Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ὀρθόδοξη Πίστη

«ΤΟ ΤΑΛΑΝΤΟΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς δόξαν Θεοῦ» (Ἁγ. Ἰωάννης Κρονστάνδης)

στάσις το γίου ωάννου τς Κρονστάνδης
ναντι τν μ ρθοδόξων μολογιν

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ A. Vladimirov
στὸ περ. “Τσερκόβναγια Ζίζν”, τ. 1-2, 1994
«Ὑπερασπισταὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως»
ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη

.              Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, Ρῶσος ἱερεύς, Πνευματικὸς καὶ θερμουργὸς κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἤκμασε στὰ τέλη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ. Προορατικὸς καὶ θαυματουργός. Ἠναλώθη στὴν καθημερινὴ διακονία τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Χριστομίμητος ἡ ἀγάπη του. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀγάπη τὸν ἀναγκάζει νὰ πῆ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ποὺ σώζει καὶ γιὰ τὴν αἵρεση καὶ ἑτεροδοξία ποὺ δὲν ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία.
.             Σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. «μόνο ὅποιος μετέχει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ κατανοεῖ τὴν ἀληθινὴ φύσι τῆς Ἐκκλησίας». Ποιός ἄλλος, λοιπόν, κατενόησε καλύτερα τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα χαρακτήριζε ἡ εὐλαβεστάτη, συχνὴ καὶ μάλιστα καθημερινὴ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας; Ἀπὸ αὐτὴν ἐνεπνέετο γιὰ τὴν μεγάλη ποιμαντική του διακονία. Αὐτὴ ἦταν ἡ πηγὴ τῆς ὑψηλῆς, ἐμπειρικῆς του θεολογίας. Μεταδίδοντας καθημερινῶς τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ στὸν λαό, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔβλεπε τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀγωνιζόταν σ’ ὅλη του τὴν ζωὴ ἐναντίων τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, οἱ ὁποῖοι σοβαρώτατα ἁμάρτησαν παραβαίνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ἰω. ιζ´ 21).
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης δὲν ἐδημιούργησε συστήματα Ὀρθοδόξου δογματικῆς, ὅπως καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπίσης δὲν συστηματοποίησε τὴν διδασκαλία του. Ὡστόσο, οἱ σύγχρονοί του εὕρισκαν σ’ αὐτὸν μία ὑψηλότατη καὶ ἀλάθητη λύση τῶν θεμάτων τῆς πίστεως.
.             Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη εἶναι νὰ εἰσέλθωμε στὸ πλήρωμα τῆς Χριστιανικῆς τελειότητος, τῆς θεώσεως, πρὸς τὴν ὁποία ὁδηγούμεθα μὲ τὸν ἀγώνα πρὸς τοὺς «ἀοράτους ἐχθρούς», μὲ τὴν μετάνοια, μὲ τὴν ἀπόκτησι τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ὁλοκλήρου τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεκόμισε τὴν σκέψι ὅτι διὰ τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων εἶναι ἀδύνατο νὰ φθάσωμε τοῦτο τὸ πλήρωμα: «Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀνήκωμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας Κεφαλὴ εἶναι ὁ Παντοδύναμος Βασιλεύς, ὁ Νικητὴς τοῦ Ἅδου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ Βασιλεία Του εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς κοινωνία τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μετετέθησαν στὸν οὐρανό, καὶ ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς μαχόμενοι πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας καὶ κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικά τῆς πονηρίας… Ὁ μὴ Ὀρθόδοξος, ἀκόμη καὶ μία μεγάλη μὴ ὀρθόδοξη κοινότης, δὲν μπορεῖ νὰ στρατευθῆ στὸν πόλεμο αὐτόν, χωρὶς τὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή του δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε μὲ τέτοιους πανούργους, ὀξυδερκεῖς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνεχῶς ἄγρυπνοι καὶ ἔχουν μάθει τέλεια τὴν ἐπιστήμη τοῦ πολέμου τους.
.             Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει δυνατὴ ὑποστήριξι στὸν ἀγώνα αὐτόν: πρῶτα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀθλητάς Του, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὴν δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπὶ γῆς Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς ποιμένας καὶ διδασκάλους της καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχὴ καὶ τὰ μυστήρια. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐλέει Θεοῦ ἀνήκουμε κι ἐμεῖς, εἶναι ἕνας τέτοιος βοηθὸς στὸν ἀγώνα τοῦ Χριστιανοῦ ἐναντίον τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν ἐχθρῶν»
.             Ἡ σκέψις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα σωτηριολογική. Τὸ νὰ ἀνήκει κανεὶς στὴν Ἐκκλησία εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ πηγὴ τῆς σωτηρίας: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ μοναδικὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου Κεφαλὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ ψυχὴ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ζωογονεῖ, φωτίζει, καθαρίζει καὶ ἐνδυναμώνει ὅλα τὰ μέλη αὐτοῦ τοῦ μεγάλου σώματος ποὺ ἀγωνίζονται ἐπὶ τῆς γῆς».
.            «Τότε τί ἀναγκάζει μερικοὺς νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸν μοναδικὸ αὐτὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ», στὸν ὁποῖο – ἐπειδὴ κεφαλὴ εἶναι ἡ Ἐνυπόστατος Σοφία – ὑπάρχει «μία τέτοια ἄβυσσος σοφίας, ὥστε θὰ ἐπαρκοῦσε μὲ ἀφθονία σὲ ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου γιὰ μελέτη, θαυμασμὸ καὶ δοξολογία. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἀπέκρυψε αὐτὴν ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψεν αὐτὴν νηπίοις κατὰ τὸ φρόνημα».
.             Τὸ πρόβλημα μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀξιολύπητους σοφοὺς εἶναι ὅτι προσπαθοῦν νὰ συμβιβάσουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ὑπερήφανη λογικὴ ποὺ δὲν ἔχει καθαρθῆ ἀπὸ τὰ πάθη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια καὶ τελικὰ νὰ ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν ὀρθὴ Πίστι.
.             Ἡ μοναδικότης καὶ τὸ ἀλάνθαστον τῆς Πίστεως εἶναι τελείως οὐσιώδη, ἄλλωστε ἡ Πίστις μας, ἡ νικήσασα τὸν κόσμον (Α´ Ἰω. ε´ 4), δὲν εἶναι τὸ σύνολον ὑποκειμενικῶν ψυχολογικῶν ἐμπειριῶν, ἀλλὰ ἡ ἀποκάλυψις ὑπὸ τῆς Παναγίας Τριάδος τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν σωτηρία.
.             Ἡ ἑνότης τῶν Χριστιανῶν στὴν Ἐκκλησία δὲν γεννᾶται ἐκ θελήματος σαρκὸς (Ἰω. α´ 13). Εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸ Πατέρα σχετικὰ μὲ τοὺς μαθητάς, ἵνα ὦσιν ἓν, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Παναγία Τριὰς εἶναι ἕν. (Ἰω. ιζ´ 11, 21 – 22). Εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖον ἐξεχύθη ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, στὸν χορὸ τῶν ὁποίων ἵσταται τώρα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ἡ ἑνότης τῆς Πίστεως καὶ ἡ μοναδικότης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο σπουδαία, ὥστε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἡ μοναδικότης νὰ εἶναι ἡ πρώτη ἰδιότης τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἕνας ποὺ θέτει τέρμα στὶς σχέσεις του μὲ τὴν Μία Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βασίζεται οὔτε στὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, οὔτε στὴν ἁγιότητα, οὔτε στὴν καθολικότητα, διότι «ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ ἡ μοναδικὴ» κατὰ τὸν ἅγιο Κυπριανὸ Καρθαγένης. «Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία παραμένει μία καὶ ἀδιαίρετος καὶ ἡ μόνη ποὺ σώζει. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία». «Οὐδεμία ἄλλη Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, «μπορεῖ νὰ φέρει ἕνα Χριστιανὸ στὴν τελειότητα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς ἢ ἁγιότητος καὶ νὰ ὁλοκληρώση τὴν κάθαρσι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ ὁδηγήση στὴν ἀφθαρσία, διότι οἱ ἄλλες ὁμολογίες κατέχουν τὴν ἀλήθεια ἐν ἀδικίᾳ (Ρώμ. α’, 18), ἀνέμιξαν τὴν δεισιδαιμονία καὶ τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν κατέχουν ἐκεῖνα τὰ θεόσδοτα μέσα γιὰ τὴν κάθαρσι, τὸν ἁγιασμό, τὴν ἀναγέννησι καὶ ἀνανέωσι, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».
.             Κάθε προσβολὴ ἐναντίον τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε «αὐτοὶ ποὺ αὐθαιρέτως χωρίζονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία χάνουν τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Ἁγίους, διότι ὡς νεκρὰ μέλη μὲ τὴν ἀντίθετη τοποθέτησί τους ἐπισύρουν πάνω τους τὴν αἰώνια ἀπώλεια». «Θλίβομαι βαθειά», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ποὺ ἡ ἁγία ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ διερράγη στὴν Δύσι καὶ ἀπὸ τὴν Δύσι, ἀπὸ τὸν περιβόητο Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Λουθηρανισμὸ καὶ τὴν Μεταρρύθμισι, καθὼς ἐπίσης σὲ μᾶς ἀπὸ σχίσματα καὶ κομματισμούς».
.             Κάθε πτῶσις, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια: περιφρονεῖ κάποιος μία ἐντολὴ καὶ τότε ἁμαρτάνει στὴν πρᾶξι. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸ ἀποσκίρτημα τῆς Δύσεως: «Πρὶν ἀπ’ αὐτό, ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοὶ ἔγιναν ὑπερήφανοι καὶ ἐξύψωσαν τοὺς ἑαυτούς των τόσο, ὥστε ἐσκέφθηκαν νὰ κρίνουν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν ἴδια τὴν Ἐνυπόστατο Σοφία τοῦ Θεοῦ», τὸν οὐράνιο Διδάσκαλο, χωρὶς τὸν Ὁποῖον «οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς». Ἡ ὑπερηφάνειά τους ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ διαστρέψουν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς λόγους, ἐντολὲς καὶ θεσπίσματά Του. Ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐνῶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Λουθηρανοὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγλικανοὺς λέγουν ὅτι ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.
.             Ἔχοντας ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν Παράδοσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχοντας χάσει τὸ ἐσωτερικὸ κριτήριο τῆς ἀληθείας καὶ τὴν συνοδικὴ ἀρχὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, οἱ Λατίνοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο εἶδος ἐξουσίας, ἤγειραν μία νέα ἐξουσία γιὰ νὰ διδάσκεται ἡ Πίστις: τὸν «ἀλάθητο» Πάπα τῆς Ρώμης, τὸν «ἀντιπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ».
«Ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμί… ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´ 20). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε παρὼν στὴν Ἐκκλησία Του. Τί χρειάζεται τότε ἕνας ἀντιπρόσωπος – πάπας;», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης καταγγέλοντας τὴν αἵρεσι τοῦ παπισμοῦ.
.             Ὡς μία κεφαλαιώδης αἵρεσις, ὁ Λατινισμὸς προσπαθεῖ νὰ ἐντάξη κάτω ἀπὸ τὸ θεολογικό του σύστημα κείμενα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, κατανοούμενα φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι τὴν ὁποία στερεῖται: «Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ψευδῶν στὰ δόγματα, στὴν διοίκησι καὶ στὴν ἠθικὴ διδασκαλία εἶναι τὸ πρωτεῖον τοῦ πάπα, ἡ φανταστικὴ καὶ ἐσφαλμένη κατανόησις τοῦ λόγου τοῦ Σωτῆρος: Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς (Ματθ. ιϛ´ 18). Ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἁγίους Πατέρας τῶν πρώτων καὶ μεταγενεστέρων αἰώνων, ὡς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τοὺς πολὺ πρώτους ὀρθόδοξους πάπας, ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ ἐννοῆ ὡς πέτρα θεμελιώσεως τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ – ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορινθ. ι´ 4).
.             «Ὁ πάπας καὶ οἱ παπικοί, – κάλαμος ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενος – ἔχοντας ὑποδουλώσει ὅλον τὸν Καθολικισμὸ στὴν αἵρεσι, τὸν κατέστησαν ἀδιόρθωτο, διότι ὁ πάπας παρ’ ὅλες τὶς αἱρέσεις του ἀναγνωρίζεται ὡς ἀλάθητος ἀπὸ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῆ ἀπὸ κάποιον ποὺ σκέπτεται ἀντίθετα».
.             Ἡ Μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὸν Λατινισμό, ἦταν μία ἀντίδρασις ἐναντίον τῶν διαστροφῶν τοῦ Λατινισμοῦ. Ἀντὶ νὰ ἐπανέλθη στὴν συνοδικὴ βάσι τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ ἀντίθεσι στὸν παπισμὸ ἀπέρριψε τὴν ἱεραρχία, δίδοντας στὸν κάθε πιστὸ τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτεται «ἀλάνθαστα» περὶ τῆς Πίστεως. Ὁ νομικισμὸς τῆς Ρώμης καὶ τὰ ξένα πρὸς τὸν πατερικὸ ἀσκητισμὸ συστήματα πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν πλάνη, παρεχώρησαν τὴν θέσι τους στὸν ἠθικὸ σχετικισμὸ καὶ τὴν ἀκολασία. «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, μὲ τὸ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν πάπα ὡς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔχασαν τὴν πραγματικὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας – τὸν Χριστὸ – καὶ παρέμειναν χωρὶς Κεφαλή…». «Οἱ Λουθηρανοὶ ἀπεκόπησαν καὶ παρέμειναν χωρὶς τὴν Κεφαλή, οἱ Ἀγγλικανοὶ ἐπίσης. Δὲν ἔχουν τὴν Ἐκκλησία… καὶ ὁ Βελίαλ τοὺς πολεμᾶ μὲ τὴν δύναμι καὶ τὶς μηχανορραφίες του καὶ τοὺς κρατᾶ στὴν πλάνη του καὶ τὴν ἀπώλεια. Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων χάνονται στὴν ἀθεΐα καὶ τὴν φαυλότητα».
.             «Ὁ Λουθηρανισμός, καλυπτόμενος ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἄρνησις τῆς Πίστεως. Ἀπορρίπτοντας τὶς νηστεῖες καὶ τὸ μοναχισμὸ ἢ τὴν ἐν παρθενίᾳ ζωὴ τὴν ἀφιερωμένη ἀποκλειστικὰ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, παραδίδεται στὴν φιληδονία. Εἶναι παράδοσις στὴν ψευδώνυμο ἀνθρωπίνη λογικὴ μὲ τὶς φιλοσοφικές της ἀσυναρτησίες καὶ τὴν θεοποίησή της, ἄρνησις τῆς θείας αὐθεντίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, αὐθαίρετη συνάθροισις ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς κεκαθαρμένης, μεταρρυθμισμένης Ἐκκλησίας».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης θρηνοῦσε ἐν πνεύματι «τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ ἀστόχησαν στὴν Πίστι». Δὲν ἔβλεπε νὰ λύνεται ἡ τραγικὴ αὐτὴ κατάστασις μὲ συμβιβασμούς, μὲ τὴν ἀναζήτησι κοινῶν στοιχείων στὴν Πίστι τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Κατενόησε ὅτι μία τεχνητὴ ἕνωσις, μὲ θεμέλια γήινα, εἶναι ἕνας πύργος τῆς Βαβέλ. «Εἶναι πράγματι δυνατὸν νὰ ἑνώση κανεὶς κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθῆ, τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια;», ἀναρρωτιόταν.
.             «Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ προσκολληθοῦμε σταθερὰ στὴν μία ἀληθινὴ Πίστι καὶ Ἐκκλησία». «Ποιὸς ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους δὲν θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἑνωθῆ μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Λουθηρανοὺς καὶ νὰ εἶναι ἕνα μὲ αὐτοὺς ἐν Χριστῷ, μία Ἐκκλησία, μία κοινότητα πιστῶν! Ἂς πετάξουν τὸ ψεῦδος, ἂς δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ ἂς ἑνωθοῦν μαζί μας εἰς ἑνότητα πνεύματος, φθάνουν οἱ διαφωνίες καὶ ἐπιχειρηματολογίες των. Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐγγύς, ἐπὶ θύραις», ἔγραφε ὁ ἅγιος Ἰωάννης, «ἀλλὰ ποιός ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῶν ποὺ ὀνομάζονται ἐκκλησίες, κυρίως οἱ ἡγέτες…θὰ συμφωνήση νὰ ἀποκηρύξη τὰ λάθη του; Κανείς. Καὶ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συμφωνήσωμε μὲ τὴν αἱρετική τους διδασκαλία χωρὶς νὰ ζημιωθῆ ἡ σωτηρία τῶν ἰδίων τῶν ψυχῶν μας…».
.             Ἀπαράδεκτη ἐπίσης γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη ἦταν ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως, (τοῦ δόγματος), ἡ παραδοχὴ κάθε ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ (πόσο μᾶλλον μίας μὴ χριστιανικῆς θρησκείας) ὡς σωστικῆς. «Οἱ διάφορες Ὁμολογίες διατηροῦν γνῶμες καὶ διδασκαλίες συνήθως ἀντίθετες πρὸς τὴν θεία ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων…Ἡ σχετικοποίησις τῆς Πίστεως (τοῦ δόγματος) ὁδηγεῖ σὲ ἀπιστία ἡ σὲ ψυχρότητα πίστεως, σὲ ἀμέλεια ὅσον ἀφορᾶ στὴν τήρησι τῶν ἀρχῶν τῆς Πίστεως, σὲ ψυχρότητα μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν».
.             Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἔθετε τὴν μοναδική του ἐλπίδα στὴν παμφωτιστικὴ δύναμι τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ ἔλεγε ὅτι «πρέπει κανεὶς νὰ προσεύχεται μὲ πολὺ ἐπιμέλεια… στὸν Πηδαλιοῦχο τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό, ὥστε Αὐτὸς νὰ ἐμφυσήση πνεῦμα ἀγάπης στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ νὰ τοὺς φωτίση μὲ τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπορρίψουν ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα πρὸς ἀμοιβαία ἑνότητα». Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔντονα προσευχόταν στὸν Θεὸ μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα, προσθέτοντας ἤρεμα τὸ ἑξῆς στὴν ἀνάγνωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Ἕνωσε σ’ αὐτὴν τὴν πίστι ὅλες τὶς μεγάλες κοινότητες ποὺ καλοῦνται Χριστιανικές, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀποστάται: τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, τοὺς Λουθηρανούς, Ἀγγλικανοὺς καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Σῶμα Σου καὶ τῆς ὁποίας Σὺ εἶσαι Κεφαλὴ καὶ Σωτήρ. Κατάρριψε τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀντίθεσι τῶν διδασκάλων τους καὶ αὐτῶν ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν, δῶσε τους νὰ καταλάβουν μὲ τὴν καρδιά τους τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν σωστικότητα τῆς Ἐκκλησίας Σου καὶ νὰ ἑνωθοῦν ἀδόλως μ’ αὐτήν. Μὲ τὴ δύναμι τῆς Χάριτος τοῦ Πνεύματός Σου, ἕνωσε στὴν ἁγία Σου Ἐκκλησία καὶ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἀσθενεῖς ἀπὸ ἀμάθεια καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ σχίσματος. Ἀνάκοψε τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη τους καὶ τὴν ἀντίθεσί τους στὴν ἀλήθειά Σου, γιὰ νὰ μὴ χαθοῦν ἀθλίως μὲ τὴν ἀντίθεσί τους, ὅπως ὁ Κορέ, ὁ Δαθὰν καὶ ὁ Ἀβειρών, οἱ ὁποῖοι ἀντετίθεντο στοὺς δούλους Σου Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών (Ψαλμ. ΡΕ´ 16 -18). Τράβηξε πρὸς αὐτὴ τὴν Πίστι ὅλα τὰ ἔθνη ποὺ κατοικοῦν τὴν γῆ…». Ὁ Κύριος ἄκουγε τὶς προσευχές του, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης.
.             Ἐν κατακλεῖδι θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὴν σκέψι ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπηύθυνε αὐτοὺς τοὺς ἀπειλητικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡστόσο λόγοι ἀγάπης, ὄχι μόνο στοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, διότι τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; (Ἡσ. νγ´ 1), ἀλλὰ καὶ στοὺς ὁμοδόξους ἀδελφούς του καλώντας τους «νὰ προσκολληθοῦν στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ εἰλικρινῆ καρδιά.
.             Κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ἱεράρχης, ἱερεὺς ἢ λαϊκός, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται τοὺς λόγους ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης: «Ἐλάβαμε τὸ τάλαντον τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Πῶς χρησιμοποιοῦμε καὶ αὐξάνουμε αὐτὸ τὸ τάλαντο; Εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο; Ποιά εἶναι ἡ φύσις τῆς μετανοίας μας; Τί καλὰ ἔργα κάνομε; Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστι ἕως ἑνὸς (Ψαλμ. ΙΓ´ 3)».
.             Δὲν ταιριάζουν ἆραγε καὶ σὲ μᾶς αὐτὰ τὰ λόγια της Γραφῆς;

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: impantokratoros.gr

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΝΟΔΟΣ «Τὸ μήνυμά της κατ᾽ ἐξοχὴν ἐπίκαιρο, μάλιστα στὴν ἐποχὴ τούτη τῶν ἔνοχων συμβιβασμῶν καὶ κηρυγμάτων»

Η ΣΥΝΟΔΟΣ

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                  Ἦταν μέσα τοῦ 5ου αἰώνα. Ὁ δράκων λυσσομανοῦσε εἴκοσι καὶ πλέ­­ον χρόνια. Δικέφαλος! Αὐτὴ τὴ φορὰ θαρροῦσε πὼς τὰ εἶχε καταφέρει. Εἶχε στριμώξει τὴν Ἐκκλησία ἄγρια. Ἀπὸ τὴ μία μὲ τὴ χυδαία αἵρεση τοῦ Νε­στοριανισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ τὴν ὕ­πουλη διαστροφὴ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.
Κυριάρχησε ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς αὐτοκρατορίας. Θὰ «τελειώσει» ἐπιτέλους τὴν Ἐκκλησία…
Τότε φανερώθηκε ἡ Σύνοδος!
.                 Τὸ τέρας τρόμαξε. Τὰ δολερά του μάτια γέμισαν φόβο. Μπροστά του ἄστραψε πύρινη ρομφαία. Ἦταν ἡ Σύνοδος. Ἡ Μεγάλη Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας. Ἡ Δ´ Οἰκουμενική. Τῶν 630 θεοφόρων Πατέρων. Μὲ μιὰ καὶ μόνη σπαθιὰ θέρισε καὶ τὰ δυό του κεφάλια. Μὲ τὸν Ὅρο της, τὸ «Δόγμα τῆς Χαλκηδόνος»· ἕνα κείμενο θεόπνευστο, «μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας».
.              Σ᾿ αὐτὸ οἱ «θεηγόροι ὁπλῖται» τῆς «παρατάξεως Κυρίου» διετύπωσαν τὴν αἰώνια ὁμολογία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Χριστός, ἡ μόνη καὶ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ κόσμου, εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Εἶναι «εἷς ἐν δύο φύσεσιν»· ἕνας μὲ δύο φύσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Μὲ τὴ λέξη «εἷς» ἀνέτρεψαν τὴ διχαστικὴ ψευδολογία τῶν Νεστοριανῶν ποὺ μιλοῦσαν γιὰ δύο υἱούς, (υἱὸ Θεοῦ καὶ υἱὸ ἀνθρώπου). Μὲ τὴ διατύπωση «ἐν δύο φύσεσιν» διέλυσαν τὰ παραληρήματα τῶν Μονοφυσιτῶν ποὺ ἐξαφάνιζαν τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ.
.                      Τὸ καίριο μέλημα τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε πραγματικὸς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει καὶ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο.
.               Ἂν οἱ θεοφόροι Πατέρες σκέφτονταν καὶ ἐνεργοῦσαν ἀνθρώπινα, θὰ ἐπιδίωκαν νὰ βροῦν μιὰ συμβιβαστικὴ ἀόριστη καὶ θολὴ διατύπωση ποὺ νὰ ἱκανοποιεῖ καὶ τὶς δύο αἱρέσεις, ἢ ἔστω τὴ μία ἀπ᾿ αὐτές. Τὸν Μονοφυσιτισμό, ἂς ποῦμε, ποὺ εἶχε προέλθει ἀπὸ τοὺς ὑπερορθοδόξους τῆς ἐποχῆς καὶ φαινόταν νὰ βρίσκεται πιὸ κοντὰ στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἦταν καὶ πολυπληθέστερος.
.               Ὅμως συμβιβασμὸς στὰ θέματα τῆς Πίστεως εἶναι ἀδιανόητος γιὰ τὴν Ἐκ­κλησία. Αὐτὴ ἦταν ἡ στάση τοῦ Κυρίου, πού, ὅταν κάποτε πολλοὶ ἀντέδρασαν στὴ διδασκαλία Του καὶ ἔφυγαν, εἶπε στοὺς Μαθητές Του: «Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;» (Ἰω. ς´ 67)· μήπως θέλετε νὰ φύγετε καὶ ἐσεῖς; Αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ στάση τῶν Ἀποστόλων ποὺ δίδασκαν: Ὅποιος δὲν δέχεται τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ «Θεὸν οὐκ ἔχει». Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο μὴ τὸν βάζετε στὸ σπίτι σας «καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 9 καὶ 10)· οὔτε κἂν νὰ τὸν χαιρετᾶτε!
.                 Αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ στάση καὶ ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας πάντοτε. Αὐτὸ τήρησαν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος.
.                 Δεκαέξι αἰῶνες μετὰ τὸ θεοκίνητο γεγονὸς τῆς συγκλήσεως τῆς μεγάλης Συνόδου τὸ μήνυμά της παραμένει καίριο καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν ἐπίκαιρο, μάλιστα στὴν ἐποχὴ τούτη τῶν ἔνοχων συμβιβασμῶν καὶ κηρυγμάτων.
.                     Μᾶς λέει ὅτι ἡ περὶ τοῦ Χριστοῦ ἀλήθεια εἶναι ἀδιαπραγμάτευτη. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνονται ἐκ­πτώσεις σ᾿ αὐτὴν στὸ ὄνομα τῆς ὁποιασδήποτε ἐπιδιώξεως ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν. Καὶ δὲν μπορεῖ ἡ ἄδολη πίστη τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ μόνη ἀλήθεια τοῦ κόσμου, νὰ ἐκτίθεται στὸ παγκοσμιοποιημένο πολυθρησκευτικὸ παζάρι ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς δρόμους σωτηρίας.
.                   Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ αἰώνια παρακαταθήκη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου πρὸς ὅλες τὶς γενιὲς τῶν πιστῶν καὶ πρὸς ἐμᾶς σήμερα:
.                 Μὴ συμβιβάζεστε στὰ θέματα τῆς πίστεως. Εἰς τὰ τῆς Πίστεως «οὐ χωρεῖ συγκατάβασις». Μείνετε στὴν ἀκρίβεια τῆς ἀλήθειας ποὺ σᾶς παραδώσαμε. Μὴν ἐπηρεάζεστε ἀπὸ τὸ διάχυτο πνεῦμα τοῦ πανθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ. Ὅποιος δὲν δέχεται ὅτι μόνο ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια «Θεὸν οὐκ ἔχει» (Β´ Ἰω. 9)! Μείνετε μακριὰ ἀπὸ τὴν παπικὴ διαστροφὴ καὶ τὴν προτεσταντικὴ ἐκτροπή.
Κρατῆστε αὐτὸ ποὺ μᾶς παραδόθηκε.
Κρατῆστε αὐτὸ ποὺ σᾶς παραδώσαμε.
Κρατῆστε τὴν ἀλήθεια, τὸν Χριστό, τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου!

,

Σχολιάστε

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΖΩΗ!

Ἡ στάσι μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν
Κυριακή τῶν Ἁγ. Πατέρων τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

τοῦ (†) Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτη

«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ.γ´10-11)

.                 Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε, ἀγαπητοί μου, ἡ πρώτη Κυριακὴ μετὰ τὴν 11η Ἰουλίου, ἡ σημερινὴ δηλαδή, νὰ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Τετάρτης (Δ´) Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Σήμερα ἑορτάζουν ὄχι ἕνας ἢ δύο ἀλλὰ 630 πατέρες, 630 «ἀστέρια» ὅπως λέει τὸ δοξαστικό. Συνῆλθαν στὴ Χαλκηδόνα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ 451 μ.Χ., στερέωσαν τὴν ὀρθόδοξο πίστι, καὶ κατεδίκασαν τοὺς τότε αἱρετικοὺς, τὸν Εὐτυχῆ καὶ τὸν Διόσκουρο, ποὺ προσέβαλλαν τὸ δόγμα τῆς θεανδρικότητος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἂν θέλουμε ν᾽ ἀναλύσουμε τί δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, δὲν θὰ γίνουμε καταληπτοί. Ἔπαψε πιὰ ὁ κόσμος νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἐνῷ τότε οἱ πιστοὶ παρακολουθοῦσαν μὲ ἐνδιαφέρον.
.                 Στὴν Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο οἱ ἅγιοι πατέρες κατεδίκασαν τὴν αἵρεσι ποὺ προσέβαλλε τὴ θεανδρικὴ ὑπόστασι τοῦ Χριστοῦ καὶ δίδαξαν πῶς ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στὸ πρόσωπό του· ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τέλειος Θεός· ὅτι ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχουν δύο φύσεις, ἡ ἀνθρωπίνη καὶ ἡ θεία, κι αὐτὲς εἶναι ἑνωμένες «ἀχωρίστως» καὶ «ἀδιαιρέτως», «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Ὅπως στὸν ἄνθρωπο εἶναι μυστήριο πῶς ἔχει σμίξει τὸ κορμὶ καὶ ἡ ψυχή, ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄυλο, κατὰ παρόμοιο καὶ ἀκόμη πιὸ ἀνεξήγητο τρόπο εἶναι μυστήριο πῶς ἐν τῷ Χριστῷ ὑπάρχει Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἑνώθηκαν «ἀτρέπτως» καὶ «ἀσυγχύτως». Δηλαδή; Οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν ἕνα βοηθητικὸ παράδειγμα. Ἂν πάρῃς ἕνα κομμάτι σίδερο καὶ τὸ βάλῃς μέσα στὴ φωτιά, θὰ γίνῃ κατακόκκινο, θὰ πάρῃ τὴ φωτιὰ ὅλη ἐπάνω του. Τὸ σίδερο ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι σίδερο, οὔτε ἡ φωτιὰ παύει νὰ εἶναι φωτιά· κρατοῦν καθένα τὴν ἰδιότητά του. Κάπως ἔτσι μποροῦμε νὰ νοήσουμε πῶς στὸν Χριστὸ τὸ ἀνθρώπινο ἑνώθηκε μὲ τὸ θεῖο. Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια δίδαξε ἡ Τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν.
.                 Ὅλη ἡ ἀκολουθία σήμερα ψάλλει τὸ ἐγκώμιο τῶν πατέρων. Ἀπ᾽ ὅλα ὅμως αὐτὰ θέλω, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε τὸ θεόπνευστο ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξ έστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. γ´10-11). Τί μᾶς συμβουλεύει; Μᾶς λέει, ποιά πρέπει νά ᾽ναι ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς.

* * *

.                 Ἂς ρωτήσουμε κατ᾽ ἀρχήν· ποιός λέγεται αἱρετικός; Αἱρετικὸς εἶναι ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτὰ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία· ὅποιος διαφωνεῖ μὲ τὴν Ἐκκλησία λέγεται αἱρετικός.
.                 Ὑπάρχουν ὅμως δύο κατηγορίες αἱρετικῶν. Ἡ μιὰ κατηγορία εἶναι τὰ θύματα, οἱ ἁπλοϊκοὶ δηλαδὴ ἐκεῖνοι Χριστιανοὶ ποὺ δὲν πᾶνε ἐκκλησία, δὲν ἔχουν διαβάσει Εὐαγγέλιο καὶ πνευματικὰ βιβλία, καὶ μόλις ἀκούσουν κανένα προτεστάντη ἢ φράγκο ἢ χιλιαστὴ νὰ μιλάῃ, πιάνονται στὰ δίχτυα τους. Εἶναι ὅπως οἱ χάνοι, κάτι ψάρια ποὺ κινοῦνται μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ καὶ ὁ ψαρᾶς τὰ πιάνει ἀμέσως. Αὐτοὶ εἶναι τὰ θύματα, ποὺ εὔκολα τοὺς προσηλυτίζουν οἱ αἱρετικοί. Αὐτούς, ἂν τοὺς πλησιάσῃ ἕνας Χριστιανὸς καταρτισμένος καὶ τοὺς πῇ πέντε λόγια, ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν αἱρετικῶν εἶναι τροφὴ δηλητηριασμένη, συχνὰ καταλαβαίνουν τὴν πλάνη τους καὶ φεύγουν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Γι᾽ αὐτὸ μὴ ἀδιαφοροῦμε· νὰ διαφωτίζουμε. Ἡ Γραφὴ λέει· Ἂν βρῇς κάποιον πλανεμένο καὶ τὸν ἐπαναφέρῃς στὴν Ἐκκλησία, θὰ σώσῃς «ψυχὴν ἐκ θανάτου» καὶ θὰ καλύψῃς «πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.                 Ἡ ἄλλη ὅμως κατηγορία αἱρετικῶν δὲν εἶναι θύματα· εἶναι θῦται, ὀλετῆρες ψυχῶν. Ποιοί εἶν᾽αὐτοί; Εἶναι δάσκαλοι, οἱ κράχτες τῆς πλάνης. Ἡ γλῶσσα τους στάζει μέλι, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους εἶναι φαρμάκι. Ἀπ᾽ ἔξω τοὺς βλέπεις προβατάκια, ὅλο εὐγένεια, ἀλλὰ μέσα κρύβουν τὸ λύκο. Ἀπ᾽ ἔξω φαίνονται ἄγγελοι, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα εἶναι σατανᾶς ὁλόκληρος. Μᾶς ἔρχονται ἀπὸ διάφορα μέρη, ἀφοῦ γίναμε ἀμπέλι ξέφραγο. Αὐτοὶ εἶναι «βαμμένοι» μέχρι τὸ κόκκαλο· τὸ μικρόβιο ἔχει μπῆ βαθειὰ μέσα τους καὶ δὲν ἀλλάζουν. Ἐνῷ οἱ πρῶτοι εἶναι θύματα, αὐτοὶ εἶναι θῦται, σφαγεῖς. Αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ τοὺς ἐπηρεάσῃς, δὲν τοὺς ἀλλάζεις τὸ μυαλό. Εἶναι σὰν τὸν Ἄρειο, ποὺ οἱ πατέρες προσπάθησαν νὰ τοῦ δείξουν τὴν Ὀρθοδοξία, μὰ αὐτὸς δὲν ἄλλαζε. Εἶναι ἀμετάπειστοι. Ἔχουν ὑποστῆ ῥιζικὴ διαστροφὴ μέσα τους κι εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς μεταβάλουμε.
.                 Ἀπέναντι λοιπὸν σ᾽ αὐτοὺς τοὺς αἱρετικούς, τῆς δευτέρας κατηγορίας, τί μποροῦμε νὰ κάνουμε; Νὰ βάλουμε φωτιὰ νὰ τοὺς κάψουμε, νὰ πάρουμε ῥόπαλα νὰ τοὺς χτυπήσουμε; Τέτοια πράγματα δὲν συνιστᾷ τὸ Εὐαγγέλιο.
.                 Ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, ἂν νιώθουμε ὅτι ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ πίστι, τὰ καθήκοντά μας εἶναι τὰ ἑξῆς.
.                 Ἂν δῇς κανένα αἱρετικὸ ἰνστρούχτορα, ποὺ νομίζει ὅτι μπορεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ποτήρι νὰ χωρέσῃ τὴ θάλασσα καὶ μὲ τὸ μυαλουδάκι του νὰ λύσῃ τὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, μὴν ἀνοίγεις κουβέντα μαζί του· ἔτσι λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι χαμένος καιρός. Καὶ ἐπὶ ὧρες νὰ μιλᾷς καὶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα νὰ τοὺς κατεβάσῃς, δὲν πρόκειται αὐτοὶ ν᾽ ἀλλάξουν. Πρῶτον λοιπόν, μὴ χάνεις τὸν καιρό σου μ᾽ αὐτούς.
.                 Τὸ δεύτερον. Αὐτοὶ παίρνουν μιὰ τσάντα, τὴ γεμίζουν βιβλία αἱρετικά, καὶ πηγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι. Ἂν λοιπὸν κάποιος πλασιὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἔρθῃ καὶ σοῦ χτυπήσῃ τὸ κουδούνι, μὴ τὸν δεχθῇς στὸ σπίτι σου· μὴ τὸν ἀφήσῃς ν᾽ ἀνεβῇ τὰ σκαλιά, μὴν πάρῃς κανένα ἔντυπο.
.                 Τρίτον νὰ εἰδοποιήσῃς τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας ὅτι παρουσιάστηκε «λύκος», γιὰ νὰ λάβῃ μέτρα. Ἂν ὁ ἱερεὺς εἶναι πραγματικὸς ποιμένας, θὰ τὸν κυνηγήσῃ. Ἀκόμα, νὰ εἰδοποιήσῃς καὶ ἄλλους Χριστιανούς, νὰ ἔχουν τὸ νοῦ τους.
.                 Ἀλλ᾽ αὐτὰ εἶναι τὰ εὔκολα· τὸ δύσκολο ποιό εἶναι; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· ὅτι πρέπει κι ἐγὼ ποὺ φορῶ τὸ ῥάσο κι ἐσεῖς, κλῆρος καὶ λαός, ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ εἶναι φῶς, ἡ ζωή του νὰ λάμπῃ· «Οὕτω λαμψάτω», λέει, «τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε´16).
.                 Ἐδῶ λοιπὸν τί συμβαίνει; Μᾶς νικοῦν οἱ αἱρετικοί. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, αὐτοὶ τρέχουν δεξιὰ – ἀριστερά, σὲ φτωχοὺς – ἀρρώστους καὶ δίνουν βοηθήματα, ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἀγάπη ποὺ θὰ ἔπρεπε. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι συχνὰ δὲν ἔχουμε ζωὴ χριστιανική· ἔτσι αὐτοὶ βρίσκουν δικά μας κακὰ παραδείγματα καὶ διαβάλλουν τὴν πίστι μας. Ἂν ἐμεῖς ἤμασταν ἐν τάξει, τηρούσαμε τὸ Εὐαγγέλιο, ζούσαμε κατὰ Χριστόν, σὰν τοὺς ἀποστόλους, τοὺς πατέρας, τοὺς ἁγίους, σὰν τοὺς προγόνους καὶ τοὺς παπποῦδες μας τοὺς ἀγραμμάτους, ἂν ἤμασταν συνεπεῖς, κανένας αἱρετικὸς δὲν θὰ ὑπῆρχε· ἐμεῖς μὲ τὴν ἄτακτη ζωή, τὰ σκάνδαλα καὶ τὶς διαιρέσεις μας ζημιώνουμε τὴν Ὀρθοδοξία.
.                 Ἐπιβάλλεται, ἀγαπητοί μου, νὰ κρατήσουμε μία αὐστηρὴ στάσι στὸν αἱρετικό, ὅπως συμβουλεύει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης· «Μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 10-12). Στὶς 14 Ἰουλίου ἑορτάζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐκ τῶν νεωτέρων ἁγίων μας. Ἂν δὲν θέλετε ν᾽ ἀκούσετε ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, ἀκοῦστε αὐτόν. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, λέει, ὅταν ἄκουγαν αἱρετικό, ἔφευγαν μακριά, ὅπως φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὸ φίδι. Ὅταν πήγαιναν σὲ δημόσια λουτρὰ –δὲν εἶχαν τότε λουτρὰ στὰ σπίτια– καὶ τοὺς ἔλεγε κάποιος ὅτι μέσα στὸ λουτρὸ εἶναι κάποιος αἱρετικός, ἀπομακρύνονταν μὲ φρίκη. Ἂν ἐσὺ θέλῃς νὰ νοικιάσῃς ἕνα ὡραῖο σπίτι, ἀλλὰ μάθῃς ὅτι μέσα σ᾽ αὐτὸ πέθανε ἕνας φθισικός, πᾷς νὰ κατοικήσῃς ἐκεῖ; Ἂν σοῦ πῇ κάποιος «Μὴν πιάσῃς τὸ ποτήρι αὐτὸ νὰ πιῇς νερό, για τὶ ἀπ᾽ αὐτὸ ἤπιε ἕνας λεπρός», τὸ πλησιάζεις; Ἔ, ὅπως προσέχεις νὰ μὴ προσβληθῇ τὸ σῶμα ἀπὸ μικρόβια, ἔτσι φυλάξου κι ἀπ᾽ τὰ μικρόβια τῆς αἱρέσεως. Αὐτὰ διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος, αὐτὰ οἱ πατέρες, αὐτὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ προσέξουμε, γιατὶ σήμερα ὑπάρχουν πολλὲς αἱρέσεις. Προσοχὴ ἰδίως ἀπὸ τοὺς ἰεχωβῖτες ἢ χιλιαστάς. εἶναι «λύκοι βαρεῖς», ὅπως λέει σήμερα ἕνα τροπάριο τῶν αἴνων. Ἤθελαν νὰ κάνουν διεθνὲς συνέδριο στὸ Μόναχο, μεγάλη πόλι τῆς Γερμανίας, καὶ τοὺς ἔδιωξαν ἀπὸ ᾽κεῖ. Ἂν ἔρθουν ἐδῶ, ἐμεῖς τί θὰ κάνουμε; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ποῦμε· Κύριοι, ἄλτ! πηγαίνετε ὅπου θέλετε, ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα ὄχι.

* * *

.          Σᾶς μίλησα, ἀγαπητοί μου, μὲ ζωηρότητα, γιατὶ πονῶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸ λαό μας. Σᾶς παρακαλῶ, προσευχηθῆτε νὰ νιώσουμε καλὰ τὸ ῥητὸ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον με τὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ…»· ἀμήν.

ΠΗΓΗ: tideon.org

, ,

Σχολιάστε

“ΒΑΔIΖΟΝΤΑΣ ΠΡOΣ ΤΗΝ ΠΑΝΟΡΘOΔΟΞΟ ΣYΝΟΔΟ” (Μαγνητοσκόπημα) «Ὅταν καλοῦμε τοὺς Αἱρετικούς, Παπικούς καὶ Προτεστάντες, τοὺς παρακαλοῦμε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Πίστη καὶ Ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπομακρύνθηκαν» [π. Γ. Μεταλληνός]

, , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ “ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ”, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΙΡΕΣΕΙΣ καὶ ΣΧΙΣΜΑΤΑ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν “ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος” καὶ δὲν δέχεται τὴ θεωρία τῆς ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν “εἰς Χριστὸν πιστευόντων”» (Ὁμολογιακὸ ὑπόμνημα Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου)

ΚΡΙΣΙΜΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΣ / ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ
(Ὑπομνήματος)

τοῦ Μητρ. Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου
Πρὸς τὴν ἱ. Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μιὰ ἀκόμη ἐπίσημη ἐπισκοπικὴ φωνὴ θεολογικῆς/ἐκκλησιολογικῆς ὁμολογίας καὶ διαμαρτυρίας πάνω σὲ χρόνιες «παραφθορές» καὶ μεθοδευμένες «ἀσάφειες», οἱ ὁποῖες ἔχουν κερδίσει ἐπικοινωνιακὸ (τουλάχιστον) ἔδαφος καὶ ἔχουν σαρώσει τὶς συνειδήσεις τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν Κληρικῶν (δυστυχῶς)!

.            Ταπεινὰ ὑποβάλλω στὴν ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας µας τὶς ἀπόψεις µου καὶ τὶς πεποιθήσεις µου πάνω στὰ πιὸ κάτω θέµατα.
.             Ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσευχοµένη πάντοτε «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» πιστεύω ὅτι ἐννοεῖ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ ἕνωσιν µαζί της ὅλῶν αὐτῶν ποὺ ἀπεκόπηκαν καὶ ἀποµακρύνθηκαν ἀπὸ αὐτήν, αἱρετικῶν καὶ σχισµατικῶν, ἀφοῦ ἀπαρνηθοῦν τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµά τους καὶ φύγουν ἀπὸ αὐτὰ καὶ µὲ µετάνοια καὶ µὲ τὴν προβλεπόµενη ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες διαδικασία ἐνσωµατωθουν καὶ ἐνταχθοῦν -ἑνωθοῦν – µὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οδέποτε πώλεσε τν «νότητα τς πίστεως κατν κοινωνία τογίου Πνεύµατος» καδν δέχεται τθεωρία τς ποκατάστασης τς νότητας τν «ες Χριστν πιστευόντων», γιατί πιστεύει ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων ὑπάρχει ἤδη στὴν ἑνότητα ὁλων τῶν βαπτισµένων τέκνων της µεταξύ τους καὶ µετὰ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει της, ποὺ δὲν ὑπάρχει στοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισµατικοὺς καὶ γι᾽ αὐτὸ εὔχεται γι᾽ αὐτοὺς τὴν ἐν µετανοίᾳ ἐπιστροφήν τους στὴν Ὀρθοδοξία.

.           Πιστεύω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ ἄρθρο 5 γιὰ «τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν» εἶναι λάθος, γιατί ἡ Ἐκκλησία ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἑνωµένος µεταξύ του καὶ µὲ τὴν κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν ἑνότητά του αὐτὴν καὶ δὲν ἔχει ἄρα ἀνάγκη νὰ τὴν ἐπανεύρη ἢ κὰν νὰ τὴν ἀναζητήση, γιατί πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχη καὶ θὰ ὑπάρχη ἐφ᾽ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἔπαυσε ἢ θὰ παύση νὰ ὑπάρχη. Ἐκεῖνο, ποὺ συνέβη, εἶναι ὅτι ὁµάδες ἢ λαοὶ ἢ µεµονωµένα ἄτοµα ἔφυγαν ἀπὸ τὸ σῶµα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Ἐκκλησία εὔχεται καὶ πρέπει νὰ προσπαθῆ ἱεραποστολικὰ νὰ ἐπιστρέψουν αὐτοὶ ὅλοι ἐν µετανοἰᾳ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄλλες Ἐκκλησίες ἀλλὰ µόνον αἱρέσεις καὶ σχίσµατα, ἐὰν θέλωµε νὰ ἀκριβολογοῦµεν στοὺς ὁρισµούς µας. Ἡ διατύπωση «πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας» εἶναι λάθος γιατί ἡ ἑνότητα τῶν χριστιανῶν -µελῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ – δὲν ἔχει διασπασθῆ ποτέ, ἐφ᾽ ὅσον αὐτοὶ µένουν ἑνωµενοι µετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Χωρισµὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ φυγὴ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσµατα, ἀλλὰ ποτὲ ἀπώλεια ἐσωτερικὴ τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

.             Διερωτῶµαι γιατί στὸ κείµενο γίνεται πολλαπλὴ ἀναφορὰ σὲ «Ἐκκλησίες» καὶ «Ὁµολογίες»; Ποιά ἡ διαφορά τους καὶ ποιό στοιχεῖο τὶς χαρακτηρίζει, ὥστε ἄλλες νὰ ὀνοµάζονται Ἐκκλησίες καὶ ἄλλες Ὁµολογίες; Ποιά εἶναι Ἐκκλησία καὶ ποιά ἡ αἱρετικὴ καὶ ποιά ἡ σχισµατικὴ ὁµάδα ἢ ὁµολογία; Ἐµεῖς ὁµολογοῦµεν µία Ἐκκλησία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα αἱρέσεις καὶ σχίσµατα.

.           Δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι κι ἐµεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ψάχνουµε τὴν ἀποκατάστασή µας στὴν ὀρθὴ πίστη καὶ στὴν ἑνότητα τῆς ἀγάπης, ὡσὰν νὰ ἀπωλέσαµεν τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ψάχνουµε νὰ τὴν βροῦµε διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων µετὰ τῶν ἑτεροδόξων. Θεωρῶ ὅτι αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι θεολογικὰ ἀπαράδεκτη ἀπὸ ὅλους µας.

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

299098057-Μητροπολίτης-Λεμεσού-Κείμενο-για-τη-Μεγάλη-Σύνοδο

ΠΗΓΗ: imlemesou.org

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ «Νὰ ἐλεεῖτε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὶς θίγετε».

Τὸ μεγάλο ἁμάρτημα τῶν οἰκουμενιστῶν

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

.         Oἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι κάθε φορά, ποὺ γίνεται δημόσιος λόγος γιὰ τὴ δραστηριότητα τῶν οἰκουμενιστῶν προκειμένου νὰ ἑνωθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες, συμφωνοῦν καὶ μάλιστα ἐπικαλοῦνται καὶ τὴν ἀγάπη, ποὺ δίδαξε ὁ Χριστός. Πρόκειται προφανῶς γιὰ πλάνη, τὴν ὁποία ἔντεχνα καλλιεργοῦν διάφοροι ἐκκλησιαστικοὶ καὶ πολιτικοὶ παράγοντες.
.         Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως κανένας δὲν διαφωνεῖ. Μακάρι κάποια στιγμὴ νὰ πραγματοποιηθεῖ. Ἡ πίστη, ὡστόσο, εἶναι μία καὶ τὸ περιεχόμενό της δεδομένο καὶ μὴ ἐπιδεχόμενο ἀλλοιώσεις μὲ διάφορες προσθαφαιρέσεις. Ἔχουμε τὸ σύμβολο τῆς πίστεως καὶ καλοῦνται ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀλλόθρησκοι, νὰ τὸ ἀποδεχτοῦν καὶ νὰ γίνουν μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Προσπάθειες συμφιλίωσης μὲ τοὺς ἑτεροδόξους μὲ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις δὲν νοοῦνται, γιατὶ δὲν διαχειριζόμαστε δική μας ὑπόθεση, ἀλλὰ διαφυλάττουμε τὴν πίστη, ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ κοσμικοὶ τρόποι συνδιαλλαγῆς καὶ οἱ διάλογοι καὶ οἱ συσκέψεις μὲ ἀλληλοϋποχωρήσεις καὶ ἀπαράδεκτους συμβιβασμούς, δὲν ἔχουν καμία θέση στὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. Ἐδῶ ὑπάρχουν ὅρια, σαφεῖς ἐντολὲς καὶ ἐκ Θεοῦ ἀποκαλύψεις, ποὺ ἀπαγορεύουν αὐθαίρετες ἑρμηνεῖες, νοθεύσεις καὶ ὑποχωρήσεις. Ἕνας μόνος τρόπος προσέγγισης μὲ τοὺς ἑτερόδοξους ὑπάρχει: Οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ ὁμολογοῦν τὴν πίστη τους, νὰ ἀγαποῦν τοὺς ἑτερόδοξους καὶ νὰ τοὺς διαβεβαιώνουν ὅτι οἱ θύρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνοιχτές, ἀρκεῖ νὰ ἀποδεχτοῦν τὸ σύμβολο τῆς πίστεως καὶ τὴν Παράδοσή της. Ἐὰν ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν τέτοια διάθεση καὶ ἀρνοῦνται νὰ ἀπορρίψουν τὶς πλανεμένες ἀντιλήψεις τους, εἶναι δική τους ὑπόθεση, ἡ ὁποία στὴν πράξη σημαίνει ἄρνηση τῆς ἀγάπης, ποὺ τοὺς δείχνουν οἱ Ὀρθόδοξοι.
.         Ἡ ἐπιμονὴ τῶν οἰκουμενιστῶν νὰ συνεχίζουν τὴν προσπάθεια προσέγγισης τῶν ἑτεροδόξων, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις καλῆς προαίρεσης καὶ εἰλικρινοῦς ἀναζήτησης ἐκ μέρους τους, συντηρεῖ τὸν κίνδυνο διάσπασης τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο ἁμάρτημα τῶν οἰκουμενιστῶν, γιὰ τὸ ὁποῖο ὄχι μόνο δὲν μετανοοῦν, ἀλλὰ παρασέρνουν καὶ ἄλλους σὲ αὐτό!
.         Ὁ ἐπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος, ἀπευθυνόμενος στοὺς ὑπέρμαχους τῆς ἕνωσης τῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ στὸν τρόπο, ποὺ χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ τὴν πετύχουν, ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὅλοι θέλουμε νὰ δώσει ὁ Θεὸς ἑνότητα πίστεως στὸν κόσμο. Μὰ ἐσεῖς τὰ μπερδεύετε τὰ πράγματα. Ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλο ἡ συμφιλίωση τῶν θρησκειῶν. Ὁ Χριστιανισμὸς ἐπιβάλλει ν᾽ ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τοὺς πάντες, ὅποια πίστη καὶ ἂν ἔχουν! Συγχρόνως ὅμως μᾶς διατάζει νὰ κρατᾶμε ἀλώβητη τὴν πίστη μας καὶ τὰ δόγματά της. Σὰν χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἐλεεῖτε ὅλο τὸν κόσμο, ὅλους τοὺς ἀνθρώπους! Ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σας νὰ δώσετε γι᾽ αὐτούς. Ἀλλὰ τὶς ἀλήθειες τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὶς θίξετε. Γιατὶ δὲν εἶναι δικές σας. Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας νὰ τὴν κάνουμε ὅ,τι θέλουμε».

ΠΗΓΗ: dtatsis.blogspot.gr 

, , , , ,

Σχολιάστε