Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἰω. Φουντούλης

Η «ΑΓΝΩΣΤΗ» ΕΟΡΤΗ!

Ἀνάρτηση 18 Μαΐου 2011

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

,

Σχολιάστε

Η «ΜΟΔΑ» ΤΩΝ “ΒΡΑΔΥΝΩΝ” ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΑΘΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΕΣ καὶ ΣΕΒΑΣΜΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ὁ Χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας

ἀπὸ τὴν Μελέτη τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη
Τελετουργικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λειτουργίας
Στὸ βιβλίο «Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας», σελ. 161-162
[Πρακτικὰ Γ´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱ. Μητροπόλεων,
14-17 Ὀκτωβρίου 2001]

ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος,
Ἀθῆναι 2004

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Ὅταν ἡ θεία Λειτουργία, ἀρκετὰ ἐνωρὶς γιὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἀποδεσµεύθηκε ἀπὸ τὶς ἑσπερινὲς «ἀγάπες», δηλαδὴ τὸ δεῖπνο, συνεδέθη µὲ τὴν ἄλλη παραδοσιακὴ ὥρα λήψεως τροφῆς, τὸ γεῦµα, καὶ ἐτελεῖτο γιὰ λόγους εὐλαβείας πρὸ τοῦ γεύµατος, δηλαδὴ πρὸ τῆς µεσηµβρίας, ἀκριβέστερα µεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡµέρας (9 π.µ. µὲ 12η µεσηµβρινὴ κατὰ τὸ σύγχρονο ὡρολόγιο). Ἡ θεολογικὴ ἑρµηνεία ἦλθε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὥρας µὲ δογµατικὰ ἐπιχειρήµατα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁριοθετήθηκε ἡ τέλεσή της ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύµατος κατὰ τὴν τρίτη ὥρα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἀφ᾽ ἑτέρου. Πρὸ καὶ µετὰ τὰ δύο αὐτὰ ὁριακὰ χρονικὰ σηµεῖα ἐθεωρεῖτο µὴ ἐπιτρεπτὴ ἡ τέλεσή της, σφοδρῶς δὲ κατεκρίνοντο ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ Λατίνοι, γιατί συνήθιζαν νὰ λειτουργοῦν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας τὸ πρωί. Αὐτὰ ἴσχυαν γιὰ τὶς ἡµέρες τῶν ἑορτῶν. Κατ᾽ ἐξαίρεση κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν, καὶ µόνο κατ᾽ αὐτές, ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες κατὰ ἢ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ λυχνικοῦ, µετὰ ἀπὸ πλήρη νηστεία, τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ ἀπὸ βρώση καὶ πόση καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡµέρας (παραµονὲς Χριστουγένννων καὶ Θεοφανείων, Μέγα Σάββατο καὶ καθηµερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς). Οἱ γεωργικὲς καὶ ποιµενικὲς συνθῆκες ἔφεραν τὴν Θεία Λειτουργία στὶς πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ ἑορτῶν καὶ ἀκολούθησαν οἱ ἡµέρες τῶν νηστειῶν µὲ τὴν Προηγιασµένη. Ἡ κατὰ τοὺς νεωτάτους χρόνους ἀναζήτηση ποιµαντικῶν λύσεων, τελέσεως δηλαδὴ τῆς θείας Λειτουργίας γιὰ προφανεστάτη ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως τῶν νέων καὶ τῶν ἐργαζοµένων πιστῶν κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες µὲ τὶς λεγόµενες νυκτερινς Λειτουργίες πρ το µεσονυκτίου, ὁδήγησαν σὲ κατάλυση τς παραδόσεως κα τελεία λλοίωση τν περ εχαριστιακς νηστείας ρχαιοτάτων κα σεβασµίων διατάξεων. Κατ᾽ αὐτὲς ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ ἡ αὐτονοήτως πρὸς αὐτὴν συνδεδεµένη κοινωνία τῶν ἀχράντων µυστηρίων, προϋπόθεση ἔχει τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου τῆς προηγουµένης ἡµέρας, πρᾶγµα δυνατὸ µόνον κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν. Κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτὲς εἶναι ἀδιανόητη ἡ τήρηση νηστείας, ποὺ εἶναι, πολὺ ὀρθῶς, σηµεῖο πένθους καὶ κατανύξεως. Οἱ νυκτερινὲς αὐτὲς Λειτουργίες εἶναι ὄντως µιὰ θαυµασία λύση γιὰ τοὺς ἐργαζοµένους πιστούς, γιὰ τὶς ἡµέρες µάλιστα τῶν ἑορτῶν ποὺ δὲν εἶναι ἡµέρες ἀργίας, ἀρκεῖ νὰ λαµβάνεται εἰδικὴ πρόνοια νὰ τελοῦνται κατὰ τὶς πρῶτες µετὰ τὸ µεσονύκτιο ὧρες, δηλαδὴ ἐντός τῆς νέας ἡµέρας. Τότε καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συστέλλεται καὶ οἱ χριστιανοὶ δὲν στεροῦνται τῆς δυνατότητος ἐκκλησιασµοῦ καὶ θείας κοινωνίας σὲ µεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεοµητορικὲς ἑορτὲς ποὺ θεωροῦνται ἐργάσιµες (Ὕψωση Τιµίου Σταυροῦ, Εἰσoδίων, Ὑπαπαντῆς, Μεταµορφώσεως κλπ.) καὶ σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἑορτὲς τῶν ἑορταζοµένων µεγάλων ἁγίων.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Δὲν πάει νὰ λέει ἡ Παράδοση ὅ,τι θέλει! Ἐμεῖς θὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ «ἀρέσει» καὶ ἔχει «πέραση»!

 

, ,

Σχολιάστε

H ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ι. Μ. Φουντούλη (†),
«ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ», 
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς  Διακονίας»
,
ἔκδ. Γ´, Ἀθήνα 1997, σελ. 189-193.

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἑορτάζει στὶς 15 Αὐγούστου ὁ χριστιανικὸς κόσμος, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὶς ἑορτὲς ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, τὶς θεομητορικὲς ἑορτές. Ἴσως εἶναι καὶ ἡ παλαιοτέρα ἀπὸ ὅλες. Τὶς πρῶτες μαρτυρίες ἔχομε γι᾽ αὐτὴν κατὰ τὸν Ε΄αἰώνα, γύρω στὴν ἐποχὴ ποὺ συνεκλήθη ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου (451), ποὺ καθώρισε τὸ θεομητορικὸ δόγμα καὶ ἔγινε αἰτία νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Γιὰ πρώτη φορὰ φαίνεται ὅτι συνεστήθη στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 13 Αὐγούστου καὶ λίγο ἀργότερα μετετέθη στὶς 15 τοῦ ἰδίου μηνός. Εἶχε δὲ γενικώτερο θεομητορικὸ χαρακτῆρα, χωρὶς εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως. Ὠνομάζετο «ἡμέρα τῆς Θεοτόκου Μαρίας». Κέντρο τοῦ πανηγυρισμοῦ ἀναφέρεται στὴν ἀρχὴ ἕνα «Κάθισμα», ναὸς ἐπ᾽ ὀνόματί της, ποὺ εὑρίσκετο ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὸ τρίτο μίλιο τῆς ὁδοῦ ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Βηθλεέμ. Ἡ σύνδεση τῆς ἑορτῆς αὐτῆς πρὸς τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ἔγινε στὸν περίφημο ναὸ τῆς Παναγίας, ποὺ βρισκόταν στὴν Γεθσημανῆ, τὸ «εὐκτήριο τοῦ Μαυρικίου», ὅπου ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος της. Αὐτὸς ὁ ναὸς πολὺ σύντομα πῆρε τὸν χαρακτήρα τοῦ μεγαλύτερου θεομητορικοῦ προσκυνήματος καὶ ἡ ἀκτινοβολία του ἔγινε αἰτία ἡ πανήγυρίς του κατὰ τὴν 15η Αὐγούστου γρήγορα νὰ διαδοθῆ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν χριστιανικὸ κόσμο σὲ ἀνατολὴ καὶ δύση σὰν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἀργότερα ἐξήρθη ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν προπαρασκευαστικὴ νηστεία καὶ τὴν παράτασι τοῦ ἑορτασμοῦ μέχρι τῆς 23ης ἢ καὶ μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Αὐγούστου καὶ ἔγινε ὄχι μόνο ἡ μεγαλυτέρα θεομητορικὴ ἑορτὴ ἀλλὰ καὶ μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ἑορτὲς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Αὐτὸ βέβαια ἦταν φυσικὸ νὰ γίνη, γιατί ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ προσφιλέστερο καὶ ἱερώτερο πρόσωπο μετὰ τὸν Κύριο καὶ γι᾽ αὐτὸ συνεκέντρωσε τὴν τιμὴ καὶ τὴν εὐλάβεια ὅλων τῶν χριστιανικῶν γενεῶν. Ἀναρίθμητοι ναοὶ καὶ μονὲς ἔχουν κτισθῆ πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεώς της, θαυμάσιες τοιχογραφίες παριστάνουν σὲ κάθε ναὸ πίσω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο σὲ ἐκπληκτικὲς συνθέσεις τὴν ἱερά της κηδεία, ὕμνοι ἐκλεκτοὶ ἔχουν διακοσμήσει τὴν ἀκολουθία της καὶ λόγοι λαμπροὶ καὶ ἐγκώμια ἐξεφωνήθησαν ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ νεωτέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης της. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες γενεὲς συναγωνίσθησαν στὴν προσφορὰ ὅ,τι ἐκλεκτοτέρου εἶχαν νὰ παρουσιάσουν, γιὰ νὰ μακαρίσουν ἔργῳ καὶ λόγῳ τὴν Παρθένο Μαρία.
.               Γιὰ τὴν κατανόησι τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων θεομητορικῶν ἑορτῶν, τῆς Συλλήψεως, τῆς Γεννήσεως καὶ τῶν Εἰσοδίων, πρέπει νὰ κάμωμε μία μικρὰ ἀναδρομὴ στὶς πηγές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλήθηκαν τὰ θεομητορικὰ αὐτὰ θέματα. Διαφορετικὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἑρμηνεύσῃ κανεὶς ὅ,τι συνδέεται μὲ τὸν ἑορτασμὸ αὐτόν, τὰ συναξάρια, τὴν ὑμνογραφία καὶ τὴν εἰκονογραφία τους. Οἱ αὐθεντικὲς ἱστορικὲς πηγές, τὰ Εὐαγγέλια καὶ τὰ ἄλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, δὲν μᾶς διέσωσαν πληροφορίες γιὰ τὸν πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ γιὰ τὸν μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου βίο τῆς Θεοτόκου. Πρόθεσις τῶν ἱερῶν συγγραφέων ἦταν νὰ ἀφηγηθοῦν τὸν βίο καὶ τὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅ,τι ἄμεσα συνεδέετο μὲ Αὐτὸν καὶ ὄχι νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν εὐλαβῆ περιέργεια ἢ τὰ ἱστορικὰ ἐνδιαφέροντα τῶν ἀναγνωστῶν τους. Ἡ παράδοσις ὅμως τῆς Ἐκκλησίας διέσωσε ἀπὸ στόματος εἰς στόμα διάφορες πληροφορίες ποὺ ἀφοροῦσαν στὸν βίο τῆς Θεοτόκου πρὸ τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασί Του. Ἀργότερα διάφοροι εὐλαβεῖς, κατὰ τὸ πλεῖστον, συγγραφεῖς περιέλαβαν τὶς πληροφορίες αὐτὲς καὶ τὶς ἀνέπτυξαν μὲ τὴν φαντασία τους καὶ γιὰ νὰ ἔχουν περισσότερο κύρος ἔθεσαν στοὺς τίτλους τῶν ἔργων τους μεγάλα ἀποστολικὰ ὀνόματα. Ἡ Ἐκκλησία ἀπέρριψε καὶ κατεδίκασε τὰ βιβλία αὐτὰ καὶ τὰ ὠνόμασε «Ἀπόκρυφα» καὶ «Ψευδεπίγραφα». Σὲ μεταγενεστέρα ἐποχὴ πολλὲς ἀπὸ τὶς διηγήσεις αὐτές, τουλάχιστον στὶς βασικές τους γραμμές, ἔδωσαν θέματα στὴν διαμόρφωσι ἑορτῶν, στὴν σύνταξι συναξαρίων, στὴν ποίηση ὕμνων καὶ στὴν εἰκονογραφία. Ἐξ ἄλλου, καθὼς προείπαμε, ὁ πυρὴν τῶν διηγήσεων αὐτῶν εἶχε ὡς βάσι του παμπάλαιες ἱστορικὲς παραδόσεις γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.
.               Εἰδικὰ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀφηγεῖται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ μία ἀπόκρυφος διήγησις, ποὺ φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωάννου. Μία περίληψι τοῦ ἐκτενοῦς αὐτοῦ κειμένου θὰ παρουσιάσωμε ἐδῶ. Σὲ κάθε του σημεῖο ὁ ἀναγνώστης του θυμᾶται ἀντίστοιχες φράσεις ἀπὸ τοὺς ὕμνους καὶ τὸ συναξάριο τῆς ἑορτῆς καὶ λεπτομέρειες ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως ποὺ ἐφιλοτέχνησαν βυζαντινοὶ ζωγράφοι.
.              Ἡ Παναγία μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ καθημερινῶς πηγαίνει στὸ ζωοδόχο μνῆμα καὶ προσεύχεται. Μία Παρασκευὴ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ παρουσιάζεται μπροστά της καὶ τὴν χαιρετᾶ: «Χαῖρε, ἡ γεννήσασα Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν. Ὁ Κύριος ἄκουσε τὴν προσευχή σου καὶ θὰ ἀφήσης τὸν κόσμο καὶ θὰ πορευθῆς εἰς τὴν ζωὴν τὴν ἀληθινὴν καὶ ἀδιάδοχον». Ἡ Θεοτόκος ἐπιστρέφει στὸν οἶκο της, θυμιᾶ καὶ προσεύχεται στὸν Χριστὸ νὰ τῆς στείλῃ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ παρασταθοῦν στὸν θάνατό της. Ἡ προσευχή της εἰσακούεται καὶ πρῶτος φθάνει, ἁρπαγεὶς ἀπὸ νεφέλη, ὁ Ἰωάννης καὶ σὲ λίγο ἐπὶ νεφελῶν καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι οἱ διεσπαρμένοι στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Τὴν Κυριακὴ ἔρχεται μὲ τὴν ἀπαστράπτουσα δόξα Του καὶ μὲ χιλιάδες ἀγγέλους ὁ Κύριος νὰ παραλάβῃ τὴν ψυχὴ τῆς Μητρός Του. Ἐκείνη εὐλογεῖ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν κόσμο, δέεται γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων καὶ ἀφοῦ λαμβάνει τὴν ὑπόσχεσι ὅτι «πᾶσα ψυχὴ ἐπικαλουμένη τὸ ὄνομά της οὐ μὴ καταισχυνθῇ, ἀλλ᾽ εὕρῃ ἔλεος καὶ παράκλησιν καὶ ἀντίληψιν καὶ παρρησίαν καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι», παραδίδει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Υἱοῦ της. Οἱ Ἀπόστολοι περιπτύσσονται τὸ σκῆνος καὶ ψάλλοντες μεταφέρουν τὴν κλίνη μὲ τὸ σῶμα γιὰ ταφή. Ἕνας Ἑβραῖος ὀνόματι Ἰεφωνίας ὁρμᾶ καὶ ἐπιχειρεῖ «κατὰ τῆς κλίνης», ἀλλ᾽ ἄγγελος Κυρίου μὲ «ξίφος πυρός» ἀποκόπτει τὰ χέρια του ἀπὸ τῶν ὤμων, ποὺ μένουν κρεμασμένα στὴν κλίνη. Αὐτὸς μετανοεῖ καὶ κολλῶνται πάλι τὰ χέρια του, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι ἀνενόχλητοι συνεχίζουν τὴν ἐκφορά. Τὸ σκῆνος θάπτεται σὲ καινὸ μνημεῖο στὴν Γεθσημανῆ, τὴν Τρίτη ὅμως ἡμέρα «μετετέθη… ἐν Παραδείσῳ». […]

, ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[3]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[3]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]
Μέρος Β´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

.               Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
.               Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

.               Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[1]

.               Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται). Μέσα σὲ ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ ἕνα νέο φροῦτο: οἱ βραδυνὲς Θ. Λειτουργίες (ὄχι Ἀγρυπνίες), δηλ. τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπὸ 8 μέχρι 10 τὸ βράδυ!
.               Μπορεῖς κάλλιστα, μὲ τὸ νέο διαφημιζόμενο προϊόν, νὰ ζεῖς ξεχωριστὲς κατανυκτικὲς ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ σηκώνεσαι νωρὶς τὸ πρωί. Τελειώνεις τὸ πρόγραμμά σου τῆς ἡμέρας  καὶ τὶς πρωταρχικὲς προτεραιότητές σου καὶ μετὰ φαγωμένος -γιατί ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχεις ἀντέξει ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγουμένης νὰ παραμείνεις νηστικός!- πηγαίνεις καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ μιὰ ὡραία βραδυνὴ Θ. Λειτουργία.
.               Δὲν εἶναι ὅτι ἔχουμε κυριολεκτικῶς παραφρονήσει ὡς κοινωνία, ἔχουμε «λαλήσει» καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Δὲν μᾶς φτάνουν ὅλα τὰ ἄνομα καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀφύσικα καὶ ἀπάνθρωπα, ποὺ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως νομοθετοῦνται, ἔχουμε ἐντελῶς παραλελυμένα καὶ τὰ πνευματικὰ-ἐκκλησιαστικὰ ἀντισώματα καὶ θεολογικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσει κάποιος: «ἐδῶ ἔχουμε κατασκευάσει θεολογικὸ προγεφύρωμα στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς «ἀνθρωπολογικοῦ καθεστῶτος», ἔχουμε ἀποδεχθεῖ τὴν ἀλλαγὴ φύλου, στὶς βραδυνὲς λειτουργίες θὰ κολλήσουμε;»
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἀνασύρει τὴν παλαιότερη θεολογικὴ ἀπάντηση (σὲ σχετικὸ ἐρώτημα) τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, γιὰ νὰ εἶναι διαθέσιμη σὲ ὅποιον φιλοτιμηθεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Οἱ ὑπόλοιποι μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ συνεχίσουν τὸν καταποντισμό τους.

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.
.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.
.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ;

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ
ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ;

Τοῦ † Ἰω. Φουντούλη 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικὰς ἀπορίας», τ. Β´,
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
ἔκδ. Δ´, Ἀθῆναι 1994
σελ. 157 (Ἀπάντηση 208)

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.               «Ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία καὶ αὐτὴ εἴτε τελεῖται τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, τὴν Κυριακή, ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους καὶ ὁ κοινωνῶν κοινωνεῖ πάντοτε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ἔτσι καὶ στήν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ μεταβάλλεται διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τὸ εὐλογούμενο ὕδωρ σέ Μέγαν ῾Αγιασμό, σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς δύο ἡμέρες τελεσθεῖ ἡ ἀκολουθία. ῾Η διπλῆ τέλεσις τῆς ἀκολουθίας προῆλθε ἀπό καθαρῶς πρακτικοὺς λόγους, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν. Ἀπὸ ἰδίους λόγους προῆλθε καὶ ἡ διπλῆ τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὰ Θεοφάνεια […] Ἡ διάκρισις Ἁγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καὶ ἁγιασμοῦ τῆς ἑορτῆς εἶναι καθαρῶς λαϊκῆς προελεύσεως, ἀνάλογος πρὸς τὴν διάκρισι ποὺ γίνεται μεταξὺ ἀντιδώρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ ἀντιδώρου τῶν ἄλλων ἡμερῶν».
.               Ἄλλες προσπάθειες προσεγγίσεως συνιστοῦν εὐσεβεῖς ἐξηγήσεις, χωρὶς ὅμως κανένα ἱστορικὸ ἢ λειτουργικὸ ἔρεισμα.

βλ. σχετ.:  Ο Μ. ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/05/ὁ-μέγας-ἁγιασμὸς-τῶν-φώτων/

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/01/05/ἡ-νηστεία-τῆς-παραμονῆς-τῶν-θεοφανε/

, , ,

1 Σχόλιο

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος

τοῦ (†) Ἰωάννου Φουντούλη,
καθηγ. Πανεπ. 

ΟΙΚΟΣ ΚΑ´ ΧΑΙΡΕΤ..              Στὴν ἐπίσημη λειτουργικὴ γλῶσσα ἡ ἀκολουθία αὐτὴ ὀνομάζεται «Ἀκάθιστος Ὕμνος» ἢ μονολεκτικὰ «Ἀκάθιστος» ἀπὸ τὴν ὀρθία στάση, ποὺ τηροῦσαν οἱ πιστοὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ψαλμωδίας της. Ἔτσι καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴν στάση τοῦ σώματος ἐκφράζεται ἡ τιμή, ἡ ἰδιαίτερη εὐλάβεια, ἡ εὐχαριστία πρὸς ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποία ἀπευθύνουμε τοὺς χαιρετισμούς μας.
.              Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία αὐτὴ στὴ σημερινὴ λειτουργική μας πράξη ἐντεταγμένη στὸ λειτουργικὸ πλαίσιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου, ὅπως ἀκριβῶς τελέσθηκε ἀπόψε.
.              Ἔτσι γίνεται κάθε Παρασκευὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες τῶν Νηστειῶν, ἀκόμα καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Ε´ Ἑβδομάδος, ποὺ μετὰ τὴν τμηματικὴ στὶς τέσσερις πρῶτες ἑβδομάδες ψαλμωδία του, ἀνακεφαλαιώνεται ὁλόκληρος ὁ ὕμνος.
.              Στὰ μοναστήρια, ἀλλὰ καὶ στὴν σημερινὴ ἐνοριακὴ πράξη καὶ παλαιότερα κατὰ τὰ διάφορα Τυπικά, ἔχουμε καὶ ἀλλὰ λειτουργικὰ πλαίσια γιὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ ὕμνου: τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τοῦ Ἑσπερινοῦ, τῆς Παννυχίδος ἢ μιᾶς ἰδιόρρυθμης Θεομητορικῆς Κωνσταντινουπολιτικῆς ἀκολουθίας, τὴν «Πρεσβεία». Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις σ’ ἕνα ὁρισμένο σημεῖο τῆς κοινῆς ἀκολουθίας γίνεται μία παρεμβολή. Ψάλλεται ὁ κανὼν τῆς Θεοτόκου καὶ ὁλόκληρο ἢ τμηματικὰ τὸ κοντάκιο καὶ οἱ οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου.
.              Θὰ παρατρέξωμε τὸ διαφιλονικούμενο, ἐξ ἄλλου, θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καὶ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκάθιστου. Πολλοὶ φέρονται ὡς ποιηταί του: ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, ὁ Γεώργιος Πισίδης, οἱ πατριάρχαι τῆς Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανὸς ὁ Α΄, ὁ Ἱερὸς Φώτιος, ὁ Γεώργιος Νικομηδείας (Σικελιώτης), ποιηταὶ ποὺ ἔζησαν ἀπὸ τὸν Ζ΄ μέχρι τὸν Θ΄ αἰώνα. Ἡ παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη ἀστάθεια καὶ οἱ νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στὶς λίγες ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κείμενο, ἄλλοι προτιμοῦν τὸν ἕνα καὶ ἄλλοι τὸν ἄλλο ἀπὸ τοὺς φερομένους ὡς ποιητάς του.
.              Ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο συνεδέθη ἀπὸ τὴν παράδοσι ἡ ψαλμωδία τοῦ Ἀκάθιστου, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς προσανατολίση κάπως στὴν ἀναζήτησί μας: Ἡ ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου πολιορκία καὶ ἡ θαυμαστὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν 8η  Αὐγούστου τοῦ ἔτους 626. Κατὰ τὸ Συναξάριο μετὰ τὴν λύσι τῆς πολιορκίας ἐψάλη ὁ ὕμνος αὐτὸς στὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, ὡς δοξολογία καὶ εὐχαριστία γιὰ τὴν σωτηρία, ποὺ ἀπεδόθη στὴν θαυματουργικὴ δύναμι τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τῆς Πόλεως. Πατριάρχης τότε ἦτο ὁ Σέργιος, ποὺ πρωτοστάτησε στοὺς ἀγώνας γιὰ τὴν ἄμυνα. Εὔκολο ἦταν νὰ θεωρηθῆ καὶ ποιητὴς τοῦ ὕμνου, ἂν καὶ οὔτε ὡς ὑμνογράφος μᾶς εἶναι γνωστός, οὔτε καὶ ὀρθόδοξος ἦτο. Ἐξ ἄλλου ὁ ὕμνος θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν παλαιότερος, γιατί ἂν ἦταν γραμμένος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν παρὰ ρητῶς νὰ κάμνη λόγο γι’ αὐτὴν καὶ ὄχι νὰ ἀναφέρεται σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως θὰ ἰδοῦμε πιὸ κάτω. Ἡ ψαλμωδία ὅμως τοῦ Ἀκαθίστου συνδέεται ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ μὲ ἄλλα παρόμοια γεγονότα: τὶς πολιορκίες καὶ τὴν σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου (673), ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717-718) καὶ ἐπὶ Μιχαὴλ Γ΄ (860).
.              Ὅποιος ὅμως καὶ ἂν ἦταν ὁ ποιητὴς καὶ μὲ ὁποιοδήποτε ἱστορικὸ γεγονὸς ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω καὶ ἂν συνεδέθη πρωταρχικά, ἕνα εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο, ποὺ μᾶς δίδουν οἱ σχετικὲς πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ὠδὴ πρὸς τὴν ὑπέρμαχο στρατηγὸ τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους κατὰ τὶς εὐχαριστήριες παννυχίδες ποὺ ἐτελοῦντο εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἀνωτέρω γεγονότων. Κατὰ τὴν παρατήρησι τοῦ συναξαριστοῦ ὁ ὕμνος λέγεται «Ἀκάθιστος», γιατί τότε κατὰ τὴν σωτηρία τῆς Πόλεως καὶ ἔκτοτε μέχρι σήμερα, ὅταν οἱ οἶκοι τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐψάλλοντο, «ὀρθοὶ πάντες» τοὺς ἤκουαν εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, ἐνῶ στοὺς Οἴκους τῶν ἄλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» ἐκάθηντο.
.              Γιατί ὅμως ψάλλεται κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οἱ λύσεις τῶν ἀνωτέρω πολιορκιῶν δὲν συνέπεσαν κατ’ αὐτήν. Στὶς 8 Αὐγούστου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Ἡρακλείου, τὸν Σεπτέμβριο ἡ ἐπὶ Πωγωνάτου, στὶς 16 Αὐγούστου ἑωρτάζετο ἡ ἀνάμνησις τῆς σωτηρίας τῆς Πόλεως ἐπὶ Λέοντος Ἰσαύρου καὶ στὶς 18 Ἰουνίου ἐλύθη ἡ πολιορκία ἐπὶ Μιχαὴλ τοῦ Γ´. Μὲ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ συνεδέθη προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς ἄλλου καθαρῶς λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στν περίοδο τς Νηστείας μπίπτει πάντοτε μεγάλη ορτ το Εαγγελισμο τς Θεοτόκου. Εἶναι ἡ μόνη μεγάλη ἑορτή, ποὺ λόγῳ τοῦ πένθιμου χαρακτῆρος τῆς Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καὶ μεθεόρτων.
.              Ατν κριβς τν λλειψη ρχεται ν καλύψη ψαλμωδία το καθίστου, τμηματικῶς κατὰ τὰ Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καὶ ὁλόκληρος κατὰ τὸ Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδομάδος. Τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στὸ Σάββατο, ἡμέρα ποὺ μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ εἶναι οἱ μόνες ἡμέρες τῶν ἑβδομάδων τῶν Νηστειῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ὁ ἑορτασμὸς χαρμοσύνων γεγονότων, καὶ στὶς ὁποῖες, καθὼς εἴδαμε, μετατίθενται οἱ ἑορτὲς τῆς ἑβδομάδος. Καθ’ ὡρισμένα Τυπικὰ ὁ Ἀκάθιστος ἐψάλλετο πέντε ἡμέρες πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ κατ’ ἄλλα τὸν Ὄρθρο τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς. Ο Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι τὸ κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ ὕμνος τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
.              Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μὲ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ποὺ ἀναφέραμε, τότε συνετέθη νέο εἰδικὸ προοίμιο, γεμάτο δοξολογία καὶ ἱκεσία, τὸ τόσο γνωστὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στὴν ὑπέρμαχο στρατηγό, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, ποὺ λυτρώθηκε χάρι σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὰ δεινά, ἀναγράφει τὰ νικητήρια καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν ποὺ ἔχει τὴν ἀκαταμάχητη δύναμι νὰ τὴν ἐλευθερώνη ἀπὸ τοὺς ποικίλους κινδύνους, γιὰ νὰ τὴν δοξολογῆ κράζοντας τό: «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ὁ ὕμνος ψάλλεται καὶ πάλι σὲ ἦχο πλ. δ´.

«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε·
ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων μὲ κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι·
Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».

 ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: orthodoxmathiteia.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΔΩΡΩΝ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ι. Μ. Φουντούλη,
«ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ»
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς  Διακονίας»

.             Μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε χωρὶς ὑπερβολὴ τὴν Λειτουργία αὐτή, μαζὶ μὲ τὰ λειτουργικὰ χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», γιατί πραγματικὰ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ χαρακτηριστικὴ ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἀγνοοῦν τελείως τὴν ὕπαρξί της, ἢ τὴν ξεύρουν μόνο ἀπὸ τὸ ὄνομα, ἢ καὶ ἐλάχιστες φορὲς τὴν ἔχουν παρακολουθήσει. Δὲν πρόκειται νὰ τοὺς μεμφθοῦμε γι᾽ αὐτό. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στοὺς ναούς μας τὸ πρωὶ τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδὴ ἐργασίμων, καὶ γι᾽ αὐτὸ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν δεσμεύονται κατὰ τὶς ὧρες αὐτὲς ἀπὸ τὰ ἐπαγγέλματα ἢ τὴν ὑπηρεσία των. Τὰ τελευταῖα χρόνια γίνεται μία πολὺ ἐπαινετὴ προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σὲ πολλοὺς ναοὺς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σὲ ὧρες ποὺ πολλοί, ἂν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ παρευρεθοῦν στὴν τέλεσί της.
.             Τὸ ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτὴ τὸ πῆρε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση της. Εἶναι στὴν κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δὲν εἶναι δηλαδὴ λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστὲς λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στὶς ὁποῖες ἔχομε προσφορὰ καὶ καθαγιασμὸ τιμίων δώρων. Τὰ δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπὸ ἄλλη Λειτουργία, ποὺ ἐτελέσθη σὲ ἄλλη ἡμέρα. Τὰ προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατὰ τὴν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιὰ νὰ κοινωνήσουν ἀπ᾽ αὐτὰ καὶ νὰ ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία.
.             Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν γενεσιουργὸ αἰτία τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων πρέπει νὰ ἀνατρέξωμε στὴν ἱστορία της. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ἀρχαιοτάτη πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερα ἔχομε τὴ συνήθεια νὰ κοινωνοῦμε κατὰ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα. Στοὺς πρώτους ὅμως αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας οἱ πιστοὶ κοινωνοῦσαν σὲ κάθε λειτουργία, καὶ μόνον ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ὑποπέσει σὲ διάφορα σοβαρὰ ἁμαρτήματα ἀπεκλείοντο γιὰ ἕνα ὡρισμένο χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὴν μετάληψη τῶν ἁγίων Μυστηρίων. Κοινωνοῦσαν δηλαδὴ οἱ πιστοὶ ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακὴ καὶ κάθε Σαββάτο καὶ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ὅσες φορὲς ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία, τακτικῶς ἢ ἐκτάκτως στὶς ἑορτὲς ποὺ ἐτύχαινε νὰ συμπέσουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ὁ Μέγας Βασίλειος μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τακτικῶς τέσσερες φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δηλαδὴ τὴν Τετάρτη, Παρασκευή, Σαββάτο καὶ Κυριακὴ (ἐπιστολὴ 93). Ἂν πάλι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τελεσθῆ ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος ἡ θεία Λειτουργία, τότε οἱ πιστοὶ κρατοῦσαν μερίδες ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία τῆς Κυριακῆς καὶ κοινωνοῦσαν μόνοι των ἐνδιαμέσως τῆς ἑβδομάδος. Τὸ ἔθιμο αὐτὸ τὸ ἐπιδοκιμάζει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος. Στὰ Μοναστήρια καὶ ἰδιαίτερα στὰ ἐρημικὰ μέρη, ὅπου οἱ μοναχοὶ δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ παρευρεθοῦν σὲ ἄλλες Λειτουργίες ἐκτὸς τῆς Κυριακῆς, ἔκαμαν ὅ,τι καὶ οἱ κοσμικοί. Κρατοῦσαν δηλαδὴ ἁγιασμένες μερίδες ἀπὸ τὴν Κυριακὴ ἢ τὸ Σάββατο καὶ κοινωνοῦσαν κατ᾽ ἰδίαν. Οἱ μοναχοὶ ὅμως ἀποτελοῦσαν μικρὲς ἢ μεγάλες ὁμάδες καὶ ὅλοι ἔπρεπε νὰ προσέλθουν καὶ νὰ κοινωνήσουν κατὰ τὶς ἰδιωτικὲς αὐτὲς κοινωνίες. Ἔτσι ἀρχίζει νὰ διαμορφώνεται μία μικρὰ ἀκολουθία. Ὅλοι μαζὶ προσηύχοντο πρὸ τῆς κοινωνίας καὶ ὅλοι μαζὶ εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ κοινωνήσουν. Ἂν ὑπῆρχε καὶ ἱερεύς, αὐτὸς τοὺς προσέφερε τὴν θεία κοινωνία. Αὐτὸ ἐγίνετο μετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ ἢ τῆς Θ´ ὥρας (3 μ.μ.), γιατί οἱ μοναχοὶ ἔτρωγαν συνήθως μία φορὰ τὴν ἡμέρα, μετὰ τὸν ἑσπερινό. Σιγὰ -σιγὰ θέλησαν νὰ ἐντάξουν τὴν Κοινωνία τους αὐτὴ στὰ πλαίσια μιᾶς ἀκολουθίας, ποὺ νὰ ὑπενθυμίζει τὴν θεία Λειτουργία. Κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸν διεμορφώθη ἡ ἀκολουθία τῶν Τυπικῶν (δηλαδὴ κατὰ τὸν τύπον τῆς θείας Λειτουργίας), πρὸς τὸ τέλος τῆς ὁποίας κοινωνοῦσαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μητρικὴ μορφὴ τῆς Προηγιασμένης.

.             Ἂς ἔλθωμε τώρα στὴν Τεσσαρακοστή. Ἡ θεία Λειτουργία κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἐτελεῖτο μόνον κατὰ τὰ Σαββάτα καὶ τὶς Κυριακές. Παλαιὸ ἔθιμο ἐπικυρωμένο ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες ἀπηγόρευε τὴν τέλεσι τῆς θείας λειτουργίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, γιατί αὐτὲς ἦσαν ἡμέρες νηστείας καὶ πένθους. Ἡ τέλεσις τῆς θείας Λειτουργίας ἦταν κάτι τὸ ἀσυμβίβαστο πρὸς τὸν χαρακτήρα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ λειτουργία εἶναι πασχάλιο μυστήριο, ποὺ ἔχει ἔντονο τὸν πανηγυρικό, τὸν χαρμόσυνο, τὸν ἐπινίκο χαρακτήρα. Αὐτὸ ὅμως γεννοῦσε ἕνα πρόβλημα. Οἱ χριστιανοὶ ἔπρεπε νὰ κοινωνήσουν δύο φορὲς τουλάχιστον ἀκόμη κατὰ τὴν ἑβδομάδα, τὸ ὀλιγώτερο δηλαδὴ κατὰ τὶς ἐνδιάμεσες ἡμέρες, τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή, ποὺ μνημονεύει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος. Ἡ λύσις ἤδη ὑπῆρχε: Οἱ πιστοὶ θὰ κοινωνοῦσαν ἀπὸ προηγιασμένα ἅγια. Οἱ ἡμέρες αὐτὲς ἦσαν ἡμέρες νηστείας. Νηστεία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐσήμαινε πλήρη ἀποχὴ τροφῆς μέχρι τὴν δύσι τοῦ ἡλίου. Ἡ κοινωνία λοιπὸν θὰ ἔπρεπε νὰ κατακλείση τὴν νηστεία, νὰ γίνη δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Στὸ σημεῖο αὐτὸ συνδέεται ἡ ἱστορία μὲ τὴν σημερινὴ πράξι. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι σήμερα ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ, στὴν ὁποία προστίθεται ἡ παράθεσις τῶν δώρων, οἱ προπαρασκευαστικὲς εὐχές, ἡ θεία κοινωνία καὶ ἡ εὐχαριστία ὕστερα ἀπὸ αὐτήν. Ἡ διαμόρφωσίς της μέσα στὸ ὅλο πλαίσιο τῆς Τεσσαρακοστῆς τῆς ἔδωσε ἕνα ἔντονο «πενθηρό», κατὰ τὸν Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα (Ἑρμηνεία τῆς θείας λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων). Μὲ τὸν Ἑσπερινὸ συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ ἁγία τράπεζα καὶ τὰ τίμια δῶρα εἶναι σκεπασμένα μὲ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχὲς εἶναι γεμάτες ταπείνωσι καὶ συντριβή. «Μυστικώτερα εἰς πᾶν ἡ τελετὴ γίνεται», κατὰ τὸν ἴδιο Πατέρα.
.             Καιρὸς νὰ ρίξουμε μία ματιὰ σ᾽ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, στὴ μορφὴ ποὺ ὕστερα ἀπὸ μακρὰ ἐξέλιξη ἀποκρυσταλλώθηκε καὶ κατὰ τὴν ὁποία τελεῖται σήμερα στοὺς ναούς μας. Ἤδη ἐπισημάναμε τὰ δύο λειτουργικὰ στοιχεῖα ποὺ τὴν συνθέτουν: τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τὴν Θεία Κοινωνία. Τὸ πρῶτο μέρος της ἀποτελεῖ ὁ συνήθης ἑσπερινὸς τῆς Τεσσαρακοστῆς μὲ μικρὲς μόνο τροποποιήσεις. Ὁ ἱερεὺς κατὰ τὴν ψαλμωδία τῆς Θ´ ὥρας ἐνδύεται τὴν ἱερατική του στολὴ καὶ θυμιᾶ. Ἡ ἔναρξις γίνεται μὲ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» κατὰ τὸν τύπο τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀναγινώσκεται ὁ προοιμιακός, ὁ 103ος δηλαδὴ ψαλμός, ποὺ περιγράφει τὸ δημιουργικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ· «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα…». Εἶναι τὸ προοίμιο τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἀκολουθίας τοῦ νυχθημέρου, ποὺ ἀρχίζει, ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν ἑβραϊκὸ τρόπο, ἀπὸ τὴν ἑσπέρα· πρῶτο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θεωρεῖται ἡ νύκτα. Ὕστερα ὁ διάκονος, ἢ ἐν ἀπουσίᾳ του ὁ ἱερεύς, θέτει στὸ στόμα τῶν πιστῶν τὰ αἰτήματα τῆς προσευχῆς· «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν»,, τὰ εἰρηνικὰ . Ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ΙΗ´ καθίσματος τοῦ Ψαλτηρίου· «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου…» (Ψαλμοὶ 119-133). Εἶναι τὸ τμῆμα τοῦ Ψαλτηρίου ποὺ ἔχει καθορισθῆ νὰ ἀναγινώσκεται κατὰ τοὺς ἑσπερινοὺς τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ὁ ἱερεὺς ἐν τῷ μεταξὺ ἑτοιμάζει στὴν Πρόθεσι τὰ Προηγιασμένα -ἀπὸ τὴν Λειτουργία τοῦ προηγουμένου Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς- Τίμια Δῶρα. Ἀποθέτει τὸν Ἅγιο Ἄρτο στὸ Δισκάριο, κάμνει τὴν ἕνωσι τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ὕδατος στὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ τὰ καλύπτει. Ὁ Ἑσπερινὸς συνεχίζεται μὲ τὴν ψαλμωδία τῶν ψαλμῶν τοῦ λυχνικοῦ καὶ τῶν κατανυκτικῶν τροπαρίων τῶν ἑκάστοτε ἡμερῶν, ποὺ περιλαμβάνονται στοὺς τελευταίους στίχους τῶν ψαλμῶν αὐτῶν καὶ γίνεται ἡ εἴσοδος. Διαβάζονται δύο ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἕνα ἀπὸ τὴν Γένεσι καὶ ἕνα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν. Θὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο στὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία τοῦ «Κατευθυνθήτω», τοῦ δευτέρου στίχου τοῦ 140ου ψαλμοῦ. Ψάλλεται μετὰ ἀπὸ τὰ ἀναγνώσματα ἕξ φορές, ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ τοὺς χορούς, ἐνῶ ὁ ἱερεὺς θυμιᾶ τὴν Ἁγία Τράπεζα. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου· ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή». Κατόπιν γίνεται ἡ ἐκτενὴς δέησις ὑπὲρ τῶν τάξεων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Κατηχουμένων, τῶν ἑτοιμαζομένων διὰ τὸ ἅγιον Βάπτισμα , «τῶν πρὸς τὸ φώτισμα εὐτρεπιζομένων»,, καὶ τῶν πιστῶν. Καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσι τῶν Κατηχουμένων ἔρχεται τὸ δεύτερο μέρος, ἡ κοινωνία τῶν μυστηρίων. Τὴν μεταφορὰ τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπὸ τὴν Πρόθεσι στὸ Θυσιαστήριο, ποὺ γίνεται μὲ ἄκρα κατάνυξι, ἐνῶ οἱ πιστοὶ προσπίπτουν «μέχρις ἐδάφους» συνοδεύει ἡ ψαλμωδία τοῦ ἀρχαίου ὕμνου «Νῦν αἱ δυνάμεις»: «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σὺν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν· ἰδοὺ γὰρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης. Ἰδοὺ θυσία μυστικὴ τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καὶ πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενώμεθα. Ἀλληλούϊα». Ἡ προπαρασκευὴ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως τὴν Κυριακὴ προσευχὴ (Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον…», ἀκολουθεῖ ἡ Κοινωνία καὶ μετ᾽ αὐτὴν ἡ εὐχαριστία. Καὶ ἡ Λειτουργία κλείνει μὲ τὴν κατανυκτικὴ ὀπισθάμβωνο εὐχή. Εἶναι δέησις ποὺ συνδέει τὴν τέλεσι τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς Λειτουργίας πρὸς τὴν περίοδο τῶν Νηστειῶν. Ὁ πνευματικὸς ἀγὼν τῆς Τεσσαρακοστῆς εἶναι σκληρός, ἀλλὰ καὶ ἡ νίκη κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν εἶναι βεβαία γιὰ τοὺς ἀγωνιζομένους τὸν καλὸν ἀγώνα. Ἡ Ἀνάστασις δὲν εἶναι μακράν. Ἂς τὴν διαβάσωμε προσεκτικά. Εἶναι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα: «Δεσπότα παντοκράτορ, ὁ πᾶσαν τὴν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας, ὁ διὰ τὴν ἄφατόν σου πρόνοιαν καὶ πολλὴν ἀγαθότητα ἀγαγὼν ἡμᾶς εἰς τὰ πανσέπτους ἡμέρας ταύτας, πρὸς καθαρισμὸν ψυχῶν καὶ σωμάτων, πρὸς ἐγκράτειαν παθῶν, πρὸς ἐλπίδα ἀναστάσεως· ὁ διὰ τεσσαράκοντα ἡμερῶν πλάκας χειρίσας τὰ θεοχάρακτα γράμματα τῷ θεράποντί σου Μωσεῖ, παράσχου καὶ ἡμῖν, ἀγαθέ, τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀγωνίσασθαι, τὸν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τὴν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι καὶ ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καὶ τὴν ἁγίαν ἀνάστασιν».

