Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἡσυχία

O ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ ὁ ΑΙΤΩΛΟΣ ὡς ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ «Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!»

Ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς
ὡς Ἱεραπόστολος

(ἀπόσπασμα μελέτης ὑπὸ τὸν τίτλο:
«
Ἡ ἐσωτερική, ἡσυχαστική, ζωή
τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ»
 

Τοῦ Κωνσταντίνου Ἡρ. Δεσπότη

.            «Ἐγεώργησας ἀρότρῳ τῆς χάριτος τοῖς πρότερον ἐν ἀγνωσίᾳ Ἅγιε καί ἀπάτης προσκειμένοις»[1]. «Εὐαγγελίῳ γάρ τόν λόγον καί τά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν[2], σοφῶς ἐκήρυξε. Καί τάς καρδίας θείῳ φόβῳ ἐρρύθμισε»[3].
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δέν ἦταν διαφωτιστής, ἀλλά κυρίως καί κατ᾽ ἐξοχήν ἁγιορείτης. Ἄν διαβάσει κανείς προσεκτικά τά κείμενά του, τίς λέξεις πού χρησιμοποιεῖ, τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται καί τίς πράξεις πού ἔκανε, θά δεῖ ὅτι ἐκινεῖτο ὡς ἕνας Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, βάδισε στό μονοπάτι τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.Ἦταν ἐκφραστής τοῦ ὀρθοδόξου φωτισμοῦ καί δίδασκε στον λαό για τήν κάθαρση, ἀπό τά πάθη, τόν φωτισμό τοῦ νοῦ, πού εἶναι ἡ νοερά προσευχή (ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά), καί τήν θέωση. Εἶναι λανθασμένη ἡ ἔκφραση ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν ἕνας ἰδεολόγος ἠθικιστής ἱεραπόστολος, ὅπως θέλουν νά τόν χαρακτηρίσουν μερικοί.
.            Ξεκίνησε τήν ἱεραποστολή του μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἔλαβε τήν διαβεβαίωση ἀπό τούς Γεροντάδες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου, τούς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, κατ’ ἀρχάς τόν Σεραφείμ Β΄ καί ἔπειτα τόν Σωφρόνιο. Εἶχε Ἐκκλησιαστική συνείδηση καί ἡ ὑπακοή του ἦταν Χριστομίμητη.
.            Πέρα ἀπό αὐτό, ὡς ἱεραπόστολος διέθετε μερικά ἄλλα σημαντικά στοιχεῖα. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ἕνας μεγάλος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνος, σέ ἕνα κείμενό του γιά τήν ἱεραποστολή σημειώνει τρία ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα τοῦ γνησίου ἱεραποστόλου.
.            Πρῶτον, ὁ θεολόγος ἱεραπόστολος σέβεται τήν ἱστορία. Δέν ὡθεῖται στό παρελθόν, γι’ αὐτό ἀποφεύγει τόν φονταμενταλισμό καί οὔτε ὁδηγεῖται ἁπλῶς πρός τό μέλλον μέ μία ἐσχατοτολογική οὐτοπία. Ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε καί εἰσῆλθε στήν ἱστορική πραγματικότητα γιά νά τήν μεταμορφώσει. Ὅπως γράφει: «Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει καί διακηρύσσει τήν δογματική ἀλήθεια ὡς γεγονότα τῆς ἱστορίας». Ὁ Χριστός ἔπαθε, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε σέ ὁρισμένο χῶρο καί χρόνο. Σημειώνει ὁ π. Γεώργιος: «ἡ ἀδιαφορία γιά τήν ἱστορία ὁδηγεί πάντα σέ μιά αἱρετική ξηρότητα σέ μία δογματιστική διάθεση». Ἐπίσης, «ὁποιοσδήποτε εἶναι ἀναίσθητος πρός τήν ἱστορία, δύσκολα εἶναι καλός Χριστιανός». Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ἔβλεπε αὐτήν τήν ἱστορική πραγματικότητα, τόν στενοχωροῦσε ἡ κατάσταση τῶν Ρωμηῶν καί ἀγωνίστηκε γιά νά τήν μεταμορφώση.
.            Δεύτερον, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ὁ ἱεραπόστολος πρέπει νά ἔχει τήν ἔμπνευση νά εἰσδύει μέσα στήν ψυχή τοῦ λαοῦ καί νά τήν κατανοεῖ. Οἱ ἱεραπόστολοι, πρέπει «νά γνωρίζουν τήν γλώσσα τοῦ λαοῦ, τήν ἱστορία τους καί τόν τρόπο ζωῆς τους, γιατί ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν σέ μία κατανόηση τῆς ψυχῆς». Αὐτό ἔκανε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Γνώριζε πολύ καλά τόν λαό καί τήν γλῶσσα του, συμμετεῖχε στόν τρόπο ζωῆς του, συνέπασχε μαζί του, κατενόησε τήν ψυχή του καί μέ τό προφητικό χάρισμα πού εἶχε μιλοῦσε μέσα σέ αὐτήν, βαθειά στήν ὕπαρξή τους. Γι’ αὐτό μέχρι σήμερα ὁ λόγος του, ἡ κάθε κίνησή του βρίσκεται μέσα στήν βαθειά μνήμη τῆς Ρωμηοσύνης.
.            Τρίτον, ὁ ἱεραπόστολος, κατά τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ἀναπόφευκτα ἔρχεται «πρόσωπο μέ πρόσωπο» μέ τήν πολιτεῖα-ἐξουσία καί ἔχει τό δίλημμα «νά συνεργασθεῖ μαζί της ἤ τουλάχιστον νά ἐργασθεῖ παράλληλα μέ τούς ἐξαναγκαστικούς καί ὀργανωτικούς θεσμούς τῆς πολιτείας». Καί παρατηρεῖ: «Εἶναι δύσκολο νά πεῖς ποιό εἶναι τό δυσκολώτερο, νά συνεργασθεῖ ἤ νά παλαίψει μαζί της». Ἀσφαλῶς χρειάζεται διάκριση. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀντιμετώπισε τό ἴδιο πρόβλημα, ἀλλά τό ὑπερέβη, οὔτε συνεργάσθηκε, οὔτε συγκρούστηκε μαζί της. Ὅμως τήν ἀποδέχθηκε, τήν ὑπερέβη, χωρίς νά ταυτισθεῖ μαζί της καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις γιά νά τήν ἀποτινάξει. Μέ τόν λόγο του, τήν δράση του, τά θαύματά του, τίς προφητεῖες του, τό μαρτύριό του προκάλεσε τήν προσωπική ἐλευθερία καί δημιούργησε τίς προϋποθέσεις καί τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας»[4].

Ἡσυχία καί ἱεραποστολή[5]

.            «Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καί τῆς ἱεραποστολῆς. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἀληθινή ἱεραποστολή, ὅταν δέν ἐμπνέεται ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου καί, βέβαια, ἡ ἡσυχία ἐκβάλλεται κατά φυσικό τρόπο στό ρεῦμα τῆς ἱεραποστολῆς. Ὅταν ἀποδεσμευθῆ ἡ ἱεραποστολή ἀπό τήν ἱερά ἡσυχία, τότε δημιουργεῖται σοβαρό ἐκκλησιαστικό πρόβλημα. Ἡ ἱεραποστολή, ὅπως καί ἡ λέξη τό λέγει, εἶναι μία ἱερά ἀποστολή, ὅταν δηλαδή ὁ Θεός ἀποστέλλη μερικούς ἀνθρώπους γιά νά κηρύξουν τό εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του, τό εὐαγγέλιο τῆς ἀληθείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
.            Ὁ ἱεραπόστολος δέν κηρύσσει μόνον, δέν εἶναι, δηλαδή, ἕνας θεωρητικός διδάσκαλος, ἀλλά ὁ πατέρας πού μεταδίδει τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού αὐτός ἀπέκτησε προηγουμένως, καί γεννᾶ πνευματικά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καί, βέβαια, γνωρίζουμε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι κυρίως καί πρό παντός ἐμπειρική, ὑπαρξιακή.
.            Ἡ μετάδοση δέ αὐτῆς τῆς γνώσεως ἔχει ὡς αποτέλεσμα τήν ἀναγέννηση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἡσυχία μέ τήν ὀρθόδοξη σημασία τοῦ ὅρου εἶναι ὁ τρόπος καί ἡ μέθοδος, τήν ὁποία παρέδωκε ὁ Χριστός στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους, διά τῆς ὁποίας μεθόδου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν ὑπαρξιακή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ μέθοδος αὐτή συνδέεται μέ τήν βίωση τῶν μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἄν δοῦμε τήν σειρά πού ὁ Χριστός ἐκφώνησε τούς μακαρισμούς, θά διαπιστώσουμε πραγματικά τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία, τήν μέθοδο τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου καί, βεβαίως, κατάληξη αὐτῆς τῆς μεθόδου, αὐτῆς τῆς ζωής εἶναι ἡ ἱεραποστολή καί τό μαρτύριο.
.            Προηγεῖται ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς, τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τόν Θεό, ἡ καλή προαίρεση σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τήν βοήθεια τῆς θείας Χάρης ἔρχεται ἡ αὐτογνωσία καί δι’ αυτῆς ὁ θεῖος φόβος, ἡ κατά Χριστόν ταπείνωση, καί ἀκολουθεῖ ἡ μετάνοια, ἡ πραότητα, ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν τήρηση τῶν εντολῶν τόῦ Χριστοῦ, ἡ βίωση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, διά τῆς ὁποίας γεύεται ὁ ἄνθρωπος τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ἡ μετάδοση στούς ἄλλους τῆς εἰρήνης αὐτῆς πού γεύθηκε ὁ ἴδιος, ὁ διωγμός καί τό μαρτύριο γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ χαρά γιά τήν βίωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπόκτηση τοῦ χαρίσματος τῆς προφητείας[6].
.            Ἕνα σύγχρονο παράδειγμα εἶναι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἀσκήθηκε πνευματικά στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, γιά πολλά χρόνια, ἀκολουθώντας τήν ὅλη ἡσυχαστική μέθοδο καί στήν συνέχεια, ὅταν αἰσθάνθηκε μέσα του τήν πληροφορία ἀπό τόν Θεό νά κάνη τίς περιοδεῖες του στό ὑπόδουλο Γένος, ρώτησε τούς πνευματικούς του πατέρας, ἔλαβε τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά λάμβανε καί τήν εὐλογία τῶν κατά τόπους ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Καί ἐπειδή ἐκινεῖτο μέσα στά πλαίσια αὐτά, τό ἔργο του εἶχε πνευματικούς καρπούς καί ἐξασκεῖται καί διαχρονικά. Γιατί πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ ἱεραποστολή δέν ἐξαντλεῖται μόνον στό κήρυγμα ἤ σέ κάποια ἄλλη ποιμαντική ἐργασία, ἀλλά εἶναι καί ἡ προσευχή, ἡ προσωπική ἐπικοινωνία μέ κάθε Χριστιανό, καί ἡ μόνη παρουσία ἑνός ἁγίου, ἡ ἀπόκτηση δογματικῆς συνείδησης, καθώς καί ἡ διατύπωση καί διαφύλαξη τῶν δογμάτων, καί τελικά ἡ ἱεραποστολή πού γίνεται καί μετά τήν ἔνδοξη κοίμηση τοῦ ἁγίου, μέ τά θαύματά του, τίς πρεσβεῖες του, ἀκόμη καί τόν τάφο του. Ἡ κατά Χάρη θέωση ἑνός ἀνθρώπου περνᾶ ἀδιόρατα καί μυστικά, μερικές δέ φορές καί φανερά, μέσα στήν ζωή καί τήν λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ στὰ πλαίσια αὐτὰ συνδέεται ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιαστικά ἡ ἡσυχία μέ τήν ἱεραποστολή.
.            Μιά ἱεραποστολή πού δέν ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τῆς ἡσυχίας, καί ἡ ὁποία ἡσυχία ἐκφράζεται μέ ὅλα τά πνευματικά χαρίσματα, τῆς ταπεινώσεως, τῆς μετανοίας, τῆς εἰρήνης, τοῦ σεβασμοῦ τῶν κανονικῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, δέν εἶναι γνήσια».
.            Καί γι’ αὐτόν τόν λόγο, λοιπόν, εἶναι ζηλευτός καί ἀξιομίμητος ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος ἐγύρισε σχεδόν ὁλόκληρη τήν Ελλάδα. Ἐπί εἴκοσι χρόνια ἔκανε ἱεραποστολικό ἔργο! Ἱσαπόστολος, ἄλλος Παῦλος. Δέν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἐκοπίασε τόσο πολύ ἱεραποστολικά μετά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅσο ἐκοπίασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς!
.            «Καί ποιό ἦταν τό ὁπλοστάσιό του τό θεολογικό; ἀναφέρει σέ μία ἀνακοίνωση συνεδρίου γιά τόν ἅγιο Κοσμᾶ, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητής Πανεπιστημίου. Ποιό ἦταν θά λέγαμε τό «ρεπερτόριο» τῶν ὁμιλιῶν του, τί κουβαλοῦσε μαζί του; Βιβλιοθῆκες, βιβλία, σοφίες, συγγράμματα σοφά; Ὅλο καί ὅλο εἶχε ἕνα πρόγραμμα τριῶν ὁμιλιών. Ὅλες καί ὅλες οἱ ὁμιλίες, τίς ὁποῖες μέ πολύ κόπο καί μέ πολλή σοφία εἶχε συνθέσει, ἦταν σκελετοί τριῶν μόνον ὁμιλιών. Τρεῖς Διδαχές στίς ὁποίες προσέθεσε καί ἄλλες δύο, τίς ὁποῖες ὅμως χρησιμοποιοῦσε μόνο ὅταν παρίστατο λόγος. Τόν βασικό σκελετό τῶν τριῶν ὁμιλιῶν τόν ἔκανε σχεδόν σέ κάθε μέρος πού πήγαινε. Ὡστόσο, ὅμως, ἀναλόγως μέ τό ἀκροατήριο, τίς εἰδικές συνθῆκες, οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦσαν, προσέθεται ἤ ἀφαιροῦσε ὁρισμένα πράγματα, καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν παραλλαγές τῶν Διδαχῶν. Ψάχνουν οἱ κριτικοί νά βροῦν. Ἔχουμε τόσα χειρόγραφα καί κάθε χειρόγραφο παρουσιάζει μία διαφορετική μορφή τῆς Διδαχῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Τί συμβαίνει ἐδῶ; Ὁρισμένοι μάλιστα εἶπαν ὅτι δέν εἶχε ὁ ἅγιος δομή, δέν εἶχε σχέδιο στίς ὁμιλίες του καί ὅτι τά ἔλεγε ὅλα ἀνακατεμένα, ὅπως τύχαινε! Ἀσφαλῶς καί εἶχε σχέδιο ὁ ἅγιος καί εἶχε δομή στίς ὁμιλίες του. Ποιά, λοιπόν, ἦταν αὐτή ἡ δομή τῶν ὁμιλιῶν του, ἡ γενική, ἡ βασική;
.            Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁδοιπορώντας ἔφθανε στόν τόπο, ὅπου ἐπρόκειτο νά ὁμιλήσει, συνήθως ἀπόγευμα, ὁπότε ἐπέστρεφαν ἀπό τίς δουλειές τους τίς ἀγροτικές – οἱ χωρικοί κυρίως – κατάκοποι καί κουρασμένοι. Συγκεντρωνόταν, λοιπόν, ὁ κόσμος, καί ὁ ἅγιος, ἀφοῦ ἔστηνε τό θρονί καί τόν σταυρό ἤ μέσα στόν Ναό ἔκανε τήν πρώτη του Διδαχή. Τί περιελάμβανε ἡ πρώτη Διδαχή; Ἄρχιζε ἀπό τήν Ἁγία Τριάδα «Πρῶτα ἀπό τόν Θεό θά ἀρχίσουμε» ἔλεγε. Παρουσίαζε μέ ἁπλᾶ λόγια τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Παρουσίαζε τήν δημιουργία τῶν Ἀγγέλων, τήν πτώση τοῦ Ἑωσφόρου, προχωροῦσε στήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, στήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων καί στήν ἔξωσή τους ἀπό τόν Παράδεισο. Καί ἀφοῦ τελείωνε ἐντάσσοντας μέσα στό πλαίσιο αὐτό πολλά ἠθικά θέματα, ἀφοῦ τελείωνε ἔλεγε: «Τώρα εἶστε κουρασμένοι. Ἄν θέλετε, φεύγω αὔριο τό πρωΐ, φθάνουν αὐτά πού σᾶς εἶπα. Ἄν δέν θέλετε, θά μείνω καί αὔριο τό πρωΐ λέμε καί τά ὑπόλοιπα». Παρέμενε, λοιπόν, καί ἀφοῦ γινόταν Θ. Λειτουργία ἤ εὐχέλαιο ἤ κάτι ἄλλο ἄρχιζε τήν δεύτερη Διδαχή του, ἡ ὁποία περιελάμβανε πλέον τήν Καινή Διαθήκη. Ξεκινοῦσε ἀπό τήν γέννηση τῆς Παναγίας μας, τό ζεῦγος Ἰωακείμ καί Ἄννης, τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅλα τά γεγονότα πού ἔχουν σχέση μέ τό ἔργο, τήν διδασκαλία καί τά θαύματα τοῦ Κυρίου. Ἡ δεύτερη αὐτή ὁμιλία ἔφθανε μέχρι τήν Σταύρωση, μέχρι τήν Μ. Πέμπτη. Καί ἐδῶ βέβαια ἀναπτύσσοντας αὐτά τά δόγματα, αὐτήν τήν διδασκαλία τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα. Δέν τά ξεχώριζε ποτέ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔβρισκε τήν εὐκαιρία νά αναπτύσσει στήν κατάλληλη συνάφεια ἠθικά θέματα.
.            Μετά ἀπό αὐτήν τήν δεύτερη ὁμιλία ἔλεγε. «Τώρα θά μείνω καί τό βράδυ νά σᾶς πῶ τά ἐπίλοιπα». Τά ἐπίλοιπα τῆς τρίτης Διδαχῆς ἦταν ἀπό τήν παράδοση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τό βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι τήν Ἀνάσταση, τήν Ἀνάληψη, τήν ἀποστολή τῶν δώδεκα ἀποστόλων καί τέλος τά περί ἐσχάτων καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Φυσικά πάλι μέ ενδιάμεσες ἀναφορές βασικῶν ἠθικῶν θεμάτων γιά νά «δέσουν» ἦθος καί δόγμα.
.            Ὅταν μερικές φορές συνέβαινε νά παρατείνει τήν παρουσία του σ’ ἕναν τόπο περισσότερο ἀπό δύο μέρες, εἶχε καί σχέδιο δύο ἄλλων Διδαχῶν. Τήν παρουσίαζε με ἀνάπτυξη πτωτοφανῆ καί ἐμβάθυνση, ἀλλά καί με ἁπλότητα συγχρόνως πού χαρακτηρίζουν τήν ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ. Ἡ βάση τῆς Διδαχῆς ἦταν ἡ παραβολή τοῦ Σπορέως, ἀλλά ἐμπλουτιζόταν μέ πολλές διηγήσεις ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων, μέ παραδείγματα μετανοίας κ.λ.π. Τέλος ἡ πέμπτη Διδαχή ἀναφερόταν σέ πολλά καί ποικίλα θέματα. Στή δύναμη τοῦ Σταυροῦ, στό κομποσχοίνι, στό ρόλο τῶν αἰσθήσεων, τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ», κ. ἄ.
.            Μέ πέντε, λοιπόν, Διδαχές μόνον τρεῖς βασικές ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἔκανε αὐτό πού ἔκαναν ὁ Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Ἄν πάρει κανείς ἀπό τά εὐαγγέλια τήν διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας θά δεῖ ὅτι τόση περίπου εἶναι. «Ἔστι δέ καί ἄλλα πολλά ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐάν γράφηται καθ’ ἕν…». Εἶπε πολλά ὁ Χριστός. Καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς θά μποροῦσε νά πεῖ πολλά. Ἀλλά «θά σᾶς πῶ, λέγει, τά ἀναγκαιότερα». Καί σέ τρεῖς μόνον Διδαχές, μέ ἄλλες δύο συμπληρωματικές, μέ πέντε Διδαχές ἔκανε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς αὐτό τό θαῦμα τῶν Διδαχῶν, τό ὁποῖο θαυμάζουμε σήμερα….»[7].
.            «Στήν Κεφαλλονιά ἀκροατής τοῦ ἁγίου σημειώνει: «Ἡ διδασκαλία τοῦ προειρημένου κήρυκος εἶναι ἡ ἰδία ὁπού ἀναγινώσκομεν εἰς τά Θεῖα Εὐαγγέλια καί κατά διαδοχήν ἀπό τούς Ἀποστόλους εἰς τόν τετραμερῆν ἐκηρύχθη κόσμον[8], ἐξηγήθη ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ὀρθοόξου Ἐκκλησίας, ἐστερεώθη μέ τά θεσπίσματα τῶν Γενικῶν Συνόδων. Ἐκήρυττε τόν Θεόν ὑπέρ πᾶν ἄλλο, τί νά σεβώμεσθεν καί νά ἀγαπῶμεν. Ἔλεγε τό χρέος ὁπού ἔχουν οἱ χριστιανοί νά ἀγαπῶσι τόν πλησίον, νά μήν μισοῦν τούς ἐχθρούς, νά τούς ἀγαθοποιοῦν δυνάμενοι, νά βοηθοῦν τοῖς χρειαζομένοις, νά νηστεύουν, νά εἶναι ἐγκρατεῖς οἱ γονεῖς νά ἀναθρέφουν τά τένα τους μέ μίαν ἀγαθήν καί χριστιανικήν ἀναθροφήν νά εἶναι ἀμοιβαία ἡ πίστις εἰς τούς ὑπανρεμμένους οἱ γυναῖκες νά εἶναι ὑποτεταγμένες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν[9]) οἱ υἱοί νά τιμοῦν τούς γονεῖς·νά πλησιάζουν συχνάκις εἰς τά θεῖα Μυστήρια[10]…οἱ λαοί νά σέβωνται τούς ἐκκλησιατικούς ἄρχοντες, οἱ ὑπήκοοι νά ἔχουν τελειωτάτην ὑποταγήν εἰς τον ἐδικόν τούς αὐθέντην καί ἡγεμόνα[11]. Τούτη εἶναι ἡ σύλληψις[12]…καί τό μυελόν[13]…ὅλης τῆς διδασκαλίας τοῦ προειρηένου κήρυκος….
Φρονῶ ἐγώ ὅτι, ὅποιος κήρυκας κηρύττει με ἁπλότητα ὁμοῦ καί καθαρότητα τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, χρέος οἱ χριστιανοί ἔχουσιν ἀπαραίτητον νά τόν ἀκούουν, νά τόν σέβωνται, νά τόν τιμοῦν·καί ὅσοι δέ τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀποστρεφόμενοι περιγελῶσι καί καταφρονοῦν τοιούτους θεοπνεύστως ρήτορας, τό ὄνομα εἶναι χριστιανοί, ὄχι τήν πρᾶξιν…Ἀγκαλά καί ὁ ρηθείς κήρυκας δέν ἐφανερώθη τόσον ὑστερημένος ἀπό ἐπιστημονικάς εἰδήσεις. Ἤκουσα μέ προσοχήν, ὡς ἄνω εἶπα, τέσσαρας διδαχάς του. Βαρβαρισμόν δέν ἐσημείωσα[14], τόν τρόπον τοῦ λέγειν καθαρῶς ἐπαίνεσα…Ὁ ἱεροκήρυκας Κοσμᾶς κατά τό προκείμενον[15] ἐπαράσταινε[16] τές γνῶμες τῶν ἁγίων Πατέρων, δέν ἐπρόφερε τά ὀνόματα ὅμως, κατά τήν κοινήν καί ὑπερήφανον συνήθειαν[17]….Ἤκουσα ἑτέραν διδαχήν, εἰς τήν ὁποίαν ἔκαμε ἐπίδειξιν πώς δέν εἶναι ἄμοιρος τῆς Φυσικῆς ἐπιστήμης: ἀνέφερε τοῦ κόσμου τήν κτίσιν κατ’ ἐκείνην ὁπού περιγράφεται εἰς τήν Γένεσιν, ἐφανέρωσε τά διάφορα συστήματα τῶν φιλοσόφων, ὡμίλησε ἐπάνω εἰς τήν φύσιν τῶν συστατικῶν τῶν οὐρανῶν καί ἐπάνω εἰς τόν ἀριθμόν τῶν πλανητῶν καί ἀπλανῶν ἀστέρων»[18].

[1] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ….ζ΄ ὠδή

[2] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ…..Λιτήν, καί Οἶκος

[3] Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, Ὑμ.τ.Μ.τ.Χ.Ἐκ. Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ…Λιτήν

[4]Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἰούλιος 2007

[5] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση , Αὔγουστος 2002

[6] Ματθ. ε´, 312

[7] Εἰσήγηση σέ εἰδικό συνέδριο γιά τόν ἅγιο Κοσμά τόν Αἰτωλό, πού ὀργανώθηκε ἀπό τόν Σύλλογο «Τά Πάτρια» στό χωριό Ράχη τῆς Πιερίας.

[8] στά τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου, ἀνατολή, δύση, βοριά καί νότο

[9] Ἐφεσ. 5.22

[10] νά κοινωνοῦν συχνά, νά μεταλαβαίνουν συχνά.

[11] Να πειθαρχοῦν ἀπόλυτα στην πολιτική ἐξουσία τῶν Τούρκων και τῶν Βενετῶν.

[12] περίληψη, συγκεφαλαίωση, σύνοψη.

[13] νοῦς, οὐσία, περιεχόμενο.

[14] Εἶναι δύσκολο νά προσδιορίσει κανείς ποιές λέξεις ἐννοεῖ ὁ ἐπιστολογράφος.

[15] Κατά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός του.

[16] Περιγράφω, ἀναφέρω, λέω.

[17] ὅπως συνηθίζουν νά κάνουν οἱ ἱεροκήρυκες, μέ ὑπερηφάνεια γιά τή σοφία τους.

[18] Κεφαλληνιακά Χρονικά τόμ. 4ος, 19801982. Γ. Ἀλισανδράτου: Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στήν Κεφαλλονιά καί τή Ζάκυνθο, 1777, σ. 188, ἀνέκδοτη ἐπιστολή ἑνός ἀκροατή του.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Δ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

Μέρος Γ´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

.                 Αὐτὰ εἶναι μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ μέρους τοῦ ἔργου, διότι καὶ τὰ μοναστήρια ταῦτα διὰ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἐν αὐτοῖς ναῶν καὶ οἰκειῶν, τῶν τε ἔσω καὶ ἔξω, καὶ διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς κατοικούντων μοναχῶν, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ ὄντως μεγαλοπρεπῆ καὶ βασιλικά. Δὲν βλέπετε καὶ μὲ τοὺς ἴδιους ὀφθαλμούς σας πὼς τὰ εἴκοσι ταῦτα ἱερὰ καὶ μεγαλοπρεπῆ μοναστήρια, κατὰ σειρὰν εὑρισκόμενα, τόσον εἰς τὸ βόρειον ὅσον καὶ εἰς τὸ νότιον μέρος τοῦ Ὄρους, στέκουσιν ς τόσα μεγάλα φρούρια κα νυκτοφυλακτοῦσι πέριξ λον τοτον τν τόπον, ς τόσα προπύργια χυρώματα, κα φυλακτικαὶ κροπόλεις προλαμβάνουσι πάντα πειρασμὸν καὶ ἐνόχλησιν, ἀπὸ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς; Δὲν βλέπετε πὼς οἱἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ὄρους εὑρισκόμενοι μοναχοί, πάντες ὑπὸ τὴν σκεπὴν τῶν κύκλῳ μοναστηρίων φυλαττόμενοι, ζῶσι καὶ κοιμῶνται ἀτάραχοι καὶ εἰρηνικοί;
.               Ἀπὸ δὲ τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκτίσθησαν, εἶναι τόσον μεγαλοπρεπῆ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια, εἰς τρόπον ὥστε, ὅλα τὰ ἑπτὰ λεγόμενα θαύματα τοῦ κόσμου, ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος εἰς τὴν Ἔφεσον, ἡ Πυραμὶς τοῦ Χέοπος εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὁ τάφος τοῦ Μαυσώλου εἰς τὴν Καρίαν, οἱ Κρεμαστοὶ Κῆποι τῆς Βαβυλῶνος, ὁ Κολοσσὸς τῆς Ρόδου, ὁ πύργος τοῦ Φάρου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, τὸ ἐλεφάντινον ἄγαλμα τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ ἐπὶ πᾶσι, τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ὑπερέβη ὅλα τὰ ἑπτά, τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Οὐσπεσιανοῦ, ὅλα ταῦτα, λέγω, τὰ μεγαλοπρεπῆ θαύματα, ἂν καὶ ἐνομίσθησαν εἰς τὰς φαντασίας τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων ὅτι ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρη καὶ σκεπάζουσι τοὺς ὁρίζοντας, συγκρινόμενα ὅμως πρὸς τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ θεϊκὸν τέλος τούτων τῶν ἱερῶν μοναστηρίων, φαίνονται εἰς τοὺς φρονίμους ἢ ὡς φωλεαὶ ἔρημοι πτηνῶν ἢ ὡς κρημνώδη χαλάσματα καὶ ἐρείπια, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ βασίλειόν των οἱ νυκτοκόρακες, οἱ ποντικοὶ καὶ ἀράχναι καὶ ἄλλα κνώδαλα καὶ ζωύφια· πειδ τ τέλος μν κείνων στάθη ματαία φιλοδοξία, ἡ ὁποία ἀνθεῖ καὶ ἀπανθεῖ παρόμοια μὲ τὰ ἄνθη τοῦ ἔαρος, τ τέλος δ τούτων τν εαγν μοναστηρίων στάθη παντοτειν δόξα το Θεο κα παντοτεινὴ φέλεια κα σωτηρία ψυχν ΰλων, ψυχν θανάτων· καὶ μιᾶς μόνης ἐξ αὐτῶν, ὄχι τὰἑπτὰ θαύματα τοῦ κόσμου, ὄχι τὰὀκτώ, ἀλλὰ ὅλος ὁ αἰσθητὸς οὗτος καὶ ὀρώμενος κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιος· «οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ψυχῆς ἐγκρατοῦς».
.       Τί λέγω; τὸ ξαίρετον τέλος τν μοναστηρίων τούτων κα τ κατ’ ξοχν ποτέλεσμα καὶ  εωδέστατος καρπός, στάθησαν λοι ο σήμερον ορταζόμενοι γιοι κα θεοφόροι Πατέρες λου κοινς τοῦ γίου Ὄρους, οἱ νομαστο καὶ νώνυμοι, οἱ ἐν τοῖς Κοινοβίοις καὶ οἱ ἐν ἡσυχίᾳ, τοῖς Κελλίοις καὶ ταῖς σκήταις εὐαρεστήσαντες τῷ Κυρίῳ καὶ ἁγιάσαντες. Λέγω δὲ καρπὸν τῶν ἱερῶν μοναστηρίων τοὺς μοναστὰς καὶ ἡσυχαστάς, καθότι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ φροντίδα τῶν μοναστηρίων ἦσαν καὶ οἱ ἔξω ἡσυχάζοντες τῷ τότε καιρῷ… Τοιουτοτρόπως μὲν οἱ θεοφόροι Πατέρες κα ὶἅγιοι ἠγάπησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν ἐπὶ γῆς μὲ τὴν ἰσάγγελον αὐτῶν πολιτείαν καὶ τὰ θεάρεστα αὐτῶν κατορθώματα καὶ ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός, καὶ μὲ τὴν ἀπόλαυσιν ὅλων ἐκείνων τῶν οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν». Καὶ τώρα συγχορεύουσιν ἐν Οὐρανοῖς μὲ τὰς τάξεις τῶν Ἀγγέλων, μὲ τοὺς χοροὺς τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων· οἱ Ἱεράρχαι μὲ τοὺς Ἱεράρχας· οἱ Ὅσιοι μὲ τοὺς Ὁσίους· οἱ Ὁμολογηταὶ μὲ τοὺς Ὁμολογητάς· οἱ Ὁσιομάρτυρες καὶ οἱ Ἱερομάρτυρες μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρας καὶ τοὺς Ἱερομάρτυρας· Θεὸν ὁρῶντες πρόσωπον πρὸς πρόσωπον καὶ ὁρώμενοι καὶ φωτιζόμενοι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὃν ἐκ ψυχῆς ἠγάπησαν, μὲ τὴν τρανοτέραν γνῶσιν καὶ τελειοτέραν ἔλλαμψιν τῆς αὐτοῦ θεότητος, τὴν ὁποίαν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡμεῖς δὲ οἱ τῶν τοιούτων ἁγίων πατέρων εὐτελεῖς υἱοὶ καὶ διάδοχοι, μὲ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εὐαρεστήσωμεν τῷ Θεῷ καὶ νὰἐπιτύχωμεν τῆς ποθουμένης σωτηρίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀφήσαμεν τὸν κόσμον καὶ ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὸ Ὄρος τοῦτο; Ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ· ἂν πιστῶς ἀκολουθῶμεν τὸ παράδειγμα τῆς ἐναρέτου ζωῆς καὶ πολιτείας τῶν ὁσίων τούτων καὶ ἂν ἐπιμελώμεθα νὰ φυλάττωμεν ἀπαρασαλεύτως τοὺς νόμους καὶ κανόνας καὶ τύπους τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ὅσους παρέδωκαν ἐγγράφως εἰς ἡμᾶς οἱ τρισμακάριοι οὗτοι ὅσιοι…
.         Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν, ἀδελφοί, θέλομεν ἔχει πρὸς τὸν Θεὸν παντοτεινοὺς πρεσβευτὰς τοὺς σήμερον ἐορταζομένους ἁγίους Πατέρας καὶ βοηθοὺς καὶ ὑπερμάχους μὲν ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ· καὶ ἀληθῶς ἔχομεν νὰ καυχώμεθα ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς μὲν τέκνα αὐτῶν, αὐτοὶ δὲ Πατέρες ἡμῶν, διὰ τὴν ὁμοίωσιν ἣν ἔχουσι τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸς τὰ ἔργα των, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους «Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάττωμεν καὶἐν μετανοίᾳ τὴν ζωὴν ἡμῶν τελειώσωμεν εἰς τοῦτον τὸν ἱερὸν τόπον, θέλομεν ἀποκτήσει πρὸς τούτοις ἀπροσμάχητον προστάτιν καὶ βοηθόν, αὐτὴν τὴν Κυρίαν καὶ Ἔφορον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τὴν Δέσποιναν ἡμῶν Θεοτόκον, ἥτις θέλει μᾶς συστήσει εἰς τὸν Υἱόν της καὶ θέλει ζητήσει παρ’ Αὐτοῦ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καθὼς ὑπεσχέθη μόνη της ἡ ἀψευδὴς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὡς προείπομεν.
.               Ἀλλ’ ὦ μακαριώτατοι Θεῖοι Πατέρες· οἱ Ὅσιοι καὶ Ἱεράρχαι· οἱ Ὁμολογηταὶ καὶ Ὁσιομάρτυρες καὶ Ἱερομάρτυρες· οἱ Μυροβλύται καὶ θαυματουργοί· οἱ ἐπίγειοι Ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, οἱ τοῦ Ἁγίου Ὄρους πολιοῦχοι καὶ οἰκισταί, καὶ μετὰ τὴν Θεοτόκον προστάται ἡμῶν καὶ εὐεργέται καὶ ἔφοροι· οἱ ἐν σαρκὶ τοὺς ἀσάρκους νικήσαντες δαίμονας· πάντων τῶν Ἁγιορειτῶν ὄντες στέφανος καὶ δόξα καὶ καύχημα· ἡ βασιλικὴ καὶ τροπαιοφόρος παράταξις τῆς Βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν Θεοτόκου· τὰ μυρίπνοα ἄνθη καὶ τὰ ἀγλαόκαρπα δένδρα τοῦ νοητοῦ τούτου Παραδείσου τῆς Ἀειπαρθένου· οἱ ἀέναοι ποταμοὶ τῶν θείων καὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, δέξασθε τὸ παρὸν ἐφύμνιον, τὸὁποῖον σᾶς προσφέρει ὅλη ὁμοῦ ἡ κοινότης τοῦἉγίου Ὄρους, τὸ ὑμέτερον ποίμνιον, ὡς ἐδέξατο ὁ Κύριος τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας. Καὶ τὴν κοινὴν ταύτην καὶ καινὴν ἑορτὴν ὑμῶν καὶ πανήγυριν, ἣν ὅλοι κοινῶς ἐπιτελοῦμεν, ἐναγκαλίσασθε, θειότατοι, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, καὶὡς θυσίαν εὐπρόσδεκτον. Τί γὰρ ἄλλο νὰ πράξωμεν, ἵνα δείξωμεν, τὸ δυσέκτιτον χρέος, ὅπερ ἔχομεν πρὸς ὑμᾶς τοὺς εὐεργέτας ἡμῶν διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας καὶ χάριτας, ὧν ἀπηλαύσαμεν καὶ ἀπολαύομεν καὶ θέλομεν ἀπολαύει διὰ βίου παρ’ ὑμῶν; Ναί, τὸὁμολογοῦμεν ὅτι ἡμεῖς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ κατοικῶμεν τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον καὶ νὰὀνομαζώμεθα υἱοί σας, ἀλλὰ σεῖς, διὰ τὴν χρηστότητά σας, μὴν ἀρνηθῆτε νὰ εἶσθε πατέρες ἠμῶν. Διὰ τοῦτο μετὰ θάρρους παρακαλοῦμεν ὑμᾶς ἅπαντας, ἡμεῖς ἅπαντες, νὰ μᾶς ἐνδυναμώνητε, ὥστε νὰ μιμώμεθα, ὅσον τὸ δυνατόν, καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν σας ζωὴν καὶ τὰἔργα σας. Καὶ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωήν, δεόμεθα ὑμῶν, ἵνα σκέπητε καὶ διαφυλάττητε τὰἱερὰ ταῦτα Μοναστήρια καὶ Σκήτας καὶ Κελλία καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν αὐτοῖς κατοικοῦντας ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ ἐπηρείας τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, εἰς δὲ τὴν μέλλουσαν νὰ μᾶς ἀξιώσητε διὰ τῶν πρεσβειῶν σας νὰἀπολαύσωμεν τῆς οὐρανίου μακαριότητος καὶἡμεῖς μεθ’ ὑμῶν, εἰ καὶ μέγα ἐστι τὸ αἰτούμενον ἡμεῖς οἱ υἱοί, μετὰ τῶν πατέρων ὑμῶν· ἡμεῖς τὰ ποίμνια μετὰ τῶν ποιμένων ὑμῶν· ἡμεῖς οἱ μαθηταὶ μετὰ τῶν διδασκάλων ὑμῶν· ἵνα ἔχητε λέγειν καὶ ὑμεῖς πρὸς Θεὸν τὸἀποστολικὸν ἐκεῖνο «Ἰδοὺ ἡμεῖς καὶ τὰ παιδία, ἃ ἡμῖν ἔδωκας, Κύριε». ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Γ´]

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

Mέρος Β´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 .             Ἀφ’ οὗ δὲ τοιουτοτρόπως ἐφάνησαν τέλειοι φύλακες τῆς πρώτης ἐντολῆς, ἤτοι τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, τότε ἠθέλησαν νὰ φυλάξωσιν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νὰ ἀποδείξουν ὅτι φυλάττουσι καὶ τὴν δευτέραν ἐντολήν τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης. Καὶ δή, ἀφήσαντες τὴν ἡσυχίαν, ἐκινήθησαν, ἄλλος μὲν ἀπὸἐν Θεϊκὸν καὶ οὐράνιον σημεῖον ὅπερ εἶδεν, ἄλλος δέ, ἀπὸ ἄλλο· καὶ ὅλοι ὁμοῦ ἐθερμάνθησαν ἀπὸ μίαν θείαν ἔμπνευσιν καὶ ἀπὸ ἕνα θεοφιλῆ σκοπὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν ἀγάπης εἰς τὸ νὰ κτίσωσι Λαύρας, Ἱερὰ Μοναστήρια, μονύδρια, Σκήτας, καὶ Κελλία· εἴς τε τὰ βόρεια καὶ νότια μέρη τοῦ Ὄρους καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη αὐτοῦ, πρὸς κατοικίαν καὶ ἀνάπαυσιν ἐκείνων, ὅσοι φεύγουσι τὰς τοῦ κόσμου μερίμνας, ἔρχονται δὲ ἐδῶ διὰ νὰ ζήσωσι μοναχικὴν ζωὴν ὁμοίως ἐκινήθησαν καὶ εἰς τὸ νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐν τοῖς Μοναστηρίοις Ναοὺς θαυμαστούς, Ναοὺς παμμεγέθεις καὶ ὡραιοτάτους ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναχράντου Αὐτοῦ Μητρὸς καὶ τῶν Ἁγίων Αὐτοῦ, διὰ νὰ δοξολογῆται ἀκαταπαύστως ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ὅλων Θεός· καὶ φαίνεταί μοι ὅτι, μελετῶντες νὰ κτίσωσιν αὐτά, ἔλεγεν εἰς τὸν ἑαυτόν τοῦ ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς τρισμακάριστους τούτους Πατέρας τὸ δαβιτικὸν ἔκεινο, «οὐ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ ΘεῶἸακώβ».
.               Ἀφ’ οὖ δὲ ταῦτα πάντα τὰ εὐαγῆ καὶ ἱερὰ καταγώγια ἐκ θεμελίων ὠκοδόμησαν οὕτω, καθὼς αὐτὰ βλέπομεν ἕως τῆς σήμερον, μὲ μυρίους ἱδρώτας καὶ κόπους καὶ πειρασμούς, μὲἁδρότατα καὶ βασιλικὰἔξοδα, μὲ πολλὰς ὁδοιπορίας καὶ ποντοπορίας, μὲ πολλοὺς κινδύνους καὶ αὐτῆς τῆς ἰδίας αὐτῶν ζωῆς καὶ μὲ παράτασιν καιρῶν καὶ χρόνων πολλῶν, ἀκολούθως ἐφρόντισαν οἱ φιλαδελφότατοι νὰ προικίσωσιν αὐτὰ μὲἱερὰ κειμήλια, μὲ θησαυροὺς τιμίων ξύλων καὶ ἁγίων λειψάνων, μὲὑποστατικὰ καὶ μετόχια πλούσια καὶ μὲ ἄλλα κτήματα κινητὰ καὶ ἀκίνητα, τόσον διὰ τὴν ζωοτροφίαν καὶ αὐτάρκειαν τῶν ἐνασκουμένων ἀδελφῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὑποδοχὴν τῶν πτωχῶν καὶ ξένων καὶἀσθενῶν, ὅσοι ἔρχονται εἰς αὐτά.
.                Παρέδωσαν δὲ εἰς αὐτὰ καὶ νόμους καὶ κανόνας καὶ διατάξεις, πῶς πρέπει νὰ ζῶσι καὶ νὰ πολιτεύωνται οἱ ἐν αὐτοῖς οἰκοῦντες μοναχοί, τόσον ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς ὑπηρεσίαις καὶ διακονίαις τῶν Μοναστηρίων, ὅσον καὶ ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐταὶ αἱ διατάξεις σώζονται γεγραμμέναι εἴς τε τὰ τυπικὰ τῶν αὐτῶν Μοναστηρίων καὶ εἰς τὰς διαθήκας τῶν αὐτῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ τοιοῦτον τρόπον συνέστησαν καὶ συνεκρότησαν τὰ Μοναστήρια αὐτὰ καὶ τὰς Σκήτας καὶ τὰ Κελλία, διὰ νὰ εἶναι σχολεῖα πάσης ἀρετῆς, διὰ νὰ μένωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ φυλακτήρια, πόνων ἀσκητικῶν φροντιστήρια, ἀγγελικῆς πολιτείας ἐργαστήρια, τῶν ἐν Παλαιστίνῃ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σινᾷ καὶ Θηβαΐδι παλαιῶν καὶ ἁγίων Κοινοβίων μιμητήρια, τῶν ξένων καταγώγια, τῶν πτωχῶν καταφύγια, καὶὅλων τῶν χειμαζομένων ἀπὸ τὴν ζάλην καὶ τρικυμίαν τοῦ κόσμου λιμένες σωτηριώδεις καὶ ἀκύμαντοι. Οὕτω δι μέσου τν ερν τούτων Μοναστηρίων κα θείων σεμνείων, ς δι δικτύων τινν δι δραστικωτάτου μαγνητισμο, νέσυραν καὶ σαγήνευσαν οἱ σιοι οτοι π τν θάλασσαν κα ματαιότητα το κοσμικο βίου, χι μόνον κατοντάδας κα χιλιάδας νθρώπων, λλ κα μυριάδας λοκλήρους πατριαρχν, ρχιερέων, ερέων, βασιλέων, συγκλητικν, γουμένων, ρχόντων, κα παντς λλου βαθμο κα τάξεως νθρώπων κακόμη λονν τος λκύουσιν ες τ τάγμα κα ες τν γγελικν πολιτείαν τν μοναχν. Τούτους ἅπαντας προσέφεραν καὶ προσφέρουσι καὶ θέλουσι προσφέρει σεσωσμένους εἰς τὸν Δεσπότην Χριστόν, ὡς τόσας θυσίας εὐαρέστους, ζώσας καὶ λογικὰς καὶὡς τόσα ὀψώνια καθαρὰ καὶ γλυκύτατα, ὥστε ὁ πρώην ἔρημος οὗτος Ἄθως ἔγινεν ὡς πολυάριθμος πόλις ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εἰς αὐτὸν εὑρισκομένων μοναχῶν καὶ τὸ Πηλούσιον ὄρος καὶ τὸ Γαλήσιον καὶ ὁ Λάτρος καὶ αὐτὸ τὸ Σίναιον ὄρος μικρὰ καὶ ποταπὰ ἐφαίνοντο κατὰ τὴν ποσότητα τῶν μοναχῶν, συγκρινόμενα πρὸς τὸ Ἅγιον τοῦτο Ὄρος. Καὶ διὰ νὰ εἴπω μὲ συντομίαν, οὕτω διὰ μέσου τῶν ἱερῶν τούτων Μοναστηρίων καὶ θείων καταγωγίων ἐφάνησαν οἱ θεοφόροι οὗτοι πατέρες ὅτι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ τέλειοι φύλακες καὶ τῆς δευτέρας ἐντολῆς· καὶ ἠγάπησαν τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς ἑαυτούς, καθὼς ἐπρόσταζεν ὁ παλαιὸς νόμος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν των, καθὼς προστάζει ἡ νέα διαθήκη τοῦ Εὐαγγελίου· διὰ τοῦτο καὶ καινὴν καὶ νέαν ἐντολὴν ὠνόμασεν ὁ Κύριος τὴν ἐντολήν τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης λέγων «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους·» καὶ δὲν στέκει ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει «καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς (δηλαδὴ ὑπὲρ τὸν ἑαυτόν μου) ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».
.               Ἂς συμφωνῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἄνθρωποι, ὅσον γιγαντιαῖοι εἰς τὸ σῶμα, τόσον πυγμαῖοι εἰς τὸν νοῦν, καὶ ἂς ζητῶσι νὰ οἰκοδομήσωσι πύργον ἕως τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰἀφήσωσι τὸὄνομά των ἀθάνατον. «Δεῦτε καὶ οἰκοδομήσωμεν πύργον, οὗ ἡ κεφαλὴ ἔσται ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσωμεν ἐαυτοῖς ὄνομα». Ἂς κτίζη ὁ Φίλιππος τὴν Φιλιππούπολιν, ὁ Ἀλέξανδρος τὴν Ἀλεξάνδρειαν, ὁ Ἀδριανὸς τὴν Ἀδριανούπολιν. ς κατασκευάζωσιν λοι ολλοι βασιλες κα σατράπαι καὶ γεμόνες το κόσμου τος πυραμιδοειδες βελίσκους, τ κυκλικ τόξα κα τος τεχνικος νδριάντας των καὶ ς πιφημίζωσι τνόματα τν πάνω ες τὰ δια τν οκοδομήματα, καθς λέγει Θεος Δαυίδ· «πεκαλέσαντο τὰ νόματα ατν π τν γαιν ατν». Ατοὶ λοι μ τ πολυέξοδά των ργα ατά, δν δυνήθησαν ν μείνωσιν θάνατοι· καὶ ν φημίζονται τὰ νόματά των, φημίζονται μόνον ες τν γν κα ες μόνην τν παροσαν ζωήν, λλ’ χι κα ες τν Ορανν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν «οὐκ ἐγγράφεται γάρ, λέγει ὁ μέγας Βασίλειος, ἀσεβῶν ἐν βίβλῳ ζωῆς, ἀλλὰ τῇ γῇ ἐναπομένει τὰ ὀνόματα.» (Ἑρμην. εἰς τὸν μη´ Ψαλμ.) Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν θείων τούτων Πατέρων, μὲ τὸ μέσον τῶν ἱερῶν τούτων εἴκοσι Μοναστηρίων, ἐφημίσθησαν καὶ φημίζονται καὶ παντοτινὰ θέλουν φημίζεσθαι, ὄχι μόνον εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαίραν τοῦ κόσμου, ὄχι μόνον ἕως τοῦ Οὐρανοῦ, καθὼς ἐφαντάσθησαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι γίγαντες, ἀλλὰ καὶὑπεράνω τοῦ Οὐρανοῦ· καὶὄχι μόνον εἰς τὸ διάστημα τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης· διότι τὰ ὀνόματα τούτων ἐγράφησαν εἰς τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς, ταὐτὸν εἰπεῖν, τῆς ἀθανασίας, καὶ δὲν θέλουσιν ἐξαλειφθῆ ποτέ, ἀλλὰ θέλουσι διαμένει ἀθάνατα εἰς ὅλον τὸ ἀπέραντον διάστημα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «χαίρετε γάρ, φησίν, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».
.                   Πρέπει τὸ ἔργον τῶν ἐνταῦθα εἴκοσιν ἱερῶν μοναστηρίων νὰ ὀνομάζηται καὶ μεγαλοπρεπές· διότι, ἂν κατὰ τοὺς ἠθικοὺς φιλοσόφους, ἡ ἐντελὴς ἰδέα ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς ἔργου χαρακτηρίζεται ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦἐργαζομένου ἢἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ ἔργου ἢ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ τέλους καὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, τίς δὲν βλέπει ὅτι καὶ τὰ ἱερὰ ταῦτα μοναστήρια εἶναι πεπλουτισμένα καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὅρους τούτους, ἐκ μέρους τοῦἐργαζομένου; Διότι οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκτισαν, παρεκτὸς ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἦσαν μεγαλοπρεπεῖς ἄνθρωποι καὶ βασιλεῖς καὶ βασιλέων υἱοὶ καὶ συγκλητικοὶ καὶ βασιλέων ὑπογραφεῖς, ὡς ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Σάββας, οἱ κτίτορες τῆς Χιλιανδαρίου καὶ Βατοπαιδίου Μονῆς, Παῦλος ὁ κτίτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τοῦ ἁγίου Γεωργίου, Ἰωάννης καὶ Εὐθύμιος οἱ τῆς τῶν Ἰβήρων καὶ Νεόφυτος ὁ τῆς τοῦ Δοχειαρίου, πρὸς τούτοις αὐτοὶ οὗτοι παρεκίνησαν καὶ τοὺς βασιλεῖς νὰ ἐξοδεύσωσι μεγαλοπρεπῶς εἰς τὴν τούτων οἰκοδομήν, τοὺς Κωνσταντίνους, λέγω, τοὺς Νικηφόρους, τοὺς Ρωμανούς, τοὺς Ἀλεξίους, τοὺς Καντακουζηνούς, τοὺς Παλαιολόγους, τὰς Πουλχερίας καὶ τοὺς λοιπούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-4 «Ἀμοιβαίως ἠγαπήθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῷ οὐρανῶ, καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον, μὲ τὰς ἀναβλύσεις τῶν μύρων, μὲ τὰς εὐωδίας τῶν λειψάνων, μὲ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα ἐνήργησε δι’ αὐτῶν καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ τῶν ἁγίων Θεός»

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-2 «Ἔσοπτρα διαφανέστατα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄργανα δεκτικὰ τῆς ἐκείνου ἐνεργείας καὶ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς χάριτος»

 

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Λόγος ἐγκωμιαστικὸς
περὶ τῶν Ὁσίων Πατέρων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω λαμψάντων
[Β´]

 

Κυριακὴ Β´ Ματθαίου, τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

 

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ»
ἔκδ. Ἱ. Κελ. Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ἅγ. Ὄρος
σελ. 135-148

 

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-1

.             Ταύτην, λοιπόν, τὴν φήμην τῶν μεγάλων ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας κάμνει, ὄχι ἄλλος τίς, ἀλλὰ μία Μήτηρ Θεοῦ καὶ μία Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸ νὰ ἔχη, δηλαδή, τὸὌρος τοῦτο ὡς ἰδικόν της καὶ νὰ ὑπερασπίζηται ὄχι μόνον ζῶντας, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῷ, τοῦτο, λέγω, ἀκούσαντες καὶ οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶ Ὅσιοι, ἀφῆκαν τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ πάντα, γονεῖς, συγγενεῖς, οἰκίας, ὑπάρχοντα, πλοῦτον, δόξαν καὶ ἡδονάς, καὶ ἦλθον ἀπὸ κάθε μέρος τῆς οἰκουμένης καὶ ἑκατοίκησαν τὸν ἱερὸν τοῦτον Ἄθω, τὸν νοητὸν καὶ περικαλλέστατον τῆς Θεοτόκου Παράδεισον, θαρροῦντες ὅλως διόλου καὶἐλπίζοντες μετὰ Θεὸν εἰς τὴν προστασίαν καὶ σκέπην τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους· ἀφ’ οὗ δὲ ἦλθον καὶ ἑκατοίκησαν ἐδῶ, ἠξεύροντες ὅτι δύο εἶναι αἱ καθολικαὶ καὶ μεγάλαι ἐντολαί: πρώτη, τὸ «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» καὶ δευτέρα, τὸ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», ἀπεφάσισαν καὶ αὐτοὶ νὰ φυλάξωσι ταύτας τὰς δύο ἐντολάς· καὶ διὰ μέσου τῆς φυλάξεως τῶν δύο τούτων, νὰ φυλάξωσιν ὁμοῦ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας μερικὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος «Ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς, ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»· καὶ οὕτω νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ παρόντι βίῳ.
.             Καί, λοιπόν, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, ὅστις πρῶτον ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καὶ δεύτερον, ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον διότι, καθὼς λέγουσιν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶὁ Λουκᾶς, εὐθὺς ἀφ’ οὗἐβαπτίσθη, ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐπειράσθη ἀπὸ τὸν διάβολον μὲ τοὺς τρεῖς γίγαντας τῶν παθῶν μὲ τὴν φιληδονίαν, λέγω, τὴν φιλοδοξίαν καὶ τὴν φιλαργυρίαν καὶ οὕτω νικήσας ὁ Κύριος τὸν διάβολον καὶ τὰ πάθη ταῦτα, τὰ ὁποῖα τὸν προσέβαλον, ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, καθ’ ὃ καὶ ἄνθρωπος, ἐξ ὅλης του τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης του τῆς ἰσχύος, καὶὅτι εἶναι τέλειος εἰς τὴν πρώτην ἐντολήν. Μετὰ ταῦτα δὲ πάλιν ἐπιστρέφει ἀπὸ τὴν ἔρημον εἰς τὸν κόσμον καὶ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ φυλάττωσι τὰς θείας καὶ σωτηρίους αὐτοῦἐντολὰς καὶ νὰὑπομένωσιν ὄχι μόνον κόπους καὶὕβρεις καὶὀνειδισμοὺς διὰ τὴν ἀγάπην τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ πάθη καὶ σταυρὸν καὶ θάνατον· καὶ ταῦτα πάντα ἐνίκησε μὲ τόσην μεγαλοψυχίαν, ὥστε νὰ παρακαλῆ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους σταυρωτάς, λέγων· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τοιουτοτρόπως ἔδειξεν ὅτι ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον, ὄχι μόνον ὡς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του· καὶ ὅτι εἶναι τέλειος καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐντολήν, καθὼς περὶ τούτων πλατύτατα καὶ γλαφυρώτατα ἀναφέρει ὁ θεοφόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λέγω, ἐμιμήθησαν τὸν Κύριον καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ Θεοφόροι οὗτοι Πατέρες. Καὶ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, πρῶτον μὲν ἔδειξαν ὅτι ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης των τῆς καρδίας· δεύτερον δέ, ὅτι ἀγαπῶσι καὶ τὸν πλησίον των ὡς τὸν ἑαυτόν των, διότι ἡσυχάσαντες πρότερον εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τρώγλας καὶ σπήλαια, καὶ εἰς ἄλλα διάφορα μέρη τοῦ ἱεροῦ τούτου Ὄρους, ἐπολέμησαν μὲ σῶμα ὑλικὸν τὰς ἀΰλους ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας καὶ τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου· καὶ τούτους κατὰ κράτος θριαμβεύσαντες, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐνίκησαν τν μν φιληδονίαν μ τν νηστείαν, μ τν γκράτειαν, μ τν γρυπνίαν, μ τν έναον προσευχήν, μ τν στεγον σκέπην, μ τν χαμαικοιτίαν κα ξηροκοιτίαν, μ τ συνεχ δάκρυα κα μ πᾶσαν λλην σκληραγωγίαν το σώματος· τν δ φιλοδοξίαν νίκησαν μ τν ταπεινοφροσύνην, μ τν πακοήν, μ τν τελείαν κκοπν το θελήματος, μ τ συντετριμμένον φρόνημα το νος κα μ τν πτωχείαν το πνεύματος· τν δ φιλαργυρίαν μ τν τελείαν κτημοσύνην, μ τν πτωχείαν κα τν ναγκαίων στέρησιν κα οτω καθάρισαν τν αυτόν των πὸ λα τ πάθη, δι μέσου τῆς συχίας κα τς ν τῇ συχίᾳ πράξεώς τε κα θεωρίας, ἐπειδὴ κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον «ἡἡσυχία ἐστὶν ἀρχὴ καθάρσεως τῇ ψυχῇ» (ἐπιστολ. α´)· καὶὁἀδελφὸς αὐτοῦ Νύσσης Γρηγόριος λέγει ὅτι «ἡσυχάζουσα ψυχὴ καὶ τῶν ἔξωθεν πραγμάτων ἁπαλλαγεῖσα, ἀκριβέστερον τῶν οἰκείων ἀγαθῶν, ἢ κακῶν ἐπαισθάνεται». Καὶ τ μν σμα καθάρισαν π τν μπάθειαν, τν δ ψυχν π τν δυπάθειαν, τν δ νον π τν προσπάθειαν, καθὼς φιλοσοφεῖὁ θεηγόρος Μάξιμος.
.             Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, μὲ τὸ μέσον της σωματικῆς, ψυχικῆς καὶ νοερᾶς ἀπαθείας ταύτης, ἠξιώθησαν οἱ μακάριοι νὰ γενῶσιν σοπτρα διαφανέστατα τοῦ γίου Πνεύματος καὶ ργανα δεκτικὰ τῆς κείνου νεργείας κα το φωτισμο κα τς χάριτος, διακρίνοντες μὲν τὰ δύσληπτα καὶἀπόρρητα, διορῶντες δὲ τὰ πόρρω καὶ μακρὰν γινόμενα, καὶ προορῶντες τὰ μήπω γενόμενα. Τί νὰ πολυλογῶ; Οἱ θεῖοι οὗτοι Πατέρες καὶὍσιοι μένοντες ἐν τῇἡσυχίᾳ, ἔφθασαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὴν τελειότητα τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, ἥτις εἶναι ἡἀκρότης ὅλων τῶν ἀρετῶν· ἀγαπῶντες τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶἐξ ὅλης τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ μόνοι μόνῳ τῷ Θεῷ τοσοῦτον ἑνούμενοι, εἰς τρόπον ὥστε ἄλλο τί δὲν εὑρίσκετο μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἀγαπώντων καὶ τοῦὑπ’ αὐτῶν ἀγαπωμένου Θεοῦ· καὶ μόνοι μόνον τὸν Θεόν, τοσοῦτον γινώσκοντες, ὡς κατὰ χάριν Θεοί, τὸν κατὰ φύσιν Θεὸν ὥστε, καθὼς ἐγίνωσκεν αὐτοὺς ὁ Θεός, οὕτω καὶ αὐτοὶἀντιστρόφως ἐγίνωσκον τὸν Θεόν, ὥσπερ ὑψηγορεῖ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ, (τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος) Θεὸς θεοῖς ἑνούμενός τε καὶ γνωριζόμενος· καὶ τοσοῦτον ἴσως, ὅσον ἤδη γινώσκει τοὺς γινωσκομένους». (Λόγος εἰς τὸ Πάσχα καὶ εἰς τὰ Γενέθλια).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ Τῼ ΑΓΙῼ ΟΡΕΙ ΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΟΣΙΩΝ-3 «Ὡς διὰ δικτύων τινῶν ἢ διὰ δραστικωτάτου μαγνητισμοῦ, ἀνέσυραν καὶ ἐσαγήνευσαν οἱ ὅσιοι οὗτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν καὶ ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ βίου, χιλιάδας ἀνθρώπων»

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΝΗΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ–5

 

Νηπτικ στοιχεα
π τν διδασκαλία το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου [Ε´]

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/10/08/νηπτικὰ-στοιχεῖα-ἀπὸ-τὴν-διδασκαλί/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/10/14/νηπτικὰ-στοιχεῖα-ἀπὸ-τὴν-διδασκαλί2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/10/17/νηπτικὰ-στοιχεῖα-ἀπὸ-τὴν-διδασκαλί3/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/10/23/νηπτικὰ-στοιχεῖα-ἀπὸ-τὴν-διδασκαλί4/

δ) Νήψη

.               Πιὸ πάνω ἔχουμε ὁριοθετήσει τὸ τί σημαίνει νήψη ποὺ συνδέεται καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἐγρήγορση, τὴν ἑτοιμότητα. Ὡς γνήσιος Πνευματικὸς Πατέρας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὰ κείμενά του ἀναφέρεται συχνὰ σὲ θέματα νήψεως, ἐγρηγόρσεως. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐντάσσεται ὀργανικὰ στὸ «πνεῦμα» τῶν ἀναλόγων προτροπῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ συντονίζεται μὲ τοὺς λεγομένους νηπτικοὺς – φιλοκαλικοὺς Πατέρες.
.               Ἑρμηνεύοντας ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τὸ ἀποστολικὸ χωρίο «γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν» (Α´ Θεσ. ε´ 7), κάνει διάκριση μεταξὺ ἐγρηγόρσεως καὶ νήψεως. Εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ εἶναι ξυπνητός, νὰ μὴ κοιμᾶται, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιτελῆ κανένα ἀγαθὸ ἔργο. «Ὥστε ἐγρηγορήσεως ἐπίτασις ἡ νῆψίς ἐστιν». Καὶ αὐτὴ ἡ νήψη εἶναι ἀπαραίτητη, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουμε πότε θὰ ἔλθη ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.               Ἡ νήψη εἶναι ἀναγκαία καὶ στὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ τῶν παθῶν. Μὲ τὴν νήψη ἀντιλαμβανόμαστε τὶς κινήσεις τοῦ ἐχθροῦ καὶ στὴν συνέχεια μποροῦμε νὰ τὶς ἀντιμετωπίσουμε. Λέγει ὁ ἅγιος: «Πάντοτε νήφειν καὶ ἐγρηγορέναι δεῖ, καὶ μηδέποτε ἐν ἀδείᾳ εἶναι».
.               Σὲ μιὰ ἑρμηνευτικὴ ἀνάλυση στοὺς Ψαλμοὺς ἀναφέρεται στὴν λήθη τοῦ Θεοῦ, ὅταν δηλαδὴ ὁ Θεὸς ξεχνᾶ κάποιον ἄνθρωπο. Αὐτὴ ἡ λήθη τοῦ Θεοῦ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν κάνει τίποτε περισσότερο τὸν Θεὸ νὰ ἐνθυμῆται τὸν ἄνθρωπο ὅσο «τὸ ἀγαθόν τι ποιεῖν, τὸ νήφειν, τὸ ἐγρηγορέναι, τὸ ἀρετῆς ἐπιμελεῖσθαι».

ε) Ἡσυχία

.               Ἡ ἡσυχία εἶναι ἡ βασικὴ προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ ἡσυχία, ἐννοοῦμε τὴν ἐξωτερικὴ ἡσυχία τὴν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ θορύβους, καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία, τὴν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὴν καρδιά. Τὸ ὅτι ἡ ἡσυχία καὶ μάλιστα ἡ λεγομένη νοερὰ ἡσυχία εἶναι βασικὴ προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ὑπέδειξε αὐτὸν τὸν τρόπο, μὲ τὸ νὰ ἀποσύρεται ὁ Ἴδιος στὸ ὄρος.
.               Ἑπομένως καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς δὲν εἶναι δοσμένος μόνο γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς.
.               Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει ἐπανειλημμένως γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἡσυχίας. Ὅταν κάνη λόγο γιὰ ἡσυχία, ἐννοεῖ τὴν ἡσυχία τοῦ λογικοῦ, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ τόπου, δηλαδὴ τὴν ἡσυχία ψυχῆς καὶ σώματος.
.               Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι γνώστης τῆς ἐσωτερικῆς ἐργασίας ποὺ γίνεται στὸ λογιστικὸ μέρος τῆς ψυχῆς καὶ γνωρίζει τοὺς τρόπους θεραπείας τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτοῦ «χώρου».
.               Ὡς πρότυπο ἡσυχίας πολλὲς φορὲς φέρει στοὺς ἀκροατες του τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀνέβαινε καὶ στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθῆ μόνος Του, ὄχι γιατί τὸ εἶχε ἀνάγκη, ἀλλὰ γιατί ἤθελε νὰ μᾶς παιδαγωγήση νὰ ἐπιδιώκουμε τόπους ἡσυχαστικοὺς γιὰ νὰ προσευχόμαστε στὸν Θεό. Συνδέει τὴν ἡσυχία μὲ τὴν προσευχή. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μᾶς παιδαγωγεῖ «ὅτι καλὸν ἡ ἐρημία καὶ ἡ μόνωσις, ὅταν ἐντυγχάνειν δέῃ Θεῷ». Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πολλὲς φορὲς κατέφευγε στὶς ἐρημίες καὶ διανυκτέρευε προσευχόμενος γιὰ νὰ μᾶς διδάξη «τὴν ἀπὸ τοῦ καιροῦ καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ τόπου θηράσθαι ἐν ταῖς εὐχαῖς ἀταραξίαν». Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιατί «ἡσυχίας γὰρ μήτηρ ἡ ἔρημος, καὶ γαλήνη καὶ λιμὴν ἁπάντων ἀπαλλάττουσα θορύβων ἡμᾶς». Ὁ Χριστὸς καὶ δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσεύχωνται καὶ ἀνέβαινε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθῆ, ὥστε νὰ μᾶς προτρέψη «μήτε χλοις ναμίγνυσθαι διηνεκς, μήτε φεύγειν ε τ πλθος,…» λλ κα τ δύο ν τ χρησιμοποιομε πρς φέλειαν κα ν τ νταλλάσσουμε νάλογα μ τν νάγκη.
.               Πολλὲς φορὲς ἡ διαμονή μας στὸν κόσμο δημιουργεῖ σύγχυση καὶ ταραχή, γὶ αὐτὸ «ἐπιτήδειον πρὸς φιλοσοφίαν ἐρημία». Ἡ ἐρημία βοηθᾶ καὶ στὴν ὑγεία τοῦ σώματος, ἐπειδὴ ἀναπνέουμε καθαρὸ ἀέρα καὶ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ παρατηρήσουμε ἀπὸ ψηλὰ τὴν οἰκουμένη, ὁπότε φιλοσοφοῦμε καὶ ἀναπαυόμαστε ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες.
.               Βέβαια, δίνει μεγάλη σημασία στὴν ἡσυχία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν. Σὲ κάποια ὁμιλία του λέγει ὅτι ὁ Θεὸς θέλει «ἡμῶν τὴν καρδίαν ἐν γαλήνῃ καὶ ἡσυχίᾳ τυγχάνειν, καὶ τὸν λογισμὸν ἡμῶν ἀτάραχον εἶναι, καὶ παντὸς ἀπηλλάχθαι πάθους». Γι᾽ αὐτὸ σὲ ἄλλη ὁμιλία του λέγει ἐπιγραμματικά: «ἐκείνην ἐγὼ ζητῶ τὴν ἡσυχίαν τὴν ἀπὸ διανοίας, τὴν ἀπὸ ψυχῆς».
.               Τὸ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ζοῦσε νηπτικὰ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅπως φαίνεται στὶς ὁμιλίες του, ἐκφράζει τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση γιὰ τὴν ἡσυχία τῆς διανοίας καὶ τῆς καρδίας, ἀκόμη καὶ ὅταν ζοῦσε στὸν κόσμο. Ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψη του τοὺς μοναχοὺς ποὺ ζοῦσαν στὴν ἔρημο, συνιστᾶ στὸν ἀκροατή του νὰ τοὺς μιμηθῆ καὶ νὰ ἐπιδιώκη τὴν ζωὴ τῆς «ἐπὶ μέσης πόλεως ἐρημίας». Θὰ πρέπει νὰ ζῆ κανεὶς μέσα στὴν πόλη ὡσὰν νὰ εἶναι στὴν ἔρημο. Καὶ στὴν συνέχεια ἐπεξηγεῖ πῶς μπορεῖ νὰ συμβῆ αὐτό. «Ἐὰν τοὺς πονηροὺς φεύγης, ἐὰν τοὺς ἀγαθοὺς διώκης». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ἐπιτύχη ὁ ἄνθρωπος μεγαλύτερη ἀσφάλεια ἀπὸ τοὺς ἐρημίτες μοναχούς, ἀφοῦ δὲν θὰ ἀποφεύγη μόνον τοὺς κακούς, ἀλλὰ καὶ θὰ ὠφελῆται ἐπικοινωνώντας μὲ τοὺς ἀγαθούς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο συνιστοῦσε στοὺς Χριστιανούς: «Ἐρημίας ἐπιζητῶμεν, μὴ τὰς ἐκ τόπων μόνον, ἀλλὰ τὰς ἀπὸ τῆς προαιρέσεως». Ἐρημία εἶναι καὶ ὁ τόπος, ἀλλὰ καὶ ἡ προαίρεση, ὁ τρόπος ζωῆς.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΙΩΠΗ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Η ΣΙΩΠΗ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

.           Ὁ πολιτισμὸς τῶν νεωτέρων χρόνων ἔχει σαφῶς ἐξωστρεφῆ χαρακτήρα. Ἐκεῖνο ποὺ πάντοτε προέχει εἶναι ἡ τεχνολογία, ἡ ἐπιστημονικὴ φυσικὴ ἔρευνα, οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες, ἂν καὶ δὲν εἶναι πιὰ λίγες οἱ φωνὲς ποὺ τονίζουν καὶ τὸ ἀντίθετο. Αἰτία γιὰ τὴν προτεραιότητα αὐτὴ εἶναι ἡ ἔξαρση τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου καὶ ἡ παραθεώρηση κατὰ συνέπεια τοῦ πνευματικοῦ παράγοντα, τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ πολὺ σωστὰ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς ὡς πολιτισμὸς  ἀπώλειας τῆς καρδιᾶς.
.           Ἡ τραγικὴ αὐτὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο κατάσταση ὀφείλεται στὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ Αὐτόν, τόσο ἀδυνατεῖ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει. Ὁ Θεὸς  λαλεῖ εἰς τὴν καρδίαν, μὰ ὁ σύγχρονος ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ Αὐτὸν ἄνθρωπος ποὺ ἔχει χάσει τὴν ἐπαφή του μὲ τὴν  καρδιά του, δηλαδὴ μὲ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὴ φωνή Του. Ἄλλες φωνὲς ἀκούγονται μέσα του, κι αὐτὲς εἶναι τοῦ κόσμου, τῶν αἰσθήσεων, τῶν παθῶν του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ χαρακτηριστικὸ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ εἶναι ὁ θόρυβος, ὄχι μόνον ὁ ἐξωτερικὸς καὶ ὑλικός, μὰ δυστυχῶς, πολὺ χειρότερα, ὁ ἐσωτερικός. Περισσότερο λοιπὸν ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἀνάγκη κατ᾽ ἐξοχὴν ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἡσυχία καὶ ἡ σιωπή. Ἡσυχία καὶ σιωπὴ μὲ τὴ διπλή τους διάσταση: τὴν ἐσωτερική, κυρίως αὐτήν, καὶ τὴν ἐξωτερική.
.           Μὲ αὐτὰ θὰ μπορέσει νὰ ἐπαναφέρει τὸν νοῦ του ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ διάχυση στὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ μέσῳ αὐτοῦ στὸν Θεό.  «Ὁ νοῦς ποὺ δὲν διασκορπίζεται καὶ δὲν διαχέεται στὰ ἐξωτερικὰ μέσῳ τῶν αἰσθήσεων, ἐπανέρχεται στὸν ἑαυτό του καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του ὁδηγεῖται στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ», μᾶς λέει θεόπνευστα ὁ Μ. Βασίλειος («Νοῦς μὴ σκεδαννύμενος μηδὲ διὰ τῶν αἰσθήσεων ἐπὶ τὰ ἔξω διαχεόμενος εἰς ἑαυτὸν ἐπάνεισι καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ ἔννοιαν διαβαίνει»). Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἐπανευρίσκει τὸ φυσικό του κέντρο, τὴν αἰτία καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ὕπαρξής του: τὸν Θεό, καὶ ἰσορροπεῖ στὴ ζωή του, ἀποκτώντας νόημα ζωῆς. Καὶ βεβαίως βρίσκοντας τὸν Θεὸ βρίσκει ταυτοχρόνως  καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ὅπως καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Διότι ὡς γνωστὸν ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι Ἀγάπη, ὁδηγεῖ σὲ ἄνοιγμα τῆς ὕπαρξης καὶ πρὸς τὸν ἑαυτὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο.
.           Εἶναι λοιπὸν αὐτονόητο ὅτι αὐτὴ ἡ ἡσυχία καὶ σωπή, ὡς μέθοδος ἐπαναφορᾶς τοῦ νοῦ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, συνυπάρχει μὲ τὴν κοινωνικότητα, τὴ δράση καὶ τὴν ἐνεργητικότητα μέσα στὸν κόσμο. Δράση καὶ ἡσυχία, ἐξωστρέφεια καὶ ἐσωστρέφεια δὲν εἶναι ἀντιμαχόμενες καταστάσεις, ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρούμενες πρὸς ἐξισορρόπηση τοῦ ἀνθρώπου. Οὔτε λοιπὸν μόνο ἐσωστρέφεια οὔτε μόνον ἐξωστρέφεια, ἀλλὰ τὸ  συναμφότερον. Ἡ θεολογικὴ θεμελίωση τῆς ἀλήθειας αὐτῆς βρίσκεται, θὰ λέγαμε, στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μας εἶναι οὐσία καὶ ἐνέργεια. Ἔχει δηλαδὴ – ὅσο εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἐκφραστεῖ ἁπλὰ – τὴ δυνατότητα νὰ ζεῖ μέσα (οὐσία) καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Τοῦ (ἐνέργεια). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἶναι ὁ ἴδιος Θεός. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν πλασμένος  κάτ? εἰκόνα Θεοῦ? ἔχει κι αὐτὸς τὴ διπλὴ αὐτὴ διάσταση: τὴν ἔσω καὶ τὴν ἔξω. Ποῦ σημαίνει: δὲν μπορῶ νὰ ζήσω χωρὶς αὐτοσυγκέντρωση, χωρὶς προσευχή, χωρὶς κλείσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μου στὸ  ταμεῖον τῆς καρδιᾶς μου, μὰ οὔτε καὶ πάλι μπορῶ νὰ ζήσω χωρὶς σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο, χωρὶς ἀγάπη καὶ βοήθεια τοῦ ἄλλου. Ἡ περίπτωση τῶν ἀναχωρητῶν δὲν καταργεῖ τὴν ἀλήθεια: κι ἐκεῖνοι βρίσκονται σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο ἐσωτερικὰ προσευχόμενοι γι᾽ αὐτόν.
.           Ὥστε ὁ πολιτισμός μας, καθαρὰ ἐξωστρεφής, ἀπειλεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ ἀνισορροπία. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον ἀπειλή, ἀλλὰ διαρκὲς βίωμα στὴν ἐποχή μας. Χρειάζεται λοιπὸν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἡσυχία μέσα στὸν θόρυβο τῆς ζωῆς μας. Ἡ ἡσυχία εἶναι ὅρος ποὺ ἐκφράζει σύνολη τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ εἶναι φορτισμένος μὲ βάρος θεολογικοῦ ἀγώνα πολλῶν χρόνων. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ ποῦμε πολλὰ πράγματα γι᾽ αὐτήν. Θὰ σημειώσουμε μόνο λίγα γιὰ τὴ σιωπή, ποὺ εἶναι ἐπὶ μέρους στοιχεῖο τῆς ἡσυχίας.
.           Ἡ σιωπὴ εἶναι μέσο βοηθητικὸ τῆς στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ μία σιωπὴ ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται στὰ χείλη καὶ στὸ στόμα, ἀλλὰ προχωρεῖ στοὺς λογισμοὺς ποὺ εἶναι ἀντίθετοι στὸν Θεό. Σταματῶ νὰ μιλῶ, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ μιλήσω περισσότερο μὲ τὸν Θεό.  Ὁ φίλος τῆς σιωπῆς προσεγγίζει τὸν Θεὸ καὶ συνομιλώντας μυστικὰ μαζί Του φωτίζεται ἀπὸ Αὐτόν (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅσο αὐξάνει ἡ ἀγάπη γι᾽ Αὐτόν, τόσο μειώνεται ἡ ἀγάπη γιὰ τὰ λόγια καὶ τὶς συχνὲς συναντήσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους.  «Ἐκεῖνος ποὺ ἐδοκίμασε τὴν ὀσμὴ τοῦ ὑψίστου καὶ θείου πυρός, ἀποφεύγει τὴ συνάντηση τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ μέλισσα τὸν καπνό», ξαναλέει ὁ μέγας Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἐνῶ χαρακτηρίζει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ σιωπὴ ὡς  “ἐν γνώσει” σιωπή. Σιωπὴ δηλαδὴ ποὺ ἀσκεῖται μὲ ἐπίγνωση καὶ διάκριση. Αὐτὴ ἡ σιωπὴ εἶναι πρόξενος χαρισμάτων. Καὶ τοῦτο γιατί ὑπάρχει καὶ ἄλλο εἶδος σιωπῆς –πέρα βεβαίως αὐτῆς ποὺ ὀφείλεται σὲ φυσικοὺς λόγους– ποὺ καταδικάζεται ἀπὸ τὸν Θεό: ἡ σιωπὴ ποὺ εἶναι καρπὸς πικρίας καὶ ἐγωισμοῦ. Ὄχι λοιπὸν ὁποιαδήποτε σιωπή, ἀλλὰ ἡ σύμφωνη μὲ τὸν Θεὸ ἐπαινεῖται καὶ ἐπιδοκιμάζεται. Αὐτὴ ποὺ ἀσκεῖται γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ.

.           Ἕνας ἀδελφός, μᾶς λέγει τὸ Γεροντικό,  ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα λέγοντας: Τί εἶναι καλύτερο, νὰ μιλήσει κανεὶς ἢ νὰ σιωπήσει; Τοῦ λέγει ὁ γέρων: Ὅποιος μιλᾶ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ καλὰ κάνει. Κι ὅποιος σιωπᾶ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι καλὰ κάνει.
.           Ὑπάρχουν λοιπὸν περιπτώσεις ποὺ σιωπ εναι μέσα στν μιλία κα μιλία μέσα στ σιωπή.  Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, λέει καὶ πάλι ὁ ἀββὰς Ποιμήν,  ποὺ δὲν μιλοῦν καθόλου καὶ ὅμως εἶναι φλύαροι. Καὶ ἄλλοι ποὺ μιλοῦν ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ ὅμως στὴν πραγματικότητα σιωποῦν. Γιατί ὅ,τι λένε εἶναι γιὰ ὠφέλεια.
.           Ἡ σιωπὴ αὐτὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεφύγει ἀπὸ δύο ἐφάμαρτες καταστάσεις: τὴν πολυλογία καὶ τὴν ἀργολογία. Διότι  «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξεται ἁμαρτία», κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ἄλλη τόνισε ὅτι καὶ γιὰ τὸν παραμικρότερο ἀργὸ λόγο, θὰ δώσουμε λόγο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.  «Ἐκ τῶν λόγων σου δικαιωθήση καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. ιβ´ 37). Κάποιος μάλιστα μεγάλος ἀσκητικὸς διδάσκαλος τόνιζε διαρκῶς ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος θυμόταν αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ περὶ ἀργολογίας, θὰ προτιμοῦσε πάντοτε νὰ σιωπᾶ. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κατανοοῦμε καὶ τὸν ἀγώνα πολλῶν ἁγίων γιὰ ἀπόλυτη σιωπή, ὅπως τοῦ ἁγίου Ἀγάθωνα ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια εἶχε βότσαλο στὸ στόμα του, γιὰ νὰ συνηθίσει νὰ μὴ μιλᾶ.
.           Ἐκεῖνος ποὺ συνοπτικὰ ἀναφέρει τὴν ὠφέλεια τῆς διακριτικῆς σιωπῆς εἶναι ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Σημειώνει συγκεκριμένα:  Ἡ σιωπὴ ποὺ ἀσκεῖται μὲ ἐπίγνωση καὶ διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία, διαφύλαξη τοῦ θείου πυρός, ἐπιστάτης τῶν λογισμῶν, σκοπὸς ποὺ παρατηρεῖ τοὺς ἐχθρούς, δέσμευση τοῦ πένθους, φίλη τῶν δακρύων, καλλιεργητὴς τῆς μνήμης τοῦ θανάτου, ζωγράφος τῆς αἰώνιας κόλασης, ἐπίμονος ἐξεταστὴς τῆς Κρίσεως, σύζυγος τῆς ἡσυχίας, ἀντίπαλος τῆς ἀγάπης νὰ κάνει τὸν διδάσκαλο, αὔξηση τῆς πνευματικῆς γνώσεως, δημιουργὸς θείων θεωρημάτων, μυστικὴ πνευματικὴ πρόοδος, κρυφὴ πνευματικὴ ἀνάβαση.

.           Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθουμε καὶ νὰ σιωπᾶμε. Νὰ ἐλέγχουμε δηλαδὴ τὰ λόγιά μας, μὰ κατ᾽ ἐξοχὴν τὶς σκέψεις μας. Κι αὐτό, ὅπως εἴπαμε, γιὰ τὴν πρόοδό μας στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό. Εἶναι μία ἄσκηση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα, ἀφοῦ  «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα» (Ἰακ. γ´ 2).

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

«ΨΥΧΗ ΗΣΥΧΑΣΕΙ…»

«Ἡσυχάσει … »

(Θρῆνοι Ἱερεµίου γ´ 26)

.           Ὁ ἐπισκέπτης µπῆκε διακριτικὰ στὸ γραφεῖο. Κοίταξε ἕνα ἕνα τὰ πρόσωπα τῶν ὑπαλλήλων; Κουρασµένα καὶ ἐκνευρισµένα. Διάβασε στὶς ψυχές τους τὴν ἀνησυχία. Τοὺς ρώτησε ἁπλά: Τί θὰ θέλατε; Τί θὰ λαχταρούσατε αὐτὴ τὴν ἐποχή; Χωρὶς δισταγµὸ ἔδωσαν ὅλοι τὴν ἴδια ἀπάντηση: Λίγη ἡσυχία. Θέλουµε νὰ ἡσυχάσουµε, νὰ ἡσυχάσουµε…
.            …Ὁ ἐπισκέπτης προχώρησε στὴν αἴθουσα ἀριθµὸς 3 τοῦ µεγάλου ἐργοστασίου. Ἀγκάλιασε στοργικὰ µὲ τὸ βλέµµα του τοὺς ἐργάτες: Σκυµµένοι στὶς µηχανές, µουσκεµένοι στὸν ἱδρώτα. Βασανισµένοι ἀπὸ ἕνα πλῆθος ζητήµατα. Τοὺς ρώτησε ἁπλά: Τί θὰ ἤθελε ἡ ψυχή σας σήµερα; Μίλησαν ὅλοι µαζί, σὰν νὰ ἦταν συνεννοηµένοι: Ἡ ψυχή µας λαχταράει ἡσυχία. Νὰ µπορούσαµε ἐπὶ τέλους νὰ ἠσυχάσουµε…
.            …Ὁ ἐπισκέπτης ἀνέβηκε στὸ λεωφορεῖο. Γεµάτο µἐ ἐπιβάτες ταλαιπωρηµένους. Δὲν χρειάστηκε νὰ τοὺς ρωτήση. Στὰ µάτια τους διάβασε τὸν πόθο: “Νὰ ὑπῆρχε τρόπος γιὰ λίγη ἡσυχία, γιὰ λίγη γαλήνη…»
.            …Ὁ ἐπισκέπτης δρασκέλισε τὸ κατώφλι τοῦ συνοικιακοῦ σπιτιοῦ. Βρῆκε τὴν µάνα νὰ πλένη. Τὰ µάτια της ἔδειχναν ὅτι τῆς λείπει ὕπνος. Τὸ κεφάλι ζαλισµένο ἀπὸ τὶς µέριµνες. Τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν φαγωµένα ἀπὸ τὴ δουλειά. Ἡ ψυχὴ ἀναστατωµένη. Τί θὰ ἤθελες αὐτὴ τὴν ὥρα, τὴν ρώτησε ἤρεµα. Ἐκείνη σήκωσε ἀργὰ τὸ κεφάλι: “Νὰ µποροῦσα νὰ ἡσυχάσω … Νὰ ἡσυχάσω”… »
.           Ὁ ἐπισκέπτης ποὺ µπορεῖ νὰ µπαίνη παντοῦ, ποὺ µπορεῖ νὰ βρίσκεται παντοῦ τὴν ἴδια στιγµή, εἶναι ὁ Θεός. Δὲν χρειάζεται κἂν νὰ ρωτήση, γιὰ νὰ µἄθη τί λαχταροῦν σήµερα οἳ ψυχές. Διαβάζει κατευθείαν τὸν πόθο ποὺ τὶς συνέχει, τὴν δίψα ποὺ τὶς βασανίζει: “Θέλουµε νὰ ἠσυχάσουµε. Διψᾶµε ἡσυχία”. Τὴν ἀκούει τὴν φωνὴ αὐτὴ ὁ Θεός. Καὶ ἀποκρίνεται στοργικά: «Ψυχὴ ἡσυχάσει» (Θρῆνοι Ἱερ. γ´ 25-26). Θὰ ἡσυχάση ἡ ψυχή σας. Θὰ ἀπολαύση τὴν ἡσυχία ποὺ τόσο χρειάζεται, ποὺ τόσο βαθιὰ ἐπιθυµεῖ …
.           Πῶς; Μὲ τί τρόπο;
.           Ὁ Θεὸς συµπληρώνει τὴν φράση του: «ψυχὴ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου» (Θρ. Ἱερ. γ´ 25-26). Ὅπως τὴν αὐγὴ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἁπλώνεται ἤρεµα καὶ σιωπηλὰ στὸν κόσµο, ἔτσι µιὰ ἀνέκφραστη καὶ ἀπερίγραπτη ἡσυχία θὰ ἁπλωθῆ στὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν τυλίξη. Ὅταν ἡ ψυχὴ αὐτὴ πιστέψη καὶ ζήση τὴν µεγάλη ἀλήθεια: ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ σωτηρία µου.

 * * *

.           «Ψυχὴ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου». Ὁ Θεὸς πηγαίνει πάντοτε στὴν οὐσία τῶν πραγµάτων. Ξέρει πὼς ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι τόσο ἡ ἀπαλλαγή µας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἐξωτερικοὺς θορύβους, ὅσο ἡ ἡσυχία τῆς ψυχῆς. Ὁ πόθος του νὰ ἠσυχάσουµε δὲν εἶναι ζήτηµα ἐξωτερικό, ἀλλὰ ἐσωτερικό. Οἱ πιὸ µεγάλοι θόρυβοι δὲν εἶναι αὐτοὶ ποὺ χτυποῦν στὰ αὐτιά µας καὶ τὰ κουράζουν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἀντηχοῦν µέσα στὴν καρδιά. Τί νὰ µᾶς κάνη ἡ ἡσυχία τῆς ἐξοχῆς, ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ταραγµένη καὶ ἀναστατωµένη.
.           Ὅταν τὰ πάθη στὰ βάθη τοῦ εἶναι µᾶς οὐρλιάζουν. Ὅταν ἡ µέριµνα καὶ ἡ ὀλιγοπιστία γιὰ τὸ αὔριο ροκανίζει τὸ µυαλό µας. Ὅταν ὁ πόνος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ µᾶς (κάνουν, γιὰ τὴν περιφρόνηση ποὺ µᾶς δείχνουν, γιὰ τὴν συκοφαντία ποὺ ἐκτοξεύουν ἐναντίον µας, ξεσχίζη τὰ στήθη µας. Ὅταν ἡ ἀγωνία τῆς βιοπάλης µᾶς κάνη νευρικοὺς καὶ ἀνήσυχους. Ὅταν µέσα µας ἀκοῦµε νὰ ἀντηχοῦν ἕνα πλῆθος φωνὲς καὶ νὰ ἐναλλάσσωνται ἕνα σωρὸ καταστάσεις βίαιες καὶ ἀντιφατικές; Τότε µόνο ἕνας τρόπος, µόνο ἕνας δρόµος ὑπάρχει, γιὰ νὰ ἠσυχάσουµε ἀληθινά: τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐλπίδα, ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς µᾶς σώζει, µᾶς γλιτώνει. Καὶ ὄχι µόνο ἡ ἐλπίδα, ἀλλὰ καὶ ἡ πραγµατικότητα τῆς σωτηρίας ποὺ χαρίζει ὁ Θεός. Τῆς σωτηρίας ἀπὸ ὅλα. Ἀπὸ κάθε κακὸ καὶ ἄσχηµο καὶ βασανιστικὸ πράγµα.
.           Στὴν σκέψη αὐτή, στὴν πραγµατικότητα αὐτή, πέφτει ὁ θόρυβος, χαµηλώνουν οἱ φλόγες, µειώνεται ἡ ἔνταση. Μιὰ οὐράνια ἡσυχία ἁπλώνει ἁπαλὰ µέσα µας τὰ φτερά της. Κάτι ζεστὸ καὶ µαλακὸ τυλίγει τὴν καρδιά µας. Τὴν κάνει νὰ χτυπάει λιγώτερο ἄτακτα.
.           «Ψυχ συχάσει ες τ σωτήριον Κυρίου». Ὅπως τὰ βασανισµένο σῶµα ξεκουράζεται σ᾽ ἕνα ἄνετο στρῶµα καὶ τὸ κεφάλι σ᾽ ἕνα µαλακὸ µαξιλάρι, τσι ψυχ συχάζει κουµπώντας πάνω στ «σωτήριον Κυρίου». Τώρα µπορεῖ νὰ χαρῆ ἀληθινώτερα καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ἡσυχία: τὴν ἠρεµία τῆς ἐξοχῆς, τὴν σιγὴ τῆς νύχτας. Τώρα µπορεῖ νὰ νιώση τί ἐξαίσιο δῶρο εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνοµάζεται ἡσυχία Θεοῦ. Ἡσυχία ποὺ κυλάει σὰν µυστικὸς ποταµὸς ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

* * *

.           Κύριε, µέσα ἀπὸ τὶς πολυθόρυβες πόλεις µας, µέσα ἀπὸ τὶς µέριµνές µας, µέσα ἀπὸ τὴν ταραγµένη θάλασσα τῆς ζωῆς µας, ὑψώνουµε τὴν ἱκεσία µας: Δος µας γαλήνη. Δός µας ἡσυχία.
.           Θέλουµε νὰ ἡσυχάσουµε. Ἀπὸ Σένα ἐξαρτᾶµε τὴν ζωή µας. Γέµισέ µας µὲ πίστη στὸ «σωτήριόν Σου». Πάνω στὴν βάση αὐτὴ θὰ µπορέσουµε νὰ οἰκοδοµήσουµε τὴν ἡσυχία ποὺ ἀποζητοῦν οἱ καρδιές µας. Κύριε, Κύριε, ἔλα στὶς ταραγµένες µας καρδιὲς καὶ φέρε τὴν εὐλογία τῆς ἡσυχίας Σου…

ΠΗΓΗ: Περιοδ. «ΖΩΗ», ἀρ. τ. 4247, 17.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε