Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἑορτολογία

«ΜΕΤΑ ΤΡΙΤΗΝ ΗΜΕΡΑΝ ΑΝΙΣΤᾼ ΚΑΙ ΤΟ ΖΩΟΔΟΧΟΝ ΣΩΜΑ ΤΗΣ» (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης)

Προλεγόμενα
τῶν Κανόνων τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἀπὸ τὸ «Ἑορτοδρόμιον»
τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου,
ἐκδ. «Ὀρθόδ. Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1987,
τόμ. Γ´, σελ. 321-323

.               Ὅταν ὁ ἐν σοφοῖς Βασιλεὺς καὶ ἐν Βασιλεῦσι σοφὸς Σολομὼν οἰκοδόμησε τὸν πολυθρύλλητον ἐκεῖνον καὶ ὑπερθαύμαστον ναὸν εἰς τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ, ἠβουλήθη νὰ μεταθέσῃ τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης Κυρίου ἀπὸ τὴν πόλιν Δαβὶδ τοῦ Πατρός του: ἤτοι ἀπὸ τὸ ὄρος Σιών, τὸ ὁποῖον ἦτον ἀκρόπολις τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ νὰ ἐνθρονίσῃ αὐτὴν μέσα εἰς τὸ Δαβείρ: ἤτοι εἰς τὸ ἐσώτατον μέρος τοῦ ναοῦ, ταὐτὸν εἰπεῖν νὰ τὴν μεταθέσῃ μέσα εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὑποκάτω εἰς τὰς πτέρυγας τῶν Χερουβίμ. Τότε λοιπὸν ἐσυνάθροισεν ὅλον τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ μὲ προπομπὴν μεγάλην καὶ δόξαν ὑπερβολικὴν μετέθηκαν τὴν Κιβωτὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ μαρτύρια, τῶν μὲν Ἱερέων αἰρόντων αὐτήν, τοῦ δὲ Βασιλέως προπορευομένου ἔμπροσθεν, ὁμοίως καὶ ὅλου τοῦ λαοῦ, καὶ θυσιαζόντων διαφόρους θυσίας· καθὼς εἶναι γεγραμμένον· «Καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε Σαλομὼν τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου, καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ μετὰ εἴκοσι ἔτη, τότε ἐξεκκλησίασεν ὁ Βασιλεὺς Σαλωμὼν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους Ἰσραὴλ ἐν Σιὼν τοῦ ἐνεγκεῖν τὴν Κιβωτὸν Διαθήκης Κυρίου ἐκ πόλεως Δαβίδ· αὕτη ἐστι Σιών· καὶ ᾖραν οἱ Ἱερεῖς τὴν Κιβωτόν, καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἔμπροσθεν τῆς Κιβωτοῦ, θύοντες πρόβατα, βόας ἀναρίθμητα· καὶ εἰσφέρουσιν οἱ Ἱερεῖς τὴν Κιβωτὸν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς εἰς τὸ Δαβείρ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν Χερουβὶμ» (Γ´ Βασιλ. Η´ 1- 6).
.               Τώρα ἄν, ὅταν ἔμελλε νὰ μετατεθῇ ἡ ἄψυχος ἐκείνη καὶ τυπικὴ Κιβωτὸς μέσα εἰς τὰ αἰσθητὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔγινε συνάθροισις καὶ προπομπὴ τοῦ λαοῦ, παρόντος καὶ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως Σολομῶντος, πῶς δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συναχθοῦν σήμερον ὅλα τὰ πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων διὰ νὰ ἑορτάσουν χαρμοσύνως τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, τῆς ἀληθινῆς καὶ ἐμψύχου Κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ; ἢ πῶς δὲν χρεωστοῦν νὰ πανηγυρίσουν λαμπρῶς τὴν ἁγίαν αὐτὴν καὶ ζωηφόρον μετάστασιν; Σήμερον γὰρ ὁ τῆς σοφίας χορηγὸς καὶ εἰρηνικὸς Βασιλεύς, ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας, ἠθέλησε νὰ παραλάβῃ τὴν Παναγίαν Μητέρα του, καὶ νὰ μεταθέσῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἐν Οὐρανοῖς ἀχειροποίητα Ἅγια τῶν Ἁγίων, καθὼς τὰ ὠνόμασεν ὁ Παῦλος, ἵνα ὅπου ἐστὶν ὁ Υἱός, ἐκεῖ εὑρίσκεται καὶ ἡ Μήτηρ, καὶ ὅπου Βασιλεύει ὁ Υἱός, ἐκεῖ νὰ συμβασιλεύῃ καὶ ἡ τοῦτον γεννήσασα· καὶ ἄν, ὅπου εἶναι ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ τοῦ Χριστοῦ διάκονος, καθὼς αὐτὸς μόνος ὑπεσχέθη ὁ ἀψευδέστατος «Ἐὰν ἐμοὶ διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται» (Ἰωάν. ιβ´ 26), πῶς δὲν ἦτον δίκαιον μυριάκις νὰ παραλάβῃ ὁ Δεσπότης Χριστὸς τὴν ἁγιωτάτην Μητέρα του εἰς τὰ ἰδικά του Βασίλεια, ἵνα μετ’ αὐτοῦ συμβασιλεύῃ αἰωνίως; Ὅθεν καθὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἰσῆλθεν εἰς χειροποίητα ἅγια, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν Οὐρανὸν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ, ὡς λέγει ὁ Παῦλος (Ἑβρ. θ´ 24)· οὕτως ἔπρεπε καὶ ἡ Μήτηρ του ἐκεῖ νὰ εἰσέλθῃ, ἵνα μένῃ ἀπὸ τὸν Υἱόν της ἀχώριστος.
.               Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἂς ἑορτάσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοί, καὶ ἂς πανηγυρίσωμεν τὴν λαμπρὰν καὶ παγκόσμιον ταύτην τῆς Θεοτόκου ἑορτὴν καὶ πανήγυριν· διότι, ἂν πᾶσαι αἱ πανηγύρεις τῶν ἁγίων παρομοιάζουν μὲ τοὺς ἀστέρας, ὡς λέγει ὁ Χρυσορρήμων· «Πᾶσαι αἱ μαρτυρικαὶ πανηγύρεις θαυμασταί, αἱ μιμοῦνται τὴν λαμπρότητα τῶν ἀστέρων» (Λόγος εἰς τὴν Ἁγίαν Παρθένον τόμῳ Ε´)· βέβαια ἡ παροῦσα πανήγυρις τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ παρομοιάζει μὲ τὴν πλησιφαῆ καὶ ὁλόφωτον καὶ ἀργυροειδῆ σελήνην, διώκουσα μὲν τὸ σκότος τῆς νυκτός, καταυγάζουσα δὲ τὸν κύκλο τῆς γῆς· ὅθεν ἅπαντες χωρὶς ἐξαιρέσεως ἄσωμεν τῇ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἄσωμεν, Πατριάρχαι ὁμοῦ καὶ Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς, Βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες καὶ πάντες Κριταὶ γῆς, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων· σήμερον γὰρ ὅλαι αἱ χοροστασίαι τῶν ἀΰλων Ἀγγέλων ἀοράτως περικυκλοῦσι τῆς Παρθένου τὸν ἱερὸν κράββατον, οἱ ὑπέρτατοι Θρόνοι καὶ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφίμ, ἡ μέση τάξις τῶν Κυριοτήτων, Δυνάμεων καὶ Ἐξουσιῶν, καὶ ἡ τελευταία τῶν Ἀρχῶν, Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων, ἄλλοι μὲν προπορευόμενοι, ἄλλοι δὲ ἀκολουθοῦντες, καὶ ἅπαντες προπέμπουσιν αὐτὴν ἀναλαμβανομένην εἰς τὰ οὐράνια.
.               Τί λέγω; Καὶ αὐτὸς ὁ πάντων ὑπέρτατος Βασιλεύς, ὁ τοῦ Θεοῦ Μονογενὴς Θεὸς Λόγος καὶ κατὰ σάρκα Υἱὸς τῆς Παρθένου χρηματίσας, ἀοράτως παρίσταται εἰς τὴν κηδείαν τῆς ἠγαπημένης Μητρός του, καὶ δεξάμενος εἰς τὰς ἀχράντους παλάμας του τὴν ὁλόφωτον αὐτὴν ψυχήν, μετ τρίτην μέραν νιστ κα τ ζωοδόχον σμά της, καὶ οὕτως ὁλόσωμον αὐτὴν ἀναλαμβάνει εἰς τὰ Οὐράνια.
.             Οὕτως ἡμεῖς, ἔχοντες τοὺς δύο Ἱεροὺς Μελωδοὺς τῶν δύο ἀσματικῶν Κανόνων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου χοροστάτας καὶ προεξάρχοντας τῆς πανδήμου ταύτης καὶ λαμπρᾶς πανηγύρεως, τὸν ἐμβριθῆ καὶ μεγαλοπρεπῆ Μελωδὸν καὶ τῶν Μελογράφων ἔξαρχον καὶ Ἱεράρχην Κοσμᾶν, καὶ τὸν λαμπρότατον κατὰ τὴν φράσιν καὶ πανηγυρικώτατον χαριτώνυμον καὶ θεοφιλῆ πρεσβύτερον Ἰωάννην τὸν ἐξοχώτατον ἐν τοῖς Μελωδοῖς, ἂς συνακολουθήσωμεν μὲ αὐτούς, ἄδοντες τὰ ἱερὰ μέλη, καὶ παρακινοῦντες ἀλλήλους εἰς τὸ νὰ ἑορτάσωμεν τὴν πάνσεπτον τῆς Ἀειπαρθένου μετάστασιν.

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου–

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 67-68

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.                 Ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ἀρχή, μέση καὶ τελευταία ὅλων τῶν ἑορτῶν, ὡς πρὸς τὴν θεία Οἰκονομία. Εἶναι ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν ὡς «ἀρχὴν ἔχουσα, τὴν τοῦ νόμου περαίωσιν· μεσότητα δέ, τὴν πρὸς τὰ ἄκρα συνάφειαν· τέλος δέ, τὴν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν». Μὲ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ περατώνεται ὁ νόμος, ποὺ ἔκανε λόγο γιὰ τὸν Χριστό, ἀρχίζει ἡ ἀντίστροφη μέτρηση τῆς σωτηρίας, φανερώνεται ἡ ἀλήθεια ποὺ εἶναι τέλος τοῦ νόμου, καὶ συνάπτεται ἡ Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη.
.                 Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει ὅτι ὁ Σεπτέμβριος μήνας εἶναι ὁ πρῶτος μήνας καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους καὶ ὅτι κατὰ τὸν μήνα αὐτὸ ἄρχισαν τὰ μυστήρια τῆς σωτηρίας. Ἡ ἑορτὴ τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, ὡς πρώτη ἐκκλησιαστικὴ ἑορτὴ τοῦ ἔτους, εἶναι ἡ πρώτη ἑορτὴ τῆς κατὰ Χάρη «ἀνακλήσεώς τε καὶ ἀναπλάσεως». Εἶναι ἡ μέρα ποὺ ἄρχισαν τὰ πάντα νὰ γίνονται νέα καὶ νὰ εἰσάγονται ἀντὶ τῶν προσκαίρων νομίμων τὰ μόνιμα, ἀντὶ τοῦ γράμματος τὸ πνεῦμα κι ἀντὶ τῶν σκιῶν ἡ ἀλήθεια.
.                 Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ ἑορτολόγιο, ποὺ ἔχει καθορίσει, θέλει νὰ δείξει στοὺς χριστιανοὺς ὅτι δὲν πρέπει νὰ βλέπουν τὸν χρόνο τῆς ζωῆς τους μέσα ἀπὸ πολιτικά, ἱστορικὰ καὶ κοινωνικὰ γεγονότα, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς σωτηρίας, ὅπως ἐκφράζονται στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ἀλλὰ καὶ στὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων. Ἔτσι, προσδιορίζουμε τὶς περιόδους τοῦ ἔτους (φθινόπωρο, χειμώνα, ἄνοιξη, καλοκαίρι), καθὼς καὶ τοὺς συγκεκριμένους μῆνες μέσα ἀπὸ τὸ θαυμάσιο ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο κατήρτισαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ θεῖο φωτισμό.
.                 Τὰ ἀναγνώσματα τῶν ἑορτῶν καὶ τὰ τροπάρια, ποὺ ψάλλονται, δείχνουν τὸ νόημα κάθε ἑορτῆς, ἀλλά, κυρίως, κατευθύνουν τὴν σκέψη τοἀνθρώπου πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του καὶ πρὸς τὴν ἀπόκτηση γνήσιου ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος· εἶναι, ἑπομένως, γεγονότα πρὸς ἐκκλησιασμὸ καὶ θέωσή του.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Φυσικὰ γιὰ τὴν τρέχουσα (ἐκκλησιαστικὴ) ἀντίληψη οἱ Ἑορτὲς καὶ οἱ ἑορτασμοὶ εἶναι κυρίως εὐκαιρίες κοσμικῆς ἐπιδείξεως, ματαιόδοξης φαντασμαγορίας, «λαμπρῶν συλλειτούργων», ἀνταλλαγῆς δώρων καὶ λιβανωτῶν, ἱερῶν δημοσίων σχέσεων, καὶ ἄλλων φαιδροτήτων ποὺ ἀσυγκράτητα ἐξαπλώνονται δίκην πανούκλας. Σ᾽ αὐτὰ τὰ πλαίσια π.χ. στὴν συνήθη ἀκολουθία ἑνὸς ἀξιοπρεποῦς μητροπολίτου πρέπει πάντα νὰ περιλαμβάνεται ἕνας ἄξιος διάκονος τῆς φωτογραφικῆς τέχνης, ποὺ θὰ ἀπαθανατίζει ἀκατάπαυστα τὶς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμὲς τῆς λειτουργικῆς του μεγαλωσύνης. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐν συνεχείᾳ ἀναρτῶνται μὲ τὴν βοήθεια προθύμων διακόνων τῆς γενναιόδωρης δημοσιογραφίας στὸ Διαδίκτυο, ὥστε νὰ τὰ βλέπουν στὰ πέρατα τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταλαβαίνουν οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς πόσο ΚΕΝΟ ἔχουν οἱ Ὀρθόδοξοι.
Μετὰ θέλουμε «πράσινη θεολογία»! Πράσιν᾽ ἄλογα («Πράσσειν ἄλογα») καλύτερα.

, , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ τῆς Θεοτόκου;

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2004,
σελ. 91-99

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὶς 25 Μαρτίου εἶναι ἡ μόνη Θεομητορική, τὰ γεγονότα τῆς ὁποίας μαρτυροῦνται ἀπὸ βιβλικὸ κείμενο (Λουκ. α΄, 26-38), συγχρόνως δὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη πηγὴ τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου. Δύο παραμέτρους τῆς ἑορτῆς θὰ προσπαθήσουμε ἀρχικῶς νὰ διερευνήσουμε: τὴν ἐποχὴ συστάσεώς της καὶ τὴν αἰτία καθορισμοῦ της στὶς 25 Μαρτίου.

1. Ἡ ἐποχὴ τῆς συστάσεως

.               Ὁ Εὐαγγελισμὸς ἀποτελεῖ τὸ σωτηριῶδες γεγονὸς τῆς ἀναγγελίας καὶ συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Εἶναι σφάλμα νὰ ταυτίζουμε τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὴν ἑορτή. Ἡ διήγηση τοῦ κατὰ Λουκᾶν εἶναι παροῦσα στὰ ἀρχαιότερα Σύμβολα τῆς πίστεως (ἤδη ἀπὸ τὸ 2ο αἰ.), καθὼς καὶ στὶς παλαιοχριστιανικὲς παραδόσεις, σὲ ἐποχή, ὅμως, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, κανόνα τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἱεροῦ γεγονότος στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἑορτολογικὴ θεσμοθέτηση.
.               Σύνηθες, ἐπίσης, φαινόμενο στὴν ἑορτολογία ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς προελεύσεως μιᾶς ἑορτῆς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ναοῦ σχετικοῦ μὲ τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγ. Ἑλένη εἶχε ἀνεγείρει βασιλικὴ στὴ Ναζαρέτ, ἐκεῖ ὅπου κατὰ τὴν παράδοση βρισκόταν ὁ οἶκος στὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ὁ Εὐαγγελισμός. Εἶναι προφανὲς ὅτι περὶ τὸν ναὸ αὐτὸ θὰ εἶχε διαμορφωθεῖ κάποια τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία (τιμὴ) ὅμως δὲν συνιστοῦσε θεσμοθετημένη ἡμερολογιακῶς ἑορτή, ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ὕπαρξή της θὰ ἐξαντλεῖτο στὰ ὅρια τῆς πόλεως. Ἄν ὄχι γιὰ τὸν συγκεκριμένο τόπο, φαίνεται πάντως ὅτι στὴ Ναζαρὲτ ὑφίστατο τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τῆς βυζαντινῆς βασιλικῆς, ὅπου ἀνακαλύφθηκε στήλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦσαν χαραγμένες οἱ λέξεις «χαῖρε Μαρία».
.               Ἐφ᾽ ὅσον οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ἐπισυμβαίνουν διαρκοῦντος τοῦ 4ου αἰ., τὸ ἐνδιαφέρον μας στρέφεται πρὸς τὴ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰ., στὴν ὁποία καταγράφονται ἑορτὲς τῶν Ἱεροσολύμων καί, εὐρύτερον, τῆς χριστιανικῆς Παλαιστίνης: τὸ Ὁδοιπορικὸ τῆς Αἰθερίας. Ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία καταγράφει ἀναλυτικότατα ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες. Ἐὰν ἡ περὶ τὴ βασιλικὴ τῆς Ναζαρὲτ τιμὴ τῆς Θεοτόκου εἶχε θεσμοθετηθεῖ ἡμερολογιακῶς, ἡ Αἰθερία θὰ ἀναφερόταν ὁπωσδήποτε. Ὅπως, ὅμως, προαναφέρθηκε, ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς Αἰθερίας ἐλλείπει τὸ τμῆμα τῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων περιόδου. Θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ ἐν λόγῳ τμῆμα κάποια ἑορτὴ τιμῆς τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου; Σὲ παρόμοια ὑποψία μᾶς εἰσάγει ὁ Θεόδωρος Πέτρας, ὁ ὁποῖος βιογραφώντας περὶ τὸ 530 τὸν Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη ἀναφέρει ὅτι, κατὰ περίοδον, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῆς Θεοτόκου μνήμην ἐπιτελοῦμεν, ἀναφερόμενος ἐμμέσως σὲ Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ὁδήγησε κάποιους νὰ ὑποστηρίξουν –ὄχι χωρὶς ἐρείσματα– ὅτι ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς τιμὴ τοῦ γεγονότος τῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν συνυφασμένη μὲ τὴ Γέννησή του, προφανῶς δὲ ἡ ἀπὸ τοῦ 4ου αἰ. καὶ ἐκ τῆς βασιλικῆς τῆς Ναζαρὲτ προελθοῦσα τιμὴ τῆς Θεοτόκου θὰ πρέπει νὰ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσή της (ἐὰν δηλαδὴ ἐτελεῖτο πρὸ ἢ μετὰ τὰ Χριστούγεννα).
.               Μελετώντας τὶς ἑορτὲς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας μετὰ ἀπὸ τὸν 4ο αἰ., ὁ A. Baumstark ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖ ὑφίστατο ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ πρὸ τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Ἀντιόχεια ἐδέχετο τὴν ἄμεση ἐπίδραση ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ὡς πρὸς τὴ Λατρεία. Θὰ ἦταν, ἑπομένως, ἀπολύτως νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ παλαιότερος ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ περιβάλλον τῆς Παλαιστίνης τοποθετεῖται κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο. Ὁ M. Jugie ἀπέδειξε ὅτι τὸ ἴδιο ἴσχυε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐνῶ τὸ ἴδιο διαπιστώνουμε σὲ μεταγενέστερα ἑορτολόγια τῆς Δύσεως (ὅπως τὸ Μοζαραβικὸ καὶ τὸ Ἀμβροσιανὸ), σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοποθετεῖται στὶς 18 Δεκεμβρίου.
.               Περὶ τοῦ θέματος ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογηθοῦν δύο ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες θεομητορικὲς Ὁμιλίες ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ἀμφότερες τοῦ 5ου αἰ.: πρόκειται περὶ τῆς Ὁμιλίας Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον τοῦ ἱεροσολυμίτη πρεσβυτέρου Χρυσίππου (†πρῶτο ἥμισυ 5ου αἰ.) καθὼς καὶ περὶ τῆς ἀντίστοιχης Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον καὶ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τοῦ Θεοδότου Ἀγκύρας (†438-446). Ὁ ἐν λόγῳ Θεόδοτος ὑπῆρξε ἐξέχον μέλος τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἑπομένως ἐκ τῶν Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν περὶ Θεοτόκου ὀρθόδοξη διδασκαλία. Στὴν Ὁμιλία του μᾶς προϊδεάζει ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο περὶ συναφείας κάποιων γεγονότων περὶ τὴν «ἁγία Μαρία» (ἐπεξηγεῖ σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ τῶν γεγονότων τοῦ Εὐαγγελισμοῦ) καὶ τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρίς, ἑπομένως, νὰ παρέχει πληροφορίες γιὰ ἰδιαίτερη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑποδηλώνει ὅτι τὰ δύο γεγονότα (Εὐαγγελισμὸς καὶ Χριστούγεννα) ἑορτάζονταν μὲ χρονικὴ ἐγγύτητα.
.               Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρύσιππος συνδέει τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὰ Χριστούγεννα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸν κατάλληλο χρόνο συναφείας μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Μαζὶ μὲ τὸν Θεόδοτο Ἀγκύρας ἀπηχοῦν τὴν παλαιὰ παράδοση περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ συνάφεια μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ (Εὐαγγελισμὸς) καὶ ἡ Γέννησή Του εὑρίσκοντο στὸ σύνδεσμο δύο ἀλληλοδιαδόχων γεγονότων. Καὶ ἐνῶ ἡ λογικὴ θὰ ἐτοποθετοῦσε τὴ σύλληψη ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς Γεννήσεως, αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ἴσχυε κατὰ τὰ πρῶτα στάδια ἐπιτελέσεως τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ ἀπετέλεσε μεταγενέστερη ἑορτολογικὴ παράμετρο.
.               Τὰ συμπεράσματα περὶ ἑνὸς ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο διαρκοῦντος τοῦ 4ου-5ου αἰ. ἀμφισβήτησε ὁ Dom Cabrol. Παρατηρώντας τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῆς Αἰθερίας (τέλη 4ου αἰ.) σὲ τέλεση Λειτουργίας στὴ Βηθλεὲμ –καὶ συγκεκριμένως στὸ σπήλαιο τῆς Γεννήσεως– κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναλήψεως, διετύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συνεορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, μὴ μαρτυρουμένου κατὰ τρόπο ἄμεσο ὑπὸ τῆς Αἰθερίας. Τὸ συμπέρασμα τοῦ Cabrol στερεῖται τεκμηριώσεως, πολὺ περισσότερο ἐφ᾽ ὅσον ἡ Αἰθερία δὲν συνηθίζει νὰ ἀποκρύπτει ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες, οἱ ὁποῖες ὑφίσταντο. Πουθενά, ἄλλωστε, κατὰ τοὺς 4ο καὶ 5ο αἰ. δὲν μαρτυρεῖται ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν περίοδο τῆς ἀνοίξεως (περίπου τότε τοποθετεῖται ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως), παρὰ μόνο στὴν ἑορτολογικὴ παράδοση τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὀνομάζεται «Ἀβεδούκ» καὶ τελεῖται στὶς 7 Ἀπριλίου, ἐννέα μῆνες δηλαδὴ πρὸ τῶν Θεοφανείων (ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἀρμενικὴ παράδοση).
.                Μικρὴ σύνοψη ὅλων τῶν παραπάνω: Μετὰ τὴν ἀνέγερση ναοῦ στὴ Ναζαρὲτ ἀπὸ τὴν ἁγ. Ἑλένη ἐνεργοποιεῖται ἡ τιμὴ τοῦ γεγονότος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπάρχει ἀκόμα συγκεκριμένος κατ᾽ ἔτος ἑορτασμός. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι παρόμοιος ἑορτασμὸς συνδυάζεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, χωρὶς ὅμως πάλι νὰ γίνεται λόγος «expressis verbis» περὶ ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ 51ος κανόνας τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (4ος αἰ.) ἀπαγορεύει τὴν τέλεση Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴ Μ. Τεσσαρακοστὴ σὲ ἡμέρες ἑορτῶν, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς). Στὶς ἑορτὲς δὲν γίνεται μνεία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Σὲ ἀναλόγου περιεχομένου ὅμως κανόνα, τὸν 52ο τῆς ἐν Τρούλλῳ (692) καθορίζεται ὅτι «κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν τελεῖται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων». Στὸ χρονικὸ διάστημα μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων (Λαοδικείας καὶ ἐν Τρούλλῳ) θεσμοθετεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. […]
.               Ἡ σαφὴς μαρτυρία –καὶ συγχρόνως ἡ πρώτη χρονολογικῶς– περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν 25η Μαρτίου παρέχεται ἀπὸ τὸ Πασχάλιο Χρονικὸ (624), στὸ ὀποῖο παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἡ ἑορτὴ «συνεστήθη τὴν 25η Μαρτίου ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων». […] Γι᾿αὐτὸ εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρηση τοῦ Δ. Μωραΐτη ὅτι ὑπῆρξε σταδιακὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο δικαιολογεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ Χρονικοῦ περὶ συστάσεως τῆς ἑορτῆς ἀπὸ ποικίλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες. Ἐὰν στὰ δεδομένα αὐτὰ προσθέσουμε τὴν παρατήρηση τοῦ Ἰ. Καλογήρου ὅτι «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς προέλευση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ σχετικοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ Μελωδοῦ», θέση τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐξειδικευμένη μελέτη τοῦ Fletcher, θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὴ θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς κατὰ τὴν 25η Μαρτίου στὸ μεταίχμιο 6ου-7ου αἰ.

2. Ἡ ἡμερομηνία τῆς 25ης Μαρτίου

.               Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, ὅταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐμφανίζεται στὴ Ρώμη περὶ τὸν 7ο αἰ., λαμβάνει τὸν τίτλο «Annunciatio Domini» («ἀναγγελία τοῦ Κυρίου»). Ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ἐνδεικτικὸς τοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς, ὅτι δηλαδὴ ἑορτάζεται ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ἡ ἀναγγελία τῆς μετὰ ἐννεάμηνο Γεννήσεώς Του.
.               Ἐπισημάναμε τὴν παραπάνω διάσταση διότι ἀποτελεῖ τὴν αἰτία καθορισμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Εὔλογο εἶναι, ἑπομένως, ἕνα πρῶτο συμπέρασμα ὅτι, μετὰ τὸν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. καθορισμὸ τῶν Χριστουγέννων τὴν 25η Δεκεμβρίου ὑπολογίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον σύλληψις τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός. Οὐδόλως, ἑπομένως, ἐκπλησσόμαστε ἀπὸ τὴ μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐτελεῖτο στὶς 8 Ἀπριλίου τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου (25η Μαρτίου τοῦ Γρηγοριανοῦ). Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ παγιώνεται, ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχε διαδοθεῖ ὁ ἑορτασμός. Φαίνεται ὅτι ὑφίστανται τελικῶς τρία στάδια διαμορφώσεως τῆς ἑορτῆς: ἡ παλαιοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο καὶ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της, ὁ καθορισμὸς τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμέρας συλλήψεως τοῦ Κυρίου, ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς κατὰ τὸν 4ο αἰ. καθορισθείσας στὶς 25 Δεκεμβρίου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί, τέλος, ἡ ὁριστικὴ θεσμοθέτηση καὶ διάδοση τῆς ἑορτῆς στὰ τέλη τοῦ 6ου-ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰ.

βλ. σχετ.:

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

 ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ τῆς Θεοτόκου;

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς

.               Ἡ κατὰ τὴν 8η Σεπτεμβρίου τελoυμένη ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου μαρτυρεῖται συνοπτικῶς στὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου. Σύμφωνα μὲ παλαιὰ παράδοση, ἡ πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ὁποία γεννήθηκε, εὑρισκόταν κοντὰ στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά, στὴν πύλη εἰσόδου τῶν ποιμνίων στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συντελέστηκε τὸ θαῦμα θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ (Ἰω. 5, 1-19). Ἡ παράδοση αὐτὴ εἶναι γνωστὴ καὶ κατὰ τὸν 9ο αἰ., ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ 198e2a07-143a-4879-a3bc-02fbbffa5f28Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν μήτηρ Θεοῦ ἐν ἁγίᾳ προβατικῇ.
.               Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., στὸν τόπο τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας κτίστηκε μία Ἐκκλησία χωρὶς σχέση μὲ τὴν Θεοτόκο. Ἕνα αἰώνα ἀργότερα, στὸ ναὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ τιμᾶται τὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, λόγῳ τῆς ἐγγύτητάς του μὲ τὴν πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καὶ μαρτυρεῖται ὡς ναὸς τῆς «κυρίας Θεοτόκου». Ἡ συνάφεια τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας μὲ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἐμπερικλείει καὶ μία μεταφορικὴ ἀναλογία, ἐφόσον ἡ ἐν λόγῳ κολυμβήθρα ἀποτελοῦσε πηγὴ ἰάσεων, ἐνῶ ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ γεγονὸς προξενήσεως τῆς σωτηρίας.
.               Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ ἔναρξη τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἡμερομηνία τῆς 8ης Σεπτεμβρίου δὲν διερευνᾶται εὐκὀλως. Πρόκειται ἆραγε περὶ ἡμερομηνίας ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ ἤ περὶ συμβολικῆς ἡμερομηνίας, ἡ ὁποία ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους κατὰ μήνα Σεπτέμβριο; Στὴν ἱστορία τῶν ἑορτῶν δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ ἑορτῶν μὲ ἀφορμὴ κάποια ἡμερομηνία ἐγκαινίων ναοῦ· ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅμως, ἐλλείπουν παντελῶς σχετικὲς μαρτυρίες. Ἀντιθέτως, ὑπάρχει μαρτυρία Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (†1220) περὶ τοποθετήσεως τῆς ἑορτῆς στὶς ἀρχὲς Σεπτεμβρίου, ὥστε νὰ εὐλογηθεῖ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος μὲ τὸ νὰ εἶναι, ἡ Θεοτόκος, ἡ ἀρχὴ (Σεπτέμβριος) καὶ τὸ τέλος (Αὔγουστος, ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως) τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
.             Ἐκ τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτὴ εἰσήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 7ο αἰ. Ἡ πρώτη μαρτυρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εὑρίσκεται στὸ Πασχάλιο χρονικό. Φαίνεται ὅτι εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ὁποῖος ἔφθασε ἐκεῖ τὸ 685 μ.Χ. προερχόμενος ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τόπο γενέσεως καὶ ἰσχύος τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἑορτὴ τῆς Ἀνατολῆς, ἐν ὅσῳ στὴ Δύση ἐπεκράτησε μετὰ τὸ 10ο αἰ., ἂν καὶ ὁ συριακῆς καταγωγῆς πάπας Σέργιος τὴν εἶχε εἰσαγάγει στὴ Ρώμη περὶ τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία τῆς Ἀνατολῆς, πάντως, ἔδειξε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῆς ἑορτῆς, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ Γενέσιο εἶχε λάβει μεγάλες ἑορτολογικὲς διαστάσεις ἤδη καὶ ἐκτὸς Ἱεροσολύμων.

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)

Ἡ δημιουργία τῆς ἑορτῆς τς Κοιμήσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν:
«Οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας»,
κδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002,
σελ. 119-134

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν

.               (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν περὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
.               Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγῳ κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

.               (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τ γεγονς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου εχε μεγάλη σημασία γι τν κκλησιαστικ παράδοση, μ ποτέλεσμα τν πεξεργασία του σ διάφορες πόκρυφες παραδόσεις.

2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου

.                 Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
.               Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου.
.               Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
.               Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στἹεροσόλυμα

.               Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα. Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
.               Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
.               Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τ ν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει ν πετέλεσε τν πρτο συγκεκριμένο τόπο τιμς πρς τ Θεοτόκο στς ρχς το 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς Θεοτόκου; (παρὰ τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν)-2

, , ,

Σχολιάστε