Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἡσυχασμός

H ΠΕΡI ΚΑΡΔΊΑΣ AΝΤIΛΗΨΗ ΣΤHΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝH ΠΝΕΥΜΑΤΙΚOΤΗΤΑ

Ἡ περί καρδίας ἀντίληψη στήν βυζαντινή πνευματικότητα

 τοῦ Ἀντωνίου-Αἰμιλίου Ταχιάου, Ὁμ. καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
– ἀντεπιστέλλοντος μέλους Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 220, Νοέμβριος 2014

[…]

.               Φαίνεται ὅτι πολύ νωρίς ὁ πρωτόγονος homo erectus συνειδητοποίησε μέσα του τήν λειτουργία τῆς καρδιᾶς καί τήν ταύτισε μέ τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ φαινομένου τῆς ζωῆς, ἐκτιμώντας ἔτσι στή σωστή της διάσταση τήν ὑπαρξιακή ἀξία της. Ἐπειδή ὅμως στούς πρωτογόνους τοῦ Mεξικοῦ ὁ ἥλιος θεωρεῖτο ἡ πηγή τῆς ζωῆς, προσφέρονταν σ’ αὐτόν ὡς θυσία, ὄχι θρησκευτικῆς ἀλλά μαγικῆς σκοπιμότητας, αἱμάσσουσες καρδιές ἀνθρώπων καί ζώων. M’ αὐτόν τόν τρόπο ἤθελαν νά προκαλέσουν τή συνέχεια τῆς παρεχόμενης ἀπό τόν ἥλιο ζωῆς. Ἐπειδή ἡ καρδιά θεωρεῖτο ἡ ἕδρα τῆς ζωῆς, τῶν συναισθημάτων καί τῆς σκέψης ἀκόμη, κάποιοι πρωτόγονοι τῆς Δυτικῆς Ἀφρικῆς, ὡς τίς ἀρχές τοῦ αἰώνα μας ἀκόμη, ὅταν πέθαινε ὁ βασιλιάς τους, συνήθιζαν νά προσφέρουν τήν καρδιά του ὡς βρώση στόν διάδοχό του, ὥστε μέ τόν τρόπο αὐτόν νά περάση σ’ αὐτόν ἡ βασιλική ἐξουσία, καί νά κατασταθῆ γνήσιος συνεχιστής τῆς βασιλείας.
.               Ἐπίσης σέ ἄλλους πρωτογόνους ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη ὅτι ἔπρεπε νά ἀποφεύγουν νά δίνουν στά παιδιά τους νά τρῶνε τήν καρδιά τοῦ τσακαλιοῦ γιά νά μή γίνουν δειλά σάν κι αὐτό, ἐνῶ ἀντίθετα τούς ἔδιναν τήν καρδιά τῆς λεοπάρδαλης γιά νά γίνουν γενναῖα ὅπως αὐτή. Στούς Ἀζντέκους τοῦ Mεξικοῦ συναντοῦμε τήν θυσία ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ξεριζώνεται ἡ καρδιά καί προσφέρεται στή θεότητα. Ἡ σημασία τῆς καρδιᾶς, σάν ὄργανο μεταβίβασης δύναμης καί ἐξουσίας ἐπιβίωσε καί στίς πιό προηγμένες θρησκεῖες, ὅπως αὐτή τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἐξελιγμένη ἐμφανίζεται ἡ θρησκεία, τόσο περισσότερο ἡ καρδιά ἀποκτᾶ μέσα σ’ αὐτήν ἕνα ἄλλο νόημα καί συνδέεται κυρίως μέ τά συναισθήματα καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου· Στήν καρδιά ὁ ἄνθρωπος βιώνει τή χαρά καί τή θλίψη, ἐδῶ εἶναι ἡ ἕδρα καί τό ὄργανο ἔκφρασης τῶν εὐαισθησιῶν του, τελικά ἐδῶ ἐντοπίζεται τό σημεῖο συνάντησής του μέ τόν Θεό.
.               Mιά τέτοια θεώρηση τῆς καρδιᾶς εἶναι διάχυτη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Kαινή Διαθήκη. Ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ φαίνεται καί ἀπό τήν ἱκανότητά του νά διεισδύη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί νά τήν ἐρευνᾶ («ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς»), ἀφοῦ αὐτή θεωρεῖται τό φυλακτήριο τῶν ἀπορρήτων τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καλός ἤ κακός ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του, γι’ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός ζητάει στήν προσευχή του: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός». Σήμερα ἀκόμη λέμε «ἄνθρωπος μέ καλή καρδιά», «καλόκαρδος» ἤ «κακόκαρδος». Ἐδῶ, βεβαίως, λησμονιέται ἐντελῶς ἡ φυσιολογική λειτουργία καί ὁ ρόλος τῆς καρδιᾶς ὡς τό βασικότερο ὄργανο τοῦ ἀνθρώπινου ὀργανισμοῦ, καί ἐξαίρεται μόνο τό συναισθηματικό καί ἠθικό στοιχεῖο πού αὐτή συμβολίζει καί ἀντιπροσωπεύει μέσα στήν ψυχική ἰδιοσυστασία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Xριστός ἔχει πῆ ὅτι εἶναι μακάριοι αὐτοί πού ἔχουν καθαρή καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Αὐτή ἡ ρήση τοῦ Ἰησοῦ θά ἀποκτήση στή συνέχεια ἕνα ἰδιαίτερο νόημα μέσα στόν ὀρθόδοξο μυστικισμό.
.               Σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη γιά τήν ἀνθρώπινη ὀντότητα, ἡ καρδιά ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία ἀπό τή στιγμή πού τό νοητικόν, ὁ λόγος, δέν ἀποτελεῖ τό θεμελιῶδες κεφάλαιο στίς βαθύτερες καί ὑπαρξιακές ἐμπειρίες τῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἡ πίστη, ὡς ἀποδοχή πραγμάτων μή βλεπομένων καί ἐλεγχόμενων μέ τόν λόγο καί τή νόηση, ἐκφεύγει ἀπό τόν χῶρο αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, καί συνδέεται περισσότερο μέ τή βιωματική λειτουργία τοῦ συναισθήματος, δηλαδή τῆς ψυχικῆς εὐαισθησίας καί δεκτικότητας. Οἱ αἰσθήσεις καί τό νοητικόν καθοδηγοῦν καί ἐλέγχουν τή γνώση, ἐνῶ τό συναίσθημα εἶναι αὐτό πού ἀγγίζει ἄμεσα τήν ψυχή, δηλαδή τή συγκίνηση, καί συνδέεται μ’ αὐτό πού ἁπλοϊκότερα ὀνομάζουμε «καρδιά». Αὐτή ἡ «καρδιά» ὑπαγορεύει καί τήν ἀγάπη, πού εἶναι ἡ βασικότερη χριστιανική ἀρετή. Ἔτσι δημιουργοῦνται δύο διαφορετικοί κόσμοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά ἔχουν διαύλους ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, ἀλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
.               Tό μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμός ἐπιδιώκει τόν τελικό του σκοπό, δηλαδή τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχή ὑπάρχει βέβαια στήν κοινή λατρεία τῶν πιστῶν μέσα στήν Ἐκκλησία, ὑπάρχει ὅμως καί ἡ προσωπική προσευχή, καί ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης στάδια ἐξέλιξής της μέσα στούς αἰῶνες, ὅπως συνέβη καί μέ τή συλλογική προσευχή. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιωτική προσευχή εἶναι ἐκείνη πού ὁδηγεῖ σέ μυστικιστικές ἐμπειρίες, καί αὐτή ἔχει ἀπασχολήσει τούς μυστικούς διδασκάλους καί συγγραφεῖς τοῦ Βυζαντίου. Tό πρῶτο πού πρέπει νά σημειώσουμε εἶναι ἡ διαμόρφωση τοῦ τύπου αὐτῆς τῆς προσευχῆς, καί τό δεύτερο, πῶς αὐτή συνδέεται μέ τό ἀνθρώπινο ὄργανο τῆς καρδιᾶς. Οἱ μεγάλοι ἀσκητές Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων ἔκριναν ὅτι ἡ ἰδιωτική προσευχή δέν θά πρέπει νά ἐπεκτείνεται σέ μία προσωπική φλυαρία, ἀλλά νά εἶναι σύντομη καί οὐσιώδης. Γι’ αὐτό, λοιπόν, τήν περιόρισαν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, διατηρώντας μέσα σ’ αὐτήν δύο βασικά πράγματα. Tό πρῶτο εἶναι ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ. Tό ὄνομα αὐτό περικλείει μέσα του μία τεράστια δύναμη, γιατί εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ. Ἀντίθετα μέ τούς Ἑβραίους, πού μέχρι σήμερα ἀκόμη δέν προφέρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό ὑποκαθιστοῦν μέ κάποιο ἄλλο κλητικό, οἱ Χριστιανοί ἐξονομάζουν εὐθέως τό θεῖο ὄνομα, ἐπικαλούμενοι τή βοήθειά του. Tό δεύτερο στοιχεῖο τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι αὐτή εἶναι «μονολόγιστος», δηλαδή σύντομη καί περιεκτική, πού συνοψίζεται στό: «Kύριε Ἰησοῦ Xριστέ, Yἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ὁ ἡσυχαστής μοναχός, καί κάθε ἕνας πού ἀκολουθεῖ τήν πνευματικότητά του, ἐπαναλαμβάνει ἀδιακόπως αὐτή τήν εὐχή, προσπαθώντας νά βιώση ὅσο τό δυνατόν πληρέστερα καί βαθύτερα τό νόημά της.
.               Ἡ προσευχή αὐτή καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα. Αὐτός λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὕπαρξης. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.
.               Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.
.               Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.
.               Εἶναι φανερό ὅτι μέ τή μέθοδο αὐτή εἰσάγεται μία ψυχοφυσιολογική διαδικασία προσευχῆς, ἡ ὁποία ἔχει πολλές ἐξωτερικές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῆς ἰνδουϊστικῆς γιόγκα, διαφέρει ὅμως ἀπό αὐτήν ἀπόλυτα στήν οὐσία, γιατί ἐνῶ ἡ γιόγκα ἀποσκοπεῖ μέσῳ τῆς ἀπάθειας στήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό σύμπαν ἤ τήν τελείωση γιά τίς μελλοντικές μετενσαρκώσεις του, στόν βυζαντινό μυστικισμό ὁ τελικός σκοπός τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν προσωπικό Θεό, τόν Ἰησοῦ Xριστό. Ἐπίσης ἡ ὀμφαλοσκοπία στούς Βυζαντινούς ἡσυχαστές δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχει νομισθῆ, ἀλλ’ ἐνδεικτική κίνηση τῶν ὀφθαλμῶν γιά τόν ἐντοπισμό τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κεντρικό θέμα. Mέ τή ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς καί τήν διαρκῆ ἐπανάληψη τῆς νοερᾶς προσευχῆς τελικά ὁ προσευχόμενος κατορθώνει νά ἐπαναλαμβάνη νοερῶς τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στό ρυθμό τῶν κτύπων τῆς καρδιᾶς, ἄσχετα ἄν ἐργάζεται, κάθεται ἤ κοιμᾶται.
.               Ἡ ψυχοφυσιολογική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς συστηματοποιήθηκε περισσότερο στή διάρκεια τοῦ 14ου αἰώνα στό Ἅγιον Ὄρος, ὅταν ἦρθε ἐδῶ ὁ μεγάλος ἡσυχαστής διδάσκαλος, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης. Πιθανότατα τότε εἰσήχθη καί ἡ χρήση τοῦ κομποσκοινιοῦ, τό ὁποῖο βοηθᾶ τούς ἀρχαρίους κυρίως στό νά ἐξασκοῦνται χωρίς περισπασμούς σ’ αὐτήν τήν προσευχή. Οἱ ἡσυχαστές κωδικοποίησαν κατά κάποιον τρόπο τή σχετική μέ τή θέα τοῦ θείου φωτός διδασκαλία τῶν παλαιοτέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Δοθέντος ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀθέατος, ἡ μόνη δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά γίνη μέτοχος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καί αὐτό τό κατορθώνει μέ τή νοερά προσευχή καί τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἔτσι ἡ θεολογία γίνεται ὄχι νοητική, ἀλλά ἐμπειρική ἐπιστήμη, καί ἡ ἐμπειρική γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν πού ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶναι π. χ. τό δόγμα τῆς Ἁγίας Tριάδος, πηγάζει ἀπό τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.               Στή διάρκεια τοῦ 18ου αἰώνα πραγματοποιήθηκε μία ἔκδοση πού ἔδωσε μεγάλη ὤθηση στήν ἡσυχαστική πνευματικότητα καί τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς. Στά 1782 ἐκδόθηκε στή Βενετία ἕνα ὀγκωδέστατο Ἑλληνικό βιβλίο πού ὀνομαζόταν Φιλοκαλία, καί περιεῖχε τά συγγράμματα τῶν νηπτικῶν καί μυστικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Tό ἴδιο βιβλίο ἕνδεκα χρόνια ἀργότερα ἐκδόθηκε σέ σλαβονική μετάφραση στή Mόσχα. Mέ τίς ἐκδόσεις αὐτές ἐγκαινιάστηκε ἡ λεγόμενη Φιλοκαλική Ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀναζωογόνηση τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο μεταξύ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά καί τῶν Σλάβων καί τῶν Pουμάνων. Tό 1801, καί πάλι στή Βενετία, ἐκδόθηκε ἀπό τόν μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, τόν Ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἕνα πνευματικό ἐγχειρίδιο, τό ὁποῖο ἔφερε τόν τίτλο «Συμβουλευτικόν ἐγχειρίδιον περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων τῆς τε φαντασίας, τοῦ νοός καί τῆς καρδίας», τό ὁποῖο μάλιστα μεταφράστηκε ἀμέσως καί στά ρουμανικά. Tό ἀξιοσημείωτο στό βιβλίο αὐτό δέν εἶναι μόνο τό ἐκτενές κεφάλαιο, στό ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὡς κέντρο φυσικό, παραφυσικό καί ὑπερφυσικό, ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πιό κατανοητά, ὑπάρχει στό τέλος τοῦ βιβλίου κεφάλαιο μέ τίτλο: «Ποῖον σχῆμα ἔχει ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς ἀνατόμους τῶν νεωτέρων». Tό κεφάλαιο αὐτό εἶχε γραφῆ εἰδικῶς γιά τό βιβλίο τοῦ Nικοδήμου ἀπό τόν περίφημο λόγιο Ἄνθιμο Γαζῆ, ὁ ὁποῖος καί μετέφερε ἐδῶ τίς ἀνατομικές γνώσεις γιά τήν καρδιά πού καθιέρωσε τό 1628 ὁ Ἄγγλος γιατρός William Harvey μέ τό βιβλίο του Exercitatio anatomica de motu cordis et sanguinis circulatione. Tό κεφάλαιο αὐτό τοῦ Γαζῆ περιλαμβάνει μάλιστα καί σχήματα μέ τίς κοιλίες τῆς καρδιᾶς καί τίς ἀρτηρίες. Ἀνατομία τῆς καρδιᾶς, λοιπόν, σέ ἕνα βιβλίο βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ!
.               Ὁ 19ος αἰώνας ὑπῆρξε ἐποχή ἀναβίωσης τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ ὄχι μόνο στόν Ἑλληνικό, ἀλλά καί στόν σλαβικό καί ρουμανικό κόσμο. Ἡ νοερά ἤ καρδιακή προσευχή ἀπέκτησε νέους ὀπαδούς ἀνάμεσα σέ μοναχούς καί κοσμικούς, καί γνώρισε μεγάλη διάδοση, ἰδιαίτερα μάλιστα στήν ἀχανῆ Pωσία. Στά μέσα αὐτοῦ τοῦ αἰώνα ἔκανε στή Pωσία τήν ἐμφάνισή του ἕνα βιβλίο ἀνώνυμου συγγραφέα, πού εἶχε τόν τίτλο «Εἰλικρινεῖς διηγήσεις προσκυνητῆ πρός τόν πνευματικό του πατέρα», καί γνώρισε πολλές ἐκδόσεις. Στό βιβλίο αὐτό ἐξιστορεῖται πῶς ἕνας «ἄστεγος προσκυνητής» ἱερῶν τόπων διηγεῖται τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν προσευχή τῆς καρδιᾶς καί τίς μυστικές ἐμπειρίες πού εἶχε μέσα ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ προσευχή αὐτή ἐκλαϊκεύθηκε, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού μπορεῖ νά ἔχη μιά τέτοια ἐκδοχή, ἀφοῦ οἱ Βυζαντινοί Πατέρες μιλοῦν γιά σαφεῖς πνευματικούς, ψυχικούς καί σωματικούς κινδύνους στήν χωρίς ὑπεύθυνο πνευματικό ὁδηγό ἄσκηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Γιατί αὐτή ἡ κατάβαση τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὅπως λένε, καί ἡ ἕνωσή του μέ αὐτήν, εἶναι τό τέλος μιᾶς μακρᾶς διαδικασίας ἀσκητικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν ἄσκηση στήν ὑπακοή καί προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τήν χειραγώγηση ἀπό πολύ ἔμπειρο καί ὅσιο πνευματικό ὁδηγό.

.            Οἱ μυστικές ἐμπειρίες πού δοκιμάζει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς αὐτῆς προσευχῆς δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τούς ἴδιους τούς μύστες αὐτῆς τῆς πρακτικῆς. Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν. Ὅ, τι λέμε ἐμεῖς εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική καί ἐπιφανειακή περιγραφή, τό πραγματικό βάθος τῆς μεταφυσικῆς καρδιᾶς παραμένει κλειστό στούς ἀμύητους.–

parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -2 «Οἱ βαρλααμιστὲς καὶ οἱ βαρλααμίζοντες ὄχι μόνον ἀγνοοῦν ἐμπειρικῶς αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἀγγελικὴ λειτουργία, ἀλλὰ τὴν ἀρνοῦνται, τὴν ὑποτιμοῦν καὶ τὴν εἰρωνεύονται. Ταυτίζουν ἀπόλυτα τὴν λατρεία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς εὐχές, τὶς ὁποῖες θέλουν νὰ κατανοοῦν λογικά, γιατί διαφορετικὰ δὲν αἰσθάνονται ὅτι προσεύχονται».. (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Βαρλααμισμς [Β´]

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ», 
Σεπτέμβριος 2014 -Τεῦχος 218

Μέρος Α´: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -1 «Οἱ βαρλααμιστὲς ἐπιτίθενται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν συμφωνοῦν μαζί τους μὲ πολλοὺς τρόπους, μιμούμενοι “τὸ πολυέλικτον καὶ δολερὸν τοῦ ὄφεως”, χρησιμοποιώντας πολλὲς στροφὲς καὶ πλοκὲς λόγων». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

γ) Σημαντικὲς βαρλααμικὲς ἀπόψεις

.             Διαβάζοντας κανεὶς τὴν θεολογικὴ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Βαρλαὰμ βλέπει καὶ μερικὰ ἐνδιαφέροντα σημεῖα, τὰ ὁποῖα δείχνουν τὴν μοιότητα πο πάρχει μεταξ διαφόρων συγχρόνων θεολόγων κα το Βαρλαάμ.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούοντας τὸν Βαρλαὰμ τοῦ ἀποδίδει πολλοὺς χαρακτηρισμούς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι «αὐτόπλαστος μοναχός», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔγινε μοναχὸς ὕστερα ἀπὸ νόμιμη ἄθληση σὲ κάποιον Πνευματικὸ Πατέρα, γιὰ νὰ μάθη τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Αὐτὸ φαίνεται σὲ ὅλες τὶς ἀπόψεις του, οἱ ὁποῖες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Θὰ ὑποδειχθοῦν μερικὰ σημαντικὰ σημεῖα.
.           Πρῶτον, ὁ Βαρλαὰμ ὄχι μόνον δὲν γνώριζε ἐπακριβῶς τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, ἀλλὰ ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἱερὰ ἡσυχία, ὅπως τὴν βίωναν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ σύγχρονοί του μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Γι᾽ αὐτὸ στρεφόταν ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ Νικηφόρου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπερασπιζόταν τὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν ὁποία γνώρισε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν παρέλαβε ἀπὸ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες καὶ ἀσκητὲς καὶ τὴν ἀσκοῦσε στὴν προσωπική του ζωή. Ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ ἔργου του «Τρεῖς Τριάδες» ἀναφέρεται στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιτλοφορεῖται «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων». Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση, ὅπως ἀναλύεται διεξοδικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ πλήρης ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ ὄχι τῶν θεωριῶν τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ στὴν καρδιά, ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τὸ ὁποῖο μετέχει τῆς θείας Χάριτος, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, ἡ θέα-θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι ἡ δόξα τῆς θεότητος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ.
.           Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν Νικηφόρο τὸν Μονάζοντα λέγει ὅτι μετὰ τὴν καταδίκη τῆς κακοδοξίας τῶν Ἰταλῶν (Παπικῶν) προσῆλθε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ δέχθηκε πλήρως τὴν διδασκαλία καὶ τὴν ζωή της. Προσῆλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι τὸ μεθόριον «κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων», «τῆς ἀρετῆς ἑστία», καὶ ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους Πατέρες. Ἀφοῦ γιὰ πολὺ χρόνο ἔδωσε σὲ ἐκείνους τὴν πείρα τῆς ταπεινώσεώς του, παρέλαβε ἀπὸ αὐτοὺς ὡς ἀντάλλαγμα «τῆς τῶν τεχνῶν εἰρήνης, δηλαδὴ τῆς ἡσυχίας τὴν πείραν». Ἐδῶ συχία χαρακτηρίζεται π τν γιο Γρηγόριο ς «τέχνη τς ερήνης», γιατί μ τν μέθοδο ατ ερηνεύει σωτερικς κόσμος το νθρώπου π τν ταραχ τν λογισμν, τς φαντασίας κα τν παθν. λλ ατ συχία μανθάνεται μλλον μυσταγωγεται π πεπειραμένους Πατέρες σ κείνους πο μαθητεύουν μακροχρονίως σ ατούς.
.           Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ἔτσι, ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀπέκτησε τὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ ἔγινε «ἀρχηγὸς» ἐκείνων ποὺη ἀγωνίζονται στὸν κατὰ διάνοια κόσμο, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ὁ ἴδιος συνέλεξε πολλὰ πατερικὰ χωρία τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες καὶ τὴν ἔκβασή τους. Μάλιστα ἐπειδὴ πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν «τὴν ἀστασίαν τοῦ νοῦ» οὔτε κὰν μετρίως, προέτεινε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες αὐτοῦ», δηλαδὴ τὶς ψυχοτεχνικὲς μεθόδους.
.           Οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιστὲς καὶ βαρλααμίζοντες δὲν ἀποδέχονται στὴν πράξη τὸν ἡσυχασμό, τὴν ἱερὰ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχίας, γιατί προφανῶς διακρίνονται ἀπὸ τὶς φιλοσοφικὲς ἀρχές, δίνουν μεγάλη σημασία στὶς λογικὲς ἀναλύσεις καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ στοχασμούς. Ὄχι μόνον δὲν ἀποδέχονται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ἀλλὰ καὶ ἀρνοῦνται ὅλην αὐτὴν τὴν μέθοδο, πολλὲς φορὲς εἰρωνεύονται αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐξασκοῦν. Μ τν τρόπο ατ διακυβεύεται λη ρθόδοξη θεολογία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, χρησιμοποίησε τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» του ὡσὰν πῦρ ποὺ κατακαίει κάθε ἀντίθετο. Τὸ ἴδιο πράττουν καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι ἐναντίον τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, μὲ τὴν «φαντασιώδη πολύνοιά» τους, μὲ τὶς γνώσεις τους, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λογικῆς καὶ τῆς φαντασίας τους.

 .           Δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι ὁ Βαρλαὰμ δὲν συντονίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση στὸ θέμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς.
.           Ἡ ἱερὰ ἡσυχία συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖται ἡ ἱερὰ ἡσυχία, καθαρίζονται οἱ αἰσθήσεις, κυρίως ἡ καρδιά, δηλαδὴ τὸ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμούς, ἀπελευθερώνεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή του στὶς αἰσθήσεις, τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον, καὶ στὴν συνέχεια προσεύχεται καθαρῶς καὶ ἀθολώτως στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχὴ καὶ ἔτσι γίνεται ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ περὶ τῆς ὁποίας κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α´ Θεσ. ε´, 17).
.           Ὁ Βαρλαὰμ δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ τὴν ἑρμήνευε ἐντελῶς ἐπιφανειακά, ἐξωτερικά, στοχαστικά. Ἰσχυριζόταν ὅτι τὸ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» δὲν δηλώνει τὸ «ἐνεργεῖν τὴν προσευχήν, ἀλλὰ τὸ τὴν ἕξιν ἔχειν αὐτῆς». Δηλαδή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατὰ τὸν Βαρλαάμ, δὲν εἶναι ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἔκαναν οἱ ἡσυχαστές, ἀλλὰ τὸ νὰ νομίζη κανεὶς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πράξη καὶ νὰ περατώση κάτι ἂν δὲν θέλη ὁ Θεός. Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ μιὰ ἀφηρημένη πίστη στὸν Θεό, τὴν ὕπαρξή Του καὶ τὴν παρουσία Του.
.           Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντικρούει μιὰ τέτοια ἑρμηνεία γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως γράφει, Βαρλαμ εναι νας φιλόσοφος «διαλείπτως κα μηδέποτε προσευχόμενος». Ὁ Βαρλαὰμ δὲν γνώριζε οὔτε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ οὔτε τὴν «ἐκ διαλειμμάτων», δηλαδὴ τὴν διακεκομμένη, τὴν κατὰ καιροὺς προσευχή. Μιᾶς τέτοιας ὅμως προσευχῆς, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Βαρλαάμ, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀμέτοχος οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δὲν εἶχε ἐξουσία οὔτε στοὺς χοίρους, ἂν δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός.
.           Στὴν συνέχεια ὁ ἡσυχαστὴς Ἅγιος κάνει μιὰ περίφημη ἀνάλυση γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἔχω ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια σημεῖα, ὁ Ἅγιος ἐκφράζει ἔντονα τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Ἄλλωστε, αὐτὴ εἶναι μιὰ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ οἱ δύο χρησιμοποιοῦσαν πατερικὰ χωρία, ἀλλὰ ὁ μὲν Βαρλαὰμ τὰ ἑρμήνευε φιλοσοφικὰ-στοχαστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τὰ παρερμήνευε, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὰ ἑρμήνευε μέσα ἀπὸ τὴν δική του προσωπικὴ πείρα. Τὸ χωρίο αὐτὸ περὶ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι σημαντικότατο, ἀλλὰ ἀναγκαστικὰ θὰ παραθέσω μόνο τὸ οὐσιῶδες περιεχόμενό του.
.           Ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὅτι μιλώντας γιὰ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, στὴν πραγματικότητα ἐννοοῦμε ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς «μυστικοῦ καὶ ἀπορρήτου πνευματικοῦ δώρου» τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο καταξιώνονται νὰ λάβουν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς κατέλαβε ὁ θεῖος ἔρως νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Κύριο τοῦ παντός, οἱ ὁποῖοι μένουν χωρὶς τροφὴ καὶ πνοὴ κατὰ τὴν προσευχή, ἐπιστρέφουν τὸν νοῦ στὸν ἑαυτό τους καὶ ἑνώνονται μὲ τὸν Θεό. Ἔπειτα, αὐτὸ τὸ πνευματικὸ δῶρο τῆς προσευχῆς, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἑλκύει «τὸν κατηξιωμένον νοῦν» πρὸς τὴν ἄρρητη ἕνωση καὶ ἀπὸ αὐτὸ πηγάζει ἡ ἱερὰ εὐφροσύνη, καὶ ἄλλοτε ἐνῶ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται πρὸς τὸν Θεό, ὑπηχεῖ μέσα σὲ αὐτὸν ὠδήν, ὡσὰν μουσική. Δηλαδή, στὸν νοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ὑψώνεται πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μιὰ λατρεία νοερά. Καὶ ὅσοι ἔγιναν μέτοχοι αὐτῆς τῆς ἀεικινήτου καὶ ἀκαμάτου Χάριτος, ἔχουν ἀδιάλειπτη ἐρριζωμένη στὴν ψυχὴ τὴν προσευχή, ἐνῶ ἀσκοῦν τὰ ἀναγκαῖα καθημερινὰ ἔργα, γίνεται δὲ αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀκόμη καὶ ὅταν κοιμοῦνται. Καὶ γιὰ τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας περὶ ἀδιαλείπτου προσευχῆς ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσκομίζει τὶς σχετικὲς ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μαρτυρίες.
.           Ἔτσι, ἡ ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ μιὰ διαρκὴς ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καθαρὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ προσευχές, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ» (Ἑφ. ε´, 18-19).
.           Αὐτὴν τὴν νοερὰ προευχὴ ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ «λογικήν, μᾶλλον δὲ πνευματικὴν ἠμῶν λατρείαν», ποὺ γίνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν τιμοῦν καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ αὐτὴν «μεθ᾽ ἡσυχίας ἀπεριμερίμνως διὰ βίου» καὶ βοηθοῦν τοὺς ἀρχαρίους νὰ συμμετέχουν στὴν «ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν». Ἑπομένως, ἡ νοερὰ προσευχή, ποὺ γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας εἶναι «πνευματικὴ λατρεία», ποὺ συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ «τὴν ἀγγελικὴν καὶ ὑπερκόσμιον λειτουργίαν».
.           Ο βαρλααμιστς κα ο βαρλααμίζοντες χι μόνον γνοον μπειρικς ατν τν πνευματικ κα γγελικ λειτουργία, λλ τν ρνονται, τν ποτιμον κα τν ερωνεύονται. Ταυτίζουν πόλυτα τν λατρεία μ τος μνους κα τς εχές, τς ποες θέλουν ν κατανοον λογικά, γιατί διαφορετικ δν ασθάνονται τι προσεύχονται. Μὲ ἄλλα λόγια στηρίζονται μόνον στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπολυτοποιοῦν. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι ὅτι ν τσι σκέπτονται κα τσι πιθυμον ν προσεύχωνται, τότε πς θ μάθουν τν περκόσμια λειτουργία κα πς θ εσέλθουν σ ατν μετ τν θάνατό τους, φο τν γνοον κα τν πολεμον;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ -3 «Ἡ πορεία τῶν βαρλααμιστῶν καὶ τῶν βαρλααμιζόντων: πρῶτα ἀλλοιώνονται ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἔπειτα συμφύρονται λατρευτικῶς μὲ τοὺς παπικοὺς καὶ στὴν συνέχεια ἐπέρχεται ἡ τελικὴ προσχώρηση στὴν δική τους παράταξη». (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Δ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

Μέρος Γ´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

.                 Αὐτὰ εἶναι μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ μέρους τοῦ ἔργου, διότι καὶ τὰ μοναστήρια ταῦτα διὰ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἐν αὐτοῖς ναῶν καὶ οἰκειῶν, τῶν τε ἔσω καὶ ἔξω, καὶ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς κατοικούντων μοναχῶν, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ὄντως μεγαλοπρεπῆ καὶ βασιλικά. Δὲν βλέπετε καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ὀφθαλμούς σας πὼς τὰ εἴκοσι ταῦτα ἱερὰ καὶ μεγαλοπρεπῆ μοναστήρια, κατὰ σειρὰν εὑρισκόμενα, τόσον εἰς τὸ βόρειον ὅσον καὶ εἰς τὸ νότιον μέρος τοῦ Ὄρους, στέκουσιν ς τόσα μεγάλα φρούρια κα νυκτοφυλακτοῦσι πέριξ λον τοτον τν τόπον, ς τόσα προπύργια χυρώματα, κα φυλακτικαὶ κροπόλεις προλαμβάνουσι πάντα πειρασμὸν καὶ ἐνόχλησιν, ἀπὸ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς; Δὲν βλέπετε πὼς οἱἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ὄρους εὑρισκόμενοι μοναχοί, πάντες ὑπὸ τὴν σκεπὴν τῶν κύκλῳ μοναστηρίων φυλαττόμενοι, ζῶσι καὶ κοιμῶνται ἀτάραχοι καὶ εἰρηνικοί;
.               Ἀπὸ δὲ τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκτίσθησαν, εἶναι τόσον μεγαλοπρεπῆ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια, εἰς τρόπον ὥστε, ὅλα τὰ ἑπτὰ λεγόμενα θαύματα τοῦ κόσμου, ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος εἰς τὴν Ἔφεσον, ἡ Πυραμὶς τοῦ Χέοπος εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ τάφος τοῦ Μαυσώλου εἰς τὴν Καρίαν, οἱ Κρεμαστοὶ Κῆποι τῆς Βαβυλῶνος, ὁ Κολοσσὸς τῆς Ρόδου, ὁ πύργος τοῦ Φάρου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὸ ἐλεφάντινον ἄγαλμα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐπὶ πᾶσι, τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη ὅλα τὰ ἑπτά, τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Οὐσπεσιανοῦ, ὅλα ταῦτα, λέγω, τὰ μεγαλοπρεπῆ θαύματα, ἂν καὶ ἐνομίσθησαν εἰς τὰς φαντασίας τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ὅτι ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρη καὶ σκεπάζουσι τοὺς ὁρίζοντας, συγκρινόμενα ὅμως πρὸς τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ θεϊκὸν τέλος τούτων τῶν ἱερῶν μοναστηρίων, φαίνονται εἰς τοὺς φρονίμους ἢ ὡς φωλεαὶ ἔρημοι πτηνῶν ἢ ὡς κρημνώδη χαλάσματα καὶ ἐρείπια, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ βασίλειόν των οἱ νυκτοκόρακες, οἱ ποντικοὶ καὶ ἀράχναι καὶ ἄλλα κνώδαλα καὶ ζωύφια· πειδ τ τέλος μν κείνων στάθη ματαία φιλοδοξία, ἡ ὁποία ἀνθεῖ καὶ ἀπανθεῖ παρόμοια μὲ τὰ ἄνθη τοῦ ἔαρος, τ τέλος δ τούτων τν εαγν μοναστηρίων στάθη παντοτειν δόξα το Θεο κα παντοτεινὴ φέλεια κα σωτηρία ψυχν ΰλων, ψυχν θανάτων· καὶ μιᾶς μόνης ἐξ αὐτῶν, ὄχι τὰἑπτὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ὄχι τὰὀκτώ, ἀλλὰ ὅλος ὁ αἰσθητὸς οὗτος καὶ ὀρώμενος κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος· «οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ψυχῆς ἐγκρατοῦς».
.       Τί λέγω; τὸ ξαίρετον τέλος τν μοναστηρίων τούτων κα τ κατ’ ξοχν ποτέλεσμα καὶ  εωδέστατος καρπός, στάθησαν λοι ο σήμερον ορταζόμενοι γιοι κα θεοφόροι Πατέρες λου κοινς τοῦ γίου Ὄρους, οἱ νομαστο καὶ νώνυμοι, οἱ ἐν τοῖς Κοινοβίοις καὶ οἱ ἐν ἡσυχίᾳ, τοῖς Κελλίοις καὶ ταῖς σκήταις εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ καὶ ἁγιάσαντες. Λέγω δὲ καρπὸν τῶν ἱερῶν μοναστηρίων τοὺς μοναστὰς καὶ ἡσυχαστάς, καθότι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ φροντίδα τῶν μοναστηρίων ἦσαν καὶ οἱ ἔξω ἡσυχάζοντες τῷ τότε καιρῷ… Τοιουτοτρόπως μὲν οἱ θεοφόροι Πατέρες κα ὶἅγιοι ἠγάπησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν ἐπὶ γῆς μὲ τὴν ἰσάγγελον αὐτῶν πολιτείαν καὶ τὰ θεάρεστα αὐτῶν κατορθώματα καὶ ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός, καὶ μὲ τὴν ἀπόλαυσιν ὅλων ἐκείνων τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν». Καὶ τώρα συγχορεύουσιν ἐν Οὐρανοῖς μὲ τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων, μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων· οἱ Ἱεράρχαι μὲ τοὺς Ἱεράρχας· οἱ Ὅσιοι μὲ τοὺς Ὁσίους· οἱ Ὁμολογηταὶ μὲ τοὺς Ὁμολογητάς· οἱ Ὁσιομάρτυρες καὶ οἱ Ἱερομάρτυρες μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρας καὶ τοὺς Ἱερομάρτυρας· Θεὸν ὁρῶντες πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὁρώμενοι καὶ φωτιζόμενοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὃν ἐκ ψυχῆς ἠγάπησαν, μὲ τὴν τρανοτέραν γνῶσιν καὶ τελειοτέραν ἔλλαμψιν τῆς αὐτοῦ θεότητος, τὴν ὁποίαν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡμεῖς δὲ οἱ τῶν τοιούτων ἁγίων πατέρων εὐτελεῖς υἱοὶ καὶ διάδοχοι, μὲ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ καὶ νὰἐπιτύχωμεν τῆς ποθουμένης σωτηρίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀφήσαμεν τὸν κόσμον καὶ ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὸ Ὄρος τοῦτο; Ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ· ἂν πιστῶς ἀκολουθῶμεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐναρέτου ζωῆς καὶ πολιτείας τῶν ὁσίων τούτων καὶ ἂν ἐπιμελώμεθα νὰ φυλάττωμεν ἀπαρασαλεύτως τοὺς νόμους καὶ κανόνας καὶ τύπους τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ὅσους παρέδωκαν ἐγγράφως εἰς ἡμᾶς οἱ τρισμακάριοι οὗτοι ὅσιοι…
.         Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν, ἀδελφοί, θέλομεν ἔχει πρὸς τὸν Θεὸν παντοτεινοὺς πρεσβευτὰς τοὺς σήμερον ἐορταζομένους ἁγίους Πατέρας καὶ βοηθοὺς καὶ ὑπερμάχους μὲν ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ· καὶ ἀληθῶς ἔχομεν νὰ καυχώμεθα ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς μὲν τέκνα αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ Πατέρες ἡμῶν, διὰ τὴν ὁμοίωσιν ἣν ἔχουσι τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα των, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν καὶἐν μετανοίᾳ τὴν ζωὴν ἡμῶν τελειώσωμεν εἰς τοῦτον τὸν ἱερὸν τόπον, θέλομεν ἀποκτήσει πρὸς τούτοις ἀπροσμάχητον προστάτιν καὶ βοηθόν, αὐτὴν τὴν Κυρίαν καὶ Ἔφορον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ἥτις θέλει μᾶς συστήσει εἰς τὸν Υἱόν της καὶ θέλει ζητήσει παρ’ Αὐτοῦ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καθὼς ὑπεσχέθη μόνη της ἡ ἀψευδὴς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡς προείπομεν.
.               Ἀλλ’ ὦ μακαριώτατοι Θεῖοι Πατέρες· οἱ Ὅσιοι καὶ Ἱεράρχαι· οἱ Ὁμολογηταὶ καὶ Ὁσιομάρτυρες καὶ Ἱερομάρτυρες· οἱ Μυροβλύται καὶ θαυματουργοί· οἱ ἐπίγειοι Ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, οἱ τοῦ Ἁγίου Ὄρους πολιοῦχοι καὶ οἰκισταί, καὶ μετὰ τὴν Θεοτόκον προστάται ἡμῶν καὶ εὐεργέται καὶ ἔφοροι· οἱ ἐν σαρκὶ τοὺς ἀσάρκους νικήσαντες δαίμονας· πάντων τῶν Ἁγιορειτῶν ὄντες στέφανος καὶ δόξα καὶ καύχημα· ἡ βασιλικὴ καὶ τροπαιοφόρος παράταξις τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν Θεοτόκου· τὰ μυρίπνοα ἄνθη καὶ τὰ ἀγλαόκαρπα δένδρα τοῦ νοητοῦ τούτου Παραδείσου τῆς Ἀειπαρθένου· οἱ ἀέναοι ποταμοὶ τῶν θείων καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, δέξασθε τὸ παρὸν ἐφύμνιον, τὸὁποῖον σᾶς προσφέρει ὅλη ὁμοῦ ἡ κοινότης τοῦἉγίου Ὄρους, τὸ ὑμέτερον ποίμνιον, ὡς ἐδέξατο ὁ Κύριος τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας. Καὶ τὴν κοινὴν ταύτην καὶ καινὴν ἑορτὴν ὑμῶν καὶ πανήγυριν, ἣν ὅλοι κοινῶς ἐπιτελοῦμεν, ἐναγκαλίσασθε, θειότατοι, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶὡς θυσίαν εὐπρόσδεκτον. Τί γὰρ ἄλλο νὰ πράξωμεν, ἵνα δείξωμεν, τὸ δυσέκτιτον χρέος, ὅπερ ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς τοὺς εὐεργέτας ἡμῶν διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας καὶ χάριτας, ὧν ἀπηλαύσαμεν καὶ ἀπολαύομεν καὶ θέλομεν ἀπολαύει διὰ βίου παρ’ ὑμῶν; Ναί, τὸὁμολογοῦμεν ὅτι ἡμεῖς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ κατοικῶμεν τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον καὶ νὰὀνομαζώμεθα υἱοί σας, ἀλλὰ σεῖς, διὰ τὴν χρηστότητά σας, μὴν ἀρνηθῆτε νὰ εἶσθε πατέρες ἠμῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ θάρρους παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ἅπαντας, ἡμεῖς ἅπαντες, νὰ μᾶς ἐνδυναμώνητε, ὥστε νὰ μιμώμεθα, ὅσον τὸ δυνατόν, καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν σας ζωὴν καὶ τὰἔργα σας. Καὶ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωήν, δεόμεθα ὑμῶν, ἵνα σκέπητε καὶ διαφυλάττητε τὰἱερὰ ταῦτα Μοναστήρια καὶ Σκήτας καὶ Κελλία καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ ἐπηρείας τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, εἰς δὲ τὴν μέλλουσαν νὰ μᾶς ἀξιώσητε διὰ τῶν πρεσβειῶν σας νὰἀπολαύσωμεν τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶἡμεῖς μεθ’ ὑμῶν, εἰ καὶ μέγα ἐστι τὸ αἰτούμενον ἡμεῖς οἱ υἱοί, μετὰ τῶν πατέρων ὑμῶν· ἡμεῖς τὰ ποίμνια μετὰ τῶν ποιμένων ὑμῶν· ἡμεῖς οἱ μαθηταὶ μετὰ τῶν διδασκάλων ὑμῶν· ἵνα ἔχητε λέγειν καὶ ὑμεῖς πρὸς Θεὸν τὸἀποστολικὸν ἐκεῖνο «Ἰδοὺ ἡμεῖς καὶ τὰ παιδία, ἃ ἡμῖν ἔδωκας, Κύριε». ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Γ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 .             Ἀφ’ οὗ δὲ τοιουτοτρόπως ἐφάνησαν τέλειοι φύλακες τῆς πρώτης ἐντολῆς, ἤτοι τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, τότε ἠθέλησαν νὰ φυλάξωσιν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ ἀποδείξουν ὅτι φυλάττουσι καὶ τὴν δευτέραν ἐντολήν τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης. Καὶ δή, ἀφήσαντες τὴν ἡσυχίαν, ἐκινήθησαν, ἄλλος μὲν ἀπὸἐν Θεϊκὸν καὶ οὐράνιον σημεῖον ὅπερ εἶδεν, ἄλλος δέ, ἀπὸ ἄλλο· καὶ ὅλοι ὁμοῦ ἐθερμάνθησαν ἀπὸ μίαν θείαν ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ ἕνα θεοφιλῆ σκοπὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν ἀγάπης εἰς τὸ νὰ κτίσωσι Λαύρας, Ἱερὰ Μοναστήρια, μονύδρια, Σκήτας, καὶ Κελλία· εἴς τε τὰ βόρεια καὶ νότια μέρη τοῦ Ὄρους καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη αὐτοῦ, πρὸς κατοικίαν καὶ ἀνάπαυσιν ἐκείνων, ὅσοι φεύγουσι τὰς τοῦ κόσμου μερίμνας, ἔρχονται δὲ ἐδῶ διὰ νὰ ζήσωσι μοναχικὴν ζωὴν ὁμοίως ἐκινήθησαν καὶ εἰς τὸ νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐν τοῖς Μοναστηρίοις Ναοὺς θαυμαστούς, Ναοὺς παμμεγέθεις καὶ ὡραιοτάτους ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρὸς καὶ τῶν Ἁγίων Αὐτοῦ, διὰ νὰ δοξολογῆται ἀκαταπαύστως ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων Θεός· καὶ φαίνεταί μοι ὅτι, μελετῶντες νὰ κτίσωσιν αὐτά, ἔλεγεν εἰς τὸν ἑαυτόν τοῦ ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς τρισμακάριστους τούτους Πατέρας τὸ δαβιτικὸν ἔκεινο, «οὐ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ ΘεῶἸακώβ».
.               Ἀφ’ οὖ δὲ ταῦτα πάντα τὰ εὐαγῆ καὶ ἱερὰ καταγώγια ἐκ θεμελίων ὠκοδόμησαν οὕτω, καθὼς αὐτὰ βλέπομεν ἕως τῆς σήμερον, μὲ μυρίους ἱδρώτας καὶ κόπους καὶ πειρασμούς, μὲἁδρότατα καὶ βασιλικὰἔξοδα, μὲ πολλὰς ὁδοιπορίας καὶ ποντοπορίας, μὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτῶν ζωῆς καὶ μὲ παράτασιν καιρῶν καὶ χρόνων πολλῶν, ἀκολούθως ἐφρόντισαν οἱ φιλαδελφότατοι νὰ προικίσωσιν αὐτὰ μὲἱερὰ κειμήλια, μὲ θησαυροὺς τιμίων ξύλων καὶ ἁγίων λειψάνων, μὲὑποστατικὰ καὶ μετόχια πλούσια καὶ μὲ ἄλλα κτήματα κινητὰ καὶ ἀκίνητα, τόσον διὰ τὴν ζωοτροφίαν καὶ αὐτάρκειαν τῶν ἐνασκουμένων ἀδελφῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν πτωχῶν καὶ ξένων καὶἀσθενῶν, ὅσοι ἔρχονται εἰς αὐτά.
.                Παρέδωσαν δὲ εἰς αὐτὰ καὶ νόμους καὶ κανόνας καὶ διατάξεις, πῶς πρέπει νὰ ζῶσι καὶ νὰ πολιτεύωνται οἱ ἐν αὐτοῖς οἰκοῦντες μοναχοί, τόσον ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ὑπηρεσίαις καὶ διακονίαις τῶν Μοναστηρίων, ὅσον καὶ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις σώζονται γεγραμμέναι εἴς τε τὰ τυπικὰ τῶν αὐτῶν Μοναστηρίων καὶ εἰς τὰς διαθήκας τῶν αὐτῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ τοιοῦτον τρόπον συνέστησαν καὶ συνεκρότησαν τὰ Μοναστήρια αὐτὰ καὶ τὰς Σκήτας καὶ τὰ Κελλία, διὰ νὰ εἶναι σχολεῖα πάσης ἀρετῆς, διὰ νὰ μένωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ φυλακτήρια, πόνων ἀσκητικῶν φροντιστήρια, ἀγγελικῆς πολιτείας ἐργαστήρια, τῶν ἐν Παλαιστίνῃ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σινᾷ καὶ Θηβαΐδι παλαιῶν καὶ ἁγίων Κοινοβίων μιμητήρια, τῶν ξένων καταγώγια, τῶν πτωχῶν καταφύγια, καὶὅλων τῶν χειμαζομένων ἀπὸ τὴν ζάλην καὶ τρικυμίαν τοῦ κόσμου λιμένες σωτηριώδεις καὶ ἀκύμαντοι. Οὕτω δι μέσου τν ερν τούτων Μοναστηρίων κα θείων σεμνείων, ς δι δικτύων τινν δι δραστικωτάτου μαγνητισμο, νέσυραν καὶ σαγήνευσαν οἱ σιοι οτοι π τν θάλασσαν κα ματαιότητα το κοσμικο βίου, χι μόνον κατοντάδας κα χιλιάδας νθρώπων, λλ κα μυριάδας λοκλήρους πατριαρχν, ρχιερέων, ερέων, βασιλέων, συγκλητικν, γουμένων, ρχόντων, κα παντς λλου βαθμο κα τάξεως νθρώπων κακόμη λονν τος λκύουσιν ες τ τάγμα κα ες τν γγελικν πολιτείαν τν μοναχν. Τούτους ἅπαντας προσέφεραν καὶ προσφέρουσι καὶ θέλουσι προσφέρει σεσωσμένους εἰς τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὡς τόσας θυσίας εὐαρέστους, ζώσας καὶ λογικὰς καὶὡς τόσα ὀψώνια καθαρὰ καὶ γλυκύτατα, ὥστε ὁ πρώην ἔρημος οὗτος Ἄθως ἔγινεν ὡς πολυάριθμος πόλις ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εἰς αὐτὸν εὑρισκομένων μοναχῶν καὶ τὸ Πηλούσιον ὄρος καὶ τὸ Γαλήσιον καὶ ὁ Λάτρος καὶ αὐτὸ τὸ Σίναιον ὄρος μικρὰ καὶ ποταπὰ ἐφαίνοντο κατὰ τὴν ποσότητα τῶν μοναχῶν, συγκρινόμενα πρὸς τὸ Ἅγιον τοῦτο Ὄρος. Καὶ διὰ νὰ εἴπω μὲ συντομίαν, οὕτω διὰ μέσου τῶν ἱερῶν τούτων Μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων ἐφάνησαν οἱ θεοφόροι οὗτοι πατέρες ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ τέλειοι φύλακες καὶ τῆς δευτέρας ἐντολῆς· καὶ ἠγάπησαν τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς ἑαυτούς, καθὼς ἐπρόσταζεν ὁ παλαιὸς νόμος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν των, καθὼς προστάζει ἡ νέα διαθήκη τοῦ Εὐαγγελίου· διὰ τοῦτο καὶ καινὴν καὶ νέαν ἐντολὴν ὠνόμασεν ὁ Κύριος τὴν ἐντολήν τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης λέγων «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους·» καὶ δὲν στέκει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει «καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς (δηλαδὴ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν μου) ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
.               Ἂς συμφωνῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἄνθρωποι, ὅσον γιγαντιαῖοι εἰς τὸ σῶμα, τόσον πυγμαῖοι εἰς τὸν νοῦν, καὶ ἂς ζητῶσι νὰ οἰκοδομήσωσι πύργον ἕως τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰἀφήσωσι τὸὄνομά των ἀθάνατον. «Δεῦτε καὶ οἰκοδομήσωμεν πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσωμεν ἐαυτοῖς ὄνομα». Ἂς κτίζη ὁ Φίλιππος τὴν Φιλιππούπολιν, ὁ Ἀλέξανδρος τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὁ Ἀδριανὸς τὴν Ἀδριανούπολιν. ς κατασκευάζωσιν λοι ολλοι βασιλες κα σατράπαι καὶ γεμόνες το κόσμου τος πυραμιδοειδες βελίσκους, τ κυκλικ τόξα κα τος τεχνικος νδριάντας των καὶ ς πιφημίζωσι τνόματα τν πάνω ες τὰ δια τν οκοδομήματα, καθς λέγει Θεος Δαυίδ· «πεκαλέσαντο τὰ νόματα ατν π τν γαιν ατν». Ατοὶ λοι μ τ πολυέξοδά των ργα ατά, δν δυνήθησαν ν μείνωσιν θάνατοι· καὶ ν φημίζονται τὰ νόματά των, φημίζονται μόνον ες τν γν κα ες μόνην τν παροσαν ζωήν, λλ’ χι κα ες τν Ορανν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν «οὐκ ἐγγράφεται γάρ, λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, ἀσεβῶν ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἀλλὰ τῇ γῇ ἐναπομένει τὰ ὀνόματα.» (Ἑρμην. εἰς τὸν μη´ Ψαλμ.) Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν θείων τούτων Πατέρων, μὲ τὸ μέσον τῶν ἱερῶν τούτων εἴκοσι Μοναστηρίων, ἐφημίσθησαν καὶ φημίζονται καὶ παντοτινὰ θέλουν φημίζεσθαι, ὄχι μόνον εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαίραν τοῦ κόσμου, ὄχι μόνον ἕως τοῦ Οὐρανοῦ, καθὼς ἐφαντάσθησαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι γίγαντες, ἀλλὰ καὶὑπεράνω τοῦ Οὐρανοῦ· καὶὄχι μόνον εἰς τὸ διάστημα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης· διότι τὰ ὀνόματα τούτων ἐγράφησαν εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς ἀθανασίας, καὶ δὲν θέλουσιν ἐξαλειφθῆ ποτέ, ἀλλὰ θέλουσι διαμένει ἀθάνατα εἰς ὅλον τὸ ἀπέραντον διάστημα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «χαίρετε γάρ, φησίν, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».
.                   Πρέπει τὸ ἔργον τῶν ἐνταῦθα εἴκοσιν ἱερῶν μοναστηρίων νὰ ὀνομάζηται καὶ μεγαλοπρεπές· διότι, ἂν κατὰ τοὺς ἠθικοὺς φιλοσόφους, ἡ ἐντελὴς ἰδέα ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς ἔργου χαρακτηρίζεται ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦἐργαζομένου ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ ἔργου ἢ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, τίς δὲν βλέπει ὅτι καὶ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια εἶναι πεπλουτισμένα καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὅρους τούτους, ἐκ μέρους τοῦἐργαζομένου; Διότι οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκτισαν, παρεκτὸς ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἦσαν μεγαλοπρεπεῖς ἄνθρωποι καὶ βασιλεῖς καὶ βασιλέων υἱοὶ καὶ συγκλητικοὶ καὶ βασιλέων ὑπογραφεῖς, ὡς ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Σάββας, οἱ κτίτορες τῆς Χιλιανδαρίου καὶ Βατοπαιδίου Μονῆς, Παῦλος ὁ κτίτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, Ἰωάννης καὶ Εὐθύμιος οἱ τῆς τῶν Ἰβήρων καὶ Νεόφυτος ὁ τῆς τοῦ Δοχειαρίου, πρὸς τούτοις αὐτοὶ οὗτοι παρεκίνησαν καὶ τοὺς βασιλεῖς νὰ ἐξοδεύσωσι μεγαλοπρεπῶς εἰς τὴν τούτων οἰκοδομήν, τοὺς Κωνσταντίνους, λέγω, τοὺς Νικηφόρους, τοὺς Ρωμανούς, τοὺς Ἀλεξίους, τοὺς Καντακουζηνούς, τοὺς Παλαιολόγους, τὰς Πουλχερίας καὶ τοὺς λοιπούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Β´]

 

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

 

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

 

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

.             Ταύτην, λοιπόν, τὴν φήμην τῶν μεγάλων ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας κάμνει, ὄχι ἄλλος τίς, ἀλλὰ μία Μήτηρ Θεοῦ καὶ μία Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸ νὰ ἔχη, δηλαδή, τὸὌρος τοῦτο ὡς ἰδικόν της καὶ νὰ ὑπερασπίζηται ὄχι μόνον ζῶντας, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῷ, τοῦτο, λέγω, ἀκούσαντες καὶ οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶ Ὅσιοι, ἀφῆκαν τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ πάντα, γονεῖς, συγγενεῖς, οἰκίας, ὑπάρχοντα, πλοῦτον, δόξαν καὶ ἡδονάς, καὶ ἦλθον ἀπὸ κάθε μέρος τῆς οἰκουμένης καὶ ἑκατοίκησαν τὸν ἱερὸν τοῦτον Ἄθω, τὸν νοητὸν καὶ περικαλλέστατον τῆς Θεοτόκου Παράδεισον, θαρροῦντες ὅλως διόλου καὶἐλπίζοντες μετὰ Θεὸν εἰς τὴν προστασίαν καὶ σκέπην τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους· ἀφ’ οὗ δὲ ἦλθον καὶ ἑκατοίκησαν ἐδῶ, ἠξεύροντες ὅτι δύο εἶναι αἱ καθολικαὶ καὶ μεγάλαι ἐντολαί: πρώτη, τὸ «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» καὶ δευτέρα, τὸ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», ἀπεφάσισαν καὶ αὐτοὶ νὰ φυλάξωσι ταύτας τὰς δύο ἐντολάς· καὶ διὰ μέσου τῆς φυλάξεως τῶν δύο τούτων, νὰ φυλάξωσιν ὁμοῦ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας μερικὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος «Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς, ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»· καὶ οὕτω νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ παρόντι βίῳ.
.             Καί, λοιπόν, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, ὅστις πρῶτον ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καὶ δεύτερον, ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον διότι, καθὼς λέγουσιν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶὁ Λουκᾶς, εὐθὺς ἀφ’ οὗἐβαπτίσθη, ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐπειράσθη ἀπὸ τὸν διάβολον μὲ τοὺς τρεῖς γίγαντας τῶν παθῶν μὲ τὴν φιληδονίαν, λέγω, τὴν φιλοδοξίαν καὶ τὴν φιλαργυρίαν καὶ οὕτω νικήσας ὁ Κύριος τὸν διάβολον καὶ τὰ πάθη ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸν προσέβαλον, ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καθ’ ὃ καὶ ἄνθρωπος, ἐξ ὅλης του τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης του τῆς ἰσχύος, καὶὅτι εἶναι τέλειος εἰς τὴν πρώτην ἐντολήν. Μετὰ ταῦτα δὲ πάλιν ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν ἔρημον εἰς τὸν κόσμον καὶ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ φυλάττωσι τὰς θείας καὶ σωτηρίους αὐτοῦἐντολὰς καὶ νὰὑπομένωσιν ὄχι μόνον κόπους καὶὕβρεις καὶὀνειδισμοὺς διὰ τὴν ἀγάπην τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ πάθη καὶ σταυρὸν καὶ θάνατον· καὶ ταῦτα πάντα ἐνίκησε μὲ τόσην μεγαλοψυχίαν, ὥστε νὰ παρακαλῆ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους σταυρωτάς, λέγων· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τοιουτοτρόπως ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του· καὶ ὅτι εἶναι τέλειος καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐντολήν, καθὼς περὶ τούτων πλατύτατα καὶ γλαφυρώτατα ἀναφέρει ὁ θεοφόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λέγω, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ Θεοφόροι οὗτοι Πατέρες. Καὶ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, πρῶτον μὲν ἔδειξαν ὅτι ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης των τῆς καρδίας· δεύτερον δέ, ὅτι ἀγαπῶσι καὶ τὸν πλησίον των ὡς τὸν ἑαυτόν των, διότι ἡσυχάσαντες πρότερον εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τρώγλας καὶ σπήλαια, καὶ εἰς ἄλλα διάφορα μέρη τοῦ ἱεροῦ τούτου Ὄρους, ἐπολέμησαν μὲ σῶμα ὑλικὸν τὰς ἀΰλους ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας καὶ τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου· καὶ τούτους κατὰ κράτος θριαμβεύσαντες, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐνίκησαν τν μν φιληδονίαν μ τν νηστείαν, μ τν γκράτειαν, μ τν γρυπνίαν, μ τν έναον προσευχήν, μ τν στεγον σκέπην, μ τν χαμαικοιτίαν κα ξηροκοιτίαν, μ τ συνεχ δάκρυα κα μ πᾶσαν λλην σκληραγωγίαν το σώματος· τν δ φιλοδοξίαν νίκησαν μ τν ταπεινοφροσύνην, μ τν πακοήν, μ τν τελείαν κκοπν το θελήματος, μ τ συντετριμμένον φρόνημα το νος κα μ τν πτωχείαν το πνεύματος· τν δ φιλαργυρίαν μ τν τελείαν κτημοσύνην, μ τν πτωχείαν κα τν ναγκαίων στέρησιν κα οτω καθάρισαν τν αυτόν των πὸ λα τ πάθη, δι μέσου τῆς συχίας κα τς ν τῇ συχίᾳ πράξεώς τε κα θεωρίας, ἐπειδὴ κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον «ἡἡσυχία ἐστὶν ἀρχὴ καθάρσεως τῇ ψυχῇ» (ἐπιστολ. α´)· καὶὁἀδελφὸς αὐτοῦ Νύσσης Γρηγόριος λέγει ὅτι «ἡσυχάζουσα ψυχὴ καὶ τῶν ἔξωθεν πραγμάτων ἁπαλλαγεῖσα, ἀκριβέστερον τῶν οἰκείων ἀγαθῶν, ἢ κακῶν ἐπαισθάνεται». Καὶ τ μν σμα καθάρισαν π τν μπάθειαν, τν δ ψυχν π τν δυπάθειαν, τν δ νον π τν προσπάθειαν, καθὼς φιλοσοφεῖὁ θεηγόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, μὲ τὸ μέσον της σωματικῆς, ψυχικῆς καὶ νοερᾶς ἀπαθείας ταύτης, ἠξιώθησαν οἱ μακάριοι νὰ γενῶσιν σοπτρα διαφανέστατα τοῦ γίου Πνεύματος καὶ ργανα δεκτικὰ τῆς κείνου νεργείας κα το φωτισμο κα τς χάριτος, διακρίνοντες μὲν τὰ δύσληπτα καὶἀπόρρητα, διορῶντες δὲ τὰ πόρρω καὶ μακρὰν γινόμενα, καὶ προορῶντες τὰ μήπω γενόμενα. Τί νὰ πολυλογῶ; Οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶὍσιοι μένοντες ἐν τῇἡσυχίᾳ, ἔφθασαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὴν τελειότητα τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, ἥτις εἶναι ἡἀκρότης ὅλων τῶν ἀρετῶν· ἀγαπῶντες τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ μόνοι μόνῳ τῷ Θεῷ τοσοῦτον ἑνούμενοι, εἰς τρόπον ὥστε ἄλλο τί δὲν εὑρίσκετο μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἀγαπώντων καὶ τοῦὑπ’ αὐτῶν ἀγαπωμένου Θεοῦ· καὶ μόνοι μόνον τὸν Θεόν, τοσοῦτον γινώσκοντες, ὡς κατὰ χάριν Θεοί, τὸν κατὰ φύσιν Θεὸν ὥστε, καθὼς ἐγίνωσκεν αὐτοὺς ὁ Θεός, οὕτω καὶ αὐτοὶἀντιστρόφως ἐγίνωσκον τὸν Θεόν, ὥσπερ ὑψηγορεῖ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ, (τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος) Θεὸς θεοῖς ἑνούμενός τε καὶ γνωριζόμενος· καὶ τοσοῦτον ἴσως, ὅσον ἤδη γινώσκει τοὺς γινωσκομένους». (Λόγος εἰς τὸ Πάσχα καὶ εἰς τὰ Γενέθλια).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 2. «Πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος» (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

 κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας [Β´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/23/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας/

3. Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση σήμερα

.                Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, στὴν ὁποία δημιουργοῦνται νέα δεδομένα, οἱ κοινωνίες ἀλλάζουν, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν βιομηχανικὴ ἐποχὴ περάσαμε στὴν τεχνολογικὴ καὶ βιοτεχνολογικὴ ἐποχή, μὲ συνέπειες γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Οἱ ἄνθρωποι ὅλης τῆς γῆς ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, ἔρχονται σὲ σχέση μὲ ἄλλους πληθυσμούς, θρησκεύματα, ἀντιλήψεις, ὅλη ἡ παγκόσμια κοινότητα γίνεται μιὰ μικρὴ γειτονιά, ἀλλὰ πολλοὶ βιώνουν τὴν μοναξιά.
.                Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἔχει μέσα της τὸ σταθερό, τὴν οὐσία, ἀλλὰ συγχρόνως περιβάλλεται καὶ ἀπὸ τὸ καιρικό, ἀφοῦ ἐκεῖνος ποὺ βιώνει τὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, μπορεῖ νὰ ζήση τὴν οὐσία της μέσα στὶς σύγχρονες ἀντιλήψεις τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας.
.                Πολλοὶ προσπάθησαν νὰ ἐντοπίσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ σταθερὰ στοιχεῖα τῆς παραδόσεως, ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθοῦν, γιατί αὐτὰ νοηματοδοτοῦν τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς σύγχρονους τρόπους ζωῆς, μέσα στοὺς ὁποίους ζοῦν.
.                Ὁ καθηγητὴς Μάριος Μπέγζος στὸ βιβλίο του «ἡ μεταφυσικὴ τῆς οὐσιοκρατίας στὸν μεσαίωνα καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση», ἀναφερόμενος στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βυζαντινοῦ καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ κοσμοειδώλου, οὐσιαστικὰ στὴν διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δυτικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, καθορίζει τὶς πέντε διαφορὲς ποὺ ἐπικρατοῦν μεταξὺ τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Πρόκειται γιὰ τὶς πέντε μεγάλες διαφορὲς ποὺ ἐκφράζονται ὡς «λατινικὴ οὐσιοκρατία καὶ ἑλληνικὴ προσωποκρατία», «μεσαιωνικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ βυζαντινὸς ἀποφατισμός», «νομικὴ καὶ ἰατρικὴ» ἀντίληψη, «ρωμαϊκὸς παπισμὸς καὶ ὀρθόδοξη συνοδικότητα», «μεσαιωνικὴ φεουδαρχία καὶ βυζαντινὴ πρόνοια».
.                Ἔτσι, στὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἐπικρατεῖ ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν οὐσιοκρατία ποὺ γέννησε τὸ Filioque, ὁ ἀποφατισμὸς-ἐμπειρία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὀρθολογισμό, ἡ θεραπεία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν νομικιστικὴ ἀντίληψη, ἡ συνοδικότητα σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν παπισμό, ἡ πρόνοια καὶ φιλανθρωπία σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν φεουδαρχία.
.                Νομίζω, ὅμως, ὅτι ς βασικ διαφορ πρέπει ν πογραμμίσουμε τ θέμα τς θεραπείας το νθρώπου, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὸν ἡσυχασμό, ἀποφεύγει τὸν ὀρθολογισμό, τὸν νομικισμό, τὸν ὁλοκληρωτισμό, τὸν φεουδαλισμό. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ ζῆ ἡσυχαστικὰ-νηπτικά, ὅπως τὸ συναντοῦμε στὴν Φιλοκαλία, καὶ ὅπως τὸ ἐκφράζουν ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀποφεύγει τὶς προσωπικὲς ἐξαρτήσεις, ἀλλὰ ταυτοχρόνα σέβεται καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ ποικίλα πάθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ζῆ αὐθεντικὰ μέσα στὴν κοινωνία.
.                Μ τν ρθόδοξο συχασμό, ποὺ εναι θεραπευτικ πράξη τς κκλησίας, νθρωπος ποφεύγει ν κλαμβάνη τν Χριστιανισμ ς δεολογία κα τν Θε ς μεταφυσική. Μὲ τὴν βίωση τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, αἰσθάνεται τὸν Θεὸ ὡς Ὄντα καὶ ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἰδέα, τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἀντικείμενο ἡδονῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως, καὶ τὸν κόσμο ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στὸν ὁποῖο εὑρίσκονται οἱ οὐσιοποιὲς καὶ ζωοποιὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὡς ἕνα ἀντικείμενο βιασμοῦ.
.                Μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ μέθοδο ὁ ἄνθρωπος θεραπεύει τὰ πάθη τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιληδονίας καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ ἔτσι ἀντίστοιχα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ τρία μεγάλα θηρία ποὺ δημιουργοῦν προβλήματα στὴν σημερινὴ ἀνθρωπότητα, ἤτοι τὴν ἰδεολογία-ὁλοκληρωτισμό, τὸν πανσεξουαλισμὸ καὶ τὴν κεφαλαιοκρατία. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ὑπακοή, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλοδοξία-ὁλοκληρωτισμό, μὲ τὴν σωφροσύνη καὶ τὴν ἐγκράτεια, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν φιληδονία-πανσεξουαλισμὸ καὶ μὲ τὴν ἀκτημοσύνη ἢ τὴν κοινοκτημοσύνη, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ὁ Ὀρθόδοξος μοναχὸς ποὺ τηρεῖ τὶς τρεῖς μοναχικὲς ἀρετὲς τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἀκτημοσύνης, κρατᾶ τὴν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ τρία θηρία ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως καὶ ἑπομένως εἶναι ὁ πλέον κοινωνικὸς ἄνθρωπος. Αὐτὴ ἡ πρακτική, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο, γιατί ἡ ἄσκηση στὴν ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Εὐαγγέλιο ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ ἡ ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ σύγχρονη κρίση ταυτότητας, περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι διάφοροι πολιτισμοὶ καὶ παραδόσεις προσεγγίζουν διαφορετικὰ τὸν κόσμο.
.                Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα τί εἶναι ὁ κόσμος, οἱ Χριστιανοὶ ἀπαντοῦν στὸ ἐρώτημα ποιὸς ἔκανε τὸν κόσμο καὶ οἱ Ρωμαῖοι ἐξετάζουν τί χρησιμεύει ὁ κόσμος. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζῆ τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ διακρίνεται γιὰ τὴν χρησιμοθηρικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου.
.                Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὴν τὴν νοοτροπία καὶ νὰ προχωρήσουμε στὸ τί εἶναι ὁ κόσμος καὶ κυρίως ποιὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου καὶ ἀκόμη ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς μας καὶ πῶς θὰ αἰσθανθοῦμε προσωπικὰ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τελικὰ θὰ πρέπει νὰ νοηματοδοτοῦμε τὸν κόσμο καὶ τὸν βίο μας.
.                Αὐτὴ εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ βίου μας καὶ τῆς ζωῆς μας.–

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ – 1. «Αὐτὴ ἡ σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, μεταξὺ τῶν Κληρικῶν καὶ τῶν θεολόγων. Μερικοί, ἐνῶ ὑποστηρίζουν τὴν Ὀρθοδοξία, διακρίνονται ἀπὸ ἀντιορθόδοξες ἀντιλήψεις». (Μητρ. Ναυπάκτοιυ Ἱερόθεος)

κρίση τς νεοελληνικς ταυτότητας

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.                Ὅταν μελετᾶ κανεὶς τὸ θέμα «Ἡ κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας», στὴν ἀρχὴ τὸ θεωρεῖ κοινότυπο θέμα, ὅμως στὴν συνέχεια διακρίνει μερικὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα.
.                Ἀπὸ πολλοὺς γίνεται λόγος γιὰ τὴν κρίση τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας, ὅπως γενικὰ γίνεται καὶ λόγος γιὰ τὴν κρίση στὴν οἰκογένεια, τὴν κοινωνία, τοὺς θεσμούς, τοὺς νέους κλπ. Κάθε ἀλλαγὴ καὶ κάθε μετάβαση ἀπὸ τὴν μιὰ γενιὰ στὴν ἄλλη δημουργεῖ κρίσεις μὲ διάφορα ἀποτελέσματα, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, γόνιμα ἢ ἀποδιοργανωτικά.
.                Τὸ θέμα αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ προσεγγίση πολιτιστικά, κοινωνικά, πολιτικά, ἐθνικά. Στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ ἐπιδιωχθῆ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κυρίως ἐκκλησιαστικά.

1. Ἀνάλυση τῶν ὅρων

.                Τρεῖς λέξεις σὲ αὐτὴν τὴν θεματικὴ πρόταση ἔχουν μεγάλη σημασία, ἤτοι ἡ ταυτότητα, ἡ νεοελληνικὴ καὶ ἡ κρίση.
.                Ἡ λέξη ταυτότητα σήμερα δηλώνει τὸ ἔγγραφο τῆς ἀστυνομίας ποὺ ταυτοποιεῖ τὴν βιολογική μας ὕπαρξη, δηλαδὴ καταγράφει τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεώς μας, τῆς διαμονῆς μας, καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματός μας (ἡλικία, ὕψος, χρῶμα ὀφθαλμῶν κλπ.).
.                Εἰδικότερα, ὅμως, ἡ λέξη ταυτότητα συνιστᾶ ἀριστοτελικὸ ὅρο ποὺ συναντοῦμε στὰ μετὰ τὴν φύση συγγράμματά του (τὰ μεταφυσικὰ) ποὺ σημαίνει «τὸ εἶναι τί ταυτόν, τὸ ἴδιον». Εἶναι κάτι ποὺ πιστοποιεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ὄντος, ἑνὸς πράγματος, ποὺ δείχνει τὴν συνέχεια καὶ τὴν ἀκρίβεια.
.                Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους τοῦ ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.
.                Στὴν νέα φιλοσοφικὴ ὁρολογία, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀρχὴ τῆς ταυτότητος», ποὺ εἶναι μιὰ λογικὴ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποία «κάθε πράγμα εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτό του, κάθε ἔννοια ἡ ἴδια μὲ τὸν ἑαυτό της. Σύμφωνα μὲ ἄλλη –καὶ πιὸ σωστὴ- ἄποψη ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας ἀπαιτεῖ κάθε ἔννοια νὰ ἐννοεῖται πάντοτε ὡς ἡ ἴδια, ὄχι ἄλλοτε ὡς α καὶ ἄλλοτε ὡς β ἢ γ». Ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας προϋποθέτει μιὰ ἔννοια νὰ ἐννοῆται πάντοτε μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο, σὲ ἀντίθετη ὅμως περίπτωση, ὅταν ἀλλάζη τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων καὶ ἐννοιῶν, ἀπὸ τὴν μιὰ πρόταση στὴν ἄλλη, τότε ἐπικρατεῖ ἡ ἐννοιολογικὴ σύγχυση.
.                Στὴν περίπτωσή μας ἡ «ταυτότητα» προσδιορίζεται μὲ τὸ ἐπίθετο νεοελληνική, ποὺ σημαίνει προσπαθοῦμε νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ταυτότητα τοῦ νεοέλληνος. Ἀμέσως αὐτὸ τὸ γεγονὸς δημιουργεῖ ἕναν ἔντονο προβληματισμό, γιατί χωρίζουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα διαλεκτικὰ σὲ ἀρχαία, μέση καὶ νέα.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» χαρακτηρίζει τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τοῦ νέου ἑλληνικοῦ Κράτους (1832). Μέχρι σήμερα ὁ ὅρος χρησιμοποιήθηκε συχνὰ ἀπὸ Ἕλληνες καὶ ξένους γιὰ νὰ ἀντιδιασταλοῦν οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους κυρίως ἀλλὰ καὶ τοὺς βυζαντινούς, μὲ μιὰ τάση γιὰ χειραφέτηση ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση καὶ προβολὴ τῆς ἀξίας τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ.
.                Ἡ λέξη «νεοέλληνας» καὶ τὰ παράγωγά της ἀντικατέστησε στὴν οὐσία τὴν λέξη Ρωμηὸς καὶ Ρωμηοσύνη. Ὅπως ἔχει γραφῆ: «ἡ λέξη “νεοελληνικός” ἀπαντᾶται ἀπὸ τὸ 1818, ἀλλὰ ἡ ἐπικράτησή της καὶ ὁ συνακόλουθος ἐκτοπισμὸς τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν ὁποία προοδευτικῶς ἀντικατέστησε, θὰ διαρκέσει ἀρκετὲς δεκαετίες –ἁδρότατα πάντοτε ἐπικουρούμενος ἀπὸ τὸ νέο ἐθνικὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ λέξη “νεοέλληνας” μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ 1854 καὶ “νεοελληνισμός” ἀπὸ τὸ 1887».
.                Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς Παραδόσεως, ποὺ εἶναι συνέχεια καὶ ὁλοκλήρωση ἄλλων παρόμοιων ρευμάτων ποὺ παρατηροῦνται ἐν σπέρματι καὶ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ παράδοση, καὶ τὴν ὁποία διαφυλλάσσει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ ἡ μοναχικὴ παράδοση, ποὺ συνιστᾶ τὴν εὐαγγελικὴ ὁδό, εἶναι ἐκείνη ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς διαφυλάξη ἀπὸ κάθε σύγχρονη ἰδεολογία καὶ ὁλοκληρωτισμὸ ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὴν παγκοσμιοποίηση, τὴν πολυπολιτισμικότητα καὶ κάθε –ισμό.
.                Σὲ δημοσίευμα ἀναφέρεται ὅτι ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες», ἀναφέρεται σὲ βιβλίο ποὺ τυπώθηκε στὴν Βενετία τὸ 1675 ἀπὸ τὸν Ἱερέα Γεώργιο Κονταρῆ καὶ παρουσιάζει τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Στὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀποκαλεῖ τοὺς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του Ρωμαίους ἢ Γραικούς, ἀλλὰ «νέους Ἕλληνες». Βέβαια, ὁ ἀρθρογράφος ποὺ φέρνει στὸ φῶς αὐτὴ τὴν μαρτυρία, συγχρόνως γράφει ὅτι «ὁ νεολογισμὸς» «νέοι Ἕλληνες», ἂν καὶ καταγράφεται σὲ βιβλίο, ἐν τούτοις «δὲν καθιερώθηκε τὴν ἐποχὴ ποὺ παρουσιάσθηκε, οὔτε καὶ ἀναφέρθηκε κανεὶς στὸν Κονταρῆ, ὅταν, ἀργότερα, οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες εὐνόησαν τὴν καθιέρωση τῶν ὅρων αὐτῶν».
.                Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ νεολογισμὸς «νέοι Ἕλληνες» εἶναι καρπὸς μιᾶς παραχαράξεως ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Ἐνῶ, ὅπως πιστεύουμε, ὁ ἑλληνισμὸς εἶναι ἕνα μεγάλο ρεῦμα ποὺ ἐκφράζεται σὲ κάθε ἐποχὴ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, τώρα χωρίζεται σὲ τρεῖς κατηγορίες, τὸν ἀρχαῖο, τὸν μεσαῖο καὶ τὸν νέο. Θὰ ἦταν διαφορετικὸ ἐὰν καταγράφαμε ὅτι ἐκφράζεται ὁ ἑλληνισμὸς σὲ διάφορες φάσεις τοῦ ἱστορικοῦ του βίου ἢ ἔστω νὰ λέγαμε “ὁ ἑλληνισμὸς σήμερα” ἢ “οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες”. Ὁπότε, χρησιμοποιώντας τν φράση «νεοελληνικ ταυτότητα» μέσως καθορίζουμε να πρόβλημα ποὺ φίσταται κα μι κρίση.
.                Συνέχεια αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἡ λέξη κρίση δείχνει τὴν διαφοροποίηση τῆς ταυτότητος τοῦ Ἕλληνα. Ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ἡ ἴδια ταυτότητα, ὡς ἔκφραση καὶ τρόπος ζωῆς, νὰ ἐκφράζεται σὲ διάφορες ἐποχές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες, τώρα οἱ ἄνθρωποι διαφόρων ἐποχῶν λαμβάνουν μιὰ διαφορετικὴ ταυτότητα. Δηλαδή, δὲν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι κρατώντας τὴν ἴδια ταυτότητα, ἀλλὰ ἀλλάζουν οἱ ταυτότητες στοὺς ἀπογόνους του ἰδίου ἔθνους. Αὐτὸ συνιστᾶ τὴν κρίση.

 2. Αὐτοσυνειδησία τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων

.                ταυτότητα χει σχέση μ τν ατοσυνειδησία. Λέγοντας αὐτοσυνειδησία ἐννοοῦμε τὴν συνείδηση, τὴν ἄποψη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν περίγυρό μας. Καὶ αὐτὸ ἔχει σχέση μὲ τὴν διαφοροποίηση τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας.
.                Ἡ Ἕλλη Σκοπετέα στὸ σημαντικὸ βιβλίο της «Τὸ “πρότυπο Βασίλειο” καὶ ἡ Μεγάλη ἰδέα», χρησιμοποιώντας τὸ ὑλικὸ τοῦ καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ Τύπου τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγὸ -ἄλλωστε ὁ Τύπος συνήθως εἶναι πιὸ αὐθεντικός, γιατί ἐκεῖ ἀποτυπώνονται καλύτερα ὅλες οἱ παραδόσεις καὶ οἱ νοοτροπίες τῶν ἀνθρώπων- κάνει μερικὲς παρατηρήσεις ποὺ φανερώνουν αὐτὴν τὴν προσπάθεια τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ταυτότητος.
.                Περισσότερο πρέπει νὰ μιλοῦμε γιὰ κρίση τοῦ νεοέλληνος, ποὺ ὡς νεοέλλην, ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὶς ἀναζητήσεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τὴν βίωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ποὺ παρατηρεῖται στὴν Ὀρθόδοξη ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια, ὅπως ἐκφράζεται στὸν Ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴ – Βυζαντινὴ περίοδο.
.                Μὲ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν διοργάνωση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ξένων, πιδιώχθηκε ν καθορισθ κα ν διαφοροποιηθ νεοελληνικ ταυτότητα, ποὺ θ καθορίζη στ ξς τν λληνα. Πρόκειται γι τρες κφράσεις, τοι προσανατολισμς στν ρχαία λλάδα, φο ο λληνες πρεπε ν καταλάβουν τι εναι πόγονοι τν ρχαίων λλήνων φιλοσόφων, ποδέσμευση π τν Κωνσταντινούπολη, γι ν σπάση μφάλιος λρος μ ,τι συνδέει τν λλάδα π τ λεγόμενο Βυζάντιο, κα σύνδεση τς λλάδος μ τν Ερώπη κα τ δεολογικ ρεύματα ποὺ τν ξέφραζαν.
.                Πέρα ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς προσανατολισμούς, στὴν Πατρίδα μας ἐπικρατεῖ καὶ τὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαποτίσθηκαν οἱ παλαιότερες γενιὲς καὶ μεταδίδεται αὐτὸ τὸ ρεῦμα ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, μὲ τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πολιτιστικὴ ζωή.
.               Γίνεται φανερὸ ὅτι στὴν Ἑλλάδα, στὴν ἐποχή μας, ὑπάρχει μιὰ ἰδεολογικὴ καὶ πολιτιστικὴ σύγχυση, ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μιὰ ἑνιαία πολιτιστικὴ ταυτότητα. Μεγάλες μάζες τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ζοῦν μὲ τὴν «Μεγάλη δέα», ποὺ σήμερα κφράζεται χι μ προσκτήσεις δαφν, λλ μ τν διαίτερη παράδοση ποὺ νοηματοδοτε τν βίο μας, πως τν ξέφραζαν ο Μεγάλοι Πατέρες τς κκλησίας κα τν βίωσαν ο λεγόμενοι Φιλοκαλικο Πατέρες, καὶ οἱ ἀσκητὲς τοῦ ἀρχαίου καὶ συγχρόνου «Γεροντικοῦ». Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλοι ποὺ εἶναι ἀρχαιολάτρες, προσανατολισμένοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ποὺ τὴν βλέπουν μὲ τὴν στατικότητά της καὶ ὄχι μὲ τὴν δυναμική της πορεία, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ καὶ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἢ ἀπὸ τὸν Παρθενώνα στὴν Ἁγιὰ-Σοφιά. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἄνθρωποι ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸν διαφωτισμό, τὸν ρομαντισμό, τὴν νεωτερικότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν μετανεωτερικότητα, καὶ οἱ ὁποῖοι συγχρόνως ἀγνοοῦν τὸν ὀρθόδοξο φωτισμὸ τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ ὡς πράξη ὑπάρχει καὶ σήμερα στὴν αὐθεντική της μορφὴ στὸν Ὀρθόδοξο ἁγιορείτικο μοναχισμὸ καὶ ἡσυχασμό. Γενικά, παρατηρεῖται μιὰ πολιτιστικὴ σύγχυση, ἀφοῦ, κατὰ ἀνάρμοστο τρόπο, συμπλέκεται τὸ παγανιστικὸ στοιχεῖο μὲ τὸ λατρευτικό, καὶ τὸ ὀρθολογιστικὸ μὲ τὸ ἡσυχαστικό.
.                νθρωπος μ τν κατ Χριστν πακοή, παλλάσσεται π τν φιλοδοξία-λοκληρωτισμό, μ τν σωφροσύνη κα τν γκράτεια, λευθερώνεται π τν φιληδονία-πανσεξουαλισμ κα μ τν κτημοσύνη τν κοινοκτημοσύνη, παλλάσσεται π τν φιλαργυρία –καπιταλισμό.
.                Ἔτσι, ἐνῶ παλαιότερα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ μετέπειτα κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, τὰ δύο αὐτὰ ρεύματα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παραδόσεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τῆς σύγχρονης ζωῆς συνδέονταν μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ὤσμωσης καὶ παρατηροῦσε κανεὶς μιὰ διαρκῆ γονιμοποίηση, σήμερα, τὶς περισσότερες φορές, ὑπάρχουν διαλεκτικὲς ἀντιθέσεις μεταξύ τους καὶ βιώνονται κατὰ τρόπο στεγανοποιημένο.
.                Αὐτὴ ἡ διάκριση παρατηρεῖται στὰ λαϊκὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν διαχρονική μας παράδοση μὲ ποικίλους βαθμούς, τοὺς πολιτικοὺς ποὺ εἶναι προσανατολισμένοι σὲ κέντρα ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν χώρα καὶ κυρίως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ρεύματα ποὺ ἐπικρατοῦν ἐκεῖ καὶ παραπέμπουν σὲ ἄλλους πολιτισμούς, καὶ τοὺς διανοουμένους ποὺ συνήθως κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρνητικὰ στοιχεῖα τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ τῶν ἐξελίξεών τους. Τ πλέον ποκαρδιωτικ εναι τι ατ σύγχυση πικρατε κα στν κκλησιαστικ χρο, μεταξ τν Κληρικν κα τν θεολόγων. Μερικοί, ν ποστηρίζουν τν ρθοδοξία, διακρίνονται π ντιορθόδοξες ντιλήψεις. Ἐνῶ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀξία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρνοῦνται τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ποὺ ἐξέφραζαν αὐτοὶ οἱ ἅγιοι. Ἐνῶ ὑπερτονίζουν τὸ ρωμαίϊκο πνεῦμα, ἐν τούτοις ζοῦν καὶ σκέπτονται ἐντελῶς δυτικά. Ἐνῶ τονίζουν τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὡς νοηματοδοτήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, συμπεριφέρονται μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ διαφωτισμοῦ, τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀφοῦ διακρίνονται ἀπὸ τὴν ὀρθολογιστικὴ νοοτροπία.
.                Ατν τν σύγχυση βλέπει κανες κα σ κείμενα ρθοδόξων, Κληρικν κα λαϊκν. Στὴν ἀρχὴ τῶν κειμένων τους παρατηρεῖ κανεὶς μιὰ Ὀρθόδοξη ἔκφραση, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ χρησιμοποιεῖται ἄλλη σκέψη ποὺ ἀναιρεῖ τὴν προηγούμενη. Μέσα σ να κείμενο εσέρχονται ρθόδοξες κα κακόδοξες ντιλήψεις, ὁπότε εἶναι ἕτοιμοι, ὅταν τοὺς ἐπισημανθοῦν τὰ λάθη τους, νὰ παραθέσουν ἄλλες σελίδες ποὺ λέγουν τὰ ἀντίθετα, τὰ θεωρούμενα ὡς διορθωτικά. Πρόκειται γιὰ μεγάλη σύγχυση, ποὺ δείχνει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Παραδόσεως. Ὅπως σημειώσαμε πιὸ πάνω, ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητος δὲν ἐπιτρέπει νὰ διαφοροποιοῦνται οἱ ἔννοιες τῶν λέξεων καὶ τῶν ὅρων, γιατί σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ἀλλοτρίωση. Ὅμως, αὐτὴ ἡ σύγχυση εἶναι γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ πολιτιστικ κα θεολογικ σχιζοφρένεια, ποὺ δὲν ἔχουν μιὰ σταθερότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/24/ἡ-κρίση-τῆς-νεοελληνικῆς-ταυτότητας2/

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 31.03.13

α) Ἡ Β´ Κυριακὴ τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Τὸ ἔργο του, ποὺ στηρίζεται στὴν προγενέστερη χριστιανικὴ παράδοση, ἔγινε συνοδικῶς ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ τὸν κατέταξε στὴ χορεία τῶν μεγάλων διδασκάλων της. Ὁπότε, μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τιμᾶται ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ποὺ λάμπρυνε τὴν Ἐκκλησία καὶ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴν ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης.

β) Ὁ Θεός, γιὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια ἢ φιλοσοφικὴ ἰδέα, ἀλλὰ πρόσωπο ζῶν ποὺ καλεῖ σὲ κοινωνία τὸν ἄνθρωπο. Στοὺς προφῆτες καὶ πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρουσιαζόταν ὡς Μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος ἢ «ἐν εἴδει ἀνθρώπου», ἀλλὰ στὴν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Θεὸς «κατ’ οὐσίαν γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος». Ἔτσι, κάθε βαπτισμένος χριστιανὸς κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητάς του μπορεῖ νὰ γνωρίζει τὸν Θεὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου, ποὺ μετέχεται διὰ τῶν μυστηρίων.

γ) Ἀκολουθώντας τοὺς παλαιοὺς Πατέρες ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διακρίνει στὸν Θεὸ τὴν ἀπρόσιτη καὶ ἀκατάληπτη θεία οὐσία ἀπὸ τὶς ἄκτιστες μεθεκτὲς θεῖες ἐνέργειες. Στὴν προνοητικὴ καὶ δημιουργικὴ ἐνέργεια μετέχουν ὅλα τὰ ὄντα, ἐνῶ στὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τὰ ζωντανὰ καὶ στὴ σοφοποιὸ τὰ λογικά. Ὁ Θεὸς κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχὴ ἀποτελοῦν θετικὴ ἀπάντηση στὴ θεία πρόσκληση καὶ συμβάλλουν στὴν ἄνθηση τῆς χάρης τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τῶν δωρεῶν τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Μὲ τὴ Χάρη ἀποκαλύπτεται ἡ «ἐντὸς ἠμῶν βασιλεία» (Λουκ. ιζ´ 21) καὶ ὁ «κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» (Α´ Πέτρ. γ´4).

δ) Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, τὴ μεταστοιχείωσή τους σὲ ἀρετὲς καὶ τὴν πνευματικὴ μεθηλικίωση διεξάγεται κυρίως στὴν καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι «τὸ ταμεῖον τῶν λογισμῶν καὶ τὸ πρῶτο σαρκικὸ ὄργανο τοῦ λογιστικοῦ» κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. Ὁπότε ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ ἡ μετάνοια, ἡ διόρθωση καὶ ἡ προσοχὴ συνδέονται μὲ τὸν «θρόνο τῆς χάριτος», τὴν καθαρὴ καρδιά.

ε) Ἡ θεία χάρη «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. α´ 9) καὶ ὄχι μόνο ὅσους ἔχουν φθάσει σὲ ἀνώτερα στάδια πνευματικῆς τελείωσης. Ἀρχικὰ συνδράμει νὰ ἀναγνωριστεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ τραγικὴ κατάσταση τῆς πτώσης. Κατόπιν ὡς λεπτὴ φλόγα θείου φωτὸς φέρει σὲ αὐτογνωσία καὶ ἀποκαλύπτει τὸ ἐσωτερικὸ σκότος. Σταδιακὰ ὅμως ὁ χριστιανὸς φωτίζεται καὶ ἐν «τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» ἀποκτᾶ τὴν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἀναπνέει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος καὶ γίνεται υἱὸς Θεοῦ κατὰ χάριν.

Ϛ) Ἡ στροφὴ πρὸς τὸν «ἔσω ἄνθρωπο» δὲν καλλιεργεῖ τὴν ἀτομικὴ σωτηρία, ὅπως νομίζουν ὁρισμένοι, ἀλλὰ παρέχει τὴν εὐκαιρία φιλάδελφου ἀνοίγματος πρὸς τὸν πλησίον. Τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις ὑγιοῦς κοινωνικότητας χωρὶς ἐμπάθεια. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ χριστιανὸς δὲν σώζεται μόνος του. Σώζεται μὲ τοὺς συνανθρώπους του καὶ διὰ τῶν συνανθρώπων τοῦ ἐντός της Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος θέλει νὰ σωθεῖ χωρὶς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ διακρίνεται γιὰ τὴ μεγάλη ἐξωστρέφεια, τὴν ὑπέρμετρη κινητικότητα καὶ τὴν ἔντονη δραστηριότητα. Ἄγευστος τῆς ἐσωτερικῆς ἡσυχίας στρέφεται στὴν ἐπιφανειακὴ κριτικὴ τῶν πάντων, τὴν αὐτοδικαίωση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή.

ζ) Ἀλλὰ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο προβάλλεται ὁ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ μᾶλλον λησμονεῖται ἡ μυστηριακή, ἡσυχαστική, ἀσκητικὴ καὶ νηπτική της διάσταση. Ὅμως, ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ προσφορὰ γιὰ νὰ εἶναι ἐπιτυχὴς προϋποθέτει ἐσωτερικὴ ἡσυχία, καθαρὴ καρδιὰ καὶ φωτισμένο νοῦ. Ἀνάλογα αἰσθητήρια ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ βλέπει κάποιος στὸ κάλλος τῆς κτίσεως τὸ δημιουργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀναφωνεῖ, «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ 24).

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΕΝΗΚΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ» (Μητρ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

Τοῦ Μητρ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίου 

Ἀδελφοί μου Χριστιανοί,

1. Στόν κόσμο αὐτό πού ἤρθαμε πρέπει νά βροῦμε τόν Θεό καί ἀλλοίμονό μας ἄν δέν τόν βροῦμε. Γιατί τό νά βροῦμε τόν Θεό καί νά ζοῦμε σωστά τήν ζωή μας κατά τόν Νόμο Του, αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας. Ἄς τό μάθουμε καί ἄς τό καταλάβουμε: Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι νά γίνουμε πλούσιοι οὔτε νά γίνουμε ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, οὔτε τέλος πάντων νά ψευτοζήσουμε βολεύοντας τά προβλήματά μας ἀπό ᾿δῶ καί ἀπό ᾿κεῖ, ἀλλά ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ἤρθαμε στόν κόσμο εἶναι να βροῦμε τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Ὅπως τό ψάρι ἔγινε γιά νά κολυμπάει και ὅπως τό πουλάκι ἔγινε γιά νά πετάει, ἔτσι, ἀγαπητοί μου, καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι γενήκαμε γιά τόν Θεό.

2. Εἶναι νά λυπᾶσαι γιά μερικούς ἀνθρώπους, νά λυπᾶσαι καί νά κλαῖς, γιατί ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Θεό. Μπορεῖ νά εἶναι πλούσιοι καί μορφωμένοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, μπορεῖ νά εἶναι ἄρχοντες καί ἐπίσημοι, ἀλλά ἀφοῦ ζοῦν χωρίς Θεό, δέν ἔχουν βρεῖ τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς. Τό νά ζοῦμε μέ τόν Θεό σημαίνει νά τόν ἀγαπήσουμε καί νά τόν ἐρωτευθοῦμε· σημαίνει ὁ νοῦς μας νά στρέφεται γύρω ἀπ᾿ Αὐτόν σ᾿ Αὐτόν, σάν στρόφιγγας.

3. Ὁ νοῦς μας, ἀγαπητοί μου, πού στά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας μας λέγεται και καρδιά καί ψυχή, γιατί διακρίνεται ἀπό τήν λογική, πού εἶναι γιά τήν ἐπιστήμη, ὁ νοῦς μας λέγω, εἶναι ἕνα ὄργανο, πού πλάστηκε γιά νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό, ὅπως τά αὐτιά μας ἔγιναν γιά νά συλλαμβάνουν τούς ἤχους ἀπό τόν γύρω κόσμο και ὅπως τά μάτια μας ἔγιναν γιά νά βλέπουν τίς γύρω εἰκόνες. Ἀλλά δυστυχῶς ὁ νοῦς μας ἀντί γιά τόν Θεό στράφηκε στά σαρκικά καί «μπάφιασε» καί θόλωσε. Ἔγινε σκοτεινός. Καί ἄν ὁ καβαλάρης ὁ νοῦς σκοτείνιασε, τότε ὅλη ἡ ὕπαρξή μας πάει κατά κρημνοῦ.

4. Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοινωνικά καί πολιτιστικά ἔργα, ὅπως λανθασμένα νομίζουν πολλοί, ἀλλά τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά βοηθάει τά παιδιά της νά καθαριστεῖ ὁ νοῦς τους, γιά νά μπορέσουν νά γεύονται τόν Θεό. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός μας εἶπε «οἱ καθαροί στήν καρδιά θά δοῦνε τόν Θεό» (Ματθ. ε´ 8). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σάν τό Νοσοκομεῖο, πού δίνει φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη, γιά τόν φωτισμό τοῦ νοῦ.

5. Λοιπόν, χριστιανοί μου!

(α) Σάν πρώτη ἀρχή γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι νά καταλάβουμε ὅτι αὐτή εἶναι σκοτεινή, γιατί δέν ἔχει μέσα της τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ὅπως τόν εἴδαμε νά λάμπει στήν Μεταμόρφωσή Του. Και ἀφοῦ ἐννοήσουμε τό ψυχικό μας σκοτάδι, νά λέγουμε αὐτήν τήν μικρή προσευχή, πού μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες: «Ἰησοῦ Χριστέ, φώτισόν μου τό σκότος»!

 (β) Σάν δεύτερο καλό καί σωστό βῆμα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι το νά διαβάζουμε τήν ζωή τῶν θεραπευμένων. Καί οἱ θεραπευμένοι αὐτοί καί ὑγιεῖς στην ψυχή εἶναι οἱ ἅγιοι. Εἶχαν καί αὐτοί ψυχικές ἀρρώστιες, εἶχαν καί αὐτοί πάθη και ἁμαρτήματα, ἀλλά μέσα στήν Ἐκκλησία πού ζοῦσαν, στό θεῖο αὐτό Νοσοκομεῖο, ἔπαιρναν τά πνευματικά τους φάρμακα καί ἔγιναν ἐντελῶς καλά. Εἶναι ὑγιέστατοι! Καί τήν ὑγεία τους τήν βλέπουμε στίς εἰκόνες τους. Στά ἱερά εἰκονίσματα οἱ μορφές τῶν ἁγίων λάμπουν. Ἔχουν φωτοστέφανα. Ἔτσι εἶναι! ᾿Αφοῦ ἑνώθηκαν μέ τόν Χριστό, πού εἶναι Φῶς, ἔγιναν καί αὐτοί φῶς. Χριστιανοί μου, νά διαβάζουμε τούς βίους ἁγίων, γιά νά κεντρίζεται καί τό δικό μας ἐνδιαφέρον νά τούς μιμούμαστε. Μόνο ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων θά μάθουμε τήν μέθοδο πῶς καθαρίζεται ἡ ψυχή ἀπό τά ἁμαρτήματα καί ἀπό αὐτούς πάλι θά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ σωστός δρόμος γιά τόν Θεό. Γιατί, προσέχετε! Εἶναι μερικοί, μερικοί καί πολλοί, πού κηρύττουν λανθασμένο δρόμο γιά τόν Θεό. Ἀσφάλειά μας γιά τήν πορεία μας στόν Θεό εἶναι μόνο οἱ ἅγιοι. Ὁ δρόμος γιά τόν Θεό πάει ἀπό ἐκεῖ πού πέρασαν οἱ ἅγιοι. Στά ἴχνη τους, λοιπόν!

 (γ) Σάν τρίτο φάρμακο θεραπείας τῆς ψυχῆς μας ἀπό τήν φαρμακαποθήκη τῆς Ἐκκλησίας μας σᾶς συνιστῶ, χριστιανοί μου, τόν ἡσυχασμό. Ἡσυχασμός σημαίνει τό νά βρίσκουμε λίγη ὥρα κάθε μέρα, ἔστω καί 5 λεπτά, καί κλεισμένοι μόνοι στο δωμάτιό μας ἤ καί περπατώντας στόν δρόμο, νά σκεπτόμαστε τόν Θεό. Νά σκεπτόμαστε τό μεγαλεῖο Του, τήν δόξα Του καί τήν ἀγάπη Του καί μετά νά ἐρχόμαστε στον ἑαυτό μας καί νά βλέπουμε τήν ἀσχήμια μας. Πρέπει νά εἴμαστε αὐστηροί κριτές τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἄν θέλουμε τήν σωτηρία μας. Στόν ἡσυχασμό μας αὐτό νά λέγουμε και τήν ἄλλη ὡραία προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», καί τήν ἄλλη πάλι ὡραία προσευχή στήν Παναγία μας, τό «Θεοτόκε Παρθένε Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετά Σοῦ· εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς Κοιλίας Σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν», ὅπως καί νά διαβάζουμε ἀκόμη μέ σειρά ἕνα κομμάτι ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἁγία Γραφή. Τόν ἡσυχασμό πού σᾶς συνιστῶ τόν ἐφήρμοσαν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τό βλέπουμε στούς βίους τους, ἀλλά τόν ξεχάσαμε ἐμεῖς οἱ νεώτεροι, γιατί ἐπηρεαστήκαμε ἀπό τό αἱρετικό παπικό πνεῦμα τῆς δράσεως καί τῆς προβολῆς.

6. Αὐτά, ἀγαπητοί μου, ἤθελα νά σᾶς γράψω σάν ἕνα καλό ξεκίνημα γιά τόν Θεό καί καλή ἐπιτυχία νά ἔχουμε καί σεῖς καί ἐγώ στό ξεκίνημά μας αὐτό. Εἶναι κρῖμα, ἀλλά καί ἐντροπή μας, χρόνια μέσα στήν Ἐκκλησία καί νά μήν ἔχουμε ἀκόμη θεραπευθεῖ πνευματικά, ἀλλά οὔτε καί νά γνωρίζουμε κἄν τήν μέθοδο θεραπείας. Ἄς δώσει ὁ Κύριος μετάνοια σέ ὅλους μας. Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς, ΑΜΗΝ.

 Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας 

ΠΗΓΗ: .alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ!

Ἀπόσπασμα ἀπὸ «Τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ»
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου 

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Λίαν «ἐπίκαιρο»!

.       Μπορεῖ νὰ φανῆ παράξενο αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ στὴν συνέχεια. Ἡ προβολὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἡσυχασμοῦ, ποὺ ἔγινε τὸν 14ον αἰώνα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμά, ἦταν ἀρίστη προετοιμασία τοῦ λαοῦ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ ἀντιμετωπίση τὴν δυσκολία τῆς ὑποδουλώσεως στοὺς Τούρκους.
.       Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἔχουμε τὴν ἐπάνοδο στὴν ἀσκητικὴ διάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴν βίωση τοῦ πολιτεύματος τοῦ Σταυροῦ, γι’ αὐτὸ στὴν πραγματικότητα ἡ ἡμέρα τῆς ὑποδουλώσεώς μας στοὺς Τούρκους μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ Κυριακή της Ὀρθοδοξίας. Τότε χάθηκαν τὰ ἐξωτερικὰ στηρίγματα, ἡ ἐξωτερικὴ περίλαμπρη ἐπιφάνεια καὶ ἄρχισε νὰ φαίνεται καὶ νὰ βιώνεται τὸ ἐσωτερικὸ μεγαλεῖο, δηλαδὴ ἄρχισε νὰ βιώνεται ἡ πτωχεία μὲ ὅλη τὴν ὀρθόδοξη σημασία τῆς λέξεως.
.       Σήμερα, δυστυχῶς, παρατηροῦμε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς δὲν βιώνουμε τὸ πολίτευμα τοῦ Σταυροῦ. Ἔχουμε θρησκειοποιήσει τὸν Χριστιανισμό, τὸν ἔχουμε ἐκκοσμικεύσει. Ὄχι μόνον ζητᾶμε προστασία ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλὰ χάσαμε τὴν ἀσκητικὴ ζωή. Ἡ θεολογία, ἡ λατρευτικὴ ζωή, ὁ τρόπος ζωῆς μας δὲν εἶναι ἔκφραση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἔκφραση μιᾶς ἀντισταυρικῆς ζωῆς. Κυριαρχοῦν οἱ ἐξωτερικὲς αἰσθήσεις, ἡ λογική, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θέλημα. Ἀπὸ ἐκεῖ προέρχονται ὅλα τὰ δεινά.

,

Σχολιάστε