Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ὕδωρ

ΤΟ ΝΕΡΟ καὶ Η ΚΑΘΟΔΟΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ στὸν ΙΟΡΔΑΝΗ

Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ † Μητροπ. Ἀχελώου Εὐθυμίου
«ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
(Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 1996,
σελ. 106-107

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ.  Βιβλιογρ.»

α) σημασία το γρο στοιχείου:

.                Τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο (τὸ νερὸ) κυριαρχεῖ στὴν γῆ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πλανήτης μας λέγεται καὶ Ὑδρόγειος. Στὴν Ἁγία Γραφή, τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ἡ θάλασσα καί, εἰδικότερα, τὸ βάθος της, «ἡ ἄβυσσος», θεωρεῖται ὡς χῶρος κατοικίας τῶν δαιμόνων (Λουκ. η´ 31). Ἡ «ἄβυσσος» εἶναι ἕνας χῶρος χωρὶς φῶς, σκοτεινός, χῶρος «σκιᾶς καὶ θανάτου» (πρβλ. Γεν. α´ 2). Γενικὰ τὸ ὑγρὸ στοιχεῖο καὶ ἡ ἄβυσσος θεωροῦνται ὡς ἕδρα τοῦ βασιλείου τῶν δαιμόνων. Αὐτὸ φαίνεται ἰδιαίτερα στὴν Π. Διαθήκη. Ἕνα παράδειγμα: τοὺς Ἰσραηλίτες χώριζε ἀπὸ τὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα. Ὁ Θεός, διὰ θαύματος «ἐπάταξε τὰ ὕδατα» καὶ «ἔθραυσε τὰς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων δρακόντων»! Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ πέρασε στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, διασχίζοντας τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα καὶ κατανικώντας τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ. Τὸν ἴδιο συμβολισμὸ ἔχει καὶ ἡ βύθιση τῆς στρατιᾶς καὶ τῶν ἁρμάτων τοῦ Φαραὼ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὑδάτων!

β) κάθοδος το Χριστο στν ορδάνη:

.          Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ σταθμὸ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο μαζὶ μὲ τὴν κάθοδό του στὸν Ἅδη, φανερώνουν ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας ἦταν καὶ ἡ ἐξουδετέρωση τοῦ διαβόλου καὶ ἡ διάλυση τοῦ κράτους τῆς ἐξουσίας του.
.          Εἰδικότερα, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη εἶχε τὶς ἑξῆς σωτηριολογικὲς συνέπειες:

Πρῶτον, κατάφερε τὸ πρῶτο καὶ ἀποφασιστικὸ πλῆγμα κατὰ τοῦ βασιλείου τῶν δαιμόνων.

Δεύτερον, ἐγκαινίασε τὴν κάθαρση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά τους.

Τρίτον, ἐφώτισε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου «ἐν χώρα καὶ σκιὰ θανάτου».

Τέταρτον, ἐγκαινίασε τὴν ἀνάπλαση τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΝΕΡΟ καὶ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Τὸ εὐλογημένο νερὸ καὶ ὁ ἁγιασμὸς στὴ ζωή μας

Γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               ταν ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἄπειρη σοφία Του δημιουργοῦσε τὸν κόσμο μάζεψε τὰ νερὰ ὅλα μέσα σὲ μιὰ τεράστια δεξαμενή, τὴ θάλασσα, λέγοντας: «Συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν, γῆν, καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας (Γεν. α´ 9-10). Αὐτὸ τὸ νερό, τὸ τόσο ἀπαραίτητο στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνο μᾶς διατηρεῖ ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγιάζει.
.               Τὸ νερὸ συντελεῖ στὴ σωστὴ καὶ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ σωματικὴ καθαριότητα καὶ ὑγιεινή. Περίπου τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἀποτελοῦνται ἀπὸ νερό, τὸ ὁποῖο συμβάλλει σημαντικὰ στὴ ζωὴ καὶ τὴν παραγωγὴ τῶν κυττάρων μας. Ἐπίσης, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ κύριο μέσο γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν θρεπτικῶν οὐσιῶν στὰ κύτταρα καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ μέσο ἀπομακρύνσεως τῶν τοξικῶν καὶ ἀχρήστων οὐσιῶν. Χωρὶς νερό, τὰ νεφρὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργο τους. Ζητοῦμε νερὸ γιατὶ καθημερινὰ ἀποβάλλουμε μεγάλη ποσότητά του ἀπὸ τὴν ἐφίδρωση καὶ τὴν ἀναπνοή. Ἀπὸ αὐτὲς ἕνας ἐνήλικας μπορεῖ νὰ χάσει περίπου δέκα φλυτζάνια νεροῦ καθημερινά. Ἂν δὲν ἔχουμε ἀποθέματα νεροῦ τότε αἰσθανόμαστε κόπωση, δίψα, ἀδυναμία καὶ τελικὰ παθαίνουμε ἀφιδάτωση ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ θάνατο. Ἄρα τὸ νερὸ εἶναι ἀπαραίτητο στὴ ζωή μας.
.               Εἶναι, ὅμως, τὸ νερὸ καὶ μέσο καθαρισμοῦ. Καὶ ἡ καθαριότητα βοηθάει στὴν καλύτερη λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας θεωροῦσαν ὅτι τὸ νερὸ καθαρίζει τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα. Ἡ ὑγιεινὴ τοῦ σώματος εἶναι ἀπόλυτα συνηφασμένη μὲ τὴν καθαριότητά του. Ὁ Πλάτωνας παρότρυνε ἐξ ἄλλου τοὺς ἀδύναμους καὶ ἀσθενεῖς ἐκτὸς τὴν κατ’ οἶκον καθαριότητα, ποὺ τὴ θεωροῦσε ἐπιβεβλημένη, νὰ ἐπισκέπτονται κὰι ἰαματικά λουτρά, γιὰ τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν ὁποίων ὁ Ἀριστοφάνης μιλοῦσε μὲ ζῆλο καὶ Ἰπποκράτης, πατέρας τῆς λουτροθεραπείας, ἔκανε λεπτομερεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὴ σπουδαιότητά τους.
.               Τὸ νερὸ στὴ χριστιανικὴ πίστη συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴ θεία Λατρεία. Μὲ αὐτὸ βαπτιζόμαστε, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἐνθυμούμενοι τον Κύριό μας ποὺ βαπτίσθηκε στον Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, τὸν Πρόδρομο, μὲ αὐτὸ ἁγιαζόμαστε στὴν Ἐκκλησία μας. Ἁγιασμὸ φυλᾶμε στὸ εἰκονοστάσι μας, μὲ αὐτὸν μᾶς ραντίζει ὁ Ἱερέας στὴν ἀρχὴ κάθε μηνός, στὴν ἀρχὴ κάθε καλοῦ ἔργου, κάθε σχολικῆς χρονιᾶς, στὰ ἐγκαίνια καταστημάτων, στὴν εὐλογία τῶν ἀγρῶν τὸ φθινόπωρο, στὴν ἀγορὰ αὐτοκινήτων καὶ ὁποιωνδήποτε ἄλλων κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἀντικειμένων.
.               Τὸ νερὸ τὸ συναντοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε, στὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, στὴν πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν μέσα στὴν ἔρημο. Ὅταν αὐτοὶ δίψασαν, ὁ Μωυσῆς χτύπησε ἕνα βράχο μὲ τὸ ραβδί του καὶ ἀμέσως ἀνέβλυσε νερό.
.               Στὴν Καινή Διαθήκη ἔχουμε τὸν Κύριό μας νὰ βαπτίζεται στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, νὰ θεραπεύει τὸν παράλυτο στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, στὸ γάμο τῆς Κανᾶ, νὰ μεταποιεῖ τὸ νερὸ σὲ κρασί, στὴν Τιβεριάδα νὰ γαληνεύει τὰ ὕδατα τῆς θαλάσσης καὶ νὰ κοπάζει τοὺς ἀνέμους.
.               Τὸ νερὸ παίζει μεγάλο ρόλο καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανική μας ζωή. Ὅλοι μας βαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Στὴ Θεία Κοινωνία βάζουμε μαζὶ μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὸν ἄρτο τὸ «ζέον ὕδωρ», γιατὶ ὅταν τρύπησαν μὲ λόγχη τὸν Χριστὸ πάνω στὸν Σταυρό, ἀπὸ τὴν πληγὴ ἔτρεξε αἷμα καὶ ὕδωρ. Ἐξ ἄλλου δὲ περιόδους ἀνομβρίας κάνουμε λιτανεῖες.
.               Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἁγιάζουμε τὰ ὕδατα καὶ ὁ Ἱερεὺς μετά, ἀφοῦ ἁγιάσει ὅλους τοὺς πιστούς, γυρίζει τὰ σπίτια καὶ τὰ ἁγιάζει μὲ τὸν τίμιο Σταυρό. Τὸ ἀγιασμένο νερὸ παύει πλέον νὰ λογαριάζεται ὡς κοινὸ νερὸ χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἀξία. Ἔχει φορτισθεῖ μὲ μυστική, ἀνερμήνευτη θεία δύναμη καὶ ἐνέργεια. Γι’ αὐτὸ ὁ τελετουργὸς ἱερέας μὲ ἔμφαση ἱκετεύει τὸν Θεό μας λέγοντας: «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Κύριε, ἐμπλησθῆναι ἁγιασμοῦ, διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ραντισμοῦ, καὶ γενέσθω ἡμῖν, εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος». Ἡ γεύση αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ συνηθισμένο νερό. Ἔχει γίνει, ὅμως, πνευματικὸ ποτὸ ποὺ ἔχει ἀναβλύσει ἀπὸ τὴν «πνευματικὴ πέτρα», ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει καταστήσει πηγὴ εὐλογίας καὶ χάριτος.
.               Κατὰ τὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων ἁγιαζόμαστε καὶ καθαριζόμαστε «διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ῥαντισμοῦ», τὸ ὁποῖο ἔχει γίνει «ἰαματικὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων καὶ πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν». Ὁ ἁγιασμὸς στηρίζεται στὴ βέβαιη πίστη μας ὅτι στὸ ἁγιασμενο νερὸ μεταδίδονται πνευματικὲς ἰδιότητες, ἔτσι, ὥστε αὐτὸ νὰ ἀναδεικνύεται «ἀποτρόπαιον πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν». Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὸν τέταρτο αἰῶνα ὁ Ἐπίσκοπος Ἀπαμείας Ἅγιος Μάρκελλος μὴ μπορώντας νὰ γκρεμίζει ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοποθετήσουν νερὸ κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπου λειτουργοῦσε, καὶ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ τὸ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ἔδωσε στὸ διάκονο γιὰ νὰ ραντίσει τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα ἀκαριαίως γκρεμίσθηκαν. Ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Μαρκέλλου ἐπικράτησε ἡ συνήθεια νὰ ψάλλεται ὁ Μικρὸς Ἁγιασμὸς στὴν ἀρχὴ κάθε μηνὸς καὶ νὰ ραντίζονται τὰ σπίτια, τὰ κτήματα, τὰ ὑποστατικὰ καὶ γενικὰ τὰ μέρη ὅπου εὑρίσκεται ἀσθένεια καὶ «ἐμφιλοχωρεῖ ἐνέργεια δαιμονική», γιατὶ αὐτὴ διώχνεται μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ.
.               Ἄλλο θαυμαστὸ περιστατικὸ τῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ διηγεῖται ὁ Θεοδώρητος τὸ ἑξῆς: Τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη ἀρρώστησε ξαφνικὰ τὰ ἄλογο. Ὁ ἱπποκόμος του ποὺ ἦταν εὐσεβὴς τὸ ὁδήγησε στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀφραάτου. Αὐτός, ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, διέταξε νὰ βγάλουν καθαρὸ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τὸ σταύρωσε καὶ τὸ ἔρριξε πάνω στὸ ἄλογο, τὸ ὁποῖο ἀμέσως θεραπεύθηκε.
.               Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἀναφέρει ὅτι ὁ ἱστορικὸς Ἰώσηπος ποὺ πρὶν γίνει Χριστιανὸς ἦταν Ἑβραῖος, ὅταν πρόκειτο νὰ ἀνεγείρει Ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐμποδιζόταν ἀπὸ τὶς μαγεῖες καὶ δολοπλοκίες τῶν παλαιῶν ὁμοθρήσκων του. Τότε ἔτρεξε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ διέταξε νὰ τοῦ φέρουν νερὸ μέσα σὲ καθαρὸ δοχεῖο. Τὸ σφράγισε σταυροειδῶς μὲ τὸ δάκτυλό του καὶ εἶπε δυνατά: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὸν ὁποῖον σταύρωσαν οἱ πατέρες μου καὶ πατέρες ὅλων αὐτῶν ποὺ παραβρίσκονται ἐδῶ ἂς πάρει δύναμη αὐτὸ τὸ νερό, ὥστε νὰ κτισθεῖ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ». Ὕστερα ἔρρανε μὲ τὸ νερὸ αὐτὸ τὸ χῶρο καὶ οἱ μαγεῖες καὶ οἱ φαρμακεῖες διαλύθηκαν.
.               Στὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ καὶ στὴ μέση τῆς εὐχῆς μὲ δυνατὴ φωνὴ ὁ Ἱερέας λέγει: «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου». Στὴ μεγαλειώδη αὐτὴ εὐχή, ὅπου ἀνυμνεῖται ὁ Δημιουργὸς τοῦ ὀρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, ὑμνολογεῖται ὁ «ἐν Ἰορδάνῃ ἐπιφανεὶς» Χριστός, ὁ καὶ «ἁγιάσας τὰ ῥεῖθρα» του. Ὅπως τότε, ὁ Θεὸς ἐξαποστέλλει τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὸ νερὸ καὶ νὰ τὸ κάνει «ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον».
.               Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα ποὺ συχνὰ τίθεται ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλακόλουθους πιστοὺς εἶναι ἂν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἁγιαστικῆς χάριτος μεταξὺ τοῦ Μεγάλου καὶ τοὺ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ. Ἡ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφὴς καὶ ξεκάθαρη. Ὁ Μεγάλος ἁγιασμὸς εἶναι αὐτὸς τῶν Θεοφανείων καὶ τελεῖται μία φορὰ τὸ χρόνο, τὴν παραμονὴ καὶ τὴν ἡμέρα  τῆς ἑορτῆς, ἐνῶ ὁ Μικρός τελεῖται ὅποτε οἱ πιστοὶ τὸ ζητήσουν.
.               Στὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ δίδεται ἔμφαση στὴν ἴαση τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ἐνῶ στὸν Μεγάλο κυριαρχεῖ ἡ εὐλογία τῆς φύσεως τῶν ὑδάτων μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὁ ἁγιασμὸς τῶν Θεοφανείων ὑπενθυμίζει ἕνα πραγματικὸ γεγονός. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάμνηση καὶ πραγματικὴ λειτουργικὴ παρουσία τοῦ σωτηριώδους γεγονότος τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου, μὲ ὅλο τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν του, στὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς πιστοῦ χωριστὰ καὶ τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
.               Βεβαίως δὲν εἶναι σωστὸ ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων νὰ συγκρίνεται πρὸς τὴ Θεία Κοινωνία, ὁπωσδήποτε, ὅμως, εἶναι τὸ δεύτερο σὲ ἱερότητα μυστηριακὸ εἶδος μετὰ τὴ Θεία Μετάληψη.
.               Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ στὸ Δ´ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν ἀναφέρεται ἕνα  ὡραῖο περιστατικό, τὸ ὁποῖο παρουσιάζει τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες ποὺ ἔδρασαν μὲ τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ θεράπευσαν ἀπὸ λέπρα τὸν ἀρχιστράτηγο τῆς Συρίας Ναιμάν.
.               Ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ λεπρὸς Ναιμὰν κατόπιν ὑποδείξεως μιᾶς ἑβραιοπούλας, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει, χωρὶς νὰ ἀσχοληθεῖ μαζί του, τὸν ἔστειλε πρῶτα στὸν Ἰορδάνη ποταμό, προτρέποντάς τον νὰ λουσθεῖ ἐκεῖ ἑπτὰ φορές.
.               Ὁ Ναιμάν, ποὺ ὡς στρατηγὸς καὶ μάλιστα πηγαίνοντας συστημένος στὸν Ἐλισαῖο, περίμενε προσωπικὴ ὑποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ἔνοιωσε πληγωμένο τὸν ἐγωϊσμό του, ὅταν τὸν ἔστειλε στὸν Ἰορδάνη, χωρὶς νὰ τοῦ δώσει πολὺ σημασία καὶ ὀργισμένος συλλογίσθηκε:
-Χάθηκαν τὰ ποτάμια τῆς Δαμασκοῦ, γιὰ νὰ λουσθῶ σὲ ἐκεῖνα; Ἔπρεπε νὰ μὲ στείλει χωρὶς ἄλλη σκέψη στὸν Ἰορδάνη;
.               Ἔτσι, θυμωμένος ἄλλαξε δρομο. Οἱ δοῦλοι του ποὺ τὸν πλησίασαν τὸν ἔπεισαν νὰ ὑποχωρήσει λέγοντάς του ὅτι δὲν ἦταν κάτι τὸ δύσκολο αὐτὸ ποὺ τοῦ πρότεινε ὁ Προφήτης. Ὁ Ναιμὰν πῆγε τότε στὸν Ἰορδάνη, λούστηκε στὰ νερά του ἑπτὰ φορὲς καὶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο εἶδε τὴ λέπρα νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ σῶμα του. Χαρούμενος ἐπέστρεψε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἐλισαῖο καὶ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του ὁμολόγησε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ Ἐλισαίου, ὑπονοώντας τὴ δύναμη τῆς πίστεως καὶ ὄχι τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ ἄκτιστη ἰαματικὴ δράση τοῦ νεροῦ βρισκόταν στὴ θεία ἐνέργεια ποὺ ἐξερχόταν ἀπὸ τὸν μόνο πραγματικὸ Θεό μας.
.               Τὴν ἴδια ἰαματικὴ δύναμη βλέπουμε νὰ παρουσιάζουν καὶ τὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδᾶ, τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ταράσσονταν ἀπὸ τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμπαινε πρῶτος μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ὕδατος «ὑγιὴς ἐγένετο ᾡδήποτε κατείχετο νοσήματι».
.               Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἐπωφελῆ διάσταση τοῦ ἁγιασμοῦ θὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀκομη περιστατικά.
.               Γράφει τὸ Γεροντικό, ὅτι μιὰν ἡμέρα ὁ Γέροντας Δωρόθεος, ὁ Θηβαῖος, ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του στὸ πηγάδι νὰ φέρει νερό. Ἐκεῖνος μόλις ἔσκυψε καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ρίψει στὸ νερὸ τὸν κουβὰ εἶδε μιὰ ἀσπίδα, ἕνα δηλητηριῶδες φίδι, νὰ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτό. Ἐγκατέλειψε τότε τὸν κουβᾶ καὶ ἔτρεξε στὸ Γέροντα φωνάζοντας:
-Ἀββᾶ χαθήκαμε, τό πηγάδι δηλητηριάστηκε ἀπὸ μιὰ ἀσπίδα.
-Κι ἂν ο διάβολος ἀποφασίσει νὰ ρίψει ἀσπίδες σὲ ὅλα τὰ πηγάδια, ἐσὺ θὰ πεθάνεις ἀπὸ τὴ δίψα;
Ἔτσι τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας κουνώντας τὸ κεφάλι, γιὰ τὴ δειλία τοῦ ὑποτακτικοῦ του. Μετὰ πῆγε ὁ ἴδιος στὸ πηγάδι πῆρε τὸν κουβᾶ καὶ ἔβγαλε μόνος του νερό. Τὸ σταύρωσε, ἤπιε ὁ ἴδιος καὶ ἔδωσε καὶ στὸν ὑποτακτικό του λέγοντας: Ὅπου ὑπάρχει σταυρὸς δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἡ κακία τοῦ ἐχθροῦ.
.               Ἄλλο παράδειγμα τῆς ἀποτρεπτικῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καταγράφει ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Μὲ γλαφυρὴ ἁπλότητα αὐτὸς διηγεῖται, ὅτι ἕνας νεαρὸς πνευματιστὴς κάθε βράδυ στὸ σπίτι του ἔκανε πνευματιστικὲς συνεδριάσεις, καλώντας πονηρὰ πνεύματα. Ἕνα βράδυ, ὅμως, ἂν καὶ πάλεψε πολὺ ὥρα μὲ ἐπίμονες προσκλήσεις του, τὰ πνεύματα δὲν παρουσιάζονταν. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἄκουσε μιὰ φωνὴ ἔντονα ἐκνευρισμένη:
-Δὲν μποροῦμε νὰ ἔρθουμε, γιατὶ σήμερα  ἦρθε ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ἐδῶ.
Ταραγμένος ὁ δυστυχὴς νέος πῆγε στὸ διπλανὸ δωμάτιο τῆς μητέρας του καὶ μὲ ἔντονο ὕφος τὴ ρώτησε:
-Ποιός ἦρθε σήμερα στὸ δωμάτιό μου;
Κι’ ἐκείνη μὲ σταθερὴ φωνή ἤρεμα τοῦ ἀπάντησε:
-Ἀφοῦ ἐσὺ μαζεύεις ἐδῶ τοὺς σατανάδες κάθε βράδυ καὶ δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ κοιμηθῶ, πῆγα σήμερα καὶ ἔφερα τὸν παπᾶ, ἔκανα Ἁγιασμὸ καὶ ράντισα τὸ σπίτι καὶ τὸ δωμάτιό σου.
.               Ἡ συνετὴ καὶ ἀποφασιστικὴ παρέμβαση τῆς εὐσεβοῦς μητέρας ἀφύπνισε πνευματικὰ τὸν παγιδευμένο νεαρό, ὁ ὁποῖος  στὴ συνέχεια ἔκοψε κάθε σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματισμό, καθώς κατάλαβε ὅτι εἶχε ἐπικίνδυνα ἐμπλακεῖ στὰ πλοκάμια τοῦ πονηροῦ.
.               Τὸ τρίτο περισταστικὸ συνέβη τὸ 1850 στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἀπειλήθηκε ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνθρώπων ἀπὸ χολέρα. Κάθε ἡμέρα ἔφευγαν ἀπὸ τὴ ζωή ἑκατοντάδες. Φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε τοὺς πάντες. Ὁ τότε Γενικὸς Ἀρχίατρος τοῦ κράτους ἀδύναμος καὶ ἀνήμπορος νὰ προσφέρει βοήθεια, κρύφτηκε ἀπὸ φόβο. Δὲν τὸν εὕρισκαν πουθενά. Μοναδικὴ ἐλπίδα γιὰ τὸ λαό, ὅπως πάντοτε, ἦταν ἡ περιφρονημένη καὶ διωκόμενη ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πραγματικὴ πνευματικὴ μάνα καὶ ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἔτσι, ἐνῶ στὶς δυσκολίες οἱ πολιτικοὶ ταγοὶ στρίβουν, κρύβονται, φυγομαχοῦν ἢ κριτικάρουν καὶ δίδουν ὁδηγίες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ  ποιμένες βρίσκονται στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγώνα γιὰ στήριξη, ἐνίσχυση καὶ παροχὴ βοηθείας τοῦ εὐκολόπιστου καὶ πάντα προδομένου λαοῦ. Στὴν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, ὅπου ὁ λαὸς ἀγωνιοῦσε καὶ οἱ ὑπεύθυνοι μουδιασμένοι ἀποσύρθηκαν ἀπὸ τὸ προσκήνιο, ὄρθωσε τὸ ἀνάστημα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ κάλεσε τοὺς  φοβισμένους κατοίκους τῆς πόλεως στὸ Μητροπολιτικὸ Ναό. Μέσα σὲ κλίμα συγκινήσεως καὶ ἀγωνίας στήριξε τὸ λαό, ἐνέπνευσε  πίστη καὶ καλλιέργησε ἐλπίδα τελώντας τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ. Οἱ ψυχὲς ἀναθάρρησαν καὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Ἱερεῖς λιτάνευαν τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ἀτέλειωτες σειρὲς εὐσεβῶν Χριστιανῶν διέσχιζαν τοὺς κεντρικοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας. Στὶς πλατεῖες Συντάγματος καὶ Ὁμονοίας γονατιστοὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ πόνο ψυχῆς καὶ δάκρυα στὰ μάτια, κραύγαζαν τὸ «Κύριε ελέησον..»
.               Οἱ ξένοι, κυρίως Προτεστάντες, ποὺ διαφέντευαν τὸν τόπο, ἔλεγαν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι τρελλάθηκαν μαζικὰ καὶ ὁδηγοῦνταν στὴν αὐτοκατατροφή. Γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀπομονωθοῦν, γιὰ νὰ προστατευθοῦν, συνωστίζονταν στὸ Ναὸ καὶ στὴ λιτανεία μὲ ἄμεσο κίνδυνο ἡ ἐπιδημία νὰ φουντώσει καὶ νὰ λάβει ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις. Ὅμως, οἱ φόβοι τους, καθαρὰ ἀνθρώπινοι, διαψεύσθηκαν. Ἡ ἐπιδημία σταμάτησε ἀμέσως. Κανένα νέο κροῦσμα καὶ κανένα νέο θύμα δὲν παρουσιάσθηκε τὶς ἑπόμενες ἡμέρες. Ὁ Ἁγιασμὸς στὰ χέρια τῶν πιστῶν ὑπῆρξε τὸ δραστικότερο φάρμακο, τὸ ἰσχυρότερο ἀντιβιοτικό. Στὴ δύναμη τοῦ ἁγιασμοῦ κανένα μικρόβιο δὲν ἀντιστέκεται. Αὐτὸς μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ κρύβεται μέσα του εἶναι τὸ δυνατότερο φάρμακο, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμβόλιο ποὺ προληπτικὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ. Ὁ Ἁγιασμὸς συνιστᾶται νὰ τὸν πίνουμε, νὰ τὸν ραντίζουμε, νὰ τὸν ἔχουμε πρὸς «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ καὶ ΥΔΑΤΟΣ «Ξαναγυρίζω στόν Ἄθω· νύχτα καί ἄπνοια. Ἔξω, ὁ ἔναστρος οὐρανός, λαμπρός χωρίς τά αὐθάδη φῶτα τῆς πόλης, αἰνεῖ καί δοξάζει. Μέσα, ἡ φλόγα τοῦ καντηλιοῦ, ἄν καί μικρή, ἀνάβει μέσα μου τό μέγα πῦρ».

Ἀλέκος Ε. Φλωράκης

«Διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος»
Περιοδ. «Νέα Εὐθύνη»
τ. 21, 
Ἰαν. -Μάρτ. 2014

Untitled.               Ξαναγυρίζω στόν Ἄθω· νύχτα καί ἄπνοια. Στό μικρό κελί μόνος, ἐνώπιος ἐνωπίῳ. Ἕνα στενό κρεβάτι, ἕνα τραπεζάκι, ἕνα σκαμνί. Κάτω ἀπ’ τό παράθυρο, στό κατακόρυφο βάθος, ἡ θάλασσα ἀγγίζει σχεδόν τό καστρομονάστηρο. Ἀσάλευτη, κανένας περισπασμός· ἡ σιωπή ὁ μόνος ἦχος.
.               «Ἰδού ἐγώ λοιπόν» στό μισοσκόταδο, ἐμπρός στό εἰκόνισμα τῆς Παρθένου. Ἔξω, ὁ ἔναστρος οὐρανός, λαμπρός χωρίς τά αὐθάδη φῶτα τῆς πόλης, αἰνεῖ καί δοξάζει. Μέσα, ἡ φλόγα τοῦ καντηλιοῦ, ἄν καί μικρή, ἀνάβει μέσα μου τό μέγα πῦρ. Φῶς καί φωτιά, λέξεις γλωσσικά ὁμόρριζες καί κοσμολογικά ὁμόρροπες, ἡ δεύτερη ἀπότοκη τῆς πρώτης.
.               Τό πῦρ εἶναι δύναμη καταστροφική ἀλλά καί δημιουργική. Ἀπό αὐτό γεννήθηκε, κατά τόν Ἡράκλειτο, τό σύμπαν καί ἀπ’ αὐτό θά καταστραφεῖ ἐκπυρούμενο: «πῦρ ἀείζωον» καί «ἀνταμοιβή ἁπάντων». Ἀντίθετα, στήν ἰουδαιοχριστιανική κοσμογονία πρωταρχικό στοιχεῖο τῆς δημιουργίας εἶναι τό φῶς: «… καί εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καί ἐγένετο φῶς. Καί εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν» (Γεν., α´ 3-4).
.               Ἀλλά καί μεταξύ Ἰουδαϊσμοῦ καί Χριστιανισμοῦ ὑπάρχει διαφοροποίηση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ φωτιά εἶναι σημεῖο θεοφάνειας. Ἔτσι ἐπιφαίνεται ὁ Γιαχβέ στόν Μωυσῆ καί «τό ὄρος Σινά ἐκαπνίζετο ὅλον διά τό καταβεβηκέναι ἐπ’ αὐτό τόν Θεόν ἐν πυρί» (Ἐξ., ιθ´ 18). Μέ τόν οὐράνιο χαρακτήρα τοῦ Γιαχβέ καί τήν κυριαρχία του ἐπί τῶν ἀτμοσφαιρικῶν φαινομένων, τά τελευταῖα καθίστανται ἐπιφάνειες τῆς θεότητας. Ἡ βροντή εἶναι ἡ φωνή του, ἡ ἀστραπή καί ὁ κεραυνός τά βέλη του, «πῦρ ἐνώπιον αὐτοῦ καυθήσεται καί κύκλῳ αὐτοῦ καταιγίς σφόδρα» (Ψαλμ. μθ´ 3). Οἱ ἀντιστοιχίες μέ τόν Δία τῶν Ἑλλήνων εἶναι καταφανεῖς. «Ἀστράπειος» καί «ἐρίγδουπος», μέ ὅπλο του τόν κεραυνό, πῦρ βροτοκτόνο ἀλλά καί ἱεροφανειακό, καθώς ὅ,τι τό «κεραυνόπληκτον», ἔμψυχο ἤ ἄψυχο, καθίσταται ἀντικείμενο θείας ἐκλογῆς.
.               Μέ τήν Καινή Διαθήκη, τό τρομερό πρόσωπο τοῦ Γιαχβέ δίνει τή θέση του στή γλυκιά μορφή τοῦ Ἰησοῦ. Τό πῦρ ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ φωτός. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινόν τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον». Τό φῶς τοῦ προσώπου του σημειώνεται στό δικό μας πρόσωπο, ὅπως τό φῶς τοῦ ἥλιου στούς περί αὐτόν πλανῆτες. Ἡ ἁγιαστική λειτουργία τοῦ ἀκτίστου φωτός δηλώνεται ἤδη ὡς προτύπωση στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἔκθαμβος ὁ Μωυσῆς «ὁρᾷ ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ἀλλ’ οὐ κατεκαίετο» (Ἐξ., γ´ 2). Ἀπό τή φωτιά ἐκείνη ἡ φθορά ἐξέλιπε καί ἔμεινε μόνο τό φῶς, ὅπως σήμερα στά κεριά μέ τό πασχάλιο φῶς στόν Πανάγιο Τάφο, εὐθύς μετά τήν ἔξοδο τοῦ πατριάρχη.
.               Φῶς καί φωτιά διακρίνονται σαφῶς στή χριστιανική παράδοση. Τό φῶς εἶναι ἁγιαστικό, ἡ φωτιά εἶναι τιμωρητική καί καθαρτήρια. Τό φῶς ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο «πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ., δ´ 6), γι’ αὐτό καί «ὁ τά φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς» (Ἰω. γ´ 20). Συνιστᾶ τόν ἕναν πόλο τοῦ ἀντιθετικοῦ διώνυμου φῶς/σκότος ἤτοι Θεός/Διάβολος, ἔχοντας ἔτσι περάσει καί στή νεοελληνική λαϊκή πίστη. Δαιμονικά ὄντα καί πάσης φύσεως ἐπικίνδυνες ἰσχυοφάνειες (λάμιες, ἀγελλοῦδες, καλικάντζαροι, φαντάσματα, βρικόλακες) κινοῦνται καί δροῦν μέσα στή νύχτα, «ἐν σκότει διαπορευόμενα». Σ’ αὐτά προσιδιάζει τό πῦρ τό ἐξώτερον. Ἐκεῖ ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς «ὀδυνᾶται ἐν τῇ φλογί» καί μέσα στίς φωτιές τῆς κόλασης παρουσιάζει ἡ λαϊκή εἰκονογραφία τούς ἁμαρτωλούς νά τιμωροῦνται.
.               Παράλληλα μέ τόν τιμωρητικό, ἡ φωτιά ἔχει καί χαρακτήρα καθαρτήριο. Ἀπό τά πολλά ἐθιμικά δρώμενα πού ἑδράζονται στήν καθαρτήρια καί ἀνανεωτική δύναμη τῆς φωτιᾶς, μνημονεύω μόνο τήν ὑπερπήδησή της τήν παραμονή τοῦ Ἁι-Γιαννιοῦ (Γενέσιον, 24 Ἰουνίου), ἡμέρα τῶν θερινῶν τροπῶν τοῦ ἥλιου, καί τίς σχετικές ἐνέργειες (μεταφορά της στό σπίτι, ἄναμμα μέ αὐτήν τοῦ τζακιοῦ, χρησιμοποίηση τῆς στάχτης της γιά τήν ἀποτροπή τῶν κακῶν πνευμάτων), τίς πυροβασίες καί τό κάψιμο τοῦ Καρνάβαλου. Ὁ ἴδιος χαρακτήρας ἀνευρίσκεται καί στήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος προφητεύει ὅτι τό βάπτισμα ἀπό τόν ἐρχόμενο Μεσσία θά γίνει «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί πυρί», ἐννοώντας τό καθαρτήριο καί ἀνανεωτικό πῦρ τῆς χάριτος, ἐκεῖνο πού ἐν εἴδει φλογός κάθισε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐπί τῶν Ἀποστόλων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ καὶ ΥΔΑΤΟΣ–2 «Ἡ Παναγία, πίσω ἀπ’ τήν τρέμια φλογίτσα τοῦ καντηλιοῦ, μέ κοιτᾶ μέ βλέμμα παραμυθίας».

, ,

Σχολιάστε

ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΣΤΕ, ΕΠΕΙΔΗ ΠΙΝΕΤΕ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΣΑΣ!

Γενικς Διευθυντς τς Nestle:
«
σοι πιστεύουν τι τ Νερὸ ἀποτελε Δημόσιο γαθ εἶναι Ἀκραῖοι»!

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ βασικὴ «ἐμμονὴ» τοῦ Διαβόλου εἶναι νὰ οἰκειωθεῖ παρανόμως τὰ Δημιουργήματα καὶ τὰ Δωρήματα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅ,τι κάνει εἶναι μιὰ πλαστὴ ἀπομίμηση. Ἐπιδιώκει μὲ μίσος νὰ σφετερισθεῖ τὴν θεία Ἐξουσία. Σύμμαχο προσπαθεῖ νὰ κερδίσει τὸν ἄνθρωπο. Ἀκόμα καὶ τὶς θεϊκὲς ἰδιότητες ἀπομιμεῖται, μέχρι καὶ τὸν ἐνάρετο προσποιεῖται («ἄγγελος φωτὸς»), γιὰ νὰ ὑπονομεύσει τὸ θεϊκὸ ἔργο. Δὲν θὰ αφἠσει νὰ τοῦ ξεφύγει τίποτα. Ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ μέχρι καὶ τὰ ἴδια τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα. .                ῾Η μισανθρωπία του τώρα ἔχει βάλει στὸ μάτι τὸ νερό, ὥστε νὰ «ἰδιωτικοποιηθεῖ» μέσα ἀπὸ «νόμιμες διαδικασίες». Προλειαίνει τὸ ἔδαφος μὲ τὴν ἰδεολογικἐμπροσθοφυλακὴ καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ προχωρήσει στὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τοῦ σατανικοῦ σχεδίου του γιὰ τὴν ὐποδούλωση τῶν ἀνθρώπων, μέσα ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ καὶ τὸν δαιμονικὸ σφετερισμὸ τοῦ ΑΓΑΘΟΥ ποὺ ὀνομάζεται ΝΕΡΟ, ΥΔΩΡ.! Συγκεκριμένες ἐφαρμογὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς!
.          Σκέφτεστε νὰ σᾶς συλλαμβάνει ἡ Ἀστυνομία, ἐπειδὴ πίνετε νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ χωριοῦ σας;……!!!!!

.               Ὁ Peter Brabeck-Letmathe εἶναι ὁ Γενικὸς διευθυντὴς τῆς Nestle. Στὸ Video ποὺ ἀκολουθεῖ διατυπώνει μὲ ἀπίστευτο κυνισμὸ ὅτι τὸ νερὸ δὲν εἶναι δημόσιο ἀγαθὸ καὶ ὅσοι τὸ πιστεύουν αὐτὸ εἶναι ἀκραῖοι!
.               Ἂς πάρουμε μία πρώτη γεύση τῆς «ποιότητας» τῶν «ἀνθρώπων» ποὺ θὰ ἐπιδιώξουν νὰ ἀποκτήσουν τὴ δημόσια ὕδρευση τῆς Ἑλλάδος ἐὰν τοὺς τὸ ἐπιτρέψουμε.

.        Ἐὰν συμβεῖ, τὸ λιγότερο ποὺ θὰ περιμένετε εἶναι ἡ κατακόρυφη ἄνοδος τοῦ κόστους τῶν ὑπηρεσιῶν ὕδρευσης καὶ ὁριστικὴ ἐξάλειψη ὁποιωνδήποτε κοινωνικῶν μέτρων σὲ ἀσθενέστερες τάξεις. Ἐννοεῖται ὁποιαδήποτε κατανόηση ἢ περίοδο χάριτος σὲ ἐνδεχόμενη ἀδυναμία πληρωμῆς λογαριασμοῦ ὕδρευσης νὰ τὴν ξεχάσετε….

ΠΗΓΗ:  olympia.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑ»

 «ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑ»
(Ἰω. ζ ́ 37-52, η ́ 12)

1. ΠΟΤΑΜΟΙ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΟΙ

.    Ὁ Κύριος βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλὴμ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας. Οἱ Ἰουδαῖοι συμμετεῖχαν στὴν ἑορτὴ αὐτὴ γιὰ νὰ θυμοῦνται τὴν πορεία τῶν προγόνων τους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες ἔμεναν σὲ σκηνές. Τὴν τελευταία καὶ πιὸ ἐπίσημη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ἔκαναν ἀναπαράσταση τῆς εἰσόδου στὴν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Οἱ ἱερεῖς ἔπαιρναν νερὸ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ προχωροῦσαν πρὸς τὸν Ναὸ ραντίζοντας τὸ θυσιαστήριο καὶ τὰ πλήθη.
.       Αὐτὴ λοιπὸν τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, ὁ Κύριος, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς τελετὲς τῆς ἑορτῆς, ἄρχισε να διδάσκει μὲ ζωηρὴ φωνὴ τὰ πλήθη λέγοντας: Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθο καὶ δίψα πνευματική, ἂς ἔρχεται σὲ μένα καὶ ἂς πίνει. Κοντά μου θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἡ ψυχή του. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του θὰ τρέξουν ποταμοὶ ἀστείρευτου νεροῦ. Ὁ Κύριος βέβαια μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἐννοοῦσε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ θὰ ἔπαιρναν ὅσοι θὰ πίστευαν σ᾽ Αὐτόν. Διότι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μεταδίδει νέα καὶ θεϊκὴ ζωή, δὲν εἶχε ἀκόμη δοθεῖ σὲ κανένα. Διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη δοξασθεῖ μὲ τὸ Πάθος του καὶ τὴν Ἀνάληψή του. Γιατί ὅμως ὁ Κύριος παρομοιάζει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ νερὸ ἀστείρευτο ποὺ ἀναβλύζει μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου; Διότι ὅταν ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔρχεται στὴν ψυχὴ κάθε βαπτισμένου καὶ χρισμένου πιστοῦ, προσφέρεται ἀσταμάτητα. Ἀναβλύζει διαρκῶς, δὲν ἀδειάζει ποτέ, ρέει σταθερὰ καὶ ἀνεξάντλητα ὅπως τὸ ποτάμι.
.     Καὶ ποιό ἔργο ἐπιτελεῖ; Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς ὕδωρ ζῶν εἶναι ἡ αἰτία τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχικὰ σὰν ἕνα ρεῦμα ἰσχυρὸ καταρρίπτει μέσα στὶς ψυχές μας κάθε ἀντίσταση, κάθε πάθος. Καθαρίζει κάθε τι ρυπαρὸ καὶ ἁμαρτωλό. Καὶ ταυτόχρονα δροσίζει ὡς ὕδωρ διαυγὲς καὶ ἄφθονο τὶς ψυχές μας, τὶς μαλακώνει, τὶς ποτίζει καὶ τὶς καθιστᾶ καρποφόρες σὲ ἔργα ἀρετῆς. Ἐμπνέει ἀγαθὲς διαθέσεις καὶ ἱερὰ συναισθήματα, καὶ ἀντίστοιχες ἐνέργειες καὶ πράξεις. Ἐνδυναμώνει τὴν ψυχή μας ὥστε νὰ ζοῦμε μία ἁγία ζωή. Μᾶς μεταμορφώνει καὶ μᾶς ἀναγεννᾶ, γεμίζει τὸ ἐσωτερικό μας μὲ ὅλους τοὺς δικούς της καρπούς, τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἁγιότητος. Καὶ καθιστᾶ κι ἐμᾶς πηγὲς ἀνεξάντλητες ὕδατος ζῶντος πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.

2. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

.     Μόλις τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ἄκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου, ἄρχισαν νὰ διχάζονται. Ἄλλοι ἔλεγαν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ προφήτης ποὺ περιμένουμε». Ἄλλοι: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός». Κι ἄλλοι ἀποροῦσαν: «Εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν Γαλιλαία;» Οἱ πιὸ ζηλωτὲς ἤθελαν νὰ Τὸν συλλάβουν, ὅμως κανεὶς δὲν τόλμησε νὰ τὸ κάνει, διότι μία ἀόρατη δύναμη τοὺς ἐμπόδιζε. Γύρισαν λοιπὸν πίσω ἄπρακτοι οἱ ὑπηρέτες στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς Φαρισαίους, καὶ αὐτοὶ τοὺς ρώτησαν: «Γιατί δὲν Τὸν συλλάβατε;» «Ποτὲ ἄλλοτε δὲν δίδαξε κανεὶς μὲ τόση σοφία ὅπως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος», ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι. Τοὺς ξαναρώτησαν οἱ Φαρισαῖοι: «Μήπως κι ἐσεῖς ἔχετε πλανηθεῖ ἀπὸ αὐτόν; Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες δὲν πίστεψε σ᾽ αὐτόν, ἀλλὰ μόνο ὁ καταραμένος ὄχλος, ποὺ δὲν ξέρει τὸν νόμο!» Τότε διαμαρτυρήθηκε ὁ Νικόδημος: «Πῶς μποροῦμε νὰ καταδικάσουμε ἕναν ἄνθρωπο, ἐὰν δὲν τὸν ἀκούσουμε πρῶτα καὶ μάθουμε τί ἔκανε;» Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν: «Προφήτης ἀπὸ τὴ Γαλιλαία δὲν ἔχει φανεῖ ποτέ». Ὁ Κύριος ὅμως συνέχισε νὰ κηρύττει λέγοντας: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περιπλανιέται ποτὲ στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ θὰ ἔχει μέσα του τὸ ζωηφόρο καὶ πνευματικὸ φῶς».
.      Τί κρίμα ὅμως. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν δίπλα τους τὸ φῶς τῆς ζωῆς, καὶ παρέμεναν στὸ σκοτάδι. Τὸ φῶς ἄγγιξε τὴν ζωή τους, κι αὐτοὶ οἱ δύστυχοι βυθίζονταν περισσότερο στὸ σκοτάδι, στὴν ἄρνηση καὶ τὴν ἀντίδραση.
.      Τέτοια κατάσταση ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορὲς στὴν ἱστορία καὶ ἰδιαιτέρως στὶς μέρες μας. Πόσοι βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δεχθήκαμε τὸ φῶς τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀλήθειας. Ὁ Χριστὸς πλημμύρισε μὲ τὸ φῶς του τὴ ζωή μας, ὅταν βαπτιστήκαμε στὸ ὄνομά του. Αὐτὸν ντυθήκαμε τότε, γιὰ νὰ ζήσουμε πλέον μία φωτεινὴ ἐν Χριστῷ ζωή. Καὶ νὰ πορευόμαστε ὡς τέκνα φωτός. Δυστυχῶς ὅμως πολλοὶ Χριστιανοὶ ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ πελαγοδρομοῦν μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου. Ψάχνουν ἀλλοῦ γιὰ φῶς καὶ χάνονται στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια τῶν αἱρέσεων, τῶν παραθρησκειῶν, τῶν ψευδώνυμων φιλοσοφιῶν καὶ τῶν αὐτοαποκαλούμενων πνευματικῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τραγικὸ νὰ πορεύονται σὰν τυφλοὶ καὶ νὰ χάνουν τὸν δρόμο τους, ἐνῶ εἶναι δίπλα τους ὁ Χριστὸς καὶ τοὺς περιμένει νὰ τοὺς δώσει τὸ φῶς του.
.       Μήπως ὅμως κι ἐμεῖς κάποτε ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας; Ζοῦμε πράγματι μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἢ μᾶς ἑλκύει τὸ σκοτάδι καὶ μᾶς ταλανίζει ἡ ἀμφιβολία καὶ ἡ πλάνη; Μὴν ξεγελιόμαστε. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Καὶ μόνον Αὐτός. Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε λοιπὸν νὰ φωτίζει τὶς σκέψεις μας, τὶς ἐπιθυμίες μας, τὶς ἐνέργειές μας, τὰ βιώματά μας.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 1980, 01.06.2009

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΑΝ ΤΙΣ ΔΙΨΑ» (Κυρ. τῆς Πεντηκοστῆς)

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ
«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω»

.         Μεγάλη καὶ χαρμόσυνη ἡ σημερινὴ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σὰν δροσερὸ ὁρμητικὸ ποτάμι ξεχύνεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποτίζει κάθε ψυχὴ ποὺ διψᾶ γιὰ τὴν σωτηρία της. Καὶ στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκοῦμε τὸν Κύριο νὰ καλεῖ ὅσους διψοῦν πνευματικά, νὰ ἔρχονται κοντά του γιὰ νὰ πίνουν, νὰ ξεδιψοῦν. Γιὰ ποιὰ πράγματα ὅμως διψᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πῶς μπορεῖ πραγματικὰ νὰ ξεδιψάσει;

1. Η ΔΙΨΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

.    Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν διψᾶ μόνο τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἡ ψυχή του περιπλανιέται σὲ χώρα ἐρημικὴ καὶ ἄνυδρη. «Ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι», ὁμολογεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός (Ψαλμ. ρμβ ́ [142] 6). Κατάξερη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατακαίεται ἀπὸ ἀφόρητη δίψα, δίψα πνευματική.
.     Γιὰ ποιά πράγματα ὅμως διψᾶ ὁ ἄνθρωπος καὶ τί κάνει συνήθως γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ;
.   Διψᾶ γιὰ χαρά, εὐτυχία καὶ δόξα. Καὶ γιὰ νὰ ξεδιψάσει στρέφεται συνήθως μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις στὴν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν, στὴν ἀπόλαυση τῶν πρόσκαιρων ἡδονῶν, στὴν ἱκανοποίηση προσωπικῶν φιλοδοξιῶν. Τίποτε ὅμως ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐγκόσμια δὲν ξεδιψᾶ τὴν ψυχή. Διότι αὐτὴ ἀναζητᾶ κάτι οὐράνιο καὶ ὑπερκόσμιο. Διψᾶ ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος καὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἄπειρα τὰ ἐρωτήματα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν. Ὁρισμένα βασανιστικά. Ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὸν γύρω κόσμο, τὸν ἑαυτό του. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας του πάνω στὴ γῆ ὁ ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ δώσει ἀπαντήσεις στὰ θεμελιώδη αὐτὰ ἐρωτήματα. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ λανθασμένο δρόμο ἀκολούθησε. Ἀνέπτυξε φιλοσοφικὲς θεωρίες καὶ ἐγκόσμιες θρησκεῖες καὶ βέβαια πουθενὰ δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ τὴν ὄντως Ἀλήθεια γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν δίψα τῆς ψυχῆς του. Διψᾶ ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος γιὰ ζωή. Ἐπιθυμεῖ τὴν λύτρωση καὶ τὴν σωτηρία του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι ὁ Θεὸς ἔχει πλάσει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Ὁ θάνατος καὶ μόνο ὡς σκέψη εἶναι ἀποκρουστικός. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ πάλι νὰ ἱκανοποιήσει καὶ αὐτὴ τὴν δίψα του μὲ λανθασμένο τρόπο. Ἀγωνίζεται νὰ παρατείνει τὴν ζωή του στηριζόμενος ἀποκλειστικὰ στὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία. Ἔφτασαν μάλιστα κάποιοι ἐπιστήμονες νὰ δηλώσουν ἀλαζονικὰ ὅτι «βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀθανασία». Πόσο γρήγορα ὅμως διαψεύστηκαν! Καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ζωὴ παραμένει ἀνικανοποίητη…

2. ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΔΙΨΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΑΣ;

.     Ποιά εἶναι λοιπὸν ἡ πηγή ποὺ μπορεῖ νὰ ξεδιψάσει πραγματικὰ τὴν κάθε ἀνθρώπινη ψυχή; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω», εἶπε. Ἐὰν κανεὶς αἰσθάνεται πόθο καὶ δίψα γιὰ χαρά, εὐτυχία καὶ δόξα, γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή, ἂς ἔρχεται κοντά μου καὶ ἂς πίνει ἐλεύθερα γιὰ νὰ ξεδιψάσει.
.     Μᾶς προσφέρει ὁ Κύριος τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», τὴν ζωογόνο χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ «ζῶν ὕδωρ» εἶναι ποὺ ἱκανοποιεῖ ὅλες τὶς ἅγιες ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς μας. Διότι ὅπως μᾶς βεβαίωσε πάλι ὁ θεῖος Διδάσκαλος: «Ὃς ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω δ ́ 14). Ἂς μὴν προσπαθοῦμε ἑπομένως νὰ ξεδιψάσουμε στὶς θολὲς πηγὲς τοῦ κόσμου. Τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν» θὰ τὸ βροῦμε μόνο μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἐκεῖ συναντοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ λαμβάνουμε τὶς πλούσιες δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν κάθαρση τῶν παθῶν, τὴν προσευχή, τὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, καὶ προπάντων μὲ τὴν συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια καὶ μάλιστα στὴ θεία Εὐχαριστία, ὁ ἀγαθὸς Παράκλητος ἔρχεται καὶ κατοικεῖ στὴν ψυχή μας καὶ μᾶς προσφέρει ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦμε. Μᾶς χαρίζει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὴν τέλεια χαρὰ καὶ τὴν ἀναφαίρετη εἰρήνη, διότι αὐτὰ ἀποτελοῦν καρπὸ τῆς δικῆς του παρουσίας μέσα μας (Γαλ. ε ́ 22). Μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ις ́ 13). Μᾶς ἐγγυᾶται τὴν ὄντως ζωὴ καὶ τὴν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός», ὅπως τὸ λέμε κάθε φορὰ στὴ γνωστὴ προσευχή, τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε».

.    Μέσα στὴν πνευματικὴ ξηρασία τοῦ σύγχρονου κόσμου ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἀφήνει ἀβοήθητους καὶ διψασμένους ψυχικά. Μᾶς χορηγεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἂς καθαρίζουμε λοιπὸν τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ γίνεται δεκτικὸ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε ἡ ψυχή μας θὰ ξεδιψᾶ πραγματικὰ καὶ θὰ ἀπολαμβάνει πλούσιες τὶς δωρεές του.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2024, 01.06.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπαθανασίου,
ἱεροκήρυκος Μητροπολ. Ναοῦ Ἀθηνῶν 

.     Ὁ Ἰησοῦς κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθεται κοντὰ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ τῆς πόλης Συχάρ. Ἐκεῖ ἔρχεται ἡ Σαμαρείτιδα μὲ τὴν ὑδρία της, γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ νερό. Καί τότε διεξάγεται ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον καταπληκτικοὺς διαλόγους ποὺ ὑπάρχουν στὴ Καινὴ Διαθήκη. Ό Ἰησοῦς μιλάει μὲ τὴν Σαμαρείτιδα: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν, ὃς δ᾽ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 13). Καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη ἀκούει, ἐκπλήσσεται καὶ ζητᾶ: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰω. δ´ 15). Καὶ ὁ διάλογος συνεχίζεται.
.    Μπροστὰ ὅμως στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, στὸν Ζωοδότη Κύριο δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ὅπως ἦταν πρίν, ὅπως ἐρχόταν μὲ τὴν ὑδρία της στὸ φυσικὸ πηγάδι. Ἡ Σαμαρείτιδα φωτίζεται, μετανοεῖ καὶ σώζεται. Γίνεται φωτεινὴ στὴν καρδιὰ καὶ Φωτεινὴ στὸ ὄνομα. Εἶχε πλέον ξεδιψάσει ἡ ψυχή της στὴν Αἰώνια Πηγή. Ἂν ἡ Εὕα τὴν ἕκτη ὥρα «ἐξελήλυθεν ἐκ τοῦ Παραδείσου, ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως», τώρα, τὴν ἄλλη ἕκτη ὥρα, ἡ Σαμαρείτιδα «ἐπὶ τὴν πηγήν… ἤγγικεν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ἣν ἰδὼν ἔφη ὁ Σωτήρ· Δός μοι ὕδωρ πιεῖν, κἀγὼ ὕδατος ἁλλομένου ἐμπλήσω σε».
.   Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἄνθρωπος δὲν σταμάτησε νὰ ψάχνει γιὰ τὸ φρέαρ τοἸακώβ. Ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναζητᾶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητος, τὴν ἀέναο πηγή, τὴν αἰώνια πηγή. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος διψᾶ. Διψᾶ καὶ ξαναδιψᾶ. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Παράδεισο, τόσο ἡ δίψα του μεγαλώνει. –

-Διψᾶ ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ὅταν φιλοσοφεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Διψᾶ, ὅταν βουτηγμένος στὴν εἰδωλολατρία ἀναζητᾶ τὸν «ἄγνωστο Θεό».

-Διψᾶ ὁ διανοούμενος, ὅταν μελετᾶ καὶ ψάχνει στὰ βιβλία του νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν ὄντων, ὅταν προσπαθεῖ νὰ φτιάξει ἰδεολογίες, πολιτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές, ὅταν ἀναζητεῖ συνθήματα ζωῆς.

-Διψᾶ ὁ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, ὅταν γυρεύει ὅλο πιὸ ἐπίμονα νὰ βρεῖ τὸ καλλίτερο προϊόν, ἴσως τὸ ἀκριβότερο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν ξεραΐλα τῆς ψυχῆς του.

-Διψᾶ ὁ τραγουδιστὴς ἐκεῖνος, ὅταν τραγουδᾶ τὴν μελαγχολία του, τὴν ἀπογοήτευσή του, τοὺς καημούς του, ὅταν περιορίζεται στὸ αἰσθησιακό του τραγούδι.

-Διψᾶ ὁ νεολαῖος ἐκεῖνος, ὅταν «σπινιάρει» μὲ τὴν μηχανή του. Ὅταν ρουφᾶ τὸ ποτὸ καὶ ὅταν ἀκόμη λικνίζεται στὰ κλάμπ.

-Διψᾶ ὁ νεοέλληνας ἐκεῖνος, ὅταν ψάχνει ἕναν τρόπο ζωῆς, ὅταν τρέχει διαρκῶς μὲ τὸ ἄγχος χαραγμένο στὸ πρόσωπό του, ὅταν καταντάει δοῦλος στὸ μαγκανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς καὶ μόνο.

-Διψᾶ ὁ δυτικὸς ἀνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κὰντ καὶ τοῦ Χέγκελ μέχρι τοὺς καιροὺς τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Σάρτρ.

 – Διψᾶ καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ πρώην ἀνατολικοῦ μπλόκ, ὅταν τώρα εἶναι ἐλεύθερος ἐξωτερικὰ ἀλλὰ δεσμευμένος ἐσωτερικά. Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς μηδενισμὸς στὸ βάθος του κρύβει τὴν δίψα του γιὰ τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ αἰώνιο. Ὅσο προσπαθεῖ ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος νὰ κενώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσει στὴν θέση του εἴτε τὸν ἄνθρωπο, εἴτε τὴν φύση, εἴτε τὴν μηχανή, εἴτε τὸ χρῆμα, εἴτε τὶς ἰδέες του, τόσο ἠ τραγική του δίψα μεγαλώνει καὶ ἡ φθορὰ τοῦ κατατρώγει τὰ σωθικά. Τὸ ἀνικανοποίητο κενὸ τῆς ὕπαρξής του παραμένει.

.    Γι᾽ αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἀνήσυχη εἶναι ἡ ψυχή μας, ὦ Θεέ, μέχρις ὅτου Σὲ βρεῖ καὶ ἀναπαυθεῖ σὲ Σένα».
.   Δίψα, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὸ νόημα τῆς ὕπαρξης, γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνω, γιὰ τὸ αἰώνιο. Δίψα πνευματική, ποὺ ζητᾶ ὁ καθένας νὰ τὴν ὑπερβεῖ, νὰ τὴν καταλύσει, νὰ τὴν σβήσει. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι πληθωρικός, ἀνίσχυρος, ξηρὸς καὶ ἐφήμερος. Εἶναι λόγος ζωντανός, οὐσιαστικός, αἰώνιος, θεϊκός. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ὕδωρ ὅποιος πιεῖ, «οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 14). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλη καρποφορία. «Τὸ ὔδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. δ´ 14).
.  Τὸ ὁλόδροσο ὕδωρ τῆς Θείας Χάριτος τὸ ἔχει μόνον ὁ Χριστός. Τὰ φρυγμένα χείλη τοῦ τραγικὰ ἀποστασιοποιημένου συγχρόνου ἀνθρώπου μόνο σ᾽ αὐτὴν τὴν αἰώνια Πηγὴ μποροῦν νὰ δροσισθοῦν. Μέχρις ὅτου ὅμως γίνει αὐτό, ἡ περιπλάνηση στὴν ἔρημο θά ᾽ναι ὀδυνηρή.

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

1. ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

.     Εἶναι καταμεσήμερο καὶ λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Σαμάρειας Συχάρ, στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, ὁ Κύριος κάθεται νὰ ξεκουραστεῖ. Ὁ τόπος ἔρημος, μὰ κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει μὲ τὴν στάμνα της γιὰ νὰ πάρει νερό. Καθὼς τὴν βλέπει ὁ Κύριος, τῆς λέει: «Δῶσ᾽ μου νὰ πιῶ». Ἡ γυναίκα ἀπορεῖ: «Πῶς ἐσὺ τολμᾶς καὶ ζητᾶς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκρίνεται: «Ἐὰν γνώριζες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ποιὸς σοῦ ζητᾶ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ποὺ δὲν στερεύει ποτέ». Ἡ γυναίκα δὲν κατάλαβε καὶ ρωτᾶ: «Κύριε, οὔτε στάμνα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ ἀστείρευτο νερό;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾶ: «Καθένας ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τοῦ πηγαδιοῦ, θὰ διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν ψυχή του ἀστείρευτο νερὸ γιὰ νὰ τοῦ χαρίζει ζωὴ αἰώνια». –Κύριε, δῶσ᾽ μου τὸ νερὸ αὐτό, παρακαλεῖ ἔκπληκτη ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ μὴ διψῶ ποτέ. Ὁ Κύριος τότε τῆς λέει: «Πήγαινε καὶ φέρε ἐδῶ καὶ τὸν ἄνδρα σου». «Δὲν ἔχω ἄνδρα», ἀπαντᾶ ἐκείνη. Κι ὁ παντογνώστης Κύριος τῆς ἀποκαλύπτει ὅλη της τὴ ζωή: «Ἀλήθεια εἶπες. Πέντε ἄνδρες ἔχεις πάρει, κι αὐτὸς ποὺ τώρα ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου». Ἡ γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ὅτι εἶσαι προφήτης. Πές μου, ποῦ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὸν Θεό, στὸ βουνό μας Γαριζεὶν ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα;» Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «Σὲ λίγο καιρὸ οὔτε μόνο στὸ Γαριζεὶν οὔτε μόνο στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, κι ὅσοι Τὸν λατρεύουν, πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦν μὲ ἀφοσίωση καὶ ἐπίγνωση». Λέει σ᾽ αὐτὸν ἡ γυναίκα: «Γνωρίζω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα». –Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας! ἀπαντᾶ ὁ Κύριος. Ἡ γυναίκα τότε ἐνθουσιασμένη ἄφησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ, ἔφυγε στὴν πόλη καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;» Καὶ οἱ Σαμαρεῖτες ἄρχισαν νὰ ἔρχονται πρὸς τὸ πηγάδι, νὰ δοῦν τὸν Κύριο σὰν τὰ διψασμένα ἐλάφια πρὸς τὴν πηγή. Ποιὸ ὅμως εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα; Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος πῆρε ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ φυσικὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ καὶ τὴ φυσικὴ δίψα κάθε ἀνθρώπου γιὰ νὰ διδάξει τὸ μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ζέστη τοῦ μεσημεριοῦ, ὁ ἔρημος τόπος, τὸ πηγάδι, ἡ στάμνα, τὸ νερό, ἡ δίψα, ὅλα συνετέλεσαν ὡς εἰκόνες γιὰ νὰ περιγράψει ὁ Κύριος τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος, χωρὶς τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει. Καὶ ὀνομάζει ὁ Κύριος τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ κάθε μολυσμό, τὴν ξεκουράζει καὶ τὴ δροσίζει ἀπὸ τὸ λίβα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ τὴ ζωογονεῖ, ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς ἀνώτερους πόθους της, τὴ γεμίζει μὲ ὅλες τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μεταγγίζει ζωὴ αἰώνιο. Καὶ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς ζωῆς μᾶς τὸ παρέχει ὁ Κύριος ὄχι στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ ἀλλὰ στὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Ἐκεῖ μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια μᾶς μεταγγίζει ζωή, μᾶς παρέχει ἄφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μᾶς ἀναγεννᾶ σὲ νέα ζωή, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία ἔγινε στὸ ἑξῆς ἀφοσιωμένη μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ἰσαπόστολος, ἁγία, ἡ ἁγία Φωτεινή. Καὶ ἔτρεξε στὰ πέρατα τῆς γῆς γιὰ νὰ μεταδώσει τὸ μυστήριο ποὺ ἔζησε, τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος.

2. ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

.    Μόλις ἐπέστρεψαν οἱ μαθητὲς στὸ πηγάδι, παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φάει κάτι. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: «Δική μου τροφὴ εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, νὰ ἐργάζομαι τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σηκῶστε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε τὰ πλήθη τῶν Σαμαρειτῶν ποὺ ἔρχονται. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι πνευματικὰ χωράφια ἕτοιμα γιὰ θερισμό. Οἱ προφῆτες πρὶν ἀπὸ ἐμένα κι ἐγὼ κατόπιν ἔσπειρα σ᾽ αὐτὰ καὶ θὰ θερίσετε ἐσεῖς. Ὅπως καὶ στὸ μέλλον, θὰ σπείρετε ἐσεῖς καὶ θὰ θερίσουν οἱ διάδοχοί σας». Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἔφθασαν στὸ πηγάδι, ἄκουγαν μὲ πόθο τὰ λόγια τοῦ Μεσσία· καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει γιὰ πάντα μαζί τους. Καὶ ὁ Κύριος ἔμεινε στὴν πόλη τους δυὸ μέρες καὶ τοὺς δίδαξε μεγάλες ἀλήθειες. Καὶ πίστεψαν σ᾽ Αὐτὸν πολλοὶ καὶ ὁμολογοῦσαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός. Οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν ἕνα πνευματικὸ χωράφι ἕτοιμο γιὰ θερισμό. Πλῆθος ψυχῶν ποὺ ποθοῦσαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ σωθοῦν. Γι’ αὐτὸ παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ μείνει στὴν πόλη τους. Δὲν εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα. Ἕνα τοὺς συγκλόνισε, ἡ μεταστροφὴ τῆς συμπατριώτισσάς τους. Καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὴ χάρη του τοὺς βοήθησε νὰ πιστέψουν καὶ νὰ μετανοήσουν. Ἀλλὰ οἱ Σαμαρεῖτες ἐκεῖνοι ἀποτελοῦσαν μία προτύπωση, μιὰ εἰκόνα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Μιᾶς ἀνθρωπότητος, ποὺ χωρὶς συχνὰ νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ, διψᾶ νὰ ἀκούσει τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ ξεδιψάσει ἀπὸ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς. Πόσοι ἄνθρωποι καὶ σήμερα βρίσκονται στὴν ἄγνοια, στὴν πλάνη, στὸ σκοτάδι! Καὶ ζητοῦν λίγη χαρά, λίγη ἀνάπαυση. Ζητοῦν κάπου νὰ πιαστοῦν, κάπου νὰ βροῦν λίγη ἐλπίδα, λίγο φῶς. Κι ἔχουμε χρέος ὅλοι μας νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς Σαμαρείτιδος. Νὰ μιλήσουμε σ᾽ αὐτοὺς μὲ τὸ λόγο μας καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ ψυχὲς πολλὲς καὶ περιμένουν. Εἶναι ἕτοιμες γιὰ θερισμό. Κάποιος πρέπει νὰ τρέξει κοντά τους.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 1979, 15.05.2009

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΑΝ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΔΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ» (Κυρ. Σαμαρείτιδος)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
(Ἰω. δ´ 5–42)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.
Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.
 Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ᾽ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 
Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 
Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

 Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τόν καιρό ἐκεῖνο, ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς μίαν πόλιν τῆς Σαμαρείας ποὺ λέγεται Συχάρ, κοντὰ εἰς τὸ χωράφι ποὺ ἔδωκε ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Ἰωσήφ, τὸν υἱόν του. Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, ἐκάθησεν, ὅπως ἦτο κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἕξη. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν διὰ νὰ πάρῃ νερό. Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα.
Ἡ Σαμαρεῖτις γυναῖκα τοῦ λέγει, «Πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῇς ἀπὸ ἐμὲ ποὺ εἶμαι γυναῖκα Σαμαρεῖτις;». Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς Σαμαρείτας.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ἐὰν ἤξερες τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», σὺ θὰ τὸν παρακαλοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, κουβὰ δὲν ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ, ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ νερὸ τὸ ζωντανό; Μήπως εἶσαι σὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακὼβ ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸ πηγάδι καὶ ἤπιε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῶα του;».
 Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὅποιος πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ θὰ διψάσῃ καὶ πάλιν· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, θὰ γίνῃ μιὰ ἐσωτερικὴ πηγὴ νεροῦ ποὺ θὰ ἀναβρύῃ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, δός μου τὸ νερὸ αὐτὸ διὰ νὰ μὴ διψῶ οὔτε νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ ἀντλῶ». 
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου καὶ ἔλα ἐδῶ».
 Ἡ γυναῖκα ἀπεκρίθη, «Δὲν ἔχω ἄνδρα».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Καλὰ εὶπες ὅτι δὲν ἔχεις ἄνδρα, διότι πέντε ἄνδρες ἐπῆρες καὶ τώρα ἐκεῖνον ποὺ ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου· εἰς αὐτὸ εἶπες ἀλήθεια».
 Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, βλέπω ὅτι σὺ εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας εἰς τὸ ὄρος τοῦτο ἐλάτρευσαν τὸν Θεόν, ἐνῷ σεῖς λέτε ὅτι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Πίστεψέ με, γυναῖκα, ὅτι ἔρχεται ὥρα ποὺ οὔτε εἰς τὸ ὄρος τοῦτο οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Πατέρα. Σεῖς λατρεύετε ἐκεῖνο ποὺ δὲν ξέρετε, ἐμεῖς λατρεύομεν ἐκεῖνο ποὺ ξέρομε, διότι ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ μάλιστα ἦλθε ἤδη, ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ θὰ λατρεύσουν τὸν Πατέρα πνευματικὰ καὶ ἀληθινά, διότι τέτοιοι θέλει ὁ Πατέρας νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν πρέπει νὰ τὸν λατρεύουν πνευματικὰ καὶ ἀληθινά».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Ξέρω ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ γνωρίσῃ ὅλα».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μιλῶ μαζί σου».
Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἀπόρησαν ποὺ μιλοῦσε μὲ γυναῖκα, κανεὶς ὅμως δὲν εἶπε, «Τί ζητᾶς» ἢ «Γιατὶ μιλᾶς μαζί της;».
Ἡ γυναῖκα ἄφησε τὴν στάμνα της, ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν καὶ εἶπε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, «Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε ἕναν ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;». Ἐβγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἤρχοντο σ’ αὐτόν. 
Ἐν τῷ μεταξὺ τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Ραββί, φάγε».
Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Ἐγὼ ἔχω φαγητὸν νὰ φάγω, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ξέρετε».
Ἔλεγαν τότε οἱ μαθηταὶ μεταξύ τους, «Μήπως τοῦ ἔφερε κανεὶς νὰ φάγῃ;». 
Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, «Τὸ φαγητόν μου εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ νὰ τελειώσω τὸ ἔργο του. Δὲν λέτε, «Τέσσερις μῆνες ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται;». Σηκῶστε τὰ μάτια σας, σᾶς λέγω, καὶ ἰδέτε τὰ χωράφια ὅτι εἶναι ἄσπρα, ἕτοιμα πρὸς θερισμόν. Ἤδη ὁ θεριστὴς παίρνει μισθὸν καὶ μαζεύει καρπὸν διὰ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, διὰ νὰ χαίρουν μαζὶ καὶ ὁ σπορεὺς καὶ ὁ θεριστής. Ἐδῶ ἡ παροιμία εἶναι ἀληθινή, ὅτι ἄλλος σπέρνει καὶ ἄλλος θερίζει. Ἐγὼ σᾶς ἔστειλα νὰ θερίσετε ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐκοπιάσατε· ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς ἐμπήκατε εἰς τὸν κόπον τους».
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαμαρείτας τῆς πόλεως ἐκείνης ἐπίστεψαν εἰς αὐτὸν ἐξ αἰτίας τῆς μαρτυρίας τῆς γυναῖκας: «Μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα». Ὅταν λοιπὸν ἦλθαν οἱ Σαμαρεῖται πρὸς αὐτόν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνῃ κοντά τους· καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ πολὺ περισσότεροι ἐπίστεψαν ἔπειτα ἀπὸ ὅσα τοὺς εἶπε, εἰς δὲ τὴν γυναῖκα ἔλεγαν, «Ὁ λόγος ποὺ πιστεύομεν δὲν εἶναι πλέον τὰ ὅσα μᾶς εἶπες, ἀλλὰ διότι τὸν ἀκούσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ξέρομεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».

 ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
«πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν
διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς»

.     Θαῦµα µεγάλο καὶ πολλαπλὸ µᾶς παρουσιάζει ἡ σηµερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Πρόκειται γιὰ τὴν θαυµαστὴ µεταστροφὴ τῆς Σαµαρείτιδος, ἡ ὁποία ὕστερα ἀπὸ τὴν σωτήρια συνάντησή της µὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀξιώθηκε νὰ γίνει ἡ πρώτη ἱεραπόστολος κηρύττοντας τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεὸ µἐ θαυµαστὰ ἀποτελέσµατα.
.     Ἂς δοῦµε ὄµως πῶς ἐργάστηκε ἱεραποστολικὰ ἡ Σαµαρείτιδα καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τόση µεγάλη καρποφορία στὸ ἔργο της.

1. ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ

.     Ἡ Σαµαρείτιδα εἶχε πάει στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ἀντλήσει νερό, κι ἐκεῖ βρῆκε τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς τῆς ἀποκάλυψε σπουδαῖες ἀλήθειες µὲ ἀποκορύφωµα τὴν διαβεβαίωσή του ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἡ γυναίκα συγκλονίστηκε. Τώρα πιὰ δὲν τὴν ἐνδιέφερε τὸ πηγάδι καὶ τὸ νερό. Παράτησε τὴν στάµνά της κι ἔτρεξε πίσω στὴν πόλη, γιὰ νὰ διηγηθεῖ τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ.
.    «Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὕδριαν αὐτῆς … ». Ἡ πράξη αὐτὴ τῆς γυναίκας δείχνει τὸν ἐνθουσιασµό της. Ἄφησε πρὸς στιγµὴν τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες καὶ ἔτρεξε γιὰ νὰ µιλήσει γιὰ τὸν Χριστό. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀντηχοῦσαν ἀκόµη µέσα στὴν καρδιά της καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔσπευσε νὰ τὰ µεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς ἐνθουσιασµός της δὲν µποροῦσε παρὰ νὰ συγκινήσει ὅσους τὴν ἄκουσαν καὶ νὰ τοὺς παροτρύνει στὴν µετάνοια.
.     Μὲ παρόµοιο ἐνθουσιασµὸ ἂς ξεκινοῦµε κι ἐµεῖς, κάθε φορὰ ποὺ µᾶς παρουσιάζεται κάποια εὐκαιρία ἱεραποστολῆς. Δὲν εἶναι µικρὸ πράγµα νὰ βοηθήσουµε τοὺς ἀδελφοὺς µας νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξοµολογηθοῦν, νὰ συνδεθοῦν µὲ τὴν µυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν συναισθανόµαστε τὴν ἀξία ἑνὸς τέτοιου ἔργου, τότε ἡ ψυχή µας θὰ φλέγεται ἀπὸ ἱερὸ ἐνθουσιασµὸ καὶ θὰ ἐµπνέει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πιστέψουν καὶ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Κύριο.

2. ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΠΕΙΡA

.  Ὑπάρχει ὅµως κι ἕνα ἀκόµη βασικὸ στοιχεῖο, ποὺ συνετέλεσε στὴν καρποφορία τοῦ κηρύγµατος τῆς Σαµαρείτιδος: τὸ γεγονὸς ὅτι µίλησε ἀπὸ τὴν προσωπική της πείρα, µἐ θάρρος καὶ εἰλικρίνεια. «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ µοι πάντα ὅσα ἐποίησα», ἔλεγε. Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε κάποιον ποὺ µοῦ ἀποκάλυψε ὅλα ὅσα ἔκαµα, καὶ αὐτὰ ἀκόµη ποὺ ἦταν µυστικά. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ποὺ εἶχε ἁµαρτωλὸ παρελθὸν δὲν φοβήθηκε οὔτε ντράπηκε νὰ ὁµολογήσει ὅτι ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκάλυψε τὶς παρανοµίες της. Αὐτὴ ἡ προσωπική της µαρτυρία εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα. Δὲν δίδαξε µὲ θεωρίες καὶ λόγια ποὺ δὲν ἀγγίζουν τὶς ψυχές, ἀλλὰ µέσα ἀπὸ τὴν καρδιά της, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἡ ἴδια ἔζησε.
.    Κι ἐµεῖς δὲν χρειάζεται νὰ ἔχουµε ρητορικὰ προσόντα οὔτε νὰ ἀποµνηµονεύσουµε σειρὰ ἐπιχειρηµάτων, προκειµένου νὰ µιλήσουµε γιὰ τὴν πίστη µας. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ κατάθεση τῆς προσωπικῆς µας ἐµπειρίας ὄχι µόνο µὲ τὸν λόγο ἀλλὰ καὶ µὲ τὸ παράδειγµά µας.
.    «’Ἔρχου καὶ ἴδε», εἶπε ὁ Φίλιππος στὸν φίλο του Ναθαναὴλ (Ἰω. α´ 47) καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση τῆς καρποφορίας κάθε ἱεραποστολικῆς προσπάθειας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ ἀλήθεια δὲν ἐπιβάλλεται µἐ τὴν βία ἢ µὲ δελεάσµατα. Ἔχει ἀπὸ µόνη της τὴν δύναµη νὰ ἑλκύει καὶ νὰ πείθει. Ἂς τὴν φανερώνουµε πρῶτα µἐ τὴν ζωή µας κι ἔπειτα µὲ τὰ λόγια µας. Καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ βοηθήσει, ὥστε νὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλο καὶ περισσότερες ψυχές.
.    Εἶναι πράγµατι ἐντυπωσιακὴ καὶ πολὺ διδακτικὴ ἡ ἱστορία αὐτῆς τῆς Σαµαρείτιδος, ἡ ὁποία ἔγινε ἡ γνωστὴ πλέον σ᾽ ἐµᾶς ἁγία Φωτεινὴ ἡ ἰσαπόστολος. Ἀξιώθηκε µάλιστα καὶ νὰ µαρτυρήσει µαζὶ µὲ τὶς τέσσερις ἀδελφές της καὶ τοὺς δύο γιούς της. Ἂς τὴν παρακαλοῦµε νὰ πρεσβεύει γιὰ ὅλους µας, ὥστε κι ἐµεῖς νὰ δίνουµε µαρτυρία Χριστοῦ στὸ περιβάλλον µας καὶ νὰ ἀπολαµβάνουµε πλούσια πνευµατικὴ καρποφορία!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2023, 15.05.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Ἡ Μεσοπεντηκοστή,
τοῦ Ἰω. Μ. Φουντούλη (+)
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Λογικὴ Λατρεία»,
ἐκδ. «Ἀποστολ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»,
ἔκδ. γ´, σελ. 108-114

.   Σὲ λίγους πιστοὺς εἶναι γνωστὴ ἡ ἑορτὴ αὐτή. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ μερικοὺς ἄλλους χριστιανούς, ποὺ ἔχουν ἕνα στενότερο σύνδεσμο μὲ τὴν Ἐκκλησία μας, οἱ περισσότεροι δὲν γνωρίζουν κὰν τὴν ὕπαρξή της. Λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐκκλησιάζονται κατ’ αὐτὴ καὶ οἱ περισσότεροι δὲν ὑποπτεύονται κάν, ὅτι τὴν Τετάρτη μετὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μία μεγάλη δεσποτικὴ ἑορτή, τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Καὶ ὅμως κάποτε αὐτὴ ἡ ἑορτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ συνέτρεχαν κατ’ αὐτὴν στὸν μεγάλο ναὸ πλήθη λαοῦ. Δὲν ἔχει κανεὶς παρὰ νὰ ἀνοίξει τὴν Ἔκθεση τῆς Βασιλείου Τάξεως τοῦ Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου γιὰ νὰ δεῖ τὸ ἐπίσημο τυπικό του ἑορτασμοῦ, ὅπως ἐτελεῖτο μέχρι τὴν Μεσοπεντηκοστὴ τοῦ ἔτους 903 στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Μωκίου στὴν Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδὴ τὴν ἡμέρα ποὺ ἔγινε ἡ ἀπόπειρα κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος ϛ´ τοῦ Σοφοῦ (11 Μαΐου 903). Ἐκεῖ ὑπάρχει μία λεπτομερὴς περιγραφὴ τοῦ λαμπροῦ πανηγυρισμοῦ, ποὺ καταλαμβάνει ὁλόκληρες σελίδες καὶ καθορίζει μὲ τὴν γνωστὴ παράξενη βυζαντινὴ ὁρολογία, πῶς ὁ αὐτοκράτορας τὸ πρωὶ τῆς ἑορτῆς μὲ τὰ ἐπίσημα βασιλικά του ἐνδύματα καὶ τὴν συνοδεία του ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ ἱερὸ παλάτι, γιὰ νὰ μεταβεῖ στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Μωκίου, ὅπου θὰ ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία. Σὲ λίγο ἔφθανε ἡ λιτανεία μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Πατριάρχη, καὶ Βασιλιὰς καὶ Πατριάρχης εἰσέρχονταν ἐπισήμως στὸν ναό. Ἡ θεία λειτουργία ἐτελεῖτο μὲ τὴν συνήθη στὶς μεγάλες ἑορτὲς βυζαντινὴ μεγαλοπρέπεια. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ὁ αὐτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στὸ ὁποῖο παρεκάθητο καὶ ὁ πατριάρχης. Καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ὑπὸ τὶς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους «Εἰς πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς χρόνους ὁ Θεὸς ἀγάγοι τὴν βασιλείαν ὑμῶν» καὶ μὲ πολλοὺς ἐνδιαμέσους σταθμοὺς ἐπέστρεφε στὸ ἱερὸ παλάτι.
.      Ἀλλὰ καὶ στὰ σημερινά μας λειτουργικὰ βιβλία, στὸ Πεντηκοστάριο, βλέπει κανεὶς τὰ ἴχνη τῆς παλαιᾶς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σὰν μία μεγάλη δεσποτικὴ ἑορτή, μὲ τὰ ἐκλεκτά της τροπάρια καὶ τοὺς διπλούς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καὶ τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μὲ τὰ ἀναγνώσματά της καὶ τὴν ἐπίδρασή της στὶς πρὸ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν Κυριακὲς καὶ μὲ τὴν παράταση τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρες, κατὰ τὸν τύπο τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

.      Ποιό μως εναι τ θέμα τς διορρύθμου ατς ορτς; Ὄχι πάντως κανένα γεγονὸς τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας. Τὸ θέμα της εἶναι καθαρὰ ἑορτολογικὸ καὶ θεωρητικό. Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἀπὸ τοῦ Πάσχα καὶ ἡ 25η πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα. Σημειώνει τ μέσον της περιόδου τν 50 μετ τ Πάσχα ορτασίμων μερν. Εἶναι δηλαδὴ ἕνας σταθμός, μία τομή.
.     Χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἔχει δικό της θέμα μέρα ατ συνδυάζει τ θέματα, το Πάσχα φνς κα τς πιφοιτήσεως το γίου Πνεύματος φτέρου, κα «προφαίνει» τὴν δόξα τς ναλήψεως το Κυρίου, ποὺ θὰ ἑορταστεῖ μετὰ ἀπὸ 15 ἡμέρες. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὸ τὸ μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν ἔφερνε στὸ νοῦ καὶ ἕνα ἑβραϊκὸ ἐπίθετο τοῦ Κυρίου, τὸ «Μεσσίας». Μεσσίας στ λληνικ μεταφράζεται Χριστός. λλ χητικ θυμίζει τ μέσον. Ἔτσι καὶ στ τροπάρια κα στ συναξάριο τς μέρας παρετυμολογία ατ γίνεται φορμ ν παρουσιασθε Χριστς σν Μεσσίας -μεσίτης Θεο κα νθρώπων, «μεσίτης κα διαλλάκτης μν κα το αωνίου ατο Πατρός». «Διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν τὴν παροῦσαν ἑορτὴ ἑορτάζοντες καὶ Μεσοπεντηκοστὴν ὀνομάζοντες τὸν Μεσσίαν ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στὸ συναξάριο. Σ’ αὐτὸ βοήθησε καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ ἐπελέγη γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή. Μεσούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνει στὸ ἱερὸ καὶ διδάσκει. Ἡ διδασκαλία Του προκαλεῖ τὸν θαυμασμό, ἀλλὰ καὶ ζωηρὴ ἀντιδικία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν διδασκάλων. Εἶναι Μεσσίας ὁ Ἰησοῦς ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι ἡ διδασκαλία Του ἐκ Θεοῦ ἢ δὲν εἶναι; Νέο λοιπὸν θέμα προστίθεται: ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ διδάσκαλος. Αὐτὸς ποὺ ἐνῶ δὲν ἔμαθε γράμματα κατέχει τὸ πλήρωμα τῆς σοφίας, γιατί εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ποὺ κατασκεύασε τὸν κόσμο. Ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὸν τὸν διάλογο ἐμπνέεται μεγάλο μέρος τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖνος ποὺ διδάσκει στὸ ναό, στὸ μέσον τῶν διδασκάλων τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, στὸ μέσον τῆς ἑορτῆς, εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἀποδοκιμάζεται ἀπὸ τοὺς δῆθεν σοφούς τοῦ λαοῦ Του εἶναι ἡ τοῦ Θεοῦ Σοφία.
.    Λίγες σειρὲς πιὸ κάτω στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀμέσως μετὰ τὴν περικοπὴ ποὺ περιλαμβάνει τὸν διάλογο τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς Ἰουδαίους «τῆς ἑορτῆς μεσούσης», ἔρχεται ἕνας παρόμοιος διάλογος, ποὺ ἔγινε μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἰουδαίων «τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς», δηλαδὴ κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Αὐτὸς ἀρχίζει μὲ μία φράση τοῦ Κυρίου- «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Καὶ σχολιάζει ὁ εὐαγγελιστής· «Τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν». Δὲν ἔχει σημασία, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Κυρίου δὲν ἐλέχθησαν κατὰ τὴν Μεσοπεντηκοστή, ἀλλὰ λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Ποιητικῇ ἀδείᾳ μπῆκαν στὸ στόμα τοῦ Κυρίου στὴν ὁμιλία Του κατὰ τὴν Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν ἐξ ἄλλου τόσο πολὺ μὲ τὸ θέμα τῆς ἑορτῆς. Δὲν μποροῦσε νὰ βρεθεῖ πιὸ παραστατικὴ εἰκόνα γιὰ νὰ δειχθεῖ ὁ χαρακτήρας τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στὸν διψασμένο ἀνθρώπινο γένος ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἦλθε σὰν ὕδωρ ζῶν, σὰν ποταμὸς χάριτος ποὺ δρόσισε τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χάριτος, «τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον», ποὺ ξεδιψᾶ καὶ ἀρδεύει τὶς συνεχόμενες ἀπὸ βασανιστικὴ δίψα ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ποὺ μεταβάλλει τοὺς πίνοντας σὲ πηγές· «Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος». «Καὶ γενήσεται αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον», εἶπε στὴν Σαμαρείτιδα. Ποὺ μετέτρεψε τὴν ἔρημο τοῦ κόσμου σὲ θεοφύτευτο παράδεισο ἀειθαλῶν δένδρων φυτευμένων παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τὸ γόνιμο αὐτὸ θέμα ἔδωσε νέες ἀφορμὲς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ποίηση καὶ στόλισε τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς μὲ ἐξαίρετους ὕμνους.
.     Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. λλειψη στορικο ποβάθρου τς στέρησε τν παραίτητο κενο λαϊκ χαρακτήρα, πο θ τν κανε προσφιλ στν πολ κόσμο. Κα τ ντελς θεωρητικό της θέμα δν βοήθησε τος χριστιανούς, πο δν εχαν τς παραίτητες θεολογικς προϋποθέσεις, ν ξεπεράσουν τν πιφάνεια κα ν εσδύσουν στν πανηγυριζομένη δόξα το διδασκάλου Χριστο, τς Σοφίας κα Λόγου το Θεο, τς πηγς το κενώτου δατος. Συνέβη μ ατ κάτι νάλογο μ κενο πο συνέβη μ τος περιφήμους ναος τς το Θεο Σοφίας, πο ντ ν τιμνται στ νομα το Χριστο ς Σοφίας το Θεο, πρς τιμν το ποίου νεγέρθησαν, κατάντησαν, γι τος δίους λόγους, ν πανηγυρίζουν στν ορτ τς Πεντηκοστς το γίου Πνεύματος τς γίας Τριάδος τν Εσοδίων τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου κα ατς τς μάρτυρος Σοφίας κα τν τριν θυγατέρων τς Πίστεως, λπίδος κα γάπης.

 

, , , ,

Σχολιάστε