Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἑξομολόγηση

ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -2

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ
[Β´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ π. Ἀρσένιος»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1998, σελ. 112-123.

Μέρος Α´: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -1

.               Στὴν ἐξομολόγησή του ὁ Μιχαὴλ δίκαζε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν δίκαζε αὐστηρά, ἀνελέητα. Μερικὲς φορὲς ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἔβλεπε κάποιον ἄλλον νὰ πεθαίνει, καὶ αὐτὸν ἀκριβῶς δίκαζε.
.               Ὁ π. Ἀρσένιος, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἔβλεπε τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ σὰν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μὲ ταλαιπωρίες καὶ θλίψεις, παλιὲς καὶ πρόσφατες, ἕνα καράβι ποὺ ἔφευγε πιὰ γιὰ τὴν μακρινὴ χώρα τῆς λησμοσύνης.
.               Τώρα δὲν τοῦ ἔμενε παρὰ νὰ πετάξει ἔξω ὅλα τ’ ἄχρηστα, ἢ μᾶλλον νὰ τ’ ἀποθέσει στὰ χέρια τοῦ ἱερέα, πού, μὲ τὴν θεόσδοτη ἐξουσία του, θὰ τοῦ προσέφερε τὴν ἄφεση.
.               Στὶς λίγες στιγμὲς ζωῆς ποὺ τοῦ ἀπέμεναν, ὁ μοναχὸς Μιχαὴλ ἔπρεπε νὰ τὰ παραδώσει ὅλα στὸν π. Ἀρσένιο, νὰ ὁμολογήσει τὰ σφάλματά του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀναγνωρίσει τὶς ἁμαρτίες του, κι ἔτσι, μὲ καθαρὴ τὴν συνείδηση, νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ κριτήριο τοῦ Κυρίου.
.               Ἕνας ἀκόμα κρατούμενος πέθαινε στὰ χέρια τοῦ π. Ἀρσενίου, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι στὸ παρελθόν. Αὐτὸς ὁ θάνατος ὅμως τὸν συγκλόνισε ὅσο κανένας ἄλλος. Μὲ δέος συνειδητοποίησε, ὅτι τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὸν ἀξίωσε νὰ ἐξομολογήσει ἕναν ἅγιο. Ὁ Κύριος τοῦ ἀποκάλυπτε ἕναν ἀνεκτίμητο θησαυρό Του, ἕναν θησαυρὸ ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ καὶ μὲ πολλὴ ἀγάπη καλλιεργοῦσε μυστικά, δείχνοντας σὲ ποιὲς κορυφὲς πνευματικῆς τελειότητας μπορεῖ νὰ φτάσει ὅποιος Τὸν ἀγαπάει ἀπεριόριστα, ὅποιος σηκώνει τὸν ζυγὸ καὶ τὸ φορτίο τοῦ Χριστοῦ, βαστάζοντάς τα ὣς τὸ τέλος.
.              Ὅλ’ αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ καταλάβαινε. Ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἑτοιμοθάνατου μοναχοῦ του ἔδειχνε, πὼς ἕνας ἄνθρωπος μὲ βαθειὰ πίστη μπορεῖ νὰ μείνει κοντὰ στὸν Θεὸ ἀκόμα καὶ κάτω ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίξοες περιστάσεις, ἀκόμα καὶ σὲ καιροὺς τόσο χαλεποὺς ὅσο καὶ οἱ δικοί τους, μὲ τοὺς ἐπαναστατικοὺς ἀναβρασμούς, τὴν σταλινικὴ προσωπολατρία, τὶς προβληματικὲς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴν ἐπίσημη κρατικὴ ἀθεΐα, τὸ γενικὸ ποδοπάτημα τῆς πίστεως, τὴν ἠθικὴ κατάπτωση, τὴν διαρκῆ ἀστυνόμευση καὶ τὶς καταδόσεις, τὴν ἔλλειψη πνευματικῶν ὁδηγῶν.
.               Μήτε σὲ σκήτη μήτε σὲ μοναστήρι μακρινὸ συνάντησε ὁ Μιχαὴλ τὸν Θεό, ἄλλα μέσα στὴν τύρβη τῆς ζωῆς, στὴν λάσπη τοῦ κόσμου, στὴν σκληρὴ πάλη μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Συστηματικὴ πνευματικὴ καθοδήγηση δὲν εἶχε δεχτεῖ. Συμπτωματικὰ μόνο εἶχε συναντήσει τρεῖς-τέσσερις ἱερεῖς καὶ εἶχε μιλήσει μαζί τους γιὰ πνευματικὰ θέματα. Γιὰ ἕνα χρόνο ἐπίσης εἶχε στενὴ καὶ εὐφρόσυνη ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ποὺ τὸν ἔκειρε μοναχό. Ἀκολούθησαν δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ἐπισκόπου. Κι ὕστερα δὲν ἀπόμεινε στὸν Μιχαὴλ παρὰ μόνο ὁ φλογερός, ὁ ἀπερίγραπτος πόθος του νὰ πλησιάζει ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Κύριο.

–Ἀκολούθησα ἆραγε τὸν δρόμο τῆς πίστεως; Πορευόμουνα σωστὰ πρὸς τὸν Θεό; Ἢ μήπως λοξοδρόμησα; Δὲν ξέρω…, ἀναρωτήθηκε μὲ ἀγωνία.

.               Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε, πὼς ὄχι μόνο δὲν εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλ’ ἀπεναντίας εἶχε προχωρήσει πολὺ σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο, ξεπερνώντας καὶ τοὺς ὁδηγούς του.
.               Ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ ἔμοιαζε μὲ πόλεμο, πόλεμο πολύχρονο γιὰ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωση μέσα στὴν μεγάλη θλίψη τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ ὁ π. Ἀρσένιος διαισθανόταν, ὅτι ὁ ἀγωνιστὴς μοναχὸς εἶχε νικήσει σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ποὺ ἔκανε μόνος ἐνάντια στὸ πολύμορφο κακό. Ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἀφοσιώθηκε στὴν ἐπιτέλεση καλῶν ἔργων στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Εἶχε κλείσει μέσα στὴν καρδιά του σὰν ἀναμμένη λαμπάδα τὰ ἀποστολικὰ λόγια: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ». (Γαλ. ϛ´ 2)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ -3

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –5 («Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τῶν Ἰουδαίων».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Ε´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/


Δ´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

Θαῦμα τοῦ Παραλυτ.               «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἴνα μὴ χεῖρον σοὶ τί γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαίρα, στὴν πνευματική του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ πάψει ν’ ἁμαρτάνει, «ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
.               Δὲν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Γνωρίζουμε πς κάθε μαρτία, γι τν ποία δν χουμε μετανοήσει, ργ γρήγορα θ προκαλέσει πόνο, θ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μὴν ἐξακολουθεῖς νὰ πειράζεις τὸν Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντὶ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τὴ δικαιοκρισία Του. Ἂν κατόρθωσες νὰ δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκῆ γνώση γιὰ τὴν δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δικαιολογία.
.               Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας, πὼς ἂν γιὰ μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας, δὲν πρέπει νὰ ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.
.               «Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν. ε´ 15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στοὺς Ἰουδαίους πὼς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ρωτήσανε γιὰ τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πὼς ἦταν καλὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς τὸ ὄφειλε αὐτὸ στὸν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νὰ γνωρίσει τὸ ὄνομά του στοὺς ἄλλους, νὰ τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τὸ μόνο, ποὺ σκεφτόταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἦταν οἱ πόνοι του. Οὔτε νὰ φανταστεῖ δὲν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων ποὺ ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποψιαστεῖ πὼς ἐκεῖνοι δὲν ρωτοῦσαν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δὲν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
.               Πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ποὺ τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου. Σ’ αὐτὲς τὶς περίεργες στιγμές, ἐκεῖνος ἴσως δὲν καταλάβαινε τὴν διαφορὰ τοῦ τρόπου ποὺ σκέφτονταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς μεταδίδει τὴν δική του ἐκδοχή, τὶς μεγάλες καὶ εὐχαριστήριες σκέψεις γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατηρήσει τὴν στενομυαλιὰ καὶ τὶς πονηρὲς διαθέσεις τους, ποὺ κρύβονταν ὅπως τὰ φίδια κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεσή του ἦταν νὰ δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νὰ τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. ε´ 16). Γιατί θελαν ν τν σκοτώσουν; Μήπως πειδ ταν μοναδικς νθρωπος πο πρόσεξε τὸν δυστυχ παράλυτο τ τριάντα κτ ατ χρόνια; Μάλιστα, γι’ ατό. λλ κα γι ναν λλο λόγο. πειδ Κύριος ταν μοναδικς νθρωπος πο δωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζω νς νθρώπου, π τν τυπολατρία το σαββατισμο τν ουδαίων.
.               Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὣς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιὰ νὰ δείξει τὴν μεγαλωσύνη Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νὰ νικήσει τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατό Του. Αὐτῷ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοῦς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ” ΑΝΘΡΩΠΟΣ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξομολογηθεῖ ποτὲ στὴ ζωή μου, διότι δὲν ἔχω ἁμαρτίες»!)

Ποιός εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος;

 Ἀρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπαιδινὸς

(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
στὴν Ἄλμπα Ἰούλια  τῆς Ρουμανίας τὸ 2004)

.          Θέλω σήμερα, νὰ θίξω στὴν ἀγάπη σας ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο ἴσως τὸ ἔχετε ξανακούσει, ἴσως τὸ ἔχετε διαβάσει, ἀλλὰ ἴσως καὶ δὲν τὸ ἔχετε σκεφθεῖ ποτέ.
.          Ξεκινῶ μὲ μία ἐρώτηση. Ποιός εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος; Σήμερα ὑπάρχει μία μεγάλη παρεξήγηση γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Πολλὲς φορὲς ἀκούω, ὅτι πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὰ γράμματα καὶ τὶς τέχνες, τὴν μουσική, τὴν ζωγραφική, τὴν ἀκαδημαϊκὴ γνώση, μὲ μία καλαισθητικὴ εἰκόνα ἑνὸς τοπίου. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴν θέση τους, εἶναι ἀξιόλογοι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι λάθος νὰ λέγονται “πνευματικοὶ ἀνθρωποι”. Μποροῦσαν νὰ λέγονται, ὁτιδήποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ πνευματικοὶ ἄνθρωποι.
.          Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμὸ τῶν ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, εἶναι «πεπληρωμένος», δηλαδὴ γεμάτος, μὲ Πνεῦμα Ἅγιο. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐντασσόμενος στὴν Ἐκκλησία, ἀκολουθεῖ πιστὰ τὶς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Πατέρων, τηρώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ δόθηκαν διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου· εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἀναπνέει συνεχῶς τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον».
.          Προτιμότερη τῆς ἀναπνοῆς εἶναι ἡ προσευχή. Ἐκεῖνος, ποὺ κάνει ἕνα σταυρὸ κάθε βράδυ, δὲν ἔχει μάθει νὰ προσεύχεται. Ἡ προσευχή, ὅπως γράφουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, εἶναι τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος, ποὺ θέλει νὰ γίνει πνευματικὸς ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἀναπνέει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, κατὰ ἕνα τρόπο, συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτο. Πρέπει νὰ μάθει, τὰ μυστικὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καὶ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ προσευχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους, τοὺς στύλους καὶ οἰκουμενικοὺς διδασκάλους τῆς Ὀρθοδοξίας, λέγει τὸ ἑξῆς. Γιὰ νὰ καταλάβεις πόσο ἀγαπᾶ κάποιος τὸν Θεό, μὴν τὸν ρωτήσεις εὐθέως, ἂν ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Ρώτησέ τον, μὲ ἕναν ἔμμεσο τρόπο, πόση ὥρα προσεύχεσαι; Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ θὰ σοῦ δώσει, θὰ καταλάβεις κατὰ πόσον καὶ μέχρι πόσο, ἀγαπᾶ τὸν Θεό.
.          Αὐτὸ εἶναι ποὺ λείπει σήμερα ἀπὸ  πολλοὺς χριστιανούς! Καθησυχάζουν τὴν συνείδησή τους, κάνοντας ἕνα σταυρὸ κάθε βράδυ, καὶ ἂν θυμηθοῦν, καὶ τὸ πρωί. Πηγαίνουν καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὅποτε θυμηθοῦν, ὅταν ἔχουν κάποιο μνημόσυνο ἢ κάποιο γάμο ἑνὸς συγγενοῦς τους, ἤ, κάποια βάπτιση  ἐνός  φίλου  τους.  Τότε  παρευρίσκονται  στὸν Ναό, καὶ παρουσιάζονται, ὡς θρησκευόμενοι ἄνθρωποι· ὅτι εἶναι ἄνθρωποι ποὺ ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία. Πόσο ὑστεροῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ λένε, ὅτι ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ λησμονοῦν νὰ κάνουν τὴν καρδιά τους, ναὸ τοῦ Θεοῦ; Καὶ γίνεται ἡ καρδιά μας ναὸς τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ἐργαζόμαστε τὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ εἶναι «ὁ θερισμὸς» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἐὰν σπείρουμε, στὸ χωράφι τῆς ζωῆς μας, τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ, τὸν θεῖο ἔρωτα, τὴν ἀφοσίωση στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ντολς το Χριστο δν εναι δέσμευση, δν εναι στέρηση τς λευθερίας μας, λλ εναι φάρμακα γι τν πνευματική μας θεραπεία. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ἀληθινὰ πνευματικός, νὰ συνειδητοποιήσει τὶς πολλὲς ἐλλείψεις ποὺ ἔχει, τὰ πολλὰ λάθη ποὺ κάνει, τὶς πολλὲς ἁμαρτίες ποὺ διέπραξε· πρέπει νὰ περάσει ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. πνευματικς νθρωπος, πρέπει ν βλέπει συνεχς κα νποπτεύει τ νοήματα τς καρδίας του κα τς διαθέσεις του, ἐὰν εναι βυθισμένες στ ποτήρι τς «ν Χριστ» ζως.
.           Πόσο λυπήθηκα, ὅταν συνάντησα στὸ Ἅγιον Ὅρος ἕναν ἄνθρωπο, πολὺ ἀξιόλογο κοινωνικά, ὁ ὁποῖος βοηθοῦσε ἀρκετοὺς συμπολίτες του· ἦταν μεγάλος ἐπιχειρηματίας. Ὅταν ἦλθε στὴ Μονή μας, κάθισα νὰ μιλήσω λίγο μαζί του. Τοῦ εἶπα ὅτι τώρα ποὺ ἦλθες στὸ Ἅγιον Ὄρος πρέπει νὰ ἐξομολογηθεῖς. Καὶ μοῦ ἀπαντᾶ: «Ἐγὼ δὲν ἔχω ἐξομολογηθεῖ ποτὲ στὴ ζωή μου, διότι δὲν ἔχω ἁμαρτίες». Καὶ ἄρχισε ὁ δυστυχὴς νὰ μοῦ ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του. Ὅτι «ἐγὼ εἶμαι ὁ καλύτερος ἄνθρωπος, ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο, καὶ ὅπου πάω μὲ σέβονται.  Ὅταν πάω σὲ διάφορους δημοσίους χώρους στέκονται οἱ ἄνθρωποι καὶ μὲ εὐλαβοῦνται· μὲ ἐκτιμᾶ ὅλος ὁ κόσμος». Καὶ ἄρχισε νὰ συγκινεῖται καὶ νὰ κλαίει καὶ νὰ μοῦ λέει, «σὰν ἐμένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἄνθρωπος στὸ κόσμο». Δὲν σᾶς κρύβω ὅτι λυπήθηκα πάρα πολύ. Τοῦ μίλησα μετά, ἐπίτηδες λίγο αὐστηρά, καὶ τοῦ εἶπα ὅτι, ἐσὺ ἀδελφέ μου, ξέρεις πῶς εἶσαι; Ἔχεις δεῖ κάποιον ποὺ ἔπαθε ἐγκεφαλικὸ καὶ ἔχει ἡμιπληγία, καὶ τὸ μισό του σῶμα δὲν τὸ αἰσθάνεται; Καὶ πολλὲς φορὲς τὸν τρυποῦν μὲ τὴ βελόνα καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει;  Ἔτσι καὶ σύ, πάσχεις ἀπὸ μία πνευματικὴ ἀναισθησία. Ἄρχισε νὰ μὲ βλέπει μὲ ἀπορία· μὲ κοίταζε μὲ κάποια πρωτόγνωρα αἰσθήματα γι’ αὐτόν, καὶ μετά, μέσα στὴ  ἀπορία ποὺ μὲ κοίταζε, τοῦ λέω· θὰ σὲ ἐρωτήσω μερικὲς ἐρωτήσεις καὶ νὰ μοῦ ἀπαντήσεις εἰλικρινά. Λές, ὅτι, δὲν ἔκανες ἁμαρτίες στὴ ζωή σου. Πόσες ἐκτρώσεις ἔκανες στὴ ζωή σου; Μόλις τοῦ τὸ εἶπα κατάλαβα ὅτι τὸν ἔπιασε ἕνας ἱδρώτας, μία ἐσωτερικὴ ἀνησυχία, καὶ ἄρχισε νὰ εἶναι σκεπτικός. Καὶ μέσα στὴ σκέψη  καὶ τὴ λύπη του, μοῦ ἀπάντησε ὅτι, «στὴ ζωή μου ἔκανα δώδεκα ἐκτρώσεις». Ἔκανες δώδεκα φόνους.  Και εἶσαι ἐσὺ ὁ φονιὰς τῶν παιδιῶν σου. Μόνο γι’ αὐτό, μόνο γι’ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία, ἔπρεπε νὰ ζεῖς σὲ μία συνεχῆ μετάνοια, σὲ μία συνεχῆ ταπείνωση, ὄχι νὰ διαφημίζεις τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ «ἐν τῷ κρυπτῷ», νὰ ζητᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
.          Πραγματικά, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν καλὴ ὕλη, δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι, ἐξομολογήθηκε μόλις τοῦ εἴπαμε καὶ τοῦ ἀναλύσαμε, τί σημαίνει ἁμαρτία, ἐγκολπώθηκε ὅλη τὴ διδασκαλία ποὺ τοῦ δώσαμε, καὶ σήμερα, συνεχίζει νὰ βοηθᾶ τοὺς συμπολίτες του, ἀλλά, ὑπὸ μία ἄλλη θεώρηση. Ξέρει τί σημαίνει ἁμαρτία, ξέρει τί σημαίνει τακτικὸς ἐκκλησιασμός, ξέρει τί σημαίνει προσευχή. Κάθε μέρα, ἔχει «τυπικὸ» καὶ σηκώνεται ἀπὸ τὶς 5.30 μέχρι τὶς 6.30, καὶ νὰ προσεύχεται μία ὥρα μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τὸ βράδυ, πρὶν νὰ κοιμηθεῖ, κάνει τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμούς, καὶ κάνει μισὴ ὥρα εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἔρχεται στὸ Ἅγιον Ὅρος, καὶ ὅταν συναντώμεθα, κλαίει συνεχῶς. Δὲν κλαίει ἀπὸ συναισθηματισμό, ἢ ἀπὸ κατάθλιψη, ἀλλά, ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του. Λέει: «πῶς πέρασα τόσα χρόνια μέσα στὴν τύφλωση, μέσα στὴν ἄγνοια, ποὺ ἔκανα τὶς “ἐλεημοσύνες” καὶ ἐκόμπαζα, καὶ μοῦ ἄρεσε νὰ μὲ χειροκροτοῦν, νὰ μὲ ἐπαινοῦν, νὰ μὲ σέβονται; Ὅμως, μέσα μου εδα τι, εμαι νας κενς νθρωπος, χωρς πνευματικ προζύμι, χωρς πνευματικὴ σορροπία, λλγόμουν κα φερόμουνπ τ πάθη τς περηφάνειας, τς νθρωπαρέσκειας, κα συνεχς, βλεπα τν αυτό μου κα τν καμάρωνα, τι μουν καλύτερος νθρωπος».
.          Ὅταν μέσα μας, ἀρχίζει νὰ κατασκηνώνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ πρῶτο ποὺ μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς κατηχεῖ, εἶναι νὰ γνωρίσομε τὴν δική μας ἀσθένεια, νὰ γνωρίζομε τὰ δικά μας λάθη, νὰ γνωρίζομε, μὲ πᾶσαν ἀκρίβεια, τὶς ἀπροσεξίες ποὺ κάναμε καὶ ποὺ κάνομε, καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ εἴμαστε αὐστηροὶ στὸν ἑαυτό μας καὶ ἐπιεικεῖς στοὺς ἄλλους. Πραγματικά, ὁ νθρωπος πο δέχεται τ Πνεμα τὸ γιο, δέχεται ατ τὴν χάρη τόσο ντονα, ποὺ γαπ τος νθρώπους πως εναι, καὶ χι πως θέλει ατς ν εναι. χει σημασία, ν νόματι το Χριστο, ν δεχόμαστε λους τος νθρώπους πως εναι, διότι ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει: «εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ἡμᾶς ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι». Διότι ὁ ἐμπαθὴς ἄνθρωπος, ὁ ἁμαρτωλός, αὐτὸ κάνει. Ἀγαπᾶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαπᾶ. Ἐκτιμᾶ αὐτὸν ποὺ τὸν ἐκτιμᾶ. Ἀλλά, πρέπει νὰ ξέρομε ὅτι, ἡ ἐμπαθὴς ἐκτίμηση καὶ ἡ ἐμπαθὴς ἀγάπη, εἶναι ἀπολύτως, ἔκφραση τοῦ ἐγωισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος κάνει, δρᾶ καὶ ἐργάζεται, ὑλοποιώντας τὸν ἐγωισμό του, αὐτός, ἀποτυγχάνει στὴ ζωή του, διότι τὰ ἔργα ἐξωτερικὰ μπορεῖ νὰ φαίνονται καλά, ἀλλὰ εἶναι πρὸς τὸ «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», καὶ ὁ Θεός, δὲν παίρνει τίποτε ἀπὸ αὐτά.

.          Γι’ αὐτὸ σήμερα, τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι μπερδεμένοι, τὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι συγχυσμένοι, καὶ δὲν ἔχουν τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, μέσα τους, εἶναι γιατί δὲν ἐργάζονται, κατὰ τρόπο Πατερικό, τὴν πνευματικὴ ζωή, ἀλλά, τὴν ἐργάζονται κατὰ τρόπον ἰδιόρρυθμο, δηλ. ὅπως ὁ καθένας νομίζει καὶ ἐκτιμήσει, τί εἶναι ἡ πνευματικὴ ζωή. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μεγάλο λάθος. Ἂς πάρουμε μία εἰδικότητα, σ’ αὐτὴ τὴν ζωή, πάνω στὰ ὑλικὰ καὶ κτιστὰ πράγματα. Ποτὲ δὲν  αὐτοσχεδιάζουμε,  ἀλλὰ ἀκολουθοῦμε  τὶς  ὑποδείξεις τοῦ εἰδήμονος, διδασκάλου καὶ καθηγητοῦ (δηλ. αὐτοῦ ποὺ γνωρίζει). Τότε, ἂν ἀκολουθήσουμε, τὶς ὑποδείξεις καὶ τὶς κατευθύνσεις, τοῦ εἰδικοῦ ἐπιστήμονα, τότε θὰ πάρουμε καὶ τὸ βραβεῖο, τότε θὰ πάρουμε καὶ τὴν γραπτὴ βεβαίωση, ὅτι, ἔχουμε αὐτὸ τὸν τίτλο, καὶ τότε θὰ μᾶς ἀποδεχθοῦν καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅτι, ἔχουμε αὐτὴ τὴν εἰδικότητα. Ἐὰν σ’ αὐτά, τὰ κτιστὰ πράγματα, ἀπαιτοῦνται τέτοιες προϋποθέσεις, γιὰ νὰ μπορέσομε νὰ γίνομε ἀποδεκτοί, πολὺ περισσότερο, στὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ὅπως εἶπα προηγουμένως, τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν.

ΠΗΓΗ: pemptousia.gr 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΡΕΠΕΙ ΠΡΩΤΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;

Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
(ἀρ. τ. 4255, Μάρτιος 2012)
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.    «Διάβασα ὅτι μπορεῖ κάθε Χριστιανὸς νὰ μεταλαμβάνη τὴν θεία Κοινωνία κάθε Κυριακὴ καὶ χωρὶς νηστεία. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνω καλῶς, διότι ὅταν κάθε Κυριακὴ ὁ ἄνθρωπος κοινωνάη, προλαβαίνει τὶς ἁμαρτίες τῆς ἑβδομάδος. Δηλαδή, πᾶς νὰ κάνης μιὰ ἁμαρτία καὶ λές: πῶς θὰ τὴν κάνω αὐτὴ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ τὴν Κυριακὴ θὰ μεταλάβω; Πάρα πολὺ ὡραῖα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μὲ κάνει νὰ ἀπορῶ εἶναι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταλάβης χωρὶς ἐξομολόγηση; Διότι ἔχω ἀκούσει, πὼς ὅταν ἕνας ἄνθρωπος κοινωνάη χωρὶς νὰ ἐξομολογηθῆ, βάζη φωτιὰ στὰ σωθικά του. Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ θερμὰ γράψετέ μου: Πρέπει ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ νὰ ἐξομολογῆται καὶ μετὰ νὰ κοινωνάη;»

.    Ὅπως ἤδη γράψαμε ἡ θεία Κοινωνία προϋποθέτει τὴν ἀνάλογη ψυχικὴ προετοιμασία. Ἐκεῖνο δηλαδὴ ποὺ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτὸν καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω» (Α΄ Κορινθ. ια΄ 28). Πρέπει, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐρευνᾶ προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ ἐξετάζη τὴν συνείδησή του, νὰ τὴν καθαρίζη ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας καὶ μετὰ νὰ προσέρχεται στὴν θεία Εὐχαριστία. Ἰδιαίτερα δὲν νοεῖται νὰ ἔχη κανεὶς μνησικακία, νὰ μὴ συγχωρῆ τὸν ἀδελφό του, τὸν συνάνθρωπό του, νὰ κρατάη στὴν ψυχή του κακία καὶ χωρὶς συνδιαλαγὴ νὰ προσέρχεται καὶ νὰ κοινωνῆ.
.       Ὁ καθαρισμὸς αὐτὸς τῆς ψυχῆς γίνεται βεβαίως μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας. Μὲ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τὰ λάθη του, τὶς πτώσεις του, τὴν ἁμαρτωλότητά του, μετανοεῖ, συντρίβεται, ἀλλάζει πορεία καὶ ἐπανορθώνει. Ἀλλὰ ἡ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι μόνο προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, ποὺ φυσικὰ συνδέεται μὲ τὴν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ, ἀποτελεῖ βασικὴ ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Ἀλλὰ ἂν ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μετάνοιας πρέπει νὰ εἶναι συνεχής, δὲν σημαίνει πὼς καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε Κοινωνία πρέπει νὰ προηγῆται ἐξομολόγηση. Βεβαίως ὅταν ἡ συνείδηση μᾶς καταμαρτυρῆ σοβαρὰ παραπτώματα, πρέπει νὰ τακτοποιούμαστε προηγουμένως. Δὲν ἰσχύει τὸ ἴδιο μὲ τὰ καθημερινὰ καὶ συγγνωστά. Καὶ γι’ αὐτὰ χρειάζεται ἐξομολόγηση. Ὄχι ὅμως κάθε φορὰ ποὺ θὰ κοινωνήσουμε. Ἄλλωστε, ὅπως ἀναφέρουν οἱ ἑρμηνευτές, τὸ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» τῆς θείας Κοινωνίας λέγεται γιὰ τὰ ἐλαφρὰ καὶ συγγνώμης ἄξια ὀλισθήματα, στὰ ὁποῖα παρασύρεται κανεὶς ἐκ συναρπαγῆς.
.    Αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς συνεχοῦς θείας Κοινωνίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν τὴν τακτικὴ θεία Μετάληψη. Ὁ Μ. Βασίλειος λέει πὼς οἱ Χριστιανοὶ στὴν ἐποχή του κοινωνοῦσαν τετράκις τῆς ἑβδομάδος καὶ ἀκόμα συχνότερα. Γιὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Διακαινησίμου, τὴν ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα, ὁ ξϛ΄ κανόνας τῆς Πανθέκτης Συνόδου ὁρίζει καθημερινὰ νὰ «κατατρυφοῦν» οἱ Χριστιανοὶ στὰ ἅγια μυστήρια, ἐνῶ ὅλες τὶς ἡμέρες αὐτὲς γίνεται κατάλυση τῆς νηστείας «εἰς πάντα». Ἂν ἦταν ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐξομολόγηση, τότε θὰ ἔπρεπε κάθε ἡμέρα νὰ ἔχη κανεὶς κοντά του ἕνα πνευματικό. Εἶναι φανερὸ πὼς κάτι τέτοιο δὲν εἶναι μόνο ἀνέφικτο. Εἶναι καὶ παρερμηνεία τῆς ἱερότητος τοῦ μυστηρίου.
.    Ἄλλωστε δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται, πὼς ἄλλο μυστήριο εἶναι ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἄλλο ἡ θεία Κοινωνία. Δὲν ταυτίζεται. Ἡ μετάνοια εἶναι ἀνεξάρτητο μυστήριο. Οὔτε ἐξομολογεῖται κανείς, ἐπειδὴ πρέπει νὰ κοινωνήση. Ἡ μετάνοια εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ οὐσία τῆς πνευματικῆς, τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Δὲν περιορίζεται σὲ μιὰ τυπικὴ ἐξαγόρευση ἁμαρτιῶν. Εἶναι ἀπάρνηση τοῦ παλαιοῦ μας ἀνθρώπου. Πρόκειται γιὰ τὴν πιὸ μεγάλη ἀπόφαση τῆς ζωῆς μας: «Ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις» (Πράξ. κϛ´ 18). Ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ εἶναι νέα πορεία καὶ καινούργιος προσανατολισμός, ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς.
.    Τί ἄλλο ἦταν ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀσώτου, παρὰ ἐπιστροφὴ «ἀπὸ σκότους εἰς φῶς»; Γύρισε πίσω, ἀλλὰ γύρισε ἀπὸ τὴν ἀλλοτριωμένη προσωπικότητά του «εἰς ἑαυτόν». Ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα στὸ πλούσιο τραπέζι μὲ τὸν μόσχο τὸν σιτευτό.

*   *   *

.    Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Ἡ ἁμαρτία τὸν βγάζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὶς πηγὲς τῆς προσωπικότητός του. Τὸν ἀλλοτριώνει, τὸν ἀποξενώνει. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνεργεῖ εἰς βάρος του. Τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Τὸν ἀπομακρύνει καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Διαταράσσει τὶς φιλικές, τὶς ἁρμονικὲς σχέσεις του μὲ τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ τὸ πιὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν στοργικό του Πατέρα, τὸν Θεό. Τὸν κάνει ἐχθρὸ τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι  προπαντὸς ἀνταρσία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Καὶ μόνο μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ ὁμολογία ἐπέρχεται ἡ συμφιλίωση. Ἡ συμφιλίωση μάλιστα αὐτὴ πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται καὶ στοὺς συνανθρώπους μας, μὲ τοὺς ὁποίους ἔχουν διαταραχθῆ οἱ σχέσεις μας. Αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀκατάκριτη συμμετοχή μας στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς.

,

Σχολιάστε

“ΠΑΓΙΔΕΣ” ΣΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΦΥΓΗΣ ΤΟΥΣ [Α´]

 Λάθη κατά τήν ἐξομολόγηση
καί ποιά ἡ σωστή προετοιμασία της

τοῦ π. Σάββα Ἁγιορείτη

 .       «Μετανοεῖτε» εἶπε ὁ Κύριος.
.        Μετανοεῖτε συνεχῶς ἐξακολουθητικά… ἀλλάζετε, διορθώνεσθε, προοδεύετε στήν ὁμοίωση μ΄ Ἐμένα, πορεύεσθε πρός τήν Βασιλεία Μου…
.       «Μετανοεῖτε»…
.       Ὄχι μετανοῆστε μία φορά μόνο, ὄχι μία ὥρα, ὄχι μία ἡμέρα, ὄχι ἕνα μῆνα, ὄχι ἕνα χρόνο, ἀλλά συνεχῶς.
.        «Μετανοεῖτε»
.        Ὄχι μόνο ἐξομολογηθεῖτε, ὄχι μόνο διηγηθεῖτε τά λάθη σας, ὄχι μόνο ἀπαριθμεῖστε ψυχρά τίς πτώσεις σας, ὄχι μόνο καταθέστε τήν ἁμαρτωλότητά σας, ἀλλά πονέστε, κλάψτε, ἀλλάξτε νοῦ, μεταβληθεῖτε, μεταποιηθεῖτε, ἀποφασίστε καλλίτερα νά πεθάνετε παρά νά ξανααμαρτήσετε… «Πολλοί ἐξομολογοῦνται ἀλλά λίγοι μετανοοῦν», ἔλεγε κάποιος.
.        Ἐξομολογούμαστε ἐνδεχομένως τακτικά, συχνά…
.       Πόσο ὅμως μετανοοῦμε;
.         Πόσο «ὁλοκληρωμένη» εἶναι ἡ μετάνοιά μας;
.        Πόσο ἀνάλογη στό μέγεθος τῆς ἁμαρτωλότητάς μας;
.        Πόσο «ἐπίπονη» εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς μας γιά τόν Κύριο;
.         Πόσο συντετριμμένη καί τεταπεινωμένη καρδιά διαθέτουμε;
.         Πόσο ἀλλάζουμε μετά ἀπό κάθε ἐξομολόγηση;
.           Πόσο διορθωνόμαστε;

.          «Ἀρκετοί πιστοί ἀνταποκρίνονται θετικά στήν πρόσκληση τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ γιά μετάνοια, ἐξομολογοῦνται εἰλικρινά καί μέ αἰσθήματα πραγματικῆς ἀγάπης πρός τόν Κύριο ἐναποθέτουν ὅλα τά ἁμαρτήματά τους ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ. Παρουσιάζονται σ’ αὐτόν ὡς μιά «ἐπιστολή… γινωσκομένη καί ἀναγινωσκομένη» (Β΄ Κορ. 3, 2). ῎Εχουν τήν ὀρθή πεποίθηση καί βαθιά πίστη πώς ὅσα ποῦν θά συγχωρηθοῦν, θά σβησθοῦν, θά ἐξαφανισθοῦν, ὡσάν νά μήν συνέβησαν ποτέ στή ζωή τους…..
.          Γι’ αὐτό μέσα στό Ἐξομολογητήριο ὁμολογοῦν μέ ταπείνωση καί συντριβή τήν ἐνοχή τους καί ἐξομολογοῦνται πλήρως καί τελείως ὅλα τά σφάλματά τους. Τοιουτοτρόπως λαμβάνουν τήν ἄφεση ὅλων τῶν μετά τό Ἅγιο Βάπτισμα ἁμαρτιῶν τους καί ἐπανέρχονται στήν κατάσταση τῆς Χάριτος πλησίον τοῦ Θεοῦ εἰρηνικοί καί ἀναπαυμένοι.
.          Ἡ δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως χαρίζει στόν καθένα πού εὐσυνείδητα ἐξομολογεῖται, τήν ἐσωτερική πληροφορία ὅτι εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπητός ἀδελφός τῶν Ἁγίων. Ἀποκτᾶ δέ τήν παρρησία πρός τόν Θεό, τό βασικό γνώρισμα τῶν Ἁγίων.
.          Βέβαια ὑπάρχουν καί ἀρκετές περιπτώσεις, ὅπου οἱ πιστοί ἀντιμετωπίζουν ἐπιπόλαια τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐπιδιώκουν γνωστά ὀνόματα Πνευματικῶν, ὄχι γιατί εἶναι ἔμπειροι καί διακριτικοί καί θά τούς βοηθήσουν στή σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, ἀλλά γιά νά καυχῶνται μετά πώς εἶναι πνευματικά τέκνα γνωστῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων, μιμούμενοι τοιουτοτρόπως τούς ἀκάρπους Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι περιορίζονταν νά λένε ὅτι εἶναι τέκνα Ἀβραάμ. Φεύγουν ἀπό τό Ἐξομολογητήριο περισσότερο λυπημένοι, δύσθυμοι καί στενοχωρημένοι παρά ἀναπαυμένοι. Δέν φταίει ὅμως γι’ αὐτό τό Μυστήριο, ἀλλά οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι προσέρχονται τυπικά καί κατ’ ἔθιμο μόνο στίς μεγάλες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς τήν ἀπαραίτητη προετοιμασία καί ἔμπρακτη ἐκδήλωση μετανοίας»[1].
.          Πολλοί ἄνθρωποι ὄχι μόνον δέν ἐξομολογοῦνται ἀλλά καί μισοῦν τούς Πνευματικούς Πατέρες.. «Οἱ ἄνθρωποι» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ «ἠγάπησαν τὸ σκότος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνοικεῖ ὁ θάνατος, καὶ ἀπορρίπτουν τὸ Φῶς  ὅπερ εἶναι ζωή, καὶ πρόσκαιρος καὶ αἰώνιος. … Διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ πνευματικοὶ φέρουν τὸ φῶς τῆς ζωῆς, πολλοὶ ἄνθρωποι μισοῦν τοὺς λειτουργούς τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ πρότερον ἐμίσησαν καὶ Αὐτὸν τὸν Κύριον: «… Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν …»[2]
.          ῞Οταν ὁ πονηρός δέν κατορθώσει νά ἀποτρέψει τούς ἀνθρώπους μέ τίς συνεχεῖς ἀναβολές, τίς ὁποῖες τούς ὑποβάλλει, γιά νά μήν πλησιάσουν τόν Πνευματικό, τότε προσπαθεῖ νά ἐκμηδενίσει τήν πνευματική ὠφέλεια τοῦ Μυστηρίου ὑποβάλλοντας στόν προσερχόμενο στό Ἐξομολογητήριο νά μήν ἐξομολογηθεῖ θεαρέστως τίς ἁμαρτίες του.
.          Ἔτσι βλέπουμε ἀρκετούς ἐπειδή προσέρχονται ἐπιφανειακά στό Μυστήριο, νά χουν τήν ψευδαίσθηση τι πηγαίνουν γιά συζήτηση καί προσωπική προβολή. Δέν προηγεῖται καμιά προσευχή, περισυλλογή καί αὐτοκριτική. Τό ὅλο παρουσιαστικό τους καί ὁ τρόπος τῆς ὁμιλίας τους, κάθε ἄλλο παρά μετάνοια φανερώνουν. Κυριευμένοι ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, ἐπιτηδεύονται, προσποιοῦνται, θέλουν νά ἐντυπωσιάσουν. Σκοπός τους δέν εἶναι νά σώσουν τίς ψυχές τους, ἀλλά νά ἀποκτήσουν τήν εὔνοια τοῦ Πνευματικοῦ, στε στό μέλλον νά τούς διευκολύνει στήν πραγματοποίηση λικν στόχων καί προσωπικν συμφερόντων.
.          Κατά τήν διάρκεια τοῦ Μυστηρίου, διακρίνονται γιά τόν ἐγωϊσμό τους, ὁ ὁποῖος ἐκδηλώνεται μέ αἴσθημα ὑπεροχῆς. Δέν διστάζουν νά ὑποκρίνονται καί νά παρουσιάζονται ὡς δῆθεν εὐσεβεῖς. Προβάλλουν ἀνύπαρκτες ἀρετές τους καί καταγγέλλουν ἤ κατηγοροῦν τούς συνανθρώπους τους. Μιλον μέ γενικότητες καί οριστολογίες καί καταφεύγουν σέ σχετες στορίες, ο ποες τείνουν νά συγχύσουν καί νά παραπλανήσουν τόν Πνευματικό καί νά ξεθωριάσουν τήν ερότητα το Μυστηρίου.
.          Ὅταν ἀποφασίσουν νά μιλήσουν γιά τόν ἑαυτό τους, ἐκφράζουν παράπονα γιά νά αὐτοδικαιωθοῦν ἤ νά δικαιολογηθοῦν. ταν πιτέλους μιλήσουν γιά τίς δικές τους μαρτίες, περιορίζονται στά μικρά καί σήμαντα καί ποκρύπτουν μέ πιμέλεια τά μεγάλα καί σοβαρά, δῆθεν γιά νά μήν ἐκτεθοῦν στόν Πνευματικό καί χάσει τήν καλή ἰδέα πού ἔχει γι’ αὐτούς. ρέσκονται νά πεισέρχονται σέ περιττές λεπτομέρειες, χι γιατί θέλουν νά διαφωτίσουν καί νά διασαφηνίσουν, λλά γιά νά συσκοτίσουν ποκρύπτοντας τήν λήθεια πό τόν Πνευματικό. Αὐτό γίνεται ἀντιληπτό γιατί ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας ἀποφεύγεται οἱ δέ ἐξομολογούμενοι λόγῳ τῆς ἀνειλικρίνειάς τους, φεύγουν ἀσυγχώρητοι καί λυπημένοι.
.          Ἄλλοι, πάλι, γιά νά ἐντυπωσιάσουν, κατά τήν ἐσφαλμένη γνώμη τους, τόν Πνευματικό, ὅτι τάχα χουν φθάσει σέ μεγάλα ψη ρετς, μιλον γιά ράματα καί πτασίες. Στήν ὑπόδειξη τοῦ Πνευματικοῦ νά μήν δίνουν σημασία καί νά μήν ἐπιζητοῦν αὐτά, διαμαρτύρονται καί ἐξανίστανται παρακούοντας τίς συμβουλές του, ἤ κατακρίνοντάς τον ἐσωτερικά ὅτι δέν ἔχει ὁ ἴδιος παρόμοιες δῆθεν πνευματικές ἐμπειρίες, γινόμενοι ἔτσι παίγνιο τῶν πονηρῶν πνευμάτων»[3].
.          Εἶναι πολύ δύσκολη ἡ διάκριση τῶν ὁραμάτων. «Ὁ πνευματικός», γράφει ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «κατὰ τὴν συνάντησιν αὐτοῦ μετὰ προσώπων ἅτινα διηγοῦνται εἰς αὐτὸν περὶ τῶν ὁράσεων αὐτῶν μεριμνᾶ πρωτίστως ὅπως ἀσφαλῶς διακρίνη τὴν ἀληθῆ πηγὴν τῆς ὁράσεως ἐὰν εἶναι αὔτη ὄντως δεδομένη ἄνωθεν, ἢ μόνον ἀποκύημα διεγηγερμένης φαντασίας, ἢ συνέπεια ἐπιρροῆς τῶν ἐχθρικῶν πνευμάτων. Τὸ ἔργον εἶναι ἐνίοτε δύσκολον καὶ ἄκρως ὑπεύθυνον. Ἐὰν τὸ παρὰ τοῦ Θεοῦ δοθὲν ἐπιγράψωμεν εἰς ἐναντίαν δύναμιν, τότε κινδυνεύομεν νὰ ἐμπέσωμεν εἰς βλασφημίαν κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου. Καὶ ἀντιθέτως: Ἐὰν δεχθῶμεν δαιμονικὴν ἐπίδρασιν ὡς ἐκ τοῦ Θεοῦ προερχομένην τότε ὠθοῦμεν τὸν ἐμπεπιστευμένον εἰς ἡμᾶς ἐξομολογούμενον εἰς τὴν λατρείαν τῶν δαιμόνων. Συνεπῶς εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς πνευματικοὺς ἡ θερμὴ καὶ διηνεκὴς προσευχὴ ἐν γένει καὶ ἐν ἑκάστῃ ἰδιαιτέρα περιπτώσει, ὅπως Αὐτὸς ὁ Κύριος διαφυλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ σφαλμάτων ἐν τῇ διακονίᾳ αὐτῶν»[4].
.            Κάποτε μπορεῖ ὁ Πνευματικός νά χρησιμοποιήσει μία μέθοδο γιά νά διαπιστώσει ἄν ὑπάρχει ὑπερηφάνεια ἤ ταπείνωση στήν ψυχή αὐτοῦ πού διηγεῖται τήν ὅραση. «Ὅταν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι σαφὴς», γράφει ὁ π. Σωφρόνιος, «εἰς τὸν πνευματικόν, δύναται οὗτος νὰ καταφύγη εἰς τὴν «ψυχολογικὴν μέθοδον»: Προτείνει εἰς τὸν ἐξομολογούμενον νὰ μὴ ἐμπιστεύηται εἰς ἰδιότυπα φαινόμενα παντὸς εἴδους. Ἐὰν ἡ ὅρασις εἶναι ἀληθῶς ἐκ τοῦ Θεοῦ, τότε ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐξομολογουμένου θὰ ἐπικρατῆ ταπείνωσις καὶ ἡσύχως θὰ δεχθῆ τὴν συμβουλὴν νὰ εὐρίσκηται οὗτος πάντοτε ἐν νήψει. Εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιδράση ἀρνητικῶς ὁ ἐξομολογούμενος ἐπιμένων νὰ ἀποδείξη ὅτι ἡ ὅρασις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προέρχηται ἄλλοθεν εἰ μὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ. Τότε ἔχομεν λόγον νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ αὐτοῦ. Βεβαίως ἡ τοιαύτη μέθοδος δὲν εἶναι εἰ μὴ καταπραϋντικόν τι, καὶ δὲν πρέπει νὰ προσφεύγωμεν εἰς αὐτὴν εὐκόλως. Ἡ πείρα κατέδειξεν ὅτι, ὅταν πειράζη τις τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὠθεῖ αὐτὸν εἰς θυμὸν καὶ πικρίαν»[5]. Ἐπίσης εὔστοχα ἐπισημαίνει: «Ἡ ὑπερηφανία συνιστᾶ τὸν πυρήνα τῆς πνευματικῆς πτώσεως. Διὰ τῆς ὑπερηφανίας οἱ ἄνθρωποι ἀποβαίνουν ὅμοιοι πρὸς τοὺς δαίμονας. Ἴδιον εἰς τὸν Θεὸν εἶναι ἡ ταπεινὴ ἀγάπη, … »[6]. Ἴδιον τοῦ ὑπερήφανου εἶναι τό ἴδιον θέλημα.
.            «Αὐτοί πού ἐπιπόλαια ἐξομολογοῦνται», παρατηρεῖ ὁ ἐπίσκοπος Παῦλος, «δέν γνωρίζουν τί σημαίνει ἐλεύθερη ὑπακοή, γιατί πρώτιστο μέλημά τους εἶναι ἡ ἐκτέλεση τοῦ ἰδίου θελήματος. Ἐφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα πνευματικῆς ζωῆς καί δέν ἐπιδέχονται καμιά νουθεσία. Πνευματικός, τούς κούει κατά τήν διάρκεια τς ξομολογήσεώς τους μέ προσοχή καί προσευχή καί ντιλαμβάνεται τήν μετανοησία τους καί τήν λλειψη γαθς διαθέσεως κ μέρους τους. ταν ρχίσει νά τούς νουθετε τόν διακόπτουν. Ὅταν μέ ταπείνωση τούς παρατηρεῖ καί ὑποδεικνύει τά σφάλματά τους, ἐξανίστανται καί δέν θέλουν νά τά παραδεχθοῦν. Μάλιστα δέ αἰσθάνονται καί προσβεβλημένοι, ὄχι γιατί τούς ἔθιξε, ἀλλά γιατί εἶναι γεμάτοι ἀπό ἐγωϊσμό. Γιά νά γίνουν πιό πειστικοί, ἰδιαιτέρως ἄν εἶναι γυναῖκες πού ἐξομολογοῦνται, ἔχουν πρόχειρα τά δάκρυα στά μάτια μόνο, ὄχι δέ καί στήν ψυχή. Γιατί οὔτε ταπεινωμένοι εἶναι οὔτε συντετριμμένοι, ἀλλά αὐθάδεις καί προπετεῖς. Γι’ αὐτό τά δάκρυά τους δέν εἶναι δάκρυα μετανοίας, ἀλλά ἐπιφανειακά, ψεύτικα καί ὑποκριτικά, τά ὁποῖα ποδηλώνουν πληγωμένο γωϊσμό καί χι συντετριμμένη καρδιά»[7].
.            Δυστυχῶς οἱ ὑπερήφανοι-ἐγωισταί προσέρχονται στό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως-Μετανοίας-Πνευματικῆς Πατρότητας ὄχι γιά νά μάθουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ λλά γιά νά κάνουν μία «συζήτηση», νά πάρουν καί τή «γνώμη-ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας».
.            Πολύς ἐγωισμός συνήθως ὑπάρχει στούς μορφωμένους σέ ἀντίθεση μέ τούς ἀμόρφωτους πού εἶναι κατά κανόνα πιό ταπεινοί. «Οἱ πεπαιδευμένοι ἄνθρωποι», σημειώνει ὁ π. Σωφρόνιος, «κρατοῦν ἰσχυρῶς ἄλλην ἀρχήν: τὴν ἰδίαν αὐτῶν σύνεσιν. Πς λόγος το ερέως δι’ ατος εναι πλς νθρώπινος, κα ς κ τούτου ποκείμενος ες κριτικν συζήτησιν. Νὰ ἀκολουθήση τις ἀδιακρίτως τὴν ὑπόδειξιν τοῦ πνευματικοῦ θὰ ἦτο δι’ αὐτοὺς μωρία. Ἐκεῖνο ὅπερ βλέπει καὶ φρονεῖ ὁ πνευματικὸς τοῦτο οὐδόλως ἀποδέχεται ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος καὶ ἀπορρίπτει, διότι ζῆ εἰς ἄλλο ἐπίπεδον. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, συναντώμενος μετ’ ἀνθρώπων οἵτινες κατευθύνονται ὑπὸ τῶν προσωπικῶν αὐτῶν παρορμήσεων καὶ ἀπορρίπτουν τὸν λόγον, τὸν διδόμενον ὑπὸ τοῦ ἱερέως κατόπιν προσευχῆς, ἀρνοῦμαι νὰ ἐκζητήσω παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀποκαλύψη εἰς τοὺς προσερχομένους τὸ ἅγιον καὶ παντέλειον Αὐτοῦ θέλημα. Διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης δὲν θέτω αὐτοὺς εἰς κατάστασιν πάλης μετὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ λέγω εἰς αὐτοὺς τὴν προσωπικήν μου μόνον γνώμην, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῶν Ἔργων τῶν ἁγίων Πατέρων ἢ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ ἀφήνω αὐτοὺς ἐλευθέρους ἀπὸ τῆς Θεομαχίας, καὶ τρόπον τινὰ εἰς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκλίνουν ἀναμαρτήτως ἀπὸ τῆς συμβουλῆς μου, ὡς ἐξ ἀνθρώπου μόνον προερχομένης. Βεβαίως τοῦτο μακρὰν ἀπέχει τοῦ ζητουμένου ἀφ’ ἠμῶν ἐν τοῖς μυστηρίοις τῆς Ἐκκλησίας»[8].
.        Ἡ διάκριση τοῦ Πνευματικοῦ πρέπει νά εἶναι πολύ μεγάλη, ὥστε νά ὁδηγήσει στήν πνευματική θεραπεία τόν ἐξομολογούμενο. «Καλεῖται (ὁ πνευματικὸς)», γράφει ὁ π. Σωφρόνιος, «πρὸς ὑψίστην δημιουργίαν, εἰς ἀσύγκριτον τιμήν: νὰ δημιουργήση θεοὺς διὰ τὴν αἰωνιότητα ἐν τῷ Ἀκτίστῳ Φωτί». Αὐτὴ ἡ δημιουργία ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο τὴν διάκριση τοῦ Πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν συνεργασία τοῦ μετανοοῦντος-ἐξομολογουμένου.
.        Ο ταπεινο νθρωποι, σ ντίθεση μ τος γωιστές, εναι ατο πο ναπαύουν τν Θε λλ κα τν Πνευματικό. Αὐτοὶ καὶ ὁδηγοῦνται στὴν θεραπεία. « Συνήρπαζεν ἐμὲ», γράφει πάλι ὁ π. Σωφρόνιος, « ἡ θέα τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, τῶν κεκρυμμένων ὑπὸ τὴν ταπεινὴν αὐτῶν ἐμφάνισιν. Ἐνίοτε οἱ ἴδιοι φυλασσόμενοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, δὲν κατενόουν ὁπόση πλουσία εὐλογία ἐπανεπαύετο ἐν αὐτοῖς. Εἰς αὐτοὺς κατ’ ἐξοχὴν ἐδόθη νὰ διαισθανθοῦν τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν κατὰ καιροὺς δὲ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε τρόπον τινὰ νὰ μὴ τολμοῦν καὶ νὰ σκεφθοῦν ὅτι ὁ Θεὸς ἐπαναπαύεται ἐν αὐτοῖς καὶ οὗτοι ἐν Αὐτῷ. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ὠδηγήθησαν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον περὶ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἐν μέρει διότι ἦσαν ὀλίγον μόνον οἰκεῖοι πρὸς τὰ Ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἵτινες περιγράφουν τὸ εἶδος τῆς χάριτος ταύτης. Ἡ ἄγνοια ἐφρούρει αὐτοὺς ἐξ ἐνδεχομένης κενοδοξίας»[9].
.        Κι ἐνῶ οἱ ταπεινοί ἁγιάζονται δυστυχῶς ὑπάρχουν καί κάποιοι τόσο ὑπερφίαλοι καί ὑποκριτές πού νομίζουν ὅτι μποροῦν νά ἐμπαίξουν τόν Θεό, τόν Πνευματικό καί τό μυστήριο. Ἐξομολογοῦνται ἁπλῶς γιά νά τακτοποιήσουν κάπως τήν συνείδησή τους ἤ καί γιά «νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους» ὅτι εἶναι «ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας».
.         «Ἀποκορύφωμα τῆς ὑποκρισίας αὐτοῦ πού ἰσχυρίζεται ὅτι δῆθεν ἐξομολογεῖται», παρατηρεῖ ὁ π. Παῦλος, «εἶναι ὁ ἐμπαιγμός τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Προσποιεῖται τόν εὐσεβῆ. Πηγαίνει δθεν γιά νά καταθέσει τίς μαρτίες του λλά δέν νέχεται τίς παρατηρήσεις καί δέν κολουθε τίς δηγίες το Πνευματικο.
.        Ἐπειδή ὁ ἐξομολογούμενος ἀπωθεῖ τά αἰσθήματα τῆς ἐνοχῆς, μή θέλοντας νά παραδεχθεῖ τά σφάλματά του, τά μεταβιβάζει στούς ἄλλους καί κφράζει προσωπικά παράπονα πού χει γι’ ατούς λλά καί γιά τόν διο τόν Πνευματικό. Τολμ μάλιστα νά λέγχει τόν Πνευματικό γιά τίς πόψεις καί τίς θέσεις του πάνω σέ διάφορα θέματα, τά ὁποῖα εἶναι ἄσχετα μέ τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ἐάν δέ τύχει, λόγῳ θέσεως νά ἐπηρεάζει μιά ὁμάδα ἀνθρώπων, τότε τούς ἐπιστρατεύει καί αὐτούς, ὥστε καί ἐκεῖνοι, ἐν εἴδει κασέτας μαγνητοφώνου νά ἐπαναλαμβάνουν τά ἴδια παράπονα ἐν ὥρᾳ ὑποτίθεται ἐξομολογήσεώς τους»[10].  Πολλοί κατηγοροῦν τόν Πνευματικό γιά σκληρότητα, αὐστηρότητα καί ἔλλειψη διάκρισης. Ὑπόβαθρο ὅλων αὐτῶν συνήθως εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀληθινῆς μετάνοιας καί διάθεσης γιά θεραπεία ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἐξομολογουμένου.
.        «Ἡ ψυχολογία τῶν μοναχῶν», γράφει ὁ π. Σωφρόνιος, ποὺ πρὶν μεταβεῖ στὴν Εὐρώπη ἦταν Πνευματικὸς σὲ πέντε Ἁγιορείτικα μοναστήρια, «ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀντοχὴ αὐτῶν ὑπερέβαινον τοσοῦτον πάντας καὶ πάντα (ὅσα ἐν Εὐρώπῃ συνήντησα), ὥστε δὲν εὕρισκον οὔτε λόγους, οὔτε ἐξωτερικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας. Ἐκεῖνο ὅπερ οἱ μοναχοὶ ἀποδέχονται μετ’ εὐγνωμοσύνης, ἐν Εὐρώπῃ συνέτριβε τοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ἀπεστρέφοντο ἐμὲ ὡς ἀσυνήθως σκληρόν, καὶ δὴ σκληρὸν μέχρι διαστροφῆς τοῦ Εὐαγγελικοῦ πνεύματος τῆς ἀγάπης. Καὶ ἐγὼ κατενόουν τὰς κρίσεις ταύτας ἀντιλαμβανόμενος ὅτι τὰ «μέτρα» τῶν μοναχῶν καὶ τὰ μέτρα τῶν ἀνθρώπων τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ διέφερον βαθέως. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ πλέον ἀφύσικος, οὐχὶ μόνον διὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν καιρῶν τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστοῦ», ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς συγχρόνους ἡμῶν θὰ ἦτο ὁ Χριστός. Τίς δύναται νὰ ἀκούση τοῦ Χριστοῦ ἢ ἔτι μᾶλλον νὰ ἀκολουθήση Αὐτόν; Ἐκεῖνο ὅπερ ἐδίδετο εἰς τοὺς μοναχοὺς μετὰ παρέλευσιν δεκαετιῶν πένθους, οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι θέλουν νὰ λάβουν εἰς σύντομον χρονικὸν διάστημα, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν διάρκειαν ὀλίγων ὡρῶν εὐχαρίστου «θεολογικῆς» συζητήσεως. Οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ – ἕκαστος λόγος Αὐτοῦ – ἦλθον εἰς τὸν κόσμον τοῦτον Ἄνωθεν. Ἀνήκουν εἰς τὴν σφαίραν ἄλλων διαστάσεων καὶ δὲν ἀφομοιοῦνται ἄλλως, εἰ μὴ διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἐπὶ μακρὸν προσευχῆς μετὰ πολλῶν δακρύων. Ἄνευ τῆς προϋποθέσεως ταύτης θὰ παραμένουν ἐσαεὶ ἀκατανόητοι εἰς τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁσονδήποτε «πεπαιδευμένον» ἔστω καὶ θεολογικῶς (ΟΥΧΙ ΙΟΥΔΑΪΚΩΣ)»[11].
.          Τό ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ γίνεται πολύ δύσκολο ὅταν συκοφαντεῖται ἤ διαβάλλεται ἀπό τά ὑποτιθέμενα πνευματικά του παιδιά: «Οὐδόλως εἶναι ἁπλοῦν εἰς τὸν μοναχόν», παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «νὰ βαστάση τὸν κόπον τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Καὶ τοῦτο διότι εἶναι μὲν εὐεργετικὴ εἰς αὐτὸν προσωπικῶς ἡ περὶ αὐτοῦ λίαν ἀρνητικὴ γνώμη τῶν ἀνθρώπων … ὅμως … πᾶς ἀρνητικὸς λόγος περὶ αὐτοῦ ἐμπνέει δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην καθοδηγήσεως, παρηγορίας καὶ στηριγμοῦ. Ἡ λύπη αὐτοῦ γίνεται διπλῆ: Λυπεῖται δι’ ἑαυτόν, διότι ζῆ ἀναξίως πρὸς τὴν κλῆσιν αὐτοῦ, λυπεῖται καὶ διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, ὅταν καταστρέφηται τὸ κύρος τῶν ἱερουργῶν. νυπακο ες τν λόγον τν πνευματικν πατέρων εναι σοδύναμος πρς τν πόρριψιν το λόγου το δίου το Χριστο: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν Ἐμοῦ ἀκούει καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς Ἐμὲ ἀθετεῖ»[12].
.          Πολλές φορές ἐπίσης τά πνευματικά παιδιά μέ μεγάλη εὐκολία ἐγκαταλείπουν τόν Πνευματικό τους Πατέρα. «Πρὸς τὸν ἱερέα», παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος, «συμπεριφέρονται οἱ ἄνθρωποι, ὡς καὶ πρὸς τὸν Θεόν: Ἀπορρίπτουν αὐτὸν μετὰ φοβερᾶς εὐκολίας ὥς τι τὸ ἄχρηστον, μετὰ τῆς βεβαιότητος ὅτι εὐθὺς ὡς θὰ ἔχουν τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, θὰ καλέσουν αὐτὸν καὶ οὗτος δὲν θὰ ἀρνηθῆ νὰ ἔλθη»[13].
.          Ἄλλοτε τά Πνευματικά παιδιά πού προηγήθηκαν στήν γνωριμία μέ τόν Πνευματικό ἐμποδίζουν τά πνευματικά Παιδιά πού προσέρχονται ἀργότερα καί βάζουν προσκόμματα στόν ἴδιο τόν Πνευματικό ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς «ἀγάπης» καί τῆς «περιφρούρησης» τοῦ Πνευματικοῦ.
.          «Εἷς ἐπίσκοπος ὅστις μετὰ θέρμης παρέδωκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πασχόντων … ἔγραψεν εἰς ἐμέ: «Ἤρχισα νὰ φοβοῦμαι τὴν ἀγάπην». Βραδύτερον κατενόησα τοὺς λόγους αὐτοῦ ὡς ἑξῆς: Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὠφελήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, προσεκολλῶντο εἰς αὐτόν, καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐβοήθουν αὐτὸν ἐν τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ διακονίᾳ· ἐν συνέχειᾳ ὅμως κερδήσαντες τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ καὶ γενόμενοι ἀπαραίτητοι δι’ αὐτόν, ἐπεβουλεύοντο τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ παρεμβάλλοντες πανταχοῦ δυσκολίας, ὅτε οὗτος παρέδιδεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς ἐσχάτως προσερχομένους. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὅτε παρέλαβον τὴν ἐπιστολήν, δὲν κατενόουν εἰσέτι τὸ φοβερὸν νόημα τῶν λόγων αὐτοῦ. Διηνοίχθη εἰς ἐμὲ τοῦτο κατὰ τοὺς χρόνους τῆς διακονίας μου ἐν Εὐρώπῃ»[14].
.          Ἴσως ἡ πιὸ δύσκολη περίπτωση γιά τόν Πνευματικὸ εἶναι ὅταν ὁ τάχα ὑποτακτικός-πνευματικό παιδί ἔχει «κλειδωθεῖ» στίς ἀντιλήψεις του καί βλέπει διαμετρικά ἀντίθετα τά πράγματα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι στήν πραγματικότητα. Τότε παρεξηγεῖ κάθε ἐνέργεια τοῦ Πνευματικοῦ του καί τό κατακρίνει γιά ὅλα. «Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήση τις τοὺς ἀνθρώπους», παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος, καὶ συνεχίζει:«Οὗτοι εἴτε εἶναι τυφλοὶ καὶ «οὐκ οἴδασι τί ποιοῦσι», εἴτε πάσχουν ὑπὸ πνευματικοῦ καὶ νοεροῦ δαλτωνισμοῦ (πάθησις ὀφθαλμῶν μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν διάκρισιν τῶν χρωμάτων). Συχνάκις βλέπουν τὰ πράγματα εἰς διαμετρικῶς ἀντίθετον φωτισμόν, ὁμοίως πρὸς τὸ ἀρνητικὸν φωτογραφίας … Νὰ γνωρίση τις τότε τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν τῆς ζωῆς ἀποβαίνει πλέον ἀδύνατον. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δὲν ἀπομένει χῶρος δι’ οὐδένα λόγον. Οὗτοι διάκεινται ἐχθρικῶς πρὸς τὰς κινήσεις τῆς ἁγίας ἀγάπης. Ἡ ὑπομονητικὴ ταπείνωσις ἐκλαμβάνεται ὡς ὑποκρισία. … διά τοῦ ὅλου κλίματος ὅπερ δημιουργοῦν διὰ τῆς στάσεως αὐτῶν, δυσχεραίνουν τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως καὶ ἐν ταυτῷ κατακρίνουν αὐτὸν ὅτι ἀποφεύγει τὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν ὑπὸ παρομοίας συνθήκας, καὶ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι τέλος»[15].

  σωστή προετοιμασία

.          «Ὁ προσερχόμενος στό μυστήριο δέν πρέπει νά ἔρχεται ἀπροετοίμαστος. Πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ ἡ μετάνοιά του, δηλ. ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἡ ἀπόφαση ἀλλαγῆς του, ἡ ὁποία θά καταλήξει στήν ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν ἐν ταπεινώσει ἐνώπιον τοῦ ἱερέα. Ὁ ἱερέας ἔχει τήν ἐξουσία ἀπό τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία νά γίνεται ὄργανο τοῦ Χριστοῦ γιά τήν παροχή τῆς χάρης τῆς ἀφέσεως. ερέας τσι δέν εναι οτε εσαγγελέας οτε δικαστής. Εναι μάρτυρας τς μετανοίας το πιστο, πού χαίρεται γι᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τή μετάνοια, ὅπως ἀκριβῶς χαίρεται ὁ Θεός καί ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος γιά τόν ἴδιο λόγο. ῎Αλλωστε καί ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται σέ ἄλλον ἱερέα.
.          Ὁ μετανοημένος λοιπόν πιστός ἔχει ἐξετάσει τόν ἑαυτό του α) ὡς πρός τήν σχέση του μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: ἄν Τόν ἀγαπᾶ, ἄν συνεπῶς Τόν σκέπτεται, ἄν προσεύχεται, ἄν ἐκκλησιάζεται, ἄν προσπαθεῖ γενικῶς νά τηρεῖ τό ἅγιο θέλημά Του. β) ὡς πρός τήν σχέση του μέ τό συνάνθρωπο: ἄν καί αὐτόν τόν ἀγαπᾶ καί τόν σέβεται, ἄν δέν τόν κατακρίνει, ἄν δέν τόν ὑβρίζει, ἄν δέν σκέπτεται πονηρά γι᾽ αὐτόν κλπ. γ) ὡς πρός τόν ἑαυτό του: ἄν σέβεται καί τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν καταστρέφει καί τόν φθείρει μέ ποτά, τσιγάρα κ.ἄ., ἄν ἔχει τήν πίστη στή ζωή του πού ζητᾶ ὁ Θεός. Μέ ἄλλα λόγια τό βασικό κριτήριο μέ τό ὁποῖο ἐλέγχει τή ζωή του εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Γι᾽ αὐτά ὅλα μετανοεῖ καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί νά τόν βοηθήσει νά μήν τά ἐπαναλάβει. ῎Αν τυχόν ἀργότερα γιά λόγους ἀδυναμίας ἁμαρτήσει καί πάλι, καί πάλι θά ἀκολουθήσει τήν ἴδια διαδικασία. Ὁ Θεός δέν “βαριέται” νά μᾶς συγχωρεῖ, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Εἶναι ὁ Πατέρας μας»[16].

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
βλ. https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/12/11/παγίδες-στὴν-ἐξομολόγηση-β´/ 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μητροπολίτης Κυρηνείας Παῦλος, Ἡ ψυχολογία τῶν ἐξομολογουμένων ἐπιπολαίως, http://thriskeftika.blogspot.com/2010/03/blog-post_28.html

[2]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[3] Μητροπολίτης Κυρηνείας Παῦλος, Ἡ ψυχολογία τῶν ἐξομολογουμένων ἐπιπολαίως, http://thriskeftika.blogspot.com/2010/03/blog-post_28.html

[4] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[5]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[6]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[7] Μητροπολίτης Κυρηνείας Παῦλος, Ἡ ψυχολογία τῶν ἐξομολογουμένων ἐπιπολαίως, http://thriskeftika.blogspot.com/2010/03/blog-post_28.html

[8]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[9] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[10] Μητροπολίτης Κυρηνείας Παῦλος, Ἡ ψυχολογία τῶν ἐξομολογουμένων ἐπιπολαίως, http://thriskeftika.blogspot.com/2010/03/blog-post_28.html

[11] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[12]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[13] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

 [14]  Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[15] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Β’ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, http://youtube-istas.net/viewtopic.php?f=60&t=1785&start=30

[16] Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη, http://leimwnas.blogspot.com/2011/06/blog-post_1773.html

ΠΗΓΗ: hristospanagia1.wordpress.com

, ,

Σχολιάστε

XAΠΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ!

Χάπι γιὰ τὶς κακὲς μνῆμες!

.            Ὅπως ἀνέγραψαν πρόσφατα οἱ ἐφημερίδες («Ἐλεύθερος Τύπος» 5-10-2011), Βρετανοὶ ἐπιστήμονες «κατάφεραν νὰ ξεκλειδώσουν ὁρισμένα μυστικὰ τοῦ ἐγκεφάλου καὶ νὰ κατανοήσουν τὸ πῶς ἀντιμετωπίζουμε τὸ στρές, ἀνοίγοντας τὸν δρόμο γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς χαπιοῦ ποὺ θὰ σβήνει τὶς κακὲς ἀναμνήσεις καὶ θὰ θεραπεύει τὴν κατάθλιψη, ἐνῶ θὰ μπορεῖ νὰ ἔχει ἐφαρμογὲς σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ζήσει τραυματικὲς ἐμπειρίες, ὅπως τροχαῖα δυστυχήματα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄτομα ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ φοβίες.
.         Οἱ ψυχολογικὲς καὶ διανοητικὲς διαταραχὲς ποὺ συνδέονται μὲ τὸ στρές, δήλωσε ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἔρευνας δρ. Ρόμπερτ Πόλακ, «εἶναι ἐξαιρετικὰ συνηθισμένες καὶ ἐπηρεάζουν περισσότερο ἀπὸ τὸ 30% τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς. Θέλουμε νὰ ἐρευνήσουμε ἐὰν οἱ μηχανισμοὶ ποὺ ἀνακαλύψαμε μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὴν θεραπεία τῆς κατάθλιψης καὶ νὰ ἁπαλύνουν τὶς ἐπώδυνες ἀναμνήσεις».
.         Εἶναι ἄξιοι ἐπαίνων βέβαια οἱ ἐρευνητὲς ποὺ σκύβουν μέρα καὶ νύχτα μέσα στὰ ἐργαστήριά τους ὑπομονητικὰ ἐπὶ πολὺ χρονικὸ διάστημα, γιὰ νὰ ἀνακαλύψουν κάποιο φαρμακευτικὸ σκεύασμα, μὲ τὸ ὅποιο θὰ μπορέσουν νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο.
.         Ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ ὑλικὰ καὶ χημικὰ συστατικά. Ἔχει μέσα του καὶ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄϋλη καὶ ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἡ ψυχὴ ὅμως δὲν ρυθμίζεται μὲ χημικὲς οὐσίες καὶ χάπια, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «θεραπεύει τὰ ἀσθενῆ».
.         Τὶς ἔνοχες κακὲς ἀναμνήσεις μπορεῖ νὰ τὶς ἐξάλειψει ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ψυχή μας ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Συγχρόνως ἡ θεία Χάρη μπορεῖ νὰ δώσει ἐλπίδα καὶ θάρρος στὸν ταλαιπωρημένο καὶ τσακισμένο ἄνθρωπο, ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ τραυματικὲς ἐμπειρίες τῆς ζωῆς του. Τὰ χάπια εἶναι ἁπλῶς βοηθητικὰ στὶς δύσκολες στιγμές. Καὶ τὸ νὰ θυμᾶται κανεὶς κάποιες καταστάσεις τῆς ζωῆς του τὸν ὠφελεῖ, γιὰ νὰ καταφεύγει στὴν ἀγάπη καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι τὸ πᾶν ἡ ἐξάλειψη τῆς μνήμης. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ ἕνωση μὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος διὰ μέσου τῶν αἰώνων μᾶς καλεῖ κοντά του γιὰ νὰ μᾶς ἀναπαύσει: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια´ 28). Εὐτυχεῖς ὅσοι ἀκοῦνε τὴν πρόσκλησή του.

 ΠΗΓΗ: Περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2033, 15.11.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε