Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ὀρθοδοξία

«Τῌ ΑΓΝΩΣΤῼ ΟΡΘΟΔΟΞΙᾼ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

«Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ»

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(Ἀπομαγνητοφωνημένο Κήρυγμα,
κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
25 Φεβρουαρίου 2018, στόν Ἱ. Μητροπ. Ναὸ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Ναυπάκτου.)

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.           Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἑορτάζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὡς θεολογία καί ὡς Ἐκκλησία καί ὡς ζωή. Δέν εἶναι, δηλαδή, μόνον ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ἡ ὀρθο-δοξία καί ἡ ὀρθο-ζωΐα.
.           Ὅπως εἶναι καθιερωμένο, σήμερα παντοῦ, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς ὅπου γίνεται θεία Λειτουργία, θά ἀκουστοῦν κηρύγματα γύρω ἀπό τό θέμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί θά μιλήσουν πολλοί Ἐπίσκοποι, Κληρικοί καί θεολόγοι γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ὁμιλητές, ὀρθόδοξοι, νεορθόδοξοι, μετα-ορθόδοξοι, πατερικοί, μετα-πατερικοί, νεο-πατερικοί, μοντέρνοι καί μετα-μοντέρνοι θά ἀναφερθοῦν στήν Ὀρθοδοξία καί θά προσπαθήσουν νά παρουσιάσουν ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση.
.           Τό ἐρώτημα ὅμως πού τίθεται εἶναι: Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
Εἶναι ἕνα ἐρώτημα, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀπαντηθῆ. Καί φυσικά δέν ἀρκεῖ ἕνα σύντομο εὐχαριστιακό κήρυγμα γιά νά δώση κανείς μία τέτοια ἀπάντηση, γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὡστόσο θά προσπαθήσω σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας νά διατυπώσω μερικές ἀπόψεις μου.
.           Σκεπτόμενος χθές τό βράδυ αὐτό τό ἐρώτημα –τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία– ἦρθε στόν νοῦ μου ἡ ὁμιλία τήν ὁποία ἔκανε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν Ἄρειο Πάγο. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε ὅτι περιῆλθε τήν ἀγορά καί εἶδε τά ἀγάλματα πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ, ὅλα τά ἀγάλματα τῶν θεῶν, καί μεταξύ αὐτῶν εἶδε καί ἕνα ἄγαλμα τό ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στόν «ἄγνωστο θεό», δηλαδή ἐπιγραφόταν: «Τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».
.           Αὐτό τό περισταστικό μέ ὁδήγησε στό νά ἐπιλέξω τό θέμα μου γιά τήν σημερινή ἡμέρα. Σκέφθηκα ὅτι μᾶλλον αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν Ὀρθοδοξία. Ὅλοι μιλοῦν γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά τελικά ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἄγνωστη στούς πολλούς.
Ὁπότε, ἂν θά μπορούσαμε νά δώσουμε σήμερα μία ἐπιγραφή στήν Ὀρθοδοξία, θά λέγαμε: «Τῇ ἀγνώστῳ Ὀρθοδοξίᾳ». Νομίζω ὅτι σέ πολλούς εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ὅλοι μιλοῦν γι’ αὐτήν, ὅλοι γράφουν γι’ αὐτήν καί ὑπάρχουν βιβλία τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ αὐτήν. Σέ ὅλα αὐτά γίνεται λόγος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη ζωή, ἀλλά τά βλέπουν ἐπιλεκτικά καί ἐπιφανειακά.
.           Ἴσως θά μέ ἐρωτήσετε: «Γιατί εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα; Πῶς τό λέτε αυτό;»
.           Ὑπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γιά τούς ὁποίους ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία στόν λαό, καί ὄχι μόνο στόν λαό, ἀλλά καί στούς Κληρικούς ὅλων τῶν βαθμῶν.
.           Πρῶτον, εἶναι ἄγνωστη, ἐν πολλοῖς ἡ Ὀρθοδοξία, γιατί ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω ἀπό ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα, ὑπάρχει παχυλή ἄγνοια τοῦ καθαροῦ περιεχoμένου τῶν ὀρθοδόξων θεμάτων. Τό λέω τόσο ἁπλά. Δηλαδή, ὑπάρχει ἐν πολλοῖς ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπάρχει σύγχυση στά θεολογικά ζητήματα. Αὐτό συμβαίνει, γιατί ὑπάρχουν τόσες προσμείξεις, τόσες ἐπιρροές ἀπό ὅλες τίς κατευθύνσεις, ἀπό φιλοσοφικές, θεολογικές, χριστιανικές, θρησκευτικές, πού στό τέλος λέει κανείς: εἶναι αὐτό Ὀρθοδοξία; Καί ἐπειδή ὑπάρχουν πολλές προσμείξεις καί ἐπιρροές, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί ὑπάρχει ἄγνοια τοῦ βάθους τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Ὅποιος παρακολουθεῖ τά διάφορα θεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα πού ἐπικρατοῦν στόν δυτικό χῶρο βλέπει πόσο ἐπηρεάσθηκαν τά ὀρθόδοξα θεολογικά θέματα ἀπό τόν Σχολαστικισμό, τήν Μεταρρύθμιση, τόν Διαφωτισμό, ἀλλά καί ἀπό ἄλλες ἀνατολικές παραδόσεις.
.           Ἀκόμη, ὅταν κανείς γνωρίζη σέ ἕνα βαθμό τήν πατερική διδασκαλία ἤ τήν διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί διαβάζη μέ προσοχή μερικές παλαιότερες Δογματικές, πού συνέγραψαν καθηγητές Θεολογικῶν Σχολῶν, βλέπει ἐκεῖ ἀπόψεις οἱ ὁποῖες δέν εἶναι πατερικές, ἀλλά γράφονται ἀπό ἄλλους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά ὑπερβοῦν τήν πατερική παράδοση, τούς Πατέρες, καί μεταφέρονται καί στόν ὀρθόδοξο χῶρο. Ὁπότε, λέει κανείς: εἶναι δυνατόν νά διαβάζη κανείς τήν Δογματική τῆς Ἐκκλησίας καί νά συναντᾶ ἐπιρροές καί ἐπιδράσεις ἀπό ἄλλες παραδόσεις;
.           Ὅσοι ἀσχολούμαστε μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί τίς χριστιανικές ἀναταράξεις πού ἔγιναν στήν Εὐρώπη ἀπό τόν 11ο αἰώνα καί ἑξῆς γνωρίζουμε ὅτι οἱ σχολαστικοί θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνος χρησιμοποιοῦσαν τούς φιλοσόφους γιά νά ἑρμηνεύσουν τά θεολογικά δόγματα. Ἐπίσης, γνωρίζουμε ὅτι οἱ Προτεστάντες ἔχουν μιά τάση νά ἀποδέχωνται τίς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, μέ τό σκεπτικό ὅτι ἀδίκως καταδικάστηκαν ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου, τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, τοῦ Ἀπολλιναρίου, τοῦ Διόσκορου καί ἄλλων, καί μάλιστα γράφουν διάφορες μελέτες γύρω ἀπό αὐτά τά θέματα.
.           Αὐτό δείχνει ὅτι δυστυχῶς σήμερα ἀπό τούς δυτικούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς διάφορες αἱρετικές ἀπόψεις πού καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, θεωροῦνται ὡς προοδευτικές καί ἀφοῦ προσλαμβάνονται ἀπό μερικούς Ὀρθοδόξους θεολόγους, εἰσάγονται σέ ὀρθόδοξα βιβλία.
.           Ἑπομένως, ἕνα ἀπό τά μεγάλα προβλήματα πού ἔχουμε σήμερα, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας, εἶναι τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τί εἶναι οἱ ἄλλες παραδόσεις. Γιατί τό λέω αὐτό; Διότι ὑπάρχουν πολλές παραδόσεις, παραδόσεις χριστιανικές, παραδόσεις θρησκευτικές, καί εἶναι ἀνάγκη νά δοῦμε τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, πῶς ὁρίζεται αὐτή καί πῶς διακρίνεται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό τίς ἄλλες παραδόσεις.
.              Δεύτερον, ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, γιατί κυριαρχεῖ ἡ σκοπιμότητα καί ἡ ἰδιοτέλεια. Δηλαδή, μπορεῖ μερικοί νά γνωρίζουν τί λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάνω σέ διάφορα θεολογικά θέματα, ἀλλά ἐπειδή διακρίνονται ἀπό διάφορες σκοπιμότητες, δέν τά παρουσιάζουν ἀκριβῶς ὅπως τά διάβασαν στά ἴδια τά πατερικά κείμενα, ἀλλά τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ ἑρμηνεῖες πού καλύπτουν τά πάθη τους. Ὑπάρχει μεγάλη σκοπιμότητα ὡς πρός τό θέμα αὐτό καί αὐτό ὀφείλεται στά πάθη, τά ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα στούς ἀνθρώπους αὐτούς.
.           Ὅταν κάνω λόγο γιά σκοπιμότητες, ἐννοῶ, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί τούς σύγχρονους ἐθνικισμούς καί τίς γεωπολιτικές στρατηγικές, πού ἔχουν ἀποδυναμώσει τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔχουν καταστήσει αἰχμάλωτη σέ κοσμικές πρακτικές.
.           Ἔτσι, ὁ καθένας ἑρμηνεύει τά πατερικά κείμενα ἤ παρουσιάζει τά θεολογικά θέματα, σύμφωνα μέ τά πάθη του καί παρουσιάζει ὡς Ὀρθοδοξία τήν δική του ἐσωτερική ἀρρωστημένη κατάσταση. Ὅταν θέλη κανείς νά καλύψη τόν ἑαυτό του καί νά τόν δικαιολογῆ γιά τίς πράξεις του, τότε στηρίζεται σέ πατερικά κείμενα τά ὁποῖα βέβαια παρερμηνεύει. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μεγάλη σκοπιμότητα τήν ὁποία βλέπουμε σήμερα, γι’ αὐτό καί πολλοί δέν γνωρίζουν τί εἶναι Ὀρθοδοξία ἢ δέν θέλουν νά τήν παρουσιάσουν στήν αὐθεντικότητά της. Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι δίδουν διαφόρους χαρακτηρισμούς σέ αὐτούς πού θέλουν νά παραμείνουν πιστοί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς φονταμενταλιστές, συντηρητικούς, παραδοσιακούς κλπ.
.           Ἐπίσης, στήν κατηγορία αὐτή ὑπάγονται καί ἐκεῖνοι πού αἰσθάνονται ἕναν φόβο ὅταν βρίσκωνται μπροστά σέ ἰσχυρούς τῆς γῆς, εἴτε πολιτικούς εἴτε ἐκκλησιαστικούς, πάλιν χάρη μιᾶς σκοπιμότητας, καί δέν θέλουν νά ἐκφρασθοῦν καθαρά, ἀλλά ρέπουν περισσότερο στήν λεγόμενη θεολογική «διπλωματική ἀσάφεια» πού συσκοτίζει τά θεολογικά ζητήματα τά ὁποῖα, ὅμως, ἀπαιτοῦν μιά καθαρή ἔκφραση. Αὐτό σημαίνει ὅτι σήμερα ἀκόμη καί σέ δογματικά ζητήματα χρησιμοποιοῦνται ὅροι καί φράσεις πού νά ἔχουν δύο ἤ περισσότερα νοήματα, διφορούμενες ἔννοιες, ὥστε νά συσκοτίζωνται ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα.
.           Ἀκόμη, παρατηρεῖται τό φαινόμενο, ὅταν παρευρίσκεται κάποιος Κληρικός ἤ θεολόγος σέ ἀκροατήρια πού παρίστανται ἑτερόδοξοι νά παριστάνη τόν εὐγενῆ, νά αὐτολογοκρίνεται γιά νά ἔχουν οἱ ἄλλοι καλή ἰδέα γι’ αὐτόν, εἶναι φοβικός καί δέν ὁμιλεῖ αὐθεντικά, ὀρθόδοξα καί πατερικά. Ὅταν ὅμως στήν συνέχεια βρίσκεται στά δικά του ἀκροατήρια εἶναι «σοῦπερ» (ὑπέρ) ὀρθόδοξος. Σέ αὐτήν τήν νοοτροπία διακρίνει κανείς τήν ὕπαρξη τοῦ φόβου καί τῆς σκοπιμότητας. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ ὁμολογία τῆς ἀληθείας δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ με φοβικά σύνδρομα καί μέ διάφορες κοσμικές σκοπιμότητες.
.           Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας καθηγητής τῆς Δογματικῆς, πού συμμετεῖχε ὁ ἴδιος σέ διορθόδοξες καί διαχριστιανικές συναντήσεις, ἔλεγε ὅτι ὑπάρχουν ὀρθόδοξοι θεολόγοι καί Κληρικοί, οἱ ὁποῖοι μπροστά στούς ἑτεροδόξους στέκονται σάν «ποντίκια», δηλαδή εἶναι φοβισμένοι καί δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἀλλά ὅταν βρίσκωνται στά δικά τους ἀκροατήρια, τότε παρουσιάζονται σάν «λιοντάρια ὀρθοδοξίας». Καί ἐνῶ δίνεται ἡ δυνατότητα σέ διάφορες διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις νά ὁμολογῆ κανείς τόν Χριστό καί τήν Ὀρθόδοξη θεολογία καί δέν τό κάνει, ἐν τούτοις ὅταν πηγαίνη στά ποίμνιά του ὁ καθένας, γίνεται διαπρύσιος ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας.
.           Κάπως ἔτσι γίνεται καί αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὅλοι θά ὁμιλήσουν γιά τό μεγαλεῖο καί τήν ἀξία της Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Θά προτιμοῦσα ὅμως αὐτό τό ίδιο νά τό κάνουν, ὅταν εὑρίσκωνται σέ διαχριστιανικές καί διορθόδοξες συναντήσεις.
.           Μέ λύπη παρατήρησα ὅτι ὅταν γινόταν συζήτηση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό νέο πρόγραμμα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν πολλοί Ἀρχιερεῖς δέν ὁμίλησαν, ἀλλά μέ τήν σιωπή τους φάνηκε ὅτι ἀποδέχθηκαν τό νέο πρόγραμμα, ἐνῶ ὅταν ἐπέστρεψαν στίς Ἐπαρχίες τους καί εἶδαν τήν ἀντίδραση τῶν θεολόγων καθηγητῶν καί πολλῶν ἄλλων Χριστιανῶν, ὁμίλησαν ἐναντίον τοῦ νέου Προγράμματος τῶν Θρησκευτικῶν.
.           Γι’ αὐτό καί εἶπα προηγουμένως ὅτι εἶναι ἄγνωστη ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφ᾽ ἑνός μέν γιατί ὑπάρχει σύγχυση μεταξύ τῶν παραδόσεων, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ γιατί ἐπικρατεῖ φόβος καί σκοπιμότητα μεταξύ αὐτῶν πού θά ὄφειλαν νά εἶναι ὁμολογητές τῆς πίστεως.
.           Τελικά παραμένει τό ἐρώτημα καί ἐπανέρχομαι σέ αὐτό: Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;
.           Θά μοῦ πῆτε: «Ὡραῖα, σήμερα σέ πολλούς Χριστιανούς ὑπάρχει ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί σκοπιμότητα μαζί μέ φόβο ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν. Τελικά τί θά μπορούσατε ἐσεῖς νά μᾶς πῆτε μέ λίγα λόγια γιά τό τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία;».
Νομίζω ὅτι μέ πολλή μεγάλη συντομία μπορῶ νά πῶ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τρία συγεκριμένα γεγονότα:

