Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἑκατόνταρχος

ΤΙ ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Ἀπόσπασμα ΟΜΙΛΙΑΣ
ΣΤΗΝ Δ´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

(Ματθ. η´ 5-13)
 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ὁμιλίες Δ´»,
 Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 86-90

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

.                 Προσέξτε τώρα πόσο ταπεινὸς ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης αὐτός, πόσο συντετριμμένος στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο, ἂν καὶ δὲν εἶχε διαβάσει τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες. Εχε μόνο τν κοιν νο, τὸ μοναδικὸ φῶς γιὰ νὰ διακρίνει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ ψέμα, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Ἤξερε πὼς ὁποιοσδήποτε ἄλλος κάτοικος τῆς Καπερναοὺμ θὰ τὸ λογάριαζε μεγάλη τιμὴ νὰ δεχτεῖ τὸν ἑκατόνταρχο στὸ σπίτι του. Στὸν Χριστὸὅμως ὁἑκατόνταρχος δὲν ἔβλεπε ἕνα συνηθισμένο ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε: οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς.
.           Τί μεγάλη, τί πέροχη πίστη στὸν Χριστ κα τ δύναμή Του! Μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶἡἀρρώστια θὰ ξεπεραστεῖ, ὁ δοῦλος μου θὰ γίνει καλά. Οὔτε ὁἀπόστολος Πέτρος δὲν μποροῦσε, γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, νὰ φτάσει σὲ τόσο μεγάλη πίστη. Στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦὁἑκατόνταρχος ἔνιωσε τὴν παρουσία, τὸ πῦρ καὶ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἔπρεπε νὰ μπεῖ τόσο μεγάλη φωτιὰ στὸ σπίτι του, ὅταν καὶ μία σπίθα θὰἦταν ἀρκετή; Γιατί νὰ βάλει ὁλόκληρο τὸν ἥλιο στὸ σπίτι του, ὅταν ἀρκοῦσε καὶ μία μόνο ἀκτίνα του; Ἂν ὁἑκατόνταρχος γνώριζε τὶς Γραφές, ὅπως ἐμεῖς σήμερα, ἴσως νὰἔλεγε στὸν Χριστό: «Ἐσύ, ποὺ μόνο μὲ τὸν λόγο Σου δημιούργησες τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖς μ’ ἕνα Σου λόγο νὰ θεραπεύσεις τὸν ἄρρωστο. Μία μόνο λέξη Σου εἶναι ἀρκετή, γιατί εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ φωτιά, πιὸ λαμπερὴ ἀπὸ τὴν ἀκτίνα τοῦ ἥλιου. Μόνον εἰπὲ λόγῳ! Πόση ντροπὴ πρέπει νὰ προξενήσει σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς σήμερα ἡ μεγάλη αὐτὴ πίστη, σὲ μᾶς ποὺ γνωρίζουμε τὶς Γραφές, ἀλλὰἡ πίστη μας εἶναι ἑκατὸ φορὲς μικρότερη!
.             Ὁ ἑκατόνταρχος δὲν τελείωσε μὲ τὰ λόγια αὐτά. Συνέχισε γιὰ νὰ ἐξηγήσει ποῦ στήριζε τόσο πολὺ τὴν πίστη του στὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιῶτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῶ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ» (Ματθ. η´ 9).
.           Τί ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε στὴν ἐξουσία τουἑκατὸ στρατιῶτες καὶ ὑπῆρχαν ἄλλοι ἑκατὸ ποὺ τὸν ἐξουσίαζαν. Ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονταν στὴν ἐξουσία τουἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ὑπακοῦν. Ὅταν λοιπὸν αὐτός, ποὺ εἶχε καὶἀνωτέρους νὰ τὸν ἐξουσιάζουν, ἀλλὰ ποὺ εἶχε κι ὁ ἴδιος μικρότερη ἐξουσία, μποροῦσε νὰ δίνει διαταγὲς στοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς δούλους του, πόση μεγαλύτερη ἐξουσία εἶχε ὁ Χριστός, ποὺ δὲν ἐξουσιάζεται ἀπὸ κανέναν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ὁἴδιος ἡὑπέρτατη ἐξουσία στὴ φύση καὶ στὸν ἄνθρωπο. Ὅταν τόσοι ἄνθρωποι ὑποτάσσονται στὴν ἀδύναμη φωνὴ τοῦ ἑκατόνταρχου, πῶς νὰ μὴν ὑποτάσσονται τὰ πάντα στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι δυνατὸς σὰν τὴ ζωή, ὀξὺς σὰν ξίφος καὶ φοβερὸς σὰν τὴν καταιγίδα;
.               Ποιοί εἶναι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ; Δὲν εἶναι κάθε λογικὴὕπαρξη ἐντεταγμένη στὸν στρατὸ τοῦ Χριστοῦ; Οἱἄγγελοι, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς θεοφοβούμενους ἀνθρώπους, δὲν εἶναι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ; Ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς φύσης, τῶν ἀσθενειῶν καὶ τοῦ θανάτου, δὲν εἶναι δοῦλοι Του; Ὁ Κύριος διατάζει τὴ ζωή. Λέει: «πήγαινε σ’ αὐτὴν ἢ τὴν ἄλλη ὕπαρξη» καὶ πηγαίνει. Λέει «ἔλα πίσω» καὶ γυρίζει. Στέλνει ζωή, ἐπιτρέπει τὴν ἀρρώστια καὶ τὸ θάνατο. Θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους καὶ ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς. Στὸ λόγο Του, οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις κάμπτουν, ὅπως ἡ φλόγα στὸν ἰσχυρὸ ἄνεμο. «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ´ 9). Κανένας δὲν μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ στὴ δύναμή Του, δὲν τολμᾶ ν’ ἀμφισβητήσει τὸν λόγο Του. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ´ 46). Δὲν μιλοῦσε σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἐξουσιάζεται, ἀλλὰ ὡς ἄρχοντας, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Ματθ. ζ´ 29). Εἶχε τέτοιο πρόσωπο ποὺἔκανε τὸν ἑκατόνταρχο νὰ τὸν ἱκετεύσει: εἰπὲ λόγῳ καὶἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Θεραπεία παραλυτικοῦ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει κανένας θνητὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ, γιὰ τὸν Χριστὸ ὅμως ἦταν ἐντελῶς συνηθισμένο πράγμα. Δὲν χρειαζόταν νὰ καταβάλει κάποια μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ κάνει τὴν θεραπεία, οὔτε κὰν νὰ πάει στὸ σπίτι τοῦ ἑκατόνταρχου. Δὲν εἶχε ἀνάγκη οὔτε κὰν νὰ δεῖ τὸν ἄρρωστο. Δὲν χρειαζόταν νὰ τὸν πιάσει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τὸν σηκώσει. Μόνο εἰπὲ λόγῳ καὶ τὸ ἔργο θὰ γίνει. Αὐτὸ ἦταν τὸ μέτρο τῆς πίστης τοῦ ἑκατόνταρχου, τῆς ἀπὸ μέρους του ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ.
.                   «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲἐν τῷἸσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. η´ 10). Γιατί θαύμασε ὁ Χριστός, ἀφοῦ γνώριζε ἀπὸ πρὶν ποιὰ θὰἦταν ἡἀπάντηση τοῦἑκατόνταρχου; Δὲν προκάλεσε τὴν ἀπάντηση αὐτὴ μὲ τὰ λόγια Του, ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν; Γιατί λοιπὸν τώρα θαυμάζει; Ἁπλὰ γιὰ νὰ διδάξει ἐκείνους ποὺἦταν μαζί Του. Θαυμάζει γι ν τος δείξει τί ξίζει ν θαυμάζεται σ’ ατν τν κόσμο. Θαυμάζει τ μεγάλη πίστη τονθρώπου ατο, γιὰ νὰ διδάξει τοὺς πιστοὺς πὼς πρέπει νὰἐκτιμοῦν τὴ μεγάλη πίστη. Καὶ πραγματικὰ δὲν ὑπάρχει τίποτα στὸν κόσμο ποὺ ν’ ἀξίζει τόσο θαυμασμὸ ὅσο ἡ μεγάλη πίστη κάποιου ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν θαύμαζε τὴν ὀμορφιὰ τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ἐπειδὴ τέτοια ὀμορφιὰ σὲ σύγκριση μὲ τὰ κάλλη τοῦ οὐρανοῦ, ποὺἁπλωνόταν μπροστὰ στὰ μάτια Του, δὲν ἄξιζε τίποτα. Οὔτε καὶ τὴ μεγάλη σοφία τῶν ἀνθρώπων θαύμαζε, οὔτε τὰ πλούτη καὶ τὴ δύναμή τους. Ὅλ’ αὐτὰ εἶναι μηδαμινὰ μπροστὰ στὴ σοφία, τὸν πλοῦτο καὶ τὴ δύναμη τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ποὺ τοῦ ἦταν τόσο οἰκεία. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τὶς μεγάλες ἐθνικὲς συναθροίσεις ποὺ γίνονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴ γιορτὴ θαύμαζε. Τέτοιες συναθροίσεις ἦταν ἐντελῶς ἀσήμαντες σὲ σύγκριση μὲ τὴ σύναξη τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανό, ποὺ γινόταν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὅταν οἱἄλλοι θαύμαζαν τὸ περίφημο κάλλος τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα, Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ τὴν ἰσοπέδωσή του. Τ μόνο ποὺ ξιζε ν θαυμάζει κανες ταν μεγάλη πίστη κάποιου νθρώπου. Εἶναι τὸ μέγιστο καὶ κάλλιστο γεγονὸς στὴ γῆ. Μὲ τὴν πίστη ὁ σκλάβος ἐλευθερώνεται, ὁ μισθωτὸς γίνεται υἱὸς Θεοῦ, ὁ θνητὸς ἄνθρωπος μεταβάλλεται σὲἀθάνατο. Ὅταν ὁ δίκαιος Ἰὼβ κειτόταν πληγωμένος στὶς στάχτες καὶ τὰἐρείπια ὅλης του τῆς περιουσίας, ὅταν εἶχε χάσει καὶ τὰ παιδιὰ του ἀκόμα, ἡ πίστη του στὸν Θεὸ παρέμεινε ἀναλλοίωτη, ἀκλόνητη. Ἐνῶ ὑπέφερε ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ τοὺς πόνους, ἔκραζε: «Εἴη τὸὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰὼβ α´ 21).

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.           Στὸ γνωστὸ περιστατικὸ τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου μᾶς παραπέμπει τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Δ´ Κυριακῆς του Ματθαίου, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος  ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν πίστη ἑνὸς ἑκατοντάρχου, ἑνὸς δηλαδὴ εἰδωλολάτρη στὴν οὐσία, τὸν ἐπαινεῖ γι᾽ αὐτὴν καὶ ἀνταποκρίνεται στὸ αἴτημά του:  ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι. Ἡ προσέγγιση τῆς πίστης αὐτῆς τοῦ ρωμαίου ἀξιωματούχου λειτουργεῖ καὶ ἐδῶ -γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἕνα σύγχρονο ψυχολογικὸ ὅρο- ἀρχετυπικά.
.           1. Ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δύο φορὲς ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων σ᾽ Ἐκεῖνον ὡς τὴν φανέρωση τοῦ Θεοῦ: στὴν περίπτωση τῆς Χαναναίας γυναίκας, ποὺ παρακαλοῦσε τὸν Κύριο γιὰ τὴν δαιμονισμένη κόρη της, καὶ στὴν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δηλαδὴ στὶς περιπτώσεις δύο θεωρουμένων εἰδωλολατρῶν. Ἐνῶ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε στοὺς  υἱοὺς τῆς βασιλείας, τοὺς Ἰσραηλίτες, νὰ ὑπάρχει ἡ πίστη αὐτή, διότι ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό του λαοῦ ποὺ ἐπιλέχθηκε ἀπὸ Αὐτὸν πρὸς σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦτο δὲν συμβαίνει. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Τὸ σύνηθες δυστυχῶς στὸν λαὸ αὐτὸ τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπιστία καὶ ἡ σκληροκαρδία, καταστάσεις, ποὺ ἤλεγχαν διαρκῶς οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ προφῆτες, ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα λουλούδι, ποὺ φυτρώνει ὄχι ἐκεῖ, ποὺ νομικά, θὰ ἔλεγε κανείς, ὑπάρχει τὸ ἔδαφός της, στὰ πλαίσια δηλαδὴ ἑνὸς συγκεκριμένου λαοῦ, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει  καρδιά, δηλαδὴ καλὴ διάθεση καὶ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἄρα ὁπουδήποτε στὸν κόσμο καὶ σ᾽ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο.
.           2. Ἡ ἐπαινουμένη ἀπὸ τὸν Κύριο μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅπως καὶ ἡ ἀνάλογη βεβαίως τῆς Χαναναίας, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία ἀποδοχὴ ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἑνὸς δασκάλου καὶ καθοδηγητῆ. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀποδοχή Του ὡς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα νοησιαρχικὸ καὶ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο ἀπορρίπτεται ἀπὸ Αὐτόν. Διότι  «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσι» (ἅγιος Ἰάκωβος), ὅπως καὶ  «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (ὁ Κύριος). Ἐκεῖνο ποὺ γίνεται ἀποδεκτὸ ὡς πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ  ἐνεργοποιεῖ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.  Αὐτὸ μὲ ἄλλα λόγια ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν ἡσυχία του καὶ τὴν ἄνεση τῶν παθῶν του καὶ νὰ στρέφεται μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἀλλάζοντας ἑπομένως τρόπο ζωῆς. Αὐτὴ ἡ πίστη, που χαρακτηρίζεται μεγάλη, συγκινεῖ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν κάνει νὰ ἀνταποκρίνεται ὁλοπρόθυμα καὶ ἄμεσα:  ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐπῆγε τελικῶς ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησή Του ὁδήγησε στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα:  ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι. Ἔτσι ἡ μεγάλη πίστη εἶναι ἐκείνη ποὺ γίνεται θεραπευτικὴ ἐνέργεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς οἰκείους του.
.           3. Ποιά τὰ γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ὅπως αὐτὰ φαίνονται στὴν παραπάνω περίπτωση;

