Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἱερὰ Μυστήρια

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΓ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/66, Ἰούλ.- Αὔγ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Τ Μυστήρια τς κκλησίας

.           Ὀνομάζουμε «μυστήρια» κάποιες πράξεις ἢ κάποιες καταστάσεις στὴ ζωή μας ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὶς νοοητικὲς δυνάμεις μας. Ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε αὐτὴ τὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τελετὴ τῆς μυήσεως (ἀπὸ τὸ ρῆμα «μύω», ποῦ σημαίνει «κλείνω τὰ ματιὰ» καὶ κατὰ συνεκδοχὴ «κλείνω τὸ στόμα»). Στὰ «μυστήρια» κλείνουμε τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα, ὄχι γιατί ὑπάρχει κάτι ποὺ πρέπει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ γιατί ὅ,τι καὶ νὰ δοῦμε καὶ ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σ᾽ αὐτὲς δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειά τους. Τὸ ἀληθὲς βρίσκεται πέραν τῆς ὁράσεως, πέραν τῆς ἐκφράσεως, πέραν τῆς ἀκοῆς, πέραν τῶν αἰσθήσεων. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ «πέραν» εἶναι τὸ πραγματικό, τὸ ἀληθές. Δανείστηκε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία αὐτὲς τὶς λέξεις (μυστήρια, μύηση μέλπ.) γιὰ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταστάσεις ποὺ ζοῦμε μέσα στὴ λειτουργική της πράξη καὶ τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, οὔτε νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὰ συνήθη ἀντιληπτικὰ καὶ ἐκφραστικά μας μέσα. Παραδείγματος χάριν, τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνα μυστήριο, διότι σ᾽ αὐτὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ συντελεῖται σημανικὴ πράξη ἀλλαγῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἰδωθεῖ αἰσθητὰ οὔτε νὰ κατανοηθεῖ λογικά. Μποροῦμε βέβαια νὰ ἔχουμε μιὰ λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ νοήματος τοῦ βαπτίσματος, ἢ νὰ κάνουμε μιὰ ἀνάλυση ὅλων τῶν συμβόλων του βῆμα μὲ βῆμα (νὰ ποῦμε δηλαδὴ τί σημαίνει αὐτό, τί γίνεται τώρα, τί γίνεται ἔπειτα κ.λπ.), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ οὐσιαστικὴ κατανόηση ἢ ζωντανὴ ἀντίληψη τῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται.
.            Τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ ἐκκλησιολογικός τους χαρακτήρας. Τὰ μυστήρια δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὲς τελετές, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὴ πράξη. Χωρὶς νὰ μποῦμε σὲ βαθύτερη ἀνάλυση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀτομικὴ πράξη, γιατί ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πρόσωπο ὑπάρχει αἰωνίως, καὶ τὸ πρόσωπο λειτουργεῖ, δημιουργεῖται, διὰ τῆς σχέσεως. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας ἀντλεῖται καὶ θεμελιώνεται κατὰ τὴν ἀναλογία τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς θεότητας, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε τριαδικότητα καὶ ἐκφράζεται ὡς κοινωνία προσώπων. Ἐπειδὴ διὰ τῶν μυστηρίων γινόμαστε μέλη σώματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τελοῦνται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων. Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας μὲ τὴν τέλεση τῶν μυστηρίων, εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ διαστροφὴ αὐτοῦ ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ μυστήρια. Ἔτσι σήμερα μποροῦν σὲ ἕνα ναὸ νὰ τελεστοῦν πέντε γάμοι, σὲ διαφορετικὴ ὥρα ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας συνέχεια τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Καταντᾶ νὰ εἶναι μιὰ ἀτομικὴ πράξη, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ πράξη μὲ ἀτομικὸ χαρακτήρα: ἐγὼ καὶ ὁ ἐξομολόγος. Δὲν μαζευόμαστε ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁμοίως καὶ τὸ βάπτισμα, ἔχει γίνει καὶ αὐτὸ ἀτομικὸ γεγονός. Ἐμεῖς οἱ γονεῖς προσκαλοῦμε τοὺς γνωστούς μας, τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς καὶ τοὺς κατὰ κόσμον φίλους, νὰ βαπτίσουμε τὸ παιδί μας. Ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κοινότητα, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, εἶναι αὐτὴ ποὺ τελεῖ τὰ μυστήρια, μὲ προεξάρχοντά της τὸν ἐπίσκοπο (εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ) ἢ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἔχει ὁριστεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι ποὺ βαπτίζει τὸ παιδί, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα παντρεύει τὸ ζευγάρι, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα κηδεύει αὐτὸν ποὺ φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα θεραπεύει, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὴ χάρη, τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἴσως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει διασώσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα στὶς μέρες μας, ἂν καὶ παρουσιάστηκε στοὺς καιρούς μας τὸ φαινόμενο τῶν ἰδιωτικῶν λειτουργιῶν. Παραγγέλνεις μιὰ ἰδιωτικὴ λειτουργία καὶ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τὸ δέχονται αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ κάνουν.
.             Γιατί τονίζω τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν μυστηρίων; Ὅλα τὰ μυστήρια πηγάζουν ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ θεία Εὐχαριστία κάνει καὶ τὶς ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις νὰ εἶναι μυστήρια ἁγιασμοῦ. Γιατί μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς τελειώσεως. Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἕνα γεγονὸς τῶν ἐσχάτων, ποὺ γίνεται παρόν. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Εὐχαριστία, ζοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Παρὼν στὴν θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος παίρνει τὰ μέλη τοῦ σώματός Του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν βαπιστεῖ στὸ ὄνομά Του, τὴν κτίση ὅλη καὶ μᾶς ἀναφέρει ὅλους στὸν Πατέρα Του. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ γεγονὸς πηγάζουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γεγονότα, ὅλες οἱ ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις. Παλαιότερα μάλιστα, γιὰ νὰ τονιστεῖ αὐτὸς ὁ χαρακτήρας, ὅλα τὰ μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία κατὰ τρόπο ἁπτό. Τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία – ἀκριβέστερα, πρὶν ἀρχίσει ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ οὐσιώδη καὶ σαφῆ σύνδεσμο μαζί της. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐξομολόγηση, γινόταν ἐπίσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία, στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τὸ ὀνομάζουμε σήμερα Λειτουργία τοῦ λόγου, καὶ στὸ ὁποῖο παρευρίσκονται καὶ οἱ κατηχούμενοι. Ὁμοίως τὸ εὐχέλαιο, ἡ ἱερωσύνη καὶ ὁ γάμος τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Ἀνέφερα τὰ γνωστά μας ἕξι μυστήρια, ποὺ μαζὶ μὲ τὴ θεία Κοινωνία μᾶς κάνουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑπτὰ λεγομένων μυστηρίων. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις μυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται μόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4, PG 150, 585B).
.             Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ θέλω νὰ τονίσω σχετικὰ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀνάδυση τῆς κατὰ φύσιν πραγματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Στὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται ἡ ἀνάδυση τῆς καλλιελαίου ἢ ἡ μεταμόρφωση εἰς καλλιέλαιον τῶν νεοφύτων τοῦ Χριστοῦ. Νεόφυτα λέγονται τὰ βλαστάρια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μιὰ ἄγρια ἐλιά. Αὐτὰ τὰ βλαστάρια, ἂν τὰ ἀφήσεις μόνα τους, θὰ δώσουν μιὰ ἄγρια ἐλιά, ποὺ δὲν θὰ δώσει καρπό. Αὐτὴ ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ γίνει καλὴ ἐλιά, νὰ δώσει καρπό, γι᾽ αὐτὸ λέγεται καλλιέλαιος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ μυστήριο ἡ φύση θεραπεύεται. Μιὰ φύση ποὺ προοπική της εἶναι νὰ μὴν ἀποδώσει καρπό, νὰ μὴν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ διαλεχτεῖ μὲ τὸν Θεό, θεραπεύεται, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαλέγεται, νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
.             Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἐσχατολογική τους προοπική. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια. Καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξόδου ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ τὸ λέμε κηδεία (ἀκολουθία εἰς κεκοιμημένους), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγιασμοῦ (εἴτε τοῦ μικροῦ ἁγιασμοῦ εἴτε τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης μὲ μιὰ φιλάνθρωπη πράξη, μὲ μιὰ ἄσκηση – ὅλα γενικῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπική. Ἡ προοπική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος. Ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ Βάπτισμα, στὸ Χρίσμα, στὴ Μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση – καὶ ἔτσι ἀλλάζω λίγο τὴν ἑρμηνεία τῆς λέξης «μυστήριον»– εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

, , ,

Σχολιάστε

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ τῶν Ι. ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

.            Μὲ τὴν ὑπ᾽ ἀριθμ. 2968/08.06.2015 Ἐγκύκλιο τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (βλ. κατωτέρω ἐκτενῆ ἀποσπάσματα) ἐπιχειρεῖται ἡ ἀναχαίτιση ἑνὸς ἐπικινδύνου ἀντιεκκλησιαστικοῦ φαινομένου, ποὺ ἔχει λάβει διαστάσεις ἐπιδημίας: Τέλεση Ἱεροπραξιῶν (Γάμων καὶ Βαπτίσεων) σὲ ἰδιωτικὰ «Παρεκκλήσια» ἐντὸς «Κτημάτων» καὶ ἡ συνεπακόλουθη ἐμπορευματοποίηση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ τὴν ἔνταξή τους σὲ «πακέτα προσφορῶν»…! Μακάρι τὸ περιεχόμενο τῆς Ἐγκυκλίου νὰ γίνει σεβαστὸ πρῶτα ἀπὸ ψηλά, ἐκεῖ ποὺ πρωταρχικὰ ἀπευθύνεται!
.          Παρεμπιπτόντως χρειάζεται νὰ ἐπισημανθεῖ ἀπὸ ἐδῶ ὅτι φαινόμενα ἐκκοσμικεύσεως δὲν εἶναι μόνον ἡ «ἐπίδειξη πλούτου», ὅπως ἀναφέρεται στὴν ἐν λόγῳ Ἐγκύκλιο, ἀλλὰ καὶ ἄλλες ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ καὶ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΕΣ συνήθειες, ὅπως τὸ καινούργιο «φροῦτο» ποὺ ὀνομάζεται «Βραδυνὴ Λειτουργία» (σημ.: ὄχι Ἀγρυπνία), δηλ. Ὄρθρος καὶ Θ. Λειτουργία ἀπὸ τὶς 8:00 τὸ βράδυ μέχρι τὶς 10:30 τὸ ἴδιο βράδυ! Αὐτὲς οἱ νέες ΑΝΤΙΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ καὶ ΑΘΕΟΛΟΓΗΤΕΣ πρακτικὲς τὸ μόνο ποὺ κάνουν εἶναι νὰ ἐξάπτουν τὸ συναίσθημα τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, νὰ τοὺς καθοδηγοῦν ἐμμέσως στὴν καταπάτηση τοῦ Κανόνος τῆς Νηστείας, στὴν ἄμβλυσνη τοῦ ὀρθοδόξου αἰσθητηρίου τους, στὴν ἀθέτηση τῆς παραδοσιακῆς Τάξεως καὶ στὴν ἐμπέδωση τοῦ «λαϊκοῦ οἰκουμενισμοῦ»! (Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ παπικοὶ τελοῦν «λειτουργίες» ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας). (Ἀλλὰ ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ ἐπανέλθει ἡ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»)

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2968
τῆς Δ. Ι. ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

[…]

Συνοδικῇ Ἀποφάσει, ληφθείσῃ ἐν τῇ Συνεδρίᾳ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, τῆς 3ης μηνὸς Ἰουνίου 2015, γνωρίζομεν Ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα:

.             «Φαινόμενα ἐκκοσμικεύσεως καὶ ἐμπορικῆς ἐκμεταλλεύσεως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπιτείνουν τὸν εὐτελισμὸ τῆς τελέσεως Ἱερῶν Μυστηρίων, ἰδίως τοῦ Γάμου καὶ τοῦ Βαπτίσματος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ στρεβλώνεται ἡ ἔννοια τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ὑποβαθμίζεται στὸ ἐλάχιστο ὁ ἱερὸς χαρακτήρας τῆς ἀναγκαίας παρουσίας τους ἐντὸς εὐρύτερης κοινωνικῆς ἐκδηλώσεως, ἡ ὁποία ὀργανώνεται ἁπλῶς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ τελουμένου Μυστηρίου καὶ συχνὰ πρὸς δημόσια ἐπίδειξη τῆς οἰκονομικῆς στάθμης καὶ τῆς ματαιοδοξίας τῶν οἰκογενειῶν τῶν νυμφευομένων ἢ βαπτιζομένων.
.             Ἡ Διαρκὴς Ἱερὰ Σύνοδος, κατόπιν τῆς Ἐγκυκλίου ὑπ’ ἀριθ μ. 2850/19.1.2007 καὶ τῆς ἀπὸ 8.5.2008 ἀποφάσεως Αὐτῆς, περιιδοῦσα ταῦτα τὰ φαινόμενα καὶ ἔχουσα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τὸν προαγόμενο σκοπὸ περιχαρακώσεως τῆς ἱερότητος τῶν Μυστηρίων ἔκρινε ἐπάναγκες νὰ ὁρίσει ἐκ νέου ὅτι:

Α. Κέντρο τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῶν πιστῶν εἶναι ὁ Ἐνοριακὸς Ναὸς καὶ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια δέον νὰ τελεσιουργοῦνται ἐντὸς αὐτοῦ. Ἡ ἀνέγερση καὶ λειτουργία ἰδιωτικῶν Ναῶν ἐντὸς τοῦ ἐδάφους κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπεται κατ᾽ ἐξαίρεσιν, μὲ τὴν ἄδεια καὶ εὐλογία τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου.

Β. Ἡ τέλεση Ἱερῶν Μυστηρίων σὲ πάσης φύσεως ἰδιωτικοὺς Ναοὺς ἐπιτρέπεται κατ᾽ ἐξαίρεσιν μόνον γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ἰδιοκτήτου ὡς φυσικοῦ προσώπου καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του, καὶ τῶν μελῶν τoυ γιὰ νομικὰ πρόσωπα, πάντοτε δὲ κατόπιν ἀδείας τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑποχρεοῦται στὴν χορήγησή της. Ἀπαγορεύεται νὰ τεθεῖ σὲ δημόσια λατρεία ἰδιωτικὸς Ναὸς καὶ δὴ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τρίτων. Στὴν τελευταία περίπτωση ὁ ἰδιωτικὸς Ναὸς σφραγίζεται ἢ ἁπαλλoτριώνεται ἀναγκαστικῶς ὑπέρ τοῦ πλησιέστερου Ἐνοριακοῦ ἢ Προσκυνηματικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.  […]
.          Ὑπενθυμίζεται ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα 6 τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου 2200/1940 (ΑΙ 42), 13 παρ. 1-2 τοῦ ὑπ᾽ ἀριθμ. 8/1979 (ΑΙ 1/1980) Κανονισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2 παρ. 2 περ. Θ´ τοῦ ν. 4030/2011, ὅπως προσετέθη διὰ τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ ν. 4178/2013 (ΑΙ 174), ἰδιωτικοὶ ὀρθόδοξοι Ναοὶ ἀνεγείρονται καὶ λειτουργοῦν κατόπιν ἀδείας τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξυπηρετοῦν τὶς ἀνάγκες τοῦ ἰδιοκτήτου ἢ τῆς οἰκογενείας του ἢ τῶν μελῶν του, γιὰ νομικὰ πρόσωπα. Κλείονται κατόπιν ἐντολῆς τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου ἢ ἀπαλλοτριώνονται ὑπὲρ τοῦ πλησιεστέρου Ἐνοριακοῦ ἢ Προσκυνηματικοῦ Ναοῦ, ὅταν δὲν πληροῦν καὶ δὲν τηροῦν τοὺς ὅρους αὐτούς. […]

Γ. Στὴν ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω ὅρους ἀπαγόρευση τελέσεως Μυστηρίων ἐντάσσονται, ὡς ἰδιωτικoὶ Ναοὶ καὶ οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς ἀκινήτων ξενοδοχειακῶν ἢ ἄλλων ἐπιχειρήσεων ὀργανώσεως ἐκδηλώσεων οἱασδήποτε μορφῆς. Εἶναι ἀδιανόητη καὶ ἀπoσυνάγωγη πρὸς τὴν φύση καὶ λειτουργία τῶν ἱερῶν Μυστηρίων ὡς αἰσθητῶν σημείων τῆς Θείας Χάριτος ἡ ἔνταξή τους, ὡς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου σκοποῦ στὴν ἐμπορικὴ δραστηριότητα οἱουδήποτε φυσικοῦ ἢ νομικοῦ προσώπου. […]

Δ. […] iii) Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου στοὺς μοναστηριακοὺς Ναούς, περιλαμβανομένων καὶ τῶν Ναῶν τῶν Μετοχίων, ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ («Πιό ὄμορφό ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο».)

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ (†) πρεσβ. Μιχ. Σ. Καρδαμάκη,
«Ο ΓΑΜΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑ»,
ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2004,
σελ. 42-44.

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Γιά τήν Ἐκκλησία τό μυστήριο δέν ὑπαινίσσεται κάτι τό ὑπερβατικό ἢ μεταφυσικό, οὔτε ἀποτελεῖ κάτι τό μερικό ἢ περιορισμένο. Eἶναι τό καθολικό τοῦ πραγματικοῦ, πού δίνει νόημα σέ κάθε πραγματικότητα, στήν προοπτική τοῦ καινοῦ αἰώνα τῆς Xάρης ἢ τοῦ Πνεύματος. Tά ἐκκλησιαστικά μυστήρια εἶναι ἄφθαρτα σημεῖα τοῦ καιροῦ τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἀναλλοίωτα ὑπομνήματα τῆς ζωῆς τῆς Ἀναστάσεως. Συνεπῶς τό χριστιανικό μυστήριο δέν εἶναι τό περιστασιακῶς συμβαῖνον, ἀλλά τό πραγματικό τῆς πραγματικότητας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
.           Στήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀνδρώνεται μεταξύ μυστηρίων καί ἀσκήσεων, τό μυστήριο εἶναι ἡ μυστική, ἀλλά ἐνεργός πράξη τοῦ Θεοῦ, πού καταργεῖ τό τεῖχος πού ὕψωσε ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία χωρίζει καί ἀντιθέτει τόν ἄνθρωπο στόν Θεό ― φαινόμενο πού παραδόξως ἐπιβιώνει στήν ἱστορία τῶν Θρησκειῶν. Eἶναι ἡ ὁδός ἢ ἡ θύρα πού ὁ Θεός ἄνοιξε μέ τήν Σάρκωση καί τήν Πεντηκοστή καί πού παραμένει ἀνοικτή στήν Ἐκκλησία Tου γιά νά ἔρχεται ἢ νά κατέρχεται ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους καί οἱ ἄνθρωποι νά πηγαίνουν ἢ νά ἀνεβαίνουν στόν Θεό· καί αὐτό εἶναι ἡ Θεανθρωπεία, αὐτό τό κεντρικό κεφάλαιο τῆς πίστεως, ὁ κύριος καί θεμελιώδης σκοπός της: «Tαύτην τὴν ὁδὸν ὁ Kύριος ἔτεμεν εἰς ἡμᾶς ἐρχόμενος καὶ ταύτην ἀνέωξε τὴν πύλην εἰσελθὼν εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν Πατέρα ἀνελθὼν οὐκ ἠνέσχετο κλεῖσαι, ἀλλ᾽ἐξ ἐκείνου διὰ ταύτης ἐπιδημεῖ τοῖς ἀνθρώποις» [Νικόλ Καβάσιλας, P.G.  150, 304,  501, 504]. Kάθε ἐκκλησιαστικό μυστήριο εἶναι ὁ τρόπος ἀποκαλύψεως, ἢ μᾶλλον αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στά δημιουργήματά του, ἀληθινή θεουργία καί εἴσοδος τῶν θείων ἐνεργειῶν στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, μέγα δῶρο καί μοναδική δυνατότητα συνεργίας χάρης καί ἐλευθερίας [Bλ.P. Sherrard, Τὸ ἱερὸ στὴ ζωὴ καὶ τὴν τέχνη, ἐκδ. Ἀκρίτας, σελ. 42 ἑξ.].
.           Mέ ἄλλα λόγια, τά ἐκκλησιαστικά μυστήρια, μυστήρια τοῦ Xριστοῦ, εἶναι πράξεις κενωτικές καί ἀγαπητικές, πράξεις συγκαταβάσεως καί εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο· πρός ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐν ἐγρηγόρσει προσδοκᾶ τό θαῦμα, καί ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀσθένειάς του, ποθεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό καί νά κοινωνήσει τῆς σωτηρίας· ὁ ὁποῖος ταυτόχρονα κατέχει τήν ἐλευθερία νά ταπεινώνεται καί νά ἐκπλήσσεται ἐνώπιον τῆς μυστηριακῆς καί φοβερῆς πρωτοβουλίας τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεται νά τόν ἀναζητήσει καί νά τόν σώσει. Eἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού ἐνώπιον τῆς ἀνείπωτης ὀμορφιᾶς τῶν πλασμάτων καί τῶν πραγμάτων, τῶν πιό μικρῶν καί ἀσήμαντων, ὁμολογεῖ πόσο πολύ «πιό ὄμορφό ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο. Eἶναι θαυμαστό καί φοβερό γιά τήν καρδιά, ὅσο μικρό κι ἀκατανόητο φαντάζει γιά τό μυαλό. Ὁ ἄνθρωπος ξέρει νά καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, ἀπ᾽ ὅσα μπορεῖ νά ἐκφράσει. Eἶναι φοβερό γιά τήν καρδιά κι εἶναι θαυμάσιο (τό νά ὑπάρχει μυστήριο), μά ὁ φόβος αὐτός εὐχαριστεῖ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα εἶναι μέσα σου, Kύριε, κι ὁ ἴδιος ἐγώ εἶμαι μέσα σου, δέξου με. Πιό ὄμορφο ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο» [Φ. Ντοστογιέφσκυ, Ὁ Ἔφηβος, μετ. Ἀ. Δικταίου, ἐκδ. Δ. Δαρεμᾶ, σσ. 386,390].

,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ “Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω” («Διακατέχονται ἀπὸ πίστη, καὶ μεγάλη μάλιστα, ποὺ τοὺς κάνει ὅμως νὰ ἀγριεύουν καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ κατασπαράξουν τὸν συνάνθρωπό τους».)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

“Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω”

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

      .             Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στοὺς πιστοὺς τῆς Κορίνθου στὴν πρώτη του πρὸς αὐτοὺς ἐπιστολὴ δίνει τὶς τελευταῖες του συμβουλές. Ἤδη ἔχει δώσει ἀπαντήσεις σὲ πολλὰ θέματα ποὺ τὸν εἶχαν ἐρωτήσει, ἤδη ἔχει ἐξηγήσει διὰ μακρῶν τὴν ἑνότητα ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν μεταξύ τους οἱ πιστοὶ ὡς μέλη Χριστοῦ, καὶ θέλει τελειώνοντας τὴν ἐπιστολή του νὰ τοὺς δώσει κάτι ὡς σύνθημα, ὥστε εὔκολα νὰ τὸ ἀπομνημονεύσουν καὶ νὰ τὸ ἔχουν πρὸ ὀφθαλμῶν τους πάντοτε ὡς γραμμὴ πορείας τους, ποὺ θὰ τοὺς κρατάει πάνω στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σχέση τους μὲ Ἐκεῖνον καὶ μεταξύ τους. “Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, κραταιοῦσθε. Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω”. Λέξεις δυνατὲς ποὺ ἡ καθεμία ἐνεργοποιούμενη συναντᾶ τὴν ἄλλη καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Κι ἰδίως ἡ τελευταία του προτροπὴ “Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω”.

      1. Πρόκειται γιὰ τὸ ἐπιστέγασμα ὅλης τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ ἐγρήγορση καὶ τὸ στέκεσθαι ἐν τῇ πίστει καὶ ἡ κραταίωση εἶναι πολὺ σπουδαῖες ἀρετές, χωρὶς τὶς ὁποῖες πράγματι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ εἶναι χριστιανός. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸ καὶ τὸ κέντρο ὅλων: τί νόημα ἔχει ἡ ἐγρήγορση, ἂν δὲν συνιστᾶ κινητοποίηση τῆς ὕπαρξης γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς ἐν ἀγάπῃ; Διότι στὴν ἀγάπη βρίσκει κανεὶς τὸν Θεό. “Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ”. Εἶμαι σὲ ἐγρήγορση σημαίνει ἔχω ξύπνιες ὅλες μου τὶς πνευματικὲς αἰσθήσεις, γιὰ νὰ μὴ βρεῖ ἔδαφος νὰ ἀναπτυχθεῖ ὁτιδήποτε θὰ μὲ στερήσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη ἢ θὰ μοῦ μειώσει τὴν ἀγάπη. Διότι ἔτσι θὰ χάσω τὴ σχέση μου μὲ τὸν Θεό. Σὰν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος στὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων: μὴν ἔλθει ξαφνικὰ ὡς νυμφίος, χωρὶς νὰ ἔχω λάδι στὴ λαμπάδα μου. Θὰ μείνω ἐκτὸς νυμφῶνος. Καὶ τὸ λάδι εἶναι βεβαίως ἡ ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον καὶ τὸν συνάνθρωπο.
.             Τί νόημα ἔχει ἡ πίστη καὶ ἡ ἐπιμονὴ σ αὐτήν, ἂν δὲν εἶναι στάση πάνω στὴν ἀγάπη; Ὁ ἴδιος ἀπόστολος θὰ σημειώσει ἀλλοῦ ὅτι ἡ πίστη εἶναι ζωντανὴ μόνον ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀγάπη. “Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη”. Μία πίστη ἔτσι χωρὶς ἀγάπη, χωρὶς νὰ θεωρεῖται δρόμος πρὸς αὐτήν, δὲν ἔχει νόημα. Κι ὄχι μόνον δὲν ἔχει νόημα, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ θεωρεῖται καὶ ὡς κάτι δαιμονικό. Διότι καὶ “τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσι”. Γι αὐτὸ καὶ προβληματίζεται κανεὶς σοβαρὰ καὶ θλίβεται ὄχι λίγο, ὅταν βλέπει ἀνθρώπους νὰ διακατέχονται ἀπὸ πίστη, καὶ μεγάλη μάλιστα, ποὺ τοὺς κάνει ὅμως νὰ ἀγριεύουν καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ κατασπαράξουν τὸν συνάνθρωπό τους, ἰδίως τὸν ἀντίθετο πρὸς τὶς δικές τους ἀπόψεις καὶ πεποιθήσεις. Πρόκειται βεβαίως γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἡ πίστη σὲ αὐτοὺς λειτουργεῖ ὡς ἰδεολογία καὶ ποὺ ὁδηγεῖ δυστυχῶς στοὺς διαφόρους φονταμενταλισμούς. Καὶ δὲν ἐννοοῦμε μόνο τοὺς πιστοὺς τῶν διαφόρων θρησκειῶν, ποὺ ἐκεῖνοι ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔχουν κάποια δικαιολογία, ἀφοῦ δὲν ἔχουν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς πιστοὺς ποὺ θέλουν νὰ πιστεύουν ὅτι ἀνήκουν στὸν Χριστό. Νὰ πιστεύω ὅμως στὸν Χριστὸ καὶ νὰ μὴν ἔχω τὴν ἀγάπη Του ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐνεργοποίηση τῆς πίστης εἶναι ὄχι μόνο σόλοικο, ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε καὶ δαιμονικό.
.             Τί νόημα ἔχει ἐπίσης μία κραταίωση, μία δύναμη τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς καὶ πάλι τὴν ἀγάπη; Θὰ εἶναι μία δύναμη καταστροφικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτὸ ὡς ἐνεργοποίηση τῶν παθῶν μας καὶ ἐπιρροῆς δαιμονικῆς. Γιὰ τὴν πίστη μας, ὅπως τὸ ἐννοεῖ καὶ ἀπόστολος, δύναμη θετικὴ καὶ εὐεργετικὴ ὑπάρχει ἐκεῖ ποὺ ὑφίσταται ἀγάπη. Ὅταν ἀγαπᾶς, τότε εἶσαι δυνατός. Διότι τὸ ἐξηγήσαμε: ἐκεῖ ἐνεργοποιεῖται ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου του Θεοῦ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ὅλη ὕπαρξή του. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ μία δύναμη χαρισματικὴ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο πρωτίστως νὰ ἐλέγχει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη του καὶ νὰ προσφέρεται θυσιαστικὰ πρὸς ὅλους τους συνανθρώπους του. “Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ”, θὰ πεῖ καὶ πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γίνομαι πανίσχυρος μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ μὲ δυναμώνει. Καὶ φθάνει ἡ δύναμη αὐτὴ νὰ φανερώνεται μὲ τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἔντασή της ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀσθένεια καὶ ἐξωτερικὴ ἀδυναμία. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραδοξότητα τῆς ἀληθινῆς πίστης: νὰ φαίνεσαι ἀδύναμος καὶ νὰ ἔχεις τὴν παντοδυναμία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. “Ὅταν ἀσθενῶ, τότε δυνατος εἰμι”. Σὰν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἡ παντοδυναμία Του φανερώθηκε ἀπόλυτα ἐπάνω στὸν Σταυρό. Ἐκεῖ ποὺ ἐξωτερικὰ φαινόταν ἀδύναμος, ἐκεῖ στὴν πραγματικότητα λειτουργοῦσε ἡ παντοκρατορική Του ἐξουσία ποὺ εἵλκυε πρὸς Αὐτὸν τοὺς ἀνθρώπους, ἐκεῖ φανερωνόταν ἡ θεϊκή Του δόξα. “Ὅταν ὑψωθῶ ἀπὸ τῆς γῆς, πάντα ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν”. Εἶμαι λοιπὸν δυνατὸς εὐεργετικὰ γιὰ ἐμένα καὶ τοὺς ἄλλους, μόνον ὅταν βρίσκομαι ἐν ἀγάπῃ.

2. Ἡ ἀγάπη λοιπὸν εἶναι ἡ συγκεφαλαίωση ὅλων τῶν ἀρετῶν. Χωρὶς αὐτὴν τὰ πάντα μένουν μετέωρα, ἔστω κι ἂν φαίνεται ὅτι ἐπιτελοῦμε τὶς ἄλλες ἀρετές. Κι ὁ ἀπόστολος εἶναι σαφής: “πάντα – δηλαδὴ ὅ,τι κάνετε καὶ πάντοτε – ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω”. Δὲν ὑπάρχουν διακοπὲς στὴ στάση πάνω στὴν ἀγάπη. Δὲν μπορῶ τώρα νὰ ἀγαπῶ καὶ λίγο ἀργότερα μὲ ὅποια δικαιολογία νὰ διαγράφω τὴν ἀγάπη. Εἴτε πρόκειται γιὰ τοὺς λογισμούς μας εἴτε γιὰ τὰ λόγιά μας εἴτε γιὰ τὴν ὅλη συμπεριφορά μας ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ βρίσκεται ὡς ἡ κινητήρια δύναμή μας ποὺ θὰ διαπερνᾶ τὴν ὅλη ὕπαρξή μας. Διότι ὅπως ἐξηγήσαμε μόνον ὅπου ὑφίσταται ἀγάπη ὑπάρχει καὶ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τὸ ζητούμενο δηλαδὴ στὴ ζωή μας εἶναι ἡ ἀδιάκοπη σχέση μας μὲ τὸν Θεό. Ἐκεῖνον θέλουμε νὰ κρατήσουμε, γιὰ νὰ μὴ χάσουμε τὴν ὁλότητά μας ὡς μέλη Του. Τὸ σκεπτικὸ μὲ ἄλλα λόγια εἶναι ἁπλό: ὡς βαπτισμένοι στὸ ὄνομά Του καὶ μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του μένουμε ἑνωμένοι μαζί Του, μόνον ὅταν βρισκόμαστε στὸν τρόπο τῆς δικῆς του ζωῆς, δηλαδὴ τὴν ἀγάπη. Τότε διακρατεῖται ἀκέραιο τὸ ἔνδυμά μας, ὁ Ἴδιος δηλαδή, χωρὶς νὰ τὸ σκίζουμε καὶ νὰ τὸ καταστρέφουμε. “Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε”. Ἡ ἀδιάκοπη χωρὶς παύσεις σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ζητούμενο τῆς ζωῆς μας εἶναι κάτι ἄλλωστε ποὺ ὁ Κύριος τὸ εἶχε τονίσει καθαρά: ἂν δὲν εἴμαστε μαζί Του, εἴμαστε ἐναντίον Του. “Ὁ μὴ ὢν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει”. Δὲν μπορῶ συνεπῶς πότε νὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστὸ καὶ πότε ὄχι. Καλούμαστε ἐμεῖς νὰ κάνουμε ὑπακοὴ σ’ Ἐκεῖνον καὶ ὄχι Ἐκεῖνος σὲ ἐμᾶς.

 3. Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι πρῶτον δὲν ὑπάρχουν δικαιολογίες ποὺ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦν τὰ πάθη καὶ τὸν ἐγωισμό μας. Κι ἐχθρὸς νὰ εἶναι ὁ ἄλλος ἀπέναντί μας καὶ μύρια προβλήματα, ἂν θέτει στὴν πορεία μας κι ἂν ἀδικίες ὑφιστάμεθα καθημερινῶς ἀπὸ αὐτόν, δὲν δικαιολογούμαστε γιὰ νὰ ἄρουμε τὴν ἀγάπη μας. Καλούμαστε νὰ κρατᾶμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων μας, ποὺ θὰ πεῖ νὰ κρατᾶμε τὴν ἀγάπη καὶ πρὸς τὸν ἐχθρό μας. “Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς” (ὁ Κύριος). “Διατὶ οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; Τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ ἀδικούμενοι ἀγαθοποιεῖτε” (ἀπ. Πέτρος). Καὶ δεύτερον μποροῦμε νὰ κρατήσουμε τὴ χαρισματικὴ αὐτὴ ἀγάπη μόνον ὡς μέλη Χριστοῦ, δηλαδὴ ἐντεταγμένοι μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐνισχυόμενοι ἀπὸ τὰ μυστήρια καὶ τὶς προσευχὲς αὐτῆς. Κανεὶς μὲ ἄλλα λόγια μόνος του, στηριγμένος στὶς δικές του δυνάμεις δὲν ἔχει τὴν ἰσχὺ νὰ ζήσει σωστὰ τὴν ἀγάπη. Θὰ τὸν νικήσει ὁ ἐγωισμός του καὶ ἡ θεωρούμενη ἀνθρώπινη αἴσθηση δικαιοσύνης. Μόνον μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ δύναμη ποὺ μᾶς δίνει ἀπὸ τὰ μυστήριά Του τῆς Ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ζήσουμε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.

.             Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους καὶ διαχρονικὰ σὲ ὅλους τους πιστοὺς γιὰ νὰ ἐκπληρώσει εὐγενικὰ ἕνα τυπικὸ καθῆκον. Τὰ λόγια του εἶναι ὁ καρπὸς τῆς ἀγωνιώσας ἀπὸ ποιμαντικὴ εὐθύνη καὶ ἀγάπη καρδιά του: γράφει ὅ,τι τὸν φωτίζει ὁ Θεός, “κατ᾽ ἐνώπιον Αὐτοῦ”, ὥστε νὰ βοηθήσει τοὺς πιστοὺς στὴν ἀπόκτηση τῆς αἰώνιας σωτηρίας τους. Καὶ λέει σὲ ὅλους μας: νὰ εἶστε πάντοτε πνευματικὰ ξύπνιοι, ὅλο μάτια, νὰ στέκεστε στὴν πίστη, νὰ εἶστε δυνατοί. Δηλαδὴ πάντοτε καὶ σὲ ὅλα νὰ ζεῖτε μὲ ἀγάπη. Μακάρι ἡ πυρακτωμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς ἀνθρώπους καρδιὰ τοῦ ἀποστόλου νὰ θερμάνει λίγο καὶ ἐμᾶς. Ποὺ σημαίνει: μακάρι νὰ κινητοποιηθοῦμε ἔστω καὶ λίγο σὲ μετάνοια, ἀφοῦ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ἔχει σβήσει ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης. “Διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἁμαρτίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη”. Τουλάχιστον, ἂν δὲν ἔχουμε μετάνοια, ἂς τὴν ζητήσουμε εἰλικρινὰ ἀπὸ τὸν Κύριο. Θὰ εἶναι τὸ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἔνθεης καὶ σωτήριας ἀγάπης μας.

ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

, , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – μία μεγάλη κυοφορουμένη αἵρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ παραθεωρήση τὴν γνήσια προφητική, ἀποστολική, καὶ πατερικὴ διδασκαλία, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία, καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίση “μεταπατερική”».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Θ´, τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

Ἡ ἑρμηνεία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

.        ποψη τν νέων θεολόγων κα φιλοσοφούντων, ποναφέρθηκε στν ρχ το κειμένου ατο, περ δθεν δύο κκλησιολογιν, τς «ρχεγόνου παραδόσεως» κα τς «μεταγενέστερης», πονομεύει λη τν Παράδοση τς κκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴν Ἁγία Γραφή, τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τὴν Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ὁποία Παράδοση ἀναφέρεται οὐσιαστικὰ στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, στὴν βίωση τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Μία τέτοια πεπλανημένη ἄποψη εἶναι ἕνα σαράκι ποὺ θέλει νὰ καταστρέψη τὸν πνευματικὸ ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἀλλοιώση ὅλην τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται εἶναι ἀπὸ ποῦ ἔφθασε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ὁ πνευματικὸς αὐτὸς ἰὸς καὶ μολυσμός»;
.        Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι διάφοροι θεολόγοι ἢ διανοούμενοι ποὺ μαθήτευσαν σὲ προτεσταντικὲς Σχολὲς καὶ εἶχαν διδασκάλους Προτεστάντες, ποὺ τοὺς ἐξιδανίκευσαν, ἢ ποὺ μελέτησαν προτεσταντικὲς ἀναλύσεις, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἐπαρκῶς τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μετέφεραν ἄκριτα αὐτὲς τὶς ἀπόψεις καὶ μέσα στὸ ἅγιο περιβάλλον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσβάλλωνται τὰ ἐπὶ μέρους μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ γνώρισε σὲ Προτεσταντικὲς Σχολὲς τῆς Ἀμερικῆς αὐτὴν τὴν νοοτροπία παρατηρεῖ εὔστοχα: «Ὑπάρχει μία ἄποψη, ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ τελειότητος, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως καὶ ὅτι τάχα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς διακρίσεις αὐτὲς μεταξὺ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως –διότι ὑπάρχουν καὶ παράλληλα καὶ στὸν Νεοπλατωνισμὸ– ὑπάρχει σαφὴς αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς δηλαδὴ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως. Καὶ λόγῳ μιᾶς ὁμοιότητας αὐτῶν τῶν δύο, οἱ δικοί μας ἔχουν υἱοθετήσει τὴν ἄποψη αὐτή, ποὺ κυρίως προέρχεται ἀπὸ μελέτες ποὺ ἔχουν κάνει οἱ Προτεστάντες. Δηλαδή, οἱ Προτεστάντες ἀφοῦ ἔχουν ἀπορρίψει τὸν μοναχισμὸ καὶ υἱοθέτησαν ἢ τὸν ἀπόλυτο προορισμὸ τοῦ Καλβίνου ἢ τὴν διδασκαλία τοῦ Λουθήρου περὶ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ μόνης τῆς πίστεως κλπ., καὶ εἶναι ἀντιμέτωποι ἑνὸς μοναχισμοῦ τῆς παραδόσεως ποὺ συνάντησαν (Φραγκολατίνων), ἡ ὁποία ἐβασίζετο σὲ ἀξιομισθίες, ἐφ’ ὅσον ἀνακάλυψαν ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ ἀξιομισθιῶν εἶναι ἐσφαλμένη διδασκαλία, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατήργησαν καὶ τὴν ἀγαμία, τὸν μοναχισμό. Μαζὶ μὲ αὐτὰ ὁ Λούθηρος, κυρίως, καὶ ὁ Καλβίνος, εἴχανε μεγάλη ἀπήχηση ἐναντίον τῶν σταδίων τῆς τελειότητος.
.           Μετά, οἱ ἱστορικοὶ Προτεστάντες ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ θέμα καὶ χάρηκαν τόσο πολὺ ὅταν βρῆκαν τὴν καταπληκτικὴ ὁμοιότητα μεταξύ της πατερικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ ἰσχυρίσθηκαν ὅτι εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως τὰ περὶ σταδίων τελειώσεως. Καὶ γι’ αὐτὸ οἱ δικοί μας, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ τόση μεγάλη ὄρεξη καὶ σπουδάζουν –δὲν λέω νὰ μὴν πᾶνε νὰ σπουδάσουν, τουλάχιστον νὰ πᾶνε μὲ κρίση νὰ σπουδάσουν, γιατί πηγαίνουν χωρὶς κρίση– στὰ ξένα Πανεπιστήμια καὶ βλέπεις τώρα ἐκεῖ τὰ συγγράμματα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων γεμάτα, παντοῦ βλέπεις αὐτὴν τὴν ἰδέα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ συγκεκριμένα περὶ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως».
.           Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι καταλυτική, ἐκφραστικὴ καὶ ἀποστομωτική.

Συμπέρασμα

.        κτιμτι μέσα στν κκλησία μας κυοφορεται πουλα, λλ κα μ «πιστημονικ» τρόπο ατ αρετικ νοοτροπία ποναφέραμε στν ρχ το κειμένου ατο, περ τν δθεν δύο τύπων κκλησιολογιν, πο μεταγενέστερη νατρέπει τν «ρχέγονη» τουλάχιστον συμβαδίζουν παράλληλα, κα δυστυχς λίγοι πισημαίνουν ατν τν πνευματικσθένειαΟἱ περισσότεροι ἀσχολοῦνται μὲ ἐπιφανειακὰ θέματα, μὲ τὶς ἀτομικὲς ἐλευθερίες καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων, τὴν οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία μερικῶν Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ποὺ καὶ αὐτά, βεβαίως, ἔχουν τὴν σοβαρότητά τους, ἀλλὰ παραγνωρίζουν αὐτὴν τὴν πονόμευση τς ρθοδόξου θεολογίας, ποία γίνεται μ παρερμηνεες κα μ ατβρίζονται κα βλασφημονται ο Πατέρες τς κκλησίας.
.        Μέσα σ ατν τν κυοφορούμενη αρεση κρύβεται σαφέστατα νας προτεσταντικς ομανισμός, πο εναι ξένος πρς τν ρθόδοξη Παράδοση. Γίνεται προσπάθεια νπογυμνωθλη ρθόδοξη Πατερικ Παράδοση, πως διατυπώθηκε στν γία Γραφή, κφράσθηκε π τος μεγάλους Πατέρας τς κκλησίας καλαβε συνοδικ κατοχύρωση στς Οκουμενικς Συνόδους, λλ καταγράφηκε κα στ Εχολόγιο κα τν λατρεία τς κκλησίας. σοι σχυρίζονται τέτοιες θεωρίες δν χουν καταλάβει τίποτα π τν οσία τς ρθοδόξου θεολογίας.
.        Ἀκόμη, ὅσοι διδάσκουν τέτοιες θεωρίες γιὰ τὴν λεγόμενη «διπλὴ ἐκκλησιολογία καὶ πνευματικότητα», δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν βασικὴ πατερικὴ διδασκαλία ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ἄλλο εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς αὐτῆς ἐμπειρίας μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀφοῦ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας προσλαμβάνεται, ὅταν χρειασθῆ, ἡ ὁρολογία κάθε ἐποχῆς γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως.
.        Αὐτὸ λέγεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «νοῦς μὲν καθαρός, ὀρθὰ βλέπει τὰ πράγματα, λόγος δὲ γεγυμνασμένος, ὑπ’ ὄψιν ἄγει τὰ ὁραθέντα».
.        Ἄλλοτε, θὰ δημοσιεύσω σχετικὸ κείμενο, γιὰ νὰ περιγράψω περισσότερο αὐτοὺς ποὺ ἀνήκουν μὲν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐμπνέονται ἀπὸ τέτοιες ἀπόψεις, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπεκάλεσε βαρλααμίτες καὶ ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐξεκκλησίασε, δηλαδὴ καθήρεσε καὶ ἀπεκήρυξε. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε στὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, σαφῶς διακηρύσσει: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν…. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὔτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μπειρίας κα διδασκαλίας τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ χωρέση καμμιὰ «διπλὴ ἐκκλησιολογία», ποὺ δῆθεν ἀντιμάχονται μεταξύ τους ἢ ὅτι δῆθεν ἡ μία ὑποτιμᾶ τὴν ἄλλη ἢ ἀκόμη ὅτι οἱ δύο αὐτὲς κινοῦνται παράλληλα. Αὐτὲς οἱ θεωρίες ἐκφράζονται ἀπὸ Προτεστάντες ἢ προτεσταντίζοντες κύκλους καὶ ὑπονομεύουν τὴν ἴδια τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
.        Στὴν πραγματικότητα μία εναι κκλησιολογία, ατ πο βιώθηκε π τος Προφήτας, τος ποστόλους κα τος Πατέρας τς κκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ Ἀναληφθέντος Χριστοῦ. Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ δοξαζόμενος Χριστός, ὅπως τὸν εἶδαν οἱ Μαθητὲς στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ ὅπως ἀπέκτησαν κοινωνία μαζί Του, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὴν Πεντηκοστή.
.        Αὐτὸ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ ἡ παραμονὴ σὲ αὐτὸ γίνεται μὲ τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση. Προϋπόθεση δ τς βιώσεως τς Χάριτος το Θεο δι τν Μυστηρίων εναι ερς συχασμός, δηλαδὴ ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. ξω π ατν τν σύνδεσμο Μυστηρίων κασκήσεως δημιουργεται μεγάλο κκλησιολογικ πρόβλημα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετοχ στν κκλησία χωρς προϋποθέσεις, πλ συμμετοχ στν θεία Εχαριστία κα ασθηση δθεν τς Βασιλείας το Θεο, «χωρς τ στάδια μεθέξεως στ σμα το Χριστο», εναι μία «εχαριστιακ κακκλησιολογικ εδωλολατρία» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ἀφοῦ ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια ἐκλαμβάνεται ὡς μία ἰδεολογικὴ καὶ κυρίως μαγικὴ πράξη.
.         Μία τέτοια ἄποψη εἶναι βατικανίζουσα καὶ προτεσταντίζουσα, ποὺ προωθεῖται σὲ μία οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι μία μεγάλη κυοφορουμένη αρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ποία πιδιώκει ν παραθεωρήση τν γνήσια προφητική, ποστολική, κα πατερικ διδασκαλία, δηλαδ τν κκλησιαστικ θεολογία, κα ν τν χαρακτηρίση «μεταπατερική».

.        Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γίνεται φανερὸ ὅτι ὅσοι μέχρι τώρα δὲν ἔχουν καταλάβει ἐπαρκῶς τί εἶναι καὶ τί πρεσβεύει ἡ λεγόμενη «μεταπατερικὴ» θεολογία, μὲ αὐτὰ ποὺ ἐγράφησαν ἐδῶ μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία τῆς εἰσαγόμενης, μεταπρατικῆς, «μεταπατερικῆς θεολογίας».
.        Ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες θεωρίες, στὴν πραγματικότητα θεωροῦν ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ παρεσύρθησαν ἀπὸ (νεο)πλατωνικὲς παραδόσεις, καὶ τώρα βρέθηκαν ατο οξυπνοι, πο κατάλαβαν τ λάθος τν μεγάλων ατν Πατέρων κα θέλουν νπαναφέρουν, κατ τρόπο προτεσταντικό, τν κκλησία στν πρ το 3ου αἰῶνος περίοδο.

.        σοι διακατέχονται π τέτοιες πόψεις δείχνουν τι στν πραγματικότητα τος νοχλεσυχασμός, τὰ περὶ ἱερᾶς ἡσυχίας, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, καὶ θέλουν νὰ ἀποβάλουν αὐτὴν τὴν «ἐκκλησιολογία», γιὰ νὰ μποροῦν νὰ στοχάζωνται περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων. Ἂν ὅμως ἀποβάλη κανεὶς τὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, τότε ἀνοίγεται διάπλατα ὁ δρόμος νὰ ἔλθη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ σχολαστικὴ καὶ ἡ ἠθικολογικὴ θεολογία τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν.
.        Αὐτὴ εἶναι, στὴν πραγματικότητα, ἡ ἐκκοσμίκευση στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία ἢ καλύτερα ἡ ἐκκοσμίκευση τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ϛ. Ἡ παράδοση τῆς Φιλοκαλίας

.        Μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος χρειάσθηκε νὰ γίνη μία κωδικοποίηση ὅλης τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς καὶ κατοχύρωσε ὡς τὴν αὐθεντικὴ εὐαγγελική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. Ἔτσι, ρχισαν ν συγκροτονται μερικ κείμενα κα τελικπαρτίσθηκε Φιλοκαλία τν ερν Νηπτικν, ποία δν παραθεώρησε τ Μυστήρια, λλ κατέγραψε τς πραγματικς κκλησιαστικς προϋποθέσεις μεθέξεως τς Χάριτος δι’ ατν.
.        Ἡ Φιλοκαλία ἀπαρτίσθηκε καὶ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μακάριο Νοταρᾶ, Ἐπίσκοπο πρώην Κορίνθου, καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Στὸν πρόλογο, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ περιέχει κείμενα τποα δείχνουν στν νθρωπο τν τρόπο ννακαλύψη τν Χάρη τογίου Βαπτίσματος κα το Χρίσματος ποπάρχει μέσα στν καρδι το βαπτιζομένου, ποία τώρα σ πολλος Χριστιανος καλύπτεται π τ πάθη.
.        Μία μικρὴ περίληψη αὐτοῦ τοῦ προλόγου θὰ δείξη τὴν μεγάλη ἀξία καὶ τῆς Φιλοκαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας.
.        Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι «ἐπόπτης τῆς αἰσθητῆς Κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης», μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ λάβη «τὴν ἐνυπόστατον τῆς θεώσεως χάριν», νὰ γίνη θεὸς καὶ νὰ λάμπη στοὺς αἰῶνας μέσα στὸ ἀκραιφνέστατο φῶς. Ὅμως, μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὴν θεία δόξα καὶ διέκοψε τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν συνέχεια ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνηνθρώπησε, θέωσε τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση, καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος «οἰονεὶ σπέρμα θεῖον ἐγκατασπείρας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
.        Συγχρόνως, μᾶς ἔδωσε ἐντολή, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὅταν πολιτευόμαστε κατὰ τὶς πνευματικὲς μεθηλικώσεις, δηλαδὴ τὴν συναύξηση μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ –τὴν συσταύρωση, τὴν συνταφή, τὴν συνανάσταση καὶ τὴν συνανάληψη– νὰ διαφυλάξουμε ἄσβεστη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ, νὰ θεωθοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψη τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐμεῖς, ὅμως, μὲ τὴν ἄγνοια καὶ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τυφλωθήκαμε καὶ συνεχώσαμε αὐτὴν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά, ὁπότε τὸ φῶς τοῦ Βαπτίσματος κινδυνεύει νὰ σβησθῆ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καλύπτεται ἀπὸ τὰ πάθη.
.        Γι νποφευχθ ατό, τγιον Πνεμα σόφισε τος Πατέρας ν μς διδάξουν τν τρόπο ποποδείχθηκε καπ τν Χριστ νσχοληθομε μ τν νήψη, τν φυλακ το νοός, τν διάλειπτη προσευχ τονόματος το Χριστο στ χείλη, τν νο κα στ βάθος τς καρδις, μ τ ν τηρομε τν διάνοια «σχημάτιστον λως καχροον», στε νποκαλύψουμε τν Χάρη το Θεο πο βρίσκεται μέσα στν καρδιά, πο εναι Βασιλεία το Θεο. Ἐξασκούμενοι σὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἐργασία, δηλαδὴ στὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀναπτύσσεται μιὰ ἐνέργεια μέσα στὴν καρδιά, μιὰ θερμότητα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια «τὰ μὲν πάθη καταναλίσκονται» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία «κατ’ ὀλίγον καθαίρονται καὶ πρὸς ἑαυτὰ ἑνοῦνται».
.          Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τηροῦνται μὲ μεγάλη εὐχέρεια οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατέλλουν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακαλύπτουμε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία σὰν κάποια σπίθα ἦταν συγκεχωμένη στὰ πάθη, καὶ ἔτσι «τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καὶ φωτισθῆναι νοερῶς καὶ ἑπομένως τελειωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατάλληλα».
.        Αὐτὴν τὴν μέθοδα μᾶς τὴν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὴν παρέδωκαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά τους παιδιὰ «καθάπερ τινὰ πατρικὴν κληρονομίαν». Πρόκειται γιὰ τὴν «καθαρτικήν», «φωτιστικὴν» καὶ «τελειωτικὴν» Χάρη, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, καὶ τὰ νηπτικὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κάνουν λόγο «περὶ προσοχῆς καὶ νήψεως» καὶ ἔχουν σκοπὸ «τὸ θεουργῆσαι τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὰ τὰ πατερικὰ συγγράμματα, λόγω τῆς παλαιότητος καὶ τῆς μὴ ἐκδόσεώς τους παρέμειναν ἄγνωστα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἱερὰ ἐργασία παραμένει ἄγνωστη καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τὴν καθαρὰ προσευχή. Ἔτσι, «κινδυνεύει τὴν τοιαύτην σύντομον καὶ γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλίπειν· ἀμαυρωθῆναι τε ἐντεῦθεν καὶ ἀποσβεσθῆναι τὴν χάριν» καὶ βεβαίως κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἕνωση καὶ θεουργία.
.        Λόγῳ τῆς ἀπωλείας αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέωση, εἶναι δυσεύρετη ἡ ὕπαρξη ἀκόμη καὶ μοναχῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἐξέλειψαν ἀκόμη καὶ «οἱ ἐν ἁγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρὶς τὴν θέωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον νὰ ἁγιάση, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σωθῆ, ἀφοῦ «ταὐτὸν γάρ ἐστι σωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατὰ τὴν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν».
.        Ἐπειδὴ στερούμαστε τέτοιων βιβλίων καὶ τὰ σημαντικὰ αὐτὰ νηπτικὰ κείμενα παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ σὲ κάποια γωνιὰ «ἀκλεῆ καὶ σητόβρωτα καὶ τῇδε κακεῖσε παρεῤῥιμμένα τε καὶ διεσπαρμένα», ἐκδίδεται ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι «τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον· τὸ τοῦ νοὸς φυλακτήριον· τὸ μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίον, τῆς πρακτικῆς τὴν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν· τῆς θεωρίας τὴν ἀπλανῆ ὁδηγίαν· τὸν τῶν Πατέρων Παράδεισον· τῶν ἀρετῶν τὴν χρυσῆν σειράν. Βιβλίον τὸ πυκνὸν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τὴν ἀνακλητικὴν τῆς Χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντι φάναι, αὐτὸ δὴ τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπερ τι ἄλλο μυριοπόθητον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν μελετώμενον μὲν καὶ ζητούμενον, ἀλλ’ οὐχ εὑρισκόμενον»..
.        Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν περιέχει τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ὁποία μέθοδος συνδέεται στενὰ μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας –τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν θεία Εὐχαριστία– καὶ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φθάνει στὴν θέωση. Ἑπομένως, Μυστήρια καὶ ἡσυχασμὸς συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ὁπότε, ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε