Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἡσυχαστικὴ παράδοση

O ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ ὁ ΑΙΤΩΛΟΣ ὡς ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ «Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!»

Ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς
ὡς Ἱεραπόστολος

(ἀπόσπασμα μελέτης ὑπὸ τὸν τίτλο:
«
Ἡ ἐσωτερική, ἡσυχαστική, ζωή
τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ»
 

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἡρ. Δεσπότη

.            «Ἐγεώργησας ἀρότρῳ τῆς χάριτος τοῖς πρότερον ἐν ἀγνωσίᾳ Ἅγιε καί ἀπάτης προσκειμένοις»[1]. «Εὐαγγελίῳ γάρ τόν λόγον καί τά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν[2], σοφῶς ἐκήρυξε. Καί τάς καρδίας θείῳ φόβῳ ἐρρύθμισε»[3].
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν διαφωτιστής, ἀλλά κυρίως καί κατ᾽ ἐξοχήν ἁγιορείτης. Ἄν διαβάσει κανείς προσεκτικά τά κείμενά του, τίς λέξεις πού χρησιμοποιεῖ, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται καί τίς πράξεις πού ἔκανε, θά δεῖ ὅτι ἐκινεῖτο ὡς ἕνας Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βάδισε στό μονοπάτι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.Ἦταν ἐκφραστής τοῦ ὀρθοδόξου φωτισμοῦ καί δίδασκε στον λαό για τήν κάθαρση, ἀπό τά πάθη, τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ νοερά προσευχή (ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά), καί τήν θέωση. Εἶναι λανθασμένη ἡ ἔκφραση ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν ἕνας ἰδεολόγος ἠθικιστής ἱεραπόστολος, ὅπως θέλουν νά τόν χαρακτηρίσουν μερικοί.
.            Ξεκίνησε τήν ἱεραποστολή του μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἔλαβε τήν διαβεβαίωση ἀπό τούς Γεροντάδες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, κατ’ ἀρχάς τόν Σεραφείμ Β΄ καί ἔπειτα τόν Σωφρόνιο. Εἶχε Ἐκκλησιαστική συνείδηση καί ἡ ὑπακοή του ἦταν Χριστομίμητη.
.            Πέρα ἀπό αὐτό, ὡς ἱεραπόστολος διέθετε μερικά ἄλλα σημαντικά στοιχεῖα. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ἕνας μεγάλος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνος, σέ ἕνα κείμενό του γιά τήν ἱεραποστολή σημειώνει τρία ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα τοῦ γνησίου ἱεραποστόλου.
.            Πρῶτον, ὁ θεολόγος ἱεραπόστολος σέβεται τήν ἱστορία. Δέν ὡθεῖται στό παρελθόν, γι’ αὐτό ἀποφεύγει τόν φονταμενταλισμό καί οὔτε ὁδηγεῖται ἁπλῶς πρός τό μέλλον μέ μία ἐσχατοτολογική οὐτοπία. Ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε καί εἰσῆλθε στήν ἱστορική πραγματικότητα γιά νά τήν μεταμορφώσει. Ὅπως γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καί διακηρύσσει τήν δογματική ἀλήθεια ὡς γεγονότα τῆς ἱστορίας». Ὁ Χριστός ἔπαθε, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε σέ ὁρισμένο χῶρο καί χρόνο. Σημειώνει ὁ π. Γεώργιος: «ἡ ἀδιαφορία γιά τήν ἱστορία ὁδηγεί πάντα σέ μιά αἱρετική ξηρότητα σέ μία δογματιστική διάθεση». Ἐπίσης, «ὁποιοσδήποτε εἶναι ἀναίσθητος πρός τήν ἱστορία, δύσκολα εἶναι καλός Χριστιανός». Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ἔβλεπε αὐτήν τήν ἱστορική πραγματικότητα, τόν στενοχωροῦσε ἡ κατάσταση τῶν Ρωμηῶν καί ἀγωνίστηκε γιά νά τήν μεταμορφώση.
.            Δεύτερον, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ὁ ἱεραπόστολος πρέπει νά ἔχει τήν ἔμπνευση νά εἰσδύει μέσα στήν ψυχή τοῦ λαοῦ καί νά τήν κατανοεῖ. Οἱ ἱεραπόστολοι, πρέπει «νά γνωρίζουν τήν γλώσσα τοῦ λαοῦ, τήν ἱστορία τους καί τόν τρόπο ζωῆς τους, γιατί ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μία κατανόηση τῆς ψυχῆς». Αὐτό ἔκανε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Γνώριζε πολύ καλά τόν λαό καί τήν γλῶσσα του, συμμετεῖχε στόν τρόπο ζωῆς του, συνέπασχε μαζί του, κατενόησε τήν ψυχή του καί μέ τό προφητικό χάρισμα πού εἶχε μιλοῦσε μέσα σέ αὐτήν, βαθειά στήν ὕπαρξή τους. Γι’ αὐτό μέχρι σήμερα ὁ λόγος του, ἡ κάθε κίνησή του βρίσκεται μέσα στήν βαθειά μνήμη τῆς Ρωμηοσύνης.
.            Τρίτον, ὁ ἱεραπόστολος, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ἀναπόφευκτα ἔρχεται «πρόσωπο μέ πρόσωπο» μέ τήν πολιτεῖα-ἐξουσία καί ἔχει τό δίλημμα «νά συνεργασθεῖ μαζί της ἤ τουλάχιστον νά ἐργασθεῖ παράλληλα μέ τούς ἐξαναγκαστικούς καί ὀργανωτικούς θεσμούς τῆς πολιτείας». Καί παρατηρεῖ: «Εἶναι δύσκολο νά πεῖς ποιό εἶναι τό δυσκολώτερο, νά συνεργασθεῖ ἤ νά παλαίψει μαζί της». Ἀσφαλῶς χρειάζεται διάκριση. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀντιμετώπισε τό ἴδιο πρόβλημα, ἀλλά τό ὑπερέβη, οὔτε συνεργάσθηκε, οὔτε συγκρούστηκε μαζί της. Ὅμως τήν ἀποδέχθηκε, τήν ὑπερέβη, χωρίς νά ταυτισθεῖ μαζί της καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις γιά νά τήν ἀποτινάξει. Μέ τόν λόγο του, τήν δράση του, τά θαύματά του, τίς προφητεῖες του, τό μαρτύριό του προκάλεσε τήν προσωπική ἐλευθερία καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις καί τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας»[4].

Ἡσυχία καί ἱεραποστολή[5]

