Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ὀδύνη

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-5 «Ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Παραδείσου ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε καὶ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Ε´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Γ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Δ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.                  Συνοψίζοντας, ἤμασταν στὸν Παράδεισο. Ἐκεῖ μᾶς ἐτοποθέτησε ὁ Κύριος γιὰ νὰ εἴμεθα πάντα μακάριοι. Μόνοι μας ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε. Ἰδική μας ἀποκλειστικῶς ἦταν ἡ ἐπιλογή. Ἔτσι, ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη.
Τώρα, διὰ τοῦ Σταυροῦ, χρειάζεται ἡ ἐντελῶς ἀντίστροφη πορεία. Ποιά εἶναι αὐτή; Εἶναι νὰ δοκιμάσωμε ὀδύνη, ὄχι γιὰ ἄλλα πράγματα, ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι ματαιόδοξα καὶ ἁμαρτωλά, ἀλλὰ ὀδύνη γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἔτσι νὰ καταλήξωμε στὴν ἐν Θεῷ ἡδονὴ καὶ μακαριότητα.
.               Ἐπιγραμματικά, ἡ πνευματικὴ ζωὴ συνίσταται στὸ σχῆμα «ὀδύνη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡδονὴ ἐν Θεῷ». Ὀδύνη πρόσκαιρη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὅπως εὐαρεστῆται ὁ Θεὸς καὶ ἡδονὴ αἰωνία. Τὸ πρῶτο, ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς, ἐὰν τὸ ἐπιλέξωμεν. Τὸ δεύτερο, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νὰ προηγηθῆ ἡ ἰδική μας ἀγαθὴ προαίρεσις καὶ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὄντως οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀρχὴ μᾶς φαίνονται πικρὲς καὶ ὀδυνηρές. Καὶ εἶναι πικρές, διότι ἔχομε κληρονομήσει μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ἐπὶ πλέον ἔχομε ἀποκτήσει διάφορα πάθη, λόγῳ τῆς ἀπροσεξίας μας. Καὶ θέλει δουλειὰ στὴν ἀρχή, κόπο καὶ ἀγῶνα προκειμένου νὰ ἐπιτευχθῆ τὸ ἐσωτερικό μας πνευματικὸ μπόλιασμα. Καὶ πρέπει νὰ συνεχισθῆ μὲ ὀδύνη ὁ ἀγῶνας τῆς μετανοίας, ὥσπου νὰ ἔλθη ἡ ἄκτιστη θεϊκὴ ἐμπειρία. Διότι τότε, μὲ τὴν πρώτη θεϊκὴ γεῦσι ἀρχίζομε νὰ βγάζωμε πνευματικὰ φτερὰ καὶ τότε τὰ πράγματα ἀλλάζουν μέσα μας καὶ ἔξω μας. Τότε πλέον τὰ πράγματα γίνονται πιὸ εὔκολα.

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Δ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Μέρος Γ´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.                 Ἀπὸ τότε, τὸ σχῆμα «ἡδονὴ ≠ ὀδύνη» ἀποτελεῖ ἕνα συνεχὲς θλιβερὸ καὶ ἐντελῶς ἀδιάσπαστο δίπολο. Δηλαδή, πηγαίνουν αὐτὰ τὰ δύο πάντα μαζί. Εἶναι ἀχώριστα. Ἡ ἡδονὴ γεννᾶ ὀδύνη. Ἤ, διαφορετικά, ἡ ὀδύνη εἶναι σύμφυτος-«συνώνυμος» τῆς ἡδονῆς. Καὶ ὁ θάνατος γίνεται «συνώνυμος» τῆς ζωῆς. Διότι, δὲν πεθαίνομε στὴν τάδε ἡλικία, ἀλλὰ ἀρχίζει ὁ θάνατός μας, ἀρχίζει ἡ φθορά μας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς μας. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς, ξεκινᾶ καὶ ἡ ἀντίστροφη μέτρησίς μας πρὸς τὸν θάνατο. Ὁπότε κάθε φορά, ποὺ δυστυχῶς γιὰ τὴν ἐποχή μας ἑορτάζομε μὲ τόση λαμπρότητα τὰ γενέθλιά μας, κατ’ οὐσίαν ἑορτάζομε τὸ πλησίασμά μας κατὰ ἕνα χρόνο πρὸς τὸν θάνατό μας. (Σημ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛ.»: Στοὺς ἑορτασμοὺς γενεθλίων ἐπιδίδονται μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ἐπ᾽ ἐσχάτων Πατριάρχες καὶ Ἀρχιερεῖς θέλοντας προφανῶς νὰ διαλαλήσουν τὴν θνητότητα τοῦ ἀνθρώπου…!!!)
.                 Λοιπόν, ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὸ ἀνθρώπινο γένος ὡς παμμέγιστος παρείσακτος, ὡς ἡ μεγαλυτέρα παραφωνία μόνον φθόνῳ καὶ συνεργείᾳ τοῦ Διαβόλου. Δὲν ἀποτελεῖ τὸ κατ’ εὐδοκίαν, ἀλλὰ τὸ κατὰ παραχώρησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἕως καὶ βλασφημία, ὅταν ἐσφαλμένως νομίζωμε ὅτι ὁ Θεὸς εἰσήγαγε τὸν θάνατο στὸ ἀνθρώπινο γένος.
.                 Στὸ σημεῖο αὐτὸ κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ ἐπισημανθῆ, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἰσῆλθε ὡς τιμωρία γιὰ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του. Δὲν εἰσάγεται ὁ θάνατος λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἁπλῶς, μὲ τὴν πτῶσι ἀναδεικνύεται, ἀναφαίνεται, ἀποκαλύπτεται καὶ προβάλλεται ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πλέον νὰ γίνη ὑπέρβασις τοῦ θανάτου καὶ γι’ αὐτὸ καθίσταται ἡ κτίσις ἀνίκανη νὰ ἀποφύγη τὸν θάνατο καὶ αὐτομάτως ἐνεργοποιεῖται ὁ μεταπτωτικὸς μηχανισμὸς τῆς φθορᾶς ποὺ ὁδηγεῖ καὶ καταλήγει στὸν θάνατο. Δὲν εἶναι δυνατόν το κτιστὸν νὰ ἀποφύγη τὴν ἐπάνοδό του εἰς τὸ μηδέν, ἀπ’ ὅπου καὶ προῆλθε, παρὰ μόνον ἐὰν εὑρίσκεται σὲ διαρκῆ σχέσι μὲ τὸ ἄκτιστο, δηλαδὴ μὲ τὸν Δημιουργὸ Θεό. Μόνον δηλαδὴ μὲ τὴν θέλησι-ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῆ ὁ θάνατος. Αὐτὸ ὅμως, μὲ δεδομένη τὴν ἀγαθότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ἐξαρτᾶται τελικὰ ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσι ἢ ὄχι τοῦ λογικοῦ κτίσματος.
.                 Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὅτι ἡ κτίσις ἔχει στὴν φύσι της τὸ μηδὲν καὶ τὸν θάνατον. Ὅ,τι ἔχει ἀρχή, δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ μόνο του νὰ παραμείνη αἰώνιο, παρὰ μόνο μὲ τὴν θέλησι τοῦ ἀϊδίου Δημιουργοῦ Του. Καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρὶν τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὁ θάνατος ἦταν μία ἐγγενὴς πραγματικότης εἰς τὴν κτίσι, μὴ ἐνεργοποιηθεῖσα ὅμως. Mετὰ τὴν πτῶσι ἐνεργοποιήθηκε. Ἔτσι λοιπόν μὲ τὴν πτῶσι κυριαρχεῖ ὁ θάνατος, διότι, ὅπως εἴπαμε, λόγῳ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτομάτως καὶ φυσικῷ τῷ τρόπῳ προβάλλεται ἡ ἔμφυτη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μόνος του νὰ ὑπερβῆ τὸν θάνατο.
.                 Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ μεταπτωτικὴ κατάστασις τοῦ θανάτου, ἂν δοῦμε τὸ θέμα μέσα ἀπὸ ἕνα καθαρὰ πνευματικὸ πρίσμα, καὶ πάλιν εἶναι εὐεργεσία, διότι κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὴν ζωή μας «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Γιὰ νὰ μὴ γίνη δηλαδὴ αὐτὴ ἡ νέα μεταπτωτικὴ ἁμαρτωλὴ κατάστασις ἀθάνατη, γιὰ νὰ παύση κάποτε νὰ ὑπάρχη σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἡ ἁμαρτία. Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ μείνη ἀτελεύτητη, καὶ τοὐτέστιν ἀθεράπευτη, αὐτὴ ἡ νέα ἁμαρτωλὴ κατάστασις. Διότι, ἐὰν τὸ φιλοσοφήσωμε, θὰ παύσωμε ὅλοι μας νὰ ἁμαρτάνωμε, μόνον ὅταν πεθάνωμε.
[…]
.                 Μόνον μετὰ τὴν Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ παύση ἐντελῶς νὰ ὑπάρχη ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία, καὶ σὲ προσωπικὸ καὶ σὲ γενικὸ ἐπίπεδο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-5 «Ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Παραδείσου ἐπιλέξαμε καὶ φύγαμε καὶ καταλήξαμε στὴν ὀδύνη» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος

.            Ἡ σωτηριολογική ἐνέργεια τοῦ Σταυροῦ ὀφείλεται στόν σαρκί σταυρωθέντα Θεό – τόν ἀπαθῆ Θεότητι – πού θυσιάσθηκε ἐπ᾽ Αὐτοῦ καί Τόν κατέστησε τρισμακάριστο ξύλο. Σέ κάθε ἁγιαστική πρᾶξι, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τόν Τίμιο Σταυρό γιά νά θυμίζη στούς πιστούς ὅτι ἡ κατά Θεόν θυσία εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεσις εἰσόδου μας στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.               Ὁ Τίμιος Σταυρός εἶναι καί ἐνίσχυσις τῶν πιστῶν, διότι ὁ Χριστός, μέ δόλωμα τόν Ἑαυτόν Του καί ἄγγιστρο τόν Σταυρό συνέλαβε τόν Διάβολο.
.              Οἱ πρωτόπλαστοι, πίπτοντες στόν πειρασμό τῆς αὐτοθεώσεως – τῆς ἰσοθεΐας ἐρήμην τοῦ Θεοῦ – πρωτοεγεύθησαν τόν ”καρπόν” τῆς ἔνοχης ἡδονῆς – ἡ ἐνοχή ἔγκειτο μόνον στήν παρακοή – καί ἀπό τότε πρωτοεισήχθη ἡ ὀδύνη στό ἀνθρώπινο γένος. Κορυφαία ὀδύνη εἶναι ὁ θάνατος. Ἀπό τότε τό σχῆμα ἡδονή-ὀδύνη ἀποτελεῖ ἕνα συνεχές ἀδιάσπαστο δίπολο. Ὁ Χριστός ἔζησε τήν ὀδύνη, πάσχοντας ὑπέρ ἡμῶν καί ἀντί ἡμῶν, χωρίς νά γευθῆ καρπό ἔνοχης ἡδονῆς, διότι ἦτο ὁ ”πάσης ἐπέκεινα καθαρότητος” καί μᾶς ἄνοιξε ἐκ νέου τόν δρόμο τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τήν ἔνθεη ἡδονή τοῦ Παραδείσου μόνοι μας ἐκπέσαμε στήν ὀδύνη. Τώρα ἀπαιτεῖται ἀπό ἐμᾶς ἡ ἀντίστροφη πορεία τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν. Ἡ πνευματική ζωή συνίσταται στό σχῆμα ”ὀδύνη γιά τόν Θεό-ἡδονή ἐν Θεῷ”.
.                 Ὁ Τίμιος Σταυρός γίνεται ἡ προσωπική κλῖμαξ ἀνόδου μας στόν Οὐρανό, διότι ἡ προέκτασίς Του εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Οἱ πικρές, λόγῳ τῶν παθῶν μας, ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι ἄρνησις, ἀλλά θέσις, διότι ἀρνούμενοι διά τοῦ Σταυροῦ τά πάθη μας γευόμεθα τήν προσωπική μας ἀνάστασι, ὑπεραναπληρούμενοι μέ τήν ἄκτιστο θεία Χάρι.

 (Σεπτέμβριος 2014)

ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ ΜΟΥ; «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ἕνας κόκκος ἄμμου χαμένος μέσα στὸ ἀχανὲς σύμπαν. Ποιὸς ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτόν; Κανένας». [2]

Γιατί Θεέ μου; [B´]

Τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
ἀρ. τ. 4257, Μάϊος 2012  καὶ  τ. 4258 Ἰούνιος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/28/γιατί-θεέ-μου-1/

.              «Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ἕνας κόκκος ἄμμου χαμένος μέσα στὸ ἀχανὲς σύμπαν. Ποιὸς ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτόν; Κανένας. Ποιὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ ἕνα σκουπίδι, ποὺ τὸ στροβιλίζει ὁ ἄνεμος…».
.              Πῶς ἕνα τέτοιο ἀπάνθρωπο σύμπαν καὶ ἕνας κόσμος θλιβερός, ποὺ ζῆ μέσα σ’ αὐτό, νὰ δεχθῆ τὴν διακήρυξη τῆς πίστεως, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη; Πῶς νὰ πιστέψη, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, κυβερνᾶ καὶ προνοεῖ γιὰ τὸν κόσμο, πού, ἡ πανσοφία καὶ ἡ ἀγαθότητά Του, δημιούργησε;
.              Ἔτσι βγαίνει τὸ πρόχειρο καὶ ἀφιλοσότητο συμπέρασμα: Τὸν κόσμο δὲν τὸν κυβερνᾶ ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἡ τυφλὴ καὶ ἀναίσθητη τύχη. Δὲν ὑπάρχει πίσω ἀπὸ αὐτὸν φωτεινὸς νοῦς, πονετικὴ καρδιά, στιβαρὸ χέρι. Κινεῖται στὸ χάος. Ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ ἀπὸ τὸ μηδὲν στὸ πουθενά! Εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα;
.             Στὴν σύγχυση ποὺ προκαλοῦν συνήθως οἱ θλίψεις καὶ ὁ πόνος ἔρχεται, λοιπόν, νὰ προσθέση ἄλλη σύγχυση ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεώς τους. Φιλοσοφικὰ συστήματα καὶ ἰδιαίτερα οἱ ἀνατολικὲς θρησκεῖες ἐπιτείνουν τὴν σύγχυση καὶ ἐπιδεινώνουν τὴν κατάσταση. Δημιουργοῦν τὸν ἄνθρωπο τῆς φυγῆς, τῆς λιποταξίας, τῆς ἀπαισιοδοξίας, τῆς ἀπελπισίας.
.              Τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καὶ τοῦ φυσικοῦ κακοῦ ἀντιμετωπίζεται στὴν Π. Διαθήκη. Ἰδιαίτερος λόγος γίνεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Ὁλόκληρο τὸ θαυμάσιο καὶ θεόπνευστο αὐτὸ βιβλίο εἶναι ἀφιερωμένο στὸ ζήτημα αὐτό.
.              Γνωστὴ ἡ ἱστορία. Ὁ Ἰὼβ εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν δίκαιος. Ἄψογος, ἄμεμπτος, ἀνεπίληπτος. Διαθέτει μιὰ περιουσία σπουδαία. Καμαρώνει μιὰ πολυμελῆ καὶ εὐτυχισμένη οἰκογένεια. Ἔρχεται ὅμως ἡ δοκιμασία. Ὁ Σατανᾶς τὸν πειράζει δυνατά. Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει ἀπανωτὰ χτυπήματα. Ἀπώλεια περιουσίας, θάνατος παιδιῶν, ἀρρώστια ὀδυνηρή. Ἀπὸ τὴν πιὸ μεγάλη εὐτυχία στὴν πιὸ μεγάλη δυστυχία. Καὶ μόνον αὐτά; Τί χρειάζεται τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ μεγάλου πόλου του; Τί ἄλλο ἀπὸ συμπαράσταση καὶ στοργή. Καὶ δὲν τὰ ἔχει. Ἡ γυναίκα του, οἱ φίλοι του, ἀντὶ παρηγοριᾶς προσθέτουν ὀδύνη στὴν ὀδύνη του. Ὁ λόγος τους πικρὸς ἀνοίγει βαθύτερα τὶς πληγές του. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ συμπάθεια καὶ συναντάει τὴν σκληρότητα.
.              Καὶ τὸ ἐρώτημα μένει. Καὶ τὸ πρόβλημα τοῦ πόνου περιπλέκεται. Γιατί ὁ δίκαιος καὶ ἀθῶος νὰ πάσχη καὶ νὰ ὑποφέρη. Γιατί τόσες δοκιμασίες δυσανάλογες μὲ τὰ ἐλαφρὰ καὶ ἀπὸ συναρπαγὴ παραπτώματα;
.              Βέβαια, συχνά, ὑπάρχει στενὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν θλίψη, ἀνάμεσα στὸ ἠθικὸ καὶ φυσικὸ κακό. Ὁ πόνος πολλὲς φορὲς ἀποτελεῖ παιδαγωγικὸ μέσο γιὰ τὸν ἐξαγνισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ συνδέουμε ὁπωσδήποτε τὶς θλίψεις μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν τιμωρία. Δὲν εἶναι ποινὴ γιὰ παρεκτροπές.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΠΟΝΟΣ. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μὴ θέλοντας νὰ ὑποφέρει διόλου, ὑποφέρει πιὸ πολύ. (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

Ὁ πόνος
Γράφει ὁ μοναχὸς ΜΩΥΣΗΣ, Ἁγιορείτης

.       Ἕνα πλθος κόσμου σήμερα ποφέρει, διαφορότροπα κα γι ατ νησυχε πολύ. Κανένας νθρωπος δν πάρχει πο ν μ διλθε τ καμίνι ατό. Πρόκειται γιὰ πανανθρώπινη δυνατὴ ἐμπειρία. Ὁ βαθὺς καὶ διάφορος πόνος φέρνει συνήθως λύπη, στενοχώρια καὶ ταραχή. Ἡ ἀσθένεια θυμίζει τὸν φοβερὸ θάνατο. Ἡ δοκιμασία χαλᾶ τὰ σχέδιά μας, μᾶς ξαφνιάζει, μᾶς ἀλλάζει τὸ πρόγραμμα καὶ τὸν σχεδιασμό. Ἡ εὐδαιμονιστικὴ ἐποχὴ δὲν ἐπιτρέπει κανέναν πόνο. Μιλᾶ συνεχῶς γιὰ καλοπέραση, ἐπανάπαυση καὶ ἀτάραχη φιλοϋλία. Ὑπάρχει μία ἀποστροφὴ τοῦ πόνου, τοῦ κόπου καὶ τοῦ μόχθου. Ὅλα τὰ θέλει ὁ ἄνθρωπος γρήγορα, εὔκολα, ἄκοπα, ἄμοχθα, δίχως κανένα κόστος καὶ καμία καθυστέρηση.
.        Ὁ πόνος δίνει τελικὰ πλούσιο κέρδος καὶ μεγάλο ὄφελος στὸν πάσχοντα. Πονώντας σκέφτεται τὸν ἑαυτό του, τὴν χαμένη περασμένη ζωή του, τὸ ἀβέβαιο μέλλον του, τὰ λάθη του, τὰ πάθη του, τὰ περιττὰ λόγια του, τὶς πολλὲς παραλείψεις του. Ἀπὸ τὴν κριτικὴ τὴ συνεχῆ μεταβαίνει στὴν αὐστηρὴ αὐτοκριτική. Συναντᾶ μέσα του τὸν Θεό του. Ὁ πόνος κρύβει μυστικά. Δὲν ὑπάρχει καμία μαζοχιστικὴ διάθεση, ἀλλὰ παρατηρώντας τὴ λίθινη καρδιά του νὰ μαλάσσεται συγκινεῖται καὶ θαυμάζει. Μέσα στὸν πόνο τότε βρίσκει ἀληθινὴ καὶ γνήσια χαρά, ποὺ τὸν κάνει μάλιστα νὰ εὐχαριστεῖ καὶ νὰ ἀποδέχεται μία ἕως πρὸ ὀλίγου ἀπαράδεκτη κατάσταση. Πρόκειται γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ πόνου, ποὺ μεταποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ μέσα στοὺς πόνους τῆς ἀσθένειας τοῦ δίνει μία ἄλλη ὑπέροχη εἰρήνη.
.       Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μὴ θέλοντας νὰ ὑποφέρει διόλου, ὑποφέρει πιὸ πολύ. Ἡ πολλὴ ἄνεση τοῦ πρόσφερε ἀνία. Ἡ πολλὴ ξεκούραση τὸν κούρασε. Ὁ ἄνθρωπος ὑποφέρει, γιατί ἀπὸ κάτι στερεῖται. Ἔτσι ἀναγκάζεται νὰ ἀνέχεται, νὰ ὑπομένει κάτι ἀνεπιθύμητο, νὰ πάσχει καὶ νὰ ταλαιπωρεῖται. Ὑποφέρει κάποιος ποὺ διέρχεται κάτι δυσάρεστο καὶ τὸν κάνει νὰ πονᾶ. Δὲν τὸ θέλει, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ τὸ δέχεται. Ὁ πόνος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κατάχρησης τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Συνέπεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ πόνος. Ὁ πόνος συνεργεῖ στὴν ἀνθρώπινη σωτηρία, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος παρασυρμένος ἀπὸ τὸ συνεχὲς κυνηγητὸ τῆς παράνομης ἡδονῆς γέμισε τὴν ζωή του ἀπὸ παράλογη ὀδύνη. Ἐπειδὴ ἔμαθε ἔτσι καὶ δὲν θέλει νὰ ἀγωνίζεται, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δαιμονοκίνητα πάθη, ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τοὺς πόνους καὶ τὶς δοκιμασίες, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ βοηθηθεῖ γιὰ νὰ μετανοήσει.
.          Ὁ πόνος στὴ ζωή μας δὲν ἀποδέχεται μοιρολατρικά, ὡς ἀναγκαῖο κακό, παθητικὰ καὶ ἐνοχλημένα, ἀλλὰ τοποθετούμενοι στὴν σκιὰ τοῦ σταυροῦ, ὅπου ἕνας ἀπαθὴς γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἐμπαθεῖς. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν ἀσθένειά του βρίσκει τὴν ψυχική του ὑγεία. Ἡ ἀσθένεια γίνεται εὐκαιριακό, δυνατὸ φάρμακο. Μὲ ἑκούσια καρτερικότητα θὰ ἀντέξει κανεὶς τοὺς ξαφνικούς, τοὺς μεγάλους πόνους καὶ θὰ ὁδηγηθεῖ στὴ μακαρία ὑπομονὴ καὶ στὴν ψυχικὴ ἀνάπαυση. Ὁ πόνος γίνεται ἰατρός, θεραπευτής, εὐεργέτης καὶ σωτήρας. Ἐκεῖ ποὺ νόμιζε πὼς δὲν ὑπάρχει φῶς, ζωὴ καὶ ἀνάσταση, ἀναγεννᾶται, μεταμορφώνεται, ἀποκαλύπτει τὰ φτερά του.
.         Δίχως Θεὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄχαρος καὶ ἀνέλπιδος. Τὰ καθημερινὰ βάρη τοῦ γίνονται παράλογα, ἀσήκωτα, ἀνοημάτιστα. Τὸν κάνουν νὰ θλίβεται, νὰ μελαγχολεῖ, νὰ ἀπελπίζεται. Ἂν καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀποθαρρύνονται, σημαίνει πὼς δὲν σηκώνουν τὸν σταυρό τους ἑκούσια, εὐχάριστα καὶ δοξολογικά. Τότε ὁ πιστὸς ἐξοικειώνεται μὲ τὸν θάνατο καὶ δὲν τὸν φοβᾶται. Στὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ὁ φόβος, ὁ τρόμος καὶ ἡ ἀπόγνωση. Σ’ ἐμᾶς δὲν ἀνήκει ἡ ἄμεση θεραπεία τοῦ πόνου, ἀλλὰ ἡ γνώση καὶ ἡ σχέση μὲ τὸν ζωντανὸ Θεό.
.         Ὁ πόνος μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει κάποιον νὰ βρεῖ τὸν Θεό. Μπορεῖ καὶ νὰ τὸν χάσει. Μὴ σταθοῦμε ἐμπόδιο σὲ αὐτὴν τὴν συνάντηση μὲ τὶς αὐστηρὲς ἰδέες μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν, εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ κέντρο τῆς χαρᾶς. Ὅλοι οἱ πονεμένοι ἂς τρέξουν σ’ Αὐτόν, γιὰ νὰ χαροῦν ἀληθινά. Ἡ μεγάλη ἀγάπη κάνει τὸν πονεμένο νὰ μὴ λογαριάζει οὔτε τοὺς δυνατοὺς πόνους. Ὁ Χριστὸς κάνει πάνοπλούς τους πιστούς του στὴν ἀντιμετώπιση διαφόρων πόνων. Ἕνας ἄπιστος δυσκολεύεται πολὺ νὰ ὑπομείνει καρτερικὰ τὸν ὅποιο πόνο, αὐτὸ τὸ παντοτινὸ αἴνιγμα.
.           Ἡ σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία μᾶς ἔχει ἀπομονώσει τοὺς πονεμένους σὲ ἄσυλα, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλοῦν. Λησμονοῦμε ὅτι ὁ πόνος μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ νὰ συμπάσχουμε καὶ νὰ συμβοηθοῦμε. Αὐτὸς ποὺ πονᾶ, συμπονᾶ πιὸ εὔκολα, συμπαθεῖ καὶ συμπαρίσταται. Ὁ πόνος εἶναι ἀλήθεια πὼς κουράζει. Μπορεῖ ὅμως νὰ σὲ ὁδηγήσει καὶ σὲ δρόμους ποὺ ποτὲ δὲν θὰ φανταζόσουν. Νὰ δεῖς τὸν βαθύτερο ἄγνωστο ἑαυτό σου. Νὰ γνωρίσεις τὸν ἐντός σου ἄγνωστο Θεό. Νὰ δεῖς μὲ μεγαλύτερη ἐπιείκεια τὸν πλησίον -ἀδελφό σου. Τότε πράγματι ὁ πόνος θὰ ἔχει γίνει θεραπευτής σου. Θὰ εὐχαριστηθεῖς ποὺ ἀσθένησες. Θὰ κατανοεῖς τὸν πόνο τῶν ἄλλων. Δὲν θὰ πετᾶς, θὰ πατᾶς στὴ γῆ καὶ θὰ πιστεύεις ὅτι ὁ δρόμος τῆς ζωῆς δὲν ἔχει μόνο ροδοπέταλα ἀλλὰ καὶ ἀγκάθια καὶ μάλιστα ἀπὸ ρόδινες τριανταφυλλιές. Ὅμως χρειάζεται θάρρος, δύναμη, ὑπομονὴ καὶ ἐλπίδα.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 26.02.2012

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΣΧΑ (Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

Τὸ ἀληθινὸ Πάσχα
Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.         Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ «ἔαρ τοῦ ἔτους» καὶ τὸ «ἔαρ τὸ πνευματικόν», δὲν εἶναι μία ἀνάπαυλα στὴν βορὰ καὶ στὴν φθορὰ τῆς χειμερίας νάρκης, ἀλλὰ εἶναι ὑπόδειξη ἑνὸς ἄλλου τρόπου ζωῆς, μιᾶς «ἄλλης βιοτῆς», ὄχι τῆς θανῆς, ἀλλὰ τῆς ὀρθρινῆς, τοῦ ὄρθρου μιᾶς ἄλλης ζωῆς.
.      Στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς κάθε μέρα τὴν Μ. Ἑβδομάδα ἀπολαμβάνει κανεὶς μία «σκηνοθεσία» αἰώνων, ἕνα τυπικὸ ποὺ καταρτίστηκε ἀπὸ τὸν σκηνοθέτη τῆς ἀργόσυρτης παράδοσης μὲ ἀγάπη, πόθο καρδιακό, προσδοκία πνευματικοῦ γάμου, μία ἐναλλαγὴ τροπαρίων καὶ εὐχῶν, ἱερέων καὶ ψαλτῶν, κίνησης λόγων καὶ ἀλογίας ἐσωτερικῆς, μία πραγματικὴ γαμήλια τελετή.
.       Ἐκεῖ ἀκούει κανεὶς γιὰ τὸν Νυμφίο ποὺ ἔρχεται «ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός», γιὰ τὸν «Νυμφῶνα τὸν κεκοσμημένον», καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχη κανεὶς «ἔνδυμα γάμου» γιὰ νὰ εἰσέλθη σὲ αὐτόν, γιὰ τὸ «ἑκούσιον πάθος» ποὺ τὸ ζῆ θυσιαστικὰ ὅποιος ἀγαπᾶ πραγματικὰ καὶ ὄχι αὐτιστικὰ γιὰ τὴν ἀγάπη στὸν ἐράσμιο Νυμφίο ποὺ ἔρχεται γιὰ «γάμους» καὶ πρόκειται νὰ δώση «δῶρα» νυμφικά, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος εἶναι «Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος παρὰ πάντας ἀνθρώπους», γιὰ τὴν πόρνη ποὺ δοξάστηκε γιατί ἠγάπησε πολὺ «καὶ ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη», χωρὶς ἄλλες διαδικασίες, γιὰ τὸν Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ «ἥλοις (μὲ καρφιὰ) προσηλώθη» στὸν Σταυρό, γιὰ τὸν «ὡραῖον κάλλει παρὰ πάντας βροτούς», ποὺ φαίνεται ὡς νεκρός, Αὐτὸς ποὺ ὡράϊσε τὰ πάντα γιὰ τὸ «γλυκὺ ἔαρ», τοῦ νεκροῦ κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ ζωντανοῦ κατὰ τὴν θεία φύση, Αὐτοῦ ποὺ ἔλαμψε «ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος δικαιοσύνης ἡμῖν Ἥλιος».
.       Ὅλες οἐκφράσεις αὐτὲς δηλώνουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται ὡς Νυμφίος καὄχι ὡς δεσπότης ἐξουσιαστής, θέλει νὰ συνάψη γάμο πνευματικὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν γεμίση μὲ δῶρα καὄχι νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῆ θρησκευτικὰ καἐξουσιαστικά. Νυμφίος, ἔρωτας, θυσιαστικὴ ἀγάπη, θάλαμος νυμφικὸς ὁ τάφος καὶ ὁ Ἅδης, συνάντηση μετὰ τὴν Ἀνάσταση μὲ τοὺς Μαθητές, ἀκόμη καὶ μὲ τὸν ἀρνητὴ Πέτρο, γιὰ νὰ δώση τὰ δῶρα τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι εἶναι Θεὸς ἀγάπης. Καὶ θυμίζουν τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ποὺ τὸν ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἔρως καὶ ἐραστόν, καὶ ὡς ἔρως κινεῖται πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὡς ἐραστὸν ἑλκύει πρὸς τὸν ἑαυτό Του τὰ τοῦ ἔρωτος δεκτικά.
.          Αὐτἂν τἀντιπαραβάλη κανεὶς πρὸς τὴν ἄλλη κατάσταση, τὴν θρησκευτική, πολιτικὴ καὶ λαϊκή, ἤτοι τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους ποὺ εἶναι ὑποκριτὲς καἐκφραστὲς τοῦ σκληροῦ νόμου, τὸν Πιλάτο ποὺ φοβᾶται νὰ μὴ χάση τὴν ἐξουσία του τὴν πολιτική, τοὺς φοβισμένους μαθητὲς ποὺ ζοῦν φανταστικὰ μὲ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴν ἔνδοξη μεσσιανικότητα, τοὺς Σαδδουκαίους ποὺ ζοῦν μὲ τὴν ἐλευθεριάζουσα λογική, τὸν λαὸ μὲ τὶς ἐπιπόλαιες μεταπτώσεις, τότε βλέπει τὴν ἀνέραστη ζωή, ποὺ κινεῖται ἔξω ἀπὸ τὸν Νυμφώνα τὸν ἑορταστικό.
.        Τελικά, ὁ Θεὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁ σαδιστὴς Πατέρας τοῦ Σάρτρ, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Παπαδιαμάντη. Δὲν εἶναι ὁ φεουδάρχης Θεός, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξιλεώνεται μὲ τὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του, κατὰ τοὺς σχολαστικοὺς θεολόγους τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ὁ Νυμφίος ποὺ αὐτοθυσιάζεται γιὰ νὰ γίνη φάρμακο ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο εἶναι ὁ φαινομενικὰ ἡττημένος ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο, ὁ ὁποῖος ὁμοίαζε γιὰ νικητής.
.        Ξέρουμε ἀπὸ τὴν καθημερινή μας ἐμπειρία ὅτι κάθε ἡδονὴ συνδέεται μὲ τὴν ὀδύνη. Ὁ Λεονάρντο ντὰ Βίντσι σχεδίασε μία ἀνδρικὴ σιλουέτα σχισμένη στὰ δύο στὸ ὕψος τῆς κοιλιᾶς, μὲ «δύο κορμιά, δύο γενειοφόρα κεφάλια, καὶ τέσσερα μπράτσα, σὰν σιαμαῖα δίδυμα ἑνωμένα στὴ μέση» καὶ τιτλοφόρησε τὸ σκίτσο αὐτὸ «ἀλληγορία τῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ πόνου». τσι κυλ νθρώπινος βίος, φο δον φέρνει δύνη-πόνο, κα νέα δον γι τν πέρβαση το πόνου φέρνει μεγαλύτερη δύνη, πότε δημιουργεται νας φαλος κύκλος. Ατ θ γίνεται ως του βιώση κανες τν πόνο τς ατοθυσιαστικς γάπης, στε ν ζήση τν λλον τρόπο ζως, τν κούσια δύνη πο θεραπεύει κάθε παράλογη κούσια δονή.
.         Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ σταυρώνεται ἀγαπητικὰ καὶ κατεβαίνει θριαμβευτικὰ στὸν Ἅδη τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ὁ πνευματικὸς ἥλιος ἀνατέλλει ἀπὸ τὸν ζωοδότη τάφο. Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ πηγάζει ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν αὐτοκένωση. Ὁ Νυμφίος ποὺ προσφέρει ὑπερκόσμια ἀγάπη κάνει γάμους μὲ αὐτοὺς ποὺ σταυρώνουν τὴν φιλαυτία καὶ ἀγαποῦν. Ὁ Ντοστογέφσκι ἔβαλε στὸ στόμα τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ τὸ ἐρώτημα «τί εἶναι Κόλαση», ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπάντηση, ὅτι Κόλαση εἶναι «τὸ μαρτύριό τοῦ νὰ μὴ ἀγαπάει κανείς». Καὶ συνεχίζει: «Μία φορά, μέσα στὸ ἄπειρο, τὸ ἄμετρο σὲ χρόνο καὶ σὲ διάστημα, δόθηκε σὲ μία πνευματικὴ ὕπαρξη – μὲ τὴν ἐμφάνισή της στὴν Γῆ– ἡ δυνατότητα νὰ πεῖ στὸν ἑαυτό της: Ὑπάρχω καὶ ἀγαπῶ». Πόσες φορὲς χάνουμε αὐτὴ τὴν εὐκαιρία!
.         Ὁ Νυμφίος, ὁ «κάλλει ὡραῖος», ποὺ σταυρώθηκε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἐρωμένο, ποὺ ἀνέτειλε ἐκ τοῦ τάφου ὡς ἥλιος, δείχνει τὸν «μανικὸ» πόθο τῆς ἀγάπης, φανερώνει τὸν ἄλλον τρόπο ζωῆς, τὴν ἄλλη βιοτή, πέρα ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπη μέγκενη τῆς οἰκονομικῆς κρίσης, δείχνει ὅτι κάθε «κόλαση» εναι μία εκονικ πραγματικότητα πο συνδέεται μ τ ψεδος κα τν περηφάνεια. Καὶ ὅταν ἀποσυνδέση κανεὶς τὴν πρίζα, ἐξαφανίζεται ἀμέσως ἡ εἰκονικὴ πραγματικότητα καὶ ρίχνει τὸν ἄνθρωπο στὸ σκοτάδι τῆς ἀπόγνωσης.
.       Ἡ ἀναζήτηση τοῦ «εἶναι», πέραν τοῦ «ἔχειν», ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἐλευθερίας πέραν τῆς ἀτομικῆς εὐτυχίας, ἡ βίωση τῆς φιλοθεΐας καὶ φιλανθρωπίας, πέραν τῆς φιλαυτίας, εἶναι ὁ ἄλλος τρόπος ζωῆς καὶ βιοτῆς – ὑπαρξιακῆς καὶ πνευματικῆς –, τὸ ἀληθινὸ Πάσχα, «ἡ διάβαση τοῦ Λόγου στὸν ἀνθρώπινο νοῦ».

 ΠΗΓΗ: http://www.tovima.gr/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΑΔΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΟΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΗΔΟΝΗΣ

Ἡ δυαδικὴ σχέση ἡδονῆς καὶ ὀδύνης
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Διάβασα ἕνα σημαντικὸ βιβλίο ποὺ ἐπιγράφεται «Πόνος, ἕνα δῶρο ποὺ κανένας δὲν θέλει» καὶ τὸ ὁποῖο παρουσιάζει τὴν ἀξία τοῦ πόνου γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Συγγραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι ὁ Paul Brand ποὺ ἦταν γιατρός, γεννήθηκε στὴν Ἰνδία τὸ 1914 ἀπὸ γονεῖς ἱεραποστόλους, σπούδασε στὴν Ἀγγλία καὶ ἐργάσθηκε ὡς γιατρὸς στὴν Ἰνδία μεταξὺ τῶν λεπρῶν. Ἦταν «πρωτοπόρος στὴν θεραπεία τῆς λέπρας στὴν Ἰνδία» καὶ «ἀπέδειξε ὅτι ἡ ἔλλειψη αἴσθησης τοῦ πόνου ἦταν αὐτὴ ποὺ προκαλοῦσε τὶς χαρακτηριστικὲς παραμορφώσεις τῆς λέπρας. Ἀργότερα στὶς ΗΠΑ ἐπιβεβαίωσε τὰ εὑρήματά του στὸν διαβήτη καὶ σὲ ἄλλα νοσήματα. Αὐτὴ ἡ σημαντικὴ ἀνακάλυψη τὸν ὁδήγησε στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ πόνος ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ κατασιγάζεται, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀποτελεσματικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας τοῦ σώματος».
Ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλαια τοῦ βιβλίου του φέρει τὸν τίτλο «ἡδονὴ καὶ πόνος» καὶ καταγράφει πολλὲς ἐνδιαφέρουσες σκέψεις του γιὰ τὸ δίδυμο μεταξὺ ἡδονῆς καὶ πόνου.
Στὴν ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἀναφέρεται στὴν γνώμη ποὺ διετύπωσε ὁ Τζέρεμυ Μπένταμ, ποὺ ἦταν ὁ ἱδρυτὴς τοῦ University College τοῦ Λονδίνου: «Ἡ φύση ἔχει βάλει τὸ ἀνθρώπινο γένος κάτω ἀπὸ δυὸ ἰσόβιους ἀφέντες, τὸν πόνο καὶ τὴν ἡδονή. Αὐτὸ μόνο μᾶς δείχνουν τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ καθορίζουν τί τελικὰ κάνουμε». Καὶ μετὰ σημειώνει: «Ἔχω διατυπώσει τὴν ἐπίκρισή μου γιὰ τὴν σύγχρονη κοινωνία, ὅτι παρερμηνεύει τὸν πόνο καὶ ὅτι τὸν καταπνίγει ἀντὶ νὰ ἀφουγκράζεται τὸ μήνυμά του. Ἀναρωτιέμαι μήπως ἔχουμε παρερμηνεύσει καὶ τὴν ἡδονή».
Ἀναλύοντας τὸ θέμα αὐτὸ ὁ Brand γράφει: «Ἀπὸ ἰατρικὸ ἔνστικτο, ὅταν ἀναλύω μιὰ αἴσθηση, ἔχω τὴν τάση νὰ σκέφτομαι πρῶτα ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τὸ σώματος. Ὁ Φρόϋντ πρόβαλε τὴν “ἀρχὴ τῆς ἡδονῆς” ὡς κύριο κίνητρο τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Ὁ ἀνατόμος βλέπει ὅτι τὸ σῶμα δίνει περισσσότερο ἔμφαση στὸν πόνο. Κάθε τετραγωνικὴ ἴντσα δέρματος περιέχει χιλιάδες νεῦρα γιὰ τὸν πόνο, τὸ κρύο, τὴν ζέστη καὶ τὴν ἁφή, ἀλλὰ οὔτε ἕνα κύτταρο ἡδονῆς. Ἡ φύση δὲν εἶναι τόσο σπάταλη. Ἡ ἡδονὴ προκύπτει ὡς ἕνα παραπροϊόν, ὡς μιὰ ἀμοιβαία προσπάθεια πολλῶν διαφορετικῶν κυττάρων ποὺ συνεργάζονται σ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζω “ἐκστατικὴ κοινωνία”».
Τελικά, ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ ἡδονὴ καὶ ὁ πόνος-ὀδύνη εἶναι δίδυμα ἀδέλφια, ἀλλὰ ἀνόμοια μεταξύ τους, καὶ λαμβάνουν χώρα μέσα στὸν νοῦ μας καὶ ἐν μέρει ἐξαρτᾶται ἀπὸ «τὶς ἀναφορὲς τῶν αἰσθητηρίων ὀργάνων».
Παραθέτει ἕναν ὁρισμὸ ἀπὸ τὸ λεξικὸ τῆς Ὀξφόρδης σχετικὰ μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἡδονή, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἡδονὴ «προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση ἢ τὴν προσδοκία ἑνὸς πράγματος ποὺ αἰσθανόμαστε ἢ θεωροῦμε ὡς καλὸ ἢ ἐπιθυμητό… τὸ ἀντίθετο τοῦ πόνου». Ὁ ἴδιος ὑποστηρίζει ὅτι γιὰ μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του ταξινομοῦσε «τὴν ἡδονὴ ὡς ἀντίθεση τοῦ πόνου», σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τῆς Ὀξφόρδης, ἀλλὰ μὲ τὴν μετέπειτα ἔρευνά του κατέληξε στὸ συμπέρασμα ὅτι περισσότερο ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ πόνου ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν ζωγράφο τῆς Ἀναγέννησης Λεονάρδο ντὰ Βίντσι ποὺ εἶδε τὰ πράγματα διαφορετικά.
Πράγματι, ὁ διάσημος αὐτὸς ζωγράφος στὰ σημειωματάριά του σχεδίασε «μιὰ μοναδικὴ ἀνδρικὴ σιλουέτα σχισμένη στὰ δύο, περίπου στὸ ὕψος τῆς κοιλιᾶς: δυὸ κορμιά, δυὸ γενειοφόρα κεφάλια, καὶ τέσσερα μπράτσα, σὰν Σιαμαῖα δίδυμα ἑνωμένα στὴν μέση». Τιτλοφόρησε τὸ σκίτσο αὐτὸ «ἀλληγορία τῆς Ἡδονῆς καὶ τοῦ Πόνου» καὶ σχολίαζε: «Ἡ Ἡδονὴ καὶ ὁ Πόνος παρίστανται σὰν δίδυμοι, σὰν νὰ εἶναι ἑνωμένοι μαζί, διότι ποτὲ δὲν ὑπάρχει ἡ μία αἴσθηση χωρὶς τὴν ἄλλη… Ἔχουν στραμμένες τὶς πλάτες ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, διότι εἶναι ἀντίθετες μεταξύ τους. Φαίνεται νὰ φυτρώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο κορμὸ διότι ἔχουν μιὰ καὶ τὴν ἴδια ρίζα, διότι ἡ ρίζα τῆς ἡδονῆς εἶναι κόπος καὶ πόνος, καὶ τὸ θεμέλιο τοῦ πόνου εἶναι μάταιες καὶ λάγνες ἡδονές».
Ἔτσι, ἡ ἡδονὴ καὶ ὁ πόνος ἔχουν τὴν ἴδια ρίζα καὶ ἐναλλάσσονται στὴν ζωή μας. Ὁ Paul Brand χρησιμοποιεῖ διάφορα παραδείγματα γιὰ νὰ δείξη αὐτὴν τὴν δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης-πόνου ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, μὲ τὸ τί συμβαίνει μὲ τὴν κατανάλωση τῆς ραφιναρισμένης ζάχαρης ποὺ δὲν ὑπάρχει στὴν φύση καὶ εἶναι ἕνα βιομηχανικὸ προϊὸν ἐπεξεργασμένο σὲ συμπεπυκνωμένη μορφὴ καὶ τὸ ὁποῖο ἀνοίγει «ἕνα “κουτὶ” τῆς πανδώρας γεμάτο ἰατρικὰ προβλήματα».
Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται στὴν κοινωνία, ἀφοῦ ἡ ποικιλότροπη ἀπόλαυση δημιουργεῖ προβλήματα στὸ σῶμα. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ κάθονται «ξαπλωμένοι σὲ μαλακὲς πολυθρόνες καὶ παρακολουθοῦν μιὰ ταινία», ἀλλὰ αὐτὲς οἱ ψεύτικες περιπέτειες δὲν ἱκανοποιοῦν, ἀφοῦ δημιουργοῦν παρενέργειες ποὺ τὶς παρατηροῦν οἱ γιατροί, ὅπως «ἱδρωμένες παλάμες, ταχυκαρδία, μυϊκὴ ὑπερένταση, ἔξαρση τῆς ἀδρεναλίνης».
Αὐτὸ φαίνεται ἀκόμη καὶ στὴν λήψη τῶν ναρκωτικῶν. Ὁ Paul Brand γράφει: «Ἡ κατάχρηση ναρκωτικῶν δείχνει τὸ λογικὸ συμπέρασμα μιᾶς στρεβλωμένης αἴσθησης ἡδονῆς, διότι οἱ ἑξαρτησιογόνες οὐσίες ἔχουν ἄμεση πρόσβαση στὴν ἕδρα τῆς ἡδονῆς στὸν ἐγκέφαλο. Δὲν εἶναι καθόλου ἐκπληκτικὸ ὅτι ἡ βραχυχρόνια ἀπόλαυση ποὺ προέρχεται ἀπὸ μιὰ τέτοια ἄμεση πρόσβαση δημιουργεῖ μακροχρόνια δυστυχία». Ἀναφέρει δὲ τὴν γνώμη τοῦ συγγραφέα Ντὰν Γουέϊκφιλντ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε:
«Χρησιμοποίησα διάφορες οὐσίες, ὅπως νομίζω ὅτι ἔκαναν καὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ὄχι κατ᾽ἀρχὴν καὶ συστηματικὰ γιὰ νὰ “φτιαχτῶ” ἢ γιὰ νὰ δείξω κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σβήσω τὸν πόνο μ’ αὐτὸν τὸν χημικό, συνθετικὸ τρόπο, στὴν πράξη τελικὰ αὐξάνουν τὸ κενὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν, κι ἔτσι πάντα χρειάζεται ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ποτὸ καὶ ναρκωτικὰ στὴν ἀτελείωτη ἀναζήτηση, γιὰ νὰ γεμίσουμε τὴν τρύπα ποὺ ὅλο καὶ μεγαλώνει ὅσο ἐμεῖς προσπαθοῦμε νὰ τὴν ἐξαλείψουμε».
Αὐτὴ ἡ δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης εἶναι γνώριμη στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ συναντήσουμε σὲ ὅλους τους Πατέρες, ἰδιαιτέρως ὅμως ἐδῶ θὰ ὑπογραμμίσω τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἑνὸς ἁγίου τοῦ 7ου αἰῶνος ποὺ ἔπαιξε μεγάλο ρόλο στὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐποχές.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος στὰ «διάφορα κεφάλαια περὶ θεολογίας, οἰκονομίας, ἀρετῆς καὶ κακίας», μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἀναφέρεται καὶ στὴν δυαδικὴ σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης. Θὰ γίνη στὴν συνέχεια μιὰ μικρὴ ἀναφορά, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πολὺ σύγχρονοι καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, γιατί ἀγγίζουν τὰ διαχρονικὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου.
Κατ’ ἀρχὰς κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεός, ὅταν δημιούργησε τὴν ἀνθρώπινη φύση «δὲν ἔθεσε μέσα της οὔτε ἡδονή, οὔτε ὀδύνη τῆς αἰσθήσεως, ἀλλὰ κάποια νοερὴ δύναμη πρὸς ἡδονή, μὲ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ Τὸν ἀπολαύση μὲ τρόπο ἀνέκφραστο». Πρόκειται γιὰ «τὴν φυσικὴ ἐπιθυμία τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό». Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀκολούθησε τὴν φυσικὴ αὐτὴ κίνηση τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ τὴν ἀντίθετη φορά, δηλαδὴ αὐτὴν τὴν φυσικὴ κίνηση τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεὸ τὴν ἔδωσε στὴν αἴσθηση καὶ ἀπέκτησε τὴν πρώτη κίνηση, ἤτοι «τὴν ὀδύνη ποὺ ἐνεργεῖ πάνω του παρὰ φύση μέσῳ τῆς αἰσθήσεως». Τότε ὁ Θεός, ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σωτηρία μας, «τοποθέτησε δίπλα της τὴν ὀδύνη σὰν τιμωρητικὴ δύναμη», δηλαδὴ ρίζωσε «μέσα στὴν φύση τοῦ σώματος ὁ νόμος τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ περιορίζη τὴν ἐπιθυμία τῆς παραφροσύνης τοῦ νοῦ ἀπὸ τὸ νὰ κινεῖται παρὰ φύση πρὸς τὰ αἰσθητὰ πράγματα».
Ἔτσι «ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη δὲν δημιουργήθηκαν μαζὶ μὲ τὴν φύση τῆς σάρκας, ἀλλὰ ἡ παράβαση τῆς θείας ἐντολῆς ἐπινόησε τὴν ἡδονὴ γιὰ νὰ διαφθείρη τὴν προαίρεση (ἐλευθερία), ἐνῶ ἐπέβαλε τὴν ὀδύνη σὰν καταδίκη πρὸς διάλυση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔτσι ὥστε ἡ μὲν ἡδονὴ νὰ προκαλέση ἑκούσιο θάνατο τῆς ψυχῆς τὴν ἁμαρτία, ἡ δὲ ὀδύνη μὲ τὴν διάλυση νὰ προξενήσει τὴν ἀποσύνθεση τῆς σάρκας».
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετὰ τὴν «παράλογη ἡδονὴ ἀκολούθησε ἡ κατὰ λόγον ὀδύνη μὲ πολλὰ παθήματα, στὰ ὁποῖα καὶ ἀπὸ τὰ ὁποία ὑπάρχει ὁ θάνατος γιὰ νὰ ἀφαιρέση τὴν παρὰ φύση ἡδονή». Ἔτσι, «ἡ ἐπινόηση τῶν ἑκουσίων πόνων (ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση) καὶ «ἡ ἐπιφορὰ τῶν ἀκουσίων (ποὺ εἶναι ἡ ἀρρώστια, ὁ θάνατος), ἀφαιροῦν τὴν ἡδονὴ καὶ καταργοῦν τὴν ἐνεργητικὴ κίνησή της», χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφανίζουν «τὴν δύναμη ποὺ βρίσκεται σὰν νόμος μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ποὺ δημιουργεῖ τὴν ἡδονή». Σὲ κάθε δὲ ἡδονὴ ποὺ εἶναι «παρὰ φύση», ἀκολουθεῖ «ὁ φυσικὸς πόνος».
Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γεννᾶται ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ προηγεῖται ἡ ἡδονὴ καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ὀδύνη. «Μετὰ τὴν παράβαση ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὴν ἡδονὴ νὰ προηγεῖται φυσικῶς ἀπὸ τὴν γέννησή τους, καὶ ἀπολύτως κανεὶς δὲν ὑπῆρχε φυσικῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ μὲ ἡδονὴ γέννηση ὅλοι, σὰν νὰ κατέβαλλαν φυσικὸ χρέος, ὑπέφεραν τοὺς πόνους καὶ τὸν θάνατο ἐξ αἰτίας της». «Ὁ ἄνθρωπος, καθὼς εἶχε τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴν φθορὰ μὲ τὴν ἡδονὴ καὶ τελείωνε τὴν ζωή του στὴν φθορὰ μὲ τὸν θάνατο, σπαραζόταν μὲ ἐλεεινὸ τρόπο πάσχοντας ἀπὸ τὴν ἀδικότατη ἡδονὴ καὶ τοὺς ἐξ αἰτίας της δικαιότατους πόνους». «Ὅλοι ὅσοι προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ κατὰ σάρκα, ἕνεκα τῆς ἀπὸ ἡδονὴ ἄδικης ἀρχῆς, δικαίως ὑπομένουν μαζί του τὸ τέλος τοῦ θανάτου μέσω τοῦ πόνου». «Μετὰ τὴν παράβαση τοῦ Ἀδάμ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει ἀρχὴ τῆς γενέσεώς της τὴν μὲ ἡδονὴ σύλληψη καὶ γέννηση μέσῳ σπορᾶς ἀπὸ πατέρα, καὶ τέλος τῆς τὸν θάνατο μὲ ὀδύνη καὶ φθορά».
Ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν σχέση μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης καὶ ὑπέφερε πολύ. Αὐτὴν τὴν θεραπεία τὴν ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν τρόπο τῆς γεννήσεώς Του, κατὰ ἄνθρωπον, καὶ τοῦ θανάτου Του. Ὁ Χριστὸς «καταδέχθηκε γέννηση ποὺ δὲν εἶχε τὴν ἀρχή της, στὴν ἡδονὴ (ἄνευ σπορᾶς καὶ παρεμβάσεως σαρκικοῦ πατρὸς) γιὰ νὰ ἐλευθερώση τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν γέννηση ποὺ προῆλθε ἀπὸ καταδίκη». «Τὴν ὀδύνη πάλι ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ ἀποτελεῖ τὸ τέλος τῆς φύσεως, τὴν ἀναδέχθηκε θεληματικὰ ἀπὸ φιλανθρωπία, μὲ σκοπό, πάσχοντας ἀδίκως, ν’ ἀφανίση τὴν ἀπὸ ἄδικη ἡδονὴ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ποὺ κυριαρχεῖ στὴν ἀνθρώπινη φύση». Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἄλλαξαν ὅλα τὰ δεδομένα, «γιατί ὅπως ἡ ἡδονικὴ ζωὴ τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε μητέρα θανάτου καὶ φθορᾶς, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τοῦ Ἀδάμ, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Ἀδάμ, γεννᾶ τὴν αἰώνια ζωή».
Πάντως, ἐμεῖς μὲ τὴν γέννησή μας ἔχουμε τὸ παθητὸ καὶ τὸ θνητὸ τῆς φύσεως καὶ γι’ αὐτὸ στὴν φύση μας συνδέεται ἡ ἡδονὴ μὲ τὴν ὀδύνη. «Γιατί εἶναι φανερὸ ὅτι στὴν παθητότητα τῆς φύσεως ὑπάρχει ἡ δύναμη τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης. Ὅταν δηλαδὴ ἐπιτείνεται ἡ φυσικὴ τιμωρία μὲ τὴν ὀδύνη, τότε φροντίζομε νὰ παρηγοροῦμε κάπως τὴν φύση μὲ τὴν ἡδονή. Γιατί θέλοντας νὰ ἀποφύγουμε τὴν αἴσθηση τῆς ὀδύνης, καταφεύγουμε στὴν ἡδονή, ἐπιχειρώντας νὰ παρηγορήσομε τὴν φύση ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὴν κάκωση τῆς ὀδύνης». Αὐτὸ φαίνεται μὲ τὸ παράδειγμα μιᾶς πληγῆς. Ὁ πόνος τῆς πληγῆς μᾶς παρακινεῖ νὰ τὴν ξύσουμε, πράγμα ποὺ μᾶς εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ αὐξάνει τὴν ὀδύνη. Ἀκόμη φαίνεται μὲ τὰ ποτὰ ἢ τὰ ναρκωτικά. Πίνουμε γιὰ νὰ ἁπαλύνουμε τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ νέα ἡδονὴ προκαλεῖ νέα ὀδύνη. «Φροντίζοντας ὅμως ν’ ἀμβλύνομε μὲ τὴν ἡδονὴ τὰ κινήματα τῆς ὀδύνης, ἁπλῶς κάνομε τὸ χρέος μας μεγαλύτερο, μὴ μπορώντας νὰ ἔχομε τὴν ἡδονὴ ἐλεύθερη ἀπὸ ὀδύνη καὶ πόνους».
Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε χωρὶς ἡδονὴ καὶ ἀνέλαβε θεληματικὰ τὴν ὀδύνη γιὰ νὰ τὴν νικήση, ἔτσι ἔδωσε τὴν δύναμη στοὺς ἀνθρώπους νὰ νικήσουν καὶ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στοὺς ἁγίους ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Χριστό. «Αὐτοὶ δὲν ἔχουν πιὰ τὴν ἡδονὴ τῆς γεννήσεως ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀδὰμ ὀδύνη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ σ’ αὐτοὺς τὸν θάνατο, ὄχι σὰν χρέος λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, κατ’ οἰκονομίαν λόγῳ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἐπειδὴ ὅταν ὁ θάνατος δὲν ἔχη μητέρα τὴν ἡδονὴ -τῆς ὁποίας καὶ γίνεται τιμωρὸς- γίνεται πατέρας βεβαίως τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιατί ὅπως ἡ ἡδονικὴ ζωὴ τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε μητέρα θανάτου καὶ φθορᾶς, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ὑπὲρ τοῦ Ἀδάμ, μὲ τὸ νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ Ἀδάμ, γεννᾶ τὴν αἰώνια ζωή».
Πάντως, μετὰ τὴν πτώση τοῦ ὁ ἄνθρωπος κινεῖται μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο πραγματικότητες, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη. Ἡ ἡδονὴ προκαλεῖ τὴν ἁμαρτία, τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ στὴν συνέχεια δημιουργοῦνται τύψεις, ἐνοχικὲς καταστάσεις, μερικὲς φορὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες. νθρωπος στν συνέχεια, προκειμένου ν ξεφύγη π τν δύνη-πόνο, γεύεται πάλι τν δονή, λλ ατ νέα δον δημιουργε νέον φόρητο πόνο, ποὺ γι ν ντιμετωπισθ δηγεται σ μι νέα δον κα συνεχίζεται ατ κατάσταση δημιουργώντας ναν φαλο κύκλο. Χριστς μ τν νανθρώπησή Του μς δωσε τν δυνατότητα ν παλλαγομε π ατν τν φαλο κύκλο τς δονς-πόνου. Προσέλαβε τὸ θνητὸ καὶ παθητὸ σῶμα, χωρὶς ἁμαρτία-ἡδονή, γιὰ νὰ θεραπεύση καὶ τὴν ἡδονὴ καὶ τὸν πόνο.

Αὐτὴν τὴν ὑπέρβαση τῆς δυαδικῆς σχέσης μεταξὺ ἡδονῆς καὶ ὀδύνης συνιστᾶ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀπαγορευτικὴ στέρηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὰ σιαμαῖα αὐτὰ δίδυμα ἀδέλφια. Κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση, ὅπως τὴν ἐκφράζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης. Σὲ ἕνα χωρίο του γράφει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθέρωσε τὴν σάρκα του ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ὀδύνη κατόρθωσε τὴν πρακτικὴ ἀρετή, ἐκεῖνος ποὺ ἐξαφάνισε ἀπὸ τὴν ψυχή του τὴν λήθη καὶ τὴν ἄγνοια πέρασε εὐπρεπῶς στὴν φυσικὴ θεωρία καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐλευθέρωσε τὸν νοῦ του ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τύπους, δηλαδὴ τὶς εἰκόνες καὶ τὶς φαντασίες, ἀπέκτησε τὴν θεολογικὴ μυσταγωγία.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὴν δυνατότητα μὲ τὴν θεολογία, τὰ μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση νὰ διασπάσουμε τὴν σχέση μεταξὺ τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης, νὰ θεραπεύσουμε τὴν ἡδονὴ καὶ νὰ ὑπομένουμε τὶς δοκιμασίες, τὸν πόνο, τὶς ἀρρώστιες καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάσουμε σὲ ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις ποὺ ἐλευθερώνουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ὅλες τὶς δεσμεύσεις καὶ τὸν καθιστοῦν ἐλεύθερο.
Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν προσευχὴ «Πάτερ ἠμῶν» καὶ μάλιστα τὸ αἴτημα «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἠμᾶς εἰς πειρασμὸν», λέγει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἴδη πειρασμῶν, ὁ ἐνήδονος καὶ ὁ ἐπώδυνος, δηλαδὴ ὁ ἡδονικὸς καὶ ὁ ὀδυνηρός. Ὁ πρῶτος πειρασμός, δηλαδὴ ὁ ἡδονικός, γίνεται μὲ τὴν προαίρεσή μας, τὴν ἐλευθερία μας, δηλαδὴ εἶναι ἑκούσιος, ἀφοῦ ἐμεῖς θέλουμε νὰ τὸν ἀπολαύσουμε, ἐνῶ ὁ ἄλλος πειρασμός, ὁ ὀδυνηρός, ποὺ συνδέεται μὲ τὶς ἀρρώστιες, τὸν θάνατο, εἶναι ἀκούσιος, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν τὸν θέλουμε, ἀλλὰ ἔρχεται στὴν ζωή μας. Ὁ ἡδονικὸς πειρασμὸς γεννᾶ τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ὁ ὀδυνηρός, ὅταν τὸν ὑπομένουμε μὲ καρτερία, μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Νὰ καταλήξω ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἄρχισα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου τοῦ Paul Brand «Πόνος, ἕνα δῶρο ποὺ κανένας δὲν θέλει». Ὁ πόνος ὁ σωματικός, ὁ ψυχικὸς καὶ ὁ ὑπαρξιακός, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν μεταπτωτικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόμαστε, εἶναι συνδεμένος μὲ τοὺς λεγόμενους δερμάτινους χιτῶνες ποὺ λειτουργοῦν μὲ τὸν διφυῆ χαρακτήρα, δηλαδὴ εἶναι μιὰ κατάσταση μετὰ τὴν πτώση, ἀλλὰ εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μπορεῖ μὲ τὴν δική Του βοήθεια νὰ τὸν ὑπερβοῦμε. Κάθε πόνος δίδει τὴν δυνατότητα τῆς ἀναγέννησης. Ὅπως ἡ γυναίκα πονᾶ κατὰ τὴν γέννα, ἀλλὰ αὐτὸ καταλήγει στὴν γέννηση μιᾶς νέας ζωῆς, ἔτσι καὶ κάθε πόνος ὁδηγεῖ σὲ μιὰ γέννηση, ἂν μποροῦμε νὰ τὸν ἀξιοποιήσουμε σωστά.
Ἔτσι πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ κλασσικὸ χωρίο τοῦ Ντοστογιέφσκι «πονῶ, ἄρα ὑπάρχω», ποὺ μπορεῖ νὰ συνδυασθῆ μὲ τὸ χωρίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου «ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω», ποὺ καὶ τὰ δύο ἀντιπαρατίθενται στὸ χωρίο τοῦ Ντὲ Κὰρτ «σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω». Ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου δὲν ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν λογική, ἀλλὰ ἐκφράζεται ἀπὸ τὴν ὑπέρβαση τοῦ πόνου καὶ τὴν βίωση τῆς ἀγάπης. Ἡ στάση ποὺ λαμβάνουμε στὰ τρία αὐτὰ ἀποφθέγματα δείχνει τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς ποὺ μᾶς διακατέχει.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»
Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ. 172, Νοέμβρ. 2010

, , ,

Σχολιάστε