Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἱεροὶ Κανόνες

Τό Ἱ. ΚΟΙΝΟΒΙΟ Ὁσ. ΝIΚΟΔΗΜΟΥ τοῦ Ἁγιορείτου ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ

Τό Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
γιά τούς Ἱερούς Κανόνες

Ἀπόσπασμα ἀπό εἰσήγηση πού ἐκφωνήθηκε
κατά τήν ἐναρκτήρια συνεδρία
στό Γ΄ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
πού διοργανώνει τό Ἱερό Κοινόβιο Ὁσίου Νικοδήμου
μέ ΘΕΜΑ:
«ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ:
ἡ ἐφαρµογή τῶν διδαχῶν του στή σηµερινή πραγµατικότητα»
20 & 21 Σεπτεµβρίου 2019

.                 Μέ ἀφορμή τά 210 χρόνια ἀπό τήν κοίμηση καί τά 270 ἀπό τήν γέννηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, οἰκοδεσπότου τόσο τῆς ἡμετέρας ἀδελφότητος ὅσο καί τοῦ παρόντος σεβαστοῦ συνεδρίου, ἔχοντας βέβαια ἐπίγνωση τῶν ἀδυναμιῶν μας, θά θέλαμε νά προσφέρουμε κι ἐμεῖς μικρόν καρπόν χειλέων τε καί γραφίδος εἰς τό σεμνόν ἄθροισμα τῶν πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, πού συγκεντρώθηκε σήμερα ἐδῶ.
.                 Ἐμβάπτουμε λοιπόν τόν δικό μας ἐνδεῆ κάλαμον εἰς τά συγγράμματα καί τόν θεοφώτιστο νοῦ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Εἰδικώτερα, θά ψηλαφήσουμε μέ εὐλάβεια τόν πλοῦτο τῶν νοημάτων τοῦ Προοιμίου τοῦ Πηδαλίου, κάνοντας κάποιες προεκτάσεις στή σημερινή πραγματικότητα.
.            Ὁ ἅγιος Νικόδημος, πρό δύο καί πλέον αἰώνων, ἀντελήφθη τήν ἀνάγκη κωδικο-ποιήσεως τῶν ἱερῶν κανόνων, τούς ὁποίους ἔβλεπε, ὅπως γράφει, τῆδε κακεῖσε ἀτάκτως ἐρριμένους καί κακοποιημένους. Ὁ ἀγῶνας του ὑπῆρξε τιτάνιος, χωρίς τά σύγχρονα ἠλεκτρονικά μέσα, μέ μόνα βοηθήματα τήν ἄνωθεν δοθεῖσαν αὐτῷ ὀξύνοιαν, τά βιβλία καί τίς βιβλιοθῆκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τήν ἐργατικότητα, τήν φιλοπονία, τήν φιλομάθεια καί κυρίως τήν φιλαδελφία. Μέ τό φῶς τοῦ ἡλίου τήν ἡμέρα καί τό φῶς τοῦ λυχναριοῦ τό βράδυ ἔγραφε «εἰς κοινήν ἁπάντων τῶν ὀρθοδόξων ὠφέλειαν». Ἔφερε λοιπόν εἰς πέρας τοῦτο τό τιτάνιο ἔργο μέ «ὑπερβολικούς κόπους καί ἱδρῶτας», ἔργο γιά τό ὁποῖο ἀπαιτήθηκαν πέντε περίπου χρόνια κοπιώδους ἐργασίας.
.               Ἄς ἀφήσουμε ὅμως νά μᾶς μιλήσει γιά αὐτό ὁ μακαριστός π.Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος καί ἀνέδειξε ὅσο κανένας ἄλλος μελετητής τόν ἅγιο Νικόδημο. Γράφει λοιπόν ὁ π.Θεόκλητος: «Δέν ἔδωκε (ὅ Ἅγιος) μόνον τόν προσφυέστερον τίτλον εἰς τήν Ὀλκάδα-Ἐκκλησίαν-Ναῦν. Ἔγινε ὁ ἴδιος καί πηδαλιοῦχος. Παρέλαβεν ἄθροισμα ἄμορφον Κανόνων, πολλάκις ἀντιφασκόντων καί διαφερόντων γραμματικῶς καί κατ᾿ ἔννοιαν, καί ζυγοστατήσας μέ θεϊκήν σοφίαν, καθιέρωσεν ἰδικόν του ἐξηγητικόν σύστημα, τάς «συμφωνίας», διά τῶν ὁποίων κατατοπίζεται ὁ σοφός καί ὁ ἀμαθής. Αἱ «συμφωνίαι» ἀποτελοῦν μέγα ἆθλον καί πρωτοτυπίαν τοῦ θείου συγγραφέως καί τόν ἀνέδειξαν κατά κοινήν ὁμολογίαν, μέγα Κανονολόγον. Αἱ δέ ὑποσημειώσεις του, ἀποτελοῦσαι τό ἥμισυ σχεδόν τοῦ ἐξ 750 σελίδων Πηδαλίου του, γραφεῖσαι πνευματοκινήτως, προσέλαβον ἰσοδύναμον κῦρος πρός τούς ἐν σχέσει Κανόνας, ὡς ἐπέκτασίς των, καί οὐδείς προσέχει τόσον Ράλλην ἤ Ποτλήν, ἀλλά τί λέγει ὁ ἱερός Νικόδημος. Ἐκεῖ ὅμως, ὁποῦ ἐπέφερεν ἀληθῆ ἀναστάτωσιν εἰς τίς μέχρι τότε ἀντιλήψεις εἶναι εἰς τήν γλῶσσαν, γράφοντας τό Πηδάλιον εἰς τήν δημοτικήν χάριν τῶν ἁπλουστέρων».

Ἦλθε ἡ ὥρα νά ἀναπτύξουμε τό θέμα μας, τό ὁποῖο εἶναι:

«Ὅτι παρά πάντων πρέπει νά φυλάττωνται οἱ θεῖοι Κανόνες ἀπαρασάλευτα».

.           Ἐπειδή «ἀρχή σοφίας ἡ ὀνομάτων ἐπίσκεψις», ἄς δοῦμε πρῶτον,

Ι. Τί εἶναι Κανόνας;

Μᾶς ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικόδημος

Βασικά μέν εἶναι ξύλον, κοινῶς πήχυς ὀνομαζόμενον, τό ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ τεχνῖτες γιά νά ἰσιάζουν τά ξύλα, καί τίς πέτρες, πού δουλεύουν. Ἀπό αὐτά, κατά μεταφοράν, ὀνομάζονται Κανόνες καί οἱ ψήφοι, καί οἱ ἀποφάσεις, τόσον τῶν Ἀποστόλων ὅσον καί τῶν οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν συνόδων, καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, αὐτοί πού περιέχονται στό Πηδάλιον. Γιατί καί αὐτοί, σάν ἄλλοι πήχεις εὐθεῖς καί ἴσιοι, ἀπομακρύνουν μέν ἀπό τούς ἱερωμένους καί λαϊκούς, κάθε ἀταξίαν καί στρεβλότητα τῶν ἠθῶν, προξενοῦν δέ σέ αὐτούς κάθε εὐταξίαν καί ἰσότητα ἐκκλησιαστικῆς, καί χριστανικῆς καταστάσεως καί ἀρετῆς.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά ἰδιώματα τῶν Κανόνων:

Ὁ Ἅγιος μᾶς ἀναφέρει καί τά χαρακτηριστικά ἰδιώματα τῶν κανόνων. Σταχυολογοῦμε:

α.΄Οἱ κανόνες διαφέρουν ἀπό τούς ὅρους· διότι οἱ μέν κανόνες τῶν συνόδων κυρίως περιέχουν, ὄχι τά δόγματα τῆς πίστεως (παρά σπάνια), ἀλλά τήν εὐταξίαν καί κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δέ ὅροι τῶν συνόδων κυρίως περιέχουν μόνον τά τῆς πίστεως δόγματα.

β.΄ Ὅσοι κανόνες δέν περιέχουν φανερῶς τό ἐπιτίμιον ἐκείνων πού τούς παραβαίνουν, αὐτοί, σιωπηλά, ἐπιτρέπουν στόν κατά τόπον ἀρχιερέα, νά δώσει σέ αὐτούς χωρίς πάθος τό πρέπον καί ἁρμόδιον ἐπιτίμιον, ὅπως κρίνει ὁ ἴδιος.

γ.΄ Ἕνα καί τό αὐτό ἁμάρτημα, ἄλλοι μέν κανόνες ἐπιτιμοῦν περισσότερο καιρό, ἄλλοι δέ λιγότερο. Ἐπειδή κατά τήν περισσότερη ἤ λιγότερη μετάνοια τῶν ἁμαρτανόντων, ἔτσι περισσότερο, ἤ ὀλιγότερο, ὁρίζεται καί τό ἐπιτίμιο αὐτῶν.

δ΄. Οἱ κανόνες δέν συντάσσονται ἀπό ἕναν ἐπίσκοπον, ἀλλ᾿ ὑπό τῆς συνόδου τῶν ἐπισκόπων· «πολλοί ἐπίσκοποι ἄς συνέλθουν ἐπί τό αὐτό, καί τότε μαζί νά ἐκθέσουν τόν κανόνα».

ε΄. Ὅποιος ὁμιλεῖ ἀπό συνοδικούς κανόνες, ὁ λόγος του εἶναι ἀξιόπιστος.

ϛ.΄ Ὅποιος πράττει σύμφωνα μέ τούς κανόνες, πορεύεται μέ ἀσφάλεια, χωρίς κίνδυνον.

ζ΄. Ἐκεῖνο πού οἱ κανόνες δέν γράφουν φανερά, αὐτό πρέπει νά κρίνεται καί νά συμπεραίνεται ἐκ τῶν ὁμοίων πού εἶναι γραμμένα στούς (ἄλλους) κανόνες ἤ καί ἀπό τά συγγράμματα πού ἔγραψαν κάποιοι Πατέρες ξεχωριστά ἤ καί ἐκ τῆς δυνατότητας τοῦ ὀρθοῦ λόγου νά διακρίνει τό σωστό καί ἀληθές.

η΄. Ὅτι ὅλα τά σπάνια καί αὐτά πού κατ᾿ οἰκονομίαν γίνονται δεκτά, καί αὐτά πού ἔγιναν ἐπειδή τά ὑπαγόρευσε κάποια ἀνάγκη, καί ἁπλῶς ἄς ποῦμε, ὅλα ὅσα γίνονται παρά τούς κανόνες, νόμος καί κανόνας καί παράδειγμα τῆς Ἐκκλησίας δέν γίνονται. Πάντως καί τῆς οἰκονομίας αὐτῆς καί τῆς ἀνάγκης παρελθούσης, πάλι οἱ κανόνες ἐπανέρχονται σέ ἰσχύ.

θ.΄ Τά περισσότερα ἐπιτίμια, τά ὁποῖα προβλέπονται ἀπό τούς κανόνες, εἶναι γραμμένα σέ τρίτο πρόσωπο καί σέ προστακτική ἔγκλιση. Γιά νά ἐνεργηθοῦν τά ἐπιτίμια, χρειάζεται ἀναγκαστικά καί δεύτερο πρόσωπο, πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ σύνοδος.

ι.΄ Οἱ κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων εἶναι περισσότερο ἰσχυροί ἀπό αὐτούς τῶν τοπικῶν, καί οἱ τῶν τοπικῶν περισσότερο ἰσχυροί ἀπό αὐτούς που ἐκτέθηκαν ἀτομικά ἀπό κάποιους Πατέρες. Καί μάλιστα ἀπό αὐτούς πού δέν κυρώθηκαν ἀπό οἰκουμενική σύνοδο.

ια΄. Ὅπου δέν ὑπάρχει κανόνας, ἤ γραπτός νόμος, ἰσχύει ἡ καλή συνήθεια, ἡ ὁποία δοκιμάσθηκε ἀπό τόν ὀρθό λόγο καί ἀπό τά πολλά χρόνια, καί ἡ ὁποία δέν ἐναντιώνεται σέ ἔγγραφο κανόνα ἤ νόμο καί ἡ ὁποία ἔχει ἀνυψωθεῖ σέ τάξη κανόνος καί νόμου.

 ΙΙΙ. Τί εἶναι Σύνοδος;

Ὁ ἅγιος Νικόδημος περιγράφει τήν ἀποστολική σύνοδο πού ἀποτέλεσε τό ὑπόδειγμα γιά τίς ἑπόμενες.

Αὐτή ἡ Σύνοδος ἦταν ὅταν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ πρεσβύτεροι συγκεντρώθηκαν γιά νά ἐξετάσουν τό ζήτημα ἄν οἱ μή περιτεμνόμενοι κατά τόν νόμον τοῦ Μωϋσέως πιστοί δέν μποροῦν νά σωθοῦν, καθώς αὐτό ἔλεγαν κάποιοι πού κατέβηκαν ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Ἀντιόχεια. Περιέχει καί τό ὄνομα καί τά χαρακτηριστικά τῶν συνόδων. Περιέχει τό διακύβευμα τῆς συνόδου, τόν λόγο δηλαδή γιά τόν ὁποῖο συγκλήθηκε: οἱ ἄνθρωποι πού ἔρχονται στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, σώζονται χωρίς νά ὑποστοῦν περιτομή; Πρέπει νά περιτέμνονται, ναί ἤ ὄχι; Συγκεντρώθηκαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ πρεσβύτεροι γιά νά ἀπαντήσουν. Ἰδού ἡ σύνοδος. Συζήτησαν διεξοδικά. Ἰδού λοιπόν καί ἡ ἔρευνα. Στό τέλος ἀποφάσισαν ὅτι δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά περιτέμνεται ὁ νεοεισερχόμενος εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ γιά νά σωθεῖ, ἀλλά πρέπει νά ἀποφύγει κάποιες ἄλλες κακές συνήθειες. «Ἔδοξε τῷ ἁγίω πνεύματι καί ἡμῖν». Ἰδού τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐν ἁγίῳ πνεύματι ψηφοφορίας καί ἀποφάσεως. Αὐτή ἡ σύνοδος ἔγινε 17 ἔτη μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ.

ΙV. Χαρακτηριστικά τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων:

Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Πηδαλίου, στά προλεγόμενα τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς πρώτης συνόδου, στήν α΄ ὑποσημείωση, ὁ Ἅγιος ἀναφέρει ποιός εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου.

Εἰδικώτερα οἰκουμενική σύνοδος εἶναι αὐτή πού :

α) συνάχθηκε ὕστερα ἀπό προσταγή βασιλέως,

β) συνέταξε δογματικό ὅρο γιά θέμα τῆς πίστεως,

γ) ἀποφάσισε μέ εὐσεβῆ καί ὀρθόδοξα κριτήρια καί ἀποφάσισε σύμφωνα μέ τίς Ἅγιες Γραφές, καί σύμφωνα μέ τίς προηγούμενες οἰκουμενικές,

δ) Οἰκουμενική σύνοδος εἶναι αὐτή τήν ὁποία ἀποδέχθηκε ἡ συμφωνία πάντων τῶν Πατριαρχῶν καί ἀρχιερέων τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, εἴτε διά αὐτοπροσώπου παρουσίας εἴτε διά τοποτηρητῶν καί, ὅταν αὐτοί ἦταν ἀπόντες, διά γραμμάτων καί ὑπογραφῶν αὐτῶν.

Κάθε λοιπόν οἰκουμενική σύνοδος πού ἔχει τά χαρακτηριστικά αὐτά ἰδιώματα, αὐτή εἶναι ἡ ἁγία καί καθολική Ἐκκλησία τήν ὁποίαν ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως.

V. Χρειάζεται νά τηροῦνται οἱ κανόνες; Καί ἀπό ποιούς;

Μᾶς ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Ἀπό ὅλους πρέπει νά φυλάσσωνται οἱ θεῖοι Κανόνες ἀπαρασάλευτα. Αὐτοί πού δέν τούς φυλάσσουν, ὑποβάλλονται σέ φρικτά ἐπιτίμια.»

.            Αὐτά περί κανόνων διατάχθηκαν ἀπό ἐμᾶς πρός ἐσᾶς, ὦ ἐπίσκοποι», γράφουν οἱ Ἀπόστολοι στόν ἐπίλογο τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων. Ἐσεῖς, ἐάν τηρήσετε αὐτούς, θά σωθεῖτε καί θά ἔχετε εἰρήνη. Ἐάν ἀπειθήσετε, θά κολασθῆτε καί πόλεμο μεταξύ σας παντοτινό θά ἔχετε, ἐξαιτίας τῆς ἀπείθειας.
Φάνηκε σωστό στήν ἁγία αὐτή σύνοδο (σ.σ.:μᾶλλον περί τῆς 5ης πρόκειται) ὥστε νά ἰσχύουν, καί ἀπό τώρα ὡς σίγουροι καί ἀσφαλεῖς πρός θεραπείαν ψυχῶν καί ἰατρεῖαν παθῶν οἱ κανόνες πού ἔγιναν δεκτοί καί κυρώθηκαν ἀπό τούς πρίν ἀπό ἐμᾶς ἁγίους καί μακαρίους Πατέρες, ἀλλά καί οἱ κανόνες πού παραδόθηκαν σέ μᾶς, μέ τό ὄνομα τῶν Ἁγίων καί ἐνδόξων Ἀποστόλων. Καί νά ἰσχύουν οἱ κανόνες πού παραδόθηκαν σέ μᾶς μέ τό ὄνομα τῶν οἰκουμενικῶν τεσσάρων συνόδων, καί μέ τό ὄνομα τῶν τοπικῶν καί μέ τό ὄνομα τῶν Πατέρων πού ἀτομικά θέσπισαν κανόνες. Καί σέ κανένα δέν ἐπιτρέπεται τούς προδηλωθέντες κανόνες νά παραχαράττει ἤ νά ἀθετεῖ.

.           Ἐάν κάποιος συλληφθῆ νά καινοτομεῖ εἰς βάρος κάποιου ἀπό τούς προαναφερθέντες κανόνες, ἤ νά ἐπιχειρεῖ νά τόν ἀνατρέψει, εἶναι ἔνοχος κατ᾿ ἐκεῖνον τόν κανόνα, δέχεται τό ἐπιτίμιο πού αὐτός ἐπιβάλλει, καί δι᾿ αὐτοῦ θεραπεύεται σέ αὐτά πού πταίει. (τῆς ϛ΄, ὁ β΄)

.               Νιώθοντας ἀγαλλίαση γιά αὐτούς, ὅπως κάποιος πού βρῆκε πολλά λάφυρα, μέ χαρά τούς θείους κανόνες ἐγκολπωνόμαστε καί ὁλόκληρη τήν διαταγήν αὐτῶν καί ἀσάλευτη (=ἀμετακίνητη, ἄσειστη) τήν διατηροῦμε καί τήν ἐφαρμόζουμε, τούς κανόνες πού ἐξέθεσαν οἰ σάλπιγγες τοῦ πνεύματος, οἱ πανεύφημοι Ἀπόστολοι, τούς κανόνες τῶν ἕξι οἰκουμενικῶν συνόδων καί αὐτῶν πού συναθροίσθηκαν τοπικῶς. Καί τούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. Καί αὐτούς πού παραπέμπουν στό ἀνάθεμα, καί ἐμεῖς ἀναθεματίζουμε. Αὐτούς πού παραπέμπουν σέ καθαίρεση, καί ἐμεῖς καθαιροῦμε. Αὐτούς πού παραπέμπουν σέ ἀφορισμό, καί ἐμεῖς ἀφορίζουμε. Αὐτούς πού παραδίδουν σέ ἐπιτίμιο, καί ἐμεῖς ἐπίσης ὑποβάλλουμε. (τῆς ζ΄ ὁ α΄).

.              Θεσπίζουμε νά ἔχουν οἱ ἐκκλησιαστικοί κανόνες ἰσχύ νόμου τοῦ κράτους, αὐτοί πού ἐκτέθηκαν ἤ βεβαιώθηκαν ὑπό τῶν ἁγίων ἑπτά συνόδων· τά δόγματα τῶν προαναφερθεισῶν ἁγίων συνόδων, τά δεχόμεθα ὅπως τίς ἅγιες Γραφές, καί τούς Κανόνες τους ὡς νόμους τηροῦμε. (Μέγας Φώτιος)

.              Αὐτούς πού θέτουν σέ καταφρόνηση τούς ἱερούς καί θείους Κανόνες τῶν ἱερῶν Πατέρων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι (κανόνες) καί τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν στηρίζουν καί, στολίζοντας ὅλην τήν χριστιανικήν πολιτείαν ὁδηγοῦν πρός θεῖαν εὐλάβειαν, ἀνάθεμα.

.          Ἐπίσης οἱ θεῖοι κανόνες ὑπερτεροῦν τῶν βασιλικῶν νόμων, δηλαδή τῶν νόμων τοῦ κράτους
.             
Ἐάν κάποιος παρουσιάσει νόμο πολιτικό πού μάχεται, πού ἀντιβαίνει στούς ἱερούς κανόνες πού τώρα ὁρίζουμε, ὅλη ἡ ἁγία καί οἰκουμενική σύνοδος θεωρεῖ πώς εἶναι ἄκυρος. (τῆς γ΄ ὁ η΄)
.         Στήν 4η πράξη τῆς 4ης οἰκουμενικῆς συνόδου ἔχει γραφεῖ: κατά τῶν ἱερῶν Κανόνων νά μήν κατισχύσει νόμος τοῦ κράτους. Οἱ κανόνες τῶν Πατέρων, αὐτοί νά ὑπερισχύουν. Καί πάλι· παρακαλοῦμε, ὥστε νά ἀργήσουν, να μήν ἰσχύσουν δηλαδή, χωρίς καμιά ἀντίρρηση οἱ ἐξωτερικοί νόμοι, αὐτοί πού προκαλοῦν βλάβη στούς κανόνες, σέ κάθε ἐπαρχία· Νά ἰσχύουν οἱ κανόνες σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, ὅλοι τό αὐτό φρονοῦμεν….

VI. Ὁ σεβασμός καί ἡ ὑπόληψη μέ τούς ὁποίους ἦταν περιενδεδυμένοι οἱ ἱεροί κανόνες στήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία κληροδοτήθηκαν καί στήν ἑλληνική ἔννομη τάξη.

Α΄. Ἔτσι, προσεγγίζοντας τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, τόν θεμελιώδη νόμο τῆς Πολιτείας, τόν καταστατικό αὐτό χάρτη αὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος, μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά συμφωνοῦν ὅλοι οἱ κανόνες δικαίου τῆς ἔννομης τάξης τῆς Πατρίδος μας, διαπιστώνουμε:

  1. Στό ἄρθρο 3 παρ. 1, ὅπου μνημονεύεται ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία καί ἡ Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας, ἀναφέρεται ἐπί λέξει ἡ ἀπαρασάλευτη τήρηση τῶν ἱερῶν ἀποστολικῶν καί συνοδικῶν κανόνων καί ἱερῶν παραδόσεων. Εἶναι ἐντυπωσιακό τό γεγονός ὅτι οἱ ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ἔχουν ἐνσωματωθεῖ μέχρι καί στό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος.

  2. Ἐπίσης στό ἄρθρο 105 πού ἀναφέρεται στόν Kαταστατικό Xάρτη τoῦ Ἁγίoυ Ὄρoυς μνημονεύονται καί πάλι οἱ ἱεροί κανόνες.

Β. Ἀκόμη, στόν καταστατικό χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Ν. 590/77 ὅπως ἰσχύει, στά ἄρθρα 1 καί 16 ἀναφέρεται καί πάλι ἡ ἀπαρασάλευτη τήρηση τῶν ἱερῶν κανόνων.

VII. Εἶναι ὅμως ἀρκετή ἡ ἀναφορά τῶν ἱερῶν κανόνων στούς νόμους τοῦ κράτους;

.              Ἀσφαλῶς εἶναι ἕνα πολύ καλό ἐφαλτήριο, ἀλλά ἀπό μόνον του δέν εἶναι ἀρκετό. Τά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας καί τότε καί σήμερα εἶναι πολλά καί σημαντικά. Μήπως μέσα στό Πηδάλιον δέν ὑπάρχουν οἱ λύσεις ἤ ἔστω οἱ κατευθυντήριες γραμμές; Ὑπάρχουν. Ἀλλά ἄν μέσα στήν ὁμήγυρη τῶν μαθητῶν βρέθηκε ἕνας Ἰούδας πού οὔτε ἡ μαθητεία ὑπό τόν ἴδιο τόν Δεσπότη Χριστό δέν στάθηκε ἱκανή νά τόν μετακινήσει ἀπό τήν κακή του γνώμη, πῶς τά λόγια ἑνός δούλου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, θά ἦταν ἱκανά νά μαλάξουν σκληρές καί ὑπερήφανες ψυχές; Ἀναγνωρίζουμε λοιπόν ὅτι «ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθημεν ἀδελφοί». Εἶναι γεγονός ὅτι τό «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» ἐφαρμόζεται σέ ὅλους μας. Κάθε μέρα καί κάθε ὥρα τῆς ζωῆς μας πρέπει ταπεινά νά ἐπιβεβαιώνουμε τήν ἐλεύθερη ὑποταγή μας εἰς τόν Χριστόν, τόσο οἱ λαϊκοί, ὅσο –καί πολύ– περισσότεροι ἐμεῖς οἱ μοναχοί καί οἱ κληρικοί κάθε βαθμίδος πού ὑπηρετοῦν τήν Ἐκκλησία. Ἡ ταπείνωση λοιπόν εἶναι τό οὐσιαστικό ἐκεῖνο στοιχεῖο πού εἶναι ἀπαραίτητο νά ἐγκολπωθεῖ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας στήν καρδιά του, ὥστε νά λειτουργήσουν οἱ ἱεροί κανόνες. Καί αὐτό γιατί, οἱ κανόνες μᾶς καλοῦν σέ μιά ζωή πιό κοντά στόν Χριστό, ἡ ὁποία πάντα ἀπαιτεῖ θυσίες.
.               Οἱ ἱεροί κανόνες δέν ἔχουν ρόλο τιμωρητικό, ἀλλά θεραπευτικό. Ὁδηγοῦν μέ ἀσφαλῆ τρόπο στήν ἐν Χριστῷ ζωή. Εἶναι γραμμένοι σέ χρόνο ἐνεστῶτα, γεγονός πού δείχνει τήν διαχρονικότητά τους, ὅτι ἰσχύουν ἐσαεί καί γιά ὅλους.
.             Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, πώς ὁ νομικός πολιτισμός τῶν ὀρθοδόξων κρατῶν, ἔχει ἐπηρεασθεῖ καίρια ἀπό τούς ἱερούς κανόνες. Πολλές εὐεργετικές διατάξεις ἔχουν εἰσχωρήσει σέ νομοθετήματα. Ὅμως δέν μᾶς διαφεύγει –ἄλλωστε τό ζοῦμε στίς μέρες μας– ὅτι σκοτεινά κέντρα ὠθοῦν τίς κυβερνήσεις ὥστε νά ἀπογυμνώνουν τήν νομοθεσία ἀπό τήν φιλάνθρωπη καί φιλόθεη ἐπίδραση τῶν ἱερῶν κανόνων.

Σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί,

.           Εἴμαστε ὅλοι μάρτυρες τῆς ἐλαστικότητος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κανόνων, τῆς κατ᾿ ἐπίκληση ἐξαγωγῆς τους ἀπό λογιῶν-λογιῶν φαρέτρες, ὥστε νά χρησιμοποιηθοῦν ὡς κανόνια πρός ἀντιφρονοῦντας. Ἐδῶ τούς ἐπικαλοῦνται, ἐκεῖ τούς καταπατοῦν. Καταστάσεις ἀλλοπρόσαλλες, πού ταιριάζουν ὅμως στήν ἐν πολλοῖς ἀλλοπρόσαλλη καί σέ ἀποστασία εὑρισκομένη ἀπό τόν Χριστό ἐποχή μας.
.              Μήπως ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού κατατρώγει τά σωθικά τῆς ἐκκλησίας πλέον τοῦ αἰῶνος, δέν εἶναι φανερή συνέπεια τῆς μή ἐφαρμογῆς τῶν κανόνων; Ἤ μήπως τό οὐκρανικό ζήτημα δέν διογκώνεται ὡς μυρμηγκολέων καί, ἀπό τήν αὐτονόητη παραδοχή τῆς μή ὕπαρξης τελεταρχικῆς χάριτος σέ ἀχειροτόνητους ἤ ἀπό δεκαετιῶν τελεσιδίκως καθαιρεθέντας ἀπό πατριαρχική σύνοδο, φθάσαμε σήμερα νά διακυβεύεται ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἐκκλησιολογίας καί τῆς ὀντολογίας τῆς ἐκκλησιολογίας μας ; Μήπως δέν ἔχει ἀναχθεῖ σέ μεῖζον θέμα αὐτό πού μέ τήν ἁπλή ἐφαρμογή τῶν ἱερῶν κανόνων καί τῆς κοινῆς λογικῆς δέν θά εἶχε ἀπασχολήσει κανένα μας ἕως τώρα;
.            
Ὅπως ὁ διάβολος διαβάλλει καί ἐρανίζεται ἀποσπασματικά χωρία ἀπό τίς Γραφές τά ὁποῖα ἀπομονώνει καί δημιουργεῖ τίς αἱρέσεις, ἔτσι καί ἡ ἀποσπασματική ἐφαρμογή κάποιων κανόνων τινῶν καί ἡ μή καθολική ἐφαρμογή τους πάλι γίνεται ὅπλο στά χέρια του γιά νά φέρει σύγχυση στήν Ἐκκλησία…

VIII. Ἀκροτελεύτιο κεφάλαιο

.               Ἀπό ὅσα προηγουμένως ἀκούστηκαν, δικαιώνεται ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὁ ὁποῖος κατακλείοντας τό Προοίμιο τοῦ Πηδαλίου λέει: «Οἱ ἱεροί κανόνες εἶναι τά αἰώνια ὅρια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν καί οἱ νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς τόν αἰῶνα. Ὅλα αὐτά περιέχονται στό βιβλίο τοῦτο, τό Πηδάλιον τῆς νοητής νηός τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, διά μέσου τοῦ ὁποίου αὐτή κυβερνωμένη μέ ἀσφάλεια, μεταφέρει τούς ἐν αὐτῇ ναύτες καί ἐπιβάτες, ἱερωμένους τέ καί λαϊκούς, πρός τόν ἀκύμαντον τῆς ἄνω βασιλείας λιμένα».
»Καί γιά νά δηλώσω τά πάντα μέ ἕνα παράδειγμα· ὅπως ἡ παντουργική ἁγία Τριάς δημούργησε τόν πρῶτον καί ὑλικόν τοῦτον κόσμον καί τόν συνήρμοσε μέ διαφόρους φυσικούς Κανόνες τῶν στοιχείων, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ τάξη, καί ἐκ τῆς τάξεως ἡ συνοχή τοῦ παντός διαφυλάττεται. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἡ αὐτή ἁγία Τριάδα, ἡ ὁποία κατεσκεύασε καί τόν δεύτερον τοῦτο καί νοητόν κόσμον τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόν συνέδεσε καί τόν συνέπηξε μέ τούς ἱερούς τούτους καί θείους Κανόνες. Ἀπό αὐτούς γεννᾶται ἡ εὐταξία τῶν Πατριαρχῶν, ἡ ἁρμονία τῶν Ἀρχιερέων, ἡ κοσμιότητα τῶν Ἱερέων, ἡ σεμνοπρέπεια τῶν διακόνων, ἡ σεβασμιότης τῶν Κληρικῶν, ἡ εὐρυθμία τῶν Μοναχῶν, ἡ ἀπαιτουμένη ἀπό τούς Πνευματικούς Πατέρες γνώση πρός διόρθωση τῶν ἁμαρτημάτων καί γιά νά τά ποῦμε συνολικά, ἀπό τούς ἱερούς τούτους κανόνες, ἡ κάτω ἐκκλησιαστική ἱεραρχία γίνεται ἀπομίμηση καί ἐκσφράγισμα τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας. Καί οἱ δύο μαζί ἱεραρχίες συναποτελοῦν πλέον μία, καί σάν ἄλλο μουσικό ὄργανο παράγει ἕνα μουσικό μέλος, ἐναρμόνιο καί πάγχορδο. Ἀφαίρεσε τούς φυσικούς κανόνες τῶν στοιχείων ἀπό τήν ὑλικήν κτίση, καί ἀμέσως λύεται ἡ τάξη, καί λυομένης τῆς τάξεως, ὅλον τό πᾶν καταστρέφεται. Ἀφαίρεσε καί τούς ἱερούς τούτους κανόνες ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἀμέσως εἰσέρχεται ἡ ἀταξία, καί ἐκ τῆς ἀταξίας ὅλη ἡ ἱερή αὐτῆς διακόσμηση καταστρέφεται.
»Ἐπιστράφητε λοιπόν Πατριάρχαι, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Κληρικοί, Μοναχοί καί οἱ λοιποί πάντες πνευματικοί πατέρες καί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, καί ἐγκολπωθεῖτε τήν βίβλο αὐτή μέ τά δύο σας χέρια· «πορεύεσθε πρός τήν λάμψιν κατέναντι τοῦ φωτός αὐτῆς, ἵνα φωτισθῆτε φωτισμόν γνώσεως αἰώνιον».

.             Εὐχόμενοι νά φωτιστοῦμε μέ τό φῶς τῆς γνώσεως πού ἀκτινοβολοῦν οἱ κανόνες τοῦ Πηδαλίου τῆς Ἐκκλησίας μας, καί φθάνοντες στό τέλος τῆς εἰσηγήσεώς μας μετά τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἀναφωνοῦμε καί ἐμεῖς:
»Δέξασθε λοιπόν μέ ὑψωμένα χέρια τήν πολυωφελῆ καί μεγαλωφελῆ ταύτην Βίβλον, τήν περιέχουσα τούς ἱερούς κανόνας καί τήν ἐξήγησιν αὐτῶν καί ἀπαρασαλεύτως φυλάξατε αὐτούς. Δέξασθε τήν εὐθύς μετά τάς ἁγίας Γραφάς, ἀναγκαίαν ταύτην γραφήν, ἅπασαι αἱ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαι δέξασθε. Γένοιτο.

Ὁ Καθηγούμενος
τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου
Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί

,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ. – Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης)

Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης:
«
Αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα,
δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά»

.               Γιὰ ἀκραία καὶ ἀπαράδεκτη ἀπόφαση «τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας», νὰ διακόψει τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἔκανε λόγο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, στὴν ὁμιλία του πρὸς τὰ μέλη τῆς ρωσόφωνης παροικίας τῆς πόλης, στὸ Ἱ. Βατοπαιδινὸ Μετόχιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὸν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Οἱ δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἔγιναν μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία χοροστάτησε σήμερα [13.12.2018] – ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται μὲ τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ἡ μνήμη τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ πανηγυρίζει ἡ ρωσόφωνη παροικία τῆς Πόλης.
.               «Αὐτὴ τὴν φορὰ ποὺ εὑρίσκομαι, ὅπως κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ἀνάμεσά σας, ἀγαπητά μου παιδιά, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει διάχυτος μία ἀνησυχία καὶ ἕνα δίλημμα μεταξύ σας. Θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς μαζί σας, εἴμεθα μία οἰκογένεια, εἶμαι ὁ πατέρας σας καὶ εἶστε τὰ πνευματικά μου τέκνα. Αὐτὴ ἡ ἀνησυχία καὶ αὐτὸ τὸ δίλημμα, ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα στὴ ρωσικὴ παροικία τῆς Πόλεώς μας καὶ γενικῶς τῆς χώρας τῆς Τουρκίας ὀφείλεται στὴν ἀκραία ἀπόφαση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, νὰ διακόψη τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, δηλαδὴ μὲ τὴ Μητέρα του Ἐκκλησία. Καὶ μπορεῖ νὰ ἔχωμε διαφορὲς ἀπόψεων ὡς πρὸς διάφορα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν σύνολον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον καὶ εἶναι δημοκρατικόν, ἀλλὰ τὸ νὰ διακόπτωμεν τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν ὡς μοχλὸν πιέσεως καὶ ὡς ἐξαναγκασμὸν γιὰ νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὶς ἀπόψεις μας, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σύντομα ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας θὰ μετανοήση γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀκραία ἀπόφασίν της».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του ὁ Παναγιώτατος ἐπεσήμανε: «Ὅταν λέγη ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας νὰ μὴν ἐκκλησιάζεσθε, νὰ μὴν ἐξομολογεῖσθε, νὰ μὴν κοινωνεῖτε στοὺς Ναοὺς ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σᾶς δημιουργεῖ ἕνα συνειδησιακὸν πρόβλημα. Νὰ μὴν ἀκοῦτε, νὰ μὴν ἔχετε καμιὰν ἀνησυχίαν, διότι ὁ δικός σας ποιμήν, ὁ δικός σας πνευματικὸς Πατέρας ἐδῶ στὴν Τουρκία, εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης».
.               Τοὺς προέτρεψε δὲ νὰ ἐκκλησιάζονται, τόσο στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ποὺ ἔχει παραχωρηθεῖ πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς ρωσόφωνης κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅσο καὶ σὲ κάθε Ὀρθόδοξο ναὸ στὴν Τουρκία.
.               Ὁ Πατριάρχης, ἐξήγησε ὅτι τέτοιες λυπηρὲς καταστάσεις δημιουργοῦνται, ὅταν στὰ δικαιοδοσιακά, τὰ καθαρῶς ἐκκλησιολογικὰ καὶ Κανονικὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀναμειγνύονται ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ φυλετικὸς παράγοντας. Ὑπογράμμισε μάλιστα, ὅτι ὁ ἐθνοφυλετισμὸς καταδικάστηκε σὲ Σύνοδο ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 1872 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς αἵρεση.
.               «Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας λένε ὅτι σὲ κάθε πόλη πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνας Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦν σὲ αὐτὴ τὴν πόλη, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ἂν εἶναι Ἕλληνες, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, Οὐκρανοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὸ ἐφαρμόζουμε ἐδῶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ Ποιμενάρχης γιὰ τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοὺς Ρώσους, ὅπως ἐδῶ, γιὰ τοὺς Ρουμάνους, στοὺς ὁποίους δώσαμε μία Ἐκκλησία καὶ ἐγὼ παρακάλεσα τὸν Πατριάρχη Ρουμανίας καὶ ἔστειλε ἱερέα νὰ τοὺς λειτουργεῖ στὴ γλώσσα τους, γιὰ τοὺς Βούλγαρους ποὺ ζοῦν στὴν Πόλη. Ὅλοι εἶναι παιδιὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὄχι οἱ Βούλγαροι τῆς Πόλεως νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Βουλγαρίας, οἱ Ρῶσοι ἐδῶ νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ρωσίας, αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα, δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά.
.               Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» ἀνέφερε.
.               Στὴν ὁμιλία του, μεταξὺ ἄλλων ὑπενθύμισε ὅτι οἱ Ρῶσοι Ὀρθόδοξοι πῆραν τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας πῆρε τὸν 16ο αἰώνα, τὴν αὐτοκεφαλία καὶ τὴν Πατριαρχικὴν ἀξίαν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.               «Καὶ σήμερα, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἐμεῖς ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ τῶν Ρώσων Ὀρθοδόξων, στέλνουμε πρὸς αὐτούς, εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ ὅπου ἀλλοῦ βρίσκονται διεσπαρμένοι στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς Μητρός των Ἐκκλησίας».

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ

Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο

 τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

βλ. σχετ.́ O ΘΕΣΜOΣ ΤHΣ ΑYΤΟΚΕΦΑΛIΑΣ ΣΤHΝ OΡΘOΔΟΞΗ EΚΚΛΗΣIΑ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ («Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή»)

.             Ὅταν ἀναφύονται διάφορα ἐκκλησιαστικά προβλήματα, ἀμέσως ἐκδηλώνονται τά ποικίλα ρεύματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τά ὁποῖα ἔχουν διαμορφωθῆ ἀπό ἀλλότριες παραδόσεις. Αὐτό παρατηροῦμε καί στό οὐκρανικό πρόβλημα πού ἐκδηλώθηκε στήν ἐποχή μας καί ἔδωσε ἀφορμή νά ἀποκαλύπτονται «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί», ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ἄλλοτε προτάσσεται ἡ ἀγάπη ἔναντι τῶν ἱερῶν Κανόνων, ὡσάν οἱ Πατέρες πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες νά μήν εἶχαν ἀγάπη, καί ἄλλοτε θεωρεῖται ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες καταστρατηγοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡσάν οἱ Πατέρες νά ἦταν νομικιστές καί νά μή ἐνδιαφέρονταν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐκδηλώνεται τό προτεσταντικό πνεῦμα τοῦ ἀντι-νομισμοῦ, ὅπως ἐπίσης ἐκδηλώνεται καί τό πνεῦμα τῆς ἐκνομίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.             Μέ ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια θά γίνω σαφέστερος, γιατί τά πράγματα δέν εἶναι διαζευκτικά: κανόνες ἤ ἀγάπη.

1. Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα

.             Μετά τήν Πεντηκοστή καί τήν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλα τά Ἔθνη χρειάσθηκε σταδιακά νά συγκροτηθῆ αὐτός ὁ «ἱερός θεσμός» τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἔργο ἄρχισε κυρίως μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λουγδούνου-Λυῶνος. Στήν συνέχεια οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι διοργάνωσαν τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔθεσαν τίς βάσεις γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ἑνότητά της.
.             Στήν ἀρχή συγκροτεῖτο κατά τόπους ἡ Ἐκκλησία ὑπό τόν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, καί ἀπό τό μισό τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ. παρατηρεῖται ἡ ἀνάπτυξη τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος, μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Ἐπαρχιακῶν Συνόδων, διότι ἔτσι ἔπρεπε νά διαφυλαχθῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Τό ἀρχαιότερο σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἦταν τό Μητροπολιτικό σύστημα, στό ὁποῖο ὁ Μητροπολίτης ἦταν πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐπαρχίας του. Ἀργότερα δημιουργήθηκε τό ὑπερ-Μητροπολιτικό σύστημα, γιά νά καταλήξη στό Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στά ἐκκλησιαστικά αὐτά συστήματα πάντοτε ὑπάρχει «ὁ Πρῶτος» πού συγκροτεῖ τήν ἑνότητά τους. Τό θέμα αὐτό δέν ἦταν θέμα κοσμικῆς νοοτροπίας καί ἐξουσίας, ἀλλά ἔκφραση τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
.             Αὐτή ἡ συνοδική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγινε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν ἀγάπη, ἀλλά ἀπό ἁγίους καί θεόπνευστους Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖοι Πατέρες μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέσπισαν Κανόνες γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. καθιέρωσε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, καί οἱ ἑπόμενες Σύνοδοι, κυρίως ἡ Β΄ (381) καί ἡ Δ΄ (451) Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τό ὑπερ-Μητροπολιτικό καί τελικά τό Πατριαρχικό σύστημα.
.             Αὐτές οἱ βασικές ἐκκλησιολογικές γνώσεις εἶναι ἀπαραίτητες, γιατί οἱ Ἐπίσκοποι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε καί νά σεβόμαστε τήν κανονική αὐτή συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν τήν ἀμφισβητοῦμε οὔτε νά τήν ὑπονομεύουμε μέσα ἀπό συναισθηματικούς λόγους καί μάλιστα μέ λαϊκιστικά συνθήματα, τύπου κοινωνικῆς ἀναρχίας.
.             Μάλιστα, λίγο πρίν χειροτονηθοῦμε Ἐπίσκοποι δώσαμε ὑπόσχεση ἐνώπιον Κλήρου καί λαοῦ, καί βασικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά διαφυλάξουμε τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων. Ἀφοῦ ὁμολογήσουμε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἔπειτα δίνουμε τήν ἑξῆς ὁμολογία:
.             «Πρός δέ τούτοις στέργω καί ἀποδέχομαι τάς ἁγίας ἑπτά οἰκουμενικάς Συνόδους, καί τῶν Τοπικῶν, ἅς ἐκεῖναι ἀποδεξάμεναι ἐκύρωσαν, ἐπί φυλακῇ τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων ἀθροισθεῖσαι. Ὁμολογῶ πάντας τούς ὑπ᾽ αὐτῶν, ὡς ὑπό φωτιστικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὁδηγουμένων, ἐκτεθέντας ὅρους τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τούς ἱερούς κανόνας, οὕς οἱ Μακάριοι ἐκεῖνοι, πρός τήν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διακόσμησιν καί τῶν ἠθῶν εὐταξίαν κατά τάς Ἀποστολικάς παραδόσεις καί τήν διάνοιαν τῆς Εὐαγγελικῆς θείας διδασκαλίας συντάξαντες, παρέδωκαν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐνστερνίζομαι, καί κατ᾽ αὐτούς ἰθύνειν ἐπιμελήσομαι τήν θείῳ βουλήματι κληρωθεῖσάν μοι διακονίαν καί κατ᾽ αὐτούς διατελέσω διδάσκων πάντα τόν τῇ πνευματικῇ μοι ποιμαντορίᾳ πεπιστευμένον Ἱερόν κλῆρον καί τόν περιούσιον Λαόν τοῦ Κυρίου».
.             Ἀπό αὐτό τό ἀπόσπασμα – ὁμολογία πρίν τήν χειροτονία μας εἰς Ἐπίσκοπον φαίνονται δύο σημαντικές ἀλήθειες.
.             Ἡ πρώτη ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων. Δέν ὑπάρχει καμμία διάσταση καί διάσπαση μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τῆς Πεντηκοστῆς καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Προτεστάντες καί ὅσοι διακρίνονται ἀπό τήν νοοτροπία τους κάνουν διάκριση μεταξύ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί μεταξύ Ἀποστόλων καί Πατέρων, καί προτιμοῦν τούς μέν ἔναντι τῶν δέ. Μέ τέτοια ἐπιχειρήματα ἐπαγγέλλονται νά ἐπαναφέρουν δῆθεν τήν Ἐκκλησία στήν ἀρχαία ἀποστολική ζωή, παρακάμπτοντας τήν ὅλη κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας πού τήν θεωροῦν ὡς διαστρεβλωτική τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων.
.             Μιά τέτοια θεωρία εἶναι βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες ἐν Συνόδῳ νά θεσπίσουν τού ὅρους καί τούς ἱερούς Κανόνες.
.             Ἡ δεύτερη ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη σχέση μεταξύ τῶν ὅρων-δογμάτων καί τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οἱ ὅροι-δόγματα καθορίζουν τά ὅρια μεταξύ τῆς ἀληθείας καί τῆς πλάνης στό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό θέμα, ἐνῶ οἱ Κανόνες εἶναι οἱ ἐφαρμογές τῶν ὅρων στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.
.             Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο πολλές φορές κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους ἑορτάζουμε τήν σύγκληση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπονομεύονται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρός χάριν μιᾶς νεφελώδους καί συναισθηματικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἀνατροπή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.
.             Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Γεώργιος (Καψάνης) στό ἄριστο ἐπιστημονικό του ἔργο μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς Κανόνες» ἀναλύει δεξοδικά αὐτό τό σημαντικό θέμα.
.             Ἰδίως τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου μέ τίτλους: «Ἡ θέσπισις τῶν ἱερῶν Κανόνων πρός πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς ποιμαντικῆς», «Ἡ τήρησις τῶν ἱερῶν Κανόνων προϋπόθεσις τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εὐταξίας καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας», «Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ὑπό τῶν Ποιμένων συνοδική διαχείρισις τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων», «Ἡ αἵρεσις, τό σχίσμα καί ἡ ἐνδεικνυομένη πρός τούς αἱρετικούς καί σχισμαστικούς ποιμαντική στάσις», εἶναι ὑποδείγματα ἐπιστημονικοῦ λόγου καί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
.             Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ μακαριστός Ἡγούμενος χρησιμοποιώντας παραδείγματα ἀπό τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τήν σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα, γράφει: «Οἱ Πατέρες βιοῦν τούς Κανόνες ὡς “μαρτύρια” Θεοῦ αἰσθανόμενοι δι᾽ αὐτούς χαράν ὡς ᾐσθάνοντο οἱ πιστοί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι διά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Εἰς τήν συνείδησιν τῶν Πατέρων οἱ ἱεροί Κανόνες ἀποτελοῦν οὐχί τι τό διάφορον πρός τάς θείας ἐντολάς, ἀλλά συνέχισιν αὐτῶν. Ὅ,τι λέγεται, λοιπόν, περί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τῇ Καινῇ Διαθήκῃ εἶναι δυνατόν νά λέγεται καί περί τῶν ἱερῶν Κανόνων».
.             Αὐτός ὁ λόγος εἶναι πολύ σημαντικός καί δείχνει τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, μεταξύ τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι᾽ αὐτό κανείς μάλιστα ἀπό μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς δέν πρέπει νά ἀμφισβητῆ τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ὀνόματι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων.

2. Ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας»

.             Στήν πορεία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας χρειάσθηκε οἱ θεόπνευστοι Πατέρες, ὅπως προαναφέρθηκε, νά θεσπίσουν τούς ἱερούς Κανόνες, γιά νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ πολυπρόσωπη ἐκκλησιαστική ζωή καί ἡ πολυποίκιλη ὀργάνωση, ἀπαιτοῦσαν μιά ἰδιαίτερη διαρθρωμένη ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, πού νά πειθαρχῆ καί νά ὑπακούη σέ ἰδιαίτερους κανόνες. Στήν πραγματικότητα τό Ἅγιον Πνεῦμα ἦταν ἐκεῖνο πού διατηροῦσε διά τῶν κανόνων τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἔτσι, ἀναπτύχθηκε ὁ θεσμός τῶν Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων, τῆς λεγομένης «Πενταρχίας», καί τῆς αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου.

Μερικά παραδείγματα.

.             Ὁ ϛ΄ Κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325 μ.Χ.) ὁρίζει τόν Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας νά εἶναι «Πρῶτος» τῶν Ἐπισκόπων στήν Αἴγυπτο, τήν Λιβύη καί τήν Πεντάπολη. Καί αὐτό θά γίνη, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης. Τόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας ὁρίζει νά προΐσταται ὅλων τῶν ὑποκειμένων σέ αὐτόν ἐπαρχιῶν, ἤτοι Συρίας καί Κοίλης Συρίας, καί Κιλικίας καί Μεσοποταμίας, καί νά ἔχη τά πρεσβεῖα στίς Ἐκκλησίες. Μέ τόν ζ΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Αἰλία, ὅπως ἐκαλεῖτο τότε ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, νά ἐξακολουθήση νά ἔχη τήν τιμή στήν Μητρόπολη, διατηρώντας τό κύρος της.
.             Μέ τόν β΄ καί γ΄ κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.), συγκροτεῖται καί ἡ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς, μέ βάση τήν διαίρεση τοῦ Κράτους ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο. Μέ τόν γ΄ Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς, καθορίζονται τά πρεσβεῖα τιμῆς τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κείμενο: «Τόν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τά πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετά τόν τῆς Ρώμης ἐπίσκοπον, διά τό εἶναι αὐτήν νέαν Ρώμην». Μετάφραση (Προδρόμου Ἀκανθοπούλου): «Ὁ Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια νά ἔχη τά πρεσβεῖα τιμῆς μετά τόν ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης, ἐπειδή ἡ Κωνσταντινούπολη εἶναι ἡ νέα Ρώμη».
.             Μέ τόν η΄ Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431 μ.Χ.) ἐπικυρώνεται μαζί μέ τίς προηγούμενες ἐκκλησιαστικές περιφέρειες καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Κείμενο: «…ἕξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται». Μετάφραση: «…οἱ ἐπίσκοποι τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν τῆς Κύπρου, πού προσῆλθαν στήν ἁγία σύνοδο, νά ἔχουν τό ἀνεπηρέαστο καί ἀβίαστο σύμφωνα μέ τούς κανόνες τῶν ὁσίων Πατέρων καί τήν παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τίς χειροτονίες τῶν εὐσεβεστάτων ἐπισκόπων∙ τό ἴδιο νά τηρηθῆ καί στίς ἄλλες διοικήσεις καί σέ ὅλες γενικά τίς ἐπαρχίες».
.             Μέ τόν κη΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), οἱ ἅγιοι Πατέρες καθόρισαν τά ἴσα πρεσβεῖα τιμῆς στόν θρόνο τῆς Νέας Ρώμης μέ τόν θρόνο τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, μέ τό ἑξῆς σκεπτικό: Κείμενο: «Καί τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τά ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς νέας ῾Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τήν βασιλείᾳ καί συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καί τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν». Μετάφραση: «Ἔχοντας λοιπόν τόν ἴδιο σκοπό οἱ ἑκατό πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τά ἴσα πρεσβεῖα στόν ἁγιότατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη πού τιμήθηκε μέ βασιλεία καί σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καί τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τήν πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, νά μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καί στά ἐκκλησιαστικά πράγματα, καθώς εἶναι δεύτερη (στήν τάξη) ὕστερα ἀπό ἐκείνη».
.             Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) βεβαίωσε τήν διαίρεση τῶν ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν, ἀλλά καί καθόρισε τήν ἱεραρχική τάξη καί τά πρεσβεῖα τῶν θρόνων μέ τόν λϛ´ Κανόνα της. Κείμενο: «Ἀνανεούμενοι τά παρά τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων, τῶν ἐν τῇ θεοφυλάκτῳ ταύτῃ καί βασιλίδι πόλει συνελθόντων, καί τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ὁρίζομεν, ὥστε τόν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης θρόνου, καί ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς, ὡς ἐκεῖνον, μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ᾿ ἐκεῖνον ὑπάρχοντα, μεθ᾿ ὅν ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων μεγαλοπόλεως ἀριθμείτω θρόνος, εἶτα ὁ Ἀντιοχείας, καί μετά τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολυμιτῶν πόλεως». Μετάφραση: «Ἀνανεώνοντας ὅσα νομοθετήθηκαν ἀπό τούς ἑκατόν πενήντα ἁγίους Πατέρες πού συνῆλθαν σ᾽ αὐτήν τή θεοφύλαχτη καί βασιλική πόλη καί ἀπό τούς ἑξακοσίους τριάντα πού συνῆλθαν στή Χαλκηδόνα, ὁρίζουμε νά ἀπολαμβάνη ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης τά ἴσα πρεσβεῖα μέ τό θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης καί νά μεγαλύνεται, ὅπως ἐκεῖνος, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα καί νά εἶναι δεύτερος μετά ἀπό ἐκεῖνον, καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν νά ἀριθμῆται ὁ θρόνος τῆς μεγαλούπολης Ἀλεξάνδρειας, ἔπειτα ὁ θρόνος τῆς Ἀντιόχειας καί ὕστερα ἀπ᾽ αὐτόν ὁ θρόνος τῶν Ἱεροσολύμων».
.             Μέ τούς ἀναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ἰδιαιτέρως μέ τόν Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ρυθμίσθηκαν τελεσιδίκως καί ἀμετακλήτως τά λεγόμενα Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καί τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Αὐτό λέγεται «Πενταρχία».
.             Ἀργότερα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἡ Πρεσβυτέρα Ρώμη, παρεχώρησε μέ κενωτική-θυσιαστική ἀγάπη τμήματα τοῦ ποιμνίου του γιά τήν δημιουργία τῶν νεωτέρων αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν μέ συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συνήθως τά ἄλλα Πατριαρχεῖα δέν προχώρησαν σέ δημιουργία νέων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ἀπό τά Ποίμνιά τους.

3. Ἡ παραθεώρηση τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας

.             Τά νεώτερα χρόνια παρουσιάσθηκε μιά ἄποψη, θά ἔλεγα ἀντινομιστική, πού εἶναι ἀντίθετη μέ αὐτήν τήν παράδοση, πού ἐκφράζεται ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Πρόκειται γιά μιά θεωρία πού ἐκπόνησαν διάφοροι Ρῶσοι θεολόγοι, ἀναφερόμενοι στό ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πού δείχνει τήν ἐλευθερία, παραθεωρώντας συγχρόνως τούς Κανόνες καί τήν κανονική συγκρότηση τῶν Ἐκκλησιῶν.
.             Βασικό σημεῖο αὐτῆς τῆς θεωρίας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὄχι ὡς ἕνας κανονικός ὀργανισμός, ἀλλά μέ βάση τήν θεία Εὐχαριστία, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ θεωρία αὐτή διατυπώθηκε ἀπό τόν Νικολάϊ Ἀφανάσιεφ (1893-1966), ὁ ὁποῖος ἀξιοποίησε τίς ἀπόψεις τῶν Σλαυοφίλων θεολόγων, ἰδιαιτέρως τοῦ Χομιακώφ καί τοῦ Μπουλγκάκωφ.
.             Οἱ Σλαυόφιλοι πιστεύουν ὅτι ἡ ρωσική κουλτούρα ἦταν ἕνα προϊόν τοῦ ἰουδαιο-χριστιανισμοῦ καί τῆς βυζαντινῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἔλαβαν τόν Χριστιανισμό, καί δέν προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τό ρωμαϊκό δίκαιο. Ἔτσι, ἡ ἔλλειψη στήν ρωσική κοινωνία τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου καί τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ φαίνεται ὡς ἀρνητική, ἐν τούτοις γι᾽ αὐτό θεωρεῖται θετική, γιατί ἡ ρωσική κουλτούρα ἀποτελεῖτο ἀπό χριστιανικές πηγές καθαρές, χωρίς τίς μή χριστιανικές ἐπιρροές.
.             Τέτοιες ἀπόψεις ἐκφράσθηκαν ἀπό τόν Ἀλέξη Χομιακώφ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως καθόριζε ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀγάπης «ἔχει τίς ρίζες του σέ ἕνα συστηματικό Τριαδικό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας». Σέ αὐτήν τήν προοπτική παρουσιάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς θεϊκό πρόσωπο πού ἐσωτερικεύει τήν ἐξωτερική ἀποκάλυψη τοῦ Πατέρα ἀπό τόν Χριστό. Αὐτό ἐκδηλώνεται μέσα στήν θεία Εὐχαριστία, σύμφωνα μέ τίς παρατηρήσεις τοῦ Aidan Nichols.
.             Συγκεκριμένα, ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἑνότητα τῆς Χάριτος πού ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα στά Μυστήρια, ἐνῶ αἰσθανόταν ἀπέχθεια γιά τόν Παπισμό, στόν ὁποῖο ἔβλεπε ὅτι ὑπάρχει μιά ἐξουσία πάνω σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες, γιατί, κατ᾽ αὐτόν, μέσα ἀπό τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης «δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη καμμιά σχέση ἐξουσίας μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει ἱεραρχία μεταξύ τους, καμμιά κατάταξη σέ μεγαλύτερο ἤ μικρότερο, μέσα στήν χριστιανική κοινοπολιτεία».
.             Ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία ὡς μιά ἀόρατη πραγματικότητα, μιά ἕνωση προσώπων μέ βάση τήν κοινή πίστη καί τήν ἀγάπη τους στόν Χριστιανικό Θεό, καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία -Κληρικοί καί λαϊκοί- κληρονομοῦν τό χάρισμα τῶν Ἀποστόλων.
.             Κριτική στήν θεωρία αὐτή τοῦ Χομιακώφ ἔγινε ἀπό τόν Μπουλγκάκωφ πού ὑποστήριζε ὅτι μιά τέτοια ἑρμηνεία προέρχεται ἀπό τήν ταύτιση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, πού συνέβαινε στήν Τσαρική Ρωσία, καί γι’ αὐτό ὁ Χομιακώφ προσπάθησε νά δῆ τήν ἐσωτερική χαρισματική της ζωή. Ὅμως, οἱ δύο ἐπαναστάσεις τοῦ 1917 ἀπελευθέρωσαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν κρατικό ἔλεγχο καί ἀπεκάλυψαν ὅτι εἶναι μία κοινωνία ἀπό μόνη της, μέ δικά της ὄργανα διακυβερνήσεως καί ἑπομένως δέν εἶναι μόνον ἕνα θεϊκό μυστήριο ἤ μιά πνευματική κοινωνία.
.             Ὅμως, ὁ Μπουλγκάκωφ, παρά τήν κριτική του, κράτησε τρία σημεῖα ἀπό τόν Χομιακώφ, ὅτι ἡ ἀθέατη πλευρά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πιό σημαντική ἀπό τήν ὁρατή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ἑνιαία ἕνωση κοινοτήτων, χωρίς νά ὑπάρχη ἕνας παγκόσμιος θεσμός, καί ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἐξουσία, ἐξαναγκασμός, νομικός περιορισμός, ποινή, ὁπότε ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνότητα μεταξύ ἐλευθερίας καί ἀγάπης.
.              Στήν συνέχεια ὁ Ἀφανάσιεφ εἶδε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι σέ ἕνα ἀνθρώπινο στοιχεῖο, ἀλλά στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη θεμελιώνεται στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιά ἐπέκταση καί ἐκ νέου ἔκφραση τοῦ δόγματος τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία μέ ὅρους τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἐσχατολογική, βασική της μορφή εἶναι ἡ Τοπική Ἐκκλησία, καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη νόμος ἤ ἐξουσία ἤ σχέσεις ὑποταγῆς καί ἐπιβολῆς.
.             Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἱερωσύνη, ὅπως φαίνεται στήν θεία Εὐχαριστία, εἶναι διακονική προσφορά, καί ὅταν μιά Τοπική Ἐκκλησία λαθεύει, τότε διακόπτεται ἡ εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τά μέλη της καί αὐτό δέν εἶναι μιά πράξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, μιά πράξη σχέσεων ἐξουσίας, ἀλλά μιά πράξη ὁμολογίας πίστεως καί ἀγάπης διορθωτικῆς, πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού ἔκανε λάθη εἶναι ἐλεύθερη νά τά λάβη ὑπ᾽ ὄψη της ἤ ὄχι.
.             Ἀπό αὐτήν τήν μικρή ἀνάλυση τῆς θεωρίας τῶν σλαυόφιλων θεολόγων φαίνεται καθαρά ἡ ὑποτίμηση καί ἡ παραθεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δῆθεν ἦταν ἐπίδραση τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Βέβαια, οἱ σλαυόφιλοι θεολόγοι εἶχαν δικά τους προβλήματα, κατά τήν τσαρική περίοδο καί τήν μεταεπανασταστική περίοδο, καί γι᾽ αὐτό ἔφθασαν σέ αὐτήν τήν θεωρία ἐξάρσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας σέ βάρος τῆς κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
.             Δυστυχῶς ὅμως αὐτές οἱ θεωρίες ἐπηρέασαν καί πολλούς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὥστε στήν συνέχεια καί αὐτοί νά παραθεωροῦν τήν κανονική δομή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὁμιλοῦν γιά μιά σύνδεση ἀγάπης καί ἐλευθερίας μέσα στήν Ἐκκλησία.
.             Μελετώντας τά Πρακτικά τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, παρατηρεῖ κανείς τά ἀκόλουθα:
.             Πρῶτον, οἱ Πατέρες στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους ἐθέσπισαν ἱερούς Κανόνες γιά τήν συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητάς της, μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Δεύτερον, οἱ ἱεροί Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα πού καταργοῦν τήν ἀγάπη καί ἀντιπαλεύουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά εἶναι «μαρτύρια» τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.
.             Τρίτον, ὁ θεσμός τῆς «Πενταρχίας» πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἔχει ὡς Πρῶτο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν ἀπομάκρυνση τοῦ Πάπα τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης.
.             Τέταρτον, ἡ παραθεώρηση τοῦ κανονικοῦ συστήματος ἐν ὀνόματι τῆς δῆθεν ἀγάπης καί ἐλευθερίας συνιστᾶ ὑπονόμευση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ὁμολογήσαμε πρίν τήν χειροτονία μας ὅτι θά τηροῦμε καί δέν πρέπει νά τούς ἀπαξιώνουμε μέ περίεργους συλλογισμούς.
.             Πέμπτον, ἰδίως ἐμεῖς οἱ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τήν ἱστορία τῆς Αὐτοκεφαλίας μας. Γιατί, ὅπως ἔγραφε παλαιότερα ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, εἴμαστε «οἱ πρῶτοι διδάξαντες» τούς Βαλκανικούς λαούς γιά τήν ἀποσκίρτησή τους μέ ἐπαναστατικό τρόπο ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί αὐτό ἔγινε μέ τήν παρέμβαση ξένων δυνάμεων, ἀλλά καί μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ πού ἦταν ἀπόρροια τοῦ Διαφωτισμοῦ.
.             Ἕκτον, δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι ἡ «πρωτότοκη θυγατέρα» καί ἀδελφή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει τήν τιμή νά συνοικῆ μέ τήν Μητέρα – Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γι᾽ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στούς λόγους μας, ὥστε νά μή συμμετέχουμε σέ πράξεις ὑπονομεύσεώς του. Ἄν γίνη κάτι τέτοιο, εἶναι στήν πραγματικότητα παράβαση τῆς ὁμολογίας πού δώσαμε ὅτι θά τηροῦμε τά δόγματα, τούς ὅρους καί τούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.             Ὅλα ὅσα ἀναφέρθησαν προηγουμένως εἶναι ἀπαραίτητα νά ὑπενθυμίζονται, γιατί δυστυχῶς παραθεωρεῖται τό κανονικό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς δῆθεν νομικισμός. Μέ τόν τρόπο αὐτό βλασφημεῖται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες νά ρυθμίσουν τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Συγχρόνως δείχνουν καί τήν βασική αἰτία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως τῆς ἐποχῆς μας.
.             Τά θέματα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, εἶναι σοβαρότατα καί δέν προσφέρονται γιά ἐκκλησιαστικούς λαϊκισμούς.

 

, ,

Σχολιάστε

«ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ»! [Εἰσήγηση: «Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ΠΠΔ ὑπὸ τὸν τίτλο “Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον”»]

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ
“ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ”

Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες.
Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας-Πειραιᾶς –
Τετάρτη 23.3.2016  

«Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ μὲ τίτλο
“Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον”»

πρωτοπρεσβύτερος Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν

.               Τὸ κείμενο τῆς Ε´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (Σαμπεζὺ 2015) μὲ τίτλο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» εἶναι τὸ πλέον σημαντικὸ κείμενο τῆς μελλούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ ἀναδειχθεῖ ὁ πλέον καθοριστικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀξιολόγηση τῆς ἴδιας της Συνόδου. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι τὸ κείμενο ἂν καὶ δὲν ἔχει τὴν τυπικὴ μορφὴ καὶ δομὴ δογματικοῦ ὄρου, οὐσιαστικὰ ἐπέχει θέση δογματικῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, καί, συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία – δηλ. ὅλοι ἐμεῖς, κλῆρος καὶ λαὸς – ὀφείλουμε νὰ τὸ ἀντιμετωπίζουμε μὲ τὴ δέουσα σοβαρότητα ὡς τὴ δογματικὴ ἀπόφαση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. [Σὲ παλαιότερη δημοσίευσή μας ἔχουμε προβεῖ σὲ ἐκτενῆ σχολιασμὸ τοῦ κειμένου αὐτοῦ στὸν ὁποῖο καὶ παραπέμπουμε γιὰ τὴν πληρότητα καὶ ἀναγκαία τεκμηρίωση τῆς παρούσης εἰσηγήσεως (βλ. romfea.gr/pneumatika/6640-sxoliasmos-sto-keimeno-tis-e-panorthodojou-prosunodikis-diaskepseos)].
.               Ἡ παροῦσα εἰσήγηση μὲ τίτλο «Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ μὲ τίτλο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» περιορίζεται ἀναγκαστικὰ μόνο στὸ ζήτημα ἂν ἡ κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἀναγνωρίζει τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν. Καὶ αὐτό, διότι ἂν ἑξαιρέσουμε τὴν § 20, στὴν ὁποία θὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν εἰσήγησή μας, σὲ ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ δὲν ὑπάρχει καμία ἀναφορὰ σὲ Ἱεροὺς Κανόνες καὶ στὴν ἐν γένει κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Εἶναι ἄξιο ἐπισήμανσης ὅτι ἡ Ε´ ΠΠΔ (Σαμπεζὺ 2015), ὅταν διαπραγματεύθηκε τὸ μεῖζον καὶ κρίσιμο αὐτὸ θέμα τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑτεροδοξία, δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ προσφύγει στὴν πλούσια κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας! Δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ θεμελιώσει τοὺς ἰσχυρισμούς της στὴν μέχρι τώρα ἐκκλησιαστικὴ πρακτική! Ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία γιὰ πρώτη φορὰ νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ καὶ διάλογο καὶ ἐπικοινωνία μὲ ἄλλες αἱρετικὲς ἢ σχισματικὲς κοινότητες! Ὡσὰν μέχρι σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία νὰ μὴν εἶχε παρόμοια ἐμπειρία καὶ πρακτική. Ὡσὰν ἡ ἐμπειρία τῆς παράδοσης νὰ μὴν εἶναι δημιουργικὰ δεσμευτικὴ στὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση μας ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας!
.               Ὅμως ἡ Ἐκκλησία πάντοτε πονοῦσε καὶ ἐνδιαφερόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν στὴν Ἀλήθεια καὶ ἑνότητά της. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς αὐτὸ καὶ οἱ βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς στὴν πραγμάτωσή του ἔχουν ἀποτυπωθεῖ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες της. Γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸς ὁ ὄγκος τῆς κανονικῆς παραδόσεως ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὶς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι μόνο στὸ ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους corpus τῶν Ι. Κανόνων τῶν Συνόδων τῆς Καρθαγένης ἔχουν ἐνσωματωθεῖ 18 Κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὸ θέμα «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸ σχίσμα τῶν Δονατιστῶν, ποὺ ταλαιπωροῦσε τὴ βορειοαφρικανικὴ λατινικὴ Ἐκκλησία τῆς Καρθαγένης. Στοὺς Κανόνες τῶν Συνόδων τῆς Καρθαγένης περιγράφεται διὰ πολλῶν τὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο ὀφείλουν νὰ κινηθοῦν οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες στὸ διάλογο μὲ τοὺς σχισματικοὺς μὲ σκοπὸ τὴν ἔνταξή τους καὶ πάλι στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ πλούσια κανονικὴ παράδοση δὲν ἔχει ἀξιοποιηθεῖ οὐδὲ στὸ ἐλάχιστο στὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ.
.               Ὅπως ἤδη ἀνέφερα, μοναδικὴ ἀναφορὰ σὲ ἱεροὺς κανόνες στὸ προσυνοδικὸ κείμενο γίνεται στὴν περίφημη § 20 ἡ ὁποία ἀναφέρει ἐπὶ λέξει: «Αἳ προοπτικαὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπὶ τὴ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β´ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου)». Ἡ § 20 ἐντάσσεται στὴν ἑνότητα τοῦ Κειμένου περὶ τοῦ ΠΣΕ. Συνεπῶς, ὅταν ἀναφέρεται σὲ «ἄλλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες» περιλαμβάνει τὶς περισσότερες ἀπὸ 345 Κοινότητες-μέλη τοῦ ΠΣΕ. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι στὸ ΠΣΕ ὑπάγονται ἐκτὸς ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (ἐκτὸς τῶν Πατριαρχείων Γεωργίας καὶ Βουλγαρίας) καὶ αἱρετικὲς ὁμάδες ἀπολύτως ἑτερόκλητες ἀπὸ θεολογικῆς ἀπόψεως (ἀπὸ Νεστοριανοὺς καὶ Μονοφυσίτες μέχρι καὶ Κουάκερους, Στρατὸ τῆς Σωτηρίας, νεοπροτεστάντες, πεντηκοστιανούς, free Churches κόκ). Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ ἀρνοῦνται ὅλες ἢ τὶς περισσότερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀρνοῦνται ὅλα τὰ μυστήρια, ἀρνοῦνται τὸ ἀειπάρθενό της Θεοτόκου, ἀρνοῦνται τὴν τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀρνοῦνται τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀρνοῦνται σύνολη τὴν ἱερὴ παράδοση καὶ αὐτὸν τὸν Κανόνα τῆς Ἅγ. Γραφῆς! Καὶ ὅμως στὸ κείμενο χαρακτηρίζονται «Ἐκκλησίες»
.               Στὴν § 20 λοιπόν, μνημονεύονται μόνο οἱ Κανόνες Β-7, Ϛ´-95 οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν τρόπο καὶ τὴ διαδικασία εἰσδοχῆς στὴν Ὀρθοδοξία τῶν πρώην αἱρετικῶν. Ὅπως ἤδη ἀκούσαμε, μέσῳ τῶν κανόνων αὐτῶν, ὀρθότερα, διαστρεβλώνοντας τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῶν Ι. Κανόνων, γίνεται προσπάθεια ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν μὲ ἄμεση στόχευση τὴν ἀμνήστευση τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν “ἐκκλησιαστικοποίησή” τους, τὴν ἀναγνώριση τῆς “ἐκκλησιαστικότητάς” τους.
.           Τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνώρισης, ὀρθότερα τῆς μὴ ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, εἶχε λήξει ἀπὸ πολὺ νωρὶς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅποτε ἐρχόταν στὸ προσκήνιο, ἡ Ἐκκλησία ἐπαναλάμβανε πάντοτε τὶς βασικὲς θεολογικές της θέσεις, τὶς διατυπωμένες μὲ ἐξαιρετικὴ σαφήνεια ἤδη ἀπὸ τὸν γ´ καὶ δ´ αἰώνα. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔλαβε καὶ κανονικὴ ἐπικύρωση μέσῳ πολλῶν κανονικῶν ἀποφάσεων Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.               Ἂς δοῦμε ὅμως πολὺ συνοπτικὰ τὴ σχετικὴ κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφορικὰ μὲ τοὺς κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95:

1. Γένεση τοῦ προβληματισμοῦ

.               Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, πάγια διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συναρτᾶται ἄμεσα μὲ τὴν ἴδια τὴν αὐτοσυνειδησία της καί, συνεπῶς, μὲ τὶς πλέον θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικὲς ἀρχές της, εἶναι ὅτι μόνο μέσα στὴ «γνήσια καὶ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τελεσιουργοῦνται τὰ μυστήρια καὶ μόνο διὰ μέσου αὐτῆς λειτουργοῦν σωστὰ καὶ σωστικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο γιὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ ὑφίστανται ἔγκυρα καὶ χαριτόβρυτα μυστήρια, ποὺ νὰ προσφέρουν σωτηρία ἐκτὸς Αὐτῆς, στοὺς σκοτεινοὺς χώρους τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Αὐτὴ ἡ βασικὴ δογματικὴ-ἐκκλησιολογικὴ διδασκαλία ἐντάχθηκε πολὺ νωρὶς στὸ Κανονικὸ Δίκαιό της Ἐκκλησίας μας μὲ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνες:
.               Ἀποστ-46: «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».
.               Ἀποστ-47: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐὰν ἄνωθεν βαπτίσῃ ἢ τὸν μεμολυσμένον παρὰ τῶν ἀσεβῶν ἐὰν μὴ βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τὸν σταυρὸν καὶ τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, καὶ μὴ διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».
.               Ἀποστ-50: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, μὴ τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ᾽ ἓν βάπτισμα, τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω. Οὐ γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τὸν θάνατόν μου βαπτίσατε· ἀλλά, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
.               Ἀποστ-68: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας· εἰ μή γη ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν».
.               Οἱ ἀνωτέρω Ἀποστολικοὶ Κανόνες κατηγορηματικὰ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη μυστηρίων ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, παρέχοντας μάλιστα μὲ σύντομες φράσεις καὶ τὴν ἀπαραίτητη θεολογικὴ αἰτιολόγηση. Ἄμεση πρακτικὴ συνέπεια τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς θέσης ἦταν ὅτι, ὅταν κάποιος αἱρετικὸς μετανοοῦσε καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τὸν βάπτιζε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν αὐτὸς εἶχε “βαπτιστεῖ”, στὴν αἵρεση στὴν ὁποία μέχρι τότε ἀνῆκε.

2.Διένεξη πάπα Στεφάνου – Ἁγ. Κυπριανοῦ

.               Σοβαρότατο ὅμως πρόβλημα προέκυψε στὴν Ἐκκλησία τὸν 3ο αἰ. μὲ τὸν πάπα Ρώμης Στέφανο, ὁ ὁποῖος δὲν (ἀνα)βάπτιζε τοὺς προσερχομένους ἀπὸ τὸ σχίσμα τῶν Νοβατιανῶν. Ριζικὰ ἀντίθετος ἦταν ὁ Ἅγ. Κυπριανός, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος, ὁ πρῶτος μεγάλος Δυτικὸς Πατέρας καὶ Θεολόγος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἀκολουθώντας τοὺς Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὶς ἀποφάσεις προγενεστέρων Ἀφρικανικῶν Συνόδων καὶ ταυτιζόμενος θεολογικὰ μὲ τὶς μικρασιατικὲς Ἐκκλησίες, θεωροῦσε ἐντελῶς ἀνυπόστατα ὅλα τὰ «μυστήρια» τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὶς τρεῖς Τοπικὲς Συνόδους τῆς Β. Ἀφρικῆς ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἰδίου. Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος ἔχει ἐπικρατήσει νὰ ὀνομάζεται Κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὸν Κυπρ-1 στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα δὲν ὑφίσταται:

τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος («οὐ δύναται χρίσμα τὸ παράπαν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι»),
τῆς Θ. Εὐχαριστίας («ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων»),
τῆς ἀφέσεως («ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν»)
τῆς Ἱερωσύνης «Πῶς δὲ εὔξεται ὑπὲρ τοῦ βαπτισθέντος οὐχὶ ἱερεύς, ἀλλ᾽ ἱερόσυλος καὶ ἁμαρτωλὸς»
τοῦ Βαπτίσματος «μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω της καθολικῆς ἐκκλησίας, ἑνὸς ὄντος βαπτίσματος καὶ ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος».

.                 Δὲν ὑπάρχουν, λοιπὸν στὴν αἵρεση μυστήρια, διότι στὴν αἵρεση δὲν ὑπάρχει οὔτε Ἐκκλησία: «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν», «ἁγιάσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν· ὅθεν οὐ δύναται χρίσμα τὸ παράπαν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι». Τέλος, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀποφανθεῖ συνοδικά: Τὰ κανονικὰ καὶ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζονται: «ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης· καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ᾽ αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστὶν ἀδόκιμα».
.                 Τὴ θεολογικὴ θέση τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ συμμερίστηκε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος τὴν μνημονεύει στὴν κανονικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἅγ. Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου (κανόνες Βασιλ-1, -47), προσφέροντας μάλιστα καὶ πρόσθετη θεολογικὴ αἰτιολογία, ὅτι τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο. Στὸν ἐπικυρωθέντα ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους (ϛ-2 καὶ Ζ-1) κανόνα του ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων ὁ Μ. Βασίλειος (Βασιλ-1): «Ἐκεῖνο γὰρ ἔκριναν οἱ παλαιοὶ δέχεσθαι βάπτισμα, τὸ μηδὲν τῆς πίστεως παρεκβαῖνον…Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς, τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν παντελῶς ἀθετῆσαι … Οὐ γὰρ ἐβαπτίσθησαν οἱ μὴ εἰς τὰ παραδεδομένα ἡμῖν βαπτισθέντες.… ἡ μὲν ἀρχὴ τοῦ χωρισμοῦ διὰ σχίσματος γέγονεν, οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ἑαυτούς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τὰς χειροτονίας καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν. Οἱ δέ, ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἐτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τοὺς παρ’ αὐτῶν, ἐκέλευσαν ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ ἀληθινῷ βαπτίσματι, τῷ τῆς Ἐκκλησίας, ἀνακαθαίρεσθαι».
.                 Ὁ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος Μ. Βασίλειος εἶναι ἀπολύτως σαφής: δὲν ὑπάρχει κανένα περιθώριο ὕπαρξης βαπτίσματος καὶ ἱερῶν μυστηρίων, ποὺ νὰ παρέχουν σώζουσα Θ. Χάρη ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.

3.Ἡ κατ’ ἀκρίβεια καὶ ἡ κατ’ οἰκονομία πράξη.

.                 Παράλληλα, ὅμως, μὲ τὶς τόσο κρυστάλλινες ἀπόψεις του, ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀφοῦ ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδέχεται τὴν διὰ μόνο λιβέλου καὶ μυστηρίου τοῦ Χρίσματος ἀποδοχὴ τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾶ» ἀπὸ συγκεκριμένες αἱρέσεις τὶς ὁποῖες καὶ μνημονεύει. Ἀκολούθως, ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μὲ τὸν Β-7 καὶ ἀργότερα ἡ Ϛ´ μὲ τὸν Ϛ´-95 ὁρίζει τρεῖς κατηγορίες-τρόπους εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία: μὲ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μὲ χρήση Ἁγ. Μύρου καὶ διὰ λιβέλου.
.                 Ἔτσι, στὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη παρουσιάζεται μία διαφοροποίηση στὸν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ»: α) Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἔχουμε τοὺς οἰκουμενικοῦ κύρους Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ο καὶ 47ο), οἱ ὁποῖοι, ἐκθέτοντας τὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἀρνούμενοι κατηγορηματικὰ τὸ βάπτισμα καὶ τὰ λοιπὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἐπιτάσσουν τὸν (ἀνα)βαπτισμὸ τῶν προσερχομένων στὴν Ὀρθοδοξία, καὶ β) τοὺς Β-7, Ϛ´-95 καὶ μερικῶς οἱ Βασιλ-1, -47, οἱ ὁποῖοι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις καὶ ὑπὸ ὁρισμένες προϋποθέσεις δίνουν τὴ δυνατότητα εἰσδοχῆς τῶν πρώην αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία μόνο μὲ λίβελλο καὶ χρίσμα.
.                 Πῶς συνδυάζονται ὅμως οἱ δύο ἀντικρουόμενες, φαινομενικά, πρακτικές; Καὶ γιατί ἡ Ϛ´ ἐν Τρούλλῳ ἐπικύρωσε τοὺς «ἀντιφατικοὺς» αὐτοὺς κανόνες;
.                 Ὁ κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, οἱ Ἀποστολικοὶ καὶ οἱ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφὲς ὅτι καθορίζουν τὰ θεολογικὰ κριτήρια προσέγγισης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τοὺς ἐπικυρωμένους ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους κανόνες, ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀναγνώρισε ὡς ἔγκυρο τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, ὡς παρέχον σώζουσα Θ. Χάρη ποὺ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἀναγεννᾶ τὸν βαπτιζόμενο καὶ τὸν ἐντάσσει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διότι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐνεργεῖ ἡ τελετουργικὴ τῶν μυστηρίων Χάρις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ὁμογνωμοῦν ἀπολύτως στὸ σημεῖο αὐτό. Ἡ ἔντονη διένεξη Καρχηδόνος–Ρωμης (Ἁγ. Κυπριανοῦ – Ἁγ. Στεφάνου) διεσάφησε πλήρως τὸ θέμα! Καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ δὲν ἐπικύρωσε τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου, ἀλλὰ προσέδωσε οἰκουμενικὸ κύρος στὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς συναφεῖς μὲ αὐτὸν κανόνες (Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου [1ο καὶ 47ο]), ἐντάσσοντάς τους στοὺς ἐπικυρωμένους κανόνες Τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων: οὐσιαστικὰ θέλησε νὰ περιβάλει μὲ οἰκουμενικὸ κύρος τὴ θεολογία-ἐκκλησιολογία τοῦ κανόνος.
.                 Ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ συμφωνεῖ καὶ ἐπαυξάνει τὴ θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Συνόδου τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἐξηγεῖ καὶ τὸ γιατί ἡ Ἐκκλησία δέχεται τοὺς προσερχομένους ἀπὸ ὁρισμένες αἱρέσεις χωρὶς νὰ τοὺς βαπτίζει. Δὲν πρόκειται περὶ θεολογικῶν, ἀλλὰ καθαρὰ περὶ ποιμαντικῶν λόγων: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν» (Βασιλ-1), ἢ «οἰκονομίας τινὸς ἕνεκα» (Βασιλ-47), ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει. Ἐπίσης, ὁ ἴδιος, ἐνῶ ὑπεραμύνεται τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, προτείνει καὶ τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη «ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καὶ τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ’ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφορῶμαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν».
.                 Ἀντιδιαστέλλεται, λοιπόν, ἡ θεολογικὴ ἀκρίβεια («τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν»), ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ οἰκονομία («τὸ ἔθος τῶν πατέρων»). Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία, χρησιμοποιώντας τὴ θεολογικὴ ἀκρίβεια σὲ ὅλους τοὺς τόνους, ἀποφαίνεται ὅτι δν φίσταται γκυρο βάπτισμα στν αρεση. Ἀξιοποιώντας ὅμως τὴν ποιμαντικὴ οἰκονομία, ὑποδέχεται ὅσους μετανοημένους ἀρνοῦνται τὴν αἵρεση καὶ προσέρχονται στὴν Ἐκκλησία μόνο μὲ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Χρίσματος καὶ τὴ Θ. Μετάληψη καὶ ὄχι διὰ τοῦ τριπλοῦ μυστηρίου τῆς Χριστιανικῆς μυήσεως (Βάπτισμα-Χρίσμα-Θ. Εὐχαριστία), ὅπως προβλέπει ἡ κατ’ ἀκρίβεια πράξη. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅμως, ἀπαιτεῖται ρητὴ ἄρνηση καὶ ἀναθεματισμὸς τῶν αἱρέσεων, τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ἀκόμα καὶ τῶν «ἐξάρχων τῶν αἱρέσεων».
.                 Ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἐκκλησιαστικὴ πράξη ἔλαβε καὶ συνοδικὴ ἐπικύρωση μὲ τοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅμως, ὅτι ἐνῶ οἱ κανόνες ποὺ ἀπορρίπτουν τὸ αἱρετικὸ «βάπτισμα» παρέχουν σύντομη ἢ πολὺ ἀναλυτικὴ θεολογικὴ αἰτιολόγηση, οἱ κανόνες ποὺ προτείνουν τὴν οἰκονομία στὴν εἰσδοχὴ τῶν πρώην αἱρετικῶν δὲν προβάλλουν καμία θεολογικὴ αἰτιολόγηση. Εἶναι κατ’ οἰκονομίαν. Αὐτὸ καὶ μόνο ἀρκεῖ. Ἡ μόνη αἰτιολόγηση προέρχεται ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν… Ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο. Ὑφορῶμαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρὸν» (Βασιλ-1). Κανένας θεολογικὸς-ἐκκλησιολογικὸς λόγος, μόνο ἡ ποιμαντικὴ ἀνάγκη τῆς σωτηρίας διὰ τῆς μετοχῆς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μετανοήσει καὶ φύγει ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος εἶναι ἐπιγραμματικὸς ἐπ’ αὐτοῦ: «κἂν ἴδῃς συντρέχοντας νῦν τῇ ὀρθῇ πίστει ἀμνησικάκει περὶ τῶν παρελθόντων… οἰκονομίας ἕνεκα, μὴ ἀκριβολογούμενος σφόδρα περὶ τοὺς μεταγιγνώσκοντας… ταῦτα γράφω οὐ τισι χαριζόμενος, ἀλλ’ εἰδώς, ὅτι καλὴ μᾶλλον ἐν τούτοις ἡ οἰκονομία».
.               Ἐπίσης, οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος οὔτε οἱ ἱεροὶ Κανόνες οὔτε οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι προσπαθοῦν στὴν κατ’ οἰκονομίαν πράξη νὰ θεμελιώσουν ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ ἀκυρώσουν βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς (ἀνυπαρξία τελεσιουργικῆς τῶν μυστηρίων Θ. Χάριτος στὴν αἵρεση, ἀνυπαρξία ἱερῶν Μυστηρίων ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διάκριση Ἐκκλησίας-αἵρεσης, ἀλήθειας-πλάνης κ.ο.κ). Ποτέ! Ὅπως στὴ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ἡ κατ’ οἰκονομίαν δυνατότητα τελέσεως ἀεροβαπτίσματος ἀπὸ Ὀρθόδοξη νοσηλεύτρια δὲν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ νοσηλεύτρια ἔχει τὴν εἰδικὴ ἱερωσύνη ἢ ὅτι μπορεῖ νὰ τελέσει κατ’ οἰκονομίαν καὶ ἄλλα μυστήρια, ἔτσι γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση μὲ τὴν κατ’ οἰκονομίαν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, μὲ κανένα τρόπο δὲν ἀναγνωρίζονται τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν! Εἶναι, ἄλλωστε, ἀδιανόητο ἡ οἰκονομία τοῦ ἀεροβαπτίσματος νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικὸς λόγος γιὰ τὴ διεκδίκηση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικων. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἦταν ἀδιανόητο γιὰ τοὺς Πατέρες οἱ αἱρετικοὶ νὰ διεκδικήσουν ἐγκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τους, ὅπως γίνεται σήμερα στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση!
.                 Εἶναι σαφὴς ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφαση τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς (1971), ἡ ὁποία στὸ κείμενο «Ἡ οἰκονομία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» εὔστοχα σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἠμῶν Ἐκκλησία ἀποβλέπει…α) εἰς τὴν διατήρησιν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τῆς ἑαυτῆς πίστεως καὶ διδασκαλίας τελείως ἀνοθεύτου καὶ ἀνεπηρεάστου ἐκ τῆς κατ’ οἰκονομίαν τοιουτοτρόπου συγκαταβάσεως αὐτῆς πρὸς τοὺς ἔξω. “Διότι οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καὶ τότε τὰς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος μεταχειρίζεται, ὄτε τὸ δόγμα τῆς εὐσεβελιας οὐδὲν παραβλάπτεται” (Εὐλόγιος Ἀλεξ. PG 103, 953)». Δηλαδὴ ἡ κατ᾽ οἰκονομίαν πράξη γιὰ τὴν εἰσδοχὴ πρώην αἱρετικῶν δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικὸ προηγούμενο γιὰ τὴν τροποποίηση, οὐδὲ στὸ ἐλάχιστο, τῆς πίστης καὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφορικὰ μὲ τὴν αὐτοσυνειδησία της καὶ τὴν “ἐκκλησιαστικότητα” τῶν ἑτεροδόξων!
.                 Τέλος, ἂς προσέξουμε ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε τὴν οἰκονομία γιὰ νὰ ἀφήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση, ἀποκοιμίζοντάς τον ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νὰ παραμένει στὴν πλάνη… Αὐτὸ δὲν εἶναι ποιμαντικὴ οἰκονομία, ἀλλὰ ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ καὶ ἀσυγχώρητη κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημία!
.         Διαβάζοντας τὸ Κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ δὲν μποροῦμε, δυστυχῶς, νὰ συναντήσουμε ὅλη αὐτὴ τὴν πλούσια προβληματική τῆς Ἐκκλησίας μας: τὴν φιλάνθρωπη διπλὴ πρακτικὴ καὶ ἀλληλοσυμπλήρωση μεταξὺ ἀκριβείας καὶ οἰκονομίας μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου! Ἀντίθετα, ἔχουμε μία πρόχειρη καὶ γενικόλογη προσέγγιση, ἡ ὁποία ἀφήνει πολλὰ ἐρωτηματικὰ καὶ προπαντὸς ὁδηγεῖ σὲ σκοτεινὲς θεολογικὲς ἀτραπούς.

4.Τὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἄσκηση ἀκρίβειας ἢ οἰκονομίας.

.                 Ἡ § 20 τοῦ Κειμένου ἀναφέρεται σὲ «κανονικὰ κριτήρια τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως» καὶ παραπέμπει στοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95.
.                 Προσεκτικὴ ὅμως μελέτη τῶν Κανόνων δὲν εὐνοεῖ τὴν οἰκουμενιστικὴ προσέγγιση!

1. Δὲν ἀποτελεῖ κριτήριο γιὰ τὴ χρήση τῆς οἰκονομίας ἡ ἐχθρότητα ἢ ἡ φιλικὴ διάθεση τῆς αἱρέσεως, τῆς αἱρετικῆς Κοινότητας πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία. Δυστυχῶς, ὁρισμένοι στὸν οἰκουμενικὸ χῶρο, προτάσσουν ὡς ἐπιχείρημα ὅτι παλαιότερα ἡ Ἐκκλησία τηροῦσε τὴν ἀκρίβεια στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα), διότι ὑπῆρχε πολλὴ ἐχθρότητα ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐνῶ στὴν ἐποχή μας [μὲ τὶς «νέες ἱστορικὲς συνθῆκες» (§4), «νέες μορφές», «νέες συνθῆκες», «νέες προκλήσεις» (§ 24)] οἱ σχέσεις μὲ τὶς ἑτερόδοξες Κοινότητες εἶναι πλέον φιλικὲς καί, συνεπῶς, ἐπιβάλλεται ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας! Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἐντελῶς αὐθαίρετη καὶ ἐπιπόλαιη χωρὶς ἱστορικὴ ἢ κανονικὴ βάση! Θὰ ἔλεγα ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἔχουμε, εἰδικὰ μάλιστα μὲ τὸν Β-7: Οἱ Ἀρειανοὶ καὶ οἱ Πνευματομάχοι, στὴν ἐποχὴ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἦταν ἄσπονδοι ἐχθροὶ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ δημιουργοῦσαν πάρα πολλὰ καὶ σοβαρότατα προβλήματα στὴν Ἐκκλησία. Κι ὅμως ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸν Β-7 προτείνει τὴν κατ’ οἰκονομίαν πράξη (λίβελο καὶ χρίσμα), καὶ ὄχι τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀκριβείας (βάπτισμα)! Ἀπὸ τοὺς κανόνες καὶ τὴν ἐν γένει πράξη τῆς Ἐκκλησίας προκύπτει ὅτι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ φιλικὴ ἢ ἐχθρικὴ διάθεση τῆς αἱρετικῆς Κοινότητας, αὐτὸ ποὺ προσέχει καὶ ἀπαιτεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ χορηγήσει τὴν οἰκονομία εἶναι ἡ μετάνοια τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου, τοῦ πρώην αἱρετικοῦ!
.                 Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Ἐκκλησία ἡ αἱρετικὴ Κοινότητα, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδέκτης τῆς φιλάνθρωπης οἰκονομικῆς ἐνέργειας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ ἐμμένουσα στὴν αἵρεση καὶ πλάνη Κοινότητα, ἀλλὰ ὁ μετανοημένος αἱρετικός, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἀναζητᾶ τὴν Ὀρθοδοξία, αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ μπεῖ στὸν «οἶκο τοῦ Πατρός» του.

2. Δὲν ἀποτελεῖ καθοριστικὸ κριτήριο ὁ βαθμὸς ἀποκλίσεως ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια οἱ κανόνες ἀναφέρονται καὶ συνεκτιμοῦν καὶ τὴν πίστη τῶν αἱρετικῶν (μιλοῦν γιὰ «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερα τινὰ χαλεπὰ ποιοῦντας»). Ἐν τούτοις, ἡ πίστη τῶν αἱρετικῶν καὶ ἡ ἐγγύτητά της πρὸς τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχε γιὰ τὶς Συνόδους πρωταρχικὴ σημασία στὴν ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τὴν οἰκονομία (μὲ λίβελο καὶ χρίσμα) στὶς σοβαρὲς ἀντιτριαδικὲς αἱρέσεις τῶν Ἀρειανῶν (εἰδωλολάτρες χαρακτηρίζονται στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ) καὶ τῶν Πνευματομάχων μὲ τὶς αὐστηρὲς καταδίκες καὶ ἀναθεματισμοὺς ἀπὸ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Τὴν ἴδια οἰκονομία ἐφαρμόζει καὶ στοὺς «Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρακαδεκατίτας» μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχαν θεολογικὲς διαφορὲς στὰ βασικὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνο σὲ θέματα ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ λατρείας (πχ. οἱ Τεσσαρακαιδεκατίτες ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ Νισσάν, οἱ Καθαροὶ δὲν ἀποδέχονταν τὸ β´ γάμο καὶ τὴ μετάνοια στοὺς πεπτωκότες). Ἀντίθετα, ἐνῶ στοὺς Ἀρειανοὺς ἐφαρμοζόταν ἡ οἰκονομία (λίβελο, χρίσμα), στοὺς ὁμοπίστους μὲ αὐτοὺς Εὐνομιανοὺς ἐτηρεῖτο ἡ ἀκρίβεια (βάπτισμα), διότι αὐτοὶ βάπτιζαν μὲ μία μόνο κατάδυση! Ὅπως εἴπαμε, τοὺς Καθαρούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Ζωναρά, «οὐ περὶ τὴν πίστιν ἐσφάλλοντο, ἀλλ’ εἰς μισαδελφίαν, καὶ ἄρνησιν μετανοίας τοῖς παραπεπτωκόσι καὶ ἐπιστρέφουσι», τοὺς δεχόταν μὲ λίβελο καὶ χρίσμα ἐνῶ τοὺς καταδικασμένους ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους Νεστοριανούς, Εὐτυχιανιστὰς καὶ Σεβηριανοὺς καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων μόνο μὲ λίβελο, χωρὶς χρίσμα.

3. Κριτήριο ἀσφαλῶς δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Πατέρες ἡ ἀναγνώριση τοῦ δικοῦ μας βαπτίσματος ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ σέβεται καὶ τηρεῖ τὴν ἀκρίβεια ἀλλά, παράλληλα, προτείνει καὶ τὴν οἰκονομία, εἶναι κατηγορηματικός: «Εἰ δὲ ἐκεῖνοι φυλάσσουσι τὸ ἡμέτερον βάπτισμα, τοῦτο ἡμᾶς μὴ δυσωπείτω· οὐ γὰρ ἀντιδιδόναι αὐτοῖς ὑπεύθυνοι χάριν ἐσμέν, ἀλλὰ δουλεύειν ἀκριβεία κανόνων» (Βασιλ-1).

4. Ἀπὸ τοὺς Κανόνες δὲν προκύπτει πουθενὰ ὅτι γιὰ τὴν ἄσκηση οἰκονομίας στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν ἀποτελοῦσε κριτήριο ἡ ὕπαρξη ἀποστολικῆς διαδοχῆς στὶς αἱρετικὲς Κοινότητες. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὅπως αὐτὴ ρητὰ ἔχει ἐκφραστεῖ διὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μὲ τὴν ἐπικύρωση τῶν Ι. Κανόνων, στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα δὲν διατηρεῖται ἡ Ἀποστολικὴ διαδοχή, δὲν ἔχουν οἱ αἱρετικοὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Οἱ ἐπικυρωμένοι ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους Κανόνες, ὁ Ἀποστ-68 καὶ τῆς Συνόδου Καρχηδόνος (258 μΧ, τοῦ Ἅγ. Κυπριανοῦ), δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἱερωσύνη στὴν αἵρεση καί, συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ ὑφίσταται Ἀποστολικὴ Διαδοχή. Μάλιστα ὁ Λαοδ-8 προτείνει τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀκρίβειας τοῦ βαπτίσματος στοὺς ἐκ τῶν τῆς αἱρέσεως τῶν Φρυγῶν προσερχομένους, διότι οἱ κληρικοὶ ποὺ τοὺς “βάπτισαν” δὲν ἄνηκαν στὸν πραγματικὸ ἀλλὰ «ἐν κλήρω νομιζομένω» καί, συνεπῶς, δὲ μποροῦσαν νὰ βαπτίσουν πραγματικά. Κατηγορηματικός, ὅμως, πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα εἶναι ὁ Μ. Βασίλειος στὸν ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους 1ο Κανόνα του: «οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἒφ ἑαυτούς, ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τὰς χειροτονίας καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν. Οἱ δέ, ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύνατο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἐτέροις παρέχειν, ἢς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τους, πὰρ αὐτῶν ἐκέλευσαν, ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ ἀληθινῶ βαπτίσματι τῷ τῆς Ἐκκλησίας ἀνακαθαίρεσθαι». Καὶ συνεχίζει ἀκριβῶς ἀμέσως: «Ἐπειδὴ δὲ ὅλως ἔδοξε τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν, οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν, δεχθῆναι αὐτῶν τὸ βάπτισμα, ἔστω δεκτόν»! Δηλαδή, παρὰ τὴν κατηγορηματική του θέση ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχὴ διότι αὐτὴ ἔχει διακοπὴ μὲ τὸ σχίσμα καὶ τὴ διάσταση μὲ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Μέγας Πατὴρ καὶ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος δὲ δυσκολεύεται νὰ προτείνει, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη, τὴ χρήση οἰκονομίας. Καὶ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ θεολογία καὶ ἡ πρακτικὴ αὐτὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, μὲ τὴν ἐπικύρωσή της ἀπὸ Οἰκουμ. Συνόδους, εἶναι πλέον ἡ θεολογία καὶ ἡ πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας

Ποιά, λοιπόν, εἶναι τὰ κριτήρια γιὰ τὴ χορήγηση τῆς οἰκονομίας σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες;

  1. Ὁ προσερχόμενος στὴν Ὀρθοδοξία νὰ προβεῖ :

α) σὲ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ἄρνηση διὰ λιβέλου τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καὶ τῆς ἴδιας της αἱρετικῆς κοινότητας,

β) σὲ πλήρη ἀποδοχὴ τῆς πίστεως «ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία του Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία»,

γ) σὲ ἀναθεματισμὸ τῶν αἱρεσιαρχῶν τῶν αἱρετικῶν Κοινοτήτων στὶς ὁποῖες μέχρι τώρα ὑπάγονταν, τῶν «ἐξάρχων τῶν τοιούτων αἱρέσεων» καὶ

δ) σὲ ἀναθεματισμὸ ὅλων ὅσοι ἀποδέχονται τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες αὐτῶν.

  1. Ἡ βαπτισματικὴ τελετὴ ποὺ δέχθηκε στὴν αἵρεση

α) νὰ ἔγινε μὲ τριαδικὴ ἐπίκληση «εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα» (Βασιλ-47) καὶ

β) νὰ ἔχει τηρηθεῖ ὁ ἀκριβὴς βαπτιστικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Εἶναι σαφεῖς οἱ κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95: στοὺς Εὐνομιανούς, μία ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς παρατάξεις, δὲ χορηγεῖται ὁ κατ’ οἰκονομίαν τρόπος εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία (λίβελος, χρίσμα) ποὺ παρέχεται στοὺς λοιποὺς Ἀρειανούς, διότι, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95, οἱ Εὐνομιανοὶ εἶναι «οἱ εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζόμενοι». Οἱ ἀνωτέρω κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95 προβάλλουν ὡς αἰτιολόγηση μόνο τὴν ἔλλειψη τοῦ ὀρθοῦ βαπτισματικοῦ τύπου καὶ ὄχι ἄλλο θεολογικὸ λόγο γιὰ τὴν ἄρνηση χορήγησης τῆς κὰτ´ οἰκονομία πράξεως στοὺς Εὐνομιανούς. Ἀντίθετα γιὰ τοὺς Σαβελλιανοὺς προβάλλεται θεολογικὴ αἰτιολόγηση : «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερα τινὰ χαλεπὰ ποιοῦντας».

.            Εἶναι λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἔδινε καὶ δίνει πολὺ μεγάλη σημασία στὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν τριῶν καταδύσεων. Τὸ καθοριστικὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σημερινὴ πράξη εἶναι: Γιὰ τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἐν Τριδέντω Σύνοδό τους (1545-1563) δὲν τηροῦν ὄχι μόνο τὴν τριπλῆ ἀλλὰ οὔτε καν τὴ μία κατάδυση τῶν Εὐνομιανῶν, καὶ ἁπλῶς βρέχουν τὸ τριχωτὸ μέρος τῆς κεφαλῆς μὲ λίγες σταγόνες νερό, μποροῦμε νὰ ἐπικαλούμαστε τοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95 γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε σήμερα ὡς γενικὸ κανόνα ἐφαρμοζόμενο σὲ ὅλους τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη γιὰ τὴν εἰσδοχή τους στὴν Ὀρθοδοξία; Ὅταν ἡ Ἐκκλησία, στοὺς ἴδιους τους κανόνες ποῦ θεσμοθετοῦν τὴν κατ’ οἰκονομία εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, ὁρίζει ρητὰ ὅτι δὲν μπορεῖ αὐτὴ τὴν οἰκονομία νὰ τὴν ἐφαρμόσει στοὺς «εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους», μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε στοὺς Λατίνους οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν οὔτε τὴ μία κατάδυση; Οἱ Κολλυβάδες Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ἐκκλησιαστικοὶ Συγγραφεῖς (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἅγ. Ἀθαν. Πάριος, Κων. Οἰκονόμου, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Εὐστρ. Ἀργέντης, Εὐγ. Βούλγαρης, Χριστόφορος Αἰτωλός, ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, οἱ Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´, Σωφρόνιος Β´, καὶ Προκόπιος) εἶναι κατηγορηματικὰ ἀντίθετοι! καὶ προτείνουν τὴν κατ’ ἀκρίβεια πράξη τῆς βαπτίσεως τῶν Λατίνων καί, συνεκδοχικά, καὶ τῶν λοιπῶν Δυτικῶν. Στὸ αὐτὸ πνεῦμα οἱ τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, Κωνσταντινουπόλεως Ε´ , Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος καὶ Ἱερουσαλὴμ Παρθένιος, στὸν περίφημο ὄρο τοῦ 1755 ἀποφαίνονται: «τὴ τὲ δευτέρα καὶ πενθέκτη ἁγίαις οἰκουμενικαῖς συνόδοις, διαταττομέναις τους μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις, καὶ καταδύσεις, καὶ ἐν ἑκάστη τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων ὑποστάσεων ἐπιβοώντας, ἀλλ’ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι, τῇ ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας».

Συμπερασματικά:

  1. Ποτὲ ἡ Ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία δὲ χρησιμοποίησε τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη γιὰ νὰ ἀλλοιώσει τὴν Ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία περὶ Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζοντας τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν καὶ τὴν ἐκκλησιαστικότητά τους. Πάντοτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦσε τὴν οἰκονομία γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν δεσμεύσει σ’ αὐτή.

  1. Ἀποδέκτης τῆς φιλάνθρωπης πρακτικῆς της Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος καὶ ὄχι ἡ δαιμονικὴ κατάσταση (ἁμαρτία ἢ αἵρεση). Συνεπῶς δὲν ὑφίσταται καν θέμα ἀναγνώρισης καθ᾽ ἑαυτῶν τῶν μυστηρίων τῆς αἱρέσεως οὔτε κατ’ οἰκονομίαν.

  2. Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση Ἐκκλησία καὶ αἵρεση εἶναι ἔννοιες ἀπολύτως ἀσυμβίβαστες: Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν καθολικότητα . ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἄρνησή της. Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς . ἡ αἵρεση τὸ σκοτάδι. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σωτηρία . ἡ αἵρεση ἡ ἀπώλεια. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ θεοσέβεια . ἡ αἵρεση εἶναι ἀθεΐα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐθεία ὁδός· ἡ αἵρεση ἡ «στρεβλότης». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἡ αἵρεση ὁ ἀντίχριστος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἵρεση ἡ δαιμονικὴ πλάνη.
    .                Παράλληλα ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἐνεργώντας φιλανθρώπως γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τηρεῖ σὲ κάθε ἐποχή, ἀνάλογα μὲ τὶς συνθῆκες, καὶ τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴν οἰκονομία. Πάντοτε, ὅταν ἐπικαλεῖται τὴν ἀκρίβεια, ἡ αἰτιολογία εἶναι οὐσιαστικὰ θεολογικὴ-ἐκκλησιολογική. Ἀντίθετα, ὅταν ἐφαρμόζει τὴν κὰτ´ οἰκονομία πράξη, δὲν πολυπραγμονεῖ οὔτε ἀναλύει τὸ ζήτημα αὐτό. Χωρὶς καμμία αἰτιολόγηση ἀποφαίνεται ἔχουσα κυριαρχικὸ δικαίωμα στὴν ἐφαρμογή της. Ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀκρίβεια αἰτιολογεῖ πλήρως, διότι ἐκεῖ θεολογεῖ.

  1. Προϋπόθεση γιὰ τὴν παροχὴ τῆς οἰκονομίας κατὰ τὴν ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία τῶν πρώην αἱρετικῶν ἦταν ἢ ἀπόταξη τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας καθὼς καὶ ἡ βαπτισματικὴ τελετὴ νὰ ἔχει ἐπιτελεσθεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἅγ. Τριάδος καὶ νὰ ἔχει τηρηθεῖ ὁ βαπτισματικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων.

.             Δυστυχῶς ὅμως, ὅλη αὐτὴ ἡ κανονικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν μνημονεύεται οὔτε κὰν ἐνυπάρχει ὡς γόνιμος θεολογικὸς προβληματισμὸς στὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ. Συνεπῶς εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπόρριψη ἢ τουλάχιστον ἡ ριζικὴ ἀναθεώρησή του!

 

, ,

Σχολιάστε

ΣΤΕΝΑΧΩΡΕΣ ΠΕΡΙΔΙΑΒAΣΕΙΣ ΣΤON ΛΑΒYΡΙΝΘΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΑΤΡΑΠΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ (π. Ἰω. Φωτόπουλος)

Στενάχωρες περιδιαβάσεις στόν λαβύρινθο
τῶν ἀντικανονικῶν ἀτραπῶν τῆς μεταπατερικῆς συγχύσεως.

 Πρωτοπρ. Ἰωάννου Κ. Φωτοπούλου,
Νομικοῦ-Θεολόγου,
ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀθηνῶν

IeroiKanonesB.         
Διά τς νηός ταύτης εκονίζεται καθολική το Χριστοῦ κκλησία τς ποίας, τρόπις μέν εναι πρός τήν γίαν Τριάδα ρθόδοξος πίστις. Δοκοί δέ καί σανίδες, τά τς πίστεως δόγματα καί α παραδόσεις. στός, σταυρός. ρμενα, ἡ λπίς καί γάπη. Κυβερνήτης, Κύριος μν ησος Χριστός. Πρωρες καί ναται, οἱ πόστολοι, καί ο τν ποστόλων διάδοχοι, καί κληρικοί πάντες. Γραμματικοί καί νοτάριοι, ο κατά καιρούς διδάσκαλοι. πιβάται, παντες ορθόδοξοι χριστιανοί.   Θάλασσα, παρών βίος. Πνεμα γαληνόν καί ζεφύριον, α τοῦ γίου Πνεύματος πνοαί τε καί χάριτες. νεμοι, ο κατ᾿ ατς πειρασμοί, Πηδάλιον δέ ατς, δι᾿ ο πρός τόν οράνιον λιμένα θύνεται, παροσα Βίβλος τν ερν Κανόνων στίν.

(Μέ φορμή τήν λοκλήρωση το Συνεδρίου τς καδημίας θεολογικν σπουδν Βόλου γιά τούς ερούς Κανόνες)

.           Ὁλοκληρώθηκε τό διεθνές Συνέδριο μέ θέμα Ο Κανόνες τς κκλησίας καί ο σύγχρονες προκλήσεις (8-11 Μαΐου) πού ὀργάνωσε ἡ Ἀκαδημία θεολογικῶν σπουδῶν στόν Βόλο.

.           Μέσα στά πλαίσια εὐγενείας πού χαρακτήριζε τό συνέδριο, ὁ Σεβασμιώτατος, χαμογελώντας πατρικά, εἶπε στήν ἐναρκτήρια ὁμιλία του ὅτι ἡἈκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν δέν δίνει σημασία στίς κραυγές ὅσων διαφωνοῦν, ἐνῶ στόν καταληκτικό του χαιρετισμό… διόρθωσε τή φράση του λέγοντας ὅτι «μπορεῖ κάποιοι νά γαυγίζουν…».  Ἄς εἶναι!  Αὐτό ἐξ ἄλλου ἦταν τό λιγότερο, ἄν συγκριθεῖ μέ τό ἀνοσιούργημα πού τελέσθηκε ἀπό τό ἄνομο βολιώτικο Συνέδριο, ὅπου κενά καί καινά κατά τῶν ἱερῶν Κανόνων ἐμελέτησαν  οἱ περισσότεροι τῶν εἰσηγητῶν.

Τό Συνέδριο στήν οὐσία ἀπέβλεπε:

  • στήν ἀποδόμηση τοῦ Κανονικοῦ Συστήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δηλ. στήν κατάργηση  καί δῆθεν διόρθωση καί βελτίωση τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν  Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων˙

  • στήν ἐμφύτευση ἀμφιβολιῶν στό νοῦ Κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν γιά τήν ὀρθότητα καί ἀποτελεσματικότητα τῶν ἱ. κανόνων˙

  • στήν εἰσαγωγή ἑνός νέου ἀντορθοδόξου πνεύματος˙

  • στήν ὁμογενοποίηση Ἐκκλησίας καί κόσμου.

.           Ἀκούστηκαν ἀπόψεις ὅπως π.χ. ὅτι οἱ Κανόνες βρίσκονται «σέ χαοτική κατάσταση», ὅτι εἶναι «προβληματικοί», ὅτι κάποιοι «ὑποβιβάζουν τίς γυναῖκες σέ ἀντικείμενα», ὅτι εἶναι μιά «κανονική ἀρχαιολογία», ὅτι εἶναι κάτι τί «παρωχημένο», ὅτι στούς Κανόνες ὑπάρχει ἕνας «φορμαλισμός πού σκοτώνει ὅ,τι ζωντανό ὑπάρχει» κλπ.
.           Πολλοί εἰσηγητές ξεκινοῦσαν μιλώντας θετικά γιά τούς Κανόνες γιά νά τούς ἀπαξιώσουν ὅμως στή συνέχεια.
.           Ἀρκετοί πάλι εἰσηγητές ἔχοντας συγκεκριμένο θέμα τοποθετήθηκαν ἐνάντια στίς προβλέψεις τῶν Κανόνων.  Ἔτσι ἄλλος τοποθετήθηκε ὑπέρ τῶν συμπροσευχῶν μέ τούς αἱρετικούς, ἄλλος ὑπέρ τῆς «ἐγκυρότητος» τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, ἄλλος ὑπέρ τοῦ γάμου τῶν Ὀρθοδόξων ὄχι μόνο μέ αἱρετικούς ἀλλά καί μέ ἑτεροθρήσκους, ἄλλος ὑπέρ τῆς μειώσεως τῶν νηστειῶν κλπ.  Τό ζήτημα εἶναι ἄκρως σοβαρόὄχι μόνο γιά τήν αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί γιά αὐτήν τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Γι΄αὐτό θά ἤθελα μέ ὅσα σημειώνω στή συνέχεια, α)  νά χαράξω τούς βασικούς ἄξονες πάνω στούς ὁποίους κινήθηκε τό Συνέδριο, ἄξονες πού ὁδηγοῦν, ἄν ἀκολουθηθοῦν, σέ ἀδιέξοδο καί σύγχυση ὅλο τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί β) νά καταγράψω ἐπί μέρους τοποθετήσεις τῶν εἰσηγητῶν πού ἀμφισβητοῦν τἠν ποιμαντική κατεύθυνση τῶν Ἱ. Κανόνων καί εἰσηγοῦνται πρός ἐφαρμογή ἀλλότριες τῆς Ἐκκλησίας ἰδέες, νοοτροπίες καί πρακτικές.

Ι. Βασικές ἀρχές-ἄξονες τοῦ συνεδρίου

1. Ἀπογύμνωση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπό τήν ἱερότητά τους. Οἱ εἰσηγητές ἐξέτασαν τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὁποιαδήποτε θεολογικά κείμενα. Τά ἀξιολόγησαν ὡς τυπικά κείμενα, ρυθμιστικά τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί, ἐνῶ θεωρητικῶς ἀντιτίθενται στό νομικισμό, τά ἀντιμετώπισαν ὡς νομικές διατάξεις προσωρινοῦ χαρακτήρα πού μποροῦν, ὅπως οἱ νόμοι, νά καταργηθοῦν, νά τροποποιηθοῦν, νά διορθωθοῦν.

.           Μέ ὅλη τή στάση τους ἔδωσαν τήν ἐντύπωση ὅτι δέν ἔχουν τή συνείδηση καί τή γνώση  ὅτι ἀνήκουν στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπ΄ ἀρχῆς τῆς παρουσίας της στόν κόσμο ὁδηγεῖται ἀπό τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό, ὁὁποῖος παρών, συγκροτεῖ τό Σῶμα Του, καί ζωογονεῖται ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦἉγίου Πνεύματος. Αὐτή ἡἀπαιτούμενη γιά κάθε πιστό συνείδηση καί γνώση δέν εἶναι ψιλή θεωρητική γνώση, πού ἐμπλουτίζεται καί «διανθίζεται» μέ προσωπικές γνῶμες, ἐπιλογές καί ἑρμηνεῖες τοῦ τύπου :
«ἡ ἐκκλησία δέν ὑπόκειται σέ νόμους, ἀλλά εἶναι κοινωνία ἀγάπης καί ἐλευθερίας…
… ἡἘκκλησία πρέπει νά ἀναθεωρεῖ τούς Κανόνες της γιά νά ὑποβοηθεῖ τόν πάσχοντα ἄνθρωπο…
… Οἱ συνθῆκες στόν κόσμο μεταβάλλονται, μεταβάλλονται καί οἱἀνάγκες καί δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων, ἄρα καί οἱ κανόνες πρέπει νά μεταβληθοῦν».

.           λες ατές οἱ δέες πάγονται χι στή Θεολογία λλά στήν …μπελοφιλοσοφία. Ἡ γνώση ὅτι “ἀνήκω στήν Ἐκκλησία” πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό μιά αἴσθηση. Αὐτή ἡ πνευματική αἴσθηση  γίνεται ἁπτή στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς μέ τήν ὁλοκάρδια ἀποδοχή τῆς καθολικῆς πίστεως τὴς Ἐκκλησίας, ὅτι, ὅπως τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων ἔτσι καί μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος μέσῳ τῶν «Ὅρων» καί τῶν «Κανόνων» τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθοδηγουμένων ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα, ἐκφράζεται ἡἈλήθεια τοῦ Χριστοῦ στήν Πίστη καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή.
.       Οἱ ἅγιοι Πατέρες –πιστεύουν οἱὈρθόδοξοι-  ἐκπροσωπώντας, συγκεφαλαιώνοντας τό φρόνημα καί τήν πίστη τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, μέ τήν ἐπίπνοια τῆς Θείας Χάριτος, συντάσσουν τούς Ὅρους καί τούς Κανόνες.  Καί εἶναι αὐτή ἡἄκτιστος Χάρις καί ἐνέργεια τοῦἉγίου Πνεύματος πού κάνει τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας «θείους» καί «Ἱερούς», πού σημαίνει τόν ἀμετακίνητο καί ἀσάλευτο χαρακτήρα τους.
.       Ἐπανερχόμενοι στό συνέδριο πιστεύουμε ὅτι αὐτή ἡ στενόμυαλη καί γκρινιάρικη ἀντιμετώπιση τῶν Ἱ. Κανόνων ἐκ μέρους τῆς πλειονότητος τῶν εἰσηγητῶν ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι δέν βλέπουν τή Χάρι τοῦἉγίου Πνεύματος στή σύνταξη τῶν Ἱ. Κανόνων, ὅπως τήν βλέπουν οἱ θεοφόροι Πατέρες, οἱὁποῖοι διακηρύσσουν: «ξ νός γάρ παντες [διαχρονικά οἱἀπόστολοι, οἱ Οἰκουμενικές καί τοπικές Σύνοδοι, οἱἐπί μέρους ἅγιοι Πατέρες]  καί το ατο Πνεύματος αγασθέντες, ὥρισαν τά συμφέροντα»˙ ὅτι δέν νιώθουν καμμιά εὐγνωμοσύνη στό Θεό καί καμμιά χαρά πνευματική, παρόμοια ἔστω, μ΄αὐτήν τήν ἀπροσμέτρητη χαρά πού ἔνιωθαν οἱἅγιοι Πατέρες, ὅταν ἔγραφαν γιά τούς Ἱ. Κανόνες: «Ὑποδεχόμαστε μέ χαρά («ἀσμένως») τίς ὑποδείξεις τῶν κανονικῶν διατάξεων  καί μαζί μέ τό θεοφάντορα Δαβίδ ψάλλουμε πρός τόν Δεσπότη Θεό: «μέ τήν ὁδό τῶν μαρτυρίων σου -δηλ. μέ τούς Ἱ. Κανόνες- χάρηκα καθώς θά χαιρόμουν, ἄν εἶχα ὅλα τά πλούτη τοῦ κόσμου….Ὅπως οἱ στρατιῶτες πού βρίσκουν πολλά λάφυρα, παρόμοια καί ἐμεῖς [οἱ Πατέρες] νοιώθουμε πολλή ἀγαλλίαση γιά τούς ἱερούς Κανόνες, καί μέ ἀπέραντη χαρά[1] τούς ἐναγκαλιζόμαστε καί ὅλους τούς ἐπικυρώνουμε, ὥστε νά μένουν ἀσάλευτοι…» (Κανών Α´ τῆς Ζ´ Οἰκ. Συνόδου, Πηδάλιον, σ. 322)
.       Χωρίς πίστη στήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, χωρίς τή χαρά πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί δίχως εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό γιά τή δωρεά τῶν Ἱ. Κανόνων ἀνοίγεται ἕνας κατήφορος στή σκέψη καί τό λόγο τῶν κκ εἰσηγητῶν-καθηγητῶν. Ἔτσι ἀκολουθεῖ:

Α) Ἡ ἀπαξίωση τῶν Ἱ. Κανόνων.

.           Ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος εἶπε ὅτι ἡ σημερινή ἐποχή «φέρνει στό προσκήνιο ἀμείλικτα ἐρωτήματα γιά τήν αθεντικότητα …τό status καί τή σωτηριολογική ξία καί σκοπιμότητα τν ερν Κανόνων.
.           Ὁ κ. Σταῦρος Γιαγκάζογλου ζητεῖἀποκατάσταση τῆς κανονικς παράδοσης πού προσέλαβε πλεστες σες πλαστογραφίες.
.           Ὁ κ. Κονιδάρης εἶπε πώς ὑπάρχουν Κανόνες, οἱ ποοι δέν προσφέρονται πλέον  γιά τή σημερινή πραγματικότητα.
.           Ὁ Ρουμάνος Patriciu Vlaicu μίλησε γιά μουσεο κανονικς παράδοσης, που παγορεύεται νά γγίξετε τιδήποτε.
.           Ἡ κ. Teva Regule μίλησε γιά τούς Κανόνες πού ἀφοροῦν στήν ἔμμηνο ρύση, γιά λίγους σκοτεινούς Κανόνες, τούς ὁποίους οἱ γυναῖκες  βλέπουν προβληματικούς.
.           Ἡ μοναχή Vassa Larin μίλησε γιά τήν προβληματική κατάσταση τν Κανόνων καί ἰσχυρίστηκε ὅτι ἔχει πολλά παραδείγματα Κανόνων …πού δέν μπορον πλέον νά ποκληθον Κανόνες.

Β) Ἡ Κατηγορία ὅτι οἱ Κανόνες τυποποιοῦν τή ζωή τῶν πιστῶν καί τῆς Ἐκκλησίας. 

.           Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Ἰγνάτιος ὑπεννόησε ὅτι μέσῳ τῶν Κανόνων προσφέρεται μιά φορμαλιστική βίωση τς λήθειας ἡ ὁποία περιορίζει τήν ἐλευθερία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου.
.           Ὁ π. Γρηγόριος Παπαθωμᾶς, ὅσους ὑπεραμύνονται τοῦ ἀσαλεύτου χαρακτῆρος τῶν Κανόνων  τούς χαρακτηρίζει κανονολάτρες  καί ζηλωτές το κανονικο φορμαλισμο,
.           ἐνῷ ὁ Ρουμάνος Radu Preda εἶπε ὅτι «πολλοί δογματικοί τῆς Ἐκκλησίας υἱοθετοῦν …ἕνα φορμαλισμό καί μαξιμαλισμό πού σκοτώνει , τι ζωντανό στήν κοινότητα τῆς πίστης.

Γ) Ἡ βλασφημία ὅτι οἱ κανόνες εἶναι κάτι ξεπερασμένο, ἀπηρχαιωμένο πού χρειάζεται μεταβολές καί ριζικές διορθώσεις.

.         Ὁ  R. Preda εἶπε πώς ὅ,τι ἔχουμε μπροστά μας εἶναι κάτι παρωχημένο, τό ποο δέν χει καμμιά σχέση μέ τό σήμερα καί ὅτι εἶναι πέρ μις δημιουργικς προσέγγισης.
.         Ὁ π. Δημήτριος Μπαθρέλλος εἶπε ὅτι οἱ κανόνες πτονται πολλν θεμάτων καί ντιμετωπίζουν πολλά καί διάφορα προβλήματα, λλοτε περισσότερο καί λλοτε λιγότερο πιτυχς. ὅτι «οἱ κανόνες εἶναι ἡ ἐξωτερική, ὁρατή, στορική καί μεταβλητή κφραση  τοῦ ἀμεταβλήτου τῶν δογμάτων». Ἔτσι «καθώς οἱ συνθῆκες μεταβάλλονται  καί μαζί μ΄αὐτές καί οἱἀνάγκες καί οἱ δυνατότητες τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀναπόφευκτα ναθεωρονται, τροποποιονται καί συμπληρώνονται δρανον κάποιοι κανόνες τς κκλησίας
.         Μίλησαν καί ἄλλοι, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ κ. Μαγγιῶρος γιά τήν «ἱστορικά μεταλλάξιμη μορφή» τῶν Κανόνων καί τήν «κριτική προσέγγιση» αὐτῶν μέ σκοπό τήν ἀνακάθαρση τῶν μεταβαλλομένων καί φθαρτν συνιστωσν καθώς καί τήν «ἀνάδειξη τοῦ ἀναλλοιώτου καί αἰωνίου μηνύματος τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας».
.         Ἡ μοναχή Vassa, πολύ τολμηρή μέχρι ἀσεβείας καί περιφρονήσεως τῶν Ἱ. Κανόνων εἶπε: «Ὅταν θεωροῦμε ὅτι οἱ Κανόνες εἶναι ἕνα βῆμα κάτω ἀπό τίς ἱερές Γραφές καί τούς δίνουμε ἀξία πού δέν ἔχουν, τό νά τούς λλάξουμε σημαίνει τι τελικά λλάζουμε τήν οσία τς πίστης;  Ὄχι βέβαια!».
.         Ὁ κ. Vlaicu  εἶπε ὅτι «ἡἐλεύθερη ἔκφραση καί πρωτοβουλία πρέπει νά γίνει πραγματικότητα».
.         Δυστυχῶς οἱ ὁμιλητές αὐτοί ἀδιαφοροῦν γιά τήν διακήρυξη τῶν Ϛ´ καί Ζ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὅτι οἱἹ. Κανόνες εἶναι στό σύνολό τους ἀσάλευτοι καί ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά καινοτομήσει ἐπ΄αὐτῶν, οὔτε νά βάλει ἄλλους Κανόνες στή θέση τους ἤ νά τούς παραχαράξει.  Πουθενά δέν κάνουν οἱ Πατέρες λόγο γιά ἀλλαγή συνθηκῶν, πού θά ἐπιφέρει ὁριζόντια, καθολική ἀλλαγή στό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Κανόνων.  Ρυθμίζουν δύσκολα προβλήματα κατά περίπτωση καί κατά τόπον, δίνουν τό ἐργαλεῖο τῆς οἰκονομίας στούς ἐπισκόπους καί τούς πνευματικούς, ἀλλά δέν γράφουν πουθενά π.χ. «ξέρετε… ὁ κόσμος σήμερα λόγ συνθηκν δέν μπορεῖ νά νηστεύει τόσες μέρες ὅλο τό χρόνο» ἤ «λόγ κοινωνικν συνθηκν καί λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς “ἀτομικῆς αὐτοκατανόησης καί αὐτορρύθμισης” τῶν ἀνθρώπων πρέπει ἡ συμβίωση ἀνδρός καί γυναικός ἄνευ γάμου νά γίνει ἀνεκτή» ἤ «λόγ συνθηκν παγκοσμιοποιήσεως ἤ λόγω τν συνθηκν πού διαμορφώνονται κατά τούς Διαλόγους, οἱ συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους εἶναι μιά ἀναπόδραστη πρακτική».
.         Μέ τά παραπάνω θέλω νά πῶ ὅτι στόχος ὅσων κατευθύνουν και χρηματοδοτοῦν τήν Ἀκαδημία τοῦ Βόλου εἶναι ὄχι ὁποιεσδήποτε ἀνώδυνες ἀλλοιώσεις τῶν Κανόνων, πού δῆθεν θά λύσουν πρακτικά προβλήματα, ἀλλά καίριες καί ὀδυνηρές τομές πού θά ἀλλοιώσουν τό φρόνημα τῶν πιστῶν καί θά τούς ὁδηγήσουν μακράν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ σά μία μᾶζα στήν ἀγκαλιά τῆς Νέας Ἐποχῆς.
.         Ἀντιθέτως οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐκφράζοντας τήν ἀμετακίνητη πίστη τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Χριστολογία), καί τόν κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθέντα ἄνθρωπο (ἀνθρωπολογία) διατυπώνουν τούς Ὅρους, ὡς ἀμετακίνητα ὅρια τῆς πίστεως  καί τούς Κανόνες, ὡς ἀδιάσειστα ὁροθέσια  τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς πλάνης, ὡς σταθερό καί ἀλάθητο βοήθημα στή διοίκηση καί διαποίμανση τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί ὡς ἀναντικατάστατα θεραπευτικά μέσα τῶν πιστῶν. Δέν στοχάζονται ο Πατέρες, λλά θεολογον ν Πνεύματι γί.

Δ)  Ἡ μομφή ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες δέν θεμελιώνονται θεολογικά. Εἰπώθηκε ὅτι πολλοί κανόνες «στεροῦνται ἐπαρκοῦς θεολογικῆς δικαιολόγησης». Ζητοῦν καί νέους Κανόνες ἐναρμονισμένους  μέ τή «δογματική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας».

.         Ὁ Μητροπολίτης Ἰγνάτιος εἶπε ὅτι «εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή ἡἘκκλησία μας καί ἡ θεολογία μας…νά ἀναστοχασθοῦμε μέ προσοχή πάνω στό καθοριστικό ζήτημα τῆς θέσεως καί τῆς ἀξίας τῶν Ἱ. Κανόνων»
.         Ὁ κ. Γιαγκάζογλου εἶπε ὅτι ἀπαιτεῖται «θεολογική ἑρμηνεία [τῶν Κανόνων] στό πλαίσιο ζωντανῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων».
.         Ὁ κ. Καρακόλης εἶπε ὅτι «δίνεται ἔμφαση στούς κανόνες καί δή στόν ποινικό τους χαρακτήρα ξεχνώντας τό θεολογικό τους ὑπόβαθρο».
.         Ὁ π. Δημήτριος Μπαθρέλλος εἶπε ὅτι οἱ Κανόνες πρέπει νά «ἑρμηνευθοῦν ἱστορικά καί θεολογικά» καί ὅτι «ἡ δογματική θεολογία τῆς Ἐκκλησίας θά μᾶς βοηθήσει στήν ἐπίπονη, ἀγωνιώδη ἀλλά καί ἀναπόφευκτη διαδικασία νέων κανόνων».
.         Τό αἴτημα γιά σύζευξη Κανόνων-Θεολογίας γιά τόν ἀνυποψίαστο ἀναγνώστη ἠχεῖ τόσο ὄμορφα καί ὀρθόδοξα! Ναί, ἀλλά ἐρωτοῦμε: θεολογία τν Πατέρων δέν εναι πού μπνέει τή σύνταξη τν . Κανόνων; Ογιοι Πατέρες, οἱ ποοι θεί Πνεύματι αγασθέντες διετράνωσαν καί διετύπωσαν τά δόγματα δέν εναι ατοί οἱ ποοι γί Πνεύματι φωτισθέντες κατέστρωσαν καί τούς ερούς Κανόνες  γιά τήν κκλησία λόκληρη  καί γιά ναν καστον ξ μν; Δέν σαν θεολόγοι ογιοι Πατέρες; Σέ τί συνίσταται  ἡ ἀνεπάρκεια τῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας;  Ναί, ὑπάρχει ἴσως…. ἀνεπάρκεια στό θεολογικό-κανονικό λόγο τῶν ἁγίων Πατέρων, γιατί δέν ἐναρμονίζεται μέ τή Νέα Θεολογία τοῦ Σμέμαν, τοῦ Εὐδοκίμωφ -αὐτόν ἐπικαλέστηκε ὁ π. Μπαθρέλλος- τοῦ μητροπολίτου Περγάμου καί λοιπῶν ἀνανεωτῶν – κατεδαφιστῶν τῆς Ἱ. Παραδόσεως! Μέ βάση αὐτή τή θεολογία, μέ τή διεστραμμένη ἑρμηνεία τῆς πίστεως ἐκ μέρους τῶν μεταπατερικῶν στοχαστῶν, ὀνειρεύονται οἱ ἐπίδοξοι κανονογράφοι νά συντάξουν νέους κανόνες. Τούς χρησιμεύει σ᾿αὐτό ἐπίσης ἡ αἱρετική «εὐχαριστιακή  Ἐκκλησιολογία» τοῦ N. Affanasiev, ὁὁποῖος ἠρνεῖτο κάθε θεσμική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κάθε εἴδους Κανόνα καί πρότεινε ὡς μέθοδο ἑνότητος τήν διακοινωνία (Intercommunio), τήν προσφορά τῆς Θ. Κοινωνίας στούς αἱρετικούς.  Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή θεολογία ὀνειρεύονται οἱἀνανεωτές τοῦ Βόλου νά εἰσαγάγουν καί νά ἐπιβάλουν στή μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο πού πρόκειται νά συνέλθει.

Ε) Μομφή ἐπίσης προσάπτουν πολλοί εἰσηγητές  κατά τῶν Ἱ. Κανόνων λέγοντας ὅτι τελοῦν ὑπό τήν ἄμεση ἐπίδραση καί ἐν πολλοῖς δουλική ἐξάρτηση ἀπό τό ρωμαϊκό δίκαιο καί τήν αὐτοκρατορική ἐξουσία.

.           Ὁ κ. Γιαγκάζογλου μίλησε γιά «ὑποτιθέμενο ἐκχριστιανισμό τῆς αὐτοκρατορίας», καί ἰσχυρίστηκε ὅτι «οἱ βυζαντινοί δέν διέκριναν ἀνάμεσα σέ κράτος καί ἐκκλησία, ἐν τέλει ἀνάμεσα σέ κανόνες καί σέ νόμους» καί εἶπε ὅτι «θά δοῦμε τί θά κάνουμε μέ τίς ἐπιδράσεις ἀπό τό ρωμαϊκό δίκαιο».
.           Ὁ Σέρβος Jovic εἶπε μέ βεβαιότητα, ἀναφερόμενος σέ ζητήματα γάμου, ὅτι «τήν Ἐκκλησία τήν ἐνδιαφέρει ἡ σχέση μέ τήν αὐτοκρατορία καί πάντοτε ἐξυπηρετεῖ τά συμφέροντά της».
.           Τελικά σέ τί στοχεύουν οἱ  ἀναφορές αὐτές στό ρωμαϊκό δίκαιο καί τό αὐτοκρατορικό παρελθόν;
.           Πρτον στοχεύουν στήν ἀποκοπή τῆς Ἐκκλησίας μας ὄχι μόνο ἀπό τήν κανονική καί ζῶσα λειτουργική παράδοση ἀλλά καί ἀπό τήν ἱστορική σάρκα της, τό Γένος τῶν Ρωμηῶν καί ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων.  Τό παρελθόν μας ὅμως ἱστορικό καί πνευματικό  γιά μᾶς τούς Ρωμιούς εἶναι ὄχι νεκρό καί ἀπηρχαιωμένο, ἀλλά ζωογόνο καί ἐνθαρρυντικό γιά τήν ἱστορική μας συνέχεια.
.           Δεύτερον ἐπιδιώκουν τόν πλήρη χωρισμό-διχασμό Ἐκκλησίας-Πολιτείας καί μάλιστα μέ πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά ἔλεγα στούς κ.κ. εἰσηγητάς: Ὄχι κύριοι!  Σ΄ αὐτόν τόν ματωμένο τόπο, τό κράτος εἶναι ὑποχρεωμένο νά βοηθεῖ σέ ὅλα τήν Ἐκκλησία, τήν πλειονότητα τῶν ἑλλήνων ὀρθοδόξων πολιτῶν, γιατί ὅλοι αὐτοί οἱἐγκάθετοι κυβερνῶντες θά ἦσαν ἀνύπαρκτοι χωρίς τήν Ἐκκλησία καί στό τέλος-τέλος πόσοι εἶναι αὐτοί πού θέλουν νά ἐπιβάλουν αὐτή τήν ἀποκοπή  Ἐκκλησίας-Γένους, καί Ἐκκλησίας-Ἱστορίας;

ΙΙ. Περιπτώσεις  ἀμφισβητήσεως ἤ καί καταργήσεως τῆς Κανονικῆς Τάξεως ἀκόμη καί συγκεκριμένων Κανόνων ἀπό ὁρισμένους εἰσηγητές

.             Ἀνεγνώσθη στό συνέδριο ἡ εἰσήγηση τοῦἀπουσιάζοντος καθηγητοῦ Βλασίου Φειδᾶ μέ θέμα «Συμπροσευχή καί Οἰκουμενικός διάλογος στούς ἱ. Κανόνες». Ἐδῶἔχουμε νά κάνουμε μέ τήν καθ΄ ὅλα φαιδρή προσπάθεια τοῦ κ. Καθηγητοῦ νά ἀποδείξει ὅτι «ἡἀληθής ἔννοια τῶν ἀνωτέρω Κανόνων [πού ἀφοροῦν τίς συμπροσευχές] ἀναφέρεται  μόνο στήν… ἀπαγόρευση τῆς συλλειτουργίας ὀρθοδόξων κληρικῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων καί ὄχι εἰς τήν συμμετοχήν αὐτῶν εἰς πᾶσαν ἄλλην προσευχήν»!  Κατηγορεῖ καί τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη ὅτι παρερμηνεύει τό σχετικό Κανόνα τοῦἁγίου Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας. Ἰσχυρίζεται ἀκόμη ὅτι Ρωμαιοκαθολικοί, προτεστάντες, Ἀγγλικανοί δέν ἔχουν καταδικασθεῖὡς αἱρετικοί. Ἐπειδή  ὅλοι οἱἱ. Κανόνες, οἱἍγιοι Πατέρες, ἡ πράξη, ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας βοοῦν περί τοῦἀντιθέτου, μήπως ἔχουμε νά κάνουμε ἐν προκειμένῳ μέ τήν γκαιμπελική μέθοδο προπαγάνδας «λέγε, λέγε στό τέλος κάτι μένει»;
.              Μιά γρήγορη ματιά στό καταπληκτικό βιβλίο τοῦ π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου «Οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι» λύνει κάθε ἀπορία ἤἀμφιβολία σχετικές μέ τά ζητήματα αὐτά. Τό ἀστεῖο ἤ τραγικό μᾶλλον εἶναι ὅτι δέν ἐπετράπη καμμιά συζήτηση ἐπί τῆς εἰσηγήσεως -κατά πάντα διάτρητης- τοῦ κ. Φειδᾶ, ἐπειδή ἀπουσίαζε ὁ εἰσηγητής!
.             Ὁ Ἰωάννης Κονιδάρης, καθηγητής ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς  ΕΚΠΑ  μέ τήν εἰσηγησή του «Κανόνες καί πολιτειακή ἔννομη τάξη» καί ὁ  Νικ.  Μαγγιῶρος, Ἐπ. Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.) μέ τήν εἰσήγησή του «Ζητήματα θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καί ἑτερότητας στούς Κανόνες»  ἐπιδίδονται σέ μιά προσπάθεια ἀποκοπῆς ἀπό τό ἱστορικό παρελθόν, δηλ. ἀπό τή σύζευξη Ἐκκλησίας-πολιτείας πού μᾶς χάρισε -νά ἔχουμε τίς πρεσβεῖες του- ὁἍγιος Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας. Ζητοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό ὅλο τὀ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, νά ἐγκαταλείψει τά προνόμια πού ἐξασφαλίστηκαν μέ τά αἵματα τῶν ἁγίων Μαρτύρων.
.             «Ἡ Ἐκκλησία», εἶπε ὁ κ. Μαγγιῶρος, «καλεῖται στήν πραγματικότητα νά ἀπαρνηθεῖ προνόμια πού κληρονόμησε ἀπό τό αὐτοκρατορικό της παρελθόν καί ἐπεδίωξε καί ἐνίσχυσε καί διετήρησε μέ τήν αὐτοκεφαλία της καί τό συγχρωτισμό της μέ τό ἐθνικό κράτος.  Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται ἐπίσης νά ξεπεράσει μιά ἰδιότυπη ἀνασφάλεια, ἡὁποία ὀφείλεται ἀκριβῶς στό ὅτι ἐναπέθεσε στοιχεῖα τῆς λειτουργίας της στό κράτος.  Αὐτό σημαίνει ἔξοδο ἀπό μιά κατάσταση μακάριας ραθυμίας στόν παγκοσμιοποιημένο στῖβο τῆς ἀγορᾶς θρησκειῶν πού λειτουργεῖ στό πλαίσιο  μιᾶς ἐκκοσμικευμένης κοινωνίας…». Ζητεῖ δηλ. ἀπό τήν Ἐκκλησία νά ἀφεθῆ «στόν παγκοσμιοποιημένο στίβο τῆς ἀγορᾶς θρησκειῶν» δηλ. νά ἀφήσει τά παιδιά της βορά στά δόντια τῆς παντοδύναμης πολιτικο-οικονομικά παραθρησκείας.  Θά ἔπρεπε ὁ κ. Μαγγιῶρος νά εἶναι ἐνήμερος, ὡς νομικός, γιά τή νομική προστασία πού παρέχεται  στούς πολῖτες τῶν περισσοτέρων Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν ἀπό τήν καταστροφική δράση τῶν σεκτῶν μέ δημιουργία εἰδικῶν κρατικῶν ἐπιτροπῶν -π.χ. Διϋπουργικό Παρατηρητήριο στή Γαλλία.
.             Ὁ κ. Κονιδάρης ἦταν πιό ἄμεσος καί διακρινόμενος γιά ἐπιθετικότητα. Ἀφοῦ εἶχε βοηθήσει τά μέγιστα στήν κατάργηση ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στίς ταυτότητες, κλήθηκε τώρα στό Συνέδριο τῶν ἀνανεωτῶν, γιά νά προσφέρει τίς ὑπηρεσίες του στήν πλήρη διάζευξη Ἐκκλησίας-κράτους.

α) Στήν  ἀρχή σχεδόν τῆς εἰσηγήσεώς του ἐφαρμόζοντας τό δόγμα τοῦ “σόκ” ἐκσφενδονίζει  μιά σκληρή πρόταση. Εἶπε: «…Τί ἐμποδίζει νά καταργηθῆ τό ἄρθρο 105 τοῦ Συντάγματος πού καθιερώνει τό αὐτοδιοίκητο  τοῦἁγίου Ὄρους…Μήπως θά ἔπρεπε ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία νά λάβει πρωτοβουλία καί νά πεῖ, ὅταν ἔχουμε ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος…ἔχουμε κι ἐμεῖς αὐτά πού θέλουμε νά βελτιώσουμε… διότι ἐγώ δέ λέω νά καταργηθῆ κάτι…».
.             Ἄς διαβάσει κανείς τό ἄρθρο 105, τό ὡραῖο αὐτό, ἰσορροπημένο νομικά, ἱστορικά καί πνευματικά ἄρθρο τοῦ Συντάγματός μας- βρίσκεται μετά τό τέλος τοῦ κειμένου μου – καί θά καταλάβει καλά τί στόχους ἔχουν οἱ καθηγητές καί ἡ Ἀκαδημία τοῦ Βόλου μέ τέτοιου εἴδους εἰσηγήσεις  γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν πατρίδα μας, γιά τό Γένος μας.  Καί ὕστερα ἐπανέρχεται ὁ κ. Καθηγητής μετά ἀπό λίγες φράσεις γιά νά πῆ μέ τό ὅπλο τῆς διγλωσσίας, «ἐγώ δέν λέω νά καταργηθεῖ κάτι»!

β) Θέλοντας νά ἀκυρώσει τήν ἀξία τοῦἄρθρου 3, τό ὁποῖο ἀσχολεῖται μέ τίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας ἐπί τούτου καί μέ τήν ἰσχύ τῶν ἱερῶν Κανόνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν ἑλληνική ἔννομο τάξη, εἶπε ὅτι τή συνταγματική κατοχύρωση τῶν Ἱ. Κανόνων δέν τήν κατασφαλίζει τό ἄρθρο 3, ἀλλά τό ἄρθρο 13, τό ὁποῖο σημειωτέον ἀσχολεῖται μέ τή θρησκευτική ἐλευθερία καί τό αὐτοδιοίκητο τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων γενικῶς.  Ἔτσι προσπάθησε νά ἰσοπεδώσει στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν του τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν  ὁποία κατέταξε ἀνάμεσα στίς ἄλλες θρησκευτικές κοινότητες!

γ) Ἔδειξε ἐπίσης ὅτι ἐνοχλεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι «ὁ νομοθέτης…ἔδωσε, ὡς μή ὤφειλε, κανονιστική ἁρμοδιότητα στήν Ἐκκλησία, νά ἐκδίδει κανονισμούς καί κανονιστικές πράξεις. Ἐνοχλεῖται δηλ. ἀπό τήν ἰδιαίτερη θέση τῆς Ἐκκλησίας μέσα στό πολίτευμά μας.

δ) Ἀναφέρθηκε ἐπίσης στό νόμο γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν καί διαμαρτυρήθηκε ὅτι «τήν περιορίζουμε μόνο σ’αὐτούς πού δέν εἶναι ὀρθόδοξοι». Ἰσχυρίστηκε ὅτι ἡἘκκλησία μπορεῖ βέβαια, ἄν κάποιοι ὀρθόδοξοι θέλουν νά ἀποτεφρωθοῦν, νά τούς ἀπαγορεύσει τήν ἐκκλησιαστική κήδευση, ἀλλά δέν θά ἔπρεπε ἡ καύση γιά τούς ὀρθοδόξους νά ἀπαγορεύεται ἀπό τό νόμο.   Σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Ν. 3448/2006 «1. Ἐπιτρέπεται ἡἀποτέφρωση νεκρῶν, ἡμεδαπῶν ἤ ἀλλοδαπῶν, τῶν ὁποίων οἱ θρησκευτικές πεποιθήσεις ἐπέτρεπαν τή μετά θάνατον ἀποτέφρωση». Πάλι ἐδῶ ὁ κ. Κονιδάρης ἔχει πρόβλημα μέ τό λόγο τῆς Ἐκκλησίας στή ζωή τῆς Πολιτείας, τῶν ὀρθοδόξων δηλ. πολιτῶν.

ε) Εἶπε καί τό ἑξῆς: «Θά ἦταν κακό νά ὑπῆρχε μία ἀποκάθαρση, αὐτό πού στό Βυζάντιο λεγόταν “ἀνακάθαρση”, δηλ. ἀπό τό σῶμα τῶν Κανόνων νά βγοῦν οἱ Κανόνες ἐκεῖνοι, οἱὁποῖοι δέν προσφέρονται πλέον στή σημερινή πραγματικότητα;». Κάνει βέβαια πώς δέν καταλαβαίνει ὁ κ. Κονιδάρης· ὅτι δηλαδή ἡ «Ἀνακάθαρση», νομοθέτημα ἐπί τῆς βασιλείας Βασιλείου τοῦ Α´ (867-886), ἀφοροῦσε τήν ἀνακάθαρση νόμων καί ὄχι τῶν Ἱ. Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἴσχυαν στή  Ρωμανία ὡς νόμοι χωρίς νά τροποποιοῦνται.  Παραβλέπω ἐδῶ τό γεγονός  ὅτι ὁ κ. Κονιδάρης εἶναι παντελῶς ἀναρμόδιος γιά τέτοια ἐρωτήματα ὑπερβαίνων τά ἐσκαμμένα.

ϛ) Τέλος «στόλισε» τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν καταληκτική του φράση: «ἐξακολουθεῖ νά χαρακτηρίζει τήν ἑλλαδική Ἐκκλησία μιά αὐτιστική ἐσωστρέφεια».
.             Θά ἔλεγα ἐδῶ ὅτι ὄντως θά ἔπασχε ἀπό αὐτιστική ἐσωστρέφεια ἡ Ἐκκλησία, ἐάν κλεινόταν στόν ἑαυτό της καί δέν ἐνδιαφερόταν γιά νά περάσει τό μήνυμα καί τή ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν ἱστορία, στό Γένος μας, ἐπηρεάζοντας τίς κρατικές καί κοινωνικές δομές, τήν παιδεία, τό νομικό πολιτισμό.
.             Καλά, εἰδικά μ΄αὐτά πού εἶπε ὁ κ. Κονιδάρης ἔκανε τή δουλειά του.  Μά αὐτοί πού τόν κάλεσαν; Ἁπλῶς καί αὐτοί, ἔκαναν καί κάνουν τή δουλειά τους!
.             Ὁ κ. Γκαβαρδίνας ἐπίκουρος Καθηγητής τοῦ ΑΠΘ στήν εἰσήγησή του Ἱεροί Κανόνες καί Νηστεία ἔκανε μιά ἱστορική ἀναδρομή πού ἀφοροῦσε στήν καθιέρωση τῶν διαφόρων νηστειῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.  Εἶπε, καί αὐτό εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἱ. Κανόνες προβλέπουν μόνο τή νηστεία Τετάρτης καί Παρασκευῆς καί τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, καί ὅτι οἱἄλλες νηστεῖες δηλ. τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Δεκαπενταυγούστου καί τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μέχρι νά καθιερωθοῦν πέρασαν ἀπό πολλά ἱστορικά στάδια, εἶχαν κατά τόπους διαφορετική διάρκεια κλπ. Καί αὐτό βεβαίως εἶναι ἀληθές. Κατέληξε δέ ὡς ἑξῆς: «Ἀπό τά λεχθέντα προκύπτει σαφῶς πόσο ρευστή ἦταν ἡὑπόθεση τῆς νηστείας.  Ἡ κάθε ἐποχή ἀνάλογα μέ τίς πνευματικές τάσεις πού υἱοθετοῦσε καί τά θεολογικά ρεύματα πού ἐπικρατοῦσαν προέκρινε τή δική της τάξη νηστείας…. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ κατά καιρούς θεσμοθέτηση ἤἡ εἰσαγωγή περί νηστειῶν αὐστηρῶν διατάξεων ἀποτελοῦν θέσφατο γιά τήν Ἐκκλησία.  Ἀντιθέτως ὑποδεικνύει τήν ἐλευθερία καί τή δυνατότητα τῆς Ἐκκλησίας νά ἀναθεωρεῖ ἤ νά εἰσάγει νέες περί νηστείας διατάξεις κανονικοῦ περιεχομένου, ὅταν κρίνει ὅτι οἱ ποιμαντικές ἀνάγκες καί συνθῆκες τό ἐπιβάλλουν λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψιν πρωτίστως τόν ποιμαντικό καί παιδαγωγικό χαρακτήρα τῶν Κανόνων πού δέν ἀποβλέπει στήν τυπολατρική ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης, ἀλλά στήν ὑποβοήθηση τοῦ πάσχοντος ἀνθρώπου».
.             Ποιές εἶναι οἱ «πνευματικές τάσεις» καί τά «θεολογικά ρεύματα»  πού ἐπηρέασαν τήν καθιέρωση τῶν νηστειῶν, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. καθηγητής;   Ἡ ἀλήθεια εἶναι πολύ πιό ἁπλῆ.  Τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δοκίμαζε κατά τόπους τίς καθιερωμένες σέ διάφορα μοναστικά κέντρα νηστεῖες καί καθώς ἡἘκκλησία προόδευε καί ζητοῦσε τά καλλίτερα καί τά ἀνώτερα γιά τήν προκοπή τῶν μελῶν Της, τελικά υἱοθέτησε τήν παροῦσα μορφή τῶν νηστειῶν.  Ἐδῶ καί 10 περἰπου αἰῶνες ἁπανταχοῦ τῆς ὀρθοδόξου Οἰκουμένης τηροῦνται ἀπό τούς πιστούς οἱ γνωστές σέ ὅλους μας νηστεῖες.  Σεβόμεθα ἤ ὄχι τίς ἐπιλογές τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ; Σεβόμαστε ἤ ὄχι τή ζωντανή Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας; Πότε ἀναθεώρησε ἐπί τά χείρω, πότε δηλαδή θεσμικά μείωσε ἡ Ἐκκλησία τίς νηστεῖες; Ποτέ! Λοιπόν ὄχι!  Ἡ «ἐκκλησία» -τὀ οἰκουμενιστικό στρατόπεδο- δέν ἔχει καμμιά δυνατότητα καί ἐλευθερία νά πειράξει τό ἀσκητικό οἰκοδόμημα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.  Θέλουμε στ᾽ ἀλήθεια «τήν ὑποβοήθηση τοῦ πάσχοντος» ἀπό τήν ἁμαρτία «ἀνθρώπου» ἤ ζητοῦμε δῆθεν ποιμαντικές ἀνάγκες γιά νά τοῦ στερήσουμε τήν ἄσκηση καί νά κολακεύσουμε τήν ἀνεμελιά καί τή ραθυμία του;  Ἐξ ἄλλου λοι ο πνευματικοί παροτρύνουμε πατρικά τούς προσερχομένους νά νηστεύουν, πως διδάσκει κκλησία μας, λλά οκονομία, συγκατάβαση εναι στήν καθημερινή διάταξη.  χι μως καί νά γκρεμίσουμε τήν Παράδοση γιά νά δώσουμε δικαίωση στή γαστριμαργία καί τήν καλοπέραση.
.             Ὁ κ. Χρῆστος Καρακόλης, ἀναπληρωτής καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παν. Ἀθηνῶν στήν εἰσήγησή του «Βιβλικό πνεῦμα καί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας»  εἶπε μεταξύ ἄλλων: Οἱ Κανόνες «…ἐνίοτε ἀπολυτοποιήθηκαν στήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποσπάστηκαν ἀπό τήν ἀρχική τους συνάφεια καί τελικά σέ κάποιες περιπτώσεις ἔφτασαν νά τηροῦνται ἁπλῶς καί μόνο γιά νά τηροῦνται.  Θά μποροῦσε νά χαρακτηρίσει κανείς τήν ἐξέλιξη αὐτή ὡς μιά κάποιου εἴδους ἐκδίκηση τοῦἰουδαϊκοῦ φαρισαϊσμοῦ ἐπί τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀφοῦ ἕνας νέος χριστιανικός φαρισαϊσμός ἄρχισε νά δημιουργεῖται σταδιακά δίνοντας ἔμφαση στούς κανόνες καί δή στόν ποινικό τους χαρακτήρα καί ξεχνώντας τό θεολογικό τους ὑπόβαθρο καί τήν ἀνάγκη νά εἶναι λειτουργικοί καί νά ὑπηρετοῦν τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἀπορριφθείς κατά τόν Β´ αἰῶνα Ἐβιωνιτισμός ἴσως εἰσῆλθε στόν Χριστιανισμό ἀπό τό παράθυρο.  Δέν ἰσχυρίζομαι φυσικά ὅτι ἡ ἐξέλιξη αὐτή χαρακτηρίζει τό σύνολο τοῦ Χριστιανισμοῦ.  Κάθε ἄλλο.  Θίγω ὅμως ἁπλῶς κάποια συγκεκριμένη τάση, εὐτυχῶς ὄχι τήν κυριαρχοῦσα, πού ὅμως παρατηρεῖται στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας…καί δημιουργεῖ οὐκ ὀλίγα προβλήματα στήν ἐκκλησιαστική ζωή τῶν πιστῶν…. Ἄν οἱ Κανόνες ἐπιβάλλουν μιά ἄτεγκτη ἠθική, ὅπως αὐτήν τῶν Ἰουδαίων, πού ἑτοιμάζονται τηρώντας τό νόμο νά λιθοβολήσουν τή μοιχαλίδα, τότε θά καταλήξουμε στή θέση τῶν Φαρισαίων…διεκδικώντας τήν κατά γράμμα τήρηση τῶν κανόνων, εἰς βάρος τῆς ἀγάπης πρός τόν ἄνθρωπο. Ἀντίθετα, ἄν ἀντιληφθοῦμε τούς Κανόνες….ὡς ἕνα θεραπευτικό ἐργαλεῖο στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀκριβῶς δίδαξε ὁ Χριστός γιά τό Νόμο καί ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀπ. Παῦλος εἶδε τίς νομικές ἐντολές στή δική του βέβαια συνάφεια, τότε διαφυλάσσουμε τή διαχρονικότητα ὄχι ἀπαραίτητα καί σέ ὅλες τίς περιπτώσεις τοῦ γράμματος, ἀλλά ὁπωσδήποτε τοῦ πνεύματος τῶν Κανόνων καθώς καί τοῦ πνεύματος…τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».
.             Ὁ κ. καθηγητής, ὅπως φαίνεται, ἔχει τοποθετήσει στό νοῦ του τούς Ἱ. Κανόνες δίπλα  στό Μωσαϊκό Νόμο καί τίς ραββινικές του ἑρμηνεῖες.  Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη γιά Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἡ χρήση τῆς ἀναλογίας Μωσαϊκοῦ Νόμου καί Ἱ. Κανόνων.  Μήπως πρός στιγμή λησμονεῖ ὁ κ. Καρακόλης ὅτι ὡς Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι  εὑρισκόμεθα στήν Καινή Κτίση τῆς Ἐκκλησίας; Μποροῦν νά συγκριθοῦν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῶν Ἁγίων Συνόδων καἰ τῶν θεοφόρων Πατέρων μέ τή σκληρότητα τοῦ Νόμου;  Κατηγορεῖ ὅσους τηροῦν τούς Ἱ. Κανόνες ὡς ἰουδαΐζοντες, ἀφοῦ γράφει ὅτι «ὁ Ἐβιωνιτισμός [μιά ἰουδαϊκή αἵρεση μέσα στήν Ἐκκλησία] ἴσως εἰσῆλθε στό Χριστιανισμό ἀπό τό παράθυρο»!
.             Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν λιθοβολεῖ κανέναν.  Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά τηροῦνται οἱἹ. Κανόνες- δέν μᾶς ἐξήγησε ὁ κ. Καρακόλης τί θά πεῖ τήρηση «κατά γράμμα»- ἀλλά καί ὅσοι τούς τηροῦν τό κατά δύναμη στήν προσωπική τους ζωή καί ὅσοι κληρικοί ὑπακούουν σ᾽ αὐτούς καί τούς χρησιμοποιοῦν πρός ὠφέλεια τῶν χριστιανῶν καί γιά τήν εὐταξία μέσα στήν Ἐκκλησία  δέν πάσχουν ἀπό «φαρισαϊσμό».  Ἀλλά πιστεύουν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού ὁδηγεῖ  τήν Ἐκκλησία εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν, ἐφώτισε τούς ἁγίους Πατέρες γιά νά συντάξουν τούς Κανόνες καί ὅτι ἡ ἀπείθεια σ᾽ αὐτούς ἀποτελεῖἀνταρσία καί ἀποστασία ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὕβρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί  ὁδό πρός τήν ἀπώλεια.  Φαίνονται τάχα αὐτά σκληρά καί …φονταμενταλιστικά; Ἴσως  τότε θά φανοῦν σκληρότεροι οἱ λόγοι καί οἱ πράξεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. (Περίπτωση ἀφορισμοῦ τοῦ αἱμομίκτου, ὁ θάνατος Ἀνανίου καί  Σαπφείρας, ἡ προσωρινή τύφλωση τοῦ μάγου Ἐλύμα καί ὁἀναθεματισμός ἐκ μέρους τοῦἀπ. Παύλου γιά τούς μή πιστεύοντας ὀρθοδόξους «ἀνάθεμα ἔστω» ἀλλά καί  ἡ  ἐντολή τοῦ εὐαγγελιστοῦἸωάννου «μηδέ χαίρειν»).
.             Ἄς διαλέξουν οἱ πολεμοῦντες μετά μανίας τούς Ἱ. Κανόνες, ἄν θέλουν νά εἶναι μέ τόν Κύριο καί τήν Ἐκκλησία Του ἤ πιστεύουν ὅπως ἔγραψε ὁ καθηγητής τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ  κ. Πέτρος Βασιλειάδης ὅτι «ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της… ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν ( κ ό μ η  κ α ί  π ό   τ ό  γ ε γ ο ν ό ς   Χ ρ ι σ τ ό ς), ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά ἀπό τό μέλλον, ἀπό τά ἔσχατα».[2]
.             Αὐτό θά σήμαινε Ἐκκλησία, «Ἔσχατα καί Βασιλεία»- μιά διαρκής ἐπωδός στό στόμα τῶν εἰσηγητῶν-χωρίς Χριστό, χωρίς Εὐαγγέλιο…
.             Βεβαίως καί ὑπάρχει τέτοια «ἐκκλησία»  στούς νεοεποχῖτες καί εἰδικότερα στούς θεοσοφιστές…[3]
.             Ὁ π. Δημήτριος Μπαθρέλλος στήν εἰσήγησή του «Δογματική θεολογία καί Ἱεροί Κανόνες» εἶπε μεταξύ πολλῶν ἄλλων ἀνατρεπτικῶν-μηδενιστικῶν ἰδεῶν: «… οἱ κανόνες στή μή ὀργανωμένη μορφή πού τούς συναντᾶμε σέ συλλογές, ὅπως τό Πηδάλιο,  δέν μποροῦν νά προσφέρουν ἐπαρκῶς στήν Ἐκκλησία μας τίς ὑπηρεσίες πού ἀπαιτεῖἡ εὔρυθμη λειτουργία της,  οἱ Κανόνες στό συνολό τους βρίσκονται σέ μιά μᾶλλον χαοτική κατάσταση, τήν ὁποία ἀκριβῶς πρέπει νά ὀργανώσουμε…»
.             Ὁ π. Δημήτριος μίλησε ἀπαξιωτικά γιά τό σύνολο Ἱ. Κανόνων σά  νά ἐπρόκειτο γιά κείμενο πτυχιακῆς ἐργασίας πού χρήζει ριζικῶν διορθώσεων, διαγραφῶν, τροποποιήσεων καί νέων προσθηκῶν ἤ γιά κάποιον νόμο πού ἐλάχιστοι βουλευτές ἀλλοιώνουν μέ μπαγαπόντικες τροποποιήσεις τίς μεταμεσονύκτιες ὧρες. Πλήρη ἀποδόμηση καί ἀναδόμηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐπαγγέλλεται ὁ π. Δημήτριος, ὁ ὁποῖος ὀρέγεται τή συνεισφορά του στό γκρέμισμα τοῦ Κανονικοῦ Συστήματος  «τή χαοτική κατάσταση πού πρέπει νά ὀργανώσουμε» καί τήν κατάργηση τοῦ «χαοτικοῦ» Πηδαλίου.
.             Ἤθελα νά πῶ πρῶτα κάτι γιά τή «μή ὀργανωμένη συλλογή» τῶν Ἱ. Κανόνων τοῦ Πηδαλίου καί τή «χαοτική κατάσταση» τῶν Κανόνων. Στ᾽ἀλήθεια, τό Πηδάλιο εἶναι μιά «μή ὀργανωμένη συλλογή», ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ π. Δημήτριος;  Τό πιθανότερο εἶναι νά τοῦ ἔχει ρίξει μιά ματιά.  Ἄς τό διαβάσει καλλίτερα ὁλόκληρο καί μεθοδικότερα γιά νά δεῖ τί κόπους κατέβαλε ὁὅσιος καί θεοφόρος πατήρ ἡμῶν Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γιά τήν ἑρμηνεία τους καί τήν ἀντιπαραβολή πού κάνει μεταξύ κανόνων πού ρυθμίζουν παρόμοια ζητήματα («Συμφωνία» τήν ὀνομάζει ὁ Ἅγιος) καί γιά τήν παράθεση τῶν κοσμικῶν βυζαντινῶν νόμων κλπ. (Μιά σύντομη, ἁπλῆὅσο καί ὄμορφη ἐργασία ἔχει γράψει σχετικά ὁἀρχιμ. π. Σαράντης Σαράντος). Γιατί ἔχουμε περιφρόνηση γιά ὁτιδήποτε δικό μας ἀλλά τρελλαινόμαστε κυριολεκτικά, ὅταν ἀναφερόμαστε π.χ. στόν προτεστάντη θεολόγο-φιλόσοφο Paul Tillich, μέ τόν ὁποῖο οὐδείς πλέον ἀσχολεῖται;
.             Ἔπειτα ὅσον ἀφορᾶ στή «χαοτική κατάσταση» τῶν Κανόνων μήπως εἶναι χαοτική καί ἡ Καινή Διαθήκη; Μήπως ὑπάρχει ἀπόλυτη σειρά στά Εὐαγγέλια καί παρουσιάζεται χωριστά ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, χώρια τά θαύματα, χώρια ἡ διδασκαλία Του; Ὅπως εἶπε κάποιος θεολόγος, ἄν ὑπέβαλλε ὁἈπ. Παῦλος ὡς διατριβή  τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του θά ἀπερρίπτετο!  Λοιπόν, ἡ ζωή καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τήν ἀπαιτεῖ ὁ Χριστός, ὅπως τήν βίωσαν οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀποτυπωμένα ἄριστα, μέ πλήρη καί διαυγῆ τάξη στούς Ἱ. Κανόνες.
.             Μέ φόβο Θεοῦ, μέ πνεῦμα οἰκονομίας, μέ κατάλληλες κανονικές διατάξεις καί ἐγκυκλίους ἐπισκοπικές καί συνοδικές, πού στοιχοῦν στήν παράδοση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, λύνονται ὅλα τά τρέχοντα προβλήματα. Τό χάος βρίσκεται μλλον στό νο τν διορθωτν τς κκλησίας. Καί ἐν τέλει, ὅποιος θέλει κωδικοποίηση ἄς πάει νά παραλάβει ἀπό τό Βατικανό τόν Codex  Juris Canonici καί νά τό ἀκολουθήσει, ἀφήνοντας εἰρηνική τἠν Ἐκκλησία μας στό σωτήριο γιά  ὅλους δρόμο της.
.             Ὁ π. Αὐγουστῖνος Μπαϊραχτάρης, ἐπίκουρος καθηγητής τῆς Ἀνωτ. ἐκκλ. Ἀκαδημίας Κρήτης στήν εἰσήγησή του «Κανόνες καί περιβάλλον» εἶπε ὅτι  «εἶναι ἀναγκαία μιά οἰκουμενική πνευματικότητα στό ἐδῶ καί τώρα, ἡὁποία θά ἔχει στό κέντρο της τήν εὐχαριστία καί τό μοίρασμα, ἀλλά θά εἶναι ἀνοιχτή καί πρός τούς ἄλλους. Τρία εἶναι τά χαρακτηριστικά της. Α) τό ἄνοιγμα τοῦ ἑαυτοῦ μας πρός τό Ἅγιον Πνεῦμα καί τόν πλησίον. Β) ἡ σύνδεση μέ τήν κοινότητα μέσῳ τῆς ἀμοιβαίας μέσα στή ζωή ἀναγνώρισης καί συνεργασίας καί Γ)  ἡ ἑνότητα μέσα στή ζωή τῆς καθημερινότητας μέ τή γῆ (;;;).
.             Γιά νά δικαιολογηθεῖὁ χαρακτήρας τοῦ Συνεδρίου ὡς διεθνοῦς ἐκλήθησαν καί ξένοι θεολόγοι ἄνδρες καί γυναῖκες. Τούς κάλεσαν γιά νά μιλήσουν πιό… ἐλεύθερα, νά ποῦν ἀνοιχτά αὐτά πού οἱ διοργανωτές δέν ἤθελαν νά τά ποῦν. Ἔτσι,
.             ὁ π. Patriciu  Vlaicu, Ἀναπληρωτής Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Babes-Bolyai, Cluj- Napoca (Ρουμανία) στήν εἰσήγησή του «Σύγχρονη προσέγγιση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Ἱερῶν Κανόνων στα θέματα αὐτοκεφαλίας καί “διασπορᾶς”» μεταξύ ἄλλων εἶπε: «..Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἱκανοποιηθεῖ ἀπό μιά οἱονεί κανονική ἀρχαιολογία, δηλ. μέ βάση θεσμούς καί ἀρχές τοῦ παρελθόντος καί νά ἀντιμετωπίζει αὐτό τό παρελθόν ὡς ἕνα μουσεῖο κανονικῆς παράδοσης, ὅπου ἀπαγορεύεται νά ἀγγίξετε ὁτιδήποτε, λόγῳ τοῦ φόβου νά καταρρεύσουν τά πάντα σέ σκόνη καί στάχτη.  Πρέπει νά ἐπανεφεύρουμε τήν ἀρχή τοῦ θεσμικοῦ δυναμισμοῦ [;;;;] νά ἀνταποκριθοῦμε στίς σύγχρονες ἀνάγκες… Διερωτῶμαι ἐάν ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς δογματικῆς καί θεσμικῆς ἀκινησίας καί ἀδράνειας σέ ἕναν κόσμο πού κάνει τό ἀντίθετο, πού κινεῖται καί ἀλλάζει συνεχῶς. Πιστεύω ὅτι ἡἐλεύθερη ἔκφραση καί πρωτοβουλία πρέπει νά γίνει πραγματικότητα».
.             Ὁ Radu Preda, (Ἀν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Babes-Boyai (Ρουμανία)   στήν εἰσήγησή του Νομικό πνεῦμα καί κανονική παράδοση: ἀπό τό ἦθος τῆς ἐλευθερίας στήν ἠθική τοῦ φόβου καί τοῦ νόμου εἶπε σχετικά μέ τή μέλλουσα νά συνέλθει Πανορθόδοξη Σύνοδο ὅτι «ἡ ἐπιτυχία της θά ἐξαρτηθεῖἀπό τό πῶς θά τήν προετοιμάσουμε  ἀπό τή συναίνεση πού θά ἐπιτύχουμε πρίν ἀπό τή Σύνοδο…Θά ἔλεγα ὅτι ἡ σύναξή μας ἐδῶ καλύπτει ἕνα μέρος τοῦ δρόμου πρός τήν Πανορθόδοξο… Δέν πρέπει μόνο νά περιμένουμε λύσεις ἀλλά νά προσπαθήσουμε νά τῆς δώσουμε μερικές λύσεις….
…Πολλοί δογματικοί τῆς Ἐκκλησίας υἱοθετοῦν…ἕνα φορμαλισμό καί μαξιμαλισμό πού σκοτώνει  ὅ,τι ζωντανό στήν κοινότητα τῆς πίστης, τό ὁποῖο ὁδηγεῖἐν τέλει σέ μιά σχιζοφρένεια.  Ἔτσι ὁδηγούμεθα σέ μόνιμη ρήξη τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας…
.             Ἡ κ. Teva Regule (Master Θεολογίας, Ἐκδότρια τοῦὈρθοδόξου γυναικείου περιοδικοῦ St. Nina Quarterly στήν εἰσήγησή της «Γυναῖκες καί ἐκκλησιαστικοί κανόνες: μιά δύσκολη σχέση», ἀσχολήθηκε μέ τήν ἀπαγόρευση τῆς συμμετοχῆς τῶν γυναικῶν στή Θ. Εὐχαριστία καί σέ ἄλλες ἁγιαστικές πράξεις τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν περίοδο τῆς ἐμμήνου ρύσεως καί μίλησε γιά  «λίγους σκοτεινούς Κανόνες» πού «οἱ γυναῖκες τούς βλέπουν προβληματικούς».  Πρόκειται γιά τόν Β´ Κανόνα τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀλεξανδρείας καί τούς Ϛ´ καί Ζ´ Κανόνες τοῦ ἁγίου Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας πού ἀσχολοῦνται μέ τά ζητήματα αὐτά. Εἶπε ἡ κ. Regule ὅτι οἱ Κανόνες αὐτοί «ὑποβιβάζουν τίς γυναῖκες σέ ἀντικείμενα  καί ὅτι πρέπει νά ἀναθεωρηθοῦν.  Ἡ κ. Regule  δέν θέλησε νά δεχθεῖ τή μέχρι τώρα ἀστασίαστη ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τήν ὁμόφωνη διαχρονική πρακτική ὅλων τῶν χριστιανῶν γυναικῶν, οἱὁποῖες ἀνέκαθεν ἀπό τήν  ἀρχαία Ἐκκλησία ὡς τώρα ὄντας πιστές καί εὐλαβεῖς δέν τολμοῦν εὑρισκόμενες στήν κατάσταση τῆς ἐμμήνου ρύσεως νά μεταλάβουν τά ἄχραντα μυστήρια.  Ὅτι ἀνέκαθεν ἔτσι συνέβαινε στήν Ἐκκλησία φαίνεται ἀπό τόν ἀναφερθέντα Β΄ Κανόνα τοῦἁγίου Διονυσίου τοῦὉμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν μέσῳ διωγμῶν τό 260 μ.Χ. ἀπαντᾶ πρός τόν ἐρωτῶντα ἐπίσκοπο Βασιλείδη: «Γιά τίς γυναῖκες πού βρίσκονται στήν κατάσταση τῆς ἐμμήνου ρύσεως, τό ἄν ταιριάζει νά εἰσέρχονται στό ναό νομίζω εἶναι περιττό νά ἐρωτοῦν.  Γιατί νομίζω ὅτι κι᾿ αὐτές οἱ ἴδιες, καθώς εἶναι πιστές καί εὐλαβεῖς, δέν θά τολμοῦσαν ὄντας σ’ αὐτή τήν κατάσταση νά προσέλθουν στήν ἁγία τράπεζα καί νά ἀγγίξουν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ».  Μή συμφωνώντας ἡ κ. Regule μέ τούς σχετικούς Ἱ. Κανόνες, τήν ἑρμηνεία τους καί τήν πρακτική,  34(!) φορές σέ μία εἰσήγηση 20 λεπτῶν  ἀνέφερε τή λέξη «μιαρός» μέ τά παράγωγά της.  Δυστυχῶς γι’ αὐτήν καί εὐτυχῶς γιά τίς γυναῖκες πουθενά, οὔτε οἱ σχετικοί Κανόνες οὔτε οἱἑρμηνευτές τους κάνουν λόγο γιά «μιαρότητα» τῆς γυναίκας πού θά σήμαινε  ἀποστροφή καί βδελυγμία πρός αὐτήν.
.             Ἡ Μοναχή Vassa Larin, Δρ. Θ.  τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βιέννης στήν εἰσήγησή της  «Οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας στή θεωρία καί τήν πράξη»,  μίλησε γιά τήν «προβληματική κατάσταση καί τό καθεστώς τῶν Ἱ. Κανόνων».  Εἶπε γιά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους: «Αὐτές οἱ συναθροίσεις ἤ οἱ Σύνοδοι, ὅπως θέλετε πεῖτε το (!!!) γιά μᾶς ἔχουν κάποια σημασία….πρίν χιλιάδες χρόνια (Sic) ἔχουν ὀργανωθεῖἀπό αὐτοκράτορες καί ἁρμοδίους σέ χῶρο πού σήμερα βρίσκεται ἡ Τουρκία(!!!)». Μίλησε γιά τήν «ἱστορική μεταλλάξιμη ἔκφραση τῶν Κανόνων».  Παρουσίασε τό πλαίσιο τῶν Ἱ. Κανόνων μέσα στό ὁποῖο κινεῖται ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ὡς κάποιο ἀρρωστημένο καί ἀποστειρωμένο περιβάλλον: «Δέν θέλουμε νά δημιουργήσουμε μιά φυσαλίδα μέσα στήν Ἐκκλησία… Δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε ἕνα δυϊσμό. Τόν πραγματικό κόσμο ἀπέξω καί τό στεῖρο κόσμο, τόν κλινικό κόσμο ἐντός τῆς Ἐκκλησίας».  Δέν ἔλειψε ἀπό τό λόγο της καί ἡ …δημιουργική διάθεση: «Αὐτή ἡ διάχυτη αἴσθηση τῆς καταρράκωσης πού συχνά μᾶς παραλύει καί μᾶς διακατέχει χωρίς λόγο, ὅτι δέν μποροῦμε νά πιάσουμε τίποτε καινούργιο, ὅτι ὅλα εἶναι «μή μου ἅπτου» καί δέν μποροῦμε νά τά ἀγγίξουμε, ἐνῶ πρέπει νά ἐπικαιροποιηθοῦν…». Ζητάει ἐπίσης περισσότερη εὐκαμψία γιατί «μετά τήν Πενθέκτη οἱ Κανόνες θεωροῦνται θεῖοι καί ἱεροί καί δέν μποροῦν οὔτε νά ἀλλάξουν οὔτε νά ἀλλοιωθοῦν».  Εἶπε πώς «ὑπάρχουν θεολόγοι πού καταδεικνύουν τήν προσωρινή ὑφή τῶν Κανόνων». Εἶπε ἐπίσης πρός τό τέλος τῆς ὁμιλίας της: «Ἐχω καί πολλά ἄλλα παραδείγματα κανόνων… πού ἐν τέλει, αὐστηρά μιλώντας δέν μποροῦν πλέον νά ἀποκληθοῦν Κανόνες, διότι δέν εἶναι πού ἁπλᾶ δέν τούς ἀκολουθοῦμε γιά πρακτικούς λόγους, ἀλλά διότι ἡ Ἐκκλησία πλέον δέν συμφωνεῖ ἐπί τῆς ἀρχῆς».
.             Τό μόνο πού μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἐδῶ εἶναι ὅτι ἡ μοναχή αὐτή δέν ξέρει τί εἶναι Ἐκκλησία, τί εἶναι Ἱ. Κανόνες, δέν ξέρει ποιά εἶναι ἡ θέση της μέσα στήν Ἐκκλησία ἀφοῦ ἀποφασίζει ἔτσι πρόχειρα νά διδάξει ὅλη τήν Ἐκκλησία γιά τόσο σοβαρά ζητήματα.  Ἄς ὄψονται οἱ οἰκουμενιστές πού δηλητηριάζουν ὅλους τούς ὀρθοδόξους τοῦ ἐξωτερικοῦ μέ τίς πλανεμένες διδασκαλίες τους…
.             Ὁ Σέρβος δρ. Rastko Jovic στήν εἰσήγησή του Ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνεπαγωγές ἀπό τήν τέλεση μεικτῶν καί ἀνόμοιων γάμων, ἀσχολήθηκε μέ τούς γάμους μεταξύ ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων καί μεταξύ όρθοδόξων-ἑτεροθρήσκων. Ἐκανε κατ΄ἀρχάς μιά ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τοῦ χωρίου Α´ Κορ. ζ´ 14  γίασται γρ ὁ νρ ὁ πιστος ν τ γυναικί, καὶ γίασται γυνὴ ἡ πιστος ν τῷ νδρί· πεὶ ρα τ τέκνα μν κάθαρτά στι, νν δὲ γιά στιν. Ὁ κ. Jovic παρουσίασε τό χωρίο αὐτό ὡς «ὅραμα τοῦ Παύλου γιά τό διαθρησκευτικό γάμο»!  Ὀρθή ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ κάνει  ὁ ΟΒ´ Κανών τῆς Πενθέκτης, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος ἐννοεῖ τόν πολιτικό γάμο συζύγων, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν συνάψει ὅταν καί οἱ δύο ἦσαν μή χριστιανοί. Στή συνέχεια  στόν ἕνα σύζυγο, ὁ ὁποῖος ἔγινε χριστιανός,  ὁ Ἀπόστολος συνιστᾶ νά μή χωρίσει τόν ἤ τήν σύζυγό του ἔστω κι ἄν ἐκεῖνος παραμένει ἄπιστος. Τήν ἀπαγόρευση τελέσεως γάμων μέ ἑτεροδόξους, τήν ὁποία κυρίως ἐπιβάλλει ὁἀνωτέρω Κανών ὁ εἰσηγητής  τή θεωρεῖὡς ἐπιβληθεῖσα ἀπό τό δίκαιο τῆς αὐτοκρατορίας!  Εἶπε: «ὅλοι αὐτοί οἱ Κανόνες καταδεικνύουν ὅτι ὁ γάμος ἔχει περάσει στά χέρια τοῦ κράτους ὄχι τῆς Ἐκκλησίας. Τήν Ἐκκλησία… τήν ἐνδιαφέρει ἡ σχέση μέ τήν αὐτοκρατορία καί πάντα ἐξυπηρετεῖ τά συμφέροντα τῆς αὐτοκρατορίας… Τό κράτος ἀπαιτεῖ κάτι καί ἡ Ἐκκλησία ὑπακούει». Πλήρης ὑποτίμηση τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῆς θεοπνευστίας τῶν Ἱ. Κανόνων!
.             Γιά τούς γάμους μέ τούς ἑτεροθρήσκους, τούς λεγομένους διαθρησκευτικούς εἶπε: «Θεωρῶὅτι ἀκόμη καί οἱ διαθρησκευτικοί γάμοι θά πρέπει νά τελοῦνται ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἰδίως ὅταν ὁ μή Χριστιανός δέν ἔχει ἀντίρρηση». Πλήρης ἀνατροπή τῆς πίστεως, τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, τῆς  στοιχειώδους χριστιανικῆς λογικῆς. Βέβαια ὁ κ. Jovic δέν εἶναι μόνος του στίς ἔξαλλες αὐτές προτάσεις. Ἔχει καθοδηγητή του τόν καθηγητή τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν τόν π. Γρηγόριο Παπαθωμᾶ, ἐμπνευστή τοῦ Συνεδρίου καί εἰσηγητή του, ὁ ὁποῖος στό βιβλίο του «Κανονικά Ἄμορφα» ἀναγνωρίζει ὡς κανονικούς ὄχι μόνο τούς γάμους μετά τῶν ἑτεροδόξων ἀλλά καί μετά τῶν ἑτεροθρήσκων γράφοντας ὅτι ἡ ἀναγνώριση τῶν γάμων αὐτῶν «θά συμβάλλη στήν ἁρμονική θεσμική συνύπαρξη τῶν θρησκειῶν καί στήν εἰρηνική συμβίωση μέ τρόπο ἐλεύθερο καί ἀνεπηρέαστο τῶν διαφόρων Θρησκειῶν καί Ἐκκλησιῶν σέ μιά πλουραλιστική κοινωνία» (σ.247).

 .             Θά ἤθελα πρίν τελειώσω νά δικαιολογήσω τόν τίτλο τοῦ κειμένου μου «Στενάχωρες περιδιαβάσεις…». Γιά μένα αὐτή ἡ περιδιάβαση στά λεχθέντα τοῦ Συνεδρίου ἦταν στενάχωρη.

α) γιατί μέ τίς ἰδέες τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ δηλητηριάζεται τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πρό πάντων οἱ νέοι θεολόγοι καί κληρικοί, πού μπαίνουν στόν πειρασμό τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἱερότητος καί τῆς πολύτιμης ἀξίας τῶν Ἱ. Κανόνων γιά σύνολη τήν Ἐκκλησία καί γιά κάθε πιστό καί

β) διότι ὅσοι πρεσβεύουν, διακηρύσσουν καί διδάσκουν αὐτές τίς πλάνες ἀποκόπτονται, ἀπό τήν κοινή πίστη, τήν Παράδοση, ἀπό αὐτή τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία.  Γίνονται ἀλλότριοι τῶν ἁγίων καί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Τί κρῖμα πού δέν βλέπουν πουθενά στούς Ἱ. Κανόνες τήν ἐπενέργεια, τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!
Τί προβάλλουν γιά τήν κατάργηση καί «διόρθωση» τῶν Κανόνων; Ἰδού: Μετανεωτερικότητα, παγκοσμιοποίηση, ἀλλαγή κοινωνικῶν συνθηκῶν, φεμινιστικά δικαιώματα, πόλεμο κατά τοῦἀντισημιτισμοῦ, συνύπαρξη τῶν θρησκειῶν, ἀρχές καί πιστεύω τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς κινήσεως κλπ.
Τί κρῖμα πού δέν  καταλαβαίνουν πώς ὅλα τά ἐπιχειρήματά τους κατά τῶν Ἱ. Κανόνων δέν ἔχουν σχέση μέ τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά μέ τίς «ἀξίες» τῆς Νέας Ἐποχῆς!
.             Μετά τήν παραπάνω ἀνάλυση τῶν λεχθέντων τοῦ Συνεδρίου φρονοῦμε ὅτι λόγῳ αὐτοῦ τοῦ πολέμου πρός τήν Πίστη καί Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπιβάλλεται διαρκής ἐγρήγορση τῶν Ὀρθοδόξων. Δέν συζητοῦμε γιά τήν ἀξία τῶν Ἱ. Κανόνων.  Δέν ἀμφιβάλλουμε γιά τή σκοπιμότητα καί ἀποτελεσματικότητά τους.  Ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν μελετοῦμε τό «Πηδάλιον» τοῦἁγίου Νικοδήμου ἐπειδή ζητοῦμε «τήν ἐν Χριστῷ προκοπή καί ἐνηλικίωσή μας ἐν Χριστῷ».
.             Ἐν τέλει δέν φερόμαστε ὡς «νήπιοι κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης, ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός» (Ἐφεσ. δ´ 14-15).  Δέν ζαλιζόμαστε δηλαδή ἀπό τόν ἄνεμο τῶν ψευδοδιδασκαλιῶν  τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου, τίς σοφιστεῖες, τήν ψευδοεπιστήμη καί τήν πανουργία μέ τήν ὁποία μεθοδεύουν οἱ μεταπατερικοί σοφιστές τή διασπορά τῆς πλάνης τους, ἀλλά «ἀληθεύομε ἐν ἀγάπῃ» μέ τήν βοήθεια τῶν «οἰκείων τοῦ Θεοῦ», τῶν ἁγίων Πατέρων καί αὐξάνουμε ὡς Σῶμα ἑνούμενοι μέ τήν Κεφαλή μας τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

 

Ἄρθρο 105 τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος : (Καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους).

1. χερσόνησος τοῦ θω, π τ Μεγάλη Βίγλα κα πέρα, ἡ ποία ποτελε τν περιοχ τοῦ γίου ρους, εναι, σύμφωνα μ τὸ ρχαο προνομιακ καθεστώς του, ατοδιοίκητο τμμα τοῦ λληνικο Κράτους, τοῦ ποίου κυριαρχία πάνω σ᾽ ατ παραμένει θικτη. π πνευματικὴ ποψη τὸ γιον ρος διατελεῖ π τν μεση δικαιοδοσία το Οκουμενικο Πατριαρχείου. λοι σοι μονάζουν σ᾽ ατὸ ποκτον τν λληνικὴ θαγένεια μόλις προσληφθον ς δόκιμοι μοναχοί, χωρς λλη διατύπωση.

2. Τὸ γιον ρος διοικεται, σύμφωνα μ τ καθεστώς του, π τς εκοσι ερς Μονές του, μεταξ τν ποίων εναι κατανεμημένη λόκληρη χερσόνησος τοθω, τὸ δαφος τς ποίας εναι ναπαλλοτρίωτο.

διοίκησή του σκεται πὸ ντιπροσώπους τν ερν Μονν, οποοι ποτελον τν ερ Κοινότητα. Δν πιτρέπεται καμία πολύτως μεταβολ στ διοικητικ σύστημα στν ριθμ τν Μονν τοῦ γίου ρους, οτε στν εραρχικ τάξη κα τ θέση τους πρς τὰ ποτελ τους ξαρτήματα. παγορεύεται νὰ γκαταβιώνουν στὸ γιον ρος τερόδοξοι σχισματικοί.

3. λεπτομερς καθορισμς τν γιορειτικν καθεστώτων κα το τρόπου τς λειτουργίας τους γίνεται π τν Καταστατικ Χάρτη τοῦ γίου ρους, τν ποο, μ σύμπραξη τοῦ ντιπροσώπου το Κράτους, συντάσσουν κα ψηφίζουν ο εκοσι ερς Μονς κα τν πικυρώνουν τ Οκουμενικ Πατριαρχεο καὶ  Βουλ τν λλήνων.

4. H κριβς τήρηση τν γιορειτικν καθεστώτων τελες πρς τ πνευματικ μέρος π τν νώτατη ποπτεία το Οκουμενικο Πατριαρχείου καὶ ς πρς τ διοικητικ μέρος π τν ποπτεία το Κράτους, στὸ ποο νήκει ποκλειστικ κα διαφύλαξη τς δημόσιας τάξης καὶ σφάλειας.

5. Ο πι πάνω ξουσίες το Κράτους σκονται π διοικητή, τοῦ ποίου τ δικαιώματα κα καθήκοντα καθορίζονται μ νόμο. Μ νόμο πίσης καθορίζονται δικαστικξουσία ποσκον ο μοναστηριακς ρχς καερ Κοινότητα, καθς κα τ τελωνειακ κα φορολογικ πλεονεκτήματα τοῦ γίου ρους.

[1] Χρησιμοποιοῦν οἱ Πατέρες τήν ποιητική, ὁμηρική λέξη ἀσπασίως.

[2] Τά παραπάνω περιλαμβάνονται σέ μελέτη τοῦ κ. Βασιλειάδη δημοσιευμένη στήν ἘπιστημονικήἘπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦἈριστ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης (τομ. 11 Θεσσαλονίκη 2001 σελ. 25-32).  

[3] Πρωτ. Ἰω. Φωτοπούλου, Θεανθρώπινη καθολικότητα ἤ πανθρησκειακή παγκοσμιότητα, Ἀθήνα 2003 σ.140 -142.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, ,

1 Σχόλιο

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΟΒΟΛΙΣΜΟΣ ἐναντίον τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ

Μιά ἀδελφική πληροφόρηση:
Συντονισμένος κανονιοβολισμός ἐναντίον τῶν Ἱερῶν Κανόνων
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Πρωτοπρ. Ἰωάννης Φωτόπουλος

Ἀδελφοί μου ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,

Χριστός Ἀνέστη!

.           Θά ἤθελα μέσα στήν πασχαλινή περίοδο, κατά τήν ὁποία δέν παύει ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους νά βυσσοδομεῖ κατά τῆς Ἐκκλησίας μας νά σᾶς ἐνημερώσω γιά τά νέα ἀντορθόδοξα σχέδια τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν.
.           Οἱ ἐν Βόλῳ ἀνανεωτές μετά τόν καταιγισμό κακοδιδασκαλιῶν σχετικῶν μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν Παράδοση, ἐπιδίδονται τελευταῖα στήν ἐκρίζωση τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.

Ἀδελφοί μου,

.           Πρέπει νά γνωρίζουμε καί πάντοτε νά θυμόμαστε ὅτι οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες Πνεύματι Ἁγίῳ συνελθόντες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους ὄχι μόνο διετράνωσαν τά ὀρθόδοξα δόγματα, ἀλλά καί ἐρρύθμισαν μέ τούς Ἱερούς Κανόνες ὁλόκληρη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή τοῦ καθενός μας. Φροντίζοντας πατρικῶς γιά τήν μετά τοῦ Χριστοῦ ἕνωσή μας καί γνωρίζοντας τήν ἀσθένειά μας καί τίς πολλαπλές πτώσεις μας μᾶς ἄφησαν αὐτούς τούς ὁδοδεῖκτες, τούς Ἱ. Κανόνες ὡς παρακαταθήκη γιά νά μή χάνουμε ἤ γιά νά ξαναβρίσκουμε τήν Ὁδό, τήν Ἀλήθεια τή Ζωή, δηλ. τόν Χριστό.
.           Γι᾽ αὐτό οἱ Πατέρες δεχόμενοι σέ κάθε Οἰκουμενική Σύνοδο μέ χαρά τούς Κανόνες τῶν προγενεστέρων Συνόδων ὡς πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας, τούς ἐπικύρωσαν καί ἀπαγόρευσαν κάθε παραχάραξή τους, ἀθέτησή ἤ διαστροφή τους. Ἔτσι στόν Α´ Κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμ. Συνόδου διαβάζουμε τούς ἀκολούθους λόγους τῶν Πατέρων : «…ὅπως κάποιος πού βρίσκει πλούσια λάφυρα, ἔτσι καί ἐμεῖς ἀγαλλόμεθα καί μέ πολλή χαρά ἐναγκαλιζόμαστε τούς θείους Κανόνες… ….Τό σύνολο τῶν Κανόνων τόσο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅσο καί τῶν Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν ἁγίων Πατέρων τό ἐπικυρώνουμε», ἐνῷ στόν Β´ τῆς Ϛ´ διαβάζουμε: «σέ κανένα δέν ἐπιτρέπεται νά κάνει παραχάραξη τῶν Ἱ. Κανόνων, νά τούς ἀθετήσει ἤ νά βάλει ἄλλους στή θέση τους». Τέλος ἀπείλησαν μέ φρικτά ἐπιτίμια ὁποιονδήποτε ἐγγίζει τόσο τό γράμμα ὅσο καί τό πνεῦμα τῶν Ἱ. Κανόνων.
.           Ὅλοι ὅμως οἱ ἐμπλεκόμενοι στόν Οἰκουμενισμό βλέπουν τούς Ἱ. Κανόνες, αὐτό τό θεοΐδρυτο τεῖχος πού ἀσφαλίζει τούς πιστούς ἀπό κάθε ἔκπτωση στήν πίστη καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ὡς ἐμπόδιο γιά τήν παγκοσμιοποίηση, τήν προώθηση ἑνός «παγκοσμίου ψυχισμοῦ» καί τήν ἄμβλυνση τῆς δογματικῆς καί ἠθικῆς συνειδήσεως τῶν ἀνθρώπων.
.           Ἡ λεγόμενη Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐμπροσθοφυλακή τῶν άντορθοδόξων πρωτοβουλιῶν, συστράτευσε σχεδόν ὅλα τά μέλη τοῦ Δ.Σ. της καί μέρος τοῦ οἰκουμενιστικοῦ δυναμικοῦ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, τοῦ περιοδικοῦ «Σύναξη», τοῦ «Καιροῦ» καί ἄλλους ἐντός καί ἐκτός εἰσαγωγικῶν διανοουμένους γιά νά συμμετάσχουν σέ τετραήμερο διεθνές συνέδριο (8-11 Μαΐου) στό Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας μέ θέμα «Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί σύγχρονες προκλήσεις».

Παραθέτουμε λίγα δικά μας σχόλια στά ὅσα ἐγράφησαν στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἀκαδημίας, γιά νά ἀντιληφθοῦμε τί κακοποίηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων θά ἀκολουθήσει.
.           Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος τήν αὐξημένη προσοχή σας.

.           Α´ Θέση τῆς Ἀκαδημίας: Ὅπως κάθε πατερικό κείμενο ποὺ ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ἔτσι καὶ ὁ κάθε κανόνας προέρχεται ἀπό μιά συγκεκριμένη ἐποχή καί ἀπηχεῖ, ἐκτός ἀπό τή διαχρονική σωτηριώδη ἐμπειρία τῆς Ἑκκλησίας, καί τά συγχρονικά χαρακτηριστικά τοῦ τόπου καί χρόνου διαμόρφωσής του.

Σχόλιο : Κάθε Ἱερός Κανόνας εἶναι ἕνα ὁποιοδήποτε πατερικό κείμενο; Πλήρης σύγχυση τῶν μεταπατερικῶν σοφιστῶν! Ὁ κάθε Κανόνας ὡς συγγραφείς μέ τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει πρωταρχικά περιεχόμενο ἁγιοπνευματικό, ὅπως καί τά πατερικά κείμενα, ἀλλά ἐπιπλέον, λόγῳ τῆς φύσεώς του εἶναι ρυθμιστικοῦ χαρακτήρα καί ἔχει στἠ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καθολική καί ὑποχρεωτική ἰσχύ γιά κάθε συλλογική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας καί γιά κάθε μέλος της. Ἀκόμη κι ἄν χωρεῖ οἰκονομία στήν ἐφαρμογή κάποιου Κανόνος, ἐφ᾽ ὅσον αὐτός «ἀπηχεῖ τή διαχρονική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας» ἡ διαχρονική ἀξία καί ἐφαρμογή του παραμένει ἀδιαμφισβήτητη καί ἀμετακίνητη. Ὅσο γιά τά συγχρονιστικά χαρακτηριστικά εἶναι εὔκολα ἀναγνωρίσιμα καί δέν ἐπηρεάζουν τό πνεῦμα καί τό μήνυμα τοῦ Κανόνος. Ὅταν ὁ κάθε πιστός, λαϊκός ἤ κληρικός καί κάθε τοπική Ἐκκλησία ἔχει βαθύ σεβασμό στόν κάθε Κανόνα, ὡς ἐμπνεόμενο ἀπό τήν θεία Χάρη, θά κατανοήσει μέ τήν βοήθεια αὐτῆς ταύτης τῆς Χάριτος τί ζητεῖ ὁ Χριστός μέσα ἀπό τόν συγκεκριμένο Κανόνα καί δέν θά θελήσει νά «διορθώσει» τόν Χριστό καί τούς θεράποντές του Ἁγίους Πατέρες.

.           Β´ Θέση: Τὸ κεντρικὸ ζήτημα ποὺ τίθεται γιὰ μία ἀκόμη φορὰ εἶναι ἐὰν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ἡὈρθόδοξη θεολογία, ὅσον ἀφορᾶ εἰδικὰ στὴν κανονική της παράδοση, νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ λειτουργήσει ὄχι μόνο ὡς «παραδοσιακή», μένοντας ἀμετακίνητα πιστὴ στὸ γράμμα μιᾶς ὑποτιθέμενης «παράδοσης», ἀλλὰ καὶὡς συναφειακή, ὑπερβαίνοντας τὶς συντεταγμένες ἑνὸς προ-νεωτερικοῦ κοσμοειδώλου, τὸὁποῖο ἀποτελεῖ τελεσίδικα παρελθὸν γιὰ τὸν χρόνο τῆς Ἐκκλησίας.

.           Σχόλιο: Ζητοῦν ἐδῶ οἱ νεοεποχῆτες σοφιστές μιάν ἄλλη θεολογία πού θά ἀποτελεῖ ἕνα μεταμοντέρνο ἐργαλεῖο κατεδαφιστικῶν ἀλλαγῶν μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Μιλοῦν μέ περιφρόνηση γιά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὣς τώρα ἀποτελεῖ ἀσφαλῆ βάση ἑρμηνείας τῶν ἱ. Κανόνων, ὀνομάζοντάς την «ὑποτιθέμενη» καί βάζοντας τή λέξη παράδοση καί παραδοσιακή σέ εἰσαγωγικά. Ἐδῶ, ἀδελφοί μου, εἶναι φανερό τό ἀντορθόδοξο πνεῦμα τῶν μετανεωτερικῶν παραδοσιομάχων, ἀφοῦ κατά τόν μέγα Βασίλειο ἡ περιφρόνηση τῆς Παραδόσεως, «τό παραιτεῖσθαι», ἐγκυμονεῖ τόν κίνδυνο νά ζημιώσουμε «εἰς αὐτά τά καίρια τό Εὐαγγέλιον», δηλ. διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τή σωτηρία. Ἀσφυκτιοῦν μέσα στά στενά, κατ᾽ αὐτούς, πλαίσια τῆς Παραδόσεως καί στίς χωρο-χρονικές συντεταγμένες τῆς συγγραφῆς τῶν Κανόνων, πού δῆθεν δημιουργοῦν πρόβλημα στήν ἑρμηνεία τους, καί ζητοῦν «συναφειακή» ἑρμηνεία τῶν Κανόνων. Δέν μᾶς λένε ἐδῶ μέ ποιούς χώρους, ἀνθρώπους, θρησκεῖες, αἱρέσεις, ἰδεολογίες, νοιώθουν ὅτι ἔχουν συνάφεια, δηλ. ἐπαφή καί συνείδηση ἐγγύτητος, ὥστε νά ἑρμηνεύσουν ἔτσι τούς Κανόνες καί νά ρίξουν γέφυρες ἐπικοινωνίας καί κοινωνίας μέ ὅλους καί μέ ὅλα. Ἀπό τήν πρόσκληση πάντως στό Βόλο ποικιλωνύμων αἱρετικῶν, ἀπό τίς ἀπόψεις τῆς Ἀκαδημίας γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί τήν ἐν γένει δράση της ἀντιλαμβάνεται κανείς τί εἴδους συναφειακή ἑρμηνεία τῶν Κανόνων φαντάζονται οἱ μεταπατερικοί ὀνειροπόλοι.
.               Ἄρα ἡ διακήρυξη τῶν ἁγίων Πατέρων περί μή παραχαράξεως καί ἀθετήσεως τῶν ἱ. Κανόνων ἀνήκει κατά τούς μετανεωτερικούς θεολογοῦντες σέ μιά προνεωτερική ἀντίληψη τήν ὁποία πρέπει νά ξεπεράσουμε. Σκέπτονται καί λένε μέ ἄλλα λόγια ὅτι τά σύγχρονα κοσμοθεωριακά δεδομένα καλοῦν τήν θεολογία και τήν παράδοση, τούς ἱ. Κανόνες ἐν προκειμένῳ σέ μιά διαλεκτική σύνθεση. Στήν πραγματικότητα τό ἐπιδιωκόμενο εἶναι μιά μίξη ἀπαράδεκτη τῶν κανονικῶν ἐνταλμάτων τῶν Συνόδων μέ τίς καινούργιες ἰδέες ἀπόψεις καί νοοτροπίες. Οἱ ἰδέες αὐτές γινόμενες ἀποδεκτές τελικά θά διαστρέψουν καί θά καταστρέψουν τόν ἀκριβό ἁγιοπνευματικό θησαυρό τῆς κανονικῆς παραδόσεως καί θά ὁδηγήσει τούς ὀρθοδόξους σέ σύγχυση καί ἀποστασία ἀπό τό Εὐαγγέλιο.
.                 Ἀλλά μήπως καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» πρέπει καί Αὐτός ὡς ζήσας στό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» κατά τό ἀνθρώπινο, νά ἐνταχθεῖ στό σημερινό μετανεωτερικό κοσμοείδωλο καί νά ἑρμηνευθεῖ σύμφωνα μέ αὐτό; Μήπως τό ἴδιο πρέπει νά γίνει καί μέ τή διδασκαλία Του;
.             Σύμφωνα μ᾽ αὐτή τήν τοποθέτηση τῆς Ἀκαδημίας τό «προ-νεωτερικό κοσμοείδωλο» καί ἡ συνακόλουθη σήμερα βιουμένη Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζεται μέ τό παρελθόν, ὄχι βέβαια «γιά τό χρόνο τῆς Ἐκκλησίας», ὅπως διατείνονται οἱ μεταπατερικοί ἐρασιτέχνες τοῦ θεολογικοῦ λόγου, ἀλλά γιά τήν κατεδαφιστική τους προοπτική.

.             Γ´ Θέση: Τίθεται, λοιπόν, τὸἀγωνιῶδες ἐρώτημα κατὰ πόσο, μέσα στὸἀναμφισβήτητο κύρος ποὺ τοὺς περιβάλλει, οἱ κανόνες αὐτοὶ διατηροῦν τὴν ὑπαρκτικὴ δυναμική τους, γιὰ νὰἀνταποκρίνονται στὰ αἰτήματα τοῦὁλοένα καὶ περισσότερο μεταβαλλόμενου κόσμου.
.           Μέ τά ἀνωτέρω οἱ κενολογοῦντες μεταπατερικοί ἰσχυρίζονται ὅτι ἀναγνωρίζουν ὡς ἀναμφισβήτητο τό κῦρος τῶν ἱ. Κανόνων. Κῦρος ἐδῶ σημαίνει τή σοβαρότητα καί βαρύτητα τοῦ περιεχομένου τῶν ἱ. Κανόνων πού ἐπιβάλλει στή συνείδηση ὅλων ἕνα σεβασμό πρός αὐτούς, λόγῳ τῆς ἱστορικότητος καί τῆς παλαιότητός τους.
.           Κῦρος διαθέτουν ὅλα τά μνημεῖα, ὅλες οἱ ἱστορικές πηγές κλπ. καί κανείς ἐχέφρων δέν μπορεῖ νά τό ἀμφισβητήσει.
.           Ἀλλά τί γνώμη ἔχουν οἱ μεταπατερικοί ταχυδακτυλουργοί γιά τήν, ἐδῶ καί τώρα, «ὑπαρκτική δυναμική» τῶν Κανόνων, δηλ. γιά τή δύναμη πού διαθέτει τό περιεχόμενό τους γιά νά συμβάλει καθοριστικά στήν κυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν κατά Θεόν ρύθμιση τῆς ὑπάρξεως καί τῆς καθόλου ζωῆς τῶν Χριστιανῶν;
.               Ἀφοῦ πιστεύουν ὅτι οἱ Κανόνες καί ἡ παραδοσιακή ἑρμηνευτική τους ἀπηχοῦν τό παρελθόν, μέ τό ρητορικό τους ἐρώτημα σαφῶς ὑπονοοῦν ὅτι ἡ ὑπαρκτική δυνατότητα τῶν Κανόνων εἶναι…ἀνύπαρκτη, γιατί δέν μποροῦν νά ἐνωτισθοῦν τά …ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τοῦ τρελλά, ἄναρχα καί ἀντίχριστα μεταβαλλόμενου κόσμου.

.               Ἀδελφοί μου χριστιανοί,

στό σημεῖο αὐτό χρειάζεται να τοποθετηθοῦμε σέ ὀρθόδοξη βάση γιά νά φανοῦν καί οἱ ἀληθινές προθέσεις τῶν ἀκαδημαϊκῶν τοῦ Βόλου.
.               Ὅσο κι ἄν μεταβάλλεται ὁ κόσμος λόγῳ τῶν τεχνολογικῶν ἐξελιξεων ἤ τῆς ἀλλαγῆς νοοτροπιῶν, ἰδεῶν καί πρακτικῶν ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν πολύτιμη θεολογία της δηλ. τήν εὐαγγελική διδασκαλία, ὅπως ἐξηγεῖται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες καί τούς Ἱ. Κανόνες, ὡς ἀπάντηση.
.             Ὅσο κι ἄν εἶναι ρευστή ἡ ἐπιστήμη, ὅσο κι ἄν τά ἤθη τοῦ κόσμου μεταβάλλονται, ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν μεταβάλλεται καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ὀρθόδοξη περί ἀνθρώπου διδασκαλία ἤ ἀλλιῶς ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της, ὡς θεόπνευστη, παραμένει ἀμετακίνητη. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς ἱ. Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ὄχι αὐθαιρέτως, νομικῶς καί καιρικῶς, ἀλλά ἅπαξ καί διαπαντός ρυθμίζουν θεοπνεύστως τά τῆς Ἐκκλησίας μέ βάση τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Μήπως ἔπαυσαν τά πάθη νά καταδυναστεύουν τόν ἄνθρωπο καί πρέπει νά καταργηθοῦν τά ὑπό τῶν Κανόνων προβλεπόμενα ἐπιτίμια γιά τά σαρκικά ἁμαρτήματα;
.             Μήπως ἐπειδή ἡ ἀχαλίνωτη σαρκολατρία κυριαρχεῖ στόν «μεταβαλλόμενο κόσμο», θά καταργήσουμε τά κωλύματα ἱερωσύνης πού προβλέπουν οἱ ἱεροί Κανόνες;
.             Μήπως θά ἀνεχθοῦμε ὡς φυσιολογική τήν ὁμοφυλοφιλία, τίς ἐλεύθερες συμβιώσεις ;
.             Μήπως καί τίς λεσβίες παπαδίνες στά πλαίσια τῆς φεμινιστικῆς λαίλαπας;
.             Μἠπως θά πρέπει νά καταργήσουμε ἤ νά μειώσουμε τίς προβλεπόμενες ὑπό τῶν Κανόνων νηστεῖες, ἐπειδή «κανείς δέν νηστεύει», ὅπως εἶπε ἀφελῶς κάποτε στό Σαμπεζύ ἕνας ταλαίπωρος ἐπίσκοπος;
.             Μήπως ἐπειδή οἱ μεγαλόσχημοι οἰκουμενιστές τρῶνε, πίνουν καί συμπροσεύχονται μέ τούς αἱρετικούς, θά καταργήσουμε τήν προβλεπόμενη ὑπό τῶν Κανόνων ἀπαγόρευση τῶν συμπροσευχῶν;
.             Νομίζω, ἡ ἀπάντηση ὅλων μας ὡς ὀρθοδόξων εἶναι, «ὄχι, βέβαια!»
.             Ἀλλά δυστυχῶς οἱ μεταπατερικοί κατεδαφιστές δέν θέλουν νά ἀκολουθοῦν τήν ἐκκλησιαστική ἀλήθεια «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις». Ἔχουν τό ἴδιον θέλημα ὡς δόγμα τους καί τούς δικούς τους ἀνόμους σχεδιασμούς ὡς ἀνεκπλήρωτο ὄνειρο. Φοβοῦμαι λοιπόν ὄχι ἀβάσιμα, ὅτι μετά τό Συνέδριο «Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί σύγχρονες προκλήσεις» θά βρεθοῦμε μπροστά σέ σύνολο προτεινομένων καινοτομιῶν ἀντιθέτων ὄχι μόνο μέ τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Ἡ ὑπερβολικά μεγάλη συστράτευση ὁμιλητῶν (27 εἰσηγητές), ἴσως καί ἐν ὄψει τῆς σχεδιαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου, ὀφείλεται στή σημασία πού δίνουν ἄδηλα καί κρύφια κέντρα στή μελετωμένη παραχάραξη τῶν Ἱ. Κανόνων. Πιθανόν ἐπίσης νά ἐπιδιώκονται παρόμοιες συμμαζώξεις, ὥστε οἱ συμμετέχοντες νά νοιώθουν ἀσφάλεια μαντρωμένοι στή νοοτροπία καί τούς στόχους τοῦ ἰσοπεδωτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ καθένας πάντως γι᾽ αὐτή καθ᾽ αὑτή τή συμμετοχή του στό Συνέδριο αὐτό καί τίς τυχόν ἀντορθόδοξες ἀπόψεις του διατηρεῖ ἀκέραιες τίς εὐθῦνες του ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἁγίας του Ἐκκλησίας.

Ὅσο γιά μᾶς ἀδελφοί μου,
.               Ὁ Χριστός πού μένει εἰς τόν αἰῶνα ἔχει δώσει διά τῆς Θείας Του Οἰκονομίας καί τοῦ κηρύγματός Του ἀμετακίνητες καί ἀσφαλεῖς βάσεις στήν πορεία τοῦ Σώματός Του.
.               Οἱ ἱεροί Κανόνες εἷναι, ὅπως εἴπαμε, πολύτιμοι ὁδοδεῖκτες γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τή ζωή ἑνός ἑκάστου ἡμῶν.
.               Δέν ἀθετοῦμε, δέν «διορθώνουμε», δέν καταργοῦμε ὅσα οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐθέσπισαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους εἴτε ἀφορᾶ στήν πίστη (Ὅροι) εἴτε ἀφορᾶ στή ζωή καί στό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας (Ἱ. Κανόνες)
.               Ἄς μένουμε ἑδραῖοι στήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί Παράδοσή μας καί ἄς παρακαλοῦμε τόν Κύριό μας νά φυλάττει ἀλώβητη τήν Μία Αγία Καθολική Ἐκκλησία Του, ἀπό κάθε ἐπιβουλή καί πλάνη τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν τοῦ Σταυροῦ.

 

 ΠΗΓΗ: orthros.eu

,

Σχολιάστε

«Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΞΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΛΘΕ ΣΕ ΜΙΑ “ΚΑΣΤΑ ΕΙΔΙΚΩΝ”, ΤΟΥΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΥΣ»

Πρωτ. Λάμπρου Δ. Φωτοπούλου:

«ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΚΟΣΜΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ»

.         ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Πρόκειται γιὰ μιὰ σημαντικὴ κατάθεση στὸ συγκεκριμένο πεδίο τῆς σχέσεως τῶν Ἱ. Κανόνων μὲ τοὺς Κοσμικοὺς Νόμους (δηλ. τοῦ Κράτους), μὲ καίριες ἐπισημάνσεις. Ὁ πρωτοπρεσβύτερος συγγραφεὺς ἔμπειρος νομικός, ὡς πρώην Δικηγόρος, βλέπει κι ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς τὸ θέμα, καὶ ὡς ποιμένας-θεολόγος καὶ ὠς νομικός.
.        Κύρια γραμμὴ ἀναπτύξεως τοῦ προβληματισμοῦ γύρω ἀπὸ τὴν σχέση τῶν Κανόνων μὲ τοὺς Νόμους ἀποτελεῖ τὸ ἀνθρωπολογικὸ ὑπόβαθρο. Ἡ διήκουσα ἀρχὴ τῶν Ἱ. Κανόνων συνίσταται στὸ μεγάλο ἐρώτημα: τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Οἱ Ἱ. Κανόνες ἀποτελοῦν «ἀνθρωπολογικὲς προτάσεις», τῶν ὁποίων θεμελιῶδες κριτήριο εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θεάνθρωπος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν Νόμο τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἔχει ἄλλα θεμέλια άνθρωπολογικά, ἔχει ἄλλον «ἰδεώδη» ἀνθρώπινο τύπο, τὸν «φυσικὸ» ἄνθρωπο. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ὁ τελικὸς σκοπὸς ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος Ἑρμηνείας καὶ Ἐφαρμογῆς τῶν δύο αὐτῶν Συστημάτων διακρίνεται ριζικά. Οἱ  μὲν Ἱ. Κανόνες κατανοοῦν παντοῦ καὶ πάντα τὴν «ἀντικανονικὴ ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ» ὡς ἀσθένεια καὶ ἀποσκοποῦν στὴν πνευματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, οἱ δὲ Νόμοι ἔχουν πολλὲς φορὲς μεταβαλλομένη (χρονικῶς καὶ γεωγραφικῶς) ἄποψη γιὰ τὴν «συμπεριφορὰ» καὶ στοχεύουν κυρίως στὴν ἐξισορρόπηση κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων διὰ τῆς ἀπειλῆς ποινῶν.
.      Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ προβληματισμοῦ, ἰδιαίτερη ἔμφαση δίδεται στὸ πρόβλημα τῆς ὀρθῆς «ὑπαγωγῆς» (καὶ τοῦ κανονικοῦ/νομικοῦ συλλογισμοῦ), προΰπόθεση τῆς ὁποίας (ώς πρὸς τοὺς Ἱ. Κανόνες) δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ νομικὴ λογικὴ ἀλλὰ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τοῦ λογιστικοῦ τῆς ψυχῆς, σύμφωνα μὲ τὶς ὀρθόδοξες νηπτικὲς ἀρχές. Μάλιστα ἐδῶ προσάγεται τὸ ἐξαιρετικὸ παράδειγμα τῆς «ἀντιδικίας» τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Διάβολο στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ὁ τελευταῖος «πείραξε» τὸν Κύριο μὲ τὰ τρία «Γέγραπται γάρ». Ἐπικαλούμενος δηλαδὴ τὶς διατάξεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἔκανε λάθος ΥΠΑΓΩΓΗ μὲ τὴν «δαιμονικὴ λογική του», γιὰ νὰ παγιδεύσει τὸν Χριστό μακριά ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος. (Τόσο μεγάλη σημασία ἔχει ἡ ὑπαγωγή καὶ συνεπῶς τὸ ἁγιοπνευματικὸ στοιχεῖο).

.            Ἡ ἐπισήμανση αὐτῶν τῶν βασικῶν διαφορῶν καὶ ἡ μεθοδική, ἂν καὶ συνοπτική, ἀνάλυση τῶν ἐπὶ μέρους συνεπειῶν τους ἀποτελεῖ τὴν συνεισφορὰ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Εἴθε ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς νὰ γονιμοποιήσει πλούσια καρποφορία ἐπ᾽ ἀγαθῷ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου τοῦ
Πρωτ. Λάμπρου Δ. Φωτοπούλου (πρ. Δικηγόρου)

«ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ καὶ ΚΟΣΜΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ»

Ἀθήνα 2010 

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» 

.          (…) Τί ἔχει λοιπὸν νὰ ὠφεληθῆ ἡ Ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀπὸ ἕνα νομικὸ σύστημα ἑρμηνείας ποὺ ἔχει ἄλλες προθέσεις καὶ ἐξυπηρετεῖ ἄλλους σκοπούς; Ἡ ἀπάντηση θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σαφῶς ἀρνητική: Τίποτα!. Παρὰ ταῦτα  σήμερα πρυτανεύουν ἀντίθετες ἄποψεις. Οἱ ἀσχολούμενοι ἐπιστημονικὰ μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες (Κανονολόγοι) ἀντὶ νὰ μελετήσουν αὐτοτελεῖς τρόπους ἑρμηνείας των προτιμοῦν τὴν «πεπατημένη ὁδὸ» τῶν νομικῶν μεθόδων ἑρμηνείας μὲ κάποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις πρὸς δύο βασικὰ κατευθύνσεις: Α) Οἱ καθηγητὲς τῶν Νομικῶν Σχολῶν ποὺ ἐντάσσουν τοὺς Ἱ. Κανόνες στὸ σύστημα τοῦ ἰσχύοντος δικαίου ἀπορρίπτουν ἀνενδοίαστα ὅσους Κανόνες (ἢ σὲ ὅση ἔκταση αὐτοὶ) δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν κρατοῦσα ἔννομη τάξη. Αὐτὴ ἡ μέθοδος ὁδηγεῖ στὴν  δημιουργία ἑνὸς Ἐθνικοῦ Δικαίου τῆς Ἑλλαδικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Β) Οἱ καθηγητὲς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν (στὴν πλειοψηφία τους), χωρὶς τυπικὰ νὰ ἀπορρίπτουν ἡ νὰ τροπoπoιoῦν τοὺς Ἱ. Κανόνες, τοὺς ἑρμηνεύουν νομικὰ ἔτσι, ποὺ νὰ γίνονται πιὸ εὐέλικτοι καὶ πιὸ προσαρμόσιμοι στὸ σύγχρονο δικαιακὸ σύστημα. Ἡ ἄποψη αὐτὴ δέχεται τυπικὰ τὸν ὑπερεθνικὸ χαρακτήρα τῶν Ἱ. Κανόνων ἀλλὰ τοὺς «συμμορφώνει» πρὸς τὸν τρόπο σκέψεως τῆς κρατοῦσας ἔννομης τάξης. Τοὺς βλέπει ὅμως σὰν ἰδιόμορφα νομικὰ κείμενα καὶ προσδίδει σὲ αὐτοὺς μερικὲς ἀπὸ τὶς ἰδιότητες ποὺ ἔχουν οἱ κοσμικοὶ νόμοι, θεωρεῖ δηλαδὴ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες ὡς sui generis νόμους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν διστάζουν οἱ θεολόγοι-νομικοὶ νὰ χρησιμοποιήσουν ἀποκλειστικὰ τὶς νομικὲς μεθόδους ἑρμηνείας προκειμένου νὰ τοὺς κατανοήσουν. Ἡ νομικὴ μέθοδος χρησιμοποιεῖται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἐπίσης πρὸς δύο κατευθύνσεις: α. στὴν κατανόηση τοῦ νοηματικοῦ περιεχομένου τοῦ κάθε ἱεροῦ Κανόνα καὶ β. στὴν ὀρθὴ ὑπαγωγὴ τῶν διαφόρων κανονικῶν περιστατικῶν στὸν προσήκοντα Κανόνα κατὰ τὴν ἐκδίκαση ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων.

.           Αὐτὲς οἱ μέθοδοι ἑρμηνείας, ὅπως ἐφαρμόζονται, εἶναι στενόκαρδες, γιατί ξοβελίζουν τν Θεία Χάρη κατ δύο τρόπους: Πρῶτον, μ κτιστ μέσα κατανόηση τν Πνευματικν Νόμων τς κκλησίας δημιουργε τν σφαλμένη ντύπωση τι ο ερο Κανόνες εναι νθρώπινα δημιουργήματα, καιρικς σημασίας νώφελα γι τν σημεριν νθρωπο. Δεύτερον, παραδίδει τ κείμενα ατ σ μι «κάστα» εδικν, τος θεράποντες τς Νομικς πιστήμης, ποὺ ἀναλαμβάνουν, ὡς δῆθεν ἁρμόδιοι, νὰ τοὺς κατανοήσουν καὶ νὰ τοὺς ἑρμηνεύσουν1. χαρισματικς χαρακτήρας το πισκοπικο ξιώματος ναιρεται κα ρόλος το Πνευματικο ποβαθμίζεται. Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ἀντικανονικὰ πλαίσια ὁ Ἐπίσκοπος ἢ ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων ἔχοντας χάσει τὸν Κανονικό τους ρόλο, νὰ ἀποφαίνονται δηλαδὴ μετὰ αὐθεντίας γιὰ κάθε πνευματικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, καταντον πλ διοικητικ ργανα. πίσκοπος εδικώτερα γίνεται νας διοικητικς προϊστάμενος το ερατείου, νας «ερς τμηματάρχης» μ π πλέον καθκον ν … λαμπρύνει τς πανηγυρικς κδηλώσεις κα τελετς μ τς φανταχτερς στολές του. Τ ρόλο το θεματοφύλακα τν ερν Κανόνων, ποὺ δισχιλιετς παράδοση τς κκλησίας το Χριστο το νεπιστεύθη κα ποὺ ο διοι ο ερο Κανόνες το πιβάλλουν ς κύριο ργο του, τν ναλαμβάνουν ο φερόμενοι ς πλέον εδήμονες πιστήμονες- νομικοί.2
.           Μιὰ πικρὴ γεύση αὐτοῦ τοῦ πλανεμένου δρόμου ποὺ ἔχει πάρει ἡ ἑρμηνεία τῶν ἱερῶν Κανόνων στὶς μέρες μας μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς μελετώντας γνωμοδοτήσεις τῆς νομοκανονικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν τελευταίων ἐτῶν. Οἱ νομικὲς δολιχοδρομίες καὶ οἱ λογικοὶ ἀκροβατισμοὶ καταλήγουν σὲ νομοκανονικὲς ἀποφάσεις τόσο ἀντίθετες μὲ ὅσα μέχρι χθὲς γνωρίζαμε ὡς ὀρθά, ποὺ δημιουργεῖ κατάπληξη3. Καὶ δυστυχῶς, οἱ Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔχουν τὸ καθῆκον νὰ ὑποταχθοῦν χωρὶς ἀντίρρηση στὰ κελεύσματα αὐτὰ τῶν νομικῶν … Ἔτσι δημιουργεῖται χιονοστοιβάδα νέων προβλημάτων.
.           Οἱ νομικὲς αὐτὲς λύσεις δημιουργοῦν ἐπιπλέον σὺν τῷ χρόνῳ ἕνα Ἐθνικὸ Κανονικὸ Δίκαιο σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο οἱ ἴδιοι ἱεροὶ Κανόνες ἔχουν ἄλλη ἔννοια στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἄλλη σὲ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἄλλων χωρῶν. Καταντομε τσι ν δεχθομε τν σχετικότητα τν ερν Κανόνων νάλογα μ τὴν χώρα, τν ποχ κα τ κοινωνικοπολιτικ συστήματα. Δημιουργομε τελικ να Θετικ Κανονικ Δίκαιο κα να Χριστ μ πολλς … θνικς ταυτότητες.
.           Ἡ νομικὴ μέθοδος λοιπὸν δὲν ἀποτελεῖ τὴν «πανάκεια» στὴν ἐπίλυση τῶν Κανονικῶν Ζητημάτων, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται μιὰ ἄλλη μέθοδος ποὺ νὰ συμπλέει μὲ τὸν χαρισματικὸ χαρακτήρα τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ καὶ νὰ δίδει ἐπιτυχεῖς λύσεις στὰ παρουσιαζόμενα Κανονικὰ Προβλήματα.
.           Ἡ ἀναζήτηση μιᾶς ὀρθῆς μεθόδου ἑρμηνείας τῶν ἱερῶν Κανόνων, μέσα στὰ πλαίσια ποὺ πιὸ πάνω ἀναφέραμε, ἀπαιτεῖ νὰ γνωρίσουμε τὰ εἰδικότερα στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ διαφοροποιοῦν τὸ Δίκαιο τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπὸ τοὺς Κοσμικοὺς Νόμους. Μετὰ τὴν γνώση αὐτή, νὰ προχωρήσουμε σὲ μιὰ αὐτάρκη καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση ἀπόπειρα σκιαγράφησης τοῦ τρόπου κατανόησης τῶν ἱερῶν Κανόνων.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 .         1. πρβλ. σχετικὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπου ἐνῶ ὁ Λαὸς ἀνεγνώριζε στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ τὸν Μεσσία, ἡ τάξη τῶν ἑρμηνευτῶν τοῦ Νόμου ἰσχυριζόταν τὸ ἀντίθετο, ἐπικαλούμενοι τὴν αὐθεντικὴ γνώση τῆς τάξης τους: μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! (Ἰω. ζ´ 48-49)

 .         2.  Ἀφ᾽ ὅτου οἱ νομικοὶ ἀνέλαβαν τὸ θέμα τῆς ἑρμηνείας τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἐδόθη μεγάλη σημασία στοὺς Διοικητικοὺς Κανόνες. Οἱ νομικοὶ δηλαδὴ ἀσχολήθηκαν κυρίως μὲ τὰ διοικητικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα τῆς Ποιμαντικῆς ποὺ ἀποτελοῦσε τὸν πυρήνα τῶν Ἱ. Κανόνων ξέφυγε ἀπὸ τὸ Κανονικὸ Δίκαιο καὶ περιῆλθε σὲ ἄλλη «κάστα εἰδικῶν», τοὺς ἀποκαλουμένους Ψυχολόγους.

 .          3.  Μὲ τὶς νέες γνωμοδοτήσεις μποροῦν πλέον οἱ ἱερεῖς ποὺ καθαιρέθηκαν καὶ οἱ παπαδιὲς ποὺ χώρισαν νὰ ξαναπαντρεύονται, οἱ αὐτόχειρες καὶ τὰ ἀβάπτιστα νήπια νὰ κηδεύονται μὲ θρησκευτικὲς τελετές, περιορίσθηκαν τὰ κωλύματα τοῦ γάμου κ.ἄ.

 Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε