Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἔνσαρκος Λόγος

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-7 («Διὰ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς εἰκόνα»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ζ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»
Μέρος Ε´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)
Μέρος ϛ´:

3) Συνέπειαι

.                               Ὑπεγραμμίσαμεν ἀρκούντως εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐρεύνης μας τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ὕπαρξιν τῆς χριστολογικῆς διαστάσεως ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ ἀνθρωπολογίᾳ. Θὰ ἦτο ἀναγκαία μία ἰδιαιτέρα ἔρευνα διὰ νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὅσον χρειάζεται, καὶ ἡ δευτέρα σημαντικωτάτη πλευρὰ τοῦ θέματος, ἡ ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ ὕπαρξις τῆς ἀνθρωπολογικῆς διαστάσεως ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ χριστολογίᾳ. Εἰς τὰ περιωρισμένα ὅρια τοῦ παρόντος δοκιμίου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νύξεις μόνον σχετικὰς νὰ κάνωμεν.

.                               α) Ἡ δημιουργικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, συζητῶν μὲ τοὺς ἀνθρωπιστᾶς τοῦ ιδ΄ αἰῶνος, ὑποστηρίζει εἰς τὰς θεομητορικὰς ὁμιλίας του μερικὰς ἑξαιρετικῶς χρησίμους, διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, θέσεις. Ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Θεοῦ, λέγει, συμφώνως πρὸς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Παύλου, ἦτο «ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην»· ὁ παντοκράτωρ ὅμως Λόγος τοῦ Θεοῦ, πρὶν τὸν δεχθῇ ἐντός της καὶ τοῦ δώσῃ σάρκα ἡ Παρθένος, ἦτο ὡς πρὸς τὴν κτίσιν «ἄοικος».
Ὁ ἄνθρωπος δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς Παρθένου προσέφερεν ἐλευθέρως εἰς τὸν Θεὸν τὴν σάρκα του καὶ δι’ αὐτῆς ὁ ἄκτιστος Θεὸς ἐνεδύθη τὴν κτίσιν Του. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ Θεὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἠδυνήθη νὰ δράσῃ ἐκ τῶν ἔνδον εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς ὡς Θεάνθρωπος. Διὰ τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός, τὴν ὁποίαν ἐθέωσεν, ὁ Θεὸς ἐνίκησε τὸν Διάβολον καὶ τὸν θάνατον, κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, ἐφ’ ὅσον ἦτο κανονικὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἠλευθέρωσε δικαίως καὶ ἀβιάστως τὸν ἄνθρωπον.
.                               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος ἦτο, κατὰ τοὺς Πατέρας, ἀδύντον νὰ ἴδῃ τὸν ἄκτιστον Θεόν, ὁ Θεὸς ἐδανείσθη τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεκαλύφθη εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἡ σὰρξ ὅμως αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐδανείσθη ὁ Θεὸς διὰ νὰ τὴν κάμῃ κατοικητήριον, ἔνδυμα καὶ δόξαν Του, ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι καθαρὰ καὶ ἀναμάρτητος. Καὶ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν σάρκα ἡτοίμασε ἐντός του καὶ τοῦ τὴν προσέφερεν ἐξ ὀνόματος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους εἷς ἄνθρωπος ἡ Παρθένος.
.                           Ἀλλ’ ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἀπετέλεσεν, ἐκ τρίτου, τὴν τελείωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐνυποστασιαζομένη εἰς τὸν Λόγον, ὡλοκληρώθη. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὅμως αὐτὴ ἡ συνάντησις καὶ ἕνωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως μὲ τὸν Θεόν, ἦτο ἀνάγκη ὅπως ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἀκολουθήση μίαν ἀνοδικὴν πορείαν. Διὰ νὰ κατέλθῃ ὑποστατικῶς ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀνέλθει μέχρις ἑνὸς ἱκανοποιητικοῦ σημείου, ἀξιοποιῶν τὸ «κατ’ εἰκόνα» καὶ βοηθούμενος ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, καὶ πράγματι τὸ κτιστόν, κατὰ τὴν ὀρθόδοξον παράδοσιν, «αὐξάνον τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ», ὑψώθη ἕως τὴν Παρθένον. Εἰς τὴν ἀπολύτως δὲ καθαρὰν σάρκα τῆς Παρθένου ἐπεδήμησε διὰ τοῦ Πνεύματος ὁ Λόγος καί, προσλαβὼν τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα, εἰσήχθη εἰς τὴν «οἰκουμένην ὁ πρωτότοκος» καὶ ἐπραγματοποιήθη τοιουτοτρόπως ἡ προαιώνιος βουλὴ τοῦ Πατρός, τὸ μέγα μυστήριον τῶν γάμων Δημιουργοῦ καὶ δημιουργίας. Οὕτω διὰ τῆς παιδαγωγίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἐκαθαρίσθη καί, κατὰ τινα τρόπον, ἀποκατεστάθη ἐν τῇ Παρθένῳ. Διὰ τῆς ὑποστατικῆς δὲ ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ αὐτὸς εἰς εἰκόνα.
.                               Ἡ κεντρικὴ θέσις τῆς αἱρέσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ οὑμανισμοῦ, ὅπως οὗτος κηρύττεται σήμερον, εἶναι ὅτι ὁ Θεός, φυλακισμένος εἰς τὰ πράγματα καὶ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ Τὸν «σώσῃ». Εἰς τὴν αἱρετικὴν αὐτὴν θέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαντήσῃ ἀποτελεσματικῶς ἡ ὀρθόδοξος πραγματικότης τῆς «Εἰκόνος».
.                               Εἰς κάθε αἵρεσιν, πράγματι, εὑρίσκεται πάντοτε κρυμμένον ἓν σπέρμα ἀληθείας καὶ ἡ ὀρθόδοξος θεολογία ἔχει σκοπὸν νὰ τὸ διακρίνῃ καὶ νὰ τὸ προσλάβῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ διεστραμμένον, εἶναι ὀρθὸν εἰς τὴν οὑμανιστικὴν ἀναζήτησιν εἶναι τὸ ὅτι ὁ Θεὸς τόσον σέβεται καὶ ἐκτιμᾷ τὸν ἄνθρωπον, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ μὴ ἐνεργῇ –ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξαρτωμένην κτίσιν– ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀνθρώπου, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν Αὐτὸς τοῦ ἐχάρισεν.
.                       Τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου», πράγματι, ἡ χρονικὴ δηλαδὴ ἐκείνη στιγμή, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἀνέμενε καὶ προητοίμαζεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ πλήρως εἰς τὴν κτίσιν Του καί, προσλαμβάνων ὑποστατικῶς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν δυνατότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἀρχικόν του προορισμόν, νὰ ὑψωθῇ εἰς Θεάνθρωπον, ἡ κεντρικὴ αὐτὴ στιγμή, μετὰ τὴν μακραίωνα παιδαγωγίαν τοῦ Θεοῦ, ἦλθε διὰ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἀνθρώπου, τῆς Παρθένου. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐπραγματοποίησε τοιουτοτρόπως ἐν τῇ Παρθένῳ καὶ διὰ τῆς Παρθένου τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅπως ἤδη εἴδομεν, ἐξ ἀρχῆς ἐδημιουργήθη, ἔγινεν ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς Θεοτόκος.
.                               Τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχει τεραστίας ἀνθρωπολογικὰς συνεπείας. Δι’ ἕνα δὲ διάλογον μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ ἀθεϊσμοῦ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κυριολεκτικῶς ἀνυπολόγιστον σημασίαν. Μερικοὶ μεγάλοι ἄθεοι ὑπεστήριξαν, πράγματι, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ θεός. Οὐδεὶς ὅμως ποτέ, πλὴν τῶν ὀρθοδόξων πατέρων, ἐτόλμησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ γεννήσῃ τὸν Θεόν. Τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀπολυτότητα, μὲ τὴν ὁποίαν καταξιώνει τὸν ἄνθρωπον ἡ ὀρθόδοξος αὐτὴ ἀλήθεια, δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἠμπόρεσε νὰ τὴν φθάσῃ ποτὲ ἡ ἔπαρσις οἱουδήποτε ἀθέου οὑμανισμοῦ.

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-6 («Τὸ “κατ’ εἰκόνα” εἶναι τὸ θεολογικὸν Α καὶ Ω τοῦ ἀνθρώπου»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος ϛ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»
Μέρος Ε´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

.                       Ἡ κεντρικὴ αὐτὴ θέσις καθιστᾷ φανερὸν ὅτι ὁ Παῦλος, παροτρύνων τοὺς πιστοὺς νὰ ἀποκτήσουν «νοῦν Χριστοῦ» καὶ «καρδίαν Χριστοῦ», δὲν τὸ κάμνει διὰ λόγους ἐξωτερικῆς εὐλαβείας ἢ συναισθηματικότητος, ἀλλὰ διὰ λόγους ὀντολογίας. Ὁ μετὰ Χριστὸν ἄνθρωπος καλεῖται πράγματι νὰ χριστοποιηθῇ διὰ τοῦ βαπτίσματος, τῆς εὐχαριστίας καὶ τῆς ὑπολοίπου ἐν μυστηρίῳ ἠθικῆς ζωῆς, διότι ἀρχικῶς ἐδημιουργήθη μὲ αὐτὸν τὸν προορισμόν.
.                       Ἡ ἰδία αὐτὴ θέσις βοηθεῖ νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ὀντολογικῶς, καὶ ὄχι μεταφορικῶς, τὰς πραγματικὰς διαστάσεις τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ ἀληθὲς κάλλος τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ παναγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τὴν πραγματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου.

2) Συμπέρασμα

α) Ἡ ἄνομος αὐτονομία πραγματικὴ ἄρνησις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄρνησις δὲ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πραγματικότητα αὐτήν, νὰ τελειωθῇ, ἀποκτῶν αὐτὰς τὰς χριστολογικὰς διαστάσεις, αὐτὸ τὸ χριστολογικὸν κάλλος καὶ αὐτὴν τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν, καθίσταται φανερὸν ὅτι εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν ἄρνησις τοῦ ἰδίου του τοῦ ἑαυτοῦ καὶ ἀποτελεῖ τὴν πτῶσιν.
.                       Ὁ Ἀδάμ, πράγματι, μὴ θέλων νὰ φθάσῃ εἰς τὸν Θεὸν ἀπὸ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς τοῦ ἐχάραξεν, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, προετίμησε νὰ ἀκολουθήσῃ ἰδίαν ὁδόν, νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀποκλειστικῶς τὴν ἰδικὴν του δύναμιν, νὰ θεωθῇ κατὰ τρόπον αὐτόνομον. Ἡ οὐσία ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἴδομεν, συνίσταται εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα». Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ἄρνησις τοῦ «κατ’ εἰκόνα» συμπίπτει μὲ τὴν ἄρνησιν τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του, δηλαδὴ μὲ τὸν θάνατον. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀδὰμ δὲν ἠθέλησε νὰ λαμβάνῃ τὴν ζωὴν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ προετίμησε νὰ ὑψωθῇ ὁ ἴδιος κατὰ τρόπον αὐτόνομον καὶ αὐθαίρετον εἰς αὐτοζωήν, δὲ ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ τὸν θάνατον ἐν τῇ θνητῇ ὕλη του. Δι’ αὐτὸ τὸ φυσικὸν ἀποτέλεσμα παντὸς ἀθέου οὐμανισμοῦ εἶναι ὁ μηδενισμός. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἐλαχιστότερον ἴχνος αὐτονομίας εἶναι διὰ μίαν ὀρθόδοξον θεολογικὴν σκέψιν ἀπαράδεκτον. Ἡ αὐτονομία, ὡς ἄρνησις τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀσυγχώρητος ἁμαρτία, διότι ἀπὸ τὴν ἰδίαν της τὴν φύσιν ἀρνεῖται τὴν μετάνοιαν, εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Πνεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη θεμελιώδης συνέπεια τοῦ δόγματος τοῦ «κατ’ εἰκόνα» εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἀπασχολεῖ.

β) Τὸ «κατ’ εἰκόνα» πραγματικὴ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀλήθεια ὅμως αὐτή, ἐνῷ εἶναι «μωρία» καὶ «σκάνδαλον» διὰ τοὺς ἀθέους ἀνθρωπιστάς, εἶναι σωτηρία διὰ τοὺς πιστούς. Διότι ἀποτελεῖ τὸ ἀρραγὲς θεμέλιον ἑνὸς μεγαλειώδους χριστοκεντρικοῦ ἀνθρωπισμοῦ.
.                       Ὁ ἀνθρωπισμὸς αὐτὸς ἔχει βεβαίως πολλὰς φορὰς παρεξηγηθῆ, μέχρις τοῦ σημείου νὰ θεωρῆται ἀνύπαρκτος. Διότι ἔχει ἐπανειλημμένως προδοθῆ. Συχνά, πράγματι, οἱ πιστοὶ θεωροῦμεν τὴν σωτηρίαν ὑπόθεσιν τῆς ἥσσονος προσπαθείας. Νομίζομεν ὅτι εἶναι μία ἁπλῆ ἀτομικὴ διάσωσις. Ἐνώπιον ἑνὸς ἐπερχομένου κινδύνου φανταζόμεθα ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἱστορίαν, τὴν κτίσιν, τὸ σῶμά μας, ἀρκεῖ νὰ σώσωμεν τὴν ψυχήν μας. Τίποτε ὅμως δὲν εἶναι περισσότερον ξένον πρὸς τὴν ἀληθῆ ὀρθόδοξον παράδοσιν ἀπὸ τὴν πλατωνικὴν αὐτὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἠθέλησε νὰ συντρίψῃ εἰς τὴν ρίζαν της ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κηρύττων ἐπὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου τὸ μεγαλύτερον σκάνδαλον διὰ τὴν ἑλληνικὴν σκέψιν, τὴν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων.
.                       Διὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιθέτως, σωτηρία εἶναι ἡ ὁλοκλήρωσις, ἡ πλήρης ἀνάπτυξις, ἡ ἀποκάλυψις καὶ ἡ πραγμάτωσις ὅλων τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου. Αἱ δὲ δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπεριόριστοι, διότι πηγάζουν ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα», τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ παρουσία τοῦ Θεοῦ.
.                       Τὸ «κατ’ εἰκόνα» συνεπῶς, ὡς τὸ θεολογικὸν Α καὶ Ω τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἡ χριστολογικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, καταξιώνει, δίδει συνέχειαν καὶ αἰωνιοποιεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν ἴδιον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κάθε πρᾶξιν καὶ δημιουργίαν ἀνθρωπίνην. Οὕτω 1) μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν θετικῶς τὸ πρόβλημα τοῦ ἀθέου ἀνθρωπισμοῦ καὶ 2) δημιουργεῖ τὰς προϋποθέσεις διὰ νὰ σκιαγραφήσωμεν μίαν ὀρθόδοξον θεολογικὴν λύσιν εἰς τὸ πρόβλημα τῆς ἐκκοσμικεύσεως.

.                       Ἂς ἐπισημάνωμεν ἐν συντομίᾳ τὴν σπουδαιότητα τῶν δύο αὐτῶν θέσεων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-7 («Διὰ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων ὑψώθη ἐν τῇ Εἰκόνι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς εἰκόνα»)

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-6 («Τὸ “κατ’ εἰκόνα” εἶναι τὸ θεολογικὸν Α καὶ Ω τοῦ ἀνθρώπου»)

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Δ´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Σκοπὸς καὶ τέρμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁ Χριστὸς

.             Ἀναφέραμεν ἤδη ὅτι, διὰ τοὺς Εἰρηναῖον, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον καὶ ἄλλους πατέρας, μεταξὺ τῶν ὁποίων Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ἀρχέτυπον εἶναι ὁ Χριστός. Ἓν κείμενον τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολίαν. Ὁμοιάζει χαρακτηριστικῶς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τὸ ὁποῖον ἀναφέραμεν ἀνωτέρω, ταυτοχρόνως δὲ τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικῶς: «Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν’ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργουμένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καιροῦ, ἀλλ’ ὁ νέος Ἀδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα».
.           Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὁ σαρκωθεὶς Λόγος. Ὁ «ἄνθρωπος πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται οὐ διὰ τὴν θεότητα μόνον, ἣ πάντων οὖσα τυγχάνει τέλος, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως ἕνεκα τῆς ἑτέρας». Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Χριστὸς ἱστορικῶς κατὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ Ἀδάμ. Ἀποτελεῖ θεμελιώδη βιβλικὴν διδασκαλίαν τὸ ὅτι ὁ Χριστός, εἰς τὴν ὑπερχρόνον πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως… ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς… τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Ἡ «εἰσαγωγὴ τοῦ πρωτοτόκου εἰς τὴν οἰκουμένην» ἀποτελεῖ τὴν προαιώνιον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, τὸ ὕψιστον μυστήριον «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὄψει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη ὅλη ἡ ὑλικὴ κτίσις, «ὕστατος ἁπάντων τῆς γῆς ἐξελήλυθεν», εἶναι ἀσφαλῶς λογικὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τῆς ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, νὰ εἶναι μεταγενέστερος τοῦ Ἀδάμ, διότι ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ ἀτελῆ ὁδηγοῦνται εἰς τὴν τελειότητα. Ὁ Χριστὸς ὡς ὑψίστη πραγμάτωσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὸ τέλος τῆς ἀνοδικῆς πορείας τῆς ἀνθρωπότητος, τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας.
.               Ἐντὸς τῆς πρώτης αὐτῆς ἀληθείας περικλείεται μία δευτέρα, ἐξ ἴσου σημαντική. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐδημιουργήθη «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ σημαίνει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑψωθῇ ἕως τὸ ἀρχέτυπον ἢ ἀκριβέστερον νὰ καθαρθῇ καὶ νὰ ἀγαπήσῃ τόσον τὸν Θεόν, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σκηνώσῃ ἐν αὐτῷ ὁ Θεός, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν ἄνθρωπον ὑποστατικῶς ὁ Λόγος καὶ νὰ φανερωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὁ Χριστός, νὰ ἀναδειχθῇ ὁ Θεάνθρωπος. Διότι ὁ Χριστὸς «ἦν ἡ βουλὴ καὶ ἡ θέλησις τοῦ Πατρός». Αὐτὸς ἦτο ὁ προορισμὸς καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ φυσιολογικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Πρὸς τὸν Χριστὸν ὁ ἄνθρωπος «ὥσπερ εἰς κανόνα τινὰ καὶ ὅρον κατεσκευάσθη τὸ ἐξ ἀρχῆς…, ὥστε Θεὸν ὑποδέξασθαι δυνηθῆναι». Ὁ ἐκτροχιασμὸς δὲ ἐκ τῆς πορείας αὐτῆς ἀπετέλεσεν ἀκριβῶς τὴν πτῶσιν.
.             «Οὐκοῦν ἡ ἀπ’ ἀρχῆς παραγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου, δι’ αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) κατ’ εἰκόνα πλασθέντος τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῇ ποτὲ χωρῆσαι τὸ ἀρχέτυπον· καὶ ὁ ἐν τῷ παραδείσῳ παρὰ Θεοῦ νόμος δι’ αὐτὸν» (τὸν Χριστόν, διὰ νὰ βοηθήσῃ δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸν Χριστόν), λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον μυστήριον· τοῦτο ἐστὶ τὸ μακάριον, δι’ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστὶν ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναι φαμὲν προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα· πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν (τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν Χριστόν), τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας».
.             Καὶ ἀκόμη σαφέστερον ὁ ἱερὸς Καβάσιλας: «Ἐπεὶ μηδ’ ἔκτισε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὁ Θεὸς πρὸς ἄλλο τι βλέπων… ἀλλὰ τοῦτο ζητῶν ἐποίησεν, ἵνα γεννηθῆναι δεῆσαν, τὴν μητέρα παρ’ αὐτῆς λάβῃ· καὶ ταύτην ὑποθέμενος πρότερον, καθάπερ τινὰ κανόνα τὴν χρείαν (τὸν Χριστόν, τὴν ὑποστατικὴν ἕνωσιν) εἰς αὐτὴν ἔπειτα πλάττει τὸν ἄνθρωπον».
.             Τὸ ὅτι συνεπῶς ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, ὅτι τὸν ἔπλασε, τείνοντας πρὸς τὴν Εἰκόνα, ὅτι τοῦ ἔδωσε χάριτι, ἀλλὰ πραγματικῶς, ὅλας τὰς δυνατότητας καὶ τὸν σκοπὸν νὰ διακονήσῃ ἐνεργητικῶς εἰς τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ τελεία καὶ μοναδικὴ «Εἰκὼν τοῦ Πατρός». Καὶ οὕτω ὁ ἄνθρωπος, ἐνυποστασιαζόμενος εἰς τὸν Λόγον, νὰ ὑψωθῇ καὶ ὁ ἴδιος εἰς «Εἰκόνα», νὰ ἀναδειχθῇ καὶ ὁ ἴδιος «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ».
.             Τοῦτο καθιστᾷ φανερὸν τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὸ «κατ’ εἰκόνα» πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν τῷ ἀνθρώπων ὡς δῶρον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ὡς σκοπός, ὡς περιουσία, ἀλλὰ συνάμα καὶ ὡς προορισμός, ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς ὡς μία δυνατότης. Εἶναι ὁ ἀληθὴς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν «γάμον», τὴν ὑποστατικὴν δηλαδὴ ἕνωσιν τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ μόνον μετὰ τὸν γάμον τὸ «κατ’ εἰκόνα» ὁλοκληροῦται καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐνδεικνύεται «Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» ἐν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ εἶναι ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐργασία

«Ἡ Δημιουργία καὶ ἡ Πτώση τοῦ Ἀνθρώπου
κατὰ τὸ Νίκο Ματσούκα»

τοῦ Δημ. Παπανικολάου
Θεσσαλονίκη 2015
Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.         [Ὁ καθηγ. Ματσούκας ἑρμηνεύοντας τὴν πατερικὴ σκέψη μὲ ὀρθόδοξα κριτήρια τονίζει πὼς] στ κέντρο τς θείας οκονομίας δν τίθεται πτώση, ποία οτως λλως κλαμβάνεται ς να συμβάν, πο δν λλαξε τ σχέδιο το Θεο γι τ σωτηρία το νθρώπου. Στ κέντρο τίθεται τ γεγονς τς θείας νανθρώπησης, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται τὴν ἕνωση τοῦ ἀκτίστου τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο. Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀκριβῶς ἡ δυναμική του πορεία γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἀγαθὸ τῆς κατὰ χάριν κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ συνιστᾶ τὴ θέωση. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς σὲ καμία περίπτωση δὲν καταλύθηκε ἀπὸ τὴν πτώση. Τ σχέδιο τς θείας οκονομίας δν μποροσε ν ξαρτηθε π μία στοχη πρωτοβουλία το κτίσματος. Ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ πρώτου Ἀδὰμ θὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν δεύτερο Ἀδάμ. Ἡ ἐνανθρώπηση ἄνοιξε στὸν ἄνθρωπο καὶ πάλι τὴν ὁδὸ τῆς θέωσης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ὡς δημιούργημα κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση, δηλαδή, καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοσμολογία της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστὸ καὶ τρεπτὸ ὄν, βρισκόταν πάντα στὴν ὁριακὴ κατάσταση τῶν ὄντων, ἔχοντας λάβει ὅμως τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὴν τελείωσή του. Ἑπομένως, ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ἡ σωτηρία εἶναι ἡ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας. «Ἡ σωτηρία ὡς θεραπεία τῆς διάβρωσης καὶ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας ἐπιτυγχάνεται κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, ἡ ὁποία, καθὼς ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση, συνεχίζει τὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ τῆς θέωσης καὶ τῆς τελείωσης τῶν πάντων. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, ὁριακὲς καταστάσεις τῶν κτιστῶν ὄντων, ἀδήριτοι παράγοντες τῆς ἴδιας τῆς κτιστότητας, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ἀποσπασματικοί, εὔθραυστοι καὶ ἀλλοιωτοί, στὴ σχέση τους μὲ τὶς θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ γίνονται γέφυρες ποὺ μηδενίζουν τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα. Ἔτσι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐντάσσεται σ’ αὐτὴ τὴ γενικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ σχέση Θεοῦ καὶ δημιουργίας».
.               Ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας ἐκλαμβάνεται στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς γενικῆς καὶ ὁλοκληρωτικὴ ς σχέσης Θεοῦ καὶ δημιουργίας. Ματσούκας, στέκει διαίτερα πικριτικς πέναντι στ γχειρίδια τς Δογματικς πο πραγματεύονται τ Χριστολογία, ρχίζοντας π τν νανθρώπηση το Λόγου. διος παραμένει πιστς στ γραμμ πο χάραξε πατερικ θεολογία, ποία δν χωρίζει τν σαρκη παρουσία το Λόγου στν στορία τν σωτηριωδν γεγονότων τς Παλαις Διαθήκης π τν νανθρώπηση το Λόγου κατ τν περίοδο τς Καινς Διαθήκης. Σκοπός του ἡ ἀνάδειξη αὐτῆς τῆς ἑνότητας καὶ ταυτότητας τῶν δύο Διαθηκῶν, ὅπως καὶ τῆς συνεχοῦς καὶ ἑνιαίας πορείας τῆς θείας οἰκονομίας.
.               Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ποὺ ἐνδημοῦσε στοὺς πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες, βρίσκεται στὸ προσκήνιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὡς ἄσαρκος Λόγος ἐνεργεῖ τὶς θεοφάνειες στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἐνανθρωπεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν κατὰ χάρη θέωση. Ὁ δεσμὸς αὐτὸς μεταξὺ ἄσαρκης καὶ ἔνσαρκης παρουσίας του, στὴν ἴδια τὴ συνέχεια τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας, εἶναι ἄρρηκτος. Ὁ ἴδιος Λόγος ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία βλέπουν τὰ μέλη τῆς κοινότητας μέσα στὶς συγκεκριμένες ἱστορικὲς σχέσεις καὶ περιπέτειες. λόκληρη στορικ πορεία τς κκλησίας φανερώνει τν παραπάνω πεποίθηση γι τν ργανικ νότητα μεταξ σαρκης κα νσαρκης παρουσίας το Θεο Λόγου. Ὁ Ματσούκας, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν παραπάνω ἄποψη, ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὰ πρῶτα βαπτιστήρια σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἦταν καθαρὰ χριστολογικά, καὶ ἐξέφραζαν τὴν πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὰ σύμβολα αὐτὰ ἀναπτύσσονται ἀργότερα, σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι σπερματικά, καὶ γίνονται διμερῆ καὶ τριμερῆ, μνημονεύοντας καὶ τὰ τρία πρόσωπα. κκλησιαστικ δηλαδ κοινότητα, π τ πρτα της βήματα βίωσε ατ τν λήθεια τς νανθρώπησης ς τ κεντρικότερο γεγονς το μυστηρίου τς θείας οκονομίας καὶ τὴν ἑνότητα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. «Ἡ Ἐκκλησία στὶς ἀρχὲς τοῦ ἱεραποστολικοῦ κηρύγματος, μέσα σὲ μία χοάνη ποικίλων τάσεων ἰουδαϊκῶν, ἑλληνικῶν καὶ ἀνατολικῶν, διαμόρφωσε μία συνείδηση καθαρὰ ἱστορικὴ ὡς πρὸς τὴν προέλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία συνέδεσε ἁρμονικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν δραματικὴ ἱστορία τῶν βιβλικῶν γεγονότων, τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἄσαρκης καὶ τῆς ἔνσαρκης ἐνδημίας τοῦ Λόγου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ μοναδικὴ ἔμφαση στὸ ρόλο τῶν ἱστορικῶν θεοφανειῶν καὶ φωτοφανειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τοῦτος ὁ κορμὸς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ὅσα ἐνδύματα κι ἂν φόρεσε ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῶν ποικίλων ρευμάτων, ἔμενε ὁ ἴδιος στὴ συνείδηση τῆς ζωῆς». Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ ἔργο τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἐντοπίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Δημιουργοῦ, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ περιούσιου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖες εἶναι προπαρασκευαστικές τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. νανθρώπηση συνιστ τ ποκορύφωμα τς φιλανθρωπίας κα τς γαπητικς νέργειας το Θεο πρς τ δικό του κτίσμα.

, , , , ,

Σχολιάστε