Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου

«ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΥΡΟ ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ» (Ὁμιλία Εἰς τὴν Κυριακὴν μετὰ τὴν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ)

Ες τν Κυριακν μετ τν ψωσιν το Τιμίου Σταυρο

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἀρχιμ. Γεωργίου
Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους
«ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ
ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»

(τῶν ἐτῶν 1981-1991) – Α´
Ἔκδοσις Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, 2015
σελ. 44-49

ΟΜΙΛΙΕΣ.             Ἀκούσαμε καὶ πάλι σήμερα, ἀδελφοί μου, στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο τὸν λόγο τοῦ Κυρίου· «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Αὐτὴ εἶναι ἡ Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Προχθὲς εἴχαμε τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία σήμερα πάλι γιὰ τὸν Σταυρὸ μιλάει. Τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ πρέπει νὰ γίνη καὶ δικός μας σταυρός. Διότι ἂν καὶ ἐμεῖς δὲν σηκώσουμε τὸν σταυρὸ τὸν δικό μας, ἂν δὲν συμμετέχουμε στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τί Χριστιανοὶ εἴμαστε; Διότι Χριστιανὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μιμεῖται τὸν Χριστό, ἐξ οὗ καὶ Χριστιανός. Καὶ μιμεῖται τὸν Χριστὸ σὲ ὅλη του τὴν ζωή, ἀκόμα καὶ στὸν σταυρικό Του θάνατο. Καὶ συσταυροῦται μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ συναναστηθῆ μαζί Του καὶ νὰ περιπατήση «ἐν καινότητι ζωῆς» (Ρωμ. ϛ´ 4), καθὼς λέγει ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος.
.             Χριστιανς χωρς σταυρ κα γώνα δν νοεται. Χριστιανὸς ποὺ ἀκολουθεῖ ἕνα εὔκολο δρόμο δὲν νοεῖται. Ἐνόμισαν καὶ νομίζουν μερικοί, ὅτι Χριστιανὸς εἶναι νὰ τηρῆ κανεὶς μερικὲς ἠθικὲς ἐντολὲς καὶ νὰ καλοπερνάει στὴν ζωή του, νὰ ἔχη ἀνέσεις, νὰ ἔχη μία εὐημερία ἀνθρώπινη καὶ νὰ ἔχη μία ζωὴ ἀνθρωπίνως ἐξασφαλισμένη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστιανός. Χριστιανὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάθε ἡμέρα ἀγωνίζεται. γωνίζεται γι ν γαπήση τν Θεό. γωνίζεται γι ν γαπήση τν δελφό του. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ποὺ ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀγαπήση τὸν ἀδελφό του, ἀγωνίζεται γιὰ νὰ ξερριζώση ἀπὸ μέσα του τὸν ἐγωισμό. Ἀγωνίζεται γιὰ νὰ ξερριζώση τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα σκοτίζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ αἰχμαλωτίζουν τὴν καρδιά του. Ἀγωνίζεται νὰ εὐαρεστήση τὸν Θεό. Γνωρίζει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ θέλει αὐτὲς τὶς ἐντολὲς νὰ τὶς τηρήση στὴν ζωή του μὲ ἀκρίβεια. Ὄχι γιὰ νὰ δικαιωθῆ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ἐγωϊστικά, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐαρεστήση τὸν Κύριο ἀπὸ ἀγάπη. Καὶ ὁ ἀγώνας, ποὺ κάνει ὁ Χριστιανός, γι’ αὐτὸ γίνεται. Ὄχι γιὰ νὰ πῆ στὸν Θεό: “ἐγὼ εἶμαι ἐντάξει· δικαιοῦμαι τὴν σωτηρία” –γιατί τότε θὰ ἦταν ἕνας Φαρισαῖος– ἀλλὰ γιὰ νὰ πῆ στὸν Θεό: “Κύριε, παρ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία μου καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μου, ἐγὼ σὲ ἀγαπῶ. Καὶ σὰν ἔκφρασι τῆς ἀγάπης μου, προσπαθῶ νὰ κάνω τὶς ἐντολές Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου θέλημα. Καὶ ἀπὸ Ἐσένα ἐξαρτᾶται, ἂν θὰ μοῦ δώσης τὴν σωτηρία καὶ ἂν θὰ μοῦ δώσης τὴν Χάρι Σου”.
.             Θὰ ἤθελα, ἀδελφοί μου, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ προσέξουμε τὸ θέμα αὐτό, τὸ θέμα τοῦ ἀγῶνος τοῦ πνευματικοῦ. Διότι εἶναι μέσα στὴν παράδοσι τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ μας, ὅτι δὲν νοεῖται Χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴ ἀγωνίζεται. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ὀρθοδοξία μας, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἔχει ὅλη αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἀσκητικὴ ὁδό, τὴν ἄσκησι, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον γιὰ τοὺς Μοναχοὺς ἄλλα εἶναι καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς στὸν κόσμο. Μὲ τὴν ἄσκησι τὴν καθημερινὴ ὁ Χριστιανὸς ἀγωνίζεται νὰ κόψη τὰ πάθη του, νὰ περιστείλη τὰ πάθη του καὶ νὰ εὐαρεστήση τὸν Θεό.
.             Παλαιότερα ἐπειδὴ οἱ Χριστιανοί μας ἦσαν πιὸ κοντὰ στὴν Ἐκκλησία καὶ ζοῦσαν περισσότερο ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἀγαποῦσαν τὴν ἄσκησι, ἀγαποῦσαν τὶς νηστεῖες, τὶς ὀρθοστασίες στὴν Ἐκκλησία, τὶς μακρὲς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, τὶς προσευχές, τὶς ἀγρυπνίες. Σήμερα ὅμως ποὺ μᾶς ἔχει ἐπηρεάσει καὶ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς τὸ κοσμικὸ πνεῦμα, ποὺ εἶναι ἕνα πνεῦμα νὰ καλοπερνοῦμε, νὰ θεραπεύουμε τὰ πάθη μας καὶ τὴν σάρκα μας καὶ τὴν φιλαυτία μας, καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔχουμε ἀρχίσει καὶ χάνουμε αὐτὸ τὸ ἀσκητικὸ πνεῦμα. Δὲν μᾶς ἀρέσουν πιὰ αὐτὲς οἱ ὡραῖες νηστεῖες, οἱ σαρακοστές, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ προσευχές, ἡ ἐγκράτεια. Ἀλλὰ βλέπετε σήμερα –μὲ πολὺ πόνο βέβαια τὸ βλέπουμε– καὶ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀκόμα ἄνθρωποι Χριστιανοὶ νὰ καταλύουν καὶ νὰ μὴ τοὺς πειράζη ὁ λογισμός, ὅτι θὰ ἔπρεπε τέτοιες μεγάλες καὶ πάνσεπτες ἑορτὲς τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου καὶ αὐτοὶ νὰ συμμετέχουν στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ νὰ κάνουν μία νηστεία καὶ μία ἐγκράτεια.
.             Τώρα λοιπόν, ἐσεῖς ποὺ ἤρθατε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ εἴδατε ὅτι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀγώνας πνευματικὸς ἐδῶ –βέβαια καὶ ἐσεῖς εἶσθε καλοὶ Χριστιανοὶ καὶ ἀγωνίζεσθε– ἀλλὰ τώρα ἀκόμα περισσότερο καὶ ἐσεῖς νὰ φιλοτιμηθῆτε κάθε ἡμέρα νὰ κάνετε ἕνα ἀγώνα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν σας. Νὰ ἀφιερώνετε λίγο περισσότερο χρόνο στὴν προσευχή. Γιατί μπορε κανες ν εναι Χριστιανός, μα δν ξεκινήση τν μέρα του μ προσευχή; Ἂς θυσιάσουμε λίγο ἀπὸ τὸν ὕπνο· νὰ σηκωθοῦμε λίγο νωρίτερα νὰ κάνουμε τὴν προσευχή μας, δέκα λεπτὰ – ἕνα τέταρτο – μισὴ ὥρα, καὶ μετὰ νὰ ξεκινήσουμε γιὰ τὴν ἐργασία μας. Ὄχι μὲ ἕνα σταυρό. Κάνουμε τὸν σταυρό μας καὶ ξεκινᾶμε. Αὐτὸ δὲν εἶναι θυσία γιὰ τὸν Θεό. Βέβαια καλὸ εἶναι νὰ κάνης καὶ τὸν σταυρό σου καὶ νὰ ξεκινήσης, παρὰ νὰ μὴ κάνης τίποτα, ἀλλὰ ὁ Θεὸς θέλει κάτι περισσότερο ἀπὸ ἐμᾶς. Θέλει νὰ προσευχηθοῦμε, θέλει νὰ κοπιάσουμε λίγο στὴν προσευχή. Τὸ βραδάκι ποὺ γυρίζουμε ἀπὸ τὴν ἐργασία μας λίγο κουρασμένοι, πάλι νὰ ἀφιερώσουμε λίγη ὥρα στὴν προσευχή, ἔστω καὶ ἂν νυστάζουμε, ἔστω καὶ ἂν εἴμαστε κουρασμένοι. Ν κοπιάσουμε λίγο γι τν γάπη το Θεο, κα μ τν κόπο ν δείξουμε τν γάπη μας πρς τν Θεό. Νὰ νηστεύουμε Τετάρτες καὶ Παρασκευές. Δὲν εἶναι τίποτα δύσκολο πράγμα νὰ τρῶμε λαδερὸ φαγητὸ –εἶναι καὶ ὑγιεινὸ πράγμα. Ἀλλὰ ἐμεῖς νὰ μὴ τὸ κάνουμε, ἐπειδὴ εἶναι ὑγιεινό· ν τ κάνουμε γι τν γάπη το Χριστο. Ν θυσιάσουμε κάτι π τν καλοπέρασι τς κοιλις χάριν τς γάπης το Χριστο. Καὶ μακάρι νὰ νηστεύαμε καὶ νὰ τρώγαμε καὶ νερόβραστα, ὅπως εἶναι καὶ λένε οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ἐσεῖς βέβαια, ἐπειδὴ εἶσθε μέσα στὸν κόσμο καὶ ἀναπνέετε καὶ τὰ καυσαέρια καὶ τόσα μικρόβια, ἅμα ἔχετε ἐξάντλησι, ἂς τρῶτε καὶ λίγο λάδι Τετάρτη καὶ Παρασκευή. Οἱ δυνάμενοι ἂς τρῶνε καὶ ἀλάδωτο. Εὐλογία θὰ ἔχουν ἀπὸ τὸν Θεό.
.             Καὶ νὰ διδάσκουμε καὶ τὰ παιδιά μας ἔτσι, διότι ἐπειδὴ ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι δὲν ἐγκρατευόμεθα καὶ δὲν νηστεύουμε καὶ δὲν κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν διδάσκουμε καὶ τὰ παιδιά μας σωστά. Κα τ παιδιά μας γίνονται νθρωποι φίλαυτοι, γίνονται γωϊσταί, κα δν θέλουν τν Θεό, λλ τν κοιλιά τους θέλουν κα τς πολαύσεις τς σαρκικές. Καὶ μετά, ἀφοῦ περιφρονοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, δὲν θὰ περιφρονήσουν μετὰ καὶ τοὺς γονεῖς τους στὴν ζωή τους; Ὅταν ὅμως τὸ παιδὶ μάθη ἀπὸ μικρό, βλέποντας τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἐγκρατεύεται καὶ νὰ προσεύχεται, δὲν θὰ μάθη καὶ αὐτὸ νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἐγκρατεύεται καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Δὲν θὰ μάθη νὰ δοξάζη τὸν Θεὸ μὲ τὴν ζωή του, ἀλλὰ νὰ τιμᾶ καὶ τοὺς γονεῖς του, ὅπως εἶναι καὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;
.             Εὔχομαι ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ Κύριος νὰ βοηθήση ὅλους μας νὰ κάνουμε αὐτὸν τὸν ἀγώνα, καὶ ἡ Χάρις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ νὰ εἶναι πάντοτε βοηθὸς στὴν ζωή μας.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-2 «Πολὺ μὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐγὼ πολὺ Τὸν ἀγαπῶ. Πολὺ Τὸν ἀγαπῶ». (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

      Ἀπὸ τὸ περιοδ. τῆς Ἱ. Μονῆς Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους
«Ὅσ. Γρηγόριος»

 

 Μέρος Α´: «ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-1 (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

«Ἕνας ἄγγελος ἔφυγε ἀπὸ ἀνάμεσά μας». Μὲ αὐτὴ τὴν φράση, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς ἐπανέλαβε ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας π. Γεώργιος, ἐξέφρασε αὐτὸ ποὺ ἔνοιωθε ὅλη ἡ ἀδελφότητά μας ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι ἔζησαν τὸν π. Νικόδημο στὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν ἄφησε κοντά μας.
.            Καὶ ὄντως! Ὁ π. Νικόδημος ἦταν μία ἀγγελικὴ ὕπαρξη, ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένη στὸν Θεὸ ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων. Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἔχουν ὡς κύριο ἔργο τους τὴν ἀκατάπαυστο δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Λάτρευε ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τὸν Ἅγιο Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ψυχή του καὶ τὴν καρδία του καὶ Τὸν δόξαζε μὲ ἔργα καὶ λόγους. Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀγαποῦν καὶ λατρεύουν μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή τους τὸν Πανάγιο Τριαδικὸ Θεό, ἐξ οὗ «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον» γιὰ ὅλη τὴν κτίσι, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὑπακούουν ἀδιακρίτως στὸ θέλημά Του, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ γι᾽ αὐτοὺς ὑπόθεση ἀπεράντου χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Λάτρευε μὲ ὅλο του τὸ εἶναι τὸν Θεό, τὸ ὄνομά Του εἶχε συνεχῶς στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά του καὶ μέχρι τελευταίας του ἀναπνοῆς ἕνα μόνο ζητοῦσε, πῶς θὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν πάσῃ πληρότητι καὶ τελειότητι.
.            Καὶ ἐπειδὴ γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι ἐκφραστὴς τοῦ θείου θελήματος γιὰ τὸν ὑποτακτικὸ εἶναι ὁ Γέροντάς του καὶ ὅτι κάθε εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὸν ὑποτακτικὸ μέσῳ τοῦ Γέροντός του, ὑπεραγαποῦσε τὸν Γέροντα. Τὸ ὄνομα τοῦ Γέροντος ἦταν πάντοτε στὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη τοῦ π. Νικοδήμου καὶ τὸ θέλημα τοῦ Γέροντος ἀπαρέγκλιτος κανὼν γιὰ τὴν ζωή του.
.            Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Χριστέ μου, θέλω νὰ σὲ ἀπολαύσω. Ὅμως δὲν θέλω νὰ σὲ ἀπολαύσω ἄμεσα, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἄξιος γι᾽ αὐτό, ἀλλὰ μέσῳ τοῦ Γέροντός μου. Βλέποντας τὸν Γέροντα, θέλω νὰ βλέπω Ἐσένα. Ἀκούοντας τὴν φωνὴ τοῦ Γέροντος, θέλω νὰ ἀκούω τὴν δική Σου φωνή. Τὸ θέλημα τοῦ Γέροντος νὰ εἶναι γιὰ μένα τὸ θέλημά Σου».
.            Εἶχε ἀπόλυτη ἐφαρμογὴ γιὰ τὸν π. Νικόδημο αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στὸν λόγο του «περὶ ὑπακοῆς», ὅπου περιγράφει τὴν θαυμαστὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν ἑνὸς κοινοβίου: «Ἐσωτερικά, στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τους ἀνέπνεαν σὰν ἄκακα νήπια τὸν Θεὸν καὶ τὸν Γέροντα».
.            Ἡ ὑπακοὴ τοῦ π. Νικοδήμου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν μαρτυρική. Ὅλη ἡ ζωή του ἦταν ἕνα ἀτελείωτο μαρτύριο, τὸ ὁποῖο ὅμως ὑπέμεινε ἀγόγγυστα, μὲ χαρὰ καὶ αἰσιοδοξία ἀξιοθαύμαστη, δοξάζοντας τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πῆρε πολλὴ Χάρι ἀπὸ τὸν Θεό.
.            Ἡ σχέσις τοῦ π. Νικόδημου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία δὲν ἦταν συμφεροντολογική. Δὲν διάλεξε τὸν Χριστό, γιὰ νὰ πέραση καλὰ στὴν παροῦσα ζωή. Ἀγάπησε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκε καὶ τῆς ἀναστάσεώς Του.
.            Ἀποδέχθηκε ὁλοκαρδίως τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλαβε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐνίσχυση στὰ μακρὰ καὶ ἐπίπονα ἀγωνίσματα τῆς ὑπομονῆς: «Ἐν τῷ κοσμῳ θλῖψιν ἕξετε, ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιϛ´ 33).
.            Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἔχουν ἀνεπιφύλακτη πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Ἡ ἀδιάκριτος ὑπακοή του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τοῦ τὸ ἐξέφραζε ὁ Γέροντάς του, ποὺ γιὰ τὸν π. Νικόδημο ἦταν ἕνα συνεχὲς πέρασμα μέσα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ μαρτύριο, αὐτὸ ἀπέδειξε. Τὴν ἀμετακίνητη ἐμπιστοσύνη του καὶ πίστη του στὸν Θεὸ καὶ στὸν Γέροντά του, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου, ὅπως προείπαμε, ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
.            Ὅπως γνώρισμα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων εἶναι ἡ τελεία καθαρότης, ἡ παρθενία καὶ ἡ ἁγιότης, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος, ἂν καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ ζήση μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου, διατήρησε τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή του καθαρὰ καὶ παρθένα ἕως καὶ ψιλοῦ λογισμοῦ, κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «ἀκριβὴς παρθενία ἡ πρὸς πᾶσαν κακίαν ἀσυνδύαστος γνώμη» (Εἰς τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην 3).
.            Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐξομολογεῖτο συνεχῶς, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρὸ λογισμὸ ποὺ πήγαινε νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Γέροντα ἢ τοὺς ἀδελφούς του. Ἡ συνείδησίς του ἦταν λεπτοτάτη. Ἀμέσως συνελάμβανε κάθε τί τὸ ἀντίθεο, τὸ ὁποῖο ἀμέσως ἐξομολογεῖτο.
.            Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Ἑβρ. α´ 14), ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος κατεφλέγετο ἀπὸ ἀνείκαστο πόθο νὰ εὐεργετῆ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ κερδίζη ψυχὲς πρὸς σωτηρίαν.
.            Ἔλεγε: «Χριστέ μου, θέλω μὲ ὅ,τι συμβαίνει στὴν ζωή μου νὰ δοξάζεται τὸ Πανάγιό σου Ὄνομα, νὰ ὠφελοῦνται οἱ ἀδελφοί μου καὶ ἐγὼ νὰ σώζωμαι». Γιὰ τὸν π. Νικόδημο ὁ ἐαυτός του ἦταν πάντοτε σὲ δεύτερη μοίρα.
.            Πρῶτα ἔπρεπε νὰ ἀναπαυθοῦν οἱ ἄλλοι. Ἀναφέρουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν μεγάλη ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία διακόνησε τοὺς ἀδελφούς του, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, ὅσο καιρὸ ἦταν στὸ μοναστήρι, τακτοποιώντας μὲ ὑπερβολικὴ σχολαστικότητα τὰ τοῦ διακονήματός του, στὸ ὁποῖο παρέμενε ἀτελείωτες ὧρες, καὶ ὑπηρετώντας ὅλους μὲ αὐτοθυσία, εἴτε ὡς παραηγουμενιάρης εἴτε ὡς ἀρχοντάρης εἴτε ὡς γηροκόμος εἴτε ὡς διακονητὴς ὁποιουδήποτε ἄλλου διακονήματος.
.            Τίποτε δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Χαρά του ἦταν νὰ χαίρωνται καὶ νὰ ὠφελοῦνται οἱ ἄλλοι. Ἀπὸ τὰ χέρια του πέρασαν πολλὰ ὑλικὰ ἀντικείμενα καὶ χρήματα, γιατί οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τοῦ τὰ ἐμπιστεύονταν.Ὅμως ὅλα τὰ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ δίνη χαρὰ στοὺς ἄλλους. «Γιὰ νὰ χαροῦν», ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ἔλεγε: «Ἔδωσα στὸν τάδε τὸ τάδε ἀντικείμενο γιὰ νὰ χαρῆ» ἢ «τοῦ ἔψαλα τὸ τάδε τροπάριο γιὰ νὰ χαρῆ».
.            Ὅμως ἐκεῖ ποὺ δαπάνησε ἁπλόχερα τὸν ἑαυτό του ἦταν στὸ νὰ παρηγορῆ ἀτελείωτες ὧρες τοὺς ἀπελπισμένους, νὰ χαροποιεῖ τοὺς λυπημένους, νὰ γλυτώνει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ νοητοῦ δράκοντος τοὺς πλανεμένους, νὰ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοὺς ἀπομακρυσμένους ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν σωτηρία, νὰ εἰρηνεύει τοὺς ταραγμένους καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ λυτρώνει ἀπὸ τὴν σύγχυση τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν τοὺς συγχυσμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας.
.            Ἡ μεγάλη κοσμοσυρροὴ κατὰ τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὸν Πειραιά, καθὼς καὶ οἱ αὐθόρμητες ἐκδηλώσεις ἀκόμη καὶ ἀγνώστων ἀνθρώπων, ποὺ ἔτυχε νὰ γευθοῦν τὰ γλυκύτατα καὶ παρηγορητικά του λόγια, ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς μεγάλης ἀγάπης ποὺ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ἔτρεφε πρὸς τὸν π. Νικόδημο, χάριν τῆς ἰδικῆς του ἀγάπης καὶ οὐσιαστικῆς προσφορᾶς του πρὸς αὐτόν.
.            Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴν θεομίμητη ταπείνωσή του; Ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτέρους μοναχοὺς τῆς Μονῆς μας. Ἦταν καθαρότατος ψυχῇ καὶ σώματι καὶ ὑπεράξιος γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Ὁ πόθος του γιὰ τὸν Θεὸ ἀνείκαστος καὶ γιὰ τὴν ἁγία ἱεροσύνη ἀνείπωτος. Γι᾽ αὐτὸ ἐξ ἄλλου τελείωσε καὶ τὴν Ριζάρειο ἐκκλησιαστικὴ σχολή. Ὅμως ὅταν ὁ Γέροντας τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι δὲν θὰ τὸν προωθήση στὴν ἱερωσύνη, ἀποδέχθηκε ἀναντίρρητα τὴν ἀπόφασή του αὐτή. Ἤρχοντο νεώτεροί του στὴν Μονὴ καὶ ἐγίνοντο ἱερεῖς. Καὶ ὁ π. Νικόδημος οὔτε ζήλευε, οὔτε φθονοῦσε γι᾽ αὐτό. Ἀπεναντίας ἐχαίρετο μὲ τοὺς νέους ἱερεῖς καὶ ἐξέφραζε τὸν πόθο του πρὸς τὴν ἁγία ἱερωσύνη μὲ τὴν βαθειὰ τιμὴ καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἀπέδιδε σὲ αὐτούς. Μᾶς ἔλεγε τελευταία ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας: «Ἀναρωτιόμουν πῶς ὁ π. Νικόδημος διατηροῦσε ἀδιάλειπτα τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ μέσα του». Καὶ βρῆκα τὴν ἀπάντηση: «Διότι εἶχε πάντοτε βαθειὰ ταπείνωση».
.             Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ὡς ἀσώματοι δὲν ἔχουν ἀνάγκη πραγμάτων καὶ ὑπαρχόντων, ἀλλὰ καὶ ὁ π. Νικόδημος δὲν θησαύρισε ποτὲ θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, «ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι» (Ματθ. ϛ´ 19), ἀλλὰ «ἐν οὐρανῷ», διαμοιράζοντας, ὅπως προείπαμε, ὅλα ὅσα περνοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια του στοὺς ἄλλους.
.             Ὁ π. Νικόδημος -κατὰ κόσμον Ἰωάννης Κάντζας-γεννήθηκε στὸν Πειραιὰ ἀπὸ ἁπλούς, εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Χρῆστο καὶ τὴν Χρυσούλα, τὸ 1955. Εἶχε ἀκόμη ἕνα ἀδελφό, νεώτερο, τὸν Παρασκευά, ὁ ὁποῖος κρίμασιν οἶς οἶδε Κύριος ἐφονεύθη σὲ τροχαῖο δυστύχημα παραμονὲς τοῦ γάμου του σὲ ἡλικία μόλις 25 ἐτῶν. Ὁ π. Νικόδημος ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία πόθησε τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἦταν ἐκ κοιλίας μητρὸς ἀφορισμένος γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ. Γνώρισε τὸν σεβαστὸ Γέροντά μας στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ Χαλκίδος τὸ 1972, ὅταν ὁ Γέροντας ἦταν ἡγούμενος σ᾽ αὐτήν. Ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας διεκρίνετο γιὰ τὴν εὐλάβειά του, τὸν θεῖο του ἔρωτα, τὴν ἁγνότητά του, τὴν σοβαρότητά του, τὴν πίστη του στὸν Θεό, τὴν δοξολογική του στάση ἀπέναντί Του, τὴν ταπείνωσή του, τὴν ὑπομονή του στὶς θλίψεις, τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη του πρὸς ὅλους. Εὑρισκόμενος ἤδη στὴν ἐπιθανάτιο κλίνη ἐκμυστηρεύθηκε σὲ κάποιο ἀδελφό: «Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ πολὺ ἀγάπησα τὸν Θεό. Ζήλευα τοὺς ἁγίους Μάρτυρας καὶ τοὺς παρακαλοῦσα: “Ἅγιοι Μάρτυρες, σᾶς παρακαλῶ, δῶστε μου μία σταγονίτσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη σας πρὸς τὸν Χριστό”». Καὶ συνέχισε: «Ἀδελφέ μου, εἰλικρινὰ σοῦ λέω, αὐτὸ ποὺ τότε ζητοῦσα, τώρα τὸ γεύομαι». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πρόσθεσε: «Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου “ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός”. Εἰλικρινὰ σοῦ λέγω, ἀδελφέ μου, τώρα τὸν ζῶ». Ἔλεγε τὰ λόγια αὐτὰ λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του, ἐνῶ ἔφερε στὸ σῶμα του τὰ στίγματα τῶν παθημάτων ποὺ ὑπέμεινε ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν πλησίον.

.            Θὰ μπορούσαμε νὰ διαβεβαιώσουμε ὅτι ὁ π. Νικόδημος ξεπλήρωσε μὲ κάθε δυνατὴ τελειότητα τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου… καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτὸν» (Μάρκ. ιβ´ 30-31). Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξο ποὺ ἀξιώθηκε νὰ λάβη μικρὴ γεύση ἀπὸ αὐτὰ ποὺ οἱ Ἅγιοι ἔζησαν, ἐφ᾽ ὅσον καὶ ὁ π. Νικόδημος ἀκολούθησε τὸ παράδειγμά των. Τὸν ἐνθυμεῖται ὁ Γέροντάς μας, ὅταν τὸν πρωτογνώρισε στὸν Ἅγιο Γεώργιο τῆς Χαλκίδος, ὡς ἕνα εὐλαβέστατο νέο, ποὺ στέκεται πλησίον κάποιου κίονος τοῦ ναοῦ, ὅλον ἐστραμμένο στὸν ἑαυτό του καὶ προσευχόμενο μετὰ δακρύων καὶ κατανύξεως, ποὺ προεδήλωνε ἔτσι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῶν μοναχικῶν ἀγωνισμάτων του τὴν μετέπειτα θαυμαστὴ βιωτή του.
.            Ὅταν συνέβη τὸ θλιβερὸ γεγονὸς τοῦ τραγικοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ π. Νικόδημος ἦταν ἤδη μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πληροφορήθηκε τὸ λυπηρὸ ἄκουσμα μὲ πολλὴ ἠρεμία. Πόνεσε βαθύτατα μὲν ἀλλὰ δὲν ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ σκεφτεῖ, νὰ εἰπῆ ἢ νὰ πράξη κάτι ἀνάρμοστο. Ἔφυγε ἐσπευσμένα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ παρευρεθῆ στὴν κηδεία. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας στέκεται πλησίον τοῦ νεκροῦ, σύννους, ἐκστατικὸς καὶ μετὰ δακρύων. Ὅταν ἀργότερα ἐρωτήθηκε τί σκέπτεται τὴν ὥρα ἐκείνη, αὐτὸς ἀπήντησε: «Μελετοῦσα καὶ θαύμαζα τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ».
.             Ἰδού τεκμήριο ψυχῆς θεοφιλοῦς, ποὺ ζῆ καὶ ἀναπνέει μόνο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν δόξα Του! Εὐρισκόμενος πρὸ τοῦ κεκοιμημένου φιλτάτου ἀδελφοῦ του δὲν λυγίζεται ἀπὸ τὰ βλεπόμενα λυπηρά, ἀλλὰ κινεῖτο πρὸς δοξολογία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ μὴ βλεπόμενα ἀγαθὰ τῆς βασιλείας Του, στὰ ὁποῖα μετέβαινε ὁ ἀδελφός του.
.             Ὅμως ὁ ἀπροσδόκητος θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ του βύθισε σὲ ἀνέκφραστο πένθος τὴν οἰκογένειά του. Ὁ πατέρας του, μὴ ὑποφέροντας τὸ τραγικὸ γεγονός, πολὺ σύντομα ἐγκατέλειψε τὴν παροῦσα ζωὴ προσβεβλημένος ἀπὸ βαρεία καὶ ἀνίατο νόσο.
.             Ὅταν ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντος μεταφυτεύθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο Ἀρμᾶ Χαλκίδος στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1974, ὡς ἕνας ἐξ αὐτῶν καὶ ὁ π. Νικόδημος εὑρέθη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πιστὸς τηρητὴς τῶν ἐπιταγῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων σκέφθηκε ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ξαναβγεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν κατανοοῦσε πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ βοηθῆ τοὺς ἄλλους, μὲ ἔργα καὶ λόγους, πόθος ποὺ ὅπως προείπαμε κατέφλεγε ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τὴν ψυχή του. Ὅμως ὁ Ἅγιος Θεὸς δὲν ἄφησε ἀνεκπλήρωτη οὔτε τὴν ἐπιθυμία του αὐτή. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τοῦ πατέρα του ἔμεινε μόνη καὶ ἀπροστάτευτη ἀνθρωπίνως ἡ μητέρα του, κ. Χρυσούλα, καὶ μάλιστα μὲ πολλὰ καὶ σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας, χωρὶς κάποιον συγγενῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν φροντίζει.
.             Ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας, ποὺ ἀγαπᾶ ὄχι μόνον τὰ πνευματικά του τέκνα ἀλλὰ καὶ τοὺς γονεῖς των, ποὺ τὰ προσέφεραν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, φροντίζοντας καὶ γιὰ τὴν κ. Χρυσούλα, ἀπέστειλε τὸν π. Νικόδημο στὴν πατρίδα του, τὸν Πειραιά, γιὰ νὰ τῆς συμπαρασταθεῖ.
.             Βέβαια ὁ συμφυρμὸς τοῦ μοναχοῦ μὲ τὸν κόσμο, καὶ μάλιστα γιὰ μακρὸ χρονικὸ διάστημα, εἶναι πράγμα πολὺ ἐπικίνδυνο.
.              Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ π. Νικοδήμου ὁ Γέροντάς μας δὲν δίστασε νὰ τὸν στείλει ἐν μέσῳ τῶν θορύβων τοῦ κόσμου, ἐμπιστευόμενος βέβαια στὴν πανσθενουργὸ θεία Χάρι ἀλλὰ καὶ στὴν ὑψηλὴ πνευματικὴ κατάστασι τοῦ π. Νικοδήμου, ἡ ὁποία ἦταν θεμελιωμένη στὴν ἀκράδαντη βάσι τῆς πίστεως στὸν Θεὸ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὸν Γέροντα.
.             Καὶ δὲν ἀστόχησε στὴν ἀπόφασή του αὐτή. Συγχρόνως ὅμως καὶ ὁ π. Νικόδημος ἔβλεπε πίσω ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Γέροντος τὸ σχέδιο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν θεία νεῦσι στὴν θεοφιλῆ ἐπιθυμία του νὰ συμπαρίσταται στοὺς χειμαζομένους ἀδελφούς του ἐκ τοῦ κόσμου, τοὺς καταπονουμένους ἀπὸ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ τὰ βάσανα.
.             Ἐπὶ μία δεκαετία -μέχρι τὴν κοίμησή της- παρέμεινε ὁ π. Νικόδημος κοντὰ στὴν μητέρα του, ὑπηρετώντας την μὲ αὐτοθυσία καὶ αὐταπάρνηση καὶ ἔχοντας συνείδηση ὅτι ἡ ὑπακοή του αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ συνέχεια τῆς ὑπακοῆς του στὸν Γέροντά του καὶ τὴν ἀδελφότητά του, συμφώνως πρὸς τὶς μοναχικές του ὑποσχέσεις κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς κουρᾶς τοῦ Μεγάλου καὶ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, διότι δὲν ἐξῆλθε αὐτεξουσίως στὸν κόσμο ἀλλ᾽ ἐξ ὑπακοῆς.
.             Καὶ πράγματι, ὁ π. Νικόδημος ἔζησε μὲ κάθε ἀκρίβεια, πληρότητα καὶ τελειότητα τὴν μοναχικὴ ζωὴ ἐν μέσῳ Πειραιεῖ. Ξεπέρασε ὅλους ἐμᾶς, ποὺ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἀπομακρυνθήκαμε καθόλου ἀπὸ τὴν Μονή μας.
.              Ἔκανε πολὺ καθαρότερη καὶ ἀκριβέστερη ὑπακοὴ ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ ἤμασταν συνεχῶς κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη τοῦ Γέροντος. Ὁ π. Νικόδημος, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν μαρτυρία πολλῶν, λαϊκῶν καὶ μοναχῶν, ἀνέπνεε, ζοῦσε καὶ ἐνεργοῦσε κάθε τί ἔχοντας συνεχῶς τὸ ὄνομα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Γέροντος στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εὐλογήθηκε πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό. Διατήρησε καθαρότητα ψυχῆς πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ δὲν ἀντικρίσαμε κάτι ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου εὑρισκόμενοι διαρκῶς μέσα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας μας. Καὶ ἀξιώθηκε πολλῶν χαρισμάτων ἀπὸ τὸν Θεό, τῆς ὑπομονῆς, τῆς καρδιακῆς χαρᾶς, τῆς ἀτελευτήτου δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ παρηγορητικοῦ λόγου πρὸς τοὺς τεθλιμμένους, τῆς ἀγάπης πρὸς ὅλους, λόγῳ τῆς καθαρότητάς του αὐτῆς, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8).
.              Αὐτά εἶναι τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅταν βρεῖ ἀνθρώπους ἀξίους ἑαυτοῦ καὶ δεκτικοὺς τῶν θείων ἐπιλάμψεων. Ὅσο καιρὸ παρέμεινε στὸν Πειραιά, δὲν ἔπαυσε νὰ εὐεργετῆ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ παράδειγμά του, τὰ ἔργα του καὶ τοὺς λόγους του. Τὰ λόγια του ἦταν πάντοτε θεοφιλῆ.
.             Ποτὲ δὲν ἀργολογοῦσε οὔτε ἀστειευόταν. Μιλοῦσε ἀτελείωτες ὧρες, εἴτε διὰ ζώσης εἴτε τηλεφωνικά, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἐκστομίζει πράγματα μάταια ἢ ψυχοβλαβῆ. Μοναδικὸς σκοπός του ἦταν πάντοτε ἡ ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Ἀγαποῦσε ὅλους ὡς γνησίους ἀδελφούς του. Μέχρι τὰ τελευταῖα του, ἂν καὶ ἡ δύσπνοια τὸν δυσκόλευε νὰ ὁμιλεῖ ἐλεύθερα, δὲν σταμάτησε νὰ διδάσκει, νὰ παρηγορῆ καὶ νὰ ἐνισχύη τοὺς ἄλλους.
.             Δὲν ὑστέρησε ὅμως καθόλου καὶ στὴν ἔμπρακτη ἐλεημοσύνη αὐτῶν ποὺ εἶχαν ἀνάγκη. Θὰ μπορούσαμε ἀνεπιφύλακτα νὰ ἐπαναλάβουμε καὶ γιὰ τὸν π. Νικόδημο τὸν ψαλμικὸ λόγο: «σκόρπισε, ἔδωκε τοῖς πένησιν ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰώνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. ρια´ 9). Πέρασαν ἀπὸ τὰ χέρια του πολλὰ πράγματα ἀξίας ἀλλὰ καὶ χρήματα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύονταν εὐλαβεῖς Χριστιανοί. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως τὰ χάριζε ἁπλόχερα σὲ ὅσους ἡ ἀγαπῶσα καρδία του ἔκρινε ὅτι τὰ εἶχαν ἀνάγκη.
.              Ὅταν μετὰ τὴν κοίμηση τῆς μητέρας του εὑρέθη καὶ πάλι γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι μας, συμπεριφερόταν σὰν νὰ μὴ εἶχε λείψει καθόλου ἀπὸ τὴν Μονή, ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι οὐδέποτε ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ Αὐτὴν νοερὰ καὶ καρδιακά. Ἡ μακρὰ ἐνασχόλησίς του μὲ τὰ προβλήματα τῆς ὑγείας τῆς μητέρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ κάποια προβλήματα τῆς δικῆς του ὑγείας, τῶν ὁποίων ἡ σοβαρότης ἀπὸ λάθος ἐκτίμηση τῶν ἰατρῶν δὲν εἶχε γίνει ἀντιληπτή. Ὅταν ὅμως μετὰ τὴν κοίμηση τῆς μητέρας του θέλησε νὰ ἀσχοληθεῖ πιὸ προσεκτικὰ μὲ αὐτά, διεγνώσθη βαρεία καρδιακὴ ἀνεπάρκεια τελικοῦ σταδίου.
.             Ἀνθρωπίνως ἡ μόνη δυνατὴ θεραπεία ποὺ ὑπῆρχε ἦταν ἡ μεταμόσχευσις καρδίας. Ὅμως παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες προτάσεις τῶν ἰατρῶν μέχρι καὶ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του, δὲν δέχθηκε νὰ μεταμοσχευθεῖ. Ἀγαποῦσε καὶ ἐχαίρετο τὴν ζωή. Μὲ πολὺ μεγάλη σχολαστικότητα τηροῦσε τὶς ὁδηγίες τῶν ἰατρῶν, θεωρώντας τὴν ἀμέλεια ὡς ἐφάμαρτη κατὰ τὸν ἀποστολικὸ λόγο: «οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἔστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς» (Α´ Κορ. γ´ 16).
.             Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «θέλω νὰ ζήσω. Βάλτε μου τὴν τεχνητὴ καρδιὰ ἢ ὅ,τι ἄλλο τεχνικὸ μέσο διαθέτει ἡ ἐπιστήμη. Ὅμως ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶ μία καρδιὰ ποὺ θὰ προέρχεται ἀπὸ ἕνα “ἐγκεφαλικὰ νεκρό”, ὁ ὁποῖος γιὰ μένα δὲν εἶναι νεκρὸς ἀλλὰ ζῶν καὶ βαρύτατα πάσχων ἀσθενής». Τὴν πεποίθησή του αὐτή, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς εἶχε ὑπερασπισθῆ στὸ παρελθόν, πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθῆ τὸ πρόβλημα τῆς ὑγείας του, ὑπεστήριξε καὶ τώρα μὲ ἀπολυτη εἰρήνη καὶ σταθερότητα ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του.
.             Ὁ π. Νικόδημος αἰσθανόταν τὸ «Ὠνάσειο Καρδιοχειρουργικὸ Κέντρο» σὰν «δεύτερο μοναστήρι του», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε. Ἀγαποῦσε ὅλους τοὺς ἐργαζομένους στὸ Ἵδρυμα, ἰατρούς, νοσηλευτικὸ καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικό, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἠγαπᾶτο ἀπὸ αὐτούς.
.             Βοηθήθηκε πολὺ ἀπὸ ὅλους, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν κ. Γ. Α., ποὺ τὸν θεωροῦσε κατ᾽ ἐξοχὴν ἰατρό του, ἄριστο ἐπιστήμονα, ἀνιδιοτελῆ, γεμάτο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς του καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως γιὰ τὸν π. Νικόδημο.
.             Ὁ συγκεκριμένος ἰατρὸς ἀγωνίσθηκε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του νὰ παρατείνει τὴν ζωὴ τοῦ π. Νικοδήμου, ἐλπίζοντας καὶ σὲ κάποιο νεώτερο ἐπίτευγμα τῆς ἐπιστήμης, «προκειμένου νὰ συνεχίση τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του», ὅπως ἔλεγε, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὴν μεγάλη βοήθεια ποὺ ἐλάμβαναν ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Παρετάθη μάλιστα ἡ ζωὴ τοῦ π. Νικοδήμου μὲ τὴν θεία βοήθεια καὶ χάρις στὶς προσπάθειες τῶν ἰατρῶν πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο προέβλεπαν τὰ κατὰ καιροὺς δημοσιευόμενα στὰ ἐπιστημονικὰ περιοδικὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης.
.             Ὅμως καὶ ὁ π. Νικόδημος παραμένοντας στὸ «Ὠνάσειο» βοήθησε πολὺ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς συνοδούς των καὶ τὸ νοσηλευτικὸ προσωπικό του. Ἡ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ π. Νικοδήμου γιὰ τὸν Θεὸ ξεχείλιζε ὡς ποταμὸς μὲ γλυκύρροα νάματα καὶ ἀγκάλιαζε κάθε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν πλησίαζε.
.             Δὲν ὑπῆρχε ψυχὴ πονεμένη, λυπημένη, ταραγμένη, συγχυσμένη, ποὺ νὰ ἔφυγε ἀπὸ κοντά του χωρὶς νὰ λάβη βάλσαμο, παρηγοριὰ καὶ ἀνάπαυση. Ἦταν πολὺ συνηθισμένη στὰ χείλη του ἢ φράσις: «Νὰ χαίρεσαι! Νὰ χαίρεσαι!» ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς ὅλους. Ἀναφέρουμε σὰν παράδειγμα τὴν περίπτωση μιᾶς εὐλαβοῦς νοσηλεύτριας, ποὺ κάποια Μ. Παρασκευὴ ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ μείνει στὸ Νοσοκομεῖο λόγῳ ὑπηρεσίας. Ἦταν πολὺ λυπημένη ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκκλησιασθεῖ. Ὁ π. Νικόδημος, νοσηλευόμενος τότε καὶ αὐτός, κατόρθωσε μὲ τοὺς θεοπρεπεῖς του λόγους νὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ νὰ τὴν χαροποίηση, τονίζοντάς της τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν γι᾽αὐτὴν πολὺ περισσότερο ἐκεῖ στὸ Νοσοκομεῖο, στὰ πρόσωπα τῶν ἀσθενῶν ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀπὸ ὅ,τι ἦταν στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἔργο του αὐτὸ δὲν τὸ σταμάτησε μέχρι τὸ τέλος.
.             Ὁ ἴδιος πέθαινε, ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἐδέχετο τὴν μεταμόσχευση, καὶ ζωοποιοῦσε τοὺς ἄλλους. Ἂν καὶ εὐρίσκετο στὴν κλίνη τῆς ἀσθενείας, δὲν ἔπαυε νὰ δίνη χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς γύρω του. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ οὐσιαστικὴ συμπαράστασή του μὲ εὐλογίες τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν καὶ μὲ οἰκονομίες του στὸν ἀγαπητὸ ἀδελφὸ Ἰωάννη, εὐλογημένο λαϊκὸ ἀδελφό, ποὺ μὲ αὐτοθυσία τοῦ συμπαραστάθηκε σὲ ὅλες τὶς δύσκολες ὧρες του μέχρι τέλους.
.             Ἡ ἀσθένεια τοῦ π. Νικοδήμου ἦταν πολὺ βασανιστική, λόγῳ τῆς μεγάλης δύσπνοιας ἀκόμη καὶ ἐν ἠρεμίᾳ, ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε οὔτε καὶ τὸν ὕπνο. Παρὰ τὴν ταλαιπωρία, τὶς ἀϋπνίες καὶ τὴν σαφῆ γνῶσι ὅτι ὁ θάνατος πλησιάζει, βασίλευε μονίμως στὴν ψυχή του ἢ θεϊκὴ χαρά, τῆς ὁποίας ἔκανε κοινωνοὺς ὅλους ὅσους τὸν προσέγγιζαν.
.             Τὸν τελευταῖο καιρὸ τραγουδοῦσε πολὺ συχνὰ μὲ πολλὴ χάρι ἕνα τραγουδάκι, ἐκφραστικὸ τῶν βιωμάτων του: «Ὄμορφη μικρὴ βαρκούλα, γιὰ ποῦ ἔβαλες πανί, ἔχει θάλασσα κι ἀγέρα, δὲν φοβᾶσαι μοναχή; Μὴ μὲ βλέπετε μικρούλα κι ἀραγμένη στὸ γιαλό, τ᾽ ὄνομά μου εἶναι πίστις καὶ τὰ κύματ᾽ ἀψηφῶ…».
.             Ὁμιλώντας τηλεφωνικῶς μὲ ἕνα ἀδελφὸ στὴν Μονή, τοῦ ἔψαλε μὲ τὴν γλυκεία φωνή του τὸν Ἀναστάσιμο Κανόνα, πανηγυρικὰ καὶ μεγαλόπρεπα: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἔψαλε ὅλη τὴν α´ ὠδὴ μαζὶ μὲ τὰ τρία ἀκροτελεύτια «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ τὸ «Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου». Ἐὰν ὁ ἀδελφὸς δὲν τὸν διέκοπτε, θὰ συνέχιζε καὶ τὶς ὑπόλοιπες ὠδὲς τοῦ Κανόνος. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Ἀγαθόνικος εὑρέθη στὸ «Ὠνάσειο», γιὰ νὰ συμπαρασταθεῖ στὴν ἐγχείρηση τῆς εὐλαβεστάτης ἀδελφῆς του, τότε ποὺ καὶ ὁ π. Νικόδημος νοσηλεύετο ἐκεῖ. Ἡ συνάντησις τοῦ Σεβασμιωτάτου μὲ τὸν π. Νικόδημο ἦταν ἀφορμὴ μεγάλης χαρᾶς γιὰ τὸν π. Νικόδημο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Κίτρους. Ἐρχόταν καθημερινῶς γιὰ τὴν ἀδελφή του, ἀλλὰ παρέμενε πολλὴ ὥρα στὸν θάλαμο τοῦ π. Νικοδήμου ρουφώντας κυριολεκτικὰ τὰ λόγια του. Ἔβλεπε κανεὶς τότε ἕνα παράδοξο πράγμα: Ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ ἀκούει σιωπηλὸς ὁμιλοῦντα ἕνα ἁπλὸ μοναχό. Ἀπόδειξις τῆς ἁγιότητας τοῦ Σεβασμιωτάτου ἀλλὰ καὶ τῆς χαριτωμένης ψυχῆς τοῦ π. Νικοδήμου. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι ἀφύσικο, ἐφ᾽ ὅσον μόνον οἱ ἅγιοι καταλαβαίνουν τοὺς ἁγίους.
.             Ἀργότερα ἔλεγε ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς τοὺς παρευρισκομένους: «Τὸ πρόσωπό του -τοῦ π. Νικοδήμου- εἶναι σὰν τοῦ Χριστούλη», μαρτυρία ποὺ ἐπιβεβαίωναν καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
.             Τὸν π. Νικόδημο ἐπισκέφθηκε στὸ «Ὠνάσειο» καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Πολὺ χάρηκε, ἐνισχύθηκε καὶ παρηγορήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψι αὐτή. Συγχρόνως βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράση τὴν εὐγνωμοσύνη του στὸν Σεβασμιώτατο γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ποιμαντικὸ ἔργο του στὴν Ἐπαρχία του καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στοὺς πεπαρρησιασμένους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀγῶνας του.
.               Ὅμως πολὺ σύντομα ὁ π. Νικόδημος καθηλώθηκε στὴν ἐπιθανάτιο κλίνη μὲ πολὺ ἰσχυροὺς πόνους καὶ βαρεία δύσπνοια. Ὅμως ἡ θεολόγος γλώσσα του δὲν ἔπαυε νὰ κελαηδῆ ὕμνους καὶ δοξολογίες στὸν Θεό. Έλεγε μὲ φωνὴ σβησμένη καὶ συνεχῶς διακοπτόμενη ἀπὸ τὴν δύσπνοια: «Μὲ ἐρωτοῦν: “Γιατί π. Νικόδημε ὅλες οἱ συμφορὲς σὲ σένα; Θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ πατέρα, βαρεία ἀσθένεια τῆς μητέρας, ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη σου Μονή, βαρεία καὶ ἀνίατη ἀσθένεια;” Καὶ ἐγὼ τοὺς ἀπαντῶ: “Γιατί πολὺ μὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐγὼ πολὺ Τὸν ἀγαπῶ. Πολὺ Τὸν ἀγαπῶ”» καὶ συνέχισε κλαίων μὲ τὰ δάκρυα τοῦ θείου ἔρωτος.
.             Λίγο ἀργότερα πάλι ἔλεγε: «Μέσα ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς πολυκύμαντης ζωῆς μου αἰσθάνομαι χαρά, εἰρήνη, δοξολογία, εὐχαριστία, εὐγνωμοσύνη, τὸν Χριστό. Τώρα χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου». Αὐτὰ ἦταν καὶ τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ π. Νικόδημου. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἡ τρισευλογημένη καὶ χαριτωμένη καρδιὰ τοῦ π. Νικοδήμου ἔπαυσε νὰ πάλλη. Ὁ θάλαμός του γέμισε ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ Νοσοκομείου.
.             Ὅλοι ἔτρεξαν γιὰ νὰ διαδηλώσουν μὲ τὸν τρόπο τους τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμησή τους πρὸς τὸν ταπεινὸ μοναχὸ π. Νικόδημο, τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔθεσε ὡς στόχο τῆς ζωῆς του ὄχι τὸ ἴδιον ὄφελος ἀλλὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ἀδελφοῦ, τὸν ἄνθρωπο ποὺ παρὰ τὶς μεγάλες δοκιμασίες του δὲν ἔπαυσε οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεό, τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀκραδάντου πίστεως καὶ ἐλπίδος στὸν Θεό, ποὺ ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὶς πονηρὲς ἠμέρες μας γιὰ νὰ μᾶς δείξει μὲ τὸ παράδειγμά του τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς σωτηρίας.
.             Γι᾽ αὐτὸ δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁμολογήθηκε ἀπὸ τοὺς θεράποντές του ὅτι «δὲν πέρασε ἄλλος ἄρρωστος ἀπὸ τὸ Ὠνάσειο σὰν τὸν π. Νικόδημο». Καὶ ὁ ἀγαπητός του ἰατρός, κ. Γ. Α., μετὰ τὴν Ἀγρυπνία-κηδεία ποὺ ἐτελέσθη στὸν Ἱ. Ναὸ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Πειραιᾶ ἐξέφρασε τὴν θερμὴ ἐπιθυμία νὰ συγκεντρώνονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὅσοι γνώρισαν τὸν π. Νικόδημο, γιὰ νὰ τὸν θυμοῦνται καὶ νὰ ἀνανεώνουν μέσα τους ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔζησαν κοντά του.
.             Ὁ ἴδιος σὲ ἄλλη στιγμὴ εἶχε πεῖ: «Πολὺ μοῦ μιλᾶ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος». Μετὰ τὴν νυκτερινὴ ἀκολουθία στὸν Πειραιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ μετεφέρθη στὴν Ἱερὰ Μονή μας, ὅπου ἐπανελήφθη ἡ νεκρώσιμος Ἀκολουθία.
.              Τὸ σκήνωμα τοῦ π. Νικοδήμου ἐναπετέθη στὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς προσδοκώντας «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» ἡ δὲ ψυχή του χαίρεται καὶ ἀγάλλεται «ἐν χώρᾳ ζώντων» καὶ «ἐν σκηναῖς δικαίων», ἔνθα καταλάμπει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο θερμῶς ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας ἀγάπησε.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν π. Νικόδημε!

Ι. Δ. Γ.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-1 (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

Ἀπὸ τὸ περιοδ. τῆς Ἱ. Μονῆς Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους
«Ὅσ. Γρηγόριος»

.              Πέρασαν ἤδη τέσσερα χρόνια ἀπ’ τὴ μέρα ποὺ ὁ π. Νικόδημος Γρηγοριάτης μὲ τὸ μαρτυρικό του τέλος ἐπισφράγισε τὴν ὁσιακὴ ζωή του καὶ ἡ ἐλπίδα του γέμισε μ’ ἀθανασία. Δαπάνησε ὁλόκληρη τὴν ζωή του στὴν ἁγία ταπείνωση ποὺ γεννοῦσε μέσα του δίψα ἀκόρεστη γι’ ἀγάπη.
.              Ὅταν ὁ θεράπων ἰατρὸς ἔθεσε ἐνώπιόν του τὸ δίλημμα «μεταμόσχευση καρδιᾶς ἢ θάνατος» ἐκεῖνος ἐπέλεξε αὐτὸ ποὺ ὑπαγόρευε ἡ μέχρι θανάτου ἀγαπῶσα καρδιά του.
.              «Θέλω νὰ ζήσω. Βάλτε μου τὴν τεχνητὴ καρδιὰ ἢ ὅ,τι ἄλλο τεχνικὸ μέσο διαθέτει ἡ ἐπιστήμη. Ὅμως ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶ μία καρδιὰ ποὺ θὰ προέρχεται ἀπὸ ἕναν “ἐγκεφαλικὰ νεκρό”, ὁ ὁποῖος γιὰ μένα δὲν εἶναι νεκρὸς ἀλλὰ ζῶν καὶ βαρύτατα πάσχων ἀσθενής».
.              Ὅσοι ζήσαμε ἀπὸ κοντὰ τὸν π. Νικόδημο ξέραμε πὼς ἦταν ἕτοιμος ἀπὸ καιρὸ γιὰ αὐτὴ τὴ μαρτυρία Ἀγάπης ποὺ καρποφόρησε καὶ τὸ μαρτύριό του. Εἶναι πολλὰ τὰ θαυμαστὰ ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ὁσιακὴ ζωή του.
.              Μέχρι νὰ ’ρθεῖ ἡ ὥρα ὅλα αὐτὰ νὰ φανερωθοῦν πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ ὠφέλεια τῶν συνανθρώπων μας, θὰ σταχυολογήσουμε ἁπλῶς τὶς πρῶτες συγγραφικές ἀντιδράσεις μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος. Εὐχή μας εἶναι ὁ Παντεπόπτης Θεός, σύντομα νὰ φανερώσει τὴν κεκρυμμένη ἀπὸ τὸν κόσμο σταυροαναστάσιμη μοναχική του ζωή.
.              Θὰ κλείσουμε αὐτὸ τὸ σύντομο σημείωμα ἀντιπροσφέροντάς του τὸν χαιρετισμὸ μὲ τὸν ὁποῖο ἐκεῖνος μᾶς στήριζε καὶ μᾶς ἐμψύχωνε πάντα:Νὰ χαίρεστε πάτερ Νικόδημε! Νὰ χαίρεστε πάτερ Νικόδημε καὶ τώρα καὶ πάντα!

«Ἕνα λουλούδι στὸν Τάφο τοῦ ἀδελφοῦ π. Νικοδήμου» 

.           Στὶς 23-1-2009 (Π.Ἡμ.) ἐκοιμήθη ὁ πολυαγαπητός μας ἀδελφὸς π. Νικόδημος στὸ Ὠνάσειο νοσοκομεῖο καὶ στὶς 24-1-2009 ἔγινε ἡ κηδεία του στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Μετανοίας του.
.              Τὰ συναισθήματα μεικτά. Λύπη βαθειὰ γιὰ τὴν κοίμηση καὶ τὸν ἀποχωρισμὸ νέου ἀδελφοῦ καὶ χαρὰ διότι ἡ ψυχή μας αἰσθάνεται ὅτι πῆγε κοντὰ στὸν Χριστό μας.
.               Ποτέ δὲν θὰ ξεχάσουμε τὴν μεγάλη του ἀγάπη γιὰ ὅλους μας, τὴν ἀνεξικακία του, τὴν ἐγκράτειά του, τὴν μεγάλη ὑπομονὴ στὶς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς του καὶ κυρίως τὸ ὁσιακὸ τέλος του μὲ δοξολογία στὸν Θεό, χωρὶς ἴχνος δυσαρέσκειας ἢ ἐρωτηματικῶν, ἀλλὰ μὲ μεγάλη Πίστι ἔλεγε πάντοτε νὰ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
.              Ἀπό παιδὶ 18 ἐτῶν μόλις τελείωσε τὸ λύκειο, μέχρι 54 ἐτῶν ποὺ ἐκοιμήθη, 35 ὁλόκληρα χρόνια τέλειος ὑποτακτικὸς σὲ ὅλα, καλλιέργησε ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς ἀρετὲς στὸ μέγιστο βαθμό, γι’ αὐτὸ καὶ ἠξιώθη μεγάλων εὐλογιῶν καὶ ἀνωτέρων πνευματικῶν καταστάσεων καὶ ἐμπειριῶν.
.              Ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι ἡ ταπεινὴ ψυχή του δὲν θέλει ἐπαίνους, γι’αὐτὸ τὰ περιγράφω γενικὰ καὶ οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι καταλαβαίνουν περισσότερα.
.              Ἄλλοι πιὸ εἰδήμονες στὰ πνευματικὰ θέματα ἐλπίζω νὰ γράψουν λεπτομερῶς γιὰ τὴν ὁσιακὴ βιωτή του. Ποτὲ δὲν διανοήθηκε νὰ κάνει κάτι χωρὶς εὐλογία ἢ κάποια παραχώρηση στὴν τέλεια κι ἄνευ ὅρων ὑπακοή του στὸν Γέροντα.
.               Παρηγοροῦσε ὅλους ἡ εὐαίσθητη καρδιά του, ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ τοὺς πατέρες μέχρι τὸν κάθε ἐπισκέπτη καὶ πτωχό. Μὲ πόθο μεγάλο διάβαζε καὶ λάτρευε τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο καὶ τὸν ὅσιο Ἰσαάκ.
.               Ὁ ἀδελφός του Παρασκευᾶς σκοτώθηκε νέος σὲ τροχαῖο δυστύχημα, ὁ πατέρας του Χρῆστος πέθανε ἀπὸ τὴν λύπη του μὲ καρκίνο στὸν πνεύμονα. Ἀπέμεινε μόνη ἡ μητέρα του Χρυσούλα μὲ προβλήματα ἀναπνευστικὰ καὶ μὲ κλονισμένη ὑγεία.
.              Μὲ εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ Γέροντός μας ὁ π. Νικόδημος ἐπὶ πολλὰ ἔτη μὲ ὑπομονὴ καὶ προθυμία διηκόνησε στὸν Πειραιὰ τὴν ἁπλουστάτη καὶ ἐνάρετη κ. Χρυσούλα μέχρι τὸ εὐλογημένο τέλος της.
.              Ἡ εὐαίσθητη καρδιά του ποὺ εἶχε ἀπὸ χρόνια προβλήματα σταμάτησε νὰ κτυπᾶ στὶς 23-1-2000 (Π. Ἡμ.) στὸ Ὠνάσειο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλευόταν συχνὰ κι ὅπου ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν πολύ. Καλὴ ἀντάμωση π. Νικόδημε!

Ὁ ὑποτακτικός σου στὴν Τραπεζαρία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μας:
Μοναχὸς Ἰσαὰκ Γρηγοριάτης

Β´ Μέρος: «ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-2 «Πολὺ μὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐγὼ πολὺ Τὸν ἀγαπῶ. Πολὺ Τὸν ἀγαπῶ». (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

ΠΗΓΗ «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

«NA, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ! Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας» (γέρ. Εὐσ. Βίττης)

Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Εὐσεβίου Βίττη
στὴν Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, 20.8.1998
Περιοδ. «Ὅσιος Γρηγόριος», ἀρ. τ. 38, 2013, σελ. 70-71
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.               […] Νὰ πιστέψουμε βαθιὰ στὴν προσευχή. Νομίζω, ὅτι σ᾽ αὐτὸ ὑστεροῦμε. Δὲν τὸ κάνουμε ζήτημα προσευχῆς. Ἦταν κάποιος μοναχός – πολὺ πιστὸς ἄνθρωπος- καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα. “Πῶς τὰ πᾶτε, παιδί μου”, λέει ὁ γέροντας. “Καλά, ἀλλὰ νά δὲν ἔχουμε βροχή”. “Βροχή; Δὲν κάνετε προσευχή;”. “Κάνουμε προσευχή, ἀλλὰ δὲν ἔρχεται”. “Δὲν ἔρχεται;”. Σήκωσε τὰ χέρια του. Προτοῦ τὰ κατεβάση, ἦρθε ἡ βροχή. Νά, αὐτὴ εἶναι προσευχή. Δὲν κάνουμε προσευχή. Δὲν ἔχουμε ἀναγάγει τὴν προσευχὴ σὲ πρῶτο στοιχεῖο τῆς ζωῆς μας καὶ στὶς πιὸ μεγάλες λεπτομέρειες, διότι, ἐὰν πιστεύουμε στὸν Παντοδύναμο Θεὸ καὶ ἂν πιστεύουμε στὴν ἀξία τῆς προσευχῆς, νομίζω, ἐκεῖ θὰ ποῦμε τὰ παράπονά μας.
.                  Πολλὲς φορὲς μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα: Π.χ. βλέπω ἕνα ἀδελφὸ ποὺ κάνει κάτι καὶ μοῦ κάνει ἐντύπωσι, καὶ τὸν κατακρίνω. Μπορῶ ὅμως νὰ κάνω τὸ ἑξῆς, γιὰ νὰ μὴ πέσω στὴν ἁμαρτία: «Κύριέ μου, ὁ ἀδελφὸς ἔκανε αὐτό. Εἶναι ἁμαρτία; Συγχώρησέ τον. Τὸν κρίνω ἄδικα ἐγώ; Συγχώρησέ με». Μὲ τέτοιον τρόπο ξεφεύγω πλέον ἀπὸ τὴν κατἀκρισι καὶ ἔρχεται καὶ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ» Καὶ θὰ ᾽ρθῇ ὁ ἀδελφὸς καὶ θὰ τὸ αἰσθανθῇ, διότι θὰ προσευχηθῶ γι᾽ αὐτόν. […]

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ: «ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΑΛΛΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. Ἀποτελεῖ καί γιά ἐμᾶς σήμερα φιλόθεη ὑποχρέωσι νά ὑπερβοῦμε μέ πίστι καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό τά ἀντίχριστα νομοθετήματα» (Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους)

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΡΓΙΑΣ

Tῆς Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους

.          Ἕνα ἀκόμη ἀντιχριστιανικό νομοθέτημα ψηφίσθηκε ἐφέτος ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων. Ἀποδομεῖται ἔτι περαιτέρω ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανική ταυτότητα τοῦ νεοελληνικοῦ Κράτους, ἀντίθετα πρός τήν βούλησι τῶν ἡρώων πού τήν εἶχαν δημιουργήσει μέ τό αἷμα τους. Ἡ ἀντίδρασις τῶν ἐπαγγελματικῶν καί κοινωνικῶν φορέων πού ἐπηρεάζονται ἀπό τό νομοθέτημα εἶναι ἐπαινετή. Ἡ διαμαρτυρία τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν καί τῶν Κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας παρήγορος.
.          Ὅμως σήμερα, μετά τήν ὑπερψήφισι τοῦ νόμου, ἔστω καί στόν περιωρισμένο βαθμό ἐφαρμογῆς του σέ ὡρισμένες Κυριακές τόν χρόνο, ἡ εὐθύνη γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ νόμου βαραίνει τούς ὤμους τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἡ ἀργία τῆς Κυριακῆς εἶναι βασικό καθῆκον μας, ἐπειδή εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ, κατά τό «ἕξ ἡμέρας ἐργᾷ καί ποιήσεις πάντα τά ἔργα σου, τῇ δέ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἐξόδ. κ΄ 9), ἀλλά κυρίως γιατί ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουμε νά μετέχουμε κάθε Κυριακή στό μέγιστο γεγονός τῆς Θείας Λειτουργίας καί νά τιμοῦμε τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
.          Ἐκεῖνοι πού σήμερα ἐπίεσαν γιά τήν κατάργησι τῆς Κυριακῆς ἀργίας δέν θέλουν τούς χριστιανικούς θεσμούς, ἐπειδή δέν θέλουν τόν Χριστό, ἀλλά τόν ἀντίχριστο, κατά τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐγώ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου καί οὐ λαμβάνετέ με· ἐάν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε» (Ἰωάν. ε´ 43). Καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός μαρτύρησε μέ τόν δι’ ἀγχόνης θάνατο, ἐπειδή εἶχε πείσει τούς Χριστιανούς νά μεταθέσουν τό παζάρι ἀπό τήν Κυριακή στό Σάββατο, γιά νά τιμοῦν τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
.          Ἀποτελεῖ καί γιά ἐμᾶς σήμερα φιλόθεη ὑποχρέωσι νά ὑπερβοῦμε μέ πίστι καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό τά ἀντίχριστα νομοθετήματα, ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, γιά τούς ὁποίους ὁ ἀνώνυμος συγγραφεύς τῆς Πρός Διόγνητον Ἐπιστολῆς γράφει: «Ἐπί γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ᾽ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις, καί τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τούς νόμους. Ἀγαπῶσι πάντας, καί ὑπό πάντων διώκονται. Ἀγνοοῦνται, καί κατακρίνονται· θανατοῦνται, καί ζωοποιοῦνται. Πτωχεύουσι, καί πλουτίζουσι πολλούς· πάντων ὑστεροῦνται, καί ἐν πᾶσι περισσεύουσιν». Τό μαρτυρικό μας φρόνημα ὡς Χριστιανῶν σήμερα μπορεῖ νά φανερωθῇ μεταξύ ἄλλων καταστάσεων, πού ἤδη ὑφιστάμεθα, καί ἀπό τήν ἄρνησι νά ἐργασθοῦμε τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ἀπό ἀγάπη καί πίστι στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἔχυσε τό Τίμιο Αἷμα Του στόν Σταυρό καί «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», δηλ. τήν Κυριακή, ἀνεστήθη ἀπό ἄπειρη ἀγάπη γιά ἐμᾶς.

ΠΗΓΗ: monastery.gr

,

Σχολιάστε

ΝΑΙ! Ο ΙΩΒ ΔΟΞΑΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ (Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον)

Ἕνα ὑπέροχο ἀπόσπασμα (σελ. 232-236) ἀπὸ τὸ βιβλίο: 

«ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΘΛΟΥ ΙΩΒ»
(Ἀνάλυση στὸ Βιβλίο τοῦ Ἰώβ)
τοῦ (+) ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ 

Ἔκδοσις Ἱ. Μονῆς Ὁσ. Γρηγορίου,
Ἅγ. Ὄρος 2010

         (…)

(Ὁ Ἰώβ): «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο».

– (Ὁ διάβολος): Λόγια θρησκομανοῦς. Ἔχουν ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ὄχι γιὰ μένα τὸν σατανᾶ. Δὲν λένε καὶ τίποτε. Εἶναι μιὰ ἐπανάληψη ἀπὸ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπε ὁ Ἰώβ. Ἐγὼ ὁ σατανᾶς πάντως κερδίζω! Κερδίζωωωω!
.        (Ἔτσι σκέπτεται ὁ σατανᾶς. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ πάει νὰ κράξη θριαμβευτικά, κάτι τὸν ἐμποδίζει νὰ φωνάξη. Νιώθει ἔντονη ἀνησυχία ὁ σατανᾶς. Τεντώνει τὰ σατανικά του αὐτιά, γιὰ νὰ ἀκούση τὴν ἀναμενόμενη φράση ἢ μᾶλλον τὸν ὀχετὸ βλασφημιῶν τοῦ στερημένου ἀπὸ ὅλα Ἰὼβ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ του. Μάλιστα ἑτοιμαζόταν νὰ φωνάξη καὶ νὰ ἐκδηλώση τὸν ἐνθουσιασμὸ του˙ Θρί…, ἀλλὰ κόπηκε στὴ μέση ἡ λέξη στὸν σατανικό του φάρυγγα. Τί ἄκουγε; Φρικτό! Ἀπαίσιο! Ἀνήκουστο! Μαχαιριὰ στὴν αἱμοβόρα του σατανικὴ καρδιὰ ἦταν ἡ φράση, ποὺ ἄκουγε νὰ βγαίνη ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἰώβ).
– (Ὁ Ἰώβ): «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας! Ναί! Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας! Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας!».

.        Ναί, ὁ Ἰὼβ δοξάζει τὸν Θεό! Ἀδύνατο! Μήπως μὲ γελοῦν τὰ αὐτιά μου; ἀναρωτιέται ἀνήσυχος ὁ σατανᾶς. Ἐγώ, ὅταν ἔλεγα, ὅτι θὰ «εὐλογοῦσε» τὸν Θεό, τὸ ἐννοοῦσα μὲ ἀντίθετη ἔννοια, δηλαδὴ πὼς θὰ βλασφημοῦσε ὁ Ἰώβ. Καὶ αὐτός… Μὰ εἶναι ἀνυπόφορος! Ἂν μποροῦσα, θὰ τὸν ἔκανα καὶ αὐτὸν κομμάτια, μά, ἔλα ποὺ δὲν μὲ ἀφήνει Ἐκεῖνος… καὶ ἔκανε μιὰ γκριμάτσα, ποὺ ἀποτελοῦσε ἔκφραση ἀπόλυτης περιφρονήσεως. Ἐγὼ λοιπὸν περίμενα νὰ βλαστημάη ἀδιάκοπα τὸν Θεό, καὶ αὐτὸς ὁ ἀπαίσιος τὸ πῆρε κατὰ γράμμα καὶ δοξάζει τὸν Θεό!…
.     Τέτοιο βέλος φαρμακερὸ καταμεσὶς στὴν καρδιά του! Δὲν τὸ περίμενε μὲ κανένα τρόπο ὁ σατανᾶς. Σφάδαζε ἡ διαβολική του καρδιά, ἂν βέβαια εἶχε καρδιὰ σὰν τὴν ἀνθρώπινη, μὰ τέλος πάντων ὅ,τι μποροῦσε σὲ πνεῦμα νὰ θεωρηθῆ καρδιά. Ἂν ἦταν σὰν τὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ ἡ καρδιά του, θὰ ἔμενε σίγουρα στὸν τόπο.
.       Ναί, ὁ ὑποτιθέμενος ἡττημένος νικοῦσε! Δὲν περίμενε τέτοια συμφορὰ ὁ τρισκατάρατος, ὁ τόσο πεπειραμένος σὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς κακουργίες σατανᾶς. Ἄφριζε ἀπὸ τὴ λύσσα του. Μὰ δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθῆ τὴν ἥττα του. Δὲν ἤθελε νὰ τὸ βάλη κάτω. Σκοτισμένος ἀπὸ τὴν βλακώδη ὑπερηφάνειά του, δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθῆ, ὅτι τὸν κατατρόπωσε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ! Γι’ αὐτὸ καὶ κάτι ἄλλο γεννιόταν στὸ σατανικό του μυαλό. Κάτι, ποὺ αὐτὴ τὴν φορὰ θὰ τοῦ ἔδινε τὴν νίκη, καὶ ἀποτραβήχθηκε γιὰ κάποιο ἄλλο καταχθόνιο σχέδιο…

* * *

Ὁ Θεὸς ἤξερε τί ἔλεγε γιὰ τὸν Ἰώβ. Ἤξερε, ὅτι δὲν θὰ λύγιζε. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀποδεικνυόταν νὰ ἔχη πίστη στὸν Θεὸ γνήσια καὶ ἐντελῶς ἀνιδιοτελῆ καὶ ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀπὸ εὐμάρεια, ἀπὸ προβολὴ στὸν κόσμο, ἀπὸ οἰκογενειακὴ εὐτυχία καὶ χαρά, ἀπὸ πλῆθος ἀπογόνων καὶ ὅ,τι ἄλλο θὰ συνιστοῦσε ἰδιοτέλεια καὶ συμφεροντολογικὴ πίστη. Ἡ πίστη του δὲν ἦταν ἐξαρτημένη ἀπὸ ἐγγυήσεις αἰσθητῶν πραγμάτων. Ἦταν κάτι πολὺ βαθύ, κάτι ἐντελῶς προσωπικό. Ὁ Ἰὼβ πίστευε στὸν Θεὸ ἀγαπητικά, μυστικά, ἐσωτερικά, ὁλοκάρδια! Καὶ παρ’ ὅλα ὅσα τοῦ εἶχαν συμβῆ, δὲν τοῦ πέρασε κἂν ἡ ἰδέα νὰ διακόψη τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἐξακολούθησε νὰ τὸν λατρεύη μὲ ὅλη τὴν καρδιά. «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας»! Ἦταν ἡ πιὸ ἁγνὴ καὶ πιὸ θερμὴ καὶ ὁλοκάρδια δοξολογία ποὺ μποροῦσε νὰ ἀκουστῆ ἀπὸ καρδιὰ τόσο πληγωμένη ἀπὸ τὸν πόνο καὶ ὅμως πυρακτωμένη ἀπὸ τὸν θεῖο ἔρωτα. Τὸ μόνο ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ συνειδητοποιήση ὁ Ἰώβ, στὴν ὁλοκάρδια αὐτὴ δοξολογία του στὸν Κύριο, ἦταν τὸ ὅτι δὲν ἤξερε πὼς ἦταν ἕνας θριαμβευτικὸς ὕμνος, μιὰ ἐκ βαθέων κραυγὴ νίκης. Μιᾶς νίκης, ποὺ μόνο οἱ Ἅγιοι μποροῦν νὰ καταγάγουν!
.          Σατανᾶ, σατανᾶ! Νόμιζες πὼς καὶ ἄλλοι εἶναι ὅμοιοί σου; Νόμιζες πὼς οἱ θεοσεβεῖς, οἱ θεοφοβούμενοι, εἶναι ὑποκριτές, ἐγωπαθεῖς, συμφεροντολόγοι, ἔμποροι τῆς εὐσέβειας; Ἐπειδὴ ἐσὺ ἀπὸ ἀκατανόητον ἐγωϊσμὸ καὶ ἠλίθια ὑπερηφάνεια ἀποστάτησες ἀπὸ τὸν Θεό, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ Θεὸς σὲ ἕντυσε μὲ δόξα καὶ τιμὴ ἀρχαγγελική, νόμισες πὼς θὰ σὲ ἀκολουθήσουν καὶ ὅσοι πιστεύουν εἰλικρινὰ στὸν Θεό; Γελάστηκες, σατανᾶ! Γελάστηκες κατὰ τρόπον ποὺ δὲν τὸ περίμενες. Νόμιζες πὼς «ἔβλεπες, ὅπερ ἔβλεπες», μὰ στ’ ἀλήθεια δὲν ἔβλεπες τίποτε καὶ «πέπτωκες ὅθεν οὐκ ἔβλεπες…»! Θὰ τὸ πῆ αὐτὸ κάποιος Ἄλλος ἀργότερα, ποὺ πίστευες πὼς καρφώνοντάς τον στὸν Σταυρὸ θὰ τὸν ἐκμηδένιζες. Καὶ ἐκμηδενίσθηκες ὁ ἴδιος. Νικήθηκες, σατανᾶ! Νικήθηκες ἀπὸ ἕναν θνητό, ποὺ ὄντως ἀγαποῦσε εἰλικρινὰ καὶ σεβόταν γνήσια τὸν Θεὸ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Τὸν ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπὸ κάθε τί ἄλλο στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ μποροῦσε νὰ ἀναπέμπη τὸν ὑπέροχο αὐτὸν ὕμνο: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας»! Καὶ μαζί του κι ἐμεῖς.

Στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΝΕΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΡΑΜΜΩΤΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ

  • ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 20 Μαΐου 2010
Ὁ νέος φορολογικός νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναρτηθεῖ στὴν ἱστοσελίδα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν γιά δημόσια διαβούλευση, προτείνει τρόπους ἠλεκτρονικῆς ὑποβολῆς ἀποδείξεων ἀπό ἐπιχειρήσεις καὶ πολίτες, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἡ φοροδιαφυγή.
Γιά τὴν υλοποίηση τῆς ηλεκτρονικῆς υποβολῆς τῶν ἀποδείξεων προτείνονται “πέντε παράλληλες καὶ συντονισμένες δράσεις”.  Ἡ δεύτερη ἀπὸ αὐτὲς ἀφορᾶ τὴν “δυνατότητα συσχέτισης τῆς συναλλαγῆς μὲ τὸν ΑΦΜ τοῦ πελάτη “γιὰ λόγους προστασίας τῆς ἰδιωτικότητας τῆς συναλλαγῆς”, δηλαδή γιὰ νὰ πραγματοποιεῖται ἡ ηλεκτρονικὴ ὑποβολὴ μιᾶς ἀποδείξεως ἀπὸ ταμειακὴ μηχανὴ χωρὶς νὰ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ διαρρεύσει πρὸς τρίτους. Προτείνεται γι᾽ αὐτό «ἡ εισαγωγὴ ἑνὸς μοναδικοῦ κωδικοῦ πελάτη… Ὁ κωδικὸς αὐτὸς ἀριθμὸς θὰ μπορεῖ νὰ τυπωθεῖ σὲ μορφὴ γραμμωτοῦ κωδικοῦ καὶ νὰ πλαστικοποιεῖται ἀπὸ τὸν πελάτη… ἡ κωδικοποίηση θὰ ἀκολουθεῖ τὸ πρότυπο ΕΑΝ -13…Προαιρετικῶς οἱ ταμειακὲς μηχανὲς θὰ μποροῦν νὰ δεχθοῦν τὸν κωδικὸ τοῦ φορολογουμένου καὶ μέσῳ πληκτρολογήσεώς του».
Ἡ ρύθμιση αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου, ποὺ προβλέπει τὴν εισαγωγὴ “μοναδικοῦ κωδικοῦ πελάτη” μὲ κωδικοποίηση ΕΑΝ- 13, προσβάλλει εὐαίσθητα θρησκευτικὰ δεδομένα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, διότι ἡ κωδικοποίηση αὐτή περιλαμβάνει τοὺς τρεῖς χαρακτῆρες (start-stop patterns) 6-6-6, ποὺ παραπέμπουν στὸν δυσώνυμο ἀριθμὸ τῆς Ἀποκαλύψεως.  Οἱ σαρωτές (scanners)  τῶν καταστημάτων ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ διαβάζουν ὅλους τοὺς τύπους γραμμωτῶν κωδικῶν, ἑπομένως δὲν ἦταν ἀναγκαία ἡ χρήση τοῦ συγκεκριμένου προτύπου ΕΑΝ-13.
Ἐὰν ἡ πρόταση τοῦ νομοσχεδίου ἔγινε χωρὶς πρόθεση νὰ προσβληθεῖ ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, εἶναι ἁπλῆ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητη ἡ ἀντικατάσταση τοῦ προτύπου ΕΑΝ-13 μὲ ἕνα ἄλλο πρότυπο ποὺ δὲν περιέχει τοὺς ἐπίμαχους χαρακτῆρες 6-6-6.  Ἡ τυχὸν ἐπιμονὴ στὴ χρήση τοῦ ΕΑΝ-13 θὰ προσβάλει θρησκευτικὲς εὐαισθησίες καὶ θὰ πυροδοτήσει δικαιολογημένες ἀντιδράσεις, ἐπειδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει πολλὲς φορὲς ὑποσχεθεῖ ὅτι δὲν θὰ συμπεριλάβει σύμβολα καὶ ἀριθμοὺς ποὺ προκαλοῦν τὴ θρησκευτικὴ πίστι τῶν πολιτῶν.  Ἄλλωστε στὴν παροῦσα δεινὴ περίσταση, ποὺ διέρχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι περιττὸς ἕνας ἐπιπλέον διχασμὸς μεταξὺ τῶν πολιτῶν, καὶ μάλιστα μὲ εὐθύνη τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου.

, ,

Σχολιάστε