Ἄρθρα σημειωμένα ὡς 1940

Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 1940 ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΪΚΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ 2021. (Δ. Νατσιός)

Ἡ ἀγέραστη Ἑλλάδα τοῦ 1940
καὶ ἡ παρανοϊκὴ χώρα τοῦ 2021. 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

.                        Στὸν πανηγυρικὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε ὁ Στρατὴς Μυριβήλης ἀναφέρει καὶ ἕνα ὡραῖοἐπεισόδιο. Ὁ σπουδαῖος λογοτέχνης μας εἶχε ἐξασφαλίσει ἄδεια ἀπὸ τὸ Γενικὸ Ἐπιτελεῖο γιὰ νὰ ἀνεβεῖ τὶςπαγωμένες ἀετοράχες τῆς Πίνδου καὶ νὰ παρευρεθεῖ θεατὴς στὸν πανεθνικὸ συναγερμὸ τοῦ Σαράντα. Εἶδε πολλὰ καὶ θαυμαστά. Διαβάζω: «Ἕνας φαντάρος ἔπιασε αἰχμάλωτο ἕναν Ἰταλὸ λοχία, τὴν ὥρα ποὺ ὁ λόχος του δέχτηκε στὰ σκοτεινὰ τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἐπίθεση. Ὁ Ἰταλὸς ἑτοιμαζόταν νὰ τὸν μαχαιρώσει στὰ μουλωχτὰ μὲ τὴν ξιφολόγχη του. Ἔπιασε τὸ χέρι του, τὸ δάγκωσε καὶ τὸν ἀφόπλισε.
-“Πῶς σοῦ ἦρθε καὶ δὲν τὸν σκότωσες μὲς στὴν νύχτα;”, τὸν ρώτησα.
-“Νὰ σᾶς πῶ”, μου εἶπε. “Ἐκείνη τὴν ὥρα, ἔτσι ποὺ μὲ ξάφνιασε, ἑτοιμαζόμουν νὰ τοῦ τὴν φέρω. Οἱ σύντροφοί του, ποὺ μᾶς εἶχαν κάνει τὸν αἰφνιδιασμό, τό ᾽βαλαν στὰ πόδια καὶ τὸν ἄφησαν. Ὅπου τόνε κοίταξα στὴ φέξη τῆς φωτιστικῆς ρουκέτας. Ἦταν ὄμορφο παλληκάρι. Λυπήθηκα νὰ τὸν χαλάσω”. Καὶ γέλασε σὰν παιδὶ γιὰ τὴν ἀδυναμία του. Φαντάζομαι πὼς μόνο ἕνας Ἕλληνας πολεμιστής, ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς πολεμιστὲς τοῦ κόσμου, μποροῦσε νὰ κάνει κάτι τέτοιο. Καὶ ἡ φράση, ποὺ μεταχειρίστηκε, ἦταν τόσο ὡραία. Εἶπε: “λυπήθηκα νὰ τὸν χαλάσω”. Ὑπάρχουν εὐτυχισμένες στιγμές, ποὺ ἕνα ἄτομο, ξαφνικὰ συγκεντρώνει καὶ ἐκφράζει τὴν εὐγένεια ἑνὸς λαοῦ, μίας ὁλάκερης φυλῆς». (Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, «Πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν», σελ. 319).
.                        Αὐτὰ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, τὴν 28η Οκτωβρίου τοῦ 1940, ποὺ «κοιμηθήκαμε ἄνθρωποι καὶ ξυπνήσαμε ἔθνος». Ὅταν ἤμασταν ἀληθινοὶ Ἕλληνες καὶ ὄχι ἀσκέρι ἀδέσποτο.
.                        Διαβάζω γιὰ τὶς σημερινὲς προκοπὲς τῆς «ἄλκιμης» νεολαίας μας. 23 Ὀκτωβρίου 2021. «Λίγο μετὰ τὰ μεσάνυχτα ὁμάδα 100 περίπου κουκουλοφόρων βγῆκε ἀπὸ τὸ ΑΠΘ καὶ ἐπιτέθηκε μὲ βόμβες μολότοφ σὲ διμοιρία τῶν ΜΑΤ. Ἡ ἀστυνομία ἀπώθησε τοὺς νεαρούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν στὸ ΑΠΘ, γιὰ νὰἐπιτεθοῦν ἐκ νέου λίγα λεπτὰ ἀργότερα… Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἐντός τοῦ πανεπιστημιακοῦ χώρου βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη πάρτυ οἰκονομικῆς ἐνίσχυσης φυλακισμένων καὶ διωκομένων ἀντεξουσιαστῶν». (Ἀπὸ τὸν ἱστότοπο «Ἐφημερίδα»).
.                        Μάλιστα. Στὸ πρῶτο κείμενο ἀναπνέεις. Ἀνάσες λευτεριᾶς, ἡρωισμοῦ καὶ εὐγένειας. Στὸδεύτερο πιάνεις τὴν μύτη σου ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις. Δυσωδία, παρακμὴ καὶ μίσος. Ἡ ἀγέραστη Ἑλλάδα τοῦ’40 καὶ ἡ ἑτοιμοθάνατη Ἑλλάδα τοῦ 2021.
.                        Στὸ προλογικὸ κείμενο, ἕνα νέο παιδί, στρατιώτης στὸ μέτωπο, ἀπὸ κάποιο χωριὸ τῆς πατρίδας, μὲ λίγα ἢ καθόλου γράμματα, ποὺ πρὶν ἀνέβει στὰ διάσελα τῆς ἱστορίας, πάλευε μὲ τὴ γῆ τῶν προγόνων του, τὴν καλλιεργοῦσε. Δὲν ἦταν χῶμα ἁπλό, ἦταν ἀγκαλιὰ γι’ αὐτόν. Ἔπαιρνε τὸν ἱδρώτα του καὶτοῦ ἔδινε καρπούς. Ἔπαιρνε τὴν ζωή του καὶ τοῦ ἔδινε μνήμη, εὐλάβεια, σέβας στὰ χώματα ποὺ ἦταν θαμμένοι οἱ γεννήτορες. Ἦταν ἡ πατρίδα του ἔννοια καὶ ἀξία σεπτή, ἁγία. Καὶ ἅγια ἔπραξε καὶ δὲν χάλασε τὸν αἰχμάλωτο ἐχθρό. Ἔρρεε ἡ ἱστορία τοῦ Γένους στὶς ἀρτηρίες του.
.                        Κάποτε τὰ παλληκάρια τοῦ ἀετοῦ τῆς Ρούμελης, τοῦ Καραϊσκάκη, συνέλαβαν ἕνα δειλό, ἕναν κιοτή, σαπιοκοιλιὰ ποὺ ἔλεγε ὁ στρατηγός. Τὸν ἔφεραν μπροστά του. Ἡ ποινὴ γι’ αὐτὸν ἦταν ὁ θάνατος. Τὸν ρώτησαν τί νὰ τὸν κάνουν, ἁρπάζοντας τὰ γιαταγάνια. «Ἂν τὸν σκοτώσετε, θὰ πράξετε δίκαια», τοὺς λέει. «Ἂν τοῦ χαρίσετε τὴν ζωή, θὰ πράξετε ἅγια». Καὶ τοῦ χάρισαν τὴν ζωή, γιατί καὶ αὐτὸς εἶχε τὸ «φύσημα τοῦΘεοῦ» μέσα του ποὺ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Μακρυγιάννης.
.                        Ἔξω ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ἑλληνόπουλα κι αὐτά. Μὲ μόρφωση καὶ ξένες γλῶσσες. Μπουκωμένα ἀπὸ μεταπτυχιακὰ καὶ διδακτορικὰ χαρτιά. Μεγαλωμένα μὲ χειρότερη τιμωρία, ποὺ καταδικάσαμε τὰ παιδιά μας: νὰ μὴν τοὺς λείπει τίποτε. Μὲ τὰ θαυμάσια παιδικὰ δωμάτια, σκαρφαλωμένα σὲ κάποιον ὄροφο πολυκατοικίας. Μοσχοαναθρεμμένες μοναχοκόρες καὶ μοναχογιοὶ οἱ περισσότεροι. Μὲτὴν, καταπῶς λένε τὰ τελευταῖα χρόνια, «κλασσικὴ Ἑλληνίδα μαμά», δούλα του καὶ ὑπηρέτρια.
.                        Παρένθεση. Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ κλασσικὴ Ἑλληνίδα μητέρα. Αὐτὴ εἶναι τὸ κακέκτυπό της. Διαβάζω στὴν τότε, τοῦ 1940, ἐφ. «Πρωία», μία ἐπιστολὴ μίας μάνας, χήρας ἀπὸ τὸ Μέγαρα, ποὺ μόλις εἶχε λάβει τὸν πολεμικὸ σταυρὸ ἀνδρείας τοῦ σκοτωμένου γιοῦ της. «Ὁ Δημητρός μου, ὁ μοναχογιός μου, ὁ προστάτης τῶν τριῶν κοριτσιῶν μου, ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Χαλάλι τῆς πατρίδας ὁ Δημητρός μου. Ἂς ἤτανε νὰ πέθαινα κι ἐγὼ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω ἡ Ἑλλάς». (Ἀπὸ τὸν τόμο «ὁ τύπος στὸν ἀγώνα»). Αὐτὴ εἶναι Ἑλληνίδα μάνα καὶ ὄχι κάποια  «κλασσικὴ» μαμὰ τοῦ σήμερα, πού, μὲ τὸ κινητὸ στὸ χέρι, ἀνατρέφει τὸν αὐριανὸ «ἀνδρεῖο» κουκουλοφόρο γιό της.
.                        Ἔβγαιναν οἱ λόχοι τῶν… κουκουλοφλώρων ἀπὸ τὰ ἀπόρθητα καὶ ἄσυλα ὁρμητήριά τους στὸΑΠΘ. Καὶ ποιοὺς στόχευαν μὲ τὶς βόμβες τους; Τὴν ἀστυνομία. Πῶς λέγεται αὐτό, χωρὶς νὰ τὰμπογιατίζουμε μὲ ἀριστερόμυαλες ἀνοησίες καὶ ἰδεοληψίες; Ἐμφύλιες διαμάχες. Ποιός τρίβει τὰ χέρια του; Ὁ λύκος ἀπέναντι. Ποιό λάκκο σκάβουμε; Τὸν δικό μας. Ποιός φταίει; Ἂς γράψει ὁ καθένας μας τὴν ἀπάντηση. Μόνο νὰ σκεφτοῦμε πολὺ πρὸς τὰ ποῦ θὰ στρέψουμε τὸν δείκτη τοῦ χεριοῦ μας.  (Ἡ παράνοια εἶναι χωρὶς ὅρια. Ἑνώθηκαν ὀρδὲς κουκουλοφόρων μὲ ρομάδες, ἀπειλώντας γιὰ ἀντίποινα. Ὅταν ἔπεφτε νεκρὸ ἕνα παιδάκι στὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου του, στὴν Ἀθήνα, ἀπὸ ἀεροντουφεκιὲς τῶν ρομάδων, ποῦ ἦταν οἱκουκουλοφόροι νὰ διαμαρτυρηθοῦν; Καὶ τὸ ἔγκλημα παραμένει ἀνεξιχνίαστο. Τί νὰ πεῖ κανείς;).
.                        Πίσω πάλι στὰ «μεγάλα χρόνια», στὴν Ἑλλάδα ποὺ ἤξερε νὰ ἀντιστέκεται, στὴν τρανὴ πατρίδα ποὺ εἶχε τὰ μάτια της στραμμένα στὸν οὐρανό. Ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στὸ βιβλίο του «Τὸ περιβόλι τῶν θεῶν», (σελ. 135), περιγράφει τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ στὸ στρατιωτικὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμὸς» καὶ τὴν στιχομυθία μὲ πληγωμένο στρατιώτη:
«–Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου;
–Στὸ Ἰβάν!
–Ἔ, τὸ Ἰβὰν τὸ τιμωρήσαμε! Ἔπεσε χθὲς τὸ βράδυ.
–Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ εἶχε πέσει ἐδῶ καὶ πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τὴν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νὰ μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θὰ τὸ παίρναμε ἀπὸ τότε».
.                     Ἂς τιμήσουμε μεθαύριο κατὰ τὴν ἐπέτειο τοῦ ΟΧΙ, κάποιους  «κλασσικοὺς Ἕλληνες» ποὺἤξεραν νὰ ποῦν γιατί, ἐδῶ καὶ εἰκοσιπέντε αἰῶνες, ὁ Αἰσχύλος, θέλησε νὰ τοῦ γράψουν στὸν τάφο τουἐπιτύμβιο, ὄχι πὼς στάθηκε ὁ ποιητὴς τῆς «Ὀρέστειας», ἀλλὰ ὅτι πολέμησε στὸν Μαραθώνα.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ 1821 ΚΑΙ ΤΟ 1940 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Τὸ 1821 καὶ τὸ 1940

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                     Στὶς 25 Μαρτίου τοῦ 1945 ὁ καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν ἀείμνηστος Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος ἐκφώνησε ἐπετειακὸ λόγο στὴν πλατεία τοῦ Θησείου ἐνώπιον πλήθους πολιτῶν. Ἡ Πατρίδα μόλις εἶχε βγεῖ νικήτρια ἀλλὰ καθημαγμένη ἀπὸ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴν κατοχή.
.                      Ὁ καθηγητὴς γιὰ τὸ 1821 τόνισε ὅτι μὲ τὶς ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις ποὺ οἱἝλληνες εἶχαν συγκεντρώσει μέσα τους, κατὰ τοὺς μαύρους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς, ἄνοιξαν τὸν ἡρωικό, πολύνεκρο καὶ πολύχρονο ἀγώνα ἐναντίον τῆς τουρκικῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἄρχιζε ἀπὸ τὸν Δούναβη καὶ τελείωνε στὸν Εὐφράτη. Καὶ συμπλήρωσε: «Ἦταν ἄνοιξη. Μαζὶ μὲ τὸ φανέρωμα τῆς ζωῆς καὶ μαζὶ μὲ τὸ φανέρωμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ στὴν Παναγία, βγῆκαν οἱ Ἕλληνες τοῦ 1821 νὰ ζητήσουν ἐλευθερία, νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ κράτος, βγῆκαν καὶ ἔσυραν τὸ χορὸ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὁ γύρος τοῦ χοροῦ ἄνοιξε γρήγορα καὶ μπῆκε μέσα του ὅλο τὸ Ἔθνος, ἀπὸ τὸν Δούναβη ὣς τὴν Κύπρο».
.                           Στὴ συνέχεια ὁ Ἰωάν. Θεοδωρακόπουλος εἶπε ὅτι ὅπως τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος τὸ1821 χτύπησε τὴ βία τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ Μωάμεθ ἔτσι καὶ τὸ 1940 χτύπησε τὴ βία τοῦφασισμοῦ καὶ ἀποκάλυψε τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀπανθρωπιά του. Ὁ καθηγητὴς ἐπέμεινε στὴν πάλη ποὺ γίνεται στὸν κόσμο ἀνάμεσα στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ βία καὶ ἐπισήμανε ὅτι οἱ τύραννοι καὶ ὅσοι πιστεύουν στὴ βία γιὰ νὰ κατακτήσουν τὴν ἐξουσία δίνουν ὑποσχέσεις, ποὺ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ βλέπουν πολὺ κοντά, ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὸ ὑλικὸ ἀγαθό, γιὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσουν τὴμακρινὴ ὅραση, τὴν ἐλευθερία, ποὺ βλέπει πάνω ἀπὸ τὴν ὑλικὴ εὐημερία τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ λαοῦ.
.                     Ἡ βία ἐκφράστηκε στοὺς αἰῶνες μὲ πολλὲς μορφὲς καὶ ὑπὸ διάφορα καθεστῶτα. Σήμερα εἶναι ἡ πιὸ ὕπουλη καὶ ἡ πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ κάθε προηγούμενη ἐποχή. Αὐτό, γιατί ἐπιβάλλεται ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν «δικαιωμάτων», ποὺ οἱ ἰσχυρὲς μειοψηφίες ἐπιβάλλουν σὲ βάρος τοῦ Δικαίου καὶ τῶν φυσικῶν καὶ ἠθικῶν κανόνων. Οἱ ἀνθρώπινες Ἀξίες καὶ οἱ κοινωνικὲς Ἀρχὲς δὲν ἐπιδέχονται «ἐξέλιξη».  Εἶναι σαφὲς ὅτι στὴν καθημερινή μας ζωὴ τείνει νὰδιαπλαστεῖ μία ἀντιστροφὴ στὸν ψυχισμό μας. Πᾶμε νὰ πεισθοῦμε πὼς τὸ σωστὸ δὲν εἶναι ἡἐφαρμογὴ στὴ ζωή μας τῶν Ἀρχῶν ποὺ καταξιώνουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὁ ὠφελιμισμός, ποὺ θὰ μᾶς κάνει νὰ ξεχάσουμε τὴ φύση μας καὶ νὰ καταστοῦμε ἁπλῶς ἐργαλεῖα χρήσιμα στὸ σύστημα.
 .                     Ὁ Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος τελείωσε τὴν ὁμιλία του στὸ Θησεῖο λέγοντας ὅτι ἡἱστορία ἔγραψε ἤδη ὅτι οἱ Ἕλληνες τοῦ 1821 νίκησαν τὴ βία τοῦ σουλτάνου καὶ τὴν ἀδιαφορία τῶν εὐρωπαίων καὶ ζητώντας ὅλοι νὰ σταθοῦν ὄρθιοι καὶ σιωπηλοὶ λίγες στιγμὲς γιὰ τὴ μνήμη τῶνἡρώων ποὺ ἔπεσαν γιὰ τὴν τιμὴ τῆς Ἑλλάδος. Μακάρι οἱ ἑπόμενες γενιὲς νὰ μᾶς μνημονεύουν ὅτι μὲ τὶς Ἀξίες μας ἀντιμετωπίσαμε μὲ ἐπιτυχία τὴν ἐπιχείρηση ἀλλοτρίωσής μας.-  

, , ,

Σχολιάστε

TO ΕΠΟΣ ΤΟΥ ᾽40 ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ

Τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς φυλῆς μας

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

    .               Ἡ λιτὴ ἀπάντηση τοῦ τότε πρωθυ­πουργοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννη Μεταξᾶ στὸν πρεσβευτὴ τῆς Ἰ­­τα­λίας τὴν αὐγὴ τῆς 28ης ­Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 σημείωσε ἀνεξίτηλα στὴν ἱστορία τῆς ὑδρογείου μιὰ ἱστορικὴ ­καμπή. Ἄλ­­λα­ξε τὸ ἦθος τοῦ πολέμου τῶν ­πέν­τε ἠπείρων. Ἡ ­ἀπήχηση τοῦ ΟΧΙ δὲν συγ­κλόνισε μόνο τὸν ­εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Συγ­κλόνισε τὴν Ἄπω Δύση καὶ τὴν Ἄ­­­πω ­Ἀνατολή. Στὶς Ἰνδίες ­ἔκριναν ὅτι «τὸ μέλ­λον τῶν Βαλκανίων ἐξαρτᾶται ἀ­­­πὸ τὴν τύχη τῆς Ἑλλάδος». Στὴν Ἰαπω­νία φάνηκε τόσο ­ἀπίστευτο τὸ γεγονός, ὥ­σ­τε καταγγέλθηκε ὅτι «ἡ Ἑλ­­λὰς ἐπετέθη κατὰ τῆς ­Ἰταλίας»! ­Ὡστόσο τὴν ­ἀκριβέστερη ­ἐκ­τί­μη­ση τῆς ­ἱστορικῆς ἐ­­­­­­κείνης στιγ­μῆς τὴν ἔ­­­­­κανε ἡ ἀμερικανι­κὴ ­ἐφημερίδα «Κρί­στιαν Σάϊενς Μό­­νιτορ», ἡ ὁ­­­ποία ἔγραψε: ­«Δύ­να­ται νὰ ­εἴ­πῃ κανεὶς χωρὶς δισταγμόν, ὅτι ἴ­­σως ἐκεῖ ἐπά­νω, εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου, κρίνεται ἡ τύχη ὁ­­λοκλήρου τοῦ πολέμου».
.               Καὶ πράγματι αὐτὸ συνέβη! Τὸ ἔπος τοῦ 1940-41 τό ’γραψε ὁ ­Ἕλληνας στρα­­τιώτης ποὺ ­σκαρ­φάλωσε σὲ ἀπά­τη­τες κορφές. Ἐκεῖ ἐπάνω ἀνάμε­σα οὐ­ρανοῦ καὶ γῆς οἱ φαντάροι μας πρόταξαν τὰ στήθη τους, ἔγιναν ­δημιουργοὶ νέων Μαραθώνων ­δίνοντας στὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος τὴν ἀποφασιστική του στροφὴ πρὸς μιὰ ὑπέροχη κάθαρση. Ἡ δόξα διάλεξε γι’ αὐτὸ τὸ ὑπέρ­οχο ἱστορικὸ γεγονὸς τὰ πιὸ ἄγρια, τὰ πιὸ σκυθρωπὰ βουνὰ Σμόλικα καὶ Γράμμο, ποὺ τινάζουν τὶς φοβερὲς κορ­φές τους στὰ σύννεφα – 2.520 ἕως 2.636 μέτρων ὕψους – δυὸ βουνὰ μὲ βαθιὰ φαράγγια, σὰν τεράστιες σπαθιὲς Τιτάνων, μὲ κορυφογραμμὲς θαμμένες σὲ προαιώνια χιόνια, τυλιγμένες στὴν ὀμίχλη. Ἐκεῖ ἐπάνω ἔδειξε ἡ Νίκη σ’ ἕνα πρῶτο χαμόγελο τὴν ἐκτυφλωτικὴ ἀστραπὴ τῶν δον­τιῶν της στὸν ἐπιδρομέα. Ἐκεῖ ἀντιλάλησε μετὰ ἀπὸ 25 αἰῶνες ὁ ἀρχαῖος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἐλευθεροῦτε πατρίδα». Ἐ­­­λευθεροῦτε λαούς!… «Νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών».
.               Σ’ ἐκεῖνα τὰ σχεδὸν ἀπάτητα βουνὰ ἔλαμψε ἡ ἀγάπη τοῦ Ἕλληνα πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ κατεξοχὴν γνώρισμα τῆς Φυλῆς μας. Ἐκεῖ ὅλοι μαζὶ παραμερίσαμε τὶς διαφωνίες μας καὶ ὡς σκαπανεῖς καὶ θεμελιωτὲς τοῦ κλασικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἁγίας Πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἐλευθερίας, πολεμήσαμε ὡς ἕνας ἄνθρωπος. Μὲ ἀπαράμιλλη γενναιότητα καὶ ὁμοψυχία, «μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη» ταπεινώσαμε μιὰ ὁλόκληρη κατάφρακτη αὐτοκρατορία. Καὶ κυρίως μὲ πίστη μοναδικὴ στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα μας. Δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης, σ’ ὅλη τὴ γραμμὴ τοῦ μετώπου, «ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου ἴσαμε ψηλὰ στὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔβλεπε τὶς νύχτες μιὰ γυναικεία μορφὴ νὰ προ­βαδίζει, ψηλόλιγνη, ἀλαφροπερπάτητη, μὲ τὴν καλύπτρα της ἀναριγμένη ἀπὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ πάντα, τοῦ τὴν εἴχανε τραγουδήσει σὰν ἤτανε μωρὸ κι ὀνειρευότανε στὴν κούνια». Ἦταν ἡ Παναγία, «ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός».
.               Ἐκεῖ πάνω στ’ ἀπότομα βουνὰ ὁ στρατός μας ὁρμοῦσε στὴ μάχη μὲ κάτι τὸ δραματικὰ ἱερό, τὴ γαλανόλευκη μὲ τὸν Σταυρό. Ἐκεῖ ἡ σημαία μας φτεροκο­ποῦ­σε ἀνήσυχα στὸ βουνήσιο ἀγέρα καὶ οἱ φαντάροι μας μὲ τὸ σάλπισμα τῶν σαλπιγκτῶν ποὺ σήμαιναν τὸ ἐμβατήριο τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς θυσίας χυμοῦσαν, κατρακυλοῦσαν στὶς βουνοπλαγιές, ἕνα κύ­μα ἀπὸ χακί, ἐνῶ οἱ Ἰταλοὶ ὑποχωροῦ­σαν ­κατατρομαγμένοι, ἀφήνοντας πίσω τους αἰχμαλώτους καὶ ἄφθονο πολεμικὸ ὑλικό… Ἦταν τό­ση ἡ ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας, ποὺ φλογίζονταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν Πατρίδα, ὥστε ἀψηφοῦσαν τὰ κρυοπαγήματα ποὺ τοὺς νέκρωναν τὰ ἄκρα. Αὐτὸν τὸν ­ὕπουλο θάνατο ποὺ δάγκω­νε κι ἔκοβε ­κομμάτια ἀπὸ τὰ κορμιά. Ὡσ­τόσο αὐτοὶ ὁρμοῦσαν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ξυπόλυτοι πάνω στὰ χιόνια, νομίζοντας ὅτι τοὺς φυλάει ἡ ἀρ­βύλα, ἡ ὁποία ὅμως ἦταν, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, ξεπατωμένη ἀπὸ καιρό!…
.               Ἔτσι ὑπερασπίσθηκαν οἱ ­φαντάροι μας τοῦ 1940-1941 τὴν ­Ἑλλάδα, τὴν τι­­μή της, τὴν ἐλευθερία της. ­Ἀναχαίτισαν μόνοι αὐτοὶ μέσα στὸ μεγάλο κόσμο τὸν ἐχθρό, τὸν κυνήγησαν, τὸν ντρόπια­σαν…
.               Τὸ 1940-1941 θριάμβευσε ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας, ἡ ἑνότητα, ἡ τολμηρὴ αὐταπάρνηση, ἡ ἐκτυφλωτικὴ ἀνιδιοτέλεια. Ἡ Ἱστορία παρακολούθησε τὸ τόλ­μημα τοῦ μικροῦ μας λαοῦ, ποὺ κτύπησε καὶ ἀπέκρουσε ὀκτὼ ἑκατομμύρια διαβόητες λόγχες, μὲ κρατημένη τὴν ἀ­­­­­­νάσα. Οἱ λαοὶ θαύμασαν τὴν πίστη μας, τὸ πάθος τῆς αὐτοθυσίας, τὴν περιφρόνηση τοῦ θανάτου, τὴν ὁρμὴ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό μας κατὰ τῆς προσ­βολῆς τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ δικαίου. Καὶ πῆραν ν’ ἀνασαίνουν καὶ νὰ ἐλπίζουν.
.               Τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, ἐκείνη τὴν ἔξαρση, τὴν αἴγλη, τὸ θαῦμα, ὅταν 12 κράτη εἶχαν παραδοθεῖ στὸν Ἄξονα χωρὶς ἢ μὲ μηδενικὴ ἀντίσταση, δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονήσουμε ποτέ, διότι ἀνήκει στοὺς κορυφαίους ἱστορικοὺς σταθμοὺς τοῦ Ἔθνους μας. Παράλληλα πρέπει νὰ διηγούμαστε τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 στὰ παιδιά μας καὶ ἐκεῖνα στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους· ὅπως ἔ­­­­­­­καναν οἱ Ἰσραηλίτες ποὺ ἱστοροῦσαν στὶς ἑπόμενες γενιὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ στὸ ἔθνος τους.
.               Ὅμως ἡ διήγησή μας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ψυχρή, χωρὶς ψυχή, ἀλλὰ νὰ ἐκ­­φράζει τὸν καημὸ τῆς Φυλῆς μας, τὸ πάθος μας γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἄσβηστη ἀγάπη μας στὴν Ἑλλάδα, τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ γιὰ τὰ θαύματά του στὸ Ἔθνος μας. Ἔτσι ὅπως ἱστοροῦμε τὸ μεγάλο 1821. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ κάποιοι προσπαθοῦν νὰ μᾶς κάνουν νὰ ­χάσου­με τὴν Πίστη μας, τὴν ἀγάπη μας στὴν Πατρίδα, τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά μας, τὴν ταυτότητά μας. Σήμερα ποὺ κάποιοι ξαναγράφουν τὴν ἱστορία μας καὶ τὴν διαστρεβλώνουν. Πρέπει νὰ κρατήσουμε τὸ ἔπος τοῦ 1940 ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη. Εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ πολύτιμα ποὺ πρέπει ν’ ἀφήσουμε ὡς ­κληρονομιὰ στὶς ἐπερχόμενες γενιές. Ἡ πίστη τοῦ 1940-1941 καὶ ἡ ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας εἶναι συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς Φυλῆς μας, τῆς αἰωνιότητάς μας.

,

Σχολιάστε

ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ ΤΟΥ ᾽40 στὰ σχολικὰ βιβλία (Δ. Νατσιός)

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΕΠΙΚΑΙΡΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΣ
ποὺ ΑΠΟ ΔΕΚΑΜΗΝΟΥ ΕΙΧΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙ ΠΡΩΤΗ
Η «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»  

cebfcf83-cebdceb9cebacebfceb4

Μέρος Α´: ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ (Δ. Νατσιός)

Μέρος Β´: ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ-2 (Δ. Νατσιός) «Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ».

, , ,

1 Σχόλιο

ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ-2 (Δ. Νατσιός) «Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ».

Τό ’40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας:
δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!!
[Β´]

Τοῦ Δημ. Νατσιοῦ
Δασκάλου

ἀπὸ τὴν «ΑΦΥΠΝΙΣΗ»,ΑΦΥΠΝΙΣΗ
περιοδικὴ ἔκδοση Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου
(Πεντάλοφος Παιονίας)
ἀρ. τ. 21, Σεπτέμβριος 2014

cebfcf83-cebdceb9cebacebfceb4

Μέρος Α´: ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ (Δ. Νατσιός)

.           Τό ἑπόμενο ὅμως ἀφιέρωμα τῆς Ε´ Δημοτικοῦ εἶναι ἐξοργιστικότατο! Στήν σελίδα 44 τοῦ α΄ τεύχους τοῦ βιβλίου Γλώσσας-δηλητηρίασης τῶν παιδιῶν καί μαγαρίσματος τῆς μνήμης περιέχεται κείμενο μέ τίτλο:
.           «Ἡ Ἰταλία μᾶς κήρυξε τόν πόλεμο!» Καί ὑπότιτλο «Κι ἐμεῖς πήγαμε στό ὑπόγειο». Καί ἀφοῦ κρύφτηκαν στό ὑπόγειο, διαμείβονται οἱ ἑξῆς ἄθλιοι διάλογοι:
.           «Μετά γύρισε (ὁ μπαμπάς) στή μαμά καί τῆς εἶπε πώς θά τρέξει στήν τράπεζα νά σηκώσει λεφτά. “Δέν ἔχουμε δραχμή”, εἶπε κι ἔφυγε τρέχοντας στή σκάλα…». Ὅταν ὁ προκομμένος ὁ μπαμπάς γύρισε ἀπό τήν τράπεζα ἀπογοητευμένος, γιατί ἡ τράπεζα ἦταν κλειστή καί δέν μπόρεσε «νά σηκώσει λεφτά», πῆγαν σ’ ἕνα ὑπόγειο, «στῆς κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τό σπίτι της ἔχει ὑπόγειο καί τό λιακωτό της εἶναι τσιμεντένιο καί δέν μποροῦν νά τό τρυπήσουν οἱ μπόμπες». Καί ὁ μπαμπάς –πρότυπο ἥρωα–πῆρε στήν ἀγκαλιά του τόν ἀφηγητή, παιδί μικρό καί τοῦ εἶπε:
.           «-Ἄκη, ἀπό σήμερα θά γίνεις ἄντρας». Καί ὁ Ἄκης, ἐμπνεόμενος ἀπό τήν «γενναιότητα» τοῦ πατέρα του, ἀπάντησε:
.           «Ἐγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δέν ἤθελα νά γίνω σήμερα ἄντρας…». Βεβαίως, γιατί οἱ ἄντρες στρατεύονται καί πολεμοῦν! Ἐνῶ ὅσοι δέν θέλουν νά γίνουν ἄντρες, παίρνουν τό Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτί ἀπόλυσης καί σπεύδουν στά ὑπόγεια καί ἄσε τά κορόιδα νά κατασκοτώνονται γιά τήν τιμή τῆς πατρίδας!
.           Τί κείμενο εἶναι αὐτό; ποιό μήνυμα περνᾶ; Πρίν σχολιάσω νά τονίσω τό ἑξῆς: Ὅλοι οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μέ τήν γλῶσσα καί τήν διδακτική της, γνωρίζουν ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀθῶα παραμυθάκια καί ὅτι κάθε γλωσσικό κείμενο, ἀκόμα καί ἕνα πρόβλημα μαθηματικῶν, προάγει συγκεκριμένες ἀξίες καί στάσεις ζωῆς, πρότυπα δηλαδή.
.           Τί «προάγει» τό προαναφερόμενο σκουπίδι; Πρῶτον: Τήν δειλία, τήν ἡττοπάθεια, τήν ἀφιλοπατρία, τό ψεῦδος! Γνωρίζουμε ἀπό τά «ἐπίκαιρα» τῆς ἐποχῆς ὅτι τήν ἡμέρα πού κηρύχθηκε ὁ πόλεμος καί ἡ γενική ἐπιστράτευση ὁ λαός ξεχύθηκε στούς δρόμους πανηγυρίζοντας! Ἔξαρση, ἐνθουσιασμός, φιλοπατρία, πίστη γιά τό δίκαιο τοῦ ἀγώνα, θάρρος, ἕνα πραγματικό γλέντι τοῦ λαοῦ, πού εἶχε ἀπηυδήσει ἀπό τίς προκλήσεις τοῦ ἰταμοῦ καί ὀλιγόνοος Μουσολίνι! Καί οἱ μπαμπάδες δέν κρύβουνταν σάν λαγοί στά ὑπόγεια οὔτε ἔτρεχαν στίς τράπεζες! Αὐτά τά σκέφτονται οἱ Γραικύλοι τῆς σήμερον, πού γράφουν τά βιβλία! Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ! Ἐκεῖνοι οἱ μπαμπάδες, οἱ παπποῦδες μας, ντύνονταν στά χακί, καί πήγαιναν, «μέ τό χαμόγελο στά χείλη», μπροστά, στά μαρμαρένια ἁλώνια τοῦ Γένους! Καλά τό γράφει ὁ ποιητής:
«Μέ ζῆλο στά σκολειά τῆς προδοσίας
τοῦ σάπιου αἰῶνα σέπεται ἡ γενιά!»
(Κ. Βάρναλης, «Αἰδώς, Ἀργεῖοι!»)
.           Σημειωτέον ὅτι στό ἴδιο βιβλίο τό ἀφιέρωμα γιά τό «Πολυτεχνεῖο» καλύπτει ἑπτά (7) σελίδες! Τό ἀφιέρωμα στό ’40, πέντε (5)! Τό νά δίνεται στήν 17η Νοεμβρίου 1973 ὁ χαρακτήρας μιᾶς ἐθνικῆς ἐπετείου καί μάλιστα ἰσάξιας καί ἀνώτερης –κρίνοντας ἀπό τόν ἀριθμό τῶν σελίδων– εἶναι ἀπό τά «πρωτότυπα» εὑρήματα τῆς νέας, νεοταξικῆς ἰδεολογίας πού διαπερνᾶ τά βιβλία καί προβληματικό ἀπό κάθε ἄποψη, πού δέν ἔχει καμμία θέση σέ σχολικό βιβλίο! Κι ἄν δέν κάνω λάθος, τή λεγόμενη «γενιά τοῦ Πολυτεχνείου», τύπου Δαμανάκη, Λαλιώτη καί χιλιάδων ἄλλων «ἀντιστασιακῶν», ἀκόμη τήν χρυσοπληρώνει ὁ ἑλληνικός λαός…
.           Τά ἴδια χαμαίζηλα, πονηρόφρονα καί ἀπαράδεκτα κείμενα –πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων– συναντᾶς σ’ ὅλα τά βιβλία τοῦ Δημοτικοῦ! Στά δέ δέκα (10) γλωσσικά ἐγχειρίδια τοῦ Γυμνασίου, δέν ὑπάρχει οὔτε γιά δεῖγμα ἕνα ἀφιέρωμα στό Ἔπος τοῦ ’40!! Οἱ ἐθνομηδενιστές ἀγνοοῦν πλήρως τήν Ἐπέτειο!! Συκοφάντηση τῆς Ἱστορίας, ἀπαξίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας, διακωμώδηση τῶν ἀγώνων τοῦ λαοῦ μας γιά λευτεριά: αὐτό εἶναι τό Νέο Σχολεῖο τους… Ἕνα πραγματικό «παιδομάζωμα», πού θά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἱστορική εὐθανασία, στήν ἐξαφάνιση ὡς λαοῦ πού ἦταν κάποτε «ὁ δάσκαλος τῆς Οἰκουμένης» ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ θαυματουργός!!
.           13.936 Ἀξιωματικοί καί ὁπλῖτες –ὁ ἀνθός τῆς πατρίδας– ἄφησαν τά κόκκαλά τους τά ἱερά στά βουνά καί τούς γκρεμούς τῆς Βορείου Ἠπείρου. Εἶναι ντροπή τέτοια θυσία νά ἀτιμάζεται στά βιβλία τῶν παιδιῶν μας!!
«Ποιός θά ἀντιδράσει; Τί πάθηκαν, τί γίνηκαν τοῦ κόσμου οἱ ἀντρειωμένοι;»…
.           Νά κλείσω, γιά νά ἀναπνεύσουμε καί πάλι ὀσμή εὐωδίας ἡρωϊσμοῦ, μ’ αὐτό πού διασώζει ὁ συγγραφέας Χρ. Ζαλοκώστας στό βιβλίο του «Τό περιβόλι τῶν θεῶν», σ.135. Περιγράφει τήν ἐπίσκεψη τοῦ πρωθυπουργοῦ Μεταξᾶ στό στρατιωτικό νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός» καί τήν στιχομυθία μέ πληγωμένο στρατιώτη:
«-Ποῦ πληγώθηκες ἐσύ, παιδί μου;
-Στό Ἰβάν!
-Ἔ, τό Ἰβάν τό τιμωρήσαμε!Ἔπεσε χθές τό βράδυ.
-Ναί, ἔπεσε κ. Πρόεδρε. Θά μποροῦσε ὅμως νά εἶχε πέσει ἐδῶ καί πέντε μέρες. Ὅταν βρήκαμε τήν πρώτη ἀντίσταση, ἔπρεπε νά μᾶς θυσιάσει ὁ συνταγματάρχης μας. Θά τό παίρναμε ἀπό τότε».
.           Τί νά πεῖ κανείς ἐνώπιον τέτοιου μεγαλείου;

, , , ,

Σχολιάστε

ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ (Δ. Νατσιός)

Τό 40 στά σχολικά βιβλία Γλώσσας:
δειλία, ἡττοπάθεια καί διασυρμός τοῦ Ἔπους!!

Τοῦ Δημ. Νατσιοῦ
Δασκάλου

https://christianvivliografia.files.wordpress.com/2014/11/ceb1cf86cf85cf80cebdceb9cf83ceb7.jpgἀπὸ τὴν «ΑΦΥΠΝΙΣΗ»,
περιοδικὴ ἔκδοση Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου
(Πεντάλοφος Παιονίας)
ἀρ. τ. 21, Σεπτέμβριος 2014

 

Γιορτάζουμε τό «ΟΧΙ», γιατί ἄν γιορτάζαμε τό «ΝΑΙ», θά εἴχαμε κάθε μέρα ἐπέτειο!
(Φοιτητικό σύνθημα)

.           Στόν πανηγυρικό λόγο πού ἐκφώνησε στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στίς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 1960, ὁ μεγάλος μας λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης, μεταξύ τῶν ἄλλων σπουδαίων ἀνέφερε καί ἕνα συγκλονιστικό γεγονός, πού διαδραματίστηκε, ὄχι «στό διάσελο τῆς Ἱστορίας» (Βρεττάκος), στίς ἀετοράχες τῆς Πίνδου, ἀλλά στά μετόπισθεν, ὅπου ὁ ἀπόλεμος πληθυσμός τῆς πατρίδας μας συναγωνιζόταν τήν ἀνδρεία τῶν μαχητῶν. Τό μεταφέρω:
.           «Εἶχε ὀργανωθῆ, κατά τή διάρκεια τοῦ ἀγῶνα ὑπηρεσία μεταγγίσεως αἵματος, ἀπ’ τόν Ἐρυθρό Σταυρό τῆς Ἑλλάδος. Εἶχα καί ἕναν φίλο γιατρό, σ’αὐτή τήν ὑπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου νά τόν δῶ καί νά τά ποῦμε. Ὁ κόσμος ἔκαμε οὐρά κάθε μέρα γιά νά δώση τό αἷμα του γιά τούς τραυματίες μας. Ἦταν ἐκεῖ νέοι, κοπέλλες, γυναῖκες, μαθητές, παιδιά πού περίμεναν τή σειρά τους. Μιά μέρα, λοιπόν, ὁ ἐπί τῆς αἱμοδοσίας φίλος μου γιατρός, εἶδε μέσα στήν σειρά τῶν αἱμοδοτῶν πού περίμεναν, νά στέκεται καί ἕνα γεροντάκι.
-Ἐσύ, παππούλη, τοῦ εἶπε ἐνοχλημένος, τί θέλεις ἐδῶ;
Ὁ γέρος ἀπάντησε δειλά:
-Ἦρθα κι ἐγώ, γιατρέ, νά δώσω αἷμα.
.           Ὁ γιατρός τόν κοίταξε αὐστηρά μέ ἀπορία καί συγκίνηση. Ὁ γέρος παρεξήγησε τό δισταγμό του. Ἡ φωνή του ἔγινε πιό ζωηρή.
.           -Μή μέ βλέπεις ἔτσι, γιατρέ μου. Εἶμαι γερός, τό αἷμα μου εἶναι καθαρό, καί ἀκόμα ποτές μου δέν ἀρρώστησα. Εἶχα τρεῖς γιούς. Σκοτώθηκαν καί οἱ τρεῖς ἐκεῖ πάνω. Χαλάλι τῆς πατρίδας. Ὅμως μοῦ εἶπαν πώς οἱ δύο πῆγαν ἀπό αἱμορραγία. Λοιπόν, εἶπα στή γυναῖκα μου, θά’ ναι κι ἄλλοι πατεράδες, πού μπορεῖ νά χάσουν τά παλληκάρια τους, γιατί δέ θά’χουν οἱ γιατροί μας αἷμα νά τούς δώσουν. Νά πάω νά δώσω κι ἐγώ τό δικό μου. Ἄιντε, πήγαινε, γέρο μου μοῦ εἶπε κι ἄς εἶναι γιά τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας. Κι ἐγώ σηκώθηκα κι ἦρθα». («Ἡ 28η Ὀκτωβρίου 1940», πανηγυρικοί λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐπιμέλεια Πέτρος Χάρης, Ἀθήνα 1978, σ. 322).
.           Τί μεγάλη ψυχή ὁ γέροντας τῆς ἱστορίας! Τρεῖς γιούς καί… χαλάλι τῆς πατρίδας! Προσθέτει ἕνα νέο στοιχεῖο τούτη ἡ διήγηση, ὅπως τό γράφει ὁ Μυριβήλης: Ἀνδρείους μπορεῖ νά βγάλῃ κάθε πατρίδα. Ἁγίους ὅμως μόνον αὐτές πού καταυγάζονται ἀπό τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Ἑλλάδα ἀνήκει -θέλουν δέν θέλουν οἱ ἐκκλησιομάχοι- σ’ αὐτήν τήν ἐκλεκτή μερίδα!

.           Γιορτάζουμε τό «ΟΧΙ», τρία γράμματα, μιά ἐλἀχιστη λέξη πού περικλείει μέσα της τό μεγαλεῖο τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας!! Μέ τά «ΟΧΙ» ἀνήλθαμε στίς κορυφές τῆς δόξας!! Μέ τά «ΝΑΙ» καί τίς προδοσίες τῶν διαχρονικῶν Νενέκων (ἤ μήπως Ναιναίκων;) μᾶς σαβάνωσε ἡ ντροπή καί ἡ ὑποτέλεια. Θά ξεδιπλωθοῦν καί οἱ σημαῖες στά μπαλκόνια τῶν σπιτιῶν -ὅσων καίγονται ἀπό ἀγάπη γιά τό «ἱερό πανί» καί ὄχι ὅσων τίς καῖνε- θά ἀκούσομε καί τόν Ἐθνικό μας   Ὕμνο, πού δέν εἶναι ὕμνος εἰς τήν Ἑλλάδα, ἀλλά  Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερίαν. Γιά τόν ἐθνικό μας ποιητή εἶναι ἀξεδιάλυτα -ἕνα αὐτά τά δύο. Καί λέγεται πώς, ὅταν τό 1826 ὁ τότε πρωθυπουργός τῆς Ἀγγλίας, Κάνιγκ, διάβασε τόν   Ὕμνο τοῦ Σολωμοῦ, συγκλονίστηκε καί συνέταξε τό Πρωτόκολλο μέ τό ὁποῖο ἀναγνώριζε τόν αἱμόφυρτο τόπο μας ὡς κράτος. Γιατί οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου συναγάγουν συμπεράσματα γιά τήν πολιτική τους, ὄχι μέ κριτήριο τήν «ἑτοιμότητα ὑποκλίσεων», ἀλλά μέ κριτήριο τήν ἀποφασιστικότητα τῶν λαῶν καί τῶν κυβερνήσεών τους, νά ὑπερασπίσουν τήν ἐθνική τους ἀξιοπρέπεια μέ θυσίες καί μέ τό αἷμα τους, ἄν χρειαστεῖ!
.           Τό 40 νικήσαμε γιατί ὁ λαός καί οἱ μαχητές του μέθυσαν μέ τ ἀθάνατο κρασί τοῦ 21. Γιατί ἔβλεπαν τήν Παναγία νά περπατᾶ πάνω στά χιόνια, γιατί ντρέπονταν νά ντροπιαστοῦν!
.           Στήν τότε ἐφημερίδα «Πρωΐα» δημοσιεύτηκε ἐπιστολή μιᾶς μάνας χήρας ἀπό τά Μέγαρα, πού μόλις εἶχε λάβει τόν πολεμικό σταυρό ἀνδρείας τοῦ σκοτωμένου γιοῦ της. (Δέν πῆγαν νά σκοτώσουν ἐκεῖνα τά παιδιά, πῆγαν νά πεθάνουν γιά τήν πατρίδα τους!). Ἔγραφε ἡ χαροκαμένη μάνα στήν ἐπιστολή: «Ὁ Δημητρός μου, ὁ μοναχογιός μου, προστάτης τῶν τριῶν κοριτσιῶν μου, ἔπεσε ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος. Χαλάλι τῆς πατρίδος ὁ Δημητρός μου. Ἄς ἤτανε νά πέθαινα κι ἐγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω ἡ Ἑλλάς». Τέτοιοι γονεῖς πού χαλάλιζαν τά παιδιά τους στήν πατρίδα, ἀνάγκασαν σοφό τῆς ἐποχῆς νά ἀναφωνήσει: «Βγάλτε τά στεφάνια τῆς νίκης ἀπό τά κεφάλια τῶν στρατιωτῶν μας καί φορέστε τα στά κεφάλια τῶν γονιῶν τους»!
.           Καί ὅταν φύγει τό ψευτορωμαΐκο, ὅπως τό ἔλεγε ὁ Πατροκοσμᾶς, τό λυμφατικό χαρτοβασίλειο τοῦ «ΝΑΙ» πού ζοῦμε τώρα καί ἔλθει τό πραγματικό ρωμαίικο καί ἀποκτήσουν τά παιδιά, οἱ μαθητές μας τά βιβλία πού πρέπει, τέτοια θά διαβάζουν, μέ τέτοια παραδείγματα θά γαλουχοῦνται καί θά μορφώνονται.
.           «Ὅταν θ’ ἀνθίσουν τοῦτοι οἱ τόποι/ὅταν θά ’ρθοῦνε καινούργιοι ἄνθρωποι/ θά συνοδεύσουν τήν βλακεία/ στήν τελευταία της κατοικία»
.           Γιατί σήμερα ἡ βλακεία, ἡ προδοσία καί ἡ δειλία κυριαρχοῦν στά «περιοδικά ποικίλης ὕλης», πού τά ὀνομάζουν εὐφημιστικῶς βιβλία Γλώσσας! Εἶναι ἡ πρώτη φορά ἀπό ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους, πού δέν σέβονται οἱ συγγραφικές ὁμάδες καί παρέες τοῦ ὑπουργείου πρώην ἐθνικῆς καί νῦν ὑποταξικῆς ἐκπαίδευσης τούς ἀγῶνες, τίς ἐπετείους τοῦ λαοῦ μας!

Συγκεκριμένα:

.           Στήν Γ´Δημοτικοῦ, στό α´ τεῦχος τοῦ βιβλίου Γλώσσας, σελ. 79, τό ἀφιέρωμα στό Ἔπος τοῦ ’40, περιορίζεται στήν ἑξῆς ἀναφορά: «Ἀπό τό ἡμερολόγιο τῆς Ροζίνας, μιᾶς δεκάχρονης ἑβραιοπούλας ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Ὀκτώβριος 1940: Τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940 δέν πήγαμε σχολεῖο. Εἶχε κηρυχτεῖ ὁ Ἑλληνοϊταλικός πόλεμος. Ἀναστατωμένα ἤμασταν ἐμεῖς τά παιδιά. Οἱ Ἰταλοί βομβάρδισαν τή Θεσσαλονίκη. Στό μαγαζί τοῦ πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Καί τέλος! Τίποτε ἄλλο! Αὐτό μαθαίνουν χιλιάδες Ἑλληνόπουλα γιά τό Σαράντα! Ἀναστάτωση (ὅπως λέμε «συνωστισμός») καί καταστροφή ἑνός ἑβραϊκοῦ μαγαζιοῦ! Σέ ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλλάδας, ὅπως στήν Πάτρα, σκοτώθηκαν πολλοί ἄνθρωποι καί παιδιά ἀπό ἰταλικά βομβαρδιστικά. Ἔγραψαν γι’αὐτό οἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Γιατί δέν συμπεριέλαβαν ἕνα τέτοιο συμβάν;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΛΑΚΕΙΑ, ΔΕΙΛΙΑ, ΠΡΟΔΟΣΙΑ: Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ» ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ-2 (Δ. Νατσιός) «Νά γλιτώσουν τίς καταθέσεις τους καί τά παλιοτόμαρά τους καί ἡ πατρίδα ἄς χαθεῖ». 

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ᾽40 καὶ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΕΣ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (π. Παΐσιος Ἁγιορ.)

Σὲ ἄρθρο τῆς ἐφημερίδας “Αὐγὴ” τὸ Ἀλβανικὸ Ἔπος χαρακτηρίζεται «μῦθος», ἐνῶ ἀναφέρεται πὼς οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες λιποτακτοῦσαν ἀπὸ τὸ Μέτωπο [ἐνδεικτικὸ ἀπόσπασμα: «Ἡ 28η Ὀκτωβρίου δὲν σήμαινε οὔτε τὴν “ἑνότητα” οὔτε “τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἔθνους”, ἀλλὰ τὴν εἴσοδο τῆς Ἑλλάδας σὲ ἕνα παγκόσμιο ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο»! ! !]

ΠΗΓΗ: iefimerida.gr

«Οἱ κομμουνιστοσυμμορίτες ἦταν ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος… Τὰ ἔζησα ὅλα αὐτὰ ἀπὸ πρῶτο χέρι. Στὴν Κόνιτσα, ἀνήμερα Χριστούγεννα, ἀπ᾽ τοὺς ἀπέναντι λόφους, χτυποῦσαν μὲ πολυβόλα τὴν Ἐκκλησία. Καὶ πήγαινα, ἐγὼ μὲ τὸν παπὰ καὶ ἕναν ἄλλον νὰ θάψουμε τοὺς σκοτωμένους…»  (Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης [ἀσυρματιστὴς κατὰ τὸν συμμοριτοπόλεμο], ἐν Γέροντας ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ» – Μαρτυρίες προσκυνητῶν, τ. Β´, ἐκδ. «Ἁγιοτόκος Καππαδοκία», Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 101

, ,

Σχολιάστε

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟ (Ἀληθινὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸ “Μέτωπο”)

Λειτουργικὴ μπειρία στ “Μέτωπο”

(Ἀληθινὸ περιστατικὸ)

Ἀπὸ τὸ Περιοδικὸ «Ἡ Δράση μας”,
ἀρ. τ. 252, Ὀκτ. 2012, σελ. 286-287

.           Μέρες εἶχαν νὰ κοιμηθοῦν. Ἂν λογιζόταν γιὰ ὕπνος, ὁ λιγοστὸς χρόνος ποὺ ξάπλωναν καταγῆς ντυμένοι ὅπως ἦταν, γιὰ νὰ ξυπνήσουν σὲ λίγη ὥρα ἀπὸ τὸ φοβερὸ κρύο ποὺ τοὺς πάγωνε τὴν καρδιὰ καὶ νιῶθαν πὼς πεθαῖναν. Δὲν ἦταν πολλοί. Καμιὰ δεκαπενταριὰ ἄνδρες σ’ αὐτὸ τὸ ὕψωμα τοῦ Ἑφταχωρίου ποὺ ὑποστήριζε, ὑποτίθεται, τὰ μετόπισθεν. Γιατί τὶς τέσσερις τελευταῖες μέρες εἶχε ἑνοποιηθεῖ σχεδὸν μὲ τὴν πρώτη γραμμή. Δὲν ἦταν οὔτε εὔκολα τὰ πράγματα, οὔτε ἐλπιδοφόρα. Οἱ Ἰταλοὶ ἔρχονταν σωρηδόν. Εἶχαν ἀπίστευτη ὑπεροχή. Ἡ πρώτη γραμμὴ μὲ πενιχρότατα μέσα, ἀρκετὲς ἀπώλειες καὶ περισσὴ αὐτοθυσία, κράτησε τόσες μέρες τὴν ἐπιδρομὴ δύο Ἰταλικῶν μεραρχιῶν. Τῆς «Φεράρας» καὶ τοῦ «Κένταυρου». Τώρα μὲ νύχια καὶ δόντια προσπαθοῦσε νὰ κρατήσει τὶς θέσεις τῆς ἀπέναντι στὴν πανίσχυρη καὶ πάνοπλη περίφημη Ἰταλικὴ Μεραρχία Ἀλπινιστῶν «Τζούλια». Ἕντεκα χιλιάδες στρατιῶτες ἀπέναντι σὲ δύο χιλιάδες δικούς μας κι αὐτοὺς ἐξαντλημένους, πεινασμένους καὶ σχεδὸν ἀόπλους, εἶναι μεγέθη ποὺ δὲν συγκρίνονται. Κι εἶναι ἀλήθεια πὼς τὶς τελευταῖες μέρες, μαζὶ μὲ τοὺς ἀγαπημένους καὶ πολύπαθους συντρόφους τους ’χάναν καὶ ἔδαφος. Κάποια ὑψώματα δῶθε-κεῖθε καὶ ἡ ἀμυντικὴ γραμμὴ κάνοντας «κοιλιές», τραβιόταν ὅλο καὶ πιὸ πίσω. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ θέση τους, ποὺ ἦταν θέση στὰ μετόπισθεν, εἶχε φθάσει νὰ ἀγγίζει τὴν πρώτη γραμμή.
.           Δὲν μιλοῦσε κανεὶς κεῖνο τὸ πρωινό. Βλέφαρα ποὺ μὲ δυσκολία κρατιόνταν ἀνοιχτὰ λόγῳ τῆς παρατεταμένης ἀγρυπνίας, ἄφηναν τὴ ματιὰ νὰ πλανηθεῖ μακριὰ στὸ πουθενά, ὅσο νὰ μπορέσει ἡ σκέψη, κρατώντας ἕνα ἀδιατάρακτο πλάνο, νὰ ταξιδέψει σὲ μέρη δικά της, ἀγαπημένα.
.           Δὲν ὑπῆρχε κουράγιο τώρα, ἀνθρώπινη περιέργεια ὅπως τὶς πρῶτες μέρες, νὰ σπάσει αὐτὴν τὴν περίεργη σιωπή, νὰ στραφεῖ στὸ διπλανό της, νὰ ρωτήσει τί σκέφτεσαι;

.         Τόσες μέρες τά ᾽χαν πεῖ ὅλα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Γιὰ τὶς δουλειές τους ποὺ ἄφησαν στὴ μέση. Γιὰ τοὺς γονεῖς τους ποὺ μὲ ἐλπίδα, περηφάνεια καὶ φόβο τοὺς ξεπροβόδισαν. Γιὰ τὰ ἀγαπημένα τους πρόσωπα ποὺ ξενυχτοῦσαν πλάι τους, μὲ τὸ στημόνι τῆς ἀγωνίας νὰ ὑφαίνει σκουρόχρωμο τὸ ὑφαντὸ τῆς ψυχῆς τους. Γιὰ τὰ σχέδιά τους ποὺ θὰ ξεκινοῦσαν μ’ ὄρεξη μόλις ὁ πόλεμος τελείωνε.
.           Στιγμὲς-στιγμὲς τ’ ἀργὸ ἀνοιγόκλειμα τῶν ματιῶν ἔπαιρνε τὸ βλέμμα ἀλλοῦ καὶ ἄλλαζε τὴν εἰκόνα ποὺ συνόδευε τὶς νέες τους σκέψεις. Τίποτα δὲν ἀκουγόταν. Οὔτε κι ὁ ἀσύρματος τοῦ Κώστα, ποὺ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ ἔσπαγε τὴ νεκρικὴ σιωπὴ γιὰ νὰ μεταδώσει ἕνα κρυπτογραφημένο μήνυμα πιὸ σπάνια καὶ πιὸ συχνὰ ἐκεῖνα τ’ ἀτέλειωτα παρατεταμένα ἢ μὴ «μπὶπ» τοῦ κώδικα μόρς. Τώρα σιγοῦσε κι αὐτός. Ἦταν διαταγή. Ἀπὸ χθὲς τὸ βράδυ μέχρι νεωτέρας. Σιγὴ ἀσυρμάτων. Γιατί ἐπρόκειτο ἡ ἰταλικὴ ἀεροπορία νὰ χτυπήσει γιὰ ἐκκαθάριση τὴν γραμμὴ ἀμύνης καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ στοχοποιηθοῦν οἱ θέσεις τῶν στρατιωτῶν ἀπ’ τὸν ἐντοπισμὸ τῶν ἀσυρμάτων. Μιὰ ἀπραξία λοιπὸν ποὺ ὅμως δὲν σ’ ἄφηνε νὰ κοιμηθεῖς, νὰ χαλαρώσεις, νὰ ξεκουραστεῖς, γιατί φοβόσουν ὅτι ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάποιο ἀεροπορικὸ βλῆμα μπορεῖ νὰ σὲ περνοῦσε στὴν αἰωνιότητα. Κι ὁ φόβος πάντα συμμαχοῦσε μὲ τὸ κρύο τοῦτες τὶς ὧρες, κάνοντας ἀδύνατο νὰ κοιμηθεῖ κανείς.
.           Σιωπή, ἐξάντληση, φόβος κι ἀγωνία.

–Κάτσε κάτω, μὴν κουνιέσαι. Γίνεσαι στόχος. Ψιθύρισε ὁ Βαγγέλης ἀπ’ τὴν Καρδίτσα στὸν Ἀλέξανδρο, ποὺ σηκώθηκε ὄρθιος καὶ τράβηξε μπροστά.

.           Δὲν ἔδωσε σημασία ἐκεῖνος. Σὰν νὰ μὴν ἄκουσε. Προχώρησε ἴσια ἐμπρός. Ἔφτασε τὸν ἀσυρματιστὴ καὶ ἔκατσε δίπλα του.

–Κυριακή σήμερα, τοῦ ᾽πε.

.           Ὁ ἄλλος δὲν μιλοῦσε. Οὔτε κἂν τὸν κοίταξε.

–Τέτοια ὥρα στὴν Ἀθήνα, στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἀνέκφραστος ὁ ἀσυρματιστής. Ἔδειχνε σὰν νὰ μὴν ἀκούει τίποτα ἀπ’ τὸν μονόλογο τοῦ Ἀλέξανδρου. Ὡστόσο τὸν ἄκουγε. Τό ’ξερε ὁ Ἀλέξανδρος, γι’ αὐτὸ καὶ συνέχισε.

Δέν πιάνεις λίγο στὸν ἀσύρματο τὸ Ἐθνικὸ πρόγραμμα ν’ ἀκούσουμε ὅλοι μας τὴ Λειτουργία; Τώρα γύρισε ἀπότομα. Τὸν κοίταξε πιὸ φοβισμένος ἴσια στὰ μάτια.
–Είσαι καλά; Τρελάθηκες; τὸν ρώτησε καὶ τὰ μάτια του ἔβγαζαν σπίθες. Ἀπὸ φόβο; Ἀπὸ ὀργὴ μπροστὰ στὸ παράλογο αἴτημα;

.           Ἦταν πιστὸς ὁ Ἀλέξανδρος. Τὸν ἤξερε καλά. Ἦταν θεολόγος. Χαριτωμένο παιδί. Ἀλλὰ ὁ πόλεμος δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ συναισθηματισμοὺς καὶ συμπάθειες.

–Λίγο. Μόνο γιὰ λίγο, ἐπέμενε ὁ Ἀλέξανδρος, μὲ ἕνα ὕφος τόσο παρακλητικὸ καὶ συνάμα τόσο πιεστικό. Θὰ φωνάξω καὶ τοὺς ὑπόλοιπους. Θὰ γονατίσουμε ὅλοι γύρω ἀπ’ τὸν ἀσύρματο… Λίγο… Νὰ πάρουμε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ. Τὴ χάρη τῆς Λειτουργίας. Τὸ μόνο ποὺ ’χουμε ἀνάγκη ἐδῶ πάνω…
–Εἶσαι καλά; ἐπέμενε πάλι ὁ ἄλλος, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἐσωτερικὰ εἶχε ἤδη ἐξασθενήσει κάθε ἀντίδρασή του. Τὸ κατάλαβε ὁ Ἀλέξανδρος. Δὲν χρειαζόταν νὰ ἐπιμείνει ἄλλο.
Παιδιά, ἐλᾶτε ὅλοι ἐδῶ γύρω. Γύρω ἀπ’ τὸν ἀσύρματο. Γονατίστε. Θὰ ἀκούσουμε γιὰ λίγο τὴ θεία Λειτουργία ἀπ’ τὴν Ἀθήνα. Νὰ πάρουμε δύναμη. Νὰ μᾶς εὐλογήσει ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία.

.           Παράξενο, ἀλλὰ σηκώθηκαν ὅλοι. Σιγὰ-σιγὰ ἦρθαν καὶ γονάτισαν γύρω ἀπ’ τὸν ἀσύρματο. Ἀμίλητοι ὅπως πρίν, ἀλλὰ μ’ ἐμπιστοσύνη στὴν «ἀποκοτιὰ» τοῦ Ἀλέξανδρου. Δὲν χρειαζόταν ἄλλη παρότρυνση ὁ Κώστας.

–Μόνο γιὰ μιὰ στιγμή, εἶπε σιγανὰ στὸν Ἀλέξανδρο καὶ περίμενε νὰ τακτοποιηθεῖ γονατιστὸς καὶ ὁ τελευταῖος στρατιώτης.
.       Ἔγινε σιγὴ μερικῶν δευτερολέπτων καὶ κατόπιν ὁ ἀσυρματιστὴς ἄνοιξε τὸν ἀσύρματο. Ἀκούστηκε ἕνα μικρὸ σύρσιμο στὶς διάφορες συχνότητες τοῦ ἀσυρμάτου καὶ μετὰ πάλι μιὰ ἐλάχιστη σιγή, ποὺ τὴν διέκοψε ἡ εὐκρινέστατη φωνὴ τοῦ ἱερέα.

–… «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν».

Καί… ἀμέσως ὁ Κώστας ἔκλεισε τὸν διακόπτη.

…………………………………………………………

.           Στὰ γέρικα μάτια τοῦ κυρ- Ἀλέξανδρου, ποὺ εἶχαν ἀσπρίσει ἀπ’ τὸν καταρράκτη, διέκρινα καθαρὰ τὴ συγκίνησή του στὴν ἐξιστόρηση τοῦ θαύματος κι ἀξέχαστου γι’ αὐτὸν περιστατικοῦ.

–Ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν ποτὲ δὲν θὰ ξεχάσω αὐτὴ τὴ στιγμή… Ἔζησα ἀπὸ τότε ἀναρίθμητες Λειτουργίες, ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔνιωσα ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποτὲ δὲν τὸ ξανάνιωσα.

.           Κι ὅποτε κάποιος ἢ ἐγὼ ἀναρωτιέμαι τί εἶναι ἡ θεία χάρις, θυμᾶμαι ἐκείνη τὴν ἐμπειρία καὶ λέω: ξέρω. Τὴν ἔχω νιώσει. Κανένας μας δὲν σκοτώθηκε κατόπιν σ’ ὁλόκληρο τὸν πόλεμο, ὅμως δὲν εἶναι αὐτό.
.           Πιὸ πολὺ εἶναι, αὐτὸ ποὺ νιώσαμε ἐκεῖνο τὸ Κυριακάτικο πρωινὸ σ’ ἐκεῖνο τὸ ὕψωμα στὸ Ἑφταχώρι.

 ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΦΑΝΕΙΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ᾽40» ΣΤΟ Ι. ΚΟΙΝ. ΟΣ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

,

Σχολιάστε