Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ὀρθοδοξία

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Χρυσοστ. Σελαχβάρτζι
«ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»
-Ἀπὸ τὸ ἰσλαμικὸ Ἰρὰν στὴν Ὀρθοδοξία
Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2016
σελ. 92-94

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 Δύο χρόνια πέρασαν καὶ δὲν συνάντησα κανένα Πεντηκοστιανὸ ποὺ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔνταση τοῦ ψυχικοῦ μαρτυρίου ποὺ περνοῦσα. Δὲν συνάντησα κανένα σὲ ὅλο τὸν πεντηκοστιανό μου περίγυρο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει, ὅσο καὶ ἂν προσπάθησε, τὴν γλῶσσα ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου. Ὁ πόνος ποὺ καλλιεργεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πόνος ποὺ ἐξυψώνει καὶ ὡριμάζει τὴν καρδιά, ὁ πόνος ποὺ ἐκλεπτύνει τὸ πνεῦμα στὸ καμίνι τῆς καθημερινότητας τῶν δοκιμασιῶν, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας. Γι’ αὐτοὺς ἡ ζωὴ ἦταν «μὲς τὰ ρόδα», σύμφωνα μὲ τὴ νορβηγικὴ ἔκφραση. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπέφεραν, μόνο εὐημεροῦσαν, καὶ μάλιστα μὲ τρόπο κοσμικό. Ἡ ζωὴ τῆς χάριτος ἦταν εὐτυχισμένη, εὔκολη καὶ ἐπιτυχημένη. Τὸ μαρτύριο ἦταν παρὰ φύση, ἔργο τοῦ διαβόλου, καὶ μποροῦσε νὰ ἐξαφανισθεῖ μόνο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἐπικαλέστηκα πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ὅμως τὸ μαρτύριό μου μεγάλωνε… Μόνο ἐγώ, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς εὐνοημένους ἀπὸ τὴν τύχη χριστιανούς, ἤμουν μία ψυχὴ συντετριμμένη ἀπὸ ἕνα χρόνιο ὑπαρξιακὸ πόνο.
.                 Ἡ πάντοτε θετικὴ καὶ αἰσιόδοξη ὀπτική τῆς θεολογίας τῶν Πεντηκοστιανῶν βρισκόταν σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν δραματικὴ θέαση τῆς σιιτικῆς θεολογίας τοῦ Ἰσλάμ, μὲ τὴν ὁποία εἶχα μεγαλώσει. Τώρα ποὺ εἶχα αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, θεωροῦσα ὅτι τὸ σιιτικὸ Ἰσλὰμ εἶναι ἀνώτερο καὶ πιὸ αὐθεντικὸ ἀπὸ τὸν πεντηκοστιανὸ Χριστιανισμό· ὅτι ἡ τραγικότητα τῆς θεολογίας τοῦ σιιτικοῦ Ἰσλὰμ εἶναι πιὸ κοντὰ στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ὅ,τι ἡ μακαριότητα τοῦ «χαρισματικοῦ» χριστιανισμοῦ τῆς Δύσης.
.               Ἡ κατάσταση τοῦ κόσμου εἶναι τραγική. Οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν. Κάποιοι διώκονται, ἄλλοι φυλακίζονται καὶ βασανίζονται, ἄλλοι τραυματίζονται σὲ πολέμους καὶ βιαιοπραγίες, πολλοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀκραία φτώχεια καὶ παλεύουν μὲ ἀδυσώπητες φυσικὲς καταστροφές… Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τρίτου κόσμου. Ἀλλὰ καὶ στὴν ὑλικὰ εὐημεροῦσα Δύση, οἱ περισσότεροι ὑποφέρουν ψυχολογικά. Πολλὲς οἰκογένειες διαλύονται. Οἱ ἄνθρωποι συνεχῶς ἀλλάζουν τοὺς συντρόφους τῆς ζωῆς τους σὲ ἀναζήτηση τοῦ ἰδανικοῦ ἔρωτα, τῆς ἁρμονικῆς σχέσης καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζεστασιᾶς. Κάποιοι δὲν καταφέρνουν ποτὲ νὰ βροῦν ἕνα σύντροφο, γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴ ζωή τους. Τὰ παιδιὰ συχνὰ μεγαλώνουν μόνο μὲ τὸν ἕνα γονέα καὶ στεροῦνται τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου. Οἱ ἄνθρωποι πιέζονται στὴν ἐργασία, καθώς, μὲ τὴν ραγδαία ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, ἀπαιτοῦνται ὅλο καὶ ὑψηλότερες δεξιότητες ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στὴ Δύση, ὅπως καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, φέρουν δυσβάστακτα φορτία στοὺς ἀσθενεῖς ὤμους τους.
.               Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, οἱ πεντηκοστιανοὶ εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ μακαριότητά τους ἀποτελεῖ προσβολὴ γιὰ ὅσους ὑποφέρουν.
.           Παραδόξως, λοιπόν, ἡ πεντηκοστιανὴ ἐκκλησία μὲ εἶχε ἐπιστρέψει στὸ ἰσλαμικό μου παρελθόν. Ὑπῆρχαν πολλὰ κείμενα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ δὲν καταλάβαινα. Στὴν πραγματικότητα, τὸ βάθος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ποὺ τόσο μὲ εἶχε γοητεύσει, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν πνευματικότητα τὶς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας.

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! «Μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια!»

Κατεβλήθη!

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.              Ἦταν ὑπόδουλοι, ἀλλὰ δὲν ἦταν δοῦλοι. Ἦταν σκλαβωμένοι, μὰ δὲν ἔγιναν σκλάβοι ποτέ. Ἦταν τα­πεινοὶ καὶ καταφρονεμένοι, εἶχαν ὅ­μως ὑπέροχο καὶ ὑψηλὸ φρόνημα καὶ ἀρχον­τικὴ καρδιά. Ἦταν φτωχοί, μὰ πλούτιζαν τὸν κόσμο.
.            Δὲν εἶχαν πτυχία, διδακτορικὲς διατριβές, τίτλους καθηγεσίας· εἶχαν ὅμως τὴν ἀληθινὴ θεολογία. Ἦταν ζυμωμένοι μὲ τὴν Παράδοση. Ἦταν φορεῖς τῆς ἀλή­θειας τῶν Πατέρων, τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Εὐαγγελίου.
.            Ἦταν ἀληθινοί.
.           Οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ Ἐπίσκοποι τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Τῆς σκοτεινῆς περιόδου τῆς δουλείας.
.           Κι ὅταν δέχθηκαν τὴ μεγάλη πρόκληση, δὲν δίστασαν!
.             Οἱ μικροί, οἱ φτωχοί, οἱ ἀδύναμοι, οἱ διωγμένοι καὶ περιφρονούμενοι καὶ καταπιεζόμενοι εἶπαν τὸ μεγάλο ΟΧΙ!
.          ΟΧΙ στὸν παποκράτορα, τὸν δίκερο γίγαντα τῆς Ρώμης, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Δίκερο, διότι διεκδικεῖ διπλὴ ἐξουσία: πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ἀλλὰ δίκερο καὶ διότι ἐνσαρκώνει τὸ δίκερο θηρίο τῆς «Ἀποκαλύψεως», ποὺ ἐμφανίζεται μὲ προσωπεῖο ἀρνιοῦ, ἀλλὰ εἶναι δράκων, καὶ τὸ ὁποῖο πείθει τοὺς λαοὺς νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἀντίχριστο ὡς Χριστό (Ἀ­ποκ. ιγ´ [13] 11-18).
.            Σ᾿ αὐτὸ τὸν πανίσχυρο, ἐπίδοξο θρη­σκευτικὸ πλανητάρχη εἶπαν τὸ ΟΧΙ: στὸν πάπα Πίο τὸν Θ΄, ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος 1848 ἐξέδωσε τὴν Ἐγκύκλιο «In Sup­re­ma Petri Apostoli Sede» (Ἐν τῇ Ὑ­περ­τάτῃ Ἕδρᾳ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου), μιὰ ψευδοαγαπητικὴ ἐπιστολή, μὲ τὴν ὁ­ποία τοὺς καλοῦσε – καλοῦσε ὅλους τοὺς Χριστιανούς – νὰ ὑποταγοῦν στὴν ἐξουσία του. Εἰδικὰ στοὺς Ὀρθοδόξους πρό­τεινε ὡς τρόπο ἑνώσεως αὐτὸν τῶν προ­­βατόσχημων λύκων τῆς Οὐνίας: Νὰ κρατήσουν ὅλη τὴν παράδοσή τους, ἀρ­κεῖ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἐξουσία του.
.           ΟΧΙ! τοῦ ἀπάντησαν.
.              Καὶ δὲν τοῦ εἶπαν μόνο ΟΧΙ!.
.             Αὐτοὶ οἱ ἀδύναμοι στὸν πανίσχυρο εἶ­παν: Τέλειωσες! Εἶσαι νεκρός! Τὸ σύστημά σου, ἡ ψευδοεκκλησία σου ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! Συντρίφθηκε, διαλύθηκε, ἐξαφανίσθηκε. Τοῦ μίλησαν σὲ προφητικὸ Ἀόριστο, τὸν ἰσχυρότερο ὅλων τῶν χρόνων. Ὄχι σὲ Μέλλοντα: Θὰ καταβληθεῖ! Οὔτε κἂν σὲ Τετελεσμένο Μέλλοντα: Θὰ ἔχει καταβληθεῖ! Ἀλλὰ σὲ Ἀόριστο: ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!
.           Δὲν γνώριζαν διπλωματικὴ γλῶσσα οἱ μακάριοι. Ναί, μακάριοι. Οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στὴν κατὰ τὸ ἔτος 1848 ἀπάντησή τους. Δὲν γνώριζαν ἀπὸ ψευδοαγαπολογία. Δὲν τοὺς θάμ­πωναν ἰδέες σὰν αὐτὲς ποὺ κυκλοφοροῦν σήμερα περὶ «ἀδελφῶν Ἐκκλησι­ῶν», περὶ «δύο πνευμόνων», περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας».
.               Οἱ μικροὶ αὐτοὶ κατὰ κόσμον – μεγάλοι κατὰ Θεόν – μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια! Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κατέθεσαν στὴν ἀπάντησή τους πρὸς τὸν αὐθάδη πάπα Πίο τὸν Θ´.
.             Συμπύκνωσαν στὶς ἐπιγραμματικές τους φράσεις τὴ θεολογία 19 αἰώνων, τὴ διαχρονικὴ μαρτυρία τοῦ Πνεύματος. Καὶ νὰ θέλαμε, τοῦ εἶπαν, δὲν μποροῦμε. Γιατί; Διότι τὴν πίστη τὴ δική μας τὴ διαφεντεύει ὁ λαός:
.                «Ἔπειτα παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
.               Καὶ κατέληξαν, ἀσφαλίζοντας τὸ ποίμνιό τους, τὰ παιδιά τους:
.               «Ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥσπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ” (Ἀ­ποκ. ιβ´ [12] 10)».
.                Μὴ φοβάστε, παιδιά μας! Τὸ παπικὸ κακόηθες μόρφωμα εἶναι ἤδη νεκρό. «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! Ὅπως διαλύθηκε τότε ὁ Ἀρειανισμός, ἔτσι θὰ ἀφανισθεῖ καὶ ὁ Παπισμός. Καὶ τὸ τέλος του θὰ τὸ ἀναγγείλει ἡ οὐράνια φωνή: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.             Σήμερα ὁ ἡγέτης τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται νὰ κυριαρχεῖ στὸν θρησκευτικὸ χῶ­ρο. Θρησκευτικὸς πλανητάρχης. Κάθε κίνησή του καταγράφεται γιὰ νὰ προβλη­θεῖ. Κάθε λόγος του σχολιάζεται. Μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μόνος. Ὡς πρόσωπο καὶ ὡς θεσμὸς διαχρονικός.
.             Μοιάζει, ἀλλὰ δὲν εἶναι.
.                Διότι ἤδη χάθηκε, «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.              Ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ μόνη ἀλήθεια, μένει.
.             Ὅπως τὸ δήλωσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο στὶς 14 Ἰουλίου τοῦ 2000 ὁ κορυφαῖος Βυζαντινολόγος – Προτεστάντης αὐτός – σὲρ Στῆβεν Ράνσιμαν: «Χαίρομαι μὲ τὴ σκέψη ὅτι στὰ ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θὰ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὴ Ἐκκλησία ποὺ θὰ ὑφίσταται»!
.           Ἡ Ὀρθοδοξία θὰ μένει ἀκατάβλητη γιὰ πάντα!

, , ,

Σχολιάστε

«Η ΕΛΛΑΔΑ καὶ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ»

Ἑλλάδα καὶ Ὀρθοδοξία δὲν πωλοῦνται

 

Σεπτέμβριος, 30, 2016

.                 «Πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Εἶναι μερικοὶ ποὺ δὲν ἀγαπᾶνε τὴν πατρίδα καὶ θέλουν νὰ κάνουν ἀφελληνισμὸ καὶ κάποιοι ποὺ δὲν ἀγαπᾶνε τὴν Ἐκκλησία καὶ θέλουν ἀποχριστιανισμό», τόνισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος πρὸς μαθητὲς ἀπὸ τὴν Ὀρεστιάδα ποὺ φιλοξενοῦνται στὶς ἐγκαταστάσεις τῶν κατασκηνώσεων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν στὸν Αὐλώνα καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπισκέφθηκαν σήμερα τὸ πρωὶ στὴν Ἀρχιεπισκοπή.
.                 «Ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πωλοῦνται. Εἶναι δικά μας. Μᾶς ἀνήκουν καὶ θὰ τὰ κρατήσουμε», τόνισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος γιὰ νὰ προσθέσει πὼς «ὅ,τι παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς πατέρες μας εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ παραδώσουμε στὶς ἑπόμενες γενιές, εἴτε εἶναι ἀπὸ τὴν πατρίδα εἴτε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Νὰ ξέρετε, ἀπὸ τὴν Ἱστορία, ὅτι ὅσοι τὰ ἔβαλαν μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς θεσμοὺς ἔχασαν».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ λόγου του, ἐπισήμανε ὅτι εἶναι κρίσιμα τὰ χρόνια καὶ ὅτι μᾶς ζηλεύουν.
.              Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Ὀρεστιάδα τὸν περασμένο Ἀπρίλιο εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ 2ο Γυμνάσιο καὶ εἶχε προσκαλέσει τοὺς μαθητὲς νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Ἀθήνα. Ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀπὸ χθές, περίπου ἑκατὸ μαθητὲς τῆς β´ καὶ γ´ τάξεως τοῦ 2ου Γυμνασίου Ὀρεστιάδος φιλοξενοῦνται στὶς ἐγκαταστάσεις τῶν κατασκηνώσεων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν στὸν Αὐλώνα, ὅπου θὰ παραμείνουν μέχρι τὴν Κυριακή. Στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐκδρομῆς θὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ θὰ ξεναγηθοῦν σὲ ἀρχαιολογικοὺς χώρους, ἀλλὰ καὶ σὲ ἱστορικὲς ἱερὲς μονές. Σήμερα τὸ πρωὶ ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο προκειμένου νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν φιλοξενία καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του. Τὴ φιλοξενία, τὴ σίτιση καὶ τὶς ἐπισκέψεις στοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους καὶ στὶς ἱερὲς μονὲς τῶν μαθητῶν ἔχει ἀναλάβει τὸ Κέντρο Παιδείας Πολιτισμοῦ καὶ Ἐθελοντισμοὺ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

ΠΗΓΗ: news247

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΛΑΟΣ «Ἡ “Μεγάλη” Σύνοδος δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια».

Ὑπερασπιστὴς καὶ καύχημα
τῆς Ὀρθοδοξίας

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

 

.                Στὸν ἀπόηχο τῆς συγκλήσεως τῆς Μεγάλης Συνόδου εἶδαν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας δύο κείμενα σφόδρα ἐπικριτικὰ ἐναντίον ὅσων μὲ ποικίλους τρόπους ἀντέδρασαν στὴ σύγκληση καὶ τὸ ἔργο τῆς Συνόδου.
.               Τὸ ἕνα κείμενο, γραμμένο ἀπὸ λαϊκό, ζητοῦσε καθαιρέσεις καὶ ἀφορισμοὺς τῶν ἀντιδρώντων πιστῶν. Τὸ ἄλλο, γραμμένο ἀπὸ ἐπίσκοπο, ἐκφεύγει κάθε κριτικῆς. Διότι δὲν μπορεῖ νὰ ταιριάζουν σὲ κάλαμο ἐπισκόπου τέτοιες διατυπώσεις σὰν αὐτές:
.               «Ὅλη ἡ καχυποψία, ὅλη ἡ δυσπιστία, ὅλη ἡ μικροψυχία, ὅλη ἡ στενοκαρδία, ὅλη ἡ μικρόνοια, ὅλη ἡ ἡμιμάθεια, ὅλη ἡ ψυχικὴ τύφλωσις ἐπιστρατεύθηκαν κατὰ τῆς Συνόδου, καθὼς ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς τῆς συγκλήσεώς της!… Ἀρχιερεῖς (εὐάριθμοι εὐτυχῶς)…, συνταξιοῦχοι πανεπιστημιακοὶ δάσκαλοι ποὺ ἐζήλωσαν ὄψιμες δάφνες Ὁμολογητῶν, καλόγηροι ποὺ μᾶλλον ἔχουν βρῆ μονότονο τὸ κομ­ποσκοίνι καὶ φλέγονται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ σώσουν τὴν οἰκουμένη μέσῳ τοῦ διαδικτύου, τῶν ΜΜΕ, διαφόρων “συνεδρίων” καὶ διαφωτιστικῶν ἐκδηλώσεων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκουμένη, ἱερομόναχοι καὶ ἔγγαμοι ἱερεῖς κινούμενοι μεταξὺ τυφλοῦ φανατισμοῦ καὶ ἰδεοληψίας, λαϊκοὶ μὲ πρόδηλα χαρακτηριστικὰ παρανοίας, ἐθνοφυλετιστές, ψευδο-κανονολόγοι, σύνολα ἑτερόκλητα, ἀρειμάνια, κράζοντα, ἀλαλάζοντα, βοῶντα, ἄδραξαν τ’ ἄρματα νὰ πολεμήσουν τὴν Σύνοδο…».
.              Δὲν θὰ κρίνουμε τὸ δημοσίευμα. Εἶναι προτιμότερο νὰ τὸ καλύψει ἡ σιωπή. Τοῦτο μόνο θὰ σημειώσουμε: Ὅταν τὰ σκυλιὰ γαβγίζουν, ὁ καλὸς τσοπάνης χαίρεται· ἀκόμη κι ὅταν συμβεῖ νὰ γαβγίσουν γιὰ γνωστὰ καὶ φιλικά του πρόσωπα. Χαίρεται, διότι ξέρει πὼς ἔτσι τὸ κοπάδι του εἶναι ἀσφαλισμένο ἀπὸ τοὺς λύκους.
.                     Καὶ ὅσοι πιστοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί – ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ – ἀντέδρασαν στὴ Μεγάλη Σύνοδο, δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ κάποιο προσωπικό τους συμφέρον. Ἡ ἀγωνία νὰ κρατηθεῖ ἀμετάβλητη ἡ πίστη τῶν πατέρων τους τοὺς παρακινοῦσε νὰ ἐκφράσουν τοὺς φόβους τους ἔντονα. Ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν τὴ Σύνοδο νὰ αἴρεται στὸ ὕψος τῶν προηγουμένων Συνόδων καὶ νὰ ὁμολογήσει μαζί τους ἀκαινοτόμητη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵ­ρεση, διάδοχος τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Κι εἶναι πόνος μεγάλος καὶ ὀδύνη ἀφόρητη γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια.
.               Αὐτός, ὁ τώρα ὑβριζόμενος λαός, ἦταν πάντα τὸ καύχημα τῶν Ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως καὶ τῶν ἀοιδίμων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατο­λῆς, οἱ ὁποῖοι στὴν ἱστορικὴ ἀπάντησή τους στὸν πάπα Πίο τὸν Θ´ τὸ 1848 ὁμολόγησαν: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
.              Αὐτὸς ὁ μαχόμενος λαὸς εἶναι καὶ σήμερα καὶ θὰ παραμείνει ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ τὸ καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας.

, , ,

Σχολιάστε

Η “ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ” ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΡΑΓΕ ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ, ΜΕΓΑΛΗ καὶ ΟΡΘΟΔΟΞΗ;

Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ… 

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

   .             Ἡ ὀνομαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδοξίας συνεκλήθη καὶ συνεδρίασε στὴν Κρήτη τὴν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016).
.              Δύο μῆνες μετά, κρίνοντας μὲ νηφαλιότητα τὸ ὅλο ἐγχείρημα, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὶς ἑξῆς παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἀμφιλεγόμενη «Σύνοδο»:

1. ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ;

   .              Ἕνα πρῶτο ἐρώτημα ἀφορᾶ στὴν ἴ­δια τὴ φύση τῆς Συνόδου: Ἦταν πράγματι Σύνοδος; Τὸ ἐρώτημα εἶναι καίριο. Διότι κατὰ τὴ σύγκλησή της καὶ τὶς ἐργασίες της, μὲ τὴν καθιέρωση νὰ ψηφίζουν μόνο οἱ Προκαθήμενοι καταλύθηκε οὐσιαστικὰ ἡ ἔννοια τῆς συνοδικότητας. Ἦταν περισσότερο, ὅπως παρετήρησε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς ἐπισκοπῆς Μπάτσκας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς), μιὰ «Σύναξις Προκαθημένων», ἡ ὁποία μάλιστα «ἐνεργεῖ ἐμπράκτως ὡς συλλογικός τις πάπας».
.                Τὴν προβληματικότητα τὴν ἀναγνώρισαν καὶ ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῆς «Συνόδου». Ἔτσι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς «Συνόδου», ἀπαντώντας στοὺς ἐπικριτές της, εἶπε ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ «ἰδιαιτερότητα… δὲν εἶναι ἕνα ἀκριβὲς ἀντίγραφο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων… εἶναι κάτι ἰδιαίτερο».
.                 Πιὸ ξεκάθαρα ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης κ. Χρυ­σόστομος Σταμούλης, ἀναφερόμενος στὶς καινοτομίες της, τὴ λεγόμενη «ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας» καὶ τὴν καθιέρωση τῆς «μίας ψήφου ἀνὰ Ἐκκλησία», εἶπε πρὶν τὴ σύγκλησή της τὰ ἑξῆς: «Ὄντως, ἡ συγκεκριμένη διαδικασία εἶναι ἀμάρτυρη ἐντὸς τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀγνοεῖται τὸ ἱστορικὸ κεκτημένο ποὺ θέλει τὸν κάθε ἐπίσκοπο νὰ ἔχει μία ψῆφο. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀντικαθίσταται ὁ ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν πρῶτο καὶ νὰ ὑποχωρεῖ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου γιὰ χάρη τοῦ καθόλου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας. Νὰ χάνεται στ᾿ ἀλήθεια ‘‘ἡ ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ’’. Ἢ, ἀκόμη πιὸ σκληρά, ἡ υἱοθέτηση τῆς μίας ψήφου νὰ ἀποτελεῖ τὸν “θρίαμβο τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ τύπου τῶν ‘‘συμβάσεων’’”. Καὶ δὲν χωράει καμία ἀμφιβολία πὼς σὲ ὅ­λα τὰ παραπάνω θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε καὶ ἄλλα. Νὰ ποῦμε γιὰ παράδειγμα ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφωνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μίας ψήφου ἡτ­τᾶται ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, βιάζεται ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωή».
.               Ὁ κ. Σταμούλης ὅμως σωστὰ ἐπισημαίνει καὶ ἕνα ἀκόμη σημεῖο ἐξ ἴσου προβληματικό: Τὸ ὅτι ἡ «Σύνοδος», ἔτσι ὅπως προετοιμάστηκε, ἦταν ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν λαό. Εἶπε: «Ἐὰν διαπιστώνεται, λοιπόν, ἕνα ἔλλειμμα, αὐτὸ βρίσκεται στὴν ἐνημέρωση τῆς βάσης, στὴν ἐνημέρωση τῶν λαϊκῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κληρικῶν, τόσο τῶν δύο πρώτων βαθμίδων, ὅσο καὶ τῶν ἐπισκόπων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Φαίνεται ἔτσι νὰ λησμονεῖται ἢ νὰ παραθεωρεῖται πὼς ‘‘ἡ Σύνοδος δὲν συνέρχεται γιὰ τὸν ἑαυτό της· συνέρχεται γιὰ ὅλο τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο’’, καθὼς ““εἶναι ἐκ τοῦ σώματος”, “ἐν τῷ σώματι”, “διὰ τὸ σῶμα””. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἐνστάσεις οἱ ὁποῖες καὶ ἐδῶ διατυπώθηκαν ἀπὸ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν εἶναι χωρὶς ἔρεισμα». [Βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, «Ἡ λειτουργία τῆς ὁμοφωνίας καὶ ἡ ποιητικὴ τῆς ἑνότητας». Εἰσήγηση στὸ Συνέδριο «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (3-5 Δεκεμβρίου 2015)].
.                 Ἂν λοιπὸν ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἀποτελεῖ ἁπλὴ σύμβαση ἀτομοκεντρικοῦ τύπου, ἂν καταστρέφει τὴν Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, ἂν βιάζει τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖ τὴ ζωή, μποροῦμε νὰ τὴ θεωροῦμε πραγματικὴ Σύνοδο;

2. ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ;

   .              Ἂς ἔρθουμε σὲ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα. Ἡ «Σύνοδος» ὀνομάστηκε Μεγάλη. Ἦ­ταν ὅμως; Βέβαια ἔτσι συγκλήθηκε, ἀλλὰ δὲν κατάφερε νὰ γίνει πραγματικὰ Μεγάλη, διότι κατ᾿ αὐτὴν ἡ Ὀρθοδοξία ἐμφανίστηκε διχασμένη. Ὁ διχασμὸς ἔγινε φανερὸς πρωτίστως κατὰ τὴ σύγ­κλησή της, ὁπότε τέσσερις ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν νὰ μετάσχουν. Ἔγινε ὅμως φανερὸς καὶ κατὰ τὶς συνεδριάσεις της, ὅπου καὶ σὲ ἄλλα, κυρίως ὅμως στὸ σημαντικότερο θέμα της, αὐτὸ τῆς σχέσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο, ἐκδηλώθηκαν ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ τελικὸ κείμενο.
.              Ἡ ἀδυναμία τῆς Συνόδου νὰ παρουσιάσει ἑνωμένη τὴν Ὀρθοδοξία ἑρμηνεύεται ἀπὸ πολλοὺς ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὰ εἰς βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξυφαινόμενα σχέδια ἐπεκτάσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κατατρύχεται, ὡς γνωστό, ἀπὸ τὸ ἀντιπαραδοσιακὸ σύνδρομο τῆς «Τρίτης Ρώμης», ὅπως ἀρέσκεται νὰ αὐτοαποκαλεῖται.
.              Ἀκόμη ὅμως κι ἂν γίνει δεκτὸ ὅτι σκοπιμότητες γεωπολιτικῶν παιχνιδιῶν ἐξουσίας ὤθησαν τὶς τέσσερις Ἐκκλησίες νὰ ἀπόσχουν – κάτι ποὺ οἱ ἴδιες ἀρνοῦνται κατηγορηματικά –, αὐτὴ ἡ ἀπουσία στερεῖ ἀπὸ τὴ «Σύνοδο» τὴν προσωνυμία «Μεγάλη» καὶ τὸν πανορθόδοξο χαρακτήρα. Μάλιστα πολὺ περισσότερο ποὺ οἱ ἀποῦσες Ἐκκλησίες ποιμαίνουν πάνω ἀπὸ τὸ μισὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο τῆς γῆς.
.              Τοὺς πραγματικοὺς βέβαια λόγους τῆς ἀπουσίας τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν τοὺς γνωρίζει καὶ θὰ τοὺς κρίνει ὁ Θεός. Θεολογικῶς ὅμως ὀφείλουμε κάτω ἀπὸ τὰ ἐπιφαινόμενα νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια.
.              Καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἁπλὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ «Σύνοδος» δὲν εἶχε πανορθόδοξο χαρακτήρα, κι αὐτὸ καθιστᾶ τὶς ὅποιες ἀποφάσεις της περιορισμένης ἐμβέλειας καὶ σημασίας.

3. ΗΤΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ;

   .              Τὸ σημαντικότερο βέβαια ἐρώτημα εἶναι τὸ ἂν ἡ «Σύνοδος» ἦταν Ὀρθόδοξη. Καίριο πράγματι ἐρώτημα, δεδομένου ὅτι κεντρικότατη ἐπιδίωξη σ᾿ αὐτὴ τὴ «Σύνοδο» ὑπῆρξε ἡ προσπάθεια κάποιων νὰ περιορίσουν τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς θὰ γινόταν μὲ τὴν ἔγκριση τῆς προτάσεως νὰ ἀναγνωριστοῦν ὡς Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξες Χριστιανικὲς ὁμολογίες, δηλαδὴ οἱ μονοφυσιτίζουσες ὁμάδες τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ αἱρετικὲς ἐκτροπὲς τῆς Δύσεως: ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταν­τισμός.
.               Ἡ ἀναγνώριση ἀπορρίφθηκε, χάρη κυ­­ρίως στὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τελικὴ ἀπόφαση μὲ τροπολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος, προϊὸν συμβιβασμοῦ τῶν ἀν­τίθετων ἀντιλήψεων, δὲν δέχεται ὕ­παρξη ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ μόνο «ἀ­ποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν».
.              Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀ­θηνῶν κ. Ἱερώνυμος, παρουσιάζοντας τὴ συμβιβαστικὴ πρόταση δήλωσε τὰ ἑξῆς: «Μὲ τὴν τροπολογία αὐτὴ πετυχαίνουμε μία Συνοδικὴ ἀπόφαση, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία περιορίζει τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῶν σχέσεων πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ὄχι στὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μόνο στὴν ἱστορικὴ ὀνομασία αὐτῶν ὡς ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκ­­κλησιῶν ἢ Ὁμολογιῶν. Οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς εἶναι αὐτονόητες. Ὄχι μόνο δὲν ἐπηρεάζουν ἀρνητικῶς μὲ ὁποιονδήποτε τρό­πο τὴ μακραίωνη Ὀρθόδοξη παράδοση, ἀλλ’ ἀντιθέτως προστατεύεται μὲ πολὺ σαφῆ τρόπο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σιολογία».
.              Ἂν καὶ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ἀπαράδεκτη ἀκόμη καὶ ἡ συμβιβαστικὴ αὐτὴ ἀπόφαση, ἐν τούτοις παραμένει ἀναμφίβολο ὅτι ἡ σκληρὴ οἰκουμενιστικὴ πρόθεση νὰ ἀναγνωριστοῦν οἱ ἑτερόδοξες ὁμάδες ὡς ἐκκλησίες ἀποφεύχθηκε.
.              Βέβαια τὸ ὅλο κείμενο γιὰ τὴ σχέση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο στὶς ἑπόμενες παραγράφους του εἶναι ὀρθοδόξως ἀπαράδεκτο. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς ἐκτροπῆς του εἶναι τὸ ὅτι γιὰ τοὺς διεξαγομένους διαλόγους προβλέπει ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινὸς θεολογικῆς διαφορᾶς, ὁ θεολογικὸς διάλογος δύναται νὰ συνεχίζηται».
.              Ἔχουμε καὶ ἄλλοτε τονίσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο, διότι ὁδηγεῖ σὲ ἀτέλειωτο διάλογο καὶ συνεπῶς σὲ ἕνωση στὴν πράξη, ὅπως καθόριζε ἡ τακτικὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «νὰ κλείσουμε τοὺς θεο­λόγους σὲ ἕνα νησὶ γιὰ νὰ συζητοῦν συνεχῶς καὶ ἐμεῖς νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν ἀγάπη».
.              Τὸ κείμενο ἀναμειγνύει τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια μὲ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις καὶ ἐγκωμιαστικὲς ἀναφορὲς στὴ λεγόμενη «οἰκουμενικὴ κίνηση» καὶ τὸ «Παγ­κόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν». «Εἶναι ἄμικτον μεῖγμα τῶν καθαρῶς Ὀρθοδόξων θέσεων καὶ τῶν ‘‘οἰκουμενικοῦ’’ ἤθους καὶ ὕφους ὡραιολογιῶν» καὶ «εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς ἀρνήσεως τῶν τεσσάρων Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν Σύνοδον» (Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος).
.              Τὰ ἴδια τόνισε σὲ σχετικὴ κριτική του ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: «Τὸ ὅλο κείμενο εἶναι ἐλλειμματικὸ καὶ ἀντιφατικὸ ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησιολογία του, γιατὶ δὲν προσδιορίζει ποιὸς μετέχει καὶ ποιὸς δὲν μετέχει στὴν Ἐκκλησία, τί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ποιὰ εἶναι τὰ ὅρια μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως». Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε νὰ τὸ ὑπογράψει.
.              Τὸ διάτρητο θεολογικῶς αὐτὸ κείμενο καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ τὸ ὑπογράψουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ ὑποτιμητικὸ τοῦ ἐπισκοπικοῦ κύρους ἀτόπημα νὰ ὑπογράφουν ἀ.α. (ἀντ᾿ αὐτῶν) οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν τους, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ ἦταν παρόντες καὶ ἠρνοῦντο νὰ ὑπογράψουν. Αὐτὴ ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ θλιβερὲς στιγμὲς τῆς «Συνόδου».
.              Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς «Συνόδου» ἐπικράτησε ἀπίστευτη σύγχυση. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ σύγχυση ἔνδειξη ἀπουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος;

4. Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

   .             Ἀπὸ τὴν ὅλη αὐτὴ ἱστορία προῆλθε καὶ μιὰ ἐπιτυχία: Ἡ ἀποτυχία πανορθόδοξης ἐπιβολῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς τακτικῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.              Πρὶν τὴ «Σύνοδο», ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελοῦσε καίρια ἐπιδίωξη πολλῶν ἦταν αὐτὴ ἡ ἐπιβολή. Οἱ οἰκουμενιστὲς λογάριαζαν πὼς θὰ πετύχαιναν νὰ ἐπιβάλουν στὴν Ὀρθοδοξία τὴν Ἀθηναγόρεια ἐκτροπὴ μὲ πανορθόδοξη συνοδικὴ ἀπόφαση. Τὸ εἶχαν βέβαιο καὶ μάλιστα ἀπειλοῦσαν μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀντιτιθέμενους σ᾿ αὐτὸ πιστούς (Βλ. π.χ. ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Πέτρου Βασιλειάδη στὸ «ΑΜΕΝ» μὲ τὸν τίτλο: «Ἡ διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»).
.              Ὅμως ἡ ἀπόφαση τῶν τεσσάρων Ἐκ­κλησιῶν νὰ μὴ μετάσχουν στὴ «Σύνοδο», ἡ ἀντίσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἄρνηση τόσων ἐπισκόπων νὰ ὑπογράψουν τὸ ἀπαράδεκτο ἄρθρο 6 κλόνισαν τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ματαίωσαν τὴν ἐπιχείρηση πανορθόδοξης ἐπιβολῆς του στὴν Ἐκκλησία.
   .              Ἡ δεινὴ αὐτὴ ἦττα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερο κέρδος πού, ἂν καὶ ἀθέλητα, ἄφησε πίσω της ἡ «Σύνοδος».

5. ΑΝ ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ

  .               Ἂν ἦταν Σύνοδος πραγματικὰ Ὀρθόδοξη, θὰ εἶχε ἀναπαύσει τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν. Ἄλλα περιμέναμε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Σύνοδο». Περιμέναμε νὰ ὁμολογήσει μὲ κρυστάλλινη διαύγεια τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Χωρὶς μισόλογα, ἀμφιλεγόμενες διατυπώσεις καὶ προσπάθεια πλάγιας νομιμοποιήσεως τῆς οἰκουμενιστικῆς πλάνης.
.              Περιμέναμε νὰ ὑποδείξει μὲ ἀληθι­νὴ «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας πλανεμένους «Χριστιανοὺς» ὅτι ὁ μόνος ἀσφαλὴς δρόμος σωτηρίας εἶναι ἡ ἐπιστροφή τους στὴν Ὀρθοδοξία, τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Περιμέναμε νὰ καταδικάσει τὶς φρικτὲς ἐκτροπὲς τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Νὰ χρησιμοποιήσει καὶ πάλι τὴν ἀτρόμητη καὶ ἀληθινὴ γλῶσσα τῆς ἀπαντήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848 πρὸς τὸν Πάπα Πίο τὸν Θ´. Νὰ ἐπαναλάβει τὴ λέξη: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!», ποὺ ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι μὲ πόνο καὶ γνήσια ἀγάπη εἶπαν γιὰ τὸ ἀντιχριστιανικὸ παπικὸ σύστημα.
.              Ἐμεῖς εὐγνωμονοῦμε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ κυβερνάει τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπέτρεψε τὴν ἐπιδιωκομένη ἐπιβολὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ στηριχτοῦμε οἱ πιστοὶ στὴν πατροπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ μένουμε ἀφοσιωμένοι σ᾿ αὐτὴν μέχρι θανάτου!

,

Σχολιάστε

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ (Ἰω. Καλλιανιώτης)

Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία:
Ἡ διά τῆς Θείας Προνοίας προφητευθεῖσα ὑπό τούτου
τῆς ἀποκαλυφθείσης ἐκ ταύτης Ἀληθείας

ὑπό
Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Scranton

Α´. Πρόλογος

Ὁ τῶν Ἑλλήνων πολιτισμός, γλῶσσα, ἀρχαί, ἀξίαι, ἀρεταί, παιδεία, ἠθική, ἰδίωμα, θεοσέβεια, προορισμός, ἀποστολή, διανοητική καί πνευματική ἀνάπτυξις δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι τυχαῖα προσόντα τοῦ παναρχαίου τούτου λαοῦ, καθ’ ὅτι δέν ὑφίσταται τύχη, ἀλλά τά πάντα διέπονται καί κατευθύνονται ὑπό τῆς τοῦ Θεοῦ Προνοίας. Ἡ θεία αὕτη Πρόνοια κατέστησε τούς ἠθικούς Ἕλληνας ἀληθεῖς προφήτας καί οὐχί ἁπλοῦς ἑρμηνευτάς τῶν χρησμῶν τῶν «ἐθνικῶν» πολυθεϊστῶν μάντεών των. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν οἱ πρῶτοι ἀπό τούς λαούς τῆς Ρωμαϊκῆς ταύτης περιόδου, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχθησαν τόν Χριστιανισμόν καί τόν ἱδρυτήν του, τόν Χριστόν, τόν ἀναμενόμενον «Ἄγνωστον Θεόν».

Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρει πλείστας προφητείας, αἱ ὁποῖαι ἀποκαλύπτουν τήν ἔλευσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Μεσσίου, ὁ ὁποῖος θά σώσῃ τόν πεπτωκότα ἄνθρωπον. Ἡ Παλαιά αὕτη Διαθήκη ἦτο γεγραμμένη εἰς τήν Ἑβραϊκήν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ὡμιλεῖτο ἀπό ἕνα μικρόν ἀριθμόν ἀνθρώπων, ἀλλά καί παρεποιήθη ὑπό τούτων ἀργότερον, καί αἱ προφητεῖαί της δέν θά ἐγίνοντο γνωσταί ἀπό τόν τότε γνωστόν κόσμον. Ἡ Ἑλληνική πλουσία γλῶσσα τῶν φιλοσόφων διεδόθη διά τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (356-323 π.Χ.)[1] καί τῶν Διαδόχων (Ἐπιγόνων) του (323-30 π.Χ.) εἰς ὅλην τήν ἐγνωσμένην περιοχήν ἀπό τήν Ἑλλάδα ἕως τήν Ἰνδίαν.

Μέ τήν ἐγκατάστασιν τῶν Ἑλλήνων εἰς ὅλην τήν Ἀσίαν, ἐπιβάλλεται καί μανθάνεται καί ἡ θεϊκή τούτων γλῶσσα, τήν ὁποίαν ἐδέχθησαν καί οἱ Ἑβραῖοι. Ἐπί Πτολεμαίου Β΄ τοῦ Φιλαδέλφου (309-246 π.Χ.) μεταφράζονται τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἰς τήν Κοινήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν (lingua franca = κοινή διάλεκτος), ἡ γνωστή Μετάφρασις τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄).[2] Τά Ἱερά ταῦτα Βιβλία τῶν Ἑβραίων γίνονται κτῆμα τῶν θεοσεβῶν, πνευματικῶν, ἀλλά καί πεπαιδευμένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι τά διέσωσαν ἀπό τάς μελλοντικάς παραχαράξεις των καί τά διετήρησαν ἀμετάβλητα, καθ’ ὅτι καί οὗτοι εἶχον παρομοίας προφητείας καί εἶχον ἀνεγείρει ἀκόμη καί ναούς «τῷ Ἀγνώστῳ Θεῷ».

Β´. Ἑλλήνων Προφητεῖαι διά τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ

Οἱ Πτολεμαῖοι Ἕλληνες ἐπίγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τοῦ ἱστορικωτάτου τούτου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπελέχθη νά συμβάλῃ εἰς τό θεῖον σχέδιον ἐκπολιτισμοῦ τῆς Ἀσίας, ὥστε νά δεχθῇ αὕτη τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἔκτισαν τήν περίφημον Βιβλιοθήκην τῆς Ἀλεξανδρείας,[3] εἰς τήν ὁποίαν συνεκέντρωσαν ὅλην τήν σοφίαν τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ. Εἰς μέν τήν εἴσοδόν της ὑπῆρχεν ἐπιγραφή γράφουσα: «Ψυχῆς Ἰατρεῖον».[4] Διευθυντής δέ ταύτης διετέλεσεν ἐπί πολλά ἔτη καί ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας (περ. 298-373 μ.Χ.).

Εἰς τό ἔργον τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ’Εξηγητικόν περί τοῦ ἐν Ἀθήναις Ναοῦ,[5] παρατίθενται πλεῖσται προφητεῖαι τῶν σοφῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τήν ἔλευσιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθ’ὡς καί ἡ ἔγερσις τοῦ ναοῦ «τῷ Ἀγνώστῳ Θεῷ», ὑπό τινος σοφοῦ, τοῦ Ἀπόλλωνος. Εἰς τόν βωμόν αὐτόν συνεκεντρώθησαν οἱ σοφώτεροι τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν νά μάθουν διά τόν ναόν καί διά τήν προφητείαν, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τήν ἵδρυσίν του. Οἱ φιλόσοφοι οὗτοι ἦσαν, ὁ Τίτων, ὁ Βίας,[6] ὁ Σόλων,6 ὁ Χείλων,6 ὁ Θουκυδίδης,[7] ὁ Μένανδρος[8] καί ὁ Πλάτων.[9] Εἶπον δέ οὗτοι εἰς τόν Ἀπόλλωνα: «Προφήτευσον ἡμῖν, προφῆτα, ὦ Ἄπολλον, τίς ἐστιν ὅδε εἶπον. Τίνος ἔστι ὁ μετά σέ βωμός οὗτος;» Καί ὁ Ἀπόλλων ἀπήντησεν: «…ἐγώ γάρ ἐφετμεύω τρισένα ὑψιμέδοντα. Οὗ λόγος ἄφθεγκτος ἐν ἀδείῳ κόρῃ ἔγκυμος ἔσται, ὥσπερ πυρφόρον τόξον ἅπαντα κόσμον ζωγρήσας, πατρί, προσάξει δῶρον. Μαρία δέ τό ὄνομα αὐτῆς.»[10]

Συνεχίζων ὁ Ἀπόλλων τήν προφητείαν του λέγει: «…ἐγώ γάρ ὑπολαμβάνω εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ Τρισυπόστατον μέγαν ὕψιστον βασιλέα, τούτου ἄναρχος Θεός, καί Λόγος ἐν ἀγάμῳ κόρῃ σαρκοῦται, καί ὥσπερ πυρφόρον τόξον, ἤ ὡς δυναμώτερον, εἰς ἅπαντα κόσμον φανήσεται, ἁλιεύων τούς ἀνθρώπους, ὥσπερ ἰχθύα ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς ἀπιστίας καί ἀγνωσίας, οὕστινας προσάξει τῷ ἑαυτοῦ πατρί δῶρον…».[11] Ὁ Τίτων ἔφη: «Ἦξα ἡ ἀνίσχουσα ὑμῖν μέλλων τόν οὐράνιον τοῦ Θεοῦ, καί πατρός παῖδα ἡ ἄναρχος κόρη κύει.»[12] Ὁ Βίας εἶπεν: «Οὗτος ἐστιν ἀπό οὐρανῶν βεβηκώς, φλογός ὑποβαλών ἀθάνατον πῦρ, ὅν τρέμει οὐρανός γῆ τε καί θάλασσα, τάρταροι καί βύθιοι δαίμονες, αὐτοπάτωρ Τρισόλβιος.»[13] Ὁ Σόλων εἶπεν: «Ὀψέ ποτε ἐπί τήν πολύ σχεδήν ταύτην ἐλάσεις Θεός γαῖαν, καί δίχα σφάλματος σάρξ γεννήσεται ἀκαμάτου θεότητος, ἀνιάτων παθῶν λύσεις φοροῦσα, καί τούτῳ πικρός γεννήσεται φθόνος λαοῦ, καί πρός ὕψος κρεμασθείς, ὡς θανάτου κατάδικος, εἰς πάντα πρᾶος πεσεῖται.»[14] Ὁ Χείλων εἶπεν: «Ἀκάματος φύσις θεοῦ γεννήσεται, ἐξ αὐτοῦ δέ ὁ αὐτός οὐσία, καί λόγος.»[15] Ὁ Θουκυδίδης εἶπε: «Θεόν σέβου καί μάνθανε. Μή ζήτει δέ τις ἐστι καί πῶς; Οὐ γάρ ἔστιν ὅτε οὐκ ἔστιν, ὡς ὄντα τοῦτον σέβου καί μάνθανε, ἀσεβής γάρ τόν νοῦν ὁ θέλων μανθάνειν θεόν.»[16] Ὁ Μένανδρος εἶπεν: «Ὁ παλαιός νέος, καί ὁ νέος ἀρχαῖος, ὁ πατήρ μόνος, καί ὁ μόνος πατήρ, τό ἕν τρία καί τά τρία ἕν, ἄσαρκον σαρκικόν, γῆ τέτοκε τόν οὐράνιον βασιλέα.»[17] Ὁ Πλάτων εἶπεν: «Ἐπειδή ὁ Θεός ἀγαθός, οὐ πάντων εἶναι αἴτιος, ὡς οἱ πολλοί λέγουσιν. Πολλῶν δέ ἀναίτιος, καί τῶν μέν ἀγαθῶν, οὐδέν ἄλλο φαμέν αἴτιον εἶναι μόνον τῶν καλῶν, κακῶν δέ οὐκέτι.»[18]

Ὁ Ἀριστοτέλης εἶπεν: «Ἀκάματος φύσις Θεοῦ γεννήσεται οὐκ ἔχουσα ἀρχήν. Ἐξ αὐτοῦ δέ ὁ πανσθενής οὐσιοῦται Λόγος.»[19] Ὁ Λουκιανός εἶπεν: «Ὁ μέν γάρ σταυρός ἀνδρείας σημεῖον.» Ὁ Ἀνάξαρχος[20] εἶπεν: «Βεβληθήσεταί τις θεῶν βροτήσιαι χειρί.»[21] Ὁ Πλάτων ἐδέχετο μέγιστον διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος θά διδάξῃ τήν ἀλήθειαν. Ὁ Ἀντίοχος ἐκ Κολοφῶνος εἶπεν: «Ὄν ἀπ’ ὅλα πνευματικότερον, ἕνας Νοῦς ἄν καί ὑπάρχῃ, ἀπό κάθε τι, τό ὁποῖον ἔχει γεννηθῆ πνευματικότερον, Λόγος ἄφθαρτος εἶναι Υἱός, λάμψις ἀκτινοβολοῦσα πνευματικοῦ Πατρός.»[22] Ὁ Σωκράτης[23] εἶπεν εἰς τήν ἀπολογίαν του: «Τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν γεννήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλ’ ἐάν ἐμοί πείθησθε, φείσεσθέ μου, ὑμεῖς δ’ ἴσως τάχ’ ἄν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἄν ἀποκτείναιτε, εἶτα τόν λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεός ὑμῖν ἐπιπέμψειεν κηδόμενος ὑμῶν.»[24] Ὁ Σωκράτης λέγει πρός τόν Ἀλκιβιάδη: «Ὦ Ἀλκιβιάδη, μηδέν αἰτοῦ τούς θεούς. Ἀναμείνωμεν ἕως ἄν ἐξ οὐρανοῦ τις ἀπεσταλμένος ἔλθῃ καί διδάξῃ ἡμᾶς πώς δεῖ διακεῖσθαι πρός θεούς καί ἀνθρώπους καί ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ (παρά τῆς θείας χάριτος) ἡμέρα τῆς ἀποστολῆς ἐκείνης ἤξει οὐ διά μακροῦ.»[25]

Ἀκόμη καί ἀπό τήν μυθολογίαν μας βλέπομεν ὅτι ἀνεμένετο νά ἔλθῃ ἐξ οὐρανοῦ ὁ ἱσχυρός, εἰς τόν ὁποῖον θά δοθῇ τό ὄνομα «Σωτήρ» καί ὅτι οὗτος θά καταλύσῃ τό κράτος τῶν «κακῶν» καί θά ὑπομείνῃ πολλά παθήματα. Τά μαντεῖα καί δή τό Μαντεῖον τῶν Δελφῶν, ἦσαν θεματοφύλακες ἀρχαιοτάτης μυστικῆς προφητείας περί τῆς μελλούσης γεννήσεως υἱοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νά ἐπαναφέρῃ τήν βασιλείαν τῆς δικαιοσύνης ἐπί τῆς γῆς. Εἰς τό Μαντεῖον Σέραπι Ζεύς εἶχεν προφητευθῆ ἡ Ἁγία Τριάς ὡς ἑξῆς: «Πρῶτα Θεός, μετέπειτα Λόγος καί Πνεῦμα σοίν αὐτοῖς.» Ὁ χρησμός τοῦ Ἀπόλλωνος εἰς τούς Δελφούς λέγει: «Ἐγώ γάρ ἐφετμεύω τρισένα μόνον ὑψιμένδοντα θεόν, οὗ λόγος ἄφθιστος. Χριστός Θεός ἐμός ἐστίν, ὅς ἐν ξύλῳ ἐτανύθη, ὅς θάνεν, ὅς ἐκ τάφου εἰς πόλον ὦρτο.» Ἡ Σίβυλλα ἡ Κυμαία προφητεύει τά ἑξῆς: «Δή τότε καί μεγάλοιο θεοῦ παίς ἀνθρώποισι, ἤξοι σαρκοφόρος, θνητοίς ὁμοιούμενος ἐν γῆ. Τέσσαρα φωνήεντα φέρει, τά δ’ ἄφωνα ἐν αὐτῷ δισσών ἀγγέλων, ἀριθμοῦ δ’ ὅλον ἐξονομήνω. Ὀκτώ γάρ μονάδας, τόσας δεκάδας ἐπί τούτοις ἡ δ’ ἑκατοντάδας ὀκτώ, ἀπιστοτέροις ἀνθρώποις, σύνομαι δηλώσει. Σύ δ’ ἑνί φρεσί σήσι νόησον.»[26]

Πλεῖστοι ἅγιοι καί θεολόγοι ἀναφέρουν ὅτι αἱ προφητεῖαι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἦσαν παρόμοιαι μέ τάς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ προφητικός καί ἀποκαλυπτικός λόγος τῶν Σιβυλλῶν (προφητίδων) εἶναι γνωστός εἰς τούς ἀρχαίους Ἕλληνας, ἀλλά καί εἰς τούς πρώτους Χριστιανούς. «Λάβετε καί τάς Ἑλληνικάς βίβλους. Ἐπίγνωτε Σίβυλλαν, ὡς δηλοῖ ἕνα Θεόν καί τά μέλλοντα ἔσεσθαι…».[27] Ἡ ἱέρεια τοῦ Ἀπόλλωνος, Σίβυλλα τῆς Ἐρυθραίας προεφήτευσε τήν ἔλευσιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τήν γῆν ἀπό τήν παρθένον Μαρίαν, ἐπίσης, τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγίας, τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων, τά μαστιγώματα καί τά ραπίσματα, τόν ἀκάνθινον στέφανον, τό μαρτύριον τῆς Σταυρώσεως, τούς ἐσχάτους καιρούς τοῦ ἀντιχρίστου, τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ καί τήν τελικήν κρίσιν ζώντων καί νεκρῶν.[28] Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον τούς ἀρχαίους χρησμούς ἦσαν μεταξύ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠσπάσθησαν τόν Χριστιανισμόν, διότι ἔβλεπον τά κοινά σημεῖά του μέ τάς προφητείας τῶν ἀρχαίων μαντείων. Ὁ δέ Ἀπόστολος Παῦλος ἐλθών εἰς Ἀθήνας ἐν ἔτει 51 μ.Χ. ἀρχίζει τό κήρυγμά του ἀναφερόμενος εἰς τόν σκοπόν τῆς ἐπισκέψεώς του, ὁ ὁποῖος ἦτο ἡ ἀποκάλυψις εἰς τούτους τοῦ ἀγνώστου Θεοῦ, τόν ὁποῖον ἀνέμενον. «Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατά πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. Διερχόμενος γάρ καί ἀναθεωρῶν τά σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καί βωμόν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ, ὅν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγώ καταγγέλω ὑμῖν.»[29]

Γ´. Ἐπίλογος

Ἡ ἀρχαία Ἑλληνική γραμματεία ἀποδεικνύει ὅτι ὁ λαός αὐτός προωρίζετο δι’ ἕνα μεγάλον ρόλον εἰς τήν ἀνθρωπότητα καί ἡ θεία Πρόνοια κατηύθυνε τά ἔργα του κατόπιν τῶν ἀποκαλύψεων, τάς ὁποίας εἶχεν οὗτος διά τῶν προφητειῶν τῶν ἱερειῶν τῶν μαντείων καί τῶν σοφῶν (τῶν ἠθικῶν φιλοσόφων) του. Διά τούς λόγους τούτους οἱ Ἕλληνες ἦσαν ὁ πρῶτος λαός, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη τόν Χριστιανισμόν καί διετήρησε τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν Ὀρθοπραξίαν καί τήν Ἱεράν Παράδοσιν τούτου. Ἑλληνισμός καί Χριστιανισμός εἶναι ἕν καί τό αὐτό φαινόμενον καί θεῖον μεγαλεῖον. Ὁ Χριστιανισμός (ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ) προεφητεύθη ταυτοχρόνως ἀπό τούς προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τούς τοιούτους τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἦτο εἷς ἕτερος Ἕλλην μέ εἰδικήν ἀποστολήν ἀπό τόν Θεόν, διά νά διαδώσῃ τήν θεϊκήν αὐτήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν εἰς τόν τότε γνωστόν κόσμον, καί οἱ ἐπίγονοί του νά μεταφράσουν τήν Παλαιάν Διαθήκην εἰς τήν Ἑλληνικήν ὥστε νά μείνῃ αὕτη ἀναλλοίωτος καί νά γραφοῦν εἰς ταύτην τά Εὐαγγέλια καί τά ἔργα τῶν ἁγίων τῆς ἀποκαλυφθείσης νέας ἀληθοῦς θρησκείας.

Οἱ ἀγῶνες καί τό αἷμα τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν ἐστερέωσαν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τόν πρῶτον αἰῶνα ἕως σήμερον. Ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξος Μεσαιωνική Αὐτοκρατορία (τό Βυζάντιον, ἡ Ρωμανία) διετήρησεν ἀμόλυντον τήν ὀρθήν πίστιν καί τήν ἐθωράκισεν ἀπό τάς αἱρέσεις μέ τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους[30] καί ταυτοχρόνως ἐκχριστιάνισεν ἅπαντας τούς ἕως τότε βαρβάρους λαούς καί κυρίως τούς ἀνατολικούς Εὐρωπαίους καί τούς Ρώσους, τά πνευματικά παιδιά τῆς Ἑλληνορθοδοξίας ἕως σήμερον.[31] Ὁ προφητευθείς καί κατόπιν ἀποκαλυφθείς Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ἡ Ὀρθοδοξία ἡ μόνη ἀληθινή Χριστιανική πίστις καί τό περιούσιον γένος τῶν Ἑλλήνων τό μοναδικόν ἐπιπεφορτισμένον μέ τό Ἱερόν Χρέος νά κρατῇ μακράν τῆς ἐπιβαλλομένης πλάνης τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ ἀναμενομένου «μεσσίου» (ἀντιχρίστου) των τούς Ὀρθοδόξους καί νά διαιωνίζῃ τήν ἀληθινήν ἀποκαλυφθεῖσαν πίστιν, ἕως τήν ἐσχάτην τῶν ἡμερῶν.

Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία (Ἑλληνορθοδοξία) ἀποτελοῦν, συνεπῶς, τήν μοναδικήν θείαν κοσμοθεωρίαν, διά τῆς ὁποίας ἐπιτελεῖται ἡ ἀποστολή καί ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς τοῦ ἀνθρώπου (εἰκόνος τοῦ Θεοῦ) δημιουργίας. Ὁ Ἑλληνισμός καί ἡ συνύπαρξίς του μέ τήν Ὀρθοδοξίαν εἶναι, θείᾳ Προνοίᾳ, ὁ μέγιστος πάντων τῶν πολιτισμῶν ἐπί τῆς γῆς. Λέγω μέν τοῦτο, ἄν καί ἐσχατώτατος τῶν Ἑλληνορθοδόξων, μέ ἀπόλυτον βεβαιότητα, τώρα, ἀφ’ οὗ ἐγνώρισα ἅπαντας τούς «πολιτισμούς» τοῦ κόσμου. Ὡς ἀπόγονοι δέ τοιούτων ἠθικῶν σοφῶν, ἡρώων, ἁγίων καί μαρτύρων Ἑλλήνων καί Ὀρθοδόξων προγόνων, ἔχομεν ἕν ὑπέρτατον ἱερόν χρέος, νά καταστῶμεν ἀντάξιοι μιμηταί των.

 

[1] Ὅρα, Ioannis N. Kallianiotis, “The Economic History of Alexander the Great Expedition”, International Journal of Economics and Financial Research, Vol. 2, No. 2, February 2016, pp. 16-32. http://arpgweb.com/?ic=journal&journal=5&info=archive&month=02-2016&issue=2&volume=2

[2] Ἡ Μετάφρασις τῶν Ἑβδομήκοντα (Septuagint ἀπό τήν Λατινικήν septuaginta, “seventy”= ἑβδομήκοντα) ἀποτελεῖ τήν σπουδαιοτέραν ἀπό τάς πρώτας μεταφράσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τήν πρώτην, κατ’ οὐσίαν, γραπτήν μετάφρασιν ἀπό τήν Ἑβραϊκήν εἰς τήν Ἑλληνιστικήν Κοινήν γλῶσσαν. Ἀπετέλεσε δέ αὕτη τήν Γραφήν, τήν ὁποίαν εἶχον οἱ Ἑλληνόφωνοι Ἰουδαῖοι καί ἐχρησιμοποιεῖτο εὐρέως κατά τόν καιρόν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων Του. Εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, αἱ περισσότεραι ἀπό τάς 320 κατά λέξιν παραθέσεις, ἀπό τό σύνολον τῶν περίπου 890 παραθέσεων καί ἀναφορῶν, εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην βασίζονται εἰς τήν Μετάφρασιν τῶν Ἑβδομήκοντα.

[3] Ἡ ἀρχαία βιβλιοθήκη τῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου πόλεως, τῆς Ἀλεξανδρείας εἰς τήν Αἴγυπτον, ἱδρύθηκε κατά τήν Ἑλληνιστικήν ἐποχήν ἐπί διακυβερνήσεως Πτολεμαίου Α΄ τοῦ Σωτῆρος (367-282 π.Χ.), μέ τήν παρότρυνσιν τοῦ Δημητρίου Φαληρέως (περ. 345-280 π.Χ.), καί ἔγινε τό ἐκδοτικόν κέντρον τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Αὐτό τό λαμπρόν ἐπίτευγμα τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, δυστυχῶς, δέν ἔμελλε νά ἐπιβιώσῃ. Ἡ πρώτη μεγάλη καταστροφή ἔρχεται μέ τήν πολιορκίαν τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος (100-44 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἔκαψε τόν ρωμαϊκόν στόλον. Ἡ φωτιά μετεδόθη εἰς τήν ξηράν εἰς τόν λιμένα καί τότε ἐκάη ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Βρουχείου. Ἀπό τήν ἐποχήν τῆς ρωμαϊκῆς κατακτήσεως ἤρχισε ἡ κατάπτωσις καί ἡ καταστροφή της. Ὄχι μόνον ἐσταμάτησεν ἡ ἀπόκτησις νέων χειρογράφων, ἀλλά τά πολυτιμότερα ἐκ τούτων ἔπαιρναν τήν ὁδόν διά τήν Ρώμην. Ἡ δευτέρα καταστροφή συνέβη ἐπί αὐτοκράτορος Καρακάλλα (188-217 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κατέσφαξεν ὅλην τήν νεολαίαν τῆς εὐγενοῦς τάξεως καί ἐδήμευσε καί τήν περιουσίαν τοῦ Μουσείου, τοῦ ἑνός ἀπό τά τρία φημολογούμενα κτήρια τῆς Βιβλιοθήκης, ἐδίωξε τούς σοφούς καί κατέστρεψε τήν βιβλιοθήκην. Κατόπιν ἔρχεται καί ἡ ἀραβική (μουσουλμανική) κατάκτησις τό 642 μ.Χ., διά νά ὁλοκληρώσῃ τήν καταστροφήν. Ὁ Ἰωάννης Φιλόπονος (490-570 μ.Χ), περίφημος βιβλιόφιλος, ἐξ αἰτίας τῆς εὐνοίας, τήν ὁποίαν ἀπελάμβανεν ἀπό τόν κατακτητήν Ἄμρ ἐλ Ἄς, ἐπέτυχε νά τοῦ δοθοῦν ὅλα τά βιβλία τῆς πόλεως. Ἔδειξε δέ τόσην μεγάλην χαράν καί ἐπῂνεσε τήν ἀξίαν τῶν παπύρων, ὥστε ὁ Ἄμρ ἐζήτησε καί τήν γνώμην τοῦ χαλίφη Ὀμάρ. «Ἄν περιέχουν αὐτά τά χειρόγραφα ὅ,τι καί τό Κοράνιον εἶναι περιττά. Ἄν περιέχουν πράγματα ἀντίθετα, τότε εἶναι ἐπιζήμια», τοῦ ἀπήντησεν ὁ «σοφός» ἐκεῖνος. Διετάχθη, λοιπόν, νά ριφθοῦν εἰς τήν πυράν ὡς καύσιμος ὕλη διά τά τετρακόσια λουτρά τῆς πόλεως. Tό αὐτό γεγονός ἐπαναλαμβάνει μετά ἀπό ἥμισυ αἰῶνα περίπου ὁ Ἄμπντούλ Λατίφ, ἀργότερα ὁ Ἴμπν ἀλ Κίφτι, ὁ Ἄμπούλ Φέντα καί ἄλλοι.

[4] Διόδωρος (80-20 π.Χ.), Ἱστορική Βιβλιοθήκη, 1, 49, 3.

[5] Commentarius de templo Athenarum. Ἐξηγητικὸν περὶ τοῦ ἐν ̓Αθήναις ναοῦ.. Περὶ τοῦ ναοῦ καὶ περὶ τῶν διδασκαλείων καὶ τῶν θεάτρων ἐν ̓Αθήναις.  (PG 28, σελ. 1.428 – 1.432).

[6] Ὅς ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἑπτά σοφῶν. Οἱ ἐπικρατέστεροι θεωρούμενοι ἑπτά σοφοί τῆς ἀρχαιότητος (κατά γενικοτέραν ὁμολογίαν συγγραφέων) ἦσαν οἱ ἀκόλουθοι: (1) Θαλῆς ὁ Μιλήσιος (640 ἤ 624 π.Χ. – 546 π.Χ.), (2) Πιττακός ὁ Μυτιληναῖος (περ. 650-570 π.Χ.), (3) Βίας ὁ Πριηνεύς (6ος αἰ. π.Χ.), (4) Κλεόβουλος ὁ Ῥόδιος (6ος αἰ. π.Χ.), (5) Σόλων ὁ Ἀθηναῖος (περ. 639-559 π.Χ.), (6) Περίανδρος ὁ Κορίνθιος (668 π.Χ.-584 π.Χ.) καί (7) Χίλων ἤ Χείλων ὁ Λακεδαιμόνιος (6ος αἰ. π.Χ.).

[7] Ὁ Θουκυδίδης τοῦ Ὀλόρου ὁ Ἀλιμούσιος (πιθ.455-399 π.Χ.) ἦταν ἀρχαῖος Ἕλλην ἱστορικός, γνωστός διά τήν συγγραφήν τῆς Ἱστορίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου (431-404 π.Χ.).

[8] Ὁ Μένανδρος ὁ Ἀθηναῖος (342-292 π.Χ.) ἦταν ἀρχαῖος Ἕλλην συγγραφεύς, ἐκπρόσωπος τῆς Νέας Κωμωδίας. Ὅρα, http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=314

[9] Ὁ Πλάτων (427-347 π.Χ.) ἦταν ἀρχαῖος Ἕλληνας φιλόσοφος ἀπό τήν Ἀθήνα, ὁ γνωστότερος μαθητής τοῦ Σωκράτους καί διδάσκαλος τοῦ Ἀριστοτέλους (384-322 π.Χ.). Τό ἔργον του μέ τήν μορφήν φιλοσοφικῶν διαλόγων ἔχει διασωθῆ ὁλόκληρον. Ἤσκησε τεραστίαν ἐπιρροήν εἰς τήν ἀρχαίαν Ἑλληνικήν φιλοσοφίαν καί γενικότερα εἰς τήν δυτικήν φιλοσοφικήν παράδοσιν ἕως καί σήμερα.

[10] «Ἐγώ προφητεύω κυβερνήτην μέ τριπλῆν ὑπόστασιν εἰς μίαν. Τοῦ ὁποίου ὁ ἀνείπωτος Λόγος θά κυοφορηθῇ εἰς ἀνυποψίαστον κόρην, ὅπως ἀκριβῶς τό πυρφόρον τόξον, ἀφοῦ αἰχμαλωτίσῃ ὅλον γενικῶς τόν κόσμον, θά τόν προσφέρῃ ὡς δῶρον εἰς τόν Πατέρα. Μαρία δέ [θά εἶναι] τό ὄνομα αὐτῆς.»

[11] «Διότι ἐγώ θεωρῶ ὅτι εἶναι ὁ μέγας ὕψιστος βασιλεύς ὁ Τρισυπόστατος εἰς τόν οὐρανόν. Καί ὁ Λόγος αὐτοῦ ὡς ἄναρχος Θεός, εἰς παρθένον κόρην ἐνσαρκώνεται, ὅπως ἀκριβῶς τό πυρφόρον τόξον, ἤ ὅσο γίνεται ἰσχυρότερα, ὅλα θά τά ἀποκαλύψῃ εἰς τόν κόσμον, ἁλιεύοντας τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἀκριβῶς τόν ἰχθύν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἀπιστίας καί τῆς ἀγνοίας, τούς ὁποίους θά προσφέρῃ ὡς δῶρον εἰς τόν Πατέρα.»

[12] Ὁ Τίτων εἶπε: «Θά ἔλθῃ αὐτή, ἡ ὁποία θά ὑψώσῃ πρός χάριν μας τό οὐράνιον παιδίον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, ἡ παρθένος κόρη κυοφορεῖ.»

[13] Ὁ Βίας εἶπεν: «Αὐτός εἶναι ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀπό τούς οὐρανούς, ἀφοῦ ὑπέταξε τό ἀθάνατον πῦρ τῆς φλογός. Αὐτόν τρέμει ὁ οὐρανός, ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα, οἱ τάρταροι καί οἱ ὑποχθόνιοι δαίμονες, Τρισμακάριος ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας.»

[14] Ὁ Σόλων εἶπεν: «Ὡς Θεός θά φθάσῃ εἰς αὐτήν τήν πολυδιῃρημένην γῆ καί θά γεννηθῇ μέ σάρκα ἀλάθητο. Μέ ἀνεξάντλητα ὅρια ὡς θεότητα θά ἀπαλλάξῃ τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν φθοράν τῶν ἀνιάτων παθῶν. Καί τοῦτον θά τόν φθονήσῃ ὁ ἄπιστος λαός καί ἀφοῦ κρεμαστῇ ὑψηλά ὡς κατάδικος εἰς θάνατον, ὅλα θά τά ὑποφέρῃ μέ πραότητα.»

[15] Ὁ Χείλων εἶπεν: «Ἄφθαρτος φύσις τοῦ Θεοῦ θά γεννηθῇ, ἐξ αὐτοῦ δέ ὁ ἴδιος ὡς οὐσία καί Λόγος.»

[16] Ὁ Θουκυδίδης (ἤ ὁ Μένανδρος) εἶπε: «Νά σέβεσαι τόν Θεόν καί νά κατανοῇς. Μή ζητῇς (νά μάθῃς) ποῖος εἶναι, καί πῶς; Διότι οὐδέποτε εἶναι ἀνύπαρκτος, ὡς ὑπάρχοντα λοιπόν νά τόν σέβεσαι καί νά τόν ἀντιλαμβάνεσαι. Διότι εἶναι ἀσεβής αὐτός, ὁ ὁποῖος θέλει σύμφωνα μέ τόν νοῦν νά ἐξακριβώσῃ τόν Θεόν.»

[17] Ὁ Μένανδρος (ἤ ὁ Πλάτων) εἶπεν: «Ὁ παλαιός νέος καί ὁ νέος ἀρχαῖος. Ὁ Πατέρας μοναδικός, καί ὁ μοναδικός Πατέρας. Τό ἕνα τρία, καί τά τρία ἕνα. Ἄσαρκον, ἔνσαρκον. Ἡ γῆ γέννησε τόν οὐράνιον βασιλέα.»

[18] Ὁ Πλάτων εἶπεν: «Ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός, δέν εἶναι αἴτιος διά τά πάντα, ὅπως οἱ πολλοί λέγουν. Εἶναι ἀναίτιος δέ διά πολλά, καί διά τά μέν ἀγαθά εἶναι αἴτιος, διά τίποτε ἄλλο, δέν λέμε ὅτι εἶναι αἴτιος παρά μόνον διά τά καλά, διά τά κακά καθόλου.» (Τά Εὑρισκόμενα Πάντα Ἁγίου Ἀθανασίου, Παρίσι 1698. Ἐθνική Βιβλιοθήκη Ἀθηνῶν, θεολ. 665, σελ. 598, 599). Ὅρα,

http://agiotokos-kappadokia.gr/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85/?print=print

[19] «Ἀκατάβλητος φύσις Θεοῦ θά γεννηθῇ, πού δέν ἔχει ἀρχήν. Ἀπό αὐτόν λοιπόν ἀποκτᾶ οὐσίαν ὁ παντοδύναμος Λόγος.»

[20] Ὁ Ἀνάξαρχος (4oς αἰ. π.Χ.). ἦτο σοφιστής ἀπό τά Ἄβδηρα καί ὀπαδός τοῦ Δημοκρίτου. Διετέλεσε διδάσκαλος τοῦ Πύρρωνος καί πιθανῶς τοῦ Μητροδώρου τοῦ Χίου καί ἐσυνόδευσε τόν Μέγαν Ἀλέξανδρον εἰς τήν ἐκστρατείαν του εἰς τήν Ἀσίαν.

[21] «Κάποιος ἀπό τούς θεούς θά πέσῃ ἀπό ἀνθρώπινον χέρι.»

[22] Ὅρα, http://christianiki-ekfrasis.blogspot.com/2009/10/blog-post_2611.html

[23] Ὁ Σωκράτης (470 π.Χ. ἤ 469 π.Χ. – 399 π.Χ.) ἦτο ἀρχαῖος Ἕλλην (Ἄθηναῖος) φιλόσοφος καί μία ἀπό τάς σημαντικωτέρας φυσιογνωμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ καί παγκοσμίου πνεύματος καί πολιτισμοῦ καί ἕνας ἀπό τούς ἱδρυτάς τῆς Δυτικῆς φιλοσοφίας. Εἶχεν ἕναν πολυάριθμον κύκλον πιστῶν φίλων καί μαθητῶν, κυρίως νέων ἀπό ἀριστοκρατικάς οἰκογενείας, ἀπό ὅλην τήν Ἑλλάδα. Ὡρισμένοι ἐξ αὐτῶν ἔγιναν γνωστοί ὡς ἰδρυταί φιλοσοφικῶν σχολῶν διαφόρων κατευθύνσεων. Οἱ γνωστότεροι ἦσαν ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀντισθένης εἰς τήν Ἀθήνα, ὁ Εὐκλείδης εἰς τά Μέγαρα, ὁ Φαίδων εἰς τήν Ἠλείαν καί ὁ Ἀρίστυπος εἰς τήν Κυρήνην. Tό σύνολον τῆς ἐπιρροῆς του, τόν κατατάσσει μεταξύ τῶν κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων ὅλων τῶν ἐποχῶν μέ τήν μεγαλυτέραν ἐπιρροήν, μαζί μέ τόν μαθητήν του, τόν Πλάτωνα.

[24] «Διά τοῦ Θεοῦ μόνον γίνεται ὁ ἄνθρωπος νά ἀπολυτρωθῇ ἀπό τήν ἁμαρτίαν.»

[25] Πλάτωνος, Ἀλκιβιάδης Δεύτ. Ιγ-ιδ΄. (http://www.prisonplanet.gr/prisonplanet/113856-%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%8D%CE%BD-%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1 ).

[26] «Καί τότε, ὁ Υἱός τοῦ μεγάλου Θεοῦ θά ἔλθῃ εἰς τούς ἀνθρώπους μέ σάρκα, ὁμοιάζων μέ τούς θνητούς εἰς τήν γῆν. Τέσσερα φωνήεντα θά φέρῃ, τό δέ ἄφωνον φανερώνεται εἰς αὐτόν διπλό, καί ὅλον τόν ἀριθμόν θά ἀποκαλύψω. Ὀκτώ μονάδες, τόσες δεκάδες ἐπί αὐτῶν καί ὀκτώ ἑκατοντάδες, τό ὄνομά του θά φανερώσῃ εἰς τούς ἀπίστους. Ἐσύ δέ κατανόησέ το καλά εἰς τόν νοῦ σου.» ΙΗΣΟΥΣ = 10+8+200+70+400+200=888. Ὅρα, Ἁγίου Νικοδήμου, Ὁ Ἀόρατος Πόλεμος, Ἐκδόσεις Παναγόπουλος, σ. 300.

[27] Ὅρα, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, Τά Ἀρχεῖα τῆς Χαμένης Γνώσης, Ἐκδόσεις Πύρρα, 2012. Ἐπίσης, Πλούταρχος, Ἅγιος Ἰουστῖνος, Παυσανίας, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, καί Εὐσέβιος Καισαρείας.

[28] Ὅρα, Ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος, Εἰς τόν Βίον Κωνσταντίνου. http://www.romiosini.org.gr/8706E92A.print.el.aspx . Ἐπίσης, https://bluebig.wordpress.com/2014/02/11/%CE%B7-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%83%CE%B9%CE%B2%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%B1/

[29] Πράξ. ιζ´ 22-23.

[30] Σήμερον, οἱ ἀνθέλληνες καί ἀντι-ορθόδοξοι ἀπόγονοι τῶν σοφῶν καί θεοσεβῶν Ἑλλήνων ἀπεργάζονται τήν διάλυσιν τῆς Ἑλληνορθοδοξίας μέ ἀθέους νόμους καί ἐπιβαλλομένας νέας ψευδο-συνόδους. Τό ἀποτέλεσμα τούτων εἶναι γνωστόν. Θά ἀποτύχουν παταγωδῶς.

[31] Ὁ Ὀρθόδοξος Πρόεδρος Βλαδίμηρος Πούτιν καί ὁ Ρῶσος Πατριάρχης Κύριλλος ἦλθον εἰς τήν Ἑλλάδα καί τό Ἅγιον Ὄρος διά νά ἑορτάσουν τά 1.000 ἔτη ἀπό τήν ἵδρυσιν τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Παντελεήμονος. (TV News ALPHA, MEGA, 27-28 Μαῒου 2016).

, ,

Σχολιάστε