.            «Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καί τῆς ἱεραποστολῆς. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἀληθινή ἱεραποστολή, ὅταν δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου καί, βέβαια, ἡ ἡσυχία ἐκβάλλεται κατά φυσικό τρόπο στό ρεῦμα τῆς ἱεραποστολῆς. Ὅταν ἀποδεσμευθῆ ἡ ἱεραποστολή ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, τότε δημιουργεῖται σοβαρό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα. Ἡ ἱεραποστολή, ὅπως καί ἡ λέξη τό λέγει, εἶναι μία ἱερά ἀποστολή, ὅταν δηλαδή ὁ Θεός ἀποστέλλη μερικούς ἀνθρώπους γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του, τό εὐαγγέλιο τῆς ἀληθείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
.            Ὁ ἱεραπόστολος δέν κηρύσσει μόνον, δέν εἶναι, δηλαδή, ἕνας θεωρητικός διδάσκαλος, ἀλλά ὁ πατέρας πού μεταδίδει τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού αὐτός ἀπέκτησε προηγουμένως, καί γεννᾶ πνευματικά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί, βέβαια, γνωρίζουμε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι κυρίως καί πρό παντός ἐμπειρική, ὑπαρξιακή.
.            Ἡ μετάδοση δέ αὐτῆς τῆς γνώσεως ἔχει ὡς αποτέλεσμα τήν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἡσυχία μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου εἶναι ὁ τρόπος καί ἡ μέθοδος, τήν ὁποία παρέδωκε ὁ Χριστός στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους, διά τῆς ὁποίας μεθόδου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ὑπαρξιακή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ μέθοδος αὐτή συνδέεται μέ τήν βίωση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἄν δοῦμε τήν σειρά πού ὁ Χριστός ἐκφώνησε τούς μακαρισμούς, θά διαπιστώσουμε πραγματικά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία, τήν μέθοδο τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου καί, βεβαίως, κατάληξη αὐτῆς τῆς μεθόδου, αὐτῆς τῆς ζωής εἶναι ἡ ἱεραποστολή καί τό μαρτύριο.
.            Προηγεῖται ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς, τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τόν Θεό, ἡ καλή προαίρεση σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τήν βοήθεια τῆς θείας Χάρης ἔρχεται ἡ αὐτογνωσία καί δι’ αυτῆς ὁ θεῖος φόβος, ἡ κατά Χριστόν ταπείνωση, καί ἀκολουθεῖ ἡ μετάνοια, ἡ πραότητα, ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν τήρηση τῶν εντολῶν τόῦ Χριστοῦ, ἡ βίωση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, διά τῆς ὁποίας γεύεται ὁ ἄνθρωπος τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ μετάδοση στούς ἄλλους τῆς εἰρήνης αὐτῆς πού γεύθηκε ὁ ἴδιος, ὁ διωγμός καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ χαρά γιά τήν βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπόκτηση τοῦ χαρίσματος τῆς προφητείας[6].
.            Ἕνα σύγχρονο παράδειγμα εἶναι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἀσκήθηκε πνευματικά στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, γιά πολλά χρόνια, ἀκολουθώντας τήν ὅλη ἡσυχαστική μέθοδο καί στήν συνέχεια, ὅταν αἰσθάνθηκε μέσα του τήν πληροφορία ἀπό τόν Θεό νά κάνη τίς περιοδεῖες του στό ὑπόδουλο Γένος, ρώτησε τούς πνευματικούς του πατέρας, ἔλαβε τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά λάμβανε καί τήν εὐλογία τῶν κατά τόπους ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Καί ἐπειδή ἐκινεῖτο μέσα στά πλαίσια αὐτά, τό ἔργο του εἶχε πνευματικούς καρπούς καί ἐξασκεῖται καί διαχρονικά. Γιατί πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ ἱεραποστολή δέν ἐξαντλεῖται μόνον στό κήρυγμα ἤ σέ κάποια ἄλλη ποιμαντική ἐργασία, ἀλλά εἶναι καί ἡ προσευχή, ἡ προσωπική ἐπικοινωνία μέ κάθε Χριστιανό, καί ἡ μόνη παρουσία ἑνός ἁγίου, ἡ ἀπόκτηση δογματικῆς συνείδησης, καθώς καί ἡ διατύπωση καί διαφύλαξη τῶν δογμάτων, καί τελικά ἡ ἱεραποστολή πού γίνεται καί μετά τήν ἔνδοξη κοίμηση τοῦ ἁγίου, μέ τά θαύματά του, τίς πρεσβεῖες του, ἀκόμη καί τόν τάφο του. Ἡ κατά Χάρη θέωση ἑνός ἀνθρώπου περνᾶ ἀδιόρατα καί μυστικά, μερικές δέ φορές καί φανερά, μέσα στήν ζωή καί τήν λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ στὰ πλαίσια αὐτὰ συνδέεται ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιαστικά ἡ ἡσυχία μέ τήν ἱεραποστολή.
.            Μιά ἱεραποστολή πού δέν ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τῆς ἡσυχίας, καί ἡ ὁποία ἡσυχία ἐκφράζεται μέ ὅλα τά πνευματικά χαρίσματα, τῆς ταπεινώσεως, τῆς μετανοίας, τῆς εἰρήνης, τοῦ σεβασμοῦ τῶν κανονικῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, δέν εἶναι γνήσια».
.            Καί γι’ αὐτόν τόν λόγο, λοιπόν, εἶναι ζηλευτός καί ἀξιομίμητος ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος ἐγύρισε σχεδόν ὁλόκληρη τήν Ελλάδα. Ἐπί εἴκοσι χρόνια ἔκανε ἱεραποστολικό ἔργο! Ἱσαπόστολος, ἄλλος Παῦλος. Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!
.            «Καί ποιό ἦταν τό ὁπλοστάσιό του τό θεολογικό; ἀναφέρει σέ μία ἀνακοίνωση συνεδρίου γιά τόν ἅγιο Κοσμᾶ, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητής Πανεπιστημίου. Ποιό ἦταν θά λέγαμε τό «ρεπερτόριο» τῶν ὁμιλιῶν του, τί κουβαλοῦσε μαζί του; Βιβλιοθῆκες, βιβλία, σοφίες, συγγράμματα σοφά; Ὅλο καί ὅλο εἶχε ἕνα πρόγραμμα τριῶν ὁμιλιών. Ὅλες καί ὅλες οἱ ὁμιλίες, τίς ὁποῖες μέ πολύ κόπο καί μέ πολλή σοφία εἶχε συνθέσει, ἦταν σκελετοί τριῶν μόνον ὁμιλιών. Τρεῖς Διδαχές στίς ὁποίες προσέθεσε καί ἄλλες δύο, τίς ὁποῖες ὅμως χρησιμοποιοῦσε μόνο ὅταν παρίστατο λόγος. Τόν βασικό σκελετό τῶν τριῶν ὁμιλιῶν τόν ἔκανε σχεδόν σέ κάθε μέρος πού πήγαινε. Ὡστόσο, ὅμως, ἀναλόγως μέ τό ἀκροατήριο, τίς εἰδικές συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦσαν, προσέθεται ἤ ἀφαιροῦσε ὁρισμένα πράγματα, καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν παραλλαγές τῶν Διδαχῶν. Ψάχνουν οἱ κριτικοί νά βροῦν. Ἔχουμε τόσα χειρόγραφα καί κάθε χειρόγραφο παρουσιάζει μία διαφορετική μορφή τῆς Διδαχῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Τί συμβαίνει ἐδῶ; Ὁρισμένοι μάλιστα εἶπαν ὅτι δέν εἶχε ὁ ἅγιος δομή, δέν εἶχε σχέδιο στίς ὁμιλίες του καί ὅτι τά ἔλεγε ὅλα ἀνακατεμένα, ὅπως τύχαινε! Ἀσφαλῶς καί εἶχε σχέδιο ὁ ἅγιος καί εἶχε δομή στίς ὁμιλίες του. Ποιά, λοιπόν, ἦταν αὐτή ἡ δομή τῶν ὁμιλιῶν του, ἡ γενική, ἡ βασική;
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁδοιπορώντας ἔφθανε στόν τόπο, ὅπου ἐπρόκειτο νά ὁμιλήσει, συνήθως ἀπόγευμα, ὁπότε ἐπέστρεφαν ἀπό τίς δουλειές τους τίς ἀγροτικές – οἱ χωρικοί κυρίως – κατάκοποι καί κουρασμένοι. Συγκεντρωνόταν, λοιπόν, ὁ κόσμος, καί ὁ ἅγιος, ἀφοῦ ἔστηνε τό θρονί καί τόν σταυρό ἤ μέσα στόν Ναό ἔκανε τήν πρώτη του Διδαχή. Τί περιελάμβανε ἡ πρώτη Διδαχή; Ἄρχιζε ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα «Πρῶτα ἀπό τόν Θεό θά ἀρχίσουμε» ἔλεγε. Παρουσίαζε μέ ἁπλᾶ λόγια τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Παρουσίαζε τήν δημιουργία τῶν Ἀγγέλων, τήν πτώση τοῦ Ἑωσφόρου, προχωροῦσε στήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων καί στήν ἔξωσή τους ἀπό τόν Παράδεισο. Καί ἀφοῦ τελείωνε ἐντάσσοντας μέσα στό πλαίσιο αὐτό πολλά ἠθικά θέματα, ἀφοῦ τελείωνε ἔλεγε: «Τώρα εἶστε κουρασμένοι. Ἄν θέλετε, φεύγω αὔριο τό πρωΐ, φθάνουν αὐτά πού σᾶς εἶπα. Ἄν δέν θέλετε, θά μείνω καί αὔριο τό πρωΐ λέμε καί τά ὑπόλοιπα». Παρέμενε, λοιπόν, καί ἀφοῦ γινόταν Θ. Λειτουργία ἤ εὐχέλαιο ἤ κάτι ἄλλο ἄρχιζε τήν δεύτερη Διδαχή του, ἡ ὁποία περιελάμβανε πλέον τήν Καινή Διαθήκη. Ξεκινοῦσε ἀπό τήν γέννηση τῆς Παναγίας μας, τό ζεῦγος Ἰωακείμ καί Ἄννης, τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅλα τά γεγονότα πού ἔχουν σχέση μέ τό ἔργο, τήν διδασκαλία καί τά θαύματα τοῦ Κυρίου. Ἡ δεύτερη αὐτή ὁμιλία ἔφθανε μέχρι τήν Σταύρωση, μέχρι τήν Μ. Πέμπτη. Καί ἐδῶ βέβαια ἀναπτύσσοντας αὐτά τά δόγματα, αὐτήν τήν διδασκαλία τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα. Δέν τά ξεχώριζε ποτέ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔβρισκε τήν εὐκαιρία νά αναπτύσσει στήν κατάλληλη συνάφεια ἠθικά θέματα.
.            Μετά ἀπό αὐτήν τήν δεύτερη ὁμιλία ἔλεγε. «Τώρα θά μείνω καί τό βράδυ νά σᾶς πῶ τά ἐπίλοιπα». Τά ἐπίλοιπα τῆς τρίτης Διδαχῆς ἦταν ἀπό τήν παράδοση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τό βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι τήν Ἀνάσταση, τήν Ἀνάληψη, τήν ἀποστολή τῶν δώδεκα ἀποστόλων καί τέλος τά περί ἐσχάτων καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Φυσικά πάλι μέ ενδιάμεσες ἀναφορές βασικῶν ἠθικῶν θεμάτων γιά νά «δέσουν» ἦθος καί δόγμα.
.            Ὅταν μερικές φορές συνέβαινε νά παρατείνει τήν παρουσία του σ’ ἕναν τόπο περισσότερο ἀπό δύο μέρες, εἶχε καί σχέδιο δύο ἄλλων Διδαχῶν. Τήν παρουσίαζε με ἀνάπτυξη πτωτοφανῆ καί ἐμβάθυνση, ἀλλά καί με ἁπλότητα συγχρόνως πού χαρακτηρίζουν τήν ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Ἡ βάση τῆς Διδαχῆς ἦταν ἡ παραβολή τοῦ Σπορέως, ἀλλά ἐμπλουτιζόταν μέ πολλές διηγήσεις ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων, μέ παραδείγματα μετανοίας κ.λ.π. Τέλος ἡ πέμπτη Διδαχή ἀναφερόταν σέ πολλά καί ποικίλα θέματα. Στή δύναμη τοῦ Σταυροῦ, στό κομποσχοίνι, στό ρόλο τῶν αἰσθήσεων, τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ», κ. ἄ.
.            Μέ πέντε, λοιπόν, Διδαχές μόνον τρεῖς βασικές ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔκανε αὐτό πού ἔκαναν ὁ Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Ἄν πάρει κανείς ἀπό τά εὐαγγέλια τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας θά δεῖ ὅτι τόση περίπου εἶναι. «Ἔστι δέ καί ἄλλα πολλά ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐάν γράφηται καθ’ ἕν…». Εἶπε πολλά ὁ Χριστός. Καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς θά μποροῦσε νά πεῖ πολλά. Ἀλλά «θά σᾶς πῶ, λέγει, τά ἀναγκαιότερα». Καί σέ τρεῖς μόνον Διδαχές, μέ ἄλλες δύο συμπληρωματικές, μέ πέντε Διδαχές ἔκανε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς αὐτό τό θαῦμα τῶν Διδαχῶν, τό ὁποῖο θαυμάζουμε σήμερα….»[7].
.            «Στήν Κεφαλλονιά ἀκροατής τοῦ ἁγίου σημειώνει: «Ἡ διδασκαλία τοῦ προειρημένου κήρυκος εἶναι ἡ ἰδία ὁπού ἀναγινώσκομεν εἰς τά Θεῖα Εὐαγγέλια καί κατά διαδοχήν ἀπό τούς Ἀποστόλους εἰς τόν τετραμερῆν ἐκηρύχθη κόσμον[8], ἐξηγήθη ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ὀρθοόξου Ἐκκλησίας, ἐστερεώθη μέ τά θεσπίσματα τῶν Γενικῶν Συνόδων. Ἐκήρυττε τόν Θεόν ὑπέρ πᾶν ἄλλο, τί νά σεβώμεσθεν καί νά ἀγαπῶμεν. Ἔλεγε τό χρέος ὁπού ἔχουν οἱ χριστιανοί νά ἀγαπῶσι τόν πλησίον, νά μήν μισοῦν τούς ἐχθρούς, νά τούς ἀγαθοποιοῦν δυνάμενοι, νά βοηθοῦν τοῖς χρειαζομένοις, νά νηστεύουν, νά εἶναι ἐγκρατεῖς οἱ γονεῖς νά ἀναθρέφουν τά τένα τους μέ μίαν ἀγαθήν καί χριστιανικήν ἀναθροφήν νά εἶναι ἀμοιβαία ἡ πίστις εἰς τούς ὑπανρεμμένους οἱ γυναῖκες νά εἶναι ὑποτεταγμένες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν[9]) οἱ υἱοί νά τιμοῦν τούς γονεῖς·νά πλησιάζουν συχνάκις εἰς τά θεῖα Μυστήρια[10]…οἱ λαοί νά σέβωνται τούς ἐκκλησιατικούς ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι νά ἔχουν τελειωτάτην ὑποταγήν εἰς τον ἐδικόν τούς αὐθέντην καί ἡγεμόνα[11]. Τούτη εἶναι ἡ σύλληψις[12]…καί τό μυελόν[13]…ὅλης τῆς διδασκαλίας τοῦ προειρηένου κήρυκος….
Φρονῶ ἐγώ ὅτι, ὅποιος κήρυκας κηρύττει με ἁπλότητα ὁμοῦ καί καθαρότητα τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, χρέος οἱ χριστιανοί ἔχουσιν ἀπαραίτητον νά τόν ἀκούουν, νά τόν σέβωνται, νά τόν τιμοῦν·καί ὅσοι δέ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀποστρεφόμενοι περιγελῶσι καί καταφρονοῦν τοιούτους θεοπνεύστως ρήτορας, τό ὄνομα εἶναι χριστιανοί, ὄχι τήν πρᾶξιν…Ἀγκαλά καί ὁ ρηθείς κήρυκας δέν ἐφανερώθη τόσον ὑστερημένος ἀπό ἐπιστημονικάς εἰδήσεις. Ἤκουσα μέ προσοχήν, ὡς ἄνω εἶπα, τέσσαρας διδαχάς του. Βαρβαρισμόν δέν ἐσημείωσα[14], τόν τρόπον τοῦ λέγειν καθαρῶς ἐπαίνεσα…Ὁ ἱεροκήρυκας Κοσμᾶς κατά τό προκείμενον[15] ἐπαράσταινε[16] τές γνῶμες τῶν ἁγίων Πατέρων, δέν ἐπρόφερε τά ὀνόματα ὅμως, κατά τήν κοινήν καί ὑπερήφανον συνήθειαν[17]….Ἤκουσα ἑτέραν διδαχήν, εἰς τήν ὁποίαν ἔκαμε ἐπίδειξιν πώς δέν εἶναι ἄμοιρος τῆς Φυσικῆς ἐπιστήμης: ἀνέφερε τοῦ κόσμου τήν κτίσιν κατ’ ἐκείνην ὁπού περιγράφεται εἰς τήν Γένεσιν, ἐφανέρωσε τά διάφορα συστήματα τῶν φιλοσόφων, ὡμίλησε ἐπάνω εἰς τήν φύσιν τῶν συστατικῶν τῶν οὐρανῶν καί ἐπάνω εἰς τόν ἀριθμόν τῶν πλανητῶν καί ἀπλανῶν ἀστέρων»[18].

[1] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ….ζ΄ ὠδή

[2] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ…..Λιτήν, καί Οἶκος

[3] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ…Λιτήν

[4]Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἰούλιος 2007

[5] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση , Αὔγουστος 2002

[6] Ματθ. ε´, 312

[7] Εἰσήγηση σέ εἰδικό συνέδριο γιά τόν ἅγιο Κοσμά τόν Αἰτωλό, πού ὀργανώθηκε ἀπό τόν Σύλλογο «Τά Πάτρια» στό χωριό Ράχη τῆς Πιερίας.

[8] στά τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου, ἀνατολή, δύση, βοριά καί νότο

[9] Ἐφεσ. 5.22

[10] νά κοινωνοῦν συχνά, νά μεταλαβαίνουν συχνά.

[11] Να πειθαρχοῦν ἀπόλυτα στην πολιτική ἐξουσία τῶν Τούρκων και τῶν Βενετῶν.

[12] περίληψη, συγκεφαλαίωση, σύνοψη.

[13] νοῦς, οὐσία, περιεχόμενο.

[14] Εἶναι δύσκολο νά προσδιορίσει κανείς ποιές λέξεις ἐννοεῖ ὁ ἐπιστολογράφος.

[15] Κατά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του.

[16] Περιγράφω, ἀναφέρω, λέω.

[17] ὅπως συνηθίζουν νά κάνουν οἱ ἱεροκήρυκες, μέ ὑπερηφάνεια γιά τή σοφία τους.

[18] Κεφαλληνιακά Χρονικά τόμ. 4ος, 19801982. Γ. Ἀλισανδράτου: Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στήν Κεφαλλονιά καί τή Ζάκυνθο, 1777, σ. 188, ἀνέκδοτη ἐπιστολή ἑνός ἀκροατή του.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 2. «Πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος» (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

 κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας [Β´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/23/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας/

3. Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση σήμερα

.                Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, στὴν ὁποία δημιουργοῦνται νέα δεδομένα, οἱ κοινωνίες ἀλλάζουν, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν βιομηχανικὴ ἐποχὴ περάσαμε στὴν τεχνολογικὴ καὶ βιοτεχνολογικὴ ἐποχή, μὲ συνέπειες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, ἔρχονται σὲ σχέση μὲ ἄλλους πληθυσμούς, θρησκεύματα, ἀντιλήψεις, ὅλη ἡ παγκόσμια κοινότητα γίνεται μιὰ μικρὴ γειτονιά, ἀλλὰ πολλοὶ βιώνουν τὴν μοναξιά.
.                Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἔχει μέσα της τὸ σταθερό, τὴν οὐσία, ἀλλὰ συγχρόνως περιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ καιρικό, ἀφοῦ ἐκεῖνος ποὺ βιώνει τὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, μπορεῖ νὰ ζήση τὴν οὐσία της μέσα στὶς σύγχρονες ἀντιλήψεις τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας.
.                Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ ἐντοπίσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ σταθερὰ στοιχεῖα τῆς παραδόσεως, ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθοῦν, γιατί αὐτὰ νοηματοδοτοῦν τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς σύγχρονους τρόπους ζωῆς, μέσα στοὺς ὁποίους ζοῦν.
.                Ὁ καθηγητὴς Μάριος Μπέγζος στὸ βιβλίο του «ἡ μεταφυσικὴ τῆς οὐσιοκρατίας στὸν μεσαίωνα καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση», ἀναφερόμενος στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βυζαντινοῦ καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ κοσμοειδώλου, οὐσιαστικὰ στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δυτικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, καθορίζει τὶς πέντε διαφορὲς ποὺ ἐπικρατοῦν μεταξὺ τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Πρόκειται γιὰ τὶς πέντε μεγάλες διαφορὲς ποὺ ἐκφράζονται ὡς «λατινικὴ οὐσιοκρατία καὶ ἑλληνικὴ προσωποκρατία», «μεσαιωνικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ βυζαντινὸς ἀποφατισμός», «νομικὴ καὶ ἰατρικὴ» ἀντίληψη, «ρωμαϊκὸς παπισμὸς καὶ ὀρθόδοξη συνοδικότητα», «μεσαιωνικὴ φεουδαρχία καὶ βυζαντινὴ πρόνοια».
.                Ἔτσι, στὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἐπικρατεῖ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν οὐσιοκρατία ποὺ γέννησε τὸ Filioque, ὁ ἀποφατισμὸς-ἐμπειρία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὀρθολογισμό, ἡ θεραπεία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν νομικιστικὴ ἀντίληψη, ἡ συνοδικότητα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παπισμό, ἡ πρόνοια καὶ φιλανθρωπία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φεουδαρχία.
.                Νομίζω, ὅμως, ὅτι ς βασικ διαφορ πρέπει ν πογραμμίσουμε τ θέμα τς θεραπείας το νθρώπου, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὸν ἡσυχασμό, ἀποφεύγει τὸν ὀρθολογισμό, τὸν νομικισμό, τὸν ὁλοκληρωτισμό, τὸν φεουδαλισμό. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ ζῆ ἡσυχαστικὰ-νηπτικά, ὅπως τὸ συναντοῦμε στὴν Φιλοκαλία, καὶ ὅπως τὸ ἐκφράζουν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγει τὶς προσωπικὲς ἐξαρτήσεις, ἀλλὰ ταυτοχρόνα σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζῆ αὐθεντικὰ μέσα στὴν κοινωνία.
.                Μ τν ρθόδοξο συχασμό, ποὺ εναι θεραπευτικ πράξη τς κκλησίας, νθρωπος ποφεύγει ν κλαμβάνη τν Χριστιανισμ ς δεολογία κα τν Θε ς μεταφυσική. Μὲ τὴν βίωση τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Ὄντα καὶ ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἰδέα, τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀντικείμενο ἡδονῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τὸν κόσμο ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ οὐσιοποιὲς καὶ ζωοποιὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἕνα ἀντικείμενο βιασμοῦ.
.                Μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ μέθοδο ὁ ἄνθρωπος θεραπεύει τὰ πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιληδονίας καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἀντίστοιχα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ τρία μεγάλα θηρία ποὺ δημιουργοῦν προβλήματα στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, ἤτοι τὴν ἰδεολογία-ὁλοκληρωτισμό, τὸν πανσεξουαλισμὸ καὶ τὴν κεφαλαιοκρατία. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ὑπακοή, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλοδοξία-ὁλοκληρωτισμό, μὲ τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν ἐγκράτεια, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φιληδονία-πανσεξουαλισμὸ καὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη ἢ τὴν κοινοκτημοσύνη, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ὁ Ὀρθόδοξος μοναχὸς ποὺ τηρεῖ τὶς τρεῖς μοναχικὲς ἀρετὲς τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀκτημοσύνης, κρατᾶ τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ τρία θηρία ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως καὶ ἑπομένως εἶναι ὁ πλέον κοινωνικὸς ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ πρακτική, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο, γιατί ἡ ἄσκηση στὴν ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Εὐαγγέλιο ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ ἡ ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ σύγχρονη κρίση ταυτότητας, περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι διάφοροι πολιτισμοὶ καὶ παραδόσεις προσεγγίζουν διαφορετικὰ τὸν κόσμο.
.                Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ὁ κόσμος, οἱ Χριστιανοὶ ἀπαντοῦν στὸ ἐρώτημα ποιὸς ἔκανε τὸν κόσμο καὶ οἱ Ρωμαῖοι ἐξετάζουν τί χρησιμεύει ὁ κόσμος. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζῆ τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ διακρίνεται γιὰ τὴν χρησιμοθηρικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου.
.                Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὴν τὴν νοοτροπία καὶ νὰ προχωρήσουμε στὸ τί εἶναι ὁ κόσμος καὶ κυρίως ποιὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμη ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς μας καὶ πῶς θὰ αἰσθανθοῦμε προσωπικὰ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ πρέπει νὰ νοηματοδοτοῦμε τὸν κόσμο καὶ τὸν βίο μας.
.                Αὐτὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ βίου μας καὶ τῆς ζωῆς μας.–

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 1. «Αὐτὴ ἡ σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, μεταξὺ τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων. Μερικοί, ἐνῶ ὑποστηρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία, διακρίνονται ἀπὸ ἀντιορθόδοξες ἀντιλήψεις». (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                Ὅταν μελετᾶ κανεὶς τὸ θέμα «Ἡ κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», στὴν ἀρχὴ τὸ θεωρεῖ κοινότυπο θέμα, ὅμως στὴν συνέχεια διακρίνει μερικὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα.
.                Ἀπὸ πολλοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας, ὅπως γενικὰ γίνεται καὶ λόγος γιὰ τὴν κρίση στὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία, τοὺς θεσμούς, τοὺς νέους κλπ. Κάθε ἀλλαγὴ καὶ κάθε μετάβαση ἀπὸ τὴν μιὰ γενιὰ στὴν ἄλλη δημουργεῖ κρίσεις μὲ διάφορα ἀποτελέσματα, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, γόνιμα ἢ ἀποδιοργανωτικά.
.                Τὸ θέμα αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ προσεγγίση πολιτιστικά, κοινωνικά, πολιτικά, ἐθνικά. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ ἐπιδιωχθῆ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κυρίως ἐκκλησιαστικά.

1. Ἀνάλυση τῶν ὅρων

.                Τρεῖς λέξεις σὲ αὐτὴν τὴν θεματικὴ πρόταση ἔχουν μεγάλη σημασία, ἤτοι ἡ ταυτότητα, ἡ νεοελληνικὴ καὶ ἡ κρίση.
.                Ἡ λέξη ταυτότητα σήμερα δηλώνει τὸ ἔγγραφο τῆς ἀστυνομίας ποὺ ταυτοποιεῖ τὴν βιολογική μας ὕπαρξη, δηλαδὴ καταγράφει τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεώς μας, τῆς διαμονῆς μας, καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματός μας (ἡλικία, ὕψος, χρῶμα ὀφθαλμῶν κλπ.).
.                Εἰδικότερα, ὅμως, ἡ λέξη ταυτότητα συνιστᾶ ἀριστοτελικὸ ὅρο ποὺ συναντοῦμε στὰ μετὰ τὴν φύση συγγράμματά του (τὰ μεταφυσικὰ) ποὺ σημαίνει «τὸ εἶναι τί ταυτόν, τὸ ἴδιον». Εἶναι κάτι ποὺ πιστοποιεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ὄντος, ἑνὸς πράγματος, ποὺ δείχνει τὴν συνέχεια καὶ τὴν ἀκρίβεια.
.                Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους τοῦ ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.
.                Στὴν νέα φιλοσοφικὴ ὁρολογία, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀρχὴ τῆς ταυτότητος», ποὺ εἶναι μιὰ λογικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποία «κάθε πράγμα εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτό του, κάθε ἔννοια ἡ ἴδια μὲ τὸν ἑαυτό της. Σύμφωνα μὲ ἄλλη –καὶ πιὸ σωστὴ- ἄποψη ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας ἀπαιτεῖ κάθε ἔννοια νὰ ἐννοεῖται πάντοτε ὡς ἡ ἴδια, ὄχι ἄλλοτε ὡς α καὶ ἄλλοτε ὡς β ἢ γ». Ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας προϋποθέτει μιὰ ἔννοια νὰ ἐννοῆται πάντοτε μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο, σὲ ἀντίθετη ὅμως περίπτωση, ὅταν ἀλλάζη τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων καὶ ἐννοιῶν, ἀπὸ τὴν μιὰ πρόταση στὴν ἄλλη, τότε ἐπικρατεῖ ἡ ἐννοιολογικὴ σύγχυση.
.                Στὴν περίπτωσή μας ἡ «ταυτότητα» προσδιορίζεται μὲ τὸ ἐπίθετο νεοελληνική, ποὺ σημαίνει προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ταυτότητα τοῦ νεοέλληνος. Ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς δημιουργεῖ ἕναν ἔντονο προβληματισμό, γιατί χωρίζουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα διαλεκτικὰ σὲ ἀρχαία, μέση καὶ νέα.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τοῦ νέου ἑλληνικοῦ Κράτους (1832). Μέχρι σήμερα ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε συχνὰ ἀπὸ Ἕλληνες καὶ ξένους γιὰ νὰ ἀντιδιασταλοῦν οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κυρίως ἀλλὰ καὶ τοὺς βυζαντινούς, μὲ μιὰ τάση γιὰ χειραφέτηση ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση καὶ προβολὴ τῆς ἀξίας τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» καὶ τὰ παράγωγά της ἀντικατέστησε στὴν οὐσία τὴν λέξη Ρωμηὸς καὶ Ρωμηοσύνη. Ὅπως ἔχει γραφῆ: «ἡ λέξη “νεοελληνικός” ἀπαντᾶται ἀπὸ τὸ 1818, ἀλλὰ ἡ ἐπικράτησή της καὶ ὁ συνακόλουθος ἐκτοπισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν ὁποία προοδευτικῶς ἀντικατέστησε, θὰ διαρκέσει ἀρκετὲς δεκαετίες –ἁδρότατα πάντοτε ἐπικουρούμενος ἀπὸ τὸ νέο ἐθνικὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ λέξη “νεοέλληνας” μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ 1854 καὶ “νεοελληνισμός” ἀπὸ τὸ 1887».
.                Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ τὴν ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Σὲ δημοσίευμα ἀναφέρεται ὅτι ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες», ἀναφέρεται σὲ βιβλίο ποὺ τυπώθηκε στὴν Βενετία τὸ 1675 ἀπὸ τὸν Ἱερέα Γεώργιο Κονταρῆ καὶ παρουσιάζει τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀποκαλεῖ τοὺς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του Ρωμαίους ἢ Γραικούς, ἀλλὰ «νέους Ἕλληνες». Βέβαια, ὁ ἀρθρογράφος ποὺ φέρνει στὸ φῶς αὐτὴ τὴν μαρτυρία, συγχρόνως γράφει ὅτι «ὁ νεολογισμὸς» «νέοι Ἕλληνες», ἂν καὶ καταγράφεται σὲ βιβλίο, ἐν τούτοις «δὲν καθιερώθηκε τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάσθηκε, οὔτε καὶ ἀναφέρθηκε κανεὶς στὸν Κονταρῆ, ὅταν, ἀργότερα, οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες εὐνόησαν τὴν καθιέρωση τῶν ὅρων αὐτῶν».
.                Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες» εἶναι καρπὸς μιᾶς παραχαράξεως ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἐνῶ, ὅπως πιστεύουμε, ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἕνα μεγάλο ρεῦμα ποὺ ἐκφράζεται σὲ κάθε ἐποχὴ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, τώρα χωρίζεται σὲ τρεῖς κατηγορίες, τὸν ἀρχαῖο, τὸν μεσαῖο καὶ τὸν νέο. Θὰ ἦταν διαφορετικὸ ἐὰν καταγράφαμε ὅτι ἐκφράζεται ὁ ἑλληνισμὸς σὲ διάφορες φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ του βίου ἢ ἔστω νὰ λέγαμε “ὁ ἑλληνισμὸς σήμερα” ἢ “οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες”. Ὁπότε, χρησιμοποιώντας τν φράση «νεοελληνικ ταυτότητα» μέσως καθορίζουμε να πρόβλημα ποὺ φίσταται κα μι κρίση.
.                Συνέχεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἡ λέξη κρίση δείχνει τὴν διαφοροποίηση τῆς ταυτότητος τοῦ Ἕλληνα. Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους του ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.

 2. Αὐτοσυνειδησία τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων

.                ταυτότητα χει σχέση μ τν ατοσυνειδησία. Λέγοντας αὐτοσυνειδησία ἐννοοῦμε τὴν συνείδηση, τὴν ἄποψη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν περίγυρό μας. Καὶ αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τὴν διαφοροποίηση τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας.
.                Ἡ Ἕλλη Σκοπετέα στὸ σημαντικὸ βιβλίο της «Τὸ “πρότυπο Βασίλειο” καὶ ἡ Μεγάλη ἰδέα», χρησιμοποιώντας τὸ ὑλικὸ τοῦ καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ Τύπου τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ -ἄλλωστε ὁ Τύπος συνήθως εἶναι πιὸ αὐθεντικός, γιατί ἐκεῖ ἀποτυπώνονται καλύτερα ὅλες οἱ παραδόσεις καὶ οἱ νοοτροπίες τῶν ἀνθρώπων- κάνει μερικὲς παρατηρήσεις ποὺ φανερώνουν αὐτὴν τὴν προσπάθεια τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ταυτότητος.
.                Περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο.
.                Μὲ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν διοργάνωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ξένων, πιδιώχθηκε ν καθορισθ κα ν διαφοροποιηθ νεοελληνικ ταυτότητα, ποὺ θ καθορίζη στ ξς τν λληνα. Πρόκειται γι τρες κφράσεις, τοι προσανατολισμς στν ρχαία λλάδα, φο ο λληνες πρεπε ν καταλάβουν τι εναι πόγονοι τν ρχαίων λλήνων φιλοσόφων, ποδέσμευση π τν Κωνσταντινούπολη, γι ν σπάση μφάλιος λρος μ ,τι συνδέει τν λλάδα π τ λεγόμενο Βυζάντιο, κα σύνδεση τς λλάδος μ τν Ερώπη κα τ δεολογικ ρεύματα ποὺ τν ξέφραζαν.
.                Πέρα ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς προσανατολισμούς, στὴν Πατρίδα μας ἐπικρατεῖ καὶ τὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαποτίσθηκαν οἱ παλαιότερες γενιὲς καὶ μεταδίδεται αὐτὸ τὸ ρεῦμα ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πολιτιστικὴ ζωή.
.               Γίνεται φανερὸ ὅτι στὴν Ἑλλάδα, στὴν ἐποχή μας, ὑπάρχει μιὰ ἰδεολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ σύγχυση, ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μιὰ ἑνιαία πολιτιστικὴ ταυτότητα. Μεγάλες μάζες τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ζοῦν μὲ τὴν «Μεγάλη δέα», ποὺ σήμερα κφράζεται χι μ προσκτήσεις δαφν, λλ μ τν διαίτερη παράδοση ποὺ νοηματοδοτε τν βίο μας, πως τν ξέφραζαν ο Μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας κα τν βίωσαν ο λεγόμενοι Φιλοκαλικο Πατέρες, καὶ οἱ ἀσκητὲς τοῦ ἀρχαίου καὶ συγχρόνου «Γεροντικοῦ». Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλοι ποὺ εἶναι ἀρχαιολάτρες, προσανατολισμένοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ποὺ τὴν βλέπουν μὲ τὴν στατικότητά της καὶ ὄχι μὲ τὴν δυναμική της πορεία, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἢ ἀπὸ τὸν Παρθενώνα στὴν Ἁγιὰ-Σοφιά. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸν διαφωτισμό, τὸν ρομαντισμό, τὴν νεωτερικότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μετανεωτερικότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως ἀγνοοῦν τὸν ὀρθόδοξο φωτισμὸ τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ ὡς πράξη ὑπάρχει καὶ σήμερα στὴν αὐθεντική της μορφὴ στὸν Ὀρθόδοξο ἁγιορείτικο μοναχισμὸ καὶ ἡσυχασμό. Γενικά, παρατηρεῖται μιὰ πολιτιστικὴ σύγχυση, ἀφοῦ, κατὰ ἀνάρμοστο τρόπο, συμπλέκεται τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο μὲ τὸ λατρευτικό, καὶ τὸ ὀρθολογιστικὸ μὲ τὸ ἡσυχαστικό.
.                νθρωπος μ τν κατ Χριστν πακοή, παλλάσσεται π τν φιλοδοξία-λοκληρωτισμό, μ τν σωφροσύνη κα τν γκράτεια, λευθερώνεται π τν φιληδονία-πανσεξουαλισμ κα μ τν κτημοσύνη τν κοινοκτημοσύνη, παλλάσσεται π τν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ἐνῶ παλαιότερα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ μετέπειτα κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τῆς σύγχρονης ζωῆς συνδέονταν μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ὤσμωσης καὶ παρατηροῦσε κανεὶς μιὰ διαρκῆ γονιμοποίηση, σήμερα, τὶς περισσότερες φορές, ὑπάρχουν διαλεκτικὲς ἀντιθέσεις μεταξύ τους καὶ βιώνονται κατὰ τρόπο στεγανοποιημένο.
.                Αὐτὴ ἡ διάκριση παρατηρεῖται στὰ λαϊκὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν διαχρονική μας παράδοση μὲ ποικίλους βαθμούς, τοὺς πολιτικοὺς ποὺ εἶναι προσανατολισμένοι σὲ κέντρα ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν χώρα καὶ κυρίως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ρεύματα ποὺ ἐπικρατοῦν ἐκεῖ καὶ παραπέμπουν σὲ ἄλλους πολιτισμούς, καὶ τοὺς διανοουμένους ποὺ συνήθως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῶν ἐξελίξεών τους. Τ πλέον ποκαρδιωτικ εναι τι ατ σύγχυση πικρατε κα στν κκλησιαστικ χρο, μεταξ τν Κληρικν κα τν θεολόγων. Μερικοί, ν ποστηρίζουν τν ρθοδοξία, διακρίνονται π ντιορθόδοξες ντιλήψεις. Ἐνῶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀξία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνοῦνται τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ποὺ ἐξέφραζαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι. Ἐνῶ ὑπερτονίζουν τὸ ρωμαίϊκο πνεῦμα, ἐν τούτοις ζοῦν καὶ σκέπτονται ἐντελῶς δυτικά. Ἐνῶ τονίζουν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὡς νοηματοδοτήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, συμπεριφέρονται μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ διαφωτισμοῦ, τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀφοῦ διακρίνονται ἀπὸ τὴν ὀρθολογιστικὴ νοοτροπία.
.                Ατν τν σύγχυση βλέπει κανες κα σ κείμενα ρθοδόξων, Κληρικν κα λαϊκν. Στὴν ἀρχὴ τῶν κειμένων τους παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ Ὀρθόδοξη ἔκφραση, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ χρησιμοποιεῖται ἄλλη σκέψη ποὺ ἀναιρεῖ τὴν προηγούμενη. Μέσα σ να κείμενο εσέρχονται ρθόδοξες κα κακόδοξες ντιλήψεις, ὁπότε εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν τοὺς ἐπισημανθοῦν τὰ λάθη τους, νὰ παραθέσουν ἄλλες σελίδες ποὺ λέγουν τὰ ἀντίθετα, τὰ θεωρούμενα ὡς διορθωτικά. Πρόκειται γιὰ μεγάλη σύγχυση, ποὺ δείχνει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Παραδόσεως. Ὅπως σημειώσαμε πιὸ πάνω, ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητος δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφοροποιοῦνται οἱ ἔννοιες τῶν λέξεων καὶ τῶν ὅρων, γιατί σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ἀλλοτρίωση. Ὅμως, αὐτὴ ἡ σύγχυση εἶναι γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ πολιτιστικ κα θεολογικ σχιζοφρένεια, ποὺ δὲν ἔχουν μιὰ σταθερότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/24/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας2/

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΝΘΡΩΠΟΙ “ΦΟΡΕΙΑ” ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ!

«Τὸ ἴντερνετ πάνω μας!»
τοῦ  Ν.Ι.
(Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

.             Τὸ ἴντερνετ ἔχει εἰσέλθει σταθερὰ στὴν ζωή μας, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ χρησιμοποιοῦν, ἰδιαιτέρως ὅμως ὅλοι οἱ σύγχρονοι νέοι εἶναι χρῆστες σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐξάρτηση ὅμοια μὲ τὶς ἑξαρτησιογόνες οὐσίες –τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοόλ– καὶ νὰ χρειάζεται ἡ συνδρομὴ ψυχολόγου γιὰ ἀπεξάρτηση.
.             Ἡ λέξη ἴντερνετ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀποδίδεται μὲ τὴν λέξη διαδίκτυο, ποὺ δηλώνει «τὸ διεθνὲς δίκτυο ὑπολογιστικῶν συστημάτων, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν σύνδεση πολλῶν δικτύων ἀνὰ τὸν κόσμο μὲ σκοπὸ τὴν ἄμεση διακίνηση πληροφοριῶν γιὰ ἐπιστημονικούς, ἐμπορικούς, ἐκπαιδευτικοὺς καὶ ψυχαγωγικοὺς σκοποὺς» (Γεώργιος Μπαμπινιώτης).
.             Στὴν ἀρχὴ τὸ ἴντερνετ συνδεόταν μὲ τὸν ὑπολογιστὴ ποὺ βρισκόταν στὸ Γραφεῖο καὶ ἔπρεπε νὰ καθίση κανεὶς γιὰ νὰ τὸ ἀνοίξη. Ἔπειτα, ἐφευρέθηκε τὸ λάπτοπ, τὸ ὁποῖο μποροῦσε κανεὶς νὰ ἔχη μαζί του καὶ νὰ κάνη ὁπουδήποτε χρήση. Σήμερα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη τὸ ἴντερνετ στὴν τσέπη του «μετατρέποντας τὸ κινητὸ τηλέφωνο σὲ smartphone». Διαβάζουμε, ὅμως, στὶς ἐφημερίδες ὅτι ἔρχεται ὁ καιρὸς ποὺ τὸ ἴντερνετ θὰ εἶναι πάνω μας. «Εἶναι τὰ wearable computers, δηλαδὴ συσκευὲς ποὺ φοριοῦνται στὸ ἀνθρώπινο σῶμα καί, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἔχουν τὴν μορφὴ βραχιολιοῦ ἢ γυαλιῶν». Ὅμως, προβλέπεται ὅτι θὰ ἀκολουθήση τὸ ἑπόμενο βῆμα ποὺ εἶναι τὰ γκάτζετ, δηλαδὴ οἱ ἠλεκτρονικὲς συσκευὲς ποὺ «θὰ συνδέονται μὲ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις θὰ ἀλληλοεπιδροῦν μὲ αὐτό, ἀφήνοντας πίσω τὶς “παθητικὲς” συσκευὲς ποὺ ἐκτελοῦν ἐντολες, μόνο ὅταν κάποιος τοὺς τὶς δώσει». Πάντως, τώρα σχεδιάζονται ἰδιαίτερες ἠλεκτρονικὲς συσκευές. Πρόκειται γιὰ «τὰ γυαλιὰ τῆς Google», στὰ ὁποῖα θὰ εἶναι προσαρμοσμένες οἱ συσκευὲς «κάνοντας βιντεοκλήσεις, βγάζοντας φωτογραφίες καὶ παίζοντας μουσική», ὁπότε θὰ μπορεῖ ὁ χρήστης του, νὰ καταγράφη τὰ πάντα καὶ νὰ τὰ μοιράζεται μέσῳ τοῦ ἴντερνετ, ἀλλὰ καὶ γιὰ «τὸ ρολόϊ τῆς Apple», ποὺ θὰ φοριέται στὸ χέρι σὰν ρολόϊ «καὶ θὰ ἐκτελεῖ διεργασίες τοῦ i Phone καὶ τοῦ i Pad».
.             Βέβαια, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀνακαλύψεις δέχονται κριτικὴ ὅτι ὑπονομεύουν τὸν ἄνθρωπο, καταστρέφουν τὴν λεγόμενη ἰδιωτική του ζωή, ἀφοῦ ἕνας μεγάλος ὄγκος πληροφοριῶν θὰ φθάνη σὲ ἐπιτηδείους ἀνθρώπους μὲ μεγάλο κίνδυνο γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κοινωνία (Ndigital, Ἐφημ. Τὰ Νέα, 3-4-2013). Ἔτσι δικαιώνεται ὁ τίτλος «τὸ ἴντερνετ πάνω μας!».
.             Τελικά, μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς νέες τεχνολογικὲς ἀνακαλύψεις ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύτης καὶ θύμα, ἕνα ἐξαρτηματικὸ ὄν, ἕνας μόνιμος κατάσκοπος τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων καὶ βεβαίως τίθεται θέμα προστασίας τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ γίνη «ἀνθρωποθεός», νὰ ἀποκτήση ὑψηλὴ γνώση, πράγμα ποὺ συνιστᾶ τὴν ἑωσφορικὴ καὶ προπατορικὴ ἁμαρτία καὶ τὴν πυργοποιΐα στὴν Βαβέλ, ἀλλὰ καὶ νὰ κυριαρχῆ πάνω στοὺς συνανθρώπους του.
.             Τέτοια ἐπικίνδυνα παιχνίδια ἔχουν συνέπειες καὶ στὴν σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὴν πνευματική του κατάσταση. Σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κυριεύεται ἀπὸ τὴν λογικὴ καὶ τὸ περιβάλλον, κυριαρχεῖται ἀπὸ λογισμούς, ἀπὸ παραστάσεις καὶ φαντασίες, εἶναι σκοτισμένος καὶ αὐτὸ συνιστᾶ τὴν προπατορικὴ ἁμαρτία ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς. Πρόκειται γιὰ μιὰ πτωτικὴ κατάσταση, γιὰ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐγκλωβισμένος στὸ εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ του, στὴν φιλαυτία. Ἡ ἀπεξάρτηση ἀπὸ τέτοιες καταστάσεις εἶναι ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοσή της.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ϛ. Ἡ παράδοση τῆς Φιλοκαλίας

.        Μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος χρειάσθηκε νὰ γίνη μία κωδικοποίηση ὅλης τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς καὶ κατοχύρωσε ὡς τὴν αὐθεντικὴ εὐαγγελική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. Ἔτσι, ρχισαν ν συγκροτονται μερικ κείμενα κα τελικπαρτίσθηκε Φιλοκαλία τν ερν Νηπτικν, ποία δν παραθεώρησε τ Μυστήρια, λλ κατέγραψε τς πραγματικς κκλησιαστικς προϋποθέσεις μεθέξεως τς Χάριτος δι’ ατν.
.        Ἡ Φιλοκαλία ἀπαρτίσθηκε καὶ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μακάριο Νοταρᾶ, Ἐπίσκοπο πρώην Κορίνθου, καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Στὸν πρόλογο, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ περιέχει κείμενα τποα δείχνουν στν νθρωπο τν τρόπο ννακαλύψη τν Χάρη τογίου Βαπτίσματος κα το Χρίσματος ποπάρχει μέσα στν καρδι το βαπτιζομένου, ποία τώρα σ πολλος Χριστιανος καλύπτεται π τ πάθη.
.        Μία μικρὴ περίληψη αὐτοῦ τοῦ προλόγου θὰ δείξη τὴν μεγάλη ἀξία καὶ τῆς Φιλοκαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας.
.        Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι «ἐπόπτης τῆς αἰσθητῆς Κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης», μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ λάβη «τὴν ἐνυπόστατον τῆς θεώσεως χάριν», νὰ γίνη θεὸς καὶ νὰ λάμπη στοὺς αἰῶνας μέσα στὸ ἀκραιφνέστατο φῶς. Ὅμως, μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὴν θεία δόξα καὶ διέκοψε τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν συνέχεια ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνηνθρώπησε, θέωσε τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση, καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος «οἰονεὶ σπέρμα θεῖον ἐγκατασπείρας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
.        Συγχρόνως, μᾶς ἔδωσε ἐντολή, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὅταν πολιτευόμαστε κατὰ τὶς πνευματικὲς μεθηλικώσεις, δηλαδὴ τὴν συναύξηση μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ –τὴν συσταύρωση, τὴν συνταφή, τὴν συνανάσταση καὶ τὴν συνανάληψη– νὰ διαφυλάξουμε ἄσβεστη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ, νὰ θεωθοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψη τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐμεῖς, ὅμως, μὲ τὴν ἄγνοια καὶ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τυφλωθήκαμε καὶ συνεχώσαμε αὐτὴν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά, ὁπότε τὸ φῶς τοῦ Βαπτίσματος κινδυνεύει νὰ σβησθῆ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καλύπτεται ἀπὸ τὰ πάθη.
.        Γι νποφευχθ ατό, τγιον Πνεμα σόφισε τος Πατέρας ν μς διδάξουν τν τρόπο ποποδείχθηκε καπ τν Χριστ νσχοληθομε μ τν νήψη, τν φυλακ το νοός, τν διάλειπτη προσευχ τονόματος το Χριστο στ χείλη, τν νο κα στ βάθος τς καρδις, μ τ ν τηρομε τν διάνοια «σχημάτιστον λως καχροον», στε νποκαλύψουμε τν Χάρη το Θεο πο βρίσκεται μέσα στν καρδιά, πο εναι Βασιλεία το Θεο. Ἐξασκούμενοι σὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἐργασία, δηλαδὴ στὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀναπτύσσεται μιὰ ἐνέργεια μέσα στὴν καρδιά, μιὰ θερμότητα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια «τὰ μὲν πάθη καταναλίσκονται» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία «κατ’ ὀλίγον καθαίρονται καὶ πρὸς ἑαυτὰ ἑνοῦνται».
.          Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τηροῦνται μὲ μεγάλη εὐχέρεια οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατέλλουν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακαλύπτουμε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία σὰν κάποια σπίθα ἦταν συγκεχωμένη στὰ πάθη, καὶ ἔτσι «τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καὶ φωτισθῆναι νοερῶς καὶ ἑπομένως τελειωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατάλληλα».
.        Αὐτὴν τὴν μέθοδα μᾶς τὴν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὴν παρέδωκαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά τους παιδιὰ «καθάπερ τινὰ πατρικὴν κληρονομίαν». Πρόκειται γιὰ τὴν «καθαρτικήν», «φωτιστικὴν» καὶ «τελειωτικὴν» Χάρη, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, καὶ τὰ νηπτικὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κάνουν λόγο «περὶ προσοχῆς καὶ νήψεως» καὶ ἔχουν σκοπὸ «τὸ θεουργῆσαι τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὰ τὰ πατερικὰ συγγράμματα, λόγω τῆς παλαιότητος καὶ τῆς μὴ ἐκδόσεώς τους παρέμειναν ἄγνωστα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἱερὰ ἐργασία παραμένει ἄγνωστη καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τὴν καθαρὰ προσευχή. Ἔτσι, «κινδυνεύει τὴν τοιαύτην σύντομον καὶ γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλίπειν· ἀμαυρωθῆναι τε ἐντεῦθεν καὶ ἀποσβεσθῆναι τὴν χάριν» καὶ βεβαίως κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἕνωση καὶ θεουργία.
.        Λόγῳ τῆς ἀπωλείας αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέωση, εἶναι δυσεύρετη ἡ ὕπαρξη ἀκόμη καὶ μοναχῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἐξέλειψαν ἀκόμη καὶ «οἱ ἐν ἁγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρὶς τὴν θέωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον νὰ ἁγιάση, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σωθῆ, ἀφοῦ «ταὐτὸν γάρ ἐστι σωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατὰ τὴν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν».
.        Ἐπειδὴ στερούμαστε τέτοιων βιβλίων καὶ τὰ σημαντικὰ αὐτὰ νηπτικὰ κείμενα παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ σὲ κάποια γωνιὰ «ἀκλεῆ καὶ σητόβρωτα καὶ τῇδε κακεῖσε παρεῤῥιμμένα τε καὶ διεσπαρμένα», ἐκδίδεται ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι «τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον· τὸ τοῦ νοὸς φυλακτήριον· τὸ μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίον, τῆς πρακτικῆς τὴν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν· τῆς θεωρίας τὴν ἀπλανῆ ὁδηγίαν· τὸν τῶν Πατέρων Παράδεισον· τῶν ἀρετῶν τὴν χρυσῆν σειράν. Βιβλίον τὸ πυκνὸν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τὴν ἀνακλητικὴν τῆς Χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντι φάναι, αὐτὸ δὴ τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπερ τι ἄλλο μυριοπόθητον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν μελετώμενον μὲν καὶ ζητούμενον, ἀλλ’ οὐχ εὑρισκόμενον»..
.        Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν περιέχει τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ὁποία μέθοδος συνδέεται στενὰ μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας –τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν θεία Εὐχαριστία– καὶ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φθάνει στὴν θέωση. Ἑπομένως, Μυστήρια καὶ ἡσυχασμὸς συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ὁπότε, ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε