-. Ὁ Θεμιστοκλῆς Πολιτάρχης διηγεῖται στὴν ποιήτρια Ὀλυμπία Καράγιωργα ὅτι στὸ μέτωπο καὶ στὸν 3ο λόχο συνάντησε τὸν Σαραντάρη καὶ μαζὶ προέλασαν στὴν Κλεισούρα καὶ στὴν Τρεμπεσίνα. Κοντὰ στὸ χωριὸ Κιλαρίτσι εἶδε τὸν Σαραντάρη ἐξαντλημένο, χλωμὸ καὶ ἀδύναμο. Γονάτισε γιὰ νὰ τοῦ μιλήσει. Ὁ ποιητὴς τοῦ εἶπε: «Ἔχεις κάτι νὰ μοῦ δώσεις νὰ φάω;». Εἶχε ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα. Τοῦ τὸ ἔδωσε. Ὕστερα ὁ Σαραντάρης ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη του χαρτιά. Τοῦ τὰ ἔδειξε. Τὸ ἕνα ἦταν ἰατρικὴ γνωμάτευση, ποὺ τὸν ἔστελνε στὸ νοσοκομεῖο, στὰ Γιάννενα. Τὸ ἄλλο ἕνα ποίημα ποὺ ἄρχιζε: «Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς…». Τοῦ τὸ χάρισε. Ἐκεῖνος τόχασε, ὅμως θυμόταν τὸν πρῶτο στίχο…
.———————-. Ἕνας ἄλλος συστρατιώτης τοῦ Σαραντάρη, ὁ Γιῶργος Πολιτάρχης, θυμᾶται καὶ λέγει στὴν Καράγιωργα ὅτι στὸ μέτωπο καὶ σὲ ἕνα γείσωμα συνάντησε τὸν Σαραντάρη. Ἦταν ἐξουθενωμένος. «Ἔχασα τὰ γυαλιά μου Γιώργη. Δὲν βλέπω τίποτε, τίποτε…». Τὸν σήκωσε ὄρθιο, τὸν κράτησε, τὸν ὁδήγησε στὸ ἀντίσκηνό του, τούδωσε τὴν κουβέρτα του καὶ κάτι σύκα καὶ ψωμὶ ποὺ τούχαν δώσει. Ἔφαγε καὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Ὅταν ξημέρωσε, τοῦ εἶπε νὰ φύγει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει ἐκεῖ. Ὁ Πολιτάρχης δὲν τὸν ἄκουσε. Ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο μία φάλαγγα τὸν παρέδωσε στὸν ἀνθυπολοχαγό…
.———————-. Ὁ Ἐλύτης, ὅταν ἔμαθε τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη, σχολίασε πὼς ἦταν «ἡ μόνη καὶ ἡ πιὸ ἄδικη ἀπώλεια πνευματικοῦ ἀνθρώπου» καὶ κατάγγειλε τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα γιὰ δολοφονία: «Κράτησε στὰ Γραφεῖα καὶ τὶς Ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ ξαπόστειλε στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία… Στὸ μέτωπο ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει… Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή… Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν στὴ μαριχουάνα».-

, ,

Σχολιάστε

«ΕIΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙA ΤΗΣ ΠΑΝΑΓIΑΣ» (Δ. Νατσιός)

«Εἴμαστε τὰ παιδιὰ τῆς Παναγίας»
Δημ. Νατσιός, Δάσκαλος-Κιλκίς

.——————–. Τὴν 1η Φεβρουαρίου 1941, δημοσιεύτηκε διάλογος συντάκτου τοῦ περιοδικοῦ «ΖΩΗ» μὲ τραυματίες πολέμου μὲς στὸ θάλαμο νοσοκομείου:
«Ἐκεῖ πάνω, κύριε, ἔχουμε γίνει ἄλλοι ἄνθρωποι. Νὰ τὸ ξέρετε. Νὰ τὸ λέτε παντοῦ. Εἴμαστε τὰ παιδιὰ τῆς Παναγίας. Ἡ Μεγαλόχαρη εἶναι μάνα καὶ προστάτιδά μας».
«Μὲ βλέπετε, μᾶς λέει ἕνας νεαρὸς τραυματίας πολεμιστής, ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸ κρεβάτι. Ἐγὼ δὲν ἤμουν θρῆσκος. Δὲν πίστευα σὲ θαύματα. Ἡ γριὰ μάνα μου θυμιάτιζε τὰ βραδάκια τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας κι ἐγὼ μέσα μου τὴν κορόιδευα. Ἀλλὰ τώρα, ἄν μοῦ τὰ πεῖ ἄλλος αὐτά, θὰ τὸν θεωρήσω ἐχθρό μου.
Σᾶς μιλάω ἴσια. Αὐτὰ ποὺ εἶδα ἐκεῖ πάνω στὴν Ἀλβανία, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα, εἶναι χίλια θαύματα. Κάθε ὕψωμα ποὺ παίρνουμε, εἶναι ἕνα θαῦμα. Κάθε μάχη, κάθε ἐξόρμηση δική μας, ἕνα θαῦμα. Κάθε μέρα πολέμου ποὺ περνᾶ, ἕνα μεγάλο θαῦμα. Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας…». (Μερόπη Σπυροπούλου, «Στὴν ἐποποιϊα τοῦ 1940-41. Μὲ πίστη», ἐκδ. «Ἀρχονταρίκι»).
.——————–. Ναὶ ἦταν θαῦμα τὸ Σαράντα. Ἡ Ἁγία Σκέπη τῆς Θεοτόκου. «Ἔ! λέγανε οἱ ξένοι ἄνθρωποι, ποὺ βλέπανε τὰ γινόμενα, τί θὰ κάμει τόσο μικρὸς λαὸς μὲ τόσον μεγάλο ἀντίπαλο; Θὰ γονατίσει σὲ μία μέρα!». Ἔτσι λένε καὶ σήμερα. Καὶ τὸ λένε καὶ «δικοί μας», οἱ παραλυμένοι καὶ μπουχτισμένοι ἀπὸ τὴν καλοπέραση σύμβουλοι καὶ παρασύμβουλοι τῆς ἡγεσίας. Τὸ διαλαλοῦν καὶ τὰ συφοριασμένα κανάλια τῆς ἀφιλοπατρίας καὶ τῆς ἐκκλησιομαχίας.
.——————–. Τότε ὁ λαὸς πίστευε πὼς θὰ τὸν βοηθήσει ἡ προσβεβλημένη Παναγία. Ἡ Μεγαλόχαρη, ποὺ ὕπουλα καὶ ἄνανδρα τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ ταπεινοὶ καὶ οἱ καταφρονεμένοι τὴν προσκυνοῦσαν στὴν Τῆνο, στὸ κόσμημα τοῦ Αἰγαίου, οἱ ἐχθροὶ τὴν περιφρονοῦσαν.
.——————–. «Καλὰ περιμένετε νὰ δεῖτε. Περιμένετε ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα, τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου», ἔλεγαν οἱ μάνες τῶν στρατιωτῶν. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, στὶς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1940, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἀπελευθερώνει τὴν Κορυτσά. Μάνες-Μπουμπουλίνες, ἔλεγε ἡ ἀθάνατη καπετάνισσα τοῦ Αἰγαίου:
«Ἔχασα τὸν σύζυγό μου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὁ μεγαλύτερος γιός μου σκοτώθηκε μὲ τὸ ὅπλο στὸ χέρι. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὁ δεύτερος γιός μου, δεκατετραετὴς τὴν ἡλικία, μάχεται μαζὶ μὲ τοὺς Ἕλληνες καὶ πιθανῶς νὰ βρεῖ ἔνδοξο θάνατο. Εὐλογητὸς ὁ Θεός!
Ὑπὸ τὴν σκιὰ τοῦ Σταυροῦ θὰ χυθεῖ ἐπίσης τὸ αἷμα μου. Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Ἀλλὰ θὰ νικήσουμε ἢ θὰ παύσουμε νὰ ζοῦμε. Θὰ ἔχουμε ὅμως τὴν παρηγοριὰ ὅτι δὲν ἀφήσαμε πίσω μας δούλους Ἕλληνες».
.——————–. Στὴν τότε ἐφημερίδα «Πρωΐα», δημοσιεύτηκε μία ἐπιστολή, μάνας χήρας ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ποὺ μόλις εἶχε λάβει τὸν πολεμικὸ σταυρὸ ἀνδρείας τοῦ σκοτωμένου γιοῦ της. Ἔγραφε ἡ νέα Μπουμπουλίνα:
«Ὁ Δημητρός μου, ὁ μοναχογιός μου, προστάτης τῶν τριῶν κοριτσιῶν μου, ἔπεσε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Χαλάλι τῆς πατρίδος ὁ Δημητρός μου. Ἂς ἦταν νὰ πέθαινα κι ἐγὼ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω ἡ Ἑλλάς».
.——————–. Ζοῦμε στιγμὲς ποὺ λίγο διαφέρουν ἀπὸ τὴν πρὸ τῆς 28ης τοῦ ’40 ἐποχή. Καὶ πάλι δίπλα μας ἕνας ἄφρων δικτάτορας, ἕνα φιλοπόλεμο οὐτιδανὸ σκουπίδι τῆς ἱστορίας, ποὺ εἶναι ἱκανὸ νὰ βυθίσει στὰ σκοτάδια του, τὴν ταραγμένη περιοχή μας. Περισσότερο ἀπὸ ἄλλη φορᾶ ἀπαιτεῖται ὁμοψυχία, νὰ μᾶς «πιάσει τό… ἑλληνικό μας».
.——————–.  «Κάποτε μία μέρα συζητοῦσαν δύο ἁπλοὶ ἄνθρωποι -δύο ψαράδες ἦταν- γιὰ τὴν πίεση ποὺ ἀσκοῦν οἱ μεγάλες δυνάμεις πάνω στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου γιὰ τὰ συμφέροντά τους, ὁ ἕνας ξεστόμισε μία φράση ποὺ μὲ ξάφνιασε. Εἶπε ὀργισμένος: -Ἂν μᾶς πιάσει καμμιὰ μέρα τὸ ἑλληνικό μας;».  (Σ. Μυριβήλης, περ. «ΓΝΩΣΕΙΣ» 1959 τ. 14).  Μακάρι νὰ μᾶς πιάσει τὸ ἑλληνικό μας, γιατί ἔρχεται αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη, ὅταν στὴν ἀρχὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπανάστασης ἐρίζουν οἱ καπεταναῖοι γιὰ τὰ πρωτεῖα καὶ ἡ δολερὴ διχόνοια χαμογελοῦσε «καθενὸς» μὲ τὸ σκῆπτρο της. «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη (σήμερα τὸν Ἐρντογάν), μὲ 30.000 ἀσκέρι γιὰ νὰ μονοιάσετε»… Τὸ 1940 μᾶς ἔπιασε τὸ ἑλληνικό μας. Τιμοῦμε σήμερα ἥρωες. Καὶ ὅπως μᾶς κανοναρχεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, νὰ παραλλάξω λίγο τὴν φράση, «τιμὴ ἥρωος, μίμησις ἥρωος». Νὰ κλείσω μὲ ἕνα κείμενο ποὺ μοσχοβολᾶ Ἑλλάδα καὶ ὁμόνοια. Μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὰ μεγάλα χρόνια:.
——————–.  «Εἴμαστε πιὰ στὸν Ἀπρίλη τοῦ 1941. Ἡ ἄνοιξη ἀγνοοῦσε τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶχε φτάσει στὴν Ἀθήνα μὲ ὅλο τὸ φῶς της, μὲ τὰ δυνατά της χρώματα, μὲ τὸ ἐλαφρὸ ἀεράκι της, μὲ ὅλη τὴν ἐγκαρδιότητά της. Ἔλαμπε ὁ κεντρικὸς ἀθηναϊκὸς δρόμος. Μόνο ποὺ ἐνῶ ἐβούιζε ἀπὸ κίνηση, ἔμοιαζε σὰν ἄδειος. Ἔλειπε ἡ μισή, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ἡ καλύτερη Ἑλλάδα: ἔλειπε ἡ ἑλληνικὴ νεότητα. Μὰ νὰ ποὺ ὁ δρόμος γέμισε πάλι, καὶ ἡ μισὴ Ἑλλάδα ἔγινε πάλι ὁλόκληρη. Μέσα σὲ μία στιγμή, μέσα σὲ μίαν ἁπλὴ κίνηση, μέσα σὲ μία αὐθόρμητη συνεργασία. Στὸ ἀντικρινὸ πεζοδρόμιο, κατέβαινε ἕνας τραυματίας. Ἡ στολή του τσαλακωμένη, τὸ μελαχροινὸ πρόσωπό του σκοτεινὸ ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἀγωνία, ἀλλὰ τὸ πανί, ποὺ κράταγε τὸ πονεμένο καὶ βαρὺ ἀπὸ δόξα δεξί του χέρι, καθαρὸ καὶ κατάλευκο. Τὸ βῆμα του, σταθερὸ κ’ αἰσιόδοξο, μπερδεύτηκε μία στιγμή. Ἔσκυψε, εἶδε καὶ τραβήχτηκε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου. Εἶχαν λυθῆ τὰ κορδόνια τῆς μίας ἀρβύλας του. Πλησίασε σ’ ἕνα πεζούλι, ἔβαλε τὸ πόδι του ἀπάνω κ’ ἔσκυψε. Τότε ὅμως ἄρχισε μία προσπάθεια ποὺ παραμέρισε καὶ τὴν ἄνοιξη καὶ κάθε ψευδαίσθηση. Γιὰ νὰ δεθοῦν τὰ λυμένα του κορδόνια, χρειάζονται δύο χέρια γερά. Προπάντων τὸ δεξί, μὲ τὰ ἐπιτήδεια δάχτυλά του. Μὰ αὐτὸ ἴσα-ἴσα τὸ χέρι κρεμόταν βαρὺ καὶ τιμημένο. Καὶ ἡ προσπάθεια ἔπρεπε νὰ γίνει μ’ ἕνα χέρι καὶ μάλιστα μὲ τ’ ἀριστερό. Ἄρχισε, λοιπόν, ἀλλὰ δὲν κράτησε πολύ. Τὴν εἶδαν πολλοί, μὰ πιὸ κοντά της ἔτυχε ἕνας ψηλὸς γέροντας, μὲ πρόσωπο πλαισιωμένο ἀπὸ μικρὴ ἄσπρη γενειάδα, ὁλόισιος σὰν λαμπάδα κι ἀξιοπρεπὴς σὰν ἑλληνικὴ ὑπερηφάνεια, καλοντυμένος μὰ κι αὐστηρὸς στὴν ἐμφάνιση. Ἕνας γνωστὸς ἄρχοντας, παλιὸ ἀθηναϊκὸ σπίτι, μὲ πλούτη καὶ μὲ ὄνομα μεγάλο. Κι ὁ ψηλὸς γέροντας δὲν εἶδε μόνο πρῶτος, μὰ καὶ πρόφτασε νὰ τρέξη πρῶτος κοντὰ στὴν προσπάθεια ποὺ γινόταν ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἀρβύλα μὲ τὰ λυμένα κορδόνια. Μ’ ἕνα γρήγορο βῆμα, βρέθηκε πλάι στὸ σκυμμένο τραυματία, ἔβγαλε τὰ κίτρινα γάντια του, ἔσκυψε κι αὐτός, σχεδὸν γονάτισε, κ’ ἔκαμε ὅ,τι δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τὸ πονεμένο χέρι. Ὅταν ὁ γέροντας τελείωσε τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του, ὁ νέος πολεμιστὴς τὸν κοίταξε στὰ μάτια καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ τοῦ πῆ, πῶς νὰ τὸν εὐχαριστήση. Δὲν βρῆκε τὰ λόγια ποὺ ἤθελε, ὅπως δὲν τάβρισκε κανένας ἐκείνη τὴ στιγμή, κ’ ἔκανε κάτι πιὸ εὔγλωττο: πῆρε τὸ δεξὶ χέρι τοῦ γέροντα, ἔσκυψε καὶ τὸ φίλησε. Εἶχαν σταθῆ καὶ μερικοὶ ἄλλοι μαζὶ μ’ ἐμένα κ’ ἔμεναν σαστισμένοι. Ἔβλεπαν καὶ δὲν πίστευαν. Ἔβλεπαν κ’ ἔνιωθαν νὰ δυναμώνη, νὰ κυριαρχῆ μέσα τους ὁ νέος ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς συνειδήσεις τοὺς μῆνες ἐκείνους. Ὅλ’ ἡ Ἑλλάδα σὲ μιὰν ἁπλὴ σκηνή! Ἐκεῖ κι ὁ μεγάλος πατριωτισμός, ἐκεῖ κι ὁ βαθὺς σεβασμός, ἐκεῖ καὶ ἡ σιδερένια κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.
Ἔτσι ἐζήσαμε τὴ μεγάλη ἐκείνη ἐποχή, τὸ κρίσιμο ἐκεῖνο ὁρόσημο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου:
Ὅλοι μαζὶ οἱ Ἕλληνες. Ὁ ἕνας κοντά, πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλο, τὸ ἕνα χέρι στ’ ἄλλο χέρι καὶ ἡ μία καρδιὰ πλάι στὴν ἄλλη καρδιά». (Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, 28η Ὀκτ 1940», ἐπιμέλεια Π. Χάρης, σελ. 482-483. Ὁμιλητής, τὸ 1969, εἶναι ὁ Πέτρος Χάρης).

Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

80 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Σχολιάστε

ΠΟΛΕΜΟΣ; ΤΡΕΞΕ ΝΑ ΣΗΚΩΣΕΙΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ (Δ. Νατσιός)

Πόλεμος; Τρέξε νὰ σηκώσεις τὰ λεφτὰ
ἀπὸ τὴν τράπεζα…
Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου τοῦ «ΟΧΙ», ποὺ πλησιάζει, θὰ ἀκουστοῦν καὶ πάλι οἱ ἴδιο τετριμμένοι «δεκάρικοι», περὶ ὁμοψυχίας καὶ ὁμονοίας του τότε λαοῦ, θὰ τὰ περδικλώσουν οἱ «ἀριστεροὶ» μὲ τὴν ἐθνικὴ ἀντίσταση, θὰ καρυκευτοῦν τὰ μηνύματα «τῆς πολιτικῆς καὶ πολιτειακῆς ἡγεσίας» καὶ μὲ ὀλίγον κορωνοϊὸ καὶ θά… σβήσουν τὰ φῶτα. Βεβαίως θὰ διατρανωθεῖ καὶ ἡ κοσμοξάκουστη ἀποφασιστικότητα τῶν πολιτικῶν, νὰ ὑπερασπιστοῦν τὰ κυριαρχικά μας δικαιώματα ἔναντί της Τουρκίας, ἡ ὁποία ἁλωνίζει ἀνενόχλητη τὸ Αἰγαῖο.
Θὰ πρότεινα φέτος νὰ πρωτοτυπήσουν καί, ἀντὶ γιὰ τὰ χιλιοειπωμένα διαγγέλματα, νὰ διαβάσουν τὸ τί μαθαίνουν τὰ Ἑλληνόπουλα στὰ σχολεῖα γιὰ τὸ «Σαράντα».
Εἶμαι δάσκαλος τῆς Ε´ Δημοτικοῦ. Στὴν σελίδα 44 τοῦ α´ τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας, περιέχεται κείμενο-ἐπίκαιρο γιὰ τὴν ἐπέτειο. Ὁπότε ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας, μπορεῖ νὰ ἀναγνώσει τὸ κείμενο ποὺ διδάσκονται τὰ Ἑλληνόπουλα, «γιὰ νὰ νιώσουν περήφανα γιὰ τὸν ἡρωισμὸ τῆς γενιᾶς τοῦ ’40, γιὰ τὴν πατρίδα μας»:
«Συμπολίτες μου». (Ἂν προσέξουμε δὲν χρησιμοποιεῖ πιὰ τὴν παραδοσιακὴ προσφώνηση «Ἑλληνίδες, Ἕλληνες», ἀλλὰ τὸ ἀόριστο «συμπολίτες μου». Εἶναι ντροπὴ καὶ δείχνει τὸ προσκύνημά τους στὴν δημογραφικὴ ἀλλοίωση, ποὺ μᾶς ἐπέβαλλε ἡ νεοταξικὴ δυσωδία). Θὰ ἀκουστοῦν, λοιπόν, τὰ παρακάτω, «ἀντάξια τῆς μεγαλειώδους θυσίας τοῦ λαοῦ μας»:
«Ἡ Ἰταλία, συμπολίτες μου, τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο! Κι ἐμεῖς πήγαμε στὰ ὑπόγεια καὶ κρυφτήκαμε». (Ὁ τίτλος)
. Οἱ οἰκογένειες τῆς ἐποχῆς, ἐκείνης ὅταν ἄκουσαν τὶς σειρῆνες, τρομαγμένες καί… λερωμένες ἀπὸ τὸν φόβο τους, πανικοβλήθηκαν. Σᾶς μεταφέρω μία εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὸ σχολικὸ βιβλίο.
. Κάποια στιγμὴ γύρισε ὁ μπαμπὰς στὴ μαμὰ καὶ τῆς εἶπε πὼς θὰ τρέξει στὴν τράπεζα νὰ σηκώσει λεφτά. Δὲν ἔχουμε δραχμή, εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας στὴ σκάλα…
. Ὅταν ὁ μπαμπὰς γύρισε ἀπὸ τὴν τράπεζα λερωμένος πολὺ καὶ σκισμένος καὶ χωρὶς τὸ καπέλο του, εἶπε ὅτι ἡ τράπεζα ἦταν κλειστὴ καὶ δὲν μπόρεσε νὰ σηκώσει λεφτά. Τότε πήγαμε σ’ ἕνα ὑπόγειο, στῆς κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τὸ σπίτι τῆς ἔχει ὑπόγειο καὶ τὸ λιακωτὸ τῆς εἶναι τσιμεντένιο καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ τρυπήσουν οἱ μπόμπες. Καὶ ὁ μπαμπὰς πῆρε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ τὸν ἀφηγητή, παιδὶ μικρὸ καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἄκη, ἀπὸ σήμερα θὰ γίνεις ἄντρας. Καὶ ὁ Ἄκης, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν γενναιότητα τοῦ πατέρα του, ἀπάντησε:
. Ἐγὼ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δὲν ἤθελα νὰ γίνω σήμερα ἄντρας…».
(Πρὶν σχολιάσω νὰ τονίσω τὰ ἑξῆς: Ὅλοι οἱ εἰδικοὶ ἐπιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν διδακτική της, γνωρίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀθῶα παραμυθάκια καὶ ὅτι κάθε γλωσσικὸ κείμενο, ἀκόμα καὶ ἕνα πρόβλημα μαθηματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καὶ στάσεις ζωῆς).
. Ἂς προσέξουμε τρία ὕπουλα μηνύματα ποὺ κρύβονται στὸ προδοτικὸ κείμενο.
. Πρῶτον: Κρυφτήκαμε στὰ ὑπόγεια. Δηλαδή, δειλία, ττοπάθεια, ἀφιλοπατρία, καλλιέργεια στὰ μικρὰ παιδιὰ αἰσθήματος ὑποταγῆς καὶ ὑποτέλειας στοὺς ἐχθρούς μας. Οἱ Τοῦρκοι ἀλυχτοῦν, ἴσως κληθεῖ ὁ λαὸς νὰ ὑπερασπιστεῖ ὅσια καὶ ἱερά, ὅμως ἐμεῖς, θὰ κρυφτοῦμε στὰ ὑπόγεια καὶ θὰ γλιτώσουμε. Ἡ ἀντίσταση στὰ… ὑπόγεια σώζει πατρίδες καὶ ὄχι τὸ «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος».
. Δεύτερον: Τρέχει ὁ πατέρας, πρώτη του σκέψη καὶ ἀντίδραση στὸ ἄκουσμα τοῦ πολέμου, στὴν τράπεζα «νὰ σηκώσει λεφτά». Ὑπάρχει μία συγκινητικότατη φωτογραφία τῆς ἐποχῆς. Μία μαυροφορεμένη μάνα, ἡ Ἑλληνίδα ποὺ ἀνέθρεψε λεβέντες, ἀποχαιρετᾶ τὸν στρατιώτη γιό της, βάζοντάς τον νὰ φιλήσει τὴν εἰκόνα τοῦ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἅη-Δημήτρη. Μέσῳ τοῦ σχολικοῦ κειμένου ἐξευτελίζεται ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια, ὁ θεσμὸς τοῦ πατέρα, συκοφαντοῦνται οἱ 14.000 περίπου ἥρωες, ποὺ δὲν ἔτρεξαν στὶς τράπεζες, ἀλλὰ στὶς ἀετοράχες τῆς Πίνδου γιὰ νὰ πεθάνουν -καὶ ὄχι νὰ σκοτώσουν- γιὰ τὴν πατρίδα. Καὶ βέβαια προβάλλεται, ὄχι ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοπατρίας, ἀλλὰ ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς, ἡ φιλαργυρία.
. Τρίτον: Ἐγὼ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δὲν ἤθελα νὰ γίνω σήμερα ἄντρας…
Βεβαίως, γιατί οἱ πραγματικοὶ ἄντρες στρατεύονται καὶ πολεμοῦν! Ἐνῶ ὅσοι δὲν θέλουν νὰ γίνουν ἄντρες, παίρνουν ἕνα Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτὶ ἀπόλυσης ἢ ἐξαγοράζουν τὴν θητεία τους καὶ σπεύδουν σὰν λαγοὶ στὰ ὑπόγεια καὶ ἄσε τὰ κορόιδα νὰ κατασκοτώνονται γιὰ τὴν τιμὴ τῆς ἔθνους! Ἂν προβάλλεις τὸ ἀντρικὸ πρότυπο, κινδυνεύεις ἀπὸ τὶς «κυρακατίνες» τῆς πολιτικῆς ὀρθότητας νὰ κατηγορηθεῖς γιά… σεξισμό.
. Ἕνας πρωθυπουργός, ποὺ θὰ ἀπευθυνόταν στοὺς Ἕλληνες καὶ τὶς Ἑλληνίδες καὶ ὄχι στοὺς συμπολίτες του, θὰ διάβαζε, τὴν ἡμέρα τῆς 28ης, αὐτὸ ποὺ διέσωσε ὁ Στρατὴς Μυριβήλης.
. Στὸν πανηγυρικὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στὶς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960, μεταξὺ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀνέφερε καὶ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονός, ποὺ διαδραματίσθηκε, ὄχι «στὸ διάσελο τῆς Ἱστορίας» (Βρεττάκος), ἀλλὰ στὰ μετόπισθεν, ὅπου ὁ ἀπόλεμος πληθυσμὸς τῆς πατρίδας μας, συναγωνιζόταν τὴν ἀνδρεία τῶν μαχητῶν. Τὸ μεταφέρω:
. «Εἶχε ὀργανωθῆ, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγώνα ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπ’ τὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα καὶ ἕνα φίλο γιατρό, σ’ αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία, λοιπὸν πήγαινα κάπου-κάπου νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ τὰ ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρὰ κάθε μέρα γιὰ νὰ δώση τὸ αἷμα του γιὰ τοὺς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιὰ ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. Μία μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπὶ τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στὴν σειρὰ τῶν αἱμοδοτῶν ποὺ περίμεναν, νὰ στέκεται καὶ ἕνα γεροντάκι.
-Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νὰ δώσω αἷμα.
. Ὁ γιατρὸς τὸν κοίταξε αὐστηρὰ μὲ ἀπορία καὶ συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τὸ δισταγμό του. Ἡ φωνὴ τοῦ ἔγινε πιὸ ζωηρή.
-Μὴ μὲ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τὸ αἷμα μου εἶναι καθαρό, καὶ ἀκόμα ποτές μου δὲν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πὼς οἱ δύο πῆγαν ἀπὸ αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στὴ γυναίκα μου, θά ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, ποὺ μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ παλληκάρια τους, γιατί δὲν θά ᾽χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νὰ τοὺς δώσουν. Νὰ πάω νὰ δώσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου. Ἄιντε, πήγαινε, γέρο μου, μοῦ εἶπε, κι ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγὼ σηκώθηκα κι ἦρθα». («Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940», πανηγυρικὴ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐπιμέλεια Πέτρος Χάρης, Ἀθήνα 1978, σ. 322).
. Τέτοιες γενιὲς καὶ μὲ τέτοια παιδεία, νικοῦν καὶ σώζουν πατρίδες…

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

,

Σχολιάστε

ΑΡΙΣΤΕΙΑ ΤΙΜΗΣ, ΑΝΔΡΕΙΑΣ καὶ ΗΡΩΙΣΜΟΥ (Δ. Νατσιός)

ριστεα τιμς, νδρείας κα ρωισμο

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος- Κιλκὶς

.             Ἡ ἀριστεία καταργήθηκε ἀπὸ τὸν κ. Γαβρόγλου. Πλέον οἱ μαθητές μας «διδάσκονται» ὅτι στὴν ζωὴ δὲν χρειάζεται κόπος καὶ μελέτη καὶ θυσίες. Ὄχι. Τύχη χρειάζεται καὶ τυχερὰ παιχνίδια. Τί νὰ πεῖ κανείς;  Ἡ κατρακύλα ἐπιταχύνεται. Λυπᾶμαι πολὺ βλέποντας τοὺς μαθητές μας, αὐτὰ τὰ ἀθῶα μάτια καὶ τὶς μεταξένιες ψυχές, νὰ ὑφίστανται αὐτὴν τὴν κακοποίηση ἀπὸ μία χούφτα ἀνίκανους ἐθνομηδενιστές. Πῶς φτάσαμε σὲ τέτοια παρακμὴ μέσα σὲ τόσο λίγα χρόνια; Γιατί ἐπιτρέψαμε σὲ «ἄδεια κανάτια» νὰ γίνουν ἀφέντες;
.             Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τὰ τυμπανιαίας ἀποφορᾶς πτώματα, τὶς ἀναθυμιάσεις τους καὶ ἂς ἀρωματιστοῦμε ἀπὸ ἀριστεῖα τιμῆς, ἀνδρείας καὶ ἡρωισμοῦ, προστρέχοντας σὲ ἄνθη μυρίπνοα, ποτισμένα μὲ αἷμα, αἷμα ἑλληνικό.  Σὲ κείμενα ὅπου λάμπει τὸ μεγαλεῖο τοῦ λαοῦ μας τὴν περίοδο τοῦ Ἔπους τοῦ 40.
.             Διαβάζω: «Ἡ ἐχθρικὴ ἀντεπίθεση τοῦ Μαρτίου ἔχει ἐκδηλωθεῖ. Τὸ 731 ἔχει μεταβληθεῖ σὲ ἡφαίστειο. Οἱ φαντάροι μας, πεσμένοι μὲ τὴν κοιλιὰ στοὺς λάκκους τῶν ὀβίδων, πυροβολοῦν, χωρὶς διακοπά, γιὰ νὰ συγκρατήσουν τὸ ἐχθρικὸ πεζικό. Ὁ δάσκαλος – ἔτσι ἔχει βαφτίσει τὸν διοικητή του ὁ λόχος, γιατί δημοδιδάσκαλος εἶναι τὸ ἐπάγγελμά του – μὲ προβιὲς καὶ ἐπιδέσμους, γύρω ἀπὸ τὰ κρυοπαγημένα πόδια του, ἀντὶ γιὰ παπούτσια, χωρὶς νὰ προφυλάγεται τρέχει νευριασμένος ἀπὸ διμοιρία σὲ διμοιρία καὶ δίνει ὁδηγίες.
–  Μὴν πυροβολεῖτε στὰ στραβά, παιδιά! Μὴν ξοδεύετε ἀσκόπως τὶς χειροβομβίδες σας, τοὺς λέει. Κι ὅταν ὁ ταγματάρχης τοῦ φωνάζει νὰ μὴν ἐκθέτει τόσο τὸν ἑαυτό του, ὁ δάσκαλος τοῦ ἀπαντάει:
–  Φοβᾶμαι μήπως χάσουμε σήμερα τὸ ὕψωμα. Καὶ τί θὰ δικαιολογηθῶ ὕστερα ἐγὼ στοὺς μαθητές μου, ἅμα γυρίσω στὸ σχολεῖο;». (Χρ. Ζαλοκώστα, «Πίνδος», ἐκδ. «Ἑστία», σελ. 194). (Αὐτὸ ἀφιερώνεται σὲ «συναδέλφους» ξεσκονίστρες τῆς ἐξουσίας, ποὺ τρέμουν τὴν σκιά τους, μήπως καὶ δυσαρεστηθοῦν προσκυνημένοι διευθυντὲς καὶ σύμβουλοι ἢ παρασύμβουλοι).

.             Kείμενο, μία παραπομπὴ σὲ κάτι ἐκπληκτικὸ ποὺ εἶχα διαβάσει παλαιότερα σ’ ἕνα περιοδικό. Εἶναι γραμμένο ἀπὸ ἑλληνομαθῆ Γερμανὸ συγγραφέα. Ἕνα εὐλαβικὸ μνημόσυνο στὶς μάνες τοῦ ’40, στὶς Ἑλληνίδες, ποὺ ἀνέβαζαν πολεμοφόδια στὴν Πίνδο, γιὰ νὰ τὰ πᾶνε σὲ κάτι παιδιὰ ποὺ «τριγύριζαν πάνω στὸ χιόνι μὲ τὶς χλαῖνες κοκαλιασμένες», στὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος.
.             Γύρω στὸ 1952 ἐπισκέπτεται τὴν Κρήτη. Γράφει.
«Ἕνα σούρουπο, καθὼς ὁ ἥλιος βασίλευε, πλησίασα τὸ γερμανικὸ νεκροταφεῖο. Ἦταν ἔρημο, μὲ μόνο σύντροφο τὶς τελευταῖες ἡλιαχτίδες. Ἔκανα ὅμως λάθος. Ὑπῆρχε ἐκεῖ μία ζωντανὴ ψυχή, μία μαυροφορεμένη ἡλικιωμένη γυναίκα. Μὲ μεγάλη μου ἔκπληξη τὴν εἶδα ν’ ἀνάβει κεριὰ στοὺς τάφους τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου καὶ νὰ πηγαίνει μεθοδικὰ ἀπὸ μνῆμα σὲ μνῆμα.
Τὴν πλησίασα καὶ τὴ ρώτησα:
–  Εἶστε ἀπὸ δῶ;
–   Μάλιστα
–   Καὶ τότε γιατί τὸ κάνετε αὐτό; Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σκότωσαν Κρητικούς.
Καὶ ἡ ἀπάντηση μόνο στὴν Ἑλλάδα θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ.
–   Παιδί μου, εἶπε, ἀπὸ τὴν προφορά σου, φαίνεσαι ξένος καὶ δὲν θὰ γνωρίζεις τί συνέβη ἐδῶ τὴν περίοδο 1941-1944. Ὁ ἄντρας μου σκοτώθηκε στὴ μάχη τῆς Κρήτης καὶ ἔμεινα μὲ τὸ μονάκριβο γιό μου. Μοῦ τὸν πῆραν οἱ Γερμανοὶ ὅμηρο τὸ 1943 καὶ πέθανε σὲ στρατόπεδο συγκέντρωσης στὸ Σαξενχάουζεν. Δὲν ξέρω ποῦ εἶναι θαμμένο τὸ παιδί μου. Ξέρω ὅμως πὼς ὅλα τοῦτα ἦταν παιδιὰ μιᾶς κάποιας μάνας σὰν κι ἐμένα. Καὶ ἀνάβω καὶ στὴ μνήμη τους, ἐπειδὴ οἱ μάνες τους δὲν μποροῦν νὰ ἔρθουν ἐδῶ κάτω. Σίγουρα μία ἄλλη μάνα θὰ ἀνάβει τὸ καντήλι στὴ μνήμη τοῦ γιοῦ μου…»

.             Διαβάζω ἀπὸ ἕναν τόμο, ποὺ τιτλοφορεῖται: «Ἡ ἐποποιΐα 1940-41», ἐκδόσεις «Ἀρχεῖον Ἱστορικὸν Σελίδων» (τοῦ 1965), ὁ ὁποῖος περιέχει, σὲ φωτοτυπίες, πρωτοσέλιδα ἐφημερίδων τῆς ἐποχῆς τοῦ 1940-41, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μεγαλειώδους νίκης.
.             Σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἀλέκος Λιδωρίκης (δημοσιογράφος καὶ γνωστὸς θεατρικὸς συγγραφέας 1907-1988), τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1941, γράφει στὴν ἐφημερίδα «Η ΝΙΚΗ», γιὰ «τὸ μεγάλο μυστικὸ τῶν πολεμιστῶν μας». Ζεῖ μὲ τοὺς στρατιῶτες, μοιράζεται τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς τους, χαίρεται καὶ καμαρώνει τὴν ἀντρειοσύνη τους. «Κάπου στὸ μέτωπο», ὅπως σημειώνει, συναντᾶ ἕναν φαντάρο.
.          Ἀντιγράφω: «Αὐτὸ ποὺ μοῦ ᾽κανε κατάπληξη, ποὺ μοῦ ᾽δωσε συγκίνηση, ποὺ ἔκθαμβο μὲ κράτησε γιὰ ἀρκετὰ λεπτά, ἦταν τὸ θέαμα ἑνὸς φαντάρου, ποὺ κουρασμένος, τσακισμένος, μὲ γένια ἀτίθασα καὶ ἄτακτα, αἱματωμένος, λασπωμένος, εἶχε τραβήξει μοναχὸς κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο καὶ κάτι χάραζε σ’ ἕνα χαρτί. Πλησίασα γιὰ νὰ τὸν δῶ, βέβαιος πὼς γράφει στὴν μάνα, στὴ γυναίκα του, στὸ σπίτι… Μὰ τί μεγάλο λάθος! Μὲ τὴ ὀρθογραφία ποὺ κρατῶ, διάβασα αὐτοὺς τοὺς στίχους: “Βρε τὴ κανόνια, τὴ ντουφέκια, τὴ κακὸ/στοὺς Ἰταλοὺς σκορπίσαμαι παντοῦ τὸν πανικὸ/Βόηθα Χριστὲ καὶ Παναγιὰ καὶ στοῦ ἅγιου Ἀνδρέα/στὴ χάρη σου νὰ φθάσωμε ὅλος ὁ στρατὸς παρέα”.
Τὸν κοίταξα, μὲ κοίταξε… Αὐθόρμητα μὲ πῆρε τὸ γέλιο, ποὺ ἴσως νὰ ἔμοιαζε μὲ κλάμα…
– Βρὲ σύ, τί κάνεις; τὸν ρώτησα χτυπώντας τον στὸν ὦμο…
Σήκωσε τὸ κεφάλι του, ἔξυσε τ’ ἀγριωπά του γένια, μὲ τὴν παλάμη ὁλόκληρη. Κι ἀπάντησε:
– Γλεντάω!
Μία λέξη… Μέσα σ’ αὐτὴν ἂς διακρίνει ὁ ἀναγνώστης κάτι ἀπὸ τὸ μυστήριο, τὸ ἀνεξάντλητο γοητευτικὸ μυστήριο ποὺ κρύβει στὴν ψυχή του ὁ ἀγαπημένος στρατιώτης μας».

.           Καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἡρωϊκότερα ἐπεισόδια ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ποὺ συμβαίνει στὰ μετόπισθεν, ὅπου ὁ λαὸς δίνει τὴν δική του μάχη. Τὴν μάχη τοῦ φρονήματος. Τὸ διηγήθηκε ὁ Στρατὴς Μυριβήλης, κατὰ τὴν ἐκφώνηση τοῦ πανηγυρικοῦ στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν στὶς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960.
.             «Εἶχε ὀργανωθεῖ, ὅπως θὰ θυμάστε, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγῶνος ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπὸ τὸν Ἐρυθρὸ Σταυρὸ τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα ἕνα φίλο γιατρό, σ’ αὐτὴ τὴν ὑπηρεσία, λοιπὸν πήγαινα κάπου-κάπου νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ τὰ ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρὰ κάθε μέρα γιὰ νὰ δώσει τὸ αἷμα του γιὰ τοὺς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιά, ποὺ περίμεναν τὴ σειρά τους. Μία μέρα λοιπὸν ὁ ἐπὶ τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στὴ σειρὰ τῶν αἱμοδοτῶν ποὺ περίμεναν, νὰ στέκεται καὶ ἕνα γεροντάκι.
– Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
– Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νὰ δώσω αἷμα.
Ὁ γιατρὸς τὸν κοίταξε μὲ ἀπορία καὶ συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τὸ δισταγμό του. Ἡ φωνή του ἔγινε πιὸ ζωηρή.
– Μὴ μὲ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τὸ αἷμα μου εἶναι καθαρό, καὶ ἀκόμα ποτές μου δὲν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πὼς οἱ δύο, πῆγαν ἀπὸ αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στὴ γυναίκα μου, θά ᾽ναι κι ἄλλοι πατεράδες, ποὺ μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ παλληκάρια τους, γιατί δὲ θά ᾽χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νὰ τοὺς δώσουν. Νὰ πάω νὰ δώσω κι ἐγὼ τὸ δικό μου. “Άϊντε, πήγαινε, γέρο μου”, μοῦ εἶπε κι ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγὼ σηκώθηκα καὶ ἦρθα».

.           Νὰ κλείσω, ἀναπνέοντας καὶ πάλι ἄρωμα ἡρωϊσμοῦ. Μ’ αὐτὸ ποὺ διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Τὸ περιβόλι τῶν θεῶν», σ. 135. Περιγράφει τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξὰ στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμὸς» καὶ τὴν στιχομυθία μὲ πληγωμένο στρατιώτη:
«– Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου;
– Στὸ Ἰβάν!
– Ἔ, τὸ Ἰβὰν τὸ τιμωρήσαμε! Ἔπεσε χθὲς τὸ βράδυ.
– Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ εἶχε πέσει ἐδῶ καὶ πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τὴν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νὰ μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θὰ τὸ παίρναμε ἀπὸ τότε».
.           Τί νὰ πεῖ κανεὶς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου; Γι’ αὐτὸ νικήσαμε…

 

,

Σχολιάστε

«ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ “Η ΑΘΗΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ” ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Η ΕΟΡΤΗ τῆς 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»! Οἱ ἐθνομηδενιστὲς δουλεύουν μὲ σύστημα καὶ μακιαβελικά. Χρησιμοποιοῦν ἕνα γεγονὸς καὶ μία ἐπέτειο, γιὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ Ἕλληνες αἰσθάνονται περήφανοι, τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας κατὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου, γιὰ νὰ ὑπονομεύσουν καὶ νὰ πλήξουν τὴν ἴδια τὴν ἐθνικὴ ἑορτὴ καὶ τὸ ΟΧΙ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου!

θήνα λεύθερη
μήπως ν καταργήσουμε τν 28η Οκτωβρίου;

Τοῦ Γιώργου Καραμπελιᾶ

.      Γιὰ τέταρτη χρονιὰ φέτος οἱ ἐκδηλώσεις «12 Ὀκτωβρίου 1944, Ἡ Ἀθήνα ἐλεύθερη» γεμίζουν τὴν πόλη. Τὸ Ἵδρυμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἡ Περιφέρεια Ἀττικῆς, ὁ Δῆμος Ἀθηναίων, τὰ Γενικὰ Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους ἡ ΕΡΤ, τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, τὸ Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἄμυνας, τὸ Μέγαρο Μουσικῆς κ.λπ. ἀναλαμβάνουν τὴ διοργάνωση καὶ ὑποστηρίζουν ἕνα σύνολο δράσεων γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῆς ἐπετείου τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς πρωτεύουσας ἀπὸ τὶς ναζιστικὲς δυνάμεις κατοχῆς τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944 ὡς μίας πάνδημης γιορτῆς τῆς πόλης. Οἱ ἐκδηλώσεις, ποὺ ἐκτείνονται ὅλο τὸν χρόνο, κορυφώνονται τὸν μήνα Ὀκτώβριο.
.      Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2015, ἀπὸ τὴν ἐπαύριο δηλαδὴ τῆς ἀνάληψης τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν ΣΥΡΙΖΑ, προωθεται  τεχνηέντως νάδειξη τς 12ης κτωβρίου 1944, ς μέρας μνήμης, νταγωνιστικς τς 28ης κτωβρίου 1940 καὶ αὐτὸ καταδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ σχετικὲς ἐκδηλώσεις ἐπεκτείνονται μέχρι τὶς ἀρχὲς Νοεμβρίου, ἐνῶ παράλληλα συρρικνώνονται μέχρις ἐξαφανίσεως οἱ ἀντίστοιχες ἐκδηλώσεις γιὰ τὴν 28η Οκτωβρίου.
.      Ἔτσι ἀπὸ τὴν 1η Οκτωβρίου μέχρι  τὶς 29 Ὀκτωβρίου πραγματοποιοῦνται πολλὲς δεκάδες ἐκδηλώσεων στὰ πλαίσια τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς 12 Ὀκτωβρίου ἐκ τῶν ὁποίων δύο μόνο ἀφοροῦν στὸ ἴδιο τὸ γεγονός, δηλαδὴ οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ἡμέρας τῆς 12ης Οκτωβρίου καὶ ἡ Συναυλία ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ τὴν ἴδια ἡμέρα. Ὅλες οἱ δεκάδες ἄλλες ἐκδηλώσεις εἴτε ἀφοροῦν τὴν Ἀντίσταση στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς εἴτε κάποτε  εἶναι παντελῶς ἄσχετες μὲ τὸ γεγονός. Οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ Ὀκτωβρίου, τὴν Δευτέρα 1η Οκτωβρίου ἄρχισαν μὲ τὴν προβολὴ δύο ντοκιμαντὲρ γιὰ τὴν Ἀντίσταση, ποὺ δὲν ἀφοροῦσαν προφανῶς τὴν ἡμέρα τῆς ἀπελευθέρωσης καὶ συνεχίζεται μὲ δεκάδες ἐκδηλώσεις ποὺ ἀφοροῦν στὴν Κατοχὴ καὶ τὴν Ἀντίσταση καὶ ὄχι στὴν 12 Ὀκτωβρίου. Μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐμβληματικὲς συζητήσεις θὰ διεξαχθεῖ τὴν Τρίτη 23 Ὀκτωβρίου 2018 μὲ θέμα Ἀναγνώσεις: Λογοτεχνία καὶ Ἱστορία στὸ Μέγαρο Μουσικῆς, ὅπου ἠ συγγραφέας Μάρω Δούκα συζητᾶ μὲ τὸν γνωστὸ ἱστορικό Ἀντώνη Λιάκο  με συντονιστὴ τὸν Μανώλη Πιμπλή, γνωστῶν ἰδεολογικῶν τοποθετήσεων.
.      Ἐνῶ  αὐτὸ τὸ τεράστιο πρόγραμμα ἐκδηλώσεων, ποὺ περιλαμβάνει πληθώρα συναυλιῶν καὶ ἔχει ἕνα σημαντικὸ κόστος, τὴν ἴδια  στιγμὴ ὁ ἑορτασμὸς τῆς 28ης Ὀκτωβρίου περιορίζεται στὶς γνωστὲς ἐπετειακὲς παρελάσεις.  Δηλαδή τ  ΟΧΙ το 1940 δν φαίνεται ν εναι κα πολ ρεστ στ σύστημα ξουσίας, λόγ προφανς τν παλλαϊκν  ντιστασιακν μηνυμάτων πο περνάει στν λληνικ κοινωνία κα μάλιστα στ μαθητισα νεολαία κα ς κ τούτου θ πρέπει ν ποβαθμιστε κα ποσκελιστε κα ν τέλει κόμα κα ν καταργηθε.
.      Ἔτσι μία ἀπὸ τὶς «προσωπικότητες» τοῦ συριζαϊκοῦ κατεστημένου στὸν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης ἡ σχολικὴ σύμβουλος τῶν Φιλολόγων Μεσσηνίας, Βασιλικὴ Σακκᾶ, μέλος τῆς περιβόητης ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῶν βιβλίων τῆς Ἱστορίας ἐπιχείρησε  νὰ ἀντιπαραθέσει ἀνοικτὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου στὴν 28η Οκτωβρίου. Ἡ προγραμματισμένη ὁμιλία της σὲ ἐκπαιδευτικὸ σεμινάριο τῆς 24ης Οκτωβρίου 2016  πρότεινε ἀπροκάλυπτα  πὼς θὰ πρέπει, «Νὰ γιορτάσουμε τὴν ἀπελευθέρωση καὶ ὄχι τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου». Ὅμως μετὰ ἀπὸ τὸ σάλο ποὺ προκλήθηκε μεταξὺ τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἐπιχειρούμενης ὕβρεως καὶ ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ «Ἄρδην»,  ἡ συγκεκριμένη ὁμιλία δὲν ἐκφωνήθηκε κάν.  Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμα ἡ ὥρα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τῶν σχετικῶν σχεδίων, ἡ ὁποία κινδύνευε νὰ προκαλέσει ἕνα μεγάλο κύμα ἀντιδράσεων καὶ νὰ ἀκυρώσει τὸ ἴδιο τὸ ἐγχείρημα. Προτιμήθηκε ἡ τακτική τῆς ἐνίσχυσης τῶν σχετικῶν ἐκδηλώσεων, στε ν προετοιμαστε δεολογικ κα ργανωτικ τ δαφος.
.      Δύο εἶναι οἱ βασικοὶ ἰδεολογικοὶ πυλῶνες βάσει τῶν ὁποίων ἐπιχειρεῖται ἡ κατάργηση τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940, μέσῳ τῆς ἀνάδειξης τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1944, ἡμέρας ἀπελευθέρωσης τῆς πρωτεύουσας: α) ἕνα ψευδοευρωπαϊκὸ  ἰδεολόγημα σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο «ἡ Ἑλλάδα εἶναι μοναδικὴ χώρα στὴν Εὐρώπη ποὺ ἑορτάζει τὴν ἔναρξη καὶ ὄχι τὴ λήξη τοῦ πολέμου», καὶ β) Τὰ ἐμφυλιοπολεμικὰ σύνδρομα τῶν κυβερνώντων, μὲ  τὰ ὁποῖα ἐπιχειροῦν νὰ συγκρατήσουν ἕνα μέρος τῶν ἀριστερῶν ψηφοφόρων. Στὴν πρώτη περίπτωση οἱ Ἕλληνες ἐγκαλοῦνται ὡς «φιλοπόλεμοι», διότι ἑορτάζουν τὴν ἀντίσταση στὸν ξένο ἐπιβουλέα, τὴ φασιστικὴ Ἰταλία (1940). Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐπιχειρεῖται ἡ καλλιέργεια ἑνὸς ἐμφυλιοπολεμικοῦ κλίματος καὶ ἀποδόμησης τοῦ πανεθνικοῦ καὶ παλλαϊκοῦ χαρακτήρα τῆς ἀντίστασης τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ ΟΧΙ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 μέχρι καὶ τὴν ἀποχώρηση ἢ τὴν παράδοση καὶ τοῦ τελευταίου Γερμανοῦ στρατιώτη ἀπὸ τὴ χώρα μας (Σεπτέμβριος 1944 – Μάιος 1945).
.      Ἔτσι ἀναδεικνύονται ἄλλες πτυχὲς τῆς περιόδου, πάντοτε ὑπὸ ἕνα πνεῦμα μηδενισμοῦ, ὅπως οἱ δωσίλογοι, ἡ πείνα, ἡ μαύρη ἀγορά, καθημερινὴ ζωή, ὁ ὑλικὸς πολιτισμός, πρωτίστως δὲ τὰ ἐμφύλια πάθη τῆς ἐποχῆς. Γιὰ τοὺς ἐθνομηδενιστὲς καὶ τοὺς σπόνσορες τοῦ διχασμοῦ, ἡ λήξη τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς εἶναι πρωτίστως ἡ ἀπαρχὴ τοῦ καταστροφικοῦ γιὰ τὸν τόπο μας, μὰ καὶ τόσο ἀγαπητοῦ γιὰ τὴν ἱστοριογραφία τοῦ Ἐμφυλίου. Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει τόσο  ἡ Ἀπελευθέρωση ὅσο τὸ ὅτι ἀμέσως μετὰ ἀκολούθησαν τὰ Δεκεμβριανὰ (1944) καὶ ὁ Ἐμφύλιος Πόλεμος (1946-49). Ὑπ’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἐμφυλιοπολεμικὸ ὀπτικὸ πρίσμα μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνώσει καὶ νὰ ἑρμηνεύσει τὸν τόσο ζῆλο γιὰ ἀνάδειξη τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1944 ὡς οἰονεὶ ἐθνικῆς μας ἑορτῆς, εἰς βάρος τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940.
.      Διότι αὐτὸς ὁ ἀγώνας εἶχε ἕναν πάνδημο καὶ πανεθνικὸ χαρακτήρα. Ἀπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ τόπου μέχρι καὶ τὸν τελευταῖο ἀγρότη καὶ στρατιώτη, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν πεποιθήσεων, ὁ λαός μας ἀντιστάθηκε στὴν Ἰταλογερμανικὴ εἰσβολή, καὶ συνέχισε τὸν ἔνοπλο ἀγώνα, μὴν ὑποστέλλοντας ποτὲ τὴ σημαία τῆς ἀντίστασης. Ὅταν στὸν αὐστηρὰ ἐλεγχόμενο ἀπὸ τὸ μεταξικὸ καθεστὼς Τύπο τῆς ἐποχῆς δημοσιευόταν ἐπιστολὴ τοῦ Γ.Γ. τοῦ ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ποὺ καλοῦσε τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀγωνιστοῦν, ατ προφανς σήμαινε τι κόμα κα ο θανάσιμοι κατ τ λλα πολιτικο ντίπαλοι τς ποχς παραμέρισαν τς διαφορς τος νώθηκαν νώπιον το κοινο κινδύνου κα τσι δηγηθήκαμε στ πος το 1940.
.      ξ λλου  28η κτωβρίου εναι μία θνικ ορτ πο καθιερώθηκε «π τ κάτω», ν μέσ τς Κατοχς. Γι πρώτη φορ  γιορτάστηκε στς 28 κτωβρίου 1941 μέσα στ Πανεπιστήμιο ν στς 28 κτωβρίου 1942  λαβε χώρα πάνδημη διαδήλωση στ  Σύνταγμα, ργανωμένη π τ ΕΑΜ λλ κα τν ΠΕΑΝ.
.      Ἐξ ἄλλου ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε κάθε λόγο νὰ ἑορτάζουμε τὶς ἐθνικές μας ἐπετείους σύμφωνα μὲ τὴ δική μας πολιτισμικὴ ἰδιοπροσωπία. Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ὑποχρεώσει νὰ ἀλλάξουμε τὶς ἡμερομηνίες τῶν ἐθνικῶν μας ἐπετείων; Τὸ ΟΧΙ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα ΟΧΙ, ὅπως ἐκεῖνο τῆς ΕΟΚΑ καὶ τοῦ ἀγώνα ἐνάντια στὴν ἀγγλικὴ κατοχὴ τῆς Κύπρου (1955-59) ἢ τῶν Ἑλληνοκυπρίων ἐνάντια στὸ σχέδιο Ἀνάν (24/4/2004).  Στην παράδοσή μας, γίνονται ἐκδηλώσεις μνήμης γιὰ τὴ μάχη τῆς Κρήτης (20/5/1941), γιὰ τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ στὴν Κύπρο (20/7/1974), γιὰ τὸ Ζάλογγο (Δεκέμβριος 1803), γιὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου (Κυριακὴ τῶν  Βαΐων 1826), γιὰ τὸ ὁλοκαύτωμα τῆς μονῆς Ἀρκαδίου στὴν Κρήτη (9/11/1866) ἢ ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης (29/5/1453) ἢ τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης καὶ τοῦ Πόντου.
.      Ἀκόμα καὶ οἱ ἐπέτειοι μνήμης γιὰ τοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνες δὲν τιμοῦν τὸ τέλος τους, ἀλλὰ τὴν ἔναρξή τους. Ἔτσι, ἑορτάζουμε τὴν αἱματηρὴ ἐξέγερση τῶν κολλήγων στὸ Κιλελὲρ (6 Μαρτίου 1910) καὶ ὄχι τὴν θέσπιση μέτρων ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, ἑορτάζουμε τὴν Ἐργατικὴ Πρωτομαγιά, τὴν αἱματηρὴ ἐξέγερση τῶν ἐργατῶν στὸ Σικάγο (1η Μαΐου 1886). Τὸ ἴδιο βεβαίως ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ὅπου ἑορτάζεται ἡ ἡμερομηνία τῆς καταστολῆς τῆς φοιτητικῆς ἐξέγερσης (17 Νοεμβρίου 1973).
.      Ἐμεῖς λοιπόν, διαθέτοντας μία μακρὰ ἀντιστασιακὴ παράδοση, ἔχουμε κάθε λόγο καὶ κάθε δικαίωμα γιὰ ἑορτάζουμε τὸ ΟΧΙ, τὴν ἀντίσταση καὶ τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀνεξαρτήτως συνεπειῶν. ορτάζουμε τν γώνα κα τς θυσίες κα χι παραιτήτως τ νίκη.
.      Ο θνομηδενιστς το Σύριζα μως δουλεύουν μ σύστημα κα μακιαβελικά. Χρησιμοποιοῦν ἕνα γεγονὸς καὶ μία ἐπέτειο γιὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ Ἕλληνες αἰσθάνονται περήφανοι, τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἀθήνας κατὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου, γι ν πονομεύσουν κα ν πλήξουν τν δια τν θνικ ορτ κα τ ΟΧΙ τς 28ης Ὀκτωβρίου!  Καὶ αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα μέχρι σήμερα ἔχει προχωρήσει ἀρκετά, διότι οἱ πνευματικὲς ἐλὶτ τῆς χώρας ὑπνώττουν ὕπνο βαθύ, γιὰ νὰ μὴ μιλήσουμε γιὰ τὶς πολιτικὲς ἐλίτ.

ΥΓ. Βλέπε σχετικὰ περισσότερα στοιχεῖα στὰ ἄρθρα τοῦ Θάνου Κωτσάκη καὶ τοῦ Νικόλα Δημητριάδη:
«Ἡ Ἀθήνα ἐλεύθερη»
 «Ἡ ἐπιλογὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ὡς ἐθνικήςμας ἑορτῆς»
«Τὸ ΟΧΙ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ 1940 ἐνοχλεῖ. Νὰ καταργηθεῖ!».
 «Γιατί ἐνοχλεῖ ἡ 28η Ὀκτωβρίου;».

 

ΠΗΓΗ: liberal.gr

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΩΡΙΚΟ ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ ΤΗΣ 28ης

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

«ΑΙ ΗΜΕΤΕΡΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΜΥΝΟΝΤΑΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ»

.               Ἕξι δεκαετίες πέρασαν ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ Ἕλληνες δεχτήκαμε, τὸ ἡλιόλουστο πρωινὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, τὸ δωρικὸ ἐγερτήριο. Τὴν ἡμέρα αὐτή, ὅταν ἡ Ἰταλία κήρυξε τὸν πόλεμο κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Μουσολίνι εἶχε ὀκτὼ ἑκατομμύρια λόγχες, τόσα ἀεροπλάνα ὥστε νὰ σκεπάσει τὸν ἥλιο καὶ στόλο ποὺ κυριαρχοῦσε στὴ Μεσόγειο, ποὺ τὴν ἔλεγε Mare Nostrum, (ἡ θάλασσά μας). Καὶ ἡ Ἑλλάδα τινάχτηκε περήφανη καὶ γέμισε ἡ χώρα δάφνες καὶ δόξα. Καὶ οἱ Ἕλληνες τί εἴχαμε; Εἴχαμε κι ἐμεῖς τὸν λιγοστὸ στρατό μας, τὰ ἐλάχιστα καράβια μας καὶ τὰ ἀκόμη πιὸ λίγα καὶ μάλιστα παλαιὰ ἀεροπλάνα μας… ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Σχολιάστε

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ “ΟΧΙ” Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ποιητὴς ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν Ἑλλάδα (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) «Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα/Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς/Εἶχα τὰ μάτια μου /Παντοτινὰ στραμμένα /Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…»

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΟΥ ΟΧΙ
Γιῶργος Σαραντάρης:
Ὁ ποιητὴς ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὴν Ἑλλάδα

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Στοὺς πεσόντες κατὰ τὸν ἑλληνο – ιταλικὸ πόλεμο τοῦ 1940 – 41 συγκαταλέγεται ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ σημαντικὸς αὐτὸς ποιητὴς καὶ στοχαστὴς τῆς δεκαετίας τοῦ 1930. Δὲν πέθανε στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, ὅπως ἄλλοι συστρατιῶτες του. Ἀπὸ τὶς κακουχίες, βαριὰ ἄρρωστος, μεταφέρθηκε πρῶτα στὸ Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἰωαννίνων καὶ μετὰ στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἀπεβίωσε, στὶς 25 Φεβρουαρίου 1941, σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν. Στὴ νεκρολογία γιὰ τὸν θάνατό του ἡ «Καθημερινὴ» ἔγραψε, στὶς 2 Μαρτίου 1941:
«Μεταξὺ τῶν ἡρωικῶς πεσόντων εἰς τὸν ἀγώνα κατὰ τῆς ἰταλικῆς βαρβαρότητος καταλέγεται καὶ ὁ νέος λόγιος Γεώργιος Σαραντάρης. Ὁ Γ. Σαραντάρης ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀξιόλογους ποιητὰς τῆς νέας γενεᾶς, δημοσιεύσας τρεῖς ποιητικὰς συλλογὰς καὶ δύο φιλοσοφικὰ δοκίμια. Ὑπῆρξε συνεργάτης τῆς φιλολογικῆς σελίδος τῆς “Καθημερινῆς”, δημοσιεύσας σημειώματα δι’ ἄλλους νέους λογοτέχνας ὡς καὶ στίχους του. Στρατιώτης εἰς τὸ ἀλβανικὸν μέτωπον, προσέφερε τὴν ζωήν του ὑπὲρ τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Λόγῳ τῶν πολεμικῶν ἡμερῶν περιοριζόμεθα εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς εἰς μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος νέου διανοουμένου». Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1951 ὁ «Ἀθηναῖος» τῆς «Καθημερινῆς», στὰ δεκάχρονα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη, ἔγραψε: «Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦτο ὁ πρῶτος λογοτέχνης ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος του διὰ τὴν ἐλευθερίαν».
.           Λίγες μόνο δεκάδες ὀκάδες ζύγιζε ὁ Σαραντάρης καὶ σὲ ὅλη τὴ βραχύχρονη ζωή του παρέμεινε παντελῶς ἀγύμναστος. Τὸ μόνο, ποὺ γνώριζε, ἦταν νὰ διαβάζει ἀδιαλείπτως καὶ νὰ γράφει ἀκατάπαυστα ποιήματα καὶ φιλοσοφικοὺς στοχασμούς, παντοῦ ὅπου εὕρισκε χαρτὶ ἢ χαρτόνι: ἀπὸ κουτιὰ τσιγάρων, ἕως προγράμματα συναυλιῶν καὶ ἄλλων ἐκδηλώσεων… Εἶχε αὐξημένο βαθμὸ μυωπίας, κάτι ποὺ τὸν ἐμπόδιζε νὰ χειριστεῖ σωστὰ τὸ ὅπλο, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως δυσκολευόταν νὰ σηκώσει μαζὶ μὲ τὸν βαρὺ γυλιό του. Αὐτὸς ὁ ἀδύναμος, ἀγύμναστος καὶ μύωπας ποιητὴς ἐπελέγη νὰ ἐπιστρατευθεῖ μυστικὰ μετὰ τὸν τορπιλισμὸ τῆς Ἕλλης καὶ νὰ σταλεῖ στὰ σύνορα, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἕλληνες τὸν στρατὸ τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας… Καὶ πῆγε οὐσιαστικὰ πρὸς τὸν θάνατο χωρὶς γογγυσμό, ἀτενίζοντας τὸν οὐρανό, πιστεύοντας στὴν Ἀνάσταση καὶ ἀγαπώντας Χριστὸ καὶ Ἑλλάδα.
.           Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, ποὺ μὲ κάθε τρόπο ἔδειξε τὴν πρὸς τὸν Σαραντάρη εὐγνωμοσύνη του, ἀφοῦ πρῶτος ἐκεῖνος ἀντελήφθη τὸ ταλέντο του καὶ τὸν ἐνθάρρυνε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ποίηση, ἔγραψε: «Δὲν ἔχω γνωρίσει, θὰ ᾽θελα νὰ τὸ διακηρύξω, μορφὴ πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἁγνότερη ἀπὸ τὴ δική του. Ἄπραγος, ἀδέξιος, ἀνίκανος γιὰ ὁτιδήποτε πρακτικό, ζοῦσε μὲ τὸ τίποτε, καὶ δὲν τοῦ χρειαζότανε τίποτε ἄλλο ἔξω ἀπὸ τὴν Ποίηση…». Καὶ ἀλλοῦ: «Ἐπιτέλους, νά, κάποιος ἀδικημένος ἀπὸ τὴ φύση, φτωχός, ἔρημος, ποὺ ἔστρεψε τὸ κάτοπτρο ἀπὸ τὴν ὕβρι τῆς ζωῆς πρὸς τὸ θαῦμα της».
.           Γιὰ τὴν ἐπιστράτευση τοῦ Σαραντάρη καὶ τὸ πῶς τὴν ἀντιμετώπισε ἔγραψε ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους κριτικοὺς ποίησης τοῦ περασμένου αἰώνα:
«Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1940 ἕνα Διάταγμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κάλεσε στὰ ὅπλα τὴν κλάση τοῦ 1930 – σ’ αὐτὴν ἀνῆκε στρατολογικὰ ὁ Σαραντάρης – καὶ τὸν ἔστειλε νὰ φυλάξει τὰ σύνορα ποὺ φοβέριζε ὁ Ἰταλικὸς φασισμός. Τὸν εἶδα γιὰ τελευταία φορὰ στὴν πλατεία Κάνιγγος, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἐπιστρατευμένων ἐφέδρων ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόρτα τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφεῖο. Τὸ πρόσωπό του ἤρεμο καὶ χαμογελαστὸ πάντα, ἦταν ὁλότελα ἀποπνευματωμένο. “Φεύγω, μοῦ λέει, φίλε μου, πάω φαντάρος”. Ἀποχαιρετιστήκαμε μὲ συγκίνηση. Τὸν εἶδα νὰ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, κάνοντας μελαγχολικὲς σκέψεις, καθὼς συλλογιζόμουν πῶς θὰ μποροῦσε νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὶς δυσκολίες καὶ τὶς τραχύτητες τῆς στρατιωτικῆς ἐμπόλεμης ζωῆς, αὐτὸς ὁ καθόλου στρατιώτης. Κι ὅμως ἀκολούθησε καρτερικὰ τὴ μοίρα του, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι δίνει καὶ αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, τὸ παρών του στὸ κάλεσμα τῆς πατρίδας». Ὁ Καραντώνης θεωροῦσε ὅτι ὁ Σαραντάρης εἶχε ἕνα δικαίωμα: «νὰ θεωρεῖται σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς προδρόμους τοῦ σύγχρονου ποιητικοῦ μας λόγου».
.         Ὁ συστρατιώτης του συγγραφέας Θεμιστοκλῆς Ἀθηνογένης μίλησε γιὰ τὶς κακουχίες στὸ μέτωπο τῆς Ἀλβανίας:
«Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τὸν πόλεμο. Οἱ συνοριακὲς φρουρές μας προσπαθοῦν νὰ ἀποκρούσουν τὸν ἐχθρὸ ποὺ κατεβαίνει μέσα ἀπὸ τὰ φαράγγια τῆς Πίνδου. Πρέπει νὰ σπεύσομε νὰ ἐνισχύσομε τὰ παιδιὰ τοῦ 4ου Συντάγματος Λαρίσης ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὶς Ἰταλικὲς φάλαγγες τῆς Μεραρχίας Julia… Ἄρχισε ἡ πορεία. Μία πορεία ἀδιάκοπη. Σὲ κάποιες στάσεις οἱ φαντάροι μοιράζονταν ζάχαρη καὶ ξηροὺς καρπούς. Ἡ πορεία κράτησε 40 ὧρες. Τότε τὸν ἔχασα (Σημ. Τὸν Σαραντάρη)… Σὲ λίγο βρισκόμουν στὸ λόχο τοῦ Γιώργου Σαραντάρη. Ἦταν ὁ λόχος ὁ δικός του, ὁ 3ος λόχος. Χάρηκε πολὺ σὰν μὲ εἶδε ἔτσι ἀπρόσμενα, ξαφνικὰ μπροστά του. Δὲν τὸ περίμενε. Ἦταν πολὺ κουρασμένος, βρεγμένος.
Μοῦ ᾽σφιξε τὸ χέρι: “Τί θὰ γίνει τώρα;”
Ἡ αἰσιοδοξία εἶχε φύγει. – Γυρέψαμε κάπου νὰ κουρνιάσουμε τὴ νύχτα στὸ χωριὸ Βωβοῦσα. Βρήκαμε ἕνα πεζούλι ἐκκλησίας. Κοιμηθήκαμε ἐκεῖ. Ἦταν ὧρες φοβερές. Τὸ ἄγνωστο. Οἱ ἀρβύλες μεσ’ στὴ λάσπη….
Σὰν ἔφεξε ἡ μέρα ἀκροβολιστήκαμε σ’ ἕνα ὕψωμα καὶ περιμέναμε διαταγές. Ἀκούστηκαν οἱ σάλπιγγες τῶν Λαρισινῶν κι ἀμέσως ἄρχισαν νὰ κροταλίζουν τὰ ἰταλικὰ πολυβόλα. Ἀπ’ τὸ δικό μας λόχο δὲν εἴχαμε κανένα θύμα. Οἱ Λαρισινοὶ ὅμως πλήρωσαν ἀκριβά. – Ἦταν ἡ πρώτη μας ἐπαφὴ μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ τὴν κρυάδα τοῦ πολέμου.
Ἐκεῖ τὸν ἔχασα. Δὲν ἦταν κοντά μου.
Ἡ προέλαση συνεχίστηκε…
Πολλὲς φορὲς συναντηθήκαμε μὲ τὸν Σαραντάρη στὰ λασποχώρια, ἀπ’ ὅπου περνούσαμε. Ἤμαστε ἐξουθενωμένοι καὶ οἱ δύο. Πολὺ περισσότερο ὅμως ἐκεῖνος. Δὲν εἶχε, ἀπὸ τὴν ἀρχή, πολλὰ ἀποθέματα ἀντοχῆς.
Κάποτε βρέθηκα ἔξω ἀπὸ ἕνα χωριό, τὸ Κιλαρίτσι. Σὲ κάτι στάβλους εἶδα τὸν Σαραντάρη καθισμένο κάτω στὸ χῶμα σὲ φοβερὴ ἐξάντληση. Ἦταν χλωμός, ἀδύναμος. Τὰ μάτια του φωσφόριζαν παράξενα. Τὸν πλησίασα. Θυμᾶμαι ὅτι γονάτισα νὰ τοῦ μιλήσω καθὼς ἦταν καθισμένος.
“Ἔχεις τίποτα νὰ μοῦ δώσεις νὰ φάω;” μοῦ εἶπε. Ἔψαξα στὸ σακίδιο. Βρῆκα ἕνα κομμάτι ξερὴ κουραμάνα. Τοῦ ᾽δωσα. Ὕστερα μὲ κόπο ἀνάσυρε ἀπὸ τὸ χιτώνα του ἕνα μάτσο χαρτιά. Τὸ πρῶτο ποὺ μοῦ ᾽δειξε χαμογελώντας ἦταν μία ἰατρικὴ γνωμάτευση ποὺ τὸν ἔστελνε στὸ νοσοκομεῖο στὰ Γιάννενα, πού ᾽λεγε πὼς μποροῦσε νὰ ἀφήσει τὸ μέτωπο καὶ νὰ γυρίσει πίσω.
Τοῦ εἶπα:
“Μπράβο Γιῶργο!. Ἐσὺ σώθηκες. Κανεὶς δὲν ξέρει ἐμένα τί μὲ περιμένει”.
Τὸ δεύτερο χαρτὶ ἦταν ἕνα ποίημα. Μοῦ τὸ ἐμπιστεύτηκε. Μὲ μεγάλη συγκίνηση τὸ ἔβαλε στὸ χέρι μου. Τότε γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πὼς ὁ Σαραντάρης ἦταν Ποιητής. Ἐνῶ ἐγὼ ἀγωνιζόμουν νὰ ἐπιβιώσω, ἐκεῖνος, τὶς ὧρες τὶς ἐλάχιστες ποὺ ἔμενε ἐλεύθερος ἀπὸ πορεῖες, κακουχίες καὶ ἀγγαρεῖες ἀποσυρόταν στὴ γωνιὰ ἑνὸς ἀντίσκηνου κι ἔγραφε ποιήματα… Τὸ ποίημα αὐτὸ τὸ ἔχασα. Θυμᾶμαι ὅμως πολὺ καλὰ πῶς ἄρχιζε:
Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα
Μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς
Εἶχα τὰ μάτια μου
Παντοτινὰ στραμμένα
Στὸ ἑωθινό σου πρόσωπο…».
.         Γιὰ τὸν Σαραντάρη καὶ τὸν θάνατό του ἔγραψαν:
Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης χαρακτηρίζει τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη ὡς «τὴ μόνη καὶ πιὸ ἄδικη ἀπώλεια ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων». Παράλληλα καταγγέλλει τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς: «Θέλω ἀπροκάλυπτα νὰ καταγγείλω τὸ ἐπιστρατευτικὸ σύστημα ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ πού, δὲν ξέρω πῶς, κατάφερε νὰ κρατήσει στὰ Γραφεῖα καὶ στὶς ἐπιμελητεῖες ὅλα τὰ χοντρόπετσα θηρία τῶν ἀθηναϊκῶν ζαχαροπλαστείων καὶ νὰ ξαποστείλει στὴν πρώτη γραμμὴ τὸ πιὸ ἁγνὸ καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα. Ἕναν εὔθραυστο διανοούμενο, ποὺ μόλις στεκότανε στὰ πόδια του, ποὺ ὅμως εἶχε προφτάσει νὰ κάνει τὶς πιὸ πρωτότυπες καὶ γεμάτες ἀπὸ ἀγάπη σκέψεις γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ μέλλον της. Ἦταν σχεδὸν μία δολοφονία. Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου – ὁ μόνος ἴσως σὲ ὁλόκληρο τὸ στράτευμα -, θὰ μποροῦσε νά ’ναι περιζήτητος σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς Ὑπηρεσίες ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἀντικατασκοπεία, ἢ τὴν ἀνάκριση τῶν αἰχμαλώτων. Ἀλλὰ ὄχι. Ἔπρεπε νὰ φορτωθεῖ τὸ γυλιὸ καὶ τὸν ὁπλισμὸ τῶν τριάντα ὀκάδων, γιὰ νὰ χαθεῖ παραπατώντας μὲς στὰ χιονισμένα φαράγγια ἕνας ἀκόμη ποιητής, ἕνας ἀκόμη ἀθῶος στὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου. Φαίνεται ὅτι πέρασε φρικτὲς ὧρες. Τὰ χοντρὰ μυωπικά του γυαλιά, ποὺ χωρὶς αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα, τά ’χασε μέσα στὴν παραζάλη. Φώναζε “βοήθεια” στοὺς ἄλλους φαντάρους, αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς φώναζε “ἀδέρφια” καὶ τ’ “ἀδέρφια” τὸν κοροϊδεύανε, τὰ πιὸ ἀδίστακτα βαλθήκανε κιόλας νὰ τοῦ κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, ὁτιδήποτε χρήσιμο μποροῦσε ὁ δόλιος νὰ κουβαλεῖ. Ἀπόμεινε σὰν τὸ κατατρεγμένο πουλὶ μέσα στὴν παγωνιά. Χωρὶς νὰ βαρυγκομήσει. Χωρὶς νὰ ξεστομίσει ἕναν πικρὸ λόγο. Περήφανος, μ’ ἕνα σῶμα ἐλάχιστο καὶ μία μεγάλη ψυχή, ποὺ τὸν κράτησε ὅσο ποὺ νὰ τραγουδήσει ἀκόμη λίγο: Ἐγὼ ποὺ ὁδοιπόρησα μὲ τοὺς ποιμένες τῆς Πρεμετῆς κι ὕστερα ν’ ἀνεβεῖ “στοὺς τόπους ποὺ ἀγγέλλουν τὸν οὐρανὸ καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸν ἥλιο”. Ἔτσι πέθανε ἕνας Ἕλληνας ποιητής, ὅταν οἱ συνάδελφοί του στὴ Δύση βλαστημούσανε τὸ Θεὸ κι ἐμπιστεύονταν τὴ μαριχουάνα…».
.       Γιὰ τὸ τέλος τοῦ Γιώργου Σαραντάρη ἔχουμε τὴ μαρτυρία τῆς ἀδελφῆς του Λέλας Μιχοπούλου – Σαραντάρη, ὅπως τὴν μετέφερε στὸν ὑπογράφοντα ὁ πρῶτος ἐξάδελφός τους Παναγιώτης (Τάκης) Σαραντάρης:
«Τὸ τέλος του ἦταν πολὺ κοντά. Ἐμεῖς, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι, περιτριγυρίζαμε τὸ κρεβάτι του καὶ κλαίγαμε βουβά. Μᾶς εἶδε καὶ μὲ τὸ γλυκό του χαμόγελο, γεμάτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ πίστη, ἄρχισε ἐκεῖνος νὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας νὰ μὴν κλαῖμε, διότι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει στὸν κόσμο αὐτόν, διότι ἡ ζωὴ εἶναι αἰώνια καὶ συνεχίζεται, διότι μετὰ τὸν θάνατό του θὰ ζήσει μίαν ἄλλη, μεγαλύτερη χαρά…».
.           Ὁ φίλος του, ἀκαδημαϊκὸς Κωνσταντῖνος Δεσποτόπουλος ἔγραψε:
«Ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ βεβαιώσω πὼς εἶχε ὁ Σαραντάρης, τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, νικήσει τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ἄρρωστος βαριὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τοῦ 1941, ὕστερ’ ἀπὸ τὸν ὑποσιτισμὸ καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες του ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς ἁπλὸς στρατιώτης, ἐνταγμένος, παρὰ τὴ μεγάλη μυωπία του, σὲ μονάδα τῆς πρώτης γραμμῆς τοῦ μετώπου, εἶχε μεταφερθεῖ τελικὰ σὲ κλινικὴ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκαν οἱ αἰσθαντικοὶ φοιτητὲς Καλλίτσης καὶ Παπαμικρόπουλος, μέλη τοῦ φιλοσοφικοῦ μας Κύκλου, ποὺ θαύμαζαν τὸ πνεῦμα του καὶ τὸ ἦθος του. Πρόλαβε ὁ Παπαμικρόπουλος – πρὶν χαθεῖ, νομίζω, καὶ αὐτός, ὅπως χάθηκε καὶ ὁ Καλλίτσης, τόσο πρόωρα καὶ τόσο ἄδικα στὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς – νὰ μοῦ παρουσιάσει, καὶ μὲ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό μου, τὴν τότε εἰκόνα τοῦ Σαραντάρη, γαλήνιου ὁλωσδιόλου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, νὰ ψιθυρίζει πρὸς τοὺς δύο νέους παραινέσεις γιὰ ἐμμονὴ στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὑψωμένος ἤδη ὁ ἴδιος στὴ σφαίρα τῆς ἁγιότητας».
.           Ὁ Σαραντάρης εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες περιπτώσεις στὰ ἑλληνικὰ γράμματα ποὺ συνδύασε τὴν ποίηση μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ μάλιστα μὲ μία τάση πρὸς τὸν χριστιανικὸ ὑπαρξισμό. Γιὰ τὴ φιλοσοφικὴ σκέψη τοῦ ποιητῆ ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἀκαδημαϊκὸς Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος, σὲ ὁμιλία του στὸ Λεωνίδιο, τόπο καταγωγῆς τῆς οἰκογένειας Σαραντάρη, – ὁ ἴδιος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ μεγάλωσε στὴν Ἰταλία – σημείωσε ὅτι σὲ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Γερμανὸ ὑπαρξιστὴ φιλόσοφο Κὰρλ Γιάσπερς τοῦ εἶπε, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὁ Σαραντάρης «ἦλθε στὴ ζωή μας μὲ μία ὁλωσδιόλου καινούργια γλώσσα, καινούργια ἔκφραση προσωπική, βαθύτατα προσωπική, ἀλλὰ συγχρόνως βαθύτατα μεταφυσική». Καὶ πρόσθεσε: «Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης εἶναι ὁ μεταφυσικὸς λυρικὸς ποιητὴς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Τὸ νὰ τὸν χαρακτηρίσωμε μὲ λίγα λόγια, εἶναι δεσμὰ γιὰ μία προσωπικότητα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τολμήσωμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Σαραντάρης ἦταν ὁ πρῶτος μεταφυσικὸς λυρικὸς ποιητὴς τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος».
.           Ὁ καθηγητὴς καὶ διακεκριμένος φιλόσοφος Βασίλειος Τατάκης στὴ βιβλιοπαρουσίαση στὸ Θεσσαλονικιώτικο περιοδικὸ «Μακεδονικὲς Ἡμέρες» (Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 1937) τοῦ φιλοσοφικοῦ δοκιμίου τοῦ Γ. Σαραντάρη «Συμβολὴ σὲ μία φιλοσοφία τῆς Ὕπαρξης» γράφει πὼς σ’ αὐτὸ ὁ συγγραφέας ἀσχολεῖται μὲ τὰ οὐσιαστικότερα προβλήματα τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης καὶ πὼς συμβάλλει στὸ νὰ καταδείξει (προφητικὰ γιὰ τὶς ἡμέρες μας) πὼς ἡ κρίση ποὺ διέρχεται ἡ ἀνθρωπότητα δὲν εἶναι μόνο ἢ κυρίως οἰκονομική, ἀλλὰ αὐτὴ θρονιάζει μέσα μας.
.           Ὁ Θεσσαλονικιὸς ποιητὴς Τάκης Βαρβιτσιώτης ἔγραψε: «Ὁ Σαραντάρης πίστευε στὸν πνευματικὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ ἐλπίζει στὴν ὑπέρτατη παραμυθία, γιατί πορεύονταν τὸν ἐπίπονο δρόμο τῆς ζωῆς, ἀναζητώντας τὴ μακαριότητα καὶ στὸ τέρμα αὐτοῦ τοῦ δρόμου δὲν ἔβλεπε τὸ “ἀνεπανόρθωτο”, τὴν παγερὴ ὁριστικότητα ἑνὸς ἀδυσώπητου κύκλου, ἀλλὰ μίαν “ἄλλη χαρά”…».
.           Ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος σημείωσε ὅτι εἶχε ξεχωρίσει τὸν Σαραντάρη: «Ἀπὸ τοὺς μαθητές μας, ποὺ ἂν καὶ νεώτατοι τότε, ἦταν ἰσότιμα καὶ πνευματικὰ ἐλεύθερα μέλη τοῦ κύκλου, ξεχώρισαν πρὸ πάντων ὁ Γιῶργος Σαραντάρης, ποὺ πέθανε νέος, τὸ 1941, ἐκτελώντας τὸ στρατιωτικό του καθῆκον στὸ Ἀλβανικὸ μέτωπο, ἕνα ὡραῖο ποιητικὸ πνεῦμα ποὺ ἀντιμετώπισε προβλήματα τοῦ ὑπαρξισμοῦ μὲ μία καταπληκτικὰ πρωτότυπη σκέψη, καὶ ὁ Κώστας Δεσποτόπουλος…».
.           Ὁ Γιῶργος Σαραντάρης ἦταν ὁ πρῶτος καὶ ἴσως ὁ μόνος ποιητὴς καὶ στοχαστὴς ποὺ πέθανε, ἀφοῦ ρούφηξε στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχή του ὅλη τὴ δοκιμασία τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Ὅταν, χρόνια μετά, ὁ Παν. Κανελλόπουλος ρωτήθηκε τί ἔνοιωσε, ὅταν ἔμαθε τὸ θάνατο τοῦ Σαραντάρη, ἀπάντησε: «Στὴν ἀρχὴ ἦταν μία ἀκόμα τραγωδία ἀπὸ τὶς τόσες ποὺ συσσωρεύονταν γύρω μας… Μετὰ συνειδητοποίησα τὸ μεγάλο κενό… ». Γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη ὁ Κων. Τσάτσος ἔγραψε: «Ἡ Ἑλλάδα θυσιάζοντας τόσα παιδιά της στὸ βωμὸ τῆς ἰδέας, ποὺ ἀπὸ αἰῶνες ὑπηρετεῖ, θυσίασε ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ καὶ τὸ πνευματικό της παιδί, τὸ Γιῶργο Σαραντάρη».
.           Ὁ φίλος τοῦ Σαραντάρη Νικηφόρος Βρεττάκος ἔγραψε: «Ἦρθε ὁ πόλεμος τοῦ ’40. Ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τοὺς πρώτους. Βρέθηκα στὰ ἑλληνοαλβανικὰ σύνορα μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ πολέμου. Χάσαμε κάθε ἐπαφὴ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο. Ἀργότερα, δὲν θυμᾶμαι ποιὰ ἀκριβῶς ἡμερομηνία, ἦρθε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὴ Μελισσάνθη πάνω στὰ βουνὰ ποὺ βρισκόμουνα. Ἔλεγε πὼς ὁ Σαραντάρης ἦταν βαριὰ ἄρρωστος. Ἔχοντας συλλάβει μὲ τὴν ἀπόσταση καὶ τὸν καιρὸ τὴν πνευματική του ἀξία ἔνοιωσα φοβερὴ συγκίνηση. Ἔγραψα ἕνα γράμμα γιὰ τὸν ἴδιο στὴ Μελισσάνθη παρακαλώντας νὰ πάει στὸ νοσοκομεῖο νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ἔλαβα τὴν ἀπάντησή της: “Ἔλαβα τὸ γράμμα σου ἀλλὰ ὁ φίλος μας πέθανε. Πῆγα καὶ τοῦ τὸ διάβασα στὸν τάφο”».
.           Ὁ Κώστας Λασσιθιωτάκης ἔγραψε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαραντάρη: «Συχνὰ θέλησα νὰ συλλάβω τὴν εἰκόνα τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου μὰ τὸ εὕρισκα δύσκολο τόσο ὅσο τὸ νὰ συλλάβω τὸ ἴδιο τὸ πνεῦμα. Ὅταν συνάντησα τὸν Σαραντάρη, δὲν ἀντίκρυσα μονάχα τὴν εἰκόνα μὰ καὶ τὸ ἤρεμο μεγαλεῖο τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Σαραντάρης εἶχε τόσο κορμί, ποὺ ἀποροῦσες πῶς μποροῦσε νὰ ἐνοικεῖ μέσα σὲ ἕνα τόσο ἀσήμαντο σκεῦος τόση καὶ τέτοια ζωή… Ὤ, ναί! Πόνεσα πολὺ γι’ αὐτὸ τὸ θάνατο».
.           Τὸν σημαντικὸ αὐτὸ ποιητὴ καὶ στοχαστὴ λίγοι τὸν προσέγγισαν καὶ τὸν προσεγγίζουν. Καὶ λίγοι τὸν μνημόνευσαν καὶ τὸν μνημονεύουν. Ὁ Παν. Κανελλόπουλος δίνει μίαν ἐξήγηση: «Δὲν θὰ τὸν πλησιάσουν, γιατί τὴν ἐπαφὴ μαζί του θὰ ἀποκλείσει ὁ φόβος, μήπως ἡ πρωτοτυπία ἐκείνου ἀποκαλύψει πιὸ πολὺ (στὰ ἴδια τους τὰ μάτια) τὴν κοινοτοπία τοῦ δικοῦ τους λόγου. Ὅσοι κάθονται ἄνετα καὶ ἀξένοιαστα δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὴν ἰσορροπία, ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν πνευματικὴ νωθρότητά τους».
.           Μπορεῖ ἡ ἰντελιγκέντσια τοῦ καιροῦ, τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ καιροῦ μας νὰ μὴν ἄντεχε καὶ νὰ μὴν ἀντέχει τὸν Γιῶργο Σαραντάρη καὶ νὰ τὸν ἔχει ἀπωθήσει στὴ λησμονιά, ὅμως ἐμεῖς, σὲ κάθε εὐκαιρία καὶ πρὸ πάντων στὴν ἐπέτειο τοῦ μεγάλου «Ὄχι», θὰ τὸν θυμόμαστε, πάντα μὲ ἀγάπη καὶ μὲ βαθιὰ ἐκτίμηση στὸ ἔργο του. –

Βιβλιογραφικὸ σημείωμα

       Οἱ περισσότερες δηλώσεις περιέχονται στὸ μοναδικὸ βιβλίο τῆς Ὀλυμπίας     Καράγιωργα «Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ Μελλούμενος», Ἔκδ. Δίαυλος, Ἀθήνα, 1995.
Ἄλλα βιβλία ποὺ χρησιμοποιήθηκαν εἶναι:      
– Βαρβιτσιώτη Τάκη «Ποίηση καὶ ποιητικὰ θέματα τοῦ Γιώργου Σαραντάρη», Περ/κό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη, τεῦχος 2, 1958.
– Δεσποτόπουλου Κωνσταντίνου «Φήμη Ἀπόντων», Ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 1995.
– Ἐλύτη Ὀδυσσέα «Ἀνοιχτὰ χαρτιά», Ἔκδ. «Ἴκαρος», 6η Ἔκδ., Ἀθήνα 2004.
– Κανελλόπουλου Παναγιώτη «Τὰ Δοκίμια», Ἐκδόσεις Ἑταιρείας Φίλων Παν. Κανελλόπουλου, Τόμος Τρίτος.
– Καραντώνη Ἀντρέα «Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία – Φυσιογνωμίες, Β΄ Τόμος, Ἔκδ. Δήμ. Ν. Παπαδήμα, Ἀθήνα, 1977.
– Λορεντζάτου Ζήσιμου «Διόσκουροι», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 1997.
– Λορεντζάτου Ζήσιμου «Collectanea», Ἔκδ. «Δόμος», Ἀθήνα, 2009.
– Μπενάκη Λίνου Γ. «Μνήμη – Κείμενα γιὰ τοὺς πέντε φιλοσόφους, Ἰωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κ. Κανελλόπουλο, Κωνσταντῖνο Δ. Τσάτσο, Εὐάγγελο Π. Παπανοῦτσο, Βασίλειο Ν. Τατάκη. Βιογραφικὰ σημειώματα καὶ ἐξαντλητικὴ ἐργογραφία τους. Ἔκδ. «Παρουσία», Ἀθήνα, 2006.
– Παπαθανασόπουλου Γιώργου Ν. «Γιῶργος Σαραντάρης: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος», Ἔκδ. «Ἔκπληξη», Ἀθήνα, 2011.
– Τσάκωνα Δημ. «Ἰδεαλισμὸς καὶ Μαρξισμὸς στὴν Ἑλλάδα», Ἔκδ. «Κάκτος», Ἀθήνα, 1988.
–   Χρονικὰ τῶν Τσακώνων, Τόμος πέμπτος.

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ “ΟΧΙ” ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ ΟΧΙ τῆς ἐλευθερίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθαασόπουλου

.             Οἱ ξένοι παραξενεύονται, ποὺ οἱ Ἕλληνες ἑορτάζομε τὴν ἀρχὴ τοῦ πολέμου μὲ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ ὄχι τὴν ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὸν ναζιστὴ βάρβαρο κατακτητή. Ἐμεῖς νιώθουμε ὑπερήφανοι καὶ μνημονεύουμε τὸ ΟΧΙ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας, τὸ ΟΧΙ στὴ βία, στὴν ἀδικία, στὴν ἐπιχείρηση ἐπιβολῆς τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου.
.             Τὸ μήνυμα τοῦ ΟΧΙ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 εἶναι μήνυμα ἀγώνα γιὰ πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἐλευθερία καὶ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν πρέπουσα προσωπικὴ στάση τοῦ κάθε Ἕλληνα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤρθη στὸ ὕψος τῶν ἱστορικῶν περιστάσεων. Ξέχασε ἰδεολογικοὺς καὶ πολιτικοὺς φανατισμούς, ἐμφύλιους διχασμούς, προσωπικὲς φοβίες καὶ ἀτομικὰ συμφέροντα καὶ συνέβαλε στὴν ἀποτελεσματικὴ προστασία τῆς ἐλευθερίας του.
.             λευθερία δν εναι κάτι εκολο. Δν εναι κάτι πο γοράζεται στ σοπερ μάρκετ. ποκτται μ σκληρ γώνα κα δι τς Παιδείας. Εἶναι λυπηρὸ πὼς στὴ σύγχρονη Ἱστορία μας ὑπάρχουν συχνὰ ἐνέργειες ὑπονόμευσης τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας μας. Δὲν ξεχνᾶμε τὴ φαγωμάρα μας, ἐνῶ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κινδύνευε νὰ κατασταλεῖ ἀπὸ τοὺς Ὀσμανλῆδες. Ὁ Σολωμὸς ἔγραψε στὸν Ὕμνο πρὸς τὴν Ἐλευθερία: «Ἀπὸ στόμα ὁπού φθονάει, παλληκάρια, ἂς μὴν πωθῆ, πὼς τὸ χέρι σας κτυπάει τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή. – Μὴν εἰποῦν ᾽σ τὸν στοχασμό τους τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά, ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσά τους δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά». Δὲν ξεχνᾶμε τὸν μετὰ τὸ ἔνδοξο ΟΧΙ καταστροφικὸ ἐμφύλιο, οὔτε τὸ διεφθαρμένο σύστημα διαχείρισης τῶν δημόσιων οἰκονομικῶν, ποὺ μᾶς ὁδήγησε στὸ νὰ ζοῦμε σήμερα σὲ καθεστὼς περιορισμένης ἐλευθερίας καὶ κηδεμονίας ἀπὸ τοὺς δανειστές μας.
.             Ὁ Νικολάϊ Μπερντιάγεφ στὸ βιβλίο του «Τὸ πνεῦμα τοῦ Ντοστογιέφσκι» γράφει πὼς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ διανύσει τὸ δρόμο τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία μεταβάλλεται σὲ δουλεία καὶ καταστρέφει τὸν ἄνθρωπο, ὅταν αὐτός, στὴν ἄγρια ὁρμὴ τῆς ἐλευθερίας του, δὲν ἀναγνωρίζει τίποτε πιὸ πάνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκι εἶναι σὰ νὰ ζεῖ σήμερα στὴν Ἑλλάδα. Τὸ 1873, στὸ «Ἡμερολόγιό» του, γράφει πὼς τν εθύνη γι τν ρρωστημένη κατάσταση τς κοινωνίας τν χει οκογένεια, μ τν οσιαστικ μάθειά της, κα Πολιτεία, πο ντικαθιστ τν ληθιν Παιδεία μ τν ναιδ ρνηση, ὅπου τὰ ὑλικὰ κίνητρα κυριαρχοῦν πάνω σὲ κάθε ὑψηλὴ ἰδέα, ὅπου τὰ παιδιὰ διαπαιδαγωγοῦνται χωρὶς ἀρχὲς καὶ πέρα ἀπὸ κάθε φυσικὴ ἀλήθεια, μὲ ἔλλειψη σεβασμοῦ ἢ ἀδιαφορία στὴν Πατρίδα καὶ εἰρωνικὴ περιφρόνηση πρὸς τὶς παραδόσεις τοῦ λαοῦ.
.             Ἐλευθερία. Μεγάλη λέξη. Ἡ σπουδαιότερη ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ζῶα. Πόσα ὅμως ἐγκλήματα ἔχουν γίνει καὶ γίνονται στὸ ὄνομά της… Καὶ πόσο δύσκολο εἶναι νὰ ἀντισταθοῦμε στὴν ὀργουελιανὴ ἐπίθεση ποὺ δεχόμαστε, μὲ τὴν ὁποία ὁ «μεγάλος ἀδελφὸς» ἐπιχειρεῖ, μὲ ὅλα τὰ μέσα, νὰ μᾶς πείσει πὼς «ἡ σκλαβιὰ εἶναι ἐλευθερία». Ὅμως πρέπει ν ντισταθομε. Τὸ ὀφείλουμε στοὺς ἥρωες τοῦ ΟΧΙ καὶ στὶς ἑπόμενες γενιές.-

, ,

Σχολιάστε