Πρῶτον, Ὀρθοδοξία εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δηλαδή τά δόγματα πού διατυπώθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀλλά καί τίς Τοπικές Συνόδους οἱ ὁποῖες ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τίς πρῶτες. Ὅταν διαβάση κανείς τά Πρακτικά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε θά καταλάβη τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δεύτερον, Ὀρθοδοξία εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ πεντάτομου ἔργου πού λέγεται «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», τό ὁποῖο δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ κανείς νά φθάση στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός πού συνδέεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν» εἶναι συλλογή πατερικῶν ἔργων, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τόν ἱερό ἡσυχασμό. Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει οὐσιαστικά τήν μέθοδο γιά νά φθάση κανείς στήν ἐσωτερική πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ, αὐτό πού ἐκφράζουν τά δόγματα, οὐσιαστικά οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Καί τρίτον, Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, τά Μυστήριά της μέ κορυφαῖο τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μαζί μέ τίς ἐκκλησιαστικές μας τέχνες, δηλαδή, τήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία, τήν ἐκκλησιαστική μουσική, τήν ἐκκλησιαστική ἁγιογραφία, τίς ἱερές εἰκόνες κλπ.
.           Ἄλλωστε, γιατί καθόρισε ἡ Ἐκκλησία τήν σημερινή ἡμέρα, πού εἶναι ἡ ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, νά ἑορτάζεται ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας; Τό ἔκανε αὐτό, γιατί οἱ εἰκόνες εἶναι ἐκεῖνες πού παρουσιάζουν ὅλο τό πνευματικό ἐσωτερικό μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δείχνουν κατά τρόπο αὐθεντικό τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
.           Ἑπομένως, ὅταν συνδέση κανείς καί τά τρία αὐτά γεγονότα, δηλαδή τά δόγματα, πού εἶναι οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τήν ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως καταγράφεται στό βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» καί σέ ἄλλα πατερικά κείμενα, καί τίς ἐκκλησιαστικές τέχνες, τήν ἁγιογραφία, τήν μουσική μας παράδοση, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κτίζουμε τούς ναούς, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τελοῦμε τήν θεία Λειτουργία, τήν θεία Εὐχαριστία, τότε καταλαβαίνει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλα τά ἄλλα πού γίνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι καρπός αὐτῶν τῶν βασικῶν γνωρισμάτων.
.           Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή πού γίνεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως μέ τήν θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ ἁπλούστερο τρόπο θά ἔλεγα ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι νά συναντήση κανείς ἕναν θεόπτη ἅγιο, ὁ ὁποῖος συνδέει στενά τήν θεία Λειτουργία μέ τήν προσευχή στήν καρδιά καί τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, νά μαθητεύση κοντά του, νά ἀκολουθήση τίς συμβουλές του καί νά μιμηθῆ τήν ζωή του. Τότε θά μάθη ἐκ πείρας –ὅπως ἕνας φοιτητής μαθαίνει τήν ἐπιστημονική γνώση ἀπό τόν ἐπιστήμονα ἐρευνητή– τί εἶναι ’Ορθοδοξία καί θά γίνη ὀρθόδοξος σέ ὅλες τίς ἐκφράσεις καί ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. Ἡ Ὀρθοδοξία παραλαμβάνεται ὡς πνευματική γέννηση μέσα ἀπό πνευματικά «ζωντανούς ὀργανισμούς». Συμβαίνει καί ἐδῶ ὅ,τι μέ τήν βιολογική ζωή, ἡ ὁποία μεταδίδεται ἀπό γενιά σέ γενιά, ἀπό ζωντανούς βιολογικά ὀργανισμούς. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού χαρακτηρίζεται ὡς «θεολογία γεγονότων». Τότε θά μάθη στήν πράξη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὁ βερμπαλισμός, τά ἰδεολογήματα, τά συνθήματα, οἱ ἔξυπνες ἀτάκες πού ἐντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, ὅπως οἱ φωτοβολίδες τόν οὐρανό.
.           Ὁπότε, γιά νά μάθη κανείς τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά ἀσχοληθῆ καί νά ἐνδιαφερθῆ μέ τό βάθος αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καί τελικά Ὀρθοδοξία εἶναι νά γνωρίση κανείς τό βάθος της, πού εἶναι ἡ μετάνοια καί ἡ ταπείνωση καί τότε θά γνωρίση καί τό ὕψος της, πού εἶναι τό ὄρος Θαβώρ, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, καί βιαία πνοή τῆς Πεντηκοστῆς.
.           Μακάρι, μέχρι πού νά τελειώσουμε τήν ζωή μας, μέχρι πού νά φύγουμε ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μάθουμε, ἔστω καί λίγο, τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί νά μήν παραμείνη μέχρι τέλους ἡ Ὀρθοδοξια ἄγνωστη σ’ ἐμᾶς, ἔστω κι ἄν τήν ὁμολογοῦμε καί τήν πανηγυρίζουμε λαμπρά.

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΓΝΗΣΙΑ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Εὐλογημένη Ὀρθοδοξία!

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.     Μετὰ ἀπὸ πολλὴ καθυστέρηση, ἐξ αἰτίας ὁρισμένων εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων, καὶ ἐνῶ ἀποφάσισε ἡ ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 787 τὴν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τελικῶς χάρη στὴ νέα αὐτοκράτειρα ἁγία Θεοδώρα ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἐφαρμόστηκε τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ ἔτους 843. Καὶ πλέον ἐπικράτησε ἡ ἀλήθεια, καὶ οἱ ἱερὲς εἰκόνες ἐπέστρεψαν πανηγυρικὰ στὶς θέσεις τους. Τὴν ἐπιστροφὴ τῶν εἰκόνων, γιὰ τὴν ὁποία πολλοὶ πιστοὶ ἔχυσαν καὶ τὸ αἷμα τους, τὴν ἐκφράζει θαυμάσια ἕνα δίστιχο τῆς Ἐκκλησίας: «Τὰς οὐ πρεπόντως ἐξορίστους Εἰκόνας, χαίρω πρεπόντως προσκυνουμένας βλέπων».
.     Ἡ εὐφρόσυνη αὐτὴ ἡμέρα τῆς νίκης τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς σημασίας τῶν ἱερῶν εἰκόνων γιὰ τὴ Λατρεία καὶ γιὰ τὴ ζωὴ γενικὰ τῶν πιστῶν φέρνει συγχρόνως στὴ μνήμη καὶ ὅλες τὶς ἄλλες νίκες τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴν ἱστορία. Πῶς δηλαδὴ νίκησε τὸν θεομάχο Ἄρειο ποὺ ὑποτιμοῦσε τὸν Θεάνθρωπο Κύριο. Πῶς νίκησε τὸν ἁγιοπνευματομάχο Μακεδόνιο ποὺ ὑποτιμοῦσε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Πῶς κατατρόπωσε στὴ συνέχεια τὸν Νεστόριο ποὺ χώριζε τὸν Χριστό μας στὰ δύο καὶ ὑποτιμοῦσε τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καὶ βέβαια πῶς νίκησε ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους αἱρετικοὺς διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
.     Αἱρετικοὶ ὡστόσο δὲν ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν καὶ στὶς μέρες μας. Κινοῦνται ἐλεύθερα στὴ δημοκρατικὴ χώρα μας καὶ ἐνσπείρουν ζιζάνια μὲ σκοπὸ νὰ παρασύρουν στὴν πλάνη του ὅσους εἶναι ἀστήρικτοι στὴν πίστη, ὅσους δὲν γνωρίζουν βασικὲς ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας καὶ εἶναι εὔκολο νὰ ἐξαπατηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐπιτήδειους αἱρετικούς.
.           Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, μὲ τόσα Ὀρθόδοξα βιβλία ποὺ κυκλοφοροῦν καὶ τόσες δυνατότητες ποὺ ἔχουμε, νὰ μὴ γνωρίζουμε λόγου χάριν τί εἶναι ὁ Παπισμός· ὅτι εἶναι ἕνα κράτος, τό λεγόμενο Βατικανὸ στὴν Ἰταλία, μὲ κυβερνήτη τὸν Πάπα ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀλάθητο καὶ ἀπαιτεῖ νὰ τὸν θεωροῦν ἀλάθητο καὶ ὅλοι οἱ παπικοί. Τὸ Βατικανὸ ἔχει πρεσβεῖες σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, δική του Τράπεζα, δημοσιογραφικὴ ὀργάνωση τέλεια κ.λπ.
.     Τί νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸ τί ἐπικρατεῖ στὸν Προτεσταντισμό; Ἀγνοοῦν τελείως τοὺς ἱεροὺς Κανόνες ποὺ καθόρισαν συνοδι­κῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ νὰ ρυθμίζουν τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Δὲν τιμοῦν κανέναν Ἅγιο.
.     Ὅσο γιὰ τοὺς Ἀγγλικανοὺς ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἀρχηγὸς τῆς λεγόμενης Ἀγγλικα­νικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ βασίλισσα, ἢ ἀναλόγως ὁ βασιλιάς. Ἡ λεγομένη Ἐκκλησία τῶν Ἀγγλικανῶν ἔχει καὶ γυναῖκες ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ποὺ μποροῦν νὰ εἶναι καὶ ὁμοφυλόφιλοι.
.          Ποιός δὲν γνωρίζει ἐπίσης καὶ τοὺς Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἢ Χιλιαστές, ποὺ στήνονται στὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς λαϊ­κὲς ἀγορὲς διαδίδοντας τὰ ἔντυπά τους; Ἕδρα τους τὸ Μπρούκλιν τῆς Ἀμερικῆς. Διδάσκουν ὅτι θὰ ἔλθει πάλι ὁ Χριστὸς καὶ θὰ ἱδρύσει χιλιετὴ βασιλεία στὴ γῆ.
.     Γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Εὐρώπη ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, πνευματικὸς πατὴρ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἔγραφε: «Ἡ σημερινὴ Εὐρώπη δὲν εἶναι πλέον οὔτε παπικὴ οὔτε λουθηρανική. Εἶναι ὁλοτελῶς ἐπίγειος, χωρὶς ἔστω καὶ τὸν πόθον νὰ ἀνεβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν… Ἐπιθυμεῖ νὰ παραμείνῃ ἐδῶ… Δὲν αἰσθάνεται τὴν οὐράνιον εὐωδίαν… Διὰ τὴν Θεοτόκον δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ. Ἡ ἀκολασία τὴν στερεώνει εἰς τὸ μίσος κατὰ τῆς παρθενίας» (Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός», ἔκδ. «Ὀρθ. Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 241).
.     Μποροῦν ἄραγε νὰ θεωροῦνται Χριστιανοὶ ὅλοι αὐτοί; Τὸν ἀληθινὸ Χριστιανισμὸ τὸν διασώζει σήμερα μόνο ἡ Ὀρθοδοξία. Ὦ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία! Μέσα στὴ σύγχυση τοῦ σύγχρονου κόσμου διαφυλάσσεις ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἀνεπηρέαστη τὴν Πίστη, ὅπως τὴν κήρυξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ τὴν παρέλαβαν ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ τὴ δίδαξαν οἱ ἱεροὶ Πατέρες.
.     Ὦ εὐλογημένη ἁγία Ὀρθοδοξία! Γεμάτη μὲ τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν θαυματουρ­γῶν Ἁγίων, ποὺ θεραπεύουν ἀρρώστους καὶ ἐκδιώκουν δαιμόνια. Γεμάτη μὲ μυροβλύζουσες ἱερὲς εἰκόνες, ποὺ φυλάσσονται σὲ ἱερὲς Μονὲς καὶ Προσκυνήματα καὶ σὰν μαγνῆτες ἑλκύουν πλήθη πιστῶν. Μὲ τὶς ἱερές σου Ἀκολουθίες, τὶς Παρακλήσεις, τοὺς Ἑσπερινοὺς καὶ προπάντων τὶς θεῖες Λειτουργίες, ποὺ τὶς τελοῦν στὰ Μοναστήρια ἐξαγιασμένοι ἱερομόναχοι καὶ στὶς ἐνορίες εὐλαβικοὶ κληρικοί. Εἰρηνεύεις τὶς ψυχές μας καὶ μᾶς ὑψώνεις στὰ οὐράνια. Μὲ τὰ ἱερά σου Μυστήρια – τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὸν Γάμο, τὴν Ἐξομολόγηση, τὸ Εὐχέλαιο καὶ τὴ θεία Μετάληψη – γλυκαίνεις τὴν καρδιά μας ἑνώνον­τάς μας μὲ τὸν Θεό.
.     Ἂς εἶναι φτωχὴ καὶ ταπεινὴ ἡ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία μας. Ἔχει ἄλλον πλοῦτο ποὺ δὲν συγκρίνεται μὲ τὰ ἐξωτερικὰ μεγαλεῖα. Πλοῦτο ποὺ οὔτε κἂν τὸν φαντάζονται οἱ Εὐρωπαῖοι. Πλοῦτο ψυχικό. Καὶ πλουτίζει μ᾿ αὐτὸ τὸν πλοῦτο καὶ ὅσους καταφεύγουν ταπεινὰ κοντά της ἀναζητώντας εἰλικρινὰ τὴν ἀλήθεια. Διότι εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς Ἀλήθειας, τῆς Χάριτος καὶ τῆς σωτηρίας. Μόνη αὐτὴ διατήρησε καὶ διδάσκει ἀνόθευτη τὴ διδαχὴ ποὺ μᾶς ἔφερε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ μόνη αὐτή, ἡ εὐλογημένη Ὀρθοδοξία, εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο.

 

,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Χρυσοστ. Σελαχβάρτζι
«ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»
-Ἀπὸ τὸ ἰσλαμικὸ Ἰρὰν στὴν Ὀρθοδοξία
Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2016
σελ. 92-94

ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 Δύο χρόνια πέρασαν καὶ δὲν συνάντησα κανένα Πεντηκοστιανὸ ποὺ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔνταση τοῦ ψυχικοῦ μαρτυρίου ποὺ περνοῦσα. Δὲν συνάντησα κανένα σὲ ὅλο τὸν πεντηκοστιανό μου περίγυρο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει, ὅσο καὶ ἂν προσπάθησε, τὴν γλῶσσα ἑνὸς πονεμένου ἀνθρώπου. Ὁ πόνος ποὺ καλλιεργεῖ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πόνος ποὺ ἐξυψώνει καὶ ὡριμάζει τὴν καρδιά, ὁ πόνος ποὺ ἐκλεπτύνει τὸ πνεῦμα στὸ καμίνι τῆς καθημερινότητας τῶν δοκιμασιῶν, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας. Γι’ αὐτοὺς ἡ ζωὴ ἦταν «μὲς τὰ ρόδα», σύμφωνα μὲ τὴ νορβηγικὴ ἔκφραση. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπέφεραν, μόνο εὐημεροῦσαν, καὶ μάλιστα μὲ τρόπο κοσμικό. Ἡ ζωὴ τῆς χάριτος ἦταν εὐτυχισμένη, εὔκολη καὶ ἐπιτυχημένη. Τὸ μαρτύριο ἦταν παρὰ φύση, ἔργο τοῦ διαβόλου, καὶ μποροῦσε νὰ ἐξαφανισθεῖ μόνο μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Ἐπικαλέστηκα πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ὅμως τὸ μαρτύριό μου μεγάλωνε… Μόνο ἐγώ, ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς εὐνοημένους ἀπὸ τὴν τύχη χριστιανούς, ἤμουν μία ψυχὴ συντετριμμένη ἀπὸ ἕνα χρόνιο ὑπαρξιακὸ πόνο.
.                 Ἡ πάντοτε θετικὴ καὶ αἰσιόδοξη ὀπτική τῆς θεολογίας τῶν Πεντηκοστιανῶν βρισκόταν σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν δραματικὴ θέαση τῆς σιιτικῆς θεολογίας τοῦ Ἰσλάμ, μὲ τὴν ὁποία εἶχα μεγαλώσει. Τώρα ποὺ εἶχα αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, θεωροῦσα ὅτι τὸ σιιτικὸ Ἰσλὰμ εἶναι ἀνώτερο καὶ πιὸ αὐθεντικὸ ἀπὸ τὸν πεντηκοστιανὸ Χριστιανισμό· ὅτι ἡ τραγικότητα τῆς θεολογίας τοῦ σιιτικοῦ Ἰσλὰμ εἶναι πιὸ κοντὰ στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ὅ,τι ἡ μακαριότητα τοῦ «χαρισματικοῦ» χριστιανισμοῦ τῆς Δύσης.
.               Ἡ κατάσταση τοῦ κόσμου εἶναι τραγική. Οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν. Κάποιοι διώκονται, ἄλλοι φυλακίζονται καὶ βασανίζονται, ἄλλοι τραυματίζονται σὲ πολέμους καὶ βιαιοπραγίες, πολλοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀκραία φτώχεια καὶ παλεύουν μὲ ἀδυσώπητες φυσικὲς καταστροφές… Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγικὴ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τρίτου κόσμου. Ἀλλὰ καὶ στὴν ὑλικὰ εὐημεροῦσα Δύση, οἱ περισσότεροι ὑποφέρουν ψυχολογικά. Πολλὲς οἰκογένειες διαλύονται. Οἱ ἄνθρωποι συνεχῶς ἀλλάζουν τοὺς συντρόφους τῆς ζωῆς τους σὲ ἀναζήτηση τοῦ ἰδανικοῦ ἔρωτα, τῆς ἁρμονικῆς σχέσης καὶ τῆς ἀνθρώπινης ζεστασιᾶς. Κάποιοι δὲν καταφέρνουν ποτὲ νὰ βροῦν ἕνα σύντροφο, γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴ ζωή τους. Τὰ παιδιὰ συχνὰ μεγαλώνουν μόνο μὲ τὸν ἕνα γονέα καὶ στεροῦνται τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου. Οἱ ἄνθρωποι πιέζονται στὴν ἐργασία, καθώς, μὲ τὴν ραγδαία ἐξέλιξη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, ἀπαιτοῦνται ὅλο καὶ ὑψηλότερες δεξιότητες ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στὴ Δύση, ὅπως καὶ στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, φέρουν δυσβάστακτα φορτία στοὺς ἀσθενεῖς ὤμους τους.
.               Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, οἱ πεντηκοστιανοὶ εἶναι ἀποξενωμένοι ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ μακαριότητά τους ἀποτελεῖ προσβολὴ γιὰ ὅσους ὑποφέρουν.
.           Παραδόξως, λοιπόν, ἡ πεντηκοστιανὴ ἐκκλησία μὲ εἶχε ἐπιστρέψει στὸ ἰσλαμικό μου παρελθόν. Ὑπῆρχαν πολλὰ κείμενα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ δὲν καταλάβαινα. Στὴν πραγματικότητα, τὸ βάθος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ποὺ τόσο μὲ εἶχε γοητεύσει, ἀπουσίαζε ἐντελῶς ἀπὸ τὴν πνευματικότητα τὶς πεντηκοστιανῆς ἐκκλησίας.

, , , ,

Σχολιάστε

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΕΩΣ (π. Γ. Μεταλληνός)

Φιλοκαλική διάκριση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως

ἀπό τὸ νέο βιβλίο
τοῦ π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«Η ΟΔΟΣ»
– ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

%ce%b7-%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83.         Εἶναι γνωστό, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἕνας ἀκριβὴς ὁρισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ὀρθοδοξία-Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο μέγεθος καί, ὅσον ἀφορᾶ στὸ θεῖο στοιχεῖο της, ὑπέρκειται κάθε διανοητικῆς-λογικῆς σύλληψης. Ἂν θὰ θέλαμε, λοιπόν, κατὰ προσέγγιση, νὰ ὁρίσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς:
.         Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἀκτίστου στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία, καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτίσματος νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἕνας (χριστιανικὸς) Deismus (Deus Creator, sed non Gubernator) εἶναι ὀρθόδοξα καθαρὴ πλάνη. Τὸ Ἄχρονο καὶ Ὑπέρχρονο εἶναι συνεχῶς μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει τὸν χρόνο καὶ νὰ τὸν μεταμορφώνει σὲ χρόνο τῆς θείας βασιλείας, σὲ αἰωνιότητα (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»· Α´ Κορ. 15, 53).

α) Η Πίστη

.           Ἡ Ὀρθοδοξία νοεῖται πάντα σὲ στενὸ σύνδεσμο μὲ τὴν πίστη. Μιλοῦμε, ἔτσι, γιὰ «ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη», διακρίνοντάς την ἀπὸ τὴν «νόθα πίστη», δηλαδὴ τὴν «ψευδῆ πίστη». Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινὴ δόξα καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ αἵρεση εἶναι κατασκευασμένη δόξα, «νοσηρὴ» δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση συναντῶνται ἔτσι στὸ χῶρο τῆς Πίστεως, καὶ εἶναι ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ διαφοροποιοῦνται. Τί εἶναι, λοιπόν, ἡ πίστη καὶ πῶς νοεῖται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ;
.           Πίστη σημαίνει κατ’ ἀρχὴν στὴ γλώσσα τῆς θεολογίας τὴν θεία ἀποκάλυψη, τὸ ἀποκαλυπτόμενο ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀλήθειας (Fides quae creditur). Ἡ Θεία Ἀποκάλυψη ὅμως δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀφηρημένο, δηλαδὴ ἕνα σύνολο νοησιαρχικῶν ἀληθειῶν, ἰδεῶν καὶ βασικῶν θέσεων, τὶς ὁποῖες καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ. Αὐτὸ εἶναι ἡ σχολαστικὴ ἐκδοχὴ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχει περάσει καὶ στὶς Δογματικές μας. Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Πρόσωπο· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔνσαρκη Παν-ἀλήθεια. Εἶναι τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄγνωστος καὶ ἀπρόσιτος Θεὸς ἔγινε (καὶ γίνεται συνεχῶς) γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται, δηλαδὴ αὐτοφανερώνεται «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1), κορυφώνοντας τὴν αὐτοφανέρωσή του «ἐν Υἱῷ», μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση τῆς Πεντηκοστῆς, γιὰ τὴν ὁποία κατὰ τοὺς Ἁγίους μας «συνέστηκεν» ἡ κτίση (δημιουργία). Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ ὑψίστη ἁγιοπνευματικὴ ἀποκάλυψη (τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐμπειρία (τοῦ ἀνθρώπου) στὴν ἱστορία.
.           Ὁ Χριστός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη, ποὺ προσφέρεται στοὺς ἀνθρώπους «ἄνωθεν», ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεὸ ἐν αὐτῷ (πρβλ. Ἰω. 14, 9: «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα»). Αὐτὸς εἶναι ἡ «ὑποστατικὴ» (προσωπικὴ) πίστη μας κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή. Γινόμεθα «πιστοί», μετέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν προσωπικὴ καὶ ἒνσαρκη Πίστη (τὸν Χριστόν). Μόνο στὸν Χριστὸ ὑπάρχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ θεμελιώνει τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας (Πράξ. 4, 12).
.           Στὴν ἀποκεκαλυμμένη Πίστη, ποὺ «πιστεύεται» (πιστώνεται) στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴ σωτηρία του, ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ δική του (ὑποκειμενικὴ) πίστη (Fides qua creditur). Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία, γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὴ σημασία της τονίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Ἡ «ἀντικειμενικὴ» πίστη εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθεῖ σὲ «ὑποκειμενικὴ» πίστη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ αὐτὸ συντελεῖται μὲ τὴν «ἐνοίκηση» (Ρωμ. 8, 9: «Εἰ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν») τῆς «ἀντικειμενικῆς» Πίστης, τοῦ Ἀκτίστου δηλαδὴ μέσα στὸ κτιστό, τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει «πιστός», δεχόμενος τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ βιώσει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς «ἀληθινός», ὅπως ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀληθινός» (Α’ Ἰω. 5, 20). Ἡ ἀληθοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία του καὶ προϋποθέτει τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό.
.           Ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη ποὺ λειτουργεῖ σωτηριολογικά. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ποὺ διαφοροποιεῖται ἡ αἵρεση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ νόθευσητῆς πίστεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀναίρεσή της, διότι νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ «πιστευόμενο» (τὸν Χριστὸ) καὶ ἀφ’ ἑτέρου σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στὴν αἵρεση τεμαχίζεται καὶ γίνεται δεκτός, ὄχι ὁλόκληρος, ἀλλὰ ἀποσπασματικὰ ἀπὸ ἕνα τεμαχισμένο -ὄχι ὁλόκληρο- ἄνθρωπο, ἀφοῦ προσεγγίζεται μόνο μὲ τὴν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ «καρδία» καὶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου «πόρρω ἀπέχει» ἀπὸ τὸν Θεό (Ματθ. 15, 8). Ἡ αἵρεση (κάθε αἵρεση) δὲν εἶναι μόνο ψευδὴς διδασκαλία, ἀλλὰ κυριολεκτικὰ Μὴ-Ὀρθοδοξία καὶ Μὴ-Χριστιανισμός. Μιλώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπεμπλεκόμαστε ἀπὸ τὶς παλαιότερες ὁμολογιακὲς ἔριδες καὶ τὴ σχολαστικὴ γλώσσα τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὸ ποὺ πρώτιστα ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι κατὰ πόσο μιὰ διδασκαλία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο -ὅπως δίδασκε ὁ π. Ρωμανίδης-, ἂν μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
.           Στὴ διαδικασία, συνεπῶς, τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς συμπερασματικά: Ἡ πίστη ἀρχίζει ὡς μία λογικὴ-διανοητικὴ διαδικασία, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐξωτερικῆς καταφάσεως τοῦ ἀνθρώπου, καὶ συνεχίζεται ὡς ἀποδοχὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ πιστότητα σ’ Αὐτόν, ὁλοκληρώνεται ὅμως μὲ τὴν ἐσωτερικὴ βεβαιότητα καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὲς εἶναι οἱ βασικὲς σημασίες, ποὺ ἔχει γλωσσικὰ ὁ ὅρος «πίστη» στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου: ἐμπιστοσύνη – πιστότητα – βεβαιότητα (trust – faithfulness – certainty). Θὰ προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια, μέσα ἀπὸ τὴν φιλοκαλικὴ (ἀσκητικὴ-νηπτικὴ) παράδοσή μας νὰ ἀποσαφηνίσουμε αὐτὲς τὶς ἔννοιες, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴ λειτουργία τῆς πίστεως ὡς παράγοντα σωτηρίας. 

 β) Ἡ «πρώτη» πίστη – ἡ «ἁπλὴ» πίστη – ἢ ἡ «πίστις ἐξ ἀκοῆς»

.           Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, ἀποκαλύπτοντας μὲ τὴ διδασκαλία του τὴν ὁδὸ σωτηρίας. Αὐτὸ γίνεται ἤδη στὴν Π. Διαθήκη μὲ τὰ «στόματά» Του, τους Προφῆτες. Ἔγινε ὅμως καὶ μετὰ τὴ σάρκωσή Του μὲ τὸ δικό Του πανάγιο στόμα καὶ συνεχίζεται ἱστορικὰ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ Μητέρες, «ἕως συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28, 20).
.           Ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση/ἀνταπόκρισή του στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, στὴν χειρότερη περίπτωση εἶναι ἡ ἄρνηση-ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν καλύτερη ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ Αὐτόν. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία ὡς «Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» (Θ. Λειτουργία), θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει στὴν περίπτωση κάθε Ἰατροῦ: ἢ τὸν ἐμπιστεύεται κάποιος καὶ ἀκολουθεῖ τὶς ὑποδείξεις του καὶ θεραπεύεται ἢ τὸν ἀθετεῖ καὶ πεθαίνει. Αὐτὴ ἡ πρώτη «πίστη», ὡς ἐμπιστοσύνη, εἶναι ἡ πίστη ποὺ προέρχεται «ἐξ ἀκοῆς» τοῦ κηρύγματος καὶ εἶναι ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση τῆς Θεογνωσίας (πρβλ. Ρωμ. 10, 17: «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ»).
.           Ἡ πρώτη αὐτὴ πίστη τοῦ ἀνθρώπου συνδέεται μὲ τὴ φυσικὴ γνώση του, ποὺ ἔχει ὡς ὄργανο τὴ διάνοια/λογική. Ὑπάρχουν δύο εἴδη πίστεως, ἀλλὰ καὶ δύο εἴδη γνώσεως, συγχρόνως δὲ δύο ὄργανα ἕνα γιὰ κάθε γνώση, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δηλαδὴ καὶ τὴ γνώση τοῦ κόσμου. Αὐτὸ δηλώνει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας: «Ἄλλη εἶναι ἡ γνώση, ποὺ προϋποθέτει τὴν πίστη, καὶ ἄλλη ἐκείνη, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν πίστη. Ἡ πρώτη εἶναι φυσικὴ γνώση, ἐνῶ ἡ ἄλλη πνευματικὴ γνώση». Μὲ τὴ φυσικὴ-λογικὴ γνώση -μολονότι εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ- μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Πῶς ὅμως ἡ φυσικὴ γνώση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Πίστη; Στρέφει, ὅπως λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, μέσῳ τῆς κτίσεως τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό (Ρωμ. 1, 20). Ὁ θεῖος δρόμος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων, τῶν «θείων σημείων». Ἡ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ προσανατολίζουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ προκληθεῖ ἡ «πρώτη» πίστη. Ὅταν λ.χ. ὁ Χριστὸς ἔθρεψε τοὺς «πεντακισχιλίους» στὴν ἔρημο, οἱ ἄνθρωποι, βλέποντας τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Χριστὸς, ἔλεγαν: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 6, 14). Σ’ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Πολλὰ οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ. Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20, 30-31). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἔλεγε στοὺς Ἰουδαίους «κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύετε, ἵνα γνῶτε καὶ γινώσκητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν τῷ Πατρί» (Ἰω. 10, 38). Καί: «Εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ, περὶ ἐμοῦ» (Ἰω. 10, 25).
.           Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ συνεχίζονται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ προκαλοῦν τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο οἱ «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν» (Πράξ. 7, 51), οἱ Φαρισαῖοι κάθε ἐποχῆς, ἀπορρίπτουν τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ σωτηρία. Ἡ σκλήρυνση καὶ πώρωση τῆς καρδιᾶς εἶναι πνευματικὸς θάνατος τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀνίκανος νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
.           Ἡ «ἁπλὴ» πίστη, ὡς λογικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας ἀλήθειας, δὲν ἀρκεῖ βέβαια γιὰ τὴ σωτηρία. Μία παρόμοια πίστη διαθέτουν καὶ ὁ διάβολος καὶ τὰ δαιμόνια. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰάκωβο τὸν ἀδελφόθεο: «Τί τὸ ὄφελος, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; (ἐννοεῖ τὴν «πρώτη» πίστη, ἂν σταματήσει ἐκεῖ)· Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσιν» (Ἰακ. 2, 14-19). Ἡ πρώτη πίστη συμβάλλει στὴ σωτηρία, ὅταν κατὰ τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, ἔχει «ἔργα». Τὰ ἔργα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ἔμπρακτη συνέπεια τοῦ πιστεύοντος στὸν Χριστὸ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐμπιστοσύνη του καὶ ὑπακοὴ του στὸν Χριστό, ἡ ἀναγνώρισή Του ὡς Σωτήρα.
.           Ποιά εἶναι ὅμως τὰ ἔργα, ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη; Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Θεολόγος (ι´-ια´ αἰ.) μιλᾶ γιὰ τὶς «ἀρετές», ποὺ γεννᾶ ἡ πρώτη πίστη: «Ἡ πίστη στὸν Θεὸ γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ πράγματα καὶ τὸν φόβο γιὰ τὴν καταδίκη. Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὰ καλὰ καὶ ὁ φόβος τῆς καταδίκης ὁδηγοῦν στὴν ἀκριβὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, πάλι,  ἀποκαλύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ συνειδητοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ φθάνει στὸ σημεῖο, νὰ ἔχει σύνοικό του αὐτὴ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ σπεύσει νὰ γνωρίσει, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κατάστασή του μετὰ τὸ θάνατο. Ὅποιος ὅμως ἐνδιαφέρεται νὰ μάθει κάτι γιὰ ὅσα συμβαίνουν μετὰ θάνατον, μένει μακριὰ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Διότι καὶ μὲ μιὰ μόνη ἀπὸ αὐτὲς ἂν εἶναι κανεὶς δεμένος, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν πλήρη γνώση». Οἱ ἀρετές, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν πρώτη πίστη, βρίσκονται σὲ σχέση ἀλληλοεξαρτήσεως μεταξύ τους, διότι ἡ μία παράγει τὴν ἄλλη. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «Ὅποιος σκέπτεται τὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση. Φοβούμενος τὴν κόλαση κρατεῖ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη. Ὅποιος κρατᾶ τὸν ἑαυτό του μακριὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς. Ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὁ ἔχων ἐλπίδα στὸν Θεό, ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ τὸ γήινο, δηλαδὴ ἀποκτᾶ τὴν ἀπάθεια. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποσπᾶ τὸν νοῦ του ἀπὸ κάθε τὶ γήινο, ἀποκτᾶ τὴν θεία ἀγάπη».
.           Πρέπει ἐδῶ νὰ λεχθεῖ, ὅτι ἡ σύγχυση ποὺ προέκυψε στὴ Δύση γιὰ τὴ σχέση πίστεως καὶ ἔργων, εἶναι στὴν πατερικὴ παράδοση ἀνύπαρκτη. Ὁ Ἰάκωβος μιλεῖ γιὰ τὴν πρώτη πίστη, ποὺ πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὰ ἔργα σωτηρίας. Ὁ Παῦλος ὅμως μιλεῖ κυρίως γιὰ τὴν δευτέρα πίστη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὴ συνέχεια. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδία.  Ἂς γυρίσουμε ὅμως στὴν πρώτη πίστη.
.           Τὰ ἔργα τῆς πρώτης πίστεως ἔχουν θεραπευτικὸ χαρακτήρα καὶ λειτουργοῦν ὡς πνευματικὰ φάρμακα γιὰ τὴ θεραπεία/ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὴν κοινωνία της μὲ τὸν Θεό. Τὰ «ἔργα τοῦ νόμου» -αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους- δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ τύχουν ἀξιομισθίας (ἀμοιβῆς: Λουκ. 17, 10) ἢ νὰ σώσουν τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Φαρισαῖοι λ.χ. εἶχαν νὰ ἐπιδείξουν ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ σωθοῦν, διότι δὲν εἶχαν «καθαρὰν καρδίαν». Ἡ κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Τὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς πρώτης πίστεως εἶναι, λοιπόν, ὅτι ὁδηγεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδίας. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη ὑπόκειται σὲ ἔλεγχο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ μία θεραπευτικὴ ἰατρικὴ μέθοδος, ποὺ ἀποδεικνύεται ὀρθή, ὅταν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴ θεραπεία. Καὶ ἐδῶ, πάλι, φαίνεται ἡ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ Μὴ- Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μὴ- Ὀρθοδοξία (αἵρεση) δὲν ὁδηγεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει, στὴ θεραπεία, διότι δὲν διαθέτει τὰ «φάρμακα» τῆς σωτηρίας. Αὐτὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Γραφῆς καὶ τὰ δόγματα (ἀποφάσεις) τῶν Οἰκουμ. Συνόδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν καταγραφὴ τῶν ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων στὸ ζήτημα τῆς σωτηρίας. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας προσφέρουν τὴν σώζουσα πίστη καὶ καθορίζουν τὰ ὅρια τῆς πορείας τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων ἀγωνίζονται ἕως θανάτου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρότητος τῶν δογμάτων, ὅπως οἱ γνήσιοι Ἰατροὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διάσωση μιᾶς θεραπευτικῆς μεθόδου. Νόθα δόγματα δὲν σώζουν· καὶ ἐδῶ φαίνεται, πάλι, ἡ τραγωδία τῶν αἱρέσεων. Τὰ δόγματά τους εἶναι φάρμακα νοθευμένα καὶ θανατηφόρα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ αἰώνια καταστροφή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ οἱ Ἅγιοι φοβοῦνται ὄχι τόσο τὴν ἁμαρτία, ὅσο τὴν αἵρεση.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ μιὰ ἱστορικὴ πρακτική, ποὺ συχνὰ παρερμηνεύεται. Ἡ αἵρεση, ὅπως ἔχει ὑποστηρίξει ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν Χριστιανικὴ Πολιτεία νόθο φάρμακο, ἀφοῦ περιέχει δηλητηριώδη διδασκαλία. Γι’ αὐτὸ ἐκαίοντο συχνὰ -καταστρέφονταν δηλαδὴ- τὰ βιβλία τῶν αἱρετικῶν (ὄχι ὅμως καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Αἱρετικοὶ) στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή…, ὅπως κάθε εὐνομούμενη Πολιτεία πρέπει νὰ καταστρέφει τὰ φάρμακα, ποὺ θανατώνουν τοὺς πολίτες καὶ νὰ ἐμποδίζει τὴ δράση τῶν ψευδοϊατρῶν. Στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν τίθεται θέμα ἐλευθέρας διακινήσεως τῶν ἰδεῶν, διότι ἀπειλεῖται ἡ αἰώνια «ὑγεία» τοῦ ἀνθρώπου.
.           Αὐτὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἕως σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἀγωνίζεται νὰ προφυλάξει τὸ ποίμνιό της ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς ὁμάδες Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ποὺ ἀσκοῦν -ἰδιαίτερα στὴν Πατρίδα μας- ἀνοικτὸ καὶ προκλητικὸ προσηλυτισμό. Γι’ αὐτὸ χρειαζόμεθα τὴν προσευχὴ καὶ συνεργασία ὅλων.

γ) Τελεία πίστις – ἐνδιάθετος (ἐσωτερικὴ) πίστις.

.           Ἡ πρώτη πίστη δὲν σώζει μέν, ἀλλὰ ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ δηλώνεται μόνο μὲ τὴν τελεία καὶ ἐνδιάθετη πίστη. Αὐτὸ κηρύσσεται ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, ὅπως ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (δ’ αἰ.): «Ἐκεῖνος, ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιστεύσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, πρέπει νὰ ἐπιδιώξει νὰ λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χορηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν ψυχή… Ἂν κανεὶς ὅμως δὲν ἀναζητήσει ἐδῶ, ἀπὸ τώρα, τὴ ζωή, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ διατηρήσει μέσα στὴν ψυχή του, ὅταν πεθάνει, τὸν περιμένει ὁ τόπος τοῦ σκότους, στὰ ἀριστερὰ τοῦ Κυρίου».
.           Αὐτὴ ἡ πίστη ὀνομάζεται «μεγάλη», «τελεία», «ἐνδιάθετος», «ἐκ θεωρίας». Εἶναι ἡ πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας, διότι συνιστᾶ τὴν βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ «πρώτη» πίστη εἶναι περισσότερο ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, πάντοτε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ τελεία πίστη εἶναι καρπὸς καὶ δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανείς, πρέπει νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Χριστιανοῦ (πρβλ. «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», Ἰωάν. 20, 22). Ἡ προσευχὴ τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ εἶναι: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας… ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν…». Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἄσκηση, ὀνομάζεται «πνευματικὸς ἀγώνας» διότι ἀκριβῶς ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος δεκτικὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πατερικὲς ἀναφορὲς στὴ διπλὴ πίστη:

.           Ἰω. Δαμασκηνός (PG. 94, 1125C – 1128A). «Ἡ πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς· ἀκούσαντες γὰρ τῶν θείων γραφῶν, πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ… Ἔστι δὲ πάλιν πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις… Ἡ μὲν οὖν πρώτη, τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστί, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος».
.           Ἀναστάσιος Σιναΐτης (PG. 89, 76 CD). «Διττῶς δὲ νοεῖται ἡ πίστις ἡ ὀρθή. Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς τοῦ κηρύγματος καὶ ἐστι βεβαιοτέρα πίστις ἡ τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ὑπόστασις. Καὶ τὴν μὲν ἐξ ἀκοῆς πάντες ἄνθρωποι ἔχειν δύνανται. Τὴν δὲ δευτέραν μόνοι οἱ δίκαιοι (=ἅγιοι) κέκτηνται».
.           Ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Πνεῦμα ἔνοικο μέσα του, «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνον» στὴν καρδιὰ του (Ρωμ. 8, 26). Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι «πιστός», «ναὸς Θεοῦ» (Α’ Κορ. 3, 16). Πνευματικὸς ἄνθρωπος στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ φορέας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶναι αὐτός, ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστό, ὡς γνήσιο μέλος του σώματός Του. Τὴν παύλεια διάκριση: πνευματικὸς-ψυχικὸς-σαρκικὸς ἄνθρωπος διακρατοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, μιλώντας γιὰ ἄνθρωπο «κατὰ φύσιν», «ὑπὲρ φύσιν» καὶ «παρὰ φύσιν». Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητὴς ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴ διαίρεση μὲ τὰ λόγια: Ὅταν ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «παρὰ φύσιν», ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ συγκρούεται μὲ τοὺς συνανθρώπους, διότι τὸν ἀδικοῦν (σαρκικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς βρίσκεται σὲ κατάσταση «φυσική» (κατὰ φύσιν), τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν λογισμῶν. Ὁμολογεῖ στὸν Θεὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ γνωρίζει πολὺ  καλὰ τὴν αἰτία τῶν παθῶν του (φυσικὸς ἄνθρωπος). Ὅταν ὁ νοῦς ὅμως φθάσει στὴν κατάσταση «ὑπὲρ φύσιν», λαμβάνει τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γνωρίζει, ὅτι, ὅταν ἀρχίσει νὰ προτιμᾶ τὴν φροντίδα τῶν σωματικῶν, δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει τὸ Πνεῦμα (πνευματικὸς ἄνθρωπος).
.           Ἡ ἐνδιάθετη πίστη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμὰ εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἀποδείξεις γιὰ τὸν Θεό. «Ἡ πίστη -λέγει- εἶναι ἡ καλύτερη ἀπὸ κάθε ἀπόδειξη καὶ ἀναπόδεικτη ἀπόδειξη μιᾶς ἁγίας ἀποδείξεως», διότι εἶναι ἐμπειρία, ἐσωτερικὴ βεβαιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀναπτύχθηκαν στὴν Ὀρθοδοξία οἱ λογικὲς ἀποδείξεις τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν κρίθηκαν ποτὲ ἀναγκαῖες. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ (θεοπτία) εἶναι ἡ ἄμεση καὶ ἀνυπέρβλητη ἀπόδειξη γιὰ τὴ θεία ὕπαρξη καὶ παρουσία.
.           Ἡ τελεία πίστη ἀναφέρεται συχνὰ στὴν Κ. Δ. ἀλλὰ χρειάζεται γνώση τοῦ γλωσσικοῦ κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὴν κατανόησή της. Μερικὰ παραδείγματα:

Ἰω. 3, 16: «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» («αἰώνιος ζωή» = ἡ χάρη, θεία ἐνέργεια. «Ὁ πιστεύων» = ὁ ἔχων ἔνοικον τὴ χάρη).

Ἰω. 3, 18: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται».

Ἰω. 11, 6: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται».

Ἰω. 14, 12: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ (τὰ θαύματα) κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (πρβλ. τὰ θαύματα τῶν Ἁγίων, ἤδη στὴν Κ. Διαθήκη).

.           Μὲ τὴν τελεία πίστη σχετίζεται καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου στὴν πρὸς Ἑβραίους (11, 1): «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Τὸ «ἐλπιζόμενον» εἶναι ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Προσδοκῶμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴ Χάρη Του. Τὸ «μὴ βλεπόμενο», πάλι, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρη. Ἡ ἐνδιάθετη πίστη γίνεται ἔλεγχος, δηλαδὴ διαπιστωτικὸς παράγων, ἐκείνου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ σωματικὰ μάτια. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴ «θεωρία», στὴ θέα δηλαδὴ τῆς θείας μεγαλειότητος (βασιλείας). Αὐτὸ δηλώνει καὶ ὁ ἄλλος λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «ἐὰν… πιστεύσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου… σωθήσῃ» (Ρωμ. 10, 9). Δὲν πρόκειται, ἔτσι, γιὰ λογικὴ πίστη, ἀλλὰ καρδιακή, ποὺ εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν καρδιά. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ κατανοηθεῖ καὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 18, 8): «Πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἄρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς»;
.           Θὰ μποροῦσε ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος νὰ ἐρωτήσει γιὰ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἐνδιάθετης πίστεως. Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ μιὰ καινοδιαθηκικὴ περίπτωση (Πράξ. 3, 1-8): «Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην, καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ’ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ, τὴν λεγομένην ὡραίαν, τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν. Ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην λαβεῖν. Ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ Ἰωάννῃ εἶπεν· βλέψον εἰς ἡμᾶς. Ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς, προσδοκῶν τι παρ’ αὐτῶν λαβεῖν. Εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι. Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου περιπάτει… Καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει…».
.           Μόνο αὐτὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του μιλεῖ ὅπως ὁ Ἀπ. Πέτρος. Ἀνάλογες στιγμὲς ἀπαντοῦν στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων (π.χ. ὁ ἅγιος Σπυρίδων πηγαίνει στὸν τάφο τῆς θυγατέρας του καὶ τὴν προσφωνεῖ βέβαιος, ὅτι θὰ λάβει τὴν ἀπάντησή της). Γιατί ἐμεῖς οἱ κληρικοί, ποὺ ἔχουμε λάβει τὴν ἴδια χειροτονία μὲ ἐκείνους, δὲν θὰ τολμούσαμε ποτὲ νὰ προβοῦμε σὲ παρόμοιες ἐνέργειες; Ἁπλούστατα, διότι ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐνεργὸς μέσα μας. Δὲν εἴμασθε φορεῖς τῆς χάριτος, ἀλλὰ μεταφορεῖς (ἀχθοφόροι) της!
.           Κριτήριο τῆς ἀληθινῆς πίστεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων της γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ προσφερόμενες ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποδείξεις τῆς θεώσεως, δηλαδὴ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅπως λ.χ. αὐτὸ τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος σήμερα στὴν Κέρκυρα καὶ τὰ 120 λείψανα στὴν Μ. Λαύρα τοῦ Κιέβου στὴν Οὐκρανία. Ἡ αἵρεση δὲν ἔχει νὰ δείξει ἅγια λείψανα, ἀκέραια, θαυματουργὰ καὶ εὐωδιάζοντα (=μαρτυρία τῆς θεώσεως). Ἐξ ἄλλου, ἡ αἵρεση νοθεύει τὴν πίστη σὲ δύο κατευθύνσεις: ἢ μεταβάλλει τὴν πίστη σὲ φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ ἰδεολογία ἢ ἀπολυτοποιεῖ τὰ ἔργα, ὅπως οἱ Φαρισαῖοι, καὶ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα στεῖρο ἀκτιβισμό (=ἱεραποστολὴ χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀναγέννηση).
.           Ἐδῶ ὅμως γίνεται κατανοητὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ (γ’ αἰ.) «extra ecclesiam nulla salus» (ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει σωτηρία). Ἐκκλησία ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ συμβατικὰ ὀνομάζεται σήμερα Ἐκκλησία (καὶ οἱ αἱρέσεις αὐτοκαλοῦνται ἐκκλησίες), ἀλλὰ τὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ λόγος του σημαίνει: Ἔξω ἀπὸ τὴν ζωή, ποὺ συνιστᾶ τὸν τρόπο ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ Σώματος στὴν ἱστορία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου σώζεται αὐτὸς ὁ τρόπος ὑπάρξεως: Κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου, β’ αἰ.: «Ubi Spiritus Sanctus, ibi Ecclesia et omnis Gratia». Ὅπου ὑπάρχει (αἰσθητὴ) ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἅγιοι, θαύματα), ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ Ἐκκλησία καὶ ὅλη ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

 Συμπερασματικές ἐπισημάνσεις

1) Ὀρθοδοξία ὑπάρχει μόνο ἐκεῖ, ὅπου ἡ μέθοδος γιὰ τὴν τελεία πίστη εἶναι γνωστὴ καὶ ἐφαρμόζεται. Ὅπου ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν θέωση εἶναι ἄγνωστη, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ χῶρος χαρακτηρίζεται ὡς ὀρθόδοξος, ἐκεῖ ὑπάρχει αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως καὶ συνεπῶς Μή-Ὀρθοδοξία. Ἡ αἵρεση, ὡς αἱρετικὸς τρόπος ὑπάρξεως, ἀγνοεῖ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Σ’ αὐτὴν θρησκειοποιεῖται ἡ πίστη (ἀναζητεῖται γεφύρωση τῆς ἀποστάσεως ἀνθρώπου-Θεοῦ μὲ τὰ ἐξωτερικὰ-τελετουργικὰ μέσα τῆς θρησκείας). Ἡ θρησκειοποίηση τῆς πίστεως ἀναιρεῖ τὴν πίστη, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἰδεολογικοποίησή της. Οἱ αἱρετικοὶ θεολογοῦν νοησιαρχικά, ἐπιστημονικά, ἀκαδημαϊκά, καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ὀρθόδοξος, ἄρα, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν διατυπώνει αἱρετικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ποὺ καθαρίζει τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ φθάσει στὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό. Κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης οἱ αἱρετικοὶ ἐμφανίζονται, ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ θεούμενοι.

2) Ὁ οἰκουμενικὸς διάλογος θὰ ἀποκτοῦσε κάποιο νόημα, ἂν ἠσχολεῖτο μὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ «ἐπιστημονικοὺς» συμβιβασμοὺς γιὰ τὴν ἐξεύρεση λύσεων.

3) Ἡ αἵρεση ἀποκρούεται ὄχι μὲ τὴ βία ἢ μὲ νομικὰ καὶ ἀστυνομικὰ μέτρα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὅπου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐμπειρία, ὑπάρχει Ἐκκλησία. Δυστυχῶς στὶς σύγχρονες χριστιανικὲς κοινωνίες ἡ ζήτηση τῆς χάριτος τείνει τελείως νὰ χαθεῖ, καὶ μόνο ὁ ὁρθόδοξος μοναχισμὸς παραμένει ἀκόμη ὁ χῶρος, ποὺ διασώζει τὴν  ζήτηση τῆς «τελείας πίστεως». Καὶ γι’ αὐτὸ μένει ὁ μοναχισμὸς συνεχιστὴς τῆς ἀποστολικοπατερικῆς πνευματικότητας.

4) Ἡ ζήτηση τῆς τελείας πίστεως εἶναι τὸ κριτήριο γιὰ τὴ γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραποστολῆς. Διότι σχετικὰ μὲ τὴν Ἱεραποστολὴ ἀναδύονται κάποια βασικὰ ἐρωτήματα: Τί σημαίνει ἱεραποστολή; Τί κηρύσσεται μὲ αὐτήν; Ποῦ καλοῦνται οἱ μὴ χριστιανοί; Σὲ ποιὰ ἐκκλησία; σὲ ποιὸ Χριστό; Καλοῦνται γιὰ νὰ σωθοῦν ἢ γιὰ νὰ γίνουν ὀπαδοὶ κάποιου ἐξουσιαστικοῦ χώρου;

5) Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβεῖται τοὺς διωγμούς, ἀλλὰ τὴν αἵρεση, διότι μόνο αὐτὴ μπορεῖ νὰ βλάψει τελεσίδικα τὴν πίστη.

6) Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Ὀρθοδοξία, γεννᾶ Ἁγίους καὶ παραμένει ἔτσι στὸν κόσμο χῶρος ἁγιασμοῦ καὶ ἁγιότητας.

ΠΗΓΗ: impantokratoros.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! «Μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια!»

Κατεβλήθη!

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.              Ἦταν ὑπόδουλοι, ἀλλὰ δὲν ἦταν δοῦλοι. Ἦταν σκλαβωμένοι, μὰ δὲν ἔγιναν σκλάβοι ποτέ. Ἦταν τα­πεινοὶ καὶ καταφρονεμένοι, εἶχαν ὅ­μως ὑπέροχο καὶ ὑψηλὸ φρόνημα καὶ ἀρχον­τικὴ καρδιά. Ἦταν φτωχοί, μὰ πλούτιζαν τὸν κόσμο.
.            Δὲν εἶχαν πτυχία, διδακτορικὲς διατριβές, τίτλους καθηγεσίας· εἶχαν ὅμως τὴν ἀληθινὴ θεολογία. Ἦταν ζυμωμένοι μὲ τὴν Παράδοση. Ἦταν φορεῖς τῆς ἀλή­θειας τῶν Πατέρων, τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Εὐαγγελίου.
.            Ἦταν ἀληθινοί.
.           Οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ Ἐπίσκοποι τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Τῆς σκοτεινῆς περιόδου τῆς δουλείας.
.           Κι ὅταν δέχθηκαν τὴ μεγάλη πρόκληση, δὲν δίστασαν!
.             Οἱ μικροί, οἱ φτωχοί, οἱ ἀδύναμοι, οἱ διωγμένοι καὶ περιφρονούμενοι καὶ καταπιεζόμενοι εἶπαν τὸ μεγάλο ΟΧΙ!
.          ΟΧΙ στὸν παποκράτορα, τὸν δίκερο γίγαντα τῆς Ρώμης, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Δίκερο, διότι διεκδικεῖ διπλὴ ἐξουσία: πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ἀλλὰ δίκερο καὶ διότι ἐνσαρκώνει τὸ δίκερο θηρίο τῆς «Ἀποκαλύψεως», ποὺ ἐμφανίζεται μὲ προσωπεῖο ἀρνιοῦ, ἀλλὰ εἶναι δράκων, καὶ τὸ ὁποῖο πείθει τοὺς λαοὺς νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἀντίχριστο ὡς Χριστό (Ἀ­ποκ. ιγ´ [13] 11-18).
.            Σ᾿ αὐτὸ τὸν πανίσχυρο, ἐπίδοξο θρη­σκευτικὸ πλανητάρχη εἶπαν τὸ ΟΧΙ: στὸν πάπα Πίο τὸν Θ΄, ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος 1848 ἐξέδωσε τὴν Ἐγκύκλιο «In Sup­re­ma Petri Apostoli Sede» (Ἐν τῇ Ὑ­περ­τάτῃ Ἕδρᾳ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου), μιὰ ψευδοαγαπητικὴ ἐπιστολή, μὲ τὴν ὁ­ποία τοὺς καλοῦσε – καλοῦσε ὅλους τοὺς Χριστιανούς – νὰ ὑποταγοῦν στὴν ἐξουσία του. Εἰδικὰ στοὺς Ὀρθοδόξους πρό­τεινε ὡς τρόπο ἑνώσεως αὐτὸν τῶν προ­­βατόσχημων λύκων τῆς Οὐνίας: Νὰ κρατήσουν ὅλη τὴν παράδοσή τους, ἀρ­κεῖ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἐξουσία του.
.           ΟΧΙ! τοῦ ἀπάντησαν.
.              Καὶ δὲν τοῦ εἶπαν μόνο ΟΧΙ!.
.             Αὐτοὶ οἱ ἀδύναμοι στὸν πανίσχυρο εἶ­παν: Τέλειωσες! Εἶσαι νεκρός! Τὸ σύστημά σου, ἡ ψευδοεκκλησία σου ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! Συντρίφθηκε, διαλύθηκε, ἐξαφανίσθηκε. Τοῦ μίλησαν σὲ προφητικὸ Ἀόριστο, τὸν ἰσχυρότερο ὅλων τῶν χρόνων. Ὄχι σὲ Μέλλοντα: Θὰ καταβληθεῖ! Οὔτε κἂν σὲ Τετελεσμένο Μέλλοντα: Θὰ ἔχει καταβληθεῖ! Ἀλλὰ σὲ Ἀόριστο: ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!
.           Δὲν γνώριζαν διπλωματικὴ γλῶσσα οἱ μακάριοι. Ναί, μακάριοι. Οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στὴν κατὰ τὸ ἔτος 1848 ἀπάντησή τους. Δὲν γνώριζαν ἀπὸ ψευδοαγαπολογία. Δὲν τοὺς θάμ­πωναν ἰδέες σὰν αὐτὲς ποὺ κυκλοφοροῦν σήμερα περὶ «ἀδελφῶν Ἐκκλησι­ῶν», περὶ «δύο πνευμόνων», περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας».
.               Οἱ μικροὶ αὐτοὶ κατὰ κόσμον – μεγάλοι κατὰ Θεόν – μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια! Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κατέθεσαν στὴν ἀπάντησή τους πρὸς τὸν αὐθάδη πάπα Πίο τὸν Θ´.
.             Συμπύκνωσαν στὶς ἐπιγραμματικές τους φράσεις τὴ θεολογία 19 αἰώνων, τὴ διαχρονικὴ μαρτυρία τοῦ Πνεύματος. Καὶ νὰ θέλαμε, τοῦ εἶπαν, δὲν μποροῦμε. Γιατί; Διότι τὴν πίστη τὴ δική μας τὴ διαφεντεύει ὁ λαός:
.                «Ἔπειτα παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
.               Καὶ κατέληξαν, ἀσφαλίζοντας τὸ ποίμνιό τους, τὰ παιδιά τους:
.               «Ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥσπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ” (Ἀ­ποκ. ιβ´ [12] 10)».
.                Μὴ φοβάστε, παιδιά μας! Τὸ παπικὸ κακόηθες μόρφωμα εἶναι ἤδη νεκρό. «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! Ὅπως διαλύθηκε τότε ὁ Ἀρειανισμός, ἔτσι θὰ ἀφανισθεῖ καὶ ὁ Παπισμός. Καὶ τὸ τέλος του θὰ τὸ ἀναγγείλει ἡ οὐράνια φωνή: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.             Σήμερα ὁ ἡγέτης τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται νὰ κυριαρχεῖ στὸν θρησκευτικὸ χῶ­ρο. Θρησκευτικὸς πλανητάρχης. Κάθε κίνησή του καταγράφεται γιὰ νὰ προβλη­θεῖ. Κάθε λόγος του σχολιάζεται. Μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μόνος. Ὡς πρόσωπο καὶ ὡς θεσμὸς διαχρονικός.
.             Μοιάζει, ἀλλὰ δὲν εἶναι.
.                Διότι ἤδη χάθηκε, «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.              Ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ μόνη ἀλήθεια, μένει.
.             Ὅπως τὸ δήλωσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο στὶς 14 Ἰουλίου τοῦ 2000 ὁ κορυφαῖος Βυζαντινολόγος – Προτεστάντης αὐτός – σὲρ Στῆβεν Ράνσιμαν: «Χαίρομαι μὲ τὴ σκέψη ὅτι στὰ ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θὰ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὴ Ἐκκλησία ποὺ θὰ ὑφίσταται»!
.           Ἡ Ὀρθοδοξία θὰ μένει ἀκατάβλητη γιὰ πάντα!

, , ,

Σχολιάστε

«Η ΕΛΛΑΔΑ καὶ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ»

Ἑλλάδα καὶ Ὀρθοδοξία δὲν πωλοῦνται

 

Σεπτέμβριος, 30, 2016

.                 «Πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Εἶναι μερικοὶ ποὺ δὲν ἀγαπᾶνε τὴν πατρίδα καὶ θέλουν νὰ κάνουν ἀφελληνισμὸ καὶ κάποιοι ποὺ δὲν ἀγαπᾶνε τὴν Ἐκκλησία καὶ θέλουν ἀποχριστιανισμό», τόνισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος πρὸς μαθητὲς ἀπὸ τὴν Ὀρεστιάδα ποὺ φιλοξενοῦνται στὶς ἐγκαταστάσεις τῶν κατασκηνώσεων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν στὸν Αὐλώνα καὶ οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπισκέφθηκαν σήμερα τὸ πρωὶ στὴν Ἀρχιεπισκοπή.
.                 «Ἡ Ἑλλάδα καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πωλοῦνται. Εἶναι δικά μας. Μᾶς ἀνήκουν καὶ θὰ τὰ κρατήσουμε», τόνισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος γιὰ νὰ προσθέσει πὼς «ὅ,τι παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς πατέρες μας εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ παραδώσουμε στὶς ἑπόμενες γενιές, εἴτε εἶναι ἀπὸ τὴν πατρίδα εἴτε ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Νὰ ξέρετε, ἀπὸ τὴν Ἱστορία, ὅτι ὅσοι τὰ ἔβαλαν μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς θεσμοὺς ἔχασαν».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ λόγου του, ἐπισήμανε ὅτι εἶναι κρίσιμα τὰ χρόνια καὶ ὅτι μᾶς ζηλεύουν.
.              Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὴν Ὀρεστιάδα τὸν περασμένο Ἀπρίλιο εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ 2ο Γυμνάσιο καὶ εἶχε προσκαλέσει τοὺς μαθητὲς νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Ἀθήνα. Ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀπὸ χθές, περίπου ἑκατὸ μαθητὲς τῆς β´ καὶ γ´ τάξεως τοῦ 2ου Γυμνασίου Ὀρεστιάδος φιλοξενοῦνται στὶς ἐγκαταστάσεις τῶν κατασκηνώσεων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν στὸν Αὐλώνα, ὅπου θὰ παραμείνουν μέχρι τὴν Κυριακή. Στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐκδρομῆς θὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ θὰ ξεναγηθοῦν σὲ ἀρχαιολογικοὺς χώρους, ἀλλὰ καὶ σὲ ἱστορικὲς ἱερὲς μονές. Σήμερα τὸ πρωὶ ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο προκειμένου νὰ τοῦ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν φιλοξενία καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του. Τὴ φιλοξενία, τὴ σίτιση καὶ τὶς ἐπισκέψεις στοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους καὶ στὶς ἱερὲς μονὲς τῶν μαθητῶν ἔχει ἀναλάβει τὸ Κέντρο Παιδείας Πολιτισμοῦ καὶ Ἐθελοντισμοὺ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

ΠΗΓΗ: news247

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΛΑΟΣ «Ἡ “Μεγάλη” Σύνοδος δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια».

Ὑπερασπιστὴς καὶ καύχημα
τῆς Ὀρθοδοξίας

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

 

.                Στὸν ἀπόηχο τῆς συγκλήσεως τῆς Μεγάλης Συνόδου εἶδαν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας δύο κείμενα σφόδρα ἐπικριτικὰ ἐναντίον ὅσων μὲ ποικίλους τρόπους ἀντέδρασαν στὴ σύγκληση καὶ τὸ ἔργο τῆς Συνόδου.
.               Τὸ ἕνα κείμενο, γραμμένο ἀπὸ λαϊκό, ζητοῦσε καθαιρέσεις καὶ ἀφορισμοὺς τῶν ἀντιδρώντων πιστῶν. Τὸ ἄλλο, γραμμένο ἀπὸ ἐπίσκοπο, ἐκφεύγει κάθε κριτικῆς. Διότι δὲν μπορεῖ νὰ ταιριάζουν σὲ κάλαμο ἐπισκόπου τέτοιες διατυπώσεις σὰν αὐτές:
.               «Ὅλη ἡ καχυποψία, ὅλη ἡ δυσπιστία, ὅλη ἡ μικροψυχία, ὅλη ἡ στενοκαρδία, ὅλη ἡ μικρόνοια, ὅλη ἡ ἡμιμάθεια, ὅλη ἡ ψυχικὴ τύφλωσις ἐπιστρατεύθηκαν κατὰ τῆς Συνόδου, καθὼς ἐπλησίαζε ὁ καιρὸς τῆς συγκλήσεώς της!… Ἀρχιερεῖς (εὐάριθμοι εὐτυχῶς)…, συνταξιοῦχοι πανεπιστημιακοὶ δάσκαλοι ποὺ ἐζήλωσαν ὄψιμες δάφνες Ὁμολογητῶν, καλόγηροι ποὺ μᾶλλον ἔχουν βρῆ μονότονο τὸ κομ­ποσκοίνι καὶ φλέγονται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ σώσουν τὴν οἰκουμένη μέσῳ τοῦ διαδικτύου, τῶν ΜΜΕ, διαφόρων “συνεδρίων” καὶ διαφωτιστικῶν ἐκδηλώσεων ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκουμένη, ἱερομόναχοι καὶ ἔγγαμοι ἱερεῖς κινούμενοι μεταξὺ τυφλοῦ φανατισμοῦ καὶ ἰδεοληψίας, λαϊκοὶ μὲ πρόδηλα χαρακτηριστικὰ παρανοίας, ἐθνοφυλετιστές, ψευδο-κανονολόγοι, σύνολα ἑτερόκλητα, ἀρειμάνια, κράζοντα, ἀλαλάζοντα, βοῶντα, ἄδραξαν τ’ ἄρματα νὰ πολεμήσουν τὴν Σύνοδο…».
.              Δὲν θὰ κρίνουμε τὸ δημοσίευμα. Εἶναι προτιμότερο νὰ τὸ καλύψει ἡ σιωπή. Τοῦτο μόνο θὰ σημειώσουμε: Ὅταν τὰ σκυλιὰ γαβγίζουν, ὁ καλὸς τσοπάνης χαίρεται· ἀκόμη κι ὅταν συμβεῖ νὰ γαβγίσουν γιὰ γνωστὰ καὶ φιλικά του πρόσωπα. Χαίρεται, διότι ξέρει πὼς ἔτσι τὸ κοπάδι του εἶναι ἀσφαλισμένο ἀπὸ τοὺς λύκους.
.                     Καὶ ὅσοι πιστοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί – ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ – ἀντέδρασαν στὴ Μεγάλη Σύνοδο, δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ κάποιο προσωπικό τους συμφέρον. Ἡ ἀγωνία νὰ κρατηθεῖ ἀμετάβλητη ἡ πίστη τῶν πατέρων τους τοὺς παρακινοῦσε νὰ ἐκφράσουν τοὺς φόβους τους ἔντονα. Ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν τὴ Σύνοδο νὰ αἴρεται στὸ ὕψος τῶν προηγουμένων Συνόδων καὶ νὰ ὁμολογήσει μαζί τους ἀκαινοτόμητη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵ­ρεση, διάδοχος τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Κι εἶναι πόνος μεγάλος καὶ ὀδύνη ἀφόρητη γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀλήθεια.
.               Αὐτός, ὁ τώρα ὑβριζόμενος λαός, ἦταν πάντα τὸ καύχημα τῶν Ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως καὶ τῶν ἀοιδίμων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατο­λῆς, οἱ ὁποῖοι στὴν ἱστορικὴ ἀπάντησή τους στὸν πάπα Πίο τὸν Θ´ τὸ 1848 ὁμολόγησαν: «Παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
.              Αὐτὸς ὁ μαχόμενος λαὸς εἶναι καὶ σήμερα καὶ θὰ παραμείνει ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ τὸ καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας.

, , ,

Σχολιάστε