Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ὅμηρος

ΣΤΗΝΟΝΤΑΙ ΤΑ «12 ΤΣΕΚΟΥΡΙΑ».

Στήνονται τ «12 τσεκούρια»

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

ἀρ. τ. 2199, 15.05.2019
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ὅταν ἐπέστρεψε ντυμένος μὲ κουρέλια, φανερώθηκε μόνο σὲ τρεῖς ἔμπιστους καὶ ἀγαπητούς: στὸν ἴδιο τὸν Τηλεμαχο, στὸν χοιροβοσκὸ Εὔμαιο καὶ στὸν βουκόλο Φιλοίτιο.
.               Τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε ἄγνωστος μέσα στὸ παλάτι του, ὁ σκύλος του Ἄργος τὸν ἀναγνώρισε, κούνησε εὐτυχισμένος τὴν οὐρά του καὶ ἔσβησε γιὰ πάντα. Δάκρυσε ὁ Ὀδυσσέας. Στὴν Πηνελόπη παρουσιάστηκε ὡς γνωστὸς τοῦ Ὀδυσσέα, γιὰ τὸν ὁποῖο μάλιστα εἶχε ἀκούσει τελευταῖα ὅτι σύντομα ἐπιστρέφει στὴν Ἰθάκη. Ἡ πονεμένη πιστὴ σύζυγος δὲν χόρταινε νὰ ἀκούει καὶ νὰ κλαίει. Παρήγγειλε δὲ σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες, τὴν γερόντισσα Εὐρύκλεια, νὰ πλύνει τὰ πόδια τοῦ ξένου. Ἐκείνη ἦταν ἡ τροφὸς τοῦ Ὀδυσσέα καὶ ἀπὸ ἕνα νεανικὸ τραῦμα τοῦ ποδιοῦ του τὸν ἀναγνώρισε. Πῆγε νὰ φωνάξει χαρούμενη. Ὅμως ὁ Ὀδυσσέας τῆς ἐπέβαλε αὐστηρὰ σιωπή.
.               Οἱ μνηστῆρες τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ γέλια, εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς. Γιὰ αὐτοὺς ἦταν ἕνα καινούργιο ἐνδιαφέρον στὴν διασκέδασή τους. Ὅταν ζητοῦσε ἕνα κομμάτι κρέας, τοῦ πετοῦσαν κόκαλα καὶ σκαμνιά, γιὰ νὰ τὸν χτυπήσουν.
.               Ὥσπου ἔφτασε ἡ κρισιμη ἡμέρα. Ἡ Πηνελόπη, περιμένοντας νὰ φανεῖ ὁ Ὀδυσσέας, εἶχε ἐξαντλήσει ὅλα τὰ τεχνάσματά της, γιὰ νὰ κερδίσει χρόνο. Μὴ ἔχοντας πλέον ἄλλον τρόπο νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀσφυκτικὴ πίεση τῶν μνηστήρων, κατέφυγε σ’ ἕνα τελευταῖο τέχνασμα: κατέβασε τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα στὴν αὐλή, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ στήσουν σὲ εὐθεία γραμμὴ 12 τσεκούρια ποὺ εἶχαν 1 τρύπα στὴν κορυφή τους. Ὅποιος ἀπὸ σᾶς, εἶπε στοὺς μνηστῆρες, κατορθώσει νὰ τεντώσει τὸ μεγάλο τόξο τοῦ Ὀδυσσέα, καὶ πετύχει σὰν τὸν Ὀδυσσέα νὰ στείλει τὸ βέλος μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν, αὐτὸς θὰ γίνει ἄντρας μου καὶ βασιλιὰς τῆς Ἰθάκης. Καὶ ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό της.
.               Οἱ κακότροποι σφετεριστὲς πῆραν τὸ τόξο. Ὅμως τὰ χέρια τους, μαθημένα μόνο στὸ φαγοπότι, ἀδυνατοῦσαν ἀκόμη καὶ νὰ τὸ τεντώσουν.
.               Τότε ὁ κουρελὴς γερο-ζητιανος ζήτησε νὰ τὸ δώσουν καὶ σὲ αὐτόν. «Δῶστε μου καὶ ἐμένα τὸ τόξο, παλικάρια», εἶπε· «νὰ δῶ, μοῦ ἔχει μείνει καθόλου δύναμη ἀπ’ αὐτὴν ποὺ εἶχα στὰ νιάτα μου;». Ἐκεῖνοι τὸν περιγέλασαν καὶ τὸν ἀποπῆραν. Ὅμως ὁ Τηλέμαχος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ὁ Εὔμαιος τοῦ ἔδωσε τὸ τόξο.
.               Ὁ Ὀδυσσέας τὸ πῆρε καὶ τὸ ἐξέτασε προσεκτικά. Ἔπειτα χωρὶς βία τὸ τέντωσε. «Ὡς ἄρ’ ἄτερ σπουδῆς τάνυσεν μέγα τόξον Ὀδυσσεύς. Δεξιτερῇ δ’ ἄρα χειρὶ λαβὼν πειρήσατο νευρῆς»· μὲ τὸ δεξί του χέρι δοκίμασε τὴν χορδή του. Καὶ αὐτή, γράφει ὁ Ὅμηρος, γλυκοτραγούδησε ἁπαλὰ σὰ νά ’ταν χελιδόνι: «ἡ δ’ ὑπὸ καλὸν ἄεισε, χελιδόνι εἰκέλη αὐδήν». Τὴν ἑπομένη στιγμὴ τὸ βέλος ἔφυγε σφυρίζοντας καὶ πέρασε μεμιᾶς μέσα ἀπὸ τὶς τρύπες τῶν 12 τσεκουριῶν. Οἱ μνηστῆρες πάγωσαν!
.               «Σκυλιά!», τοὺς φώναξε τότε ὁ Ὀδυσσέας. «Νομίζατε λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ γυρίσω ποτέ, καὶ γι’ αὐτὸ κατασπαταλᾶτε τὸ βιός μου; Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πληρώσετε γιὰ ὅλα τὰ ἀνομήματά σας».
.               Καὶ μαζὶ μὲ τὸν Τηλέμαχο, τὸν Εὔμαιο καὶ τὸν Φιλοίτιο τοὺς ἐξόντωσε… (βλ. Ραψωδία Φ).
.               Πολλοὶ ἄνομοι «μνηστῆρες» στὴν ἐποχή μας ἐπιβουλεύονται τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν πατρίδα μας καὶ τὸν κόσμο, καὶ κατασπαταλοῦν τὸ βιός Του, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Ἀνεβαίνουν θρασεῖς στοὺς θρονίσκους τῆς ἐξουσίας, αὐθαδιάζουν, μεγαλαυχοῦν, ὑψώνουν τὸ σπιθαμιαῖο ἀνάστημά τους καὶ βλασφημοῦν ἀλλάζοντας τοὺς αἰώνιους νόμους τοῦ Θεοῦ.
.               Ἄλλοι παραληροῦν αὐτοανακηρυσσόμενοι πλανητάρχες.
.               Ἄφρονες! Δὲν σκέφτονται ὅτι κάποια μέρα θὰ λογοδοτήσουν ὅλοι αὐστηρά. Ἀσεβοῦν οἱ ἴδιοι καὶ παρασύρουν καὶ τοὺς λαούς τους σὲ ἀσέβεια καὶ καταπάτηση τῶν ἠθικῶν νόμων. Μύωπες, βαρήκοοι, ἀναίσθητοι.
.               Γιὰ πόσο ἀκόμη θὰ ἁλωνίζουν; Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναγκαστοῦν νὰ ὑποστοῦν τὶς συνέπειες τῆς ἀποστασίας τους καὶ νὰ πιοῦν τὸν «τρυγίαν», τὸ πικρὸ κατακάθι ἀπὸ τὸ «ἐν χειρὶ Κυρίου» «ποτήριον» (Ψαλ. ΟΔ´ [74] 9).
.               Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν δείχνουν ὅτι ἤδη στήνονται τὰ «12 τσεκούρια». Ἔρχεται ἡ ὥρα, ποὺ ὁ μόνος Κυβερνήτης τοῦ κόσμου θὰ ἐπέμβει δραστικὰ καὶ θὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ κακοῦ. Ἤδη τέντωσε τὴ χορδὴ τοῦ τόξου του, τὸ ἔχει ἕτοιμο νὰ ρίξει. Καὶ πάνω σ’ αὐτὸ ἔχει βέλη πύρινα, θανατηφόρα. Φτάνει ἡ ὥρα ποὺ Ἐκεῖνος, ὁ μόνος Κύριος τῆς Ἱστορίας, θὰ μεταβάλει τὴν πορεία της.
.               Θὰ ἔρθεις, Κύριε! Ἔρχεσαι! «Ἐντείνων ἐντενεῖς τὸ τόξον σου ἐπὶ σκῆπτρα»· τεντώνεις τέρμα τὸ τόξο σου ἐναντίον τῶν «μνηστήρων» τῆς ἐξουσίας σου, τῶν παράνομων ἐξουσιαστῶν τῆς γῆς (Ἀββ. Γ´ 9).
.               Ἔρχεται ὁ κύριος τῶν πάντων! Σύντομα, μέσα ἀπὸ τὴν πικρὴ ἐμπειρία τῆς ἀνθρωποκτόνου σατανικῆς κυριαρχίας, θὰ ὁδηγηθεῖ ἡ ἀποστατημένη ἀνθρωπότητα στὴν ἀναζήτησή Του. Καὶ τότε θὰ φανερωθεῖ ἡ ἀλήθεια στὸν κόσμο. Θὰ ἀνοίξουν οἱ καρδιὲς στὸ φῶς τοῦ εὐαγγελίου. Θὰ τὸ δεχθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλοι οἱ λαοί, κάθε φυλὴ καὶ γλῶσσα.
.               Καὶ ὁ Σταυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ λάμψει σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο. Παντοῦ! Ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς γῆς!

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ καὶ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ «Ἡ ὑποκρισία τῆς ἀριστερῆς διανόησης ἔστειλε τὸν Ἀλ. Τσίπρα στὴν Ἰθάκη, γιὰ λόγους ψηφοθηρικούς, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Ὁμηρικοῦ Ὀδυσσέα» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ὁ Ὀδυσσέας καὶ ὁ Τσίπρας

τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.       Ὅταν ὁ πρωθυπουργὸς ἀπήγγειλε στὴν Ἰθάκη τὸ προκατασκευασμένο μήνυμά του, διερωτήθηκα ὄχι γιὰ ἐκεῖνον, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀριστερὴ ἰντελιγκέντσια, ποὺ τὸν στηρίζει, γιατί τὸν ὤθησε σὲ αὐτὸ τὸ ἀτόπημα. Μπορεῖ ὁ Ἀλ. Τσίπρας νὰ εἶναι νεαρός, μᾶς ὑπενθύμισαν ὅτι εἶναι 44 ἐτῶν, νὰ εἶναι ἄμοιρος κλασικῆς Παιδείας καὶ νὰ μὴν ἀντιλήφθηκε ὅτι κλήθηκε νὰ παίξει ἕνα ρόλο, τὸν ὁποῖο θὰ ἔπρεπε, ὡς Ἀριστερός, νὰ ἀρνηθεῖ. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ μὴν γνωρίζει ὅτι ἡ ἰδεολογία τῆς Ἀριστερᾶς, στὴν πράξη καὶ στὴν ἰδεολογία της, ἀπορρίπτει τὸν Ὀδυσσέα τοῦ Ὁμήρου καὶ τὴν ἠθική του καὶ πιστεύει στὸν μηδενιστικὸ καὶ ἡδονιστικὸ Ὀδυσσέα τοῦ Τζέιμς Τζόυς καὶ σὲ αὐτοῦ τὴν ἰδεολογία ζωῆς. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἰντελιγκέντσια, ποῦ νὰ ξέρει;…
.       Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι ρητορικό. Εἶναι ὑπαρξιακὸ καὶ ὀντολογικό. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀλ. Τσίπρα στὴν Ἰθάκη εἶναι μία ἀκόμη περίπτωση ὅπου ἡ εἰκονικὴ πραγματικότητα, ποὺ κατασκευάζει ὁ ΣΥΡΙΖΑ, ἐπιχειρεῖ νὰ καλύψει, γιὰ ἐπικοινωνιακοὺς λόγους, τὴν πραγματικότητα. Ἡ Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου εἶναι τὸ ἀριστούργημα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στὸ ἔπος αὐτὸ ὁ Ὀδυσσέας εἶναι ἀνώτερος ἄνθρωπος, μὲ ἰδανικά, μὲ ἀρχές, μὲ ἐντιμότητα καὶ μὲ σκοπὸ στὴ ζωή του. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀνώτερα συναισθήματα καὶ μὲ δύναμη ψυχῆς, ποὺ νικᾶ τὶς ζωώδεις ὁρμὲς καὶ τοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν ἐξέτρεπαν ἀπὸ τὸν τελικὸ σκοπό του, τὸ «νόστιμον ἧμαρ».
.       Ἀντίθετα ὁ Ὀδυσσέας τοῦ Τζόϋς κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀδυναμίες καὶ πάθη, ἀπὸ βίτσια καὶ ἀνεξέλεγκτες ὁρμές, ποὺ φθάνουν στὴν χυδαιότητα. Εἶναι γιὰ τὸν Ὅμηρο μία προσβλητικὴ καρικατούρα τοῦ Ὀδυσσέα του. Ὁ ἥρωας τοῦ Τζόϋς δὲν ἔχει σκοπὸ στὴ ζωή του, δὲν ἔχει προσανατολισμό. Ἀπολαμβάνει τὶς διαστροφές του καὶ δρᾶ ὡς παρατηρητὴς στὸ κοινωνικό του περιβάλλον. Μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν βορβορώδη ἠθικὰ χῶρο, στὸν ὁποῖο κινεῖται γιὰ ἕνα 24ωρο, δὲν δρᾶ, ἀλλὰ παρατηρεῖ καὶ ἐνημερώνει ἁπλὰ τὸν ἀναγνώστη του. Δὲν ὑπάρχει κάθαρση. Ὁ Τζόυς προτιμᾶ τοὺς δαιδάλους τοῦ φροϋδισμοῦ καὶ τὰ τάρταρα τοῦ ἀποκαλούμενου ὑποσυνείδητου. Φυσικὰ ἡ ἀριστερὴ ἰντελιγκέντσια τῆς Πατρίδας μας, ποὺ ἀκολουθεῖ τοὺς Ἀλτουσὲρ καὶ Ντεριντά, ἐκτιμᾶ ἰδιαίτερα τὸν Τζόυς. Αὐτὸ γιατί ὁ,τιδήποτε χαρακτηρίζεται «προοδευτικὸ» τὸ ἀκολουθεῖ. Τῆς ἀρκεῖ ὅτι ὁ Τζόϋς χτυπᾶ τὶς ἀξίες καὶ τὰ ἤθη ποὺ διατηροῦν πολιτισμένο τὸν ἄνθρωπο.
.                  Ἐδῶ εἶναι ἡ ὑποκρισία τῆς ἀριστερῆς διανόησης. Ἔστειλε τὸν Ἀλ. Τσίπρα στὴν Ἰθάκη, γιὰ λόγους ψηφοθηρικούς, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Ὁμηρικοῦ Ὀδυσσέα. Ἐκεῖνος πίστευε στὸ Θεῖο, ἀγαποῦσε τὴν Οἰκογένεια, λάτρευε τὴν Πατρίδα του, τὴν Ἰθάκη, τὴν ὁποία δὲν πρόδωσε ποτέ. Ἀντίθετα ἡ ἰντελιγκέντσια τοῦ πρωθυπουργικοῦ περβάλλοντος εἶναι μὲ τὸν Ὀδυσσέα τοῦ «προοδευτικοῦ» Τζόϋς, καὶ μὲ τὰ ὅσα αὐτὸς πρεσβεύει γιὰ τὴν οἰκογένεια, τὴν Πατρίδα, τὴν ἀρετή, τὸν Θεό. Ὁ συμβολισμὸς τῆς Ἰθάκης δὲν ταιριάζει καθόλου στὴν ἰδεολογία τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Τὰ ὅσα λέχθηκαν στὸ νησὶ τοῦ Ὀδυσσέα ἦταν μόνο μία προσποιητὴ ἀποδοχὴ ὁμηρικῶν ἰδανικῶν, στὰ ὁποῖα τὸ κυβερνὸν Κόμμα δὲν πιστεύει. Ἦταν συμπερασματικὰ μία ὕβρις πρὸς τὸν Ὅμηρο.-  

, ,

Σχολιάστε

OMHΡΙΚΟ ΒΕΛΟΣ

Ὁμηρικὸ βέλος

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.         Τὸ πολιτιστικὸ τμῆμα (Culture) τοῦ κορυφαίου εἰδησιογραφικοῦ ὀργανισμοῦ BBC ἀπευθύνθηκε τὸν περασμένο Φεβρουάριο σὲ πλῆθος εἰδικῶν σὲ ὅλο τὸν κόσμο, ζητώντας τους νὰ προτείνουν τὰ πέντε κορυφαῖα μυθιστορηματικὰ ἔργα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι εἶχαν διαμορφώσει περισσότερο τὴν ἀνθρώπινη σκέψη καὶ τὸν παγκόσμιο πολιτισμό.
.         Ἀπάντησαν 108 συγγραφεῖς, ἀκαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, κριτικοὶ καὶ μετα­φραστὲς ἀπὸ 35 χῶρες, οἱ ὁποῖοι ἐπέλεξαν βιβλία, ποιήματα, παραμύθια, θεατρικὰ ἔργα κ.ἄ. σὲ 33 διαφορετικὲς γλῶσ­σες. Δημιουργήθηκε ἕνας κατάλογος μὲ τὰ 100 σπουδαιότερα τέτοια ἔργα. Στὴν κορυφὴ βρέθηκε ἡ «Ὀδύσσεια» τοῦ Ὁμήρου.
.         Στὸν κατάλογο περιλαμβάνονται ἀκόμη ἡ «Ἰλιάδα» τοῦ Ὁμήρου, οἱ Μύθοι τοῦ Αἰσώπου, ἡ «Μήδεια» τοῦ Εὐριπίδη, ὁ «Οἰδίπους Τύραννος» τοῦ Σοφοκλῆ, ἡ «Ὀρέστεια» τοῦ Αἰσχύλου καὶ ἡ «Ἀντιγόνη» τοῦ Σοφοκλῆ.
.            Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀναγνωρίσθηκε πρώτη ἡ Ὀδύσσεια εἶναι προφανής. Εἶναι τὸ ἔργο ποὺ τονίζει τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα, ἐξυμνεῖ τὴν οἰκογένεια, βραβεύει τὴ συζυγικὴ πιστότητα στὸν γάμο, διδάσκει τὴ σεμνότητα τοῦ ἤθους, προτρέπει σὲ εὐσέβεια, δείχνει τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀγώνα στὴ ζωή, τὸν πόλεμο ἐνάντια στὰ πάθη.
.         Ἡ ἀξιολόγηση τοῦ BBC Culture ἦρθε στὴν κατάλληλη ὥρα· στὸν καιρὸ ποὺ ὅλα αὐτὰ περιφρονοῦνται.
.         Μὲ τὴν ἀξιολόγηση αὐτὴ ἡ Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου ἔσχισε σὰν βέλος τὸν ἄνεμο τριῶν χιλιετιῶν καὶ καρφώθηκε στὸ κέν­τρο τῆς Ἀθήνας, στὸ θλιβερὸ κτήριο τῆς Βουλῆς, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο ψηφίζονται οἱ ἄθλιοι νόμοι ποὺ διαλύουν τὴν οἰκογένεια, διαφθείρουν τὸ ἦθος τῶν πολιτῶν καὶ οὐσιαστικὰ ὑπονομεύουν τὸ μέλλον τῆς χώρας.
.         Καλεῖ τοὺς πολιτικούς μας ἡγέτες νὰ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὴν ἱστορία, τὴν παράδοση, τὸ ἦθος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Νὰ συν­τονισθοῦν μὲ αὐτά. Καλεῖ καὶ ὅλους μας νὰ ἐκτιμήσουμε τὸν θησαυρὸ αὐτὸ τῆς παραδόσεώς μας, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε ὅτι ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἔπαινος τῆς ἀρετῆς: «πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος» (Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, P.G. 31, 572). Καὶ παρακινοῦσε τοὺς νέους νὰ μελετοῦν τὰ ἀθάνατα αὐτὰ ἔργα γιὰ νὰ προσανατολίζον­ται σωστὰ στὴ ζωή.

 

Σχολιάστε

ΝΕΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ («Ὑπάρχουν ἀκόμα μεγάλα κενὰ στὶς γνώσεις μας γιὰ τὴν ταυτότητα τῶν προϊστορικῶν Τρώων-Τὸ χρόνιο ἐρώτημα τῆς ἱστορικότητας τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου ἐπίσης ἀξίζει περαιτέρω διερευνήσεως»)

Ἀρχίζουν ξανὰ ἔρευνες στὴν Τροία

.          Μία ὁμάδα ἀρχαιολόγων καὶ ἐπιστημόνων διαφόρων εἰδικοτήτων (ἰδίως ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς βιολογίας καὶ βιοτεχνολογίας) θὰ ἐξετάσει καὶ πάλι τὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Τροίας, ἐλπίζοντας νὰ φέρει στὸ φῶς νέα στοιχεῖα. Ἡ διεθνὴς διεπιστημονικὴ ἀποστολή, μ’ ἐπικεφαλῆς τὸν καθηγητὴ ἀρχαιολογίας Οὐίλιαμ Ἔιλγουορντ τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Οὐισκόνσιν – Μάντισον, θ’ ἀρχίσει τὶς ἀνασκαφὲς καὶ τὶς νέες ἀναλύσεις στὶς ἀρχὲς τοῦ 2013, σὲ συνεργασία μὲ τὸ τουρκικὸ πανεπιστήμιο Τσανάκαλε Ὀνσεκὶζ Μάρτ, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν Τροία.
.          «Ἡ Τροία εἶναι ἕνας θεμέλιος λίθος τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Μολονότι ἡ τοποθεσία ἔχει ἀνασκαφεῖ στὸ παρελθόν, ὑπάρχουν ἀκόμα πολλὰ γιὰ νὰ ἀνακαλυφθοῦν. Τὸ σχέδιο μᾶς εἶναι νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ ἀνεξερεύνητες περιοχὲς τοῦ χώρου καὶ συστηματικὰ νὰ ἀξιοποιήσουμε τὶς νέες τεχνολογίες, ὥστε νὰ ἐξαγάγουμε ἀκόμα περισσότερες πληροφορίες γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια», τόνισε ὁ ἀμερικανὸς ἀρχαιολόγος, ὁ ὁποῖος ἔχει μεγάλη ἀνασκαφικὴ πείρα καὶ θεωρεῖται εἰδικὸς στὴν Τροία, ὅπως μετέδωσε τὸ Ἀθηναϊκὸ Πρακτορεῖο.
.          «Στόχος μας εἶναι νὰ προσθέσουμε ἕνα νέο στρῶμα πληροφοριῶν σ’ αὐτὰ ποὺ ἤδη ξέρουμε γιὰ τὴν Τροία», δήλωσε ὁ Οὐίλιαμ Ἔιλγουορντ, ὁ ὁποῖος ἡγεῖται μίας ἀποστολῆς ποὺ φιλοδοξεῖ νὰ κάνει τὶς πιὸ ἐκτεταμένες ἀνασκαφὲς καὶ τὶς πιὸ ἐξονυχιστικὲς ἀναλύσεις (μ’ ἔμφαση στὴν ἀνάλυση βιολογικοῦ ὑλικοῦ) ποὺ ἔχουν γίνει μέχρι σήμερα στὴν περιοχή, ἡ ὁποία ἔχει γίνει παγκοσμίως διάσημη ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου, ἀποτελώντας ἔκτοτε διαχρονικὴ καὶ ἀνεξάντλητη πηγὴ ἔμπνευσης. «Ἡ Τροία ἀξίζει ἕνα ἀρχαιολογικὸ πρόγραμμα παγκόσμιας κλάσης», ὅπως εἶπε ὁ ἀμερικανὸς ἀρχαιολόγος.
.          Σύμφωνα μὲ τὰ ἕως τώρα δεδομένα, ἡ περιοχὴ κατοικεῖτο σχεδὸν συνεχῶς ἐπὶ 4.500 χρόνια, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Ἐποχῆς τοῦ Ὀρειχάλκου ἕως τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ., ὅταν ἐγκαταλείφθηκε. Ἦρθε ξανὰ στὸ προσκήνιο στὴ δεκαετία τοῦ 1870 μὲ τὶς ἀνακαλύψεις τοῦ γερμανοῦ Ἐρίκου Σλίμαν. Ἡ ἀρχαιολογικὴ τοποθεσία εἶναι σήμερα περίπλοκη μὲ δέκα διαφορετικοὺς οἰκισμοὺς διαφορετικῶν ἐποχῶν τὸν ἕνα πάνω στὸν ἄλλο, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους φέρουν τὰ σημάδια τῆς βίαιης καταστροφῆς τους.
.          Παρ’ ὅλο ποὺ ἐδῶ καὶ σχεδὸν 140 χρόνια ἔχουν γίνει ἀλλεπάλληλες ἀνασκαφὲς στὴν Τροία (μ’ ἕνα μεγάλο κενὸ μεταξὺ 1938 – 1988), ἐκτιμᾶται ὅτι ἕως σήμερα ἔχει ἐξερευνηθεῖ ἐπιστημονικὰ λιγότερο ἀπὸ τὸ ἕνα πέμπτο τῆς ἀρχαιολογικῆς τοποθεσίας. Στὸ ἀπόγειό της, ἡ ἀνυψωμένη ὀχυρωμένη θέση τῆς Τροίας, μὲ τείχη πάχους 3,5 μέτρων καὶ ὕψους 9 μέτρων, εἶχε ἔκταση περίπου 24 στρέμματα (24.000 τετραγωνικὰ μέτρα). Μία περιτοιχισμένη πόλη ἀπὸ κάτω, ποὺ κάλυπτε ἔκταση περίπου 200 στρεμμάτων, εἶναι μέχρι σήμερα σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀνεξερεύνητη. Μεταξὺ ἄλλων, δὲν ἔχει ἀκόμα ἀνακαλυφθεῖ τὸ βασιλικὸ νεκροταφεῖο τῆς ἀρχαίας Τροίας, σύμφωνα μὲ τὸ Ἀθηναϊκὸ Πρακτορεῖο.
.          Σύμφωνα μὲ τὸν Οὐίλιαμ Ἔιλγουορντ, «ὑπάρχουν ἀκόμα μεγάλα κενὰ στὶς γνώσεις μας γιὰ τὴν ταυτότητα τῶν προϊστορικῶν Τρώων, τὶς τοποθεσίες τῶν βασικῶν νεκροταφείων τους καὶ τὴν φύση τῆς γραφῆς τους. Τὸ χρόνιο ἐρώτημα τῆς ἱστορικότητας τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου ἐπίσης ἀξίζει περαιτέρω διερευνήσεως», προσέθεσε.
.          Ἡ σχεδιαζομένη ἀποστολὴ θὰ βασιστεῖ σὲ νέες ἐπιστημονικὲς τεχνικές, πού, μεταξὺ ἄλλων, θὰ βοηθήσουν στὴν ἀνάλυση τῶν χημικῶν ὑπολειμμάτων ποὺ ἔχουν βρεθεῖ μέσα σὲ κεραμικὰ ἀγγεῖα ἀπὸ ἀρχαῖες κουζίνες καὶ αἴθουσες συμποσίων. Βασικὸ στόχο ἀποτελεῖ ἡ γενετικὴ ἀνάλυση δειγμάτων DNA καὶ πρωτεϊνῶν ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ζῶα. Οἱ ἔρευνες αὐτὲς ἀνήκουν στὸ νέο πεδίο τῆς «μοριακῆς ἀρχαιολογίας» καὶ θὰ γίνουν σὲ συνεργασία μὲ τὸ Κέντρο Βιοτεχνολογίας τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Οὐισκόνσιν – Μάντισον.

 ΠΗΓΗ: real.gr

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΣΤΙΧΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ἡ κατωτέρω μελέτη φανερώνει τὴν ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ μέσα ἀπὸ τὴν ἐλληνορθόδοξη διαμόρφωση τοῦ ὁμηρικοῦ στίχου. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ συγγραφεύς, «ἡ καλλιέργεια τοῦ ὁμηρικοῦ καί μεθομηρικοῦ ἑξαμέτρου ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ὑψηλότερη, ἀρτιώτερη καί πληρέστερη ἔκφραση τῆς πρώιμης βυζαντινῆς μούσας καί ἐκδήλωση ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας». 

Ἡ ἐπιβίωση τοῦ ὁμηρικοῦ στίχου κατά τήν πρώιμη βυζαντινή περίοδο
Τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Βασιλάκη
ρχιγραμματέως τς ερς Συνόδου
τς κκλησίας τς λλάδος

νακοίνωση κατά τίς ργασίες τς μηρικς καδημίας
(Χίος, ούλιος 2011)

.    Ἡ θεμελίωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέ τήν ὁποία ἐπισφραγίζεται ἐπισήμως ἡ μετάθεση τοῦ κέντρου βάρους τῆς Αὐτοκρατορίας στήν Ἀνατολή καί σηματοδοτεῖται ὁ σταδιακός μετασχηματισμός τῆς φυσιογνωμίας της, δέν εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μόνο τόν θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν αἴσια ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀλλά καί τήν ἑδραίωση τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτήρα τοῦ Βυζαντίου, μέ τήν ἐγκαθίδρυση, οὐσιαστικά, τῆς γλώσσας τοῦ Ὁμήρου ἐπί τοῦ οἰκουμενικοῦ θρόνου. Μολονότι ἡ ἐπίσημη γλώσσα τῆς διοικήσεως παραμένει ἡ λατινική, ἀντιπροσωπεύοντας τήν ἴδια καί ἀμετάβλητη ἀντίληψη τῆς ρωμαϊκῆς κληρονομιᾶς του γιά τό κράτος καί τήν ἐξουσία, ἡ ἑλληνική παράδοση διαποτίζει τώρα περισσότερο ἔντονα καί καταλυτικά ἀπό ποτέ τήν αὐτοκρατορία σέ ὅλη τήν ἐπικράτειά της, ἀλλά καί τήν νέα πρωτεύουσα χάρη στήν αὐτοκρατορική μέριμνα γιά τήν ἵδρυση ἐκπαιδευτηρίων, βιβλιοθηκῶν καί κέντρων ἀντιγραφῆς.
.    Στήν περιοχή τῶν γραμμάτων καί τῆς παιδείας τό προβάδισμα ἐξακολουθοῦν νά ἔχουν οἱ μεγάλες σχολές τῆς ἑλληνιστικῆς Ἀνατολῆς, μόνο πού τώρα ἡ ἀγωγή δέν ὁλοκληρώνεται στήν ἀγορά, τά γυμνάσια καί τό θέατρο, ἀλλά στήν ἐκκλησία, τήν πνευματική ἄσκηση, τήν κατά Χριστόν μαρτυρία καί ζωή. Μέσα στίς ἱστορικές διεργασίες τοῦ 4ου μεταχριστιανικοῦ αἰώνα, ὁ ὀρθόδοξος χριστιανισμός, ταυτιζόμενος πλέον μέ τήν αὐτοκρατορία, θά ἀναδειχθεῖ ὡς ἡ κυριότερη συνισταμένη τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Νέας Ρώμης. Τό οὐσιῶδες ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομήθηκε κατ’ ἐξοχήν «ἐν λόγῳ ἑλληνικῷ». Συνακολούθως, ὁ πρωτοβυζαντινός χριστιανισμός βρέθηκε συγκληρονόμος τῆς ἴδιας μακραίωνης γλωσσικῆς παραδόσεως, ἐξασφαλίζοντας κατ’ αὐτόν τόν τρόπο μίαν θαυμαστή συνέχεια παρά τήν θεμελιακή τομή πού ἐπέφερε στήν θεώρηση τοῦ κόσμου καί τῶν πραγμάτων.
.    Ἡ αἴγλη καί ἀκτινοβολία τοῦ Ὁμήρου στά πλαίσια αὐτά ὡς τοῦ κορυφαίου τῶν ποιητῶν, στό ἔργο τοῦ ὁποίου ὁ ἑλληνικός λόγος εἶχε φθάσει σέ μορφή τελειότητας, ὑπῆρξε κυριαρχική. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή ἄν λέγαμε ὅτι ὁ ὁρίζοντας τοῦ πρωτοβυζαντινοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, χριστιανοῦ καί ἐθνικοῦ (ἤ ἐθνικοῦ πού μεταστρέφεται στήν χριστιανική πίστη), κατακλύζεται ἀπό ὁμηρικούς ἑξαμέτρους, τούς ὁποίους ἔχοντας πάντοτε διά στόματος ἦταν σέ θέση νά ἀνακαλεῖ, νά ἀναπροσαρμόζει καί νά ἀναδημιουργεῖ μέ εὐχέρεια καί δεξιοτεχνία ἀνά περίσταση.
.    Ὁ Μέγας Βασίλειος, σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἰσάδελφο φίλο του Γρηγόριο τόν Ναζιανζηνό, περιγράφοντας τήν τοποθεσία τήν ὁποία ἐπέλεξε γιά νά ἀσκηθεῖ στόν Πόντο, παραβάλλει τό τοπίο μέ «τὴν Καλυψοῦς νῆσον, ἣν δὴ πασῶν πλέον ῞Ομηρος εἰς κάλλος θαυμάσας φαίνεται»(1). Ἀντίστοιχη εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ τοπίου τῶν Οὐανώτων τῆς Καππαδοκίας ἀπό τόν Γρηγόριο, πρός «τὸ Νήριτον ἐκεῖνο τὸ Ἰθακήσιον, ὅ φησιν ὁ ποιητὴς ἀριπρεπές τε εἶναι καὶ εἰνοσίφυλλον»(2), ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀρχίζει τήν 5η ἐπιστολή του μέ προοίμιο πέντε ὁμηρικῶν στίχων. Ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν μαρτυριῶν πού θά μποροῦσε κανείς νά παραθέσει, ἡ ἐπιστολογραφία καί τό εὐρύτερο ἔργο τοῦ Συνεσίου τοῦ Κυρηναίου βρίθουν ὁμηρικῶν ἀναφορῶν, ἐνῶ ὁ Χορίκιος Γάζης (6ος αἰ.) ἐμπλουτίζει κάθε τόσο μέ στίχους ἀπό τήν Ἰλιάδα καί τήν Ὀδύσσεια τίς ἐκφράσεις του τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Ἁγίου Σεργίου καί τοῦ Ἁγίου Στεφάνου στήν ἴδια πόλη(3).
.    Ἡ κεντρική αὐτή θέση τῶν ὁμηρικῶν ἔργων στήν πρώιμη βυζαντινή συνείδηση μαρτυρεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ σπουδή τους ἀποτελοῦσε τό θεμέλιο τῆς παιδείας, ὁ χαρακτήρας τῆς ὁποίας θά παραμείνει ἑλληνικός, δηλαδή ἐθνικός, καί ὑπό τό νέο χριστιανικό πρίσμα. Ἤδη ὁ Δίων Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι «Ὅμηρος δὲ καὶ πρῶτος καὶ μέσος καὶ ὕστατος παντὶ παιδὶ καὶ ἀνδρὶ καὶ γέροντι, τοσοῦτον ἀφ’ αὑτοῦ διδοὺς ὅσον ἕκαστος δύναται λαβεῖν»(4). Τρεῖς αἰῶνες σχεδόν ἀργότερα, ὁ Συνέσιος, ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος, σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἀδελφό του Εὐόπτιο (ὁ ὁποῖος καί τόν διαδέχτηκε πιθανότατα στήν ἐπισκοπική ἕδρα), περιγράφοντας τήν πρόοδο τοῦ ἀνηψιοῦ του Διοσκουρίου ἀναφέρει ὅτι «ἀναγινώσκει καὶ πρόσκειται τοῖς βιβλίοις», ἀπαγγέλοντας μέ εὐχέρεια ἀπό στήθους πενήντα στίχους καθημερινά(5). Ὁ Ἀγαθίας Σχολαστικός, γνωστός σήμερα κυρίως γιά τά ἐπιγράμματά του καί τό ἱστοριογραφικό του ἔργο, γράφει τόν 6ο αἰώνα περί τῶν Δαφνιακῶν του, τῆς συλλογῆς ἐρωτικῶν ποιημάτων πού ἐκπόνησε σέ νεαρή ἡλικία: «Ἐτύγχανον γὰρ μᾶλλον δή τι ἐκ παίδων τῷ ἡρώῳ ῥυθμῷ ἀνειμένος, καί με ἤρεσκε τὰ ἡδύσματα τῶν τῆς ποιητικῆς κομψευμάτων. Καὶ τοίνυν πεποίηταί μοι ἐν ἑξαμέτροις βραχέα ἄττα ποιήματα, ἃ δὴ Δαφνιακὰ ἐπωνόμασται, μύθοις τισὶ πεποικιλμένα ἐρωτικοῖς καὶ τῶν τοιούτων ἀνάπλεα γοητευμάτων»(6).«Τελικά», ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Paul Lemerle, «δέν ἔχουμε κανένα λόγο νά πιστεύουμε ὅτι ἡ ἐκπαίδευση ἑνός νεαροῦ Ἕλληνα τοῦ 5ου αἰώνα διέφερε ριζικά ἀπό τήν ἐκπαίδευση ἑνός νέου τοῦ 2ου αἰώνα». Τά πολυάριθμα παραδείγματα πού παραθέτει ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπό τόν Ὅμηρο στήν πραγματεία του «Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» ἐπιβεβαιώνουν τήν σπουδαία θέση του στήν ἐκπαίδευση καί τά σχολικά προγράμματα. Πλουσιώτατη εἶναι συγχρόνως ἡ πρωτοβυζαντινή χειρόγραφη παράδοση τῆς Ἰλιάδας, τοῦ πλέον διαδεδομένου ἔργου μετά τά ἱερά κείμενα, ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἱστορικές πηγές καί προκύπτει ἀπό τά παπυρολογικά εὐρήματα καί τά σωζόμενα κοινά καί εἰκονογραφημένα χειρόγραφα, μεταξύ τῶν ὁποίων τό περίφημο τῆς Ἀμβροσιανῆς βιβλιοθήκης (5ος αἰ.).
.     Σέ μιά ἐποχή ὅπου παιδεία καί λογοτεχνία στηρίζονται στήν δημιουργική μίμηση, μέ τήν βυζαντινή πλέον ἔννοια(7), ἀναγνωρισμένων λογοτεχνικῶν προτύπων, ἡ κληρονομιά τοῦ Ὁμήρου, κοινό κτῆμα καί διαχρονικός συνεκτικός παράγοντας τοῦ ἑλληνισμοῦ, καλλιεργεῖται στά χέρια τῶν χριστιανῶν καί ἐθνικῶν λογίων δημιουργικά ὡς μία θάλλουσα καί ζωντανή παράδοση, ἡ ὁποία ἐκφράστηκε μέ ἀξιόλογα ἔργα ἑκατέρωθεν. Δέν πρόκειται λοιπόν γιά ἀναβίωση, ἀλλά γιά ἐπιβίωση, δηλαδή γιά μίαν ὀργανική συνέχεια, στήν ὁποία συνέβαλε καθοριστικά ὁ προσδιορισμός τῶν σχέσεων τοῦ χριστιανισμοῦ μέ τόν ἑλληνισμό, ὅπως θεμελιώθηκε στό ἔργο τῶν πρώτων Ἀπολογητῶν καί παγιώθηκε μέ τή διδασκαλία τῶν μεγάλων Πατέρων τοῦ 4ου αἰώνα, οἱ ὁποῖοι θά ὑποστηρίξουν καί θά καλλιεργήσουν μέ ἰδιαίτερο ζῆλο καί ἀφοσίωση τά ἑλληνικά γράμματα, δημιουργώντας τόν χρυσοῦν αἰώνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας. Ὅσον ἀφορᾶ στή μίμηση, πρόκειται γιά ἕνα σύνολο μεθόδων καί συμβάσεων ἀναφορᾶς στό παρελθόν, φορτισμένο ὅμως μέ νέα σημασία, πού δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε ὡς ἀρχαϊσμό ἤ λογοτεχνική ἐπιτήδευση, καθώς ὑπηρετεῖ καί ἐμπεριέχει τή λειτουργία ἑνός ὕφους ὑψηλοῦ καί ὑπερβατικοῦ, χαρακτηριστικοῦ τῆς φυσιογνωμίας τῆς βυζαντινῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας(8).
.    Ἕνα κύριο γνώρισμα τῆς λογοτεχνικῆς αὐτῆς παραγωγῆς εἶναι ἡ χρήση ὁμηρικῆς ἤ ὁμηρίζουσας διαλέκτου καί προσωδιακῶν μέτρων τῆς παραδόσεως τοῦ δακτυλικοῦ ἑξαμέτρου, ἀλλά καί τοῦ ἐλεγειακοῦ διστίχου. Ἐκφράστηκε σέ ἐπικά ποιήματα, ἐπιγράμματα, ἔμμετρες ἐκφράσεις, ἀλλά καί σέ ὁμηροκέντρωνες μέ χριστιανικά θέματα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα συγκαταλέγονται ἔργα μέ ὑψηλή αἰσθητική ἀξία καί μέ ἐντυπωσιακή δεξιοτεχνία καί πρωτοτυπία στήν ἐπεξεργασία τοῦ παραδοσιακοῦ ὑλικοῦ. Γιά παράδειγμα, στό πεδίο τῆς μετρικῆς, ὁ Νόννος εἰσάγει στούς ἑξαμέτρους του στοιχεῖα τοῦ τονικοῦ ρυθμοῦ, κάτι πού ἐφαρμόζεται μέ ἄλλη μορφή ἤδη σέ ὁρισμένα ποιήματα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
.     Τήν ἴδια περίοδο ἀναπτύσσεται βεβαίως καί μία ἀξιόλογη ἑξαμετρική ποιητική παραγωγή μέ ἐθνικά θέματα, ἐκτεινόμενη σέ χιλιάδες στίχους. Τό ἐπικό ἔργο τοῦ Κοΐντου Σμυρναίου (Τά μεθ’ Ὅμηρον ἤ Παραλειπόμενα τοῦ Ὁμήρου) θά διαδεχθοῦν τόν ἑπόμενο, 5ο αἰώνα, τά Διονυσιακά τοῦ Νόννου τοῦ Πανοπολίτου. Τίς μετρικές ἀντιλήψεις τοῦ τελευταίου στή σύνθεση στρογγυλῶν ἑξαμέτρων θά ἀκολουθήσουν πολλοί ἄλλοι ποιητές, ὅπως ὁ Τρυφιόδωρος, ὁ Κόλλουθος, ὁ Παλλαδᾶς, ὁ Μουσαῖος καί ὁ Κῦρος ὁ Πανοπολίτης, τοῦ ὁποίου ὁ ἔμμετρος πανηγυρικός πρός τόν Θεοδόσιο Β΄ συμπεριλαμβάνεται στήν Παλατινή Ἀνθολογία(15, 9). Σέ ἑξαμέτρους συντίθενται καί οἱ Ὕμνοι τοῦ Πρόκλου. Ἡ ἐπίδραση τοῦ Νόννου διαπιστώνεται ἐπίσης στήν ποίηση τοῦ Διοσκούρου ἀπό τήν Ἀφροδιτόπολη τῆς Αἰγύπτου (6ος αἰ.), στήν ὁποία βρίσκουμε ἐκχριστιανισμένα θέματα τῶν Διονυσιακῶν, ὅπως τόν Φαέθοντα καί τόν Νεῖλο.
.     Ἐξέχουσα θέση στήν χριστιανική λογοτεχνική παράδοση τοῦ 4ου αἰώνα κατέχει τό ποιητικό ἀνάστημα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, ὁ ὁποῖος καλλιέργησε ἐμπνευσμένα καί μέ εὐαισθησία τό ἑξάμετρο ἐκτενέστατα, στά δογματικά ἔπη του, σέ ὁρισμένα ἀπό τά ἱστορικά καίἠθικά, καί τέλος στά ἐπιγράμματά του, τά ὁποῖα καταλαμβάνουν τιμητική θέση στήν Παλατινή Ἀνθολογία(ὁλόκληρο τό 8ο βιβλίο της ἀπαρτίζεται ἀπό ἐπιγράμματά του, 256 συνολικά). Στά θεολογικά του ποιήματα, ὅπως ὁὝμνος εἰς Θεόν, πού ἀποτελεῖται ἀπό 15 στρογγυλούς ἑξαμέτρους στίχους, παρατηροῦμε πῶς ἡ ἀρτιότητα τῆς μορφῆς ἁμιλλᾶται τή σοβαρότητα καί τό ὕφος τοῦ θεολογικοῦ στοχασμοῦ. Ὁ Γρηγόριος ἀλλοῦ θά ὑποστηρίξει ἔνθερμα τήν ἔμμετρη ποίηση, ὅπως στό ποίημά του Εἰς τὰ ἔμμετρα, ἀλλά καί στίς ἐπιστολές του θά σημειώσει: «Εἰ δὲ οἱ μακροὶ λόγοι καὶ τὰ νέα ψαλτήρια καὶ ἀντίφθογγα τῷ Δαυὶδ καὶ ἡ τῶν μέτρων χάρις ἡ τρίτη Διαθήκη νομίζεται, καὶ ἡμεῖς ψαλμολογήσομεν καὶ πολλὰ γράψομεν καὶ μετρήσομεν. Ἐπειδὴ δοκοῦμεν καὶ ἡμεῖς Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν· εἴπερ Πνεύματος χάρις τοῦτό ἐστιν, ἀλλὰ μὴ ἀνθρωπίνη καινοτομία»(9).
.    Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ Μεταβολές, ἔμμετρες δηλαδή παραφράσεις τῶν βιβλικῶν καί χριστιανικῶν κειμένων σέ γλώσσα ὁμηρική, καθώς καί οἱ ὁμηροκέντρωνες, ποιητικές συνθέσεις πού συγκροτοῦνται μέ φράσεις ἤ λέξεις τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν, κυρίως μέ τήν ἐπανάχρηση στίχων αὐτούσιων ἤ μέ μικρές προσαρμογές. Στήν πρώτη κατηγορία συγκαταλέγεται τό μή σωζόμενο ἔργο τοῦ Ἀπολιναρίου τοῦ Πρεσβυτέρου, πατέρα τοῦ ὁμωνύμου ἐπισκόπου Λαοδικείας, τοῦ γνωστοῦ αἱρεσιάρχη (4ος αἰ.). Ὁ Σωκράτης ἀναφέρει στήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία του ὅτι ὁ πατέρας μετέφερε τήν Παλαιά Διαθήκη σέ ἡρωικούς δακτυλικούς καί τραγικούς στίχους, χρησιμοποιώντας κάθε εἴδους μέτρα, ὥστε καμμιά μορφή ἑλληνικῆς ποιήσεως νά μήν εἶναι ξένη στούς χριστιανούς («τά τε Μωϋσέως βιβλία διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ λεγομένου μέτρου μετέβαλε, καὶ ὅσα κατὰ τὴν παλαιὰν διαθήκην ἐν ἱστορίας τύπῳ συγγέγραπται. Καὶ τοῦτο μὲν τῷ δακτυλικῷ μέτρῳ συνέταττε, τοῦτο δὲ καὶ τῷ τῆς τραγῳδίας τύπῳ δραματικῶς ἐξειργάζετο· καὶ παντὶ μέτρῳ ῥυθμικῷ ἐχρῆτο, ὅπως ἂν μηδεὶς τρόπος τῆς Ἑλληνικῆς γλώττης τοῖς Χριστιανοῖς ἀνήκοος ᾖ»)(10). Μιά τέτοια παράφραση τῶνΨαλμῶν (Μετάφρασις εἰς τόν Ψαλτῆρα) σώζεται μέ τό ὄνομά του(11), ἡ πατρότητά της ὅμως ἀμφισβητεῖται. Ἀνάλογη πληροφορία γιά τόν Ἀπολινάριο διασώζει καί ὁ Σωζομενός(12), πού σημειώνει ὅτι συνέθεσε 24 ραψωδίες σέ ἡρωικούς στίχους παραφράζοντας τήν Πεντάτευχο («ἀντὶ μὲν τῆς Ὁμήρου ποιήσεως ἐν ἔπεσιν ἡρῴοις τὴν Ἑβραϊκὴν ἀρχαιολογίαν συνεγράψατο μέχρι τῆς Σαοὺλ βασιλείας καὶ εἰς εἰκοσιτέσσαρα μέρη τὴν πᾶσαν πραγματείαν διεῖλεν»)(13).
.    Ὀνομαστή εἶναι ἡ Μεταβολή τοῦ Κατά Ἰωάννην ἁγίου Εὐαγγελίου τοῦ Νόννου, στήν ὁποία παρατηροῦμε τίς σημασιολογικές διαφοροποιήσεις λεξιλογικῶν ὅρων τῶνΔιονυσιακῶν, ὅπως μάρτυς, κόσμος, ἄγγελος καί θεητόκος, στόν τελευταῖο μάλιστα ἀνιχνεύοντας καί τήν ἐνσωμάτωση τῆς θεολογίας τοῦ Ὅρου τῆς Ἐφέσου (431), ἀλλά καί προγενεστέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς μποροῦμε νά διαπιστώσουμε στούς πρώτους στίχους:

 Ἄχρονος ἦν, ἀκίχητος, ἐν ἀρρήτῳ λόγος ἀρχῇ, 
ἰσοφυὴς γενετῆρος ὁμήλικος υἱὸς ἀμήτωρ, 
καὶ λόγος αὐτοφύτοιο θεοῦ γόνος, ἐκ φάεος φῶς· 
πατρὸς ἔην ἀμέριστος, ἀτέρμονι σύνθρονος ἕδρῃ· 
καὶ θεὸς ὑψιγένεθλος ἔην λόγος. οὗτος ἀπ’ ἀρχῆς 
ἀενάῳ συνέλαμπε θεῷ, τεχνήμονι κόσμου.

 .    Στήν ἴδια κατηγορία ἐντάσσονται λατινικές ἑξάμετρες διασκευές τῶν Εὐαγγελίων, ὅπως τό Carmen Paschale τοῦ Sedulius (περ. 425), ἀλλά καί τό De Actibus Apostolorum τοῦ Arator (6ος αἰ.)(14). Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ ὁσίου Ἱερωνύμου, ὁ Ἰούβεγκος (Juvencus), «περιφανοῦς γένους Ἱσπανός πρεσβύτερος, τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων δι’ ἑξαμέτρων σχεδόν κατά πόδας, τέσσαρας συνέταξε βίβλους, καί τινα τῷ αὐτῷ μέτρῳ εἰς μυστικήν προσήκοντα τάξιν. Ἤνθησεν ἐπί Κωνσταντίνου βασιλέως»(15).
.    Τήν ὕπαρξη χριστιανικῶν ὁμηροκεντρώνων καί βιργιλιοκεντρώνων μαρτυρεῖ καί ἐπικρίνει ὁ Ἱερώνυμος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Παυλῖνο τῆς Νόλης: «Quasi non legerimus, Homerocentonas, et Virgiliocentonas: ac non sic etiam Maronem sine Christo possimus dicere Christianum»(16). Ὁ Ἱερώνυμος φαίνεται νά ἔχει ὑπ’ ὅψη του, μεταξύ ἄλλων, τόCento vergilianus de laudibus Christi τῆς Faltonia Betitia Proba (4ος αἰ.). Σέ πρωιμότερη ἐποχή, ὁ Εἰρηναῖος Λουγδούνου μάλιστα ἀναφέρεται καί σέ ἕνα ὁμηροκέντρωνα τῶν Γνωστικῶν(17), πού στόχο εἶχε νά ἐξυπηρετήσει τούς αἱρετικούς τους σκοπούς. Ὅμως, καταλήγει, «ὁ δ’ ἔμπειρος τῆς Ὁμηρικῆς ὑποθέσεως» θά ἀναγνωρίσει τήν αἱρετική τους πλάνη(18). Διασώζονται ἐπίσης ὁμηροκέντρωνες πρός μαντική χρήση, τά λεγόμενα «ὁμηρομαντεῖα» σέ μαγικούς παπύρους τοῦ 4ου καί προγενεστέρων αἰώνων τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς(19). Ἐκτός ἀπό τούς προαναφερθέντες συγγραφεῖς, τό λατινικό ἑξάμετρο διακόνησαν ἐπίσης ἐπί χριστιανικῶν θεμάτων οἱ ποιητές Λακτάντιος καί Προυδέντιος.
.    Μίαν ἀπό τίς συμπαθέστερες μορφές τῶν βυζαντινῶν γραμμάτων καί τίς ἐλλογιμώτερες γυναικείες προσωπικότητες ὁλόκληρης τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας ἀποτελεῖ ἡ «καλλιεπής δέ καί τήν ὥραν εὐπρεπής»(20)Αὐγούστα Αἰλία Εὐδοκία (περ. 393-460), σύζυγος τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Β΄. Ἐπιφανής λογία, ἡ ὁποία ὄχι μόνο διέπρεψε ὡς ποιήτρια ὁμηροκέντρων συνθέσεων, ἀλλά καί καλλιέργησε εὐρύτερα τό ἐπικό ἑξάμετρο μέ ἐξαιρετική δεξιοτεχνία. Μέ τό ὄνομά της σώθηκαν ἕνα ἔμμετρο ἔργο εἰς τόν μάρτυρα Κυπριανόν, σέ τρία βιβλία, καθώς καί ὁμηρόκεντρα ποιήματα σέ ἐπεισόδια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Γενέσεως, ἐν μέρει σωζόμενα, τά ὁποῖα συνέθεσε συμπληρώνοντας τό ἡμιτελές ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Πατρικίου. Στό προοίμιό του σημειώνεται ἡ «Ὑπόθεσις τῶν ὁμηροκέντρων»,

 Βίβλος Πατρικίοιο θεουδέος ἀρητῆρος,
ὃς μέγα ἔργον ἔρεξεν, Ὁμηρείης ἀπὸ βίβλου 
κυδαλίμων ἐπέων τεύξας ἐρίτιμον ἀοιδήν, 
πρήξιας ἀγγέλλουσαν ἀνικήτοιο θεοῖο·
ὡς μόλεν ἀνθρώπων ἐς ὁμήγυριν, ὡς λάβε μορφὴν 
ἀνδρομέην καὶ γαστρὸς ἀμεμφέος ἔνδοθι κούρης […]
ὥς τε δυώδεκα φῶτας ἀμύμονας ἔλλαχ’ ἑταίρους· 
ὥς τε πάθους ἁγίου μνημήια κάλλιπεν ἄμμιν […]
ὡς θάνεν, ὡς Ἀίδαο σιδήρεα ῥῆξε θύρετρα, 
κεῖθεν δὲ ψυχὰς θεοπειθέας οὐρανὸν εἴσω
ἤγαγεν ἀχράντοισιν ὑπ’ ἐννεσίῃσι τοκῆος 
ἀνστὰς ἐν τριτάτῃ φαεσιμβρότῳ ἠριγενείῃ 
ἀρχέγονον βλάστημα θεοῦ γενετῆρος ἀνάρχου.

καί ἀκολούθως ὁ πρόλογος τῆς Εὐδοκίας:

 Ἧδε μὲν ἱστορίη θεοτερπέος ἐστὶν ἀοιδῆς. 
Πατρίκιος δ’, ὃς τῆνδε σοφῶς ἀνεγράψατο βίβλον, 
ἔστι μὲν ἀενάοιο διαμπερὲς ἄξιος αἴνου, 
οὕνεκα δὴ πάμπρωτος ἐμήσατο κύδιμον ἔργον. 
ἀλλ’ ἔμπης οὐ πάγχυ ἐτήτυμα πάντ’ ἀγόρευεν· 
οὐδὲ μὲν ἁρμονίην ἐπέων ἐφύλαξεν ἅπασαν, 
οὐδὲ μόνων ἐπέων ἐμνήσατο κεῖνος ἀείδων, 
ὁππόσα χάλκεον ἦτορ ἀμεμφέος εἶπεν Ὁμήρου. 
ἀλλ’ ἐγὼ ἡμιτέλεστον ἀγακλεὲς ὡς ἴδον ἔργον 
Πατρικίου, σελίδας ἱερὰς μετὰ χεῖρα λαβοῦσα, 
ὅσσα μὲν ἐν βίβλοισιν ἔπη πέλεν οὐ κατὰ κόσμον, 
πάντ’ ἄμυδις κείνοιο σοφῆς ἐξείρυσα βίβλου· 
ὅσσα δ’ ἐκεῖνος ἔλειπεν, ἐγὼ πάλιν ἐν σελίδεσσι 
γράψα καὶ ἁρμονίην ἱεροῖς ἐπέεσσιν ἔδωκα.

.    Κατά τήν μαρτυρία τοῦ Φωτίου(21), μετεποίησε ἐπίσης «ἐν ἡρῴῳ μέτρῳ» τήν Ὀκτάτευχο, καθώς καί τά βιβλία τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ καί τῶν Κριτῶν, καί ἀπό τά προφητικά τόνΖαχαρία καί τόν Δανιήλ, στά ὁποῖα «ἡ αὐτὴ δὲ χάρις τοῦ τεχνίτου διέπρεπε κἀν τούτοις». Ὁ Φώτιος ἐπαινεῖ τήν παιδεία καί τήν ποιητική της δύναμη, ἡ ὁποία «τὰς μὲν γὰρ διανοίας οὔτε παρατείνων οὔτε συστέλλων ἀεὶ φυλάσσει κυρίας. Καὶ ταῖς λέξεσι δέ, ὅπου δυνατόν, τὴν ἐγγύτητα καὶ ὁμοιότητα συνδιαφυλάσσει». Ὅσο γιά τό ἔμμετρο ἔργο τῆς Εὐδοκίας εἰς τόν μάρτυρα Κυπριανόν, ὁ σοφός Πατριάρχης σημειώνει ὅτι «ἐδήλου δὲ τὰ σπουδάσματα, ὡς παῖδες μητέρα, τῶν τῆς βασιλίδος καὶ ταῦτα ὠδίνων ἔκγονα εἶναι». Ἐπίσης συνέθεσε ἕνα μή σωζόμενο ἑπικό ἑξαμετρικό ἐγκώμιο πρός τιμήν τῆς νίκης τοῦ συζύγου της ἐπί τῶν Περσῶν (421).
.    Ὡς αὐτοκράτειρα συνέδεσε τό ὄνομά της μέ τήν ἵδρυση τοῦΠανδιδακτηρίου (425), τοῦ πρώτου πανεπιστημίου τῆς Βασιλεύουσας. Θύμα διαβολῶν, ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τήν πρωτεύουσα τό 442-443 καί κατέφυγε στούς Ἁγίους Τόπους, ὅπου παρέμεινε μέχρι τόν θάνατό της (460), ἀσχολούμενη μέ ἔργα εὐποιίας καί τήν ἀνοικοδόμηση ἱερῶν ναῶν καί μονῶν, «πολλὰ καταλείψασα ταῖς ἐκκλησίαις». Ὅπως ἀναφέρει τό Πασχάλιον χρονικόν,«ἀπιοῦσα ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ τὰ Ἱεροσόλυμα εὔξασθαι, εἰσελθοῦσα ἐν τῇ Ἀντιοχείᾳ τῇ μεγάλῃ εἶπεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ λόγον ἐγκωμιαστικὸν εἰς τὴν αὐτὴν Ἀντιόχειαν, καθημένη ἔσωθεν τοῦ δίφρου ὁλοχρύσου ὄντος καὶ διαλίθου βασιλικοῦ, καὶ ἔκραξαν αὐτῇ οἱ τῆς πόλεως, καὶ ἀνηνέχθη αὐτὴ ἔσω ἐν τῷ βουλευτηρίῳ εἰκὼν ἔγχρυσος, καὶ εἰς τὸ λεγόμενον Μουσεῖον στήλην χαλκῆν ἔστησαν αὐτῇ, αἵτινες ἕως τοῦ νῦν ἵστανται. καὶ φιλοτιμησαμένη τῇ τῶν Ἀντιοχέων πόλει τῆς Συρίας χρήματα λόγῳ σιτωνικοῦ ὥρμησεν ἐπὶ τοὺς ἁγίους τόπους, καὶ ἔκτισεν εἰς Ἱεροσόλυμα πολλά, καὶ τὸ τεῖχος ἅπαν ἀνενέωσεν τῆς Ἱερουσαλήμ»(22).
.     Μεταξύ τῶν ἔργων αὐτῶν συγκαταλέγεται τό κτιριακό σύγκρότημα τῶν λουτρῶν τῶν Γαδάρων τῆς Παλαιστίνης (σημερινοῦ Ηammat Gader), στό ὁποῖο διασώζεται, σέ ἐπιδαπέδια πλάκα, ἑξάμετρη ἐπιγραφή, βεβαιότατα ἔργο τῆς ἰδίας (περί τό 445), μέ τό ὄνομα καί τόν τίτλο τῆς αὐτοκράτειρας πλαισιωμένο ἀπό ζεῦγος σταυρῶν:

 † Εὐδοκίας Αὐγούστης †
πολλὰ μὲν ἐν βιότῳ κ(αὶ) ἀπίρονα θαύματ’ ὄπωπα, 

τίς δέ κεν ἐξερέοι, πόσα δὲ στόματ’, ὦ κλίβαν’ ἐσθλέ, 
σὸν μένος, οὐτιδανὸς γεγαὼς βροτός; ἀλλά σε μᾶλλο(ν) 
ὠκεανὸν πυρόεντα νέον θέμις ἐστὶ καλεῖσθαι. 
παιάνα καὶ γενέτην γλυκερῶν δοτῆρα ῥεέθρων. 

ὠδείνουσι τεὸν μένος ὄβριμον ἠνεκ̣[ὲς ἀϊέν], 
ἀλλὰ Θεὸν κλυτόμητιν ἀείσο[μαι ὄφρα σε σῴζω]
εἰς εὐεργεσείην μερόπων τε χρ[ῆσιν ἀείνων].

 .    Ἑξάμετρες ἐπιγραφές κοσμοῦν τά μνημεῖα τῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τήν αὐγή τῆς χριστιανικῆς τέχνης, ἐκφράζοντας μέ τόν ἀρτιώτερο τρόπο τίς ὑψηλές ἀλήθειες τῆς Πίστεως. Ἀπό τίς πρωιμότερες τέτοιες μαρτυρίες ξεχωρίζουμε τίς ἐπιτάφιες ἐπιγραφές τοῦ ἁγίου Ἀβερκίου, ἐπισκόπου Ἱεραπόλεως καί τοῦ Πεκτορίου (τέλη 2ου – ἀρχές 3ου αἰώνα), στίς ὁποῖες ἔκδηλες εἶναι οἱ εὐχαριστιακές ἀναφορές. Ἡ πρώτη συνίσταται ἀπό ἕνα εἰσαγωγικό δίστιχο καί εἴκοσι ἑξαμέτρους:

 …
οὔνομ’ Ἀβέρκιος ὁ ὢν μαθητὴς ποιμένος ἁγνοῦ, 
ὃς βόσκει προβάτων ἀγέλας ὄρεσιν πεδίοις τε, 
ὀφθαλμοὺς ὃς ἔχει μεγάλους πάντη καθορῶντας. 
οὗτος γάρ μ’ ἐδίδαξε …. γράμματα πιστά· 
εἰς Ῥώμην ὃς ἔπεμψεν ἐμὲν βασιλείαν ἀθρῆσαι 
καὶ βασίλισσαν ἰδεῖν χρυσόστολον χρυσοπέδιλον· 
λαὸν δ’ εἶδον ἐκεῖ λαμπρὰν σφραγεῖδαν ἔχοντα. 
καὶ Συρίης πέδον εἶδα καὶ ἄστεα πάντα, Νισῖβιν, 
Εὐφράτην διαβάς, πάντη δ’ ἔσχον συνομίλους 
Παῦλον ἔχων ἔποχον. πίστις πάντη δὲ προῆγε 
καὶ παρέθηκε τροφὴν πάντη ἰχθὺν ἀπὸ πηγῆς 
πανμεγέθη καθαρόν, ὃν ἐδράξατο παρθένος ἁγνή·
καὶ τοῦτον ἐπέδωκε φίλοις ἔσθειν διὰ παντὸς 
οἶνον χρηστὸν ἔχουσα κέρασμα διδοῦσα μετ’ ἄρτου. 

Ὁ ἐπιτάφιος τοῦ Πεκτορίου ἀποτελεῖται μέ τή σειρά του ἀπό τρία δίστιχα καί πέντε ἑξαμέτρους:

 Ἰχθύος ο<ὐρανίου θε>ῖον γένος ἤτορι σεμνῷ 
Χρῆσε, λαβὼ<ν πηγὴ>ν ἄμβροτον ἐν βροτέοις 
Θεσπεσίων ὑδάτ<ω>ν. τὴν σὴν, φίλε, θάλπεο ψυχ<ὴν> 
Ὕδασιν ἀενάοις πλουτοδότου σοφίης. 
Σωτῆρος ἁγίων μελιηδέα λάμβαν<ε βρῶσιν>, 
Ἔσθιε πινάων ἰχθὺν ἔχων παλάμαις. 
Ἰχθύι χό<ρταζ’> ἆρα, λιλαίω, δέσποτα σῶτερ. 
Εὖ εὕδοι μ<ή>τηρ, σὲ λιτάζομε, φῶς τὸ θανόντων. 
Ἀσχάνδιε <πάτ>ερ, τὠμῷ κε<χα>ρισμένε θυμῷ, 
Σὺν μ<ητρὶ γλυκερῇ καὶ ἀδελφει>οῖσιν ἐμοῖσιν, 
Ἰ<χθύος εἰρήνῃ σέο> μνήσεο Πεκτορίουο. 

 .     Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἑξάμετρη ἐπιγραφή, ἡ ὁποία συνοδεύει τήν ψηφιδωτή παράσταση τοῦ ὠκεανοῦ πού περιβάλλει τήν γῆ, στό βόρειο ἐγκάρσιο κλίτος τῆς ἰουστινιάνειας Βασιλικῆς Α τοῦ ἐπισκόπου Δουμετίου στήν Νικόπολη τῆς Ἠπείρου (περ. 525-550):

 Ὠκεανὸν περίφαντον ἀπίριτον ἔνθα δέδορκας 
γαῖαν μέσσον ἔχοντα σοφοῖς ἰνδάλμασι τέχνης 
πάντα πέριξ φορεοῦσαν ὅσα πνίει τε καὶ ἕρπει
Δουμετίου κτέανον μεγαθύμου ἀρχιερῆος.

.     Ἡ ἐπιγραφή ὄχι μόνο ἐνσωματώνει ἕνα ὁμηρικό λογότυπο («ὅσσά τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καί ἕρπει» – Ἰλ., Ρ 447 καί Ὀδ., σ 131), ἀλλά ἀντανακλᾶ καί τόν αἶνο πρός τόν Δημιουργό Θεό, ὅπως ἀπαντᾶ σέ ἀνάλογα συμφραζόμενα στό σῶμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας, λόγου χάριν στά ἔπη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ(23):

 Ἡμεῖς δ’ ἐν πάντεσσι Θεὸν μέγαν ὑμνείωμεν, 
Ἐσθλοῖς τε στυγεροῖς τε· τὸ γὰρ τεκέων ἐρατεινῶν· 
Καὶ μετὰ πρῶτον Ἄνακτα ἐπιχθονίους γενετῆρας, 
Οἵ με φάους ἔπλησαν, ἀφ’ ὧν Τριὰς εἰς ἓν ἰοῦσα, 
Καὶ λάμψε πραπίδεσσιν ἐμαῖς, καὶ πᾶσι φαάνθη. 
Σιγήσω κόσμοιο κύκλον μέγαν, οὐρανὸν εὐρὺν, 
Ὄμμασι παμφανόωντα διαυγέσι, νῶτα θαλάσσης 
Ῥευστῆς ἱσταμένης τε, τὸ δὴ καὶ θάμβος ἔμοιγε· 
Γαῖαν ἐς ὕστερον, ποταμῶν ῥόον, ἠέρα πνευστὸν, 
Ὥρας, ἄνθεα τερπνὰ βροτῶν φύσιν, ἠερίων τε, 
Ὅσσα Θεὸς προύθηκεν ἐμοῖς φαέεσσι τράπεζαν· 
Ταῦτα πατὴρ μεγάλοιο Πατρὸς πάρ’ ἔδωκεν ἔμοιγε. 

Δὸς φωνὴν νεπόδεσσι, καὶ ἠερίοις πετεηνοῖς, 
Καὶ τοῖς ὅσσα τε γαῖαν ἐπιπνείει τε καὶ ἕρπει.

 .     Στό ψηφιδωτό διάκοσμο τῆς ἴδιας βασιλικῆς περιλαμβάνεται καί ἡ ἀκόλουθη λαμπρή κτιτορική ἐπιγραφή:

 λίθον ἀπαστράπτοντα θ[εο]ῦ χάριν ἔνθα κ(αὶ) ἔνθα 
κ θεμέθλων τολύπευσε καὶ ἀγλαΐην πόρε πᾶσαν 
Δουμέτιος περίπυστος ἀμωμήτων ἱερήων 
ἀρχιερεὺς πανάριστος ὅλης πάτρης μέγα φέγ[γος].

 .     Πολύτιμη, τέλος, γιά τήν ἱστορία τῆς βυζαντινῆς ψηφιδογραφίας εἶναι καί ἡ ἑξαμετρική ἐπιγραφή τοῦ «οἴκου τοῦ Εὐστολίου» στό Κούριον τῆς Κύπρου (τέλη 4ου αἰ.), καθώς ὁ κτίτορας ἀποδίδει ἀπερίφραστα χριστιανικό νόημα στά εἰκονιζόμενα θέματα (ἰχθύες καί πτηνά):

 ἀντὶ λίθων μεγάλων, ἀντὶ στερεοῖο σιδήρου
χαλκοῦ τε ξανθοῖο καὶ αὐτοῦ ἀντ’ ἀδάμαντος,
<ο>ἵδε δόμοι ζώσαντο πολύλλιτα σήματα Χριστοῦ.

 .    Ἀνάμεσα στά πολυάριθμα ἑξάμετρα ἐπιγράμματα τῆςΠαλατινῆς Ἀνθολογίας διακρίνουμε αὐτό τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πολυεύκτου στήν βυζαντινή πρωτεύουσα (527), καθιδρύματος τῆς πριγκίπισσας Ἰουλιανῆς Ἀνικίας, δισέγγονης τῆς Αὐγούστας Εὐδοκίας. Πρόκειται γιά τήν ἐπιγραφή σέ 76 λαμπρούς ἑξαμέτρους, ἡ ὁποία περιέτρεχε ἐσωτερικά τό μαρμάρινο ἐπιστύλιο τοῦ ναοῦ καί διασώζεται ἀκόμη καί σήμερα σέ ἐπιτόπια ἀρχιτεκτονικά κατάλοιπα, ἐνῶ ἄλλα τμήματα τοῦ γλυπτοῦ διακόσμου μεταφέρθηκαν σέ διάφορα σημεῖα τῆς Δύσεως μετά τήν Δ΄ Σταυροφορία. Στούς ἀρχικούς στίχους ἡ Ἰουλιανή Ἀνικία ἐπισημαίνει τήν ἀνοικοδόμηση προγενέστερου ἱεροῦ καθιδρύματος τῆς Εὐδοκίας ὡς συνέχεια τοῦ ἔργου τῆς ἐπιφανοῦς αὐτοκράτειρας:

 Εὐδοκίη μὲν ἄνασσα, Θεὸν σπεύδουσα γεραίρειν
πρώτη νηὸν ἔτευξε θεοφραδέος Πολυεύκτου·…
ἔνθεν Ἰουλιανή, ζαθέων ἀμάρυγμα τοκήων
τέτρατον ἐκ κείνων βασιλήιον αἷμα λαχοῦσα
ἐλπίδας οὐκ ἔψευσεν ἀριστώδινος ἀνάσσης
ἀλλά μιν ἐκ βαιοῖο μέγαν καὶ τοῖον ἐγείρει
κῦδος ἀεξήσασα πολυσκήπτρων γενετήρων· …
ὀρθὴν πίστιν ἔχουσα φιλοχρίστοιο μενοινῆς.

 .      Ἀπό τούς ποιητές ἑξαμέτρων ἐκφράσεων διακρίθηκαν ὁ Χριστόδωρος ὁ Κοπτίτης, ἐπί Ἀναστασίου (Ἔκφρασις τῶν ἀγαλμάτων τῶν εἰς τὸ δημόσιον γυμνάσιον τὸ ἐπικαλουμένον τοῦ Ζευξίππου), καθώς καί ὁ Ἰωάννης Γαζαῖος (Ἔκφρασις τοῦ κοσμικοῦ πίνακος τοῦ ὄντος ἐν τῷ χειμερίῳ λουτρῷ), τῶν χρόνων τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Οἱ σπουδαιότερες ὅμως καί πιό περίλαμπρες μᾶς παραδίδονται μέσα ἀπό τό αὐτοκρατορικό περιβάλλον. Πρόκειται γιά τίς ἐκφράσεις τοῦ ναοῦ τῆς Ἀγίας Σοφίας καί τοῦ ἄμβωνός της (Ἔκφρασις τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί Ἔκφρασις τοῦ Ἄμβωνος λεχθεῖσα ἰδιαζόντως μετά τήν πρώτην πάροδον τήν μεγάλην ἐν τῷ Πατριαρχείῳ), τίς ὁποῖες συνέθεσε ὁ Παῦλος Σιλεντιάριος κατόπιν αὐτοκρατορικῆς παραγγελίας, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν νέων ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ (563) μετά τήν ἀνέγερση τοῦ τρούλλου πού εἶχε καταπέσει στό σεισμό τοῦ 558. Ἐνῶ καί τά δύο ἔργα ἐκκινοῦν μέ προοίμιο σέ ἰαμβικό τρίμετρο, τό κύριο σῶμα τους, τό ὁποῖο ὑπερβαίνει συνολικά τούς χιλίους στίχους, εἶναι συντεθειμένο στό κλασικό δακτυλικό ἑξάμετρο. Μποροῦμε νά φέρουμε στόν νοῦ μας μέ θαυμασμό τήν μεγαλοπρέπεια τῆς στιγμῆς, κατά τήν ὁποία ἐκφωνήθηκαν στό σημαντικώτερο μνημεῖο τῆς Βασιλεύουσας, στό ἀπόγειο τῆς δόξας της, στίχοι ὅπως οἱ ἀκόλουθοι:

 Ὑμνοπόλοι Χριστοῖο θεουδέες, ὧν ὑπὸ φωνῆς
πνεύματος ἀχράντοιο μετ’ ἀνέρας ἤλυθεν ὀμφὴ
ἀνδρομέην Χριστοῖο διαγγέλλουσα λοχείην·
ἠδ’ ὁπόσοι μετὰ τύμβον ἀκήρατον ἔθνεσι γαίης
σύμβολα κηρύσσοντες ἀνεγρομένοιο θεοῖο
πᾶσαν ἐφαιδρύνασθε κατηφέος ἄντυγα κόσμου,
τυφλὸν ἀμειδήτοιο νέφος σκεδάσαντες ὀμίχλης·

Χριστὸς ἄναξ ἔστεψε, καὶ αἱμαλέοισι ῥεέθροις
ψυχαίης ἐκάθηρεν ὅλην σμώδιγγα καλύπτρης·
δεῦρο, χοροὺς στήσασθε καὶ εὐαγέεσσιν ἀοιδαῖς
σύνθροον ἡμετέρηισι μέλος πλέξασθε χορείαις.
ὑμέτερος γὰρ χῶρος ἀείδεται, ὁππόθι πολλὴ
θεσπεσίαις βίβλοισιν ἀκήρατος ἔγρεται ἠχώ.

Τοῖα μὲν ἀγλαόδωρος ἐμὸς σκηπτοῦχος ἐγείρει
ἔργα θεῶι βασιλῆϊ. πολυστέπτοις δ’ ἐπὶ δώροις
καὶ σέλας ἀστυόχοιο ἑῆς ἀνέθηκε γαλήνης
νηὸν ὕπερ πολύυμνον, ὅπως θεοδέγμονι βουλῆι
ἔμπνοον ἱδρύσειε γέρας κοσμήτορι κόσμου,
παμφαὲς ἀχράντου τριάδος σέβας, ἄστεϊ Ῥώμης
καὶ ναέταις καὶ ἄνακτι καὶ ἱμεροδερκέϊ νηῶι.

 .      Ὁμηρικές ἀπηχήσεις ἀνιχνεύονται ἐπίσης στό εὐρύτερο ἀφηγηματικό πλαίσιο καί περιεχόμενο κειμένων, ὅπως ὁ Βίος καὶ τὰ θαύματα τῆς ἁγίας Θέκλας (430-470), ὅπου περιστατικά τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν μετασχηματίζονται ὑπό χριστιανική ὀπτική. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἐκδότης τοῦ ἔργου καί μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας Gilbert Dagron, ὁ συγγραφέας τοῦ ἁγιολογικοῦ αὐτοῦ κειμένου «μᾶς περιγράφει ἤ, καλύτερα, μᾶς τραγουδεῖ ἕνα πολιτισμό μέ τά κέντρα του, τή ρητορική του, τίς ἀνέσεις του, τήν ἀριστοκρατία τῆς καταγωγῆς καί τοῦ πλούτου, δείχνοντάς μας μέσα ἀπό ποιούς παλαιούς διαύλους διείσδυσε ὁ χριστιανισμός στόν κόσμο καί πῶς τόν χρωμάτισε». Ἀλλά ἡ ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου περιέρχεται μέχρι τόν σπουδαιότερο ὑμνογράφο τῶν πρώιμων βυζαντινῶν χρόνων, Ρωμανό τόν Μελῳδό. Σύμφωνα μέ τόν ὁμότιμο καθηγητή Θεοχάρη Δετοράκη,«αὐτό πού κάνει ὁ Ὅμηρος κατεβάζοντας τούς θεούς στά ἀνθρώπινα μέτρα, τολμᾶ νά κάνει τώρα καί ὁ Ρωμανός […].Ἔτσι στά κοντάκια τοῦ Ρωμανοῦ τά θεῖα πρόσωπα δονοῦνται ἀπό αἰσθήματα ἀνθρώπινα καί ἔρχονται πιό κοντά στόν πιστό. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ ποιητής ἐξασφαλίζει τή μέθεξη τοῦ ἐκκλησιάσματος καί ὑπηρετεῖ τούς σκοπούς τῆς Ἐκκλησίας».

 .     Ὅπως συνάγεται ἀπό τήν ἐξέταση τῶν συγκεκριμένων στοιχείων καί προκύπτει ἀπό τήν μελέτη τῶν φιλολογικῶν πηγῶν καί τῶν ἐπιγραφικῶν μαρτυριῶν αὐτῆς τῆς ἀτελοῦς ἐπισκόπησης, ὁ ὁμηρικός στίχος, τόσο στήν αὐτοτέλειά του, ὅσο καί μέσα ἀπό τήν παράδοση τοῦ δακτυλικοῦ ἑξαμέτρου, ἀνθοφόρησε μέ θαυμαστή ποικιλία καί πλοῦτο σέ ὅλη τήν ἐμβέλεια τῆς πρώιμης βυζαντινῆς γραμματείας, κατ’ ἄρρηκτη καί ὀργανική συνέχεια, δημιουργική ἀφομοίωση καί μετεξέλιξη τοῦ ἑλληνιστικοῦ ἐμμέτρου λόγου. Ἡ καλλιέργεια τοῦ ὁμηρικοῦ καί μεθομηρικοῦ ἑξαμέτρου ἀναδεικνύεται ὡς ἡ ὑψηλότερη, ἀρτιώτερη καί πληρέστερη ἔκφραση τῆς πρώιμης βυζαντινῆς μούσας καί ἐκδήλωση ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας, «εὐγλωττίας χάριν καὶ γυμνασίας τοῦ νοῦ», ὅπως ἐπίσης καί ὡς τό ἀνώτερο καί πιό ἐνδεδειγμένο στήν αὐτοκρατορική μεγαλοπρέπεια ποιητικό ὕφος, ἐνῶ τό εὐρύτερο πλαίσιο τῶν γραμμάτων καί τῆς παιδείας ἐξασφαλίζει στόν ὁμηρικό στίχο ἕνα νέο κύκλο προφορικότητας, ἡ ὁποία τόν διατηρεῖ καί τόν καθιερώνει στήν αἰσθητική πρωτοκαθεδρία. Γράφει ὁ μεγάλος Ἀλεξανδρινός, Κωνσταντῖνος Καβάφης, στό μελέτημά του «Οἱ βυζαντινοί ποιηταί», ἐκθειάζοντας «τάς καλλονάς καί τάς λεπτότητας» τῆς τέχνης τους. «Εὐμενής τις μοίρα ἐπροίκισε τήν φυλήν μας διά τοῦ θείου δώρου τῆς ποιήσεως. Ἡ εὐρεῖα καί ἀνθοστεφής χώρα τῶν στίχων εἶναι ἡ πατρίς τοῦ πνεύματός μας. Ἐν αὐτῇ θά εὕρωμεν τήν μεγαλοφυΐαν τοῦ γένους μας, καί ὅλην τήν τρυφερότητα, ὅλους τούς τιμιωτέρους παλμούς τῆς καρδίας τοῦ ἑλληνισμοῦ».

1. Ἐπιστολή 14 (Γρηγορίῳ ἑταίρῳ).
2. Ἐπιστολή 20.
3. Ἐγκώμιον εἰς Μαρκιανόν ἐπίσκοπον Γάζης, 1, 32 κ.ἑ. καί 2, 33 κ.ἑ., κυρίως, ἀντιστοίχως.
4. Λόγοι, 18, 6 (Περί λόγου ἀσκήσεως).
5. Ἐπιστολαί, 53 καί 111.
6. Ἱστορίαι, 4.
7. Βλ. σχετικά H. Hunger, «On the Imitation of Antiquity in Byzantine Literature», Dumbarton Oaks Papers 23 (1969-70), σ. 15-38.
8. Ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ Herbert Hunger, «θά ἦταν λοιπόν λάθος νά θέλουμε νά βλέπουμε στή μίμηση αὐτή μόνο μιά ἀξεπέραστη τάση πρός τόν ἀρχαϊσμό ἤ τή χρησιμοποίηση χωρίων ἀρχαίων συγγραφέων». «Ἡ δύναμη τῆς λόγιας βυζαντινῆς λογοτεχνίας βρίσκεται λοιπόν στήν ὅσο τό δυνατόν πιό πολύμορφη ἀποδοχή ἀρχαίων προτύπων καί στήν ἐνσωμάτωσή τους στό πολιτιστικό καί ἰδεολογικό πλαίσιο τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας μέ τήν τάση γιά ὁλοένα μεγαλύτερη τελειότητα.»: H. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία: Ἡ λόγια κοσμική γραμματεία τῶν Βυζαντινῶν, τ. Α΄, Ἀθήνα 1987, σ. 34-35.
9. Ἐπιστολή 101.
10. Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 3, 16.
11. PG 33, στ. 1313 κ.ἑ.
12. Ἄν καί δέν διευκρινίζει ποιόν ἀπό τούς δύο, καί μᾶλλον ἀποδίδει τό ἔργο στόν νεώτερο («Ἀπολινάριος ὁ Σύρος»).
13. Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, 5, 18.
14. Βλ. σχετικά Roger P. H. Green, Latin Epics of the New Testament: Juvencus, Sedulius, Arator, Ὀξφόρδη 2006.
15. Ἱερώνυμος, De viris illustribus, 84.
16. Epistolae, 53, 7 («Σάν νά μήν ἔχουμε διαβάσει ὁμηροκέντρωνες καί βιργιλιοκέντρωνες· ὅμως δέν μποροῦμε νά ποῦμε καί τόν [Βιργίλιο] Μάρωνα, πού εἶναι ἀλλότριος πρός τόν Χριστό, Χριστιανό»).
17. Κατά αἱρέσεων 1, 1, 20, 35 κ.ἑ.
18. Γιά ἀνάλογη πρακτική ἐπικρίνει τόν αἱρετικό Εὐνόμιο ὁ Γρηγόριος Νύσσης: «Καθάπερ ἀκούω καὶ τὸν Εὐνόμιον ὑπὲρ τὸν Ἰλιακὸν πόλεμον … ζητοῦντα φιλοπόνως οὐχ ὅπως ἑρμηνεύσῃ τι τῶν νοηθέντων, ἀλλ’ ὅπως κατὰ τῶν λέξεων ἐπισύρηται κατηναγκασμένα νοήματα καὶ περισυλλέγοντα τὰς εὐηχοτέρας φωνὰς ἐκ συγγραμμάτων τινῶν· καὶ ὥσπερ οἱ πτωχοὶ δι’ ἀπορίαν ἐσθῆτος ἐκ ῥακωμάτων τινῶν τοὺς χιτῶνας ἑαυτοῖς περικεντοῦντες συρράπτουσιν, οὕτω καὶ τοῦτον ἄλλην ἀλλαχόθεν λέξιν περιβοσκόμενον διὰ τούτων ἐξυφῆναι ἑαυτῷ τοῦ λόγου τὸν κέντρωνα» (Κατά Εὐνομίου, 2, 1, 128-9).
19. Ὅπως οἱ PGM IV καί PGM VII. Βλ. Franco Maltomini, «P. Lond. 121 (= PGM VII), 1-221: Homeromanteion», Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 106 (1995), σ. 107-122.
20. Σύμφωνα μέ τόν Εὐάγριο τόν Σχολαστικό,Ἐκκλησιαστική ἱστορία, 20.
21. Βιβλιοθήκη, 183-4.
22. Πασχάλιον χρονικόν, 585.
23. PG 37, στ. 1526-28. Ἐπιπλέον οἱ ὁμηρικοί στίχοι:  Ἐν μὲν γαῖαν ἔτευξ’, ἐν δ’ οὐρανόν, ἐν δὲ θάλασσαν, ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ’ οὐρανὸς ἐστεφάνωται θεωρήθηκαν ὡς ἀναφερόμενοι στήν θεία δημιουργία ἀπό τόν Ἰουστῖνο, τόν Κλήμεντα τόν Ἀλεξανδρέα καί τόν Εὐσέβιο Καισαρείας.

 ΠΗΓΗ: «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η «ΟΜΗΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ» ΚΑΙ Η «ΔΑΣΚΑΛΟΠΕΤΡΑ» ΤΟΥ ΧΙΩΤΗ ΟΜΗΡΟΥ

Η «ΟΜΗΡΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ»
ΚΑΙ Η «ΔΑΣΚΑΛΟΠΕΤΡΑ» ΤΟΥ ΧΙΩΤΗ ΟΜΗΡΟΥ

 .     Γιὰ δεκάτη πέμπτη συνεχῆ χρονιὰ συνεχίζονται στὴν Χίο, ποὺ θεωρεῖται ἡ πατρίδα τοῦ ποιητῆ Ὁμήρου, οἱ ἐπιστημονικὲς καὶ πολιτιστικὲς δραστηριότητες τῆς Ὁμηρικῆς Ἀκαδημίας τῆς EUROCLASSICA, ὑπὸ τὴν Αἰγίδα τοῦ Προέδρου τῆς  Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας. (βλ. σχετ. ἐδῶ: EUROCLASSICA). Διακεκριμένοι Ἀκαδημαϊκοί, Καθηγητὲς Πανεπιστημίων, διδάκτορες, ἐρευνητὲς καὶ φοιτητές, ἀπὸ Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης, τῆς Ἑλλάδας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, βρίσκονται στὸ μυροβόλο νησὶ ἀπὸ τὶς 10 ἕως καὶ τὶς 17 Ἰουλίου γιὰ νὰ λάβουν μέρος στὶς ἐργασίες, ἡ ἔναρξη τῶν ὁποίων ἔλαβε χώρα τὴν παρελθοῦσα Κυριακὴ 10 Ἰουλίου στὶς 11.00 π.μ. στὸ Ὁμήρειο πνευματικὸ Κέντρο Χίου.

 ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ἀπὸ Φίλους τῆς «ΧΡ. ΒΙΒΛ.» καὶ http://www.kosmos936.gr

 Κατωτέρω ἀναρτᾶται ἀπὸ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.» περίληψη Εἰσηγήσεως
τῆς κ.
Ἀθηνᾶς Κ. Ζαχαροῦ – Λουτράρη, δ. Φ.,
σχετικῶς πρὸς τὴν τεκμηρίωση τῆς χιακῆς καταγωγῆς
καὶ ταυτότητος τοῦ Ὁμήρου.

 Δασκαλόπετρα – Ὅµηρος
Τῆς ΑΘΗΝΑΣ Κ. ΖΑΧΑΡΟΥ – ΛΟΥΤΡΑΡΗ, δ. Φ.

.        Ἡ Δασκαλόπετρα τοῦ Βροντάδου εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ µνηµεῖα τοῦ νησιοῦ. Συνδέθηκε µὲ τὴν παράδοση τοῦ Ὁµήρου καὶ θεωρήθηκε τὸ σχολεῖο τοῦ µεγάλου ποιητῆ.
.        Κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ὁ βράχος σὲ συνδυασµὸ µἐ τὸ ἄλσος, τὴν πηγὴ καὶ τὶς φυσικὲς κοιλότητες ἀποτελοῦσε ὑπαίθριο ἱερό τῆς θεᾶς Κυβέλης, ποὺ λατρευόταν στὴν περιοχή. Τὸ ἐπάνω µέρος του ἰσοπεδώθηκε ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα πεζούλι στὴν περιφέρεια καὶ ἕνα κυβικὸ ἔξαρμα στὸ κέντρο, ὅπου λαξεύτηκε τὸ αὐτολιθο ἄγαλµα τῆς θεᾶς. Αὐτὸ
.        Εἶχε τὴν μορφὴ τῶν πρωίµων ἀγαλµάτων, ποὺ παριστάνουν τὴν θεὰ καθισµένη σὲ θρόνο µέσα σὲ ναΐσκo. Ἡ πολιτεία ἢ κάποιος πλούσιος ἰδιώτης, κατὰ τὸν J. Boardman, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Κυβέλη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰώνα π.Χ.
.        Ἀνεβαίνοντας τὰ σκαλοπάτια τῆς δυτικῆς πλευρᾶς ὁ ἐπισκέπτης ἀντικρίζει τὸ µνηµεῖο φοβερὰ κατεστραµµένο. Λείπει ἐντελῶς τὸ ἐπάνω µέρος µὲ τὸ ἀέτωµα καὶ εἶναι φθαρµένη ἡ ἐπιφάνειά του. Στὴν κύρια ἀνατολικὴ πλευρά, διακρίνεται ἀνάγλυφη ἀκέφαλη µορφὴ καθισµένη σὲ θρόνο. Σὲ κάθε µία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἄλλες πλευρὲς εἰκονιζόταν ἕνα λιοντάρι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεχωρίζουν ἐλάχιστα µέρη.
.     Ὁ βράχος συνδέθηκε µὲ τὸν Ὅµηρο καὶ ὀνοµάστηκε Δασκαλόπετρα, πέτρα τοῦ Δασκάλου – Ὁµήρου. Ἡ σύνδεση ἔχει βαθιὲς ρίζες, καθὼς ἡ Χίος, ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, µπῆκε στὴ διαµάχη τῶν ἑπτὰ πόλεων ποὺ π.Χ. καὶ µὲ σηµαντικὰ ἐπιχειρήµατα ὑποστηρίζει τὴν διεκδίκησή της. Οἱ ἀρχαῖες µαρτυρίες, ὅπως τοῦ Σιµωνίδη: “Ἓν δὲ τὸ κάλλιστον Χῖος ἔειπεν ἀνήρ, οἵηπερ φύλλων γενεή, τοιῆδε καὶ ἀνδρῶν”, τοῦ Ὕµνου πρὸς τὸν Ἀπόλλωνα, ποὺ παραθέτει καὶ ὁ Θουκυδίδης: “τυφλὸς ἀνὴρ οἰκεῖ δὲ Χίῳ ἔνι παιπαλoέσσῃ”, τοῦ Εὐθυµένους, τοῦ Ἀλκιδάµαντος, τοῦ Θεοκρίτου, τοῦ Στράβωνος καὶ ἄλλων, προβάλλονται ὡς ἰσχυροὶ λόγοι γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῆς χιακῆς ἀπόψεως. Στὶς ἀρχαῖες ἐπίσης βιογραφίες καὶ ἰδιαίτερα στὴν σηµαντικότερη τοῦ Ψευδοηροδότου “Περὶ τῆς Όµήρου γενέσιος καὶ βιοτῆς” περιγράφεται διεξοδικὰ ἡ ζωὴ τοῦ Ὁµήρου στὸ νησὶ καὶ τὸ σχολεῖο, ποὺ εἶχε στὴν Χίο.
.     Καὶ ἄλλες ἐνδείξεις ἐπιστρατεύει ἡ Χίος γιὰ νὰ καρπωθεῖ τὸν τίτλο τῆς πατρίδας τοῦ ποιητῆ: στὴν Χίο ἔζησαν οἱ Ὁµηρίδες ραψωδοὶ καὶ ποιητές, ἡ Χιακὴ ἔκδοση ἦταν µία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες καὶ ἀκόµα οἱ Χιῶτες λάτρευαν τὸν Ὅµηρο ὡς τοπικὸ ἥρωα µὲ µεγάλες τιµές, µὲ τὴν τέλεση ἐπισήµων ἀγώνων ἀνὰ πενταετία, τὴν ἵδρυση τοῦ Ὁµηρείου Γυµνασίου, ὅπως µαρτυρεῖ ἐπιγραφή, καὶ τὴν κοπὴ νοµισµάτων µὲ τὴν µορφή του. Πιθανὸν στὸν χῶρο αὐτὸ σὲ συνδυασµὸ µὲ τὴν λατρεία τῆς Κυβέλης νὰ ὑπῆρχε καὶ βωµὸς τοῦ ποιητῆ, ὅπου τελοῦνταν οἱ σχετικὲς ἱεροτελεστίες, ποὺ περιελάµβαναν καὶ ποιητικοὺς ἀγῶνες, τὴν ὀργάνωση τῶν ὁποίων εἶχαν οἱ Ὁµηρίδες.
.     Ἔτσι ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, τὸ ὄνοµα τοῦ θείου ἀοιδοῦ συνδέθηκε µἐ τὸν τόπο µας καὶ µἐ αὐτὸ τὸν βράχο, ποὺ πάντοτε προξενοῦσε ζωηρὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἦταν τὸ κυριότερο ἀξιοθέατο τοῦ νησιοῦ γιὰ τοὺς περιηγητές, ποὺ κατέφθαναν ἀπὸ ὅλα τὰ µέρη. Σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ περιηγητικὰ χρονικά, ἀναφερέται τὸ μνημεῖο μὲ ποικίλες περιγραφές, ἑρµηνεῖες καὶ ἀναπαραστάσεις (ὁ B. Pococke µάλιστα τὸ ἀναπαριστάνει σχεδιάζοντας τὸν ποιητὴ ἀναµεσα σὲ δύο Μοῦσες).
.    Καθὼς ἡ παράδοση πέρασε στὴν ἱστορία, ἡ Δασκαλόπετρα τοῦ Βροντάδου, ποὺ συνδέθηκε µὲ τὸν µεγάλο Δάσκαλο καὶ τὸ µαγευτικὸ αὐτὸ τοπίο µὲ τὶς ποιητικὲς καρδιὲς τῶν Ὁµηριδῶν, αἰῶνες τώρα, προβάλλεται ὡς ὁ τόπος ποὺ δίδασκε ὁ θεῖος Ὅµηρος. Καὶ οἱ Χιῶτες ἀπὸ τὸν σοφὸ Λέοντα Ἀλάτιο µέχρι τὸν Κ. Παπαζῆ καὶ τὸν Κ. Ἄµαντο καὶ τοὺς νεωτέρους, τονίζουν αὐτὴ τὴν παράδοση γιὰ τὸν Ὅµηρο, ἐνισχύοντας τὴν ἄποψη ὅτι στὰ χώµατα καὶ τοὺς βράχους αὐτοῦ τοῦ τόπου ἔζησε ὁ µεγαλύτερος ποιητὴς τῶν αἰώνων.

,

Σχολιάστε

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΣΤΗΝ… ΚΑΡΔΙΑ

« μηρος κάνει καλ στν… καρδι»

Ἐπιστήμονες ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἀπαγγελία τῆς Ὀδύσσειας καὶ τῆς Ἰλιάδας συγχρονίζει ἀναπνοὴ καὶ παλμούς. «Ὁ Ὅμηρος κάνει καλὸ στὴν καρδιά», ἰσχυρίζονται Εὐρωπαῖοι ἐπιστήμονες, παραπέμποντας στὴν ἀφηγηματικὴ τεχνική τοῦ μεγάλου ἀρχαίου ἐπικοῦ καὶ στὶς ἐπιδράσεις ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχουν τὰ ἔργα του ὄχι μόνο στὴν νόηση ἀλλὰ καὶ στὴν ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπινου σώματος. Σὲ ἔρευνα ποὺ δημοσιεύει τὸ «American Journal of Physiology» ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ ξεχωριστὸς ρυθμός, ὁ λεγόμενος δακτυλικὸς ἑξάμετρος, τὸ ἀρχαιότερο μέτρο ποίησης μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ὅμηρος ἐπέλεξε νὰ γράψει τὰ ἔπη τῆς «Ὀδύσσειας» καὶ τῆς «Ἰλιάδας», ἐπιδρᾶ θετικὰ στὸν συγχρονισμὸ τῆς ἀναπνοῆς καὶ τῶν παλμῶν τῆς καρδιᾶς, ὅταν κάποιος τὰ ἀπαγγέλλει.

Ἀργὲς ἀνάσες

Ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ ἐπιστήμονες, μὲ τὴν ἀπαγγελία στίχων ὑπὸ αὐτὴν τὴν μορφὴ μποροῦν νὰ ἐπιτευχθοῦν ἀργὲς ἀνάσες ποὺ βοηθοῦν τόσο στὴν καρδιακὴ λειτουργία ὅσο καὶ στὴν σωστὴ ἀναπνοή. Παρακολουθώντας συστηματικὰ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ ὀργανισμοῦ 20 ἀτόμων κατὰ τὴν διάρκεια ἀπαγγελίας στίχων ἀπὸ τὴν Ὁμηρικὴ «Ὀδύσσεια», ἀνακάλυψαν μία ἐκπληκτικὴ ἐπίδραση στὸν συγχρονισμὸ τῶν ἀναπνοῶν καὶ τῶν καρδιακῶν παλμῶν. «Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ ἑξάμετρο βοηθᾶ τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ νὰ βρεῖ τὸν δικό του σωστὸ ρυθμό», ὑποστηρίζουν οἱ ἐρευνητές. Θεωρεῖται μία ἀνακάλυψη ἰδιαίτερα σημαντική, τόσο γιὰ τὴν κατανόηση τῶν μηχανισμῶν ποὺ βοηθοῦν στὴν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς ἀναπνοῆς ὅσο καὶ γιὰ τὴν θεραπεία καρδιακῶν παθήσεων.

Σωστὸς τονισμὸς

Ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ, ἐπιδροῦν θετικὰ κυρίως στὸ κυκλοφορικὸ σύστημα τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καθὼς ὅταν κάποιος τὰ ἀπαγγέλλει μὲ τὸν σωστὸ τρόπο ἡ ἀναπνοή του περιορίζεται σὲ ἕξι εἰσπνοὲς τὸ λεπτό, κάτι ποὺ βοηθᾶ τὴν καρδιὰ νὰ λειτουργεῖ ἀποτελεσματικά. Ἄλλες ἔρευνες ἔχουν ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀπαγγελία τους μειώνει τὴν πίεση καὶ εὐνοεῖ τὴν ἀποτελεσματικὴ λειτουργία τῶν πνευμόνων. Ὅσο γιὰ τὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη, οἱ ἐπιστήμονες ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διαβάσει κανεὶς καὶ τοὺς 12.000 στίχους τῆς «Ὀδύσσειας», ἀρκεῖ νὰ ἀπαγγείλει λίγες στροφὲς περπατώντας καὶ ἀκολουθώντας τὸν τονισμὸ τῶν συλλαβῶν.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ»

 

,

Σχολιάστε