.              Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες καὶ κατανυκτικότερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μία διαρκὴς πρόσκλησις γιὰ τὴν συχνὴ κοινωνία τῶν θείων μυστηρίων. Μία φωνὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ἀπὸ τὴν ἀρχαία ζωντανὴ παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Φωνὴ ποὺ λέγει ὅτι ὁ πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ ζῆ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἂν δὲν ἀνανεώνη διαρκῶς τὴν ἕνωσί του μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ ζωὴ ἡμῶν» (Κολοσ. γ´ 4).

, , ,

Σχολιάστε

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ («…τὰ Θεοφάνεια δὲν κοινωνοῦμε, γιατί θὰ πάρουμε ἁγιασμὸ καὶ “εἶναι τὸ ἴδιο”».)

Ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων

Τοῦ † Ἰω. Φουντούλη 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικὰς ἀπορίας», τ. Ε´,
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
σ. 235-237 

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐνῶ τὰ πράγματα ὅσον ἀφορᾶ στὸν Μ. Ἁγιασμό –τὴν «ἱστορία του» δηλαδή, τὴν θεολογική του σημασία καὶ τὴν λειτουργική του χρήση– εἶναι ξεκάθαρα, ἐν τούτοις παραμένει ἡ σύγχυση. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ λαϊκὴ ἀντίληψη κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐπίμονη ἡμιμάθεια ἢ ἡ ἀδιατάρακτη “παρανάγνωση” στρεβλώνουν τὴν Εὐσέβεια καὶ τέτοιες μέρες φαίνεται τὸ έπίπεδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος!  

βλ. σχετ.:  Ο Μ. ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/05/ὁ-μέγας-ἁγιασμὸς-τῶν-φώτων/

.            Συνήθως λέγεται ὅτι ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν κοινωνία ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ ἡ νηστεία μίας ἡμέρας. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ λεχθοῦν δύο λόγια, γιατί εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ συζητούμενα θέματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ πιστοὶ τὴν συμβουλὴ τῶν ἱερέων.
.            Ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμὸς «τὰ δευτερεῖα ἐπέχει τῶν θείων μυστηρίων» (Εὐχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] τοῦ ἔτους 1538), εἶναι δηλαδὴ τὸ δεύτερο μετὰ τὴν θεία Κοινωνία ἱερώτατον «μυστηριακὸν εἶδος» (κατὰ τὴ σχολαστικὴ ὁρολογία), κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τῆς ἀναγεννήσεως» τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ποὺ διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἀναστοιχειοῦται» (ἢ «μεταστοιχειοῦται»), κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας (Εἰς Ἰωάννην Β΄ 1), καὶ γίνεται «ἀφθαρσίας πηγή, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον» γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ μεταλαμβάνουν ἢ χρίονται ἀπὸ αὐτό, πάροχο ἁγιασμοῦ καὶ εὐλογίας σ’ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι καταφανὲς καὶ ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν καθαγιαστικῶν εὐχῶν, καὶ ἀπὸ τὴν παλαιά, καὶ τὴ σύγχρονη ἀκόμα, πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βάπτιζε καὶ βαπτίζει σ’ αὐτὸ τοὺς κατηχουμένους, καὶ ἀπὸ ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ποὺ θεωρεῖ μάλιστα ἀντιστρόφως τὸ ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος «κατ᾽ οὐδὲν ἐλαττούμενον τοῦ τῶν ἁγίων Θεοφανείων» (Διάλογος, κεφ. 70). Ὡς τέτοιο δίδεται ἀντὶ τῆς θείας Κοινωνίας στοὺς πιστούς, ποὺ γιὰ κάποιο λόγο κωλύονται νὰ προσέλθουν σ’ αὐτήν.
.            Αὐτὸ ἀκριβῶς προκάλεσε δύο εὐλαβεῖς παρεξηγήσεις: ὅτι δηλαδὴ ὑποκαθιστᾶ τὴν θεία Μετάληψη, ὡς κατὰ κάποιο τρόπο ἴσο μὲ αὐτήν, καὶ ὅτι κατ’ ἀναλογίαν προηγεῖται τῆς πόσεώς του νηστεία.
.            Τὸ πρῶτο δὲν θὰ ἔπρεπε κἂν νὰ συζητεῖται, γιατί εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμὸς εἶναι μὲν γιὰ τοὺς λόγους ποὺ εἴπαμε τὸ ἱερώτερο μετὰ τὴν θεία Κοινωνία εἶδος, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ εἶναι κοινωνία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, οὔτε ποτὲ τὴν ἀντικαθιστᾶ. Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει λαϊκ ντίληψη τι τ Θεοφάνεια δν κοινωνομε, γιατί θ πάρουμε γιασμ κα «εναι τ διο».
.            Ὅσο δὲ γιὰ τὴν νηστεία πρὸ τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ, καὶ αὐτὴ μᾶλλον καλλιεργήθηκε κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ νεώτερο ἔθος τῆς νηστείας πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας, ποὺ δὲν μπόρεσε ὅμως καὶ αὐτὴ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ τριήμερη, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ πρὸ τῶν Θεοφανείων ἡμέρες τοῦ ἑορταστικοῦ δωδεκαημέρου ἔχουν «κατάλυσιν εἰς πάντα», πλήν, ἐννοεῖται τῆς παραμονῆς. Ὅσο γιὰ τὴ νηστεία ατ τς παραμονς, πο κοινς θεωρεται τι γίνεται γι τν γιασμό, εναι σχετη μ ατν κα τηρεται, ετε πρόκειται κανες ν κοινωνήσει π ατν ετε χι. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν καταλύεται μετὰ τὴν τυχὸν πόση τοῦ ἁγιασμοῦ κατὰ τὴν παραμονή. χει δ τν ρχή της στ ρχαο θος ν προηγεται τν μεγάλων ορτν μία μέρα νηστείας τς κκλησίας λης, εἴτε γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν κατηχουμένων, ὅπως κοινῶς λέγεται, ποὺ ἐγίνετο κατ’ αὐτές, εἴτε, ἀσχέτως μᾶλλον πρὸς αὐτό, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τρόπους ἐξάρσεως τῆς κυρίας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς καὶ προπαρασκευῆς γι’ αὐτὴν μὲ νηστεία, ἐγκράτεια καὶ προσευχή. Ὅτι δὲ δὲν ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ ἁγιάσματος, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἁγιασμὸς ὄχι μόνον τελεῖται – ἑπομένως καὶ πίνεται – καὶ κατὰ τὴν παραμονή, κατὰ τὸ νεώτερο ἔθος, τῆς ὁποίας παραμονῆς δὲν προηγεῖται ποτὲ νηστεία, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι συχνὰ συμβαίνει καὶ ἡ παραμονὴ νὰ μὴν εἶναι νήστιμος ἡμέρα, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή.
.            Δὲν προηγεῖται δηλαδὴ τῆς πόσεως τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ νηστεία; Βεβαίως, ναί. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι νοητὸ νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἢ μακροτέρας διαρκείας ἀπὸ τὴν προβλεπομένη γιὰ τὴν προσέλευση στὴ θεία κοινωνία νηστεία, τὴ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία». Καὶ αὐτή, ὅπως καὶ ἄλλοτε μᾶς δόθηκε ἀφορμὴ νὰ γράψουμε, εἶναι σαφὴς καὶ ἀπαράβατος, μὲ μόνιμη ἐξαίρεση ὅταν ὑπάρχει κίνδυνος θανάτου. Ἡ τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ τοῦ μεσονυκτίου, τῆς προηγούμενης ἡμέρας μέχρι τῆς κοινωνίας, ὁποιαδήποτε ὥρα κι ἂν γίνεται αὐτή, τὸ πρωὶ δηλαδὴ κατὰ τὶς μὴ νήστιμες ἡμέρες καὶ τὸ ἑσπέρας κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας. Ὅπως δὲ εἴδαμε, ἡ τέλεση καὶ ἡ πόση τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ προβλέπεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική μας τάξη καὶ παράδοση μετὰ τὴ θεία μετάληψη καὶ πρὸ τῆς βρώσεως τοῦ ἀντιδώρου, δηλαδὴ λειτουργικότερα – τὸ ἐπαναλαμβάνουμε – μεταξὺ τῆς ἐκφωνήσεως τῆς εὐχῆς τῆς εὐχαριστίας μετὰ τὸ «πάντας μεταλαβεῖν» («Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν…»), κατὰ τὴν παλαιοτέρα τάξη, ἢ μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνο εὐχή, κατὰ τὴ νεωτέρα, καὶ τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον…» καὶ τὴν ἐπακολουθοῦσα διανομὴ τοῦ ἀντιδώρου καὶ ἀπόλυση.
.            νηστεία, κατ τος Πατέρες κα τν Παράδοση τς κκλησίας, εναι «μέγα καλόν». Κινεται μως μέσα σ ρισμένες π τν παράδοση προδιαγραφς χρόνου κα ποιότητος, πο καλούμαστε ν προβάλλουμε κα ν ξιοποιομε. Ἡ ἐπέκτασή της ὅμως πέραν τῶν ὁρίων αὐτῶν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἀποβαίνει τελικῶς εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας διὰ τῆς μεταλήψεως καὶ τοῦ ραντισμοῦ διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων. Καλὸς συμβιβασμὸς τῆς παλαιᾶς μὲ τὴ νεωτέρα παράδοση μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ σύσταση ξηροφαγίας κατὰ τὸ δεῖπνο τῆς παραμονῆς, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή. Ἡ ἐπέκταση δηλαδὴ κατὰ κάποιο τρόπο τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας μέσα σὲ λογικὰ ὅρια.

ΠΗΓΗ ἠλ. Κειμ.: pemptousia.gr

, , ,

Σχολιάστε