Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἔλεος

ΑΠΟΓΝΩΣΗ καὶ ΜΕΤΑΝΟΙΑ -2 «Ἐντεῦθεν οὖν μάθωμεν, ἀδελφοί, τὴν ἄμετρον τοῦ Θεοῦ εὐσπλαγχνίαν καὶ φιλανθρωπίαν»

 

Τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου περὶ τοῦ μὴ ἀπογινώσκειν
[Β´]
(Ἀπὸ τὸν Εὐεργετινό)
ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-2 «Πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε καὶ ν’ ἀσκηθοῦμε στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Μάρκ. β´ 1-12)

[Β´ Μέρος]

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 127 ἑξ.
Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Μέρος Α´: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-1 «Τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας εἶναι νὰ προσεγγίσουμε μὲ πίστη τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου».

.               Ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπ’ ὅλους τοὺς πιστούς Του νὰ καταβάλουν κάθε προσπάθεια, νὰ ἐξαντλήσουν τὴ δύναμή τους, νὰ ἐργαστοῦν ὅσο κρατᾶ ἡ ἡμέρα, νὰ προσεύχονται ἀδιάλειπτα, νὰ ζητήσουν, νὰ κρούσουν, νὰ νηστέψουν καὶ νὰ κάνουν ἀμέτρητα ἔργα ἐλέους. Κι ὅλ’ αὐτὰ ὥστε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν – ἡ μεγάλη, φοβερὴ καὶ ζωοποιὸς παρουσία τοῦ Θεοῦ – ν’ ἀνοιχτεῖ γι’ αὐτούς. «Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ, εἶπε ὁ Κύριος, ἵνα καταξιωθῆτε… σταθῆναι ἔμπροσθέν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κα´ 36). Νά ’χετε προσοχὴ καὶ ἐγρήγορση στὴν καρδιά σας, γιὰ νὰ μὴν προσκολληθεῖ στὰ γήινα. Νά ’χετε ἐγρήγορση στὶς σκέψεις σας, γιὰ νὰ μὴ σᾶς ὁδηγοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Νὰ προσέχετε τὰ ἔργα σας, νὰ διπλασιάζετε τὰ τάλαντά σας, μὴν τ’ ἀφήσετε νὰ λιγοστέψουν ἢ νὰ ἐξαφανιστοῦν ἐντελῶς. Ν’ ἀγρυπνεῖτε διαρκῶς, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μὴ σᾶς βρεῖ ἀπροετοίμαστους καὶ ἀμετανόητους στὴν ἁμαρτία σας. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας αὐτὴ εἶναι: ἐνεργός, προσευχητική, γρηγοροῦσα. Ἀναλώνεται στὰ δάκρυα καὶ τοὺς ἀγῶνες. Καμιὰ ἄλλη πίστη δὲν ζητάει τέτοιον ἀγώνα ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γιὰ ν’ ἀξιωθοῦν νὰ σταθοῦν μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας ζητάει τὸν ἀγώνα αὐτὸν ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνει τὶς ἐντολές Του ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, φέρνοντας σὰν παράδειγμα στοὺς πιστοὺς τοὺς ἀπειράριθμους καὶ μεγάλους πνευματικοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ τήρησαν τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ κι ἀξιώθηκαν ν’ ἀποκτήσουν δόξα καὶ ἀνέκφραστη δύναμη τόσο στὸν οὐρανὸ ὅσο καὶ στὴ γῆ.
.             Δὲν πρέπει ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ πέσουμε στὴν πλάνη καὶ νὰ νομίσουμε πὼς ἀπὸ μόνες τους ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου κι ὅλοι οἱ ἀγῶνες του μποροῦν νὰ τὸν σώσουν. Δὲν πρέπει νὰ πιστέψουμε πὼς ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγώνα του θὰ μπορέσει μόνος του νὰ παραστεῖ μπροστὰ στὸ ζῶντα Θεό. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θελήσει, κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπό Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ποὺ καθόρισε τὸν ἀγώνα καὶ τὶς προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου, λέει: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ´ 10). Καὶ σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο λέει: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσει αὐτὸν» (Ἰωάν. ϛ´ 44). Κι ἀλλοῦ πάλι: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὸ ἴδιο θέμα: «Χάριτι ἐστε σεσωσμένοι» (Ἐφ. β´ 5).
.               Μετὰ ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Μήπως πρέπει νὰ σκεφτοῦμε πὼς εἶναι μάταιοι ὅλοι οἱ ἀγῶνες κι οἱ προσπάθειες ποῦ κάνουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας; Μήπως πρέπει νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα καὶ νὰ περιμένουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποῦ ἔχει, νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Του; Δὲ λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας πὼς «ὡς ράκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἠμῶν» (ξδ´ 6); Τί πρέπει νὰ κάνουμε τότε; Νὰ ἐγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, ὅλους τους ἀγῶνες μας; Μὰ τότε δὲν θὰ γίνουμε ἴδιοι μὲ τὸν ὀκνηρὸ δοῦλο, ποὺ ἔσκαψε καὶ ἔκρυψε τὸ τάλαντο ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Κύριος στὴ γῆ, καὶ τὸν ὁποῖο ἐπέπληξε ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια, «πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. κε´ 26);
.                 Πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε καὶ ν’ ἀσκηθοῦμε στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Πρέπει νὰ καταβάλουμε ὅ,τι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ τὴν πλευρά μας, μὰ ἀνήκει στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ εὐλογήσει τὶς προσπάθειές μας καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Του. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔχει δώσει μία πολὺ καλὴ ἐξήγηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα. Λέει: «Ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ’ ὁ αὐξάνων Θεὸς» (Α´ Κορ. γ´ 6-7). Ὅλα ἑπομένως ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του. Ἐμεῖς πρέπει νὰ φυτεύουμε καὶ νὰ ποτίζουμε. Δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ καθήκοντά μας αὐτά, γιατί διαφορετικὰ θὰ κινδυνεύσουμε νὰ καταδικαστοῦμε στὸν αἰώνιο θάνατο.
.                   Τὸ καθῆκον τοῦ γεωργοῦ εἶναι νὰ σπέρνει καὶ νὰ ποτίζει. Ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅμως, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του, ἐξαρτᾶται ἂν ὁ σπόρος θὰ ριζώσει ἢ ὄχι, ἂν θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ βγάλει καρπούς.
.                   Εἶναι χρέος τοῦ ἐπιστήμονα νὰ ἐρευνᾶ καὶ νὰ ψάχνει, μὰ ἀνήκει στὸν Θεό, στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του, ἂν ἡ γνώση θὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἢ ὄχι.
.                   Εἶναι καθῆκον τῶν γονέων ν’ ἀναθρέψουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ μάθουν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, μὰ εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του ὁ χρόνος τῆς ζωῆς τους.
.                   Εἶναι χρέος τῶν ἱερέων νὰ διδάσκουν, νὰ παρακαλοῦν, νὰ ἐπιτιμοῦν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τοὺς πιστούς. Τὸ ἂν οἱ προσπάθειές τους θὰ καρποφορήσουν ὅμως εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
.                   Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ προσπαθήσουμε καὶ ν’ ἀγωνιστοῦμε γιὰ ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει ὅμως στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του ἂν θὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ τὸν πλησιάσουμε.

 * * *

.                   Δὲν πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε χωρὶς ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εὔχομαι ὅλες μας οἱ προσπάθειες νὰ φωτίζονται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἐλπίδας πὼς ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας, δίπλα μας. Πῶς θὰ μᾶς δεχτεῖ μπροστὰ στὸ φῶς τοῦ προσώπου Του. Δὲν ὑπάρχει πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἀνεξάντλητη πηγὴ ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Ἄσωτος Υἱὸς μετάνιωσε γιὰ τὴν τρομερὴ πτώση του στὸ ἐπίπεδο τῶν χοίρων, ὁ εὔσπλαγχνος πατέρας ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν συγχώρεσε. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποκάμει νὰ τρέχει γιὰ νὰ συναντήσει τὰ μετανιωμένα παιδιά Του. Ἁπλώνει τὸ χέρι Του σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γυρίσουν κοντά Του. «Ἐξεπέτασα τὰς χείρας μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα», εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους (Ἡσ. ξε´ 2). Ἂν ὁ Κύριος ἁπλώνει τὸ χέρι Του στοὺς ἀπειθοῦντες καὶ τοὺς ἀντιλέγοντες, δὲν θὰ τὸ κάνει στὸν ὑπάκουο; Ὁ ὑπάκουος προφήτης Δαβὶδ λέει: «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ» (Ψαλμ. ιε´ 9). Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους, ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὴν παρουσία Του.
.                   Δὲν πρέπει νὰ λογαριάζουμε μάταιες τὶς προσπάθειές μας, ὅπως κάνουν οἱ ἄθεοι κι οἱ ἀπελπισμένοι ἄνθρωποι. Ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε, νὰ καταβάλλουμε κάθε δυνατὴ προσπάθεια, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐλπίζουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρέπει νὰ διπλασιάζουμε τοὺς ἀγῶνες μας, ὅπως συνιστᾶ καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Μακάρι τὸ δρόμο μας αὐτὸν νὰ τὸν φωτίζει τὸ παράδειγμα τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων ποὺ σκαρφάλωσαν στὴν ὀροφὴ καὶ τὴν ἄνοιξαν, γιὰ ν’ ἀποθέσουν μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου τὸν πέμπτο ἀπ’ αὐτούς, τὸ φίλο τους ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παραλυσία. Ἂν τὸ ἕνα πέμπτο της ψυχῆς μας εἶναι παράλυτο ἢ ἄρρωστο, ἂς σπεύσουμε μὲ τὰ ἄλλα ὑγιῆ τέσσερα πέμπτα στὸν Κύριο. Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύσει τὸ ἄρρωστο κομμάτι ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Ἂν κάποια ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας ἔχει σκανδαλιστεῖ μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν κι αὐτὸ τὴν ἔκαμε ἀδύνατη κι ἄρρωστη, ἂς τρέξουμε στὸν Κύριο μὲ τὶς ἄλλες τέσσερις ὑγιεῖς αἰσθήσεις. Ἐκεῖνος θὰ σπλαχνιστεῖ τὴν ἄρρωστη αἴσθησή μας καὶ θὰ τὴν θεραπεύσει.
.               Ὅταν ἕνα μέρος τοῦ σώματος ἀσθενεῖ, ὁ γιατρὸς συνιστᾶ δύο εἴδη θεραπείας: τὴ φροντίδα καὶ τὴν καλὴ σίτιση τοῦ ὑπολοίπου σώματος, ὥστε τὸ ὑγιὲς μέρος νὰ δυναμώσει περισσότερο, νὰ γίνει πιὸ δυνατό, γιὰ νὰ μπορέσει ν’ ἀντισταθεῖ στὸ ἄρρωστο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὶς ψυχές μας. Ἂν μέσα μας, στὸ νοῦ μας, ἔχουμε ἀμφιβολίες, ἂς προσπαθήσουμε μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ νὰ ἐνισχύσουμε τὴν πίστη μας καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσουμε καὶ νὰ δυναμώσουμε τὸν ἄρρωστο νοῦ μας. Ἂν ἁμαρτήσαμε, ἐπειδὴ ξεχάσαμε τὴν προσευχή, ἂς σπεύσουμε νὰ κάνουμε ἔργα ἐλέους γιὰ ν’ ἀποκαταστήσουμε τὴν προσευχητική μας διάθεση.
.               Ὁ Κύριος θὰ δεῖ τὴν πίστη μας, τὶς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς ἐλεήσει. Ἐκεῖνος μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιόν Του, μπροστὰ στὴν ἀθάνατη καὶ ζωοδότρα παρουσία ἀπὸ τὴν ὁποία παίρνουν ζωή, ἐνισχύονται καὶ χαροποιοῦνται οἱ ἀναρίθμητες ἀγγελικὲς δυνάμεις κι ὁ στρατὸς τῶν ἁγίων. Στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ πρέπει ὁ αἶνος κι ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

«Η ΔΙΑΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΡΟΝ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ [οὔτε ἐγώ σε ἐλεῶ, οὔτε ὁ Θεός, ἐὰν μὴ σὺ σαὐτὸν ἐλεήσῃς]» (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ἑρμηνεία εἰς τὸν στίχον:
«Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν»
τῆς Θ´ ᾨδῆς τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας

ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ»,
 ἔκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 219-221

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 «Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν»

ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡ..               Καὶ διὰ τοῦτο, λέγει ἡ Παρθένος, συνέλαβα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸς ἔλαβεν ἐξ ἐμοῦ σάρκα ἐμψυχωμένην, λογικήν, νοεράν, θελητικὴν καὶ αὐτεξούσιον καὶ ἥνωσεν αὐτὴν εἰς τὴν ἰδικήν του ὑπόστασιν, διὰ νὰ ἐκχύσῃ τὸ πλούσιον αὐτοῦ ἔλεος εἰς τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων, ὅπου μέλλουν νὰ φοβηθοῦν αὐτὸν καὶ νὰ πιστεύσουν αὐτῷ. Οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἤτοι οἱ διὰ μετανοίας εἰς φόβον τρεπόμενοι, αὐτοὶ ἐλεοῦνται ἀπὸ τὸν Θεόν, οἱ δὲ μὴ φοβούμενοι, ἤτοι οἱ μὴ μετανοοῦντες, οὐκ ἐλεοῦνται. Διότι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ λέγεται ἔλεος, ὅμως εἰς τοὺς ἀξίους τοῦ ἐλέους δίδοται καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀναξίους αὐτοῦ· ἐὰν γὰρ καὶ εἰς τοὺς ἀναξίους ἐδίδοτο, ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλομ θὰ ἐσώζοντο καὶ οὐδεμς θὰ ἐκολάζετο. Τοῦτο δὲ ἐναντιοῦται εἰς τὴν θείαν δικαιοσύνην καὶ ἀποδείχνει τὸν Θεὸν ἄδικον. Ὅθεν εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων, ἑρμηνεύων τὸ “ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι” τοῦ ϛ´ ψαλμοῦ: «Πάντες ἐλέους δεόμεθα, ἀλλ᾽ οὐ πάντες ἄξιοί ἐσμεν ἐλεεῖσθαι· εἰ γὰρ καὶ ἔλεός ἐστιν, ὅμως τὸν ἄξιον ἐπιζητεῖ· ὁ μὲν οὖν ἄξιόν τι τοῦ ἐλεηθῆναι ποιήσας, ἐρεῖ· Ἐλέησόν με· ὁ δὲ ἐκβαλὼν ἑαυτὸν τοῦ ταύτης τυχεῖν τῆς συγγνώμης, μάτην ἐρεῖ τό· Ἐλέησόν με. Εἰ γὰρ ἐφ᾽ ἅπαντας ἔμελλεν ὁ ἔλεος ἔρχεσθαι, οὐδεὶς ἂν ἐκολάσθη· ἀλλὰ καὶ οὗτος ἔχει τινὰ κρίσιν, καὶ τὸν ἄξιον ἐπιζητεῖ καὶ τὸν ἐπιτήδειον, ὥστε αὐτοῦ ἀπολαῦσαι»[…] Οὕτω δὲ καὶ εἰς τὸν Μωυσῆν εἶπεν ὁ Θεός: «Ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω» (Ἔξ. λγ´19). Καὶ πάλιν: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου» (Ἔξ. κ´6). Καὶ ὁ Δαβὶδ τοῦτο σχεδὸν τὸ ἴδιον λέγει: «ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ (οὐχὶ ἐπὶ πάντας) ἀλλ᾽ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ 11) […]

.               Ἁρμόζει δὲ καὶ ρητὸν τοῦτο καὶ εἰς ἐσένα Χριστιανέ, διότι, ἐὰν καὶ σὺ ἀγαπᾷς νὰ σὲ ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σοὶ χαρίσῃ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν σου, πρέπει νὰ φοβῆσαι τὸν Θεόν, ὄχι ὅμως νὰ τὸν φοβῆσαι ἁπλῶς, ἀλλὰ ὡς Θεὸν φοβερόν, ὡς Θεὸν δίκαιον καὶ ὡς Θεὸν «δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ», καθὼς τὸ προστάζει ὁ ἴδιος καὶ οὕτω διὰ τὸν φόβον αὐτὸν νὰ μετανοῇς καὶ νὰ κλαίῃς διὰ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔπραξας, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀπέχῃς καὶ νὰ μὴ κάμνῃς πλέον αὐτάς, καθὼς λέγει ἐδῶ ἡ Θεοτόκος: «Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν». Καθὼς γὰρ ὅταν θέλῃ τινὰς νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν μυρεψὸν μῦρον, πρέπει πρῶτον νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ἀγγεῖον διὰ νὰ χύσῃ τὸ μῦρον μέσα εἰς αὐτό, ἔτσι καὶ ὅποιος θέλει νὰ λάβῃ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεόν, πρέπει νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ἀγγεῖον τῆς ψυχῆς του, διὰ νὰ λάβῃ τὸ θεῖον ἔλεος, ἐπειδὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀγγεῖον, ἔλεος δὲν τῷ δίδοται· ἀγγεῖον δὲ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πρὸς Θεὸν ἐλπίς, εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, εἶναι τὸ πένθος, ἡ κατάνυξις, τὰ δάκρυα. Ὅθεν ὁ μέγας Βασίλειος εἶπεν ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μέτρον τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅσον αὐτὴ εἶναι χωρητική, τόσον δίδοται καὶ τὸ θεῖον ἔλεος· ἑρμηνεύων γὰρ οὕτως τὸ «γένοιτο Κύριε τὸ ἔλεός σου ἐφ᾽ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ» τοῦ λβ´ Ψαλμοῦ, λέγει· «ὁρᾷς πῶς ἐπιστημόνως προσηύξατο; τὴν ἰδίαν διάθεσιν μέτρον ἐποίησε τῆς ἐπιχορηγίας τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ· τοσοῦτός, φησι, γένοιτο ὁ ἔλεός σου ἐφ᾽ ἡμᾶς, ὅσην φθάσαντες ἡμεῖς ἐπὶ σοὶ τὴν ἐλπίδα κατεβαλόμεθα». Εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἡσύχιος· «ὁ ἑαυτὸν μὴ ἐλεήσας, πῶς παρὰ τοῦ Κριτοῦ ἐλεηθῆναι δύναται;»,  ἤτοι οὐδαμῶς. Ἁρμόζει δὲ εἰς τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ὅπου εἶπεν ὁ μέγας Ἀντώνιος· οὗτος γὰρ εἰς τὸν εἰπόντα αὐτῷ· «ἐλέησόν με Ἀββᾶ, καὶ εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ»· ἀπεκρίνατο· «οὔτε ἐγώ σε ἐλεῶ, οὔτε ὁ Θεός, ἐὰν μὴ σὺ σαὐτὸν ἐλεήσῃς». Ὅθεν, ἐὰν ἐσὺ ἀδελφὲ δὲν μετανoῇς, ἀλλὰ τρέχεις εἰς τὴν λάσπην τῆς ἁμαρτίας ὅσον ὁ χoῖρoς, ἤξευρε ὅτι δὲν ἠμπoρεῖς νὰ λάβῃς τὸ ἔλεoς τoῦ Θεoῦ· διότι πoῖoς πoτὲ ἐλεεῖ καὶ σπλαγχνίζεται ἐκεῖνoν ὁπoὺ πηγαίνει μόνoς τoυ καὶ πιάνει τὰ ὀφίδια καὶ πιάνωντάς τα δαγκώνεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ θανατώνεται; Bέβαια, oὐδείς.
.               Διὰ τoῦτo λέγει ὁ Σειράχ: «Τίς ἐλεήσει ἐπαoιδὸν ὀφιόδηκτoν καὶ πάντας τoὺς πρoσάγoντας θηρίoις;» (Σειρ. ιβ´ 13). Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐλεεῖ, oὔτε σπλαγχνίζεται ἐκεῖνoν τὸν Χριστιανὸν ὁπoὺ πηγαίνει μόνoς τoυ εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ πράττoντας αὐτήν, φαρμακεύεται καὶ ψυχικῶς θανατώνεται.
.               Ἤξευρε λoιπόν, ἁμαρτωλέ, σύντρoφε ἰδικέ μoυ, ὅτι ἐὰν δὲν ἀφεθῇς ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ λάβῃς σύνεσιν τoῦ κακoῦ ὁπoὺ ἔκαμες, καὶ ἐὰν δὲν ἐξoμoλoγηθῇς εἰς τὸν Πνευματικόν σoυ, ὁ Θεὸς ὁπoὺ σὲ ἔπλασε, δὲν θέλει σὲ ἐλεήσει.
.               Ἔτσι μόνoς Toυ τὸ βεβαιώνει διὰ τoῦ Ἡσαΐου: «Oὐ γὰρ λαός ἐστιν ἔχων σύνεσιν, διὰ τoῦτo oὐ μὴ oἰκτειρήσῃ ὁ πoιήσας αὐτoύς, oὐδὲ ὁ πλάσας αὐτoὺς oὐ μὴ ἐλεήσῃ» (Ἡσ. κζ´ 11). Εἶπε δὲ καὶ ὁ ἱερὸς Aὐγoυστῖνoς: «Ὁ πλάσας σε ἄνευ σoῦ, oὐ δύναται σῶσαί σε ἄνευ σoῦ». Ἐὰν δὲ σὺ ἁμαρτάνωντας καὶ μὴ μετανoῶντας, μηδὲ ἐξoμoλoγoύμενoς, ἔχῃς ἐλπίδα, ὅτι θέλει σὲ ἐλεήσει ὁ Θεός, ἤξευρε, ὅτι ἡ ἐλπίς σoυ αὐτὴ εἶναι ψευδὴς καὶ μὲ τὸ ψεῦδoς παρηγoρῆσαι.
.               Ὅθεν πληρoῦται εἰς ἐσὲ τὸ τoῦ Ἡσαΐoυ ἐκεῖνo: «Ἐθήκαμεν ψεῦδoς τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα» (Ἡσ. κη´ 15).

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

Ἁγ.  Ἰουστίνου Πόποβιτς

.         Ἰδού εὐαγγέλιο πού ἀφορᾶ στό νοῦ καί τό σῶμα τοῦ καθενός μας. Εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας. Εἶναι ἡ θαυμαστή παραβολή τοῦ Σωτῆρος, στήν ὁποία ἀπεικονίζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου, τοῦ καθενός ἀνθρωπίνου ὄντος ἐπάνω στήν γῆ. Ὅλους τούς ἀφορᾶ τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ὅλους.
.         Ὁ ἄνθρωπος! Αὐτός ὁ θεϊκός πλοῦτος ἐπάνω στήν γῆ! Κύτταξε τό σῶμα του, τό μάτι, τό αὐτί, τήν γλώσσα. Τί θαυμαστός πλοῦτος. Τό μάτι! Ὑπάρχει τίποτε πιό τέλειο πού νά ἠμπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά ἐπινοήσῃ σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Κι ὅμως, τό μάτι αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Κύριος, ὅπως καί τήν ψυχή καί τό σῶμα. Ἡ ψυχή μάλιστα εἶναι ὁλόκληρη ἐξ οὐρανοῦ. Ὁποῖος πλοῦτος! Τό σῶμα! Θαυμαστός θεῖος πλοῦτος πού σοῦ δόθηκε γιά τήν αἰωνιότητα καί ὄχι μόνο γιά τήν πρόσκαιρη αὐτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη γιά τήν αἰωνιότητα.
.         Ἀκούσατε τί εὐαγγελίζεται ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σήμερα. «Τό δέ σῶμα τῷ Κυρίῳ» (Α´ Κορ. 6, 13). Ὁ Κύριος ἔπλασε τό ἀνθρώπινο σῶμα γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ἀθανασία, γιά τήν καθαρότητα. Τό ἔπλασε γιά τήν αἰώνια ἀλήθεια, γιά τήν αἰώνια δικαιοσύνη καί γιά τήν αἰώνια ἀγάπη: ὅπως τό σῶμα, ἔτσι καί τήν ψυχή. Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνεκδιήγητα καί μεγάλα καί πλούσια, καί –τό πιό σπουδαῖο– ἀθάνατα καί αἰώνια δῶρα τοῦ Θεοῦ.
Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τί κάνομε μ’ ὅλα αὐτά τά δῶρα; Τί οἰκοδομοῦμε μέ αὐτά; Παραδίδουμε τό σῶμα στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί τήν ψυχή στούς ἀκαθάρτους λογισμούς, τίς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, τίς ἀκάθαρτες ἡδονές. Διά τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, φεύγουν ἀπό τό Θεό, φεύγουν «εἰς χώραν μακράν». Τίνος εἶναι αὐτή ἡ «μακρυνή χώρα;»
.         Ἀκούσατε ποῦ ὁ ἄσωτος υἱός βόσκει χοίρους. Στήν χώρα τοῦ διαβόλου. Στήν χώρα, ὅπου ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία πάνω στόν ἄνθρωπο διά τῶν παθῶν, διά τῶν ἁμαρτιῶν, καί τόν κρατάει σέ φρικτή τρέλλα, στόν παραλογισμό καί τήν παραφροσύνη.
.         Λοιπόν, ἡ ἁμαρτία; Κάθε ἁμαρτία εἶναι τρέλλα. Καί ὁ ἄνθρωπος θά εἶναι πάντα μέσα σ’ αὐτή τήν τρέλλα, μέχρις ὅτου συναντηθῆ μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καί θά συναντηθῇ μέ τήν μετάνοια.
.         Ἀκούσατε πῶς ὁ ἄσωτος υἱός, αἰσθανόμενος τί σημαίνει ζωή μέσα στήν ἁμαρτία, ζωή μέσα στίς ἡδονές καί τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι» σέ ξένη καί μακρυνή χώρα. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Σηκώθηκε καί πῆγε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ οὐράνιος Πατήρ, ὁ Θεός καί Ἐλεήμων Κύριος, «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», ἐνῶ συγχρόνως ὁ υἱός μέ λυγμούς ἔλεγε: «πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σ’ ὅλα τά ἀστέρια. Ὅλα τά ἐμόλυνα μέ τό πύον τῶν παθῶν μου, καί μέ τό σκοτάδι τῶν παθῶν μου τά ἠμαύρωσα ὅλα. «Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου»! Φεύγοντας ἀπό σένα, σέ ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σέ ποιόν ἤμουν; Τίνος χοίρους ἐγώ ἔβοσκα; Τοῦ διαβόλου! Ἐγώ διαβολοποίησα τήν ψυχή μου, τήν ὁποία ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά γίνῃ ἁγία καί ἀθάνατη. Ἐγώ ἐβρώμισα τό σῶμα, ἐθανάτωσα τό σῶμα, ἐξαθλίωσα τό σῶμα!

.         Ὅταν ὁ ἄσωτος υἱός «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» –ἀφοῦ ἦταν ἐκτός ἐαυτοῦ, στήν τρέλλα, στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου– διά τῆς μετανοίας ἔτρεξε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ πατέρας τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλεῖ. Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ὁ υἱός τήν ἐξομολόγησί του, δέν εἶχε ἐκφράσει ἀκόμη τήν ἐπιθυμία του νά τόν δεχθῇ ὁ πατέρας του σάν δοῦλο, καί ὁ πατέρας λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Φέρετε τήν στολή τήν πρώτη καί ἐνδύσατέ τον καί δῶστε δακτυλίδι στό χέρι του καί ὑποδήματα στά πόδια του καί ἀφοῦ φέρετε τόν μόσχο τόν σιτευτό, σφάξτε τον γιά νά φάγωμεν καί εὐφρανθῶμεν».
.         Γιά ποιό λόγο εὐφραίνεται ὁ οὐρανός; Γιά ποιό λόγο ὁ Θεός εὐφραίνεται στόν οὐρανό; Γιά ποιό λόγο εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι; Σέ ποιόν ὁ Κύριος λέγει νά εὐφρανθῶμεν; Στούς ἀγγέλους!
.         Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάθηκε μέσα στίς ἁμαρτίες, θυμήθηκε ὅτι ἦταν ἀδελφός τῶν ἀγγέλων καί ἔσπευσε πρός τόν οὐρανό. «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ἁμάρτησα στούς ἀγγέλους, στούς ἀρχαγγέλους. Ἐγώ ἐδιαβολοποίησα τόν ἑαυτό μου. Ἔρριξα τόν ἑαυτό μου στήν ἀγέλη τῶν χοίρων, στήν ἀγέλη τῶν παθῶν. Καί νά, τώρα εἶμαι ὅλος ξεσχισμένος, ὅλος κουρελιασμένος. Καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα κουρελιασμένα. Ὅλα ἐξαθλιωμένα.
Λοιπόν, τί εἶναι μετάνοια; Ὁ Κύριος τρέχει νά συναντήσῃ τόν μετανοήσαντα υἱό. Τόν ἀγκαλιάζει καί τόν ἀσπάζεται καί ὅλος ὁ οὐρανός συγκινεῖται. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι εὐφραίνονται. «Καί ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» ἀναφέρεται στήν θαυμαστή περικοπή τοῦ Σωτῆρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε ἐσεῖς ἅγιοι ἄγγελοι, ἅγιοι ἀρχάγγελοι; Ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι παντοτινά πενθῆτε γιά τόν γήινο αὐτό κόσμο βλέποντας τά δικά σας πεσμένα ἀδέλφια, τούς ἀνθρώπους, πῶς πνίγονται μέσα στίς ἁμαρτίες καί τίς ἡδονές καί τά πάθη καί τούς διαφόρους θανάτους αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί εὐφραίνεσθε; «Εὐφραινόμαστε γιά τήν ἀνάστασι, τήν ζωοποίησι τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ μας ἀνθρώπου, ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε». Νεκρός ἦταν ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἦταν μακράν τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τῆς Ζωῆς, μακρυά ἀπό τόν οὐρανό. Ἰδού, ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν φαίνεται [ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου] στά μάτια ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις γι’ αὐτό χαίρονται, «ὅτι ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη». Πράγματι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, χάνει τόν ἑαυτό του, δηλαδή δέν ἔχει αὐτογνωσία, εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ.

.         «Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών», λέγει ὁ Σωτήρ. Ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ὅταν σκεφθῇ τίνος εἶναι, δηλ. τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα σου τίνος εἶναι; Τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή καί αὐτή τοῦ Θεοῦ. Ὅλα δῶρα, δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ποιός εἶμαι σάν ἄνθρωπος; Τοῦ Θεοῦ, ὅλος τοῦ Θεοῦ! Τό σῶμα μου εἶναι δοξασμένο ἀπό τόν Θεό. Γι’ αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Καί τό σῶμα γιά τόν Κύριο, καί ἡ ψυχή γιά τόν Κύριο. Δοξάζομε τόν Κύριο καί μέ τό σῶμα καί μέ τήν ψυχή. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καί τό ἕνα καί τό ἄλλο. Μή νομίζεις ὅτι εἶναι τίποτε δικό σου, ὄχι. Ὅλα εἶναι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Καί σύ εἶσαι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τότε μόνο, ὅταν ἐσύ τό συνειδητοποιῇς.
.         Λοιπόν ἡ ἁμαρτία; Δέν ἐπιτρέπει ὁ διάβολος στόν ἄνθρωπο νά συναισθανθῇ ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος ἐξουσιάζει μέ τήν καρδιά καί δέν ἀφήνει στόν ἄνθρωπο νά σκεφθῆ τόν Θεό, νά θυμηθῆ, ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι πλούσιος, ἀνεκδιήγητα πλούσιος. Ὅτι αὐτός εἶναι ἀδελφός τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Ὁ διάβολος ὅλα τά σκοτίζει, ὅλα τά ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἄνθρωπο, τά διαστρεβλώνει, καί τοῦ δίνει ψεύτικες ἡδονές μέσω τῶν ἁμαρτιῶν. Πράγματι ἔχει δίκαιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει στόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο καί μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο: «ἦμεν γάρ ποτέ καί ἠμεῖς ἀνόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος. Πότε Ἅγιε Ἀπόστολε; Ὑποδουλωμένοι στίς διάφορες ἐπιθυμίες καί στά διάφορα πάθη, τότε εἴμασταν τρελλοί καί ἀνόητοι.
.         Δέν θέλει ὁ Κύριος διά τῆς βίας νά σέ ἀναστήση ἐκ τῶν θανάτων σου, νά σέ ἁρπάξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἐσύ πρέπει πρῶτος νά τό πῆς στόν ἴδιο: «Κύριε, αὐτή ἡ ἁμαρτία μέ βασανίζει. Δέν τήν θέλω, ἔχει ὅμως ἐξουσία ἐπάνω μου. Ἐλευθέρωσέ με!» Τότε γίνεται θαῦμα. Πάντα. Ποτέ ὁ Κύριος δέν ἀφήνει χωρίς ἀπάντησι τήν προσευχή, ἔστω καί τοῦ μεγαλυτέρου ἁμαρτωλοῦ. Δέν ὑπάρχει φρικτή ἁμαρτία γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνεῖ ἐπάνω στήν δική του συνείδηση, ἐπάνω στήν ζωή του. Ξέρει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι μετά τήν προσέλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅτι δέν ὑπάρχη ἁμαρτία, ἀπό τήν ὁποία ὁ Κύριος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση. Δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νικήση, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά διώξη. Ὁ Κύριος δίνει τήν δύναμη. Μόνο κάνε τήν ἀρχή. Μόνο ἀναβόησε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ὅταν ἁμαρτάνης, ἁμαρτάνης ὄχι μόνο στόν Θεό, ἀλλά σ’ ὅλα τά οὐράνια κτίσματα, σ’ ὅλα τά ἐπίγεια κτίσματα. Ἁμαρτάνεις στά πουλιά, ἁμαρτάνης στά λουλούδια, τά δένδρα. Ἁμαρτάνεις σ’ ὅλα τά ζωντανά ὄντα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πραγματικά φοβερή, ἄνευ τῆς μετανοίας. Τόσο φοβερή, ὥστε νά σκοτώνη καί νά ρίχνη σ’ ἑκατό θανάτους. Νά ρίχνη στήν ἀγκαλιά τοῦ διαβόλου καί στήν αἰώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς ἀμφιβολία. Γι’ αὐτό ὁ Θεός ἦλθε σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Νά ἐξολοθρεύση τόν φοβερό δράκοντα, ὁ ὁποῖος λέγεται ἁμαρτία. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί μᾶς ἔδωσε ὅλα τά μέσα νά ἐξολοθρεύσομε τήν ἁμαρτία, τήν κάθε ἁμαρτία. Ἐδημιούργησε τήν Ἐκκλησία Του ἐπάνω στή γῆ καί τῆς ἔδωσε ὅλες τίς οὐράνιες δυνάμεις, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλους τους θανάτους μέσα μας καί γύρω μας.

.         Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τά θαυμαστά Ἅγια Μυστήρια. Τό ἅγιο Βάπτισμα, τήν Θεία Κοινωνία, τά ὁποῖα ἐξολοθρεύουν τήν ἁμαρτία. Μᾶς ἔδωσε καί τίς θαυμάσιες ἀρετές, πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, πραότητα καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες εὐαγγελικές ἀρετές. Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ἀπόγνωση στόν Χριστιανό ἄνθρωπο σ’ αὐτόν τόν κόσμο.
 Ἅς ξυπνήση ὁ Ἀγαθός Θεός ὅλους τοὺς ἀθέους, ὅλους τοὺς ἀπίστους. Ἂς κτυπήση τόν καθένα μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους. Μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους μέσα στή συνείδηση, μέσα στὴν ψυχή. Ἂς ξυπνήση ὁ καθένας καί πορευθῆ στήν οὐράνια πατρίδα του, στήν οὐράνια τράπεζα ἀνάμεσα στούς ἁγίους ἀδελφούς του, τούς ἀγγέλους. Ἂς ζήση ἐκεῖ μαζί τους διά τῆς αἰωνίας Θείας Ἀληθείας, αἰωνίας Θείας Διακαιοσύνης καί ὅλων τῶν αἰωνίων οὐρανίων χαρῶν.
 Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο αὐτό. Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγαθή εἴδηση αὐτή, γιατί δημιούργησες τόν ἄνθρωπο, νά μπορῆ νά νικήση κάθε ἁμαρτία καί κάθε διάβολο. Σέ Σένα δόξα καί εὐχαριστία, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: imkby.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΚΑΝΕ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΕΙ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Βοήθησέ με, Κύριε!

.          Λυπήσου με, Κύριε, ἔνδοξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ! Ἡ κόρη μου φρικτὰ ὑποφέρει ἀπὸ σκληρὸ δαιμόνιο! «Κακῶς δαιμονίζεται».
.          Σπαρακτικὴ ἀκούστηκε ἀπὸ μακριὰ ἡ κραυγή. Ἦταν μία γυναίκα Χαναναία, ποὺ εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ χωριό της καὶ μὲ χέρια ἁπλωμένα ἱκέτευε…
.          Ὁ Κύριος, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν παραμικρὸ ἀναστεναγμὸ ἔσκυβε πάντα πρόθυμα μὲ καλωσύνη, ἐδῶ οὔτε ποὺ γύρισε τὸ βλέμμα. Μὲ τὴν θεϊκή Του σκέψη κάτι ἄλλο, μεγαλύτερο ἀπὸ μία ἁπλὴ θεραπεία προγραμμάτιζε. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς κι ἐξακολουθοῦσε ἀτάραχα νὰ βαδίζει στὸν ἀπόμερο ἐκεῖνο δρόμο κοντὰ στὰ «μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ ὅμιλος τῶν μαθητῶν, ποὺ Τὸν περιστοίχιζε, γέμισε μὲ ἀπορία.
.         Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ δύστυχη μάνα ἐπαναλάμβανε τὴν κραυγή της πάλι καὶ πάλι: «Υἱὲ Δαυΐδ», ρίξε μία ματιὰ καὶ στὸν δικό μου πόνο! «Ἐλέησόν με»!
.         Καμιὰ ἀπόκριση. Ὁ Κύριος ἀργὰ μὰ σταθερὰ ἀπομακρυνόταν μὲ φαινομενικὴ ἀδιαφορία. Ὡστόσο, στὶς σπαραξικάρδιες ἐκκλήσεις τῆς Χαναναίας δὲν ἄντεξαν οἱ μαθητές. Ἔλαβαν τὸ θάρρος νὰ παρέμβουν. Κύκλωσαν μὲ ἀγωνία τὸν Διδάσκαλό τους καὶ «ἠρώτων αὐτόν». Τὸν παρακαλοῦσαν ἔνθερμα. Τὸν πολιορκοῦσαν.
— «Ἀπόλυσον αὐτήν», Διδάσκαλε. Κάνε της τὸ καλό, νὰ φύγει, «ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Δὲν φαίνεται νὰ σταματήσει τὶς ἱκετευτικὲς κραυγὲς ξοπίσω μας. Κρίμα εἶναι…
Κοφτὰ καὶ σοβαρὰ τοὺς ἀπάντησε ὁ Χριστός:
— «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ἐγὼ ἀποστολὴ ἔχω νὰ περιμαζέψω τὰ πρόβατα τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχολοῦμαι μὲ ἄλλους.
.         Ἐν τῷ μεταξὺ  ὅμως, νὰ ποὺ τοὺς πρόφθασε τρέχοντας καὶ παρακαλώντας ἡ πονεμένη μάνα. Τοὺς ἔκοψε τὸν δρόμο, καθὼς ρίχτηκε μὲ ἄπειρη εὐλάβεια μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ πεσμένη, «προσεκύνει», λέγοντας:
— «Κύριε, βοήθει μοι».
Τί σπαραγμό, στ’ ἀλήθεια, ἔκρυβε ἡ μικρὴ αὐτὴ φράση! Ἀλλὰ ὁ Χριστός μας ἔμεινε ἀμετάπειστος στὴν φαινομενικὴ ψυχρότητά Του.
— Δὲν εἶναι καθόλου σωστό –τῆς εἶπε– νὰ πάρει κανεὶς τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιά του, γιὰ νὰ τὸ ρίξει στὰ σκυλάκια. Ἐσεῖς οἱ Ἐθνικοὶ δὲν εἶστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε παραστρατήσει. Ἑπομένως μὴ ζητᾶτε τὶς ἴδιες εὐλογίες ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ λαός Του.
.            Πάγωσαν ὅλοι. Καημένη μάνα! Πρέπει νὰ φύγεις ἄπρακτη κι ἐξουθενωμένη. Εἶναι ὥρα νὰ ἀναλυθεῖς σὲ κλάμα γοερὸ ἢ νὰ ξεσπάσεις σὲ παράπονα… Ἀλλὰ ὄχι! Ἡ Χαναναία δὲν λύγισε, δὲν προσβλήθηκε, δὲν ἀγανάκτησε ἀπὸ τὴν παιδαγωγία. Μὲ περισσότερη θερμότητα τώρα, μὲ πιὸ βαθιὰ ταπείνωση, εὐλάβεια καὶ πονεμένη συστολὴ ἐπέμεινε στὸ αἴτημά της λέγοντας:
— «Ναί, Κύριε». Ὅπως τὸ λὲς εἶναι. «Κυνάρια» εἴμαστε, ὄχι παιδιά Σου, καὶ δὲν ἔχουμε δικαιώματα στὸν «ἄρτον τῶν τέκνων». Κάποια ψίχουλα ὅμως ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι «τῶν κυρίων», κάποιες ἐλάχιστες εὐλογίες ἀπὸ τὴν πλούσια χάρη Σου, σὰν σκυλάκια ταπεινὰ ποὺ τριγυρνοῦμε παρακλητικὰ στὰ πόδια Σου, μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε. Δὲν μποροῦμε;
— «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!», ἀναφώνησε ὁ Χριστός. Ἔχεις πίστη ἀξιοθαύμαστη! Ἐπέμεινες. Δὲν λύγισες μπροστὰ σὲ καμιὰ δοκιμασία. Λοιπὸν «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Ἂς γίνει ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐπιθυμεῖς. Καὶ πραγματικά. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμή, «ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης», γιατρεύτηκε ἡ κόρη της ὁριστικά.

.            Εἶναι χαρακτηριστικὴ καὶ πολὺ διδακτικὴ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Χαναναίας. Κυριολεκτικ κανε μάχη, γι ν ποσπάσει τ λεος το Χριστο. Ἀλλὰ προσέξτε. Αὐτὴ ἡ θερμὴ ἐπιμονὴ δὲν εἶχε μέσα της πεῖσμα, προπέτεια ἢ ἐγωισμό. Ἦταν συνυφασμένη μὲ ταπείνωση ἐκπληκτικὴ κι ἀπέραντη ἀφοσίωση κι ἐμπιστοσύνη στὴν θεία φιλοστοργία.
.            Ἔκανε πὼς τὴν ἀγνοεῖ ὁ Χριστός. Δὲν ἀποθαρρύνθηκε, δὲν ἀπέκαμε ἐκείνη. Τὸν ἀναζήτησε μὲ ἰσχυρότερο πόθο. Τὴν ὀνόμασε «σκυλάκι», ἀνάξιο λόγου. Δὲν παρεξηγήθηκε. Δὲν σηκώθηκε νὰ φύγει ὀργισμένη. Παραδέχτηκε τ ποτιμητικ λόγια κα τ μετέτρεψε σ πιχείρημά της. Τὸ χέρι ποὺ ἁπλώθηκε νὰ τὴ διώξει, αὐτὴ τὸ ἅρπαξε νὰ τὸ φιλήσει, νὰ στηριχθεῖ καὶ νὰ σωθεῖ ἀπ’ αὐτό!
.            Ἔτσι κι ἐμεῖς. Ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεό, ἂς τὸ ζητοῦμε ἀκούραστα, ἐπίμονα, ἀλλὰ καὶ ταπεινά. Ὄχι μὲ ἀπαιτήσεις καὶ γογγυσμό, ἀλλὰ μὲ εὐλαβικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας παιδαγωγίας.
— «Κύριε, βοήθει μοι», θὰ πεῖ κάποιος. Μία ξαφνικὴ ἀρρώστια μοῦ παρουσιάστηκε κι ἀνησυχῶ. Μισόλογα λένε οἱ γιατροί. Ποῦ νὰ στηριχθῶ; Σὲ Σένα ἐναποθέτω τὸ καυτὸ πρόβλημά μου. Σὲ ἱκετεύω. Κι ἂν καθυστερήσεις, κι ἂν σιωπᾶς, ἐγὼ θὰ περιμένω…
— «Κύριε, Υἱὲ Δαυΐδ», θὰ φωνάξει ἄλλος. Ἔχω ἀγωνία μὲ τὶς σπουδές. Ὁ μεγάλος συναγωνισμὸς μὲ φοβίζει. Κάποιες ἀποτυχίες μὲ ἀποθαρρύνουν. Ὡστόσο, θέλω νὰ προχωρήσω. Μὴ μὲ ἀφήνεις. Ἀγωνίζομαι, προσεύχομαι κι ἐλπίζω… Ἂν τὰ «κυνάρια» γεύονται « ἀπὸ τῶν ψιχίων… τῆς τραπέζης» Σου, πόσο μᾶλλον τὰ παιδιά Σου –ὅσο ἀνάξια κι ἂν εἶναι– μποροῦν νὰ ἐλπίζουν.
— «Ἐλέησόν με, Κύριε», θ’ ἀκουσθεῖ καὶ τρίτος. Σπλαχνίσου μέ. Τὸ σπίτι μου δοκιμάζεται σκληρά. Τὰ ἀδέλφια μου… Οἱ γονεῖς μου… Ἔχουμε ἄμεση ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ τῆς εἰρήνης Σου. Γι’ αὐτὸ μ’ ἐγκαρτέρηση ἀδιάκοπα Σὲ ἱκετεύω, ἔχοντας τὴν πεποίθηση ὅτι δὲν ἀδιαφορεῖς. Ὅσο κι ἂν ἀργεῖς…
.            Ὅταν ἔτσι ἐπίμονα καὶ ταπεινὰ προσευχηθοῦμε, τότε θὰ μᾶς χαρίσει γενναιόδωρα τὶς εὐλογίες Του ὁ Χριστός. Θὰ μᾶς ἀξιώσει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ Τὸν ἔχουμε πλησιάσει καὶ νὰ ἔχουμε συνδεθεῖ μαζί Του. Κατόπιν θὰ μᾶς χαρίσει τὴν εὐαρέσκεια, τὴν εὔνοια, τὸν θεοτίμητο ἔπαινό Του. Τέλος, θὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὸ αἴτημά μας. Θὰ δώσει τὴν θεοπρεπῆ ἐντολὴ «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

 ΠΗΓΗ: xfd.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΠΕΙΛΗ, ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ
π. Μιχαὴλ Σπ. Καρδαμάκη (+)
[Γ´]

«Ἀεὶ μένει μυστήριον»

σελ. 100 κ. ἑξ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/09/πόσο-ἔρημοι-στὴν-κοσμικὴ-ἐξορία-μας/

Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/27/τὸ-ἔργο-τῶν-χριστιανῶν-εἶναι-ἡ-προφ/

.         Οἱ Χριστιανοὶ λοιπὸν εἶναι Προφῆτες. Ἀλλὰ τὸ νὰ προφητεύουμε δὲν σημαίνει νὰ μιλοῦμε ἁπλῶς γιὰ κάποια μελλοντικὰ συμβάντα, ἀλλὰ νὰ φανερώσουμε τὰ κατὰ Χριστὸν νοήματα τῶν πραγμάτων. Τὸ νὰ προφητεύουμε δὲν σημαίνει νὰ ἀπειλοῦμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς τρομεροὺς λόγους μας στὸ ὄνομα ἑνὸς τρομεροῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή μας, στὸ ὄνομα τοῦ ἀπείρου ἐλέους Του, ποὺ κατακλύζει τὸν καιρὸ ἀνάμεσα στὴν πρώτη καὶ τὴν δεύτερη παρουσία τοῦ Χριστοῦ Του:
.        «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν… οὐκ ἔχω καρδιὰν ὀδυνηρὰν πρὸς ἀναζήτησίν σου, οὐκ ἔχω μετάνοιαν, οὐδὲ κατάνυξιν, τὰ ἐπανάγοντα τὰ τέκνα πρὸς τὴν ἰδίαν κληρονομίαν. Οὐκ ἔχω Δέσποτα δάκρυον παρακλητικόν. Ἐσκότισταί μου ὁ νοῦς ἐν τοῖς βιωτικοῖς, καὶ οὐκ ἰσχύει ἀτενίσαι πρὸς σὲ ἐν ὀδύνῃ. Ἔψυκταί μου ἡ καρδία ἐκ τοῦ πλήθους τῶν πειρασμῶν, καὶ οὐ δύναται θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρὸς σὲ ἀγάπης. Ἀλλὰ σὺ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον, καὶ καρδίαν ἐπίπονον, ἵνα ἐξέλθω ὁλοψύχως εἰς ἀναζήτησίν σου. Χωρὶς γάρ σοῦ, παντὸς ἀγαθοῦ ξενωθήσομαι. Χάρισαι οὖν μοι, ὦ ἀγαθέ, τὴν χάριν σου. Ὁ Πατὴρ ὁ προαγαγών σε ἐκ τῶν κόλπων αὐτοῦ ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως, ἀνακαινισάσθω ἐν ἐμοὶ τὰς μορφὰς τῆς σῆς εἰκόνος. Κατέλιπόν σε, μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς. Ἐξῆλθον ἀπό σοῦ, ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου, καὶ εἰσάγαγέ με εἰς τὴν νομήν σου, καὶ συγκαταρίθμησόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης, καὶ διαθρεψόν με σὺν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων μυστηρίων σου· ὧν ἡ καθαρὰ καρδία καταγώγιόν σου ὑπάρχει, καὶ καθορᾶται ἐν αὐτῇ ἡ ἔλλαμψις τῶν σῶν ἀποκαλύψεων, ἥτις ἐστὶ παράκλησις καὶ ἀναψυχὴ τῶν κοπιασάντων διὰ σὲ ἐν ταῖς θλίψεσι, καὶ ταῖς παντοδαπαῖς αἰκίαις. Ἧς τινος ἐλλάμψεως καὶ ἡμεῖς ἀξιωθείημεν χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ σοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ (τῆς Ἀπόκρεω)

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (τῆς Ἀπόκρεω)

.        Μιὰ ἄλλη “ἀνάγνωση” (ἑρμηνεία) “πνευματικότερη” ἀπὸ τὴν κάπως παρεξηγημένη τῆς “ἱδρυματικῆς φιλανθρωπίας” -καὶ γιὰ τοῦτο εὔπεπτη– ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐσχάτης Κρίσεως μᾶς δίνει ὁ ἅγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (ὁ τρίτος ποὺ τιμήθηκε μὲ τὴν ἐπωνυμία Θεολόγος, μετὰ τὸν Μεγαλόπνοο Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό) στὴν ἐνάτη Κατήχησή του (S .C. 104, σελ. 114-118).  Ἀποσύρει τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ἐξωστρεφοῦς ἢ ἀκόμα καὶ ἀκτιβιστικῆς “φιλανθρωπίας” καὶ τὴν ἐπικεντρώνει στὸ μόνο μεγάλο θέμα, στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, στὴν φιλανθρωπία ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιδείξει καὶ νὰ προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλλοτριωμένη, διψασμένη, πεινασμένη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὰ πάθη ψυχή του. Καὶ καταλήγει μὲ τὸ τρομερὸ ἐπιγραμματικό: «Σεαυτὸν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ: Ἂν δὲν ἐλεήσεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».
.           Σήμερα, ἐποχὴ τῶν μεγάλων παραχαράξεων ἀξίζει ἡ προσέγγιση στὴν πατερικὴ ΧΑΡΑΞΗ.

Τὸ πρωτότυπο κείμενο συνοδεύεται σὲ μερικὰ  κομμάτια ἀπὸ ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά.

(π. Ἀθ. Σ. Λ.)

.          Πῶς δὲ καὶ οἱ κατὰ τὸ δοκεῖν πτωχοὶ γεγονότες – ὥσπερ Χριστὸς ὁ Θεός, πλούσιος ὤν, ἐπτώχευσε δι᾿ ἡμᾶς- , αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλεοῦντες τὸν δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον ὡς ἡμεῖς ἐλεεῖν λογιζόμεθα; Νόει μοι καλῶς τὸ λεγόμενον. Ἐγένετο ὁ Θεὸς διὰ σὲ πτωχὸς ἄνθρωπος, γενέσθαι χρεωστεῖς καὶ σύ, ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, ὅμοιος ἐκείνῳ πτωχός. Πτωχὸς ἐκεῖνος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, πτωχός σύ κατά τήν Θεότητα. Σκόπησον (ἐξέτασε) τοίνυν πῶς θρέψεις αὐτόν, πρόσεχε ἀκριβῶς.
.          Ἐπτώχευσεν ἵνα σὺ πλουτήσῃς, ἵνα σοὶ μεταδῷ τοῦ πλούτου τῆς χάριτος αὐτοῦ· διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβεν ἐκεῖνος, ἵνα μεταλάβῃς σὺ τῆς ἐκείνου Θεότητος. Ὅταν γοῦν σεαυτὸν πρὸς ὑποδοχὴν αὐτοῦ εὐτρεπίσῃς, τότε ὑποδεχθήσεσθαι αὐτὸν ὑπὸ σοῦ λέγεται. Ὅταν δὲ δι᾿ ἐκεῖνον πεινᾷς σὺ καὶ διψᾷς, τροφὴ ἐκείνῳ καὶ πόσις ταῦτα λογίζεται. Πῶς; Ὅτι διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων ἔργων καί πράξεων καθαίρεις σου τήν ψυχήν καί τοῦ λιμοῦ καί τοῦ ῥύπου τῶν παθῶν ἀπαλλάττεις σαυτόν· καί ὁ ἀναδεξάμενός σε οὕτω καί ἰδιοποιησάμενος τά κατά σέ πάντα Θεός καί θεόν σε ποιῆσαι ἐπιποθῶν, ὡς ἐκεῖνος ἐγένετο ἄνθρωπος, ἅπερ ποιεῖς σεαυτῷ, ἐκεῖνος ταῦτα πανθάνειν λογίζεται καί λέγει· “Ἐφ᾿ ὅσον ἐποίησας τῇ ἐλαχίστῃ ψυχῇ σου, ἐμοί ἐποίησας”. (Ἐπτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτήσεις ἐσύ, γιὰ νὰ σοῦ μεταδώσει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του. Γι᾽ αὐτὸ ἔλαβε σάρκα Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ μεταλάβεις ἐσὺ τῆς Θεότητος Ἐκείνου. Ὅταν λοιπόν εὐτρεπίσεις τὸν ἑαυτό σου πρὸς ὑποδοχή Του, τότε λέγεται ὅτι γίνεται ὑποδοχὴ σ᾽Αὐτὸν ἀπὸ σένα. Κι ὅταν γιὰ Ἐκεῖνον πεινᾶς ἐσὺ καὶ διψᾶς, τότε αὐτὰ [ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα] λογίζονται [θεωροῦνται, “πιάνονται”] γιὰ Ἐκεῖνον τροφὴ καὶ πόση. Πῶς; Διότι μ᾽ αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια ἔργα καὶ πράξεις καθαρίζεις τὴν ψυχή σου καὶ ἀπαλλάττεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν λιμὸ καὶ τὸν ρύπο τῶν παθῶν. Καὶ ὁ Θεός ποὺ ἔτσι σὲ ἀναδέχθηκε καὶ πῆρε ἀπάνω του σὰν δικά του ὅλα ὅσα σὲ ἀφοροῦν καὶ ποθεῖ δυνατὰ νὰ σὲ κάνει θεό, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅ,τι κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου Ἐκεῖνος τὰ λογαριάζει πὼς τὰ παθαίνει ὁ Ἴδιος καὶ λέει: «Ἐφ᾽ ὅσον τὰ ἔκανες γιὰ τὴν ἐλαχίστη ψυχή σου, γιὰ μένα τά ᾽κανες.»)
.            Διὰ ποίων γὰρ ἄλλων ἔργων οἱ ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, εἰ μὴ δι᾿ ἀγάπης πάντως καὶ μετανοίας καὶ πίστεως – πάντα γὰρ τὸν κόσμον ἀφέντες καὶ αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθήσαντες, διὰ μετανοίας καὶ δακρύων ἐδέξαντό τε αὐτὸν καὶ ἐξένισαν, ἔθρεψάν τε καί διψῶντα ἐπότισαν -, ἄλλως δέ πάντες πάντως οἳ ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος υἱοὶ Θεοῦ χρηματίζουσιν, ἐλάχιστοι δὲ καὶ κατὰ κόσμον εἰσὶ καὶ πτωχοί; Οἱ οὖν γνόντες ἐν αἰσθήσει ψυχῆς ὅτι υἱοί γεγόνασι τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι ἀνέχονται κόσμῳ καλλωπισθῆναι φθαρτῷ, ἐνδεδυμένοι γάρ εἰσι τὸν Χριστόν. Τίς δὲ ἀνθρώπων καταδέξεταί ποτε, πορφύρᾳ βασιλικῇ ἐστολισμένος, ῥυπῶντα και διερρωγότα χιτῶνα ἐπάνω ταύτης ἐνδύσασθαι; Οἱ δέ μὴ τοῦτο εἰδότες καὶ γυμνοί τοῦ βασιλικοῦ ὄντες ἐνδύματος, σπουδάσαντες δέ διά μετανοίας καί τν λλων, ς επομεν, γαθοεργιν καί νδυσάμενοι οτω τὸν Χριστόν, ατὸν κενον νδύουσι τὸν Χριστόν· χριστοὶ γὰρ καὶ αὐτοί, ὡς υἱοί Θεοῦ ἀπό τοῦ θείου βαπτίσματος, πέλουσιν. Εἰ δέ μή τοῦτο ποιήσουσιν, ἀλλά τούς γυμνούς  μέν ἅπαντας, τούς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐνδύσουσιν, ἑαυτούς δέ γυμνούς καταλείψουσι, τί ὠφέλησαν; (Ἂν ὅμως δὲν  τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ ντύσουν ὅλους γενικῶς τοὺς γυμνούς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο καὶ ἀφήσουν (πνευματικὰ) γυμνοὺς τοὺς ἑαυτούς τους, τί ὠφελήθησαν;) Εἶτα πάλιν, ἀδελφοὶ Χριστοῦ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λεγόμεθα· καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ μέλη ἐσμέν αὐτοῦ.
.          Ἀδελφὸς οὖν ὑπάρχων αὐτοῦ καί μέλος, ἐὰν πάντας μὲν ἄλλους τιμήσῃς, ξενίσῃς, θεραπεύσῃς, σεαυτόν δέ παρίδῃς καί διά πάντων οὐκ ἀγωνίσῃ εἰς τό ἀκρότατον τῆς κατά Θεόν πολιτείας καί τιμῆς ἀνελθεῖν, ἀλλά λιμῷ ὀκνηρίας ἤ δίψει ῥᾳθυμίας ἤ φυλακῇ στενωτάτῃ τοῦδε τοῦ ῥυπαροῦ σώματος διά γαστριμαργίας ἤ φιληδονίας τήν σεαυτοῦ ψυχήν καταλείψῃς ῥυπῶσαν, αὐχμῶσαν, ἐν βαθυτάτῳ σκότει κειμένην ὡσεί νεκράν, οὐχί τόν τοῦ Χριστοῦ ἐνύβρισας ἀδελφόν; Οὐχί πεινῶντα αὐτόν καί διψῶντα κατέλιπες; Οὐχί φυλακῇ ὄντα οὐκ ἐπεσκέψω αὐτόν; Τοιγαροῦν καί διά τοῦτο ἀκούσεις· “Σεαυτόν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ”. (Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶσαι ἀδελφὸς καὶ μέλος Του, ἐὰν τιμήσεις τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς φιλοξενήσεις, καὶ τοὺς φροντίσεις καὶ συγχρόνως παραμελήσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἀγωνιστεῖς μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀνέλθεις στὸ ἀκρότατο ἐπίπδεδο τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τιμῆς, ἀλλὰ ἐγκαταλείψεις στὸν λιμὸ τῆς ὀκνηρίας ἢ στὴν δίψα τῆς ραθυμίας ἢ στὴν στενωτάτη φυλακὴ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ρυπαροῦ σώματος διὰ τῆς γαστριμαργίας ἢ φιληδονίας τὴν ψυχή σου βρωμερή, κατάξερη καὶ πεταμένη στὸ βαθύτατο σκοτάδι σὰν νεκρή, ἄραγε (μὲ ὅλα αὐτά) δὲν καταδικάζεις τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ; Ἄραγε δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποὺ ἦταν πεινασμένος καὶ διψασμένος; Ἄραγε δὲν τὸν ἄφησες χωρὶς ἐπίσκεψη ποὺ ἦταν στὴν φυλακή; Χωρὶς ἄλλο λοιπὸν δικαιολογημένα θὰ ἀκούσεις : «Τὸν ἑαυτό σου δὲν ἐλέησες, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».)

, , , , , , ,

Σχολιάστε