Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ὑπακοὴ

«ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ» γιὰ τὴν ὑπακοή

ἀπὸ τὸ «ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ»
κεφάλαιο 65
Γιὰ τὸν ἀββά Στέφανο,
πρεσβύτερο τῆς λαύρας τῶν Αἰλιωτῶν

(P.G. 87)

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ἐπίκλην Μολυβάς, διηγήσατο ἡμῖν περὶ τοῦ γέροντος, λέγω δὴ τοῦ ἀββᾶ Στεφάνου, λέγων, ὅτι χαλεπῶς ἐν ἀσθενείᾳ καὶ νόσῳ ὑπῆρχεν· τοῦτον ἰατροὶ ἠνάγκασαν θύματος μεταλαβεῖν. Εἶχε δὲ ὁ μακάριος οὗτος ἀδελφὸς κοσμικὸν πάνυ εὐλαβῆ, καὶ κατὰ Θεὸν ζῶντα. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐσθίειν τὸν πρεσβύτερον τὸ θῦμα, ἐλθεῖν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν κοσμικόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσκανδαλίσθη, καὶ ἐλυπήθη πάνυ, ὅτι, φησίν, ἀπὸ τῆς τοσαύτης ἀσκήσεως καὶ ἐγκρατείας, εἰς τὴν τελευτὴν αὐτοῦ θυτοῦ μετέλαβεν. Καὶ εὐθέως γίνεται ἐν ἐκστάσει, καὶ θεωρεῖ τινα λέγοντα αὐτῷ· Τί ἐσκανδαλίσθης εἰς τὸν πρεσβύτερον, ὅτι εἶδες αὐτὸν ἐσθίοντα θυτοῦ; Οὐκ οἶδας ὅτι δι’ ἀνάγκην μετέλαβεν καὶ δι’ ὑπακοήν; Ὄντως οὐκ ὤφειλες σκανδαλισθῆναι. Εἰ δὲ θέλεις ἰδεῖν ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστὶν ὁ ἀδελφός σου, στράφηθι εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ βλέπε. Καὶ στραφείς, φησίν, εἶδεν τὸν πρεσβύτερον ἐσταυρωμένον, ὡς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγει, φησίν, ὁ φανείς· Ἰδὲ ἐν ποίᾳ δόξῃ ἐστίν. Δόξαζε οὖν τὸν δοξάζοντα τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.

Ὁ ἀββάς Ἰωάννης ὁ ὀνομαζόμενος Μολυβάς μᾶς διηγήθηκε γιὰ τὸν γέροντα -λέω δηλαδὴ τὸν ἀββά Στέφανο- ὅτι εἶχε πέσει σέ βαριὰ ἀδυναμία καί ἀρρώστια. Τὸν ἀνάγκασαν λοιπόν οἱ γιατροὶ νὰ φάει σφαχτό. Εἶχε ὁ μακάριος ἕνα ἀδελφὸ κοσμικὸ πολὺ εὐλαβῆ καὶ ποὺ ζοῦσε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτυχε λοιπόν, ὅταν ἔτρωγε ὁ πρεσβύτερος τὸ κρέας, νὰ ἔλθει ὁ ἀδελφός του ὁ κοσμικός, ὁ ὁποῖος, ὅταν τὸν εἶδε, σκανδαλίστηκε πολύ, γιατί -λέει- μετὰ ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια στὰ τελευταῖα του γεύτηκε κρέας. Κι ἀμέσως ἔρχεται σὲ ἔκσταση καὶ βλέπει κάποιο νὰ τοῦ λέει: «Γιατί σκανδαλίσθηκες ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο, ποὺ τὸν εἶδες νὰ τρώει κρέας; Δὲν τὸ ξέρεις ὅτι γεύθηκε ἀπὸ ἀνάγκη καὶ γιὰ τὴν ὑπακοή; Ἀναμφισβήτητα δὲν ἔπρεπε νὰ σκναδαλισθεῖς. Ἂν ὅμως θέλεις νὰ δεῖς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται ὁ ἀδελφός σου, γύρνα πίσω καὶ βλέπε». Καὶ μὲ τὸ ποὺ γύρισε πίσω, -λέει- εἶδε τὸν πρεσβύτερο σταυρωμένο ὅπως ὁ Χριστός. Καὶ τοῦ λέει αὐτὸς ποὺ τοῦ φανερώθηκε: «Δὲς σὲ ποιὰ δόξα βρίσκεται. Δόξαζε λοιπὸν αὐτὸν ποὺ δοξάζει ὅσους Τὸν ἀγαποῦν ἀληθινά».

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΤΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΜΗ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΟΥΜΕ, ΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ…!» (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

«ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ»

(Ἀββάς Ποιμήν)

.             Ὅποιος «ἔχει θέλημα» καὶ δὲν τὸ καταπολεμᾶ διὰ τῆς ὑπακοῆς σὲ Πνευματικὸ πατέρα, ζεῖ ζωὴ ὑπερήφανη, ἐγωιστική, ζεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ βασανίζεται. Οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται καὶ ταλαιπωροῦν, διότι δὲν κόβουν τὸ θέλημά τους ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, κατὰ τὸ «Ὑπακούετε ἀλλήλοις».
.             Αὐτό, τὸ θέλημα εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τὸ χάλκινο τεῖχος, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, διότι μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸ Γεροντικό: «Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τεῖχος χάλκινο ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό, καὶ πέτρα ποὺ (γυρίζει) καὶ χτυπάει τὸν ἴδιο (τὸν ἄνθρωπο). Ἂν λοιπὸν τὸ ἐγκαταλείψει, θὰ λέει κι αὐτὸς (ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ): «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. ΙΖ´ 30). Ἂν πάλι τὸ δικαίωμα συνεργαστεῖ μὲ τὸ θέλημα, τότε ὁ ἄνθρωπος νικιέται»[1].
.             «Αἱματηρὸς» ἀγώνας ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. «Ἡ Πατερικὴ πείρα χαρακτήρισε …τὸν ἀγώνα (τοῦ ἀνθρώπου) γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, σὰν μαρτύριο καὶ σταυρό. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Διότι ὅταν κανεὶς ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημά του, ἀρχικὰ ἀπολαμβάνει τὴν τέρψη τῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐφήμερη, παραπλανητικὴ καὶ καταλήγει γρήγορα σὲ ἀπογοήτευση καὶ πίκρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀξιολογεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, οἱ ὁποῖες χωρὶς τὴν ὑπακοὴ αὐξάνουν τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἐνισχύουν τὴ φιλαυτία. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει στὸ θέλημά του ἔχει μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[2]. Ὅσοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θέλημά τους νοσοῦν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση.
.             «Ὁ ὑπερήφανος», γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, «δὲν ἀναζητεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ , ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ κατευθύνει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του (ἐνν. κάνοντας τὸ θέλημά του). Καὶ δὲν καταλαβαίνει πώς, χωρὶς τὸν Θεό, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ, ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο, προτοῦ νὰ γνωρίσω τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στὸ λογικό μου. Ὅταν ὅμως γνώρισα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στὸν Θεὸ καὶ δέχομαι ὁ,τιδήποτε θλιβερὸ μοῦ συμβεῖ καὶ λέω: “Ὁ Κύριος μὲ βλέπει … Τί νὰ φοβηθῶ;” Προηγουμένως ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ ζῶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιὰ ὅποιον παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ γίνεται πολὺ εὐκολότερη, γιατί στὶς ἀρρώστιες, στὴ φτώχεια καὶ στὸ διωγμὸ σκέφτεται: “Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεὸς καὶ πρέπει νὰ ὑπομείνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου”»[3] .
.             Ὁ πνευματικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος ἀφήνεται στὸν Θεό. Κάνει ὑπακοὴ καὶ ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τὰ θέλει, διότι δὲν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλὰ πάντα αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέλημα καὶ ἐπιθυμίες αὐτὸς βασανίζεται καὶ βασανίζει.
.             Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πολὺ αὐστηρὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κάνει ὑπακοή. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε γιὰ κάποιον «ἀνυπότακτο ὑποτακτικό»: «Εἶχε ἔρθει ὁ … Τὸν κάλεσα, γιατί εἶπε ὅτι δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, διότι στὴν ἐκκλησία παθαίνει κακό, ὅταν αἰσθάνεται κλεισμένο χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ.
–Τοῦ λέω, τώρα τί εἶναι αὐτό, βρέ! Ἐγὼ θέλω νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία, νὰ σηκωθεῖς πρωὶ γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ φυτέψουμε τὰ δέντρα. Κι ἐσύ μοῦ λὲς αὐτό;
–Ἄ, μπά, λέει, δὲν μπορῶ.
–Τοῦ λέω, ἄκου νὰ σοῦ πῶ, νὰ ξέρεις ὅτι σ’ ἔχω ἀφήσει ἐλεύθερο, δὲν σοῦ μιλάω, ἀλλὰ αἰσθάνομαι καὶ τύψεις, διότι ἐσύ, ἀντὶ νὰ συμμορφωθεῖς, πιὸ πολὺ ἐγωιστὴς γίνεσαι, γιατί ὅπου θέλεις, πηγαίνεις, ὅπου σοῦ καπνίσει, καὶ κάνεις καὶ ὅ,τι θέλεις καὶ ἔτσι ἰσχυροποιήθηκε τὸ θέλημά σου καὶ ζεῖς μέσα στὸ κακὸ πνεῦμα καὶ βασανίζεσαι. Ἐγώ, λέω, θ’ ἀρχίσω νὰ ἐφαρμόζω κανόνες. Δὲν ἔχεις διαβάσει περὶ ὑπακοῆς;
–Λέει, ἔχω διαβάσει.
– Ποῦ διάβασες;
– Στὴν “Κλίμακα”.
– Ἔ, δὲν θυμᾶσαι τί λέει;
– Ἔ, λέει, θυμᾶμαι. Ἀλλὰ τώρα, ἔτσι πού μοῦ τὰ λὲς μ’ ἐκβιάζεις καὶ δὲν μπορῶ ἐγώ.
– Ἐγώ, λέω, σ’ ἐκβιάζω;
– Γιατί μοῦ εἶπες ὅτι θὰ μοῦ δίνεις τρία παξιμάδια τὴν ἡμέρα νὰ τρώγω καὶ θὰ μὲ διώξεις ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν εἶναι ἐκβιασμός;
– Ὄχι, εἶναι κανόνας αὐτός, γέροντας εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ πῶ αὐτό. Τί θέλεις ἐσύ, νὰ σὲ πηγαίνουμε ὄπα ὄπα ὄπα; μὴ μοῦ ἅπτου, καὶ νὰ λέμε, πρόσεχε, μν τ στενοχωρήσουμε τ παιδί; Ν μν τ τραυματίσουμε, ν μν το πομε τίποτα κα τ πιάσουν τ νερα του, μελαγχολία του; Τ ντιδραστικά του; Δηλαδή, νὰ κοιτάζουμε ἐσένανε καὶ νὰ σὲ φοβούμαστε μήπως σοῦ ποῦμε καμιὰ λέξη καὶ στενοχωρηθεῖς. Αὐτὸ εἶναι μεγάλος ἐγωισμός, τοῦ λέω. Τί μοῦ κουβεντιάζεις;
–Μ’ ἐκβιάζεις, μοῦ λέει.
–Πῶς σ’ ἐκβιάζω;
–Νά, ποὺ μοῦ λὲς αὐτά.
–Δὲν εἶμαι πνευματικός σου; Δὲν ἔρχεσαι ἐδῶ, δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σοῦ διαβάζω εὐχὴ καὶ πηγαίνεις καὶ μεταλαβαίνεις; Δὲν ἔχω ὑποχρέωση νὰ σοῦ πῶ ἔτσι; Τί θὰ πεῖ σ’ ἐκβιάζω; Πρέπει ν μάθεις ν πακούεις, ν ταπεινώνεσαι»[4].
.           Ὁ Γέροντας-Πνευματικὸς Πατέρας ἔχει ὑποχρέωση νὰ κόβει τὸ θέλημα τοῦ ὑποτακτικοῦ-πνευματικοῦ του παιδιοῦ προκειμένου νὰ τὸν βοηθήσει πνευματικά. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, διότι φεύγει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ κατάθλιψη.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Παύλου μοναχοῦ Εὐεργετινοῦ, Μικρὸς Εὐεργετινός, κεφ. ΙΕ´: Νὰ μὴν ἀντιλέγουμε ἐριστικά, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 106 [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/mikros_eyergetinos.htm.]
[2] π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο. Στοιχεῖα ἀγωγῆς γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδόσεις Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998, [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/leitoyrgika/glossary.htm]
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία, σελ. 408.
[4] Ἁγ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη», Μήλεσι 2014, σελ. 17-18.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΩΪΣΜΟ, ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ» (π. Παΐσιος)

Γέρων Παΐσιος: Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια,
ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα!

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ,
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τεῦχ. 62-63,
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995, σ. 38.

Ἀκοῦστε. Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια, ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα, καθαρά, μὲ εἰλικρίνεια, ταπείνωση καὶ ὑπακοή, σὲ διακριτικὸ Πνευματικό, ἂς εἶναι καὶ λίγο αὐστηρός. Καὶ μετὰ νὰ κοινωνοῦν ἀξίως. Τότε κανεὶς δὲν θὰ εἶχε ἄγχος, προβλήματα καὶ μεγάλους πειρασμούς. Πρέπει νὰ ξέρετε, ὅτι, ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀνυπακοὴ καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς. Ὑπακοὴ εἶναι Ζωή, Παρακοὴ εἶναι Θάνατος.


ΠΗΓΗ: holyland2.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ»
 (Λουκ. ε´ 1-11)
ΙΗ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή

[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 159 ἑπ.

Α´ Μέρος: «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Β´ Μέρος:  «Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ» – 2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.               «Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Λουκ. ε´ 11). Ἐγκατέλειψαν τὰ πλοιάρια. Ἂς τὰ πάρουν ἄλλοι κι ἂς τὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ὁ Πέτρος ἄφησε καὶ τὸ σπίτι του καὶ τὴ γυναίκα του. Ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης ἄφησαν τὸ σπίτι καὶ τὸν πατέρα τους. Κι ὅλοι τους τὸν ἀκολούθησαν. Γιὰ ποιό λόγο νὰ στενοχωρηθοῦν; Δὲν εἶχαν ἀγωνιστεῖ ὅλη νύχτα ἄσκοπα; Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, θὰ μποροῦσε νὰ θρέψει κι αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους. Ἐκεῖνος ποὺ στολίζει τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ κάνει πιὸ θαυμαστὰ ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Σολομώντα, ὁ ἴδιος θὰ φροντίσει καὶ γιὰ τὸ δικό τους ντύσιμο. Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ντύσιμο εἶναι τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἔχουν νὰ φροντίσουν. Ἐδῶ ὁ Κύριος τοὺς καλεῖ στὸ μέγιστο: στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μπορεῖ νὰ τοὺς δώσει τὸ μέγιστο, εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν μπορέσει νὰ τοὺς δώσει τὸ ἐλάχιστο; Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε ἀργότερα: «πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλλει περὶ ὑμῶν» (Α´ Πέτρ. ε´ 7). Τέλος, ἂν τὸν ὑπακοῦν ἀκόμα καὶ τὰ κωφάλαλα ψάρια στὸ νερό, πῶς δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τὰ λογικὰ ὄντα;
.                 Ὁλόκληρο τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔχει κι ἕνα βαθύτερο νόημα. Τὸ πλοῖο σημαίνει τὸ σῶμα. Τὰ σχισμένα δίχτυα σημαίνουν τὸ παλιὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ βάθη τῆς θάλασσας σημαίνουν τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀκτὴ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καὶ πηγαίνει ἀπὸ τὶς αἰσθητικὲς σκιὲς στὰ πνευματικὰ βάθη. Στὰ βάθη αὐτὰ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει τ’ ἀμέτρητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀγωνιζόταν μάταια σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή του. Οἱ δωρεὲς αὐτὲς εἶναι τόσο μεγάλες, ὥστε τὸ παλιὸ πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀντέξει καὶ σχίζεται. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος πὼς δὲν βάζουν καινούργιο κρασὶ σὲ παλιὰ ἀσκιά.
.                 Ὅταν ὁ ὑπάκουος ἄνθρωπος βλέπει τ’ ἀρίφνητα πλούτη τῶν δωρεῶν Του, γεμίζει δέος καὶ κατάπληξη τόσο γιὰ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες. Θὰ ἤθελε σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ φύγει ὁ Θεὸς ἀπὸ κοντά του κι ὁ ἴδιος νὰ γυρίσει στὸ παλιό του πνεῦμα καὶ στὴν παλιά του ζωή. Μόλις ὅμως ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ κι ἡ εὐσπλαγχνία Του ἀποκαλυφθοῦν στὸν ἄνθρωπο, τότε τοῦ φανερώνεται ἀκαριαία ἡ ἁμαρτωλότητα κι ἡ ἀναξιότητά του, ἡ ἀποξένωσή του ἀπ’ Αὐτόν.
.                 Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ὁδηγήσει στὰ βάθη. Δὲν θὰ λάβει σοβαρὰ τὴν κραυγή του “ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ”. Ξέρει ὅτι ἡ κραυγὴ αὐτὴ βγαίνει ἀπὸ ἕναν ἄρρωστο ἄνθρωπο, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ δίνει θάρρος καὶ τὸν παρηγορεῖ μὲ τὰ λόγια, «μὴ φοβοῦ».
.                 Ὅταν ὁ Θεὸς χορηγεῖ σ’ ἕναν ὑπάκουο ἄνθρωπο τὰ θεϊκὰ κι ἀνεκλάλητα χαρίσματά Του, δὲν θέλει τὰ χαρίσματα αὐτὰ νὰ σταματήσουν σ’ ἐκεῖνον, ὅπως τὸ τάλαντο ποὺ ἔκρυψε ὁ πονηρὸς δοῦλος στὴ γῆ. Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τὸν ὑπάκουο ἄνθρωπο νὰ μοιραστεῖ τὰ χαρίσματά του μὲ ἄλλους. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἄλλου πλοιαρίου νὰ κάνουν χῶρο, γιὰ νὰ βάλουν κι ἐκεῖ ψάρια. Μοίρασαν τὴ σοδειά τους μὲ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, καθὼς καὶ μὲ τοὺς συντρόφους τους. Ὁ Ἰάκωβος, ὁ Ἰωάννης κι οἱ σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αὐτοὶ γιὰ νὰ σύρουν τὰ δίχτυα, ν’ ἀδειάσουν τὰ ψάρια καὶ νὰ κωπηλατήσουν ὣς τὴν ἀκτή. Κάθε ὑπάκουος ἄνθρωπος ποὺ λαβαίνει τὸ δῶρο του ἀπὸ κάποιον ἄλλον, πρέπει νὰ ξέρει πὼς τὸ δῶρο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο. Ἔτσι πρέπει ἀμέσως, χωρὶς χρονοτριβή, ν’ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴ διατήρηση, τὸν πολλαπλασιασμὸ καὶ τὴ μετάδοση τοῦ δώρου.
.                 Τί σημαίνει τώρα τὸ γεγονὸς τῶν ὑπάκουων ψαράδων ποὺ τράβηξαν τὰ πλοιάριά τους στὴν ἀκτή, τὰ ἐγκατέλειψαν, ὅπως κι ὁτιδήποτε ἄλλο κατεῖχαν κι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό; Πῶς ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν προχωρεῖ στὰ βαθιά, ἐγκαταλείπει τὸ σῶμα μὲ τὰ πάθη του, καθὼς καὶ κάθε ἐφάμαρτο δεσμό, μὲ τὸν ὁποῖο ἦταν δεμένος ὣς τότε, ἐγκαταλείπει δηλαδὴ τὰ πάντα. Ἐγκαταλείπει ὄχι μόνο τὸ σῶμα καὶ τοὺς δεσμούς του, ἀλλ’ ἀκόμα καὶ τὸ παλιὸ πνεῦμα του μὲ ὅλες τὶς ἰδέες του. Καὶ τότε ἀκολουθεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ντύνει ὅσους καλεῖ μὲ τὸ νέο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, ποὺ καλεῖ πάντα τοὺς ὑπάκουους πιστοὺς στὰ πνευματικὰ βάθη.
.                 Ὁ Κύριος εἶπε πὼς ὁ Πέτρος θὰ γίνει ἁλιέας ἀνθρώπων. Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν. Αὐτὸ σημαίνει πὼς οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ λοιποὶ κληρικοί, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοί, ποὺ ὁ Θεὸς τοὺς προίκισε μὲ τὰ χαρίσματά Του, πρέπει νὰ ἐργαστοῦν μὲ ἀγάπη γιὰ νὰ ψαρέψουν – δηλαδὴ νὰ σώσουν – ὅσους περισσότερους ἀνθρώπους μποροῦν, μὲ τὴ βοήθεια τῶν χαρισμάτων τους. Ὁ καθένας θ’ ἀγωνιστεῖ ἀνάλογα μὲ τὸ χάρισμά του: Ἐκεῖνος ποὺ ἔλαβε πολλὰ χαρίσματα θά ᾽χει πλουσιότερη σοδειά, ὅποιος ἔλαβε λιγότερα θά ᾽ναι λιγότερο ὑπεύθυνος, ὅπως φαίνεται κι ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων. Ὁ δοῦλος ποὺ ἔλαβε πέντε τάλαντα ἔφερε δέκα, ὁ ἄλλος ποὺ ἔλαβε δύο τάλαντα, ἔφερε τέσσερα. Κανένας ὅμως δὲν πρέπει νὰ ὑπερηφανευτεῖ γιὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ σὰ νά ᾽ταν δικά του, νὰ τὰ κρύβει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τὰ θάβει στὸν τάφο τοῦ σώματός του. Τέτοιος ἄνθρωπος θὰ κατακριθεῖ ἀπὸ μόνος του στὴ γέεννα τοῦ πυρός, ἐκεῖ ποὺ εἶναι ὁ βρυγμὸς κι ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

* * *

.                 Ἡ εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς γιὰ μᾶς, γιὰ τὴ γενιά μας, ὅπως καὶ τὰ δίχτυα τῶν ψαράδων ἦταν γεμάτα ἀπὸ τὰ εὐλογημένα ψάρια. ς μποροσαν ο σύγχρονοι νθρωποι ν πάρουν π τ σημεριν εαγγέλιο τουλάχιστο τ μάθημα τς πακος στὸν Θεό! Ὅλες οἱ ἄλλες διδαχὲς τότε θὰ ἦταν ἀκόλουθές της κι ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου θ’ ἁλιεύονταν στὰ χρυσὰ δίχτυα τῆς εὐαγγελικῆς ὑπακοῆς.
.                 Ἔχουμε μπροστὰ μας δύο παραδείγματα ὑπακοῆς: τὴν ὑπακοὴ τῶν ψαριῶν καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν ἀποστόλων. Ποιά ἀπὸ τὶς δύο εἶναι πιὸ σπουδαία; Αὐτὸ εἶναι αὐταπόδεικτο. Τὰ ψάρια ὑπακοῦνε στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ θυσιάζουν τὴ ζωή τους στὰ πόδια Του. Ὁ Κύριος τὰ δημιούργησε γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου.
.                 Προσέξτε ὅμως πῶς τὰ ψάρια λειτουργοῦν καὶ γιὰ τὴν πνευματική του ἀνάγκη. Σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, στοὺς ἐπαναστατημένους κι ἀνυπάκουους ἀνθρώπους, λειτουργοῦν ὡς παράδειγμα ὑπακοῆς στὸ Δημιουργό τους. Τὰ ψάρια αὐτὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν περισσότερο γνωστά, ἂν εἶχαν ἀφεθεῖ νὰ ζήσουν καὶ νὰ κολυμποῦν στὴ Λίμνη τῆς Γεννησαρέτ. Ἐξαγόρασαν τὴ ζωή τους μὲ τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ ὑπηρετήσουν τὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου, τοῦ Λυτρωτῆ, σὰν παράδειγμα καὶ ἐπίπληξη στὸν ἀνυπάκουο ἄνθρωπο. Τὸ ἀνεξιχνίαστο ἔλεος τοῦ Κυρίου εἶναι φανερὸ ἐδῶ: ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ πλάσματά Του,γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὸ δρόμο ποὺ ἔχασε, νὰ τὸν ἀφυπνίσει, νὰ τὸν διεγείρει καὶ νὰ τὸν ὑψώσει πάλι στὴν προτέρα του ἀξία καὶ δόξα. Τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τῶν ἀποστόλων εἶναι ἐπίσης συγκινητικό. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συνήθως ἔχουν πιὸ στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους. Οἱ κοσμικοὶ ἔχουν πολλοὺς καὶ ποικίλους δεσμοὺς μὲ τὸν κόσμο. Κι ἂν ἀκόμα χαλαρώσει ἕνας δεσμός τους, ἔχουν πολλοὺς ἄλλους. Κι ὅμως, οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τὰ ἐγκατέλειψαν ὅλα, ἔσπασαν τοὺς λίγους ἀλλὰ πολὺ δυνατοὺς δεσμούς τους μὲ τὸν κόσμο, μὲ τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Κύριο στὰ μεγάλα καὶ πλούσια πνευματικὰ βάθη, χωρὶς νὰ πάρουν τίποτα μαζί τους, παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό τους. Ὁ χρόνος ἔδειξε πὼς ὁ Κύριος τοὺς ἀντάμειψε πλούσια γιὰ τὴν ὑπακοή τους. Ἀναδείχτηκαν στύλοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ καὶ μεγάλοι ἅγιοι στὴν οὐράνια βασιλεία Του. Ἂς βιαστοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ν’ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τους. Ἡ νύχτα τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας τελειώνει. Ὅλοι οἱ κόποι τῆς νύχτας εἶναι ἔτσι κι ἀλλιῶς μάταιοι, τὰ δίχτυα μας εἶναι ἄδεια, οἱ καρδιές μας γεμάτες κακία, οἱ ψυχὲς κι ὁ νοῦς μας λιμοκτονοῦν, ἀφοῦ ἔχουν στερηθεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.                 Ὁ πράος Κύριος στέκεται δίπλα στὸ πλοῖο τοῦ καθενός μας καὶ μᾶς καλεῖ. Ἐκεῖνος, ὁ παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει π τν καθένα μας ν τν φήσουμε ν μπε στ πλοο κα ν ταξιδέψουμε μαζί Του μακρι π τς σκις κα τς φουρτονες τς ζως, στ μεγάλα βάθη τς πνευματικς θάλασσας. Ἐκεῖ θὰ γεμίσουμε τὸ πλοῖο μας μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἐπιθυμοῦμε. Ἂς τὸν ὑπακούσουμε τώρα, τὴν ὥρα ποὺ μᾶς καλεῖ, γιατί ὅταν χαράξει ἡ μέρα, δὲν θὰ τὸν δοῦμε πιὰ ὡς αἰτοῦντα, ἀλλ’ ὡς Κριτή. Ἂς μὴν ἀπορρίψουμε τὸ αἴτημά Του νὰ μπεῖ στὴν καρδιὰ καὶ στὴν ψυχή μας, ὅπως δὲν τὸ ἀπέρριψε ὁ Πέτρος. Δὲν μᾶς τὸ ζητάει γιὰ δική Του χάρη, ἀλλὰ γιὰ δική μας. Νὰ ξέρεις πὼς δὲν εἶναι εὔκολο στὸν Πάναγνο νὰ μπεῖ κάτω ἀπὸ ἀκάθαρτη στέγη. Νὰ ξέρεις πὼς αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι θυσία, ποὺ τὴν κάνει ὅμως ἀπὸ ἀγάπη γιά μας. Δὲν μᾶς ζητάει νὰ μπεῖ μέσα γιὰ νὰ πάρει, ἄλλα γιὰ νὰ δώσει. Τὸ μόνο ποὺ θέλει, εἶναι νὰ δεχτοῦμε τὴ βοήθεια καὶ τὴ θυσία Του. Ἀδελφοί μου, ἂς ἀφουγκραστοῦμε τὴ φωνὴ ποὺ μᾶς καλεῖ, προτοῦ φτάσει στ’ αὐτιά μας ἡ φωνὴ τοῦ Κριτῆ.

.                 Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ (Κυρ. Α´ Λουκ.)

Ἡ θαυμαστὴ ἁλιεία (Κυρ. Α´ Λουκ.)

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 1985, 15.09.2009

1. Ὁ σκοπὸς τοῦ θαύματος

.            Ὁ Κύριος περιδιαβαίνει τὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ τὰ πλήθη τρέχουν μὲ πόθο κοντά του. Καὶ καθὼς βλέπει δύο μικρὰ πλοῖα ἀραγμένα στὴν λίμνη, μπαίνει σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτά· εἶναι τὸ πλοῖο τοῦ Σίμωνα. Καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸ σύρει λίγο πιὸ μέσα στὴν λίμνη γιὰ νὰ διδάξει τὰ πλήθη μέσα ἀπὸ τὸ πλοῖο αὐτό. Ὅταν τελείωσε τὴν διδασκαλία του ὁ Κύριος, λέει στὸν Σίμωνα: Φέρε πάλι τὸ πλοῖο στὰ βαθιὰ νερὰ τῆς λίμνης καὶ ρίξτε τὰ δίχτυά σας. Ὁ Σίμων ὅμως μὲ ἔκπληξη τοῦ ἀποκρίνεται: Διδάσκαλε, ὅλη τὴν νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τὰ δίχτυα καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀφοῦ ὅμως τὸ λὲς ἐσύ, θὰ ρίξω τὸ δίχτυ. Καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἀκολούθησε ἦταν ἐντυπωσιακό. Τὸ δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε ἄρχισε νὰ σχίζεται. Οἱ ψαράδες τότε φώναξαν ἀμέσως τοὺς συνεταίρους τους ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο, νὰ βοηθήσουν νὰ σύρουν τὸ δίχτυ ἐπάνω. Ἀλλὰ τὰ ψάρια ἦταν τόσο πολλά, ὥστε τὰ δύο πλοῖα κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν.
.            Τί νόημα ὅμως εἶχε αὐτὸ τὸ τόσο ἐντυπωσιακὸ θαῦμα; Καὶ γιατί ὁ Κύριος πρὶν τὸ ἐπιτελέσει ζήτησε ἀπὸ τοὺς ψαράδες νὰ ρίξουν τὰ δίχτυά τους καὶ μάλιστα σὲ ἀκατάλληλη ὥρα; Διότι ὁ Κύριος μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἤθελε νὰ διδάξει πολὺ μεγάλες ἀλήθειες στοὺς ψαράδες τῆς Γαλιλαίας, τοὺς ὁποίους σὲ λίγο θὰ καλοῦσε νὰ γίνουν ἁλιεῖς ἀνθρώπων καὶ νὰ σαγηνεύουν στὰ πνευματικά τους δίχτυα ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ατ τ θαμα ταν τύπος τς πνευματικς λιείας τους. Καὶ ἔπρεπε νὰ χαραχθεῖ βαθιὰ στὴν ψυχή τους. Ἔπρεπε νὰ τὸ θυμοῦνται πολὺ καλὰ οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ὅταν ἀργότερα στὸ τιτάνιο ἔργο τους θὰ συναντοῦσαν δυσκολίες καὶ ἀπογοητεύσεις. Νὰ θυμοῦνται καὶ νὰ συναισθάνονται ὅτι στὴν πνευματική τους διακονία χωρὶς τὸν Κύριο δὲν θὰ μποροῦσαν τίποτε νὰ ἐπιτύχουν, ἐνῶ μὲ τὴν δική του δύναμη θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν τὰ πάντα. Ἄδεια τὰ δίχτυα χωρὶς τὴν εὐλογία του. Γεμάτα ὅταν τὰ εὐλογοῦσε ὁ Χριστός.
.            Ἔπρεπε ἀκόμη νὰ καταλάβουν οἱ μαθητὲς μέσα ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅτι γιὰ νὰ ἔχουν καρποφορία στὸ ἔργο τους θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν τυφλὴ ὑπακοὴ στὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου. Ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ δὲν κατανοοῦσε ἡ περιορισμένη τους λογική. Καὶ νὰ μὴν ὑπολογίζουν κόπο καὶ θυσίες. Αὐτοὶ νὰ δίνουν τὸν χρόνο τους, τὸν κόπο τους καὶ τὴν ζωή τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ τὰ μεταχειρισθεῖ ὅπως Αὐτὸς ἤθελε· ἔχοντας τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἐπιβραβεύει τὴν θυσία τους, τὴν πρόθυμη ὑπακοή τους, τὴν ἀδιάσειστη πίστη τους στὴν δύναμή του.

2. Συναίσθηση ἁμαρτωλότητος

.            Ὅταν εἶδε ὁ Πέτρος τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ καὶ ἀνέλπιστο πλῆθος τῶν ψαριῶν, ἔπεσε στὰ γόνατα τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπε: Βγὲς ἀπὸ τὸ πλοῖο μου καὶ φύγε ἀπὸ μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ Σ’ ἔχω στὸ πλοῖο μου. Ὁ Κύριος ὅμως τὸν καθησύχασε καὶ τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι. Ἀπὸ τώρα θὰ σαγηνεύεις ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ κήρυγμά σου θὰ ὁδηγεῖς στὴν σωτηρία. Κατόπιν ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ οἱ ψαράδες ἐπανέφεραν τὰ πλοῖα στὴν στεριά, ἄφησαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν.
.            Ἡ στάση ὅμως τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μᾶς δημιουργεῖ κάποιον προβληματισμό. Γιατί ἀντὶ νὰ πανηγυρίσει γιὰ τὸ μεγαλειῶδες θαῦμα, παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸ πλοῖο του; Αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια περίμενε τὸν Μεσσία, τώρα Τοῦ ζητᾶ νὰ φύγει ἀπὸ τὴν ζωή του; Ἀσφαλῶς τὸ αἴτημα τοῦ Πέτρου δὲν ἐκφράζει μία διάθεση ἀρνήσεως καὶ ἀποδιώξεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα. Ὁ ἄδολος αὐτὸς ψαρὰς τῆς Γαλιλαίας ἔνιωσε τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνα φοβερὸ συγκλονισμὸ στὴν ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στὴν εὐλογία τοῦ θαύματος ὅτι δὲν ἔχει μπροστά του ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἕνα μοναδικὸ διδάσκαλο ποὺ ἔχει θεία δύναμη. Καὶ αἰσθανόμενος τὸ μεγαλεῖο του δὲν ἀντέχει νὰ ἀτενίσει τὸ θεϊκό του πρόσωπο, ἀλλὰ πέφτει συντετριμμένος καὶ Τὸν προσκυνᾶ. Διότι αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς παρουσίας του. Αἰσθάνεται τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν δική του μικρότητα καὶ ἁμαρτωλότητα.
.            Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει σὲ κάθε πνευματικὸ ἄνθρωπο κάθε φορὰ ποὺ αἰσθάνεται ἰδιαιτέρως ἔκδηλη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή του. Εἶναι ἕνα βίωμα ποὺ τὸ νιώθουμε οἱ πιστοὶ καθὼς βρισκόμαστε σὲ μία ἱερὴ ὥρα τῆς λατρείας ἢ σὲ στιγμὲς ποὺ αἰσθανόμαστε τὸν Θεὸ ὁλοζώντανο στὴν ζωή μας, καὶ ἀφυπνίζεται ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Μᾶς συνέχει τότε ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Τρέμουμε, φοβόμαστε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ τὴν ποθοῦμε καὶ τὴν λαχταροῦμε. Πῶς νὰ πλησιάσουμε τὸν πάναγνο Κύριο οἱ ρυπαροὶ καὶ ἀνάξιοι; Αἰσθανόμαστε πόσο ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε καὶ ὅτι δὲν ἀξίζουμε τῶν εὐλογιῶν τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε ἴσως εἶναι ὅτι ὅσο περισσότερο ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ἑλκύουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ ἂς στεκόμαστε μὲ δέος καὶ φόβο ἐνώπιόν του καὶ ἂς Τὸν παρακαλοῦμε ταπεινὰ καὶ ὁλοκάρδια νὰ μὴ φύγει ποτὲ ἀπὸ κοντὰ μας λόγῳ τῆς μεγάλης ἁμαρτωλότητός μας, ἀλλὰ νὰ μένει πάντοτε στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴν γεμίζει μὲ τὶς εὐλογίες του.

Σχολιάστε

ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ «Ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ ἀποτελματώνονται μέσα στὴν μιζέρια τοῦ σκεπτικισμοῦ, τῶν ἀτελείωτων ὑπολογισμῶν καὶ τῶν αἰωνίων δισταγμῶν». (Κυρ. Α´ Λουκ.)

ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ
(Κυρ. Α´ Λουκ., 23.09.12)

«Ἐπὶ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον…»
[Λουκ. ε´ 1-11]

Τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4260, Σεπτέμβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          Θαλασσοδαρμένος καὶ κατάκοπος ἦταν ὁ Σίμων. Μιὰ ὁλόκληρη νύκτα ἀγωνίσθηκε, ἵδρωσε, κοπίασε, μόχθησε γιὰ νὰ πιάση λίγα ψάρια. Ἀλλὰ μάταια. Τίποτα, ἀπολύτως τίποτα δὲν ἔπιασε. Οὔτε ἕνα ψαράκι. Χαμένος κόπος! Ἄδικη ταλαιπωρία.
.          Ὁ Σίμων μὲ τοὺς συντρόφους του πλένουν καὶ καθαρίζουν στὴν παραλία τὰ δίκτυα σκυθρωποί, ἀμίλητοι, μελαγχολικοί, καθὼς τοὺς πλησιάζει ὁ θεῖος Διδάσκαλος, περιστοιχισμένος ἀπὸ τὰ πλήθη. Ἀνεβαίνει στὴν βάρκα καὶ συνεχίζει τὴν θεία Του διδασκαλία. Καὶ ὅταν τελείωσε, ἀπευθύνεται στὸν Σίμωνα καὶ τοῦ λέει: «Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν». Καὶ τότε ὁ κουρασμένος Σίμων, ἀπαντᾶ: «Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν…»

 Α´ Ὑπακοὴ κι ἐμπιστοσύνη

.          Καὶ ἐμᾶς συχνὰ ὁ Κύριος μᾶς συναντᾶ στενοχωρημένους καὶ ἀπελπισμένους. Ἀτομικὲς δυσκολίες, θλίψεις οἰκογενειακές, ψυχικὲς ἀπογοητεύσεις μᾶς φέρνουν στὴν θέση τοῦ Σίμωνος Πέτρου.
.          Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς δὲν ρίξαμε τὰ δίκτυα μέρες καὶ μῆνες καὶ χρόνια γιὰ νὰ πετύχουμε κάτι ὑλικὸ ἢ πνευματικὸ καὶ τὰ τραβήξαμε τελείως κενά; Κι ἀπελπιζόμαστε τότε, δὲν γίνεται τίποτα, λέμε, κι ἐγκαταλείπουμε τὴν προσπάθεια.
.          Κι ὅμως ὁ Κύριος λέει κάτι παράξενο στὸν Πέτρο: νὰ ξαναρίξη τὰ δίκτυα. Κι ὁ Πέτρος ὑπακούει. Παραμερίζει τὴν πείρα του, τὶς γνώσεις του, τὴν ἀποτυχία τῆς νύχτας… Καὶ μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπακοὴ ἀπαντᾶ: «Ἐπὶ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον».
.          Ἂς προσέξουμε τὴν ἀπάντηση αὐτή. Ἀφοῦ ἐσύ, Κύριε, διατάσσεις, ἔστω κι ἂν στὰ ἀνθρώπινα μάτια μας φαίνεται ἡ διαταγή σου ἀπραγματοποίητη, προορισμένη νὰ ἀποτύχη, ὅμως ἐγὼ θὰ ὑπακούσω. Θὰ ρίξω τὰ δίχτυα. Θὰ πάω πάλι γιὰ ψάρεμα!
.          Αὐτὴ ἡ ὁλοπρόθυμη κι ὁλόθερμη ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα, αὐτὴ ἡ ἀκλόνητη πίστη του, ἦταν ὁ μεγάλος μαγνήτης ποὺ τράβηξε τὴν μεγάλη εὐλογία τῆς ὑπερφυσικῆς ἁλιείας τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Κι ἀκόμα, ἦταν τὸ προοίμιο τῆς μεγάλης δωρεᾶς ποὺ δέχθηκε ὁ μέχρι τότε ἀσήμαντος ψαρὰς τῆς Γεννησαρέτ: «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».

Β´ Ὄχι μόνο τότε

.          Καὶ σήμερα ὁ Κύριος ἐπαναλαμβάνει: Ρίξε, ἄνθρωπε, καὶ πάλι τὰ δίκτυά σου. Συνέχισε τὸν ἀγώνα σου. Μὴ ἀποκάμης. Ἀγωνίσου μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σου, χωρὶς δισταγμούς, χωρὶς μεμψιμοιρίες, χωρὶς διακοπή. Ἂν ἔχουμε τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴν πίστη τοῦ Πέτρου, θὰ ἀπαντήσουμε: «Ἐπὶ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Θὰ ρίξω τὸ δίκτυ. Καὶ θὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα παρ’ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ σίγουρα θὰ συναντήσουμε. Θὰ συνεχίσουμε τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν πρόοδό μας στὴν ἀρετή, τὴν καλυτέρευση τοῦ ἑαυτοῦ μας.
.          Καὶ θὰ τὸ κάνουμε μὲ ὄρεξη καὶ ἐνθουσιασμό. Θὰ μᾶς ἐνισχύη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ νικᾶμε καὶ θὰ νιώθουμε πλούσια τὴν καρποφορία. Θὰ λάβουμε κι ἐμεῖς προσωπικὴ καὶ πλούσια πείρα στὸ θέμα αὐτό: Κενὰ δίκτυα χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Γεμάτα, ὅταν ἡ πίστη μας ἑλκύση τὴν θεία Του χάρη.
.          Ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ ἀποτελματώνονται μέσα στὴν μιζέρια τοῦ σκεπτικισμοῦ, τῶν ἀτελείωτων ὑπολογισμῶν καὶ τῶν αἰωνίων δισταγμῶν. Ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ μπροστὰ σὲ μερικὲς ἄκαρπες προσπάθειες παραδίνουν τὰ ὅπλα καὶ μένουν στὴν ἀπελπισία.
.          Ἐμεῖς μὲ ἐμπιστοσύνη ἂς ποῦμε στὸν Κύριο: Κύριε, ἀφοῦ Ἐσὺ τὸ θέλεις, θὰ συνεχίσουμε τὸν ἱερό μας ἀγῶνα, ἔστω κι ἂν γύρω μας μύριες φωνὲς μᾶς ψιθυρίζουν τὸ ἀντίθετο. Θὰ προχωρήσουμε μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη τοῦ Σίμωνα, μὲ τὴν καρτερικὴ ὑπακοὴ τοῦ κουρασμένου ψαρᾶ. Θὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα μας ἔχοντας στὰ χείλη μας τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου: «Ἐπὶ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον».

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ

Tὸ νόημα τς πακος  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 111-115

 «οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν
ἠκολούθησαν αὐτῷ». 

(Ματθ. δ´ 22)

.         Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε τὴν κλῆσι τῶν τεσσάρων μαθητῶν στὸ Ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ τὴν δεύτερη κλῆσι. Ἡ πρώτη κλῆσι ἢ μᾶλλον συνάντησι περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Οἱ τέσσερις μαθηταὶ Πέτρος, Ἀνδρέας, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης στὴν κλῆσι τοῦ Χριστοῦ, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, ὑπήκουσαν ἀμέσως. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα ἔγιναν μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴν ἀποταγὴ ἦρθε ἡ ὑποταγή. Τὸ θέμα τῆς ὑπακοῆς ποὺ μᾶς δίνουν τὴν ἀφορμὴ νὰ θίξουμε σήμερα οἱ τέσσερεις μαθηταὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σύγχρονα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὰ πιὸ οὐσιαστικὰ καὶ λεπτὰ θέματα τῆς ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ ὑπακοὴ σημεῖο ἀντιλεγόμενο

.        Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκατανόητες ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο εἶναι ἡ διδασκαλία περὶ τῆς ὑπακοῆς. Ὁ Κύριος τὴν θέτει σὰν ἀπαραίτητο ὅρο σωτηρίας καὶ τελειότητος. Δι’ αὐτῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ οὐσιαστικὴ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.        Ὁ σύγχρονος ὅμως ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν ἀξία της. Τὴν θεωρεῖ καταστρεπτικὴ γιὰ τὴν προσωπικότητα. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἔχει θεοποιήσει τὴν λογικὴ καὶ νομίζει πὼς ἔχει μεγάλη ἀξία. Ὅταν κανεὶς ζῆ τὴν λογοκρατία καὶ τὴν ἀτομοκρατία, τότε εἶναι ἐντελῶς ἀνήμπορος νὰ κατανοήση τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς.
.       Μελετώντας τὴν σύγχρονη ζωὴ μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ἄνετα ὅτι συνέβη στὴν ἐποχή μας μιὰ τρομερὴ ἀλλαγή, ποὺ ἐπηρεάζει ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Σήμερα ὑφίσταται μία μεγάλη κρίσι πατρότητος. Ἀμφισβητεῖται κάθε αὐθεντία, ἀφοῦ ἔχει ὑψωθῆ σὰν αὐθεντία τὸ ἴδιο τὸ ἐγώ. Ἐπεκτεινομένη αὐτὴ ἡ νοοτροπία καὶ στὴν θρησκευτικὴ ζωὴ ἐξαφανίζει κάθε κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἀμφισβήτησι τῆς πατρότητος φθάνει μέχρι καὶ τὴν πατροκτονία. Αὐτὸ τὸ φαινόμενο κατὰ φυσικὸ τρόπο δημιουργεῖ μιὰ νευρωτικὴ κατάστασι, μιὰ σχιζοφρένεια.
.       Νὰ γιατί, ὅταν διαβάσει ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος τὴν περίπτωσι τῆς κλήσεως τῶν τεσσάρων μαθητῶν καὶ τὴν ἀπάρνησι τῶν πάντων, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, τοῦ φαίνεται ἀκατανόητο. Νὰ γιατί ἡ Ὀρθοδοξία αἰσθάνεται σήμερα μεγάλη δυσκολία νὰ ἀποκαλύψη τὸν ἑαυτό της στοὺς ἐκκοσμικευμένους σύγχρονους ἀνθρώπους, διότι δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἀκοῦνε, πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι συνηθισμένοι νὰ ἐφαρμόζουν τὸν λόγο τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ σύγχρονοι νέοι εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὰ πάντα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὸν Χριστό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπακούσουν στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ὅλα τὰ θελήματά τους.

Ἡ ἀξία τῆς ὑπακοῆς

.       Ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Πρῶτα-πρῶτα ἡ ὑπακοὴ ζωοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ἐξηγήσει αὐτὴν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς. Ὅπως μὲ τὴν παρακοὴ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ψυχὴ διαιρέθηκε καὶ πέθανε, ἔτσι μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἑνοποιεῖται καὶ ζωοποιεῖται. Ὁ Κύριος εἶπε: «τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν πνεῦμά ἐστι καὶ ζωὴ ἐστὶ» (Ἰωάν. ϛ´ 6). Ἔτσι «παρακοὴ θάνατος, ὑπακοὴ ζωή». Ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παρακοὴ ἔφερε τὸν θάνατο καὶ σ’ ὅλη τὴν φύσι. Καὶ ὁ δεύτερος Ἀδὰμ (ὁ Χριστὸς) μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Τοῦ γέμισε τὸν κόσμο μὲ ζωή.
.       Ἔπειτα μὲ τὴν ὑπακοὴ ἀναπτύσσεται ἡ ἀληθινὴ κοινωνικότης. Μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δεχόμαστε τὴν ζωὴ μέσα μας. Ὁ Χριστιανὸς ἀρχίζει τὴν πνευματική του ζωὴ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτοῦ μεταμορφώνεται, παύει νὰ ζεῖ σὰν ἄτομο καὶ γίνεται πρόσωπο, ὁπότε φλέγεται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι φθάνει στὸ σημεῖο νὰ ζῆ σὰν πρόσωπο, νὰ αἰσθάνεται στενὴ σχέσι μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ νὰ βιώνει τὴν καθολικὴ εὐθύνη. Εἰσέρχεται μὲ ἀγάπη καὶ ἀπὸ ἀγάπη στὴν ὑπόστασι τοῦ ἄλλου καὶ προσφέρει μὲ τρόπο μυστικὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ τὴν σωτηρία.
.        Ἡ ὑπακοὴ μᾶς δίδει λοιπὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἐμπειρία τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν προσώπων καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς.
.       Τέλος ἡ ὑπακοὴ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ μαστίζουν τὴν ψυχή μας. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅποιος κάνει ὑπακοὴ ἔχει λιγότερα πάθη, ἀφοῦ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικότητα.

Ἔκταση ὑπακοῆς

.       Μιλώντας ὅμως γιὰ ὑπακοὴ δὲν ἐννοοῦμε μιὰ ἀφηρημένη κατάστασι, ἀλλὰ μιὰ συγκεκριμένη. Δὲν ἐννοοῦμε μιὰ παθητικὴ ἀκινησία, ἀλλὰ μιὰ διαρκῆ θετικὴ κίνησι. Ἡ παθητικὴ καὶ ἀφηρημένη κατάσταση δημιουργεῖ περισσότερα προβλήματα. Ἔτσι ὅταν λέμε ὑπακοὴ ἐννοοῦμε πρωτίστως τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ θεολογία, ἔξω ἀπὸ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν εἶναι μία δαιμονικὴ κατάστασι. Ἐπειδὴ ὅμως ἐμεῖς, ὡς ἀκάθαρτοι καὶ ἐμπαθεῖς, δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε σὲ κάθε δεδομένη περίστασι, γι’ αὐτὸ χρειάζεται ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα. Διότι ὁ λόγος τοῦ πνευματικοῦ πατρός, ὅταν δὲν ἀντιβαίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ περίληψι τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ.
.       Ἡ ὑπακοὴ ὅμως στὸν πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ πράγμα. Ἔχει πολλὲς πλευρὲς καὶ προεκτάσεις. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μας πατέρα, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπακοὴ στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στὸν Ἐπίσκοπο καὶ στὴν κανονικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας. Παράδοσι εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἁγιάζει τοὺς ἀνθρώπους, χειροτονεῖ τοὺς Ἐπισκόπους καὶ φωτίζει τοὺς Πατέρας νὰ θεσπίζουν κανόνας γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει στενὴ σχέσι μεταξὺ τῶν ἁγίων, τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Καὶ δὲν νοεῖται ἕνα ἀπὸ αὐτὰ χωρὶς τὴν ὕπαρξι τῶν ἄλλων.
.       Ἔτσι ἡ ὑπακοὴ σὲ ἕνα, ἔστω θεούμενο, πνευματικὸ πατέρα δὲν εἶναι ἀληθινή, ὅταν παραθεωρῆται ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ δομή. Καὶ ὁ θεούμενος πνευματικὸς πατέρας δὲν συνιστᾶ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ὑπακοῆς, γιατί γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ Πνευματολογία δὲν καταργεῖ τὴν Ἐκκλησιολογία. Τὸ θέμα εἶναι μεγάλο καὶ δὲν ἔχουμε χῶρο νὰ τὸ ἀναπτύξουμε ἐπαρκῶς. Μόνον τοῦτο πρέπει νὰ ποῦμε: ὅτι ὅταν ἡ πνευματικότητα ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία, ὅταν ἕνας πνευματικὸς ἐνεργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ δομή, ἔστω χάριν τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχη σοβαρὸς λόγος, τότε μᾶλλον ὑποθάλπτεται μία ἀτομικὴ εὐσέβεια, ποὺ δὲν καταλήγει στὴν σωτηρία, γιατί δὲν ἀναφέρεται στὸ καθολικὸ ἦθος.
.       Σήμερα γίνεται διαρκῶς λόγος γιὰ τὴν ὡριμότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ πολλοὺς διατυπώνεται ἡ ἄποψι ὅτι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς γνώσεις ἔχει φτάσει σὲ ὑψηλὰ ἐπίπεδα τελειότητος καὶ ὡριμότητος. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νὰ τονίζη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀνώριμος. Ἡ πνευματικὴ ὡριμότης, δηλ. ἡ διαρκὴς τελειότης, γίνεται ὄχι μὲ τὶς γνώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία ὑπακοὴ εἶναι ἕνας ἑκούσιος θάνατος. Μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο ξεπηγάζει ἡ ἀνάστασι καὶ ἡ ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι. Σ’ αὐτὸ μᾶς προτρέπουν ὅλοι οἱ ἅγιοι. Ἡ ὑπακοὴ θὰ μᾶς ἑνοποιήση καὶ ζωοποιήση.

, , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΝΑΜΑ ΠΟΥ ΓΛΥΚΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΡΕΛΛΑΙΝΕΙ» [Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος]

“Ὁ σφυγμὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους” 

[Γ´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Α´Μέρος : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/09/τὸ-ἅγιον-ὄρος-ἀναπνέει-τὸ-ὀξυγόνο-τ/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/09/ὁ-πρόναος-τῆς-οὐράνιας-θ-λειτουργίας/

3. Τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὰ μάτια τοῦ π. Μωϋσῆ

.              Τὸν π. Μωϋσῆ τὸν γνώρισα στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Μονὴ τῆς Σίμωνος Πέτρας. Ἐκεῖνος μου εἶπε ὅτι μὲ συνάντησε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ καράβι ποὺ πηγαίναμε στὸ Ἅγιον Ὄρος ἐγὼ ἤμουν Κληρικὸς καὶ ἐκεῖνος λαϊκός. Δὲν θυμᾶμαι αὐτὴν τὴν σκηνὴ οὔτε καὶ τὸν π. Μωϋσῆ. Ὅμως ἤμουν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σιμωνόπετρας τὸ ἔτος 1979, ὅταν τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ π. Παΐσιος γιὰ νὰ μιλήση μὲ τοὺς μοναχούς. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀναζητοῦσα τὸν π. Παΐσιο, γιὰ νὰ συζητήσω μαζί του κάποιο θέμα καὶ τὸν βρῆκα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου. Ἀνέβηκα μαζί του στὴν Σιμωνόπετρα καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ μὲ δῆ ἐκεῖ, μὲ προσέλαβε στὴν συνοδεία του, βαδίζοντας περίπου τέσσερις ὧρες, γιὰ νὰ πᾶμε στὸ Κελλί του, τὴν Παναγούδα, καὶ νὰ μιλήσουμε ἐκεῖ, ὅπου καὶ διανυκτέρευσα καὶ ἀξιώθηκα νὰ γίνω αὐτήκοος μάρτυρας τοῦ τρόπου τῆς νυκτερινῆς προσευχῆς του.
.              Στὴν Σιμωνόπετρα, λοιπόν, ἄκουσα τὴν διήγηση τοῦ π. Παϊσίου γιὰ τὸν πειρασμικὸ νυκτερινὸ ἐπισκέπτη, τὸ «ταγκαλάκι» ποὺ ἐνόχλησε τὸν π. Παΐσιο, ποὺ κοιμόταν δίπλα ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ π. Μωϋσῆ.
.              Ἔκτοτε ὁ π. Μωϋσῆς εἶχε πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ θάρρος, ὑπομονή, σιωπή, ἡσυχία καὶ προσευχή. Μιλᾶ καὶ γράφει μέσα ἀπὸ πόνο καὶ χαρά, μὲ ποίηση καὶ λόγο, μὲ ἐπιχειρήματα σοβαρὰ καὶ ἀποφατικά, πάντως, ὅμως, μέσα ἀπὸ τὴν μυστικὴ ἀκρόαση τοῦ ἐσωτερικοῦ σφυγμοῦ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀξιώθηκε καὶ αὐτὸς νὰ γνωρίση τὸν κτύπο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν μυστικὴ καὶ ἀπόρρητη ἀγρυπνία του, τὸ δυνατό του κρασί.
.              Δὲν παραμένει στὸ ἐξωτερικὸ περίβλημα, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι σὰν τὸ σκληρὸ καρύδι, ἀλλὰ εἰσέρχεται φιλάνθρωπα στὴν ψύχα, τὸν καρπό, ποὺ τρώγεται εὐχάριστα, θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ.
.              Ὁ λόγος του εἶναι ποιητικὸς καὶ ἐκφαντικός, βγαλμένος μέσα ἀπὸ τὸν δικό του πόνο, τὴν μυστική του προσευχή, τὸν ἀλάλητο στεναγμό, τὴν ἀναζήτηση τὴν καρδιακή, τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἡσυχία τοῦ νοσοκομείου, τὸ ἄγγιγμα τοῦ θανάτου καὶ τὴν βίωση τῆς ἀναστάσιμης ζωῆς, τὴν δεύτερη ζωὴ ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς μὲ τὴν συνέργεια τῶν γιατρῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄλλη ζωὴ τῆς αἰωνίου ἀπαρχή.
.              Εἶναι μία μαρτυρία ζωντανὴ καὶ εὐεργετική. Θαυμάζω τὴν δραστηριότητά του, τὴν κινητικότητά του, τὸν λόγο του καὶ τὴν μαρτυρία του, τὰ πετάγματα καὶ τὴν ἰσορροπία του, τὴν ἀρρενωπότητα καὶ τὴν μητρικότητά του. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ συγγραφή, ποὺ τὴν ἐκλαμβάνει ὡς εὐλογία θεϊκή.
.              Στὸ τρίτομο αὐτὸ ἔργο μοῦ ἄρεσαν πολλὲς ἐκφράσεις καὶ χαρακτηρισμοὶ ποὺ δίνει σὲ διαφόρους ἁγιορείτας ποὺ βιογραφεῖ. Παραθέτω μερικοὺς ἀπὸ αὐτούς: «Ἐξασκῶν τὴν νοερὰν ἐργασίαν καὶ ἐσθίων τῆς θείας ἀγάπης τὸ μέλι, γενόμενος καὶ εἰς ἄλλους ὠφέλιμος». «Ἡ προσευχὴ τὸν ἀνέβαζε σὲ θεῖες θεωρίες». «Ἱερὸς βλαστὸς καὶ εὐώδης ἀνθός… τὴν εὐωδία του εὐφράνθησαν πολλοί». «Δόθηκε μετὰ δακρύων στὴν φίλη προσευχή». «Ὑπέταξε τὸν ἀντάρτη νοῦ, τὴν δέσποινα κοιλία καὶ ἀπέκτησε χρηστοήθεια». «Γέρασε μόνος καὶ δὲν εἶχε καμιὰ βοήθεια». «Ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος στὴν περιβόητη Χερσόνησο τῶν ἁγίων». «Ἡ τριετὴς φοίτησή του στὸ ἀθωνικὸ φροντιστήριο τῆς ὁσιότητος… τοῦ ἔδωσε ἰσχυρὴ δύναμη, γιὰ ν’ ἀρχίσει ἱεραποστολικὸ ἔργο», «Τὶς ἀσθένειες τοῦ σώματος θεωροῦσε ὑγεία τῆς ψυχῆς καὶ πηγὴ ταπεινώσεως». «Ἕνα σπάνιο εὐῶδες ἄνθος τοῦ Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας. Ἐπὶ 70 ἔτη μούντζωνε τὴν κοσμικὴ ματαιότητα, κάθε ἀνθρώπινη παρηγοριὰ». «Ἄδολος, ἁπλός, εὐθύς, πράος, ὑπάκουος, ἀκτήμων, σπάνιος ἀγωνιστής, εὐλαβέστατος, εἰλικρινής, ἀπονήρευτος». «Ἑκούσια καὶ ἀκούσιος πείνα, φτώχεια, στέρηση, κακουχία, καὶ ταλαιπωρία. Πυκνὲς ἀσθένειες καὶ πολλοὶ πειρασμοὶ τὸν κούρασαν ἀλλὰ δὲν τὸν ἀπογοήτευσαν. Τὰ δεχόταν ὅλα ὡς ἀπὸ Θεοῦ». «Ὑπῆρξε ἀσκητικὸς καὶ βιαστὴς στὴν καλογηρική του». «Οἱ ἔνθεες ἀρετὲς στόλιζαν τὴν ἁγνή του καρδιά…. Τὸ νοῦ του εἶχε μόνιμα στραμμένο στὰ οὐράνια. Εἶχε χάρη τὸ προσωπό του. Γαλήνευε κανεὶς μόνο ποὺ τὸν ἔβλεπε. Εἶχε παιδικὴ ψυχή, ἁπλότητα, ἀκακία, ἀγαθότητα. Τὴν ἀρετή του τὴν ἔκρυβε ἐπισταμένως». «Ζεῖ ἁπλά, λιτά, καλογερικά, ἀναπτύσσοντας τὴν ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας». «Ἕως τῆς κοιμήσεώς του διατήρησε ἀκμαία τὴ φιλοθεΐα, τὴ φιλαγιότητα, τὸ φιλάρετο, τὸ φιλάδελφο, φιλάρετο καὶ φιλοαθωνικὸ πνεῦμα».
.              Πρὶν τελειώσω αὐτὴν τὴν σύντομη εἰσήγησή μου, δὲν μπορῶ νὰ ἀγνοήσω τὴν ἄποψη τοῦ π. Μωϋσῆ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως τὴν διατύπωσε μὲ ποιητικὸ τρόπο. «Καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ κατάρτι τὸν Ἄθωνα, σημαία τὴν Μεταμόρφωση κι ἄγκυρα τὴν Παναγία, στ’ ἀμπάρια κουβαλάει νάμα, μέλι, κερὶ καὶ λιβάνι γιὰ τοὺς πεινασμένους τοῦ νάρθηκα, γιὰ τοὺς λαβωμένους τῶν στασιδιῶν».
.              Καράβι εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος σὰν τὴν Ἐκκλησία –ναῦς– ποὺ πλέει μέσα στὴν νεκρὰ θάλασσα τοῦ βίου τούτου, γιὰ νὰ ἀποβιβάση τοὺς ἐπιβάτες του στὸ εὔδιο λιμάνι, τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ζωντανὸ καὶ ζωηφόρο καράβι δέχεται πολλοὺς πειρασμούς, ἀπὸ πειρατὲς καὶ διαφόρους ἑσμούς, ἀπὸ κύματα καὶ ὀνειδισμούς, βράχια καὶ πάθια καὶ ὅμως αὐτὸ πορεύεται γιὰ νὰ ἐλλιμενισθῆ στὸν προορισμό του, στὸ πέρας τοῦ μυστηρίου. Κατάρτι του εἶναι ὁ περιώνυμος Ἄθως, τὸν ὁποῖο στολίζει τὸ ἁγιορείτικο Θαβώρ, ποὺ κρύβει μεταμορφωμένους ἁγιορείτας, φανεροὺς καὶ ἀφανεῖς, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, θεατοὺς καὶ ἀθεάτους, ἐνδεδυμένους καὶ γυμνούς. Ἄγκυρα εἶναι ἡ Παναγιά, ἡ ἄγκυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας, τὰ μητρόθεα σπλάχνα ποὺ ἀγκαλιάζουν ὅλον τὸν κόσμο, ποὺ παραμένει σιωπηλὴ καὶ εὔλαλη μητέρα, ἡ ὁποία ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαιτέρως ὅσους γίνονται πνευματικὲς μητέρες τοῦ Υἱοῦ της. Στὰ ἀμπάρια του αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καράβι, ὡς πολύτιμους θησαυροὺς δὲν κουβαλάει ἁπλῶς τοὺς καρποὺς τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς ἁγιογραφίας, τῆς παλαιογραφίας, ἀλλὰ ὅ,τι πιὸ ταπεινό, φτωχὸ καὶ γλυκὸ διαθέτει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ εἶναι πέρα ἀπὸ τὰ ἀποκυήματα τῆς φαντασίας, τοὺς στοχασμοὺς καὶ τοὺς εὐσεβισμούς. Εἶναι τὸ νάμα, ποὺ γλυκαίνει καὶ τρελλαίνει, τὸ μέλι, ποὺ γίνεται ἀπὸ τὶς μέλισσες τῆς ἡσυχίας καὶ προσφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὰ γλυκέα τῷ λάρυγγι, τὰ ἄρρητα ἢ καὶ ρητὰ ρήματα τὸ κερί, ποὺ φωτίζει κενωτικὰ καὶ παρηγορεῖ ἱλαρά, ὅπως ἱλαρὸ εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, τὸ λιβάνι, ποὺ εὐωδιάζει οὐρανὸ καὶ ἀνεβαίνει ὡς ὀσμὴ εὐωδίας θανάτου καὶ ζωῆς, εὐλογημένης θανατοζωῆς.
.              Καὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτοὺς τοὺς φυλάει κρυφά, μυστικὰ γιὰ νὰ τοὺς δώση μὲ ἁπλοχεριὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ἀγαποῦν καὶ τὴν μυστικὴ φωνή του ἀκοῦν, σὲ ὅσους ἔχουν πονέσει ἐσχατολογικὰ καὶ ἔχουν πληγωθῆ βαθειά, σ’ αὐτοὺς ποὺ κάθονται στὸν Νάρθηκα καὶ πεινοῦν γιὰ ἄλλη δικαιοσύνη καὶ πονοῦν ἀπὸ τὶς πληγὲς ποὺ κανένα Νοσοκομεῖο δὲν θεραπεύει καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἀκουμπήση παρὰ μόνον ὁ αἰώνιος γιατρὸς ποὺ ἀγγίζει τρυφερά.
.              Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τόπος λόγου καὶ σιωπῆς, μυστηρίου καὶ φανέρωσης, ἄσκησης καὶ θεοπτίας, ἀνθρωπιᾶς καὶ θεϊκῆς φορᾶς, παρελθόντος καὶ ἐσχάτου.
.              Ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος βρίσκεται μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὸ καταλαβαίνει αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸν μυστικὸ κτύπο της, ποὺ λέγει ἀκατάπαυστα τὴν εὐχή, τὴν οὐράνια ὠδή. Τὸ ἐξωτερικὸ πλησίασμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι οἱ λαμπρὲς ἀκολουθίες του, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του ἄγγιγμα εἶναι τὰ τερριρέμ, ὄχι τῆς ψαλτικῆς, ἀλλὰ τῆς ζωῆς τῆς καρδιακῆς. Ἂν μποροῦσε κανεὶς νὰ πλησιάση τὴν καρδιὰ ἑνὸς Ἀθωνίτου μοναχοῦ, ποὺ κάθεται στὸ στασίδι του σὲ στάση ὕπνου καὶ ξύπνιου, ὅταν ψάλλονται τὰ τερριρέμ, αὐτὸς μπορεῖ νὰ δῆ τί εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος.
.              Αὐτὴν τὴν στάση τοῦ ἀγρυπνοῦντος κεκοιμημένου μοναχοῦ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ κραυγή του, ποὺ ὁρμᾶ πρὸς τὸν ἄναρχο Τριαδικὸ Θεό, σὲ μία ἀεικίνητη στάση καὶ σὲ μία στάσιμη κίνηση περιγράφει στὸ τρίτομο ἔργο τοΥ ὁ π. Μωϋσῆς.
.              Ἔτσι τὸ διάβασα καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθηση διέκρινα. Αὐτὸ εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅποιος γνώρισε κάποιο ἄλλο Ἅγιον Ὄρος, ἔχει σφαλερὴ αἴσθηση καὶ γνώμη ποὺ προσφέρεται γιὰ ταχύτατη ἀναθεώρηση, γιὰ νὰ προσεγγίση κάποιον ζωηφόρο ἐρημίτη. Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι γεμάτο ἀπὸ πνεῦμα καὶ ζωή, ἀγάπη καὶ θαλπωρή, κομποσχοίνι καὶ προσευχή, ἀναμονὴ καὶ προσμονή, ὄνειρο καὶ κραυγή, λάδι καὶ κρασί, ὤσμωση καταπληκτικὴ καὶ αἰώνια εὐλογητή.

.              Γιὰ νὰ μιλήσης γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος πρέπει νὰ εἶσαι καρδιακὸς ἀναζητητής, νηφάλια μεθυσμένος καὶ οἰνοχόος καλός, πονεμένος ἐραστὴς καὶ εὐαίσθητος ποιητής, ὅπως εἶναι ὁ π. Μωϋσῆς.

Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν δική σας προσοχή.–

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: «ΠΡΟΝΑΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΡΙΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ (Ἡσυχαστικὴ) ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΑΡΛΑΑΜΙΚΗ» (“Μεταπατερική”) [Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος]

“Ὁ σφυγμὸς τοῦ Ἁγίου Ὄρους” 

[Β´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Α´Μέρος : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/09/τὸ-ἅγιον-ὄρος-ἀναπνέει-τὸ-ὀξυγόνο-τ/

2. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος

.              Ἀπὸ φοιτητὴς ἀσχολήθηκα ἰδιαίτερα μὲ τὸν βίο καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ σὲ αὐτὸ ὀφείλω μεγάλη εὐγνωμοσύνη στὸν μακαριστὸ Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου καὶ τοὺς τότε συνεργάτες του, γιατί μᾶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σὲ αὐτὴ τὴν διδασκαλία, ποὺ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ καὶ μᾶς συνέδεσαν μὲ τὸ Ἁγιώνυμο Ὄρος.
.              Στὶς περίφημες «Τριάδες» του, τὸ γνωστότερο ἔργο του «περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», ὑπάρχει καὶ μία θαυμάσια ἀναφορὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν ὅσιο καὶ ὁμολογητὴ Νικηφόρο γράφει: «Βίον αἱρεῖται καὶ ἀκριβέστερον, δηλαδὴ τὸν μονήρη, τόπον δὲ πρὸς κατοικίαν τὸν τῆς ἁγιωσύνης ἐπώνυμον, ἐν μεθορίῳ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων (Ἄθως οὗτός ἐστιν, ἡ τῆς ἀρετῆς ἑστία), ἐνδιαιτᾶσθαι προθυμηθείς». Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ καὶ τὰ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται μποροῦμε νὰ σχολιάσουμε δύο σημεῖα.

.              Τὸ πρῶτον ὅτι θως εναι τ πώνυμο τς γιωσύνης, δηλαδὴ τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ὁ ἁγιασμένος τόπος, ἀφοῦ εἶναι τὸ μεθόριον μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ἡ ἑστία τῆς ἀρετῆς. Εἶναι ἐπώνυμος τῆς ἁγιότητος, γιατί ἐκεῖ κατοικοῦν μοναχοὶ ποὺ ἁγιάζονται. Ἄλλωστε, γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ψυχὴ διαπορθμεύεται στὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Τὰ πάντα ἁγιάζονται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ ἁγιασμένου ἀνθρώπου. Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας τόπος μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ἀφοῦ σὲ αὐτὸ μένουν ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι. Εἶναι μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Παραδείσου, στὴν πραγματικότητα εναι προθάλαμος, πρόναος τς θείας Λειτουργίας, πο τελεται στν ορανό, ὅπως τὴν περιγράφει τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Εἶναι ἑστία τῶν ἀρετῶν, γιατί ἐκεῖ ἐξασκεῖται ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ἡ ἄσκηση μὲ τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἡ ἐπίβαση τῆς θεωρίας.

.              Τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἑνότητα καταγράφεται σαφέστατα ἡ διαφορὰ τῆς θεολογίας καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς μεταξὺ τοῦ ὁσίου Νικηφόρου καὶ τοῦ δυτικόφρονος Βαρλαάμ.

.              Ὁ Νικηφόρος ἧλκε τὸ γένος «ἐξ Ἰταλῶν», κατέρριψε τὴν κακοδοξία τους καὶ προσεχώρησε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους τῶν Πατέρων, δείχνοντας γιὰ πολὺ χρόνο τὴν ταπείνωσή του, προσέλαβε ἀπὸ ἐκείνους τὴν τέχνη τῆς εἰρήνης, δηλαδὴ τὴν πείρα τῆς ἡσυχίας, καὶ ἔγινε ἀρχηγὸς αὐτῶν ποὺ ἀγωνίζονται μὲ τὸν κόσμο τῆς διανοίας, δηλαδὴ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς φαντασίες, καὶ παλεύουν μὲ τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, ὁπότε ἔγινε διδάσκαλος τῶν μοναχῶν στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση.
.              Ἐπειδὴ ἔβλεπε ὅτι πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν οὔτε μετρίως τὴν ἀστάθεια τοῦ νοῦ τους, ὁ ὅσιος Νικηφόρος πρότεινε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες» τοῦ νοῦ.
.              Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφερόμενος στὸν ὅσιο Νικηφόρο, γράφει ὅτι γιὰ πολὺ καιρὸ πέρασε «ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἡσυχίᾳ», ἔπειτα εἰσῆλθε στὰ ἐρημικότερα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ ἀφοῦ συγκέντρωσε διάφορα πατερικὰ χωρία «τὴν νηπτικὴν ἡμῖν αὐτῶν παρέδωκεν πράξιν».

.              Ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς αὐτὲς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ φαίνεται ἡ μέθοδος τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Προηγεῖται ἡ ὑπακοὴ στοὺς πεπειραμένους Πατέρας, μέσα σὲ ζωὴ ὑπακοῆς, ἡσυχίας καὶ ἠρεμίας, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ παραλαβὴ τῆς τέχνης τῆς εἰρήνης τῶν λογισμῶν. Μὲ τὴν εἰδικὴ αὐτὴ τέχνη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας οἱ μοναχοὶ συστέλλουν τὸν νοῦ ἀπὸ τὶς φαντασίες καὶ τὴν διάχυσή του στὸ περιβάλλον, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν νικοῦν τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ λαμβάνουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης.
.              Ἀντίθετα, ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ἐνῶ ἦλθε καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ἐν τούτοις κράτησε τὴν «κακοδοξία». Καὶ «ὁ φιλόσοφος οὗτος τὴν ἑαυτοῦ φαντασιώδη πολύνοιαν ἐπαφῆκεν, οἷον τι πῦρ, τῷ κωλύοντι καθάπερ ὕλη χρησάμενον» ἐναντίον τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς διδασκαλίας του. Δὲν σεβάσθηκε τὴν ὁμολογία του καὶ τὴν ἐξορία του, δὲν σεβάσθηκε ἐκείνους ποὺ ἐκπαιδεύθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὰ θεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς στόλισε καὶ συνεκρότησε τὴν Ἐκκλησία Του.
.              Ἔτσι, ἐνῶ ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀκολούθησε τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο, ὁ φιλόσοφος Βαρλαὰμ στηρίχθηκε στὴν φιλοσοφία καὶ τὸν φαντασιώδη νοῦ, ἐνῶ ὁ Νικηφόρος ὑποτάχθηκε στοὺς Πατέρας, παραλαμβάνει τὴν τέχνη τῆς ἡσυχίας καὶ γεννᾶ λαμπροὺς μαθητάς, ὁ Βαρλαὰμ προσβάλλει καὶ ἀτιμάζει τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων καὶ τὴν μέθοδο μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ. Δύο κόσμοι διάφοροι μεταξύ τους, νας κόσμος εναι τς ρθόδοξης ζως, λλος κόσμος εναι τς ζως τς στοχαστικς κα σχολαστικς.

.              Ὁ π. Μωϋσῆς στὸ τρίτομο ἔργο του περιγράφει τοὺς ἁγιορεῖτες Πατέρες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν μέθοδο τοῦ ὁσίου Νικηφόρου καὶ ὄχι τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικό, γιατί ατν τν διαφορ μεταξ τν δύο ατν νθρώπων τν συναντμε κα σήμερα στν κκλησιαστική μας ζωή. πάρχουν μοναχο κα λαϊκο πο γαπον τν ρθόδοξη συχαστικ παράδοση κα λλοι πο κολουθον τν βαρλααμικ παράδοση, ποία εναι στν πραγματικότητα σύγχρονη λεγόμενη μεταπατερικ θεολογία.

.              Γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο τοῦ π. Μωϋσῆ εἶναι σημαντικό, ἀφοῦ μᾶς δείχνει τὸ Ἅγιον Ὄρος ὡς τὸ μεθόριο μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ὡς ἑστία τῆς ἀρετῆς καὶ ὡς τὸ ἐπώνυμο τῆς ἁγιότητος, ποὺ συνεχίζει τὴν παράδοση τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΗΓΗ: romfea.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε