Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ὁμοφυλοφιλία

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-3

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
-Γ´-

τοῦ Ἰωάννη Ν. Μαρκᾶ,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)
Ὁμιλία στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 06.11.2019

Μέρος Α´: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-1
Μέρος Β´: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-2

.             Καὶ ποιά θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ γενικὴ ἠθική, ποὺ θὰ γιγαντώσει τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας στὴν ἀνθρωπότητα; Θα εἶναι αὐτὴ ἡ ἔκφυλη ἠθικὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε τὸν καιρὸ τοῦ Νῶε καὶ τοῦ Λώτ, ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. Ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν· ᾗ δὲ ἡμέρα ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾽ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρα ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.» [61].
.             Μὲ βάση λοιπὸν τὸν συγκλονιστικὸ αὐτὸ προειδοποιητικὸ λόγο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀναφορὰ ποὺ κάνει γύρω ἀπὸ τὴν ἠθικὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε καὶ τῶν Σοδόμων, ἀντιλαμβανόμαστε πὼς στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου, κατ’ ἐξοχὴν σημεῖο ἀναφορᾶς αὐτῆς τῆς ἠθικῆς παρακμῆς θὰ εἶναι (καὶ) ἡ ὁμοφυλοφιλία. Κοινό στοιχεῖο τῶν δύο ἐποχῶν καὶ πρωτογενὲς αἴτιο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἡ ὑπερηφάνεια [62] καὶ δευτερευόντως ἡ καλοπέραση [63]. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ: «πλὴν τοῦτο τὸ ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου, ὑπερηφανία· ἐν πλησμονῇ ἄρτων καὶ ἐν εὐθηνίᾳ οἴνου ἐσπατάλων αὐτὴ καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς.» [64]. Ἡ σύνδεση αὐτὴ μᾶς φέρνει ἀμέσως στὸ νοῦ τὴν ἀποστροφὴ ποὺ ἔνιωσε ὁ Θεὸς μπροστὰ στὴν ἀκόλαστη κοινωνία τῶν Σοδόμων [65], κάτι ποὺ τὸν ἐξώθησε στὴν ἀπόφαση νὰ καταστρέψει ὁλοσχερῶς τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴ σημερινὴ «Νεκρὰ Θάλασσα» [66], ὡς μία προειδοποίηση γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ κυρίως τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν · «ὅπως τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα καὶ οἱ γύρω τους πόλεις, ποὺ καταπόρνευσαν μὲ τρόπο ὅμοιο μὲ αὐτοὺς καὶ πῆγαν πίσω ἀπὸ διαφορετικὴ σάρκα, εἶναι μπροστά μας παράδειγμα, ἀφοῦ τιμωρήθηκαν μὲ καταδίκη αἰώνιας φωτιᾶς»[67].
.             Ἔτσι λοιπόν, οἱ περιοχὲς πέριξ τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρων πλήρωσαν μὲ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου τὴν ἀλαζονεία καὶ τὴν ὑπερηφάνειά τους ἀπέναντι στὴν καταπάτηση τῶν φυσικῶν νόμων καὶ λειτουργιῶν ποὺ θέσπισε ὁ Θεὸς στὸν κτιστὸ κόσμο· «καὶ ἐμεγαλαύχουν καὶ ἐποίησαν ἀνομήματα ἐνώπιον ἐμοῦ, καὶ ἐξῇρα αὐτὰς καθὼς εἶδον», θὰ μᾶς ἑρμηνεύσει ξανὰ ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ [68]. Η τιμωρία ὅμως τῶν ἀνόμων τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν θὰ εἶναι κατὰ πολὺ βαρύτερη ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοινωνίας τῶν Σοδόμων, διότι, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ σοδομίτες εἶχαν κι ἕνα ἐλαφρυντικό, ἄσχετα ἐὰν αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τοὺς σώσει: τὸ γεγονὸς πὼς ἔζησαν στὴν πρὸ Νόμου ἐποχὴ καὶ δὲν γνώριζαν μὲ ἀκρίβεια αὐτὰ ποὺ γνώριζαν ὅσοι ἔζησαν μετὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος τοὺς παρέδωσε, μόλις κατέβηκε ἀπὸ τὸ Σινά, γραπτῶς τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, στὴν περίπτωσή τους θὰ ἰσχύσει ὅ, τι ἴσχυσε στὴν περίπτωση, ὄπου «ὁ μὲν Κάιν ἑπτὰ φορὰς ἐτιμωρήθη, ὁ δὲ Λάμεχ ἑπτὰ φορὰς τὸ ἑβδομήκοντα» [69], ἂν καὶ ὁ τελευταῖος διέπραξε τὸ ὅμοιο ἁμάρτημα τοῦ φόνου [70].
.             Στὸ ἴδιο μῆκος κύματος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει συμπληρωματικά, πρὸς σωφρονισμὸ ὅσων συνεχίζουν νὰ ἀσεβοῦν, τὰ ἑξῆς: «τί λοιπόν; Ἐπειδὴ τιμωρήθηκαν ἐκεῖνοι μὲ τέτοιο τρόπο, δὲν ὑπάρχουν καὶ τώρα πολλοὶ ποὺ διαπράττουν τὰ ἴδια ἁμαρτήματα μὲ ἐκείνους καὶ ὅμως δὲν τιμωροῦνται; Ναί· ὅμως αὐτὸ θὰ προκαλέσει μεγαλύτερη τιμωρία σὲ αὐτοὺς ποὺ πίπτουν στὰ ἴδια παραπτώματα. Ὅταν δὲν συνετιζόμαστε οὔτε ἀπὸ τὰ ὅσα συνέβησαν σὲ ἐκείνους, οὔτε κερδίζουμε κάτι ἀπὸ τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, σκέψου, ὅτι καθιστοῦμε σφοδρότερο ἐκεῖνο τὸ ἄσβεστο πῦρ ἐναντίον καὶ κάνουμε τὸν σκώληκα φοβερότερο.» [71].
.             Ἄρα, ἂς μὴν ὑπάρχει ἐπανάπαυση στὴ σημερινὴ ἐποχὴ καὶ σκόπιμη παρερμηνεία τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν ἐσχατολογικὴ γραμματεία, ἅπαντες συγκλίνουν κι αὐτοὶ μὲ τὴ σειρά τους στὴν ἄποψη πὼς οἱ ἄλογες ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων θὰ κυριαρχήσουν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀφήνοντας ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν ὡς παρακαταθήκη μία σειρὰ προφητειῶν ποὺ μᾶς προειδοποιοῦν συγκεκριμένα γιὰ τὰ ἐπερχόμενα σημεῖα τῶν καιρῶν. Μάλιστα, μία ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς προφητεῖες στὴν πατερικὴ γραμματεία κάνει λόγο ἀνοιχτὰ γιὰ τὸ θέμα τῆς ὁμοφυλοφιλίας καὶ εἶναι αὐτὴ τοῦ –ἐκ Δύσεως ὁρμώμενου καὶ ἄριστου γνώστη τῆς παραδόσεως τῆς Ἀνατολῆς- ἁγίου Ἱερώνυμου (347-420 μ. Χ.), ποὺ ἀναφέρει, κατὰ τρόπο ξεκάθαρο, πὼς «ὅταν θὰ πολλύνει ἡ ἀρσενοκοιτία πάνω στὴ γῆ, τότε θὰ καταστραφεῖ ὁ κόσμος καὶ θὰ ἔρθει ὁ Χριστὸς ξανὰ στὴ γῆ» [72].
.             Στὴν ἴδια κατεύθυνση καὶ ἀκόμα πιὸ ἀναλυτικὸς ὁ ὅσιος Νεῖλος ὁ Μυροβλήτης προφητεύει γιὰ τὴν ἐποχή μας , λέγοντας τὰ ἑξῆς: «…Κατὰ τὸ 1900 ἔτος, βαδίζοντες πρὸς τὸν μεσασμὸ τοῦ 8ου αἰῶνος, ἄρχεται ὁ κόσμος τοῦ καιροῦ ἐκείνου νὰ γίνεται ἀγνώριστος. Ὅταν πλησιάσει ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου, θὰ σκοτισθῆ ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ πάθη τῆς σάρκας, καὶ θὰ πληθυνθεῖ σφόδρα ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀνομία. Τότε ἄρχεται ὁ κόσμος νὰ γίνεται ἀγνώριστος… Θὰ μετασχηματίζονται οἱ μορφὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν θὰ γνωρίζονται οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες διὰ τῆς ἀναισχύντου ἐνδυμασίας καὶ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς (…………) Οἱ πορνεῖες, μοιχεῖες, ἀρσενοκοιτίες, κλοπὲς καὶ φόνοι θὰ πολιτεύονται ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς μεγίστης ἁμαρτίας καὶ ἀσελγείας οἱ ἄνθρωποι θέλουν στερηθεῖ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅπου ἔλαβαν εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα καθὼς καὶ τὴν τύψιν καὶ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως (…………….)» [73].
.                 Ἂς ἀρκεστοῦμε ὅμως σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἐνδεικτικὲς προφητεῖες. Τὸ ἂν ἐκπληρώνονται αὐτὲς σήμερα, ἐκτιμοῦμε πὼς μπορεῖ εὔκολα ὁ κάθε πιστός της ἐποχῆς μας νὰ κάνει τὴν σχετικὴ ἀναγωγὴ καὶ νὰ βρεῖ τὴ σωστὴ ἀπάντηση. Ἄλλωστε, σὲ κάθε περίπτωση, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μᾶς ἔδωσε τὰ κριτήρια ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, πάντα μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ βρισκόμαστε σὲ κατάσταση διαρκοῦς νήψεως καὶ αὐξημένης ἑτοιμότητας· « Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος· οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς ἐστιν ἐπὶ θύραις.» [74] .

Δ΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὴν ὁμοφυλοφιλία

.             Ἡ παροῦσα ὁμιλία ἀναλώθηκε στὸ νὰ καταδείξει, κατὰ τὸ δυνατὸν ὅσο πιὸ διεξοδικὰ καὶ μέσα ἀπὸ πολλὲς ὀπτικὲς γωνίες, τὶς σοβαρὲς σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις ποὺ ἐπιφέρει στὸν ἄνθρωπο τὸ κορυφαῖο σαρκικὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Ἐκτιμοῦμε πὼς ἡ ἀναίδεια, μὲ τὴν ὁποία ἐξαπλώνεται στὶς μέρες μας ἡ παρὰ φύσιν –ὀργανικὰ- πορνεία, ἔχει ὡς θεμέλιο καὶ βάση τὴν παραχαλάρωση τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος, πάνω στὰ κατὰ φύσιν –ὀργανικὰ- πορνικὰ ἁμαρτήματα. Εἶναι πασίδηλο πὼς τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἔπαψε νὰ ἀκούγεται ἀπὸ ἄμβωνος ἡ πατερικὴ γνωμοδότηση πὼς γενικότερα ἡ πορνεία εἶναι θανάσιμο ἁμάρτημα, μὲ ἐξ ἴσου ὀλέθριες σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις. Αὐτὴ ἡ σιγὴ ἀσυρμάτου, ἢ ἀκόμη καὶ ἡ ἀμνήστευση τῶν σαρκικῶν ἁμαρτημάτων ἐκ μέρους ὁρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν καὶ ποιμένων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀνελέητο βομβαρδισμὸ ποὺ δέχεται ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ γνωστὰ κέντρα ποὺ προωθοῦν τὸν «Πανσεξουαλισμό», λειτούργησε σὰν μία χιονοστιβάδα στὴν κοινωνία, ποὺ πλέον εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἐλεγχθεῖ. Καὶ ὄντως ἡ αἴσθηση ποὺ ὑπάρχει εἶναι ὅτι στὴν ἐποχή μας, ἡ κατάσταση πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα μοιάζει νὰ εἶναι ἀνεξέλεγκτη. Τὰ πάθη ἔχουν γιγαντωθεῖ καὶ ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ τὸν οἶνο τῆς πορνείας, ὅπως ἀναφέρει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη: «ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ᾽ αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.» [75].
.             Κάνοντας στὸ σημεῖο αὐτὸ μία σχετικὴ χρήσιμη παρένθεση, θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἐπισημαίνει μέσα ἀπὸ τὴν θεόπνευστη διδασκαλία του, τὸ πόσο τραγικὸ εἶναι νὰ ἀφήνεις τὰ πάθη νὰ γιγαντώνονται. Τονίζει δὲ μὲ παραβολικὸ τρόπο πὼς τὰ πάθη ὁμοιάζουν μὲ σκυλάκια, ποὺ συνηθίζουν νὰ τριγυρίζουν στὰ σφαγεῖα καὶ φεύγουν μόνο ἂν τὰ φωνάξεις ἐναντίον τους, διαφορετικά, ἂν τὰ ἀφήσεις, ὁρμοῦν στὰ κρέατα σὰν ὑπερμεγέθη λιοντάρια. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνιστᾶ: «Ἐξουδένωσον τὴν μικρὰν ἐπιθυμίαν, ἵνα μὴ ἐνθυμηθῇς τὴν σφοδρότητα τῆς πυρώσεως αὐτῆς. Διότι ἡ ὑπὲρ τῶν μικρῶν πραγμάτων ὑπομονὴ τῶν μεγάλων πραγμάτων τὸν κίνδυνο ἀποσοβεῖ. Ἀδύνατον γὰρ κατακρατῆσαι τῶν μεγάλων πραγμάτων, ἐὰν μὴ νικήσῃς τὰ εὐτελέστερα» [76].
.             Παρόλη ὅμως τὴ δύσκολη κατάσταση ποὺ ἔχει διαμορφωθεῖ στὴν ἐποχή μας καὶ παρόλο τὸ βομβαρδισμὸ ποὺ δεχόμαστε ὑπὲρ τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἡ ἐντολὴ ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εἶναι νὰ μὴν ἀδιαφοροῦμε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Γιατί, ἂν αὐτοὶ ποὺ ἀναμειγνύονται σὲ ἀπαγορευμένα ἔργα, διαπράττουν μολυσμὸ τῆς σαρκός, ὅσοι τοὺς παρακολουθοῦν καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν κατάντια τους, αὐτοὶ διαπράττουν μολυσμὸ τοῦ πνεύματος, θὰ μᾶς πεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος [77]. Πῶς λοιπὸν πρακτικὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ βοηθήσει; Καταρχάς, ἀποκτώντας τὴν προαίρεση τοῦ Λώτ, ἀπαντᾶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Βλέποντας τοὺς ἀδελφούς μας νὰ βρίσκονται στὸ βάραθρο τῆς ἀσέβειας καὶ σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὸ φάρυγγα τοῦ διαβόλου, νὰ ἐκφέρουμε μερικὲς φορὲς καὶ ἐφ᾽ ὅσον οἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουν, κάποιο λόγο ἐποικοδομητικό, μία συμβουλὴ ἢ μία παραίνεση [78].
.             Προέχει ἑπομένως, ὡς ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, νὰ λέμε τὰ πράγματα μὲ τὸ ὄνομά τους. Νὰ μεταφέρουμε ἀνόθευτη τὴ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ νὰ τονίζουμε διαρκῶς, ὅπως προαναφέραμε, τὶς ἀρνητικὲς σωτηριολογικὲς συνέπειες ποὺ ἔχει ἡ θανάσιμη ἁμαρτία ποὺ λέγεται ὁμοφυλοφιλία, προτρέποντας σὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση σὲ ὅσους καλοπροαίρετα ρωτοῦν, διότι πολλοὶ ποὺ νοσοῦν ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀσθένεια, δὲν ἔχουν τὴν αἴσθηση πὼς νοσοῦν, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀγνοοῦν τὰ περὶ ψυχικῆς ὑγείας ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου [79]. Ας μιμηθοῦμε λοιπὸν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο κι ἂς ἐπαναλαμβάνουμε διαρκῶς τὰ λόγια του: «μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοίται οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.» [80]. Διότι στὸ θέμα αὐτὸ δὲν χωροῦν ἐκπτώσεις καὶ ἅπαντες θὰ πρέπει νὰ ἔχουν στὸ νοῦ τους αὐτὸν τὸν δυσμενῆ παύλειο στίχο. Ὅπως φυσικὰ θὰ πρέπει νὰ ἔχουν στὸ νοῦ τους καὶ τὸν ἑπόμενο εὐμενῆ παύλειο στίχο, ἐφ᾽ ὅσον ὑπάρξει πραγματικὴ μετάνοια: «καὶ ταῦτα τινὲς ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.» [81].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[1] PG 37, 1377

[2] Ἁγίου Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ὁμιλία Ε΄, PG 34, 493

[3] Ἁγίου Ἰσαὰκ Σύρου, ΠΓ΄. Περὶ ψυχῆς καὶ παθῶν καὶ καθαρότητας τοῦ νοῦ κατὰ ἐρωταπόκριση, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Γ, σελ. 200.

[4] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Διάλογος κατὰ Μανιχαίων, PG94, 1505-1584.

[5] «Πάντα μὲν οὒν ἄτιμα τὰ πάθη, μάλιστα δὲ ἡ κατὰ τῶν ἀρρένων μανία», Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία Ε΄.=Δ΄. , PG60, 415.

[6] Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 38, PG36, 321.

[7] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, κς΄. Περὶ ἀνθρώπου, Ἔκδοσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως, PG94, 917.

[8] Μεγάλου Βασιλείου, Η΄. Εἰς τὸ «Πρόσεχε σεαυτῷ», PG31, 197.

[9] Αὐτὴ τὴν παρατήρηση ἂς τὴν προσέξουν ἰδιαιτέρως οἱ ἐραστὲς τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας, οἱ ὁποῖοι δηλητηριασμένοι καθὼς εἶναι ἀπὸ τὰ «θεολογικὰ» λήμματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ, φτάνουν στὴ βλασφημία νὰ εἰσάγουν «φύλο» στὸ Θεό, καὶ νὰ ὁμιλοῦν μὲ ἀφροσύνη περὶ «θηλυκῆς πλευρᾶς» τοῦ Θεοῦ, στὰ πλαίσια τῆς λεγόμενης φεμινιστικῆς θεολογίας.

[10] Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ις΄. Ἐξέταση τοῦ θείου ρητοῦ ποὺ λέγει «ἂς κάνομε ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση δική μας», PG44, 177.

[11] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ε΄. Περὶ ἀντιλογίας πρὸς Θεόν, καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἀντιλέγειν ἢ δικαιολογεῖσθαι πρὸς Θεόν, PG95, 1093.

[12] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, η΄. Περὶ τῆς ἀνθρώπου πλάσεως καὶ κατασκευῆς, PG95, 1097.

[13] Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη, Ἡ σωτηριολογία τοῦ Λούθηρου-Συμβολὴ στὴ μελέτη τῆς Θεολογίας τοῦ Λούθηρου ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη, Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2007, σέλ. 40.

[14]  ὅ. π. , σέλ. 58.

[15]  Ἐπιπλέον ὁ Λούθηρος ἔφτασε στὸν παραλογισμὸ νὰ «δογματίσει» πὼς ἀρκεῖ μόνον ἡ πίστη (sola fide) γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἀκόμα κι αὐτὴ (ἡ πίστη) ἀποτελεῖ δῶρο τῆς θείας βούλησης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθεῖ ἐκ τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου.

[16]  Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Β΄. «Ἐνῶ καὶ ἐκληρώθημεν προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος αὐτοῦ κτλ.», PG62, 17.

[17]  Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, κζ΄. Περὶ ἡδονῶν, PG94, 929.

[18] Ἁγίου Ἰωάννου Σιναΐτου, ΚΛΙΜΑΞ, Λόγος ΙΕ΄, Περὶ Ἁγνείας, Ι. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 1999, σέλ. 216.

[19]  Στὴν πραγματικότητα, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, στὸ σημεῖο αὐτό, ἑρμηνεύει τὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήση ἄνθρωπος ἐκτός του σώματος ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.», Ἃ΄ Κόρ. στ΄ 18.

[20] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό, «Πᾶν ἁμάρτημα, ὁ ἐὰν ποιήση ἄνθρωπος, ἐκτός του σώματος ἐστίν», PG64, 465.

[21] Στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ διευκρινίσουμε πὼς ἀκόμα καὶ ἡ συνήθης πορνικὴ σχέση μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἀποτελεῖ μία παρὰ φύση κατάσταση, μὲ τὴν ἔννοια πὼς κάθε τί ποὺ κινεῖται ἔξω ἀπὸ τὸ κατὰ φύση τῆς δημιουργίας εἶναι μία παρὰ φύση κατάσταση καὶ ἄρα ἁμαρτία. «Μόνο ἡ ἁμαρτία εἶναι παρὰ φύση, ποὺ εἶναι ἑκούσιο καὶ αὐθαίρετο, κάκιστο πάθος καὶ φθορὰ τῆς ψυχῆς», θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς (PG95, 109). Ἑπομένως, ὁ ἐσκεμμένος διαχωρισμὸς ποὺ κάνουν οἱ Πατέρες ἀνάμεσα σὲ κατὰ φύσιν καὶ παρὰ φύσιν πορνεία, γίνεται καθαρὰ μὲ ὅρους ἀνθρώπινης φυσιολογίας καὶ βιολογίας, μὲ σκοπὸ νὰ παρουσιαστεῖ, ὄχι ἡ δικαίωση τῆς «φυσιολογικῆς» πορνείας, ἀλλὰ τὸ μέγεθος τῆς ἀνατροπῆς αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς δημιουργίας ἀπὸ τὴν παρὰ φύσιν πορνεία.

[22] Γέν. 1, 26

[23] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ε΄.=Δ΄. «Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας κτλ.», PG60, 415.

[24] Γέν. 1, 27

[25] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ παρθενίας, PG94, 1205.

[26] Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, α. Μερικὴ φυσιολογία γιὰ τὴν κτίση τοῦ κόσμου καὶ τὴν πλάση τοῦ Ἀδάμ, ΕΠΕ, τόμος 19Β, σέλ. 104-112.

[27] Γέν. 2, 18

[28] Γέν. 2, 20

[29] Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Ἀδὰμ δὲν τρόμαξε, οὔτε ἐνίωσε ἔκπληξη ὅταν εἶδε ἐνώπιόν του τὴν Εὕα γιὰ πρώτη φορά, ἀντιθέτως τὴν ἀναγνώρισε ἀμέσως καὶ ἀναφώνησε «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου», Γέν. 2, 23.

[30] Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Δ΄. Γιατί δημιούργησε τὴ γυναίκα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ, PG75, 1421.

[31] Ἁγίου Ἰσίδωρου Πηλουσιώτη, 243. Στὸν Εὐδαίμονα. Στὸ χωρίο «Αὐτὴ θὰ ὀνομασθεῖ γυναίκα ἐπειδὴ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα της», PG78, 921.

[32] Γέν. 2, 23  «αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὔτη».

[33] Γέν. 2, 22

[34] Γέν. 2, 24

[35] Ὅλα αὐτὰ ἐπαναλαμβάνουμε καθίστανται νόμιμα πνευματικῶς μόνο μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Γάμου, τὸ ὁποῖο τελεῖται «εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.» (Ἐφεσ. ἐ΄ 32). Ἐκεῖ ποὺ τὸ ἀνδρόγυνο καλεῖται νὰ ἀθληθεῖ καὶ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν παλαίστρα τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ νὰ ἐκπληρώσει, μέσα ἀπὸ τὶς χαρές, τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ παρόντος βίου, τὴν σωτηριολογικὴ τοῦ πορεία. Σὲ μία τέτοια ἐπιτυχημένη -ὡς πρὸς τὸ σωτηριολογικὸ σκέλος- πορεία, ἡ δυαδικὴ σχέση τοῦ ζευγαριοῦ, ἀναβαθμίζεται κατὰ χάριν καὶ ἁγιοπνευματικῶς σὲ τριαδικὴ σχέση, συμπορευόμενοι στὴ σχέση τους μὲ τὸν Χριστὸ καὶ προγευόμενοι τῆς μελλούσης βασιλείας τῶν Οὐρανῶν «ἐδῶ καὶ τώρα» μὲ τὴ μορφὴ ἀρραβώνα.

[36] Γέν. 1, 31

[37] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ε΄.=Δ΄. «Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας κτλ.», PG60, 415.

[38] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, μβ΄. Ἑξαναστάντες δὲ οἱ ἄνδρες ἐπέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας, PG54, 385.

[39] Παροιμ. 11, 20

[40] Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων, Περὶ παιδεραστίας, πορνείας καὶ μοιχείας καὶ ἀποφυγῆς αὐτῶν, PG1, 984.

[41] Α΄ Ἰω. γ΄ 8

[42] Ἁγίου Μακαρίου Αἰγυπτίου, Β΄. Περὶ τῆς βασιλείας τοῦ σκότους, δηλαδὴ τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὅτι μόνος ὁ Θεὸς μπορεῖ ν’ ἀφαιρεῖ ἀπὸ μᾶς τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ ἄρχοντα τοῦ πονηροῦ ΄, PG34, 464.

[43] Ὁσίου Νείλου, β΄. Περὶ πορνείας, PG79, 1444.

[44] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ΚΗ΄. Ἐμβάντι δὲ αὐτῶ εἰς τὸ πλοῖον, ἠκολούθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ κτλ., PG57, 349.

[45] Βλ. σχετικῶς Ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, Ἐκδοτικὸς Οἴκος «Ἀστήρ», Ἀθήνα 1987.

[46] π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, Νεοσατανισμὸς-Ὀρθόδοξη θεώρηση καὶ ἀντιμετώπιση, Ἐκδόσεις Διάλογος, Ἀθήνα 1996, σέλ. 118.

[47] Βλ. ὅ. π. , σελ. 119-120, 203 καὶ 205.

[48] Βλ. ὅ. π. , σελ. 63.

[49] Βλ. ὅ. π. , σελ. 119.

[50] Βλ. ὅ. π. , σελ. 204.

[51] Βλ. ὅ. π. , σελ. 124-125.

[52] Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ στενὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ νεοσατανισμὸ καὶ τὴν ὁμοφυλοφιλία, ἐκδηλώνεται στὴν ἐποχὴ μᾶς ἀπροκάλυπτα πλέον. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ τελετὴ τοῦ 2014 τῶν μουσικῶν βραβείων Grammys, ἡ ὁποία ἐξελίχθηκε σὲ μία γιορτὴ ἀποθέωσης τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καὶ τῆς ὁμοφυλοφιλικῆς ἀτζέντας, μὲ ἕνα καταιγισμὸ συγκεκριμένων μηνυμάτων καὶ συμβολισμῶν. Παρόλο τὸ φυσιολογικὸ μούδιασμα ἐκ μέρους τῶν θεατῶν, ὅπως γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ δὲν καταγράφηκε σχετικὸς προβληματισμὸς ἢ ἀντίδραση. Συνήθως ἡ στάση ποὺ κρατᾶ ὁ ἀποχριστιανισμένος δυτικὸς κόσμος, μετὰ τὸ ἀρχικὸ σὸκ ποὺ ὑφίσταται, εἶναι ἡ ἁπλὴ παρακολούθηση τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν συνήθεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τελικά, στὴν ἀδιαφορία. Γιὰ περισσότερα, βλ. σχετικὰ στὴν ἱστοσελίδα: redskywarning.blogspot.gr/2014/01/grammys.html

[53] π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου, Νεοσατανισμὸς-Ὀρθόδοξη θεώρηση καὶ ἀντιμετώπιση, Ἐκδόσεις Διάλογος, Ἀθήνα 1996, σέλ. 149.

[54] Βλ. ὅ. π. , σέλ. 138-139.

[55] Ἁγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Πρὸ Φώτων, Κυριακοδρόμιον, Ἅγιον Ὅρος, σέλ. 644.

[56] Β΄ Θεσ. β΄ 7

[57] Β΄ Θεσ. β΄ 8

[58] Β΄ Θεσ. β΄ 3

[59] Ἰω. ε΄ 43

[60] Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, Θαύματα καὶ σημεῖα, Ἔκδοση Ι.Μ. Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2000, σέλ. 47-48.

[61] Λούκ. ἲζ΄ 26-30

[62] Δὲν εἶναι λοιπὸν τυχαῖο πὼς τὸ ἁμαρτωλὸ στοιχεῖο τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ σήμερα ὡς βασικὸ σύνθημα στὶς διάφορες αἰσχρὲς ποικιλόμορφες ἐκδηλώσεις ποὺ διεξάγονται, στὰ πλαίσια τῆς προπαγάνδας ποὺ συντελεῖται ὑπὲρ τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Αὐτὸ φανερώνει καὶ τὰ ἐλατήρια ὅσων κινοῦνται ἀναιδῶς πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, τὰ ὁποία κάθε ἄλλο παρὰ ταπεινὰ εἶναι.

[63] Λέει σὲ μία ὁμιλία του ὁ μακαριστὸς ἱερομόναχος π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος : «Τὰ ἁμαρτήματα τῶν Πενταπόλεων, μὲ πρωτεύουσα τὰ Σόδομα, ἦταν: 1) ἡ εὐημερία ἡ ἀπεριόριστη, ἡ εὐθυμία, ὁ πλοῦτος, 2) ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκη, δηλαδὴ ἡ ἀπουσία ἐλεημοσύνης, 3) ἡ ἔσχατη ἠθικὴ ἐξαχρείωση, μέσα στὴν ὁποία κορυφαία ἦταν ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου». (Ἠσαΐας, ὁμιλία 4η) π. Ἄθ. Μυτιληναῖος.

[64] Ἰεζ. 16, 49 μτφ. «Ἀλλὰ ἡ παρανομία τῶν Σοδόμων, τῆς ἀδελφῆς σου αὐτῆς πόλεως, ἦτο ἡ ὑπερηφάνεια. Μέσα εἰς τὴν ἀφθονίαν τῶν ἄρτων καὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἐζοῦσεν αὐτὴ καὶ αἳ κωμοπόλεις τῆς μίαν ἄσωτον καὶ σπάταλον ζωήν.

[65] Γέν. 18, 20 : «εἶπε δὲ Κύριος· κραυγὴ Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρὸς μέ, καὶ αἳ ἁμαρτίαι αὐτῶν μεγάλαι σφόδρα».

[66] Γέν. 19, 24-25 : «καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ ΄ καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πάσαν τὴν περιχῶρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γής».

[67] Ἰουδ. 7

[68] Ἰεζ. 16, 50   μτφ. «Ἦσαν καυχηματίαι καὶ ἡμάρταναν ἀναιδῶς ἐνώπιόν μου. Ἐπειδὴ δὲ ἐγὼ ἔβλεπα τὴν παράνομον αὐτὴν ζωήν των, τοὺς κατέστρεψα.».

[69] Γέν. 4, 24

[70] Μεγάλου Βασιλείου, μζ΄. Εἰ δεῖ τοῖς ἁμαρτάνουσιν ἐφησυχάζειν, PG31, 1113.

[71] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, μβ΄. Ἐξαναστάντες δὲ οἱ ἄνδρες ἐπέβλεψαν ἐπὶ πρόσωπον Σοδόμων καὶ Γομόρρας, PG54, 385.

[72] «Σᾶς τὸ ἔχω ξαναπεῖ, ἀλλὰ δὲν πειράζει νὰ τὰ ἐπαναλάβουμε, ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος εἶχε πεῖ τὸ ἑξῆς: «Ὅταν θὰ -προσέξτε αὐτό, ἐγὼ τὸ πιστεύω- ὅταν θὰ πολλύνει ἡ ὁμοφυλοφιλία στοὺς χριστιανικοὺς λαούς, -ἀδιανόητο τὸν καιρὸ ποὺ τὸ εἶπε ὅτι Χριστιανοὶ θὰ κατέληγαν νὰ εἶναι ὁμοφυλόφιλοι- τότε, [λέει], πλησιάζει τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας». Στηρίχτηκε στὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα».

(Σειράχ, ὁμιλία 253η) π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος.

[73] Ὁλόκληρη ἡ προφητεία βρίσκεται στὸ βιβλίο «Εὐαγγελικὸς Κῆπος», τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου, καθὼς καὶ στὸ διαδίκτυο (ἐνδεικτικὰ) στὴν ἰστοσελίδα: http://www.impantokratoros.gr/B7CF7301.el.aspx

[74] Ματθ. κβ΄ 32-33

[75] Ἀποκ. ιη΄ 3

[76] Ἁγίου Ἰσαὰκ Σύρου, ΝΕ΄. Περὶ παθῶν, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Β, σελ. 318.

[77] Μεγάλου Βασιλείου, νγ΄. Τὶς ἐστὶ ὁ μολυσμὸς τῆς σαρκὸς κτλ., PG31, 1117.

[78] Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, μγ΄. «Ἦλθον δέ», φησίν, «οἱ δύο Ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας», PG54, 395.

[79] Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, «μακάριος εἶναι ὅποιος ἐγκατέλειψε τὴ ζάλη τῆς μέθης του καὶ εἶδε σὲ ἄλλους ποιὰ εἶναι ἡ ἀχόρταγη κραιπάλη του. Διότι τότε θὰ γνωρίσει τὴν αἰσχύνη του. Ὅσον καιρὸ ὅμως φέρει κανεὶς τὴν κραιπάλη τῆς μέθης τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ μαζί του, ὅλα ὅσα πράττει τοῦ φαίνονται εὐπρεπῆ». Βλ. Ἁγίου Ἰσαὰκ Σύρου, ΝΕ΄. Περὶ παθῶν, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τόμος 8Β, σέλ. 318.

[80] Α΄ Κορ. α΄ 9-10

[81] Α΄ Κορ. α΄ 11 μτφ.: «Καὶ αὐτὰ ἤσασταν μερικοί. ἀλλὰ ἀπολουστήκατε, ἀλλὰ ἁγιαστήκατε, ἀλλὰ δικαιωθήκατε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μας.».

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-2

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
-Β´-

τοῦ Ἰωάννη Ν. Μαρκᾶ,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)
Ὁμιλία στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 06.11.2019

Μέρος Α´: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-1

.             Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ θεϊκὴ ἐντολή, τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν. Κι ἂς ἀποδομήσουμε τὸ ἕωλο καὶ φαιδρὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐποχῆς μας περὶ δῆθεν ὑπάρξεως τρίτου φύλου. Γράφει λοιπὸν ὁ θεόπτης προφητάναξ Μωυσῆς στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, κατὰ τρόπο ρητό, μὴν ἀφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὸ φύλο τοῦ ἀνθρώπου: «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς.» [24] . Νὰ λοιπὸν ἡ κατεδάφιση αὐτοῦ τοῦ καινοφανοῦς θεωρήματος, διὰ τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἄνδρα καὶ γυναίκα ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεός, θὰ μᾶς πεῖ μὲ ἀπόλυτο τρόπο ὁ Μωυσῆς. Καὶ ἤδη ἀνιχνεύσαμε πιὸ πάνω, μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τὸ λόγο ὕπαρξης τῶν δύο φύλων. Καὶ ἔρχεται κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς νὰ ἐπικυρώσει τὰ λεχθέντα τοῦ ἁγίου Νύσσης καὶ νὰ ἐπαναλάβει πὼς ὁ λόγος δημιουργίας ἀρσενικοῦ καὶ θηλυκοῦ, ἦταν ἡ ἀγαπητικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, χάρη στὴν προγνωστική του δύναμη, γνώριζε πρὸ καταβολῆς κόσμου ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρόκειται νὰ πέσει στὴν παράβαση καὶ στὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου καὶ ἔτσι κατ’ αὐτὸν τὸν σοφότατο τρόπο ἔδωσε διέξοδο στὸ θέμα τῆς διαιώνισης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους [25] .
.            Εἶναι ἀξιοσημείωτο δέ, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο, πὼς αὐτὴ ἡ διευκρίνιση τῶν δύο φύλων δίδεται προτοῦ ἀκόμη δημιουργηθεῖ ἡ Εὔα, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι βρίσκεται στὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ συνυπάρχει ἐξ ἀρχῆς μαζί του [26]. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Θεὸς ἔκρινε πὼς «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾽ αὐτόν.» [27]. Καὶ ποιὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ βοηθὸς αὐτοῦ; Μήπως θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι κάποιο ἀπὸ τὰ ζῶα; Ὄχι φυσικά, διότι κατὰ τὴ διαδικασία τῆς ὀνοματοδοσίας τῶν ζώων «τῷ δὲ Ἀδὰμ οὐχ εὑρέθη βοηθὸς ὅμοιος αὐτῷ.» [28] Αὐτὸ ἐκτιμοῦμε, πὼς ἀποτελεῖ κι ἕνα δυνατὸ ἐπιχείρημα ἐνάντια καὶ στὴ διαστροφὴ τῆς κτηνοβασίας ἢ τῆς ἀρρωστημένης κτηνοφιλίας-συντροφικότητας μὲ ζῶα, ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα στὸν χρεωκοπημένο πνευματικὰ δυτικὸ κόσμο καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἑπόμενο κάστρο-ἀτομικῶν δικαιωμάτων ποὺ πρέπει νὰ πέσει.
.            Στὸ σημεῖο λοιπὸν αὐτό, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἑρμηνευτὲς τονίζουν ἰδιαιτέρως τὴ μοναξιὰ ποὺ ἔνιωθε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο καὶ τὴν ἄμεση ἀνταπόκριση τοῦ Θεοῦ σὲ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη. Καὶ τί ἔπραξε ὁ Θεὸς κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες γιὰ νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως συντροφικότητας τοῦ Ἀδάμ; Δὲν δημιούργησε ἕναν «δεύτερο Ἀδάμ», ἄνθρωπο τοῦ ἰδίου φύλου δηλαδή, ἀλλὰ δημιούργησε αὐτὸ ποὺ θὰ τὸν συνεπλήρωνε ψυχοσωματικά. Κι αὐτὸ τὸ δημιούργημα ἦταν ἡ γυναίκα! Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀνατέμνει καὶ ἀποδεικνύει, κατὰ τρόπο ἀξονικό, τὸ ἄρτιον καὶ ἰσχυρόν τοῦ ψυχοσωματικοῦ δεσμοῦ μεταξὺ ἄνδρα καὶ γυναίκας. Μᾶς λέει λοιπόν, πὼς το μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ πανίσχυρου δεσμοῦ κρύβεται στὸν τρόπο δημιουργίας τῆς γυναίκας. Διότι, ὁ Θεὸς στὴν περίπτωση τῆς Εὕας δὲν ἔλαβε χῶμα, ὅπως ἔπραξε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ πῆρε μία ἀπὸ τὶς πλευρὲς τὶς δικές του καὶ τὴ χρησιμοποίησε ὡς βάση καὶ θεμέλιο γιὰ τὴ γυναικεία φύση [29]. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι λόγῳ ἔλλειψης κάποιας ὕλης, ἄλλωστε καὶ μόνο ἡ βούληση-προσταγὴ τοῦ Θεοῦ ἔφτανε γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ κάτι ἐκ τοῦ μηδενός, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλησε νὰ τοποθετήσει τὸ δεσμό τους στὴ φύση τῆς ὁμόνοιας [30].
.            Συμπληρωματικὲς πληροφορίες ἐπ’ αὐτοῦ μᾶς δίνει κι ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης [31], ὁ ὁποῖος αἰτιολογεῖ ἀκόμα καὶ τὸ λόγο ποὺ τὸ νεώτερο δημιούργημα ἔλαβε τὸ ὄνομα γυνή, ἐξηγώντας μὲ ἁπλοϊκὸ τρόπο πὼς ἡ ρίζα τῆς λέξης γυνὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν γονή. Τούτη ἡ ἑρμηνεία προκύπτει, διότι ἡ γυνὴ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα της [32], ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ τὴν κάνει γόνιμη, μέσα ἀπὸ τὴ φυσικὴ διαδικασία ἑνώσεως μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Ἡ προαγωγὴ αὐτὴ τῆς ἕνωσης ὁδηγεῖ στὴν παιδοποιία καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τῆς γονιμότητας, αὐτοὶ ποὺ γενοῦν παιδιὰ λέγονται γονεῖς. Ἑπομένως, κάνοντας μία ἐπικαιροποίηση αὐτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς προσέγγισης ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο, ὡς γονεῖς δὲν μποροῦν νὰ ὀνομάζονται ὁποιοιδήποτε, εἰ μὴ μόνον ἐκεῖνοι ποὺ μέσα ἀπὸ τὴ νόμιμη κατὰ Θεὸν ψυχοσωματικὴ ἕνωση, παράγουν μὲ τρόπο φυσικὸ τέκνα. Κι αὐτὸ τὸ προνόμιο τὸ ἔχουν μόνο τὰ ἑτερόφυλα ζεύγη κι ὄχι τὰ ὁμόφυλα, ποὺ στὴν ἐποχή μας ζητοῦν ἀναιδῶς καὶ ἀνερυθριάστως νὰ διαταράξουν ἀκόμα καὶ αὐτὴ τὴ φυσικὴ σχέση ἀνατροφῆς γονέων-παιδιῶν.
.            Ἔπλασε συνεπῶς τὴ γυναίκα ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἴδιος ἀκολούθως «ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ.» [33]. Αυτή ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ, νὰ φέρει ὁ ἴδιος τὴ γυναίκα καὶ νὰ τὴν τοποθετήσει ὡς βοηθὸ-σύντροφο πλάι στὸν ἄνδρα, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ ὅσα ἀναλύθηκαν ἀνωτέρω, καταδεικνύει καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἑπόμενου στίχου τῆς Γενέσεως, σχετικὰ μὲ τὸν στενὸ δεσμὸ τοῦ ἄνδρα μετὰ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπέρκειται παντὸς ἄλλου συγγενικοῦ δεσμοῦ, ἀκόμη κι αὐτοῦ μεταξὺ τῶν γονέων καὶ τῶν τέκνων. Καὰ σφραγίδα τούτης τῆς ἀνωτερότητας, ποὺ ἔχει αὐτὸς ὁ δεσμός, εἶναι τὸ ὀντολογικὸ γεγονὸς πὼς «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.» [34]. Όλα αὐτὰ ἔχουν διαχρονικὴ σημασία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία καὶ ζωή, κάτι ποὺ πιστοποιεῖται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ἐπικαιροποιήθηκαν μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ καὶ Σωτήρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν δηλαδή οἱ ὀντολογικὲς αὐτὲς προϋποθέσεις περιελήφθησαν ὡς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μέγα Μυστήριο τοῦ Γάμου, ὅπου καλεῖται πλέον τὸ ἀνδρόγυνο ζεῦγος τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς, νὰ μὴν ἐξαντλεῖ αὐτὴ τὴν ἑνότητα σὲ μία ἀφηρημένη ψυχοσωματικὴ ὁλοκλήρωση, ἀλλὰ νὰ προαχθεῖ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φτάσει στὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση καὶ ἑνότητα, νὰ ἁγιάσει καὶ νὰ καταστήσει ἀμόλυντη τὴν κοίτη τοῦ γάμου καὶ ἐν τέλει τὸ ζεῦγος νὰ καταξιωθεῖ νὰ γίνει «ἕνα ἐν Χριστῷ» [35]!
.             Τίποτα λοιπὸν ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲν ἀφέθηκε στὴν τύχη του στὸ θέμα τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπόδειξη τρανὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχοσωματικὴ ὁλοκλήρωση ἀνάμεσα στὰ δύο φύλα. Καὶ πράγματι, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ψυχικὸ κομμάτι, ὁ δυναμισμὸς καὶ ἡ τραχύτητα τοῦ ἄνδρα συνεπληρώθησαν ἀπὸ τὴν τρυφερότητα καὶ τὴν εὐαισθησία τῆς γυναίκας. Ἀλλὰ καὶ σωματικά, ἡ συμπλήρωση μεταξὺ τῶν δύο φύλων εἶναι ἐξ ἴσου θαυμαστή, καθότι ὁ πάνσοφος Δημιουργός, ποὺ ἐποίησε τὰ πάντα «καλὰ λίαν» [36], φρόντισε μέχρι καὶ τὴν τελευταία λεπτομέρεια στὸ θέμα τῆς ἀνθρώπινης φυσιολογίας. Ἔτσι λοιπόν, ἐὰν θελήσουμε νὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ παραστατικοί, ἡ σωματικὴ ἕνωση μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς κινεῖται μὲ ἀπολυτότητα στὸ κατὰ φύσιν τῆς Δημιουργίας καὶ τοῦτο διότι, μὲ βάση τὶς ἀρχὲς τῆς ἀνθρώπινης φυσιολογίας, τὰ γενετήσια ὄργανα τῶν δύο φύλων ἐπιφέρουν μὲ πᾶσαν ἀκρίβεια τὸ «εἰς σάρκα μίαν» καὶ ἀτράνταχτο ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο αὐτῆς τῆς φυσικότατης πράξεως εἶναι, ὅπως ἀναφέραμε ἤδη, ἡ προαγωγὴ ποὺ ἔχουμε ὡς ἀποτέλεσμα μὲ τὴ διαιώνιση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἀσφαλῶς ἐννοεῖται ὅτι αὐτὴ ἡ γενετήσια πράξη, δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸ σωματικὸ πεδίο, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὶς εὐεργετικὲς ψυχικὲς-συναισθηματικὲς διαστάσεις, ὅταν τὸ ζευγάρι ζεῖ καὶ δρᾶ κατὰ Θεόν.
.             Ἀντιθέτως σὲ μία ὁμοφυλοφιλικὴ πράξη, τὰ ἄτομα τοῦ ἴδιου φύλου παραβιάζουν πρωτίστως αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φυσιολογία, ἀπὸ τὴ στιγμὴ πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σεξουαλικῆς ἐπαφῆς ὑποκρίνονται ἢ φαντασιώνονται τὸ ἀνύπαρκτο-ἀντίθετο φύλο ἀπὸ τὸ δικό τους. Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ ἴδιου τους τοῦ ἑαυτοῦ, προσπαθοῦν νὰ πείσουν καὶ νὰ πειστοῦν ὅτι δῆθεν ἐμφιλοχωρεῖ ἕνα «τρίτο φύλο», τὸ ὁποῖο ὅμως ὀντολογικὰ-κατασκευαστικὰ εἶναι παντελῶς ἀνύπαρκτο καὶ φανταστικό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ σεξουαλικὴ πράξη μεταξὺ δύο ἀτόμων τοῦ ἰδίου φύλου θεωρεῖται ὡς παρὰ φύσιν μίξη, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ μόνο τὴ σαρκικὴ πλεονεξία τοῦ ἀτόμου. Οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ μετάλλαξη τῆς φυσικῆς σχέσης, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅπου οἱ ἄνδρες ἀφήνουν τὴ φυσικὴ χρήση τῆς γυναίκας καὶ ἀντιστοίχως οἱ γυναῖκες ἀφήνουν τὴ φυσικὴ χρήση τοῦ ἀνδρα [37].
.             Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς μετάλλαξης, συνεχίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, παραβιάζει κατάφωρα τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος παρήγγειλε ξεκάθαρα τὰ δύο ἕτερα φύλα, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, νὰ γίνουν ἕνα. Καὶ γίνονται ἕνα, μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς συνουσίας, ὁπότε καὶ ἑνώνονται τὰ φύλα μεταξύ τους κατὰ τρόπο πραγματικὸ καὶ φυσικό. Καταστρέφοντας, ἢ μᾶλλον διαστρέφοντας ὅμως τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ ὁ διάβολος καὶ μεταφέροντάς την μὲ ἄλλο τρόπο στὴν ὁδὸ τοῦ παρὰ φύσιν, κατόρθωσε, ὄχι μόνο νὰ μὴν ὑπάρχει ἕνωση, ἀλλὰ νὰ ξεχωρίσει τὰ φύλα, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ πραγματώνεται τὸ «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μία», δηλαδὴ οἱ δύο φύσεις νὰ εἶναι σάρκα μία, ὁ διάβολος χωρίζει τὴ μία φύση σὲ δύο σάρκες. Αυτή ἀκριβῶς ἡ παραφροσύνη φέρνει σὲ τέτοιο σημεῖο τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο νὰ ὁμολογήσει πὼς ἡ πορνεία κατὰ φύσιν δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴν παρὰ φύσιν πορνεία, ἤτοι τὴν ὁμοφυλοφιλία. Τεκμηριώνει δὲ αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμό του λέγοντας πὼς ἡ κατὰ φύσιν πορνεία, τουλάχιστον, ὅπως φανερώνει καὶ τὸ ὄνομά της, δὲν παραβιάζει τοὺς νόμους τῆς φύσης, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὁμοφυλοφιλία ποὺ τοὺς ἰσοπεδώνει. Κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἡ ἀνθρώπινη φύση ὑποβιβάζεται ἀκόμη καὶ κάτω ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, γιατί πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τέτοια σχέση σὲ αὐτά, ἀλλὰ ἡ φύση τους γνωρίζει καλὰ τοὺς δικούς της νόμους.
.             Δὲν εἶναι τυχαῖο ἑπομένως ποὺ το σύνολο τῶν Ἁγίων Πατέρων χαρακτηρίζει τὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς μιαρὸ βδέλυγμα, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται εὔκολα συγχώρηση [38], ἐπιβεβαιώνοντας τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο «βδέλυγμα Κυρίῳ διεστραμμέναι ὁδοὶ» [39]. Ἔχοντας ὡς γνώμονα ὅμως τὰ ὅσα ἀναλύθηκαν μέχρι τώρα γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία, ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πὼς ὅλη αὐτὴ ἡ αὐστηρότητα ποὺ ἐπέδειξαν οἱ Ἅγιοι, ὅλων τῶν αἰώνων, ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴ διαστροφή, ὑπῆρξε πέρα γιὰ πέρα δικαιολογημένη, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἁμάρτημα πού:
α. βλασφημεῖ τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό,
β. διαστρέφει τὴ βασικὴ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας περὶ ἀνθρώπου, ἀπορρίπτοντας τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία καὶ φυσιολογία καὶ ἀντιβαίνοντας ὅλους τοὺς φυσικοὺς νόμους,
γ. προκαλεῖ διάλυση τοῦ κόσμου καὶ τῆς παραδοσιακῆς οἰκογένειας, μεταβάλλοντας τὰ κατὰ φύσιν σὲ παρὰ φύσιν [40],
καὶ
δ. παρουσιάζει παραπλανητικῶς τὰ παρὰ φύσιν ὡς μία κατὰ φύσιν πτυχὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ
Στενὴ σχέση νεοσατανισμοῦ καὶ ὁμοφυλοφιλίας

.             Εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο στὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἐμπειρία καὶ παράδοση, πὼς κάθε ἁμαρτία, μικρὴ ἢ μεγάλη, ἔχει ὡς πάτρωνά της τὸν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, δηλαδὴ τὸν ἴδιο τὸ διάβολο. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μᾶς δίνει μὲ ἀφοπλιστικὴ ἀμεσότητα τὸ περίγραμμα αὐτῆς τῆς συνάφειας λέγοντας πώς, «ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει.» [41]. Επομένως, ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτία ἐκχωρεῖ τὸ αὐτεξούσιό του στὸν πονηρό, μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταντᾶ δοῦλος τῶν παθῶν του. Στην πραγματικότητα, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, μολύνεται καὶ αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὸν πονηρὸ ψυχοσωματικὰ καὶ ἔτσι μετατρέπεται σὲ ἕνα παλαιό, βδελυρό, ἀκάθαρτο καὶ θεομάχο πλάσμα, τὸ ὁποῖο ὄχι μόνο δὲν ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βλέπει καὶ ἀκούει μόνο κατὰ τρόπο πονηρό, κινεῖται συνεχῶς πρὸς τὸ πονηρό, μὲ μία ψυχὴ ποὺ σκέφτεται μόνο τὰ πονηρά [42].
.             Καὶ ἐὰν ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ τὰ κατὰ φύσιν (πάντα μὲ τὴν ὀργανικὴ ἔννοια) ἁμαρτήματα, πολὺ περισσότερο ἰσχύουν γιὰ τὰ λεγόμενα παρὰ φύσιν, ὅπως ἡ ὁμοφυλοφιλία. Γιὰ αὐτὸ καὶ στὰ περισσότερα πατερικὰ κείμενα, ἡ ὁμοφυλοφιλία ειναι ταυτισμένη μὲ τὸν ὅρο ἀκολασία, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀχαλίνωτης μανίας ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸ σφοδρὸ πάθος και μεταβάλλει τὸν ἄνθρωπο σὲ δαιμονισμένο. Ἐπ’ αὐτοῦ γιὰ παράδειγμα, ὁ ὅσιος ἀσκητὴς Νεῖλος σημειώνει πὼς ἡ ἀκολασία κάνει τὴν ψυχὴ θηλυπρεπῆ, τὴ μολύνει καὶ τὴν ἡγεμονία (τῆς ψυχῆς) τὴ μετατρέπει σὲ ἀτιμωτικὴ δουλεία [43]. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ μίας καθαρᾶς δαιμονικῆς ἐξαρτήσεως, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἐξομοιώνονται πνευματικῶς μὲ τοὺς χοίρους, καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὄχι μόνο διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ καὶ κατακρημνίζονται [44].
.             Τώρα, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, τὸ κριτικὸ ἐρώτημα ποὺ ἀνακύπτει εἶναι: Πῶς αὐτὴ ἡ πραγματικὰ θεομίσητη καὶ βδελυρὴ ἁμαρτία ἐπανῆλθε κατὰ τρόπο πανηγυρικὸ στὴν ἐποχή μας, ἔτσι ποῦ νὰ ζητάει ἀποκατάσταση περισσότερη κι ἀπὸ αὐτὴ ποῦ εἶχε στὶς προχριστιανικὲς κοινωνίες;
.             Σὲ προηγούμενη ἑνότητα ἔγινε μία πρώτη ἀναφορὰ σκοπίμως, στὴ συμβολὴ τοῦ Λουθήρου, ὡς πρὸς τὴν ἀμνήστευση τῆς ἁμαρτίας στὸ λεγόμενο δυτικὸ κόσμο. Ἡ «θεολογικὴ» αὐτὴ κατοχύρωση τῆς ἐφάμαρτης ζωῆς, ὡς μίας ὀντολογικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, εἶχε ὡς συνέπεια νὰ καλλιεργηθεῖ μὲ τὸν καιρὸ στὴν αἱρετικὴ Δύση ἕνα ἀντιχριστιανικὸ καὶ ἀντιευαγγελικὸ φρόνημα, ἐνῶ παράλληλα ὅπως τονίσαμε, ὑποβιβάστηκε ὁ διάβολος ἀρχικὰ σὲ μία ἡμιφανταστικὴ σφαίρα, κάτι ποὺ συνετέλεσε κι αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του στὸ νὰ χάσουν τὴν ἐπαφὴ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ χριστιανικὴ παράδοση καὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ διακρίνουν ὑπὸ ποίων πνευμάτων ὁδηγοῦνται, στερούμενοι πάσης ἐμπειρίας γύρω ἀπὸ τὰ τεχνάσματα καὶ τὶς μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ.
.            Ὅλα αὐτὰ ὁδήγησαν στὴν ἐκ βάθρων ἀλλοτρίωση τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία, μὴ ἔχοντας πλέον τὴν παραμικρὴ γεύση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἀκτίστου, ἐξόρισε σταδιακὰ τὸ Θεάνθρωπο καὶ στὴ θέση τοῦ τοποθέτησε τὸν Εὐρωπαῖο ἄνθρωπο, ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος τοῦ καιροῦ μας Ἰουστίνος Πόποβιτς [45]. Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἡ αἱρετικὴ Δύση ἔκανε ἕνα βῆμα παραπέρα καὶ ἐπιβιβάστηκε ἐπισήμως στὶς ράγες του νεοσατανισμοῦ, μὲ ὅλα ὅσα τὸ κίνημα αὐτὸ πρεσβεύει:
ἀγνωστικισμὸς καὶ ἀθεΐα, μὲ καλύτερη ἐναλλακτικὴ πρόταση τὸν ἀποκρυφιστικὸ πανθεϊσμό,
φαινομενικὴ ἀμφισβήτηση τῆς ὕπαρξης τοῦ διαβόλου,
θεὸς ὁ ἄνθρωπος (deus est homo).
.            Κυριότερο ὅμως σύνθημα, ποὺ υἱοθέτησε ἡ ἀποστατοῦσα Δύση ἐκ τῆς φαρέτρας τοῦ νεοσατανισμοῦ, ὑπῆρξε τὸ περιφημο « κ ά ν ε ὅ, τ ι θ έ λ ε ι ς », ποὺ ἐξέφρασε πρῶτος ἐκ τῶν κορυφαίων, ἂν ὄχι ὁ κορυφαῖος, ἐκπρόσωπος τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καὶ «μεσσίας» τῆς κίνησης τοῦ νεοσατανισμοῦ, ὁ Ἄγγλος Αleister Crowley [46].
.            Ἡ ἁπλὴ αὐτὴ φράση, ποὺ ἠχεῖ τόσο σαγηνευτικὰ καὶ ἀκίνδυνα στὰ αὐτιὰ ὅλων, ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴ ἰδέα τοῦ περίφημου «συμβόλου τῆς πίστεως» ποὺ συνέταξε ὁ Crowley, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του ἀποτελεῖ μέρος τῆς «Γνωστικῆς Λειτουργίας», δηλαδὴ τῆς «Λειτουργίας τοῦ Σατανᾶ», ἐπίσης δημιούργημα τοῦ ἰδίου, στὸ συγγραφικό του ἔργο το «Βιβλίο τοῦ Νόμου» (1904). Μὲ βάση τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Crowley ἐκθέτει τὶς ἀντιλήψεις του περὶ ἀνθρώπου, διακηρύσσοντας πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας Θεὸς-νομοθέτης, στὸν ὁποῖο ὀφείλει ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνει ὑπακοή, ἀλλὰ «Θεὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος» καὶ τὸ οὐσιαστικὸ σὲ αὐτὸν τὸ «θεὸ» εἶναι τὸ θέλημά του. Κι αὐτὸ διότι, στὸ σατανικὸ νόμο τοῦ Crowley δὲν ὑπάρχει καμμία δέσμευση, κανένας νόμος ἔξω ἀπὸ τὸ προσωπικὸ θέλημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἐν δυνάμει σατανιστή. Ἡ πρώτη καὶ μόνη ἐντολὴ εἶναι: Do what you will, that shall be the whole of the law, δηλαδή κάνε ὅ,τι θέλεις, αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ νόμος [47].
.             Ἐνδιαφέρον ὅμως παρουσιάζουν καὶ οἱ ἀπόψεις τοῦ Crowley γύρω ἀπὸ τὴ σεξουαλικότητα, καθότι ὁ ἴδιος ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὸ νεοσατανισμὸ προωθοῦσε καὶ τὴν παράλληλη κίνηση τοῦ πανσεξουαλισμοῦ. Στὸ «Βιβλίο τοῦ Νόμου», σὲ ἕνα ἀπόσπασμα, ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς: «ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγαπᾶ ὅπως θέλει- ἐπίσης γεμίστε μὲ ἀγάπη ἀνάλογα μὲ τὴ θέλησή σας, ὅπως θέλετε, ὅποτε, ὅπου καὶ μὲ ὅποιον θέλετε!». Ἀκόμα κι ὁ πανθεϊσμὸς τοῦ Crowley κατανοεῖται ὡς σεξουαλικὴ τάση ζωῆς, ἀφοῦ γίνεται λόγος γιὰ «θεϊκὴ σεξουαλικότητα» ὡς ἔκφραση τῆς ζωτικῆς δύναμης. Σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς «θέλησης», κανένας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσει τὴν «ἔκφραση» αὐτῆς τῆς «ζωτικῆς δύναμης», μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο θελήσει κανεὶς νὰ ἀσκήσει αὐτὴ τὴ σεξουαλικότητα καὶ μὲ ὁποιοδήποτε ἄτομο κρίνει ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάνει [48] ! Ὁ ἴδιος ὁ Crowley ὑπῆρξε πιστὸς ἀκόλουθος τοῦ πανσεξουαλικοῦ αὐτοῦ μανιφέστου, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συμμετεῖχε σὲ σεξουαλικὰ ὄργια, ἔχοντας ἀναρίθμητες σχέσεις, τόσο μὲ γυναῖκες, ὅσο καὶ μὲ ἄνδρες. Δὲν εἶχε κανένα πρόβλημα νὰ διακηρύξει πὼς οἱ σεξουαλικὲς διαστροφὲς εἶναι πράξεις σεξουαλικῆς μαγείας [49].
.             Ὁ Crowley δὲν ἔκανε τίποτα παραπάνω ἀπὸ τὸ νὰ ἀκολουθήσει την ἀντιστροφὴ τῆς ἠθικῆς, ποὺ ὑπόσχεται ὁ Σατανᾶς στοὺς πιστούς του, μέσα ἀπὸ τὴν ὀργιαστικὴ διονυσιακὴ κατανόηση τοῦ «θεϊκοῦ» καὶ τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς ἡδονῆς. Καὶ μὲ τὸ νόμο του, ἀφοῦ ἔχρισε θεὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔκανε λόγο γιὰ δύναμη, μία δύναμη χωρὶς ἀναστολές, ὅρους καὶ ὅρια. Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς ἀναγνωρίζει ἀπόλυτη ἐλευθερία στὸν «ἰσχυρότερο», μὲ τὴν προτροπὴ τῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς μὴ ὑποχώρησης, μέχρι νὰ ἐπιτύχει κανεὶς αὐτὸ ποὺ θέλει [50]. Εἶναι προφανὲς πὼς ἄμεσος στόχος τοῦ Crowley ἦταν νὰ πλήξει τὴ χριστιανικὴ ἠθική. Γι᾽ αὐτὸ κι ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του, ὁ φυσικὸς Jack Parson, ἐπιτέθηκε μὲ σφοδρότητα στὴ χριστιανικὴ ἠθική, μέσα ἀπὸ ἕνα βιβλίο-μανιφέστο ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν Ἀντίχριστο: «Τέλος στὶς δουλικὲς ἀρετὲς καὶ στοὺς προληπτικοὺς περιορισμούς. Τέλος στὴν ἠθικὴ τῶν σκλάβων (δηλαδὴ στὴ χριστιανικὴ ἠθική)… καὶ τέλος στὸν περιορισμὸ καὶ στὴν ἀπαγόρευση, γιατί ἐγώ, ὁ Ἀντίχριστος, ἦρθα σὲ σᾶς καὶ κηρύττω τὸ λόγο τοῦ Θηρίου 666, ποὺ λέγει: Δὲν ὑπάρχει κανένας νόμος, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐσὺ θέλεις. Θὰ ὁδηγήσω ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὸ νόμο τοῦ Θηρίου 666 καὶ στὸ νόμο του θὰ κυριεύσω τὸν κόσμο» [51].
.             Λίγο προτοῦ κλείσουμε κι αὐτὴ τὴν ἐνδιαφέρουσα ἑνότητα, θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ προβοῦμε σὲ μία-δύο παρατηρήσεις. Κατ᾽ ἀρχὴν φαίνεται ξεκάθαρα πὼς μέσα ἀπὸ τὴν κίνηση τοῦ νεοσατανισμοῦ προωθήθηκε ἡ λεγόμενη σεξουαλικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σταδιακὴ νομιμοποίηση ὅλων τῶν σεξουαλικῶν διαστροφῶν, ἀνάμεσά τους καὶ ἡ ὁμοφυλοφιλία [52]. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς στὴ «Σατανιστικὴ Βίβλο», ποὺ χρησιμοποιεῖται στὴν ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ, ἀναφέρεται ρητά, στὰ πλαίσια τοῦ τελετουργικοῦ, ὅτι: «ὁ σατανισμὸς πράγματι συνηγορεῖ στὴ σεξουαλικὴ ἐλευθερία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πραγματικὴ σημασία τῆς λέξης… ὁ σατανισμὸς ἀποδέχεται κάθε μορφὴ σεξουαλικῆς δραστηριότητας ποὺ ἱκανοποιεῖ σωστὰ τὶς ἀτομικὲς ἐπιθυμίες -εἴτε εἶναι ἑτεροφυλοφιλικές, ὁμοφυλοφιλικές, ἀμφισεξουαλικὲς ἢ ἀκόμα καὶ τὴν ἀποχή, ἐφ᾽ ὅσον αὐτὸ ἐπιλέγεις. Ὁ σατανισμὸς ἐπίσης ἐπικυρώνει κάθε εἴδωλο ἢ παρεκτροπὴ ποὺ θὰ προάγει τὴ σεξουαλικὴ ζωὴ» [53].
.             Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀντεστραμμένη ἠθική τῆς ἐκκλησίας τοῦ Σατανᾶ βασίζεται σὲ ἐντολὲς τοῦ τύπου: «ὁ Σατανᾶς ἐνσαρκώνει τὴν ἀπόλαυση ἀντὶ τῆς ἐγκράτειας», ἢ «ὁ Σατανᾶς βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὡς ἕνα ἄλλο ζῶο, ποὺ μερικὲς φορὲς εἶναι καλύτερο, συχνὰ ὅμως χειρότερο ἀπὸ ἄλλα τετράποδα» [54]. Ἐδῶ, σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἔχουμε τὴ δικαίωση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὅταν λέει πὼς ἡ ἀκολασία ὁδηγεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση κάτω ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, μέσα ἀπὸ τὴν παραδοχὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Σατανᾶ γιὰ τὸ πῶς βλέπει τὸν ἄνθρωπο, ὅταν τὸν ἐξουσιάζει. Και ἕνα τελευταῖο σχόλιο, γιὰ τὴ δύναμη διεκδίκησης ποὺ προβάλλει ὁ νόμος τοῦ Crowley ἐπὶ παντὸς εἴδους διαστροφῆς. Ἐκτιμοῦμε πὼς εὔκολα μποροῦμε νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὶς προτροπές του, μὲ βάση τὰ ὅσα βλέπουμε νὰ συμβαίνουν στὴν ἐποχή μας. Ἡ κάθε διαστροφὴ πλέον νομιμοποιεῖται μέσῳ τῆς ἰσχυρῆς κρατικῆς ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑποχωρεῖ ἐνώπιον οἱασδήποτε διαμαρτυρίας, ἀπὸ ὅπου κι ἂν προέρχεται. Ὅπως θὰ μᾶς πεῖ κι ὁ μεγάλος ἀγωνιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, «τίποτε, ὅπως φαίνεται, δὲν μπορεῖ νὰ συγκρατήσει τὴ γλώσσα ποὺ ἀσεβεῖ, ὅταν ὑποστηρίζεται κι ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας» [55].

Ἡ ὁμοφυλοφιλία ὡς κατ’ ἐξοχὴν σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου

.             Εἶναι σαφῶς καταγεγραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι ἡ ἐποχὴ μετὰ τὴν πρώτη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ σηματοδότησε καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ περίοδο ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὴ Δευτέρα Παρουσία Του. Στὴ Β΄ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του, ὁ Ἀπόστολος χωρίζει τὸ μεσοδιάστημα σὲ δύο περιόδους. Στὴν πρώτη περίοδο ἀναφέρει πὼς ὁ διάβολος ἐνεργεῖ συγκεκαλυμμένα, τονίζοντας τὴ λέξη «μυστήριο», λέγοντάς μας ὄτι «τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας» [56], ἐνῶ στὴ δεύτερη περίοδο ὁ διάβολος ἐνεργεῖ φανερά, καθότι μᾶς λέει ὄτι «καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος» [57]. Το προειδοποιητικὸ σημεῖο γιὰ τὴν ἐπικείμενη φανέρωση τοῦ πλάνου Ἀντιχρίστου εἶναι ἡ προηγηθεῖσα ἐκτεταμένη ἀποστασία τῆς ἀνθρωπότητας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συγκρατεῖ τοὺς ἐνθουσιώδεις καὶ ἀγωνιστὲς Θεσσαλονικεῖς, ἐπισημαίνοντας νὰ μὴν προβοῦν σὲ ἄκαιρες ἐνέργειες, διότι ὁ Ἀντίχριστος δὲν θὰ φανεῖ «ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας.» [58].
.            Συνεπῶς ἡ ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου δὲν θὰ συμβεῖ ἀπροϋποθέτως, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθεῖ ὡς μία φυσικὴ θὰ λέγαμε συνέχεια αὐτῆς τῆς γενικευμένης ἀποστασίας καὶ καθολικῆς ἀνταρσίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἅγιοι ἑρμηνευτές,  ντίχριστος θ λθει, πειδ κα θ τν θέλει κα θ τν πιζητ νθρωπότητα. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς προεῖπε στοὺς θεομάχους Ἑβραίους, «ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.» [59]. Ὁ Ἀντίχριστος θὰ ἐπικρατήσει στὴν παγκόσμια κοινότητα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὴ θὰ ἔχει χρεωκοπήσει πρωτίστως πνευματικὰ κι ἐκεῖνος, ἀφοῦ πρῶτα ἐκμεταλλευτεῖ στὸ ἔπακρο αὐτὴ τὴν πνευματικὴ πενία, θὰ εὐθυγραμμιστεῖ μὲ τὴ γενικὴ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατεύθυνση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ [60].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-3

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-1

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
-Α´-

τοῦ Ἰωάννη Ν. Μαρκᾶ,
πτυχιούχου Θεολογίας Α.Π.Θ. (M. Th.)
Ὁμιλία στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου 06.11.2019

ΠΗΓΗ: «Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν»

«Ὀλέθρια σάρκα. Τοῦ δολίου Βελίαρ κύμα σκοτεινὸ
σάρκα φρικτή, ρίζα τῶν πολύμορφων παθῶν.
Ὀλέθρια σάρκα, φίλη του ἐδῶ κόσμου ποὺ κυλάει·
σάρκα φρικτή· ἀντίπαλε τῆς οὐράνιας ζωῆς.
«Κατὰ σαρκός», ποίημα ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου [1]
 .

Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σεβαστοὶ πατέρες,
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

.            Ἀρχικὰ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν πρόσκληση πού μοῦ ἀπευθύνατε νὰ παραβρεθῶ ἀπόψε στὸν Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου καὶ νὰ συμμετέχω στὸν κύκλο τῶν ὁμιλιῶν ποὺ προγραμμάτισε γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ ἔτος ποὺ διανύουμε ἡ δραστήρια καὶ πάντοτε γρηγοροῦσα «Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν».
.          Τὸ θέμα γύρω ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τὸ ὁποῖο θὰ ἀναπτύξουμε ἐντὸς ὀλίγου, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἐπίκαιρα καὶ εὐαίσθητα θέματα στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἀποστασίας ποὺ ὅλοι βιώνουμε. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει κοσμικῶν «ἐπιστημονικῶν» ἐπιχειρημάτων (π.χ. ἰατρικῆς, ψυχιατρικῆς, βιολογίας κτλ), ἢ ἀφηρημένων καὶ γενικόλογων «ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων», ἀλλὰ μὲ ὅρους θεολογικούς, ἐκκλησιαστικοὺς καὶ ποιμαντικούς, ὅπως ἑδράζονται:

α) στὴν Ἁγία Γραφή, ὡς ἀποκάλυψη τοῦ θελήματος τοῦ ἴδιου του Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, καὶ

β) στὴν ἀνόθευτη διδασκαλία τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὴ σειρά τους ἀπλανῶς καὶ ἀλαθήτως μὲ τὸ ἐν λόγῳ θέμα.

.            Γίνεται συνεπῶς σαφὲς πὼς στὴν παροῦσα ὁμιλία δὲν θὰ ἐκφέρουμε προσωπικὲς ἀπόψεις, οὔτε ἀσφαλῶς θὰ στοχοποιήσουμε κάποιους περιθωριακοὺς ἀνθρώπους, κάποιους «λεπρούς», στὴν τάξη τῶν ὁποίων δὲν ἀνήκουμε ἐμεῖς οἱ «καθαροί». Ἄλλωστε, ἡ προσέγγιση τῶν ἐφάμαρτων ζητημάτων ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει ὡς σκοπὸ τὸν στιγματισμὸ καὶ τὴν ἐξουθένωση τοῦ «πλησίον», ἀλλὰ τὴν ἑκούσια ἀποδοχὴ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ συναίσθηση τῆς ἐμπαθοῦς καταστάσεώς του καὶ ἐν τέλει στὴ θεραπεία του. Γιὰ ὅσους σκόπιμα ἢ μὴ τὸ παραγνωρίζουν, ἡ ἀναφορὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελεῖ θεῖο καθίδρυμα, δὲν ἐξαντλεῖται μόνο στοὺς ἐνάρετους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται κυρίως στοὺς πνευματικὰ ἀδύνατους καὶ ἀτελεῖς, στοὺς πάσχοντες καὶ τοὺς νοσοῦντες. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ κατεξοχὴν ὁρατὸ θεραπευτήριο, ὅπου πραγματώνεται διαχρονικὰ ἡ λυτρωτικὴ ὑπόσχεση τοῦ «ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» Χριστοῦ στὸ ταλαιπωρημένο, ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀνθρώπινο γένος πὼς «οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἂλλ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μτθ. θ΄ 12).
.            Ἄρα συνοπτικά, ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴν ἀποκατάσταση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἀνατροπὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἐπικράτηση τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐλευθερίας στὴ γῆ. Διὰ μέσου της Ἐκκλησίας συμφιλιώνεται πάλι ὁ μετὰ τὴν πτώση ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἀπὸ ἐχθρός τοῦ Θεοῦ (ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ἁμαρτίας ποὺ βρισκόταν) προάγεται ἐκ νέου σὲ μέτοχο τῆς ἀρχαίας αὐτοῦ Χάριτος καὶ δόξας. Μόνον ἡ Ἐκκλησία ἀσκεῖ τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο τῆς τὸ ἀνέθεσε ὁ Σωτήρας Χριστὸς διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία καθίσταται ὁ μοναδικὸς αὐθεντικὸς φορέας, μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐξυγιανθεῖ ψυχοσωματικά, ἔχοντας προπαρασκευασμένα τὰ κατάλληλα φάρμακα ποὺ εἶναι τὰ ἱερά της μυστήρια, γιὰ νὰ ἀναγεννήσει τὰ ἄσωτα μέλη της καὶ νὰ τὰ μεταβάλει ἀπὸ τέκνα ἀπωλείας σὲ τέκνα Χάριτος.
.           Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν «κιβωτὸ τῆς σωτηρίας» τοῦ ἀνθρώπου, ἐντός τῆς ὁποίας ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πάθη δύνανται νὰ μεταμορφωθοῦν καὶ νὰ ἀναβαθμιστοῦν μὲ ὁρίζοντα σωτηριολογικό, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος μετανοήσει ἐμπράκτως, κατὰ τὸ εὐαγγελικὸ πρότυπο τοῦ «ἀσώτου υἱοῦ». Ἑπομένως εἶναι σημαντικὸ νὰ γίνει κατανοητὸ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο, πὼς ἡ ὅποια συζήτηση γιὰ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἐφ᾽ ὅσον ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὴ σωτηριολογία τοῦ ἀνθρώπου, εὔλογα μπορεῖ νὰ διολισθήσει σὲ μία συζήτηση ἄσκοπη γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανό, ἰδιαίτερα ὅταν ἀπέναντί του ἔχει νὰ συνδιαλλαγεῖ μὲ τὸν ἀκαδημαϊκὸ (ἢ καὶ λαϊκὸ) κόσμο τοῦ ρασιοναλισμοῦ (=ὀρθολογισμοῦ), ὁ ὁποῖος στὸ μεγαλύτερο μέρος του ἔχει γίνει πηγὴ διαφθορᾶς. Γιὰ τὸν κόσμο αὐτό, ποὺ ἔχει ὡς χαρακτηριστικὸ γνώρισμά του τὸν πνευματικὸ ἀναλφαβητισμό, ἡ «ἐρωτικὴ ἀπελευθέρωση», καὶ μάλιστα στὴν πιὸ ἀχαλίνωτη φάση της, εἶναι ἐνδεικτική τῆς «εἰλικρίνειας» τῆς σύγχρονης ἀνθρωπότητας, ἐνταγμένη στὸ δόγμα: «τὰ πάντα ἐπιτρέπονται». Αὐτὸς ὁ κόσμος, ζώντας πλέον στὸν οἶστρο τῆς ἀποστασίας του ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν δύναται νὰ συνειδητοποιήσει πὼς σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὅτι ἡ «ὁρατὴ Ἐκκλησία» ἀποτελεῖ τὸν μόνο σωτηριώδη φορέα.
.           Ὅμως αὐτὸς ὁ κόσμος σὲ καμμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ προσδιοριστεῖ ὡς χριστιανικός, ἀκόμα κι ἂν τυπικὰ μιλᾶμε γιὰ βαπτισμένους Ὀρθοδόξους. Διότι ὅπως θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, «ὁ τῶν χριστιανῶν κόσμος ἕτερός ἐστι, καὶ διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πράξις ἑτέρα τυγχάνει, καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πράξις ἑτέρα. Ἄλλο τί εἰσιν ἐκεῖνοι καὶ ἄλλο τί εἰσιν οὗτοι, καὶ πολλὴ διάστασις μεταξὺ τούτων κακείνων» [2] .

Β΄ ΜΕΡΟΣ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ποιὲς εἶναι οἱ ὀντολογικὲς προδιαγραφὲς τοῦ ἀνθρώπου

.             Προτοῦ ὅμως ἐμβαθύνουμε στὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀφορᾶ, καλὸ εἶναι νὰ δώσουμε τὶς ἀκριβεῖς συντεταγμένες περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ προσδιορίσουμε ἐπακριβῶς τὰ κατασκευαστικὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Τούτη ἡ ἀνάλυση θὰ μᾶς χρησιμέψει νὰ κατανοήσουμε πότε ἡ ἀνθρώπινη φύση κινεῖται στὸ κατὰ φύσιν τῆς δημιουργίας, καὶ πότε κινεῖται στὸ παρὰ φύσιν, ὅπου ὑπάρχει σαφέστατη ἐκτροπὴ τῶν φυσικῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὴν πρώτη περίπτωση σαφῶς καὶ ἀνταποκρίνεται στὶς προδιαγραφὲς τοῦ κατ’ εἰκόνα, διότι «ἡ ψυχή, ὅταν εὑρεθῆ κατὰ φύσιν, ἄνω διάγει,… ὅταν δὲ ἄνω γένηται, ἀπαθὴς εὑρίσκεται», ἐνῶ ὅταν βρίσκεται στὴν δεύτερη περίπτωση τελεῖ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἁμαρτίας, κάτι τὸ ὁποῖο ἐπιφέρει σοβαρὲς συνέπειες ὡς πρὸς τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ τὴν ἐπαναγωγή του στὴν πορεία πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἀφοὺ «ἂν κατέλθῃ ἡ φύσις ἐκ τῆς οἰκείας τάξεως, τότε τὰ πάθη ἐν αὐτῇ εὑρίσκεται» [3]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς διασαφηνίζει σχετικὰ πὼς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ κατάχρηση τῶν φυσικῶν δυνάμεων ποὺ ἔχουν δωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴ ψυχή, διευκρινίζοντας ὡστόσο πὼς οἱ δυνάμεις αὐτὲς καθ’ ἐαυτὲς δὲν εἶναι κακές, γίνονται ὅμως κακές, ὅταν στρέφονται ἐνάντια στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ποὺ τὶς ἔδωσε [4] . Στὸ σημεῖο αὐτὸ προκαταβολικὰ μόνο νὰ σημειώσουμε πὼς ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο τὴ μεγαλύτερη ἐκτροπὴ-ἀτιμία [5] , ὅσον ἀφορᾶ στὶς φυσικὲς λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ συνέπεια οἱ σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις γιὰ ἕναν ὁμοφυλόφιλο εἶναι τεράστιες, καθώς, ὅπως τονίζουν ὁμοφώνως οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἁμαρτία αὐτὴ ὁμοιάζει μὲ ἀκαριαῖο θάνατο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Αλλά αὐτὸ θὰ τὸ ἀναλύσουμε διεξοδικὰ λίγο πιὸ κάτω.
.          Τώρα, ἂς ἔλθουμε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴν οἰκεία περιγραφὴ τῶν Πατέρων, ὥστε νὰ γνωρίσουμε καλύτερα τοὺς λόγους τῶν ὄντων. Κι ἂς ἀναφέρουμε ἐν πρώτοις τὴ σοφὴ διάγνωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πὼς ἔπειτα ἀπὸ τὴ δημιουργία τῶν νοητῶν (ἀγγελικῶν τάξεων) καὶ αἰσθητῶν κτισμάτων, ὁ Θεός, διὰ τῆς πανσόφου βουλήσεώς Του, προέβη καὶ σὲ μία σύνθεση τῶν δύο φύσεων, τῆς ἀοράτου καὶ τῆς ὁρατῆς [6]. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ χειροποίητη σύνθεση προέκυψε ὁ ἄνθρωπος, τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πλάστηκε στὸ μεθόριο ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, ἔχοντας ἐξασφαλισμένο τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ δυνάμει τὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸ ἔργο του «Ἔκδοσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως» μᾶς δίδει ὁρισμένα σημαντικὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. Μὲ βάση λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀξιόπιστη περιγραφή, «ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο ἄκακο, εὐθύ, ἐνάρετο, ἄλυπο, ἀμέριμνο, στολισμένο μὲ τὴ λαμπρότητα κάθε ἀρετῆς, προικισμένο μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά, ὡσὰν κάποιο δεύτερο κόσμο, μικρὸ κόσμο μέσα στὸ μεγάλο, ἄλλον ἄγγελο προσκυνητή, σύνθετο, θεατὴ τῆς ὁρατῆς δημιουργίας, γνώστη τῶν μυστηρίων τῆς νοητῆς, βασιλιὰ τῶν ἐπιγείων, ποὺ κυβερνᾶται «ἄνωθεν» (=ἀπὸ τὸ Θεό), ἐπίγειο καὶ οὐράνιο, προσωρινὸ καὶ ἀθάνατο, ὁρατὸν καὶ νοούμενον, ἐνδιάμεσο μεταξὺ μεγαλείου καὶ μικρότητος, τὸν ἴδιο πνεῦμα καὶ σάρκα … ἀκόμη τὸν δημιούργησε ἀναμάρτητο κατὰ τὴ φύση καὶ ἐλεύθερο κατὰ τὴ θέληση…» [7].
.             Ἀντιστοίχως ὁ Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ μόνο θεόπλαστο ζῶο, τὸ ὁποῖο ἔγινε μὲ βάση τὴν εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔχοντας ψυχὴ νοερὴ μπορεῖ νὰ στοχάζεται τὸ Θεό, νὰ κατανοεῖ τοὺς λόγους τῶν ὄντων καὶ μὲ ἐνάρετη ζωὴ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴν ἀγγελικὴ ἰσοτιμία. Καὶ συνεχίζει ὁ θεῖος καὶ ὄντως μεγάλος Βασίλειος λέγοντας πὼς ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα ζῶα εἶναι συντριπτική, διότι μόνον ὁ ἄνθρωπος ἀξιώθηκε νὰ πλαστεῖ ὄρθιος, κάτι ποὺ φανερώνει οὐράνια συγγένεια. Καὶ τοῦτο συνέβη σκόπιμα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν εἶναι μία βοσκηματώδης ὕπαρξη ποὺ ἔχει προσήλωση στὰ γήινα καὶ στὰ τῆς κοιλίας πάθη, ἀλλὰ νὰ στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ νὰ ἐξαντλεῖ ὅλη τὴν ὁρμή του στὰ ἐπουράνια ἐνδιαφέροντα [8].
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, κατὰ σάρκα ἀδελφός του Μεγάλου Βασιλείου προχωρεῖ σὲ μία ἀκόμη πιὸ ἐντυπωσιακὴ καὶ ἀναλυτικὴ ἀνατομία τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Ἀφοῦ μὲ τὴ σειρά του ἐπαναλαμβάνει τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς θέσεις ποὺ ἤδη ἐκτέθησαν, ἀναφέρει ἐπιπλέον πὼς ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι διπλή. Διότι πρῶτα κατασκευάστηκε ἡ φύση ποὺ εἶχε ὁμοιότητα μὲ τὸ θεῖο, κάτι ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔπειτα εἶναι ἡ φύση ποὺ διαιρέθηκε κατὰ τὴ διαφορὰ στὰ γένη, ἄρρεν καὶ θῆλυ, κάτι ποὺ εἶναι ξένο ὡς πρὸς τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ [9]. Ἡ πρώτη φύση ἔχει τὶς προδιαγραφὲς τῆς κατασκευαστικῆς ἀκρίβειας, ἐνώ ἡ δεύτερη φύση οἰκονομήθηκε διὰ κτίσεως, ἐξ αἰτίας τῆς τρεπτότητας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ πονηρὸ καὶ τὴν κακὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς προκατάλαβε μὲ τὴν προγνωστική του δύναμη. «Καὶ ἐπειδή», καταλήγει ὁ ἅγιος Νύσσης, «εἶδε τί θὰ συμβεῖ, ἐπινοεῖ στὴν εἰκόνα τὴ διαφορὰ μεταξὺ ἄρρενος καὶ θήλεος, ἡ ὁποία δὲν βλέπει πρὸς τὸ θεῖο ἀρχέτυπο, ἀλλά, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, εἶναι προσοικειωμένη πρὸς τὴν ἀλογώτερη φύση» [10].
.                Τί σημαίνει ὅμως, αὐτὸ ποὺ εἴδαμε λίγο πιὸ πάνω νὰ παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πὼς ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἀναμάρτητος κατὰ τὴ φύση, ἐνῶ γνωρίζουμε πὼς κυριολεκτικὰ ἀναμάρτητος κατὰ τὴ φύση εἶναι μόνον ὁ Θεός; Ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ζοῦσε στὸν Παράδεισο καὶ τηροῦσε τὶς ἐντολές, εἶχε τάση διαρκῶς πρὸς τὸ ἀγαθό, καθότι πλάστηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ «καλὸς λίαν». Ταυτόχρονα ὅμως, ὅπως ἀναφέρθηκε, ἦταν ἐλεύθερος κατὰ τὴ βούληση, ἄρα στὴν πραγματικότητα ἦταν τρεπτὸς τόσο πρὸς τὸ καλό, ὅσο καὶ πρὸς τὸ κακό. Αὐτὸ τὸ στοιχεῖο τῆς ἐλευθερίας ἀποτελοῦσε καὶ τὸ μεγάλο δῶρο ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἄσχετα ἂν ὁ τελευταῖος δὲν τὸ ἀξιοποίησε καὶ ἐξέπεσε προσωρινὰ τῆς πορείας πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν.
.            Μερικοὶ βέβαια στὸ σημεῖο αὐτὸ ἴσως ἀπορήσουν καὶ ἀντείπουν, «καὶ γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς παγίωσε στὴν κατάσταση τῆς ἀναμαρτησίας, ἀκόμη κι ἂν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θὰ θέλαμε νὰ ἁμαρτήσουμε»; Διότι, ἀπαντᾶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, στὸ Θεὸ δὲν ἀρέσει αὐτὸ ποὺ γίνεται μὲ ἐξαναγκασμό, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ ἀρετὴ καὶ μάλιστα κι αὐτὴ ὄχι μὲ τὸ ζόρι, ἐξ ἀνάγκης, ἀλλὰ μὲ ἀγαθὴ προαίρεση [11]. Ο ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ νὰ ζεῖ δεμένος, ἀλλὰ ἐλεύθερος, ἀκριβῶς γιατί δὲν ἀνήκει ὀντολογικὰ στὴν ἄλογη φύση, ἀλλὰ στὴ λογική. Ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν πτώση καὶ ἰδιαίτερα μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ καὶ Σωτήρα, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ μὴν σέρνεται πίσω ἀπὸ τὴν ἄλογη φύση, τρώγοντας καὶ πίνοντας ἀδιακρίτως, ἀφοῦ δὲν γεννηθήκαμε γιὰ νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἐργαζόμαστε τὴν ἀρετὴ [12].
.              Πράγματι, ὁ μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ βρίσκεται σὲ μειονεκτικότερη θέση ἀπὸ ὅ,τι ἦταν ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ἀσθένησε σοβαρὰ ἡ ἀνθρώπινη φύση, πλὴν ὅμως, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν καταστράφηκε ὁλοσχερῶς τὸ κατ’ εἰκόνα, παρέμειναν ἐντός του κάποιες πνευματικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνο ἔχουν τὸ ὀντολογικό τους ὑπόβαθρο στὸ ἀμαυρωμένο κατ’ εἰκόνα, ἀλλὰ τοῦ δίνουν τὴ δυνατότητα νὰ ἀναφέρεται στὸ Θεὸ καὶ νὰ πραγματώνει τὸ καλὸ [13] . Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐνθαρρυντικό, πὼς ενῶ ὁ ἄνθρωπος διέκοψε θεληματικῶς τὴν πορεία πρὸς τὸ ἀγαθό, ἡ θέληση καὶ τὸ λογικό του δὲν ὑποδουλώθηκαν, ἀλλὰ παρέμειναν ἐλεύθερα, ὥστε ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση νὰ δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
.                Ἀντίθετα στὴν αἱρετικὴ Δύση, ὁ Λούθηρος ἐξέφρασε ἐντελῶς διαφορετικὴ γνώμη. Πιὸ συγκεκριμένα, ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καταστράφηκε πλήρως, μὲ ἄμεση συνέπεια ἡ ἁμαρτία νὰ ἀποτελεῖ ὀντολογικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν ἀναγέννησή του μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ ἀπαράδεκτη δογματικὴ θέση τοῦ Λουθήρου οὐσιαστικὰ νομιμοποίησε τὸ δικαίωμα στὴν ἁμαρτία, ὡς μία sui generis (=ἰδίου γένους) κατάσταση ὡς πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύση, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀνελεύθερη, ἄρα καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτημένη ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν πέρα γιὰ πέρα ἄστοχη προσέγγιση ὁ Λούθηρος θεμελίωσε τὴν ἑπόμενη κακοδοξία του περὶ ἀπολύτου προορισμοῦ, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑπόδουλης καὶ ἀνίκανης ἀνθρωπίνης θελήσεως νὰ κάνει κάτι πραγματικὰ καλὸ καὶ δίκαιο [14] .
.                Ἡ γνώση αὐτῆς τῆς δογματικῆς κακοδοξίας τοῦ Λουθήρου ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία, διότι μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε γιὰ ποιὸ λόγο ὁ «πολιτισμένος» δυτικὸς κόσμος διολίσθησε στὴν ἐποχή μας σὲ διαστροφὲς τύπου ὁμοφυλοφιλίας, παιδοφιλίας καὶ κτηνοβασίας. Ἡ «θεολογικὴ» ἀμνήστευση τῆς ἔννοιας ἁμαρτία, καθὼς καὶ ἡ ὑποβάθμιση τοῦ διαβόλου σὲ μία ἡμιφανταστικὴ σφαίρα, συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἐπιχειρεῖται βαθμιαία ἡ ἀπενοχοποίηση κάθε διαστροφῆς καὶ ἡ θεσμική της ἀναγνώριση ὡς ἀτομικὸ δικαίωμα καὶ φυσικὴ λειτουργία. Ἔτσι δὲν εἶναι τυχαῖο, πὼς πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα, ἀκόμη καὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ποὺ «πᾶνε στὴν Ἐκκλησία», δικαιολογοῦν τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ὡς μία φυσιολογικὴ-ὀντολογικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκφράζοντας, ἔστω καὶ ἀνεπιγνώστως, τὴν λουθηρανικὴ δικαιολογία πὼς «ἔτσι γεννήθηκε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος». Ὑπονοοῦν ἀσφαλῶς αὐτὸ ποὺ ὑποστήριζε ὁ Λούθηρος, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία, σὲ ὁποιαδήποτε μορφή της, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καταστράφηκε τὸ κατ’ εἰκόνα, εἶναι ριζωμένη ἐντός τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνο δὲν δύναται νὰ τὴν ἀναστρέψει, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ Θεοὺ [15].
.                  Κατὰ συνέπεια, εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετη καὶ ἀντίθετη, ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ ζωή, ἡ προωθούμενη στὶς μέρες μας νεοταξικὴ συγκατάβαση πρὸς τὶς ἄλογες ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ὅτι κατακυριεύονται κάποιοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ὁμόφυλου πλησίον τους, αὐτὸ ἀποτελεῖ σοβαρὴ ἐκτροπὴ καὶ μόνο ποὺ γίνεται λόγος γιὰ ἐπιθυμία, πόσο μᾶλλον ὅταν αὐτὴ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ παρὰ φύσιν. Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀπόλυτα σαφής, ὅταν ἀναφέρει πὼς ἀκόμα καὶ ἡ κατὰ φύσιν ἐπιθυμία, π.χ. τοῦ νὰ πηγαίνει κάποιος μὲ πολλὲς γυναῖκες, ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅταν ὁ ἄνδρας συνευρίσκεται μὲ τὴ νόμιμη γυναίκα του. Ἑπομένως, ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀποδεχτοῦμε πὼς ἡ κατὰ φύσιν ἕλξη ποὺ νιώθει ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴ γυναίκα, ἔχει κάποιο στοιχεῖο ἀναγκαιότητας, αὐτὸ σὲ καμμία περίπτωση δὲν δικαιολογεῖ τὴν ὑπέρβαση αὐτοῦ τοῦ ὁρίου. Ἄρα, ἡ ἀγάπη πολλῶν γυναικῶν γιὰ παράδειγμα, δὲν ἀποτελεῖ κάποια ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ πηγάζει καθαρὰ ἀπὸ τὴν προαίρεση καὶ βούληση τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου ποὺ κατακυριεύεται ἀπὸ κενοδοξία, ἀκολασία καὶ τὴν πέραν τοῦ μέτρου ἡδονή. Καὶ συμπεραίνει ὁ θεῖος Χρυσόστομος: «… Ὥστε δὲν ὀφείλεται στὴ φύση. Μὴ προβάλεις ὡς αἰτία τὴν ἐπιθυμία· αὐτή σοῦ δόθηκε γιὰ γάμο, σοῦ χορηγήθηκε γιὰ τεκνογονία, ὄχι γιὰ μοιχεία, οὔτε γιὰ ἀτιμία. Γνωρίζουν καὶ οἱ νόμοι νὰ συγχωροῦν τὰ ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἀπὸ ἀνάγκη· μᾶλλον δὲ κανένα ἁμάρτημα δὲν γίνεται ἀπὸ ἀνάγκη, ἀλλὰ ὅλα γίνονται ἀπὸ ἀκολασία. Διότι δὲν δημιούργησε ὁ Θεὸς τὴ φύση ἔτσι, ὥστε νὰ ἔχει ἀνάγκη νὰ ἁμαρτάνει· διότι, ἐὰν συνέβαινε αὐτό, δὲν θὰ ὑπῆρχε κόλαση. Διότι γιὰ ὅσα γίνονται ἀπὸ ἀνάγκη καὶ βία, οὔτε ἐμεῖς ζητοῦμε λόγο, οὔτε ὁ Θεὸς ὁ τόσο φιλάνθρωπος καὶ ἀγαθός…» [16] .
.                 Πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς ἀνωτέρω θέσεως ἔρχεται καὶ ὁ ἕτερος σπουδαῖος Ἰωάννης, ὁ Δαμασκηνός, νὰ ἐξειδικεύσει τὸ θέμα περὶ ἡδονῶν καὶ νὰ ὁμιλήσει γιὰ φυσικὲς καὶ μὴ φυσικὲς ἡδονὲς τοῦ ἀνθρώπου. Ξεκινώντας ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἡδονὲς κάνει ἕνα διαχωρισμὸ ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες-ὑποχρεωτικές, ὅπως εἶναι οἱ τροφές, ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ ἐπιβιώσει ὁ ἄνθρωπος, καὶ σὲ αὐτὲς ποὺ εἶναι μὴ ἀπαραίτητες-προαιρετικές, ὅπως εἶναι οἱ νόμιμες σαρκικὲς ἐπαφές, ποὺ προάγουν στὴ διαιώνιση ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ τὶς ἀποφεύγει, ἐὰν ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει παρθενικὸ βίο. Τέλος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἡδονὲς ἐκεῖνες, ποὺ εἶναι μὴ φυσικὲς καὶ μὴ ἀπαραίτητες, ὅπως οἱ κάθε εἴδους ἀκόλαστες πράξεις, οἱ ὁποῖες οὔτε στὴ διατήρηση τῆς ζωῆς μας συντελοῦν, οὔτε στὴ συνέχιση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὅπως εἶναι εὔλογο, αὐτὲς οἱ τελευταῖες πρέπει νὰ ἀποφεύγονται ἐντελῶς ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θέλει νὰ αὐτοπροσδιορίζεται ὡς Χριστιανός, ἀντιθέτως νὰ ἀκολουθοῦνται ὅσες εἶναι φυσικὲς καὶ ἀπαραίτητες, ἐνῶ ὅσες εἶναι φυσικὲς ἀλλὰ μὴ ἀπαραίτητες νὰ τίθενται σὲ δευτερεύουσα θέση καὶ νὰ ἐφαρμόζονται πάντα κατὰ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ τὸ κατάλληλο μέτρο [17] .

Γιατί ἡ ὁμοφυλοφιλία ἀποτελεῖ ἄρνηση τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας καὶ φυσιολογίας

.               Κάθε ἁμάρτημα ἐπιφέρει ὁρισμένες σοβαρὲς ψυχοσωματικὲς ἐπιπτώσεις στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ τὸ διαπράττει. Ἀπὸ τὰ θανάσιμα ὅμως ἁμαρτήματα, τὸ πλέον σοβαρὸ ὡς πρὸς τὶς ἐπιπτώσεις, εἶναι τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας. Ἐνθυμούμενοι τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακας, φέρνουμε στὸ νοῦ μας τὴ σοφὴ διαπίστωσή του πὼς δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο πού, ἐνῶ γιὰ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα συνηθίζουμε νὰ λέμε ὅτι ὁ τάδε ἔσφαλε, στὰ σαρκικὰ συνηθίζουμε νὰ λέμε ὅτι ὁ τάδε ἔπεσε [18]. Καὶ τοῦτο διότι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁποιοδήποτε ἄλλο ἁμάρτημα κι ἂν διαπράξει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμάρτημα ποὺ διαπράττεται ἐκτός τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας ποὺ μολύνει ὅσο κανένα ἄλλο τὴ σάρκα καὶ ἐπιφέρει σημαντικὴ φθορὰ στὴ φύση τοῦ σώματος [19]. Ὁ τελῶν λοιπὸν τὴν πορνεία δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ ἕνα ράκος, ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ σῶμα του ἔχει ἀπολεσθεῖ κάθε εὐσέβεια καὶ ἔχει καταντήσει κατοικητήριο ὅλων τῶν δαιμόνων. Όπως προσθέτει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «εἰς αὐτὸ ὁ διάβολος τὴν ἰδίαν ἀπομάσσεται σῆψιν» [20].
.                Ὅμως κι αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας ὑπόκειται σὲ μία ἀξιολογικὴ διαβάθμιση. Διότι, ὅπως ἤδη ἔχει λεχθεῖ ἀνωτέρω, ὑπάρχει ἡ πορνεία ποὺ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ κατὰ φύσιν, μὲ τὴν ὀργανικὴ ἔννοια [21] καὶ ὑπάρχει ἡ πορνεία ποὺ κινεῖται στὸ χῶρο τοῦ παρὰ φύσιν. Σὲ αὐτὴ τὴ δεύτερη κατηγορία ἐντάσσεται ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν κολοφώνα τῶν ἁμαρτημάτων. Και γιὰ ποιὸ λόγο ἀποτελεῖ τὸν κολοφώνα, δηλαδὴ τὸ ἀποκορύφωμα τῶν ἁμαρτημάτων, πολὺ πάνω κι ἀπὸ εἰδεχθεῖς πράξεις, ὅπως ὁ φόνος π.χ.; Διότι συνιστᾶ μιὰ εὐθεία ὕβρη ἀπέναντι στὸ πιὸ τέλειο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐντολὴν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐπλάσθη «κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν» [22].
.                Καὶ εἶναι τόσο πολὺ βαρὺ παράπτωμα αὐτό, θὰ μποροῦσε νὰ ρωτήσει κάποιος; Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ναὶ εἶναι, γιατί σὲ μία περίπτωση φόνου γιὰ παράδειγμα, μπορεῖ νὰ συντρέχουν ἕνα σωρὸ ἐλαφρυντικά: «ἐν βρασμῷ ψυχῆς», λόγοι αὐτοάμυνας, ψυχολογικὰ προβλήματα, δαιμονισμοὶ κ.α. Ἐπιπλέον, ἔχει παρατηρηθεῖ πὼς σὲ μία τέτοια περίπτωση, ὅπως εἶναι ἡ ἀφαίρεση μίας ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ μετάνοια γιὰ τοὺς δολοφόνους εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολη καὶ συχνή, ἐπειδὴ τὸ φριχτὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς θανάσιμης ἁμαρτίας εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ βασανίσει καὶ νὰ σωφρονίσει τὸν ἐγκληματία. Ἀντιθέτως, στὸ ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας τὶς περισσότερες φορές, οὔτε κὰν περνάει ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἐνεργοῦντος τὴν πράξη πὼς εἶναι κι ἐκεῖνος σωματοκτόνος καὶ ὅτι μάλιστα ἡ δική του ἡ θέση εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβαρυντικὴ ἀπὸ κείνη τοῦ φονιά, καθότι ἡ δική του ἡ πράξη συνοδεύεται ἀπὸ δαιμονικὴ ἀναίδεια καὶ ἀνταρσία, ὄχι μόνο πρὸς τὴ δημιουργία, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό. Ἐὰν ἕνας κοινὸς δολοφόνος ἀποσπᾶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα γιὰ μία φορά, ὁ ἐραστὴς τῆς ὁμοφυλοφιλίας «δολοφονεῖ» κατ’ ἐπανάληψη καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴ ψυχή, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσοστομο [23]. Σὺν τοῖς ἄλλοις, καταντᾶ προδότης τῆς ἴδιας του τῆς φύσεως, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οὔτε δύναται νὰ ἀποκτήσει κατὰ τρόπο ὀντολογικὸ τὴ φύση ποὺ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ οὔτε προσπαθεῖ νὰ διατηρήσει καὶ ἐκείνη ποὺ εἶχε.
.                Ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψουμε στὴ θεϊκὴ ἐντολή, τῆς τοῦ ἀνθρώπου πλάσεως, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ καθ’ ὁμοίωσιν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ καὶ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ-2

Σχολιάστε

ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ καὶ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ

Ὁμοφυλοφιλία καὶ ἀνθρώπινη προαίρεση

Δημήτριος Εὐθ. Κουτσούμπας

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

βλ. σχετ:.  ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ!  ὅπου φαίνεται πὼς ἀκριβῶς στὸ θέμα τῆς προσωπικῆς εὐθύνης (ἢ προαιρέσεως, ἢ ἐλευθέρας ἐπιλογῆς) ἐντοπίζεται τὸ μυστικὸ τῆς κατανοήσεως καὶ διαχειρίσεως τῆς ὁμοφυλοφιλίας, καθ᾽ ὅσον μάλιστα σύμφωνα μὲ …«νεώτερες ἔρευνες» (!!!) ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν εἶναι λάθος, ἀστοχία προαιρέσεως/ ἐπιλογῆς ἀλλὰ «κατάσταση» φύσεως, φυσικῆς καταβολῆς. Καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι πάθος «ἀλλὰ μιὰ ἀσύμμετρη κατάσταση», ΦΥΣΙΚΗ (!) ὅμως κατάσταση, μιὰ «ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα».!!! Μάλιστα, «φυσική» κατάσταση, δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅπως τὴν κτίζει ὁ Θεός!

.             «Ἄθεον και ἀσεβές, γράφει ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, [νὰ λέμε] ὅτι τὰ κακὰ (ἁμαρτίες) ὑπάρχουν ἀπὸ τὴν φύση μας, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν προαίρεσή μας… Ὁ ἄνθρωπος δὲν ρέπει ἀπὸ τὴ φύση του στὰ ψεκτά (κατακριτέες ἁμαρτίες), οὔτε ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἐπιθυμίες ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δημιουργίας ὁ Θεὸς ἔσπειρε στὴν διάνοιά μας. Μὴ γένοιτο!» (Βιβλίο Β΄, Ἐπιστολὴ 299, σελ. 202-3).
.             Πιὸ συγκεκριμένα:

Α΄.

.             Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων γράφει στὶς Κατηχήσεις του: «Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ εἶναι ὅμοιες ὅλες οἱ ψυχὲς τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν… Δὲν ὑπάρχει τάξη ψυχῶν ποὺ ἐκ φύσεως ἁμαρτάνει, καὶ τάξη ψυχῶν ποὺ ἐκ φύσεως κάνει τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ καὶ τὰ δύο ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν προαίρεση» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 20, σελ. 154-5). Ὁπότε, ἂν ποῦμε πὼς κάποια ψυχὴ εἶναι ἐκ φύσεως ὁμοφυλόφιλη σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλες, ποὺ δὲν γεννήθηκαν μὲ τὴν συγκεκριμένη ἁμαρτία, τότε πέφτουμε στὴν αἵρεση τοῦ Μανιχαϊσμοῦ, δηλαδὴ δεχόμαστε πὼς ὑπάρχει θεὸς Δημιουργὸς τοῦ καλοῦ καὶ θεὸς Δημιουργὸς τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς φύσης.

Β΄.

.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει: «Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο ἀναμάρτητο στὴν φύση του, καὶ αὐτεξούσιο στὴν θέλησή του. Λέγοντας ἀναμάρτητο δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ἐννοῶ ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἁμαρτία στὴν φύση του, ἀλλὰ στὴν προαίρεσή του· δηλαδή, ἔχει τὴν δύναμη νὰ διατηρεῖται καὶ νὰ προοδεύει στὸ ἀγαθὸ μὲ τὴν βοήθεια τῆς θείας Χάριτος. Καὶ ἐπίσης, μπορεῖ νὰ παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ κακό, μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τοῦ Αὐτεξουσίου του· διότι, ὅ,τι γίνεται ἐξαναγκαστικὰ δὲν εἶναι ἀρετή» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κεφ. 26, σελ. 212-3).
.             Ἑπομένως, ἐπιμένουμε σὲ κακοδοξίες, ἂν δεχόμαστε, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ὅτι κάποιοι γεννιοῦνται μὲ φύση ὁμοφυλόφιλη καὶ χωρὶς αὐτεξούσια θέληση νὰ ἀλλάξουν. Τότε θὰ εἶναι σὰν νὰ ἀκυρώνουμε τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀποδεχόμαστε πὼς ἡ ἁμαρτία (λ.χ. ἡ ὁμοφυλοφιλία) ἔχει οὐσία καὶ ὑπόσταση. Δηλαδὴ ὅτι ὀντολογικὰ βρίσκεται στὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ φυσιολογικὰ ὁ ἄνθρωπος ὑφίσταται τὶς συνέπειές της.

Γ΄.

.             Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὶς Κατηχήσεις του πάλι μᾶς λέει: «Ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτεξούσια καὶ ὁ Διάβολος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τῆς ὑποβάλλει τὴν ἰδέα τοῦ κακοῦ· δὲν ἔχει ὅμως τὴν ἐξουσία νὰ τὴν ἀναγκάσει νὰ τὸ πράξει παρὰ τὴν θέλησή της. Δηλαδή, σοῦ βάζει λογισμὸ πορνείας, ἀλλὰ ἂν θέλεις τὸν δέχεσαι. Γιατί, ἂν πορνεύεις ἀναγκαστικά, τότε γιὰ ποιὸ λόγο ἑτοίμασε τὴν κόλαση ὁ Θεός; Ἂν πάλι κατὰ φύση καὶ ὄχι κατὰ προαίρεση ἔπραξες τὸ καλό, τότε γιατί ἑτοίμασε ὁ Θεὸς ἀπερίγραπτα στεφάνια;» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 21, σελ. 154-5).
.             Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει πὼς ἂν δεχθοῦμε τὶς αἱρετικὲς αὐτὲς θέσεις, τότε «οἱ μεγάλες ἐλπίδες τῶν Χριστιανῶν θὰ γίνουν φροῦδες καὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν, διότι οὔτε ἡ δικαιοσύνη θὰ βραβεύεται, οὔτε ἡ ἀμαρτία θὰ κατακρίνεται, ἀφοῦ τίποτε δὲν θὰ κάνουν κατὰ τὴν προαίρεσή τους» (Ἑξαήμερος, κεφ. 6, παρ. 38, σελ. 240-1).
.             Πῶς μποροῦν λοιπὸν Ὀρθόδοξοι ποιμένες, ποὺ κατηχοῦν γονεῖς καὶ παιδιά, νὰ ἀποδέχονται πὼς ἡ φύση ἑνὸς ἀνθρώπου εἶναι ἕρμαιο τῶν πειρασμῶν τοῦ Διαβόλου, ἢ ἀκόμα χειρότερα νὰ λένε πὼς οἱ πειρασμοὶ εἶναι τῆς φύσης του; Πῶς μποροῦν νὰ στεροῦν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς τὴν ἀληθινὴ ἐλπίδα στὴν ὄντως μοναδικὴ ψυχοθεραπευτικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας; Πῶς μποροῦν νὰ ἀποπροσανατολίζουν καὶ τὸν πιὸ ἄσωτο ὁμοφυλόφιλο ἀπὸ τὴν δυνατότητα θεραπείας του, ἀφοῦ οἱ Πατέρες λένε πὼς καὶ ὁ πιὸ ἀκάθαρτος στὴν ψυχὴ ἄνθρωπος «μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ [«μετασκευαστεῖ»] ἔχοντας παρθενικὴ προαίρεση, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στοὺς Κορινθίους…»; (Ἁγίου Νείλου Μοναχοῦ, Βιβλίον Α΄, Ἐπιστολή 200, σελ. 370-1).
.             Ἂν ὄμως ἕνας πνευματικὸς πατέρας δέχεται πὼς ἕνα πνευματικό του παιδὶ εἶναι κατὰ φύση ὁμοφυλόφιλος, ἢ πόρνος, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἁμαρτωλός, τότε ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ἔστω καὶ ἀκουσίως, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ γιατρευτεῖ ἡ προαίρεσή του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ ἀρραβώνα μὲ τὸν Χριστό, τότε τὸν ἀρραβωνιάζει μᾶλλον μὲ τὸν Διάβολο δικαιολογώντας τὴν ἁμαρτία του.
.             Γιατὶ ἔτσι δεχόμαστε πὼς δὲν ἔχουμε ἐξωτερικὴ προσβολὴ τοῦ πειρασμοῦ, ἀφοῦ τὸν θεωροῦμε ὡς μία ἐσωτερικὴ φυσικὴ ἐνέργεια εἴτε τοῦ σώματος, εἴτε τῆς ψυχῆς μας. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἴμαστε μία φύση ὄχι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὸν πειρασμό.
.             Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, σὲ ἐπιστολή του στὸν ἐπίσκοπο Λαμπέτιο, τοῦ καταλογίζει ὑπεροψία, ἐπειδὴ δὲν ἐπιδιώκει τὴν θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς ἑνὸς πρεσβυτέρου του, ἀλλὰ ἀφήνει τὴν θεραπεία στοὺς γιατροὺς τῶν σωμάτων, ποὺ πολλὲς φορὲς ἡ ἱατρική τους εἶναι ἐλλιπὴς ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ σώματα. «Ἐμεῖς [γράφει ὁ Ἅγιος] γνωρίζουμε ὅτι οἱ ψυχὲς ἔχουν τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐξουσία τῆς προαίρεσης. Γι’ αὐτό εἴδαμε ἀνθρώπους, ποὺ ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς κακίας ἀνέβηκαν στὴν κορυφὴ τῆς ἀρετῆς». Μάλιστα, ὁ Ἅγιος νουθετεῖ τὸν Λαμπέτιο, δείχνοντάς του τὸ εὔκολο τῆς θεραπείας τῆς προαίρεσης τῆς ψυχῆς σὲ σύγκριση μὲ τὴν δυσκολία θεραπείας τοῦ σώματος, λόγῳ τῆς δέσμευσής του στὴν φυσικὴ φθορὰ καὶ τὸν σωματικὸ θάνατο, καὶ τὸν προτρέπει νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸν ὡς πνευματικὸς πατέρας, ἀρκεῖ νὰ πιστεύει ἀπόλυτα στὸν ἱερὸ σκοπό του, χωρὶς νὰ ἀμφιβάλλει ποτὲ γι’ αὐτό, καὶ χωρὶς νὰ σταματᾶ νὰ φροντίζει γι’ αὐτό. Καὶ καταλήγει: «Ἴσως καὶ αὐτός [τὸ ψυχικὰ ἄρρωστο πνευματικὸ παιδί του] κάποτε νὰ σωθεῖ, καὶ αὐτοὶ ποὺ σκανδαλίζονται, νὰ διορθωθοῦν, καὶ ὅσοι κοροϊδεύουν νὰ ἀποστομωθοῦν, καὶ σὺ νὰ ἐπιτύχεις ἀθάνατη δόξα» (Ἐπιστολὴ 79, σελ. 108-111).

Δ΄.

.             Ἄλλοι πάλι πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν ὁμοφυλόφιλοι, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλα πάθη ἄνθρωποι, ποὺ θεωροῦνται ὅτι εἶναι κυριευμένοι πλήρως ἀπὸ τὰ πάθη τους καὶ οὐσιαστικὰ δὲν ἔχουν καμμία αὐτεξούσια γνώμη καὶ ἀπόφαση νὰ ἀρνηθοῦν τὰ «ἐκ γενετῆς», «φυσικὰ» πάθη τους, καὶ πὼς μόνο ἡ θεία Χάρη, χωρὶς τὴν αὐτεξούσια προαίρεση, μπορεῖ νὰ μετατρέψει τὸ ἁμαρτωλὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δεσμεύεται στὴν ἀνάγκη τῆς ἁμαρτωλῆς «φύσης». Ἔτσι ὅμως παρουσιάζουμε ὅτι ἡ θεία Χάρη δὲν εἶναι προτρεπτικὴ στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι δῆθεν ἀναγκαστική.
.             Περὶ τούτου ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς γράφει: «Δὲν δεσμεύει ἡ Χάρη τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἀναγκαστικὴ δύναμη ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ὥστε νὰ τὸ κάνει ἀμετάτρεπτο, ἀλλά, ἂν καὶ συνυπάρχει, δίνει τὴν προτεραιότητα στὸ αὐτεξούσιο, γιὰ νὰ φανεῖ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ποῦ κλείνει, πρὸς τὴν ἀρετὴ ἢ τὴν κακία. Γιατὶ ὁ νόμος [τοῦ Θεοῦ] δὲν ὑπάρχει γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ γιὰ τὸ αὐτεξούσιο τῆς προαίρεσης, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κλίνει πρὸς τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό» (Λόγος 6, Περὶ ἐλευθερίας νοός, παρ. 118, σελ. 380-1).
.             Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σὲ ἐπιστολή του μᾶς ξεκαθαρίζει πὼς στὴ ζωή μας «δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία μας, ὅσα δὲν ἔχουν δημιουργὸ τῆς ὕπαρξής τους τὴν δική μας προαίρεση, καὶ καθετὶ ποὺ ὑπάρχει φυσικὰ ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία (ἁμαρτία)» (Ἐπιστολὴ Α΄, Πρὸς Γεώργιον, σελ. 16-7).
.             Ὅποιος λοιπὸν δέχεται πὼς ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἢ ὁποιαδήποτε πορνικὴ ἁμαρτία, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία, τότε ἀναπόφευκτα δέχεται τὸ παράλογο καὶ τὸ ἀπάνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ νομοθετεῖ καὶ νὰ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πράγματα, ποὺ ἐναντιώνονται στοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς Δημιουργίας του.
.             Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς νοσηρῆς κακοδοξίας μᾶς τὸ ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἐρημίτης γράφοντας: «Κάποιοι λένε ὅτι “δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ἐὰν ξεκάθαρα δὲν δεχτοῦμε τὴν Χάρη τοῦ Πνεύματος”. Ἔτσι πάντα αὐτοί, ποὺ μὲ τὴν προαίρεσή τους βρίσκονται διαρκῶς μέσα στὶς ἡδονές, μένουν ἀβοήθητοι καὶ παραιτοῦνται ἀπὸ τὸ νὰ κάνουν αὐτό, ποὺ μποροῦν» (Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, κεφ. 55, σελ. 56-7).
.           Μιλᾶμε δηλαδὴ πάλι γιὰ πλήρη ἀχρήστευση τῆς αὐτεξούσιας προαίρεσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποδοχὴ τῆς αἵρεσης τοῦ Μονοθελητισμοῦ, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα ἑνὸς Χριστοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ἀνθρώπινο φυσικὸ θέλημα, ἢ ἔχει θέλημα ἀνίκανο νὰ ἀπορρίψει τὴν «φυσικὴ» ἁμαρτία.

Ε΄.

.             Τὸ πιὸ σύνηθες καὶ χιλιοειπωμένο ἐπιχείρημα ποὺ ἀκοῦς, εἶναι πὼς κάποιοι ὁμοφυλόφιλοι ἔχουν μία «φυσικὴ» ροπὴ πρὸς τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ αὐτὸ ἐκδηλώνεται ἀπὸ μικρὴ ἡλικία. Ἀλλὰ ἔτσι δεχόμαστε πὼς ἡ ψυχὴ εἶναι κατὰ τὴν φύση της τρεπτή, μὲ ἀποτέλεσμα ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ἔχουν φύση ποὺ ρέπει πρὸς στὴν ἁμαρτία, καὶ ἄλλοι νὰ ἔχουν φύση ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁγιότητα. Δηλαδὴ συμφωνοῦμε μὲ τὴν κακοδοξία περὶ τοῦ Ἀπόλυτου Προορισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ ἀκροτάτου Ρατσισμοῦ.
.             Οἱ Πατέρες ὅμως μᾶς ξεκαθαρίζουν πὼς ὁ ἄνθρωπος ἠθελημένα κι ὄχι κατὰ φύση ρέπει στὸ πάθος ἢ στὴν ἐγκράτεια· γιατὶ εἶναι ἐθελότρεπτος στὴν λογικὴ ψυχή του, ἐνῶ τὸ σῶμα του εἶναι τρεπτὸ στὴν φύση ἐξαιτίας τοῦ σύνθετου καὶ τοῦ φθαρτοῦ τῆς ὕλης του. Δηλαδὴ ἡ ψυχὴ ρέπει στὴν ἁμαρτία ἢ στὴν ἀρετή, γιατὶ τὸ θέλει, μὲ τὴν προαίρεσή της, ἐνῶ τὸ σῶμα ρέπει ἀπὸ μόνο του κατὰ φύση στὴν φθορὰ τῆς ὕλης καὶ ὄχι στὴν φθορὰ τῆς καταδικαστέας ἁμαρτίας.
.             Συγκεκριμένα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει «πὼς ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα εἶναι ἐθελότρεπτα, δηλαδὴ μετατρέπονται μὲ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ τὰ ἄλογα εἶναι τρεπτὰ κατὰ τὸ σῶμα τους» (Διάλογος κατὰ Μανιχαίων, σελ. 228-9).
Καὶ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος τὸ ἀναλύει ἀκόμα περισσότερο, λέγοντας πὼς «ἡ ψυχὴ εἶναι ἄτρεπτη ὡς πρὸς τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία, καὶ πὼς μαζὶ μὲ τὸν νοῦ προσκολλῶνται ἐκουσίως εἴτε στὸ ἀγαθὸ εἴτε στὸ πονηρό. Τὸ σῶμα ὅμως εἶναι τρεπτὸ στὴν φύση, διότι εἶναι σύνθετο καὶ ρευστὸ στὴν οὐσία, διότι κατασκευάστηκε ἀπὸ φθαρτὴ ὕλη… Τὴν μίξη τῆς συνουσίας, τὴν ἡδονή, τὴν λαιμαργία καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς ἁμαρτίες, ποὺ οἱ πολλοὶ νομίζουν πὼς τὰ ἐπιζητεῖ τὸ σῶμα, δὲν τὰ ἐπιζητεῖ οὔτε ζωντανὸ οὔτε νεκρὸ ἀπὸ μόνο του, ἀλλὰ τὰ ἐπιζητεῖ ἡ ψυχὴ μέσῳ αὐτοῦ. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ χωρὶς τὴν ψυχή, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἑνώθηκε διὰ τῆς ἀγάπης μὲ τὸν Θεό, δὲν μπορεῖ νὰ παρασυρθεῖ σὲ ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες. Διότι ἡ ὁρμὴ τῆς καρδιᾶς, ἢ καλλίτερα ἡ ροπὴ τοῦ θελήματός της, συγκρατεῖται ἀπὸ τὴν γλυκιὰ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ» (Κατηχητικὸς λόγος 25, παρ. 3, σελ. 302-5).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης γράφει: «Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ψυχή μας δημιουργεῖ τὶς ἀρετές, ἔτσι δημιουργεῖ καὶ τὰ πάθη — τὶς ἀρετὲς ὅμως κατὰ φύση, καὶ τὰ πάθη παρὰ φύση. Γιατὶ αἰτία στὴν γέννηση τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ ἔχει τὴν ροπὴ τῆς θελήσεως… Γιατὶ ἡ πρόθεση βρίσκεται ἀνάμεσα στὶς δύο ἐνέργειες, ἐπειδὴ αὐτὸς φέρει μέσα του καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς κακίες· τὶς ἀρετὲς ἀπὸ τὴν φύση του, ἐνῶ τὶς κακίες μὲ τὴν αὐθαίρετη ροπὴ τοῦ θελήματός του» (Κεφάλαιο 89, σελ. 410-1).
.             Καὶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης θεϊκῶς φιλοσοφῶν μᾶς λέει πὼς «ἔχουμε ἔφεση (κλίση, ροπὴ) στὸ ἀγαθό, καὶ ἂν δὲν ἔχουμε ἔφεση στὸ ἀγαθό, θὰ ἔχουμε ἔφεση στὸ κακό, δηλαδὴ στὸ μὴ ἀγαθό, στὸ μὴ ὄν. Ὅμως ἡ ἔφεση στὸ μὴ ὂν δὲν εἶναι ἔφεση, ἀλλὰ ἀποτυχία [«ἁμαρτία»] τῆς ὄντως ἔφεσης» (Περὶ θείων ὀνομάτων, κεφ. 4, παρ. 34, σελ. 146-7).

Ϛ΄

.             Ἐπίσης, περὶ τοῦ θέματος τῆς δῆθεν τρεπτότητας τῆς φύσης τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, δυστυχῶς κάποιοι Χριστιανοί, ἀκολουθώντας τὴν σύγχρονη ἀθεολόγητη κοσμικὴ ρητορική, δημοσίως γράφουν καὶ λένε πὼς ἡ σημερινὴ κοινωνία, στὴν οὐσία καὶ στὴν ἀνθρώπινη φύση της, ἔχει ἀλλάξει, σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔγραφαν οἱ Πατέρες τὴν ἀνθρωπολογία τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σχετικοποιοῦν τὴν θεολογία περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἁμαρτίας. Ἀλλὰ ἔτσι πέφτουν στὴν παγίδα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ποὺ σχετικοποιεῖ κάθε ἀλήθεια καὶ πρεσβεύει πὼς ἡ οὐσία καὶ ἡ φύση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου δὲν παραμένουν πάντα ἴδιες, ἀλλὰ ἀλλάζουν στὸν χρόνο. Ὅμως ἔτσι, ἀναγκαστικά, οἱ φυσικὲς ἀλλαγὲς στὴν ψυχὴ ἐπιφέρουν καὶ τὶς ἠθικὲς ἀλλαγές, ὁπότε καὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀσταθεῖς καὶ μεταβαλλόμενες, καὶ δὲν ἔχουν παντοτινὴ ἰσχὺ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πλάνης εἶναι ἡ διαρκὴς σύγχυση τῆς γνώσης τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐξουδετέρωση τῆς προαίρεσης αὐτοῦ.
.             Ὅμως, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καταδεικνύοντας καὶ στὴν ἐποχή του τὴν σοβαρότητα τῆς πνευματικῆς αὐτῆς διαστρέβλωσης, γράφει γιὰ ποιμένες «ποὺ ἔχουν κυριευθεῖ ἀπὸ ἀφροσύνη καὶ δὲν ἐπιζητοῦν τὸν Κύριο καὶ οὕτε ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῆς ἄμεμπτης καὶ σταθερῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἐνεργοῦν σὰν νὰ πάληωσε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε ἀνενεργὸ τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀτόνησαν οἱ πνευματικοὶ θεσμοί, λὲς καὶ ἔχει ἀλλοιωθεῖ ὁ ἀναλλοίωτος Θεός. Καὶ γιὰ τὰ λεγόμενά τους αὐτὰ βρίσκουν λόγους καὶ αἰτίες τοὺς χρόνους καὶ τὶς ἡμέρες καὶ τὶς γενιές, πὼς ἦταν διαφορετικὲς ἐκεῖνες καὶ διαφορετικὲς οἱ σημερινές» (Βιβλίο Α΄, Ἐπιστολὴ 8, σελ. 52-3).
.             Καὶ ὁ Ἅγιος ἀνταπαντᾶ σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις γράφοντας πὼς «αὐτὸ δὲν συνέβη ἀπὸ τὴν διαφορὰ τοῦ χρόνου… Ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει συμβεῖ ἐξαιτίας τῆς ἐναλλαγῆς τῆς αὐτεξούσιας προαίρεσης, ἡ ὁποία παραμέλησε τὸν ἔρωτα στὸν Θεὸ καὶ παρέδωσε τὴν ἐπιθυμία της στὰ ὑλικά, καὶ δὲν θέλει, οὔτε προτιμᾶ νὰ μιμηθεῖ τὰ παραδείγματα τῆς παληᾶς δόξας, οὔτε νὰ ἀντιγράψει ἀπὸ τὴν ἀρχέτυπη καὶ πατερικὴ θεοειδὴ εἰκόνα, ἀλλὰ (προτιμᾶ νὰ μιμηθεῖ) ἀπὸ τὶς δύσμορφες καὶ ἀλλόκοτες καὶ τερατόμορφες (εἰκόνες). Γι’ αὐτὸ παρουσιάζουν σὰν ἀρχέτυπα καὶ πρότυπα τὰ ψυχικὰ ἰνδάλματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλο ἔχει ἐν μέρει ἀνθρώπινη μορφή, ἄλλο μορφὴ σκύλου, λεοπάρδαλης, ψαριοῦ ἢ κάποιου ἄλλου ἀπὸ τὰ ἑρπετά, ποὺ ἑρμηνεύονται ἀλληγορικά» (Βιβλίο Α΄, Ἐπιστολὴ 8, σελ. 52-3).
.             Ἔτσι συμβαίνει σήμερα, ὅταν ἡ κατήχηση παραδίδεται σὲ λεγομένους ψυχοθεραπευτές, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς ἐλλιπεῖς καὶ συχνὰ ἀβάσιμες θεωρίες τους θέτουν ὡς πρότυπο ψυχικῆς ὑγείας ὄχι τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν λογικότητα καὶ αὐτεξουσιότητα, ἀλλὰ τὶς εἰκόνες τῶν ἀλόγων ζώων, ποὺ ἀντιδροῦν ἄλογα καὶ παθητικὰ μὲ τὰ ζωώδη ἔνστικτά τους. Ὁπότε φτάνουν στὸ σημεῖο ὅχι μόνο νὰ μὴν δέχονται τὴν ὁμοφυλοφιλία ὡς παρὰ φύση ψυχοσωματικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ νὰ ζητᾶνε ἀπὸ τὸν ὁμοφυλόφιλο νὰ μὴν καταπιέζει τὴν δῆθεν ἐκ τῆς δημιουργίας του ἐπιθυμία του, μένοντας ἀμετανόητος σὲ αὐτήν.
.             Μὲ τὶς αἱρετικὲς ὅμως αὐτὲς δοξασίες ἀπορρίπτουμε θεολογικὰ τὸ «κατ’ εἰκόνα» τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ τὸ «καθ’ ὁμοίωση» τῆς ἀγωνιστικῆς προαίρεσης τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει συγκεκριμένα ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης: «“Εἶπε ὁ Θεός… Ἂς δημιουργήσουμε ἄνθρωπο σύμφωνα μὲ τὴν δική μας εἰκόνα”, ὥστε μὲ τὴν προαίρεσή του νὰ γίνει ὅμοιος μὲ μᾶς… Ὁ μονογενὴς λοιπὸν Θεός, ὅταν ἦλθε, εἶπε· “Γίνεσθε ὅμοιοι μὲ τὸν οὐράνιο πατέρα μου”, ἐπειδὴ ἡ δημιουργία διασώζει τὸ “κατ’ εἰκόνα” ἐνῶ ἡ προαίρεση τὸ “καθ’ ὁμοίωση”» (Ἐπιστολὴ 95, σελ. 120-1).

Ζ΄.

.             Δυστυχῶς πολλοὶ Χριστιανοί, ἐν ὀνόματι μιᾶς συναισθηματικῆς ἀγαπολογίας, θεωροῦν καὶ διαδίδουν πὼς ο Χριστὸς δέχεται τοὺς πάντες, ὅπως καὶ ἂν εἶναι. Μήπως ὅμως ἔτσι ὑπονοοῦν ὅτι δέχεται ἀκόμα καὶ ὅσους δὲν μετανοοῦν ἢ ὅσους καταξιώνουν τὶς ἁμαρτίες τους;
.             Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν θεραπευτικὴ τῆς σαρκωμένης Ἀγάπης, ἀντικρούει καὶ ἀπορρίπτει κάθε μισάνθρωπη καὶ ἀντιθεραπευτικὴ δοξασία. Γιατί, τραγικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποδοχῆς ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν εἶναι νὰ ἀποπροσανατολιζόμαστε ἀπὸ τὴν θεμελιώδη γνώση, δηλαδὴ τὴν σωτηριώδη πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωση».
.             Καὶ ἀνοήτως, ἀντὶ νὰ διασώζουμε στὶς καρδιές μας καὶ στὶς καρδιὲς τῶν ἑπόμενων γενεῶν τὴν Ἀλήθεια τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας μας, ὅπως ἔχει ἀποκαλυφθεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἐμεῖς τὴν ὠθοῦμε στὴν λήθη, προβάλλοντας τὴν παραμορφωμένη ἀπὸ τὰ πάθη «εἰκόνα» τοῦ ξεπεσμένου ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἀνθρώπου. Ἔτσι, τὸ ὀλέθριο ἀποτέλεσμα εἶναι πὼς ἀδιαφοροῦμε καὶ ἀδρανοποιοῦμε τὸ σημαντικότερο θεϊκὸ δῶρο, τὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐσιαστικότερο σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ εἶναι τὸ «καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει πὼς «ὡς Χριστιανοὶ πιστεύουμε ὅτι [ὁ Χριστὸς] προσέλαβε ὅλα τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Διότι προσέλαβε ὅλον τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Διότι αὐτὴ δὲν εἶναι φυσικὸ πρᾶγμα, οὔτε ὁ Δημιουργὸς τὴν ἔσπειρε μέσα μας, ἀλλὰ τὴν ἀποκτήσαμε θεληματικά, μὲ τὴν ἐπίδραση [«ἐπισπορά»] τοῦ Διαβόλου στὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας, χωρὶς νὰ μᾶς κρατᾶ μὲ τὴν βία. Φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἶναι αὐτὰ ποὺ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ ὅσα εἰσῆλθαν στὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ἐξαιτίας τῆς καταδικαστικῆς παράβασής μας, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ πείνα, ἡ δίψα, ὁ κόπος, ὁ πόνος, τὸ δάκρυ, ἡ ἀγωνία κλπ.» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, κεφ. 64, σελ. 394-7).

Η΄.

.             Ἕνα ἀκόμα ἀθεολόγητο ἐπιχείρημα, ποὺ κι αὐτὸ δυστυχῶς ἀκούγεται ἀπὸ κάποιους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι πὼς κάποιοι γεννιοῦνται μὲ ὁμοφυλόφιλο σῶμα, ἀφοῦ ταυτίζουν τὴν παθητότητα τῆς φύσης τοῦ σώματος, στὴν φθορὰ τῆς ὕλης, μὲ τὴν παθητότητα τῆς προαίρεσης (κι ὄχι τῆς φύσης) τῆς ψυχῆς, στὴν ἁμαρτία.
.             Ἔτσι, ὅμως, πέφτουμε στὴν αἵρεση τοῦ Ὑλισμοῦ, μὲ τὸ νὰ δεχτοῦμε πὼς ἡ ἐπιθυμία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, καὶ ὁποιασδήποτε σαρκικῆς ἁμαρτίας, προέρχεται ἀπὸ τὴν ὕλη τοῦ σώματος. Ὁ Ὑλισμὸς πρεσβεύει πὼς κάθε ψυχικὴ ἐνέργεια, εἴτε θέληση, εἴτε βούληση, εἴτε συνείδηση εἶναι ὑλικὲς ἐνέργειες, δηλαδὴ προέρχονται ἀπὸ τὴν ὕλη καὶ ἀπὸ τὴν ἐξελικτικὴ πορεία αὐτῆς.
.             Πιὸ συγκεκριμένα, πολλοὶ εἰδικοὶ θεωροῦν πὼς ὅλες οἱ ἐπιθυμίες, ὁπότε καὶ οἱ ὁμοφυλοφιλικές, προέρχονται εἴτε ἐκ γενετῆς ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο, εἴτε ἀπὸ ἐξωγενεῖς κοινωνικοὺς παράγοντες, ποὺ ἐνεργοῦν καὶ φιλτράρονται πάλι διὰ τοῦ ἐγκεφάλου. Χωρὶς φυσικὰ νὰ γνωρίζουν τὸ ποιὸς εἶναι ὁ ὑγιὴς νοῦς τῆς ψυχῆς, καὶ πῶς λειτουργεῖ τὸ ἐν Χριστῷ λογικὸ τῆς ψυχῆς σὲ σχέση μὲ τὸ ἄλογο ἐπιθυμητικὸ μέρος αὐτῆς.
.             Καὶ ὅπως, ἂν κάποιος γεννιέται σωματικὰ τυφλός, δὲν σημαίνει πὼς εἶναι καταδικασμένος νὰ ζεῖ στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ γεννιέται μὲ μία σωματικὴ ἀνωμαλία στὰ γεννητικὰ ὄργανα, δὲν εἶναι ψυχικὰ ἐγκλωβισμένος στὴν ἁμαρτία ὁποιασδήποτε πορνείας.
.             Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μὲ βαθύτητα σκέψης ἀλλὰ καὶ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, μᾶς ἐξηγεῖ πὼς ὁ προπάτορας Ἀδὰμ «διέπραξε δύο ἁμαρτίες παραβαίνοντας τὴν θεία ἐντολή· ἡ μία ἦταν τῆς προαίρεσης τῆς ψυχῆς, ποὺ ἄφησε μὲ τὴ θέλησή της τὸ ἀγαθό, καὶ ἡ ἄλλη τῆς φύσης (τοῦ σώματος), ποὺ ἄφησε χωρὶς νὰ τὸ θέλει τὴν ἀθανασία ἐξαιτίας τῆς προαίρεσης» (Πρὸς Θαλάσσιον, Ἀπόκρισις 42, σελ. 268-9). Δηλαδὴ ἠθελημένα, διὰ τῆς προαιρέσεώς του, ἔκανε κακὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του, μὲ ἀκόλουθο ἀποτέλεσμα, ἄθελά του, νὰ ἀχρηστέψει τὴν ἀφθαρσία καὶ ἀθανασία τοῦ σώματός του. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ Ἀνθρωπότητα κληρονόμησε τὴν θνητότητα καὶ τὴν φθαρτότητα τῶν ὑλικῶν σωμάτων. Αὐτὴ ὅμως ἡ θνητότητα κι ἡ φθαρτότητα τῶν ὑλικῶν σωμάτων χρησιμοποιεῖται μοναδικὰ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὡς πνευματικὴ εὐκαιρία ἀξιοποίησης τῆς σωτηριώδους Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἕνα τέτοιο σπάνιο φαινόμενο ἐκ γενετῆς φθαρτότητας καὶ παθητότητας τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, καὶ ὄχι τῆς ψυχῆς, εἶναι ὁ λεγόμενος «ἑρμαφροδιτισμός». «Αὐτὴ λοιπόν, (συνεχίζει ὁ Ἅγιος), τὴν ἀμοιβαία φθορὰ καὶ ἀλλοίωση τῆς φύσης διορθώνοντας ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν φύση μας ὁλόκληρη, εἶχε καὶ Ἐκεῖνος τὴν παθητότητα μέσα στὴν φύση ποὺ ἔλαβε, ἀλλὰ τὴν στόλισε μὲ τὴν ἀφθαρσία τῆς προαίρεσης, καὶ ἔγινε ἁμαρτία ἐξαιτίας τῆς παθητότητας τῆς φύσης. Δὲν γνώρισε ὅμως τὴν ἁμαρτία τῆς προαίρεσης, ἐπειδὴ ἡ γνώμη του παρέμεινε ἄτρεπτη. Ἐξαιτίας λοιπὸν τῆς ἀφθαρσίας τῆς προαίρεσης διώρθωσε τὴν παθητότητα τῆς σωματικῆς φύσης, κάνοντας τὸ τέλος τῆς παθητότητας τῆς φύσης, ἐννοῶ τὸν θάνατο, ἀρχὴ τῆς κατὰ φύση μεταποίησής μας στὴν ἀφθαρσία» (Πρὸς Θαλάσσιον, Ἀπόκρισις 42, σελ. 268-9).
.             Ἂς μὴν συγχέουμε λοιπὸν τὴν ἀθέλητη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παθητότητα τῆς φθαρτῆς σωματικῆς φύσης, ποὺ προσέλαβε ὁ Χριστὸς, μὲ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας ποὺ διαπράττεται ἀπὸ τὴν προαίρεση (καὶ ὄχι τὴν φύση) τῆς ψυχῆς, καὶ ποὺ παραβαίνει τὴν ἀπαγορευτικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὴν τὴν ἁμαρτία.
.             Ἔτσι, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων μᾶς νουθετεῖ «νὰ μὴν λέμε ὅτι τὸ σῶμα εἶναι αἴτιο τῆς ἁμαρτίας… ἐπειδὴ τὸ σῶμα ἁπὸ μόνο του δὲν ἁμαρτάνει, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ἁμαρτάνει μέσῳ τοῦ σώματος. Τὸ σῶμα εἶναι ἐργαλεῖο καὶ μοιάζει μὲ ἔνδυμα καὶ στολὴ τῆς ψυχῆς. Ἂν λοιπὸν παραδοθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ στὴν πορνεία γίνεται ἀκάθαρτο, ἐνῶ ἂν συγκατοικήσει μὲ ἁγία ψυχὴ γίνεται ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Κατήχησις Φωτιζομένων Δ΄, παρ. 23, σελ. 158-9).
.             Κι ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς γράφει: «Νὰ μὴν κατηγοροῦμε τὸν Θεό, τὸν σοφώτατο δημιουργὸ τῶν μελῶν, ἀλλὰ τὴν δική μας φιλαμαρτήμονα γνώμη πρὸς τὴν ἁμαρτία… Μὴν μεμφόμαστε λοιπὸν τὰ μέλη (τοῦ σώματός μας) ἀλλὰ τὴν προαίρεσή μας» (Ἐπιστολὴ 168, Βιβλίο Β΄, σελ. 116-9).
.             Τέλος, σὲ ὅσους προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν μὲ ἀναπόδεικτα, δῆθεν ἐπιστημονικά, ἐπιχειρήματα, πὼς τὸ σῶμα ἔχει δικές του ἐπιθυμίες, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐξηγώντας τὴν φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτες: «Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε» (Γαλ. ε΄, 17), [δηλαδὴ «ἡ σάρκα ἔχει ἐπιθυμίες ἀντίθετες πρὸς τὸ πνεῦμα, καὶ τὸ πνεῦμα ἀντίθετες πρὸς τὴν σάρκα· καὶ αὐτὰ εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, γιὰ νὰ μὴν κάνετε (χωρὶς ἀντίδραση) ἐκεῖνα ποὺ θέλετε»], γράφει ὅτι: «“Σάρκα” ὀνομάζει (ὁ ἀπόστολος Παῦλος) τὴν πονηρὴ προαίρεση, ἐνῶ “πνεῦμα” τὴν ἀγαθὴ προαίρεση, ἐκείνη ποὺ φροντίζει νὰ βαδίζει πρὸς τὰ ἀνώτερα. Ἡ κακία δηλαδὴ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀρετή, καὶ ἡ αρετὴ πάλι ἀντίθετη πρὸς τὴν κακία, ἀντικαθιστώντας τὴν θέση κάποιου παιδαγωγοῦ, καὶ μὴ ἀφήνοντάς μας νὰ βαδίζομε σύμφωνα μὲ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες μας» (Εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας, κεφ. ε΄, σελ. 74-5).

* * *

.             Πολλοὶ ὅμως λεγόμενοι εἰδήμονες τῆς ψυχῆς βγάζουν αὐθαίρετα συμπεράσματα – «ἀξιώματα», ὅπου ὁμαδοποιοῦν, ὅπως μὲ τὶς ἀγέλες τῶν ἀλόγων ζώων, τὶς ὅμοιες ἐνστικτώδεις ἀντιδράσεις τῶν νευρώνων τῶν ἐγκεφάλων καὶ τῶν χημικῶν οὐσιῶν τῶν σωμάτων, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν συμπεριφορῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, καὶ ἔχουν δημιουργήσει νέες κατηγορίες φύλων, πέρα ἀπὸ τὰ δύο βιολογικὰ φῦλα (sex), ποὺ ἀριθμοῦνται σὲ πολλὲς δεκάδες καὶ τὶς κατονομάζουν ὡς «κοινωνικὰ φῦλα» (gender), χρησιμοποιώντας παράλληλα νεοφανεῖς ὁρολογίες, ὅπως «ταυτότητα φύλου, διεμφυλικότητα, κἄ».
.             Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐνουχίζονται, μᾶς λέει πὼς «τὸ νὰ ἀποκόπτει κάποιος τὰ μέλη τοῦ σώματός του εἶναι ἔργο, ποὺ ἔχει τὴν ἀρχή του στὴν δαιμονικὴ ἐνέργεια καὶ τὴν σατανικὴ ἐπιβουλή· ἄρχισε μὲ σκοπὸ νὰ μπορέσουν νὰ διαβάλλουν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ καταστρέψουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἔκαναν αὐτὸ διὰ νὰ μὴν στηρίζονται οἱ ἄνθρωποι στὴν προαίρεσή τους, ἀλλὰ νὰ ἀποδίδουν τὸ πᾶν στὴν φύση τῶν μελῶν, καὶ ἔτσι χωρὶς φόβο νὰ ἁμαρτάνουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, μὲ τὴν σκέψη ὅτι εἶναι ἀνεύθυνοι. Καὶ προξενοῦν διπλὴ βλάβη στὸν ἄνθρωπο· καὶ μὲ τὸ νὰ ἀποκόπτουν τὰ μέλη του, καὶ μὲ τὸ ὅτι ἐμποδίζουν τὴν προθυμία στὴν κατὰ προαίρεση ἐκλογὴ τῶν ἀγαθῶν» (Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία 62, σελ. 466-7).
.             Ὁ Ἅγιος μάλιστα, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, κάνει βαθύτατο ψυχογράφημα τοῦ ἀνθρώπου σχετικὰ μὲ τὴν γενετήσια σεξουαλικὴ ἐπιθυμία, ἀπὸ τὴν ὁποία παρασύρεται μὲ ὀλέθριες συνέπειες. Παραθέτει δὲ τὶς φιλοσοφικὲς καὶ ψευτοεπιστημονικὲς θεωρίες τῆς ἐποχῆς του περὶ τῶν ἀνώμαλων σεξουαλικῶν ἐπιθυμιῶν, οἱ ὁποῖες λέγανε πὼς αὐτὸς ὁ ἀρρωστημένος οἶστρος προέρχεται ἢ ἀπὸ τὸν ἐγκέφαλο ἢ ἀπὸ τὴν σπονδυλικὴ στήλη, καὶ καταλήγει πὼς διαφωνεῖ ἀπόλυτα λέγοντας ὅτι «δὲν βλαστάνει ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ ἀπὸ τὴν ἀκόλαστη γνώμη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀδιάφορη διάνοιά του· διότι ἐὰν αὐτὴ σωφρονεῖ, καμμιὰ ζημιὰ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προέλθει ἀπό τὶς φυσικὲς παρορμήσεις» (Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία 62, σελ. 468-9).
.             Ἡ ἐγκληματικὴ ἄγνοια, ἀδιαφορία καὶ ἀμέλεια τῆς γνώσης τῆς ἀξίας καὶ τῆς χρησιμότητας τῆς προαίρεσης στὸν ἄνθρωπο ἔχει ὁδηγήσει ὅλους τοὺς λεγομένους εἰδήμονες νὰ διαστρεβλώνουν ἀκόμα καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας. Δηλητηριασμένοι ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς μισάνθρωπες καὶ ἔκφυλες θεωρήσεις περὶ τῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου ἔφθασαν νὰ ταυτίσουν τὴν δυνατότητα ἁμαρτίας μὲ τὴν ἐλευθερία, ἐνῶ τὴν δυνατότητα ἐλευθερίας διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα τὴν εἶπαν δέσμευση καὶ ἀπαγόρευση.
.             Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὅμως, ἀκολουθώντας τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ παράδοση, καὶ ὄχι τὴν κοσμικὴ καὶ ἐμπαθῶς ὑποκειμενικὴ σκέψη τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ κάθε ἐποχῆς, μᾶς δεικνύει τὸ ὀλέθριο σφᾶλμα τῶν ψευτοειδικῶν, ποὺ θέλουν νὰ ὑποδείξουν τὴν λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, χωρὶς νὰ ἔχουν τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις τῆς ἐξ Ἀποκαλύψεως Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας.
.             Συγκεκριμένα, στὸ βιβλίο του Γνῶθι σαυτόν γράφει πὼς «κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἠθικολόγους ταυτίζουν τὶς ἔννοιες τῶν λέξεων «αὐτεξούσιο» καὶ «ἠθική ἐλευθερία» ὡς «δύναμη τοῦ αἱρεῖσθαι» (δυνατότητα ἐπιλογῆς), καὶ ὁρίζουν τὴν «ἠθικὴ ἐλευθερία» ὡς «δύναμη τοῦ αἱρεῖσθαι» τὸ καλὸ ἢ τὸ πονηρό, ἐνῶ ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ αὐτεξούσιου… Ὁ πράττων τὸ κακὸ εἶναι ἀνελεύθερος, διότι ἐνέργεῖ ἐναντίον τῆς βούλησης αὐτοῦ, ἐνῶ ὁ πράττων τὸ καλὸ εἶναι ἐλεύθερος, γιατὶ πράττει ὅ,τι βούλεται. Ὁπότε, τὸ νὰ προαιρεῖσαι τὸ ἀγαθὸ ἢ τὸ κακὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ αὐτεξούσιου, ἐνῶ τὸ νὰ βούλεσαι καὶ νὰ πράττεις (μόνο) τὸ ἀγαθὸ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας. Τὸ αὐτεξούσιο εἶναι ἠθικὸ χαρακτηριστικὸ παντὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ ἠθικὴ ἐλευθερία εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῶν ἐνάρετων. Τὸ αὐτεξούσιο καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δυνάμει ἠθικό, ἡ δὲ ἠθικὴ ἐλευθερία ἀναδεικνύει αὐτὸν ἐνεργείᾳ ἠθικό. Τὸ αὐτεξούσιο, παραπλανώμενο ὑπὸ τῶν ὁρμῶν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ σκέψεων σφαλερῶν, καταβιβάζει τὸν ἄνθρωπο εἰς τὴν τάξη τῶν ἀλόγων ζώων» (Γνῶθι σαυτόν, σελ. 65).
.             Ἔτσι, ἂν δεχθοῦμε τὶς ἀπόψεις ὅσων ὑποστηρίζουν τὴν ὁμοφυλοφιλία ἢ τὴν «διεμφυλικότητα» ὡς φυσικὲς καταστάσεις ἢ ὡς φυσικὲς ἐνέργειες τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, τότε παραπλανοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ καταστρέφουμε κάθε δυνατότητα πραγματικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά. Καὶ ὅπως οἱ κομπογιαννίτες γιατροὶ τῶν σωμάτων — οἱ ὁποῖοι παραπλανοῦν καὶ καταστρέφουν τὴν δυνατότητα θεραπείας τῶν σωμάτων — ὁδηγοῦν στὸν προσωρινὸ θάνατο, ἔτσι κι ὅσοι κυρήττουν διδασκαλίες, ποὺ ἀκυρώνουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεραπευτικὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁδηγοῦν στὸν αἰώνιο θάνατο.

————————————

Υ.Γ.: Οἱ παραπομπὲς τῶν Πατερικῶν χωρίων ἀναφέρονται στὶς ἐκδόσεις: «Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ)», Θεσσαλονίκη.

Σχολιάστε

Ο Μητροπολ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ γιὰ τὸ ΘΕΜΑ τοῦ Μητροπολ. ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ καὶ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

.              Ἀργά καί καθυστερημένα ἔμαθα τό θέμα πού δημιουργήθηκε γύρω ἀπό τό ἱερό πρόσωπο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου ἁγίου Μόρφου κ. Νεοφύτου γιά ἕναν ποιμαντικό του λόγο καί τόν θόρυβο πολλῶν σχετικά μέ τό θέμα αὐτό. Ἐπειδή δέ τά ποιμαντικά θέματα τῶν Ἐπισκόπων ἔχουν καθολική ἰσχύ, ἐπιθυμῶ νά καταθέσω καί ἐγώ ὡς ταπεινός Ἐπίσκοπος μερικές σκέψεις, ὠφέλιμες, ὡς νομίζω, γιά τό ὅλον θέμα. Τά ὅσα θά γράψω θά τά καταθέσω μέ ἁπλότητα, ὡς μία κατήχηση καί γιά τόν λαό, ἀπό τόν ὁποῖο καί θά ἀναγνωσθοῦν.

1. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἁμαρτία γενικῶς καί ἡ παρά φύσιν ἁμαρτία εἰδικῶς εἶναι αὐξημένη στίς ἡμέρες μας, τόσο πολύ, ὥστε ἔχει γίνει νόμος! Ἀλλά αὐτό, γιά ̓μᾶς πού μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή, δέν πρέπει νά μᾶς ξενίζει, γιατί τό γράφει ἡ Ἁγία Γραφή. Τό τελευταῖο της βιβλίο, ἡ Ἀποκάλυψη, λέγει ὅτι περί τά ἔσχατα καί ἡ ἁμαρτία θά γίνεται πιό ρυπαρή καί βδελυκτή, ἀλλά καί ἡ ἀρετή θά γίνεται πιό μεγάλη καί λαμπρή: «Ὁ ρυπαρός ρυπαρευθήτω ἔτι καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (22,11). Καθόλου λοιπόν περίεργον ἡ πληθυνθεῖσα καί ὀγκωμένη ὁλοέν καί περισσότερον ἁμαρτία τῆς ἐποχῆς μας, ἀφοῦ τό ἴδιο συνέβαινε καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή μέ τά φρικτά της παρά φύσιν ἁμαρτήματα, ὅπως τά λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του (1,25-27). Ἀλλά ἡ ἐποχή αὐτή, ἡ τόσο ἁμαρτωλή καί ρυπαρή, ἔβγαλε ΠΑΝΑΓΙΑ! Ἔτσι καί ἡ ἐποχή μας, παρά τήν κόλασή της, ἔχει παραδείσια ἄνθη. Καί ἔχουμε λοιπόν ὡραία καί μεγάλη δουλειά νά κάνουμε ἡμεῖς οἱ Ἱερεῖς μέ αὐτά τά μοσχοβολητά ἄνθη, μέ τίς μυροβόλες αὐτές ψυχές, μέ τό νά γίνουμε ὁ φράκτης τους, μιλώντας σ ̓ αὐτές γιά τά γλυκά χτυποκάρδια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί γιά τά νόστιμα τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας νοήματα.
.              Ἔτσι, κατά πρῶτον, νομίζω ἄς μήν ἀσχολούμεθα συνεχῶς μέ τήν ἁμαρτία, μιλώντας ὅλο γι ̓ αὐτήν καί ἐλέγχοντας αὐτήν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχουμε ἐντολή ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο οὔτε τό ὄ νομα τῶν σαρκικῶν ἁμαρτιῶν νά μή λέγουμε: «Πορνεία δέ καί πᾶσα ἀκαθαρσία μηδέ ὀνομαζέσθω ἐν ὑμῖν, καθώς πρέπει ἁγίοις» (Ἐφεσ. 5,3). Καί ὁ ἴδιος πάλι μιλώντας πρός τούς Θεσσαλονικεῖς γιά τό ἁμάρτημα τῆς πορνείας καί θέλοντας νά μιλήσει παρακάτω σαφέστερα γιά τό θέμα αὐτό, ἀποφεύγει νά ἐπαναλάβει τήν ἴδια ἔκφραση (τήν λέξη «πορνεία») καί χρησιμοποιεῖ τήν ἔκφραση «ἐν τῷ πράγματι», σάν νά ἔλεγε, «γιά τό πράγμα, γιά τό θέμα πού σᾶς μίλησα» (Α ́ Θεσ. 4,3-6α).

2. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά θά ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, πού σκοπό ἔχει νά φυλάγει τά τέκνα της στόν παράδεισό της, πρέπει νά μιλάει σ ̓ αὐτά καθαρά γιά τήν ἁμαρτία, πού τά χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Καί ἐπίσης νά μιλάει γιά τά φθοροποιά καί καταστρεπτικά ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλά προσοχή! Δέν τιμωρεῖ ὁ Θεός τόν ἁμαρτωλό, ἀλλά τόν τιμωρεῖ ἡ ἴδια ἡ ἁμαρτία του. «Παιδεύσει σε ἡ ἁμαρτία σου καί ἡ κακία σου ἐλέγξει σε» (Ἰερ. 2,19)!
.          Αὐτό ἔκανε καί ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ἅγιος Μόρφου κ. Νεόφυτος. Ἐρωτηθείς γιά τήν ἁμαρτία τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἤ ὁμιλῶν περί αὐτῆς εἶπε ὅτι ἡ ἁμαρτία αὐτή εἶναι μεγάλη, εἶναι πολύ μεγάλη, εἶναι παρά φύσιν. Καί ἐπικαλούμενος ἔπειτα λόγον ἁγίου πατρός, τοῦ πατρός Πορφυρίου, εἶπε ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις πού εὐθύνονται καί οἱ γονεῖς γιά τήν ἁμαρτία αὐτή τῶν παιδιῶν τους. Καί εἶπε γιά τό πῶς εὐθύνονται, ἐπαναλαμβάνοντας ἀκριβῶς τούς λόγους τοῦ ἁγίου Πορφυρίου. Καί ὅλοι μας οἱ Ἱερεῖς, ὅσοι ἔχουμε πόθο γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά κρατηθεῖ καθαρός ἀπό τήν ἁμαρτία, ὁ καθένας μας μέ τόν τρόπο του, τόν ἴδιο περίπου λόγο λέγουμε, σάν τόν λόγο τοῦ ἁγίου Μόρφου. Ὁ ἅγιος Μόρφου βέβαια ὁμίλησε δυναμικώτερα καί σαφέστερα, ὅπως πάντα ἔτσι ὁμιλεῖ, κατά τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν ἐνοικοῦσαν εἰς Αὐτόν. Τόν εὐχαριστοῦμε διά τόν σωστικό του λόγο.

3. Ἀλλά ἐπειδή τό θέμα πρέπει νά ἔχει τήν θεολογική του δικαίωση, ἐπιθυμῶ νά καταφύγω στήν Παλαιά Διαθήκη, στό πρῶτο μέρος τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, γιά νά δώσω, ὅσο μπορῶ, τήν βιβλική βάση του.
Πολλοί χριστιανοί μας ἐρωτοῦν, γιατί ἡ Παλαιά Διαθήκη ἔχει σκανδαλώδεις διηγήσεις, ὅπως, λόγου χάριν, γιά τήν γύμνωση τοῦ Νῶε, γιά τό ἁμάρτημα τῶν Σοδόμων ἤ γιά τήν συνεύρεση τῶν θυγατέρων τοῦ Λώτ μέ τόν πατέρα τους κ.ἄ. Ἡ κατηγορία αὐτή πρός τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι περίπου ἡ ἴδια μέ τήν κατηγορία στίς μέρες μας πρός τόν ἅγιο Μόρφου, γιατί μίλησε γιά τήν ὁμοφυλοφιλία καί τίς μή φυσικές σχέσεις τῶν ἀνδρογύνων μέ τά δυσάρεστα ἀποτελέσματά τους καί στά παιδιά τους ἀκόμη.
.            Ἀκοῦστε, λοιπόν, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες. Ἡ Παλαιά Διαθήκη παραλαμβάνει τόν ἄνθρωπο στήν πεπτωκυία θέση του, στήν παρά φύσιν κατάστασή του, καί τοῦ ὁμιλεῖ λοιπόν τήν γλώσσα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Καί μέ τήν θεία διδασκαλία, τόν Νόμο τοῦ Μωυσῆ καί τά κηρύγματα τῶν προφητῶν, ἀπό τήν παρά φύσιν τόν φέρει στήν κατά φύσιν κατάσταση, γιά νά τόν παραλάβει ἀπό τήν κατάσταση αὐτή ἡ Καινή Διαθήκη καί νά τόν ἀναγάγει στό ὑπέρ φύσιν, στήν θέωση. Ἀφοῦ λοιπόν ἡ Παλαιά Διαθήκη παραλαμβάνει τόν ἄνθρωπο στήν παρά φύσιν κατάσταση, τοῦ ὁμιλεῖ γιά τά παρά φύσιν ἁμαρτήματα καί, γιά νά τά ἀποστραφεῖ, τοῦ ὁμιλεῖ γιά τό καταστρεπτικό κατάντημα, πού φέρουν τά ἁμαρτήματα αὐτά. Ἀναφέρω παράδειγμα:
.            Ἡ Παλαιά Διαθήκη ὁμιλεῖ γιά τήν γύμνωση τοῦ Νῶε καί ὅτι ὁ υἱός του Χάμ εἶδε τήν γύμνωση τοῦ πατέρα του καί τόν ἐνέπαιξε (Γεν. 9,20 ἑξ.). Δέν πρόκειται καθόλου γιά γύμνωση τοῦ Νῶε. Ἡ ἔκφραση γιά κάποιον «εἶδε τήν γύμνωση τοῦ πατέρα του» ἤ «τῆς νύφης του» κ.λπ. εἶναι μιά καλυμμένη εὐγενής ἔκφραση γιά νά δηλώσει σαρκική σχέση μέ τόν πατέρα του καί τήν νύφη του ἤ μέ ἄλλο πρόσωπο (βλ. Λευιτ. 18,6 ἑξ.). Τό ὅτι, λοιπόν ὁ Χάμ εἶδε τήν γύμνωση τοῦ πατέρα του Νῶε αὐτό σημαίνει τό ἁμάρτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας τοῦ υἱοῦ πρός τόν πατέρα, γιά τό ὁποῖο ἁμάρτημα δέν εὐθύνεται καθόλου ὁ Νῶε, γιατί ἦταν σέ κατάσταση μέθης καί δέν μετεῖχε καθόλου στό ἁμάρτημα. Καί ποιός ὁ λόγος νά ἀναφέρει ἡ Παλαιά Διαθήκη τό περιστατικό αὐτό; Τό ἀναφέρει γιά νά δημιουργήσει ἀπό τήν ἀρχή τήν ἀποστροφή τῶν Ἰσραηλιτῶν πρός τούς Χαναναίους, ὥστε νά μήν συναναστρέφονται μαζί τους καί παραλάβουν τά ἤθη τους. Γιά τόν ἴδιο λόγο ἀναφέρει ἡ Παλαιά Διαθήκη καί τίς αἱμομιξίες τῶν θυγατέρων τοῦ Λώτ μέ τόν πατέρα τους. Τίς ἀναφέρει γιά νά ἀποστρέφονται οἱ Ἰσραηλῖτες τούς Μωαβῖτες καί τούς Ἀμμωνῖτες. Γιατί ὁ υἱός πού γεννήθηκε ἀπό τήν μίξη τῆς μιᾶς θυγατρός ὀνομάστηκε «Μωάβ», ἀπό τόν ὁποῖο προῆλθε τό γένος τῶν Μωαβιτῶν. «Μωάβ» σημαίνει «γεννημένος ἀπό τόν πατέρα». Καί ὁ υἱός πού γεννήθηκε ἀπό τήν μίξη τῆς ἄλλης θυγατρός ὀνομάστηκε «Ἀμμάν», ἀπό τόν ὁποῖο προῆλθε τό γένος τῶν Ἀμμωνιτῶν. «Ἀμμάν» σημαίνει «υἱός τοῦ γονέως μου». Γιά νά διαφυλάξει λοιπόν ἡ Παλαιά Διαθήκη τόν λαό της Ἰσραήλ ἀπό τούς περιοίκους εἰδωλολατρικούς λαούς, τοῦ λέγει: «Πέρα ἀπ᾽ αὐτούς, γιατί ἔχουν βρώμικα ἤθη, γιατί ἔχουν σιχαμερή προέλευση, γιατί τούς περιμένει φρικτή καταστροφή γιά τήν ὁμοφυλοφιλία τους, σάν τήν καταστροφή τῶν Σοδόμων». Καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Μόρφου, λοιπόν, καί ὅλοι οἱ κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μιλᾶμε στά κηρύγματά μας μέ τόν ἴδιο τρόπο: Καταγγέλλουμε τά ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ, γιατί ἔχουμε ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά τό κάνουμε αὐτό (βλ. Ἡσ. 58,1) καί γιά νά ἀποτρέψουμε ἔπειτα τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἁμαρτία καί γιά νά τοῦ κεντρίσουμε τήν στροφή του πρός μετάνοια, τοῦ μιλᾶμε γιά τό ἄνοστο καί βδελυκτό τῆς ἁμαρτίας καί γιά τήν καταστροφή, στήν ὁποία ὁδηγεῖ αὐτή. Αὐτό, κύριοι ἐπικριτές μας, εἶναι τό ἔργο μας καί ἀλλοίμονό μας, ἄν δέν τό κάνουμε. Ἀλλοίμονό μας ἀπό τόν Ἀφέντη μας Ἰησοῦ Χριστό τήν Ἡμέρα τῆς κρίσεως!…

4.Ἤθελα μέ λίγα λόγια νά ἀναφερθῶ καί στόν λόγο τοῦ ἁγίου Κυρηνείας κ. Χρυσοστόμου, ὅτι «ὁ κληρικός δέν πρέπει νά ἀνακατεύεται μέσα στίς κρεββατοκάμαρες τῶν ζευγαριῶν». Ὁ λόγος αὐτός εἶναι σωστός καί στόν πνευματικό πού ἐνεργεῖ διαφορετικά καί ἐξετάζει μέ ἄπρεπα ἐρωτήματα περί τῆς σχέσεως τῶν συζύγων, ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νά τοῦ στερήσει τήν πνευματική πατρότητα. Δέν ἐπιτρέπεται δηλαδή ὁ πνευματικός στόν ἔγγαμο ἄνδρα ἤ γυναίκα, πού θά ἔλθουν νά ἐξομολογηθοῦν, νά ἐρωτήσει μόνος του περί τῶν συζυγικῶν τους σχέσεων, περί τοῦ τρόπου διενεργείας αὐτῶν κ.λπ. Διαφορετικά ὅμως πρόκειται, ἄν οἱ ἴδιοι οἱ σύζυγοι θίξουν τό πρόβλημα αὐτό, ἤ ἄν ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ὁ Ἱερεύς, σέ κάποια δημόσια ὁμιλία του ἤ σέ ἕνα κύκλο χριστιανῶν, ὁμιλήσει περί αὐτοῦ, ἀποτρέποντας τούς χριστιανούς ἀπό τίς παρά φύσιν αἰσχρότητες καί λέγοντας ἀκόμη ὅτι αὐτές οἱ αἰσχρότητες ἀποδιώκουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν οἰκογένειά τους. Καί ἀλλοίμονο, χριστιανοί μου, ἄν φύγει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν οἰκογένειά μας. Αὐτό λέγεται «ὀργή Θεοῦ»! Τό θέμα τοῦ ἁγίου Μόρφου πίπτει ἀκριβῶς σ ̓ αὐτήν ἐδῶ τήν περίπτωση καί ἑπομένως εἶναι ἄσχετη ἡ ἀναφορά τοῦ ἁγίου Κυρηνείας στό ὅλο θέμα.

5. Πείραξε ὅπως κατάλαβα, πολύ πείραξε πολλούς ἤ μερικούς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μόρφου ὅτι ἀπό τίς παρά φύσιν σχέσεις τῶν συζύγων γεννοῦνται τέκνα μέ ἀνώμαλες τάσεις. Γιατί ὅμως νά τούς πειράξει ὁ λόγος αὐτός, ἀφοῦ εἶναι λόγος ἁγίου πατρός, τοῦ ἁγίου Πορφυρίου; Καί ἐμεῖς οἱ κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει νά εἴμαστε τά μεγάφωνα τῶν λόγων τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Ἀλλά καί ποῦ εἶναι τό περίεργο τοῦ λόγου; Δέν λέγει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι ἀπό τήν μίξη τῶν δύο γενεῶν, τῆς καλῆς καί τῆς κακῆς γενεᾶς, γιά τήν ὁποία μίξη ὁ Θεός εἶπε ὅτι τούς παίρνει τήν Χάρη του (τό «Πνεῦμα» του), γιατί ἔγιναν «σάρκες» (Γεν. 6,3), δέν λέγει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι γεννήθηκαν τερατώδη ὄντα, οἱ «γίγαντες»; (Γεν. 6,5). – Δέν ὑπάρχει χῶρος καί χρόνος γιά περισσότερα. Τό ὅλο θέμα εἶναι σοβαρό καί θίγει τό μέγα θέμα περί τοῦ χριστιανικοῦ γάμου. Ἀλλά περί αὐτοῦ ἄλλοτε, ἄν δοθεῖ κάποια εὐκαιρία.

 

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

,

Σχολιάστε

«ΜΑΜΑ, ΕΙΣΑΙ “ΝΟΥΜΕΡΟ”»

Μαμά, μπαμπά, εἶστε νούμερα!

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.               Κάποτε ἀντιμετωπίζονταν ὡς ἄρρωστοι. Πρόκειται γιὰ τοὺς ἀνώμαλους. Παγκοσμίως, ἀποδεδειγμένα, τὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς φυσικῆς καταστάσεως. Στὴ φύσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὁ Δημιουργὸς Θεός, χάρισε δύο φύλα, τὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναῖκα. Ἂν μερικοὶ ἔχουν παρὰ φύσιν συμπεριφορές, αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται θεραπευτικά.

  • Φτάσαμε στὸ σημεῖο νὰ τοὺς δώσουμέ τα… πρωτεῖα! Μιὰ μικρὴ ὁμάδα ὁμοφυλοφίλων, ἐπιδιώκουν νὰ «καπελώσουν» πέρα ὥς πέρα τὴν κοινωνικὴ ζωή. Ὅ,τι θέλουν οἱ ὁμοφυλόφιλοι! Ἰσότητα θέλουν; Τὴν ἔχουν. Συμβίωσι θέλουν; Τὴν ἔχουν. Γάμο θέλουν; Τὸν ἔχουν. Υἱοθεσία παιδιῶν θέλουν; Καὶ αὐτὴ θὰ τὴν ἔχουν!

  • Καὶ ἐπειδὴ σὰν «ζευγάρια» δὲν μποροῦν νὰ γεννήσουν παιδί, καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ καλοῦνται «μαμὰ» ἢ «μπαμπάς», γι’ αὐτὸ τυχὸν παιδὶ ποὺ θὰ υἱοθετήσουν, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ μὴ μάθη ποτὲ τὶς δυὸ πιὸ εὐλογημένες λέξεις, «μητέρα» – «πατέρα» («μπαμπὰ» – «μαμά»). Θὰ εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ φωνάζη «Γονέας 1» «Γονέας 2»! Νἄρθη κοντά μου τὸ 1, ὄχι τὸ 2!

  • Φρίττετε; Καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ «κατόρθωμα» (τὴ διαστροφὴ) οἱ ὁμοφυλόφιλοι προχώρησαν κι ἄλλο. Εἶπαν: «Ὄχι μόνο ἐμεῖς δὲν θὰ λεγώμαστε μαμὰ ἢ μπαμπάς. Οὔτε οἱ ἄλλοι, αὐτοὶ πού γεννοῦν παιδιά, θὰ λέγωνται «μαμὰ» ἢ «μπαμπάς». Θὰ καταργηθοῦν οἱ λέξεις αὐτές. Θὰ μιμηθοῦν ἐμᾶς, τοὺς ὁμοφυλόφιλους»!

Δὲν τὸ πιστεύετε;

  • Νομοσχέδιο, πού ἑτοιμάζει ὁ Γάλλος πρόεδρος Ἐμμανουέλ Μακρόν, καταργεῖ τὶς πιὸ ἀγαπημένες καὶ ἀναγνωρίσιμες λέξεις ὅλου τοῦ κόσμου, τὶς λέξεις «πατέρας» (μπαμπὰς) καὶ «μητέρα» (μαμά). Γιὰ νὰ μὴ χαλάση τὸ χατήρι τῶν ἐκφύλων ὁμοφυλοφίλων!

Ἔτσι στὴν αἴτησι ἐγγραφῆς τοῦ παιδιοῦ στὸ σχολεῖο θὰ ἀναγράφεται «Γονέας 1» καὶ «Γονέας 2».

  • Νὰ ποῦ φτάνουμε, ὅταν τὴν παρὰ φύσι ζωὴ τὴν ἐξισώνουμε μὲ τὴ φυσιολογικὴ ζωή. Ἂν καὶ οἱ ἐδῶ φίλοι τῶν ὁμοφυλοφίλων, πού βρίσκονται στὴ Βουλή, ἀκολουθήσουν τὸν Μακρὸν καὶ προβοῦν σὲ παρόμοια νομοθετικὴ ρύθμισι, ὅποιος θὰ προφέρη τὴ γλυκύτατη λέξι «μάνα», θὰ συλλαμβάνεται! Θὰ καταγγέλλεται ὡς… «ρατσιστὴς» καὶ θά… καταδικάζεται!

  • Εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῆ παιδί, πού δὲν θὰ τρέξη στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, καὶ δὲν θὰ τὴ φωνάξη “μαμά”;». Ρατσιστὴς λοιπὸν καὶ τὸ μωρό! Νὰ φάη ξύλο γιὰ νὰ μάθη νὰ λέη «Γονέας 1 ἢ 2»!

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΡΑΤΩΝ

Κοινωνία τεράτων

.                  Τὰ συμβαίνοντα στὸν τρελὸ κόσμο μας ξεπερνοῦν πλέον καὶ τὴν πιὸ τολμηρὴ φαν­τασία. Ἡ ὁμοφυλοφιλικὴ λαίλαπα ποὺ σαρώνει βίαια τὸν πλανήτη, δὲν ἀλλάζει μόνο τοὺς νόμους σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς χῶρες οὔτε ἀρκεῖται μόνο στὸ νὰ διεκδικεῖ δικαιώματα γάμου καὶ παρόμοια. Τώρα ἔχει δημιουργήσει καὶ βιομηχανία παραγωγῆς, ἐκθέσεως καὶ πωλήσεως βρεφῶν. Τέτοια ποὺ πλέον, σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὸ «baby boom» (ἔκρηξη γεννήσεων) μετὰ τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, νὰ γίνεται λόγος γιὰ «gayby boom» (ἔκρηξη ὁμοφυλοφιλικῶν γεννήσεων).
.              Τί ἐπιθυμεῖ τὸ ὁμόφυλο «ζεῦγος»; βρέφος λευκὸ ἢ μαῦρο, ἀγόρι ἢ κορίτσι, πολὺ ἢ λιγότερο ἀκριβό; Πόσα διαθέτει; 95 ἢ 160 χιλιάδες δολάρια; Στὸ ἀκριβὸ πακέτο περιλαμβάνονται τὰ πάντα. Ὑπάρχουν πολυτελεῖς κατάλογοι μὲ φωτογραφίες ὑποψήφιων γυναικῶν γιὰ τὴ «δουλειά», γιὰ νὰ μποροῦν οἱ ἀγοραστὲς νὰ διαλέξουν ὅ,τι τοὺς ἱκανοποιεῖ.
.                 Ποῦ μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό; Ἂν θέλει μπορεῖ κάποιο τέτοιο «ζεῦγος» νὰ πάει στὴν Ἀμερική, στὸ Σὰν Φραντζίσκο ἢ καλύτερα στὸ Ὄρεγκον. Ἐκεῖ θὰ βρεῖ τὰ βρέφη πιὸ φθηνά: ἀπὸ 75 μέχρι 125 χιλιάδες δολάρια. Ἀλλὰ γιατί νὰ κάνει τόσο μακρὺ ταξίδι; Δὲν πάει καλύτερα στὶς Βρυξέλλες; Ἐκεῖ, στὴν ψευτοπρωτεύουσα τῆς εὐρωπαϊκῆς ψευδοένωσης, μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὴ μύτη της καὶ παρὰ τούς, ὑποτίθεται, αὐστηροὺς νόμους ποὺ ἡ ἴδια ἔχει θεσπίσει, θὰ βρεῖ τὰ πάντα. Γιὰ ἐφέτος βέβαια δὲν προλαβαίνει. Ἡ ἔκθεση «Men having Babies» (Ἄνδρες ἀποκτοῦν μωρά) λειτούργησε στὸ πολυτελὲς ξενοδοχεῖο Hilton στὶς 22 καὶ 23 Σεπτεμβρίου. Ἦταν ἡ τέταρτη κατὰ σειρὰν χρονιὰ λειτουργίας της. Ὅμως τὸ ἐμπόριο αὐτὸ τῶν βρεφῶν ἔχει καλὴ ἀπόδοση καί, ὅπως φαίνεται, ἡ φρικια­στικὴ ἔκθεση θὰ συνεχισθεῖ. Ἡ ὅλη ἱστορία προπαγανδίζεται μὲ χιλιάδες φωτογραφίες «εὐτυχισμένων» ὁμόφυλων ζευγαριῶν μὲ τὰ ἀγορασμένα παιδιά. Παιδιὰ καταδικασμένα νὰ μὴν μπορέσουν ποτὲ στὴ ζωή τους νὰ δεχθοῦν τὸ μητρικὸ χάδι καὶ νὰ φωνάξουν «μανούλα μου»! Ταυτόχρονα προβάλλονται καὶ πλῆθος «ἔρευνες», ποὺ δῆθεν ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ὁμοφυλόφιλοι εἶναι καλύτεροι γονεῖς ἀπὸ αὐτοὺς τῆς παραδοσιακῆς οἰκογένειας.
.               Πῶς γίνεται ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία; Φρίττει κανεὶς γιὰ τὴ νέα διαστροφικὴ κοινωνία ποὺ χτίζεται μέρα μὲ τὴ μέρα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι προμηθεύονται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ξένο γενετικὸ ὑλικό, ἐπιλέγουν τὴν παρένθετη «μητέρα», στὴν ὁποία, ἀφοῦ γίνει ἡ γονιμοποίηση σὲ κάποιο εἰδικὸ ἰατρικὸ κέντρο, τοποθετεῖται τὸ γονιμοποιημένο ὠάριο καὶ τὸ κυοφορεῖ. Ὅταν τὸ παιδὶ γεννηθεῖ, παραδίδεται στοὺς ὁμοφυλόφιλους, δῆθεν γονεῖς, ἀφοῦ ὑπογραφεῖ εἰδικὴ σύμβαση, μὲ τὴν ὁποία ἡ «μητέρα» παραιτεῖται ἀπὸ κάθε δικαίωμα στὸ παιδὶ ποὺ κυοφόρησε.
.             Κοινωνία τεράτων;
.            Καὶ εἴμαστε ἀκόμη στὴν ἀρχή…

Σχολιάστε