(1) ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστὸ καὶ τὰ λόγια Του, ὅτι δηλαδὴ εἶναι Ἐκεῖνος στὸν Ὁποῖο φανερώνεται ὁ Θεός, Ἐκεῖνος στὸν Ὁποῖο ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ἡ μεγάλη πίστη ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία καὶ δυσπιστία, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο δίψυχο καὶ ἄρα ἀνίκανο νὰ δεχθεῖ στὴν ὕπαρξή του τὸν Θεό. Ἡ μεγάλη πίστη εἶναι αὐτὴ στὴν ὁποία μᾶς προσανατολίζει διαρκῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὴν προτροπὴ  «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πασαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὶς περιπτώσεις δύσπιστης προσέγγισης στὸ πρόσωπό Του, ὅπως γιὰ παράδειγμα τοῦ ἀρχισυναγώγου, μὲ τό:  «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν», προέτρεπε στὴν ὑπέρβαση καὶ στὴν ἐμπιστοσύνη σ᾽ Ἐκεῖνον, ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ ἔβλεπε αἰσθητὰ στὴν ζωή του τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτός Του: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».

(2) ἡ ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῆς μικρότητας καὶ τῆς ἀνεπάρκειας  τοῦ ἀνθρώπου. Συγκινεῖ πράγματι ἡ περίπτωση τοῦ Ρωμαίου αὐτοῦ, ποὺ  ἐκτὸς ἀκόμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος, ἂν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ κανείς, ἀφοῦ  τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, παρουσιάζει μία ταπείνωση, τὴν ὁποία ἐπισημαίνουμε μόνο στοὺς βίους τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.  «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς». Καὶ ξέρουμε ὅτι χωρὶς τὴν ταπείνωση οὐσιαστικὰ πίστη στὸν Θεὸ δὲν ὑφίσταται. Ποῦ νὰ σταθεῖ ὁ Θεός, ἂν τὸ ἐγὼ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει γεμίσει τὴν καρδιά του καὶ τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ μόνον τὴν ἀνθρώπινη δόξα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πάλι μᾶς ἀπεκάλυψε ὅτι  «πῶς δύνασθε πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾽ ἀλλήλων λαμβάνοντες καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐκ ἐπιζητοῦντες;»

(3) τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν συνάνθρωπο, ἐν προκειμένῳ ἕναν δοῦλο. Ὁ Κύριος -δὲν βλασφημοῦμε, ἂν λίγο Τὸν ἑρμηνεύσουμε – πρέπει νὰ συγκινήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τοῦ ἀξιωματικοῦ γιὰ τὸν δοῦλο του, γιατί  θύμιζε σ᾽ ἕνα βαθμὸ τὴν δική Του ἐνέργεια σωτηρίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο:  «Αὐτὸς Θεὸς ὢν ἐπτώχευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ  κλίνει οὐρανούς καὶ κατέρχεται πρὸς τὸν κατώτερο ἄνθρωπο. Προφανῶς, ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ ἑκατοντάρχου στὸν δοῦλο του “λυγίζει” τὴν ἀπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.

.           Ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστό, ταπείνωση, ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἄλλους. Τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ποὺ ἐνεργοποιοῦν τὴν σώζουσα καὶ θεραπευτικὴ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Μήπως καὶ στὴν δική μας δύσκολη καὶ δεινῶς βασανιζόμενη ἐποχή, μὲ συμπτώματα πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς παραλυσίας, ἡ λύση θὰ ἔρθει ὄχι ἀπὸ τὶς συμμαχίες καὶ τὰ προγράμματα τῶν  ἄσπονδων φίλων μας, Εὐρωπαίων ἢ μή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσπάθειά μας νὰ ἀποκτήσουμε τὴ μεγάλη πίστη ποὺ ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ τουλάχιστον ἀποδεικνύει. Ὅταν πολλοὶ ἅγιοι βεβαιώνουν ὅτι ὁ κόσμος μας στέκεται ἀκόμη, γιατί ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεύχονται καὶ ζοῦν κατὰ Θεόν, τότε γιατί νὰ πιστεύσουμε ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀποτελεσματικὴ λύση; Ποιος πιὰ  φυσιολογικός ἄνθρωπος, μὲ λίγη γνώση τῆς ἱστορίας καὶ λίγη πίστη στὸν Θεό, μπορεῖ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὰ ἀνθρώπινα σχέδια; Μήπως δὲν ἰσχύει πάντοτε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ γνωμικό:  ἐκεῖ ποὺ σχεδιάζουν οἱ ἄνθρωποι, γελάει ὁ Θεός;

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ» (pgdorbas.blogspot.gr)

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Κυρ. δ´ Ματθ.)

Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ  

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 119-122

 «Κύριε οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς,
ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». 

(Ματθ. η´ 8)

.         Ἴσως ἔγινε γνωστό, ὅτι στὰ κείμενα αὐτὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἠθικολογικὴ ἀνάλυσι τῶν εὐαγγελικῶν περικοπῶν καὶ ἐπιδιώκουμε νὰ προσεγγίσουμε τὰ κείμενα αὐτὰ θεολογικά. Αὐτὸ δὲν γίνεται χωρὶς σκοπό. Σήμερα ὑπάρχει τρομερὴ σύγχυσι σὲ ὅλα τὰ θέματα καὶ κατὰ συνέπεια καὶ στὰ θρησκευτικά. Ὅποτε εἶναι ἀνάγκη νὰ παρουσιάζεται ἡ θεολογία (ἡ ζωὴ) τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀποβάλλεται ἀμέσως ἡ αἵρεσι καὶ νὰ διακρίνεται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Εἶναι γνωστὸ πὼς μιὰ Ἐκκλησία ποὺ δὲν θεολογεῖ καὶ μιὰ θεολογία ποὺ δὲν ἐκκλησιάζεται δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

.         Ἡ ἠθικολογικὴ ἀνάλυσι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἀνεκδοτολογία καὶ τὶς «εὐσεβεῖς» σκέψεις, πιστεύουμε ἀκράδαντα ὅτι ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸν ἀγνωστικισμὸ καὶ τὴν ἀθεΐα, ἀφοῦ, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας, τὸ νὰ παραθεωρῆται τὸ δόγμα ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ νὰ παραθεωροῦνται οἱ λόγοι τῶν ἁγίων Πατέρων, μὲ τὴν σκέψι ὅτι οἱ σύγχρονοι δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τοὺς καταλάβουν, εἶναι ἀθεΐα.
.         Πολλὲς φορὲς διερωτώμεθα. Πῶς κάνουμε μία ἠθικολογικὴ ἀνάλυσΙ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ λατρευτικά της κείμενα, μὲ τὴν ἁγιογραφία κλπ. ἐπιμένει νὰ θεολογῆ; Γιατί αὐτὴ ἡ διάσπασι τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς; Πῶς εἶναι ἐπιτρεπτὸ π.χ. κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τὰ τροπάρια νὰ παρουσιάζουν ὅλη τὴν μυστικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀκοῦνε ἕνα ἄγευστο καὶ ἄνοστο ἠθικολογικὸ κήρυγμα; Γι’ αὐτὸ μὲ ἁπλὲς λέξεις θὰ παρουσιάσουμε σήμερα μερικὲς θεολογικὲς πλευρὲς τῆς περικοπῆς.

Θεάνθρωπος-Διδαχὴ-Θαῦμα

 .          Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου ἔγινε ἀμέσως εὐθὺς ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ ὄρος τῶν Μακαρισμῶν. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία, γιατί μᾶς δείχνει τὴν σχέσι ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τῆς διδαχῆς καὶ τοῦ θαύματος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν σχέσι μεταξὺ τῶν δύο καὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
.          Ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε ὡς Θεάνθρωπος «ὡς ἐξουσίαν ἔχων» (Ματθ. ζ´ 29) καὶ θαυματουργοῦσε ὡς Θεάνθρωπος: «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17). Ἄλλοτε, ὅπως βλέπουμε στὰ ἅγια Εὐαγγέλια, προηγεῖται ἡ διδαχὴ καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα, ὡς ἐπισφράγισι τῆς διδαχῆς καὶ ἄλλοτε προηγεῖται τὸ θαῦμα καὶ ἀκολουθεῖ ἡ διδαχή, ποὺ ἀναλύει τὴν βαθύτερη σημασία του. Ἄρα δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν διδαχή Του καὶ τὸ θαῦμα Του. Διότι, ὅπως σχολιάζουν οἱ Θεολόγοι, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι κενὸς φλύαρος λόγος, ἀλλὰ θεία ἐνέργεια καὶ ἡ πρᾶξι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι «φιλανθρωπικὸ» ἔργο, ποὺ γίνεται ἀπὸ συμπάθεια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἐπισφράγισι τῆς Μεσσιανικότητάς Του. Π.χ. ἔβγαζε τὰ δαιμόνια, γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ποὺ διώχνει τοὺς δαίμονας ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ἐλευθερία (ἄγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).
.          Σήμερα ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ χωρίζουν τὰ τρία αὐτὰ καὶ διασποῦν τὴν θαυμάσια αὐτὴ ἑνότητα. Ἄλλοι λένε πὼς πιστεύουν στὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο, ἀλλὰ ἀρνοῦνται τὰ θαύματα, ποὺ τὰ θεωροῦν φαντασίες τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν μελετοῦν οὔτε ἐφαρμόζουν τὸν λόγο Του. Ἄλλοι διαβάζουν κάθε μέρα τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ δὲν πιστεύουν στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε στὴν δυνατότητα τῶν θαυμάτων. Ἄλλοι πιστεύουν στὰ θαύματα, ἐπιδιώκουν νὰ δοῦν θαύματα στὴν ζωή τους, ἴσως τρέχουν σὲ ὅλα τὰ προσκυνήματα ἀπὸ συμφέρον, ὅμως δὲν ἔχουν μεγάλη πίστi στὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ζοῦν εὐαγγελικά. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ περιπτώσεις δὲν συνιστοῦν ὀρθόδοξη ζωή.

Ἡ δύναμη τοῦ λόγου

 .               Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὁ θεῖος λόγος εἶναι θεία ἐνέργεια καὶ δημιουργία καὶ ὄχι ἕνας φλύαρος ἀνθρώπινος λόγος. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ὁ ἑκατόνταρχος ζητᾶ ἕνα λόγο ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι μὲ τὸν λόγο αὐτὸ θὰ θεραπευθῆ ὁ δοῦλος του. «Μόνον εἰπὲ λόγῳ καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Ὁ Κύριος τότε εἶπε: «ὕπαγε καὶ ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής, «ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ». Διὰ τοῦ λόγου ἐξῆλθε θεία ἐνέργεια καὶ θεραπεύθηκε. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεὸς εἶπε «γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς» (Γεν. α´ 3). Ὁ Προφητάναξ Δαυὶδ ψάλλει: «Τῷ λόγῳ τοῦ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν» (Ψαλμ. λβ´ 6).
.          Γι’ αὐτὸ ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν εἶναι προϋπόθεση ἀποκτήσεως τῆς θείας ζωῆς. Ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι σὲ κάθε ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει μυστικὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Τηρώντας τὶς ἐντολές Του δεχόμαστε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ποτὲ χωρὶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Ἅγιον Πνεῦμα, γι’ αὐτὸ τηρώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ δεχόμαστε μέσα μας τὴν Παναγία Τριάδα: «ὁ γοῦν δεξάμενος μίαν ἐντολὴν καὶ ποιήσας αὐτὴν μυστικῶς ἔχει τὴν Ἁγία Τριάδα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐδίδαξε ὅτι «ὁ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς» (Ἰωάν. γ´ 21).
.          Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει ὅτι ὅταν μία ψυχή, ποὺ ἔχει ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀκούση ἕνα ρῆμα ποὺ ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη πνευματικὴ, ἑλκύεται πρὸς τὴν ἐφαρμογή. Γι’ αὐτό, τὸ θεῖο κήρυγμα, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐντάσσεται ὀργανικὰ μέσα στὸν χῶρο τῆς λατρευτικῆς συνάξεως. Δὲν εἶναι ἕνα ξένο στοιχεῖο τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ ἀναπόσπαστο τμῆμα της. Φυσικὰ πρέπει νὰ εἶναι πραγματικὸς λόγος, φωτισμὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι ἀνθρώπινος εὐσεβὴς στοχασμός.
.          Σήμερα γίνεται λόγος ἂν πρέπη νὰ γίνεται κήρυγμα κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ πότε εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ ἐκφωνήσεώς του. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ἄποψι ποὺ συνδέεται μὲ τὴν Παράδοσι, ἔχουμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ κήρυγμα, ὅταν ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ ἀτμόσφαιρα, ὅταν κινῆται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ὅταν εἶναι ἀποκάλυψι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τότε προετοιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν θεία Κοινωνία. Διαφορετικὰ εἶναι βλαβερὸ σὲ ὁποιαδήποτε στιγμὴ ἂν ἐκφωνῆται. Ἑπομένως τὸ θέμα εἶναι ὄχι πότε πρέπει νὰ λέγεται τὸ κήρυγμα, ἀλλὰ τί θὰ λέγεται σ’ αὐτό.

Ταπείνωση καρπὸς τῆς αὐτογνωσίας

.          Ὁ ἑκατόνταρχος ζητᾶ νὰ μὴ ἔλθη στὸ σπίτι του ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπισι γίνεται ἀφορμὴ νὰ ἐπαινεθῆ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἄρα δὲν ἦταν ἀγένεια, ἀλλὰ αἴσθησι τῆς θείας δυνάμεως ἐν σχέσει μὲ τὴν αἴσθησι τῆς δικῆς του ἀσθενείας. Αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο μιᾶς τέτοιας μεγάλης δωρεᾶς. Ἐδῶ λοιπὸν πρόκειται γιὰ μιὰ αὐτογνωσία ποὺ εἶναι ἀληθινή, γιατί γίνεται κάτω ἀπὸ τὴν Θεογνωσία, δηλαδὴ γνωρίζει ὁ ἑκατόνταρχος τὸν ἑαυτό του διὰ τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὴν ζωὴ τῶν Προφητῶν καὶ γενικὰ ὅλων τῶν ἁγίων. Ἐρχόμενοι σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καταλαβαίνουν τὴν μικρότητά τους καὶ ταπεινώνονται. Ἑπομένως ἡ ταπείνωσι δὲν εἶναι μερικὲς ταπεινὲς σκέψεις ἀλλὰ ἀποκάλυψι τῆς Ζωῆς.
.          Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε δείχνουν ὅτι σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἀποκτήση γνῶσι Θεοῦ. Νὰ δῆ τὸν Θεὸ στὸν λόγο Του καὶ στὸ θαῦμα Του. Τότε ταπεινώνεται, ἀποκτᾶ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ γίνεται ἀληθινὸς ἄνθρωπος.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ

Τὸ παράδειγμα τοῦ ἑκατοντάρχου
π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ὁμοτ. Καθηγ. Παν. Ἀθηνῶν

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. η´5-13)
«Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε…» 

 .       1. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς δίνει τὸ ἁδρὸ πορτραῖτο ἑνὸς στρατιωτικοῦ ποὺ ἑλκύσθηκε ἀπὸ τὴν γοητεία τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅταν βλέπει δὲ κάποιος στὴν ψυχὴ τοῦ τόσα προσόντα, νοιώθει δικαιολογημένα κάποια ἔκπληξη. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει συνηθίσει νὰ βλέπουμε κάπως διαφορετικὰ ἕνα στρατιωτικό. Σὰν ἄνθρωπο σκληρὸ καὶ βίαιο. Ὄχι σπάνια δὲ ἀπὸ τὶς καταχρήσεις ὡρισμένων δημιουργεῖται καὶ μιὰ ἀποστροφὴ πρὸς τὴν τάξη τῶν στρατιωτικῶν, καὶ γενικὰ πρὸς κάθε ἔνστολο, διότι (πιστεύεται ὅτι) συνδέονται μὲ τὴν βία καὶ τὴν ἐπιβολή.
.       Ὁ ἑκατόνταρχος ἔχει συγκεκριμένο λόγο ποὺ ἔρχεται στὸΝ Χριστό. Τρέχει νὰ τὸν συναντήσει, γιὰ νὰ παρακαλέσει γιὰ τὸν δοῦλο του, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ παραλυσία. Καὶ μόνο ἡ πράξη του αὐτὴ ἀνεβάζει πολὺ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸ στὴν συνείδησή μας, ἂν ἀναλογισθεῖ κανεὶς τὴν θέση τῶν δούλων καὶ μάλιστα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἦταν ἄνθρωποι οἱ δοῦλοι μόνο στὴν μορφή. Κοινωνικὰ δὲν διέφεραν ἀπὸ τὰ ζῶα. Δὲν ἔκαναν μόνο ὅλες τὶς βαρειὲς δουλειὲς -κάτι ἀνάλογο ποὺ κάνουν οἱ ξένοι ἐργάτες σημερα ἢ οἱ λαθρομετανάστες-, ἀλλὰ καὶ ζοῦσαν στὸ ἔλεος τῶν ἀφεντικῶν τους, ποὺ τοὺς διέθεταν ὅπως ἤθελαν. Γιὰ ἕνα τέτοιο κοινωνικὰ ὑποβιβασμένο πλάσμα ἔρχεται νὰ παρακαλέσει ὁ ἑκατόνταρχος. Κι ἐκεῖνο ποὺ βαρύνει πολὺ περισσότερο στὴν ἐνέργειά του εἶναι ὅτι βλέπει τὸν δοῦλο του ὄχι σὰν κτῆμα του, ἀλλὰ σὰν μέλος τῆς οἰκογενείας του. Γιατί εἶναι βέβαιο πὼς δὲν θὰ ἔδειχνε μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά του.

 .       2. Ὁ ἑκατόνταρχος αἰσθάνεται τὴν εὐθύνη του ὡς ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας του, τοῦ οἴκου του. Δὲν εἶναι ἀσήμαντο αὐτό. Ἡ ἀρρώστια τοῦ δούλου εἶναι πρόβλημα ὄχι μόνο γιὰ κεῖνον, ἀλλὰ πρῶτα γιὰ τὸν κύριό του. Καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸν δοῦλο ὁ κύριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν λύση τοῦ οἰκογενειακοῦ δράματος. Ὅταν πάσχει ἕνα μέλος, συμπάσχουν ὅλα τὰ μέλη. Ἔτσι σκέπτεται ὁ ρωμαῖος στρατιωτικός. Οἱ μέσες λύσεις δὲν σώζουν. Χρειάζονται λύσεις ὁριστικὲς καὶ ριζικές. Καὶ μία τέτοια λύση μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ δώσει. Αὐτὸ πίστευε ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ δὲν παύει πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιὰ τὸν χριστιανὸ οἰκογενειάρχη. Πόσοι ἔχουμε, σὰν κι αὐτόν, συνείδηση τῆς εὐθύνης μας μέσα στὴν οἰκογένειά μας; Πόσοι παρακολουθοῦμε τὴν ὑγεία, πρὸ πάντων τὴν ψυχική, τῶν παιδιῶν μας καὶ ἐνδιαφερόμεθα γιὰ τὴν θεραπεία της; Καὶ ἂν ναί, ποῦ ἀναζητοῦμε τὴν θεραπεία τῶν παιδιῶν μας, σὲ ποιό γιατρὸ καὶ μὲ ποιά μέσα; Μήπως εἶναι λίγοι οἱ γονεῖς ποὺ στέλνουν κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτὴ -καὶ μὲ τὴ βία ἀκόμη…- τὰ παιδιά τους στὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ αὐτοὶ δὲν ἐκκλησιάζονται ἢ μόνο σπάνια; Καὶ νομίζουν πὼς ἔκαμαν τὸ καθῆκον τους!

 .       Ἂς δοῦμε ὅμως τὸ παράδειγμα τοῦ ἑκατοντάρχου. Πρῶτα αὐτὸς πηγαίνει στὸν Χριστό. Πρῶτα αὐτὸς πιστεύει τὸν Χριστό. Καὶ ἐπειδὴ ἁγιάσθηκε αὐτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό, σώθηκε καὶ ὁ δοῦλος του. Ἂν δὲν δεχθοῦν τὸν Χριστὸ οἱ γονεῖς, εἶναι ἀμφίβολο, ἂν θὰ πάρουν τὸν δρόμο τοῦ Χριστοῦ τὰ παιδιά τους. Γι’ αὐτὸ καὶ μόνο βρίσκει δικαίωση καὶ ὁ νηπιοβαπτισμὸς στὴν Ἐκκλησία μας. Γιατί ὅταν καθιερώθη, ἐτέθη ὡς προϋπόθεση πὼς οἱ γονεῖς καὶ ὁ ἀνάδοχος ἀναλαμβάνουν τὴν κατήχηση τοῦ μικροῦ χριστιανοῦ. Σὲ πόσες οἰκογένειες ὄμως δὲν σταματᾶμε στὸ βάπτισμα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας. Καὶ ἔπειτα ἀποροῦμε γιὰ τὸν δρόμο ποὺ παίρνουν. Πόσο ὀρθὰ λοιπόν, πόσο χριστιανικὰ σκέφθηκε ὁ ρωμαῖος στρατιώτης!

 .       3. Καὶ κάτι ἄλλο ὅμως ἐξ ἴσου σπουδαῖο διακρίνουμε στὸ ψυχικὸ πορτραῖτο τοῦ ἑκατοντάρχου. Πολλοὶ ἑρμηνευτὲς ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ταπείνωσή του, ποὺ ὅλοι μας τὴν δεχόμεθα ἀναμφισβήτητα. Ποιὸ ὅμως εἴναι τὸ ὑπόβαθρο τῆς ταπεινώσεώς του; Ποῦ στηρίχθηκε, πῶς μᾶλλον γεννήθηκε; Ἡ ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου εἶναι συνέπεια τοῦ γεγονότος, ὅτι πρῶτα ἀναγνώρισε τὴν ἀπόστασή του ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἀναγνώρισε τὸν Χριστὸ ὡς ἀνώτερό του, ὡς ἰσχυρότερό του, ὡς τέλειο καὶ ἀπρόσιτο ἠθικά. Φαίνεται ἀπὸ τὸν διαλογο μαζί Του. «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν», τοῦ λέγει ὁ Χριστός, γιὰ ν᾽ ἀνταμείψει τὴν ἀγάπη του. Καὶ παίρνει τὴν ἀπάντηση τοῦ ἑκατοντάρχου: «Κύριε οὐκ εἰμὶ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς…». Ἡ φράση αὐτὴ ἐπῆρε στὴν ἐκκλησιαστική μας γλώσσα τὴν ἴδια θέση μὲ τὸ «ὁ θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῶ» τοῦ τελώνου. Γι᾽ αὐτὸ βρίσκεται σὲ εὐχὲς μετανοίας, ὅπως λ.χ. στὴν Ἀκολουθία τῆς Θ. Μεταλήψεως. Ὁ ἑκατόνταρχος πατᾶ ἔτσι στὸ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς γνήσιας μετάνοιας, ποὺ εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητας καὶ ἁμαρτωλότητάς μας καὶ ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἀπροσπέλαστου ὕψους τῆς θείας ἀρετῆς, τοῦ δεσποτικοῦ κάλλους. Εἶναι ἡ ἀντίθεση ἐκείνη ποὺ εὔγλωττα παρουσιάζεται στὸν γνωστὸ ὕμνο τῆς Μ. Ἑβδομάδος: «Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ…». Ὅποιος ἔχει μάτια νὰ δεῖ τὸ φῶς, καταλαβαίνει τὸ δικό του τὸ σκοτάδι. Μόνο ὁ πνευματικὰ τυφλός ἢ ὁ ἄνθρωπος τοῦ σκότους δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνει τὸν ἠθικό του ρύπο.

 .       4. Ἡ συνέχεια ποὺ ἔλαβαν τὰ πράγματα εἶναι πλέον φυσιολογική. Τοῦτο ἐκφράζει ὁ Χριστός μας μὲ τὸν λόγο του. «Ὕπαγε καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι». Δὲν ἔλαβε τίποτε περισσότερο ὁ ἑκατόνταρχος ἀπὸ τὸ μέτρο τῆς πίστεώς του. Μὲ πιὸ ἁπλὰ λόγια. Ἡ πίστη του, ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸν Χριστό, ζυγίσθηκε πνευματικὰ καὶ ἔλαβε τὸ ἰσοστάσιό της σὲ χάρη. Μὴ παραπονούμεθα, λοιπόν, ἂν δὲν εἰσακούονται πάντοτε οἱ προσευχές μας. Καλύτερα νὰ κυττάζουμε πρῶτα τὴν δύναμη τῆς πίστεώς μας. Δύναμη ποὺ φαίνεται κι ἀπ’ τὴν ἁπλότητά της, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ εἰλικρίνεια τῆς ὁμολογίας τοῦ ἑκατοντάρχου. Ὑπάρχουν πολλοὶ λ.χ. ποὺ διερωτῶνται, ἂν θέλει ὁ Θεὸς νὰ πηγαίνει κανεὶς σὲ κάποιο προσκύνημα, γιὰ νὰ λάβει τὴν χάρη Του. Γιατί ὅμως δὲν πάει ὁ νοῦς μας στὸ γεγονὸς πὼς ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς μας καὶ ἡ φλόγα τῆς πίστεώς μας;

Ἀδελφοί μου!

 .       Τὰ Εὐαγγέλια ἀναφέρουν μόνο δύο περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστός μας «ἐθαύμασε». Τὴν μία φορὰ γιὰ τὴν ἀπιστία τῶν συμπατριωτῶν του Ναζαρηνῶν, ποὺ δὲν τὸν ἄφησε νὰ κάμει κανένα θαῦμα (Μάρκ. ϛ´ 6). Καὶ τὴν δεύτερη φορὰ γιὰ τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ἐδῶ. Ἦταν καὶ οἱ δύο αὐτὲς περιπτώσεις καθαρὰ ὁριακές, τὰ ὅρια τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀπιστίας. Καὶ εἶναι καὶ οἱ δύο περιπτώσεις πολὺ διδακτικὲς καὶ γιὰ μᾶς σήμερα. Γιατί χαράζουν τὸ πλαίσιο, ποὺ χρειάζεται, γιὰ νὰ ὑπολογίσουμε καὶ τὴν δική μας πίστη, σὰν ἀπάντηση στὴν θεία πρόσκληση, σὰν ἀναγνώριση τῆς λυτρωτικὰ κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας.

 ΠΗΓΗ: Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ»,
Ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη
(Διαδίκτυο: Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)

, , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΟΥΣΑΣ ΔΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΘΑΥΜΑΣΕ» (Κυρ. Δ´ Ματθ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ´ ΜΑΤΘ.
(η΄ 5-13)

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσελθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναούμ, προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

 Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Ὅταν ἐμπῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Καπερναούμ, ἦλθε πρὸς αὐτὸν ἕνας ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος τὸν παρακαλοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε, «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος εἰς τὸ σπίτι, παράλυτος καὶ ὑποφέρει τρομερά». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει, «Ἐγὼ θὰ ἔλθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω». Ἀπεκρίθη ὁ ἑκατόνταρχος, «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος γιὰ νὰ μπῇς κάτω ἀπὸ τὴν στέγην μου, ἀλλὰ μόνον πὲς ἕναν λόγο καὶ θὰ θεραπευθῇ ὁ δούλος μου. Διότι καὶ ἐγώ, ποὺ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν ἄλλων, ἔχω ὑπὸ τὰς διαταγάς μου στρατιῶτες καὶ λέγω εἰς τοῦτον, «Πήγαινε», καὶ πηγαίνει, καὶ εἰς τὸν ἄλλον, «Ἔλα», καὶ ἔρχεται καὶ εἰς τὸν δοῦλον μου, «Κάνε τοῦτο», καὶ τὸ κάνει. Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἐθαύμασε καὶ εἶπε εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν, «Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὔτε εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας δὲν εὑρῆκα τόσον μεγάλην πίστην. Σᾶς λέγω, ὅτι πολλοὶ θὰ ἔλθουν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴν Δύσιν καὶ θὰ καθίσουν εἰς τὸ τραπέζι μαζί μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἐνῷ τὰ παιδιὰ τῆς βασιλείας θὰ ριφθοῦν ἔξω εἰς τὸ σκοτάδι. Ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ κλάμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν». Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν ἑκατόνταρχον, «Πήγαινε καὶ ἂς σοῦ γίνῃ ὅπως ἐπίστεψες». Καὶ θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην.

«Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε»

 .    Ἦταν ἑκατόνταρχος. Εἶχε σπουδαία θέση μέσα στὶς τάξεις τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ. Δὲν ἦταν ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀπέσπασε τὴν ἰδιαίτερη εὔνοια καὶ τὸν θαυμασμὸ τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν κατέστησε ἄξιο ἐπαίνου καὶ θαυμασμοῦ ἦταν ὁ ἐνάρετος χαρακτήρας του καὶ ἰδιαιτέρως ἡ βαθιὰ καὶ δυνατὴ πίστη του.
.   Ἀξίζει λοιπὸν νὰ γνωρίσουμε καλύτερα τὶς ἀρετὲς τοῦ ἑκατοντάρχου τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ ἀξιομίμητο παράδειγμά του.

1. ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΝΙΑ

.     Ὁ ἑκατόνταρχος τῆς Καπερναούμ, παρὰ τὴν σκληρὴ καὶ αὐστηρὴ ζωὴ ποὺ ἀπαιτοῦσε τὸ ἐπάγγελμά του, ἦταν ἄνθρωπος εὐγενὴς καὶ φιλάνθρωπος.
.   Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου οἱ δοῦλοι ἀντιμετωπίζονταν μὲ χειρότερο τρόπο ἀπ᾽ ὅ,τι τὰ ζῶα, ὁ εἰδωλολάτρης αὐτὸς ἀξιωματικὸς ἔδειξε ἰδιαίτερη στοργὴ πρὸς τὸν δοῦλο του, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει βαριά. Τί συγκινητικό! Ὁ ἑκατόνταρχος ἔδειξε ἐνδιαφέρον ὄχι γιὰ τὴ σύζυγο, γιὰ τὸ παιδί του ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο συγγενή του, ἀλλὰ γιὰ ἕναν δοῦλο! Αὐτὸ σημαίνει ἀληθινὴ ἀγάπη. Πέρα ἀπὸ ἀτομισμοὺς καὶ ἰδιοτέλειες… Ἀγάπη χωρὶς ὅρια. Ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους ἀδιακρίτως καὶ δὲν λογαριάζει κόπους καὶ θυσίες.

2. ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

.     Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν πολλή του ἀγάπη ὁ ἑκατόνταρχος ἐκδήλωσε καὶ ἄλλες ἀρετές. Μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ ταπείνωση. Καὶ μόνο ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πλησίασε τὸν Κύριο φανερώνει ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τυφλώνονται ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ φέρονται μὲ ὑπεροψία καὶ ἐγωισμό. «Προσῆλθεν αὐτῷ παρακαλῶν», γράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Δὲν χρησιμοποίησε στρατιωτικὴ συνοδεία, οὔτε ζήτησε ἀπαιτητικὰ τὴν λύση στὸ πρόβλημά του. Ἡ στάση του ἦταν ταπεινὴ καὶ ἱκετευτική. Ἐξ ἄλλου καὶ μόνο τὸ ὅτι ζήτησε βοήθεια φανερώνει ταπείνωση, μιὰ ἀσυνήθιστη ἀρετὴ γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν περιβεβλημένοι κοσμικὲς τιμὲς καὶ ἀξιώματα.
.   Ἡ ὡραιότερη ὅμως ἔκφραση τοῦ ταπεινοῦ φρονήματος τοῦ ἑκατοντάρχου ἦταν ἡ αὐθόρμητη ἀντίδρασή του στὴν ἀπόφαση τοῦ Κυρίου νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ σπίτι του. «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς», τοῦ εἶπε. Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ἔλθεις στὸ σπίτι μου! Δὲν λέει ὅτι δὲν ἀξίζει ὁ δοῦλος μου τόση τιμή, ὥστε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖς Ἐσὺ ὁ Κύριος, ἀλλὰ λέει ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος μιᾶς τέτοιας τιμῆς. Τί μεγαλεῖο ψυχῆς! Ὁ ἀνώτερος ἄρχοντας τῆς περιοχῆς ἀναγνωρίζει τὴν μικρότητά του ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ τέτοια ταπείνωση ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ἑλκύσει τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ;

3. ΠΙΣΤΗ

.       Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ μιὰ τρίτη ἀρετὴ αὐτοῦ τοῦ εὐλογημένου ἀνθρώπου. Τὸ ἀποκορύφωμα ὅλων: τὴν πίστη του. Κι ἦταν τόσο δυνατὴ ἡ πίστη του, ὥστε ἦταν ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι ὁ Κύριος μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Ἀπὸ μακριά. Μόνο μὲ ἕνα λόγο του! Ἔλεγε: Κύριε, «μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Καὶ τί ὡραῖα ποὺ τὸ δικαιολόγησε! Εἶπε: Ὅπως ἐγὼ διατάζω τοὺς στρατιῶτες μου κι αὐτοὶ ἐκτελοῦν τὴν διαταγή, πολὺ περισσότερο πιστεύω ὅτι Ἐσύ, Κύριε, ποὺ ἐξουσιάζεις ὅλες τὶς ὁρατὲς καὶ ἀόρατες δυνάμεις, ὅταν πεῖς ἕνα λόγο, εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι ἀμέσως θὰ ἐκτελεστεῖ.
.   Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πίστη θαύμασε ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Καὶ ὄχι μόνο ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημα τοῦ ἑκατοντάρχου θεραπεύοντας τὸν δοῦλο του, ἀλλὰ τὸν ἐπιβράβευσε καὶ μὲ τὸν μοναδικὸ ἔπαινο: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»!

 .     Ἀγάπη, ταπείνωση καὶ πίστη. Τρεῖς ἀξιοθαύμαστες ἀρετὲς καὶ μιὰ μεγάλη ἔκπληξη: Ποιὸς τὸ περίμενε ὅτι ἕνας εἰδωλολάτρης θὰ ἔκρυβε ἕνα τέτοιο μεγαλεῖο ψυχῆς! Καὶ σήμερα βέβαια δὲν λείπουν ἀνάλογες ἐκπλήξεις. Εἶναι πολλοὶ σὰν τὸν ἑκατόνταρχο ποὺ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ περιμένει παρουσιάζουν πνευματικὴ ὡριμότητα καὶ ἀρετὲς ἀξιοζήλευτες, ἐνῶ τὴν ἴδια ὥρα ἄλλοι, ποὺ ἔχουν τὶς καλύτερες προϋποθέσεις γιὰ πνευματικὴ καλλιέργεια, παραμένουν στάσιμοι καὶ ἄκαρποι.
.      Ἆραγε ἐμεῖς ποὺ ἀπολαμβάνουμε πλούσιες τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ἔθνος, ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε ἀνάλογους καρποὺς ἀρετῆς; Ἂς μᾶς φιλοτιμήσει τὸ παράδειγμα τοῦ ἑκατοντάρχου, γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε στὴν ψυχή μας ἅγιες ἀρετὲς καὶ νὰ εὐαρεστήσουμε στὸν Θεὸ ὅπως κι ἐκεῖνος.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2026, 01.07.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε

Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ

Ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. η´ ) εἶναι ἡ μορφὴ  τοῦ τελείου ἀνθρώπου,
ὁ ὁποῖος «ἔχων ὑφ᾽ ἑαυτὸν στρατιώτας, λέγει τούτῳ, πορεύθητι», (
στοὺς κακοὺς λογισμούς)
«καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ ἔρχου», (στὸ καλὸ μέσα του)
«καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ αὐτοῦ», (στὸ σῶμα)
ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ» (πρβλ. Ματθ. η´ 9)

Τὴν ἀντίθετη εἰκόνα συναντᾶμε στὸν συνηθισμένο, μέσον ἄνθρωπο: ἁφηρημάδα, δυσαρμονία, ἀνυπότακτα συναισθήματα καὶ ἀνεξέλεγκτη θέληση· πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι μονάχα ὁ ἐρχομὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν πίστη καὶ στὴν Ἐκκλησία βάζει ξανὰ τάξη σ᾽ αὐτὴ τὴν σύγχυση καὶ τὸ χάος τῆς ψυχῆς, καθιστώντας την κοινωνὸ τῆς ἁρμονίας, ποὺ ἐνυπάρχει στὴν πίστη καὶ στὴν Ἐκκλησία.

[(+) π. Ἁλέξανδρος Ἐλτσιανίνωφ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ, ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»]

, ,

Σχολιάστε