Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἰω.Καραβιδόπουλος

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἡ ἀνθρωπολογικὴ σημασία
τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ
Σχόλιο στὸ Μάρκ. ιϛ´ 6-7

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ μελέτημα
Ἰωάν. Καραβιδόπουλου, καθηγ. Πανεπιστημίου
Περιοδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τ. 67, (1984), σελ. 71-74

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ἡ ἐπίσκεψη τῶν τριῶν γυναικῶν, γιὰ τὴ δεύτερη ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑπάρχει παράδοση ποὺ ἀπηχεῖται σὲ ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι εἶναι ἡ Θεοτόκος– γίνεται μετὰ τὴν παρέλευση τοῦ Σαββάτου «λίαν πρωὶ» κατὰ τὴν πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας, «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», ποὺ πολὺ νωρὶς ὀνομάστηκε Κυριακὴ (βλ. Ἀποκ. α´ 10), καὶ μάλιστα ἀκριβέστερα μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου: «Ἀνατέλλοντος τοῦ ἥλιου»…
.               Ὡς σκοπὸς τῆς ἐπίσκεψης ἀναφέρεται ἡ ἄλειψη τοῦ νεκροῦ (κατὰ τὴ γνώμη τῶν γυναικῶν) Ἰησοῦ μὲ μύρα – πράγμα ποὺ ἀποτελοῦσε μέρος τῶν συνηθειῶν τῆς ταφῆς, ἀλλὰ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ κατὰ τὴν ὀψία τῆς Παρασκευῆς, ὅταν ἄρχισε ἤδη ἡ ἀργία καὶ ἤδη ἡ μεγάλη ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ποὺ συνέπιπτε μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα. Ἡ ἔκπληξη τῶν γυναικῶν ποὺ διαπιστώνουν αἰφνίδια ὅτι ὁ μεγάλος λίθος ἦταν τραβηγμένος ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου μεταβάλλεται σὲ «τρόμο» καὶ« ἔκσταση», ὅταν μπαίνουν στὸ ἐσωτερικό του, ὅπου ἀντὶ τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ ἀντικρίζουν λευκοντυμένο νεανίσκο, ποὺ τοὺς ἀναγγέλλει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζαρηνὸς ὁ ἐσταυρωμένος δὲν βρίσκεται ἐδῶ, ποὺ τὸν ἀναζητοῦν, ἀλλὰ ἀναστήθηκε· γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν ἀκόμα περισσότερο, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ κοιτάξουν τὸν τόπο ὅπου ἦταν τοποθετημένος. Ὡς πρῶτοι ἀποδέκτες τῆς ἀναγγελίας τῆς ἀναστάσεως οἱ γυναῖκες καλοῦνται στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸ νεανίσκο νὰ μεταφέρουν τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές…
.               Ἀκόμη ὁ νεανίσκος ἐντέλλεται στὶς γυναῖκες νὰ ὑπενθυμίζουν στοὺς μαθητὲς ὅτι ὁ ἀναστημένος Χριστὸς τοὺς περιμένει νὰ συναντηθοῦν στὴ Γαλιλαία, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ ὅσα ὁ ἴδιος τοὺς εἶχε πεῖ (βλ. Μάρκ. ιδ´ 28). Οἱ ἔκθαμβες Μυροφόρες μὲ δέος ἐγκαταλείπουν τὸν τάφο, χωρὶς νὰ ποῦν τίποτα σὲ κανένα.
.            Ὅπως λιτὴ ἦταν ἡ περιγραφὴ τῆς σταύρωσης, χωρὶς λυρικὲς ἐξάρσεις καὶ συναισθηματισμούς, τὸ ἴδιο λιτὴ εἶναι καὶ ἡ διήγηση αὐτή. Δὲν πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ διήγηση τῆς ἀναστάσεως, γιατί οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν περιγράφουν αὐτὸ τὸ ἴδιο γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὶς ἐμπειρίες καὶ μαρτυρίες αὐτῶν (γυναικῶν πρῶτα καὶ κατόπιν ἀνδρῶν) ποὺ ἐπισκέφτηκαν τὸν κενὸ τάφο καὶ στοὺς ὁποίους ἐμφανίστηκε ὁ ἀναστημένος Χριστός. Τὸ γεγονὸς τῆς ἴδιας τῆς ἀναστάσεως δὲν περιγράφεται ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, γιατί δὲν ἀνήκει στὰ συνήθη γεγονότα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ διαπιστώνονται μὲ τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τοῦ νέου κόσμου ποὺ ἀπαιτεῖ ἕνα νέο αἰσθητήριο στὸν ἄνθρωπο, νέα μάτια ποὺ βλέπουν καὶ ζοῦν τὴν πραγματικότητα τοῦ νέου κόσμου μέσα στὴν εὐχαριστιακὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας…
.               Μποροῦμε νὰ προσεγγίσουμε πιὸ αἰσθητὰ τὴν ἀνθρωπολογικὴ σημασία τοῦ γεγονότος τῆς ἀναστάσεως, ἂν φέρουμε στὸ νοῦ μας τὴν παράσταση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία: Ὁ ἀναστὰς Χριστὸς συντρίβει τοὺς πύλες τοῦ ἅδη καὶ ἀνασταίνει ἀπὸ τοὺς τάφους, κρατώντας τους ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα καθὼς καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ παράσταση αὐτὴ δίνει μὲ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο τὴν ἔννοια τοῦ γεγονότος.
.               Πολλοὶ θεολόγοι καταβάλλουν ἐναγώνιες προσπάθειες νὰ ἀποδείξουν τὴν «ἱστορικότητα» τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, σὰν νὰ χρειάζεται τὸ ὑπέρλογο γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τὰ δεκανίκια τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς γιὰ νὰ στηριχτεῖ! Ἡ σπουδαιότερη ἀπόδειξη τῆς ἱστορικότητας τῆς ἀναστάσεως εἶναι ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἡ σχέση ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας συνίσταται στὸ ὅτι ἡ δεύτερη στηρίζεται στὴν πρώτη καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο, ποὺ ἄθελά τους φαίνεται νὰ ἀποδέχονται ὅσοι ἀρκοῦνται στὸ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἱστορικότητα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ βγάλουν καὶ τὰ ἀπαραίτητα ἀνθρωπολογικὰ συμπεράσματα. Ἀναρωτιέται ὅμως κανεὶς τί νόημα θὰ εἶχε κάποιο ἱστορικὸ γεγονός, ἂν αὐτὸ δὲν σχετιζόταν μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου κάθε ἐποχῆς; Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορικότητά της ἔχει κυρίως καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν ὑπαρξιακὲς διαστάσεις: εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τοῦ καινούργιου κόσμου ποὺ προσφέρει ὁ Θεὸς στὴν ἀνθρωπότητα. Καὶ ὁ καινούργιος αὐτὸς κόσμος δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν ὀσμὴ καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, μὲ τὴν ἀποσύνθεση πρὸς φθορᾶς, μὲ τὶς συνεχεῖς ἐπιθετικὲς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι ζωὴ ἀγάπης, ζεστασιᾶς, ἐλπίδας.
.               Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς κατανίκηση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ πρόκληση γιὰ τὸν λογικὰ (μέσα στὰ πλαίσια τοῦ παρόντος κόσμου) σκεπτόμενο ἄνθρωπο ἀλλὰ παράλληλα καὶ πρόσκληση νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ἄρνηση τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς τῆς δωρεᾶς σημαίνει ἐγκλωβισμὸ στὰ ὅρια ποὺ διαγράφει τὸ σύνδρομο τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, ἐνῶ ἡ θετικὴ τοποθέτηση ἀπέναντί της σημαίνει τὴν κατανίκηση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, καὶ τὸ ἄνοιγμα σ’ ἕνα νέο κόσμο ἐλπίδας. Γιατί ὁ Χριστός, ποὺ μὲ τὸν θάνατό του νίκησε τὸν θάνατο καὶ ἀναστήθηκε, «ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α´ Κορ. ιε´ 20). Ἡ ἀπαρχὴ συν­επάγεται καὶ συνέχεια: «τῆς κεφαλῆς ἀναστάσης καὶ ἡμεῖς ἀνέστημεν… εἰ γὰρ ἀπαρχὴ ζῇ καὶ ἡμεῖς», θὰ πεῖ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζοντας μὲ ἔμφαση τὶς τωρινὲς ὑπαρξιακὲς διαστάσεις τῆς πίστεως στὴν ἀνάσταση.

,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (β´)

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (β´)
Ἰωάννoυ Δ. Καραβιδόπουλου,
Καθηγητοῦ Παν/μίου

Μέρος α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/01/χρόνος-καὶ-πνευματικότητα/

2. Τὸ παρὸν

Ἐὰν ἐξετάσαμε μέχρι τώρα τὸν παρελθόντα χρόνο, αὐτὸ τὸ κάναμε γιατί ἔχει τεράστια σημασία γιὰ τὴν τωρινὴ ζωή μας, γιὰ τὸ παρὸν ποὺ κυλᾶ τόσο γρήγορα, ὥστε πολλὲς φορὲς νὰ γίνεται ἁπλῶς καὶ μόνο ἕνας προθάλαμος τοῦ παρελθόντος καὶ ὄχι μία δημιουργικὴ παρουσία. Ἐὰν ὅμως τὸ παρὸν δὲν χρησιμοποιηθεῖ ἐπωφελῶς, ἀποβαίνει ἕνα ἄχρηστο καὶ ἐνοχλητικὸ παρελθόν, ἀποβαίνει ἐπίσης ἐπιζήμιο γιὰ τοὺς μελλοντικοὺς ὁραματισμούς. Γιὰ ποιούς λόγους συνήθως μᾶς ξεφεύγει καὶ χάνεται μέσα ἀπὸ τὰ χέρια μας τὸ παρόν;

1) Πρῶτα-πρῶτα ἐπηρεάζεται κανεὶς ὑποσυνείδητα ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα ζωή· ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἄδεια, τότε δὲν λυπᾶται κανεὶς νὰ σπαταλήσει καὶ τὴν τωρινὴ ζωή του. Κατὰ τί μεταβάλλεται ἡ κατάσταση, ἐὰν σὲ μία ἄδεια ζωὴ προστεθεῖ ἀκόμη μία ἄδεια στιγμή; Τὴ σωστὴ στάση τὴν εἴδαμε, ὅταν μιλήσαμε γιὰ τὸ «μυστήριο» τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δίνει τὴν θαυμαστὴ δυνατότητα ἀναθεωρήσεως καὶ μεταμορφώσεως τοῦ χαμένου παρελθόντος.

2) Ἡ ἀναβολὴ γιὰ τὸ μέλλον καὶ ἡ τοποθέτηση ὅλων τῶν στόχων στὸ μέλλον ἀποτελεῖ συνήθως μία ἀφορμὴ γιὰ νὰ μὴ ἐκμεταλλευτεῖ κανεὶς τὸ παρόν. Ὁρισμένοι δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ζωή τους ἀρχίζει κάποτε στὸ μέλλον καὶ ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴν ἀναμονὴ αὐτοῦ τοῦ λαμπροῦ μέλλοντος, τὸ ὅποιο θὰ λύσει ὅλα τὰ προβλήματα ἀλλὰ γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν κάνουν ἀπολύτως τίποτε. Βέβαια ἐδῶ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀκόλουθη διευκρίνιση. Δὲν ἐννοοῦμε γιὰ ὅλα αὐτὰ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει ὁραματισμὸς γιὰ τὸ μέλλον. Ἕνας τέτοιος ὁραματισμὸς ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ὑπάρχει. Ὁ ὁραματισμὸς ὅμως αὐτὸς πραγματώνεται καὶ ὁλοκληρώνεται στὸ μέλλον, ἀλλὰ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα. Τὸ σφάλμα συνίσταται στὸ νὰ ἀναβάλλει κανεὶς διαρκῶς τὴν ἔναρξή του στὸ μέλλον.

3)Συναφὴς εἶναι καὶ ἕνας τρίτος λόγος. Ἡ ἔλλειψη ἰδανικοῦ ποὺ δίνει νόημα στὴ ζωή, στὴ ζωὴ ποὺ ζοῦμε καὶ ποὺ περιμένουμε. Πολλὰ ἰδανικὰ πρόσκαιρα ἐνθουσιάζουν καὶ μετὰ ἀφήνουν τὸν ἄνθρωπο ἀβοήθητο στὴν ἀπόγνωσή του. Τὸ αἰώνιο ἰδανικό τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν ἀπογοητεύει, γιατί εἶναι ἡ ἐλπίδα ποὺ δὲν «καταισχύνει». Τὸ δανικ ατ δν εναι μία δέα, εναι να πρόσωπο: ησος Χριστός. ταν ατς διος διακηρύττει τι εναι λήθεια, δν ννοε μ’ ατ μία θεωρητικ λήθεια στν ποία φθάνει κανες μ μία συλλογιστικ πορεία, λλ ννοε μία πραγματικότητα ψηλαφητ κα στορική, ννοε κα λήθεια πο ποκαλύπτεται στ κόσμο σν πράξη κα ζωή. Ἐὰν πιστεύει κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴν Ἀλήθεια, ὑπάρχουν κι ἕνα σωρὸ ἄλλες ἀλήθειες στὴ ζωὴ ποὺ καλεῖται νὰ πραγματώσει· ἂν δὲν πιστεύει σ’ αὐτὴ τὴ μοναδικὴ ἀλήθεια, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ λέει ἢ κάνει εἶναι ψέμα καὶ αὐταπάτη.

4) Ἂς προσθέσουμε καὶ ἕνα τέταρτο λόγο. Ἡ ἔλλειψη τῆς συνειδήσεως τῆς ἀξίας τοῦ χρόνου καὶ τῆς παροδικότητάς του. Μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίζει κανεὶς ὅτι εἶναι σπουδαῖο πράγμα ὁ χρόνος, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ βγάλει τὶς ἔσχατες συνέπειες στὴ ζωή του ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση. Ἐδῶ γίνεται ἀκριβῶς τὸ λάθος τῆς ξαντικειμενώσεως το χρόνου, γι τ ποο μιλήσαμε στν εσαγωγή.
Σλους ατος τος λόγους φείλεται ατ πο θ νομάζαμε «φυγ» π τὸν χρόνο, φυγ π τ παρόν. Τέτοια φυγὴ πρέσβευαν καὶ μερικὰ ἀρχαῖα φιλοσοφικὰ συστήματα, ὅταν δίδασκαν ὅτι ὁ χρόνος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα κι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ λύτρωσή του πρέπει νὰ καταφύγει ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορία, σὲ μία μυστικὴ ἕνωση μὲ τὸ θεῖο. Μὲ ἕνα τέτοιο ὅμως μυστικισμὸ βρισκόμαστε ἀκριβῶς στὸ ἀντίθετο τοῦ Χριστιανισμο, ποος εναι συνάντηση το Θεο μ τν νθρωπο μέσα στὸν χρόνο κα στν στορία. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σαρκώνεται μέσα στὴν ἱστορία κι ἐκεῖ μέσα συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο, μέσα στὴν ἀθλιότητα καὶ τὴ δουλεία του, καὶ δὲν ἀπαιτεῖ τὴ φυγὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν κόσμο ἀλλὰ τὴν μεταμόρφωσή του μέσα στὸν κόσμο, μαζὶ μὲ τὸν κόσμο.
Φυσικὰ ἔχουμε μία διαφορετικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου στὸν Χριστιανισμὸ καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ὁ κόσμος στὴν ἀρχαιότητα (κυρίως στὸν Πλάτωνα καὶ στὰ δυαρχικὰ φιλοσοφικὰ συστήματα) εἶναι ἢ τὸ κακὸ στοιχεῖο, μέσα στὸ ὁποῖο εἶναι ἐγκλωβισμένος ὁ ἄνθρωπος καὶ πρέπει νὰ σωθεῖ διὰ τῆς φυγῆς, ἢ (στὰ πανθεϊστικὰ ρεύματα) εἶναι «κλάσμα τοῦ θείου», κομμάτι τοῦ Θεοῦ, σὲ τρόπο ποὺ Θεὸς καὶ κόσμος νὰ συγχέονται ὀντολογικά. Γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ὁ κόσμος δὲν εἶναι οὔτε ἐκ φύσεως κακὸς οὔτε «κλάσμα» τοῦ θείου, εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ· εἶναι τὸ «καλὸν λίαν» ἔργο τῆς θείας δημιουργίας. Ἐὰν ὑποδουλώθηκε στὴν φθορά, αὐτὸ δὲν προῆλθε ἀπὸ τὴν φύση του ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθεσή του στὸν Θεό, ὁ ὁποῖος καὶ πάλι παρὰ ταῦτα τοῦ δίνει τὴν δυνατότητα τῆς μεταμορφώσεως καὶ ἀνακαινίσεως. Ἑπομένως στὸ Χριστιανισμὸ ἔχουμε θετικὴ ἐκτίμηση τῆς ὕλης καὶ τοῦ κόσμου, τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας.
Γιὰ νὰ γίνει πιὸ κατανοητὴ αὐτὴ ἡ θετικὴ ἐκτίμηση τοῦ κόσμου θὰ ποῦμε μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας. α) Στὴν Θεία Λειτουργία γίνεται χρήση ἄρτου καὶ οἴνου ποὺ μεταβάλλονται σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, λαμβάνονται δηλαδὴ ὑλικὰ στοιχεῖα ποὺ μεταμορφώνονται. Ἐπίσης ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει εὐχὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ προϊόντα τῆς γῆς (σταφύλια, σιτάρι κλπ.), στὰ κτηνοτροφικὰ προϊόντα (γάλα, γιαούρτι), στὴ βροχὴ ποὺ χρειάζονται τὰ χωράφια κ.α. Μία ἀρχαία λειτουργία τῆς Αἰγύπτου, ἡ λειτουργία τοῦ Ἁγίου Μάρκου, περιέχει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ αἴτημα νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὸ ξεχείλισμα τοῦ Νείλου, ὥστε νὰ μὴ καταστραφοῦν τὰ σπαρτά. Δὲν εἶναι παράδοξα ὅλα αὐτά, γιατί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, σὰν γνήσια ἔκφραση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὕλη μὲ τὴν ὁποία ζεῖ, γιὰ τὴν ὕλη ὅμως ποὺ τὴν μεταμορφώνει σὲ «καινὴ κτίση», σὲ νέο κόσμο. β) Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα, παρμένο ἀπὸ τὸν μοναχισμό. Θά ᾽ταν πολὺ ἐπιφανειακὴ θεώρηση τοῦ μοναχισμοῦ, ἂν βλέπαμε σ’ αὐτὸν μία τάση ἐκμηδενίσεως καὶ καταστροφῆς τοῦ σώματος ποὺ θὰ μᾶς θύμιζε τὸν Πλάτωνα ἢ τὴ νεοπλατωνικὴ δυαρχία. Ὁ μοναχισμὸς δὲν εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ σώματος, τοῦ θείου δημιουργήματος, ἀλλὰ ἡ ἐκπαίδευσή του, ὥστε νὰ γίνει ἀκόμη πιὸ ἄξιο ἐνδιαίτημα τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἡ προσπάθεια ὑποταγῆς του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὄχι λοιπὸν ἡ καταστροφή του ἀλλὰ ἡ ἐξύψωσή του.
Σ’ αὐτὰ τὰ δύο παραδείγματα, καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, φαίνεται ἡ θετικὴ τοποθέτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ στὰ στοιχεῖα ποὺ τὸν ἀποτελοῦν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ ὁ κόσμος, ἡ ὕλη, ὁ χρόνος καὶ ἡ ἱστορία, ὁ χριστιανὸς καλεῖται νὰ ζήσει μέσα σ’ αὐτά, μέσα στὸ κάθε παρὸν δημιουργικὰ καὶ θετικά. Κάθε ἀπόπειρα φυγῆς ἀποτελεῖ δειλία καὶ συγχρόνως περιφρόνηση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
Ὑπόβαθρο γιὰ τὴν θετικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ ὁ σεβασμὸς τῆς ζωῆς. Ἀγάπη σὰν ἀνταύγεια τῆς θείας ἀγάπης ποὺ ἔφτασε μέχρι τὸ σταυρὸ γιὰ τὴν ἀναδημιουργία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Γραφὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κένωση» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὰ συμπυκνωμένο χριστολογικὸ ὕμνο τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2,6-11) ποὺ περιγράφει τὴν ταπεινὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβῶν» καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ ἐσχάτου σημείου κενώσεως ποὺ εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σταυροῦ. Ἐν τούτοις μᾶς ὁμιλεῖ παράλληλα ἡ Γραφὴ καὶ γιὰ τὸ «πλήρωμα» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατέχοντας ὁ ἴδιος τὸ «πλήρωμα τῆς θεότητος» γεμίζει τὰ πάντα· τόσο καὶ τέτοιο πλήρωμα ὥστε νὰ περισσεύει γιὰ ὅλους μας: «καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἠμεῖς πάντες ἐλάβομεν» (Ἰω.α´16).
Ἡ κένωση καὶ τὸ πλήρωμα προσδιορίζουν καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ἀντανάκλαση τῆς θείας ἀγάπης. Τί σημαίνει αὐτό; Πολὺ συχνὰ ἔχουμε μία ἐπιφανειακὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία θεωροῦμε σὰν ἐπὶ μέρους ἐκδήλωση καὶ ὄχι σὰν ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο. Ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι «κένωση», ἄδειασμα, ὥστε αὐτὸ ποὺ ἔχουμε (ὄχι ἁπλῶς τὸ περίσσευμα) νὰ δοθεῖ στὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος σὲ μία συγκεκριμένη στιγμὴ τὸ χρειάζεται περισσότερο ἀπό μας. Ἂς θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη· δίνει κρασὶ καὶ λάδι καὶ τὸ ὑποζύγιό του, πράγματα χρήσιμα γι’ αὐτὸν ἐκθέτει τὸν ἑαυτό του σὲ κίνδυνο, καθυστερεῖ τὸ ταξίδι του, πληρώνει τὸν πανδοχέα, ὑπόσχεται νὰ ἐπανέλθει γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς φροντίδες. Κι’ ἐνῶ εἶναι μία κένωση ἡ ἀγάπη, εἶναι συγχρόνως καὶ πλήρωμα. Γεμίζει ὁ ἄνθρωπος χαρά, πληροῦται ζωῆς, θείας ζωῆς, γίνεται κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι μποροῦμε νὰ καταλήξουμε. Ὁ καλύτερος τρόπος ἀξιοποιήσεως τοῦ παρόντος εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν ὑπάρχει αὐτή, ἱεραρχοῦνται καὶ ἀξιοποιοῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι σκοποὶ τῆς ζωῆς, γιατί παίρνουν περιεχόμενο ἀπ’ αὐτήν. Κι’ ἔτσι δὲν φοβᾶται κανεὶς τὸ γρήγορο πέρασμα τοῦ χρόνου, γιατί ἡ ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Ἃ’ Κόρ. 13,8), φθάνει στὴν αἰωνιότητα καὶ δὲν τελειώνει.
Αὐτὸ τὸ σταμάτημα τοῦ χρόνου τὸ βιώνει κανεὶς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μέσα σ’ αὐτὴν ὁ χρόνος ἔχει ἄλλες διαστάσεις, γίνεται «λειτουργικὸς χρόνος». Ἡ θυσία τοῦ σταυροῦ, ποὺ ἔλαβε χώρα κάποτε στὸ παρελθόν, γίνεται μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία ἕνα παντοτινὸ παρὸν ποὺ τὸ ζεῖ ὁ πιστὸς αὐτὴ τὴ στιγμή· κι’ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς κόσμος τῆς ἀναστάσεως βιώνεται σὰν νὰ ἦλθε ἤδη. Τὸ παρελθὸν τοῦ σταυροῦ καὶ τὸ μέλλον τῆς ἀναστάσεως συντίθενται σ’ ἕνα αἰώνιο παρὸν ποὺ δὲν τελειώνει ποτέ. Γιατί ὁ πιστὸς «κοινωνεῖ» διαρκῶς σ’ αὐτὴ τὴ θεία δωρεά.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress.com

, , ,

Σχολιάστε