Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἡσυχασμός

MIA ΜΕΓΑΛΗ ΟΣΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ καὶ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ἀπεξεδύθη τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό της περίβλημα, γιά νά λάβῃ ἀπό τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα ἔπαθλα τῆς πνευματικῆς της σκυταλοδρομίας.

Ἐπικήδειος Γερόντισσας Γαλακτίας Μοναχῆς

π. Ἀντώνιος Φραγκάκης

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                        Τά ξημερώματα τῆς χθεσινῆς ἡμέρας, μία μεγάλη ὁσιακή μορφή τῆς Κρήτης καί συμπάσης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπεξεδύθη τὸ ἀραχνῶδες χοϊκό της περίβλημα, τό φθαρτό της πολύαθλο σῶμα, τό σῶμα πού ἰσοβίως σταυρώθηκε ἀπό τά ἀλγεινά τοῦ βίου καί τά παλαίσματα τῆς ἀέναης ἀσκητικῆς πρακτικῆς καί φτερούγισε ἥσυχα καί ἀνεπαίσθητα, ὅπως ἔζησε, στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου γιά νά λάβῃ ἀπό τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα ἔπαθλα τῆς πνευματικῆς της σκυταλοδρομίας. Στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου πού μέ μανικό ἔρωτα παιδιόθεν ἠγάπησε καί μέ ἀποστολική αὐταπάρνηση ἀκολούθησε στόν ματωμένο βηματισμό τῆς ἐφαρμοσμένης ἀγάπης, 95 χρόνια πού ἔλαμψε ἡ μορφή της πάνω στή γῆ.
.                        Καί ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἔδωκε «ὕπνον τοῖς κροτάφοις της καί τοῖς βλεφάροις της νυσταγμόν» ἡ ἀκαταπόνητη αὐτή γυναῖκα, ποῦ ζοῦσε, δροῦσε καί ἀνέπνεε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἡσυχαστικῶς στοχοθέτησε καί ἁγιοπνευματικῶς προσοικειώθηκε, ὥς ἀναφαίρετο κτῆμα της, στά ὑπόβαθρα τῆς καρδίας της.
.                 Ὑπῆρξε Ὁσία, ὑπῆρξε χαρισματική, ὑπῆρξε ἀσκήτρια. Ἀν τῆς προσδώσουμε καί μαρτυρικό φρόνημα δέν θά λαθέψουμε. Ἀγάπησε, ἐξ’ ἁπαλῶν ὀνύχων, μέ περιφλεγῆ ἔρωτα τόν Χριστό, μέ πιστότητα Μυροφόρων Τόν ἀκολούθησε, ἐφάρμοσε ἐπακριβῶς τά σωτήρια ἐντάλματα τῆς διδασκαλίας Του, ποτίσθηκε ἀκορέστως ἀπό τά ζωοπάροχα νάματα τῆς ἀγάπης Του, Τόν ὑπηρέτησε ἐμπνευσμένα στά πρόσωπα τῶν ἐμπεριστάτων ἀδελφῶν, κατέβηκε στόν Ἅδη τῆς μετανοίας ἔντονα καί οὐσιαστικά, ἐβίωσε τήν Ἁγιοτριαδική Παρουσία ἀπροκάλυπτα καί ζωντανά, χτυπήθηκε λυσσαλέα ἀπό τά μανιασμένα κύματα πού ὁ βύθιος δράκων ξεσήκωσε στήν πολυτάραχη θάλασσα τῆς ἐπίγειας ποντοπορίας της, ἔκλαψε πολύ, ἀγάπησε περισσότερο, ψιλοδούλευσε τήν ἀρετή, δόθηκε ἀνιδιοτελῶς στούς ἀνθρώπους, προσέφερε μέ χαρά τόν ἀδύνατο σκελετό της γιά νά ἀκουμπήσουν τά βάρη τους ὅλοι οἱ ἄλλοι, σφούγγιξε δάκρυα, διόρθωσε λογισμούς, ἀλάφρωσε συνειδήσεις, γαλήνευσε ψυχές, ἐνέπνευσε ἱερές ἐπιθυμίες, προσανατένισε ἐναργῶς τά κάλλη τοῦ Παραδείσου, ξεναγήθηκε μέ παρρησία καί στά φόβητρα τῆς κολάσεως, τροχιοδρόμησε πλειάδα ψυχῶν εἰς τήν αἰώνια ζωή, ἀδικήθηκε καί συγχώρησε, συκοφαντήθηκε ὡς πλανεμένη καί ἡ ἴδια ξεγέλασε τόν δολιοφθορέα τῶν ἀνθρώπων καί ξεπέρασε τόν πλάνον τοῦτο αἰῶνα, ἔγινε οὐράνια ὕπαρξη, δροσοσταλίδα τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ, τελευταία ἔλαμπε, σάν μοσχοθυμίαμα εὐωδίαζε, μόνο χαμογελοῦσε, μητρικά εὐχόταν καί ἀποχαιρετοῦσε, σάν μπαρουτοκαπνισμένη ἀθλήτρια δίδασκε, σάν πεπειραμένη ὁδηγός νουθετοῦσε, καί σιγά – σιγά, ὁ φεγγοβόλος ἥλιος τῆς ὕπαρξής της ἔγειρε στήν δύση τῆς ἐπίκηρης τούτης βιοτῆς γιά νά κάνῃ τήν ἐκφαντορική ἀνατολή του στό ἄλλο ἡμισφαίριο τῆς ἀτελεύτητης ζωῆς.
– «Τί κάνει ἡ γερόντισσα Γαλάτεια»; Μέ ρώτησε κάποτε ὁ θαυμαστός καί ἀείμνηστος Γέροντας Ἀναστάσιος Κουδουμιανός.
– «Γέρασε, γέροντα,» ἀπάντησα. «Κύρτωσε πολύ»…
«Τά κατάφορτα δέντρα ὅταν γεμίσουν καρπό γέρνουν τά κλαδιά τους», ἀπάντησε ἐκεῖνος. «Δίνουν στούς γύρω ἀπό τό προϊόν τους καί τό ὑπόλοιπο τῆς συγκομιδῆς, τό ἀναδεικνύει ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ καί τό μοιράζει σέ ὅλα τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας».

 .                          Κάτω ἀπό μία γλυκιά, ἀπέριττη καί γαλήνια ἐπιφάνεια, κυλοῦσε καί ἐπάφλαζε ἕνας ποταμός ἀγάπης καί Θείας ζωῆς, πού τόν ἐπρόδινε ἡ διεισδυτική καί ἀστραφτερή ματιά της καί ἡ ὁλοφώτεινη θωριά τοῦ προσώπου της. Τό ἀνθηρότατο χαμόγελό της, ἡ ἀγγελική της ὄψη καί το δροσιστικό ἐκχύλισμα τῆς καρδιᾶς της, λειτουργοῦσαν σάν μαγνήτης, γι’ αὐτό, ὅσο ἐκείνη ἔκρυβε τό φέγγος τῆς ψυχῆς της μέσα στήν ἀφάνεια τῆς ἀσημότητας, τόσο ὁ Θεός τό ὕψωνε στόν λυχνοστάτη τῆς προβολῆς. Ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει διάφορα μέταλλα, ὅπως ὁ ἥλιος ἐντάσσει στήν τροχιά τῆς ἐπιρροῆς του διαφόρους δορυφόρους, ἔτσι καί ἡ ἀναγεννημένη ψυχή τῆς Γερόντισσας, ἄθελά της, ἕλκυσε κοντά της ἀναρίθμητες ψυχές πού ἐμπνεύσθηκαν ἀπό τούς ρυθμούς τῆς δικῆς της ζωῆς καί ἀλλοιώθηκαν κοντά της. Ἡ ἁγιότητά της ἦταν καλά κρυμμένη μέσα στήν ἁπλότητα. Τήν ἀφοπλιστική παιδική ἁπλότητα. Ὅπως μέσα στά ἄχυρα τῆς ταπεινῆς φάτνης τῆς Βηθλεέμ κρύφθηκε ἡ μεγαλοσύνη τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ, ἔτσι μέσα στήν ἁπλή αὐτή ψυχή, τήν ἀπέριττη καί ταπεινή, κατοίκησε ζωντανά ὁ Χριστός, καί τήν ἔκανε νά λάμπει ἀπό ὁσιότητα καί ἁγιοπνευματική σοφία. Εἶχε πνευματικό βάθος, τό Ἅγιο Πνεῦμα σάν ἀκύμαντος ποταμός ἄρδευε τά κανάλια τῆς ψυχῆς της. Ἕνας παφλασμός βαθύς καί ἀπύθμενος δονοῦσε τά μύχια τῆς καρδιᾶς της, ἔπρεπε νά προσηλώσεις καλά τ’ αὐτί σου γιά νά τόν ἀκούσεις καί νά ’χεις ἄντλημα ψυχῆς γιά νά ἀποκομίσεις καί νά εὐφρανθεῖς ἀπό τά ρεῖθρα του πού μυστικά διαπότιζαν καί ζωογονοῦσαν τήν ὡραία καί ταπεινή αὐτή ψυχή.
.                       Ἀκόμη καί τίς πιό ἡρωικές πράξεις τῆς ζωῆς της, συνήθιζε νά τίς περιβάλλει μέ μία ἁπλότητα καί φυσικότητα πού ἦταν, γι’αὐτό τόν λόγο συγκλονιστική. Δέν ἦταν λίγες οἱ ἀποφάσεις τῆς ζωῆς της, πού περιεῖχαν τό χρῶμα τοῦ Γολγοθᾶ, τό ἡρωικό φρόνημα καί τό συγκλονιστικό στοιχεῖο. Ὅλα, ὅμως, ἡ Γερόντισσα Γαλακτία τά ἀντίκρυζε «ἐν πίστει» καί τά προσπερνοῦσε «ἐν σιγῇ». Γιατί ἦταν ἀπό τίς ψυχές πού προσήγγιζαν τόν Χριστό, ὄχι «κράζουσα ὄπισθεν Αὐτοῦ» σάν τήν Χαναναία, ἀλλά «λαθοῦσα», εὐγενικά, ἤρεμα, συνεσταλμένα σάν τήν αἱμορροοῦσα, πού τῆς ἔφθανε καί τῆς ἀρκοῦσε νά ἀκουμπήσει μόνο τά κράσπεδα τῶν ἱματίων Του. Ἔτσι, μέ τήν ἴδια συστολή προσήγγιζε πάντα Τόν Χριστό ἡ Γερόντισσα Γαλακτία καί ἐπιτελοῦσε τά ἔργα Του. Γι’ αὐτό ἐπέτυχε, τήν ἴδια ὅπως ἡ γυναῖκα ἐκείνη κατάκτηση. Καί πράγματι ὁ Χριστός δέν τῆς χαλοῦσε χατῆρι (χατίρι). Ἡ προσευχή της, μετακινοῦσε ὄρη. Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη της στήν πρόνοια Τοῦ Θεοῦ, ἐνεργοποιοῦσε μέσα της τήν Θεϊκή δύναμη καί ἐπιτελοῦσε τό θαῦμα.
.                     Γεννήθηκε στήν ἱστορική και ἡρωοτόκο Πόμπια στίς 5 Μαρτίου 1926. Οἱ οἰκογενειακές της καταβολές, λειτούργησαν σάν γονιμότατη φύτρα γιά νά ἐκκολαφθεῖ ἀπροσκόπτως ἡ μετέπειτα πνευματική της ἐξέλιξη. Ὁ πατέρας της ἰατρός καί ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Γαλάτεια ἔλεγε: «ποτέ μου δέν καυχήθηκα ἐπειδή ὁ πατέρας μου ἦταν γιατρός. Χαίρομαι ὅμως, νά λέγω ὅτι ἦταν ὄντως ἄνθρωπος καί Χριστιανός». Ἀνάργυρος σχεδόν, δοτικός στόν ἀνθρώπινο πόνο, ἐνέπνευσε στήν πολυαγαπημένη του κόρη το θυσιαστικό ἦθος καί τό ἀνιδιοτελές φρόνημα. Ὁ παππούς της, ὁ πατέρας τῆς μητέρας της ἦταν ἱερεύς. Καί τί ἱερεύς! Ἅγιος! Πνευματικό ἀνάστημα τῶν Ὁσίων Γερόντων τῆς Μονῆς Κουδουμᾶ Παρθενίου καί Εὐμενίου. Ἔζησε ἐν συζυγίᾳ δύο ἔτη καί σέ ὁσιότροπη χηρεία 66 ἔτη. Τόσο πολύ ἐξαγιάσθηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή, πού ἔλεγε μέ ἀφελότητα καρδίας στά τέλη τῆς ζωῆς του, ὅτι θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄγαμο, γιατί δέν τόν συνόδευε καμία ἀνάμνηση τοῦ βραχύβιου ἐγγάμου βίου.
.                       Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ, Ὅσιοι Παρθένιος καί Εὐμένιος, παπά Νικόλας Φουστανάκης, Γερόντισσα Γαλακτία. Ἀλυσιδωτή μετάδοση τοῦ χαρίσματος τῆς ἡσυχαστικῆς βιοτῆς. Ἀνάμεσα στίς τέσσερις ἐκλεκτές θυγατέρες τοῦ θρυλικοῦ γιατροῦ τῆς Πόμπιας Μιχαήλ Κανακάκη, ξεχώρισε ἐμφανῶς ἡ τρίτη. Ἡ Γαλάτεια. Γιά τήν σπάνια ὀμορφιά της; Γιά τήν ὁλοπρόθυμη ὑπακοή της; Γιά τήν κραυγάζουσα σεμνότητά της; Γιά τήν παρθενική ἀκτινοβολία της; Γιά τήν ἀδελφική πρός τούς ξένους συμπεριφορά της; Γιά τά ἐλεήμονα σπλάχνα τῆς καρδιᾶς της; Γιά τό ἀκατάκριτο στόμα της; Γιά τήν πανθομολογούμενη ἀρετή της; Γιά τήν ἀπαστράπτουσα διαγωγή της; Τί πρῶτο καί τί δεύτερο νά ξεχωρίσεις; Ὅλα αὐτά μαζί συναποτελοῦσαν τίς φλόγες μιᾶς εὐεργετικῆς ἀγάπης πού διαρκῶς ἐκτόξευε τό ἡφαίστειο τῆς καρδιᾶς της, μέσα στό ὁποῖο ἐκόχλαζε ὁ περιφλεγής της ἔρωτας, τό περίσσευμα τῆς λαχταριστῆς ἀναφορᾶς της, πρός τόν ἐράσμιο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, Σωτῆρα Χριστό. Ἡ πνευματική της ἐξέλιξη ἔχει μία ἱστορία. Δέν ὀφείλονταν μόνο στήν οἰκογενειακή της παράδοση καί τίς πνευματικές της καταβολές. Κυνήγησε ἔμπρακτα ἀπό τά παιδικά της χρόνια τόν Χριστό, γι’ αὐτό κι Ἐκεῖνος μέ τό βέλος τῆς ἀγάπης Του, τήν κατέκτησε ὁλοσχερῶς καί τήν κατέστησε Νύμφη Του.
.                           Ἀπό μικρή δόθηκε στήν προσευχή. Ἀνεπιτήδευτα, κρυφά, ὧρες πολλές ἀφιέρωνε στήν προσευχή ἀλλά καί στήν διακονία τοῦ πλησίον. Τό ἰατρεῖο τοῦ πατέρα της ἦταν ἕνας ἰδανικός τόπος γιά νά ἐξασκεῖ τό ἄθλημα τῆς προσφορᾶς καί νά ὁλοκαυτώνεται στόν βωμό τῆς θυσίας. Ἐπιμελοῦνταν τίς πληγές τῶν ἀσθενῶν, συνέπασχε ὑπαρξιακά μαζί τους, τούς ἐνθάρρυνε στήν ὑπομονή, καί κρυφά ἐλεοῦσε «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῆ». Τό ἴδιο ἦταν καί μέσα στό σπίτι, σέ ὅλα πρώτη ἡ Γαλάτεια. Στή νοικοκυροσύνη, στά ἀγροτικά, στήν μεταφορά νεροῦ, στήν διεκπεραίωση παραγγελιῶν. Ὁ γιατρός πατέρας, βλέποντάς τήν πάντα ταπεινή, σιωπηλή, πρόθυμη σ’ ὁποιαδήποτε ἐργασία καί ἀδιάφορη στήν διεκδίκηση δικαιωμάτων καί τιμῆς, τήν ἀγκάλιαζε καί τῆς ἔλεγε στοργικά: «Γαλαθιώ μου, ὕψωσε κι ἐσύ τό ἀνάστημά σου. Μήν σέ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἄλλοι. Θέλω νά ἔχεις τό βέτο σου». Ὁ πατέρας της τήν εἶχε ξεχωριστή. Καί ἐκείνη τόν ὑπεραγαποῦσε. Κάποτε ὅμως, σέ ἐφηβική ἡλικία κάτι τοῦ εἶπε καί τόν στεναχώρησε. Τό ἐξομολογήθηκε ἡ Γαλάτεια στόν παππού Ἱερέα καί ἐκεῖνος τήν μάλωσε. Ἡ νεαρή Γαλάτεια ἐπιτίμησε σκληρά τόν ἑαυτό της. Ξάπλωνε μπρούμυτα στόν ξύλινο ὀντά τοῦ δωματίου, ἔβρεχε μέ δάκρυα μετανοίας τόν χῶρο καί ἱκέτευε σπαρακτικά τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τήν συγχωρήσει. Καί κάποια μέρα, ἐνῶ βρισκόταν μέσα στόν ἄδη τῆς μετανοίας, ἄστραψε στά μάτια τῆς ψυχῆς της ἡ ἄκτιστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως. Σέ ἀνύποπτο χρόνο, ἐνῶ ἔσκυψε στήν ἀποθήκη κάτι νά πάρει, ἦρθε ἀπρόσμενα ἀπό τόν οὐρανό μία γαλαζόλευκη δροσιστική φλόγα καί διαπέρασε γλυκά καί εἰρηνικά τό κεφάλι της. Προχώρησε – ὅπως ἔλεγε – στόν ἐσωτερικό της χῶρο, διάνοιξε τούς νοητικούς της ὀρίζοντες καί πλάτυνε χαρισματικά τήν καρδιά της. Ἔνιωσε νά φεύγουν οἱ ἁμαρτίες της, ὅπως τά ξερά φύλλα στό φύσημα τοῦ ἀέρα καί ὅπως σκορπᾶ ὁ δυνατός ἄνεμος τίς ξερές φλοῦδες ἀπό τούς κορμούς τῶν μεγάλων δέντρων. Εἶναι δική της, ἡ παραστατική αὐτή εἰκόνα καί περιγραφή. Εἶναι εὐνόητο ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς ὅτι ἡ καρδιά τῆς Γαλάτειας πού πόνεσε δυνατά ἀπό τήν σωτήρια συντριβή τῆς μετανοίας, τράβηξε δυνατά ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦ ἡγεμόνα νοῦ καί πυρπολήθηκε δυνατά ἀπό τήν πυρκαϊά τῆς θείας ἀγάπης. Ἔκτοτε, ἕνας θεῖος ἔρωτας ἐγκαθιδρύθηκε μέσα της καί σηματοδότησε καταλυτικά τήν μετέπειτα πορεία της. Αὐτό τό μεγάλο καί καθοριστικό γεγονός τῆς πρώιμης νεότητάς της, τό κράτησε μυστικό μέχρι τά 85 χρόνια τῆς ζωῆς της, ὁπότε καί μᾶς τό φανέρωσε. Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Θεός τῆς ἔστειλε τά γλυκάδια τοῦ Παραδείσου καί τήν καλοῦσε στή σταυρική ὁδό, πού ἀπολήγει θριαμβευτικά στήν πλατιά λεωφόρο τῆς Ἀναστάσεως. Ποῦ νά ἀκούσει ἡ Γαλάτεια γιά γάμο, ἔπειτα ἀπό τό συνταρακτικό αὐτό γεγονός! Αὐτό πού ἔζησε ἦταν μία ἐνυπόστατη ἔλλαμψη, ἡ πρώτη θεωρία τοῦ Θεοῦ πού ἄμεσα ἐπισφράγισε τήν ζωή της. Ἔλεγε: «ὅταν κανείς φάγει τό παντεσπάνι, τοῦ φαίνονται μετά ἄνοστα ὅλα τά γλυκίσματα». Καί ἐκείνη γεύτηκε ἐμπειρικά τόν Θεό, γι’ αὐτό καί ἀποποιήθηκε μετ’ αποστροφῆς καί βδελυγμίας τίς αἰσθησιακές ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου καί πάντα «τά τοῦ βίου τερπνά πρός χαμαιζηλίαν». Ἀπέκτησε ἄλλο μέτρο ἀξιολογήσεως τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καί αὐτό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Γλυκάθηκε ἀπό τά πρῶτα σημάδια τῆς ἄμεσης θεϊκῆς παρουσίας καί ἔτρεχε ἀκαταπαύστως νά βρεῖ, τό ἀνεξάντλητο ζαχαροπλαστεῖο τῆς Χάριτος. Τά κοσμικά μεγαλεῖα, τά φανταχτερά φορέματα, τά μεγαλοπρεπῆ οἰκοδομήματα, τά ἐντυπωσιακά ἐνδύματα, οἱ τίτλοι καί τά ἀξιώματα, ἡ προβολή καί ἡ φιλαρέσκεια, οἱ διασκεδάσεις καί ἡ αἰσθησιακή ζωή, τῆς ἦταν ἀποκρουστικά, ὥστε πολλές φορές προσποιήθηκε τήν ἄρρωστη γιά νά τά ἀποφύγει μή ἔχοντας ἄλλο τρόπο νά ἐπικαλύψει τόν πλοῦτο τῆς ἐσωτερικῆς της πληρότητας.
.                     Ἀνέπτυξε ἰδιαίτερη σχέση μέ τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ! Ἡ ἐπισφαλής ὑγεία τῆς ἀγαπημένης της ἀνιψιᾶς Ἀντωνούλας, τήν ὁδήγησε νά στείλει ἐπωνύμως τό τάμα της στόν Πανορμίτη τῆς νήσου Σύμης. Σφράγισε τά σχετικά μέσα σέ ἕνα μπουκάλι καί τό πέταξε στήν θάλασσα. Τό τάμα της πῆγε ἐνδοθαλασσίως στόν προορισμό του, ἔλαβε τήν ἐνημερωτική ἀπάντηση ἀπό τό προσκύνημα καί ἡ μικρή Ἀντωνούλα τήν ἑπόμενη μέρα μίλησε. Ἔκτοτε, ἡ σχέση της μέ τόν Ἀρχάγγελο ἦταν διά βίου ζωηρή, ἄμεση, δυνατή καί τά θαύματα πού ἐπιμαρτυροῦν αὐτή τήν διάθερμη ἀγαπητική συναλληλία, ἦσαν συνεχῆ καί ἀπροσμέτρητα. Πέταξε καί ἕνα ἄλλο μπουκάλι στό Λιβυκό Πέλαγος, πού βρέθηκε σ’ ἕνα ἐρημοκκλῆσι στήν Ἀνώπολη Σφακίων καί ἔγινε αἰτία αὐτό τό θαῦμα, νά ἀνακαινισθεῖ καί νά ξαναλειτουργήσει ὁ πεπαλαιωμένος καί ἐγκαταλελειμμένος αὐτός ναός.
.                        Ὁ Ἀρχάγγελος, συνεχῶς ἔδειχνε τήν εὔνοιά του στήν νεαρή κόρη μέ τήν ἰσάγγελο πολιτεία. Καί ὅταν κάποτε, πιέσθηκε πολύ γιά νά ἐνδώσει στήν ὁλοκλήρωση ἑνός συνοικεσίου, πῆρε ἀγκαλιά τήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί τόν καθικέτευε σπαρακτικά στό δωμάτιό της νά ἐπέμβει δυναμικά καί νά ματαιώσει τήν ἐξύφανση τῆς θετικῆς προοπτικῆς. Ἡ παρουσία του καί πάλι, ἦταν ἄμεση. Ἔγινε σεισμός στό σπίτι, ξεμανταλώθηκαν οἱ πόρτες, ἕνας θόρυβος τάραξε τούς προξενητές καί τούς ἐνοίκους. Ὁ εὐλαβής ἰατρός πατέρας, πείσθηκε πλέον ὅτι ἡ ὑπόθεσις γάμος ἦταν γιά τήν Γαλάτεια τελείως ἀτελέσφορο γεγονός καί κάθε ἄλλη διαχείρισις τοῦ πράγματος, θά ἀπέβαινε γι’ αὐτήν μαρτύριο.
.                          Ἡ ἔγκαρπη ἀφιέρωσίς της στόν Θεό, νοηματοδοτήθηκε καθοριστικότερα ἀπό τήν συνοίκησή της 40 περίπου χρόνια μέ τήν ἀνιψιά της Ἀντωνία. Ἀγάπησε αὐτό τό παιδί ὅσο τίποτα στόν κόσμο. Θυσιαστικά τοῦ δόθηκε. Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς καταστάσεως, εὐαισθητοποίησε ἔτι περισσότερο τήν ἤδη ἐκλεπτυσμένη ψυχή τῆς Γαλάτειας. Ἔγινε ὁ Φύλακας Ἄγγελός τῆς Ἀντωνίας. Σέ συνεπικουρία μέ τούς γονεῖς τοῦ παιδιοῦ, οἰκονομοῦσε τίς ποικίλες ἀνάγκες του, φρυκτωροῦσε σάν ἄγρυπνος φύλακας στίς ἐπάλξεις τῆς ἀκεραιότητός του καί διήνθιζε μέ ροδοπέταλα ἀσύλληπτης ἀγάπης καί προσφορᾶς, τήν ἀνέμελη καθημερινότητά του.

.                          Πέρασε πολλά: Ἐπιθέσεις ἀπό ἀνθρώπους, ὕβρεις, προσβολές, χλευασμούς, ἀμφισβητήσεις. Δέν εἶναι εὔκολο νά οἰκονομεῖς ἕνα ἄρρωστο παιδί καί πολλοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι σκληροί καί ἀνάλγητοι. «Τόν σταυρό μου –ἔλεγε– τόν γνωρίζω μόνο ἐγώ καί ὁ παντεπόπτης Θεός». Ὅμως, ἔκανε ὑπερβάσεις ἀγάπης καί ἅλματα συγχωρητικότητος. Ὁ καλός κολυμβητής, γράφει ὁ Ὅσιος Διάδοχος Φωτικῆς, δέν πάει κόντρα στόν ἀφρό τοῦ κύματος ἀλλά περνᾶ ἀπό κάτω. Σέ κανέναν δέν κάκιωσε, δέν μνησικάκησε, δέν διατύπωσε παράπονο ἤ ἀρνητικό λόγο. Προπάντων γιά κανένα δέν ἀθυροστόμησε καί δέν κράτησε μέσα στήν ψυχή της ἴχνη ἐμπάθειας ἤ τάσεις ἐκδικητικότητας. Τό ποιοί τήν πίκραναν καί τήν πλήγωσαν, κανένας μας δέν τό πληροφορήθηκε ποτέ…
.                          Παράλληλα μέ τήν ἄρση τοῦ βαρύτατου αὐτοῦ σταυροῦ, καλλιέργησε ἐπιμελῶς καί τήν ἄσκηση γιά τήν πλήρη μεταμόρφωση τῆς καρδίας της. Ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀπειράριθμες γονυκλισίες, ἐποικοδομητική μελέτη, ἔμπρακτη ἐξάσκηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, συνεχής ἐκκλησιασμός καί μάλιστα λίαν πρωί πρίν τήν ἔλευση τοῦ ἱερέως στόν ναό, ἐξονυχιστικός ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως, τακτική προσαγωγή στήν ἐξομολόγηση, συχνότατη μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξαντλητική νηστεία καί προπαντός ἐπιμελημένη ἐφαρμογή τῆς ἔγκαρπης σιωπῆς. Ὁ ἀνιψιός της ὁ Νῖκος εἶπε κάποτε: «νήστεψε ὅσο ὅλες οἱ καλόγριες τῆς Κρήτης καί προσευχήθηκε ὅσο προσευχήθηκαν ὅλες αὐτές μαζί».
.                       Ἡ θεοειδής πολιτεία της καί ἡ γονιμότατη ἄσκησή της, ἰδιαιτέρως, ὅμως, ἡ πύρινη προσευχή της, τήν ἐξακόντισαν στά οὐράνια σκηνώματα καί ἐνετύπωσαν τήν μορφή τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά της. Θεωροῦσε τήν προσευχή σάν τήν πιό ἰσχυρή ὥρα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ζοῦσε μέ τήν προσευχή τήν πιό δυνατή κοινωνία καί ἐπικοινωνία. Γι’ αὐτό, τό περίσσευμα τῆς ἐρωτικῆς ἀναφορᾶς πού ἔτρεφε πρός τόν Σωτῆρα Χριστό, τό διοχέτευε στό κανάλι τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Ἡ προσευχή τῆς ἔδινε δύναμη. Μέ τήν προσευχή προσείλκυε τήν Χάρη καί προσαύξησε τίς ἀρετές τῆς ἀγνότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς σιωπῆς καί τῆς ἀγάπης. Εἶχε τόσο ἰσχυρή καί δυνατή προσευχή, ὥστε κάποιες φορές, μικρά παιδιά, ἐν ὧρᾳ Θείας Λειτουργίας, τήν ἔβλεπαν φωτεινή καί μετάρσια, νά ἐξυψώνεται ἀπό τήν γῆ καί οὐράνιες ἀγγελικές ταξιαρχίες νά τήν περικυκλώνουν καί νά ψάλλουν μαζί της.
.                      Οἱ Πομπιανοί καί οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν τήν ἀγάπησαν καί τήν σεβάστηκαν πολύ. Μοῦ εἶπε κάποτε ὁ ἀείμνηστος ἐπιφανής Πομπιανός Μανώλης Φουστανάκης: «Μέ ἐπιστημονικό μικροσκόπιο ἄν διερευνήσουμε τήν ζωή τῆς Γαλάτειας, δέν θά μπορέσουμε νά βροῦμε κακό». Ἀσφαλῶς σάν ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, θά εἶχε καί αὐτή τίς ἀδυναμίες της καί κάποιες ἀνθρώπινες πλευρές της. Ὅμως, ἦταν τόσο ἀθῶα καί παιδικά αὐτά, ὥστε τά προσπερνοῦσες μέ θυμηδία, γιατί μόνο χαρά, πλατυχωρία καί ἄνεση σοῦ προκαλοῦσαν, τά ἐλατήρια καί οἱ προθέσεις τῆς καρδιᾶς της. Ὅλοι θαύμαζαν τήν ταπεινότατη καί ἐνάρετη γιατροπούλα, πού καιγόταν σάν τό λιβάνι στήν ἀνθρακιά γιά νά εὐωδιάσουν οἱ ἄλλοι καί ἔλιωνε σάν τό φλογισμένο μελισσοκέρι γιά νά ἀποκομίσουν τό φῶς καί τήν λάμψη πού ἐξέπεμπε οἱ ἀναγκεμένοι συνάνθρωποί της. Ἀλλά, ἄν θέλαμε νά αποδώσουμε τό μεγαλεῖο τῆς Γερόντισσας ἐπιγραμματικά, θά ἀναφέραμε δύο λέξεις: ἦταν ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀγάπης.
.                       Ἦταν ὄντως ταπεινή. Κανένας μεγαλοϊδεατισμός, οὔτε ἀκροθιγῶς δέν ἐκκολάφθηκε στήν ψυχή της. Δέν ἦταν αὐτό κομπλεξικότητα γιατί ἦταν ἐλεύθερη ἀπό συμπλεγματικές καταστάσεις, οὔτε αἴσθημα μειονεξίας γιατί διέθετε ψυχική πληρότητα. Ἦταν ἡ βαθειά καί ἁγία ἀρετή πού τῆς ἀπεκάλυπτε τήν χοϊκότητα καί τρεπτότητα τοῦ ἑαυτοῦ της καί τήν ἔκανε νά γνωρίζει τά μέτρα της. Εἶχε διαρκῶς τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι ἡ χειρότερη τῶν πάντων, φιλοῦσε τά χέρια ὅλων καί ζητοῦσε συγχώρηση. Δέν τό ἔκανε ἀπό ταπεινοσχημία ἀλλά, μέ πλήρη ἐπίγνωση μηδαμινότητος, φρονοῦσε ὅτι εἶναι πολύ χαμηλά, στό μηδέν, ὅτι τῆς λείπουν ἀκόμη πολλά, ὅτι δέν εἶναι αὐτή πού ἔπρεπε καί μποροῦσε νά εἶναι. Τήν χαρακτήριζαν ὁ καλός λογισμός γιά τόν πλησίον της καί ἡ ἀνελέητη αὐτοκριτική γιά τόν ἑαυτό της. Καί ὁ ἀγωνοθέτης Θεός, τήν ἐξακόντισε ἀπό τά βάθη τῆς βιωματικῆς οὐδενίας, στά ὕψη τῆς ἀπερινόητης θεοπτίας, γιατί «πᾶς ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» κατά τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου μας.
.                       Ἡ ἀγάπη της, παροιμιώδης καί ἀσύγκριτη. Ἀγαποῦσε τούς πάντες, προπαντός τούς φτωχούς καί τούς κατατρεγμένους, τούς χωλούς καί ἀναπήρους, τούς ἐνδεεῖς καί τούς πάσχοντες, τούς ὁδοιπόρους καί πάροικους, τά μικρά παιδάκια καί τούς γέροντες καί ὅλους τούς φόρτωνε διακριτικά μέ τά δῶρα τῆς ἀγάπης της. Καί ἡ πολλή ἀγάπη γέννησε τήν διακριτικότατη ἐλεημοσύνη της. Ὁμολογῶ, μετά παρρησίας, ὅτι εἶναι τό πιό ἐλεήμων πρόσωπο πού γνώρισα στήν ζωή μου. Ἔπαιρνε τόν μισθό της καί τόν σκόρπιζε ἀμέσως. Ἔλεγε: «ἔκανα συμφωνία μέ τήν Παναγία, ἐγώ νά ἀδειάζω τό σπίτι μου καί Αὐτή νά μοῦ στέλνει ὅ,τι χρειάζεται γιά νά περνῶ τήν κάθε μέρα», «καμμιά φορά – ἔλεγε – καθυστερεῖ γιά νά μέ δοκιμάσει. Ὅμως, ἐγώ ἡσυχάζω καί γιατί ξέρω πώς ὁπωσδήποτε θά ἔλθει. Καί πράγματι –συνέχιζε- μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, νά’ το καί φθάνει. Δέν μέ βγάνει ἡ Παναγία ἀπό τόν λόγο Της».
.                      Μέχρι τά βαθειά της γεράματα, σκορποῦσε, ἔδιδε «τοῖς πένησι». Ἦταν γερόντισσα πιά, χειρουργημένη καί στά δύο πόδια ἀλλά ἔστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό γιά νά μήν στερηθοῦν οἱ μοναχικοί γέροντες καί ἕνας ἄρρωστος ἡλικιωμένος τῆς γειτονιᾶς. Γι’ αὐτό, λίγο πρίν τό τέλος, τήν ἐπισκέφθηκαν ἀνάμεσα σέ ἄλλους, οἱ ἑπτά Ἀρχάγγελοι πού μεταφέρουν τίς προσευχές τῶν ἁγίων ἀπό τήν γῆ στόν οὐρανό. Τῆς συστήθηκαν μέ τά ὀνόματά τους, δέν τά λησμόνησε ἀλλά τά ἐνέταξε στήν καρδιακή μνήμη της: Μιχαήλ, Γαβριήλ, Οὐριήλ, Ραφαήλ, Φαναήλ, Θαναήλ. Ὁ Οὐριήλ τῆς εἶπε ὅτι φυλάει τήν ἄβυσσο. Σήκωσαν ψηλά τίς ρομφαῖες καί τῆς ἔκαναν «ρεκάπιτο» ὅπως εἶπε, γιά νά περάσει. Τήν ὁδήγησαν σέ ἕνα πάγχρυσο παλάτι. Εἶναι ὁ τόπος τῆς κατοικίας σου, τῆς εἶπαν. Στή μέση ξεχείλιζε ἕνα ὁλόχρυσο δοχεῖο πού ἀνέβλυζε κρυστάλλινο νερό. Ρώτησε: «τί εἶναι αὐτό;» «εἶναι τό δοχεῖο τῆς καρδιᾶς σου» ἀπάντησαν. «Καί ξεχειλίζει ἡ ἁγνότητά σου, ἡ σιωπή σου, ἡ ταπεινοφροσύνη σου καί οἱ ἐλεημονιές σου».
.                          Ἡ πρόωρη κοίμηση τῆς Ἀντωνούλας, τῆς κόστισε πολύ. Ἔκλαιγε συνεχῶς ἀλλά ἐπαρηγορεῖτο ἀπό τήν ἐλπιδοφόρα προσδοκία τῆς ἐπανασυνάντησης στήν αἰωνιότητα. Ἦταν τό 1998 ὅταν ἄρχισαν καί τά προβλήματα ὑγείας τῆς Γερόντισσας. Δέν θά μποροῦσε, λόγῳ σωματικῆς ἀδυναμίας, νά οἰκονομεῖ μέ τήν ἴδια φροντίδα τό παιδί. Ἐκείνη τήν χρονιά διορίσθηκε καί ἡ εὐτέλειά μου ἐφημέριος στήν Πόμπια. Δεθήκαμε πολύ, σάν μάνα μέ παιδί, εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Τῆς ἔδωσε πληροφορία ὁ Θεός στήν προσευχή: «Σοῦ πῆρα τήν Ἀντωνία ἀλλά σοῦ ἔστειλα τόν Ἀντώνιο». Καί πράγματι! Τήν ἀγάπησα ὅσο καί τούς φυσικούς μου γονεῖς ἤ ἴσως, ἀκόμη καί περισσότερο. Ἀπήλαυσα κοντά της, τήν ἀκένωτη μητρική στοργή καί τήν ἀνύστακτη φροντίδα της. Εἴθε δέ, νά διαποτίσει καί τό ἄγονο ἔδαφος τῆς δικῆς μου ψυχῆς, τό ζωηφόρο νᾶμα πού εἶδα τόσα χρόνια νά ἀναβλύζει ἡ ἔνθεη βιωτή της καί ἡ ἰσάγγελος πολιτεία της…
.                            Ποτέ δέν περιαυτολόγησε. Εἶχε αἴσθηση, ὄχι ἁπλῶς μηδαμινότητας, ἀλλά ἀπόλυτης οὐδενίας. Τήν βρήκαμε πολλές φορές νά ἔχει ἐπιδοθεῖ σέ θρῆνο μετανοίας, νά χτυπᾶ τό πρόσωπό της καί νά αὐτοαποκαλεῖται «πόρνη, ληστίνα, ἔκτρωμα, ἐλεεινή». Λυπόταν, ὅταν τήν ἐπαινοῦσαν, γιατί νόμιζε ὅτι ἀδικοῦσαν κατά πολύ τήν πραγματικότητα καί πήγαινε κόντρα, προσέκρουε βάναυσα, στήν δίκαιη ἀποτίμηση τοῦ Θεοῦ. Χαιρόταν στίς κατηγορίες, γιατί τίς ἐκλάμβανε – ὅπως ἔλεγε – ὡς εὐκαιρίες γιά διόρθωση, μετάνοια καί σωτήριο ἐπαναπροσδιορισμό ὁλόκληρης τῆς ὑπάρξεώς της. Εἶχε ἐγκαθιδρύσει μέσα της ἕνα σπάνιο καί ἀμπλοκάριστο ἐργοστάσιο καλῶν λογισμῶν. Γιά ὅλους εἶχε ἕναν καλό λόγο. Καί τά πιό δύσκολα καί σκανδαλώδη ἐνεργήματα, δέν τά ἀμνήστευε μέν, ἀλλά σιωποῦσε καί προσευχόταν γιά τούς ὑπεύθυνους, ὅταν τά ἐπληροφορεῖτο. «Ἐγώ εἶμαι ἡ μεγαλύτερη ὑπόδικη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ –ἔλεγε– καί δέν ἔχω δικαίωμα νά κρίνω κανέναν». Σέ ὅλους εὕρισκε κάτι καλό καί αὐτό προέβαλε. Τήν ἐνδιέφερε νά βασιλεύει τό καλό στήν ἀνίληψη τῶν ἄλλων καί στήν ὑφή τῆς κοινωνίας. Γι’ αὐτό τελευταία, τῆς ξέφυγε καί εἶπε: «Εἶμαι φορτωμένη ἀπό ἁμαρτίες καί ἐλπίζω μόνο στό ἕλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γέρασα ἄπρακτη ἀπό ἔργα μετανοίας. Γιά κατάκριση ὅμως, νομίζω, πώς δέν θά δώσω λόγο στόν δικαιοκρίτη Θεό…»!
.                        Τά τελευταῖα 20 χρόνια τῆς ζωῆς της, τά πέρασε μέσα στήν καρποφόρο ἐξάσκηση τῆς Ἱερᾶς ἡσυχίας καί στήν πολύφερνη ὑλοποίηση τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ζοῦσε στό κλῖμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Ἐλάχιστος ὁ ὕπνος της, πολύ ἐλαχιστοτέρα ἡ τροφή της. Διανυκτέρευε προσευχόμενη. Ὁ νοῦς της, τελείως ἐξαγιασμένος, βρῆκε τόν ἀρχέγονο τόπο του, πῆγε στόν φυσικό προορισμό του. Ἐνεργοποιήθηκε μέσα στό ἀπύθμενο πηγάδι τῆς βαθείας καρδίας, ὅπως περιέγραφε ἡ ἴδια ἡ Γερόντισσα. Ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντίσθηκε αὐτός ὁ θεοειδέστατος νοῦς της στά ἐπουράνια. Διείσδυσε ἐπαρκῶς στά ἄφατα καί συγκλονιστικά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπε καί ἀπολάμβανε τό ἄπλετο καί γαλαζόλευκο Φῶς τοῦ Θεοῦ, τήν ἄφατη δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος πού εἶναι ἀσχημάτιστο καί ὁμοιογενές -ὅπως ἔλεγε- καί δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος. Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του. Διέκρινε μέσα στό ἐνιαῖο ἐκεῖνο ἀμήχανο Φῶς, τρία φῶτα, τίς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἔκανε μοναδικές ἐμπειρικές περιγραφές, πού μόνον μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τίς ἀπετόλμησαν. Ἔβλεπε ἄσαρκο Φῶς, τόν Ἄναρχο Πατέρα τήν πηγαία Θεότητα. Ἔβλεπε σεσαρκωμένο Φῶς, τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο καί περιέγραφε μέ ἐκπληκτική εὐκρίνεια τά ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά Του. Ἔβλεπε καί τό τρίτο Φῶς, τό Πανάγιο καί Ζωοποιό Πνεῦμα νά συνέχει τήν Ἐκκλησία, νά προχέεται στίς καρδιές ἀπό τά Ὠμοφόρια τῶν Ἐπισκόπων καί τά Ἐπιτραχήλια τῶν ἱερέων καί νά σηκώνει ἐπαρκῶς μέσα στά δάκρυα τῆς προσευχῆς καί τούς στεναγμούς τῆς μετανοίας. Ἦρθε -ἔλεγε- τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἀλλά δέν ἔφυγε. Κινεῖται στόν κόσμο μέ μεγάλο κρότο, «ὡς ἦχος φερομένης, βιαίας πνοῆς» ἀλλά δέν τόν ἀκούει κανείς, μόνο ὅσοι ἔχουν ἐνεργοποιήσει τόν κρυφό μηχανισμό τῆς καρδίας.
.                       Μέ τήν διόπτρα τοῦ νοῦ, τήν λεπτοτάτη προσοχή, τά «κιάλια» τῆς καρδιᾶς, ὅπως τά ὀνόμαζε, ἀνίχνευε τά ἐπουράνια καί τά καταχθόνια ἀλλά καί τά κρυπτά τῆς καρδίας τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Εἶχε βιωματική γνώση τῶν διαβαθμίσεων τοῦ οὐρανοῦ. «Ἔχει –ἔλεγε- ὁ οὐρανός πολλές καταστάσεις Χάριτος πού ἐπεκτείνονται ὡς τό ἄπειρο καί δέν τελειώνουν ποτέ…». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔβλεπε τίς ἐναλλαγές τῶν αἰώνων. Ἄφηνε, ὅμως, τόν νοῦ της νά κατέρχεται καί στά φλογισμένα και ἀφεγγῆ βασίλεια τῆς κολάσεως. Εἶδε πολλούς, ἀλλά οὐδέποτε μαρτύρησε κανέναν. «Ἀνάβω κεράκια -ἔλεγε- κάνω πολλή προσευχή καί τούς βάζω σέ κίνηση βελτιώσεως, γιατί εἶναι μαρμαρωμένοι οἱ καημένοι».
.                       Ταυτίστηκε χαρισματικά μέ ὅλο τόν κόσμο. Εἶχε προσλάβει μέσα της «παγγενῆ» τόν Ἀδάμ. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό της ὑπαίτιο γιά ὅ,τι κακό συμβαίνει στήν οἰκουμένη. Γι’ αὐτό τίς πρῶτες πρωινές ὥρες, ἔκανε μία μακροσκελῆ αὐτοσχέδια, συγκλονιστική προσευχή, πού περιελάμβανε ὅλη τήν κτίση καί κάθε γένος ἀνθρώπων «τῶν ὑπό τόν οὐρανόν».
.                         Ἡ ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου της καί ὁ γλυκασμός πού ἐξέπεμπε ἡ καρδιά της, προσέλκυσαν πλησίον της ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα νέων, πού προσέτρεχαν κοντά της, γιατί ἔβλεπαν τήν ἀειθαλῆ καί ἀθάνατη ζωτικότητα μέσα σέ μία εὔθραυστη καί ἀποκαμωμένη χοϊκότητα. Μία πνευματοφόρο καί ἐν-χριστωμένη ψυχή μέσα σ’ ἕνα λιπόσαρκο καί γηραιό σῶμα. Ἐκείνη αἰσθανόταν ὡς μητέρα. Ἀγκάλιαζε ἰδιαίτερα τούς πολύ ἁμαρτωλούς, ἀναπτέρωνε ἐλπίδες, ἰσχυροποιοῦσε τό φρόνημα τῆς πνευματικῆς μετάλλαξης, τόνιζε τίς ἀτέρμονες διαστάσεις τοῦ Θείου Ἐλέους καί τήν ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τούς προσλάμβανε μέσα στήν θαλπωρή τῆς καρδιᾶς της, γιά νά ζεστάνει ἀπό τήν παγωνιά τῆς δαιμονικῆς κυριαρχίας, ἀκόμη καί βαρυποινίτες φυλάκιζε στοργικά μέσα στά κελιά τῶν ἐνδομυχίων της, γιά νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τίς ἀλυσίδες τῶν παθῶν τους καί νά τούς χαρίσει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία. Δέν ἄφηνε ὅμως, καί κανέναν νά ξεθαρρεύει. Ἐπαναλάμβανε μέ δικό της τρόπο, τήν ἐπωδό τοῦ Ὁσίου Νίκωνος τοῦ μετανοεῖτε, «Μετά τήν ἐνθέδε ἐκδημίαν, μετανοίας ἰσχύς οὐδεμία»
.                      Οἱ παρακαταθῆκες της ἁπλές καί πρακτικές ἀλλά ἀποστάγματα ἁγιοπνευματικῆς σοφίας καί χάριτος.
«Ἡ γλῶσσα –ἔλεγε– εἶναι ἡ καλύτερη φιλενάδα τοῦ σατανᾶ».
«Νά ἔχετε τέσσερα πράγματα: Ἀγάπη, ταπεινοφροσύνη, σιωπή καί ἐλεημοσύνη ἐν κρυπτῷ».
«Νά ἐξομολογεῖσθε ὅπως πρέπει, γιά νά μήν ἔχει οὔτε πατημασιές ὁ διάβολος μέσα σας».
«Νά μήν κακολογοῦμε τούς ἄλλους, γιατί ἔπειτα θά μᾶς κακολογήσει κι ἐμᾶς ὁ Θεός ὅταν ξανάρθει στόν κόσμο».
«Νά προσεύχεσθε μέ τήν εὐχή “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με”, ἀλλά καί Τριαδολογικά. Ἐγώ λέγω»: «Πατέρα ἐπουράνιε συγχώρεσέ με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, Πνεῦμα Ἅγιον φώτισέ με».
«Ὅποιος φοβᾶται, δέν φοβᾶται». Δηλαδή, ὅποιος φοβᾶται τήν ἁμαρτία δέν φοβᾶται τίποτα.
.                   Ἡ διαρκής μέθεξις τῆς Ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ πού ἡ Γερόντισσα εἶχε σέ βαθμό Θεώσεως ἐδραίωσαν μέσα της τήν αἴσθηση τῆς οὐδενίας καί τήν ἀποστροφή στόν ἑαυτό της, μέχρι αὐτομίσους. Ταυτόχρονα γιγάντωνε τήν χαρισματική κατάσταση τῆς μετανοίας ὡς μυστήριο καί βίωμα διαρκείας. Ἔλεγε: «Μέσα ἀπό τήν καρδιά βλέπω τί εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶμαι ἐγώ. Ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐγώ ἕνα μηδέν. Τόν εὐχαριστῶ, ὅμως, πού μοῦ δείχνει τά χάλια μου καί μοῦ δίνει παράταση μετανοίας. Ζῶ καθημερινά τό μυστήριο τῆς Ἀγάπης Του. Ὅ,τι τοῦ ζητήσω μοῦ τό δίνει. Χατῆρι δέν μοῦ χαλᾶ κι ἄς εἶμαι τό πιό ἄτακτο παιδί Του. Εἶναι σάν ἕνα κοπέλι πού τό πέμπω στίς μαντατοφοριές. Μέ φροντίζει καί μέ στηρίζει σέ βαθμό πού δέν ἀντέχω, ἐνῶ ἔπρεπε νά μοῦ δίνει νερό νά πίνω ἀπό τούς βόθρους τῆς Νέας Ὑόρκης, γιατί οἱ ἀποχετεύσεις τοῦ χωριοῦ μου εἶναι καθαρές».
.                  Ὅσο πλησίαζε τόν Θεό καί σπούδαζε ἐμπειρικά τό ἀπερινόητο τῆς Ἀϊδιότητός Του, τόσο χαμήλωνε στήν διόπτρα τῆς ψυχῆς της ἡ ἰδέα γιά τόν ἑαυτό της καί μέ ποταμούς δακρύων ζητοῦσε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ γενναιόδωρος Χρεώστης τήν προίκισε ἀπό τίς ἀποθῆκες τῆς Ἀγάπης Του μέ σπάνια χαρίσματα: τήν προόραση, τήν δυνατή διόραση καί τήν προφητεία.
.                         Ὅλα αὐτά τά θεωροῦσε φυσικά γιά ὅλους, γιατί διέθετε προπτωτική καθαρότητα καί παιδική ἁπλότητα. Σ’ αὐτά δέν θά ἀναφερθῶ λεπτομερῶς. Δέν εἶναι αὐτό τό μεῖζον, οὔτε τό ζητούμενο τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ὅλων τῶν χαρισμάτων της, ὑπερεῖχε ἡ ὑπερφυσική της ἀγάπη της καί ἡ ἀσύγκριτη γιά τά σημερινά δεδομένα ταπεινοφροσύνη της.
.                    Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος πού τήν συναναστράφηκε καί εἶχε ἐπικοινωνία μαζί της, λέγει ὅτι ὅπου βαθιά ταπείνωσις καί διαρκής μετάνοια δέν ἀναπτύσσεται καμία πλάνη, γιατί δέν ἀντέχει νά ἐνεργήσει ὁ σατανᾶς.
.                 Καί ἡ Γερόντισσα εἶχε σπάνιο χάρισμα διακρίσεως τῶν πνευμάτων, πού ἀποτελεῖ τό προσδιοριστικό ἰδίωμα τῆς ἀπλανοῦς Θεολογίας. Ἦταν προφήτιδα τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιατί ἦταν μία ἀληθινή ἡσυχάστρια. Ξεχώριζε ἄριστα τό ψυχολογικό ἀπό τό πνευματικό, καί τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο. Ἔλεγε: «Ἔρχονται, εἰδικά τήν νύχτα πού προσεύχομαι οἱ δαίμονες μέ ποικίλες μορφές. Ἄλλοτε γίνονται τέρατα φρικιαστικά καί πασχίζουν νά μέ τρομάξουν καί ἄλλοτε εἰδικά στίς ἀρχές, μεταμφιέζονται σέ πνεύματα ἀγαθά καί προσπαθοῦν νά μέ ξεγελάσουν. Τούς προδίδει, ὅμως, ἡ βρῶμα τους. Μία ἄλλη αἴσθηση δυσοσμίας πνευματικῆς, πού δέν γίνεται ἀντιληπτή ἀπό τήν σωματική ὄσφρηση καί εἶναι χειρότερη ἀπό τά σκουληκιασμένα ζωικά σπλάχνα καί τό σάπιο κρέας τῶν 16 ἡμερῶν. Τά θεϊκά –ἔλεγε- δυναμώνουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας καί τήν ταπείνωση, εἰρηνεύουν καί ἐνισχύουν τήν ψυχή. Τά δαιμονικά, ὅσο καμουφλαρισμένα καί νά ‘ναι, δημιουργοῦν ταραχή, φόβο, ὑπερηφάνεια, σέ πιάνει ἀπό τήν βρῶμα τάση ναυτίας, μεταταράσσονται τά σπλάχνα σου».
.                          Πολλές φορές τήν εἶδα γιά παραδειγματισμό μου σέ κατάσταση Θείας ἀρπαγῆς, βυθισμένη μέσα στήν καρδιά καί ἀπό ἐκεῖ ἐξακοντισμένη στούς οὐρανίους κόσμους, φωτεινή καί «ἀχάμπαρη» γιά τό τί συνέβαινε γύρω της. Τό φῶς τοῦ Θεοῦ -ἔλεγε- τό ἔβλεπε μέσα ἀπό τό χάος τῆς καρδιᾶς πού τῆς ἦταν πάμφωτο, τραβιόταν ὅμως καί τά σαρκικά της μάτια καί τά αἰσθανόταν νά ἀλλοιώνονται, τό ἔβλεπε -ὅπως ἐδιηγεῖτο- «ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς ἔως τά κράνυχα τῶν ποδιῶν», ὅλες οἱ αἰσθήσεις γινόταν μία. Παντοῦ βασίλευε ὁ Χριστός καί δέν ἤξερε ἀπό ποῦ τελικά ζοῦσε ὅλες αὐτές τίς ὑπερφυεῖς δωρεές τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος. Ἔλεγε ἀποφατικά: «Αὐτά γλῶσσα δέν τά διηγεῖται καί ἀνθρώπινος νοῦς δέν τά χωρεῖ. Οὔτε ἀγγελικός νοῦς δέν τά χωρεῖ ὅλα. Ἀπορῶ πῶς ὐπάρχουν ἄνθρωποι πού λέγουν πώς δέν πιστεύουν».
.                            Ἡ βρώμα πού αἰσθανόταν ἐνώπιον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ἴδια εἶχε νοερά καρδιακή προσευχή. Αἰσθανόταν -ὅπως ἔλεγε- τήν καρδιά της νά μουρμουρίζει καί εἰδικά τίς νύχτες, ζοῦσε «ἔντονα πνευματικά γλέντια». Ἦταν ζωομύριστη καί μυρίπνοη ἀπό τά μῦρα τοῦ Πνεύματος, γι’ αὐτό διέκρινε τήν νεκροποιό ὀσμή καί τήν ἀηδιαστική ἀποφορά τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων. Ἐνεργοποίησε ἡσυχαστικῶς τό Ἅγιο Χρῖσμα μέσα στήν καρδιά της. Αὐτό ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν γράφει: «ἡμεῖς ἐλάβομεν χρῖσμα ἐκ τοῦ Ἁγίου καί γινώσκομεν αὐτόν». Τό Χρῖσμα εἶναι ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ Ἁγίου Μύρου μέσα στήν καρδιά, ἡ νοερά προσευχή, ὁ φωτισμός τοῦ νοός, καταστάσεις πού ὅταν ἀπουσιάζουν, πανεύκολα μπορεῖ νά εἰσέλθει τό μικρόβιο τῆς οἴησης μέσα στόν ἐσωτερικό χῶρο καί ὁ ἄνθρωπος, ἀντί νά ὡριμάζει σάν εὔγευστο φροῦτο χάριτος, νά ἀποσαθρώνεται, ἀπό τό σκουλῆκι τῆς πλάνης, σάν κούφιο ἀνούσιο καρπολόγημα, καί ἐν τέλει νά ἀπωλεσθεῖ.
.                       Οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ἡσυχαστές τῶν Ἀστερουσίων, Ὅσιοι Γέροντες Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός καί Νεῖλος ὁ Ἁγιοφαραγγίτης τήν ἐκτιμοῦσαν καί τήν ἐσέβοντο ἀπεριόριστα. Καί οἱ δύο ἔσκυβαν καί ἀσπαζόταν τό χέρι της. «Εἶδα τήν προσευχή της καί τρόμαξα» μοῦ εἶπε ὁ Γέρων Ἀναστάσιος, μία ἀπό τίς δύο φορές πού τήν ἐπισκέφθηκε στό σπίτι της. Καί ὅταν ἡ Γερόντισσα τόν ἐπισκέφθηκε στό Βενιζέλειο Νοσοκομεῖο τοῦ Ἠρακλείου, πάλιν ὁ Μέγας Ἐκεῖνος Γέρων, ἄν καί σέ καταστολή δυνάμεων, βρῆκε τό σθένος, ἀνασηκώθηκε, ἄρπαξε τό χέρι της καί τό καταφιλοῦσε.
.                  «Γιατί μοῦ τό κάνουν αὐτό οἱ Δεσποτάδες καί ἀσκητές» ρωτοῦσε μέ παιδική ἀφέλεια ἡ Γαλάτεια. «Γιατί –τῆς ἀπαντοῦσα- φαίνεσαι ἐκατόν ἐτῶν, ἐπειδή εἶσαι κυρτωμένη πολύ καί σέβονται τό γῆρας σου».
«Μπρέ, μπρέ ταπείνωση –ἐπαναλάμβανε ἔκπληκτη ἐκείνη-. Θά εἶμαι ἀναπολόγητη στόν Θεό ἄν δέν μετανοήσω, ἀφοῦ τέτοιοι ἄνθρωποι σέβονται τά γεράματα καί τόν κακοποδομό μου».
.                       «Γιατί, Γέροντα, ἀνέβηκε ἡ Γαλάτεια τόσο ψηλά;» ρώτησα κάποτε τόν Μεγάλο Ἀναστάσιο.
.                     «Γιατί παιδί μου –ἀπάντησε ἐκεῖνος- ἔσκαψε βαθειά τό χωράφι τῆς καρδιᾶς της μέ τό Ξύλο τοῦ Σταυροῦ μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Καί ὁ ἡσυχαστικός σπόρος βρῆκε γόνιμο ἔδαφος καί εὐδοκίμησε πολύ, ἅπλωσε ρίζες καί ἀνυψώθηκε ταχέως μέχρι τίς σφαῖρες τῆς Ἀναστάσεως».
.                        Ἀγαποῦσε πολύ, σάν παιδί της, ὅπως ἔλεγε, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ.κ. Ἱερόθεο. Τόν ἐξομοίωνε μέ τούς Ἱεράρχες πού εἶναι κολλημένοι στόν τοῖχο, ἐννοώντας τίς τοιχογραφίες τῶν ἐκκλησιῶν. Τόν ἐκτιμοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλους. Ἔβλεπε, ὅπως ἔλεγε, τήν ἐσωτερική του ἡσυχία καί τήν θεολογική του πληρότητα. Τόν παρακολουθοῦσε μέ τήν διόπτρα τῆς καρδιᾶς, καί χαιρόταν γιά τήν ἀταραξία του στούς πειρασμούς καί τό ἀδιάκοπο «γλυκομουρμούρισμα» τῆς καρδιᾶς του εἰδικά τίς νυκτερινές ὥρες. Λυπόταν πολύ πού οἱ ἄλλοι δέν τό καταλαβαίνουν καί ὑφίσταται τόσες ἄδικες ἐπιθέσεις καί ἀμφισβητήσεις. Ἐκεῖνος εἶναι καί ὁ ἀποδέκτης τῆς πλειονότητος τῶν ἰδιοχείρων ἐπιστολῶν της. Ὑπέρ-ἀγαποῦσε, ὅμως, καί τόν Ἱεροκήρυκα καί Πρωτοσύγκελλό του, π. Καλλίνικο Γεωργᾶτο. Ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι θά εἶναι ἡ προστάτιδά του. Ἔλεγε: «Πῶ, πῶ! Αὐτός ὁ <Διάκος> του!» (Διάκος ὄχι μέ ἔννοια ἱερατική ἀλλά μέ τή σημασία, τοῦ ἄοκνου συνεργάτη, τοῦ Διακονητῆ). «Τί εὐλογημένο, τί καθαρό παιδί! Ἄγγελος εἶναι! Τόν βλέπεις στά γραφεῖα, στήν κουζίνα, στά μηχανήματα (Ὑπολογιστές), στά ὑπόγεια μέσα στά χαρτιά καί στίς σκόνες! Ποτέ δέν βάζει κακό λογισμό! Ἀγαπᾶ τόν δεσπότη καί λυώνει (θυσιάζεται) μέ χαρά».
.                           Ἀγαποῦσε ἐπισης σάν γιό της καί ἔτρεφε μεγάλη ἀδυναμία στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ὀλυμπίας κ.κ. Χρυσόστομο. Γιά δύο περίπου δεκαετίες εἶχαν καθημερινή ἐπικοινωνία. Τόν εἶχε ἔγνοια γιά τήν εὐαισθησία του καί τήν ἀσκητικότητά του καί νοερῶς ἐμεριμνοῦσε γι’ αὐτόν στοργικά.
.                       Ἀγαποῦσε ἐπίσης, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιῶς κ.κ. Σεραφείμ. Τόν θεωροῦσε λεοντόκαρδο καί ὁμολογητή τῆς Ὀρθοδοξίας. Χαιρόταν πού ἐλέγχει μέ εἰλικρίνεια καί παρρησία τά παρά φύσιν ἁμαρτήματα ἀλλά καί τήν φρικώδη αἵρεση τοῦ παπισμοῦ. «Τόν σκεπάζουν –ἔλεγε- οὐράνιες δυνάμεις καί τόν δυναμώνουν οἱ προσευχές τῶν μοναστηριῶν».
.                       Ἀγαποῦσε πολύ καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἐδέσσης κ.κ. Ἰωήλ γιά τήν ταπείνωση τήν καλοκαγαθία καί τόν ἀσίγαστο Ἱεραποστολικό του ζῆλο. Ἔλεγε περί αὐτοῦ: «Δέν ξιπάστηκε παιδί μου πού ἔγινε Δεσπότης. Ἔμεινε ὅπως ἦταν. Ἕνας παπᾶς μέ τό στρογγυλό στή μέση (ἐγκόλπιο). Παιδί στήν ψυχή, ἅγιος ἄνθρωπος».
.                        Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτο τόν ἀποκαλοῦσε «θεμελιακό» λόγῳ σωματικῆς διάπλασης καί πνευματικοῦ διαμετρήματος. Χαιρόταν -ἔλεγε- πού χτυπᾶ τά κοσμικά καί προβάλλει τά «ἁγιωτικά», δηλαδή τούς καρπούς τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας καί τούς σύγχρονους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Χαιρόταν πού ἔχει παρρησιασμένο καί ἁπλουστευμένο θεολογικό λόγο καί ὁδηγεῖ μέ τό φλογερό του περί μετανοίας κήρυγμα, πολλά χαμένα πρόβατα στήν μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας.
.                     Οἱ Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεώς μας, ὅσοι τουλάχιστον διαθέτουν πνευματικό αἰσθητήριο, τήν ἀγάπησαν σάν μητέρα τους. Καί ἐκείνη, τούς εἶχε σάν παιδιά της. Τά θαύματα ἀπό τήν προσευχή της, ἀναρίθμητα, ἀλλά δέν εἶναι τοῦ παρόντος. Ἄς μιλήσουν ἐκεῖνοι πού εὐεργετήθηκαν ἀπ’ αὐτήν. Δέν θέλω νά θεωρηθεῖ ὁ δικός μου λόγος, ὑποκειμενική ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας καί συναισθηματική ἔξαρση τῆς στιγμῆς.
.                     Κάποιος ἀδιακρίτως φερόμενος, τώρα τελευταία τῆς εἶπε: «Κρίμα Γερόντισσα πού δέν σέ γνώρισα ἀπό παλαιότερα. Ὅμως ὁ τάδε καλόγηρος σέ μία σύναξη μᾶς εἶπε ὅτι εἶσαι πλανεμένη καί ἄν σοῦ μιλοῦμε θά μαγαρίσουμε»!!! Καί ἡ ταπεινή καί ἀνεξίκακη Γερόντισσα μέ ἔκπληξη καί αὐθορμητισμό, χωρίς ἴχνος ταραχῆς καί ἀναβρασμοῦ, ἀπάντησε: «Ἀπορῶ παιδί μου, γιατί ἔπρεπε νά μέ ἔχεις γνωρίσει νωρίτερα. Δέν ὑπερέχω ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά μᾶλλον ὑστερῶ σέ πολλά. Αὐτό πού σᾶς εἶπε ὁ πάτερ πού μοῦ ἀνέφερες ἰσχύει. Ξέρει αὐτός, εἶναι ἔμπειρος ἄνθρωπος. Ὅμως νά ‘ρχεσαι νά μοῦ συγχωρᾶς, μήπως ξεμαγαρίσω κι ἐγώ ἀπό τίς ἁμαρτίες μου». Ἐκεῖ, θαύμασα, τήν ἑτερογένεση τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν δύο. Τήν μεγίστη διαφορά ἀνάμεσα στήν Ἱερωσύνη Ἀαρών καί στήν Ἱερωσύνη Μελχισεδέκ. Τήν χαώδη ἀπόσταση πού ξεχωρίζει τήν ἀλαζονική ἐξουσία τῆς σφραγίδος, ἀπό τα ματωμένα παράσημα πού ἔχουν «οἱ τραυματίες τοῦ Θείου Νυμφίου».
.                         Καί τώρα, ὁλοκληρώνω τήν πενιχρή ἀναφορά μου στό γιγαντιαῖο πνευματικό διαμέτρημα τῆς Γερόντισσας, μέ σύντομη ἐξεικόνιση τοῦ πυρωμένου δειλινοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της. Τό διάστημα αὐτό ἦταν τελείως διαφορετικό, ἀπό τά προηγούμενα ἔτη τῆς ἐγκόσμιας διαδρομῆς της. Μέ πεσμένες τίς σωματικές της δυνάμεις, ἀκμαιότατες τίς πνευματικές, ἔμοιαζε μέ πανώριμο φροῦτο πού εὐωδιάζει. Ἴσχυε ἐμφανῶς καί σ’ αὐτήν ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου: «Εἰ καί ἔξωθεν ἄνθρωπος διαφθείρεται ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ».
.                          Αἰσθητοποιοῦσε τήν πλήρη ὁμογενοποίηση τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου. Εἶχε τελείως «παιδιοποιηθεῖ» μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅρου. Χαιρόταν μέ τά μικρά παιδάκια, μέ τήν παρουσία ἐκείνων πού τήν ἀγαποῦσαν, περιεργαζόταν τήν φύση, τά μικρά τῆς γειτονιᾶς, τό κελάηδημα τῶν πουλιῶν, τόν ἦχο τῆς βροχῆς, τό θρόισμα τοῦ ἀέρα, ἀκόμη καί τούς κλάδους τῶν δένδρων ὅταν φυσοῦσε ὁ ἄνεμος. Ὅλη τήν κτίση τήν αἰσθανόταν ἐναρμονισμένη μέ τήν καρδιά της, νά ἀναφαίρεται στόν Θεό. Εἶναι προφανές ὅτι εἶχε ἀκούσει «τούς λόγους τῶν ὄντων» πού ἀναφέρει ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἡ καρδιά -ἔλεγε- ἔχει πολλές αἰσθητήριες δυνάμεις, πού ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ, γιατί εἶναι ἀπό τήν ἁμαρτία μπλοκαρισμένες. Ὅταν ἐνεργοποιήσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, αὐτούς τούς μυστηριώδεις ἐσώψυχους μηχανισμούς, ὁρᾶται ἐναργῶς ἡ Θεϊκή παρουσία μέσα σέ ὅλο τόν περιβάλλοντα φυσικό χῶρο. Τότε, διαπιστώνει, ὅτι καί τά ἄψυχα τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι ἀμεσότατα ἐστραμμένα πρός τόν Δημιουργό, Τόν δοξολογοῦν καί Τόν ὑμνολογοῦν, ὅπως ἡ ἐκλεπτυσμένη ἀπό τήν Χάρη καρδιά, γι’ αὐτό καί ἀκαταπαύστως συντονίζονται λειτουργικά μαζί της.
.                    Τήν τελευταία χρονική περίοδο, φάνηκε ἐναργέστερα ἡ οἰκουμενική της μητρότητα, τό γεγονός ὅτι συνέλαβε ἁγιοπνευματικῶς καί ἐγέννησε νοερῶς, πολλούς συγχρόνους χριστιανούς. Παρά τό βαθύ γῆρας, εἶχε ἀναπεπταμένες τίς πνευματικές κεραῖες καί ἐνεργοῦσε μέ τεράστια διάκριση, σύνεση καί χιοῦμορ. Ἔλεγε ὑψηλές ἀλήθειες ὡς ἀπόσταγμα τῆς ζωῆς της, ἀλλά μέ πολύ ἔξυπνο καί χαριτωμένο τρόπο, προκειμένου νά συντρίψει σωτήρια, χωρίς νά τόν ἐξουθενώσει ψυχικά καί νά ἔχει τό καλύτερο δυνατό ἀποτέλεσμα τό μητρικό της ἀφύπνισμα καί τό χειρουργικό της ἐγχείρημα. Δέν ἔκανε ποτέ τήν δασκάλα, ἤ τήν μοναχή, ἐνῶ ἦταν στήν πραγματικότητα καί ἄριστος παιδαγωγός καί ἰσάγγελος ἄνθρωπος, πού δίδασκε μέ ἁπλά παραδείγματα νοηματισμένα μέ βαθύ περιεχόμενο, μέ προσευχή καί σιωπή, λεπτότητα καί χιοῦμορ, αὐτομεμψία καί διακριτική συμβουλή: «Βλέπω –ἔλεγε- τούς λογισμούς ὅλων. Ἔρχονται καί μερικοί ἐγκάθετοι γιά νά μέ διερευνήσουν καί νά δημιουργήσουν προβλήματα σέ ἄλλους, γιατί ἐμένα δέν μέ νοιάζει. Ὅσο εἶναι ἐδῶ, δέν μιλάω, προσεύχομαι κοιτάζοντάς τους στήν καρδιά καί τούς ἀγκαλιάζω μυστικά μέ τήν ἀγάπη μου. Φεύγουν μέ καλούς λογισμούς καί οἱ περισσότεροι ξανάρχονται ἀλλαγμένοι».
.                       Ὅταν τῆς ζητοῦσαν εὐχή στερεότυπα σχεδόν ἔλεγε: «Νά ἔχετε τήν εὐχή τοῦ Ἀνάρχου Πατρός, τοῦ Συνάναρχου Λόγου καί τοῦ Συναΐδιου καί Ζωοποιοῦ Πνεύματος. Τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ πού εἶναι ὁ ὑψηλότερος στό ἀνάστημα Ἅγιος ἀλλά καί αὐστηρός ἐπισκέπτης, τῶν Ἀποστόλων καί Πάντων τῶν Ἁγίων. Νά εἶστε κάτω ἀπό τήν σκέπη τῶν Οὐρανίων Δυνάμεων. Καί ἄν ἔχω καί ἐγώ εὐχή, χαλάλι σας».

Τό πέρασμα στήν αἰωνιότητα τό κουβέντιαζε. Μπορῶ νά πῶ τό γλεντοῦσε καί τό προσδοκοῦσε. Δέν ἔδειξε νά φοβᾶται καθόλου τήν φρικτή ὥρα τοῦ θανάτου. Εἶχε καθηλωμένο τό βλέμμα στήν μεγάλη πύλη καί πορευόταν σταθερά στή Βασιλεία τοῦ «Ἀρνίου». Μιλοῦσε γελώντας γιά τό τέρμα τῆς ἐπίγειας πορείας της. Ἑτοίμαζε ἐντατικότερα τόν ἑαυτό της, γιά νά στηθεῖ «εὐπρόσδεκτα» -ὅπως ἔλεγε- στό κριτήριο τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.

Ἄρρωστη, σχεδόν ἀκίνητη καί ἡμιπαράλυτη, ἐξακολουθοῦσε νά μεριμνᾶ καί νά προσεύχεται. Γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιά τούς πιστούς, ἀπίστους καί ἑτεροδόξους πού εἶναι «ἐκλελυμένοι καί ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ΄ 36). Γιά τά κουρασμένα γηρατειά, γιά τούς ἐναγώνιους οἰκογενειάρχες καί γιά τήν προβληματισμένη νεότητα. Τό καλοκαίρι τοῦ 2016 ἔλεγε: «Θέλω νά κάθομαι στόν δρόμο γιά νά ἀποχαιρετήσω τό χωριό μου. Ὀλίγος χρόνος μοῦ ἀπέμεινε νά μείνω μαζί σας. Ἀλλά ὁ Θεός πού μᾶς ἐνώνει εἶναι Αἰώνιος».

Πολλά νέα παιδιά, τῆς ἔλεγαν, ὅταν τήν ἄκουγαν νά ἀποχαιρετᾶ: «Δέν θέλουμε νά φύγεις. Ἀλλά ἀκόμη κι ἄν φύγεις, μή μᾶς ξεχάσεις». Καί ἐκείνη μέ ἀπορία ἀπαντοῦσε: «Αὐτό, παιδιά μου, συμβαίνει μόνο μέ τούς Ἁγίους. Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή καί χρειάζομαι τίς δικές σας προσευχές. Στοχεύω σ’ ἕνα μικρό τοπαλάκι. Τό τελευταῖο, ἄν ξετσουρίξω καί μπῶ ἐκεῖ μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας, δέν θά ξεχάσω κανένα σας».

Οἱ θεοπτίες, ἡ σωματική της μυροβλυσία καί ἁγιοφάνειες πλήθυναν πολύ εἰδικά μετά τόν Αὔγουστο τοῦ 2016. Οἱ 4 καβαλάρηδες Ἅγιοι Μηνᾶς, Γεώργιος, Δημήτριος καί Νικήτας ἦταν σχεδόν ἡ μόνιμη συντροφιά της. Τούς περιέγραφε μέ ἀφελότητα καρδιᾶς καί ἐκπληκτική ἀκρίβεια. Νόμιζε ὅτι ἡ ἐνόραση εἶναι φυσικό ἰδίωμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἄρα ὅλοι μποροῦμε νά ἔχουμε τίς ἴδιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ἔλεγε: «ὁ Μηνᾶς παιδί μου εἶναι θηρίο στό μπόι. Ἄνδρας θεμελιακός, γεμᾶτος, πλαταρᾶς καί σκοῦρος λίγο στήν δερμάτινη ἐμφάνιση. Πιό μεγάλος ἡλικιακά ἀπό τούς ἄλλους, λευκός περίπου στό τρίχωμα τῆς κεφαλῆς καί εἶναι ἡγετική μορφή. Εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς παρέας. Ὁ Γεώργιος καί ὁ Δημήτριος εἶναι πανέμορφα παλληκαράκια. Μέτριοι στό ἀνάστημα καί εἰκοσιπεντάρηδες στήν ἡλικία. Ὁ Νικήτας εἶναι πρός τό ψηλός στό ἀνάστημά του καί ὁλόξανθος. Τά μαλλιά του μοιάζουν μέ τά γένια τοῦ παπποῦ μου πού ἦταν ξανθά σάν τό λινάρι».

Περιέγραφε τό εὔσωμο τῶν ἀλόγων μέ τίς χρυσές σέλες, τόν θόρυβο τοῦ χλιμιντρίσματος καί τό ζωηρό χτύπημα τῶν ποδιῶν τους. Στίς 16 Δεκεμβρίου τοῦ 2016 τήν ἐπισκέφθηκαν οἱ Ἅγιοι καί τό σπίτι μοσχοβόλησε. Τῆς παρουσίασαν τά τετράδιά της. Τά ψυχοχάρτια της: «Νά σᾶς τά φέρω νά τά δεῖτε –ἔλεγε μέ παιδική ἀφελότητα-. Λάμπουνε…».

Ἀπό τίς 16 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερα, τί δέν εἴδαμε, τί δέν ἀκούσαμε, τί δέν ζήσαμε. Στίς 13 Ἰανουαρίου 2017, διαγνώσθηκε μέ βαριά πνευμονική λοίμωξη. Ὁ εἰδήμων γιατρός πού τήν ἐξέτασε, τῆς ἔδωσε περιθώριο ζωῆς τήν διάρκεια μιᾶς νύκτας καί ἐξονόμασε τήν κατάσταση πνευμονικό οἴδημα. Ἡ Γερόντισσα στό κρεβάτι χωρίς αἰσθήσεις. Κάπου κάπου ἀφυπνίζονταν καί ἐδιηγεῖτο ἰσχνόφωνα κάποιες ὑπερφυεῖς ἐμπειρίες της. Ἐννέα Ἱερεῖς τέλεσαν ἀμεσότατα τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου. Τήν ὧρα ἐκείνη, πλημμύρισε μέ παράδοξη εὐωδία τό δωμάτιό της. Δέν εἴχαμε ἀνάψει θυμίαμα, γιά νά μήν ἐπιβαρύνουμε τήν ἀναπνευστική δυσλειτουργία. Ἡ Γερόντισσα περιχαρής ἀποκάλυψε στήν πρωτανηψιά τῆς Αἰκατερίνη Ρεθυμνιωτάκη πού τήν πρόσεχε, ὅτι δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τῆς Κυρίας Θεοτόκου! Συνοδευόταν ἀπό τήν Ἁγία Παρασκευή.

Τῆς εἶπε ἡ Παναγία μας: «Ἡ βαλίτσα σου εἶναι ἕτοιμη καί τά τετράδιά σου ἀστράφτουν. Ἐπίκειται ἡ ἀναχώρησή σου».

«Πάρε με Παναγία μου, ἀφοῦ εἶμαι ἕτοιμη» παρακάλεσε ἡ ταπεινή Γερόντισσα. Χαμογέλασε ἡ Θεοτόκος καί τῆς ἀπάντησε: «Ἔλαβες μικρή παράταση. Σύντομα θά δρομολογήσω τό θέμα ἐγώ».

Καί ἐνῶ ἰατρικῶς ἦταν ξοφλημένη, μετά τήν Μεγαλοσχημία της, σταμάτησε ὀ ἐπιθανάτιος ρόγχος καί ἀπόλυτα ζωντάνευσε. Ἀνακάθισε στό κρεβάτι μέ τά Μοναχικά της ἐνδύματα καί ἐμπεπλησμένη Πνεύματος Ἁγίου, δίδασκε, νουθετοῦσε, ἐνίσχυε καί προφήτευε σέ καθένα ἀπό τούς παρόντες. Καί ἦταν ἀρκετοί! Πρωτύτερα, ὅταν ἀφυπνίζονταν γιά λίγο ἀπό τόν λήθαργό της, ἔλεγε γιά ἕνα δῶρο πού θά τῆς ἔκανε ὁ Μέγας Ἀντώνιος στόν ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς του! Καλοῦσε κάποιους, νά παραβρεθοῦν σ’ ἐκείνη τήν μεγαλειώδη στιγμή τῆς ζωῆς της! Τότε «πού θά ἔβαζε ὁριστικά τό νυφικό της καί ἕνας Δεσπότης θά τῆς τοποθετοῦσε κάτι στήν κεφαλή».

Προσωπικά τό συνέδεσα μέ τήν κοίμησή της, ἐπειδή ὑπεραγαποῦσε τόν Ἅγιο Ἀντώνιο ἀλλά καί γιά τόν λόγο, ὅτι ἐπιστημονικῶς δέν εἶχε πλέον, παρά ὁλίγες ὥρες ζωῆς. Θεωροῦσα τήν παράταση πού ἀνέφερε ἡ Κυρία Θεοτόκος, τριῶν εἰκοσιτετραώρων! Μέχρι τόν ἑσπερινό τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου…

Αὐτό πού θά λάμβανε στό κεφάλι, τό συνέδεσα μέ τό ἀμαράντινο τῆς Δόξης Στέφανο, ἀπό τά Ἄχραντα Χέρια τοῦ Ἀγωνοθέτου Δεσπότη Χριστοῦ! Καί νυφικό ἑρμήνευσα τό νεκρικό σάβανό της. Ἕνας παρών Ἁγιορείτης, ἀντιλήφθηκε ὅτι ἐννοοῦσε, μέ ὅσα ἔλεγε, τήν Μοναχική της κουρά! Ὅντως, ἔγινε παραδόξως καί ἐσπευσμένως κατά τήν διάρκεια τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, κατόπιν ὁλόθυμης εὐλογίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Μακαρίου. Ἔκτοτε, πῆρε δύναμη τό φθαρμένο γεροντικό σῶμα της καί ἔζησε πέντε περίπου ἔτη. Τοποθέτησα ἀπαγορευτική πινακίδα στήν αὔλειο πόρτα τῆς οἰκίας της, γιά νά τήν προστατεύσω ἀπό τήν κοσμοσυρροή, διότι λόγῳ τῶν πολλῶν θαυμαστῶν σημείων πού ἐξεδήλωνε, ἁπλώθηκε, τάχιστα, στά πέρατα τῆς ὑφηλίου ἡ χαρισματική φήμη της…

Ἐκείνη, ἄν καί δέν λειτουργοῦσε πλέον καθόλου ἐγκεφαλικά καί δέν εἶχε περιθώριο ἀκοῆς καί δυνατότητα διεξαγωγῆς διαλόγου, πληροφορήθηκε προφανῶς μέ ὑπερφυσικό τρόπο τό γεγονός καί ζήτησε ἐπιμόνως νά ἀφαιρεθεῖ ἡ πινακίδα, «διότι», ὅπως τό αἰτιολόγησε, «ἔχει μεγάλη ἀνάγκη ὁ κόσμος καί ἤθελε νά ἔχει ἐπικοινωνία μαζί του»! Ὑπακούσαμε ἄμεσα στήν ἐντολή της, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά γίνει πανορθόδοξο σημεῖο ἀναφορᾶς το σπιτάκι της καί χῶρος αἰσθητοποιήσεως θαυμαστῶν γεγονότων καί παραδόξων σημείων τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ! Εἶχε βέβαια, καί τήν ὀδυνηρότατη συνέπεια, νά ὑποστῶ προσωπικά ὀρυμαγδό πυρακτωμένων βελῶν «γιά», δῆθεν, «ἐκμετάλλευση» καί «αὐτοπροβολή» μέσῳ τοῦ ἱερωτάτου προσώπου τῆς Γερόντισσας! Καί ὅλα αὐτά, ἐκπορεύονταν ἀπό πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ἐντόπιους καί ξένους… Ἀναμενόμενο ἔως καί κατανοητό σέ ἕνα βαθμό! Τούς μέν καλοπροαίρετους δικαιολογῶ, τούς δέ μοχθηρούς καί ἐπίβουλους, εἰλικρινά, ἐκ μέσης καρδίας συγχωρῶ. «Καί αἰτοῦμαι τήν ἄφεσιν τῆς ἁμαρτίας ταύτης, παρά τοῦ ἐτάζοντος νεφρούς καί καρδίας Παντεπόπτου καί Δικαιοκρίτου Σωτῆρος Χριστοῦ».

Ὅλα τά ἔσχατα χρόνια τῆς ζωῆς της, εἰδικά τήν περίοδο πού ἦταν ἀπολύτως ἀνήμπορη καί κλινήρης, ἐπέδειξε στόν ἐναργέστερο βαθμό τίς πλούσιες δωρεές πού τήν γέμισε ὁ Θεός καί τήν Θεοποιό ἐνέργεια πού βίωνε καί ἀντανακλοῦσε. Οἱ ὑπερβολικές καί ὑπέρμετρες γιά τά ἀνθρώπινα δεδομένα θυσίες γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐπιφέρουν σέ πολλαπλάσιο βαθμό τήν οὐράνια ἀντιμισθία, καθ’ ὅτι εἶναι πιστός στήν ἐπαγγελία Του ὁ χορηγός τῶν ἀγαθῶν ὅτι «τούς δοξάζοντάς με ἀντιδοξάσω»! Ἔτσι, ἡ Γερόντισσά μας, ἐφοδιασμένη πλέον καί μέ τό χάρισμα τῶν ἰαμάτων, θεράπευε τίς πνευματικές καί σωματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ἔκανε θαύματα πολλά καί μεγάλα, προξενοῦσε ἐσωτερικές ἀλλοιώσεις στούς ἐπισκέπτες της, ὡδηγεῖτο ἀπό τήν ἀκατανίκητη πνοή τοῦ Παναγίου Πνεύματος! Δέν διέθετε ἐξειδικευμένη γνώση, ἀλλά ἐπειδή καθάρισε τό νοερό τῆς ψυχῆς της, ἔλαβε ἁγιοπνευματική σοφία, ἀνέπτυξε τήν δεκτική δύναμη τοῦ Λόγου, ἀπέκτησε τήν ὑπαρξιακή γνώση, κατόπτευσε τήν εἰκόνα τῶν μελλόντων καί τῶν ἀποκρύφων, ἔγινε κάτοχος τῆς «βεβαίας πίστεως», γι’ αὐτό καί ἀναλώθηκε φιλανθρωπικά καί εὐεργετικά γιά τόν ὁποιοδήποτε συνάνθρωπό της! Ἐκεῖνος πού θά κατορθώσει νά ἐνωθεῖ μέ τόν Χριστό, σκορπᾶ ἀφειδώλευτα τό περιεχόμενο τῆς ὑπερφυοῦς αὐτῆς μετοχῆς στόν ὑπόλοιπο κόσμο… Ἤτοι, ἐκδαπανᾶται καθημερινῶς ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἀδάμ καί γίνεται ἐθελουσίως «κατάρα» γιά νά ἀποκτήσουν οἱ ἄλλοι εὐλογία…

Ἡ μεγάλη της ἀγάπη πρός ζῶντες καί κεκοιμημένους, ἀρχικά ἐκδηλωνόταν μέ τήν διάπυρη συνεχῆ προσευχή καί τήν θυσιαστική μαρτυρική διακονία. Ἡ πνευματική της, ὅμως, ὁλοκλήρωση, μεταποίησε αὐτήν τήν ἐξουθενωτικά φιλάνθρωπη ἐθελοθυσία καί τήν κατέστησε ὁλοένα ἐπαυξανόμενη χαρισματική θαυματουργία… Στά πάμπολλα θαυμαστά πού συνέβησαν σέ γνωστούς καί τό πλεῖστον σέ ἀγνώστους συνανθρώπους μας, προσωπικά δέν θά ἀναφερθῶ ἐπισήμως ποτέ. Δέν ἐπιτρέπεται νά συνεχισθεῖ ἡ ἀκατάσχετη συκοφαντική καταφορά περί ὑποκειμενικῆς ψηλώσεως καί ἐνθουσιώδους ἤ καί ἰδιοτελοῦς μυθοποιήσεως τοῦ προσώπου της. Βεβαίως καί δέν ἦταν ἀλάνθαστη! Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν σημαίνει ἀλάνθαστος. Εἶναι ὁ διαρκῶς ἀγωνιζόμενος καί ἰσοβίως μετανοῶν! Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο, ὅτι ἡ μετάνοια ἦταν ἡ διαρκής διδαχή της καί ἡ πεμπτουσία τῆς Θεοφιλοῦς πορείας της! Στά ἐνεργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπεκαλύφθησαν δι’ αὐτῆς, ἄς ἀναφερθοῦν, ἄν τό κρίνουν ἐποικοδομητικῶς σκόπιμο, οἱ πολυάριθμοι ἀποδέκτες τῶν πολλῶν εὐεργεσιῶν της. Εἶναι θέμα πού ὑπέρκειται τῆς ὅποιας ἐνασχολήσεώς μου μέ τήν ὁσιακή προσωπικότητά της.

Νομίζω ἡ αἰωνόβια ἔνθεη βιωτή της, περικλείεται στό παρακάτω ἁπλό διάγραμμα:

-Σέ ὅλη τή ζωή της εἶχε ἐκκλησιαστικό φρόνημα, σεβόταν καί ὑπάκουε στά θεσμικά πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε καλά παραδείγματα ἀπό τόν Ἱερέα παππού της καί τούς γονεῖς της. Ἔκανε μεγάλη ὑπομονή μέ τήν ἀνεψιά της καί τήν εὐλόγησε ὁ Θεός. Τῆς ἔδωσε πολλά χαρίσματα. Τό βασικό χάρισμα πού εἶχε ἦταν ἡ αὐτομεμψία ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ἡ προσευχή τῆς μετανοίας καί ἡ ἐσωτερική καρδιακή προσευχή. Ἔζησε στήν ἀφάνεια τά περισσότερα χρόνια. Ἀπό τήν αὐτομεμψία καί τήν προσευχή χωρίς νά τό καταλαβαίνει χωρίστηκε ὁ νοῦς ἀπό τήν διάνοια. Αὐτό αὐξήθηκε στά χρόνια τῆς ἀσθενείας της. Καί ἔτσι μέ φυσικό τρόπο τῆς δόθηκαν ἀπό τόν Θεό τά χαρίσματα τῆς διοράσεως καί τῆς προοράσεως καί ἄλλες ἁγιοπνευματικές χορηγίες.

Ἐπειδή ζοῦσε ταπεινά στήν Ἐκκλησία γι’ αύτό ἡ Ἐκκλησία θά ἀξιοποιήσει ὅλην τήν θεοφιλῆ ζωή της. Δέν χρειάζεται νά προβεῖ σέ καμμία τέτοια ἐνέργεια ἡ δική μου ἐλαχιστότητα. Βλέπετε, ἡ στεγανοποιημένη ἀντίληψη καί ἡ ἐμπαθής προκατάληψη, μποροῦν νά εἰσηγηθοῦν ἄνετα, ὅτι εἶναι δυνατόν ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐν προκειμένῳ ἡ εὐτέλειά μου, νά ξεγελάσει καί νά παρασύρει στήν ἐνθουσιώδη ἀποτίμηση, γιατί ὄχι καί στήν δαιμονική πλάνη, ἀναφορικά μέ τήν Γερόντισσα, ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδοξίας!!!

Ἄν ὅμως ἐπιβάλλεται νά σιωπήσω γιά τήν ἐκπληκτική θαυματουργία της δέν μπορῶ νά κρατήσω τό στόμα μου κλειστό γιά τήν ἐμβιωμένη θεολογία της. Σάν διήγημα, μᾶς ἐξέφραζε, ἁπλά ἀλλά δυνατά, τήν ἀμεσότητα τῆς σχέσεώς της μέ τόν Θεό. Ὅλα αὐτά, περικλείονται στό παρακάτω συνοπτικό διάγραμμα:

-«Ξαφνικά καί ἥσυχα βρέθηκα πολλές φορές σέ ἐκεῖνο τό ἀπέραντο γαλαζόλευκο Φῶς, τά πάντα γύρω μου ἦταν ὁλοφώτεινα, Φῶς μακάριο, Φῶς φαεινό»! Χρησιμοποιῶ κατά τό δυνατόν λέξεις, πού στό ἄκουσμά τους νόμιζες, ναί νόμιζες, ὅτι ὁμιλοῦσε τό γλυκύλαλο στόμα τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τόσων ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

«Ζοῦσα μέσα στήν τρισήλιο δόξα τοῦ Θεοῦ, ζοῦσα ντυμένη μέ τήν θεοΰφαντη στολή τῆς Ἀκτίστου Δόξης καί τῆς Θείας ἐλλάμψεως τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ζοῦσα μέσα στό ἀνέσπερο καί ἀδιάδοχο Φῶς καί δέν ξέρω πῶς γινόμουν ὁλόκληρη Φῶς, ἀλλά Φῶς ἀνέσπερο, Φῶς πασχάλιο, Φῶς ἄπλετο χωρίς ἀρχή καί τέλος. Ἦταν ὁλόλαμπρες καί εἰρηνόδωρες οἱ ἀκτῖνες τοῦ Ἀκτίστου ὑποστατικοῦ Φωτός, μία ἀνέκφαστη καθαρότητα καί ἄϋλη θεία γνώση κατελάμπρυνε τήν ψυχή μου, ὥστε κατανοοῦσα ἀρρήτως τά ἀπόρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί τίς γλυκόφθογγες ὑμνωδίες τῶν μυριάδων ἀγγέλων. Ζοῦσα –συνέχιζε– στόν τόπο τοῦ Θεοῦ καί ἡ καρδιά μου ἐκαλλωπίζετο ἀπό τό ἴδιο ἀνέσπερο Φῶς τό ἄναρχο καί παναΐδιο τό τριφεγγές καί τό τρισυπόστατο, ἀπό τό ὁποῖο διακοσμοῦνται καί συνευφραίνονται οἱ ἀγγελικές δυνάμεις πού εἶναι ἄπειρα μικρά φῶτα μέσα στό μέγα Φῶς λειτουργοῦντα καί περιχορεύοντα…».

Αὐτές οἱ ὑψηλές θεολογικές περιγραφές, πῶς ἀλήθεια βρέθηκαν στά παραστατικά λεκτικά σχήματα μίας ἁπλῆς καί ἄσχετης μέ τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία γυναίκας; Ἡ λαμπρότητα τῶν οὐρανίων δυνάμεων, τῆς μεταβίβαζε συνεχῶς σάν ἀδιάκοπη ροή, τό ἀπρόσιτο κάλλος τοῦ ἀκτίστου θείου Φωτός μέσα στό κτιστό εἶναι της. Καί αὐτό τό Φῶς, τό φοροῦσε σάν θεῖο ἔνδυμα, γινόταν ὅλη Φῶς «ἀπό τήν κορυφή μέχρι τά δάκτυλα τῶν ποδῶν» σύμφωνα μέ δική της ὁμολογία! Ζοῦσε ἀπό τό Φῶς, ἔπινε ἀπ’ αὐτό, τό ἔννοιωθε σάν τήν δροσιά τοῦ καθαροῦ νεροῦ, χόρταινε ἀπό τήν ὑπερφυῆ παρουσία του, τό ἀνέπνεε σάν ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ!

«Ζοῦσα, συνέχιζε, μέσα στό ἄφατο πέλαγος τῆς θείας χρηστότητος, τῆς θείας εὐσπλαχνίας, τῆς θείας ἀγάπης, πού ὁλάκερη γιά μένα ἦταν καί ἀπερίγραπτη καί ἀκατάλυτη. Λίγα μονάχα μποροῦμε νά ποῦμε. Ὁ ἥλιος εἶναι λυχναράκι μπροστά Του»!

Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, πού ἀκούσαμε, ἠχογραφήσαμε ἤ πού μᾶς ἄφησε ὡς γραπτή παρακαταθήκη, τήν καθιερώνουν ἀνεπιφύλακτα ἐν μέσῳ πολλῶν εὐλογημένων προσώπων τῆς ἐποχῆς μας, ὡς ἐμπειρική θεολόγο καί Γερόντισσα τοῦ φωτός! Ὡς τήν Γερόντισσα πού δίδαξε τήν ἀκροτάτη αὐτομεμψία καί πέτυχε τήν δυνατότερη πνευματική ὡριμότητα, ἀφοῦ σύγκρινε διαρκῶς τόν χοϊκό ἑαυτό της μέ τό ὕψος τῶν ἀρρήτων ἀποκαλύψεων πού ἀξιώθηκε νά ζήσει καί νά δεῖ, γι’ αὐτό ἔγραφε καί συμπεριφερόταν μέ τήν πιό βαθειά ταπείνωση πού συνάντησα ποτέ. Ἡ ἁπλότητα τοῦ λόγου της, μαρτυροῦσε γιά τήν ἄριστη ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ της. Τοῦ στόχου τῆς Χριστοζωῆς πού ἔθεσε ἰσοβίως στόν ἑαυτό της.

Εἶδε πλειάδα Ἁγίων, τήν χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τόν Μέγα Ἀντώνιο καί τήν παρέα του, τόν ἐπουράνιο Ναό μέ τίς ἀπερινόητες -ὅπως εἶπε- φωταψίες καί μουσικές του. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὁ πολυαγαπημένος της, ἐμφανιζόταν συνεχῶς στή γιαγιά, καί τήν ἐνίσχυε στό τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀγῶνα της. Τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἐμφανίσθηκε καί σέ μία ἀπό τίς οἰκονόμους τῆς Γερόντισσας, ζωντανά γιά νά δυναμώσει τήν πίστη της. Ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος στήν διαδικασία ἐξόδου καί ἐλάμβανε πρωτοβουλίες.

Καί χθές εἰρηνικά καί γαλήνια, ἔκλεισε τούς ὀφθαλμούς της στήν ἐπίκυρη τούτη σκηνή, γιά νά τούς ξανανοίξει λαμπροτέρους καί εὐκρινέστερους στήν ἀβασίλευτη ἀπαντοχή.

Ἀείμνηστη, ἐν-Χριστωμένη πολυσέβαστη καί πολύκλαυστη Γερόντισσά μας.

Ἀπό μικρή ρούφηξες λαίμαργα τό λογικόν καί ἄδολον γάλα τῆς πίστεώς μας ἀπό τόν ζωηρότατο μαστό τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξήθηκες τόσο πνευματικά ὥστε ἀναδείχθηκες τῶν «πάλαι Ὁσίων» ὁμότροπη καί τῶν συγχρόνων Ἁγίων ἰσοστάσια. Μέθυσες ἀπό τό νηφάλιο νάμα πού μεταγγίζει ὁ κρατῆρας τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, τῆς ζωοδότρας αὐτῆς μάνας τῆς ἡσυχαστικῆς τελειώσεως. Τυλιγμένη στόν μανδύα μιᾶς ἀδιατάρακτης γαλήνης πού ἦταν ἀντίδωρο τῆς ἱερῆς πληρότητας πού ἐβίωνε ἡ καρδιά σου, ἄφησες ἴχνη διαβάσεως, πρότυπο ὁσιότητας ἀλλά καί ἕνα δυσαναπλήρωτο κενό. Πορεύθηκες, εἰδικά τούς ἔσχατους μῆνες τῆς ἐπί γῆς βιοτῆς σου, λεπτή λίαν, κατάφορτη ἀρετές, βιώνοντας ὁριακές καταστάσεις. Μᾶς ἄφηνες τήν αἴσθηση πώς εἶχες χάσει τήν βαρύτητα καί δέν ὑπῆρχες κἄν στή γῆ. Ὅλη σου ἡ παρουσία ἀπέπνεε τήν ἀγγελικότητά σου. Βλέπαμε αὐτό πού ἔλεγες: ὅτι «οἱ οὐρανοί εἶχαν ἀνοίξει» ἀλλά καί πάλι δέν τό πιστεύαμε.

Οἱ τελευταῖες ἡμέρες σου κύλισαν σέ μία διακριτική ἀγαπητική κατάφαση πρός ὅλους. Ἐντονότερη ἀπό ἄλλες φορές. Ἄφηνες παραγγελίες καί εὐχές εὐχαριστίες καί εὐγνωμοσύνες, παροχές καί αἰτήσεις συγγνώμης. Ὅποιος εἰσερχόταν στό γαλήνιο ἐνδιαίτημά σου, αἰσθανόταν ἔντονα τήν ἀνάγκη νά κάνει τόν Σταυρό του. Σέ ἔνοιωθε μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Διψοῦσε τόν λόγον σου, ἀπολάμβανε τήν γλυκύτατη μορφή σου πού ἀντιφέγγιζε τήν ἄσβεστη λαμπηδόνα τῆς Ἀναστάσεως καί τήν ἀμήχανη ὀμορφιά τῶν οὐρανίων θαλάμων.

Ἔζησες τήν πείρα τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων, Μαρτύρων καί Ὁσίων σέ ἐντονότατο βαθμό, ἀφοῦ εἶχες τό θάρρος καί τήν τόλμη νά ὁρμᾶς μέ ἰλιγγιώδη ταχύτητα πρός τόν Θεό, νά ἀπολαμβάνεις σπάνιες καταστάσεις καί νά διακατέχεσαι ἀπό μία θανατηφόρα δίψα γιά τόν Χριστό. Ἔνοιωθες ὡς τό μηδέν τοῦ κόσμου, πού ὅμως στήν περίπτωσή σου ἰσοδυναμεῖ μέ τό πᾶν τοῦ κόσμου, μέ τό ὑπεράνω τοῦ κόσμου, μέ τόν ὄντως κόσμο.

Τώρα, ἐμεῖς, ἔστω καί ἀκροθιγῶς, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, θαμπωνόμαστε ἀπό τό θριαμβευτικό σου ἀνέβασμα. Μέ ταχύτητα πυραύλου κινεῖσαι πρός τό Ἀΐδιον Φῶς, πού δέν σοῦ εἶναι ἄγνωστο γιατί ἐπακριβῶς τό ἐβίωσες ἀπό τήν παροῦσα ζωή, καί ἐμεῖς βλέποντας τίς φωτεινές ἀνταύγειες πού ἀφήνει πίσω της, ἡ ἐμπυρισμένη ἀπό τήν Χάρη ψυχή σου, δοξάζουμε τόν Θεό που σέ γνωρίσαμε καί ἀξιωθήκαμε νά ἀπολαύσουμε τό κάλλος τῆς ἀναγεννημένης καρδιᾶς σου. Ταυτόχρονα, ἀκοῦμε τίς χαρμόσυνες ἰαχές τῶν γονέων σου, τῆς Ἀντωνούλας, τῶν συγγενῶν σου, τῶν φίλων σου Ἀγγέλων καί Ἁγίων πού κροτοῦν ἐνθουσιωδῶς τά σήμαντρα τοῦ οὐρανοῦ, σέ ὑποδέχονται ἁγιοπρεπῶς καί συμπανηγυρίζουν μαζί σου.

«Τούς βλέπεις αὐτούς;» μοῦ ἔλεγες δείχνοντάς μου τά εἰκονάκια πού εἶχες πάνω στό τραπέζι σου. «Ὅλοι αὐτοί εἶναι “καμαράντ”» δηλαδή φίλοι μου.

Προσωπικά νοιώθω τόν ἀνελέητο ἀπαρφανισμό, τόν φρικτό ἀποχωρισμό γιατί ἤσουν μανούλα μου. Ἐλπίζω, ὅμως στήν ἐπανασυνάντηση καί ὅτι δέν θά μέ ἀφήσεις. Θά δρομολογεῖς ἐξελίξεις γιά τήν σωτηρία μου καί στήν ὕστατη στιγμή μου μέ λαχτάρα θά μέ ὑπαντήσεις… Καί ἐπειδή δέν μπορῶ νά σοῦ τραγουδήσω, τώρα πού σέ βλέπω ὕστατη φορά στήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή, θέλω λυρικά καί ἐπάξια νά σέ μακαρίσω:

Χαῖρε Γερόντισσα Γαλακτία στούς λειμῶνες τοῦ Παραδείσου καί στούς κόλπους τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν.

Χαῖρε πολύτεκνη μάνα, εὔγονη γῆ στό γεώργιον τοῦ Κυρίου, γονιμότατη φύτρα ἐκκολάψεως χαρισμάτων, ἀγνότατη νύμφη στήν παστάδα τοῦ Παμβασιλέως, στοργική μητέρα τῶν μετανοούντων καί ἐπιδέξια προπονήτρια τῶν ἀγωνιζομένων, χαῖρε καταφύγιο τῶν δοκιμαζομένων καί ἄτυφη τροφοδότρια τῶν ἐστερημένων, χαῖρε ἡ μιμησαμένη «τάς φρονίμους παρθένας» καί ἀποποιησαμένη «τάς ἡδονοπλέκτους χλαίνας», χαῖρε καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, μετά τῶν φιλτάτων σου ἀγγελικῶν στρατευμάτων καί πάντων τῶν Ἁγίων Μητέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Χαῖρε ἐσταυρωμένη ἀγάπη, διάτρητη καί ἄτρωτη καρδιά, μετά πάντων «τῶν περιβεβλημένων στολάς λευκάς καί εἰσαχθέντων ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης» (Ἀποκ. 9, 14) εἰς τήν πανευφρόσυνον πανδαισίαν τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ.

Χαῖρε Ἀναστημένη καρδιά ἀπό τήν σταυρική δύναμη τῆς νοερᾶς ἐργασίας καί τά «καί τά ἐντάφια σπάργανα» τῆς ἰσοπεδωτικῆς ταπεινώσεως.

Χαῖρε ἐμπνευσμένε σκυταλοδρόμε τοῦ Πνεύματος καί θησαυροφυλάκιο τῶν ρημάτων τοῦ Θείου φθέγματος, ὅτι τόν πλᾶνο τοῦ αἰώνα ὑπερέβης καί τόν δόλιο δράκοντα ἐνέπαιξες.

Προσκυνῶ τά χέρια σου, πού δέν παραμορφώθηκαν ἀπό χημικούς χρωματισμούς, ἀλλά ὑψώνονταν διαρκῶς σέ πανύχιες στάσεις ἱκεσίας, σκόρπισαν ροδοπέταλα ἀγάπης, μεταστοιχειώθηκαν ἀπό τήν ἀνιδιοτελῆ προσφορά.

Προσκυνῶ τά πόδια σου, πού δέν βημάτισαν ποτέ στήν ὁδό τῆς ματαιότητας ἀλλά ἔτρεχαν γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καί τήν ἐφαρμογή τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τά μάτια σου, πού ἔβλεπαν ἁπλά καί ἁγνά, πού ἀνακάλυπταν τήν δυστυχία τοῦ ἄλλου, πού ἔχυσαν ποταμούς δακρύων καί πού ἐνατένισαν ζωντανά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Προσκυνῶ τό εὐωδιαστό πρόσωπό σου, γιατί στήν ἔκφρασή του, ἀποτυπώθηκε ἡ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, γιατί ἀντικατόπτριζε ἐνδογενῶς τήν θαλερότητα τῆς ψυχῆς σου, γιατί τό ἀγγελικό χαμόγελο πού τό στόλιζε, ἦταν ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο ἀπ’ ὅπου φανέρωνε στόν κόσμο, τήν Παρουσία Του ὁ Χριστός.

Προσκυνῶ τέλος τήν ἁγία ψυχή σου, γιατί ἔγινε εἰκονοστάσι τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, ζωντανό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, παράρτημα ὁλοφάνερο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀνάμεσά μας.

Οἱ διάδοχες γενιές, νά εἶσαι σίγουρη ὅτι θά καθηλώσουν τό βλέμμα πάνω σου. Θά σέ νοιώσουν μητέρα. Θά σκύψουν μαθητικά στήν ἡσυχαστική παρακαταθήκη σου. Καί θά καυχηθοῦν «ἐν Κυρίῳ» γιατί στήν δύση τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἔλαμψε καί πάλι στήν ἁγιοτόκο Μεσσαρά ἕνα μεγάλο ἀστέρι, ἱκανό νά φωτίσει μέ τήν λάμψη του τήν πνευματική μας διαδρομή στήν τρίτη χιλιετία.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη καί καλή ἀντάμωση!!!

 Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Φραγκάκης, Ἱεροκήρυκας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας

,

Σχολιάστε

H ΠΕΡI ΚΑΡΔΊΑΣ AΝΤIΛΗΨΗ ΣΤHΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝH ΠΝΕΥΜΑΤΙΚOΤΗΤΑ

Ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν βυζαντινή πνευματικότητα

 τοῦ Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, Ὁμ. καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
– ἀντεπιστέλλοντος μέλους Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 220, Νοέμβριος 2014

[…]

.               Φαίνεται ὅτι πολύ νωρίς ὁ πρωτόγονος homo erectus συνειδητοποίησε μέσα του τήν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καί τήν ταύτισε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ φαινομένου τῆς ζωῆς, ἐκτιμώντας ἔτσι στή σωστή της διάσταση τήν ὑπαρξιακή ἀξία της. Ἐπειδή ὅμως στούς πρωτογόνους τοῦ Mεξικοῦ ὁ ἥλιος θεωρεῖτο ἡ πηγή τῆς ζωῆς, προσφέρονταν σ’ αὐτόν ὡς θυσία, ὄχι θρησκευτικῆς ἀλλά μαγικῆς σκοπιμότητας, αἱμάσσουσες καρδιές ἀνθρώπων καί ζώων. M’ αὐτόν τόν τρόπο ἤθελαν νά προκαλέσουν τή συνέχεια τῆς παρεχόμενης ἀπό τόν ἥλιο ζωῆς. Ἐπειδή ἡ καρδιά θεωρεῖτο ἡ ἕδρα τῆς ζωῆς, τῶν συναισθημάτων καί τῆς σκέψης ἀκόμη, κάποιοι πρωτόγονοι τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, ὡς τίς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας ἀκόμη, ὅταν πέθαινε ὁ βασιλιάς τους, συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν καρδιά του ὡς βρώση στόν διάδοχό του, ὥστε μέ τόν τρόπο αὐτόν νά περάση σ’ αὐτόν ἡ βασιλική ἐξουσία, καί νά κατασταθῆ γνήσιος συνεχιστής τῆς βασιλείας.
.               Ἐπίσης σέ ἄλλους πρωτογόνους ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά δίνουν στά παιδιά τους νά τρῶνε τήν καρδιά τοῦ τσακαλιοῦ γιά νά μή γίνουν δειλά σάν κι αὐτό, ἐνῶ ἀντίθετα τούς ἔδιναν τήν καρδιά τῆς λεοπάρδαλης γιά νά γίνουν γενναῖα ὅπως αὐτή. Στούς Ἀζντέκους τοῦ Mεξικοῦ συναντοῦμε τήν θυσία ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ξεριζώνεται ἡ καρδιά καί προσφέρεται στή θεότητα. Ἡ σημασία τῆς καρδιᾶς, σάν ὄργανο μεταβίβασης δύναμης καί ἐξουσίας ἐπιβίωσε καί στίς πιό προηγμένες θρησκεῖες, ὅπως αὐτή τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἐξελιγμένη ἐμφανίζεται ἡ θρησκεία, τόσο περισσότερο ἡ καρδιά ἀποκτᾶ μέσα σ’ αὐτήν ἕνα ἄλλο νόημα καί συνδέεται κυρίως μέ τά συναισθήματα καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου· Στήν καρδιά ὁ ἄνθρωπος βιώνει τή χαρά καί τή θλίψη, ἐδῶ εἶναι ἡ ἕδρα καί τό ὄργανο ἔκφρασης τῶν εὐαισθησιῶν του, τελικά ἐδῶ ἐντοπίζεται τό σημεῖο συνάντησής του μέ τόν Θεό.
.               Mιά τέτοια θεώρηση τῆς καρδιᾶς εἶναι διάχυτη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Kαινή Διαθήκη. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ φαίνεται καί ἀπό τήν ἱκανότητά του νά διεισδύη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά τήν ἐρευνᾶ («ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς»), ἀφοῦ αὐτή θεωρεῖται τό φυλακτήριο τῶν ἀπορρήτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός ζητάει στήν προσευχή του: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Σήμερα ἀκόμη λέμε «ἄνθρωπος μέ καλή καρδιά», «καλόκαρδος» ἤ «κακόκαρδος». Ἐδῶ, βεβαίως, λησμονιέται ἐντελῶς ἡ φυσιολογική λειτουργία καί ὁ ρόλος τῆς καρδιᾶς ὡς τό βασικότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καί ἐξαίρεται μόνο τό συναισθηματικό καί ἠθικό στοιχεῖο πού αὐτή συμβολίζει καί ἀντιπροσωπεύει μέσα στήν ψυχική ἰδιοσυστασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Xριστός ἔχει πῆ ὅτι εἶναι μακάριοι αὐτοί πού ἔχουν καθαρή καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Αὐτή ἡ ρήση τοῦ Ἰησοῦ θά ἀποκτήση στή συνέχεια ἕνα ἰδιαίτερο νόημα μέσα στόν ὀρθόδοξο μυστικισμό.
.               Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀνθρώπινη ὀντότητα, ἡ καρδιά ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπό τή στιγμή πού τό νοητικόν, ὁ λόγος, δέν ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες κεφάλαιο στίς βαθύτερες καί ὑπαρξιακές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ πίστη, ὡς ἀποδοχή πραγμάτων μή βλεπομένων καί ἐλεγχόμενων μέ τόν λόγο καί τή νόηση, ἐκφεύγει ἀπό τόν χῶρο αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, καί συνδέεται περισσότερο μέ τή βιωματική λειτουργία τοῦ συναισθήματος, δηλαδή τῆς ψυχικῆς εὐαισθησίας καί δεκτικότητας. Οἱ αἰσθήσεις καί τό νοητικόν καθοδηγοῦν καί ἐλέγχουν τή γνώση, ἐνῶ τό συναίσθημα εἶναι αὐτό πού ἀγγίζει ἄμεσα τήν ψυχή, δηλαδή τή συγκίνηση, καί συνδέεται μ’ αὐτό πού ἁπλοϊκότερα ὀνομάζουμε «καρδιά». Αὐτή ἡ «καρδιά» ὑπαγορεύει καί τήν ἀγάπη, πού εἶναι ἡ βασικότερη χριστιανική ἀρετή. Ἔτσι δημιουργοῦνται δύο διαφορετικοί κόσμοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν διαύλους ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, ἀλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
.               Tό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμός ἐπιδιώκει τόν τελικό του σκοπό, δηλαδή τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ὑπάρχει βέβαια στήν κοινή λατρεία τῶν πιστῶν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ὅμως καί ἡ προσωπική προσευχή, καί ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης στάδια ἐξέλιξής της μέσα στούς αἰῶνες, ὅπως συνέβη καί μέ τή συλλογική προσευχή. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιωτική προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ σέ μυστικιστικές ἐμπειρίες, καί αὐτή ἔχει ἀπασχολήσει τούς μυστικούς διδασκάλους καί συγγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου. Tό πρῶτο πού πρέπει νά σημειώσουμε εἶναι ἡ διαμόρφωση τοῦ τύπου αὐτῆς τῆς προσευχῆς, καί τό δεύτερο, πῶς αὐτή συνδέεται μέ τό ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Οἱ μεγάλοι ἀσκητές Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων ἔκριναν ὅτι ἡ ἰδιωτική προσευχή δέν θά πρέπει νά ἐπεκτείνεται σέ μία προσωπική φλυαρία, ἀλλά νά εἶναι σύντομη καί οὐσιώδης. Γι’ αὐτό, λοιπόν, τήν περιόρισαν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, διατηρώντας μέσα σ’ αὐτήν δύο βασικά πράγματα. Tό πρῶτο εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Tό ὄνομα αὐτό περικλείει μέσα του μία τεράστια δύναμη, γιατί εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀντίθετα μέ τούς Ἑβραίους, πού μέχρι σήμερα ἀκόμη δέν προφέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ὑποκαθιστοῦν μέ κάποιο ἄλλο κλητικό, οἱ Χριστιανοί ἐξονομάζουν εὐθέως τό θεῖο ὄνομα, ἐπικαλούμενοι τή βοήθειά του. Tό δεύτερο στοιχεῖο τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι αὐτή εἶναι «μονολόγιστος», δηλαδή σύντομη καί περιεκτική, πού συνοψίζεται στό: «Kύριε Ἰησοῦ Xριστέ, Yἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὁ ἡσυχαστής μοναχός, καί κάθε ἕνας πού ἀκολουθεῖ τήν πνευματικότητά του, ἐπαναλαμβάνει ἀδιακόπως αὐτή τήν εὐχή, προσπαθώντας νά βιώση ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα καί βαθύτερα τό νόημά της.
.               Ἡ προσευχή αὐτή καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα. Αὐτός λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὕπαρξης. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.
.               Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.
.               Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
.               Εἶναι φανερό ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή εἰσάγεται μία ψυχοφυσιολογική διαδικασία προσευχῆς, ἡ ὁποία ἔχει πολλές ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῆς ἰνδουϊστικῆς γιόγκα, διαφέρει ὅμως ἀπό αὐτήν ἀπόλυτα στήν οὐσία, γιατί ἐνῶ ἡ γιόγκα ἀποσκοπεῖ μέσῳ τῆς ἀπάθειας στήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σύμπαν ἤ τήν τελείωση γιά τίς μελλοντικές μετενσαρκώσεις του, στόν βυζαντινό μυστικισμό ὁ τελικός σκοπός τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν προσωπικό Θεό, τόν Ἰησοῦ Xριστό. Ἐπίσης ἡ ὀμφαλοσκοπία στούς Βυζαντινούς ἡσυχαστές δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχει νομισθῆ, ἀλλ’ ἐνδεικτική κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κεντρικό θέμα. Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
.               Ἡ ψυχοφυσιολογική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς συστηματοποιήθηκε περισσότερο στή διάρκεια τοῦ 14ου αἰώνα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἦρθε ἐδῶ ὁ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Πιθανότατα τότε εἰσήχθη καί ἡ χρήση τοῦ κομποσκοινιοῦ, τό ὁποῖο βοηθᾶ τούς ἀρχαρίους κυρίως στό νά ἐξασκοῦνται χωρίς περισπασμούς σ’ αὐτήν τήν προσευχή. Οἱ ἡσυχαστές κωδικοποίησαν κατά κάποιον τρόπο τή σχετική μέ τή θέα τοῦ θείου φωτός διδασκαλία τῶν παλαιοτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δοθέντος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος, ἡ μόνη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γίνη μέτοχος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό τό κατορθώνει μέ τή νοερά προσευχή καί τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι ἡ θεολογία γίνεται ὄχι νοητική, ἀλλά ἐμπειρική ἐπιστήμη, καί ἡ ἐμπειρική γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν πού ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶναι π. χ. τό δόγμα τῆς Ἁγίας Tριάδος, πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.               Στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα πραγματοποιήθηκε μία ἔκδοση πού ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στήν ἡσυχαστική πνευματικότητα καί τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Στά 1782 ἐκδόθηκε στή Βενετία ἕνα ὀγκωδέστατο Ἑλληνικό βιβλίο πού ὀνομαζόταν Φιλοκαλία, καί περιεῖχε τά συγγράμματα τῶν νηπτικῶν καί μυστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Tό ἴδιο βιβλίο ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα ἐκδόθηκε σέ σλαβονική μετάφραση στή Mόσχα. Mέ τίς ἐκδόσεις αὐτές ἐγκαινιάστηκε ἡ λεγόμενη Φιλοκαλική Ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀναζωογόνηση τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί τῶν Σλάβων καί τῶν Pουμάνων. Tό 1801, καί πάλι στή Βενετία, ἐκδόθηκε ἀπό τόν μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, τόν Ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἕνα πνευματικό ἐγχειρίδιο, τό ὁποῖο ἔφερε τόν τίτλο «Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας, τοῦ νοός καί τῆς καρδίας», τό ὁποῖο μάλιστα μεταφράστηκε ἀμέσως καί στά ρουμανικά. Tό ἀξιοσημείωτο στό βιβλίο αὐτό δέν εἶναι μόνο τό ἐκτενές κεφάλαιο, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὡς κέντρο φυσικό, παραφυσικό καί ὑπερφυσικό, ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πιό κατανοητά, ὑπάρχει στό τέλος τοῦ βιβλίου κεφάλαιο μέ τίτλο: «Ποῖον σχῆμα ἔχει ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς ἀνατόμους τῶν νεωτέρων». Tό κεφάλαιο αὐτό εἶχε γραφῆ εἰδικῶς γιά τό βιβλίο τοῦ Nικοδήμου ἀπό τόν περίφημο λόγιο Ἄνθιμο Γαζῆ, ὁ ὁποῖος καί μετέφερε ἐδῶ τίς ἀνατομικές γνώσεις γιά τήν καρδιά πού καθιέρωσε τό 1628 ὁ Ἄγγλος γιατρός William Harvey μέ τό βιβλίο του Exercitatio anatomica de motu cordis et sanguinis circulatione. Tό κεφάλαιο αὐτό τοῦ Γαζῆ περιλαμβάνει μάλιστα καί σχήματα μέ τίς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καί τίς ἀρτηρίες. Ἀνατομία τῆς καρδιᾶς, λοιπόν, σέ ἕνα βιβλίο βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ!
.               Ὁ 19ος αἰώνας ὑπῆρξε ἐποχή ἀναβίωσης τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο στόν Ἑλληνικό, ἀλλά καί στόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο. Ἡ νοερά ἤ καρδιακή προσευχή ἀπέκτησε νέους ὀπαδούς ἀνάμεσα σέ μοναχούς καί κοσμικούς, καί γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν ἀχανῆ Pωσία. Στά μέσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα ἔκανε στή Pωσία τήν ἐμφάνισή του ἕνα βιβλίο ἀνώνυμου συγγραφέα, πού εἶχε τόν τίτλο «Εἰλικρινεῖς διηγήσεις προσκυνητῆ πρός τόν πνευματικό του πατέρα», καί γνώρισε πολλές ἐκδόσεις. Στό βιβλίο αὐτό ἐξιστορεῖται πῶς ἕνας «ἄστεγος προσκυνητής» ἱερῶν τόπων διηγεῖται τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς καί τίς μυστικές ἐμπειρίες πού εἶχε μέσα ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ προσευχή αὐτή ἐκλαϊκεύθηκε, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού μπορεῖ νά ἔχη μιά τέτοια ἐκδοχή, ἀφοῦ οἱ Βυζαντινοί Πατέρες μιλοῦν γιά σαφεῖς πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς κινδύνους στήν χωρίς ὑπεύθυνο πνευματικό ὁδηγό ἄσκηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Γιατί αὐτή ἡ κατάβαση τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὅπως λένε, καί ἡ ἕνωσή του μέ αὐτήν, εἶναι τό τέλος μιᾶς μακρᾶς διαδικασίας ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἄσκηση στήν ὑπακοή καί προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν χειραγώγηση ἀπό πολύ ἔμπειρο καί ὅσιο πνευματικό ὁδηγό.

.            Οἱ μυστικές ἐμπειρίες πού δοκιμάζει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς αὐτῆς προσευχῆς δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μύστες αὐτῆς τῆς πρακτικῆς. Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν. Ὅ, τι λέμε ἐμεῖς εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή περιγραφή, τό πραγματικό βάθος τῆς μεταφυσικῆς καρδιᾶς παραμένει κλειστό στούς ἀμύητους.–

parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Δ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

Μέρος Γ´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

.                 Αὐτὰ εἶναι μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ μέρους τοῦ ἔργου, διότι καὶ τὰ μοναστήρια ταῦτα διὰ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἐν αὐτοῖς ναῶν καὶ οἰκειῶν, τῶν τε ἔσω καὶ ἔξω, καὶ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς κατοικούντων μοναχῶν, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ὄντως μεγαλοπρεπῆ καὶ βασιλικά. Δὲν βλέπετε καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ὀφθαλμούς σας πὼς τὰ εἴκοσι ταῦτα ἱερὰ καὶ μεγαλοπρεπῆ μοναστήρια, κατὰ σειρὰν εὑρισκόμενα, τόσον εἰς τὸ βόρειον ὅσον καὶ εἰς τὸ νότιον μέρος τοῦ Ὄρους, στέκουσιν ς τόσα μεγάλα φρούρια κα νυκτοφυλακτοῦσι πέριξ λον τοτον τν τόπον, ς τόσα προπύργια χυρώματα, κα φυλακτικαὶ κροπόλεις προλαμβάνουσι πάντα πειρασμὸν καὶ ἐνόχλησιν, ἀπὸ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς; Δὲν βλέπετε πὼς οἱἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ὄρους εὑρισκόμενοι μοναχοί, πάντες ὑπὸ τὴν σκεπὴν τῶν κύκλῳ μοναστηρίων φυλαττόμενοι, ζῶσι καὶ κοιμῶνται ἀτάραχοι καὶ εἰρηνικοί;
.               Ἀπὸ δὲ τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκτίσθησαν, εἶναι τόσον μεγαλοπρεπῆ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια, εἰς τρόπον ὥστε, ὅλα τὰ ἑπτὰ λεγόμενα θαύματα τοῦ κόσμου, ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος εἰς τὴν Ἔφεσον, ἡ Πυραμὶς τοῦ Χέοπος εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ τάφος τοῦ Μαυσώλου εἰς τὴν Καρίαν, οἱ Κρεμαστοὶ Κῆποι τῆς Βαβυλῶνος, ὁ Κολοσσὸς τῆς Ρόδου, ὁ πύργος τοῦ Φάρου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὸ ἐλεφάντινον ἄγαλμα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐπὶ πᾶσι, τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη ὅλα τὰ ἑπτά, τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Οὐσπεσιανοῦ, ὅλα ταῦτα, λέγω, τὰ μεγαλοπρεπῆ θαύματα, ἂν καὶ ἐνομίσθησαν εἰς τὰς φαντασίας τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ὅτι ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρη καὶ σκεπάζουσι τοὺς ὁρίζοντας, συγκρινόμενα ὅμως πρὸς τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ θεϊκὸν τέλος τούτων τῶν ἱερῶν μοναστηρίων, φαίνονται εἰς τοὺς φρονίμους ἢ ὡς φωλεαὶ ἔρημοι πτηνῶν ἢ ὡς κρημνώδη χαλάσματα καὶ ἐρείπια, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ βασίλειόν των οἱ νυκτοκόρακες, οἱ ποντικοὶ καὶ ἀράχναι καὶ ἄλλα κνώδαλα καὶ ζωύφια· πειδ τ τέλος μν κείνων στάθη ματαία φιλοδοξία, ἡ ὁποία ἀνθεῖ καὶ ἀπανθεῖ παρόμοια μὲ τὰ ἄνθη τοῦ ἔαρος, τ τέλος δ τούτων τν εαγν μοναστηρίων στάθη παντοτειν δόξα το Θεο κα παντοτεινὴ φέλεια κα σωτηρία ψυχν ΰλων, ψυχν θανάτων· καὶ μιᾶς μόνης ἐξ αὐτῶν, ὄχι τὰἑπτὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ὄχι τὰὀκτώ, ἀλλὰ ὅλος ὁ αἰσθητὸς οὗτος καὶ ὀρώμενος κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος· «οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ψυχῆς ἐγκρατοῦς».
.       Τί λέγω; τὸ ξαίρετον τέλος τν μοναστηρίων τούτων κα τ κατ’ ξοχν ποτέλεσμα καὶ  εωδέστατος καρπός, στάθησαν λοι ο σήμερον ορταζόμενοι γιοι κα θεοφόροι Πατέρες λου κοινς τοῦ γίου Ὄρους, οἱ νομαστο καὶ νώνυμοι, οἱ ἐν τοῖς Κοινοβίοις καὶ οἱ ἐν ἡσυχίᾳ, τοῖς Κελλίοις καὶ ταῖς σκήταις εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ καὶ ἁγιάσαντες. Λέγω δὲ καρπὸν τῶν ἱερῶν μοναστηρίων τοὺς μοναστὰς καὶ ἡσυχαστάς, καθότι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ φροντίδα τῶν μοναστηρίων ἦσαν καὶ οἱ ἔξω ἡσυχάζοντες τῷ τότε καιρῷ… Τοιουτοτρόπως μὲν οἱ θεοφόροι Πατέρες κα ὶἅγιοι ἠγάπησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν ἐπὶ γῆς μὲ τὴν ἰσάγγελον αὐτῶν πολιτείαν καὶ τὰ θεάρεστα αὐτῶν κατορθώματα καὶ ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός, καὶ μὲ τὴν ἀπόλαυσιν ὅλων ἐκείνων τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν». Καὶ τώρα συγχορεύουσιν ἐν Οὐρανοῖς μὲ τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων, μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων· οἱ Ἱεράρχαι μὲ τοὺς Ἱεράρχας· οἱ Ὅσιοι μὲ τοὺς Ὁσίους· οἱ Ὁμολογηταὶ μὲ τοὺς Ὁμολογητάς· οἱ Ὁσιομάρτυρες καὶ οἱ Ἱερομάρτυρες μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρας καὶ τοὺς Ἱερομάρτυρας· Θεὸν ὁρῶντες πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὁρώμενοι καὶ φωτιζόμενοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὃν ἐκ ψυχῆς ἠγάπησαν, μὲ τὴν τρανοτέραν γνῶσιν καὶ τελειοτέραν ἔλλαμψιν τῆς αὐτοῦ θεότητος, τὴν ὁποίαν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡμεῖς δὲ οἱ τῶν τοιούτων ἁγίων πατέρων εὐτελεῖς υἱοὶ καὶ διάδοχοι, μὲ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ καὶ νὰἐπιτύχωμεν τῆς ποθουμένης σωτηρίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀφήσαμεν τὸν κόσμον καὶ ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὸ Ὄρος τοῦτο; Ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ· ἂν πιστῶς ἀκολουθῶμεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐναρέτου ζωῆς καὶ πολιτείας τῶν ὁσίων τούτων καὶ ἂν ἐπιμελώμεθα νὰ φυλάττωμεν ἀπαρασαλεύτως τοὺς νόμους καὶ κανόνας καὶ τύπους τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ὅσους παρέδωκαν ἐγγράφως εἰς ἡμᾶς οἱ τρισμακάριοι οὗτοι ὅσιοι…
.         Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν, ἀδελφοί, θέλομεν ἔχει πρὸς τὸν Θεὸν παντοτεινοὺς πρεσβευτὰς τοὺς σήμερον ἐορταζομένους ἁγίους Πατέρας καὶ βοηθοὺς καὶ ὑπερμάχους μὲν ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ· καὶ ἀληθῶς ἔχομεν νὰ καυχώμεθα ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς μὲν τέκνα αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ Πατέρες ἡμῶν, διὰ τὴν ὁμοίωσιν ἣν ἔχουσι τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα των, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν καὶἐν μετανοίᾳ τὴν ζωὴν ἡμῶν τελειώσωμεν εἰς τοῦτον τὸν ἱερὸν τόπον, θέλομεν ἀποκτήσει πρὸς τούτοις ἀπροσμάχητον προστάτιν καὶ βοηθόν, αὐτὴν τὴν Κυρίαν καὶ Ἔφορον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ἥτις θέλει μᾶς συστήσει εἰς τὸν Υἱόν της καὶ θέλει ζητήσει παρ’ Αὐτοῦ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καθὼς ὑπεσχέθη μόνη της ἡ ἀψευδὴς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡς προείπομεν.
.               Ἀλλ’ ὦ μακαριώτατοι Θεῖοι Πατέρες· οἱ Ὅσιοι καὶ Ἱεράρχαι· οἱ Ὁμολογηταὶ καὶ Ὁσιομάρτυρες καὶ Ἱερομάρτυρες· οἱ Μυροβλύται καὶ θαυματουργοί· οἱ ἐπίγειοι Ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, οἱ τοῦ Ἁγίου Ὄρους πολιοῦχοι καὶ οἰκισταί, καὶ μετὰ τὴν Θεοτόκον προστάται ἡμῶν καὶ εὐεργέται καὶ ἔφοροι· οἱ ἐν σαρκὶ τοὺς ἀσάρκους νικήσαντες δαίμονας· πάντων τῶν Ἁγιορειτῶν ὄντες στέφανος καὶ δόξα καὶ καύχημα· ἡ βασιλικὴ καὶ τροπαιοφόρος παράταξις τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν Θεοτόκου· τὰ μυρίπνοα ἄνθη καὶ τὰ ἀγλαόκαρπα δένδρα τοῦ νοητοῦ τούτου Παραδείσου τῆς Ἀειπαρθένου· οἱ ἀέναοι ποταμοὶ τῶν θείων καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, δέξασθε τὸ παρὸν ἐφύμνιον, τὸὁποῖον σᾶς προσφέρει ὅλη ὁμοῦ ἡ κοινότης τοῦἉγίου Ὄρους, τὸ ὑμέτερον ποίμνιον, ὡς ἐδέξατο ὁ Κύριος τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας. Καὶ τὴν κοινὴν ταύτην καὶ καινὴν ἑορτὴν ὑμῶν καὶ πανήγυριν, ἣν ὅλοι κοινῶς ἐπιτελοῦμεν, ἐναγκαλίσασθε, θειότατοι, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶὡς θυσίαν εὐπρόσδεκτον. Τί γὰρ ἄλλο νὰ πράξωμεν, ἵνα δείξωμεν, τὸ δυσέκτιτον χρέος, ὅπερ ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς τοὺς εὐεργέτας ἡμῶν διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας καὶ χάριτας, ὧν ἀπηλαύσαμεν καὶ ἀπολαύομεν καὶ θέλομεν ἀπολαύει διὰ βίου παρ’ ὑμῶν; Ναί, τὸὁμολογοῦμεν ὅτι ἡμεῖς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ κατοικῶμεν τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον καὶ νὰὀνομαζώμεθα υἱοί σας, ἀλλὰ σεῖς, διὰ τὴν χρηστότητά σας, μὴν ἀρνηθῆτε νὰ εἶσθε πατέρες ἠμῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ θάρρους παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ἅπαντας, ἡμεῖς ἅπαντες, νὰ μᾶς ἐνδυναμώνητε, ὥστε νὰ μιμώμεθα, ὅσον τὸ δυνατόν, καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν σας ζωὴν καὶ τὰἔργα σας. Καὶ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωήν, δεόμεθα ὑμῶν, ἵνα σκέπητε καὶ διαφυλάττητε τὰἱερὰ ταῦτα Μοναστήρια καὶ Σκήτας καὶ Κελλία καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ ἐπηρείας τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, εἰς δὲ τὴν μέλλουσαν νὰ μᾶς ἀξιώσητε διὰ τῶν πρεσβειῶν σας νὰἀπολαύσωμεν τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶἡμεῖς μεθ’ ὑμῶν, εἰ καὶ μέγα ἐστι τὸ αἰτούμενον ἡμεῖς οἱ υἱοί, μετὰ τῶν πατέρων ὑμῶν· ἡμεῖς τὰ ποίμνια μετὰ τῶν ποιμένων ὑμῶν· ἡμεῖς οἱ μαθηταὶ μετὰ τῶν διδασκάλων ὑμῶν· ἵνα ἔχητε λέγειν καὶ ὑμεῖς πρὸς Θεὸν τὸἀποστολικὸν ἐκεῖνο «Ἰδοὺ ἡμεῖς καὶ τὰ παιδία, ἃ ἡμῖν ἔδωκας, Κύριε». ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Γ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 .             Ἀφ’ οὗ δὲ τοιουτοτρόπως ἐφάνησαν τέλειοι φύλακες τῆς πρώτης ἐντολῆς, ἤτοι τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, τότε ἠθέλησαν νὰ φυλάξωσιν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ ἀποδείξουν ὅτι φυλάττουσι καὶ τὴν δευτέραν ἐντολήν τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης. Καὶ δή, ἀφήσαντες τὴν ἡσυχίαν, ἐκινήθησαν, ἄλλος μὲν ἀπὸἐν Θεϊκὸν καὶ οὐράνιον σημεῖον ὅπερ εἶδεν, ἄλλος δέ, ἀπὸ ἄλλο· καὶ ὅλοι ὁμοῦ ἐθερμάνθησαν ἀπὸ μίαν θείαν ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ ἕνα θεοφιλῆ σκοπὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν ἀγάπης εἰς τὸ νὰ κτίσωσι Λαύρας, Ἱερὰ Μοναστήρια, μονύδρια, Σκήτας, καὶ Κελλία· εἴς τε τὰ βόρεια καὶ νότια μέρη τοῦ Ὄρους καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη αὐτοῦ, πρὸς κατοικίαν καὶ ἀνάπαυσιν ἐκείνων, ὅσοι φεύγουσι τὰς τοῦ κόσμου μερίμνας, ἔρχονται δὲ ἐδῶ διὰ νὰ ζήσωσι μοναχικὴν ζωὴν ὁμοίως ἐκινήθησαν καὶ εἰς τὸ νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐν τοῖς Μοναστηρίοις Ναοὺς θαυμαστούς, Ναοὺς παμμεγέθεις καὶ ὡραιοτάτους ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρὸς καὶ τῶν Ἁγίων Αὐτοῦ, διὰ νὰ δοξολογῆται ἀκαταπαύστως ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων Θεός· καὶ φαίνεταί μοι ὅτι, μελετῶντες νὰ κτίσωσιν αὐτά, ἔλεγεν εἰς τὸν ἑαυτόν τοῦ ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς τρισμακάριστους τούτους Πατέρας τὸ δαβιτικὸν ἔκεινο, «οὐ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ ΘεῶἸακώβ».
.               Ἀφ’ οὖ δὲ ταῦτα πάντα τὰ εὐαγῆ καὶ ἱερὰ καταγώγια ἐκ θεμελίων ὠκοδόμησαν οὕτω, καθὼς αὐτὰ βλέπομεν ἕως τῆς σήμερον, μὲ μυρίους ἱδρώτας καὶ κόπους καὶ πειρασμούς, μὲἁδρότατα καὶ βασιλικὰἔξοδα, μὲ πολλὰς ὁδοιπορίας καὶ ποντοπορίας, μὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτῶν ζωῆς καὶ μὲ παράτασιν καιρῶν καὶ χρόνων πολλῶν, ἀκολούθως ἐφρόντισαν οἱ φιλαδελφότατοι νὰ προικίσωσιν αὐτὰ μὲἱερὰ κειμήλια, μὲ θησαυροὺς τιμίων ξύλων καὶ ἁγίων λειψάνων, μὲὑποστατικὰ καὶ μετόχια πλούσια καὶ μὲ ἄλλα κτήματα κινητὰ καὶ ἀκίνητα, τόσον διὰ τὴν ζωοτροφίαν καὶ αὐτάρκειαν τῶν ἐνασκουμένων ἀδελφῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν πτωχῶν καὶ ξένων καὶἀσθενῶν, ὅσοι ἔρχονται εἰς αὐτά.
.                Παρέδωσαν δὲ εἰς αὐτὰ καὶ νόμους καὶ κανόνας καὶ διατάξεις, πῶς πρέπει νὰ ζῶσι καὶ νὰ πολιτεύωνται οἱ ἐν αὐτοῖς οἰκοῦντες μοναχοί, τόσον ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ὑπηρεσίαις καὶ διακονίαις τῶν Μοναστηρίων, ὅσον καὶ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις σώζονται γεγραμμέναι εἴς τε τὰ τυπικὰ τῶν αὐτῶν Μοναστηρίων καὶ εἰς τὰς διαθήκας τῶν αὐτῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ τοιοῦτον τρόπον συνέστησαν καὶ συνεκρότησαν τὰ Μοναστήρια αὐτὰ καὶ τὰς Σκήτας καὶ τὰ Κελλία, διὰ νὰ εἶναι σχολεῖα πάσης ἀρετῆς, διὰ νὰ μένωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ φυλακτήρια, πόνων ἀσκητικῶν φροντιστήρια, ἀγγελικῆς πολιτείας ἐργαστήρια, τῶν ἐν Παλαιστίνῃ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σινᾷ καὶ Θηβαΐδι παλαιῶν καὶ ἁγίων Κοινοβίων μιμητήρια, τῶν ξένων καταγώγια, τῶν πτωχῶν καταφύγια, καὶὅλων τῶν χειμαζομένων ἀπὸ τὴν ζάλην καὶ τρικυμίαν τοῦ κόσμου λιμένες σωτηριώδεις καὶ ἀκύμαντοι. Οὕτω δι μέσου τν ερν τούτων Μοναστηρίων κα θείων σεμνείων, ς δι δικτύων τινν δι δραστικωτάτου μαγνητισμο, νέσυραν καὶ σαγήνευσαν οἱ σιοι οτοι π τν θάλασσαν κα ματαιότητα το κοσμικο βίου, χι μόνον κατοντάδας κα χιλιάδας νθρώπων, λλ κα μυριάδας λοκλήρους πατριαρχν, ρχιερέων, ερέων, βασιλέων, συγκλητικν, γουμένων, ρχόντων, κα παντς λλου βαθμο κα τάξεως νθρώπων κακόμη λονν τος λκύουσιν ες τ τάγμα κα ες τν γγελικν πολιτείαν τν μοναχν. Τούτους ἅπαντας προσέφεραν καὶ προσφέρουσι καὶ θέλουσι προσφέρει σεσωσμένους εἰς τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὡς τόσας θυσίας εὐαρέστους, ζώσας καὶ λογικὰς καὶὡς τόσα ὀψώνια καθαρὰ καὶ γλυκύτατα, ὥστε ὁ πρώην ἔρημος οὗτος Ἄθως ἔγινεν ὡς πολυάριθμος πόλις ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εἰς αὐτὸν εὑρισκομένων μοναχῶν καὶ τὸ Πηλούσιον ὄρος καὶ τὸ Γαλήσιον καὶ ὁ Λάτρος καὶ αὐτὸ τὸ Σίναιον ὄρος μικρὰ καὶ ποταπὰ ἐφαίνοντο κατὰ τὴν ποσότητα τῶν μοναχῶν, συγκρινόμενα πρὸς τὸ Ἅγιον τοῦτο Ὄρος. Καὶ διὰ νὰ εἴπω μὲ συντομίαν, οὕτω διὰ μέσου τῶν ἱερῶν τούτων Μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων ἐφάνησαν οἱ θεοφόροι οὗτοι πατέρες ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ τέλειοι φύλακες καὶ τῆς δευτέρας ἐντολῆς· καὶ ἠγάπησαν τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς ἑαυτούς, καθὼς ἐπρόσταζεν ὁ παλαιὸς νόμος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν των, καθὼς προστάζει ἡ νέα διαθήκη τοῦ Εὐαγγελίου· διὰ τοῦτο καὶ καινὴν καὶ νέαν ἐντολὴν ὠνόμασεν ὁ Κύριος τὴν ἐντολήν τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης λέγων «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους·» καὶ δὲν στέκει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει «καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς (δηλαδὴ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν μου) ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
.               Ἂς συμφωνῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἄνθρωποι, ὅσον γιγαντιαῖοι εἰς τὸ σῶμα, τόσον πυγμαῖοι εἰς τὸν νοῦν, καὶ ἂς ζητῶσι νὰ οἰκοδομήσωσι πύργον ἕως τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰἀφήσωσι τὸὄνομά των ἀθάνατον. «Δεῦτε καὶ οἰκοδομήσωμεν πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσωμεν ἐαυτοῖς ὄνομα». Ἂς κτίζη ὁ Φίλιππος τὴν Φιλιππούπολιν, ὁ Ἀλέξανδρος τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὁ Ἀδριανὸς τὴν Ἀδριανούπολιν. ς κατασκευάζωσιν λοι ολλοι βασιλες κα σατράπαι καὶ γεμόνες το κόσμου τος πυραμιδοειδες βελίσκους, τ κυκλικ τόξα κα τος τεχνικος νδριάντας των καὶ ς πιφημίζωσι τνόματα τν πάνω ες τὰ δια τν οκοδομήματα, καθς λέγει Θεος Δαυίδ· «πεκαλέσαντο τὰ νόματα ατν π τν γαιν ατν». Ατοὶ λοι μ τ πολυέξοδά των ργα ατά, δν δυνήθησαν ν μείνωσιν θάνατοι· καὶ ν φημίζονται τὰ νόματά των, φημίζονται μόνον ες τν γν κα ες μόνην τν παροσαν ζωήν, λλ’ χι κα ες τν Ορανν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν «οὐκ ἐγγράφεται γάρ, λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, ἀσεβῶν ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἀλλὰ τῇ γῇ ἐναπομένει τὰ ὀνόματα.» (Ἑρμην. εἰς τὸν μη´ Ψαλμ.) Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν θείων τούτων Πατέρων, μὲ τὸ μέσον τῶν ἱερῶν τούτων εἴκοσι Μοναστηρίων, ἐφημίσθησαν καὶ φημίζονται καὶ παντοτινὰ θέλουν φημίζεσθαι, ὄχι μόνον εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαίραν τοῦ κόσμου, ὄχι μόνον ἕως τοῦ Οὐρανοῦ, καθὼς ἐφαντάσθησαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι γίγαντες, ἀλλὰ καὶὑπεράνω τοῦ Οὐρανοῦ· καὶὄχι μόνον εἰς τὸ διάστημα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης· διότι τὰ ὀνόματα τούτων ἐγράφησαν εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς ἀθανασίας, καὶ δὲν θέλουσιν ἐξαλειφθῆ ποτέ, ἀλλὰ θέλουσι διαμένει ἀθάνατα εἰς ὅλον τὸ ἀπέραντον διάστημα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «χαίρετε γάρ, φησίν, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».
.                   Πρέπει τὸ ἔργον τῶν ἐνταῦθα εἴκοσιν ἱερῶν μοναστηρίων νὰ ὀνομάζηται καὶ μεγαλοπρεπές· διότι, ἂν κατὰ τοὺς ἠθικοὺς φιλοσόφους, ἡ ἐντελὴς ἰδέα ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς ἔργου χαρακτηρίζεται ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦἐργαζομένου ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ ἔργου ἢ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, τίς δὲν βλέπει ὅτι καὶ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια εἶναι πεπλουτισμένα καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὅρους τούτους, ἐκ μέρους τοῦἐργαζομένου; Διότι οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκτισαν, παρεκτὸς ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἦσαν μεγαλοπρεπεῖς ἄνθρωποι καὶ βασιλεῖς καὶ βασιλέων υἱοὶ καὶ συγκλητικοὶ καὶ βασιλέων ὑπογραφεῖς, ὡς ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Σάββας, οἱ κτίτορες τῆς Χιλιανδαρίου καὶ Βατοπαιδίου Μονῆς, Παῦλος ὁ κτίτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, Ἰωάννης καὶ Εὐθύμιος οἱ τῆς τῶν Ἰβήρων καὶ Νεόφυτος ὁ τῆς τοῦ Δοχειαρίου, πρὸς τούτοις αὐτοὶ οὗτοι παρεκίνησαν καὶ τοὺς βασιλεῖς νὰ ἐξοδεύσωσι μεγαλοπρεπῶς εἰς τὴν τούτων οἰκοδομήν, τοὺς Κωνσταντίνους, λέγω, τοὺς Νικηφόρους, τοὺς Ρωμανούς, τοὺς Ἀλεξίους, τοὺς Καντακουζηνούς, τοὺς Παλαιολόγους, τὰς Πουλχερίας καὶ τοὺς λοιπούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Β´]

 

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

 

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

 

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

.             Ταύτην, λοιπόν, τὴν φήμην τῶν μεγάλων ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας κάμνει, ὄχι ἄλλος τίς, ἀλλὰ μία Μήτηρ Θεοῦ καὶ μία Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸ νὰ ἔχη, δηλαδή, τὸὌρος τοῦτο ὡς ἰδικόν της καὶ νὰ ὑπερασπίζηται ὄχι μόνον ζῶντας, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῷ, τοῦτο, λέγω, ἀκούσαντες καὶ οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶ Ὅσιοι, ἀφῆκαν τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ πάντα, γονεῖς, συγγενεῖς, οἰκίας, ὑπάρχοντα, πλοῦτον, δόξαν καὶ ἡδονάς, καὶ ἦλθον ἀπὸ κάθε μέρος τῆς οἰκουμένης καὶ ἑκατοίκησαν τὸν ἱερὸν τοῦτον Ἄθω, τὸν νοητὸν καὶ περικαλλέστατον τῆς Θεοτόκου Παράδεισον, θαρροῦντες ὅλως διόλου καὶἐλπίζοντες μετὰ Θεὸν εἰς τὴν προστασίαν καὶ σκέπην τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους· ἀφ’ οὗ δὲ ἦλθον καὶ ἑκατοίκησαν ἐδῶ, ἠξεύροντες ὅτι δύο εἶναι αἱ καθολικαὶ καὶ μεγάλαι ἐντολαί: πρώτη, τὸ «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» καὶ δευτέρα, τὸ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», ἀπεφάσισαν καὶ αὐτοὶ νὰ φυλάξωσι ταύτας τὰς δύο ἐντολάς· καὶ διὰ μέσου τῆς φυλάξεως τῶν δύο τούτων, νὰ φυλάξωσιν ὁμοῦ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας μερικὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος «Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς, ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»· καὶ οὕτω νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ παρόντι βίῳ.
.             Καί, λοιπόν, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, ὅστις πρῶτον ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καὶ δεύτερον, ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον διότι, καθὼς λέγουσιν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶὁ Λουκᾶς, εὐθὺς ἀφ’ οὗἐβαπτίσθη, ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐπειράσθη ἀπὸ τὸν διάβολον μὲ τοὺς τρεῖς γίγαντας τῶν παθῶν μὲ τὴν φιληδονίαν, λέγω, τὴν φιλοδοξίαν καὶ τὴν φιλαργυρίαν καὶ οὕτω νικήσας ὁ Κύριος τὸν διάβολον καὶ τὰ πάθη ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸν προσέβαλον, ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καθ’ ὃ καὶ ἄνθρωπος, ἐξ ὅλης του τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης του τῆς ἰσχύος, καὶὅτι εἶναι τέλειος εἰς τὴν πρώτην ἐντολήν. Μετὰ ταῦτα δὲ πάλιν ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν ἔρημον εἰς τὸν κόσμον καὶ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ φυλάττωσι τὰς θείας καὶ σωτηρίους αὐτοῦἐντολὰς καὶ νὰὑπομένωσιν ὄχι μόνον κόπους καὶὕβρεις καὶὀνειδισμοὺς διὰ τὴν ἀγάπην τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ πάθη καὶ σταυρὸν καὶ θάνατον· καὶ ταῦτα πάντα ἐνίκησε μὲ τόσην μεγαλοψυχίαν, ὥστε νὰ παρακαλῆ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους σταυρωτάς, λέγων· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τοιουτοτρόπως ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του· καὶ ὅτι εἶναι τέλειος καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐντολήν, καθὼς περὶ τούτων πλατύτατα καὶ γλαφυρώτατα ἀναφέρει ὁ θεοφόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λέγω, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ Θεοφόροι οὗτοι Πατέρες. Καὶ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, πρῶτον μὲν ἔδειξαν ὅτι ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης των τῆς καρδίας· δεύτερον δέ, ὅτι ἀγαπῶσι καὶ τὸν πλησίον των ὡς τὸν ἑαυτόν των, διότι ἡσυχάσαντες πρότερον εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τρώγλας καὶ σπήλαια, καὶ εἰς ἄλλα διάφορα μέρη τοῦ ἱεροῦ τούτου Ὄρους, ἐπολέμησαν μὲ σῶμα ὑλικὸν τὰς ἀΰλους ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας καὶ τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου· καὶ τούτους κατὰ κράτος θριαμβεύσαντες, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐνίκησαν τν μν φιληδονίαν μ τν νηστείαν, μ τν γκράτειαν, μ τν γρυπνίαν, μ τν έναον προσευχήν, μ τν στεγον σκέπην, μ τν χαμαικοιτίαν κα ξηροκοιτίαν, μ τ συνεχ δάκρυα κα μ πᾶσαν λλην σκληραγωγίαν το σώματος· τν δ φιλοδοξίαν νίκησαν μ τν ταπεινοφροσύνην, μ τν πακοήν, μ τν τελείαν κκοπν το θελήματος, μ τ συντετριμμένον φρόνημα το νος κα μ τν πτωχείαν το πνεύματος· τν δ φιλαργυρίαν μ τν τελείαν κτημοσύνην, μ τν πτωχείαν κα τν ναγκαίων στέρησιν κα οτω καθάρισαν τν αυτόν των πὸ λα τ πάθη, δι μέσου τῆς συχίας κα τς ν τῇ συχίᾳ πράξεώς τε κα θεωρίας, ἐπειδὴ κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον «ἡἡσυχία ἐστὶν ἀρχὴ καθάρσεως τῇ ψυχῇ» (ἐπιστολ. α´)· καὶὁἀδελφὸς αὐτοῦ Νύσσης Γρηγόριος λέγει ὅτι «ἡσυχάζουσα ψυχὴ καὶ τῶν ἔξωθεν πραγμάτων ἁπαλλαγεῖσα, ἀκριβέστερον τῶν οἰκείων ἀγαθῶν, ἢ κακῶν ἐπαισθάνεται». Καὶ τ μν σμα καθάρισαν π τν μπάθειαν, τν δ ψυχν π τν δυπάθειαν, τν δ νον π τν προσπάθειαν, καθὼς φιλοσοφεῖὁ θεηγόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, μὲ τὸ μέσον της σωματικῆς, ψυχικῆς καὶ νοερᾶς ἀπαθείας ταύτης, ἠξιώθησαν οἱ μακάριοι νὰ γενῶσιν σοπτρα διαφανέστατα τοῦ γίου Πνεύματος καὶ ργανα δεκτικὰ τῆς κείνου νεργείας κα το φωτισμο κα τς χάριτος, διακρίνοντες μὲν τὰ δύσληπτα καὶἀπόρρητα, διορῶντες δὲ τὰ πόρρω καὶ μακρὰν γινόμενα, καὶ προορῶντες τὰ μήπω γενόμενα. Τί νὰ πολυλογῶ; Οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶὍσιοι μένοντες ἐν τῇἡσυχίᾳ, ἔφθασαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὴν τελειότητα τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, ἥτις εἶναι ἡἀκρότης ὅλων τῶν ἀρετῶν· ἀγαπῶντες τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ μόνοι μόνῳ τῷ Θεῷ τοσοῦτον ἑνούμενοι, εἰς τρόπον ὥστε ἄλλο τί δὲν εὑρίσκετο μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἀγαπώντων καὶ τοῦὑπ’ αὐτῶν ἀγαπωμένου Θεοῦ· καὶ μόνοι μόνον τὸν Θεόν, τοσοῦτον γινώσκοντες, ὡς κατὰ χάριν Θεοί, τὸν κατὰ φύσιν Θεὸν ὥστε, καθὼς ἐγίνωσκεν αὐτοὺς ὁ Θεός, οὕτω καὶ αὐτοὶἀντιστρόφως ἐγίνωσκον τὸν Θεόν, ὥσπερ ὑψηγορεῖ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ, (τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος) Θεὸς θεοῖς ἑνούμενός τε καὶ γνωριζόμενος· καὶ τοσοῦτον ἴσως, ὅσον ἤδη γινώσκει τοὺς γινωσκομένους». (Λόγος εἰς τὸ Πάσχα καὶ εἰς τὰ Γενέθλια).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 2. «Πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος» (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

 κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας [Β´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/23/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας/

3. Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση σήμερα

.                Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, στὴν ὁποία δημιουργοῦνται νέα δεδομένα, οἱ κοινωνίες ἀλλάζουν, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν βιομηχανικὴ ἐποχὴ περάσαμε στὴν τεχνολογικὴ καὶ βιοτεχνολογικὴ ἐποχή, μὲ συνέπειες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, ἔρχονται σὲ σχέση μὲ ἄλλους πληθυσμούς, θρησκεύματα, ἀντιλήψεις, ὅλη ἡ παγκόσμια κοινότητα γίνεται μιὰ μικρὴ γειτονιά, ἀλλὰ πολλοὶ βιώνουν τὴν μοναξιά.
.                Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἔχει μέσα της τὸ σταθερό, τὴν οὐσία, ἀλλὰ συγχρόνως περιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ καιρικό, ἀφοῦ ἐκεῖνος ποὺ βιώνει τὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, μπορεῖ νὰ ζήση τὴν οὐσία της μέσα στὶς σύγχρονες ἀντιλήψεις τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας.
.                Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ ἐντοπίσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ σταθερὰ στοιχεῖα τῆς παραδόσεως, ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθοῦν, γιατί αὐτὰ νοηματοδοτοῦν τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς σύγχρονους τρόπους ζωῆς, μέσα στοὺς ὁποίους ζοῦν.
.                Ὁ καθηγητὴς Μάριος Μπέγζος στὸ βιβλίο του «ἡ μεταφυσικὴ τῆς οὐσιοκρατίας στὸν μεσαίωνα καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση», ἀναφερόμενος στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βυζαντινοῦ καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ κοσμοειδώλου, οὐσιαστικὰ στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δυτικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, καθορίζει τὶς πέντε διαφορὲς ποὺ ἐπικρατοῦν μεταξὺ τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Πρόκειται γιὰ τὶς πέντε μεγάλες διαφορὲς ποὺ ἐκφράζονται ὡς «λατινικὴ οὐσιοκρατία καὶ ἑλληνικὴ προσωποκρατία», «μεσαιωνικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ βυζαντινὸς ἀποφατισμός», «νομικὴ καὶ ἰατρικὴ» ἀντίληψη, «ρωμαϊκὸς παπισμὸς καὶ ὀρθόδοξη συνοδικότητα», «μεσαιωνικὴ φεουδαρχία καὶ βυζαντινὴ πρόνοια».
.                Ἔτσι, στὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἐπικρατεῖ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν οὐσιοκρατία ποὺ γέννησε τὸ Filioque, ὁ ἀποφατισμὸς-ἐμπειρία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὀρθολογισμό, ἡ θεραπεία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν νομικιστικὴ ἀντίληψη, ἡ συνοδικότητα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παπισμό, ἡ πρόνοια καὶ φιλανθρωπία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φεουδαρχία.
.                Νομίζω, ὅμως, ὅτι ς βασικ διαφορ πρέπει ν πογραμμίσουμε τ θέμα τς θεραπείας το νθρώπου, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὸν ἡσυχασμό, ἀποφεύγει τὸν ὀρθολογισμό, τὸν νομικισμό, τὸν ὁλοκληρωτισμό, τὸν φεουδαλισμό. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ ζῆ ἡσυχαστικὰ-νηπτικά, ὅπως τὸ συναντοῦμε στὴν Φιλοκαλία, καὶ ὅπως τὸ ἐκφράζουν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγει τὶς προσωπικὲς ἐξαρτήσεις, ἀλλὰ ταυτοχρόνα σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζῆ αὐθεντικὰ μέσα στὴν κοινωνία.
.                Μ τν ρθόδοξο συχασμό, ποὺ εναι θεραπευτικ πράξη τς κκλησίας, νθρωπος ποφεύγει ν κλαμβάνη τν Χριστιανισμ ς δεολογία κα τν Θε ς μεταφυσική. Μὲ τὴν βίωση τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Ὄντα καὶ ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἰδέα, τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀντικείμενο ἡδονῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τὸν κόσμο ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ οὐσιοποιὲς καὶ ζωοποιὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἕνα ἀντικείμενο βιασμοῦ.
.                Μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ μέθοδο ὁ ἄνθρωπος θεραπεύει τὰ πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιληδονίας καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἀντίστοιχα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ τρία μεγάλα θηρία ποὺ δημιουργοῦν προβλήματα στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, ἤτοι τὴν ἰδεολογία-ὁλοκληρωτισμό, τὸν πανσεξουαλισμὸ καὶ τὴν κεφαλαιοκρατία. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ὑπακοή, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλοδοξία-ὁλοκληρωτισμό, μὲ τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν ἐγκράτεια, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φιληδονία-πανσεξουαλισμὸ καὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη ἢ τὴν κοινοκτημοσύνη, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ὁ Ὀρθόδοξος μοναχὸς ποὺ τηρεῖ τὶς τρεῖς μοναχικὲς ἀρετὲς τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀκτημοσύνης, κρατᾶ τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ τρία θηρία ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως καὶ ἑπομένως εἶναι ὁ πλέον κοινωνικὸς ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ πρακτική, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο, γιατί ἡ ἄσκηση στὴν ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Εὐαγγέλιο ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ ἡ ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ σύγχρονη κρίση ταυτότητας, περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι διάφοροι πολιτισμοὶ καὶ παραδόσεις προσεγγίζουν διαφορετικὰ τὸν κόσμο.
.                Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ὁ κόσμος, οἱ Χριστιανοὶ ἀπαντοῦν στὸ ἐρώτημα ποιὸς ἔκανε τὸν κόσμο καὶ οἱ Ρωμαῖοι ἐξετάζουν τί χρησιμεύει ὁ κόσμος. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζῆ τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ διακρίνεται γιὰ τὴν χρησιμοθηρικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου.
.                Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὴν τὴν νοοτροπία καὶ νὰ προχωρήσουμε στὸ τί εἶναι ὁ κόσμος καὶ κυρίως ποιὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμη ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς μας καὶ πῶς θὰ αἰσθανθοῦμε προσωπικὰ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ πρέπει νὰ νοηματοδοτοῦμε τὸν κόσμο καὶ τὸν βίο μας.
.                Αὐτὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ βίου μας καὶ τῆς ζωῆς μας.–

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 1. «Αὐτὴ ἡ σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, μεταξὺ τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων. Μερικοί, ἐνῶ ὑποστηρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία, διακρίνονται ἀπὸ ἀντιορθόδοξες ἀντιλήψεις». (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                Ὅταν μελετᾶ κανεὶς τὸ θέμα «Ἡ κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», στὴν ἀρχὴ τὸ θεωρεῖ κοινότυπο θέμα, ὅμως στὴν συνέχεια διακρίνει μερικὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα.
.                Ἀπὸ πολλοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας, ὅπως γενικὰ γίνεται καὶ λόγος γιὰ τὴν κρίση στὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία, τοὺς θεσμούς, τοὺς νέους κλπ. Κάθε ἀλλαγὴ καὶ κάθε μετάβαση ἀπὸ τὴν μιὰ γενιὰ στὴν ἄλλη δημουργεῖ κρίσεις μὲ διάφορα ἀποτελέσματα, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, γόνιμα ἢ ἀποδιοργανωτικά.
.                Τὸ θέμα αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ προσεγγίση πολιτιστικά, κοινωνικά, πολιτικά, ἐθνικά. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ ἐπιδιωχθῆ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κυρίως ἐκκλησιαστικά.

1. Ἀνάλυση τῶν ὅρων

.                Τρεῖς λέξεις σὲ αὐτὴν τὴν θεματικὴ πρόταση ἔχουν μεγάλη σημασία, ἤτοι ἡ ταυτότητα, ἡ νεοελληνικὴ καὶ ἡ κρίση.
.                Ἡ λέξη ταυτότητα σήμερα δηλώνει τὸ ἔγγραφο τῆς ἀστυνομίας ποὺ ταυτοποιεῖ τὴν βιολογική μας ὕπαρξη, δηλαδὴ καταγράφει τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεώς μας, τῆς διαμονῆς μας, καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματός μας (ἡλικία, ὕψος, χρῶμα ὀφθαλμῶν κλπ.).
.                Εἰδικότερα, ὅμως, ἡ λέξη ταυτότητα συνιστᾶ ἀριστοτελικὸ ὅρο ποὺ συναντοῦμε στὰ μετὰ τὴν φύση συγγράμματά του (τὰ μεταφυσικὰ) ποὺ σημαίνει «τὸ εἶναι τί ταυτόν, τὸ ἴδιον». Εἶναι κάτι ποὺ πιστοποιεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ὄντος, ἑνὸς πράγματος, ποὺ δείχνει τὴν συνέχεια καὶ τὴν ἀκρίβεια.
.                Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους τοῦ ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.
.                Στὴν νέα φιλοσοφικὴ ὁρολογία, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀρχὴ τῆς ταυτότητος», ποὺ εἶναι μιὰ λογικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποία «κάθε πράγμα εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτό του, κάθε ἔννοια ἡ ἴδια μὲ τὸν ἑαυτό της. Σύμφωνα μὲ ἄλλη –καὶ πιὸ σωστὴ- ἄποψη ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας ἀπαιτεῖ κάθε ἔννοια νὰ ἐννοεῖται πάντοτε ὡς ἡ ἴδια, ὄχι ἄλλοτε ὡς α καὶ ἄλλοτε ὡς β ἢ γ». Ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας προϋποθέτει μιὰ ἔννοια νὰ ἐννοῆται πάντοτε μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο, σὲ ἀντίθετη ὅμως περίπτωση, ὅταν ἀλλάζη τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων καὶ ἐννοιῶν, ἀπὸ τὴν μιὰ πρόταση στὴν ἄλλη, τότε ἐπικρατεῖ ἡ ἐννοιολογικὴ σύγχυση.
.                Στὴν περίπτωσή μας ἡ «ταυτότητα» προσδιορίζεται μὲ τὸ ἐπίθετο νεοελληνική, ποὺ σημαίνει προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ταυτότητα τοῦ νεοέλληνος. Ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς δημιουργεῖ ἕναν ἔντονο προβληματισμό, γιατί χωρίζουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα διαλεκτικὰ σὲ ἀρχαία, μέση καὶ νέα.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τοῦ νέου ἑλληνικοῦ Κράτους (1832). Μέχρι σήμερα ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε συχνὰ ἀπὸ Ἕλληνες καὶ ξένους γιὰ νὰ ἀντιδιασταλοῦν οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κυρίως ἀλλὰ καὶ τοὺς βυζαντινούς, μὲ μιὰ τάση γιὰ χειραφέτηση ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση καὶ προβολὴ τῆς ἀξίας τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» καὶ τὰ παράγωγά της ἀντικατέστησε στὴν οὐσία τὴν λέξη Ρωμηὸς καὶ Ρωμηοσύνη. Ὅπως ἔχει γραφῆ: «ἡ λέξη “νεοελληνικός” ἀπαντᾶται ἀπὸ τὸ 1818, ἀλλὰ ἡ ἐπικράτησή της καὶ ὁ συνακόλουθος ἐκτοπισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν ὁποία προοδευτικῶς ἀντικατέστησε, θὰ διαρκέσει ἀρκετὲς δεκαετίες –ἁδρότατα πάντοτε ἐπικουρούμενος ἀπὸ τὸ νέο ἐθνικὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ λέξη “νεοέλληνας” μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ 1854 καὶ “νεοελληνισμός” ἀπὸ τὸ 1887».
.                Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ τὴν ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Σὲ δημοσίευμα ἀναφέρεται ὅτι ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες», ἀναφέρεται σὲ βιβλίο ποὺ τυπώθηκε στὴν Βενετία τὸ 1675 ἀπὸ τὸν Ἱερέα Γεώργιο Κονταρῆ καὶ παρουσιάζει τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀποκαλεῖ τοὺς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του Ρωμαίους ἢ Γραικούς, ἀλλὰ «νέους Ἕλληνες». Βέβαια, ὁ ἀρθρογράφος ποὺ φέρνει στὸ φῶς αὐτὴ τὴν μαρτυρία, συγχρόνως γράφει ὅτι «ὁ νεολογισμὸς» «νέοι Ἕλληνες», ἂν καὶ καταγράφεται σὲ βιβλίο, ἐν τούτοις «δὲν καθιερώθηκε τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάσθηκε, οὔτε καὶ ἀναφέρθηκε κανεὶς στὸν Κονταρῆ, ὅταν, ἀργότερα, οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες εὐνόησαν τὴν καθιέρωση τῶν ὅρων αὐτῶν».
.                Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες» εἶναι καρπὸς μιᾶς παραχαράξεως ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἐνῶ, ὅπως πιστεύουμε, ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἕνα μεγάλο ρεῦμα ποὺ ἐκφράζεται σὲ κάθε ἐποχὴ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, τώρα χωρίζεται σὲ τρεῖς κατηγορίες, τὸν ἀρχαῖο, τὸν μεσαῖο καὶ τὸν νέο. Θὰ ἦταν διαφορετικὸ ἐὰν καταγράφαμε ὅτι ἐκφράζεται ὁ ἑλληνισμὸς σὲ διάφορες φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ του βίου ἢ ἔστω νὰ λέγαμε “ὁ ἑλληνισμὸς σήμερα” ἢ “οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες”. Ὁπότε, χρησιμοποιώντας τν φράση «νεοελληνικ ταυτότητα» μέσως καθορίζουμε να πρόβλημα ποὺ φίσταται κα μι κρίση.
.                Συνέχεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἡ λέξη κρίση δείχνει τὴν διαφοροποίηση τῆς ταυτότητος τοῦ Ἕλληνα. Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους του ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.

 2. Αὐτοσυνειδησία τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων

.                ταυτότητα χει σχέση μ τν ατοσυνειδησία. Λέγοντας αὐτοσυνειδησία ἐννοοῦμε τὴν συνείδηση, τὴν ἄποψη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν περίγυρό μας. Καὶ αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τὴν διαφοροποίηση τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας.
.                Ἡ Ἕλλη Σκοπετέα στὸ σημαντικὸ βιβλίο της «Τὸ “πρότυπο Βασίλειο” καὶ ἡ Μεγάλη ἰδέα», χρησιμοποιώντας τὸ ὑλικὸ τοῦ καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ Τύπου τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ -ἄλλωστε ὁ Τύπος συνήθως εἶναι πιὸ αὐθεντικός, γιατί ἐκεῖ ἀποτυπώνονται καλύτερα ὅλες οἱ παραδόσεις καὶ οἱ νοοτροπίες τῶν ἀνθρώπων- κάνει μερικὲς παρατηρήσεις ποὺ φανερώνουν αὐτὴν τὴν προσπάθεια τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ταυτότητος.
.                Περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο.
.                Μὲ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν διοργάνωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ξένων, πιδιώχθηκε ν καθορισθ κα ν διαφοροποιηθ νεοελληνικ ταυτότητα, ποὺ θ καθορίζη στ ξς τν λληνα. Πρόκειται γι τρες κφράσεις, τοι προσανατολισμς στν ρχαία λλάδα, φο ο λληνες πρεπε ν καταλάβουν τι εναι πόγονοι τν ρχαίων λλήνων φιλοσόφων, ποδέσμευση π τν Κωνσταντινούπολη, γι ν σπάση μφάλιος λρος μ ,τι συνδέει τν λλάδα π τ λεγόμενο Βυζάντιο, κα σύνδεση τς λλάδος μ τν Ερώπη κα τ δεολογικ ρεύματα ποὺ τν ξέφραζαν.
.                Πέρα ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς προσανατολισμούς, στὴν Πατρίδα μας ἐπικρατεῖ καὶ τὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαποτίσθηκαν οἱ παλαιότερες γενιὲς καὶ μεταδίδεται αὐτὸ τὸ ρεῦμα ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πολιτιστικὴ ζωή.
.               Γίνεται φανερὸ ὅτι στὴν Ἑλλάδα, στὴν ἐποχή μας, ὑπάρχει μιὰ ἰδεολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ σύγχυση, ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μιὰ ἑνιαία πολιτιστικὴ ταυτότητα. Μεγάλες μάζες τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ζοῦν μὲ τὴν «Μεγάλη δέα», ποὺ σήμερα κφράζεται χι μ προσκτήσεις δαφν, λλ μ τν διαίτερη παράδοση ποὺ νοηματοδοτε τν βίο μας, πως τν ξέφραζαν ο Μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας κα τν βίωσαν ο λεγόμενοι Φιλοκαλικο Πατέρες, καὶ οἱ ἀσκητὲς τοῦ ἀρχαίου καὶ συγχρόνου «Γεροντικοῦ». Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλοι ποὺ εἶναι ἀρχαιολάτρες, προσανατολισμένοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ποὺ τὴν βλέπουν μὲ τὴν στατικότητά της καὶ ὄχι μὲ τὴν δυναμική της πορεία, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἢ ἀπὸ τὸν Παρθενώνα στὴν Ἁγιὰ-Σοφιά. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸν διαφωτισμό, τὸν ρομαντισμό, τὴν νεωτερικότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μετανεωτερικότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως ἀγνοοῦν τὸν ὀρθόδοξο φωτισμὸ τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ ὡς πράξη ὑπάρχει καὶ σήμερα στὴν αὐθεντική της μορφὴ στὸν Ὀρθόδοξο ἁγιορείτικο μοναχισμὸ καὶ ἡσυχασμό. Γενικά, παρατηρεῖται μιὰ πολιτιστικὴ σύγχυση, ἀφοῦ, κατὰ ἀνάρμοστο τρόπο, συμπλέκεται τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο μὲ τὸ λατρευτικό, καὶ τὸ ὀρθολογιστικὸ μὲ τὸ ἡσυχαστικό.
.                νθρωπος μ τν κατ Χριστν πακοή, παλλάσσεται π τν φιλοδοξία-λοκληρωτισμό, μ τν σωφροσύνη κα τν γκράτεια, λευθερώνεται π τν φιληδονία-πανσεξουαλισμ κα μ τν κτημοσύνη τν κοινοκτημοσύνη, παλλάσσεται π τν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ἐνῶ παλαιότερα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ μετέπειτα κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τῆς σύγχρονης ζωῆς συνδέονταν μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ὤσμωσης καὶ παρατηροῦσε κανεὶς μιὰ διαρκῆ γονιμοποίηση, σήμερα, τὶς περισσότερες φορές, ὑπάρχουν διαλεκτικὲς ἀντιθέσεις μεταξύ τους καὶ βιώνονται κατὰ τρόπο στεγανοποιημένο.
.                Αὐτὴ ἡ διάκριση παρατηρεῖται στὰ λαϊκὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν διαχρονική μας παράδοση μὲ ποικίλους βαθμούς, τοὺς πολιτικοὺς ποὺ εἶναι προσανατολισμένοι σὲ κέντρα ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν χώρα καὶ κυρίως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ρεύματα ποὺ ἐπικρατοῦν ἐκεῖ καὶ παραπέμπουν σὲ ἄλλους πολιτισμούς, καὶ τοὺς διανοουμένους ποὺ συνήθως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῶν ἐξελίξεών τους. Τ πλέον ποκαρδιωτικ εναι τι ατ σύγχυση πικρατε κα στν κκλησιαστικ χρο, μεταξ τν Κληρικν κα τν θεολόγων. Μερικοί, ν ποστηρίζουν τν ρθοδοξία, διακρίνονται π ντιορθόδοξες ντιλήψεις. Ἐνῶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀξία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνοῦνται τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ποὺ ἐξέφραζαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι. Ἐνῶ ὑπερτονίζουν τὸ ρωμαίϊκο πνεῦμα, ἐν τούτοις ζοῦν καὶ σκέπτονται ἐντελῶς δυτικά. Ἐνῶ τονίζουν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὡς νοηματοδοτήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, συμπεριφέρονται μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ διαφωτισμοῦ, τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀφοῦ διακρίνονται ἀπὸ τὴν ὀρθολογιστικὴ νοοτροπία.
.                Ατν τν σύγχυση βλέπει κανες κα σ κείμενα ρθοδόξων, Κληρικν κα λαϊκν. Στὴν ἀρχὴ τῶν κειμένων τους παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ Ὀρθόδοξη ἔκφραση, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ χρησιμοποιεῖται ἄλλη σκέψη ποὺ ἀναιρεῖ τὴν προηγούμενη. Μέσα σ να κείμενο εσέρχονται ρθόδοξες κα κακόδοξες ντιλήψεις, ὁπότε εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν τοὺς ἐπισημανθοῦν τὰ λάθη τους, νὰ παραθέσουν ἄλλες σελίδες ποὺ λέγουν τὰ ἀντίθετα, τὰ θεωρούμενα ὡς διορθωτικά. Πρόκειται γιὰ μεγάλη σύγχυση, ποὺ δείχνει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Παραδόσεως. Ὅπως σημειώσαμε πιὸ πάνω, ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητος δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφοροποιοῦνται οἱ ἔννοιες τῶν λέξεων καὶ τῶν ὅρων, γιατί σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ἀλλοτρίωση. Ὅμως, αὐτὴ ἡ σύγχυση εἶναι γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ πολιτιστικ κα θεολογικ σχιζοφρένεια, ποὺ δὲν ἔχουν μιὰ σταθερότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/24/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας2/

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 31.03.13

α) Ἡ Β´ Κυριακὴ τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Τὸ ἔργο του, ποὺ στηρίζεται στὴν προγενέστερη χριστιανικὴ παράδοση, ἔγινε συνοδικῶς ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ τὸν κατέταξε στὴ χορεία τῶν μεγάλων διδασκάλων της. Ὁπότε, μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τιμᾶται ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ποὺ λάμπρυνε τὴν Ἐκκλησία καὶ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴν ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης.

β) Ὁ Θεός, γιὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια ἢ φιλοσοφικὴ ἰδέα, ἀλλὰ πρόσωπο ζῶν ποὺ καλεῖ σὲ κοινωνία τὸν ἄνθρωπο. Στοὺς προφῆτες καὶ πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρουσιαζόταν ὡς Μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος ἢ «ἐν εἴδει ἀνθρώπου», ἀλλὰ στὴν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Θεὸς «κατ’ οὐσίαν γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος». Ἔτσι, κάθε βαπτισμένος χριστιανὸς κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητάς του μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου, ποὺ μετέχεται διὰ τῶν μυστηρίων.

γ) Ἀκολουθώντας τοὺς παλαιοὺς Πατέρες ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίνει στὸν Θεὸ τὴν ἀπρόσιτη καὶ ἀκατάληπτη θεία οὐσία ἀπὸ τὶς ἄκτιστες μεθεκτὲς θεῖες ἐνέργειες. Στὴν προνοητικὴ καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια μετέχουν ὅλα τὰ ὄντα, ἐνῶ στὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τὰ ζωντανὰ καὶ στὴ σοφοποιὸ τὰ λογικά. Ὁ Θεὸς κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχὴ ἀποτελοῦν θετικὴ ἀπάντηση στὴ θεία πρόσκληση καὶ συμβάλλουν στὴν ἄνθηση τῆς χάρης τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τῶν δωρεῶν τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Μὲ τὴ Χάρη ἀποκαλύπτεται ἡ «ἐντὸς ἠμῶν βασιλεία» (Λουκ. ιζ´ 21) καὶ ὁ «κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» (Α´ Πέτρ. γ´4).

δ) Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, τὴ μεταστοιχείωσή τους σὲ ἀρετὲς καὶ τὴν πνευματικὴ μεθηλικίωση διεξάγεται κυρίως στὴν καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι «τὸ ταμεῖον τῶν λογισμῶν καὶ τὸ πρῶτο σαρκικὸ ὄργανο τοῦ λογιστικοῦ» κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. Ὁπότε ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ ἡ μετάνοια, ἡ διόρθωση καὶ ἡ προσοχὴ συνδέονται μὲ τὸν «θρόνο τῆς χάριτος», τὴν καθαρὴ καρδιά.

ε) Ἡ θεία χάρη «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. α´ 9) καὶ ὄχι μόνο ὅσους ἔχουν φθάσει σὲ ἀνώτερα στάδια πνευματικῆς τελείωσης. Ἀρχικὰ συνδράμει νὰ ἀναγνωριστεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ τραγικὴ κατάσταση τῆς πτώσης. Κατόπιν ὡς λεπτὴ φλόγα θείου φωτὸς φέρει σὲ αὐτογνωσία καὶ ἀποκαλύπτει τὸ ἐσωτερικὸ σκότος. Σταδιακὰ ὅμως ὁ χριστιανὸς φωτίζεται καὶ ἐν «τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» ἀποκτᾶ τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἀναπνέει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος καὶ γίνεται υἱὸς Θεοῦ κατὰ χάριν.

Ϛ) Ἡ στροφὴ πρὸς τὸν «ἔσω ἄνθρωπο» δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία, ὅπως νομίζουν ὁρισμένοι, ἀλλὰ παρέχει τὴν εὐκαιρία φιλάδελφου ἀνοίγματος πρὸς τὸν πλησίον. Τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις ὑγιοῦς κοινωνικότητας χωρὶς ἐμπάθεια. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ χριστιανὸς δὲν σώζεται μόνος του. Σώζεται μὲ τοὺς συνανθρώπους του καὶ διὰ τῶν συνανθρώπων τοῦ ἐντός της Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ σωθεῖ χωρὶς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ διακρίνεται γιὰ τὴ μεγάλη ἐξωστρέφεια, τὴν ὑπέρμετρη κινητικότητα καὶ τὴν ἔντονη δραστηριότητα. Ἄγευστος τῆς ἐσωτερικῆς ἡσυχίας στρέφεται στὴν ἐπιφανειακὴ κριτικὴ τῶν πάντων, τὴν αὐτοδικαίωση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή.

ζ) Ἀλλὰ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο προβάλλεται ὁ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ μᾶλλον λησμονεῖται ἡ μυστηριακή, ἡσυχαστική, ἀσκητικὴ καὶ νηπτική της διάσταση. Ὅμως, ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ προσφορὰ γιὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχὴς προϋποθέτει ἐσωτερικὴ ἡσυχία, καθαρὴ καρδιὰ καὶ φωτισμένο νοῦ. Ἀνάλογα αἰσθητήρια ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ βλέπει κάποιος στὸ κάλλος τῆς κτίσεως τὸ δημιουργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναφωνεῖ, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ 24).

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΕΝΗΚΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ» (Μητρ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Τοῦ Μητρ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίου 

Ἀδελφοί μου Χριστιανοί,

1. Στόν κόσμο αὐτό πού ἤρθαμε πρέπει νά βροῦμε τόν Θεό καί ἀλλοίμονό μας ἄν δέν τόν βροῦμε. Γιατί τό νά βροῦμε τόν Θεό καί νά ζοῦμε σωστά τήν ζωή μας κατά τόν Νόμο Του, αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας. Ἄς τό μάθουμε καί ἄς τό καταλάβουμε: Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι νά γίνουμε πλούσιοι οὔτε νά γίνουμε ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, οὔτε τέλος πάντων νά ψευτοζήσουμε βολεύοντας τά προβλήματά μας ἀπό ᾿δῶ καί ἀπό ᾿κεῖ, ἀλλά ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἤρθαμε στόν κόσμο εἶναι να βροῦμε τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Ὅπως τό ψάρι ἔγινε γιά νά κολυμπάει και ὅπως τό πουλάκι ἔγινε γιά νά πετάει, ἔτσι, ἀγαπητοί μου, καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε γιά τόν Θεό.

2. Εἶναι νά λυπᾶσαι γιά μερικούς ἀνθρώπους, νά λυπᾶσαι καί νά κλαῖς, γιατί ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Θεό. Μπορεῖ νά εἶναι πλούσιοι καί μορφωμένοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, μπορεῖ νά εἶναι ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, ἀλλά ἀφοῦ ζοῦν χωρίς Θεό, δέν ἔχουν βρεῖ τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς. Τό νά ζοῦμε μέ τόν Θεό σημαίνει νά τόν ἀγαπήσουμε καί νά τόν ἐρωτευθοῦμε· σημαίνει ὁ νοῦς μας νά στρέφεται γύρω ἀπ᾿ Αὐτόν σ᾿ Αὐτόν, σάν στρόφιγγας.

3. Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί μου, πού στά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας λέγεται και καρδιά καί ψυχή, γιατί διακρίνεται ἀπό τήν λογική, πού εἶναι γιά τήν ἐπιστήμη, ὁ νοῦς μας λέγω, εἶναι ἕνα ὄργανο, πού πλάστηκε γιά νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό, ὅπως τά αὐτιά μας ἔγιναν γιά νά συλλαμβάνουν τούς ἤχους ἀπό τόν γύρω κόσμο και ὅπως τά μάτια μας ἔγιναν γιά νά βλέπουν τίς γύρω εἰκόνες. Ἀλλά δυστυχῶς ὁ νοῦς μας ἀντί γιά τόν Θεό στράφηκε στά σαρκικά καί «μπάφιασε» καί θόλωσε. Ἔγινε σκοτεινός. Καί ἄν ὁ καβαλάρης ὁ νοῦς σκοτείνιασε, τότε ὅλη ἡ ὕπαρξή μας πάει κατά κρημνοῦ.

4. Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοινωνικά καί πολιτιστικά ἔργα, ὅπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί, ἀλλά τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά βοηθάει τά παιδιά της νά καθαριστεῖ ὁ νοῦς τους, γιά νά μπορέσουν νά γεύονται τόν Θεό. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός μας εἶπε «οἱ καθαροί στήν καρδιά θά δοῦνε τόν Θεό» (Ματθ. ε´ 8). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σάν τό Νοσοκομεῖο, πού δίνει φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη, γιά τόν φωτισμό τοῦ νοῦ.

5. Λοιπόν, χριστιανοί μου!

(α) Σάν πρώτη ἀρχή γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι νά καταλάβουμε ὅτι αὐτή εἶναι σκοτεινή, γιατί δέν ἔχει μέσα της τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ὅπως τόν εἴδαμε νά λάμπει στήν Μεταμόρφωσή Του. Και ἀφοῦ ἐννοήσουμε τό ψυχικό μας σκοτάδι, νά λέγουμε αὐτήν τήν μικρή προσευχή, πού μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισόν μου τό σκότος»!

 (β) Σάν δεύτερο καλό καί σωστό βῆμα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι το νά διαβάζουμε τήν ζωή τῶν θεραπευμένων. Καί οἱ θεραπευμένοι αὐτοί καί ὑγιεῖς στην ψυχή εἶναι οἱ ἅγιοι. Εἶχαν καί αὐτοί ψυχικές ἀρρώστιες, εἶχαν καί αὐτοί πάθη και ἁμαρτήματα, ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία πού ζοῦσαν, στό θεῖο αὐτό Νοσοκομεῖο, ἔπαιρναν τά πνευματικά τους φάρμακα καί ἔγιναν ἐντελῶς καλά. Εἶναι ὑγιέστατοι! Καί τήν ὑγεία τους τήν βλέπουμε στίς εἰκόνες τους. Στά ἱερά εἰκονίσματα οἱ μορφές τῶν ἁγίων λάμπουν. Ἔχουν φωτοστέφανα. Ἔτσι εἶναι! ᾿Αφοῦ ἑνώθηκαν μέ τόν Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ἔγιναν καί αὐτοί φῶς. Χριστιανοί μου, νά διαβάζουμε τούς βίους ἁγίων, γιά νά κεντρίζεται καί τό δικό μας ἐνδιαφέρον νά τούς μιμούμαστε. Μόνο ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων θά μάθουμε τήν μέθοδο πῶς καθαρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τά ἁμαρτήματα καί ἀπό αὐτούς πάλι θά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ σωστός δρόμος γιά τόν Θεό. Γιατί, προσέχετε! Εἶναι μερικοί, μερικοί καί πολλοί, πού κηρύττουν λανθασμένο δρόμο γιά τόν Θεό. Ἀσφάλειά μας γιά τήν πορεία μας στόν Θεό εἶναι μόνο οἱ ἅγιοι. Ὁ δρόμος γιά τόν Θεό πάει ἀπό ἐκεῖ πού πέρασαν οἱ ἅγιοι. Στά ἴχνη τους, λοιπόν!

 (γ) Σάν τρίτο φάρμακο θεραπείας τῆς ψυχῆς μας ἀπό τήν φαρμακαποθήκη τῆς Ἐκκλησίας μας σᾶς συνιστῶ, χριστιανοί μου, τόν ἡσυχασμό. Ἡσυχασμός σημαίνει τό νά βρίσκουμε λίγη ὥρα κάθε μέρα, ἔστω καί 5 λεπτά, καί κλεισμένοι μόνοι στο δωμάτιό μας ἤ καί περπατώντας στόν δρόμο, νά σκεπτόμαστε τόν Θεό. Νά σκεπτόμαστε τό μεγαλεῖο Του, τήν δόξα Του καί τήν ἀγάπη Του καί μετά νά ἐρχόμαστε στον ἑαυτό μας καί νά βλέπουμε τήν ἀσχήμια μας. Πρέπει νά εἴμαστε αὐστηροί κριτές τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄν θέλουμε τήν σωτηρία μας. Στόν ἡσυχασμό μας αὐτό νά λέγουμε και τήν ἄλλη ὡραία προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», καί τήν ἄλλη πάλι ὡραία προσευχή στήν Παναγία μας, τό «Θεοτόκε Παρθένε Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετά Σοῦ· εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς Κοιλίας Σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν», ὅπως καί νά διαβάζουμε ἀκόμη μέ σειρά ἕνα κομμάτι ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγία Γραφή. Τόν ἡσυχασμό πού σᾶς συνιστῶ τόν ἐφήρμοσαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τό βλέπουμε στούς βίους τους, ἀλλά τόν ξεχάσαμε ἐμεῖς οἱ νεώτεροι, γιατί ἐπηρεαστήκαμε ἀπό τό αἱρετικό παπικό πνεῦμα τῆς δράσεως καί τῆς προβολῆς.

6. Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἤθελα νά σᾶς γράψω σάν ἕνα καλό ξεκίνημα γιά τόν Θεό καί καλή ἐπιτυχία νά ἔχουμε καί σεῖς καί ἐγώ στό ξεκίνημά μας αὐτό. Εἶναι κρῖμα, ἀλλά καί ἐντροπή μας, χρόνια μέσα στήν Ἐκκλησία καί νά μήν ἔχουμε ἀκόμη θεραπευθεῖ πνευματικά, ἀλλά οὔτε καί νά γνωρίζουμε κἄν τήν μέθοδο θεραπείας. Ἄς δώσει ὁ Κύριος μετάνοια σέ ὅλους μας. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, ΑΜΗΝ.

 Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας 

ΠΗΓΗ: .alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε