Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἡσυχαστικὴ παράδοση

MIA ΜΕΓΑΛΗ ΟΣΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ καὶ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ἀπεξεδύθη τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό της περίβλημα, γιά νά λάβῃ ἀπό τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα ἔπαθλα τῆς πνευματικῆς της σκυταλοδρομίας.

Ἐπικήδειος Γερόντισσας Γαλακτίας Μοναχῆς

π. Ἀντώνιος Φραγκάκης

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                        Τά ξημερώματα τῆς χθεσινῆς ἡμέρας, μία μεγάλη ὁσιακή μορφή τῆς Κρήτης καί συμπάσης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπεξεδύθη τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό της περίβλημα, τό φθαρτό της πολύαθλο σῶμα, τό σῶμα πού ἰσοβίως σταυρώθηκε ἀπό τά ἀλγεινά τοῦ βίου καί τά παλαίσματα τῆς ἀέναης ἀσκητικῆς πρακτικῆς καί φτερούγισε ἥσυχα καί ἀνεπαίσθητα, ὅπως ἔζησε, στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου γιά νά λάβῃ ἀπό τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα ἔπαθλα τῆς πνευματικῆς της σκυταλοδρομίας. Στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου πού μέ μανικό ἔρωτα παιδιόθεν ἠγάπησε καί μέ ἀποστολική αὐταπάρνηση ἀκολούθησε στόν ματωμένο βηματισμό τῆς ἐφαρμοσμένης ἀγάπης, 95 χρόνια πού ἔλαμψε ἡ μορφή της πάνω στή γῆ.
.                        Καί ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἔδωκε «ὕπνον τοῖς κροτάφοις της καί τοῖς βλεφάροις της νυσταγμόν» ἡ ἀκαταπόνητη αὐτή γυναῖκα, ποῦ ζοῦσε, δροῦσε καί ἀνέπνεε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἡσυχαστικῶς στοχοθέτησε καί ἁγιοπνευματικῶς προσοικειώθηκε, ὥς ἀναφαίρετο κτῆμα της, στά ὑπόβαθρα τῆς καρδίας της.
.                 Ὑπῆρξε Ὁσία, ὑπῆρξε χαρισματική, ὑπῆρξε ἀσκήτρια. Ἀν τῆς προσδώσουμε καί μαρτυρικό φρόνημα δέν θά λαθέψουμε. Ἀγάπησε, ἐξ’ ἁπαλῶν ὀνύχων, μέ περιφλεγῆ ἔρωτα τόν Χριστό, μέ πιστότητα Μυροφόρων Τόν ἀκολούθησε, ἐφάρμοσε ἐπακριβῶς τά σωτήρια ἐντάλματα τῆς διδασκαλίας Του, ποτίσθηκε ἀκορέστως ἀπό τά ζωοπάροχα νάματα τῆς ἀγάπης Του, Τόν ὑπηρέτησε ἐμπνευσμένα στά πρόσωπα τῶν ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν, κατέβηκε στόν Ἅδη τῆς μετανοίας ἔντονα καί οὐσιαστικά, ἐβίωσε τήν Ἁγιοτριαδική Παρουσία ἀπροκάλυπτα καί ζωντανά, χτυπήθηκε λυσσαλέα ἀπό τά μανιασμένα κύματα πού ὁ βύθιος δράκων ξεσήκωσε στήν πολυτάραχη θάλασσα τῆς ἐπίγειας ποντοπορίας της, ἔκλαψε πολύ, ἀγάπησε περισσότερο, ψιλοδούλευσε τήν ἀρετή, δόθηκε ἀνιδιοτελῶς στούς ἀνθρώπους, προσέφερε μέ χαρά τόν ἀδύνατο σκελετό της γιά νά ἀκουμπήσουν τά βάρη τους ὅλοι οἱ ἄλλοι, σφούγγιξε δάκρυα, διόρθωσε λογισμούς, ἀλάφρωσε συνειδήσεις, γαλήνευσε ψυχές, ἐνέπνευσε ἱερές ἐπιθυμίες, προσανατένισε ἐναργῶς τά κάλλη τοῦ Παραδείσου, ξεναγήθηκε μέ παρρησία καί στά φόβητρα τῆς κολάσεως, τροχιοδρόμησε πλειάδα ψυχῶν εἰς τήν αἰώνια ζωή, ἀδικήθηκε καί συγχώρησε, συκοφαντήθηκε ὡς πλανεμένη καί ἡ ἴδια ξεγέλασε τόν δολιοφθορέα τῶν ἀνθρώπων καί ξεπέρασε τόν πλάνον τοῦτο αἰῶνα, ἔγινε οὐράνια ὕπαρξη, δροσοσταλίδα τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ, τελευταία ἔλαμπε, σάν μοσχοθυμίαμα εὐωδίαζε, μόνο χαμογελοῦσε, μητρικά εὐχόταν καί ἀποχαιρετοῦσε, σάν μπαρουτοκαπνισμένη ἀθλήτρια δίδασκε, σάν πεπειραμένη ὁδηγός νουθετοῦσε, καί σιγά – σιγά, ὁ φεγγοβόλος ἥλιος τῆς ὕπαρξής της ἔγειρε στήν δύση τῆς ἐπίκηρης τούτης βιοτῆς γιά νά κάνῃ τήν ἐκφαντορική ἀνατολή του στό ἄλλο ἡμισφαίριο τῆς ἀτελεύτητης ζωῆς.
– «Τί κάνει ἡ γερόντισσα Γαλάτεια»; Μέ ρώτησε κάποτε ὁ θαυμαστός καί ἀείμνηστος Γέροντας Ἀναστάσιος Κουδουμιανός.
– «Γέρασε, γέροντα,» ἀπάντησα. «Κύρτωσε πολύ»…
«Τά κατάφορτα δέντρα ὅταν γεμίσουν καρπό γέρνουν τά κλαδιά τους», ἀπάντησε ἐκεῖνος. «Δίνουν στούς γύρω ἀπό τό προϊόν τους καί τό ὑπόλοιπο τῆς συγκομιδῆς, τό ἀναδεικνύει ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ καί τό μοιράζει σέ ὅλα τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας».

 .                          Κάτω ἀπό μία γλυκιά, ἀπέριττη καί γαλήνια ἐπιφάνεια, κυλοῦσε καί ἐπάφλαζε ἕνας ποταμός ἀγάπης καί Θείας ζωῆς, πού τόν ἐπρόδινε ἡ διεισδυτική καί ἀστραφτερή ματιά της καί ἡ ὁλοφώτεινη θωριά τοῦ προσώπου της. Τό ἀνθηρότατο χαμόγελό της, ἡ ἀγγελική της ὄψη καί το δροσιστικό ἐκχύλισμα τῆς καρδιᾶς της, λειτουργοῦσαν σάν μαγνήτης, γι’ αὐτό, ὅσο ἐκείνη ἔκρυβε τό φέγγος τῆς ψυχῆς της μέσα στήν ἀφάνεια τῆς ἀσημότητας, τόσο ὁ Θεός τό ὕψωνε στόν λυχνοστάτη τῆς προβολῆς. Ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει διάφορα μέταλλα, ὅπως ὁ ἥλιος ἐντάσσει στήν τροχιά τῆς ἐπιρροῆς του διαφόρους δορυφόρους, ἔτσι καί ἡ ἀναγεννημένη ψυχή τῆς Γερόντισσας, ἄθελά της, ἕλκυσε κοντά της ἀναρίθμητες ψυχές πού ἐμπνεύσθηκαν ἀπό τούς ρυθμούς τῆς δικῆς της ζωῆς καί ἀλλοιώθηκαν κοντά της. Ἡ ἁγιότητά της ἦταν καλά κρυμμένη μέσα στήν ἁπλότητα. Τήν ἀφοπλιστική παιδική ἁπλότητα. Ὅπως μέσα στά ἄχυρα τῆς ταπεινῆς φάτνης τῆς Βηθλεέμ κρύφθηκε ἡ μεγαλοσύνη τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ, ἔτσι μέσα στήν ἁπλή αὐτή ψυχή, τήν ἀπέριττη καί ταπεινή, κατοίκησε ζωντανά ὁ Χριστός, καί τήν ἔκανε νά λάμπει ἀπό ὁσιότητα καί ἁγιοπνευματική σοφία. Εἶχε πνευματικό βάθος, τό Ἅγιο Πνεῦμα σάν ἀκύμαντος ποταμός ἄρδευε τά κανάλια τῆς ψυχῆς της. Ἕνας παφλασμός βαθύς καί ἀπύθμενος δονοῦσε τά μύχια τῆς καρδιᾶς της, ἔπρεπε νά προσηλώσεις καλά τ’ αὐτί σου γιά νά τόν ἀκούσεις καί νά ’χεις ἄντλημα ψυχῆς γιά νά ἀποκομίσεις καί νά εὐφρανθεῖς ἀπό τά ρεῖθρα του πού μυστικά διαπότιζαν καί ζωογονοῦσαν τήν ὡραία καί ταπεινή αὐτή ψυχή.
.                       Ἀκόμη καί τίς πιό ἡρωικές πράξεις τῆς ζωῆς της, συνήθιζε νά τίς περιβάλλει μέ μία ἁπλότητα καί φυσικότητα πού ἦταν, γι’αὐτό τόν λόγο συγκλονιστική. Δέν ἦταν λίγες οἱ ἀποφάσεις τῆς ζωῆς της, πού περιεῖχαν τό χρῶμα τοῦ Γολγοθᾶ, τό ἡρωικό φρόνημα καί τό συγκλονιστικό στοιχεῖο. Ὅλα, ὅμως, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία τά ἀντίκρυζε «ἐν πίστει» καί τά προσπερνοῦσε «ἐν σιγῇ». Γιατί ἦταν ἀπό τίς ψυχές πού προσήγγιζαν τόν Χριστό, ὄχι «κράζουσα ὄπισθεν Αὐτοῦ» σάν τήν Χαναναία, ἀλλά «λαθοῦσα», εὐγενικά, ἤρεμα, συνεσταλμένα σάν τήν αἱμορροοῦσα, πού τῆς ἔφθανε καί τῆς ἀρκοῦσε νά ἀκουμπήσει μόνο τά κράσπεδα τῶν ἱματίων Του. Ἔτσι, μέ τήν ἴδια συστολή προσήγγιζε πάντα Τόν Χριστό ἡ Γερόντισσα Γαλακτία καί ἐπιτελοῦσε τά ἔργα Του. Γι’ αὐτό ἐπέτυχε, τήν ἴδια ὅπως ἡ γυναῖκα ἐκείνη κατάκτηση. Καί πράγματι ὁ Χριστός δέν τῆς χαλοῦσε χατῆρι (χατίρι). Ἡ προσευχή της, μετακινοῦσε ὄρη. Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη της στήν πρόνοια Τοῦ Θεοῦ, ἐνεργοποιοῦσε μέσα της τήν Θεϊκή δύναμη καί ἐπιτελοῦσε τό θαῦμα.
.                     Γεννήθηκε στήν ἱστορική και ἡρωοτόκο Πόμπια στίς 5 Μαρτίου 1926. Οἱ οἰκογενειακές της καταβολές, λειτούργησαν σάν γονιμότατη φύτρα γιά νά ἐκκολαφθεῖ ἀπροσκόπτως ἡ μετέπειτα πνευματική της ἐξέλιξη. Ὁ πατέρας της ἰατρός καί ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Γαλάτεια ἔλεγε: «ποτέ μου δέν καυχήθηκα ἐπειδή ὁ πατέρας μου ἦταν γιατρός. Χαίρομαι ὅμως, νά λέγω ὅτι ἦταν ὄντως ἄνθρωπος καί Χριστιανός». Ἀνάργυρος σχεδόν, δοτικός στόν ἀνθρώπινο πόνο, ἐνέπνευσε στήν πολυαγαπημένη του κόρη το θυσιαστικό ἦθος καί τό ἀνιδιοτελές φρόνημα. Ὁ παππούς της, ὁ πατέρας τῆς μητέρας της ἦταν ἱερεύς. Καί τί ἱερεύς! Ἅγιος! Πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Γερόντων τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ Παρθενίου καί Εὐμενίου. Ἔζησε ἐν συζυγίᾳ δύο ἔτη καί σέ ὁσιότροπη χηρεία 66 ἔτη. Τόσο πολύ ἐξαγιάσθηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή, πού ἔλεγε μέ ἀφελότητα καρδίας στά τέλη τῆς ζωῆς του, ὅτι θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄγαμο, γιατί δέν τόν συνόδευε καμία ἀνάμνηση τοῦ βραχύβιου ἐγγάμου βίου.
.                       Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ, Ὅσιοι Παρθένιος καί Εὐμένιος, παπά Νικόλας Φουστανάκης, Γερόντισσα Γαλακτία. Ἀλυσιδωτή μετάδοση τοῦ χαρίσματος τῆς ἡσυχαστικῆς βιοτῆς. Ἀνάμεσα στίς τέσσερις ἐκλεκτές θυγατέρες τοῦ θρυλικοῦ γιατροῦ τῆς Πόμπιας Μιχαήλ Κανακάκη, ξεχώρισε ἐμφανῶς ἡ τρίτη. Ἡ Γαλάτεια. Γιά τήν σπάνια ὀμορφιά της; Γιά τήν ὁλοπρόθυμη ὑπακοή της; Γιά τήν κραυγάζουσα σεμνότητά της; Γιά τήν παρθενική ἀκτινοβολία της; Γιά τήν ἀδελφική πρός τούς ξένους συμπεριφορά της; Γιά τά ἐλεήμονα σπλάχνα τῆς καρδιᾶς της; Γιά τό ἀκατάκριτο στόμα της; Γιά τήν πανθομολογούμενη ἀρετή της; Γιά τήν ἀπαστράπτουσα διαγωγή της; Τί πρῶτο καί τί δεύτερο νά ξεχωρίσεις; Ὅλα αὐτά μαζί συναποτελοῦσαν τίς φλόγες μιᾶς εὐεργετικῆς ἀγάπης πού διαρκῶς ἐκτόξευε τό ἡφαίστειο τῆς καρδιᾶς της, μέσα στό ὁποῖο ἐκόχλαζε ὁ περιφλεγής της ἔρωτας, τό περίσσευμα τῆς λαχταριστῆς ἀναφορᾶς της, πρός τόν ἐράσμιο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, Σωτῆρα Χριστό. Ἡ πνευματική της ἐξέλιξη ἔχει μία ἱστορία. Δέν ὀφείλονταν μόνο στήν οἰκογενειακή της παράδοση καί τίς πνευματικές της καταβολές. Κυνήγησε ἔμπρακτα ἀπό τά παιδικά της χρόνια τόν Χριστό, γι’ αὐτό κι Ἐκεῖνος μέ τό βέλος τῆς ἀγάπης Του, τήν κατέκτησε ὁλοσχερῶς καί τήν κατέστησε Νύμφη Του.
.                           Ἀπό μικρή δόθηκε στήν προσευχή. Ἀνεπιτήδευτα, κρυφά, ὧρες πολλές ἀφιέρωνε στήν προσευχή ἀλλά καί στήν διακονία τοῦ πλησίον. Τό ἰατρεῖο τοῦ πατέρα της ἦταν ἕνας ἰδανικός τόπος γιά νά ἐξασκεῖ τό ἄθλημα τῆς προσφορᾶς καί νά ὁλοκαυτώνεται στόν βωμό τῆς θυσίας. Ἐπιμελοῦνταν τίς πληγές τῶν ἀσθενῶν, συνέπασχε ὑπαρξιακά μαζί τους, τούς ἐνθάρρυνε στήν ὑπομονή, καί κρυφά ἐλεοῦσε «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῆ». Τό ἴδιο ἦταν καί μέσα στό σπίτι, σέ ὅλα πρώτη ἡ Γαλάτεια. Στή νοικοκυροσύνη, στά ἀγροτικά, στήν μεταφορά νεροῦ, στήν διεκπεραίωση παραγγελιῶν. Ὁ γιατρός πατέρας, βλέποντάς τήν πάντα ταπεινή, σιωπηλή, πρόθυμη σ’ ὁποιαδήποτε ἐργασία καί ἀδιάφορη στήν διεκδίκηση δικαιωμάτων καί τιμῆς, τήν ἀγκάλιαζε καί τῆς ἔλεγε στοργικά: «Γαλαθιώ μου, ὕψωσε κι ἐσύ τό ἀνάστημά σου. Μήν σέ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἄλλοι. Θέλω νά ἔχεις τό βέτο σου». Ὁ πατέρας της τήν εἶχε ξεχωριστή. Καί ἐκείνη τόν ὑπεραγαποῦσε. Κάποτε ὅμως, σέ ἐφηβική ἡλικία κάτι τοῦ εἶπε καί τόν στεναχώρησε. Τό ἐξομολογήθηκε ἡ Γαλάτεια στόν παππού Ἱερέα καί ἐκεῖνος τήν μάλωσε. Ἡ νεαρή Γαλάτεια ἐπιτίμησε σκληρά τόν ἑαυτό της. Ξάπλωνε μπρούμυτα στόν ξύλινο ὀντά τοῦ δωματίου, ἔβρεχε μέ δάκρυα μετανοίας τόν χῶρο καί ἱκέτευε σπαρακτικά τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τήν συγχωρήσει. Καί κάποια μέρα, ἐνῶ βρισκόταν μέσα στόν ἄδη τῆς μετανοίας, ἄστραψε στά μάτια τῆς ψυχῆς της ἡ ἄκτιστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως. Σέ ἀνύποπτο χρόνο, ἐνῶ ἔσκυψε στήν ἀποθήκη κάτι νά πάρει, ἦρθε ἀπρόσμενα ἀπό τόν οὐρανό μία γαλαζόλευκη δροσιστική φλόγα καί διαπέρασε γλυκά καί εἰρηνικά τό κεφάλι της. Προχώρησε – ὅπως ἔλεγε – στόν ἐσωτερικό της χῶρο, διάνοιξε τούς νοητικούς της ὀρίζοντες καί πλάτυνε χαρισματικά τήν καρδιά της. Ἔνιωσε νά φεύγουν οἱ ἁμαρτίες της, ὅπως τά ξερά φύλλα στό φύσημα τοῦ ἀέρα καί ὅπως σκορπᾶ ὁ δυνατός ἄνεμος τίς ξερές φλοῦδες ἀπό τούς κορμούς τῶν μεγάλων δέντρων. Εἶναι δική της, ἡ παραστατική αὐτή εἰκόνα καί περιγραφή. Εἶναι εὐνόητο ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς ὅτι ἡ καρδιά τῆς Γαλάτειας πού πόνεσε δυνατά ἀπό τήν σωτήρια συντριβή τῆς μετανοίας, τράβηξε δυνατά ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἡγεμόνα νοῦ καί πυρπολήθηκε δυνατά ἀπό τήν πυρκαϊά τῆς θείας ἀγάπης. Ἔκτοτε, ἕνας θεῖος ἔρωτας ἐγκαθιδρύθηκε μέσα της καί σηματοδότησε καταλυτικά τήν μετέπειτα πορεία της. Αὐτό τό μεγάλο καί καθοριστικό γεγονός τῆς πρώιμης νεότητάς της, τό κράτησε μυστικό μέχρι τά 85 χρόνια τῆς ζωῆς της, ὁπότε καί μᾶς τό φανέρωσε. Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Θεός τῆς ἔστειλε τά γλυκάδια τοῦ Παραδείσου καί τήν καλοῦσε στή σταυρική ὁδό, πού ἀπολήγει θριαμβευτικά στήν πλατιά λεωφόρο τῆς Ἀναστάσεως. Ποῦ νά ἀκούσει ἡ Γαλάτεια γιά γάμο, ἔπειτα ἀπό τό συνταρακτικό αὐτό γεγονός! Αὐτό πού ἔζησε ἦταν μία ἐνυπόστατη ἔλλαμψη, ἡ πρώτη θεωρία τοῦ Θεοῦ πού ἄμεσα ἐπισφράγισε τήν ζωή της. Ἔλεγε: «ὅταν κανείς φάγει τό παντεσπάνι, τοῦ φαίνονται μετά ἄνοστα ὅλα τά γλυκίσματα». Καί ἐκείνη γεύτηκε ἐμπειρικά τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἀποποιήθηκε μετ’ αποστροφῆς καί βδελυγμίας τίς αἰσθησιακές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου καί πάντα «τά τοῦ βίου τερπνά πρός χαμαιζηλίαν». Ἀπέκτησε ἄλλο μέτρο ἀξιολογήσεως τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καί αὐτό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Γλυκάθηκε ἀπό τά πρῶτα σημάδια τῆς ἄμεσης θεϊκῆς παρουσίας καί ἔτρεχε ἀκαταπαύστως νά βρεῖ, τό ἀνεξάντλητο ζαχαροπλαστεῖο τῆς Χάριτος. Τά κοσμικά μεγαλεῖα, τά φανταχτερά φορέματα, τά μεγαλοπρεπῆ οἰκοδομήματα, τά ἐντυπωσιακά ἐνδύματα, οἱ τίτλοι καί τά ἀξιώματα, ἡ προβολή καί ἡ φιλαρέσκεια, οἱ διασκεδάσεις καί ἡ αἰσθησιακή ζωή, τῆς ἦταν ἀποκρουστικά, ὥστε πολλές φορές προσποιήθηκε τήν ἄρρωστη γιά νά τά ἀποφύγει μή ἔχοντας ἄλλο τρόπο νά ἐπικαλύψει τόν πλοῦτο τῆς ἐσωτερικῆς της πληρότητας.
.                     Ἀνέπτυξε ἰδιαίτερη σχέση μέ τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ! Ἡ ἐπισφαλής ὑγεία τῆς ἀγαπημένης της ἀνιψιᾶς Ἀντωνούλας, τήν ὁδήγησε νά στείλει ἐπωνύμως τό τάμα της στόν Πανορμίτη τῆς νήσου Σύμης. Σφράγισε τά σχετικά μέσα σέ ἕνα μπουκάλι καί τό πέταξε στήν θάλασσα. Τό τάμα της πῆγε ἐνδοθαλασσίως στόν προορισμό του, ἔλαβε τήν ἐνημερωτική ἀπάντηση ἀπό τό προσκύνημα καί ἡ μικρή Ἀντωνούλα τήν ἑπόμενη μέρα μίλησε. Ἔκτοτε, ἡ σχέση της μέ τόν Ἀρχάγγελο ἦταν διά βίου ζωηρή, ἄμεση, δυνατή καί τά θαύματα πού ἐπιμαρτυροῦν αὐτή τήν διάθερμη ἀγαπητική συναλληλία, ἦσαν συνεχῆ καί ἀπροσμέτρητα. Πέταξε καί ἕνα ἄλλο μπουκάλι στό Λιβυκό Πέλαγος, πού βρέθηκε σ’ ἕνα ἐρημοκκλῆσι στήν Ἀνώπολη Σφακίων καί ἔγινε αἰτία αὐτό τό θαῦμα, νά ἀνακαινισθεῖ καί νά ξαναλειτουργήσει ὁ πεπαλαιωμένος καί ἐγκαταλελειμμένος αὐτός ναός.
.                        Ὁ Ἀρχάγγελος, συνεχῶς ἔδειχνε τήν εὔνοιά του στήν νεαρή κόρη μέ τήν ἰσάγγελο πολιτεία. Καί ὅταν κάποτε, πιέσθηκε πολύ γιά νά ἐνδώσει στήν ὁλοκλήρωση ἑνός συνοικεσίου, πῆρε ἀγκαλιά τήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τόν καθικέτευε σπαρακτικά στό δωμάτιό της νά ἐπέμβει δυναμικά καί νά ματαιώσει τήν ἐξύφανση τῆς θετικῆς προοπτικῆς. Ἡ παρουσία του καί πάλι, ἦταν ἄμεση. Ἔγινε σεισμός στό σπίτι, ξεμανταλώθηκαν οἱ πόρτες, ἕνας θόρυβος τάραξε τούς προξενητές καί τούς ἐνοίκους. Ὁ εὐλαβής ἰατρός πατέρας, πείσθηκε πλέον ὅτι ἡ ὑπόθεσις γάμος ἦταν γιά τήν Γαλάτεια τελείως ἀτελέσφορο γεγονός καί κάθε ἄλλη διαχείρισις τοῦ πράγματος, θά ἀπέβαινε γι’ αὐτήν μαρτύριο.
.                          Ἡ ἔγκαρπη ἀφιέρωσίς της στόν Θεό, νοηματοδοτήθηκε καθοριστικότερα ἀπό τήν συνοίκησή της 40 περίπου χρόνια μέ τήν ἀνιψιά της Ἀντωνία. Ἀγάπησε αὐτό τό παιδί ὅσο τίποτα στόν κόσμο. Θυσιαστικά τοῦ δόθηκε. Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς καταστάσεως, εὐαισθητοποίησε ἔτι περισσότερο τήν ἤδη ἐκλεπτυσμένη ψυχή τῆς Γαλάτειας. Ἔγινε ὁ Φύλακας Ἄγγελός τῆς Ἀντωνίας. Σέ συνεπικουρία μέ τούς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, οἰκονομοῦσε τίς ποικίλες ἀνάγκες του, φρυκτωροῦσε σάν ἄγρυπνος φύλακας στίς ἐπάλξεις τῆς ἀκεραιότητός του καί διήνθιζε μέ ροδοπέταλα ἀσύλληπτης ἀγάπης καί προσφορᾶς, τήν ἀνέμελη καθημερινότητά του.

.                          Πέρασε πολλά: Ἐπιθέσεις ἀπό ἀνθρώπους, ὕβρεις, προσβολές, χλευασμούς, ἀμφισβητήσεις. Δέν εἶναι εὔκολο νά οἰκονομεῖς ἕνα ἄρρωστο παιδί καί πολλοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι σκληροί καί ἀνάλγητοι. «Τόν σταυρό μου –ἔλεγε– τόν γνωρίζω μόνο ἐγώ καί ὁ παντεπόπτης Θεός». Ὅμως, ἔκανε ὑπερβάσεις ἀγάπης καί ἅλματα συγχωρητικότητος. Ὁ καλός κολυμβητής, γράφει ὁ Ὅσιος Διάδοχος Φωτικῆς, δέν πάει κόντρα στόν ἀφρό τοῦ κύματος ἀλλά περνᾶ ἀπό κάτω. Σέ κανέναν δέν κάκιωσε, δέν μνησικάκησε, δέν διατύπωσε παράπονο ἤ ἀρνητικό λόγο. Προπάντων γιά κανένα δέν ἀθυροστόμησε καί δέν κράτησε μέσα στήν ψυχή της ἴχνη ἐμπάθειας ἤ τάσεις ἐκδικητικότητας. Τό ποιοί τήν πίκραναν καί τήν πλήγωσαν, κανένας μας δέν τό πληροφορήθηκε ποτέ…
.                          Παράλληλα μέ τήν ἄρση τοῦ βαρύτατου αὐτοῦ σταυροῦ, καλλιέργησε ἐπιμελῶς καί τήν ἄσκηση γιά τήν πλήρη μεταμόρφωση τῆς καρδίας της. Ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀπειράριθμες γονυκλισίες, ἐποικοδομητική μελέτη, ἔμπρακτη ἐξάσκηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, συνεχής ἐκκλησιασμός καί μάλιστα λίαν πρωί πρίν τήν ἔλευση τοῦ ἱερέως στόν ναό, ἐξονυχιστικός ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως, τακτική προσαγωγή στήν ἐξομολόγηση, συχνότατη μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξαντλητική νηστεία καί προπαντός ἐπιμελημένη ἐφαρμογή τῆς ἔγκαρπης σιωπῆς. Ὁ ἀνιψιός της ὁ Νῖκος εἶπε κάποτε: «νήστεψε ὅσο ὅλες οἱ καλόγριες τῆς Κρήτης καί προσευχήθηκε ὅσο προσευχήθηκαν ὅλες αὐτές μαζί».
.                       Ἡ θεοειδής πολιτεία της καί ἡ γονιμότατη ἄσκησή της, ἰδιαιτέρως, ὅμως, ἡ πύρινη προσευχή της, τήν ἐξακόντισαν στά οὐράνια σκηνώματα καί ἐνετύπωσαν τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά της. Θεωροῦσε τήν προσευχή σάν τήν πιό ἰσχυρή ὥρα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ζοῦσε μέ τήν προσευχή τήν πιό δυνατή κοινωνία καί ἐπικοινωνία. Γι’ αὐτό, τό περίσσευμα τῆς ἐρωτικῆς ἀναφορᾶς πού ἔτρεφε πρός τόν Σωτῆρα Χριστό, τό διοχέτευε στό κανάλι τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Ἡ προσευχή τῆς ἔδινε δύναμη. Μέ τήν προσευχή προσείλκυε τήν Χάρη καί προσαύξησε τίς ἀρετές τῆς ἀγνότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς σιωπῆς καί τῆς ἀγάπης. Εἶχε τόσο ἰσχυρή καί δυνατή προσευχή, ὥστε κάποιες φορές, μικρά παιδιά, ἐν ὧρᾳ Θείας Λειτουργίας, τήν ἔβλεπαν φωτεινή καί μετάρσια, νά ἐξυψώνεται ἀπό τήν γῆ καί οὐράνιες ἀγγελικές ταξιαρχίες νά τήν περικυκλώνουν καί νά ψάλλουν μαζί της.
.                      Οἱ Πομπιανοί καί οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν τήν ἀγάπησαν καί τήν σεβάστηκαν πολύ. Μοῦ εἶπε κάποτε ὁ ἀείμνηστος ἐπιφανής Πομπιανός Μανώλης Φουστανάκης: «Μέ ἐπιστημονικό μικροσκόπιο ἄν διερευνήσουμε τήν ζωή τῆς Γαλάτειας, δέν θά μπορέσουμε νά βροῦμε κακό». Ἀσφαλῶς σάν ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, θά εἶχε καί αὐτή τίς ἀδυναμίες της καί κάποιες ἀνθρώπινες πλευρές της. Ὅμως, ἦταν τόσο ἀθῶα καί παιδικά αὐτά, ὥστε τά προσπερνοῦσες μέ θυμηδία, γιατί μόνο χαρά, πλατυχωρία καί ἄνεση σοῦ προκαλοῦσαν, τά ἐλατήρια καί οἱ προθέσεις τῆς καρδιᾶς της. Ὅλοι θαύμαζαν τήν ταπεινότατη καί ἐνάρετη γιατροπούλα, πού καιγόταν σάν τό λιβάνι στήν ἀνθρακιά γιά νά εὐωδιάσουν οἱ ἄλλοι καί ἔλιωνε σάν τό φλογισμένο μελισσοκέρι γιά νά ἀποκομίσουν τό φῶς καί τήν λάμψη πού ἐξέπεμπε οἱ ἀναγκεμένοι συνάνθρωποί της. Ἀλλά, ἄν θέλαμε νά αποδώσουμε τό μεγαλεῖο τῆς Γερόντισσας ἐπιγραμματικά, θά ἀναφέραμε δύο λέξεις: ἦταν ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης.
.                       Ἦταν ὄντως ταπεινή. Κανένας μεγαλοϊδεατισμός, οὔτε ἀκροθιγῶς δέν ἐκκολάφθηκε στήν ψυχή της. Δέν ἦταν αὐτό κομπλεξικότητα γιατί ἦταν ἐλεύθερη ἀπό συμπλεγματικές καταστάσεις, οὔτε αἴσθημα μειονεξίας γιατί διέθετε ψυχική πληρότητα. Ἦταν ἡ βαθειά καί ἁγία ἀρετή πού τῆς ἀπεκάλυπτε τήν χοϊκότητα καί τρεπτότητα τοῦ ἑαυτοῦ της καί τήν ἔκανε νά γνωρίζει τά μέτρα της. Εἶχε διαρκῶς τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι ἡ χειρότερη τῶν πάντων, φιλοῦσε τά χέρια ὅλων καί ζητοῦσε συγχώρηση. Δέν τό ἔκανε ἀπό ταπεινοσχημία ἀλλά, μέ πλήρη ἐπίγνωση μηδαμινότητος, φρονοῦσε ὅτι εἶναι πολύ χαμηλά, στό μηδέν, ὅτι τῆς λείπουν ἀκόμη πολλά, ὅτι δέν εἶναι αὐτή πού ἔπρεπε καί μποροῦσε νά εἶναι. Τήν χαρακτήριζαν ὁ καλός λογισμός γιά τόν πλησίον της καί ἡ ἀνελέητη αὐτοκριτική γιά τόν ἑαυτό της. Καί ὁ ἀγωνοθέτης Θεός, τήν ἐξακόντισε ἀπό τά βάθη τῆς βιωματικῆς οὐδενίας, στά ὕψη τῆς ἀπερινόητης θεοπτίας, γιατί «πᾶς ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» κατά τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου μας.
.                       Ἡ ἀγάπη της, παροιμιώδης καί ἀσύγκριτη. Ἀγαποῦσε τούς πάντες, προπαντός τούς φτωχούς καί τούς κατατρεγμένους, τούς χωλούς καί ἀναπήρους, τούς ἐνδεεῖς καί τούς πάσχοντες, τούς ὁδοιπόρους καί πάροικους, τά μικρά παιδάκια καί τούς γέροντες καί ὅλους τούς φόρτωνε διακριτικά μέ τά δῶρα τῆς ἀγάπης της. Καί ἡ πολλή ἀγάπη γέννησε τήν διακριτικότατη ἐλεημοσύνη της. Ὁμολογῶ, μετά παρρησίας, ὅτι εἶναι τό πιό ἐλεήμων πρόσωπο πού γνώρισα στήν ζωή μου. Ἔπαιρνε τόν μισθό της καί τόν σκόρπιζε ἀμέσως. Ἔλεγε: «ἔκανα συμφωνία μέ τήν Παναγία, ἐγώ νά ἀδειάζω τό σπίτι μου καί Αὐτή νά μοῦ στέλνει ὅ,τι χρειάζεται γιά νά περνῶ τήν κάθε μέρα», «καμμιά φορά – ἔλεγε – καθυστερεῖ γιά νά μέ δοκιμάσει. Ὅμως, ἐγώ ἡσυχάζω καί γιατί ξέρω πώς ὁπωσδήποτε θά ἔλθει. Καί πράγματι –συνέχιζε- μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, νά’ το καί φθάνει. Δέν μέ βγάνει ἡ Παναγία ἀπό τόν λόγο Της».
.                      Μέχρι τά βαθειά της γεράματα, σκορποῦσε, ἔδιδε «τοῖς πένησι». Ἦταν γερόντισσα πιά, χειρουργημένη καί στά δύο πόδια ἀλλά ἔστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό γιά νά μήν στερηθοῦν οἱ μοναχικοί γέροντες καί ἕνας ἄρρωστος ἡλικιωμένος τῆς γειτονιᾶς. Γι’ αὐτό, λίγο πρίν τό τέλος, τήν ἐπισκέφθηκαν ἀνάμεσα σέ ἄλλους, οἱ ἑπτά Ἀρχάγγελοι πού μεταφέρουν τίς προσευχές τῶν ἁγίων ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό. Τῆς συστήθηκαν μέ τά ὀνόματά τους, δέν τά λησμόνησε ἀλλά τά ἐνέταξε στήν καρδιακή μνήμη της: Μιχαήλ, Γαβριήλ, Οὐριήλ, Ραφαήλ, Φαναήλ, Θαναήλ. Ὁ Οὐριήλ τῆς εἶπε ὅτι φυλάει τήν ἄβυσσο. Σήκωσαν ψηλά τίς ρομφαῖες καί τῆς ἔκαναν «ρεκάπιτο» ὅπως εἶπε, γιά νά περάσει. Τήν ὁδήγησαν σέ ἕνα πάγχρυσο παλάτι. Εἶναι ὁ τόπος τῆς κατοικίας σου, τῆς εἶπαν. Στή μέση ξεχείλιζε ἕνα ὁλόχρυσο δοχεῖο πού ἀνέβλυζε κρυστάλλινο νερό. Ρώτησε: «τί εἶναι αὐτό;» «εἶναι τό δοχεῖο τῆς καρδιᾶς σου» ἀπάντησαν. «Καί ξεχειλίζει ἡ ἁγνότητά σου, ἡ σιωπή σου, ἡ ταπεινοφροσύνη σου καί οἱ ἐλεημονιές σου».
.                          Ἡ πρόωρη κοίμηση τῆς Ἀντωνούλας, τῆς κόστισε πολύ. Ἔκλαιγε συνεχῶς ἀλλά ἐπαρηγορεῖτο ἀπό τήν ἐλπιδοφόρα προσδοκία τῆς ἐπανασυνάντησης στήν αἰωνιότητα. Ἦταν τό 1998 ὅταν ἄρχισαν καί τά προβλήματα ὑγείας τῆς Γερόντισσας. Δέν θά μποροῦσε, λόγῳ σωματικῆς ἀδυναμίας, νά οἰκονομεῖ μέ τήν ἴδια φροντίδα τό παιδί. Ἐκείνη τήν χρονιά διορίσθηκε καί ἡ εὐτέλειά μου ἐφημέριος στήν Πόμπια. Δεθήκαμε πολύ, σάν μάνα μέ παιδί, εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Τῆς ἔδωσε πληροφορία ὁ Θεός στήν προσευχή: «Σοῦ πῆρα τήν Ἀντωνία ἀλλά σοῦ ἔστειλα τόν Ἀντώνιο». Καί πράγματι! Τήν ἀγάπησα ὅσο καί τούς φυσικούς μου γονεῖς ἤ ἴσως, ἀκόμη καί περισσότερο. Ἀπήλαυσα κοντά της, τήν ἀκένωτη μητρική στοργή καί τήν ἀνύστακτη φροντίδα της. Εἴθε δέ, νά διαποτίσει καί τό ἄγονο ἔδαφος τῆς δικῆς μου ψυχῆς, τό ζωηφόρο νᾶμα πού εἶδα τόσα χρόνια νά ἀναβλύζει ἡ ἔνθεη βιωτή της καί ἡ ἰσάγγελος πολιτεία της…
.                            Ποτέ δέν περιαυτολόγησε. Εἶχε αἴσθηση, ὄχι ἁπλῶς μηδαμινότητας, ἀλλά ἀπόλυτης οὐδενίας. Τήν βρήκαμε πολλές φορές νά ἔχει ἐπιδοθεῖ σέ θρῆνο μετανοίας, νά χτυπᾶ τό πρόσωπό της καί νά αὐτοαποκαλεῖται «πόρνη, ληστίνα, ἔκτρωμα, ἐλεεινή». Λυπόταν, ὅταν τήν ἐπαινοῦσαν, γιατί νόμιζε ὅτι ἀδικοῦσαν κατά πολύ τήν πραγματικότητα καί πήγαινε κόντρα, προσέκρουε βάναυσα, στήν δίκαιη ἀποτίμηση τοῦ Θεοῦ. Χαιρόταν στίς κατηγορίες, γιατί τίς ἐκλάμβανε – ὅπως ἔλεγε – ὡς εὐκαιρίες γιά διόρθωση, μετάνοια καί σωτήριο ἐπαναπροσδιορισμό ὁλόκληρης τῆς ὑπάρξεώς της. Εἶχε ἐγκαθιδρύσει μέσα της ἕνα σπάνιο καί ἀμπλοκάριστο ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν. Γιά ὅλους εἶχε ἕναν καλό λόγο. Καί τά πιό δύσκολα καί σκανδαλώδη ἐνεργήματα, δέν τά ἀμνήστευε μέν, ἀλλά σιωποῦσε καί προσευχόταν γιά τούς ὑπεύθυνους, ὅταν τά ἐπληροφορεῖτο. «Ἐγώ εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ὑπόδικη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ –ἔλεγε– καί δέν ἔχω δικαίωμα νά κρίνω κανέναν». Σέ ὅλους εὕρισκε κάτι καλό καί αὐτό προέβαλε. Τήν ἐνδιέφερε νά βασιλεύει τό καλό στήν ἀνίληψη τῶν ἄλλων καί στήν ὑφή τῆς κοινωνίας. Γι’ αὐτό τελευταία, τῆς ξέφυγε καί εἶπε: «Εἶμαι φορτωμένη ἀπό ἁμαρτίες καί ἐλπίζω μόνο στό ἕλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γέρασα ἄπρακτη ἀπό ἔργα μετανοίας. Γιά κατάκριση ὅμως, νομίζω, πώς δέν θά δώσω λόγο στόν δικαιοκρίτη Θεό…»!
.                        Τά τελευταῖα 20 χρόνια τῆς ζωῆς της, τά πέρασε μέσα στήν καρποφόρο ἐξάσκηση τῆς Ἱερᾶς ἡσυχίας καί στήν πολύφερνη ὑλοποίηση τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ζοῦσε στό κλῖμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Ἐλάχιστος ὁ ὕπνος της, πολύ ἐλαχιστοτέρα ἡ τροφή της. Διανυκτέρευε προσευχόμενη. Ὁ νοῦς της, τελείως ἐξαγιασμένος, βρῆκε τόν ἀρχέγονο τόπο του, πῆγε στόν φυσικό προορισμό του. Ἐνεργοποιήθηκε μέσα στό ἀπύθμενο πηγάδι τῆς βαθείας καρδίας, ὅπως περιέγραφε ἡ ἴδια ἡ Γερόντισσα. Ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντίσθηκε αὐτός ὁ θεοειδέστατος νοῦς της στά ἐπουράνια. Διείσδυσε ἐπαρκῶς στά ἄφατα καί συγκλονιστικά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπε καί ἀπολάμβανε τό ἄπλετο καί γαλαζόλευκο Φῶς τοῦ Θεοῦ, τήν ἄφατη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος πού εἶναι ἀσχημάτιστο καί ὁμοιογενές -ὅπως ἔλεγε- καί δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος. Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του. Διέκρινε μέσα στό ἐνιαῖο ἐκεῖνο ἀμήχανο Φῶς, τρία φῶτα, τίς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔκανε μοναδικές ἐμπειρικές περιγραφές, πού μόνον μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τίς ἀπετόλμησαν. Ἔβλεπε ἄσαρκο Φῶς, τόν Ἄναρχο Πατέρα τήν πηγαία Θεότητα. Ἔβλεπε σεσαρκωμένο Φῶς, τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο καί περιέγραφε μέ ἐκπληκτική εὐκρίνεια τά ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά Του. Ἔβλεπε καί τό τρίτο Φῶς, τό Πανάγιο καί Ζωοποιό Πνεῦμα νά συνέχει τήν Ἐκκλησία, νά προχέεται στίς καρδιές ἀπό τά Ὠμοφόρια τῶν Ἐπισκόπων καί τά Ἐπιτραχήλια τῶν ἱερέων καί νά σηκώνει ἐπαρκῶς μέσα στά δάκρυα τῆς προσευχῆς καί τούς στεναγμούς τῆς μετανοίας. Ἦρθε -ἔλεγε- τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀλλά δέν ἔφυγε. Κινεῖται στόν κόσμο μέ μεγάλο κρότο, «ὡς ἦχος φερομένης, βιαίας πνοῆς» ἀλλά δέν τόν ἀκούει κανείς, μόνο ὅσοι ἔχουν ἐνεργοποιήσει τόν κρυφό μηχανισμό τῆς καρδίας.
.                       Μέ τήν διόπτρα τοῦ νοῦ, τήν λεπτοτάτη προσοχή, τά «κιάλια» τῆς καρδιᾶς, ὅπως τά ὀνόμαζε, ἀνίχνευε τά ἐπουράνια καί τά καταχθόνια ἀλλά καί τά κρυπτά τῆς καρδίας τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἶχε βιωματική γνώση τῶν διαβαθμίσεων τοῦ οὐρανοῦ. «Ἔχει –ἔλεγε- ὁ οὐρανός πολλές καταστάσεις Χάριτος πού ἐπεκτείνονται ὡς τό ἄπειρο καί δέν τελειώνουν ποτέ…». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔβλεπε τίς ἐναλλαγές τῶν αἰώνων. Ἄφηνε, ὅμως, τόν νοῦ της νά κατέρχεται καί στά φλογισμένα και ἀφεγγῆ βασίλεια τῆς κολάσεως. Εἶδε πολλούς, ἀλλά οὐδέποτε μαρτύρησε κανέναν. «Ἀνάβω κεράκια -ἔλεγε- κάνω πολλή προσευχή καί τούς βάζω σέ κίνηση βελτιώσεως, γιατί εἶναι μαρμαρωμένοι οἱ καημένοι».
.                       Ταυτίστηκε χαρισματικά μέ ὅλο τόν κόσμο. Εἶχε προσλάβει μέσα της «παγγενῆ» τόν Ἀδάμ. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό της ὑπαίτιο γιά ὅ,τι κακό συμβαίνει στήν οἰκουμένη. Γι’ αὐτό τίς πρῶτες πρωινές ὥρες, ἔκανε μία μακροσκελῆ αὐτοσχέδια, συγκλονιστική προσευχή, πού περιελάμβανε ὅλη τήν κτίση καί κάθε γένος ἀνθρώπων «τῶν ὑπό τόν οὐρανόν».
.                         Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου της καί ὁ γλυκασμός πού ἐξέπεμπε ἡ καρδιά της, προσέλκυσαν πλησίον της ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα νέων, πού προσέτρεχαν κοντά της, γιατί ἔβλεπαν τήν ἀειθαλῆ καί ἀθάνατη ζωτικότητα μέσα σέ μία εὔθραυστη καί ἀποκαμωμένη χοϊκότητα. Μία πνευματοφόρο καί ἐν-χριστωμένη ψυχή μέσα σ’ ἕνα λιπόσαρκο καί γηραιό σῶμα. Ἐκείνη αἰσθανόταν ὡς μητέρα. Ἀγκάλιαζε ἰδιαίτερα τούς πολύ ἁμαρτωλούς, ἀναπτέρωνε ἐλπίδες, ἰσχυροποιοῦσε τό φρόνημα τῆς πνευματικῆς μετάλλαξης, τόνιζε τίς ἀτέρμονες διαστάσεις τοῦ Θείου Ἐλέους καί τήν ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τούς προσλάμβανε μέσα στήν θαλπωρή τῆς καρδιᾶς της, γιά νά ζεστάνει ἀπό τήν παγωνιά τῆς δαιμονικῆς κυριαρχίας, ἀκόμη καί βαρυποινίτες φυλάκιζε στοργικά μέσα στά κελιά τῶν ἐνδομυχίων της, γιά νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τίς ἀλυσίδες τῶν παθῶν τους καί νά τούς χαρίσει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία. Δέν ἄφηνε ὅμως, καί κανέναν νά ξεθαρρεύει. Ἐπαναλάμβανε μέ δικό της τρόπο, τήν ἐπωδό τοῦ Ὁσίου Νίκωνος τοῦ μετανοεῖτε, «Μετά τήν ἐνθέδε ἐκδημίαν, μετανοίας ἰσχύς οὐδεμία»
.                      Οἱ παρακαταθῆκες της ἁπλές καί πρακτικές ἀλλά ἀποστάγματα ἁγιοπνευματικῆς σοφίας καί χάριτος.
«Ἡ γλῶσσα –ἔλεγε– εἶναι ἡ καλύτερη φιλενάδα τοῦ σατανᾶ».
«Νά ἔχετε τέσσερα πράγματα: Ἀγάπη, ταπεινοφροσύνη, σιωπή καί ἐλεημοσύνη ἐν κρυπτῷ».
«Νά ἐξομολογεῖσθε ὅπως πρέπει, γιά νά μήν ἔχει οὔτε πατημασιές ὁ διάβολος μέσα σας».
«Νά μήν κακολογοῦμε τούς ἄλλους, γιατί ἔπειτα θά μᾶς κακολογήσει κι ἐμᾶς ὁ Θεός ὅταν ξανάρθει στόν κόσμο».
«Νά προσεύχεσθε μέ τήν εὐχή “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με”, ἀλλά καί Τριαδολογικά. Ἐγώ λέγω»: «Πατέρα ἐπουράνιε συγχώρεσέ με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, Πνεῦμα Ἅγιον φώτισέ με».
«Ὅποιος φοβᾶται, δέν φοβᾶται». Δηλαδή, ὅποιος φοβᾶται τήν ἁμαρτία δέν φοβᾶται τίποτα.
.                   Ἡ διαρκής μέθεξις τῆς Ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ πού ἡ Γερόντισσα εἶχε σέ βαθμό Θεώσεως ἐδραίωσαν μέσα της τήν αἴσθηση τῆς οὐδενίας καί τήν ἀποστροφή στόν ἑαυτό της, μέχρι αὐτομίσους. Ταυτόχρονα γιγάντωνε τήν χαρισματική κατάσταση τῆς μετανοίας ὡς μυστήριο καί βίωμα διαρκείας. Ἔλεγε: «Μέσα ἀπό τήν καρδιά βλέπω τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶμαι ἐγώ. Ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐγώ ἕνα μηδέν. Τόν εὐχαριστῶ, ὅμως, πού μοῦ δείχνει τά χάλια μου καί μοῦ δίνει παράταση μετανοίας. Ζῶ καθημερινά τό μυστήριο τῆς Ἀγάπης Του. Ὅ,τι τοῦ ζητήσω μοῦ τό δίνει. Χατῆρι δέν μοῦ χαλᾶ κι ἄς εἶμαι τό πιό ἄτακτο παιδί Του. Εἶναι σάν ἕνα κοπέλι πού τό πέμπω στίς μαντατοφοριές. Μέ φροντίζει καί μέ στηρίζει σέ βαθμό πού δέν ἀντέχω, ἐνῶ ἔπρεπε νά μοῦ δίνει νερό νά πίνω ἀπό τούς βόθρους τῆς Νέας Ὑόρκης, γιατί οἱ ἀποχετεύσεις τοῦ χωριοῦ μου εἶναι καθαρές».
.                  Ὅσο πλησίαζε τόν Θεό καί σπούδαζε ἐμπειρικά τό ἀπερινόητο τῆς Ἀϊδιότητός Του, τόσο χαμήλωνε στήν διόπτρα τῆς ψυχῆς της ἡ ἰδέα γιά τόν ἑαυτό της καί μέ ποταμούς δακρύων ζητοῦσε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ γενναιόδωρος Χρεώστης τήν προίκισε ἀπό τίς ἀποθῆκες τῆς Ἀγάπης Του μέ σπάνια χαρίσματα: τήν προόραση, τήν δυνατή διόραση καί τήν προφητεία.
.                         Ὅλα αὐτά τά θεωροῦσε φυσικά γιά ὅλους, γιατί διέθετε προπτωτική καθαρότητα καί παιδική ἁπλότητα. Σ’ αὐτά δέν θά ἀναφερθῶ λεπτομερῶς. Δέν εἶναι αὐτό τό μεῖζον, οὔτε τό ζητούμενο τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ὅλων τῶν χαρισμάτων της, ὑπερεῖχε ἡ ὑπερφυσική της ἀγάπη της καί ἡ ἀσύγκριτη γιά τά σημερινά δεδομένα ταπεινοφροσύνη της.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος πού τήν συναναστράφηκε καί εἶχε ἐπικοινωνία μαζί της, λέγει ὅτι ὅπου βαθιά ταπείνωσις καί διαρκής μετάνοια δέν ἀναπτύσσεται καμία πλάνη, γιατί δέν ἀντέχει νά ἐνεργήσει ὁ σατανᾶς.
.                 Καί ἡ Γερόντισσα εἶχε σπάνιο χάρισμα διακρίσεως τῶν πνευμάτων, πού ἀποτελεῖ τό προσδιοριστικό ἰδίωμα τῆς ἀπλανοῦς Θεολογίας. Ἦταν προφήτιδα τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιατί ἦταν μία ἀληθινή ἡσυχάστρια. Ξεχώριζε ἄριστα τό ψυχολογικό ἀπό τό πνευματικό, καί τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο. Ἔλεγε: «Ἔρχονται, εἰδικά τήν νύχτα πού προσεύχομαι οἱ δαίμονες μέ ποικίλες μορφές. Ἄλλοτε γίνονται τέρατα φρικιαστικά καί πασχίζουν νά μέ τρομάξουν καί ἄλλοτε εἰδικά στίς ἀρχές, μεταμφιέζονται σέ πνεύματα ἀγαθά καί προσπαθοῦν νά μέ ξεγελάσουν. Τούς προδίδει, ὅμως, ἡ βρῶμα τους. Μία ἄλλη αἴσθηση δυσοσμίας πνευματικῆς, πού δέν γίνεται ἀντιληπτή ἀπό τήν σωματική ὄσφρηση καί εἶναι χειρότερη ἀπό τά σκουληκιασμένα ζωικά σπλάχνα καί τό σάπιο κρέας τῶν 16 ἡμερῶν. Τά θεϊκά –ἔλεγε- δυναμώνουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τήν ταπείνωση, εἰρηνεύουν καί ἐνισχύουν τήν ψυχή. Τά δαιμονικά, ὅσο καμουφλαρισμένα καί νά ‘ναι, δημιουργοῦν ταραχή, φόβο, ὑπερηφάνεια, σέ πιάνει ἀπό τήν βρῶμα τάση ναυτίας, μεταταράσσονται τά σπλάχνα σου».
.                          Πολλές φορές τήν εἶδα γιά παραδειγματισμό μου σέ κατάσταση Θείας ἀρπαγῆς, βυθισμένη μέσα στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντισμένη στούς οὐρανίους κόσμους, φωτεινή καί «ἀχάμπαρη» γιά τό τί συνέβαινε γύρω της. Τό φῶς τοῦ Θεοῦ -ἔλεγε- τό ἔβλεπε μέσα ἀπό τό χάος τῆς καρδιᾶς πού τῆς ἦταν πάμφωτο, τραβιόταν ὅμως καί τά σαρκικά της μάτια καί τά αἰσθανόταν νά ἀλλοιώνονται, τό ἔβλεπε -ὅπως ἐδιηγεῖτο- «ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς ἔως τά κράνυχα τῶν ποδιῶν», ὅλες οἱ αἰσθήσεις γινόταν μία. Παντοῦ βασίλευε ὁ Χριστός καί δέν ἤξερε ἀπό ποῦ τελικά ζοῦσε ὅλες αὐτές τίς ὑπερφυεῖς δωρεές τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος. Ἔλεγε ἀποφατικά: «Αὐτά γλῶσσα δέν τά διηγεῖται καί ἀνθρώπινος νοῦς δέν τά χωρεῖ. Οὔτε ἀγγελικός νοῦς δέν τά χωρεῖ ὅλα. Ἀπορῶ πῶς ὐπάρχουν ἄνθρωποι πού λέγουν πώς δέν πιστεύουν».
.                            Ἡ βρώμα πού αἰσθανόταν ἐνώπιον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ἴδια εἶχε νοερά καρδιακή προσευχή. Αἰσθανόταν -ὅπως ἔλεγε- τήν καρδιά της νά μουρμουρίζει καί εἰδικά τίς νύχτες, ζοῦσε «ἔντονα πνευματικά γλέντια». Ἦταν ζωομύριστη καί μυρίπνοη ἀπό τά μῦρα τοῦ Πνεύματος, γι’ αὐτό διέκρινε τήν νεκροποιό ὀσμή καί τήν ἀηδιαστική ἀποφορά τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων. Ἐνεργοποίησε ἡσυχαστικῶς τό Ἅγιο Χρῖσμα μέσα στήν καρδιά της. Αὐτό ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν γράφει: «ἡμεῖς ἐλάβομεν χρῖσμα ἐκ τοῦ Ἁγίου καί γινώσκομεν αὐτόν». Τό Χρῖσμα εἶναι ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ Ἁγίου Μύρου μέσα στήν καρδιά, ἡ νοερά προσευχή, ὁ φωτισμός τοῦ νοός, καταστάσεις πού ὅταν ἀπουσιάζουν, πανεύκολα μπορεῖ νά εἰσέλθει τό μικρόβιο τῆς οἴησης μέσα στόν ἐσωτερικό χῶρο καί ὁ ἄνθρωπος, ἀντί νά ὡριμάζει σάν εὔγευστο φροῦτο χάριτος, νά ἀποσαθρώνεται, ἀπό τό σκουλῆκι τῆς πλάνης, σάν κούφιο ἀνούσιο καρπολόγημα, καί ἐν τέλει νά ἀπωλεσθεῖ.
.                       Οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ἡσυχαστές τῶν Ἀστερουσίων, Ὅσιοι Γέροντες Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός καί Νεῖλος ὁ Ἁγιοφαραγγίτης τήν ἐκτιμοῦσαν καί τήν ἐσέβοντο ἀπεριόριστα. Καί οἱ δύο ἔσκυβαν καί ἀσπαζόταν τό χέρι της. «Εἶδα τήν προσευχή της καί τρόμαξα» μοῦ εἶπε ὁ Γέρων Ἀναστάσιος, μία ἀπό τίς δύο φορές πού τήν ἐπισκέφθηκε στό σπίτι της. Καί ὅταν ἡ Γερόντισσα τόν ἐπισκέφθηκε στό Βενιζέλειο Νοσοκομεῖο τοῦ Ἠρακλείου, πάλιν ὁ Μέγας Ἐκεῖνος Γέρων, ἄν καί σέ καταστολή δυνάμεων, βρῆκε τό σθένος, ἀνασηκώθηκε, ἄρπαξε τό χέρι της καί τό καταφιλοῦσε.
.                  «Γιατί μοῦ τό κάνουν αὐτό οἱ Δεσποτάδες καί ἀσκητές» ρωτοῦσε μέ παιδική ἀφέλεια ἡ Γαλάτεια. «Γιατί –τῆς ἀπαντοῦσα- φαίνεσαι ἐκατόν ἐτῶν, ἐπειδή εἶσαι κυρτωμένη πολύ καί σέβονται τό γῆρας σου».
«Μπρέ, μπρέ ταπείνωση –ἐπαναλάμβανε ἔκπληκτη ἐκείνη-. Θά εἶμαι ἀναπολόγητη στόν Θεό ἄν δέν μετανοήσω, ἀφοῦ τέτοιοι ἄνθρωποι σέβονται τά γεράματα καί τόν κακοποδομό μου».
.                       «Γιατί, Γέροντα, ἀνέβηκε ἡ Γαλάτεια τόσο ψηλά;» ρώτησα κάποτε τόν Μεγάλο Ἀναστάσιο.
.                     «Γιατί παιδί μου –ἀπάντησε ἐκεῖνος- ἔσκαψε βαθειά τό χωράφι τῆς καρδιᾶς της μέ τό Ξύλο τοῦ Σταυροῦ μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Καί ὁ ἡσυχαστικός σπόρος βρῆκε γόνιμο ἔδαφος καί εὐδοκίμησε πολύ, ἅπλωσε ρίζες καί ἀνυψώθηκε ταχέως μέχρι τίς σφαῖρες τῆς Ἀναστάσεως».
.                        Ἀγαποῦσε πολύ, σάν παιδί της, ὅπως ἔλεγε, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ.κ. Ἱερόθεο. Τόν ἐξομοίωνε μέ τούς Ἱεράρχες πού εἶναι κολλημένοι στόν τοῖχο, ἐννοώντας τίς τοιχογραφίες τῶν ἐκκλησιῶν. Τόν ἐκτιμοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλους. Ἔβλεπε, ὅπως ἔλεγε, τήν ἐσωτερική του ἡσυχία καί τήν θεολογική του πληρότητα. Τόν παρακολουθοῦσε μέ τήν διόπτρα τῆς καρδιᾶς, καί χαιρόταν γιά τήν ἀταραξία του στούς πειρασμούς καί τό ἀδιάκοπο «γλυκομουρμούρισμα» τῆς καρδιᾶς του εἰδικά τίς νυκτερινές ὥρες. Λυπόταν πολύ πού οἱ ἄλλοι δέν τό καταλαβαίνουν καί ὑφίσταται τόσες ἄδικες ἐπιθέσεις καί ἀμφισβητήσεις. Ἐκεῖνος εἶναι καί ὁ ἀποδέκτης τῆς πλειονότητος τῶν ἰδιοχείρων ἐπιστολῶν της. Ὑπέρ-ἀγαποῦσε, ὅμως, καί τόν Ἱεροκήρυκα καί Πρωτοσύγκελλό του, π. Καλλίνικο Γεωργᾶτο. Ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι θά εἶναι ἡ προστάτιδά του. Ἔλεγε: «Πῶ, πῶ! Αὐτός ὁ <Διάκος> του!» (Διάκος ὄχι μέ ἔννοια ἱερατική ἀλλά μέ τή σημασία, τοῦ ἄοκνου συνεργάτη, τοῦ Διακονητῆ). «Τί εὐλογημένο, τί καθαρό παιδί! Ἄγγελος εἶναι! Τόν βλέπεις στά γραφεῖα, στήν κουζίνα, στά μηχανήματα (Ὑπολογιστές), στά ὑπόγεια μέσα στά χαρτιά καί στίς σκόνες! Ποτέ δέν βάζει κακό λογισμό! Ἀγαπᾶ τόν δεσπότη καί λυώνει (θυσιάζεται) μέ χαρά».
.                           Ἀγαποῦσε ἐπισης σάν γιό της καί ἔτρεφε μεγάλη ἀδυναμία στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κ.κ. Χρυσόστομο. Γιά δύο περίπου δεκαετίες εἶχαν καθημερινή ἐπικοινωνία. Τόν εἶχε ἔγνοια γιά τήν εὐαισθησία του καί τήν ἀσκητικότητά του καί νοερῶς ἐμεριμνοῦσε γι’ αὐτόν στοργικά.
.                       Ἀγαποῦσε ἐπίσης, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ.κ. Σεραφείμ. Τόν θεωροῦσε λεοντόκαρδο καί ὁμολογητή τῆς Ὀρθοδοξίας. Χαιρόταν πού ἐλέγχει μέ εἰλικρίνεια καί παρρησία τά παρά φύσιν ἁμαρτήματα ἀλλά καί τήν φρικώδη αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. «Τόν σκεπάζουν –ἔλεγε- οὐράνιες δυνάμεις καί τόν δυναμώνουν οἱ προσευχές τῶν μοναστηριῶν».
.                       Ἀγαποῦσε πολύ καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἐδέσσης κ.κ. Ἰωήλ γιά τήν ταπείνωση τήν καλοκαγαθία καί τόν ἀσίγαστο Ἱεραποστολικό του ζῆλο. Ἔλεγε περί αὐτοῦ: «Δέν ξιπάστηκε παιδί μου πού ἔγινε Δεσπότης. Ἔμεινε ὅπως ἦταν. Ἕνας παπᾶς μέ τό στρογγυλό στή μέση (ἐγκόλπιο). Παιδί στήν ψυχή, ἅγιος ἄνθρωπος».
.                        Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτο τόν ἀποκαλοῦσε «θεμελιακό» λόγῳ σωματικῆς διάπλασης καί πνευματικοῦ διαμετρήματος. Χαιρόταν -ἔλεγε- πού χτυπᾶ τά κοσμικά καί προβάλλει τά «ἁγιωτικά», δηλαδή τούς καρπούς τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας καί τούς σύγχρονους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Χαιρόταν πού ἔχει παρρησιασμένο καί ἁπλουστευμένο θεολογικό λόγο καί ὁδηγεῖ μέ τό φλογερό του περί μετανοίας κήρυγμα, πολλά χαμένα πρόβατα στήν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                     Οἱ Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεώς μας, ὅσοι τουλάχιστον διαθέτουν πνευματικό αἰσθητήριο, τήν ἀγάπησαν σάν μητέρα τους. Καί ἐκείνη, τούς εἶχε σάν παιδιά της. Τά θαύματα ἀπό τήν προσευχή της, ἀναρίθμητα, ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἄς μιλήσουν ἐκεῖνοι πού εὐεργετήθηκαν ἀπ’ αὐτήν. Δέν θέλω νά θεωρηθεῖ ὁ δικός μου λόγος, ὑποκειμενική ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας καί συναισθηματική ἔξαρση τῆς στιγμῆς.
.                     Κάποιος ἀδιακρίτως φερόμενος, τώρα τελευταία τῆς εἶπε: «Κρίμα Γερόντισσα πού δέν σέ γνώρισα ἀπό παλαιότερα. Ὅμως ὁ τάδε καλόγηρος σέ μία σύναξη μᾶς εἶπε ὅτι εἶσαι πλανεμένη καί ἄν σοῦ μιλοῦμε θά μαγαρίσουμε»!!! Καί ἡ ταπεινή καί ἀνεξίκακη Γερόντισσα μέ ἔκπληξη καί αὐθορμητισμό, χωρίς ἴχνος ταραχῆς καί ἀναβρασμοῦ, ἀπάντησε: «Ἀπορῶ παιδί μου, γιατί ἔπρεπε νά μέ ἔχεις γνωρίσει νωρίτερα. Δέν ὑπερέχω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά μᾶλλον ὑστερῶ σέ πολλά. Αὐτό πού σᾶς εἶπε ὁ πάτερ πού μοῦ ἀνέφερες ἰσχύει. Ξέρει αὐτός, εἶναι ἔμπειρος ἄνθρωπος. Ὅμως νά ‘ρχεσαι νά μοῦ συγχωρᾶς, μήπως ξεμαγαρίσω κι ἐγώ ἀπό τίς ἁμαρτίες μου». Ἐκεῖ, θαύμασα, τήν ἑτερογένεση τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν δύο. Τήν μεγίστη διαφορά ἀνάμεσα στήν Ἱερωσύνη Ἀαρών καί στήν Ἱερωσύνη Μελχισεδέκ. Τήν χαώδη ἀπόσταση πού ξεχωρίζει τήν ἀλαζονική ἐξουσία τῆς σφραγίδος, ἀπό τα ματωμένα παράσημα πού ἔχουν «οἱ τραυματίες τοῦ Θείου Νυμφίου».
.                         Καί τώρα, ὁλοκληρώνω τήν πενιχρή ἀναφορά μου στό γιγαντιαῖο πνευματικό διαμέτρημα τῆς Γερόντισσας, μέ σύντομη ἐξεικόνιση τοῦ πυρωμένου δειλινοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της. Τό διάστημα αὐτό ἦταν τελείως διαφορετικό, ἀπό τά προηγούμενα ἔτη τῆς ἐγκόσμιας διαδρομῆς της. Μέ πεσμένες τίς σωματικές της δυνάμεις, ἀκμαιότατες τίς πνευματικές, ἔμοιαζε μέ πανώριμο φροῦτο πού εὐωδιάζει. Ἴσχυε ἐμφανῶς καί σ’ αὐτήν ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «Εἰ καί ἔξωθεν ἄνθρωπος διαφθείρεται ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ».
.                          Αἰσθητοποιοῦσε τήν πλήρη ὁμογενοποίηση τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου. Εἶχε τελείως «παιδιοποιηθεῖ» μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅρου. Χαιρόταν μέ τά μικρά παιδάκια, μέ τήν παρουσία ἐκείνων πού τήν ἀγαποῦσαν, περιεργαζόταν τήν φύση, τά μικρά τῆς γειτονιᾶς, τό κελάηδημα τῶν πουλιῶν, τόν ἦχο τῆς βροχῆς, τό θρόισμα τοῦ ἀέρα, ἀκόμη καί τούς κλάδους τῶν δένδρων ὅταν φυσοῦσε ὁ ἄνεμος. Ὅλη τήν κτίση τήν αἰσθανόταν ἐναρμονισμένη μέ τήν καρδιά της, νά ἀναφαίρεται στόν Θεό. Εἶναι προφανές ὅτι εἶχε ἀκούσει «τούς λόγους τῶν ὄντων» πού ἀναφέρει ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ καρδιά -ἔλεγε- ἔχει πολλές αἰσθητήριες δυνάμεις, πού ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ, γιατί εἶναι ἀπό τήν ἁμαρτία μπλοκαρισμένες. Ὅταν ἐνεργοποιήσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, αὐτούς τούς μυστηριώδεις ἐσώψυχους μηχανισμούς, ὁρᾶται ἐναργῶς ἡ Θεϊκή παρουσία μέσα σέ ὅλο τόν περιβάλλοντα φυσικό χῶρο. Τότε, διαπιστώνει, ὅτι καί τά ἄψυχα τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι ἀμεσότατα ἐστραμμένα πρός τόν Δημιουργό, Τόν δοξολογοῦν καί Τόν ὑμνολογοῦν, ὅπως ἡ ἐκλεπτυσμένη ἀπό τήν Χάρη καρδιά, γι’ αὐτό καί ἀκαταπαύστως συντονίζονται λειτουργικά μαζί της.
.                    Τήν τελευταία χρονική περίοδο, φάνηκε ἐναργέστερα ἡ οἰκουμενική της μητρότητα, τό γεγονός ὅτι συνέλαβε ἁγιοπνευματικῶς καί ἐγέννησε νοερῶς, πολλούς συγχρόνους χριστιανούς. Παρά τό βαθύ γῆρας, εἶχε ἀναπεπταμένες τίς πνευματικές κεραῖες καί ἐνεργοῦσε μέ τεράστια διάκριση, σύνεση καί χιοῦμορ. Ἔλεγε ὑψηλές ἀλήθειες ὡς ἀπόσταγμα τῆς ζωῆς της, ἀλλά μέ πολύ ἔξυπνο καί χαριτωμένο τρόπο, προκειμένου νά συντρίψει σωτήρια, χωρίς νά τόν ἐξουθενώσει ψυχικά καί νά ἔχει τό καλύτερο δυνατό ἀποτέλεσμα τό μητρικό της ἀφύπνισμα καί τό χειρουργικό της ἐγχείρημα. Δέν ἔκανε ποτέ τήν δασκάλα, ἤ τήν μοναχή, ἐνῶ ἦταν στήν πραγματικότητα καί ἄριστος παιδαγωγός καί ἰσάγγελος ἄνθρωπος, πού δίδασκε μέ ἁπλά παραδείγματα νοηματισμένα μέ βαθύ περιεχόμενο, μέ προσευχή καί σιωπή, λεπτότητα καί χιοῦμορ, αὐτομεμψία καί διακριτική συμβουλή: «Βλέπω –ἔλεγε- τούς λογισμούς ὅλων. Ἔρχονται καί μερικοί ἐγκάθετοι γιά νά μέ διερευνήσουν καί νά δημιουργήσουν προβλήματα σέ ἄλλους, γιατί ἐμένα δέν μέ νοιάζει. Ὅσο εἶναι ἐδῶ, δέν μιλάω, προσεύχομαι κοιτάζοντάς τους στήν καρδιά καί τούς ἀγκαλιάζω μυστικά μέ τήν ἀγάπη μου. Φεύγουν μέ καλούς λογισμούς καί οἱ περισσότεροι ξανάρχονται ἀλλαγμένοι».
.                       Ὅταν τῆς ζητοῦσαν εὐχή στερεότυπα σχεδόν ἔλεγε: «Νά ἔχετε τήν εὐχή τοῦ Ἀνάρχου Πατρός, τοῦ Συνάναρχου Λόγου καί τοῦ Συναΐδιου καί Ζωοποιοῦ Πνεύματος. Τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ πού εἶναι ὁ ὑψηλότερος στό ἀνάστημα Ἅγιος ἀλλά καί αὐστηρός ἐπισκέπτης, τῶν Ἀποστόλων καί Πάντων τῶν Ἁγίων. Νά εἶστε κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν Οὐρανίων Δυνάμεων. Καί ἄν ἔχω καί ἐγώ εὐχή, χαλάλι σας».

Τό πέρασμα στήν αἰωνιότητα τό κουβέντιαζε. Μπορῶ νά πῶ τό γλεντοῦσε καί τό προσδοκοῦσε. Δέν ἔδειξε νά φοβᾶται καθόλου τήν φρικτή ὥρα τοῦ θανάτου. Εἶχε καθηλωμένο τό βλέμμα στήν μεγάλη πύλη καί πορευόταν σταθερά στή Βασιλεία τοῦ «Ἀρνίου». Μιλοῦσε γελώντας γιά τό τέρμα τῆς ἐπίγειας πορείας της. Ἑτοίμαζε ἐντατικότερα τόν ἑαυτό της, γιά νά στηθεῖ «εὐπρόσδεκτα» -ὅπως ἔλεγε- στό κριτήριο τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.

Ἄρρωστη, σχεδόν ἀκίνητη καί ἡμιπαράλυτη, ἐξακολουθοῦσε νά μεριμνᾶ καί νά προσεύχεται. Γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τούς πιστούς, ἀπίστους καί ἑτεροδόξους πού εἶναι «ἐκλελυμένοι καί ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ΄ 36). Γιά τά κουρασμένα γηρατειά, γιά τούς ἐναγώνιους οἰκογενειάρχες καί γιά τήν προβληματισμένη νεότητα. Τό καλοκαίρι τοῦ 2016 ἔλεγε: «Θέλω νά κάθομαι στόν δρόμο γιά νά ἀποχαιρετήσω τό χωριό μου. Ὀλίγος χρόνος μοῦ ἀπέμεινε νά μείνω μαζί σας. Ἀλλά ὁ Θεός πού μᾶς ἐνώνει εἶναι Αἰώνιος».

Πολλά νέα παιδιά, τῆς ἔλεγαν, ὅταν τήν ἄκουγαν νά ἀποχαιρετᾶ: «Δέν θέλουμε νά φύγεις. Ἀλλά ἀκόμη κι ἄν φύγεις, μή μᾶς ξεχάσεις». Καί ἐκείνη μέ ἀπορία ἀπαντοῦσε: «Αὐτό, παιδιά μου, συμβαίνει μόνο μέ τούς Ἁγίους. Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή καί χρειάζομαι τίς δικές σας προσευχές. Στοχεύω σ’ ἕνα μικρό τοπαλάκι. Τό τελευταῖο, ἄν ξετσουρίξω καί μπῶ ἐκεῖ μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας, δέν θά ξεχάσω κανένα σας».

Οἱ θεοπτίες, ἡ σωματική της μυροβλυσία καί ἁγιοφάνειες πλήθυναν πολύ εἰδικά μετά τόν Αὔγουστο τοῦ 2016. Οἱ 4 καβαλάρηδες Ἅγιοι Μηνᾶς, Γεώργιος, Δημήτριος καί Νικήτας ἦταν σχεδόν ἡ μόνιμη συντροφιά της. Τούς περιέγραφε μέ ἀφελότητα καρδιᾶς καί ἐκπληκτική ἀκρίβεια. Νόμιζε ὅτι ἡ ἐνόραση εἶναι φυσικό ἰδίωμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἄρα ὅλοι μποροῦμε νά ἔχουμε τίς ἴδιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ἔλεγε: «ὁ Μηνᾶς παιδί μου εἶναι θηρίο στό μπόι. Ἄνδρας θεμελιακός, γεμᾶτος, πλαταρᾶς καί σκοῦρος λίγο στήν δερμάτινη ἐμφάνιση. Πιό μεγάλος ἡλικιακά ἀπό τούς ἄλλους, λευκός περίπου στό τρίχωμα τῆς κεφαλῆς καί εἶναι ἡγετική μορφή. Εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς παρέας. Ὁ Γεώργιος καί ὁ Δημήτριος εἶναι πανέμορφα παλληκαράκια. Μέτριοι στό ἀνάστημα καί εἰκοσιπεντάρηδες στήν ἡλικία. Ὁ Νικήτας εἶναι πρός τό ψηλός στό ἀνάστημά του καί ὁλόξανθος. Τά μαλλιά του μοιάζουν μέ τά γένια τοῦ παπποῦ μου πού ἦταν ξανθά σάν τό λινάρι».

Περιέγραφε τό εὔσωμο τῶν ἀλόγων μέ τίς χρυσές σέλες, τόν θόρυβο τοῦ χλιμιντρίσματος καί τό ζωηρό χτύπημα τῶν ποδιῶν τους. Στίς 16 Δεκεμβρίου τοῦ 2016 τήν ἐπισκέφθηκαν οἱ Ἅγιοι καί τό σπίτι μοσχοβόλησε. Τῆς παρουσίασαν τά τετράδιά της. Τά ψυχοχάρτια της: «Νά σᾶς τά φέρω νά τά δεῖτε –ἔλεγε μέ παιδική ἀφελότητα-. Λάμπουνε…».

Ἀπό τίς 16 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερα, τί δέν εἴδαμε, τί δέν ἀκούσαμε, τί δέν ζήσαμε. Στίς 13 Ἰανουαρίου 2017, διαγνώσθηκε μέ βαριά πνευμονική λοίμωξη. Ὁ εἰδήμων γιατρός πού τήν ἐξέτασε, τῆς ἔδωσε περιθώριο ζωῆς τήν διάρκεια μιᾶς νύκτας καί ἐξονόμασε τήν κατάσταση πνευμονικό οἴδημα. Ἡ Γερόντισσα στό κρεβάτι χωρίς αἰσθήσεις. Κάπου κάπου ἀφυπνίζονταν καί ἐδιηγεῖτο ἰσχνόφωνα κάποιες ὑπερφυεῖς ἐμπειρίες της. Ἐννέα Ἱερεῖς τέλεσαν ἀμεσότατα τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου. Τήν ὧρα ἐκείνη, πλημμύρισε μέ παράδοξη εὐωδία τό δωμάτιό της. Δέν εἴχαμε ἀνάψει θυμίαμα, γιά νά μήν ἐπιβαρύνουμε τήν ἀναπνευστική δυσλειτουργία. Ἡ Γερόντισσα περιχαρής ἀποκάλυψε στήν πρωτανηψιά τῆς Αἰκατερίνη Ρεθυμνιωτάκη πού τήν πρόσεχε, ὅτι δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τῆς Κυρίας Θεοτόκου! Συνοδευόταν ἀπό τήν Ἁγία Παρασκευή.

Τῆς εἶπε ἡ Παναγία μας: «Ἡ βαλίτσα σου εἶναι ἕτοιμη καί τά τετράδιά σου ἀστράφτουν. Ἐπίκειται ἡ ἀναχώρησή σου».

«Πάρε με Παναγία μου, ἀφοῦ εἶμαι ἕτοιμη» παρακάλεσε ἡ ταπεινή Γερόντισσα. Χαμογέλασε ἡ Θεοτόκος καί τῆς ἀπάντησε: «Ἔλαβες μικρή παράταση. Σύντομα θά δρομολογήσω τό θέμα ἐγώ».

Καί ἐνῶ ἰατρικῶς ἦταν ξοφλημένη, μετά τήν Μεγαλοσχημία της, σταμάτησε ὀ ἐπιθανάτιος ρόγχος καί ἀπόλυτα ζωντάνευσε. Ἀνακάθισε στό κρεβάτι μέ τά Μοναχικά της ἐνδύματα καί ἐμπεπλησμένη Πνεύματος Ἁγίου, δίδασκε, νουθετοῦσε, ἐνίσχυε καί προφήτευε σέ καθένα ἀπό τούς παρόντες. Καί ἦταν ἀρκετοί! Πρωτύτερα, ὅταν ἀφυπνίζονταν γιά λίγο ἀπό τόν λήθαργό της, ἔλεγε γιά ἕνα δῶρο πού θά τῆς ἔκανε ὁ Μέγας Ἀντώνιος στόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς του! Καλοῦσε κάποιους, νά παραβρεθοῦν σ’ ἐκείνη τήν μεγαλειώδη στιγμή τῆς ζωῆς της! Τότε «πού θά ἔβαζε ὁριστικά τό νυφικό της καί ἕνας Δεσπότης θά τῆς τοποθετοῦσε κάτι στήν κεφαλή».

Προσωπικά τό συνέδεσα μέ τήν κοίμησή της, ἐπειδή ὑπεραγαποῦσε τόν Ἅγιο Ἀντώνιο ἀλλά καί γιά τόν λόγο, ὅτι ἐπιστημονικῶς δέν εἶχε πλέον, παρά ὁλίγες ὥρες ζωῆς. Θεωροῦσα τήν παράταση πού ἀνέφερε ἡ Κυρία Θεοτόκος, τριῶν εἰκοσιτετραώρων! Μέχρι τόν ἑσπερινό τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου…

Αὐτό πού θά λάμβανε στό κεφάλι, τό συνέδεσα μέ τό ἀμαράντινο τῆς Δόξης Στέφανο, ἀπό τά Ἄχραντα Χέρια τοῦ Ἀγωνοθέτου Δεσπότη Χριστοῦ! Καί νυφικό ἑρμήνευσα τό νεκρικό σάβανό της. Ἕνας παρών Ἁγιορείτης, ἀντιλήφθηκε ὅτι ἐννοοῦσε, μέ ὅσα ἔλεγε, τήν Μοναχική της κουρά! Ὅντως, ἔγινε παραδόξως καί ἐσπευσμένως κατά τήν διάρκεια τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, κατόπιν ὁλόθυμης εὐλογίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Μακαρίου. Ἔκτοτε, πῆρε δύναμη τό φθαρμένο γεροντικό σῶμα της καί ἔζησε πέντε περίπου ἔτη. Τοποθέτησα ἀπαγορευτική πινακίδα στήν αὔλειο πόρτα τῆς οἰκίας της, γιά νά τήν προστατεύσω ἀπό τήν κοσμοσυρροή, διότι λόγῳ τῶν πολλῶν θαυμαστῶν σημείων πού ἐξεδήλωνε, ἁπλώθηκε, τάχιστα, στά πέρατα τῆς ὑφηλίου ἡ χαρισματική φήμη της…

Ἐκείνη, ἄν καί δέν λειτουργοῦσε πλέον καθόλου ἐγκεφαλικά καί δέν εἶχε περιθώριο ἀκοῆς καί δυνατότητα διεξαγωγῆς διαλόγου, πληροφορήθηκε προφανῶς μέ ὑπερφυσικό τρόπο τό γεγονός καί ζήτησε ἐπιμόνως νά ἀφαιρεθεῖ ἡ πινακίδα, «διότι», ὅπως τό αἰτιολόγησε, «ἔχει μεγάλη ἀνάγκη ὁ κόσμος καί ἤθελε νά ἔχει ἐπικοινωνία μαζί του»! Ὑπακούσαμε ἄμεσα στήν ἐντολή της, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά γίνει πανορθόδοξο σημεῖο ἀναφορᾶς το σπιτάκι της καί χῶρος αἰσθητοποιήσεως θαυμαστῶν γεγονότων καί παραδόξων σημείων τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ! Εἶχε βέβαια, καί τήν ὀδυνηρότατη συνέπεια, νά ὑποστῶ προσωπικά ὀρυμαγδό πυρακτωμένων βελῶν «γιά», δῆθεν, «ἐκμετάλλευση» καί «αὐτοπροβολή» μέσῳ τοῦ ἱερωτάτου προσώπου τῆς Γερόντισσας! Καί ὅλα αὐτά, ἐκπορεύονταν ἀπό πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ἐντόπιους καί ξένους… Ἀναμενόμενο ἔως καί κατανοητό σέ ἕνα βαθμό! Τούς μέν καλοπροαίρετους δικαιολογῶ, τούς δέ μοχθηρούς καί ἐπίβουλους, εἰλικρινά, ἐκ μέσης καρδίας συγχωρῶ. «Καί αἰτοῦμαι τήν ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας ταύτης, παρά τοῦ ἐτάζοντος νεφρούς καί καρδίας Παντεπόπτου καί Δικαιοκρίτου Σωτῆρος Χριστοῦ».

Ὅλα τά ἔσχατα χρόνια τῆς ζωῆς της, εἰδικά τήν περίοδο πού ἦταν ἀπολύτως ἀνήμπορη καί κλινήρης, ἐπέδειξε στόν ἐναργέστερο βαθμό τίς πλούσιες δωρεές πού τήν γέμισε ὁ Θεός καί τήν Θεοποιό ἐνέργεια πού βίωνε καί ἀντανακλοῦσε. Οἱ ὑπερβολικές καί ὑπέρμετρες γιά τά ἀνθρώπινα δεδομένα θυσίες γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐπιφέρουν σέ πολλαπλάσιο βαθμό τήν οὐράνια ἀντιμισθία, καθ’ ὅτι εἶναι πιστός στήν ἐπαγγελία Του ὁ χορηγός τῶν ἀγαθῶν ὅτι «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω»! Ἔτσι, ἡ Γερόντισσά μας, ἐφοδιασμένη πλέον καί μέ τό χάρισμα τῶν ἰαμάτων, θεράπευε τίς πνευματικές καί σωματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ἔκανε θαύματα πολλά καί μεγάλα, προξενοῦσε ἐσωτερικές ἀλλοιώσεις στούς ἐπισκέπτες της, ὡδηγεῖτο ἀπό τήν ἀκατανίκητη πνοή τοῦ Παναγίου Πνεύματος! Δέν διέθετε ἐξειδικευμένη γνώση, ἀλλά ἐπειδή καθάρισε τό νοερό τῆς ψυχῆς της, ἔλαβε ἁγιοπνευματική σοφία, ἀνέπτυξε τήν δεκτική δύναμη τοῦ Λόγου, ἀπέκτησε τήν ὑπαρξιακή γνώση, κατόπτευσε τήν εἰκόνα τῶν μελλόντων καί τῶν ἀποκρύφων, ἔγινε κάτοχος τῆς «βεβαίας πίστεως», γι’ αὐτό καί ἀναλώθηκε φιλανθρωπικά καί εὐεργετικά γιά τόν ὁποιοδήποτε συνάνθρωπό της! Ἐκεῖνος πού θά κατορθώσει νά ἐνωθεῖ μέ τόν Χριστό, σκορπᾶ ἀφειδώλευτα τό περιεχόμενο τῆς ὑπερφυοῦς αὐτῆς μετοχῆς στόν ὑπόλοιπο κόσμο… Ἤτοι, ἐκδαπανᾶται καθημερινῶς ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἀδάμ καί γίνεται ἐθελουσίως «κατάρα» γιά νά ἀποκτήσουν οἱ ἄλλοι εὐλογία…

Ἡ μεγάλη της ἀγάπη πρός ζῶντες καί κεκοιμημένους, ἀρχικά ἐκδηλωνόταν μέ τήν διάπυρη συνεχῆ προσευχή καί τήν θυσιαστική μαρτυρική διακονία. Ἡ πνευματική της, ὅμως, ὁλοκλήρωση, μεταποίησε αὐτήν τήν ἐξουθενωτικά φιλάνθρωπη ἐθελοθυσία καί τήν κατέστησε ὁλοένα ἐπαυξανόμενη χαρισματική θαυματουργία… Στά πάμπολλα θαυμαστά πού συνέβησαν σέ γνωστούς καί τό πλεῖστον σέ ἀγνώστους συνανθρώπους μας, προσωπικά δέν θά ἀναφερθῶ ἐπισήμως ποτέ. Δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχισθεῖ ἡ ἀκατάσχετη συκοφαντική καταφορά περί ὑποκειμενικῆς ψηλώσεως καί ἐνθουσιώδους ἤ καί ἰδιοτελοῦς μυθοποιήσεως τοῦ προσώπου της. Βεβαίως καί δέν ἦταν ἀλάνθαστη! Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν σημαίνει ἀλάνθαστος. Εἶναι ὁ διαρκῶς ἀγωνιζόμενος καί ἰσοβίως μετανοῶν! Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο, ὅτι ἡ μετάνοια ἦταν ἡ διαρκής διδαχή της καί ἡ πεμπτουσία τῆς Θεοφιλοῦς πορείας της! Στά ἐνεργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπεκαλύφθησαν δι’ αὐτῆς, ἄς ἀναφερθοῦν, ἄν τό κρίνουν ἐποικοδομητικῶς σκόπιμο, οἱ πολυάριθμοι ἀποδέκτες τῶν πολλῶν εὐεργεσιῶν της. Εἶναι θέμα πού ὑπέρκειται τῆς ὅποιας ἐνασχολήσεώς μου μέ τήν ὁσιακή προσωπικότητά της.

Νομίζω ἡ αἰωνόβια ἔνθεη βιωτή της, περικλείεται στό παρακάτω ἁπλό διάγραμμα:

-Σέ ὅλη τή ζωή της εἶχε ἐκκλησιαστικό φρόνημα, σεβόταν καί ὑπάκουε στά θεσμικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καλά παραδείγματα ἀπό τόν Ἱερέα παππού της καί τούς γονεῖς της. Ἔκανε μεγάλη ὑπομονή μέ τήν ἀνεψιά της καί τήν εὐλόγησε ὁ Θεός. Τῆς ἔδωσε πολλά χαρίσματα. Τό βασικό χάρισμα πού εἶχε ἦταν ἡ αὐτομεμψία ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ἡ προσευχή τῆς μετανοίας καί ἡ ἐσωτερική καρδιακή προσευχή. Ἔζησε στήν ἀφάνεια τά περισσότερα χρόνια. Ἀπό τήν αὐτομεμψία καί τήν προσευχή χωρίς νά τό καταλαβαίνει χωρίστηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν διάνοια. Αὐτό αὐξήθηκε στά χρόνια τῆς ἀσθενείας της. Καί ἔτσι μέ φυσικό τρόπο τῆς δόθηκαν ἀπό τόν Θεό τά χαρίσματα τῆς διοράσεως καί τῆς προοράσεως καί ἄλλες ἁγιοπνευματικές χορηγίες.

Ἐπειδή ζοῦσε ταπεινά στήν Ἐκκλησία γι’ αύτό ἡ Ἐκκλησία θά ἀξιοποιήσει ὅλην τήν θεοφιλῆ ζωή της. Δέν χρειάζεται νά προβεῖ σέ καμμία τέτοια ἐνέργεια ἡ δική μου ἐλαχιστότητα. Βλέπετε, ἡ στεγανοποιημένη ἀντίληψη καί ἡ ἐμπαθής προκατάληψη, μποροῦν νά εἰσηγηθοῦν ἄνετα, ὅτι εἶναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐν προκειμένῳ ἡ εὐτέλειά μου, νά ξεγελάσει καί νά παρασύρει στήν ἐνθουσιώδη ἀποτίμηση, γιατί ὄχι καί στήν δαιμονική πλάνη, ἀναφορικά μέ τήν Γερόντισσα, ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδοξίας!!!

Ἄν ὅμως ἐπιβάλλεται νά σιωπήσω γιά τήν ἐκπληκτική θαυματουργία της δέν μπορῶ νά κρατήσω τό στόμα μου κλειστό γιά τήν ἐμβιωμένη θεολογία της. Σάν διήγημα, μᾶς ἐξέφραζε, ἁπλά ἀλλά δυνατά, τήν ἀμεσότητα τῆς σχέσεώς της μέ τόν Θεό. Ὅλα αὐτά, περικλείονται στό παρακάτω συνοπτικό διάγραμμα:

-«Ξαφνικά καί ἥσυχα βρέθηκα πολλές φορές σέ ἐκεῖνο τό ἀπέραντο γαλαζόλευκο Φῶς, τά πάντα γύρω μου ἦταν ὁλοφώτεινα, Φῶς μακάριο, Φῶς φαεινό»! Χρησιμοποιῶ κατά τό δυνατόν λέξεις, πού στό ἄκουσμά τους νόμιζες, ναί νόμιζες, ὅτι ὁμιλοῦσε τό γλυκύλαλο στόμα τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τόσων ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

«Ζοῦσα μέσα στήν τρισήλιο δόξα τοῦ Θεοῦ, ζοῦσα ντυμένη μέ τήν θεοΰφαντη στολή τῆς Ἀκτίστου Δόξης καί τῆς Θείας ἐλλάμψεως τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ζοῦσα μέσα στό ἀνέσπερο καί ἀδιάδοχο Φῶς καί δέν ξέρω πῶς γινόμουν ὁλόκληρη Φῶς, ἀλλά Φῶς ἀνέσπερο, Φῶς πασχάλιο, Φῶς ἄπλετο χωρίς ἀρχή καί τέλος. Ἦταν ὁλόλαμπρες καί εἰρηνόδωρες οἱ ἀκτῖνες τοῦ Ἀκτίστου ὑποστατικοῦ Φωτός, μία ἀνέκφαστη καθαρότητα καί ἄϋλη θεία γνώση κατελάμπρυνε τήν ψυχή μου, ὥστε κατανοοῦσα ἀρρήτως τά ἀπόρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί τίς γλυκόφθογγες ὑμνωδίες τῶν μυριάδων ἀγγέλων. Ζοῦσα –συνέχιζε– στόν τόπο τοῦ Θεοῦ καί ἡ καρδιά μου ἐκαλλωπίζετο ἀπό τό ἴδιο ἀνέσπερο Φῶς τό ἄναρχο καί παναΐδιο τό τριφεγγές καί τό τρισυπόστατο, ἀπό τό ὁποῖο διακοσμοῦνται καί συνευφραίνονται οἱ ἀγγελικές δυνάμεις πού εἶναι ἄπειρα μικρά φῶτα μέσα στό μέγα Φῶς λειτουργοῦντα καί περιχορεύοντα…».

Αὐτές οἱ ὑψηλές θεολογικές περιγραφές, πῶς ἀλήθεια βρέθηκαν στά παραστατικά λεκτικά σχήματα μίας ἁπλῆς καί ἄσχετης μέ τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία γυναίκας; Ἡ λαμπρότητα τῶν οὐρανίων δυνάμεων, τῆς μεταβίβαζε συνεχῶς σάν ἀδιάκοπη ροή, τό ἀπρόσιτο κάλλος τοῦ ἀκτίστου θείου Φωτός μέσα στό κτιστό εἶναι της. Καί αὐτό τό Φῶς, τό φοροῦσε σάν θεῖο ἔνδυμα, γινόταν ὅλη Φῶς «ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά δάκτυλα τῶν ποδῶν» σύμφωνα μέ δική της ὁμολογία! Ζοῦσε ἀπό τό Φῶς, ἔπινε ἀπ’ αὐτό, τό ἔννοιωθε σάν τήν δροσιά τοῦ καθαροῦ νεροῦ, χόρταινε ἀπό τήν ὑπερφυῆ παρουσία του, τό ἀνέπνεε σάν ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ!

«Ζοῦσα, συνέχιζε, μέσα στό ἄφατο πέλαγος τῆς θείας χρηστότητος, τῆς θείας εὐσπλαχνίας, τῆς θείας ἀγάπης, πού ὁλάκερη γιά μένα ἦταν καί ἀπερίγραπτη καί ἀκατάλυτη. Λίγα μονάχα μποροῦμε νά ποῦμε. Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του»!

Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, πού ἀκούσαμε, ἠχογραφήσαμε ἤ πού μᾶς ἄφησε ὡς γραπτή παρακαταθήκη, τήν καθιερώνουν ἀνεπιφύλακτα ἐν μέσῳ πολλῶν εὐλογημένων προσώπων τῆς ἐποχῆς μας, ὡς ἐμπειρική θεολόγο καί Γερόντισσα τοῦ φωτός! Ὡς τήν Γερόντισσα πού δίδαξε τήν ἀκροτάτη αὐτομεμψία καί πέτυχε τήν δυνατότερη πνευματική ὡριμότητα, ἀφοῦ σύγκρινε διαρκῶς τόν χοϊκό ἑαυτό της μέ τό ὕψος τῶν ἀρρήτων ἀποκαλύψεων πού ἀξιώθηκε νά ζήσει καί νά δεῖ, γι’ αὐτό ἔγραφε καί συμπεριφερόταν μέ τήν πιό βαθειά ταπείνωση πού συνάντησα ποτέ. Ἡ ἁπλότητα τοῦ λόγου της, μαρτυροῦσε γιά τήν ἄριστη ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ της. Τοῦ στόχου τῆς Χριστοζωῆς πού ἔθεσε ἰσοβίως στόν ἑαυτό της.

Εἶδε πλειάδα Ἁγίων, τήν χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τόν Μέγα Ἀντώνιο καί τήν παρέα του, τόν ἐπουράνιο Ναό μέ τίς ἀπερινόητες -ὅπως εἶπε- φωταψίες καί μουσικές του. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ πολυαγαπημένος της, ἐμφανιζόταν συνεχῶς στή γιαγιά, καί τήν ἐνίσχυε στό τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀγῶνα της. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἐμφανίσθηκε καί σέ μία ἀπό τίς οἰκονόμους τῆς Γερόντισσας, ζωντανά γιά νά δυναμώσει τήν πίστη της. Ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος στήν διαδικασία ἐξόδου καί ἐλάμβανε πρωτοβουλίες.

Καί χθές εἰρηνικά καί γαλήνια, ἔκλεισε τούς ὀφθαλμούς της στήν ἐπίκυρη τούτη σκηνή, γιά νά τούς ξανανοίξει λαμπροτέρους καί εὐκρινέστερους στήν ἀβασίλευτη ἀπαντοχή.

Ἀείμνηστη, ἐν-Χριστωμένη πολυσέβαστη καί πολύκλαυστη Γερόντισσά μας.

Ἀπό μικρή ρούφηξες λαίμαργα τό λογικόν καί ἄδολον γάλα τῆς πίστεώς μας ἀπό τόν ζωηρότατο μαστό τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξήθηκες τόσο πνευματικά ὥστε ἀναδείχθηκες τῶν «πάλαι Ὁσίων» ὁμότροπη καί τῶν συγχρόνων Ἁγίων ἰσοστάσια. Μέθυσες ἀπό τό νηφάλιο νάμα πού μεταγγίζει ὁ κρατῆρας τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, τῆς ζωοδότρας αὐτῆς μάνας τῆς ἡσυχαστικῆς τελειώσεως. Τυλιγμένη στόν μανδύα μιᾶς ἀδιατάρακτης γαλήνης πού ἦταν ἀντίδωρο τῆς ἱερῆς πληρότητας πού ἐβίωνε ἡ καρδιά σου, ἄφησες ἴχνη διαβάσεως, πρότυπο ὁσιότητας ἀλλά καί ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό. Πορεύθηκες, εἰδικά τούς ἔσχατους μῆνες τῆς ἐπί γῆς βιοτῆς σου, λεπτή λίαν, κατάφορτη ἀρετές, βιώνοντας ὁριακές καταστάσεις. Μᾶς ἄφηνες τήν αἴσθηση πώς εἶχες χάσει τήν βαρύτητα καί δέν ὑπῆρχες κἄν στή γῆ. Ὅλη σου ἡ παρουσία ἀπέπνεε τήν ἀγγελικότητά σου. Βλέπαμε αὐτό πού ἔλεγες: ὅτι «οἱ οὐρανοί εἶχαν ἀνοίξει» ἀλλά καί πάλι δέν τό πιστεύαμε.

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες σου κύλισαν σέ μία διακριτική ἀγαπητική κατάφαση πρός ὅλους. Ἐντονότερη ἀπό ἄλλες φορές. Ἄφηνες παραγγελίες καί εὐχές εὐχαριστίες καί εὐγνωμοσύνες, παροχές καί αἰτήσεις συγγνώμης. Ὅποιος εἰσερχόταν στό γαλήνιο ἐνδιαίτημά σου, αἰσθανόταν ἔντονα τήν ἀνάγκη νά κάνει τόν Σταυρό του. Σέ ἔνοιωθε μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Διψοῦσε τόν λόγον σου, ἀπολάμβανε τήν γλυκύτατη μορφή σου πού ἀντιφέγγιζε τήν ἄσβεστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἀμήχανη ὀμορφιά τῶν οὐρανίων θαλάμων.

Ἔζησες τήν πείρα τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων, Μαρτύρων καί Ὁσίων σέ ἐντονότατο βαθμό, ἀφοῦ εἶχες τό θάρρος καί τήν τόλμη νά ὁρμᾶς μέ ἰλιγγιώδη ταχύτητα πρός τόν Θεό, νά ἀπολαμβάνεις σπάνιες καταστάσεις καί νά διακατέχεσαι ἀπό μία θανατηφόρα δίψα γιά τόν Χριστό. Ἔνοιωθες ὡς τό μηδέν τοῦ κόσμου, πού ὅμως στήν περίπτωσή σου ἰσοδυναμεῖ μέ τό πᾶν τοῦ κόσμου, μέ τό ὑπεράνω τοῦ κόσμου, μέ τόν ὄντως κόσμο.

Τώρα, ἐμεῖς, ἔστω καί ἀκροθιγῶς, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, θαμπωνόμαστε ἀπό τό θριαμβευτικό σου ἀνέβασμα. Μέ ταχύτητα πυραύλου κινεῖσαι πρός τό Ἀΐδιον Φῶς, πού δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστο γιατί ἐπακριβῶς τό ἐβίωσες ἀπό τήν παροῦσα ζωή, καί ἐμεῖς βλέποντας τίς φωτεινές ἀνταύγειες πού ἀφήνει πίσω της, ἡ ἐμπυρισμένη ἀπό τήν Χάρη ψυχή σου, δοξάζουμε τόν Θεό που σέ γνωρίσαμε καί ἀξιωθήκαμε νά ἀπολαύσουμε τό κάλλος τῆς ἀναγεννημένης καρδιᾶς σου. Ταυτόχρονα, ἀκοῦμε τίς χαρμόσυνες ἰαχές τῶν γονέων σου, τῆς Ἀντωνούλας, τῶν συγγενῶν σου, τῶν φίλων σου Ἀγγέλων καί Ἁγίων πού κροτοῦν ἐνθουσιωδῶς τά σήμαντρα τοῦ οὐρανοῦ, σέ ὑποδέχονται ἁγιοπρεπῶς καί συμπανηγυρίζουν μαζί σου.

«Τούς βλέπεις αὐτούς;» μοῦ ἔλεγες δείχνοντάς μου τά εἰκονάκια πού εἶχες πάνω στό τραπέζι σου. «Ὅλοι αὐτοί εἶναι “καμαράντ”» δηλαδή φίλοι μου.

Προσωπικά νοιώθω τόν ἀνελέητο ἀπαρφανισμό, τόν φρικτό ἀποχωρισμό γιατί ἤσουν μανούλα μου. Ἐλπίζω, ὅμως στήν ἐπανασυνάντηση καί ὅτι δέν θά μέ ἀφήσεις. Θά δρομολογεῖς ἐξελίξεις γιά τήν σωτηρία μου καί στήν ὕστατη στιγμή μου μέ λαχτάρα θά μέ ὑπαντήσεις… Καί ἐπειδή δέν μπορῶ νά σοῦ τραγουδήσω, τώρα πού σέ βλέπω ὕστατη φορά στήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή, θέλω λυρικά καί ἐπάξια νά σέ μακαρίσω:

Χαῖρε Γερόντισσα Γαλακτία στούς λειμῶνες τοῦ Παραδείσου καί στούς κόλπους τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν.

Χαῖρε πολύτεκνη μάνα, εὔγονη γῆ στό γεώργιον τοῦ Κυρίου, γονιμότατη φύτρα ἐκκολάψεως χαρισμάτων, ἀγνότατη νύμφη στήν παστάδα τοῦ Παμβασιλέως, στοργική μητέρα τῶν μετανοούντων καί ἐπιδέξια προπονήτρια τῶν ἀγωνιζομένων, χαῖρε καταφύγιο τῶν δοκιμαζομένων καί ἄτυφη τροφοδότρια τῶν ἐστερημένων, χαῖρε ἡ μιμησαμένη «τάς φρονίμους παρθένας» καί ἀποποιησαμένη «τάς ἡδονοπλέκτους χλαίνας», χαῖρε καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, μετά τῶν φιλτάτων σου ἀγγελικῶν στρατευμάτων καί πάντων τῶν Ἁγίων Μητέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Χαῖρε ἐσταυρωμένη ἀγάπη, διάτρητη καί ἄτρωτη καρδιά, μετά πάντων «τῶν περιβεβλημένων στολάς λευκάς καί εἰσαχθέντων ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης» (Ἀποκ. 9, 14) εἰς τήν πανευφρόσυνον πανδαισίαν τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ.

Χαῖρε Ἀναστημένη καρδιά ἀπό τήν σταυρική δύναμη τῆς νοερᾶς ἐργασίας καί τά «καί τά ἐντάφια σπάργανα» τῆς ἰσοπεδωτικῆς ταπεινώσεως.

Χαῖρε ἐμπνευσμένε σκυταλοδρόμε τοῦ Πνεύματος καί θησαυροφυλάκιο τῶν ρημάτων τοῦ Θείου φθέγματος, ὅτι τόν πλᾶνο τοῦ αἰώνα ὑπερέβης καί τόν δόλιο δράκοντα ἐνέπαιξες.

Προσκυνῶ τά χέρια σου, πού δέν παραμορφώθηκαν ἀπό χημικούς χρωματισμούς, ἀλλά ὑψώνονταν διαρκῶς σέ πανύχιες στάσεις ἱκεσίας, σκόρπισαν ροδοπέταλα ἀγάπης, μεταστοιχειώθηκαν ἀπό τήν ἀνιδιοτελῆ προσφορά.

Προσκυνῶ τά πόδια σου, πού δέν βημάτισαν ποτέ στήν ὁδό τῆς ματαιότητας ἀλλά ἔτρεχαν γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καί τήν ἐφαρμογή τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τά μάτια σου, πού ἔβλεπαν ἁπλά καί ἁγνά, πού ἀνακάλυπταν τήν δυστυχία τοῦ ἄλλου, πού ἔχυσαν ποταμούς δακρύων καί πού ἐνατένισαν ζωντανά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τό εὐωδιαστό πρόσωπό σου, γιατί στήν ἔκφρασή του, ἀποτυπώθηκε ἡ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, γιατί ἀντικατόπτριζε ἐνδογενῶς τήν θαλερότητα τῆς ψυχῆς σου, γιατί τό ἀγγελικό χαμόγελο πού τό στόλιζε, ἦταν ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο ἀπ’ ὅπου φανέρωνε στόν κόσμο, τήν Παρουσία Του ὁ Χριστός.

Προσκυνῶ τέλος τήν ἁγία ψυχή σου, γιατί ἔγινε εἰκονοστάσι τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, ζωντανό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, παράρτημα ὁλοφάνερο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀνάμεσά μας.

Οἱ διάδοχες γενιές, νά εἶσαι σίγουρη ὅτι θά καθηλώσουν τό βλέμμα πάνω σου. Θά σέ νοιώσουν μητέρα. Θά σκύψουν μαθητικά στήν ἡσυχαστική παρακαταθήκη σου. Καί θά καυχηθοῦν «ἐν Κυρίῳ» γιατί στήν δύση τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἔλαμψε καί πάλι στήν ἁγιοτόκο Μεσσαρά ἕνα μεγάλο ἀστέρι, ἱκανό νά φωτίσει μέ τήν λάμψη του τήν πνευματική μας διαδρομή στήν τρίτη χιλιετία.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί καλή ἀντάμωση!!!

 Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης, Ἱεροκήρυκας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

,

Σχολιάστε

O ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ ὁ ΑΙΤΩΛΟΣ ὡς ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ «Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!»

Ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς
ὡς Ἱεραπόστολος

(ἀπόσπασμα μελέτης ὑπὸ τὸν τίτλο:
«
Ἡ ἐσωτερική, ἡσυχαστική, ζωή
τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ»
 

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἡρ. Δεσπότη

.            «Ἐγεώργησας ἀρότρῳ τῆς χάριτος τοῖς πρότερον ἐν ἀγνωσίᾳ Ἅγιε καί ἀπάτης προσκειμένοις»[1]. «Εὐαγγελίῳ γάρ τόν λόγον καί τά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν[2], σοφῶς ἐκήρυξε. Καί τάς καρδίας θείῳ φόβῳ ἐρρύθμισε»[3].
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν διαφωτιστής, ἀλλά κυρίως καί κατ᾽ ἐξοχήν ἁγιορείτης. Ἄν διαβάσει κανείς προσεκτικά τά κείμενά του, τίς λέξεις πού χρησιμοποιεῖ, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται καί τίς πράξεις πού ἔκανε, θά δεῖ ὅτι ἐκινεῖτο ὡς ἕνας Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βάδισε στό μονοπάτι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.Ἦταν ἐκφραστής τοῦ ὀρθοδόξου φωτισμοῦ καί δίδασκε στον λαό για τήν κάθαρση, ἀπό τά πάθη, τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ νοερά προσευχή (ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά), καί τήν θέωση. Εἶναι λανθασμένη ἡ ἔκφραση ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν ἕνας ἰδεολόγος ἠθικιστής ἱεραπόστολος, ὅπως θέλουν νά τόν χαρακτηρίσουν μερικοί.
.            Ξεκίνησε τήν ἱεραποστολή του μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἔλαβε τήν διαβεβαίωση ἀπό τούς Γεροντάδες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, κατ’ ἀρχάς τόν Σεραφείμ Β΄ καί ἔπειτα τόν Σωφρόνιο. Εἶχε Ἐκκλησιαστική συνείδηση καί ἡ ὑπακοή του ἦταν Χριστομίμητη.
.            Πέρα ἀπό αὐτό, ὡς ἱεραπόστολος διέθετε μερικά ἄλλα σημαντικά στοιχεῖα. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ἕνας μεγάλος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνος, σέ ἕνα κείμενό του γιά τήν ἱεραποστολή σημειώνει τρία ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα τοῦ γνησίου ἱεραποστόλου.
.            Πρῶτον, ὁ θεολόγος ἱεραπόστολος σέβεται τήν ἱστορία. Δέν ὡθεῖται στό παρελθόν, γι’ αὐτό ἀποφεύγει τόν φονταμενταλισμό καί οὔτε ὁδηγεῖται ἁπλῶς πρός τό μέλλον μέ μία ἐσχατοτολογική οὐτοπία. Ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε καί εἰσῆλθε στήν ἱστορική πραγματικότητα γιά νά τήν μεταμορφώσει. Ὅπως γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καί διακηρύσσει τήν δογματική ἀλήθεια ὡς γεγονότα τῆς ἱστορίας». Ὁ Χριστός ἔπαθε, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε σέ ὁρισμένο χῶρο καί χρόνο. Σημειώνει ὁ π. Γεώργιος: «ἡ ἀδιαφορία γιά τήν ἱστορία ὁδηγεί πάντα σέ μιά αἱρετική ξηρότητα σέ μία δογματιστική διάθεση». Ἐπίσης, «ὁποιοσδήποτε εἶναι ἀναίσθητος πρός τήν ἱστορία, δύσκολα εἶναι καλός Χριστιανός». Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ἔβλεπε αὐτήν τήν ἱστορική πραγματικότητα, τόν στενοχωροῦσε ἡ κατάσταση τῶν Ρωμηῶν καί ἀγωνίστηκε γιά νά τήν μεταμορφώση.
.            Δεύτερον, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ὁ ἱεραπόστολος πρέπει νά ἔχει τήν ἔμπνευση νά εἰσδύει μέσα στήν ψυχή τοῦ λαοῦ καί νά τήν κατανοεῖ. Οἱ ἱεραπόστολοι, πρέπει «νά γνωρίζουν τήν γλώσσα τοῦ λαοῦ, τήν ἱστορία τους καί τόν τρόπο ζωῆς τους, γιατί ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μία κατανόηση τῆς ψυχῆς». Αὐτό ἔκανε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Γνώριζε πολύ καλά τόν λαό καί τήν γλῶσσα του, συμμετεῖχε στόν τρόπο ζωῆς του, συνέπασχε μαζί του, κατενόησε τήν ψυχή του καί μέ τό προφητικό χάρισμα πού εἶχε μιλοῦσε μέσα σέ αὐτήν, βαθειά στήν ὕπαρξή τους. Γι’ αὐτό μέχρι σήμερα ὁ λόγος του, ἡ κάθε κίνησή του βρίσκεται μέσα στήν βαθειά μνήμη τῆς Ρωμηοσύνης.
.            Τρίτον, ὁ ἱεραπόστολος, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ἀναπόφευκτα ἔρχεται «πρόσωπο μέ πρόσωπο» μέ τήν πολιτεῖα-ἐξουσία καί ἔχει τό δίλημμα «νά συνεργασθεῖ μαζί της ἤ τουλάχιστον νά ἐργασθεῖ παράλληλα μέ τούς ἐξαναγκαστικούς καί ὀργανωτικούς θεσμούς τῆς πολιτείας». Καί παρατηρεῖ: «Εἶναι δύσκολο νά πεῖς ποιό εἶναι τό δυσκολώτερο, νά συνεργασθεῖ ἤ νά παλαίψει μαζί της». Ἀσφαλῶς χρειάζεται διάκριση. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀντιμετώπισε τό ἴδιο πρόβλημα, ἀλλά τό ὑπερέβη, οὔτε συνεργάσθηκε, οὔτε συγκρούστηκε μαζί της. Ὅμως τήν ἀποδέχθηκε, τήν ὑπερέβη, χωρίς νά ταυτισθεῖ μαζί της καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις γιά νά τήν ἀποτινάξει. Μέ τόν λόγο του, τήν δράση του, τά θαύματά του, τίς προφητεῖες του, τό μαρτύριό του προκάλεσε τήν προσωπική ἐλευθερία καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις καί τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας»[4].

Ἡσυχία καί ἱεραποστολή[5]

.            «Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καί τῆς ἱεραποστολῆς. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἀληθινή ἱεραποστολή, ὅταν δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου καί, βέβαια, ἡ ἡσυχία ἐκβάλλεται κατά φυσικό τρόπο στό ρεῦμα τῆς ἱεραποστολῆς. Ὅταν ἀποδεσμευθῆ ἡ ἱεραποστολή ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, τότε δημιουργεῖται σοβαρό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα. Ἡ ἱεραποστολή, ὅπως καί ἡ λέξη τό λέγει, εἶναι μία ἱερά ἀποστολή, ὅταν δηλαδή ὁ Θεός ἀποστέλλη μερικούς ἀνθρώπους γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του, τό εὐαγγέλιο τῆς ἀληθείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
.            Ὁ ἱεραπόστολος δέν κηρύσσει μόνον, δέν εἶναι, δηλαδή, ἕνας θεωρητικός διδάσκαλος, ἀλλά ὁ πατέρας πού μεταδίδει τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού αὐτός ἀπέκτησε προηγουμένως, καί γεννᾶ πνευματικά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί, βέβαια, γνωρίζουμε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι κυρίως καί πρό παντός ἐμπειρική, ὑπαρξιακή.
.            Ἡ μετάδοση δέ αὐτῆς τῆς γνώσεως ἔχει ὡς αποτέλεσμα τήν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἡσυχία μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου εἶναι ὁ τρόπος καί ἡ μέθοδος, τήν ὁποία παρέδωκε ὁ Χριστός στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους, διά τῆς ὁποίας μεθόδου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ὑπαρξιακή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ μέθοδος αὐτή συνδέεται μέ τήν βίωση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἄν δοῦμε τήν σειρά πού ὁ Χριστός ἐκφώνησε τούς μακαρισμούς, θά διαπιστώσουμε πραγματικά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία, τήν μέθοδο τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου καί, βεβαίως, κατάληξη αὐτῆς τῆς μεθόδου, αὐτῆς τῆς ζωής εἶναι ἡ ἱεραποστολή καί τό μαρτύριο.
.            Προηγεῖται ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς, τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τόν Θεό, ἡ καλή προαίρεση σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τήν βοήθεια τῆς θείας Χάρης ἔρχεται ἡ αὐτογνωσία καί δι’ αυτῆς ὁ θεῖος φόβος, ἡ κατά Χριστόν ταπείνωση, καί ἀκολουθεῖ ἡ μετάνοια, ἡ πραότητα, ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν τήρηση τῶν εντολῶν τόῦ Χριστοῦ, ἡ βίωση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, διά τῆς ὁποίας γεύεται ὁ ἄνθρωπος τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ μετάδοση στούς ἄλλους τῆς εἰρήνης αὐτῆς πού γεύθηκε ὁ ἴδιος, ὁ διωγμός καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ χαρά γιά τήν βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπόκτηση τοῦ χαρίσματος τῆς προφητείας[6].
.            Ἕνα σύγχρονο παράδειγμα εἶναι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἀσκήθηκε πνευματικά στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, γιά πολλά χρόνια, ἀκολουθώντας τήν ὅλη ἡσυχαστική μέθοδο καί στήν συνέχεια, ὅταν αἰσθάνθηκε μέσα του τήν πληροφορία ἀπό τόν Θεό νά κάνη τίς περιοδεῖες του στό ὑπόδουλο Γένος, ρώτησε τούς πνευματικούς του πατέρας, ἔλαβε τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά λάμβανε καί τήν εὐλογία τῶν κατά τόπους ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Καί ἐπειδή ἐκινεῖτο μέσα στά πλαίσια αὐτά, τό ἔργο του εἶχε πνευματικούς καρπούς καί ἐξασκεῖται καί διαχρονικά. Γιατί πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ ἱεραποστολή δέν ἐξαντλεῖται μόνον στό κήρυγμα ἤ σέ κάποια ἄλλη ποιμαντική ἐργασία, ἀλλά εἶναι καί ἡ προσευχή, ἡ προσωπική ἐπικοινωνία μέ κάθε Χριστιανό, καί ἡ μόνη παρουσία ἑνός ἁγίου, ἡ ἀπόκτηση δογματικῆς συνείδησης, καθώς καί ἡ διατύπωση καί διαφύλαξη τῶν δογμάτων, καί τελικά ἡ ἱεραποστολή πού γίνεται καί μετά τήν ἔνδοξη κοίμηση τοῦ ἁγίου, μέ τά θαύματά του, τίς πρεσβεῖες του, ἀκόμη καί τόν τάφο του. Ἡ κατά Χάρη θέωση ἑνός ἀνθρώπου περνᾶ ἀδιόρατα καί μυστικά, μερικές δέ φορές καί φανερά, μέσα στήν ζωή καί τήν λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ στὰ πλαίσια αὐτὰ συνδέεται ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιαστικά ἡ ἡσυχία μέ τήν ἱεραποστολή.
.            Μιά ἱεραποστολή πού δέν ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τῆς ἡσυχίας, καί ἡ ὁποία ἡσυχία ἐκφράζεται μέ ὅλα τά πνευματικά χαρίσματα, τῆς ταπεινώσεως, τῆς μετανοίας, τῆς εἰρήνης, τοῦ σεβασμοῦ τῶν κανονικῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, δέν εἶναι γνήσια».
.            Καί γι’ αὐτόν τόν λόγο, λοιπόν, εἶναι ζηλευτός καί ἀξιομίμητος ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος ἐγύρισε σχεδόν ὁλόκληρη τήν Ελλάδα. Ἐπί εἴκοσι χρόνια ἔκανε ἱεραποστολικό ἔργο! Ἱσαπόστολος, ἄλλος Παῦλος. Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!
.            «Καί ποιό ἦταν τό ὁπλοστάσιό του τό θεολογικό; ἀναφέρει σέ μία ἀνακοίνωση συνεδρίου γιά τόν ἅγιο Κοσμᾶ, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητής Πανεπιστημίου. Ποιό ἦταν θά λέγαμε τό «ρεπερτόριο» τῶν ὁμιλιῶν του, τί κουβαλοῦσε μαζί του; Βιβλιοθῆκες, βιβλία, σοφίες, συγγράμματα σοφά; Ὅλο καί ὅλο εἶχε ἕνα πρόγραμμα τριῶν ὁμιλιών. Ὅλες καί ὅλες οἱ ὁμιλίες, τίς ὁποῖες μέ πολύ κόπο καί μέ πολλή σοφία εἶχε συνθέσει, ἦταν σκελετοί τριῶν μόνον ὁμιλιών. Τρεῖς Διδαχές στίς ὁποίες προσέθεσε καί ἄλλες δύο, τίς ὁποῖες ὅμως χρησιμοποιοῦσε μόνο ὅταν παρίστατο λόγος. Τόν βασικό σκελετό τῶν τριῶν ὁμιλιῶν τόν ἔκανε σχεδόν σέ κάθε μέρος πού πήγαινε. Ὡστόσο, ὅμως, ἀναλόγως μέ τό ἀκροατήριο, τίς εἰδικές συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦσαν, προσέθεται ἤ ἀφαιροῦσε ὁρισμένα πράγματα, καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν παραλλαγές τῶν Διδαχῶν. Ψάχνουν οἱ κριτικοί νά βροῦν. Ἔχουμε τόσα χειρόγραφα καί κάθε χειρόγραφο παρουσιάζει μία διαφορετική μορφή τῆς Διδαχῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Τί συμβαίνει ἐδῶ; Ὁρισμένοι μάλιστα εἶπαν ὅτι δέν εἶχε ὁ ἅγιος δομή, δέν εἶχε σχέδιο στίς ὁμιλίες του καί ὅτι τά ἔλεγε ὅλα ἀνακατεμένα, ὅπως τύχαινε! Ἀσφαλῶς καί εἶχε σχέδιο ὁ ἅγιος καί εἶχε δομή στίς ὁμιλίες του. Ποιά, λοιπόν, ἦταν αὐτή ἡ δομή τῶν ὁμιλιῶν του, ἡ γενική, ἡ βασική;
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁδοιπορώντας ἔφθανε στόν τόπο, ὅπου ἐπρόκειτο νά ὁμιλήσει, συνήθως ἀπόγευμα, ὁπότε ἐπέστρεφαν ἀπό τίς δουλειές τους τίς ἀγροτικές – οἱ χωρικοί κυρίως – κατάκοποι καί κουρασμένοι. Συγκεντρωνόταν, λοιπόν, ὁ κόσμος, καί ὁ ἅγιος, ἀφοῦ ἔστηνε τό θρονί καί τόν σταυρό ἤ μέσα στόν Ναό ἔκανε τήν πρώτη του Διδαχή. Τί περιελάμβανε ἡ πρώτη Διδαχή; Ἄρχιζε ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα «Πρῶτα ἀπό τόν Θεό θά ἀρχίσουμε» ἔλεγε. Παρουσίαζε μέ ἁπλᾶ λόγια τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Παρουσίαζε τήν δημιουργία τῶν Ἀγγέλων, τήν πτώση τοῦ Ἑωσφόρου, προχωροῦσε στήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων καί στήν ἔξωσή τους ἀπό τόν Παράδεισο. Καί ἀφοῦ τελείωνε ἐντάσσοντας μέσα στό πλαίσιο αὐτό πολλά ἠθικά θέματα, ἀφοῦ τελείωνε ἔλεγε: «Τώρα εἶστε κουρασμένοι. Ἄν θέλετε, φεύγω αὔριο τό πρωΐ, φθάνουν αὐτά πού σᾶς εἶπα. Ἄν δέν θέλετε, θά μείνω καί αὔριο τό πρωΐ λέμε καί τά ὑπόλοιπα». Παρέμενε, λοιπόν, καί ἀφοῦ γινόταν Θ. Λειτουργία ἤ εὐχέλαιο ἤ κάτι ἄλλο ἄρχιζε τήν δεύτερη Διδαχή του, ἡ ὁποία περιελάμβανε πλέον τήν Καινή Διαθήκη. Ξεκινοῦσε ἀπό τήν γέννηση τῆς Παναγίας μας, τό ζεῦγος Ἰωακείμ καί Ἄννης, τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅλα τά γεγονότα πού ἔχουν σχέση μέ τό ἔργο, τήν διδασκαλία καί τά θαύματα τοῦ Κυρίου. Ἡ δεύτερη αὐτή ὁμιλία ἔφθανε μέχρι τήν Σταύρωση, μέχρι τήν Μ. Πέμπτη. Καί ἐδῶ βέβαια ἀναπτύσσοντας αὐτά τά δόγματα, αὐτήν τήν διδασκαλία τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα. Δέν τά ξεχώριζε ποτέ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔβρισκε τήν εὐκαιρία νά αναπτύσσει στήν κατάλληλη συνάφεια ἠθικά θέματα.
.            Μετά ἀπό αὐτήν τήν δεύτερη ὁμιλία ἔλεγε. «Τώρα θά μείνω καί τό βράδυ νά σᾶς πῶ τά ἐπίλοιπα». Τά ἐπίλοιπα τῆς τρίτης Διδαχῆς ἦταν ἀπό τήν παράδοση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τό βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι τήν Ἀνάσταση, τήν Ἀνάληψη, τήν ἀποστολή τῶν δώδεκα ἀποστόλων καί τέλος τά περί ἐσχάτων καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Φυσικά πάλι μέ ενδιάμεσες ἀναφορές βασικῶν ἠθικῶν θεμάτων γιά νά «δέσουν» ἦθος καί δόγμα.
.            Ὅταν μερικές φορές συνέβαινε νά παρατείνει τήν παρουσία του σ’ ἕναν τόπο περισσότερο ἀπό δύο μέρες, εἶχε καί σχέδιο δύο ἄλλων Διδαχῶν. Τήν παρουσίαζε με ἀνάπτυξη πτωτοφανῆ καί ἐμβάθυνση, ἀλλά καί με ἁπλότητα συγχρόνως πού χαρακτηρίζουν τήν ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Ἡ βάση τῆς Διδαχῆς ἦταν ἡ παραβολή τοῦ Σπορέως, ἀλλά ἐμπλουτιζόταν μέ πολλές διηγήσεις ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων, μέ παραδείγματα μετανοίας κ.λ.π. Τέλος ἡ πέμπτη Διδαχή ἀναφερόταν σέ πολλά καί ποικίλα θέματα. Στή δύναμη τοῦ Σταυροῦ, στό κομποσχοίνι, στό ρόλο τῶν αἰσθήσεων, τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ», κ. ἄ.
.            Μέ πέντε, λοιπόν, Διδαχές μόνον τρεῖς βασικές ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔκανε αὐτό πού ἔκαναν ὁ Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Ἄν πάρει κανείς ἀπό τά εὐαγγέλια τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας θά δεῖ ὅτι τόση περίπου εἶναι. «Ἔστι δέ καί ἄλλα πολλά ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐάν γράφηται καθ’ ἕν…». Εἶπε πολλά ὁ Χριστός. Καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς θά μποροῦσε νά πεῖ πολλά. Ἀλλά «θά σᾶς πῶ, λέγει, τά ἀναγκαιότερα». Καί σέ τρεῖς μόνον Διδαχές, μέ ἄλλες δύο συμπληρωματικές, μέ πέντε Διδαχές ἔκανε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς αὐτό τό θαῦμα τῶν Διδαχῶν, τό ὁποῖο θαυμάζουμε σήμερα….»[7].
.            «Στήν Κεφαλλονιά ἀκροατής τοῦ ἁγίου σημειώνει: «Ἡ διδασκαλία τοῦ προειρημένου κήρυκος εἶναι ἡ ἰδία ὁπού ἀναγινώσκομεν εἰς τά Θεῖα Εὐαγγέλια καί κατά διαδοχήν ἀπό τούς Ἀποστόλους εἰς τόν τετραμερῆν ἐκηρύχθη κόσμον[8], ἐξηγήθη ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ὀρθοόξου Ἐκκλησίας, ἐστερεώθη μέ τά θεσπίσματα τῶν Γενικῶν Συνόδων. Ἐκήρυττε τόν Θεόν ὑπέρ πᾶν ἄλλο, τί νά σεβώμεσθεν καί νά ἀγαπῶμεν. Ἔλεγε τό χρέος ὁπού ἔχουν οἱ χριστιανοί νά ἀγαπῶσι τόν πλησίον, νά μήν μισοῦν τούς ἐχθρούς, νά τούς ἀγαθοποιοῦν δυνάμενοι, νά βοηθοῦν τοῖς χρειαζομένοις, νά νηστεύουν, νά εἶναι ἐγκρατεῖς οἱ γονεῖς νά ἀναθρέφουν τά τένα τους μέ μίαν ἀγαθήν καί χριστιανικήν ἀναθροφήν νά εἶναι ἀμοιβαία ἡ πίστις εἰς τούς ὑπανρεμμένους οἱ γυναῖκες νά εἶναι ὑποτεταγμένες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν[9]) οἱ υἱοί νά τιμοῦν τούς γονεῖς·νά πλησιάζουν συχνάκις εἰς τά θεῖα Μυστήρια[10]…οἱ λαοί νά σέβωνται τούς ἐκκλησιατικούς ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι νά ἔχουν τελειωτάτην ὑποταγήν εἰς τον ἐδικόν τούς αὐθέντην καί ἡγεμόνα[11]. Τούτη εἶναι ἡ σύλληψις[12]…καί τό μυελόν[13]…ὅλης τῆς διδασκαλίας τοῦ προειρηένου κήρυκος….
Φρονῶ ἐγώ ὅτι, ὅποιος κήρυκας κηρύττει με ἁπλότητα ὁμοῦ καί καθαρότητα τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, χρέος οἱ χριστιανοί ἔχουσιν ἀπαραίτητον νά τόν ἀκούουν, νά τόν σέβωνται, νά τόν τιμοῦν·καί ὅσοι δέ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀποστρεφόμενοι περιγελῶσι καί καταφρονοῦν τοιούτους θεοπνεύστως ρήτορας, τό ὄνομα εἶναι χριστιανοί, ὄχι τήν πρᾶξιν…Ἀγκαλά καί ὁ ρηθείς κήρυκας δέν ἐφανερώθη τόσον ὑστερημένος ἀπό ἐπιστημονικάς εἰδήσεις. Ἤκουσα μέ προσοχήν, ὡς ἄνω εἶπα, τέσσαρας διδαχάς του. Βαρβαρισμόν δέν ἐσημείωσα[14], τόν τρόπον τοῦ λέγειν καθαρῶς ἐπαίνεσα…Ὁ ἱεροκήρυκας Κοσμᾶς κατά τό προκείμενον[15] ἐπαράσταινε[16] τές γνῶμες τῶν ἁγίων Πατέρων, δέν ἐπρόφερε τά ὀνόματα ὅμως, κατά τήν κοινήν καί ὑπερήφανον συνήθειαν[17]….Ἤκουσα ἑτέραν διδαχήν, εἰς τήν ὁποίαν ἔκαμε ἐπίδειξιν πώς δέν εἶναι ἄμοιρος τῆς Φυσικῆς ἐπιστήμης: ἀνέφερε τοῦ κόσμου τήν κτίσιν κατ’ ἐκείνην ὁπού περιγράφεται εἰς τήν Γένεσιν, ἐφανέρωσε τά διάφορα συστήματα τῶν φιλοσόφων, ὡμίλησε ἐπάνω εἰς τήν φύσιν τῶν συστατικῶν τῶν οὐρανῶν καί ἐπάνω εἰς τόν ἀριθμόν τῶν πλανητῶν καί ἀπλανῶν ἀστέρων»[18].

[1] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ….ζ΄ ὠδή

[2] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ…..Λιτήν, καί Οἶκος

[3] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ…Λιτήν

[4]Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἰούλιος 2007

[5] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση , Αὔγουστος 2002

[6] Ματθ. ε´, 312

[7] Εἰσήγηση σέ εἰδικό συνέδριο γιά τόν ἅγιο Κοσμά τόν Αἰτωλό, πού ὀργανώθηκε ἀπό τόν Σύλλογο «Τά Πάτρια» στό χωριό Ράχη τῆς Πιερίας.

[8] στά τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου, ἀνατολή, δύση, βοριά καί νότο

[9] Ἐφεσ. 5.22

[10] νά κοινωνοῦν συχνά, νά μεταλαβαίνουν συχνά.

[11] Να πειθαρχοῦν ἀπόλυτα στην πολιτική ἐξουσία τῶν Τούρκων και τῶν Βενετῶν.

[12] περίληψη, συγκεφαλαίωση, σύνοψη.

[13] νοῦς, οὐσία, περιεχόμενο.

[14] Εἶναι δύσκολο νά προσδιορίσει κανείς ποιές λέξεις ἐννοεῖ ὁ ἐπιστολογράφος.

[15] Κατά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του.

[16] Περιγράφω, ἀναφέρω, λέω.

[17] ὅπως συνηθίζουν νά κάνουν οἱ ἱεροκήρυκες, μέ ὑπερηφάνεια γιά τή σοφία τους.

[18] Κεφαλληνιακά Χρονικά τόμ. 4ος, 19801982. Γ. Ἀλισανδράτου: Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στήν Κεφαλλονιά καί τή Ζάκυνθο, 1777, σ. 188, ἀνέκδοτη ἐπιστολή ἑνός ἀκροατή του.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 2. «Πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος» (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

 κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας [Β´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/23/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας/

3. Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση σήμερα

.                Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, στὴν ὁποία δημιουργοῦνται νέα δεδομένα, οἱ κοινωνίες ἀλλάζουν, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν βιομηχανικὴ ἐποχὴ περάσαμε στὴν τεχνολογικὴ καὶ βιοτεχνολογικὴ ἐποχή, μὲ συνέπειες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, ἔρχονται σὲ σχέση μὲ ἄλλους πληθυσμούς, θρησκεύματα, ἀντιλήψεις, ὅλη ἡ παγκόσμια κοινότητα γίνεται μιὰ μικρὴ γειτονιά, ἀλλὰ πολλοὶ βιώνουν τὴν μοναξιά.
.                Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἔχει μέσα της τὸ σταθερό, τὴν οὐσία, ἀλλὰ συγχρόνως περιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ καιρικό, ἀφοῦ ἐκεῖνος ποὺ βιώνει τὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, μπορεῖ νὰ ζήση τὴν οὐσία της μέσα στὶς σύγχρονες ἀντιλήψεις τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας.
.                Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ ἐντοπίσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ σταθερὰ στοιχεῖα τῆς παραδόσεως, ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθοῦν, γιατί αὐτὰ νοηματοδοτοῦν τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς σύγχρονους τρόπους ζωῆς, μέσα στοὺς ὁποίους ζοῦν.
.                Ὁ καθηγητὴς Μάριος Μπέγζος στὸ βιβλίο του «ἡ μεταφυσικὴ τῆς οὐσιοκρατίας στὸν μεσαίωνα καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση», ἀναφερόμενος στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βυζαντινοῦ καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ κοσμοειδώλου, οὐσιαστικὰ στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δυτικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, καθορίζει τὶς πέντε διαφορὲς ποὺ ἐπικρατοῦν μεταξὺ τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Πρόκειται γιὰ τὶς πέντε μεγάλες διαφορὲς ποὺ ἐκφράζονται ὡς «λατινικὴ οὐσιοκρατία καὶ ἑλληνικὴ προσωποκρατία», «μεσαιωνικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ βυζαντινὸς ἀποφατισμός», «νομικὴ καὶ ἰατρικὴ» ἀντίληψη, «ρωμαϊκὸς παπισμὸς καὶ ὀρθόδοξη συνοδικότητα», «μεσαιωνικὴ φεουδαρχία καὶ βυζαντινὴ πρόνοια».
.                Ἔτσι, στὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἐπικρατεῖ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν οὐσιοκρατία ποὺ γέννησε τὸ Filioque, ὁ ἀποφατισμὸς-ἐμπειρία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὀρθολογισμό, ἡ θεραπεία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν νομικιστικὴ ἀντίληψη, ἡ συνοδικότητα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παπισμό, ἡ πρόνοια καὶ φιλανθρωπία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φεουδαρχία.
.                Νομίζω, ὅμως, ὅτι ς βασικ διαφορ πρέπει ν πογραμμίσουμε τ θέμα τς θεραπείας το νθρώπου, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὸν ἡσυχασμό, ἀποφεύγει τὸν ὀρθολογισμό, τὸν νομικισμό, τὸν ὁλοκληρωτισμό, τὸν φεουδαλισμό. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ ζῆ ἡσυχαστικὰ-νηπτικά, ὅπως τὸ συναντοῦμε στὴν Φιλοκαλία, καὶ ὅπως τὸ ἐκφράζουν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγει τὶς προσωπικὲς ἐξαρτήσεις, ἀλλὰ ταυτοχρόνα σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζῆ αὐθεντικὰ μέσα στὴν κοινωνία.
.                Μ τν ρθόδοξο συχασμό, ποὺ εναι θεραπευτικ πράξη τς κκλησίας, νθρωπος ποφεύγει ν κλαμβάνη τν Χριστιανισμ ς δεολογία κα τν Θε ς μεταφυσική. Μὲ τὴν βίωση τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Ὄντα καὶ ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἰδέα, τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀντικείμενο ἡδονῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τὸν κόσμο ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ οὐσιοποιὲς καὶ ζωοποιὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἕνα ἀντικείμενο βιασμοῦ.
.                Μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ μέθοδο ὁ ἄνθρωπος θεραπεύει τὰ πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιληδονίας καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἀντίστοιχα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ τρία μεγάλα θηρία ποὺ δημιουργοῦν προβλήματα στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, ἤτοι τὴν ἰδεολογία-ὁλοκληρωτισμό, τὸν πανσεξουαλισμὸ καὶ τὴν κεφαλαιοκρατία. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ὑπακοή, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλοδοξία-ὁλοκληρωτισμό, μὲ τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν ἐγκράτεια, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φιληδονία-πανσεξουαλισμὸ καὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη ἢ τὴν κοινοκτημοσύνη, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ὁ Ὀρθόδοξος μοναχὸς ποὺ τηρεῖ τὶς τρεῖς μοναχικὲς ἀρετὲς τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀκτημοσύνης, κρατᾶ τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ τρία θηρία ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως καὶ ἑπομένως εἶναι ὁ πλέον κοινωνικὸς ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ πρακτική, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο, γιατί ἡ ἄσκηση στὴν ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Εὐαγγέλιο ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ ἡ ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ σύγχρονη κρίση ταυτότητας, περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι διάφοροι πολιτισμοὶ καὶ παραδόσεις προσεγγίζουν διαφορετικὰ τὸν κόσμο.
.                Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ὁ κόσμος, οἱ Χριστιανοὶ ἀπαντοῦν στὸ ἐρώτημα ποιὸς ἔκανε τὸν κόσμο καὶ οἱ Ρωμαῖοι ἐξετάζουν τί χρησιμεύει ὁ κόσμος. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζῆ τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ διακρίνεται γιὰ τὴν χρησιμοθηρικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου.
.                Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὴν τὴν νοοτροπία καὶ νὰ προχωρήσουμε στὸ τί εἶναι ὁ κόσμος καὶ κυρίως ποιὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμη ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς μας καὶ πῶς θὰ αἰσθανθοῦμε προσωπικὰ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ πρέπει νὰ νοηματοδοτοῦμε τὸν κόσμο καὶ τὸν βίο μας.
.                Αὐτὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ βίου μας καὶ τῆς ζωῆς μας.–

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 1. «Αὐτὴ ἡ σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, μεταξὺ τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων. Μερικοί, ἐνῶ ὑποστηρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία, διακρίνονται ἀπὸ ἀντιορθόδοξες ἀντιλήψεις». (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                Ὅταν μελετᾶ κανεὶς τὸ θέμα «Ἡ κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», στὴν ἀρχὴ τὸ θεωρεῖ κοινότυπο θέμα, ὅμως στὴν συνέχεια διακρίνει μερικὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα.
.                Ἀπὸ πολλοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας, ὅπως γενικὰ γίνεται καὶ λόγος γιὰ τὴν κρίση στὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία, τοὺς θεσμούς, τοὺς νέους κλπ. Κάθε ἀλλαγὴ καὶ κάθε μετάβαση ἀπὸ τὴν μιὰ γενιὰ στὴν ἄλλη δημουργεῖ κρίσεις μὲ διάφορα ἀποτελέσματα, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, γόνιμα ἢ ἀποδιοργανωτικά.
.                Τὸ θέμα αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ προσεγγίση πολιτιστικά, κοινωνικά, πολιτικά, ἐθνικά. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ ἐπιδιωχθῆ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κυρίως ἐκκλησιαστικά.

1. Ἀνάλυση τῶν ὅρων

.                Τρεῖς λέξεις σὲ αὐτὴν τὴν θεματικὴ πρόταση ἔχουν μεγάλη σημασία, ἤτοι ἡ ταυτότητα, ἡ νεοελληνικὴ καὶ ἡ κρίση.
.                Ἡ λέξη ταυτότητα σήμερα δηλώνει τὸ ἔγγραφο τῆς ἀστυνομίας ποὺ ταυτοποιεῖ τὴν βιολογική μας ὕπαρξη, δηλαδὴ καταγράφει τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεώς μας, τῆς διαμονῆς μας, καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματός μας (ἡλικία, ὕψος, χρῶμα ὀφθαλμῶν κλπ.).
.                Εἰδικότερα, ὅμως, ἡ λέξη ταυτότητα συνιστᾶ ἀριστοτελικὸ ὅρο ποὺ συναντοῦμε στὰ μετὰ τὴν φύση συγγράμματά του (τὰ μεταφυσικὰ) ποὺ σημαίνει «τὸ εἶναι τί ταυτόν, τὸ ἴδιον». Εἶναι κάτι ποὺ πιστοποιεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ὄντος, ἑνὸς πράγματος, ποὺ δείχνει τὴν συνέχεια καὶ τὴν ἀκρίβεια.
.                Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους τοῦ ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.
.                Στὴν νέα φιλοσοφικὴ ὁρολογία, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀρχὴ τῆς ταυτότητος», ποὺ εἶναι μιὰ λογικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποία «κάθε πράγμα εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτό του, κάθε ἔννοια ἡ ἴδια μὲ τὸν ἑαυτό της. Σύμφωνα μὲ ἄλλη –καὶ πιὸ σωστὴ- ἄποψη ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας ἀπαιτεῖ κάθε ἔννοια νὰ ἐννοεῖται πάντοτε ὡς ἡ ἴδια, ὄχι ἄλλοτε ὡς α καὶ ἄλλοτε ὡς β ἢ γ». Ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας προϋποθέτει μιὰ ἔννοια νὰ ἐννοῆται πάντοτε μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο, σὲ ἀντίθετη ὅμως περίπτωση, ὅταν ἀλλάζη τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων καὶ ἐννοιῶν, ἀπὸ τὴν μιὰ πρόταση στὴν ἄλλη, τότε ἐπικρατεῖ ἡ ἐννοιολογικὴ σύγχυση.
.                Στὴν περίπτωσή μας ἡ «ταυτότητα» προσδιορίζεται μὲ τὸ ἐπίθετο νεοελληνική, ποὺ σημαίνει προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ταυτότητα τοῦ νεοέλληνος. Ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς δημιουργεῖ ἕναν ἔντονο προβληματισμό, γιατί χωρίζουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα διαλεκτικὰ σὲ ἀρχαία, μέση καὶ νέα.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τοῦ νέου ἑλληνικοῦ Κράτους (1832). Μέχρι σήμερα ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε συχνὰ ἀπὸ Ἕλληνες καὶ ξένους γιὰ νὰ ἀντιδιασταλοῦν οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κυρίως ἀλλὰ καὶ τοὺς βυζαντινούς, μὲ μιὰ τάση γιὰ χειραφέτηση ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση καὶ προβολὴ τῆς ἀξίας τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» καὶ τὰ παράγωγά της ἀντικατέστησε στὴν οὐσία τὴν λέξη Ρωμηὸς καὶ Ρωμηοσύνη. Ὅπως ἔχει γραφῆ: «ἡ λέξη “νεοελληνικός” ἀπαντᾶται ἀπὸ τὸ 1818, ἀλλὰ ἡ ἐπικράτησή της καὶ ὁ συνακόλουθος ἐκτοπισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν ὁποία προοδευτικῶς ἀντικατέστησε, θὰ διαρκέσει ἀρκετὲς δεκαετίες –ἁδρότατα πάντοτε ἐπικουρούμενος ἀπὸ τὸ νέο ἐθνικὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ λέξη “νεοέλληνας” μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ 1854 καὶ “νεοελληνισμός” ἀπὸ τὸ 1887».
.                Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ τὴν ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Σὲ δημοσίευμα ἀναφέρεται ὅτι ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες», ἀναφέρεται σὲ βιβλίο ποὺ τυπώθηκε στὴν Βενετία τὸ 1675 ἀπὸ τὸν Ἱερέα Γεώργιο Κονταρῆ καὶ παρουσιάζει τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀποκαλεῖ τοὺς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του Ρωμαίους ἢ Γραικούς, ἀλλὰ «νέους Ἕλληνες». Βέβαια, ὁ ἀρθρογράφος ποὺ φέρνει στὸ φῶς αὐτὴ τὴν μαρτυρία, συγχρόνως γράφει ὅτι «ὁ νεολογισμὸς» «νέοι Ἕλληνες», ἂν καὶ καταγράφεται σὲ βιβλίο, ἐν τούτοις «δὲν καθιερώθηκε τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάσθηκε, οὔτε καὶ ἀναφέρθηκε κανεὶς στὸν Κονταρῆ, ὅταν, ἀργότερα, οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες εὐνόησαν τὴν καθιέρωση τῶν ὅρων αὐτῶν».
.                Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες» εἶναι καρπὸς μιᾶς παραχαράξεως ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἐνῶ, ὅπως πιστεύουμε, ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἕνα μεγάλο ρεῦμα ποὺ ἐκφράζεται σὲ κάθε ἐποχὴ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, τώρα χωρίζεται σὲ τρεῖς κατηγορίες, τὸν ἀρχαῖο, τὸν μεσαῖο καὶ τὸν νέο. Θὰ ἦταν διαφορετικὸ ἐὰν καταγράφαμε ὅτι ἐκφράζεται ὁ ἑλληνισμὸς σὲ διάφορες φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ του βίου ἢ ἔστω νὰ λέγαμε “ὁ ἑλληνισμὸς σήμερα” ἢ “οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες”. Ὁπότε, χρησιμοποιώντας τν φράση «νεοελληνικ ταυτότητα» μέσως καθορίζουμε να πρόβλημα ποὺ φίσταται κα μι κρίση.
.                Συνέχεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἡ λέξη κρίση δείχνει τὴν διαφοροποίηση τῆς ταυτότητος τοῦ Ἕλληνα. Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους του ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.

 2. Αὐτοσυνειδησία τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων

.                ταυτότητα χει σχέση μ τν ατοσυνειδησία. Λέγοντας αὐτοσυνειδησία ἐννοοῦμε τὴν συνείδηση, τὴν ἄποψη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν περίγυρό μας. Καὶ αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τὴν διαφοροποίηση τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας.
.                Ἡ Ἕλλη Σκοπετέα στὸ σημαντικὸ βιβλίο της «Τὸ “πρότυπο Βασίλειο” καὶ ἡ Μεγάλη ἰδέα», χρησιμοποιώντας τὸ ὑλικὸ τοῦ καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ Τύπου τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ -ἄλλωστε ὁ Τύπος συνήθως εἶναι πιὸ αὐθεντικός, γιατί ἐκεῖ ἀποτυπώνονται καλύτερα ὅλες οἱ παραδόσεις καὶ οἱ νοοτροπίες τῶν ἀνθρώπων- κάνει μερικὲς παρατηρήσεις ποὺ φανερώνουν αὐτὴν τὴν προσπάθεια τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ταυτότητος.
.                Περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο.
.                Μὲ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν διοργάνωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ξένων, πιδιώχθηκε ν καθορισθ κα ν διαφοροποιηθ νεοελληνικ ταυτότητα, ποὺ θ καθορίζη στ ξς τν λληνα. Πρόκειται γι τρες κφράσεις, τοι προσανατολισμς στν ρχαία λλάδα, φο ο λληνες πρεπε ν καταλάβουν τι εναι πόγονοι τν ρχαίων λλήνων φιλοσόφων, ποδέσμευση π τν Κωνσταντινούπολη, γι ν σπάση μφάλιος λρος μ ,τι συνδέει τν λλάδα π τ λεγόμενο Βυζάντιο, κα σύνδεση τς λλάδος μ τν Ερώπη κα τ δεολογικ ρεύματα ποὺ τν ξέφραζαν.
.                Πέρα ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς προσανατολισμούς, στὴν Πατρίδα μας ἐπικρατεῖ καὶ τὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαποτίσθηκαν οἱ παλαιότερες γενιὲς καὶ μεταδίδεται αὐτὸ τὸ ρεῦμα ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πολιτιστικὴ ζωή.
.               Γίνεται φανερὸ ὅτι στὴν Ἑλλάδα, στὴν ἐποχή μας, ὑπάρχει μιὰ ἰδεολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ σύγχυση, ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μιὰ ἑνιαία πολιτιστικὴ ταυτότητα. Μεγάλες μάζες τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ζοῦν μὲ τὴν «Μεγάλη δέα», ποὺ σήμερα κφράζεται χι μ προσκτήσεις δαφν, λλ μ τν διαίτερη παράδοση ποὺ νοηματοδοτε τν βίο μας, πως τν ξέφραζαν ο Μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας κα τν βίωσαν ο λεγόμενοι Φιλοκαλικο Πατέρες, καὶ οἱ ἀσκητὲς τοῦ ἀρχαίου καὶ συγχρόνου «Γεροντικοῦ». Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλοι ποὺ εἶναι ἀρχαιολάτρες, προσανατολισμένοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ποὺ τὴν βλέπουν μὲ τὴν στατικότητά της καὶ ὄχι μὲ τὴν δυναμική της πορεία, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἢ ἀπὸ τὸν Παρθενώνα στὴν Ἁγιὰ-Σοφιά. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸν διαφωτισμό, τὸν ρομαντισμό, τὴν νεωτερικότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μετανεωτερικότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως ἀγνοοῦν τὸν ὀρθόδοξο φωτισμὸ τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ ὡς πράξη ὑπάρχει καὶ σήμερα στὴν αὐθεντική της μορφὴ στὸν Ὀρθόδοξο ἁγιορείτικο μοναχισμὸ καὶ ἡσυχασμό. Γενικά, παρατηρεῖται μιὰ πολιτιστικὴ σύγχυση, ἀφοῦ, κατὰ ἀνάρμοστο τρόπο, συμπλέκεται τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο μὲ τὸ λατρευτικό, καὶ τὸ ὀρθολογιστικὸ μὲ τὸ ἡσυχαστικό.
.                νθρωπος μ τν κατ Χριστν πακοή, παλλάσσεται π τν φιλοδοξία-λοκληρωτισμό, μ τν σωφροσύνη κα τν γκράτεια, λευθερώνεται π τν φιληδονία-πανσεξουαλισμ κα μ τν κτημοσύνη τν κοινοκτημοσύνη, παλλάσσεται π τν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ἐνῶ παλαιότερα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ μετέπειτα κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τῆς σύγχρονης ζωῆς συνδέονταν μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ὤσμωσης καὶ παρατηροῦσε κανεὶς μιὰ διαρκῆ γονιμοποίηση, σήμερα, τὶς περισσότερες φορές, ὑπάρχουν διαλεκτικὲς ἀντιθέσεις μεταξύ τους καὶ βιώνονται κατὰ τρόπο στεγανοποιημένο.
.                Αὐτὴ ἡ διάκριση παρατηρεῖται στὰ λαϊκὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν διαχρονική μας παράδοση μὲ ποικίλους βαθμούς, τοὺς πολιτικοὺς ποὺ εἶναι προσανατολισμένοι σὲ κέντρα ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν χώρα καὶ κυρίως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ρεύματα ποὺ ἐπικρατοῦν ἐκεῖ καὶ παραπέμπουν σὲ ἄλλους πολιτισμούς, καὶ τοὺς διανοουμένους ποὺ συνήθως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῶν ἐξελίξεών τους. Τ πλέον ποκαρδιωτικ εναι τι ατ σύγχυση πικρατε κα στν κκλησιαστικ χρο, μεταξ τν Κληρικν κα τν θεολόγων. Μερικοί, ν ποστηρίζουν τν ρθοδοξία, διακρίνονται π ντιορθόδοξες ντιλήψεις. Ἐνῶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀξία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνοῦνται τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ποὺ ἐξέφραζαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι. Ἐνῶ ὑπερτονίζουν τὸ ρωμαίϊκο πνεῦμα, ἐν τούτοις ζοῦν καὶ σκέπτονται ἐντελῶς δυτικά. Ἐνῶ τονίζουν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὡς νοηματοδοτήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, συμπεριφέρονται μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ διαφωτισμοῦ, τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀφοῦ διακρίνονται ἀπὸ τὴν ὀρθολογιστικὴ νοοτροπία.
.                Ατν τν σύγχυση βλέπει κανες κα σ κείμενα ρθοδόξων, Κληρικν κα λαϊκν. Στὴν ἀρχὴ τῶν κειμένων τους παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ Ὀρθόδοξη ἔκφραση, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ χρησιμοποιεῖται ἄλλη σκέψη ποὺ ἀναιρεῖ τὴν προηγούμενη. Μέσα σ να κείμενο εσέρχονται ρθόδοξες κα κακόδοξες ντιλήψεις, ὁπότε εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν τοὺς ἐπισημανθοῦν τὰ λάθη τους, νὰ παραθέσουν ἄλλες σελίδες ποὺ λέγουν τὰ ἀντίθετα, τὰ θεωρούμενα ὡς διορθωτικά. Πρόκειται γιὰ μεγάλη σύγχυση, ποὺ δείχνει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Παραδόσεως. Ὅπως σημειώσαμε πιὸ πάνω, ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητος δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφοροποιοῦνται οἱ ἔννοιες τῶν λέξεων καὶ τῶν ὅρων, γιατί σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ἀλλοτρίωση. Ὅμως, αὐτὴ ἡ σύγχυση εἶναι γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ πολιτιστικ κα θεολογικ σχιζοφρένεια, ποὺ δὲν ἔχουν μιὰ σταθερότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/24/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας2/

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΝΘΡΩΠΟΙ “ΦΟΡΕΙΑ” ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ!

«Τὸ ἴντερνετ πάνω μας!»
τοῦ  Ν.Ι.
(Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

.             Τὸ ἴντερνετ ἔχει εἰσέλθει σταθερὰ στὴν ζωή μας, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ χρησιμοποιοῦν, ἰδιαιτέρως ὅμως ὅλοι οἱ σύγχρονοι νέοι εἶναι χρῆστες σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐξάρτηση ὅμοια μὲ τὶς ἑξαρτησιογόνες οὐσίες –τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοόλ– καὶ νὰ χρειάζεται ἡ συνδρομὴ ψυχολόγου γιὰ ἀπεξάρτηση.
.             Ἡ λέξη ἴντερνετ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀποδίδεται μὲ τὴν λέξη διαδίκτυο, ποὺ δηλώνει «τὸ διεθνὲς δίκτυο ὑπολογιστικῶν συστημάτων, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν σύνδεση πολλῶν δικτύων ἀνὰ τὸν κόσμο μὲ σκοπὸ τὴν ἄμεση διακίνηση πληροφοριῶν γιὰ ἐπιστημονικούς, ἐμπορικούς, ἐκπαιδευτικοὺς καὶ ψυχαγωγικοὺς σκοποὺς» (Γεώργιος Μπαμπινιώτης).
.             Στὴν ἀρχὴ τὸ ἴντερνετ συνδεόταν μὲ τὸν ὑπολογιστὴ ποὺ βρισκόταν στὸ Γραφεῖο καὶ ἔπρεπε νὰ καθίση κανεὶς γιὰ νὰ τὸ ἀνοίξη. Ἔπειτα, ἐφευρέθηκε τὸ λάπτοπ, τὸ ὁποῖο μποροῦσε κανεὶς νὰ ἔχη μαζί του καὶ νὰ κάνη ὁπουδήποτε χρήση. Σήμερα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη τὸ ἴντερνετ στὴν τσέπη του «μετατρέποντας τὸ κινητὸ τηλέφωνο σὲ smartphone». Διαβάζουμε, ὅμως, στὶς ἐφημερίδες ὅτι ἔρχεται ὁ καιρὸς ποὺ τὸ ἴντερνετ θὰ εἶναι πάνω μας. «Εἶναι τὰ wearable computers, δηλαδὴ συσκευὲς ποὺ φοριοῦνται στὸ ἀνθρώπινο σῶμα καί, ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἔχουν τὴν μορφὴ βραχιολιοῦ ἢ γυαλιῶν». Ὅμως, προβλέπεται ὅτι θὰ ἀκολουθήση τὸ ἑπόμενο βῆμα ποὺ εἶναι τὰ γκάτζετ, δηλαδὴ οἱ ἠλεκτρονικὲς συσκευὲς ποὺ «θὰ συνδέονται μὲ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις θὰ ἀλληλοεπιδροῦν μὲ αὐτό, ἀφήνοντας πίσω τὶς “παθητικὲς” συσκευὲς ποὺ ἐκτελοῦν ἐντολες, μόνο ὅταν κάποιος τοὺς τὶς δώσει». Πάντως, τώρα σχεδιάζονται ἰδιαίτερες ἠλεκτρονικὲς συσκευές. Πρόκειται γιὰ «τὰ γυαλιὰ τῆς Google», στὰ ὁποῖα θὰ εἶναι προσαρμοσμένες οἱ συσκευὲς «κάνοντας βιντεοκλήσεις, βγάζοντας φωτογραφίες καὶ παίζοντας μουσική», ὁπότε θὰ μπορεῖ ὁ χρήστης του, νὰ καταγράφη τὰ πάντα καὶ νὰ τὰ μοιράζεται μέσῳ τοῦ ἴντερνετ, ἀλλὰ καὶ γιὰ «τὸ ρολόϊ τῆς Apple», ποὺ θὰ φοριέται στὸ χέρι σὰν ρολόϊ «καὶ θὰ ἐκτελεῖ διεργασίες τοῦ i Phone καὶ τοῦ i Pad».
.             Βέβαια, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀνακαλύψεις δέχονται κριτικὴ ὅτι ὑπονομεύουν τὸν ἄνθρωπο, καταστρέφουν τὴν λεγόμενη ἰδιωτική του ζωή, ἀφοῦ ἕνας μεγάλος ὄγκος πληροφοριῶν θὰ φθάνη σὲ ἐπιτηδείους ἀνθρώπους μὲ μεγάλο κίνδυνο γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κοινωνία (Ndigital, Ἐφημ. Τὰ Νέα, 3-4-2013). Ἔτσι δικαιώνεται ὁ τίτλος «τὸ ἴντερνετ πάνω μας!».
.             Τελικά, μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς νέες τεχνολογικὲς ἀνακαλύψεις ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύτης καὶ θύμα, ἕνα ἐξαρτηματικὸ ὄν, ἕνας μόνιμος κατάσκοπος τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων καὶ βεβαίως τίθεται θέμα προστασίας τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ γίνη «ἀνθρωποθεός», νὰ ἀποκτήση ὑψηλὴ γνώση, πράγμα ποὺ συνιστᾶ τὴν ἑωσφορικὴ καὶ προπατορικὴ ἁμαρτία καὶ τὴν πυργοποιΐα στὴν Βαβέλ, ἀλλὰ καὶ νὰ κυριαρχῆ πάνω στοὺς συνανθρώπους του.
.             Τέτοια ἐπικίνδυνα παιχνίδια ἔχουν συνέπειες καὶ στὴν σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ στὴν πνευματική του κατάσταση. Σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κυριεύεται ἀπὸ τὴν λογικὴ καὶ τὸ περιβάλλον, κυριαρχεῖται ἀπὸ λογισμούς, ἀπὸ παραστάσεις καὶ φαντασίες, εἶναι σκοτισμένος καὶ αὐτὸ συνιστᾶ τὴν προπατορικὴ ἁμαρτία ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς. Πρόκειται γιὰ μιὰ πτωτικὴ κατάσταση, γιὰ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐγκλωβισμένος στὸ εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ του, στὴν φιλαυτία. Ἡ ἀπεξάρτηση ἀπὸ τέτοιες καταστάσεις εἶναι ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοσή της.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ϛ. Ἡ παράδοση τῆς Φιλοκαλίας

.        Μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος χρειάσθηκε νὰ γίνη μία κωδικοποίηση ὅλης τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς καὶ κατοχύρωσε ὡς τὴν αὐθεντικὴ εὐαγγελική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. Ἔτσι, ρχισαν ν συγκροτονται μερικ κείμενα κα τελικπαρτίσθηκε Φιλοκαλία τν ερν Νηπτικν, ποία δν παραθεώρησε τ Μυστήρια, λλ κατέγραψε τς πραγματικς κκλησιαστικς προϋποθέσεις μεθέξεως τς Χάριτος δι’ ατν.
.        Ἡ Φιλοκαλία ἀπαρτίσθηκε καὶ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μακάριο Νοταρᾶ, Ἐπίσκοπο πρώην Κορίνθου, καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Στὸν πρόλογο, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ περιέχει κείμενα τποα δείχνουν στν νθρωπο τν τρόπο ννακαλύψη τν Χάρη τογίου Βαπτίσματος κα το Χρίσματος ποπάρχει μέσα στν καρδι το βαπτιζομένου, ποία τώρα σ πολλος Χριστιανος καλύπτεται π τ πάθη.
.        Μία μικρὴ περίληψη αὐτοῦ τοῦ προλόγου θὰ δείξη τὴν μεγάλη ἀξία καὶ τῆς Φιλοκαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας.
.        Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι «ἐπόπτης τῆς αἰσθητῆς Κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης», μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ λάβη «τὴν ἐνυπόστατον τῆς θεώσεως χάριν», νὰ γίνη θεὸς καὶ νὰ λάμπη στοὺς αἰῶνας μέσα στὸ ἀκραιφνέστατο φῶς. Ὅμως, μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὴν θεία δόξα καὶ διέκοψε τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν συνέχεια ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνηνθρώπησε, θέωσε τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση, καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος «οἰονεὶ σπέρμα θεῖον ἐγκατασπείρας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
.        Συγχρόνως, μᾶς ἔδωσε ἐντολή, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὅταν πολιτευόμαστε κατὰ τὶς πνευματικὲς μεθηλικώσεις, δηλαδὴ τὴν συναύξηση μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ –τὴν συσταύρωση, τὴν συνταφή, τὴν συνανάσταση καὶ τὴν συνανάληψη– νὰ διαφυλάξουμε ἄσβεστη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ, νὰ θεωθοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψη τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐμεῖς, ὅμως, μὲ τὴν ἄγνοια καὶ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τυφλωθήκαμε καὶ συνεχώσαμε αὐτὴν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά, ὁπότε τὸ φῶς τοῦ Βαπτίσματος κινδυνεύει νὰ σβησθῆ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καλύπτεται ἀπὸ τὰ πάθη.
.        Γι νποφευχθ ατό, τγιον Πνεμα σόφισε τος Πατέρας ν μς διδάξουν τν τρόπο ποποδείχθηκε καπ τν Χριστ νσχοληθομε μ τν νήψη, τν φυλακ το νοός, τν διάλειπτη προσευχ τονόματος το Χριστο στ χείλη, τν νο κα στ βάθος τς καρδις, μ τ ν τηρομε τν διάνοια «σχημάτιστον λως καχροον», στε νποκαλύψουμε τν Χάρη το Θεο πο βρίσκεται μέσα στν καρδιά, πο εναι Βασιλεία το Θεο. Ἐξασκούμενοι σὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἐργασία, δηλαδὴ στὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀναπτύσσεται μιὰ ἐνέργεια μέσα στὴν καρδιά, μιὰ θερμότητα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια «τὰ μὲν πάθη καταναλίσκονται» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία «κατ’ ὀλίγον καθαίρονται καὶ πρὸς ἑαυτὰ ἑνοῦνται».
.          Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τηροῦνται μὲ μεγάλη εὐχέρεια οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατέλλουν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακαλύπτουμε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία σὰν κάποια σπίθα ἦταν συγκεχωμένη στὰ πάθη, καὶ ἔτσι «τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καὶ φωτισθῆναι νοερῶς καὶ ἑπομένως τελειωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατάλληλα».
.        Αὐτὴν τὴν μέθοδα μᾶς τὴν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὴν παρέδωκαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά τους παιδιὰ «καθάπερ τινὰ πατρικὴν κληρονομίαν». Πρόκειται γιὰ τὴν «καθαρτικήν», «φωτιστικὴν» καὶ «τελειωτικὴν» Χάρη, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, καὶ τὰ νηπτικὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κάνουν λόγο «περὶ προσοχῆς καὶ νήψεως» καὶ ἔχουν σκοπὸ «τὸ θεουργῆσαι τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὰ τὰ πατερικὰ συγγράμματα, λόγω τῆς παλαιότητος καὶ τῆς μὴ ἐκδόσεώς τους παρέμειναν ἄγνωστα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἱερὰ ἐργασία παραμένει ἄγνωστη καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τὴν καθαρὰ προσευχή. Ἔτσι, «κινδυνεύει τὴν τοιαύτην σύντομον καὶ γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλίπειν· ἀμαυρωθῆναι τε ἐντεῦθεν καὶ ἀποσβεσθῆναι τὴν χάριν» καὶ βεβαίως κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἕνωση καὶ θεουργία.
.        Λόγῳ τῆς ἀπωλείας αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέωση, εἶναι δυσεύρετη ἡ ὕπαρξη ἀκόμη καὶ μοναχῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἐξέλειψαν ἀκόμη καὶ «οἱ ἐν ἁγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρὶς τὴν θέωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον νὰ ἁγιάση, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σωθῆ, ἀφοῦ «ταὐτὸν γάρ ἐστι σωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατὰ τὴν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν».
.        Ἐπειδὴ στερούμαστε τέτοιων βιβλίων καὶ τὰ σημαντικὰ αὐτὰ νηπτικὰ κείμενα παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ σὲ κάποια γωνιὰ «ἀκλεῆ καὶ σητόβρωτα καὶ τῇδε κακεῖσε παρεῤῥιμμένα τε καὶ διεσπαρμένα», ἐκδίδεται ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι «τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον· τὸ τοῦ νοὸς φυλακτήριον· τὸ μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίον, τῆς πρακτικῆς τὴν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν· τῆς θεωρίας τὴν ἀπλανῆ ὁδηγίαν· τὸν τῶν Πατέρων Παράδεισον· τῶν ἀρετῶν τὴν χρυσῆν σειράν. Βιβλίον τὸ πυκνὸν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τὴν ἀνακλητικὴν τῆς Χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντι φάναι, αὐτὸ δὴ τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπερ τι ἄλλο μυριοπόθητον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν μελετώμενον μὲν καὶ ζητούμενον, ἀλλ’ οὐχ εὑρισκόμενον»..
.        Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν περιέχει τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ὁποία μέθοδος συνδέεται στενὰ μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας –τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν θεία Εὐχαριστία– καὶ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φθάνει στὴν θέωση. Ἑπομένως, Μυστήρια καὶ ἡσυχασμὸς συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ὁπότε, ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Οἱ μακαρισμοὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ διασώζουν ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Δ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

β´. Ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διατύπωσή της

.       Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του καὶ ζοῦν μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά. Δὲν ὑπάρχουν δύο ἢ καὶ περισσότεροι τύποι ἐκκλησιολογίας οὔτε ὁ ἕνας τύπος ἐκκλησιολογίας ὑποχωρεῖ ὑπὸ τὴν πίεση ἑνὸς ἀλλοῦ τύπου ἐκκλησιολογίας, ἀλλὰ μία εἶναι ἡ ἐκκλησιολογία, ὅπως καθορίζεται ἀπὸ τὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη παράδοση», τὴν ὁποία κληρονόμησαν, ἀλλὰ ζοῦν ὀργανικὰ «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἐντάσσονται μέσα στὴν ἑνότητα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
.       Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν Πατέρων ποὺ φωτίζονται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βιώνουν τὴν ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διατυπώνουν ἀνάλογα μὲ τὶς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι, διαφυλάσσεται ἡ ἴδια ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς ἀλλάσσουν οἱ ὅροι καὶ οἱ λέξεις, χωρὶς νὰ χάνεται τὸ πνευματικό τους νόημα.
.       Ἔτσι, ἡ λέξη θέωση δὲν ὑπάρχει στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς διατυπώνονται τὰ νοήματα ποὺ ἔχουν ἄλλες λέξεις, ὅπως τελείωση, δοξασμὸς κλπ. Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὴν λέξη ὁμοούσιος οὔτε καὶ ἄλλους παρόμοιους ὅρους. Οἱ Πατέρες προσέλαβαν αὐτὴν τὴν ὁρολογία ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦσαν οἱ αἱρετικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὴν ἀποφόρτισαν ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ εἶχε καὶ τῆς ἔδωσαν διαφορετικὸ νόημα. Αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν στοχαστῶν θεολόγων εἶναι ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἐκκλησιολογίας;
.       Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ Πατέρες στὸ δόγμα τὸ ἔκαναν καὶ στὶς προϋποθέσεις τοῦ δόγματος, ποὺ εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἡ ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ἡ θεοπτία κλπ. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ὅτι δῆθεν ἀλλοίωσαν τὴν «ἀρχέγονη θεολογία» στὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν τὴν φιλοσοφικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ κατηγορήσουμε τοὺς Πατέρας ἐπειδὴ χρησιμοποίησαν μερικοὺς ὅρους ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία ἢ ἐπειδὴ δέχθηκαν ἔστω τοὺς ὅρους ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικὸς καὶ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος. Δν πρόκειται γι μιὰ διαφορετικ καντίθετη κκλησιολογία, λλ γι τν δια κκλησιολογία, ποία διατυπώνεται μρους ποπέδιδαν καλύτερα τν μπειρία τν ποία ζοσαν οδιοι ς θεούμενοι.
.       Στὴν πραγματικότητα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν διαφόρους ὅρους ἀπὸ τὴν φιλοσοφικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, γιὰ νὰ ἀνατρέψουν τὶς θέσεις τῆς φιλοσοφίας καὶ τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, ὅπως θὰ δοῦμε σὲ ἄλλη ἑνότητα. Ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἀκτίστων ρημάτων καὶ τῶν κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη στὸ ἐλάχιστον τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο εἶναι ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας.
.        Οἱ Πατέρες ἔζησαν σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ χρειάσθηκε νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ἐξελληνισμένους Χριστιανούς. Ἂν ζοῦσαν στὴν σημερινὴ ἐποχὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς μας γιὰ τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τοὺς βιολογικοὺς ὅρους (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ὅταν βέβαια δὲν ἀνατρέπεται ἢ ὑπονομεύεται ἡ ὁρολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Πάντως, ρολογία πο χρησιμοποιήθηκε π τος Πατέρας κα καθιερώθηκε στς Οκουμενικς Συνόδους εναι πλέον δεδομένη, εναι μέρος τς Παραδόσεως ναπαλλοτρίωτο, δὲν μπορεῖ κανείς, ἐν ὀνόματι δῆθεν μιᾶς παλαιᾶς ἐκκλησιολογίας, νὰ τὴν ἀνατρέψη καὶ νὰ τὴν ἀπομυθεύση.
.        Οἱ πρῶτες μελέτες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη στοὺς Ἀποστολικοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ στὸ Εὐχολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, φανερώνουν ὅτι ἡ νηπτικὴ-ἀσκητικὴ παράδοση εἶναι τὸ οὐσιαστικότερο τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δείχνει τὶς πραγματικὲς προϋποθέσεις τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

γ. Ἡ νηπτικὴ παράδοση καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ

.        Τὸ νόημα τῆς νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς παραδόσεως περὶ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως ἀνευρίσκεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφὴ –Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη– ὅταν ἑρμηνεύεται μὲ ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἑρμηνευτική της προτεσταντικῆς θεολογίας.
.        Στὰ κατὰ καιροὺς ἐκδοθέντα βιβλία μου παρέθεσα ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ ἐδῶ θὰ ἀρκεσθῶ σὲ μερικὰ παραδείγματα.
.        Ο μακαρισμο το Χριστο, πο εναι πρώτη διδασκαλία Του, δείχνουν τί κριβς εναι πνευματικ ζω κα διασώζουν λα τ χαρακτηριστικ γνωρίσματα τς νηπτικς-συχαστικς παραδόσεως τς κκλησίας. Σὲ αὐτοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν πτωχεία τοῦ πνεύματος, ὡς προϋπόθεση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παράκληση· γιὰ τὴν πραότητα ὡς προϋπόθεση κληρονομήσεως τῆς γῆς· γιὰ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα· γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ ποὺ φέρνει πνευματικὸ χορτασμό· γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ ἀποσπᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς ὁποίας βλέπει κανεὶς τὸν Θεό· γιὰ τὴν εἰρηνοποιΐα, γιατί ἔτσι γίνεται κανεὶς υἱὸς τοῦ Θεοῦ· γιὰ τὸν διωγμὸ γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ὀνειδισμὸ ἕνεκέν Του, γιατί ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση καὶ ὁ μισθὸς στοὺς οὐρανοὺς (Ματθ. ε´ 1-13).
.        Μελετώντας κανεὶς προσεκτικά τους μακαρισμοὺς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι στὴν πραγματικότητα συνιστοῦν τὸν ἀληθινὸ ἐκκλησιαστικὸ τρόπο ζωῆς, βλέπει ὅτι προτρέπονται οἱ Χριστιανοὶ νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κυρίως παρατηρεῖ ὅτι ὅλα τὰ μεγάλα ἀγαθά, ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ἡ μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ βίωση τῆς υἱοθεσίας εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ταπείνωση, τὸ πένθος, ἡ πραότητα, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὁ διωγμὸς καὶ τὸ μαρτύριο γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ.
.        Στὴν συνέχεια, ἂν μελετήση κανεὶς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ τὴν μέθεξη τῆς δόξης τοῦ ἀκτίστου Φωτὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς Μαθητὲς (Ματθ. ιϛ´ , 28 – ιζ´1-8), σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν φανέρωση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καὶ τὴν βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, τότε καταλαβαίνει σὲ τί συνίσταται ἡ πνευματικὴ ζωή.
.        Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στὶς καθολικές του ἐπιστολὲς ἀναφέρεται σὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ ποὺ πρέπει νὰ ζοῦν οἱ Χριστιανοί: «Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἠμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς, δι᾽ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 3-4).
.        Πρέπει κανεὶς νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία καὶ νὰ φθάση στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Στὴν συνέχεια ἀναφέρεται στὴν πίστη ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀρετή, τὴν γνώση, τὴν ἐγκράτεια, τὴν ὑπομονή, τὴν εὐσέβεια, τὴν φιλαδελφία, τὴν ἀγάπη. Μὲ αὐτὰ φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἐπίγνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει αὐτὰ «τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἁμαρτιῶν» (Β´ Πέτρ. α´5-9).
.        Προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ἀγωνίζωνται γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸν σκοπό τους· «διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητε πότε. οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β´ Πέτρ. α´ 10-11).
.        Προσδιορίζοντας δὲ τί εἶναι αὐτὴ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφέρεται στὴν φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ στὸ Ὄρος Θαβώρ, ποὺ διακρίνεται σαφέστατα ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι «σεσοφισμένοι μύθοι»: «οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἑξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν, ἀλλ᾽ ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. Λαβὼν γὰρ παρὰ Θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιᾶσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης, οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα, καὶ ταύτην τὴν φωνὴν ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθεῖσαν, σὺν αὐτῷ ὄντες ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίω. καὶ ἔχομεν βεβαιότερον τὸν προφητικὸν λόγον, ᾧ καλῶς ποιεῖτε προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ, ἕως οὐ ἡμέρα διαυγάςῃ καὶ φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Β´ Πέτρ. α´ 5-19).
.        Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ κείμενο φαίνεται σαφέστατα ποιά εἶναι ἡ κλήση τῶν Χριστιανῶν, τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πῶς ἀξιώνεται κανεὶς αὐτῆς τῆς θεωρίας καί, βεβαίως, ὅτι πρόκειται γιὰ ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου δόξης ποὺ διακρίνεται ἀπὸ κάθε φιλοσοφία, πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνική.
.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση φαίνεται στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Α´ Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἐκεῖ προτρέπονται ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ περιζώσουν τὴν διάνοιά τους, νὰ εἶναι νήφοντες, νὰ ἐλπίσουν τελείως «ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὡς τέκνα τῆς ὑπακοῆς νὰ μὴ συσχηματίζονται μὲ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ εἶχαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀγνοίας, πρὶν τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὴν κλήση τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ ἅγιοι, σὲ κάθε ἀναστροφὴ (Α´ Πέτρ. α´ 13-17). Καὶ ἐδῶ ἡ βίωση τῶν μεγάλων ἀγαθῶν προϋποθέτει τὴν συγκέντρωση τῆς διανοίας, τὴν νήψη, τὴν ἐλπίδα τῆς ἀπολαύσεως τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τῆς θεοπτίας, καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο γίνονται ἅγιοι. Ἡ ἁγιότης δὲν εἶναι κάτι δεδομένο ποὺ δίνεται μηχανικὰ καὶ μαγικά, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου.
.        Αὐτὰ εἶναι μερικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ ὑπάρχει πληθώρα τέτοιων χωρίων ποὺ δείχνουν ὅλη τὴν προοπτικὴ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεοπτίας, ὥστε νὰ μὴν χρειάζεται νὰ προσλάβουν οἱ Πατέρες αὐτὴν τὴν διδασκαλία ἀπὸ τὸν πλατωνισμὸ καὶ τὸν νεοπλατωνισμό. Πλούσιο ὑλικὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ βρῆ στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπως τὸ ἔκανα σὲ ἕνα κείμενό μου μὲ τίτλο «Ἡ ἡσυχία καὶ ἡ θεοπτία στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε