Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἐπανάσταση τοῦ 1821

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΗΤΑΝ Ο ΜΟΝΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Συνέντευξη
Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Γιὰ τὸ βιβλίο του: «Κιβωτὸς Πατριδογνωσίας
– Μορφὲς τοῦ 1821 πρίν, κατά, μετὰ τὴνἘπανάσταση»

(Ἐκδόσεις Τῆνος, Ἀθήνα, 2021, σελίδες 514)

Στὸν Ἐλπιδοφόρο Ἰντζέμπελη
(Δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Τύπος τῆς Κυριακῆς», τὴν 20ή Μαρτίου 2022)

Ποιά ἦταν ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐκδοθεῖ τὸ βιβλίο σας «Κιβωτὸς Πατριδογνωσίας»;

.               Φυσικὰ ἡ 200ὴ ἐπέτειος ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2020 πρότεινα στὸν διευθυντὴ τοῦ ΕΤ κ. Πάνο Ἀμυρὰ καὶ ἐκεῖνος εὐχαρίστως δέχθηκε κάθε Σάββατο νὰ ἔχουμε μία σελίδα μὲ προσωπικότητες, ποὺ εἶχαν ἐνεργὸ συμμετοχὴ στὴν προετοιμασία καὶ στὴν διεξαγωγὴ τῆς Ἐπανάστασης, καθὼς καὶ στὴ διατήρηση τῆς ἰδιοπροσωπίας μας. Ἀπὸ τὸν Μάρτιο τοῦ 2020 λοιπὸν ἕως τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2021 ἔγραψα καὶ ὁ ΕΤ δημοσίευσε τὴν ἱστορία ἑβδομήντα προσωπικοτήτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στὸ διάστημα αὐτὸ πολλοὶ ἀναγνῶστες μου ἐζήτησαν ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα νὰ ἐκδοθοῦν σὲβιβλίο. Πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἱκανοποιήθηκε τὸ αἴτημά τους. Τὸ βιβλίο ἐτέθη στὴν κυκλοφορία, μὲ τὸν τίτλο «Κιβωτὸς Πατριδογνωσίας».

Πῶς ὅμως ξεκίνησε ἡ ὅλη ἰδέα τῆς συγγραφῆς αὐτῶν τῶν κειμένων;

.               Γιὰ πολλὰ χρόνια ἀνέτρεχα στὶς πηγές, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ1821. Στὰ συγγράμματα ἱστορικῶν συγγραφέων, ὅπως τῶν Σπ. Τρικούπη καὶ Νικολάου Σπηλιάδη, τὰ ἀπομνημονεύματα ἀγωνιστῶν, ὅπως τῶν Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Μακρυγιάννη καὶ φιλελλήνων, ὅπως τῶν Γόρδωνος καὶ Χάου, κείμενα γιὰ τὸ 1821 ἱστορικῶν καὶ ἄλλων συγγραφέων, ποὺ ἔζησαν πρό, κατὰ καὶ λίγο μετὰ τὴν Ἐπανάσταση, ὅπως τῶν Ρήγα Φεραίου, Ἀρχιεπισκόπου Εὐγενίου Βουλγάρεως, Νικηφόρου Θεοτόκη, Ἀδαμαντίου Κοραῆ, Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, Δημητρίου Καταρτζῆ, Κων. Παπαρρηγόπουλου, Ἰωάννου Ζαμπελίου, Σωτηρίας Ἀλιμπέρτη. Μὲ ἐνοχλεῖ ποὺ γιὰ λόγους ἰδεολογικοὺς γράφονται ἀνακρίβειες, ἀποσιωπῶνται πρόσωπα, καταστάσεις, ἰδιότητες, διαστρεβλώνονται γεγονότα. Καὶ εἶναι λυπηρὸ ὅτι οἱ ἀρνητὲς τῆς ἀλήθειας προβάλλονται ὡς αὐθεντίες ἀπὸ τὸ πολιτισμικὸκατεστημένο.

Μὲ ποιά κριτήρια ἐπιλέξατε τὰ πρόσωπα ποὺ περιλάβατε στὴ μελέτη;

.               Προφανῶς ἀπὸ τὶς προσωπικότητες, ποὺ κατὰ τὴν ἄποψή μου συνέβαλαν στὴν ἐπιβίωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴν βάρβαρη τουρκοκρατία, στὴν ἀπελευθέρωσή Του ἀπὸτὸν τουρκικὸ ζυγὸ κατὰ τὴν Ἐπανάσταση, στὴν ἀνάπτυξή Του κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια της ἐλευθερίας Του καὶ στὴ διατήρηση τῶν ἰδανικῶν Του ἕως τὶς μέρες μας.

Γιατί χωρίσατε τὸ βιβλίο σὲ τέσσερα μέρη;

.               Πιστεύω ὅτι διευκολύνω τὸν ἀναγνώστη στὴν ἀνάγνωσή του. Τὸ πρῶτο μέρος περιλαμβάνει σπορεῖς τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, τὸ δεύτερο πρωταγωνιστές Της, τὸ τρίτο εὐεργέτες τῆς Ἐπανάστασης καὶ τοῦ νέου Κράτους καὶ τὸ τέταρτο ποιητὲς καὶ λογίους, ποὺἔγραψαν γι’ Αὐτήν.

Ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενα ποὺ διαβάζει ὁ ἀναγνώστης διακρίνει μία γλώσσα δουλεμένη καὶ μία ξεχωριστὴ ἐπιμέλεια τοῦ κάθε κειμένου, ποὺ κάνει τὸ βιβλίο νὰ διαβάζεται εὐχάριστα.

.               Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὰ καλά σας λόγια. Ἀπὸ τὴν πείρα μου ἔχω καταλήξει ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ γράφεται ἕνα βιβλίο, ποὺ δὲν ἔχει νὰ προσφέρει κάτι καινούργιο στὸν ἀναγνώστη του. Ἔτσι δὲν ἔγραψα βιογραφίες ποὺ τὶς βρίσκει ὁ καθένας στὴ Wikipedia ἢ σὲαὐτοτελῆ βιβλία γιὰ τὴν κάθε ἀναφερόμενη προσωπικότητα. Ἔχω περιορίσει τὰ βιογραφικὰστοιχεῖα καί, ὅπως σημείωσα προηγουμένως, γράφω μέσα ἀπὸ ἀρχεῖα καὶ ἄλλες πηγὲς τί εἶπαν, τί ἔγραψαν ἢ τί ἔκαμαν οἱ ἴδιες οἱ προσωπικότητες ποὺ περιγράφω. Δὲν τὶς ἐξαγιάζω, οὔτε ὅμως καὶ τὶς «κουτσομπολεύω». Ὡς πρὸς τὸ εὐχάριστο τῆς ἀνάγνωσης νομίζω ὅτι μὲβοήθησε ὁ συνδυασμὸς τῆς γνώσης μὲ τὴν δημοσιογραφικὴ πένα. Εἶναι μία πολὺπαραγωγικὴ πνευματικὴ ἐργασία νὰ γράφεις κείμενο ὁρισμένου ἀριθμοῦ λέξεων, τὸ ὁποῖο νὰεἶναι συνοπτικό, περιεκτικὸ καὶ εὐκολοδιάβαστο καὶ ἀπὸ νέους ἀνθρώπους.

Οἱ προσωπικότητες ποὺ ἀναφέρετε φέρνουν νέα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουμε. Μὲ ποιό τρόπο βρήκατε νέα στοιχεῖα καὶ πηγὲς γιὰ αὐτὲς τὶς σημαντικὲς μορφές;

.               Ἀπὸ πολὺ καιρὸ μελετοῦσα τὶς πηγὲς καὶ ἔτσι δημιούργησα μία βιβλιοθήκη μὲβιβλία παλιὰ ἢ ἀνατυπωμένα, μὲ τόμους Ἀρχείων καὶ μὲ νεότερα βιβλία – μελέτες. Καὶ ἐδῶμπορῶ νὰ πῶ πάλι ὅτι δὲν ἦταν μόνο ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἐρευνητῆ ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσιογραφική του ἀντίληψη.

Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο εἶναι ὅτι τονίζετε τὴ συνεισφορὰ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸν Ἀγώνα. Μὲ ποιοὺς τρόπους βοήθησε ἡ Ἐκκλησία;

.               Θλίβομαι γιὰ ἐκείνους, ποὺ ἐπιδεικνύουν ἀγνωμοσύνη πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ ἐκείνους ποὺ γιὰ λόγους ἰδεολογικοὺς καὶ ἀντιεκκλησιαστικοὺς ἀρνοῦνται τὴν ἀλήθεια ὡς πρὸς τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ χωρὶς παρωπίδες ἀσχοληθέντες μὲ τὴν τουρκοκρατία καὶ τὴν Ἐπανάσταση ἱστορικοὶ τὴν ἀναγνωρίζουν ἀνεπιφύλακτα. Αἰσθάνομαι θλίψη ὅταν λ.χ. κάποιοι μιλᾶνε γιὰ τοὺς πρωτεργάτες τῆς ἑλληνικῆς ἀναγέννησης τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν καὶ δὲν λένε ὅτι εἶναι κληρικοί, ἢ λαϊκοὶ πιστοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Νιώθω ἄσχημα, ὅταν βιβλία ποὺ ἔχουν βάση τὴν ἄθεη ἰδεολογία, καθίστανται «ἱερὰ κείμενα» γιὰτοὺς «μυημένους», ποὺ ἀντὶ νὰ ἀναφέρονται σὲ πηγὲς ἀναφέρονται σὲ αὐτά… Θλίβομαι γιὰὅσους μὲ κοπτοραπτικὴ μέθοδο ἐπιχειροῦν νὰ προβάλουν κάποιες ἀνθρώπινες καταστάσεις στὸ Πατριαρχεῖο ὡς φαινόμενα τύπου Βατικανοῦ, ἢ προεπαναστατικῆς Γαλλίας. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ὁ μόνος φορέας ποὺ ὑπῆρχε μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ ποὺ ἀπὸ τὸ Φανάρι ἕως τὸ τελευταῖο χωριὸ βοήθησε νὰ διατηρήσουμε ὡς Ἕλληνες τὴν ταυτότητά μας. Ὁ παπάς, ποὺ κινδύνευε ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ κρεμαστεῖ, ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ μάθαινε στὰ παιδιὰ τὰ ἑλληνικά, καὶ τὸ τί σημαίνει νὰ εἶναι Ἕλληνες καὶ πιστοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μέχρι θανάτου.

Πολλοὶ ἀναγνῶστες τοῦ ΕΤ διάβαζαν ἀνελλιπῶς κάθε ἑβδομάδα τὰ κείμενά σας γιὰ τὸ 1821. Πῶς νιώθετε τώρα ποὺ τὸ βιβλίο σας κυκλοφορεῖ καὶ θὰ τὸ ἀγοράσουν γιὰ τὴ βιβλιοθήκη τους;

.               Περιττὸ νὰ σᾶς πῶ ὅτι νιώθω ὄμορφα. Πράγματι πολλοὶ ἀναγνῶστες μου ἐπικοινωνοῦσαν μαζί μου καὶ μὲ παρότρυναν νὰ ἐκδώσω τὰ κείμενα σὲ βιβλίο, ὥστε νὰ τὰἔχουν συγκεντρωμένα στὴ βιβλιοθήκη τους.

Γιατί οἱ Ἕλληνες δὲν γνωρίζουν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὸ 1821;

.               Γιατί δὲν διάβασαν τὴν Ἱστορία μας, γιατί δὲν ἔμαθαν οἱ μεγαλύτεροι στοὺς νεότερους τὴν Ἱστορία μας. Φίλος φιλόλογος μοῦ ὁμολόγησε ὅτι ὅσα γράφω στὸ βιβλίο δὲν τὰ διδάχθηκε στὰ τέσσερα χρόνια τῶν σπουδῶν του στὸ Πανεπιστήμιο, οὔτε φυσικὰ στὸΓυμνάσιο καὶ στὸ Λύκειο. Ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς Ἱστορίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Εὐάγ. Χρυσὸς ἔγραψε πρόσφατα ὅτι ἐλπίζει κάποτε καὶ στὴν Ἑλλάδα οἱ συνάδελφοί του καθηγητὲς καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας νὰ πραγματοποιήσουν αὐτὸ ποὺ ἡ δική του γενιὰπανεπιστημιακῶν ἱστορικῶν, ὅπως βέβαια καὶ οἱ προηγούμενες δὲν κατόρθωσαν νὰπροσφέρουν στὸν τόπο: τὴν Ἱστορία ὡς διδασκόμενη ἐπιστήμη. Πρέπει πάντως νὰ προσθέσω ὅτι λυποῦμαι ποὺ ἡ διδαχὴ τῆς Ἱστορίας μας ἀπὸ ὁρισμένους κατέστη ἐργαλεῖο νεομαρξιστικῶν καὶ ὑλιστικῶν ἰδεῶν.

Τί σημαίνει γιὰ ἐσᾶς ἡ 200ή ἐπέτειος τοῦ 1821;

.               Εὐθύνη ἔναντι ὅλων ὅσοι ἀγωνίστηκαν νὰ εἴμαστε σήμερα ἐλεύθεροι. Εὐθύνη καὶεὐγνωμοσύνη. Καὶ ὀφείλουμε νὰ δείξουμε ὡς Ἕλληνες τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς αὐτοὺς κρατώντας ζωντανὲς τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἀξίες τους.-

βλ. σχετ.: ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821 [Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος]

,

Σχολιάστε

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821 [Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος]

Βιβλίο γιὰ 70 προσωπικότητες τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821

ΠΗΓΗ: parapolitika.gr 

23 Φεβ 2022

.                      Τὸ συνταίριασμα τῆς δημοσιογραφικῆς πένας μὲ τὴ συγγραφικὴ ἱκανότητα καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ὁδηγεῖ σὲ ἕνα ἀξιόλογο ἀποτέλεσμα. Αὐτὸ συντελεῖται στὸ βιβλίο τοῦδημοσιογράφου – συγγραφέα Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου «Κιβωτὸς πατριδογνωσίας – Μορφὲς τοῦ 1821 πρίν, κατὰ καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάσταση» (Ἔκδ. «Τῆνος», 2021).
.                      Γιὰ τὴν 200ή ἐπέτειο τοῦ 1821 γράφτηκαν πολλὰ βιβλία. Αὐτὸ τοῦ Γ. Ν. Παπαθανασόπουλου προσφέρει στὸν ἀναγνώστη του κάτι τὸ διαφορετικό. Χρησιμοποιεῖ κυρίως ἱστορικὲς πηγὲς καὶ περιγράφει ἑβδομήντα προσωπικότητες, ποὺ συνδέονται μὲ τὴν Ἐπέτειο. Τὶς χωρίζει σὲ αὐτὲς ποὺ προετοίμασαν τὴν ἐπανάσταση, σὲ αὐτὲς ποὺ τὴν πραγματοποίησαν καὶ τὴν ἔφεραν σὲ αἴσιο πέρας, σὲ αὐτὲς ποὺ τὴν ὕμνησαν καὶ σὲ αὐτὲς ποὺ συνετέλεσαν στὴ διατήρηση τῶν ἀξιῶν της.
.                      Ὁ συγγραφέας, μὲ τὴ δημοσιογραφική του ἐμπειρία, συμπυκνώνει τὸ πλούσιο καὶτεκμηριωμένο ἱστορικὸ ὑλικὸ ποὺ συγκέντρωσε σὲ σύντομες καὶ εὐκολοδιάβαστες βιογραφίες. Ὁτρόπος γραφῆς του εἶναι ἄμεσος, ντόμπρος, ἀντικειμενικός, μακριὰ ἀπὸ ἰδεολογικὲς προκαταλήψεις. Δὲν διστάζει νὰ γράψει τεκμηριωμένες ἀλήθειες γιὰ τοὺς Μαυροκορδάτο, Κωλέττη, Μιαούλη, Τερτσέτη, Κοραὴ καὶ ἄλλους…
.                      Ὁ ἀναγνώστης τοῦ βιβλίου ἀποκτᾶ τὴν ἐντύπωση ὅτι διαβάζοντας στὶς 520 σελίδες τοῦβιβλίου τὶς βιογραφίες τῶν ἑβδομήντα προσωπικοτήτων παίρνει μία ἐπαρκῆ γνώση γι’ αὐτὲς καὶ μόνο γιὰ περισσότερη ἔρευνα χρειάζεται νὰ ἀνατρέξει σὲ βιβλιοθῆκες, σὲ πολυσέλιδες βιογραφίες καὶ σὲἱστορικὰ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα. Ὁ δημοσιογράφος – συγγραφέας τεκμηριώνει τὰ ὅσα γράφει μὲτὴν χρήση ἐκτεταμένης βιβλιογραφίας, ἡ ὁποία ἀναγράφεται στὸ τέλος τοῦ βιβλίου καὶ εἶναι εἰκοσασέλιδη.

,

Σχολιάστε

«ΚΙΒΩΤΟΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ» (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος) [Νέα ἔκδοση]

Ι

, ,

Σχολιάστε

ΣΚΟΠΙΜΩΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΕΣ καὶ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΙΔΕΟΛΗΨΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΙΕΡΟΜ. Πατριάρχη ΓΡΗΓΟΡΙΟ Ε´

Αθαιρετον σκόπιμα μέ ναχρονιστικές δεολογικές γκυλώσεις
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ κ. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ

ΠΗΓΗ: nyxthimeron.com

.                               Ὁ ἐπίσημος ἑορτασμός γιὰ τὴ συμπλήρωση δύο ἑκατονταετιῶν ἀπὸ τὴν κήρυξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἦταν ὄχι μόνο ὀφειλετικὸς γιὰ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖος γιὰ τὴ μελλοντική του πορεία στὶς διαγραφόμενες νέες εὐοίωνες ἐθνικὲς ἢ καὶ διεθνεῖς προϋποθέσεις ἢ συνθῆκες σὲ περιφερειακὴ καὶ σὲ παγκόσμια προοπτική. Ὑπὸ τὴν προοπτικὴ λοιπὸν αὐτή, εἶναι αὐτονόητη ἡ ἐνθουσιαστικὴ ἀναφορὰ τοῦ Γένους ὄχι μόνο στοὺς ἡρωϊκοὺς πρωταγωνιστὲς τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ καὶ στοὺς γενναίους ὑποστηρικτὲς του κληρικούς, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, μὲ μεγάλες μάλιστα προσωπικὲς καὶ οἰκονομικὲς θυσίες, γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδας τὴν ἐλευθερία.
.                               Στὸ πλαίσιο λοιπὸν αὐτὸ τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν ἐπετειακῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἐντάχθηκε ἀπό ἐκδοτικό οἶκο ἡ ὑπὸ τὸν πλασματικὸ τίτλο «Ἡ Μαύρη Βίβλος τοῦ 1821» ἔκδοση μὲ τὸν ἰδεοληπτικὸ μάλιστα ὑπότιτλο: «Ὁ Γρηγόριος Ε΄ καὶ ἄλλοι Πατριάρχες, μέσα ἀπὸ τὶς ἀντεπαναστατικές τους Ἐγκυκλίους». Προφανῶς, ἡ ἰδεοληπτική ἔκδοση αὐτὴ ἀποσκοποῦσε σαφῶς νὰ ἀπαξιώσει τὴ μεγάλη συμμετοχὴ τόσο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅσο καὶ τῆς ὈρθοδόξουἘκκλησίας, γενικότερα στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὥστε νὰ προβάλει αὐθαιρέτως καὶ ἀκρίτως τὰ ἰδεοληπτικὰ ὁράματα καὶ τὶς θεωρητικὲς προϋποθέσεις τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ καὶ τῶν δυτικοφρόνων Ἑλλήνων διαφωτιστῶν.
.                               Ἡ διαπίστωση ὅμως αὐτὴ συνάγεται τόσο ἀπὸ τὴν «Εἰσαγωγή» τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐκδόσεως Μηνᾶ Παπαγεωργίου, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν ἄσχετο «Πρόλογο» τοῦ καθηγητοῦ Θάνου Βερέμη, ὑπὸ τὸν ἄσχετο τίτλο «Ἡ σύγκρουση πνευματικῆς καὶ κοσμικῆς ἐξουσίας. Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία». Πράγματι, ὁ Μ. Παπαγεωργίου ὑποστηρίζει αὐθαιρέτως στήν «Εἰσαγωγή» του, ὅτι δῆθεν «ἡ ὑποτιθέμενη θετικὴ συμβολὴ τῆς ἀνώτατης Ἱεραρχίας στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἰδεολογικὲς λαθροχειρίες τῆς νεότερης Ἑλληνικῆς Ἱστορίας…Γιὰ πολλοὺς Ἕλληνες μελετητές, ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ὑπῆρξε ἕνα φωτεινὸ παράδειγμα ἐθνομάρτυρα. Ἡ μελέτη ὅμως τῶν πηγῶν τῆς ἐποχῆς προδίδει ξεκάθαρα τὴν ἀντεθνική του δράση».
.                                  Ὡστόσο, ὁ συντάκτης τῆς «Εἰσαγωγῆς» Μ. Παπαγεωργίου, ἐνῶ προβάλλει ὡς κύριο ἐπιχείρημα «τὸν ἀφορισμὸ τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821» ἀπὸ τὸν ἐθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄, ἐν τούτοις ἀποκλείει αὐθαιρέτως τὴν ἄμεση μυστικὴ ἄρση τοῦ ἀφορισμοῦ, καίτοι εἶναι γνωστὲς στὸν ἴδιο καὶ οἱ σχετικὲς μαρτυρίες τῆς ἐποχῆς. Ὑπὸ τὴν ἰδεολογικὴ ὅμως σκόπιμη πρόληψη αὐτή, ὑποστηρίζει τὴν ἀντιφατικὴ καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη σκόπιμη ὑπόθεσή του, ὅτι δῆθεν «ὁ Γρηγόριος Ε΄ τοποθετήθηκε τρεῖς φορὲς στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ἀπὸ τοὺς ὀθωμανούς, γεγονὸς πού μαρτυρᾶ πώς ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τους».
.                               Προφανῶς, ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἐκλογὴ στὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄ ἦταν ἀπόλυτο καὶ ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ «Γεροντικοῦ συστήματος» (1757-1862) καὶ ὄχι βεβαίως τῶν Ὀθωμανῶν, ὅπως παραθεωρεῖ καὶ τὸ τραγικὸ γεγονὸς ὅτι ἐκθρονίσθηκε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὸν Πατριαρχικὸ Θρόνο μὲ ἀπόφαση τῆς ἴδιας τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου. Ἂν ὅμως ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ἦταν δῆθεν «ἕνας ἄνθρωπος τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῶν Ὀθωμανῶν», ὅπως ὑποθέτει σκοπίμως ὁ Μ. Παπαγεωργίου, τότε ὁ ἐθνομάρτυρας Γρηγόριος Ε΄ δὲν θὰ εἶχε ἐκθρονισθεῖ τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο καὶ ὁπωσδήποτε δὲν θὰ εἶχε ἀπαγχονισθεῖ ἀπὸτοὺς Ὀθωμανούς, ἀφοῦ θὰ τοὺς ἦταν χρήσιμος γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῶν συνήθων συμβιβαστικῶν πρωτοβουλιῶν τῆς Ὑψηλῆς Πύλης.
.                               Ἐν τούτοις, εἶναι ἐντονώτερη καὶ σαφέστερη ἡ σαφῶς ἀντιφατικὴ καὶ προφανῶς ἐσφαλμένη προσέγγιση ἢ ἑρμηνεία ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Θᾶνο Βερέμη στόν «Πρόλογο» τῆς πλασματικῆς αὐτῆς «Μαύρης Βίβλου τοῦ 1821», ἤτοι τόσο γιὰ τὴ «σύγκρουση τῆς πνευματικῆς καὶ κοσμικῆς ἐξουσίας», ὅσο καὶ γιὰ τόν «ρόλο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία». Πράγματι, ὁ καθηγητής Θ. Βερέμης ἑρμηνεύει ἐσφαλμένως καὶ ὑποστηρίζει ἀκρίτως, ὅτι δῆθεν «ἡ προβληματικὴ σχέση ἀνάμεσα στὶς Ἐκκλησίες τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῆς Ρώμης ἐπιδεινώθηκε ἐπὶ Πατριάρχη Φωτίου καὶ Πάπα Νικολάου Α΄ τὸ 858 μ.Χ., ἀφοῦ ἡ Σύνοδος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀφόρισε τὸν Πάπα, τὸ 867, καὶ ἀκολούθησε ὁ ἀφορισμὸς τοῦ Φωτίου ἀπὸ τὸν νέο Πάπα Ἰωάννη».
.                               Πράγματι, ἡ προφανῶς ἀβάσιμη αὐτὴ περιγραφὴ εἶναι καὶ σαφῶς ἐσφαλμένη ὄχι μόνο γιὰ τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ πρόσωπα, ἀφοῦ ὁ μὲν Πάπας Νικόλαος ἁπλῶς δὲν ἀναγνώρισε τὸν Πατριάρχη Φώτιο στὴ Σύνοδο τῆς Ρώμης (863), ἡ δὲ συγκληθεῖσα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Φώτιο Μείζων Σύνοδος διέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Πάπα Νικόλαο γιὰ τὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες τῶν λατίνων ἱεραποστόλων στὴ νεοσύστατη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας
..                               Βεβαίως, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Φώτιος ἐκθρονίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Βασίλειο Α΄ (867) καὶ ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Πάπα Ἀδριανὸ Β΄ (867-872) καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Πάπα Ἰωάννη Η΄ (872-880), ὁ ὁποῖος ἀναγνώρισε προθύμως τὸν ἱερὸ Φώτιο στὴν Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (879-880), ἡ δὲ ἐκθρόνισή του ἀποφασίσθηκε στὴ συγκληθεῖσα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰγνάτιο Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (869-870). Οἱ ἴδιες ἀντίστροφες ἑρμηνεῖες καὶ ἀναπόφευκτες συγχύσεις τοῦ καθηγητοῦ Θ. Βερέμη στὴ δῆθεν προκλητικὴ σύγκρουση τοῦ παπικοῦ Καρδιναλίου Οὐμβέρτου μὲ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαὴλ Κηρουλάριο ἀπὸ τὴν ὁποία προέκυψε τὸ σχίσμα τῶν δύο Ἐκκλησιῶν (1054).
.                               Ὑπὸ τὸ πνεῦμα ὅμως αὐτὸ προβάλλονται καὶ οἱ ἀντίστροφες ἑρμηνεῖες του γιὰ τὴν ἐκπροσώπηση τῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς στὴν ἑνωτικὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), γιὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὁ ἐμπερίστατος Πάπας Εὐγένιος Δ΄ (1431-1447) στὴ σύγκρουσή του πρὸς τὴν μεταρρυθμιστικὴ Σύνοδο τῆς Βασιλείας (1431-1449), ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ἡ ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, μὲ τὰ κοινὰ βεβαίως κριτήρια τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀθετήθηκαν ἀπὸ τὸν παπικὸ θρόνο μὲ τὶς αὐθαίρετες ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας.
.                                  Πράγματι, ὁ καθηγητής Θ. Βερέμης ἐγκωμιάζει αὐθαιρέτως καὶ ἀκρίτως ὅλους τοὺς δυτικόφρονες ἑνωτικοὺς καὶ ὅ,τι ἀναφέρεται σὲ αὐτούς, ἐνῶ ἀποδοκιμάζει ἐπίσης αὐθαιρέτως καὶ ἀκρίτως ὅλους τοὺς ἀνθενωτικοὺς καὶ ἰδιαίτερα ὅ,τι συνδέεται μὲ τὴν ἀνύστακτη μέριμνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴν ἀλώβητη διαφύλαξη τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς θρησκευτικῆς ταυτότητας ὄχι μόνο τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐμπερίστατων Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν ἀθέμιτη καὶ προκλητικὴ δράση τῆς Οὐνίας τῶν Ἰησουϊτῶν, τῶν Φραγκισκανῶν, τῶν Δομινικανῶν καὶ τῶν ἄλλων μοναστικῶν Ταγμάτων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, σὲ χαλεποὺς μάλιστα καιροὺς τόσο γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ὅσο καὶ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.
.                               Ὁ καθηγητής Θᾶνος Βερέμης ἐκπλήσσεται, ἀποδοκιμάζει καὶ ἀπαξιώνει: α) τὴν αὐτονόητη ἀκύρωση τῶν παπικῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας μὲ τὶς ἀποφάσειςτῆς Μείζονος Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1484), ἡ ὁποία ἐξέφραζε τὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, β) τὴν εὐνόητη συνοδικὴ καταδίκη, ἀπὸ Μείζονες μάλιστα Συνόδους (1638, 1642, 1691), τῆς ἀποδιδομένης στὸν Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι ΚαλβινικῆςὉμολογίας πίστεως, γ) τὴν εὔλογη ἀκύρωση καὶ καταδίκη ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο τῆς αὐθαίρετης ἀποφάσεως τοῦ Πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ (1755) γιὰ τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Λατίνων τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ στὴν Κωνσταντινούπολη, δ) τὴν ὀφειλετικὴ ἀντίθεση τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὶς προκλητικὲς ἀντικληρικές, ἀντιεκκλησιαστικὲς καὶ ἀντιθεϊστικὲς τάσεις τοῦ δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς ΓαλλικῆςἘπαναστάσεως (1789), τὶς ὁποῖες μάλιστα διακήρυσσαν ἀκρίτως οἱ γαλλόφιλοι Ἀδ. Κοραῆς καὶ ὁ ἀνώνυμος συντάκτης τῆς Ἑλληνικῆς Νομαρχίας, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ὀπαδοὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ.
.                               Συνεπῶς, οἱ ἀκραῖες, ἀβάσιμες καὶ προκλητικὲς διακηρύξεις τῶν Ἑλλήνων διαφωτιστῶν ἐναντίον τῆς κλασικῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θρησκείας γενικότερα περιόρισαν ἢ ἀκύρωσαν τὶς προοπτικές τους νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ἤδη διαμορφωμένη κοινὴ γνώμη ἀπὸ τὶς ριζωμένες στὴν ψυχὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ παραδοσιακὲς καὶ θεσμικὲς ἐκφράσεις γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὴν κοινωνία. Ὡστόσο, δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν τὴ δική τους ἰδεολογία μία σαφῆ ἠθικοκοινωνικὴ πράξη στὴ ζωὴ τοῦ εὐλαβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἄλλωστε, οἱ προτεινόμενες «νέες ἰδέες» θεωρήθηκαν ὄχι μόνο «ξένες», ἀλλὰ καὶ «ὕποπτες» γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, γι᾽ αὐτὸ οἱ ὑποστηρικτές τους ἐπιτιμήθηκαν ὡς ἀφελεῖς, ἰδιοτελεῖς ἢ καὶ δυτικόφρονες, ἀφοῦ θεωροῦσαν ἀδύνατη ἢ καὶ ἐπικίνδυνη τὴν ἄμεση κήρυξη τῆς ἙλληνικῆςἘπαναστάσεως τοῦ 1821, ἤτοι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν χωρὶς τὴν προηγούμενη κατάλληλη ἀνάπτυξη τῆς Παιδείας τοῦ Γένους, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ χωρὶς τὴ συγκρότηση ἑνὸς ἀξιόμαχου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, γι᾽ αὐτὸ ὁ Ἀδ. Κοραῆς τὴ μετέθετε σὲ μεταγενέστερο χρόνο καὶ ἦταν βέβαιος ὅτι δὲν θὰ γινόταν στὴν περίοδο τῆς ζωῆς του.
.                               Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφάσισε τελικῶς νὰ κηρύξει τὴν Ἐπανάσταση μὲ τὴν πρόθυμη μάλιστα καὶ ὁλόθυμη ὑποστήριξη τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καὶ τοῦ Μοναχισμοῦ «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία», ὅπως συνάγεται τόσο ἀπὸ τὴν κληρικολαϊκὴ σύνθεση ὅλων τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, ὅσο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριῶν τους κατὰτὴν περίοδο τῆςἘπαναστάσεως (1821-1830). Ἄλλωστε, ὑπὸ τὴν προοπτικὴ αὐτή, τόσο ἡ Φιλικὴ Ἑταιρεία, ὅσο καὶ οἱ Φαναριῶτες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀποσυνδεθοῦν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία γενικότερα, γι᾽ αὐτὸ εἶναι προφανῶς ἀβάσιμες οἱ ἄκριτες ὑποθέσειςτοῦ καθηγητοῦ Θ. Βερέμη τόσον ὅτι δῆθεν ὑπῆρξε διάσταση μεταξύ τῶν Φαναριωτῶν καὶ τοῦ Πατριαρχείου, ὅσον καὶ ἡ δῆθεν ἐξάρτησητοῦ Πατριάρχη ἀπὸ τοὺς Φαναριῶτες συνεπαγόταν δῆθεν καὶ τὴν ὑποκατάσταση τῆς ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας του.
.                               Οἱ πλασματικὲς λοιπὸν αὐτὲς ἀβάσιμες ὑποθέσεις τῶν συντακτῶν τῆς «Εἰσαγωγῆς» (Μ. Παπαγεωργίου) καὶ τοῦ «Προλόγου» (Θ. Βερέμη) προέβαλαν ἀκρίτως τὶς δυτικόφρονες προσωπικὲς ἰδεολογικὲς προλήψεις, γιὰ νὰ ἀπαξιώσουν αὐθαιρέτως τὴν καθοριστικὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας γενικότερα, σὲ ὅλα τὰ στάδια καὶ σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, γι’ αὐτὸ οἱ κρίσεις τους ἀγνοήθηκαν πλήρως ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη ἐθνικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἄλλωστε, τὴ διαπίστωση αὐτὴ ἐκφράζει τελικῶς, μὲ διακριτικὸ μάλιστα τρόπο, καὶ ὁ ἴδιος ὁ καθηγητής Θ. Βερέμης, γιὰ νὰ μετριάσει προφανῶς τὶς ἀκρίτως διατυπωθεῖσες ἀβάσιμες ἐπικρίσεις του γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄. Πράγματι, ὑποστηρίζει ὅτι «στὸ Πατριαρχεῖο ἀπὸ τό 1797 ὣς καὶ τὸ 1821 βρίσκεται –ἐνδιάμεσα μὲ κάποιους ἄλλους– ὁ Γρηγόριος Ε΄, ἐχθρὸς τῶν νεωτερικῶν ἰδεῶν, ποὺ εἰσέβαλαν στὸν χῶρο τῆς πνευματικῆς του ἁρμοδιότητας. Ὁ Γρηγόριος μισοῦσε τοὺς γάλλους ἐπαναστάτες καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ὅλους τοὺς φορεῖς τῶν ἀπόψεών τους. Ὁ μαρτυρικός του θάνατος καὶ μεγάλου ἀριθμοῦ μητροπολιτῶν ὑπῆρξε ἄθελά του ἡ μεγάλη του προσφορὰ στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Χάρη στὸ θάνατό του ἱεράρχες, καὶ μάλιστα κοντικοί του συνεργάτες, ὅπως ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, προσῆλθαν στὸν Ἀγῶνα».
.                               Ἡ ἄκριτη ἰδεοληπτικὴ ἔκδοση τῆς «Μαύρης Βίβλου τοῦ 1821» οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση, ἀφοῦ ἐξαντλεῖται στὴν αὐθαίρετη, πλασματικὴ καὶ προκλητικὴ προβολὴ τῶν προφανῶς ἐσφαλμένων καὶ ὁπωσδήποτε ἀναχρονιστικῶν ἰδεολογικῶν τους ἀγκυλώσεων. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, «Ἡ Μαύρη Βίβλος» ἀναφέρεται μόνο στὶς δικές τους ἰδεολογικὲς προλήψεις καὶ ὄχι βεβαίως στὴν αὐθόρμητη, γενναία καὶ καθοριστικὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821.

, ,

Σχολιάστε

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟ 1822. (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα τὸ 1822

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Τελειώνοντας τὸ ἐπετειακὸ ἔτος τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Παλιγγενεσία ἂς θυμηθοῦμε πῶς πέρασαν οἱ Ἕλληνες στὸ πολιορκημένο Μεσολόγγι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822. Εἶναι ἕνα καλὸπαράδειγμα γιὰ τοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγούς μας. Τὴ σχετικὴ ἱστορία διηγεῖται πανέμορφα ἡ Πηνελόπη Δέλτα. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1822 εἶχε ἀρχίσει ἡ πρώτη πολιορκία του. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ὀθωμανικῶν δυνάμεων Ὀμὲρ Βρυώνης μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πασάδες ἀποφάσισαν νὰ ἐπιτεθοῦν τὰ ξημερώματα τῶν Χριστουγέννων, ξέροντας ὅτι ἐκεῖνες τὶςὧρες οἱ Ἕλληνες εἶναι ὅλοι στὶς ἐκκλησιὲς καὶ θὰ ἦταν οὐσιαστικὰ ἀφύλακτη ἡ πόλη.
.           Στὴ δούλεψη τοῦ Βρυώνη ἦταν ὁ Γιάννης Γούναρης, αἰχμάλωτός του μαζὶ μὲ τὴ σύζυγο καὶ τὰ παιδιά του. Τὴν προπαραμονὴ τῆς μεγάλης χριστιανικῆς γιορτῆς, ποὺ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση γιὰτὴν ἐπίθεση, ὁ Γιάννης προσφέροντας τοὺς καφέδες ἄκουσε τὸ σχέδιο τοῦ τούρκου πασᾶ καὶ χωρὶς νὰ διστάσει ἀγνόησε τὴν τύχη τὴ δική του καὶ τῆς οἰκογένειάς του καὶ ἀποδράσας ἔτρεξε ὡς νέος Φειδιππίδης* στὸ Μεσολόγγι. Ἔφτασε παραμονὴ Χριστουγέννων στὸ σούρουπο, ἀποκάλυψε τὸσχέδιο τῶν Τούρκων, οἱ ἀρχηγοὶ τὸν πίστεψαν καὶ κινητοποιήθηκαν ἀμέσως.
.           Τὴν ἴδια ὥρα, διηγεῖται ἡ Πηνελόπη Δέλτα, ὁ Ρωγῶν Ἰωσὴφ «μάζεψε τοὺς παπάδες καὶδιέταξε νὰ κλείσουν ὅλες οἱ ἐκκλησίες καὶ νὰ εἰδοποιηθοῦν τὰ ποίμνια πὼς λειτουργία χριστουγεννιάτικη δὲ θὰ γίνει, παρὰ θὰ ἀγρυπνήσουν οἱ χριστιανοὶ ὅλοι στοὺς τοίχους ἀπάνω… Πράγματι οἱ ἐκκλησίες ἔμειναν κλειστές, τὰ κεράκια σβηστά. Ἀπάνω στὰ ὀχυρώματα οἱ παπάδες ψιθυριστὰ ἐγκαρδίωναν καὶ εὐλογοῦσαν τοὺς ἄντρες καὶ σιωπηλὰ τοὺς ἔδιναν τὴν εὐχή τους. Ἔξαφνα, στὴ νυχτερινὴ σιωπή, ὅλα μαζὶ τὰ σήμαντρα σήμαναν τὴ λειτουργία. Καὶ τότε ἄρχισε τὸπανηγύρι».
.           Οἱ Ὀθωμανοὶ ὁρμᾶνε νομίζοντας ὅτι θὰ κάνουν περίπατο, ἀλλὰ τὰ παλικάρια ἀγρυπνοῦσαν. Σὰν τοῖχο ζωντανὸ προβάλλουν τὰ στήθη τους στὸ ἀνθρώπινο κύμα ποὺ ἀνεβαίνει μὲ λύσσα, σιωπηλά, ἁρπάζουν τοὺς ξαφνιασμένους Τούρκους, τοὺς σηκώνουν ἀπὸ τὸ χῶμα, τοὺς γκρεμίζουν στὸ χαντάκι… Τρεῖς ὧρες βάστηξε τὸ πανδαιμόνιο. Κουρασμένοι, πατώντας στὰ πτώματα ἀποτραβιοῦνται οἱ Τοῦρκοι. Δεκατισμένοι, νικημένοι, ἀποθαρρυμένοι, ὑποχωροῦν καὶ φεύγουν…Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων εἶχε γίνει, ἀλλὰ μὲ μπαρούτι καὶ μὲ αἷμα. Ἔτσι ἑόρτασε τὸ Μεσολόγγι τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822.
.           Ἡ Πηνελόπη Δέλτα γράφει καὶ γιὰ τὸ τί ἀπέγινε ὁ ἀφανὴς ἥρωας Γιάννης Γούναρης. Στὴν Κλεισούρα, στὸ δρόμο Μεσολογγίου – Ἀγρινίου ὑπάρχει ἕνα ἐρημοκλήσι, τῆς Παναγίας τῆς Ἐλεούσας. Ἐκεῖ ἔζησε ὡς μοναχός, ἀποτραβηγμένος ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, ἄγνωστος στοὺς περαστικοὺς καὶ μνημονεύοντας τὴ δολοφονημένη ἀπὸ τὸν Βρυώνη γυναίκα του καὶ τὰ σφαγμένα ἀγγελούδια του. Καὶ τελειώνει ἔτσι τὴν ἱστορία ἡ φιλόπατρις συγγραφέας: «Δάκρυα ποτὲ δὲν εἶδε κανεὶς στὰ μάτια του. Τὰ εἶχε χύσει ὅλα σὰν ἔμαθε τὴν ἐκδίκηση τοῦ ἀφέντη του, πού, μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς τοῦ δούλου του, εἶχε πληρώσει τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Μεσολογγιοῦ».-

  • – – – – – –

*Ἡμεροδρόμος Ἀθηναῖος. Γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια τῶν Σπαρτιατῶν ἐν ὄψει τῆς περσικῆςἐπίθεσης διέτρεξε τὴν ἀπόσταση Ἀθηνῶν – Σπάρτης σὲ δύο ἡμέρες.

, , ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ Ὁ ποιητὴς τοῦ 20οῦ αἰώνα γιὰ τὸ 1821 (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Ὁ ποιητὴς τοῦ 20οῦ αἰώνα γιὰ τὸ 1821

τοῦ Γιώργου Παπαθανασόπουλου

.                  Μὲ τὸ παρὸν ἀφιέρωμα στὸν σημαντικὸ ποιητὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα Νικηφόρο Βρεττάκο (1912-1991) συμπληρώνεται ἡ σειρὰ τῶν κειμένων γιὰ τὰ 200 χρόνια ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Τὴν ἀρχίσαμε στὶς 14 Μαρτίου τοῦ 2020, μὲ τὸ ἀφιέρωμα στὸν Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ ἀκολούθησαν τὰ κείμενα γιὰ ἑβδομήντα, στρατιωτικοὺς ἥρωες, δασκάλους τοῦ Γένους, ἱστορικούς, λογοτέχνες, φιλέλληνες, εὐεργέτες, ἱερομάρτυρες, ἐθνομάρτυρες, πολιτικούς. Ἄλλοι βοήθησαν στὴν προετοιμασία τῆς Ἐπανάστασης, ἄλλοι στὴν ἐξέγερση καὶ ἀπελευθέρωσή μας, ἄλλοι στὴν ἐμπέδωση τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἄλλοι στὴν περιγραφὴ τῶν γεγονότων καὶ ἄλλοι στὴν συνέχεια τοῦ Ἔθ
ους.
.                  Στὴν ἔρευνά μου γιὰ τὸν Νικηφόρο Βρεττάκο εἶχα τὴν εὐλογία νὰ μοῦ δωρίσουν δύο ὀλιγοσέλιδα ἔντυπά του, μεγάλης ἀξίας, κατὰ τὴν ἄποψή μου. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ λόγος του στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ἐπίσημη ὑποδοχή του ὡς μέλους της, στὶς 9 Φεβρουαρίου 1988 καὶ τὸ ἄλλο ὁ λόγος, ποὺ ἐκφώνησε στὶς γιορτὲς τῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου, στὶς 17 Ἀπριλίου 1989.
.                  Στὴν παρθενική του ὁμιλία στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν διερωτήθηκε γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ σύγχρονού του Ἕλληνα: «Νὰ εἰπῶ ὅτι ἡ ἠθική μας ἀντίσταση ἔχει καταθέσει τὰ ὅπλα καὶ ὅτι κινδυνεύουμε νὰ καταποντιστοῦμε μέσα στὴν εὐρωπαϊκὴ χοάνη, ποὺ αὔριο θὰ ἀρχίσει νὰ ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τὰ ἐδῶ; Νὰ εἰπῶ ὅτι ἀρχίσαμε νὰ κατεδαφίζουμε τὴ γλῶσσα μας καὶ ὅτι αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ κατεδάφιση τοῦ ἴδιου τοῦ ἔθνους μας;…».
.                  Καὶ ἀπαντᾶ στὸ ρητορικὸ ἐρώτημά του μὲ μία διαπίστωση: «Παρὰ τὴν καταβολὴ μεγάλου τιμήματος, σὲ διαδοχικοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες, κατορθώσαμε νὰ κερδίσουμε τὸ ἐλάχιστο καὶ νὰ χάσουμε τὸ μέγιστο. Νὰ γίνουμε δηλαδὴ ἕνα κρατίδιο καὶ νὰ χάσουμε τὸν ψυχισμό μας, ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴ δημιουργία ἑνὸς πραγματικοῦ ἔθνους. Περνᾶμε κρίσιμες ὧρες κι αὐτὸ τὸ κρατίδιο χρειάζεται τώρα μία καινούργια ἀπελευθέρωση….Κι αὐτὸς εἶναι λόγος περισσότερος, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ συνέλθουμε ἐμεῖς, σὰν φυσικοὶ κληρονόμοι ποὺ εἴμαστε καὶ νὰ σκεφτοῦμε τί θὰ κάνουμε. Πῶς θὰ ἀνασυνθέσουμε τὴ φθαρμένη ἑλληνική μας ταυτότητα. ΟΛΟΙ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΜΕ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ (Σημ.: Τὰ κεφαλαῖα τοῦ γράφοντος). Τὸ νὰ γεννηθεῖ κανεὶς σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, εἶναι εὐλογία. Τὸ νὰ γεννηθεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο εἶναι διπλὴ εὐλογία. Ἀλλὰ διπλὸ καὶ τὸ χρέος… Ἐθνικοὶ λόγοι, ἀνθρώπινοι λόγοι, θεῖοι λόγοι, ἐπιβάλλουν νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε νὰ διαγραφεῖ ἀπὸ τὴν διαρκῶς συρρικνούμενη γλῶσσα μας ἡ λέξη ΧΡΕΟΣ, μὲ τὴν ἠθικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ποὺ τὴν ἐγγραφή της ἐπιχειρῶ ἀπόψε εἰς θέαν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας…». Στὸν ἴδιο λόγο του ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος τονίζει: «Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λαός μας κάτω ἀπὸ τὸν βυζαντινὸ σχολαστικὸ λογιοτατισμὸ διαμόρφωσε τὴ ζωντανή μας γλῶσσα καὶ σὲ μία κορυφαία του ἔξαρση μὲ μέσο τὸν ἐντεταλμένο τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος Διγενῆ, ἀρνήθηκε τὸ δικαίωμα τοῦ χάρου πάνω στὴν ἑλληνικὴ λεβεντιά. Καὶ δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἔκρηξη τοῦ 1821 ποὺ ἐκσφενδόνισε στὸ ἴδιο παράλληλο ὕψος ἀπὸ τὴ μία τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Καραϊσκάκη κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Κάλβο. Οὔτε τὸ ὅτι ἀγράμματοι ἄνθρωποι συντάξανε, σὲ ὕφος κλασικὸ στὴν ἰδιομορφία του, τὶς ἐθνικές τους διαθῆκες, ὅπως ὁ Μακρυγιάννης. Καὶ νομίζω πὼς δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ ἂν ἔλεγα πὼς ὁ λόγος τοῦ Κολοκοτρώνη στὴν Πνύκα, ἔχει τὸ ἦθος, τὴ λιτότητα καὶ τὴν περιεκτικότητα ποὺ βρίσκουμε στὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ».
.                  Στὴν ὁμιλία του στὸ Μεσολόγγι ὁ Βρεττάκος περιγράφει τὴν ἄρνηση τῶν κραταιῶν τῆς Εὐρώπης στὸ Συνέδριο, ποὺ θὰ γινόταν στὴ Βερόνα τὸ 1822, νὰ βοηθήσουν τοὺς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες, σημειώνοντας τὴ γραφὴ τοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ: «Οἱ ἡγεμόνες μᾶς ἐγκαταλείπουσι καὶ εἰς ἡμᾶς μόνον ἔχομεν νὰ ἐλπίζομεν». Καὶ σχολιάζει ὁ Βρεττάκος: «Ὁ ἐχθρὸς λοιπὸν δὲν ἦταν μόνον αὐτὸς ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ Ἕλληνες μαχόμενοι ἀπὸ τὸ ἕνα βουνὸ στὸ ἄλλο. Ἦταν καὶ ὁ ἐπιλήσμων κόσμος τῆς Εὐρώπης, ποὺ εἶχε διαγράψει ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό του τὴ λέξη Δικαιοσύνη καὶ τὴ λέξη Ἀρετή… Ὁ Χριστιανισμὸς τῶν Ἡγεμόνων τῆς Εὐρώπης ἦταν ἁπλῶς μία μάσκα. Ἕνας τούρκικος φερετζές… Εἶναι ἐνδεικτικὸ πὼς ὅταν ἔπεσε τὸ Μεσολόγγι, ὁ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας στὴν Πάτρα Φίλιππος Γκρὶν ἔτρεξε νὰ δώσει τὰ συγχαρητήριά του στὸν Κιουταχὴ καὶ στὸν Ἰμπραήμ».
.                  Ὁ Βρεττάκος ἀφοῦ περιγράφει τὸν ἡρωισμὸ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Μεσολογγίου τονίζει: «Καλὸ θὰ ἦταν λοιπὸν σήμερα ἀντὶ νὰ γυρίζουμε σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ σκυλεύουμε τοὺς νεκροὺς γιὰ πολιτικοὺς λόγους, οἱ πολιτικοί μας ἀρχηγοὶ σὲ κάθε ἐπέτειο τοῦ Μεσολογγίου νὰ ἔρχονται ἐδῶ… Νὰ ἁπλώνουν τὸ χέρι τους καὶ νὰ ὁρκίζονται πάνω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα, ἐνθυμούμενοι τοὺς πολιορκημένους, ποὺ νεκροὶ σχεδὸν ἀπὸ τὴν πείνα, βάδιζαν πρὸς τὴν Ἔξοδο, ὡς νὰ εἶχαν ἀγγελοποιηθεῖ καὶ νὰ μὴν πατοῦσαν στὸ χῶμα». Ὁ Βρεττάκος καταλήγει τὴν ὁμιλία του σημειώνοντας: «Πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε πὼς οἱ ἠθικές μας ἀντιστάσεις μειώνονται μέρα μὲ τὴ μέρα καὶ ζοῦμε κρίσιμους καιρούς. Καὶ ὅταν ἕνα Ἔθνος πεθαίνει μέσα στὶς ψυχὲς τῶν πολιτῶν του, ὁ θάνατός του δὲν εἶναι ἔπειτα παρὰ θέμα τυπικῆς διαδικασίας. Καὶ ἂς μὴν ξεχνᾶμε τὸ τοῦ Ἀνδρέα Μεταξᾶ: Εἰς ἡμᾶς μόνον ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν».
.                  Ἕνα ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς ἐθνοκτόνου νόσου, ἀπὸ τὴν ὁποία πάσχουν οἱ Ἕλληνες ἐθνομηδενιστές, εἶναι ὅτι μετατρέπουν τοὺς μύθους σὲ εἰκονικὲς πραγματικότητες καὶ τὰ ἀληθῆ γεγονότα σὲ μύθους. Μία τέτοια πραγματικότητα εἶναι τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ. Γράφει ὁ Βρεττάκος: «Ἦταν τὰ “Κρυφὰ Σχολειά”, ὅπου μέσα τους, “χιονισμένο, βρεγμένο” συνάζονταν ὅλο τὸ Ἔθνος. Καὶ τὸ κιτρινισμένο ράσο τοῦ παπᾶ, τὸ ὑφασμένο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, μύριζε σμύρνα ἀπὸ κείνη ποὺ οἱ μάγοι ὁδοιποροῦντες ἐπῆγαν καὶ φιλέψανε τὸν Ἰησοῦ…. Μία σταγόνα ἡλίου καθισμένη ἀπάνω σ’ ἕνα κερὶ ἐθαμπόφεγγε γύρω του, πότε τὰ μάτια, πότε τὸ μέτωπο, πότε τὰ μάγουλα τῶν παιδιῶν, ποὺ κάθονταν στὸ μισοσκόταδο. Κι ὅπως πάντοτε, ὅλοι τους, ἦταν, πάλι, παρόντες: ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Ἀχιλλέας, ὁ Ὀδυσσέας καὶ ὁ Κυναίγειρος. Ἀνασκούμπωνε ὁ Πλάτων τὸ ράσο καὶ τοὺς ἔδειχνε μὲ τὸ δάχτυλο τὴ φωνή τους στὸ συναξάριο. Κι ἐκεῖνα τὴν ἄκουγαν, καθὼς μουρμούριζαν ὅλα μαζὶ τὴν πανάρχαιη Ἀλφαβήτα, ποὺ ἡ ἁδρή της συρμὴ ἦταν τὸ μακρύτερο ζῶν ὕδωρ τοῦ κόσμου».
.                  Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ 1991, τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὸ καταφύγιο τοῦ Ταϋγέτου ὁ Νικ. Βρεττάκος διάβασε ὁ ἴδιος τὸν Ἐπίλογο αὐτοῦ τοῦ συγκλονιστικοῦ ποιήματός του καὶ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν ἀγαπημένη του Πλούμιτσα.

, , ,

Σχολιάστε

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ: ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ τοῦ 1821

Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος:
Ἐκκλησία καὶ Ἐπανάσταση τοῦ 1821

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                  Μεταξὺ τῶν κληρικῶν ποὺ στὶς ἡμέρες ἀγωνίστηκαν νὰ συνεχιστοῦν τὰ ἰδανικὰ καὶ οἱἀξίες τῶν ἡρώων τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 εἶναι ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν νεομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ καὶ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς καὶ τὶς μοναχὲς ποὺ διατήρησαν τὴν ταυτότητα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τεσσάρων αἰώνων τυραννίας ἀπὸ τὸν ἀλλόθρησκο κατακτητὴ καὶ συνέβαλαν ἀποφασιστικὰ στὴν εὐόδωση τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἐθνεγερσίας.
.                  Γιὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν σπουδαῖο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μελέτιο Πηγᾶ.  Ἀπὸ τὴν Ἐθνεγερσία  ἐμπνεόταν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀγωνιστὲς καὶἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Μακρυγιάννη. Συνήθιζε νὰ λέγει τὸν λόγο τοῦ Μακρυγιάννη: «Πίστη καὶ Πατρίδα μου εἶναι τὸ πολυτίμητο τζιβαϊρικό, ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ πατέρες μας, ἕνα δίδυμο ἀλλὰ ἀδιαίρετο χρέος ἱστορικῆς ὑπάρξεως» (Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χριστοδούλου «Ἀπὸ χῶμα καὶ οὐρανό», ἐκδ. “Καστανιώτη”, Ἀθήνα 1999, σελ. 151).
.                  Τὸ 2001, γιὰ τὰ 180 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπισκέφθηκε πολλὲς ἐνορίες τῶν Ἀθηνῶν καὶ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ παντοῦ καὶ πάντα μιλοῦσε γιὰ τὶς παρακαταθῆκες, ποὺ μᾶς ἄφησαν οἱ Ἀγωνιστὲς τοῦ 1821. Ἄρχισε τὶς ὁμιλίες του ἐκεῖνες ἀπὸ τὸ ἡρωικὸ νησὶ τοῦ Κανάρη, τὰ Ψαρά. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 2001 μετέβη στὰΚαλάβρυτα, ὅπου μιλώντας στοὺς ἀπογόνους τῶν ἡρώων του 1821 ἔθεσε τὸ ἐρώτημα «πῶς φτάσαμε στὸ σημεῖο καὶ ἡ λαχτάρα γιὰ τὴν Πατρίδα ἀντιμετωπίζεται σὰν ἀρρώστια, σὰν ψώρα, ποὺκάθε σύγχρονος ἄνθρωπος πρέπει νὰ μείνει μακριά της;»
.              Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἐπισήμανε ὅτι πολλὲς φορὲς λαὸς καὶ ἡγεσία «δὲν εἴχαμε τὴ φρόνηση νὰ δοῦμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἐθνικισμὸ καὶ στὸν πατριωτισμό, δὲν μπορέσαμε πάντοτε νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ ἕνας εἶναι πολιτικὴ ἀντίληψη, ἐνῶ ὁ ἄλλος εἶναι ἡ φωνὴτοῦ Γένους. Δὲν εἴχαμε τὸ καθαρὸ μάτι νὰ δοῦμε ὅτι οἱ πρόγονοί μας, αὐτοὶ ποὺ σήκωσαν τὰ ὄπλα στὰ Καλάβρυτα, στὴ Μάνη, στὰ Ψαρά, στὸ Μεσολόγγι καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, δὲν ὑποκινοῦνταν ἀπὸ μίαν ἰδεολογία, ἀλλὰ κατευθύνονταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὴν πατρίδα. Ἤθελαν λευτεριὰ καὶ ἡ λευτεριὰ δὲν εἶναι ἰδεολογία, εἶναι ἀνάσα… Γιὰ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὴν πίστη καὶ τὸν πατριωτισμὸ τῶν προγόνων μας καὶ τὸν δικό μας, στὴν ἱερὴ κιβωτὸ τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι μία πύρινη ρομφαία ποὺ τὴν πῆραν στὰ ἄξια χέρια τους οἱ ἑπόμενοι γενναῖοι μάρτυρες, ὁ Τέλος Ἄγρας, ὁ Παῦλος Μελὰς καὶ οἱ ἄλλοι ἥρωες τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα, ποὺ τὴν κράτησαν οἱ γονεῖς μας στὴν Πίνδο, στὰ Καλάβρυτα, στὸ Δίστομο καὶ ἀλλοῦ, εἶναι λιβάνι ποὺ καίει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ Γένους καὶ ὄχι τσιγάρο στὰ χέρια περιστασιακῶν ἰδεολογιῶν». (Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου «Τὸ πνεῦμα μὴ σβέννυτε», ἐκδ. “Γρηγόρη”, Ἀθήνα 2003, σελ. 123-125).
.                  Γιὰ τὸν Μοναχισμὸ καὶ γιὰ τὶς ἀναφερθεῖσες μεγάλες προσωπικότητες τοῦ Ἑλληνισμοῦὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἔγραψε ἐμπεριστατωμένη μελέτη, ποὺ ἀποτελεῖ ἱερὴ παρακαταθήκη στὴν παροῦσα καὶ στὶς ἐπερχόμενες γενιὲς τῶν Ἑλλήνων. Σὲ αὐτὴν σημειώνει ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453 σκοτεινοὺς ὅσο καὶ τυραννικοὺς γιὰ τοὺς Ἕλληνες αἰῶνες ἡσωστικὴ γιὰ τὸ Γένος προσφορὰ τῶν Μονῶν ἦταν στὴ στοιχειώδη Παιδεία. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σημειώνει αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος ὅσιος Εὐγένιος Γιαννούλης ὁΑἰτωλὸς τὸ 1665, ὅτι στὴν περιοχή του «ἐξέλιπε πρὸ πολλῶν ἤδη χρόνων ἅπαν καλόν… καὶ ἡ τῶν πεζῶν γραμμάτων γνῶσις» καὶ ὁ ἴδιος ἀγωνίστηκε νὰ δημιουργήσει σχολεῖα σὲ μοναστήρια καὶ ἀλλοῦ. Τότε ἦταν ποὺ οἱ Μονὲς κοντὰ στὴν προσφορὰ τῆς λειτουργικῆς ἀγκαλιᾶς προσφέρουν καὶτὴν ἐκπαιδευτικὴ ὑπηρεσία στὸ ἀδίκως δυσφημισμένο «Κρυφὸ Σχολειό», καί, ὅπως γράφει ὁἈρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, «σμιλεύουν στὶς ψυχὲς τῶν ἑλληνοπαίδων τὴν γλυκείαν ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς τοῦ Γένους ἀναστάσεως». (Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαΐδη  «Ἡ συμβολὴ τῶν μετὰ τὴν ἅλωσιν Μονῶν καὶ μοναχῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Παλιγγενεσίαν», Ἀνάτυπον ἐκ τοῦπεριοδικοῦ «Θεολογία», Ἀθῆναι, 1971, σελ. 15).
.                  Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος σημειώνει στὴ μελέτη του ὅτι οἱ Μονὲς κατὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ1821 «κατέστησαν ἐπαναστατικὰ κέντρα καὶ ὁρμητήρια καὶ δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ λάβαρόν Της ὑψώθη εἰς τὸν μοναστηριακὸν χῶρον τῆς Ἁγίας Λαύρας Καλαβρύτων ὑπὸ τοῦ Παλ. Πατρῶν Γερμανοῦ…». Στὴ συνέχεια ἀναφέρει ὅλες τὶς Μονὲς καὶ τὴν προσφορά τους, τόσο σὲ χρήματα, ἀφοῦ διέθεσαν στὸν Ἀγώνα ὅλα τὰ τιμαλφῆ, ποὺ τὶς εἶχαν ἀφιερώσει οἱ πιστοί, ὅσο καὶσὲ μοναχούς, ποὺ πρωτοστάτησαν στὴν Ἐπανάσταση καὶ πολλοὶ ἐσφάγησαν ἀπὸ τὸν βάρβαρο δυνάστη. (Αὐτ. σελ. 21-26).
.                   Νέος ἀκόμη στὴν ἡλικία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ἔγραψε ἐπίσης μελέτη γιὰ τὸν μεγάλο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Μελέτιο Πηγᾶ (1549-1601), ποὺ προσέφερε πολύτιμες ὑπηρεσίες στὸν Ἑλληνισμὸ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς τουρκοκρατίας. Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο γιὰ τὶςὑπηρεσίες, ποὺ προσέφερε, καὶ γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 13 Σεπτεμβρίου. Ὅπως γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, διακρινόταν γιὰ  «ὑπέροχον ἑλληνικὸν φρόνημα, ζέον θρησκευτικὸν αἴσθημα, πνεῦμα ὀξυδερκές… Στερρότατα  ἐχόμενος τῶν πατρίων, ἀδυσώπητος πολέμιος τῆς παπικῆς θεοκρατίας, πολυτάλαντος καὶ διὰ πολλῶν φυσικῶν πεπροικισμένος προσόντων, ὑπῆρξεν ὁ μετὰ τὸ σχίσμα Φώτιος, ἀναδειχθεὶς ἰσοστάσιος ἐκείνου εἰς τὸν ἀγώνα κατὰτῆς λατινικῆς προπαγάνδας…». (Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη «Μελέτιος ὁ Πηγᾶς», Ἔκδ.Ἱερᾶς Συνόδου, Ἐν Ἀθήναις, 1971, σελ. 27).
.                  Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δὲν ἀνεχόταν τὴν ἀδικία, δὲν ἀνεχόταν τὸ ψέμα, δὲνἀνεχόταν τὴν προσβολὴ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων τοῦ Ἔθνους καὶ πλήρωσε τὴ στάση του αὐτὴπολὺ ἀκριβά. Μία ἀπὸ τὶς ἀδικίες ποὺ δὲν δέχθηκε ποτὲ ἦταν τὰ ὅσα γράφτηκαν σὲ βάρος τοῦ  Ἁγίου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε΄. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἔγραψε καὶἐξέδωσε μίαν ἐμπεριστατωμένη μελέτη 725 σελίδων γιὰ τὴ μεγάλη ὅσο καὶ μαρτυρικὴ αὐτὴἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα. Ὅπως γράφει στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου, ὅταν ὡς Μητροπολίτης Δημητριάδος εἶχε τυπώσει μικρὸ μελέτημα, μὲ τίτλο «Γρηγόριος Ε΄, ὁ Ἐθνάρχης τῆς ὀδύνης», εἶχε παράλληλα ἀρχίσει νὰ συγκεντρώνει ὑλικὸ γιὰ τὴν ἐργασία ποὺ τελείωσε ὡς Ἀρχιεπίσκοπος. Σημειώνει σχετικὰ ὅτι γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου «χρησιμοποιεῖτο ὁ ἐλάχιστος περισσεύων χρόνος ἀπὸ τὸν καθημερινὸ φόρτο ἀπασχολήσεως καὶ ἰδίως διετίθεντο ὧρες νυκτός». (Χριστοδούλου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος «Γρηγόριος Ε΄, ὁ ἐθνάρχης τῆςὀδύνης», Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα, 2004, σελ. 7).
.                  Τὸ βιβλίο του αὐτὸ εἶναι ἡ σημαντικότερη μελέτη ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀξιόλογες, ποὺἔγραψε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος. Ὁ ἴδιος σημειώνει: «Νομίζω ὅτι ἐξήντλησα τὰ περιθώρια τῆς δυνατῆς ἀκριβείας, κατὰ τὶς πλέον αὐστηρὲς ἐπιστημονικὲς ἀπαιτήσεις» (Αὐτ. σελ. 8). Ἡ μελέτη εἶναι διαρθρωμένη σὲ ἐννέα κεφάλαια, δεόντως τεκμηριωμένη καὶ συνοδεύεται μὲ πρωτότυπα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα, ποὺ φέρουν τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄. Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι οἱ τελευταῖες ὁμιλίες τοῦ μακαριστοῦ  Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου πρὶν ἀσθενήσει ἦσαν στὴν Κύπρο καὶ στὴ Μακεδονία.-

, , ,

Σχολιάστε

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΥΡΡΟΣ: O IΑΤΡΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ AΓΩΝΙΣΤHΣ ΤHΣ EΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Διονύσιος Πύρρος:
ὁ ἰατροφιλόσοφος ἀγωνιστὴς τῆς Ἐπανάστασης

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                 Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος (1777-1853) εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωση κληρικοῦ ποὺ ὑπηρέτησε τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὡς ἀγωνιστής, ὡς ἰατρός, ὡς θεολόγος καὶ ἱεροκήρυκας, ὡς δάσκαλος τῶν ἑλληνόπουλων σὲ μαθήματα γεωγραφίας, φυσικῆς καὶ χημείας καὶὡς τεχνοκράτης, εἰσαγαγὼν στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα τὴν τεχνογνωσία τῆς κατασκευῆς χαρτιοῦ καὶ ἐπιχειρήσαντος τὸ 1827 νὰ ἐγκαταστήσει τὸ πρῶτο χαρτοποιεῖο στὸν Μυστρὰ καὶ μετὰκοντὰ στὸ Ἄργος. Ὁ πολυτάλαντος αὐτὸς κληρικὸς ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ τὸ 1818 τύπωσε Φαρμακοποιία, στηριγμένη στὸ ἔργο τοῦ καθηγητοῦ του στὴν ἰατρικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Παβίας Λουίτζι-Γκασπάρο Μπρουνιατέλι (1761-1818). Ὅπως γράφει ὁ Δημ. Καραμπερόπουλος, τὸ συγκεκριμένο βιβλίο τοῦ Πύρρου, «πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς ἡ πρώτη ἑλληνικὴ Φαρμακοποιία». (Δημ. Καραμπερόπουλου «Ἡ ἰατρικὴ εὐρωπαϊκὴ γνώση στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο 1745-1821», Ἔκδ. Σταμούλη, Ἀθήνα, 2003, σελ. 292).
.                 Ὁ Πύρρος γεννήθηκε στὴν Καστανιὰ  Καλαμπάκας καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν ὀνομαστὴ Μονὴ Μεταμορφώσεως Μετεώρων. Στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας διδάχθηκε τὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τὰ πρῶτα μαθηματικὰ καὶ στὴ συνέχεια μαθήτευσε στὴ Σχολὴ τοῦ Τυρνάβου, ὅπου δίδασκε ὁ ἐπιφανής τοῦ Γένους ἱερέας καὶ διδάσκαλος Ἰωάννης Δημητριάδης – Πέζαρος, ποὺ  διακρινόταν γιὰ τὴν κατὰ κόσμο σοφία του, τὴ λιτότητα τοῦ βίου του, καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη καὶ στοργή του στοὺς ἄπορους μαθητές του.
.                 Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ στὴ συνέχεια ἱερέας, λαβὼν ἀργότερα καὶ τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Ἀφοῦ δίδαξε γιὰ λίγο στὴ Χίο μετέβη στὴν Ἰταλία, ὅπου τὸ 1813 στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Παβίας ἔλαβε τὸ πτυχίο τῆς ἰατρικῆς σχολῆς καὶ παράλληλα τῆς φιλοσοφίας. Στὴ συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα θετικῶν ἐπιστημῶν σὲ Πανεπιστήμια τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας καὶ ἐξασκήθηκε στὴν χειρουργικὴ στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου, στὸ Μιλάνο. Ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶπαράλληλα μὲ τὸ λειτούργημα τοῦ ἰατροῦ ποὺ ἀσκοῦσε τοῦ ἀνετέθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο καθήκοντα ἱεροκήρυκος.
.                 Στὶς 6 Ἀπριλίου 1821, λίγες ἡμέρες πρὶν νὰ ἐκτελεσθοῦν ὁ Ἅγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´, οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, οἱ πρόκριτοι καὶ ἀρχίσει ἡ σφαγὴ τῶν Ἑλλήνων στὴν Βασιλεύουσα ὁ Πύρρος, μὲ τὴν βοήθεια Τούρκου ποὺ ἐκεῖνος εἶχε θεραπεύσει, διέφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἔφτιαξε γιὰ τοὺς σὲ ἐπαναστατικὴ ἔξαρση μοναχοὺς πυρίτιδα καὶ ἐπιχείρησε ἀνεπιτυχῶς νὰ κατασκευάσει δρύινα κανόνια μὲ σιδερένια τσέρκια. Στὴ συνέχεια ἔφυγε ἀπὸ τὸν Ἄθω καὶ  ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν Ἐπανάστασή του, ὡς ἰατρὸς μαχητῶν καὶ ἀμάχων καὶ ὡς ἱεροκήρυκας, ἐμψυχώνων τοὺς Ἕλληνες στὸν ἀγώνα τους. (Βλ. σχ. φυλλάδιο – βιογραφία τοῦΔιονυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ  Μορφωτικοῦ Συλλόγου Καστανιᾶς «Ὁ Στίνος», σελ. 4).
.                 Οἱ Βαυαροὶ φέρθηκαν ἐχθρικὰ πρὸς τὸν Πύρρο. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ τυπώσει τὴ Βοτανική του ἔκαμε δική του λιθογραφία, ἐπειδὴ οἱ Βαυαροὶ «ὄντες φθονεροὶ τότε δὲν μὲ ἄφηνον νὰ τὴν τυπώσω. Πολλὰ ἔπαθον ἀπ’ αὐτοὺς ἕως ὅτου νὰ τὴν τυπώσω…» (Διονυσίου Πύρρου «Φαρμακοποιία», εἰσαγωγὴ εἰς ἐπανέκδοση πρωτοτύπου ἐκδόσεως τοῦ 1818, Ἀθήνα, 1973). Ἀπὸ ἀντιπάθεια τῶν Βαυαρῶν ὁ λόγιος ἀρχιμανδρίτης καὶ ἰατρὸς ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὴν καθηγεσία στὴ συσταθεῖσα τὸ 1837 Ἰατρικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ τὰἰδρυτικὰ μέλη καὶ πρῶτος πρόεδρος  τῆς «ἐν Ἀθήναις Ἰατρικῆς Ἑταιρείας», ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1835 καὶ «κατέστη ἡ μήτηρ» τῆς ἐν λόγῳ Σχολῆς.
.                 Μὲ τὰ μέσα τῆς ἐποχῆς τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἀρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ τεράστιο. Στὴ σπουδαία «Φαρμακοποιία» του ἐντυπωσιάζουν τὰ ἐν σχεδίῳ μοντέρνα γιὰ τὴν ἐποχή του ἐργαστηριακὰ ὄργανα πρὸς παρασκευὴ τῶν φαρμάκων. Σημαντικὸ ἱστορικὸ ντοκουμέντο ἀποτελεῖ  ὁ κατάλογος τῶν συνδρομητῶν ποὺ ἀγόρασαν τὸ σύγγραμμα, γιὰνὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἔκδοσή του. Μεταξὺ αὐτῶν οἱ Πατριάρχες Ἱεροσολύμων καὶ Ἀλεξανδρείας, δεκατέσσερις ἀρχιερεῖς, καὶ εἴκοσι ἱερεῖς διαφόρων ὀφικίων. Εἶναι μία ἔνδειξη πὼς ὑπῆρχαν πολλοὶκληρικοὶ ποὺ ὑποστήριζαν ἐνθέρμως τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα τῆς Δύσης. Οἱ λαϊκοὶ συνδρομητὲς εἶναι ἄνω τῶν διακοσίων ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ὑπῆρχε Ἑλληνισμός.
.                 Στὸν πρόλογο τῆς «Φαρμακοποιίας» του ὁ Πύρρος σημειώνει ὅτι οἱ φιλάνθρωποι ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοὶ σκοπὸ ἔχουν νὰ δίνουν τὴν ὑγεία στὸν πλησίον τους καὶ ἀγωνίζονται φιλοπόνως, γιὰ νὰ ἐφευρίσκουν μέσα πρὸς ὠφέλεια τῆς ἀνθρωπότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὡς «φιλογενὴς καὶ φιλέλλην» μετέφρασε τὴν Φαρμακοποιία τοῦ «Περιφήμου σοφοῦ διδασκάλου τοῦχυμικοῦ Βρουνιατέλου, τῆς ἐν Παβίᾳ Βασιλικῆς Ἀκαδημίας, ἡ ὁποία ὅταν ἐκβῆκεν εἰς φῶς, οἱΓάλλοι καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης, εὐθὺς τὴν μετέφρασαν καὶ τὴν ἔδωκαν εἰς τύπον πρὸςὠφέλειαν τοῦ γένους αὐτῶν» («Φαρμακοποιία», σ. ζ΄).
.                 Μεταξὺ τῶν ἔργων του στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες συγκαταλέγεται τὸ «Ἐγκόλπιον τῶνἰατρῶν, ἤτοι πρακτικὴ ἰατρικὴ» (Ἐν Ναυπλίῳ, 1834, τόμοι 2). Ἐπίσης ἔγραψε τὴ «Χυμικὴ τῶν τεχνῶν» (Ἐν Ναυπλίῳ 1828). Πρόκειται γιὰ ἐνημέρωση τῶν μαθητῶν γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς Χημείας στὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Σημειώνεται ὅτι τότε ἡ Χημεία γραφόταν «Χυμεία», ἐκ τοῦ «χυμός». Ἀκόμη γιὰ νέους κυρίως συνέγραψε Ἀριθμητική, πρακτικὴ Ἀστρονομία, Βοτανικὴ προσαρμοσμένη στὴν Ἰατρικὴ καὶ στὴν Οἰκονομία, μὲ 200 εἰκόνες φυτῶν χρωματισμένες ἀπὸ τὸν ἴδιο,  Ἄτλαντα, ἤτοι νέα Γεωγραφικὴ Χάρτα (Ἐν Μεδιολάνοις, 1814), Γεωγραφία μεθοδικὴ ἁπάσης τῆς Οἰκουμένης (Ἐν Ναυπλίῳ 1838),  καὶ τριῶν εἰδῶν Ὑδρόγειες σφαῖρες.
.                 Ἀπὸ θρησκευτικῆς πλευρᾶς ὁ Διονύσιος Πύρρος ἔγραψε «Ἐκκλησιαστικὸν Παραλληλοκύκλιον» (Ἐν Λιβόρνῳ 1806), τὴν «Πρὸς Θεὸν ὁμολογία τῆς Πίστεως καὶ τὸ ἱερὸν ἀπάνθισμα τοῦ Ψαλτηρίου πρὸς καθημερινὴν χρῆσιν καὶ προσευχὴν ἑκάστου Χριστιανοῦ» (Βενετία 1827). Ἐπίσης τὴ «Ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τὸ ἱερὸν καὶ ἅγιον Εὐαγγέλιον περιέχον τὴν ζωὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὰς διδαχὰς αὐτοῦ καὶ παραβολάς, θαύματα κλπ.» (Ἐν Ἀθήναις 1843). Ἐπίσης «Ἱερὰ Ἱστορία καὶ βίους τῶν τριῶν βασιλέων Σαούλ, Δαβὶδ καὶ Σολομῶντος…» (Ἐν Ἀθήναις, 1847). Ἐπίσης «Περιγραφὴ τῆς ἐν Τήνῳ εὑρεθείσης ἁγίας καὶ θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…» (Ἐν Ἀθήναις 1849). Ἐπίσης «Πανθέκτη ἱερὰ Ἐκκλησιαστικὴ περιέχουσα ἅπασαν τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀκολουθίαν τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν…». (Ἐν Ἀθήναις 1852).
.                 Ἀπὸ τὰ διάφορα ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἠθικοπλαστικὰ βιβλία τοῦ Πύρρου ἀναφέρονται: «Χειραγωγία τῶν παίδων, ἤτοι πραγματεία περὶ τῶν χρεῶν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἐν Βενετίᾳ 1810, ἐν Βιέννῃ 1813 καὶ ἐν Ναυπλίῳ 1831),  «Γραμματικὴ» (Ἐν Ναυπλίῳ 1827), «Βίος καὶπράξεις τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου» (Ἐν Ἀθήναις 1846), «Βίοι τῶν δώδεκα στρατηγῶν καὶ διαδόχων τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἰς τοὺς ὁποίους προσετέθη καὶ ὁ βίος τοῦ Μεγάλου Πύρρου τοῦ Αἰακοῦ» (Ἐν Ἀθήναις, 1848), «Περιήγησις ἱστορικὴ καὶ βιογραφία Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ… καὶπεριγραφὴ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν…» (Ἐν Ἀθήναις, 1848).
.                 Ὑπάρχουν καὶ ἀνέκδοτα βιβλία τοῦ λογίου καὶ φιλοπόνου ἀρχιμανδρίτου. Μεταξὺ αὐτῶν μετάφραση τῆς Ὀρυκτολογίας τοῦ Βερνέρου, διατριβὴ περὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς μουσικῆς, καὶ «Περιήγησις τῆς Ἑλλάδος καὶ πόλεμοι αὐτῆς ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι». Ὁ Διονύσιος ἐντυπωσιάζει ὡς  φωτισμένος λόγιος κληρικὸς καὶ παράλληλα ὡς ἀγωνιστής, ἐξαιρετικὸς ἰατρὸς καὶ φαρμακοποιὸς καὶ ἱκανότατος θετικὸς ἐπιστήμονας καὶ δάσκαλος.-

, ,

Σχολιάστε

ΕΝΤΟΥΑΡ ΜΠΙΝΙΟΝ: ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ(Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἐντουὰρ Μπινιὸν
Ἕνας πραγματικὸς φιλέλληνας πολιτικὸς

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.                    Οἱ Φιλέλληνες βοήθησαν τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 μὲ πολλοὺς τρόπους. Πολλοὶ ἔδωσαν τὴν ἴδια τους τὴ ζωὴ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Παράδειγμα οἱ Λόρδος Βύρωνας, Κόμης ντὶ Σανταρόζα, Μάγερ καὶ ὅσοι ἔπεσαν στὴ μάχη τοῦ Πέτα καὶ στὶς ἄλλες μάχες. Ἄλλοι προσέφεραν ἀνιδιοτελῶς πολλὰ χρήματα καὶ τὸ κύρος τους στὴν ἑλληνικὴ ὑπόθεση, ὅπως ὁ Ἐλβετὸς Τραπεζίτης Ἐϋνάρδος. Ἄλλοι ὀργάνωσαν φιλελληνικὲς ἑταιρεῖες στὸ ἐξωτερικὸ καὶ προώθησαν στοὺς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες χρήματα καὶ πολεμοφόδια. Ὁρισμένοι μάλιστα ἀπὸ αὐτούς, ὅπως ὁ Ἀμερικανὸς γιατρὸς Χάου, ἦρθαν οἱ ἴδιοι στὴν Ἑλλάδα καὶ προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους. Ἄλλοι χρησιμοποίησαν τὴν τέχνη τους, γιὰ νὰ εὐαισθητοποιήσουν τοὺς Εὐρωπαίους ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ὑπόθεσης. Μεταξὺ αὐτῶν ὁ Οὐγκὸ στὴ λογοτεχνία καὶ ὁ Ντελακρουὰ στὴ ζωγραφική.
.                    Ὑπῆρξαν καὶ κάποιοι πολιτικοὶ πραγματικοὶ φιλέλληνες, ποὺ ἔβαλαν τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια πάνω ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδας τους καὶ ἔγραψαν πικρὲς ἀλήθειες γιὰ αὐτές. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ πολιτικὸς καὶ ἱστορικὸς Ἐντουὰρ Μπινιὸν (Louis – Pierre – Edouard Bignon, 1771-1841). Ὅπως ἔγραψε ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς καὶ πρ. διευθυντὴς τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς Παναγιώτης Φ. Χριστόπουλος «ἐντυπωσιάζει, ἀκόμα καὶ τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη ἡ ἐνημέρωσή του συγγραφέως ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἡ ἀμεροληψία του, καθὼς καὶ οἱ θέσεις του ἐπὶ ἱστορικῶν θεμάτων καὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῶν συγχρόνων του Ἑλλήνων». (Ἄρθρο του εἰς «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 38, Ἄνοιξη 2004, σ. 126).
.                    Ὁ Μπινιὸν ἦταν σημαντικὸς Γάλλος διπλωμάτης, πολιτικὸς καὶ ἱστορικός. Μεταξὺ τῶν πολλῶν ἀποστολῶν ποὺ ἀνέλαβε σημαντικὴ ἦταν ὅταν ὁ Ναπολέοντας, μετὰ τὴ νίκη του στὴν Ἰένα, τοῦ ἀνέθεσε τὴν διοίκηση τῶν κατακτηθεισῶν μεγάλων χωρῶν τῆς Πρωσίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ὅπου ἐπέδειξε ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες. Στὴ συνέχεια ἐξελέγη μέλος τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ τοῦ ἀνετέθησαν τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Μὲ τὴν ἰδιότητά του αὐτή, στὶς 3 Ἰουλίου 1815, ὑπέγραψε τὴ Συνθήκη, μὲ τὴν ὁποία παραδόθηκε τὸ Παρίσι στοὺς νικητὲς τοῦ Βατερλὸ συμμάχους. Στὴ συνέχεια δὲν ἔπαυσε νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ κοινά, ἔχοντας, μὲ τὴν ἀκεραιότητά του καὶ τὶς σωστές του ἐπισημάνσεις, τὴν ὑπόληψη καὶ τὸν σεβασμὸ ὅλων. Παράλληλα ἠσχολεῖτο μὲ τὴ συγγραφὴ ἱστορικῶν ἔργων.
.                    Τὸ 1823 ὁ Μπινιὸν κυκλοφόρησε τὸ ἔργο του: «Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ λαοὶ ἀπὸτὸ 1815 ἕως τὸ τέλος τοῦ 1822». Στὰ ἑλληνικὰ μεταφράστηκε ἀπὸ τὸν Νικόλαο Σπηλιάδη, ἐκδόθηκε τὸ 1826 καὶ δείχνει ὅτι ὁ Γάλλος  πολιτικὸς γνώριζε ἄριστα τὰ ὅσα συνέβαιναν στὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ παρρησία ἐκφράζει τὴν ἄποψή του. Δυστυχῶς τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Μπινιὸν  δὲν εἶναι γνωστὸ στοὺς Ἕλληνες.
.                    Στὸ προοίμιό του ὑπογραμμίζει τὴ ΣΥΝΕΧΕΙΑ τοῦ Ἑλληνισμοῦ – σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἰδεολογία τοῦ Ἀδαμάντιου Κοραῆ: «Ἑλλάς, γλυκυτάτη πράγμα καὶ ὄνομα, στολίζεις τὴν ἱστορίαν καὶ ἐκθαμβεῖς διὰ τῶν ἀρετῶν σου ὅλην τὴν Οἰκουμένην, καὶ ἅπαντας τοὺς αἰῶνας, ἀγωνιζομένη καὶ πάλιν ἐνδόξως ὑπὲρ τῆς φιλτάτης ἐλευθερίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ποτίζεις τὸ ἱερόν σου ἔδαφος μὲ τὰ πολύτιμά σου αἵματα…».
.                    Στὴν ἀναφορά του γιὰ τὸ Ἑλληνικὸ ζήτημα σημειώνει πὼς ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας κάλυπτε οὐσιαστικά τοὺς Τούρκους, ὅταν κατηγοροῦσε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι «κατὰ τρόπους ἐγκληματικοὺς κινουμένη ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀνατολικὴν Εὐρώπην μεγάλας ταραχάς. Ἑπομένως οἱ Ἕλληνες, ἐπειδὴ δὲν προσμένουν τὴν ἀναγέννησιν αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ Σουλτάνου, εἶναι ἀποστάται….». Καὶ ὁ Μπινιὸν σχολιάζει ὅτι οἱ δυστυχεῖς Ἕλληνες, τοὺςὁποίους οἱ Τοῦρκοι ἐπὶ τετρακόσια χρόνια δὲν μεταχειρίζονταν κὰν ὡς ὑπηκόους, ἀλλὰ ὡς αἰχμαλώτους πολέμου ποὺ μποροῦσαν νὰ τοὺς βασανίσουν καὶ νὰ τοὺς θανατώσουν, εἶναι, κατὰ τὸ καθεστὼς τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἀποστάτες, ἐπειδὴ ξεσηκώθηκαν γιὰ νὰ ἀλλάξουν τὴν ἐλεεινή τους κατάσταση! (Ἄρθρ. Παν. Χριστόπουλου, βλ.π. σελ. 126).
.                    Ὁ Μπινιὸν τονίζει κάτι τὸ πολὺ σημαντικό:  «Ἡ αἰχμαλωσία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὴν τῶν Σταυροφόρων… Ἡ Εὐρώπη ὀφείλει νὰ ἀποζημιώση τὴν Ἑλλάδα δι’ ὅσα κακὰ τῆς ἐπροξένησεν εἰς τοὺς τελευταίους ἑξακοσίους χρόνους, διότι ἀληθεῖς ὀλετῆρες τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους εἶναι οἱ σταυροφόροι καὶ ὄχι οἱ Μουσουλμάνοι». («Τὰ Μυστικοσυμβούλια (σημ. γρ. οἱ κυβερνήσεις) καὶ οἱ λαοὶ ἀπὸ τὸ 1814 μέχρι σήμερον». Τρίτη ἔκδοσις, ἀναθεωρηθεῖσα, ἐπιδιορθωθεῖσα καὶ αὐξηθεῖσα ἐν Παρισίοις, κατὰ μήνα Ἀπρίλιον 1824. – Μεταφρασθὲν ἐκ τοῦΓαλλικοῦ μὲ τὸ περὶ Ἑλλάδος ὑπόμνημα τοῦ Κυρίου Σχιατωβριάν, παρὰ τοῦ Ν. Σπηλιάδου. Ἐκδοθὲν κατὰ μήνα Φεβρουάριον 1826, φιλοτίμῳ δαπάνῃ, τῶν φιλομούσων συνδρομητῶν, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα κατεχωρίσθησαν εἰς τὸ τέλος τοῦ βιβλίου, σελ. 101-102).
.                    Γιὰ τὶς πολιτικὲς τῶν εὐρωπαϊκῶν μεγάλων δυνάμεων ἔναντι τῆς Ἑλλάδος ὁΜπινιὸν γράφει ὅτι τῆς Ἀγγλίας ἦταν «ἐπονείδιστος» καὶ «πολλῷ μᾶλλον τῆς Αὐστρίας», ἐπειδὴ εὐνοοῦσαν τὸν ὄλεθρο τῶν Ἑλλήνων, γιατί θὰ  ἦταν ἐμπόδιο στὴν αὔξηση τῆς δύναμης τῆς Ρωσίας…. Ὁ Μπινιὸν διερωτᾶται μήπως γιὰ τὶς χριστιανικὲς δυνάμεις τῆς Δύσης ἰσχύει ἐκεῖνο τοῦ Πετράρχη (1304-1374), ποὺ ἔγραψε τὸ 1354, ὅταν οἱ Τοῦρκοι κατέλαβαν τὴν Καλλίπολη. ΟἱἝλληνες ζήτησαν τότε βοήθεια ἀπὸ τὴ Δύση καὶ ὁ Πετράρχης τῆς συνέστησε  νὰ τὴν ἀρνηθεῖ. Τὸ ἐπιχείρημά του ἦταν: «Οἱ Τοῦρκοι εἶναι βέβαια ἐχθροί. Ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες εἶναι αἱρετικοὶ καὶ γι’ αὐτὸ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ἑπομένως εἶναι προτιμώτερον νὰ κατέχουν ἐκεῖνα τὰ ἐδάφη οἱΤοῦρκοι, παρὰ νὰ τὰ ἐλευθερώσωμεν διὰ τοὺς Ἕλληνας…».  (Παν. Χρήστου εἰσήγηση στὸ Συνέδριο «Ἡ Ὀρθοδοξία στὴ Νέα Εὐρωπαϊκὴ Πραγματικότητα», Πρακτικά. Ἀθῆναι, 1994, σελ. 214).
.                    Ὁ Μπινιόν, ἂν καὶ Γάλλος, νιώθει καλύτερα τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ πολλοὺς δικούς μας, λεγόμενους ἱστορικούς. Πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἔγραφαν τὸ τοῦ Μπινιόν: «Τρία πράγματα ἱερὰ φωνάζουν μεγάλως ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων: Ἡ δυστυχία των, ὁ πατριωτισμός των καὶ ἡ πρὸς τὴν χριστιανικὴν πίστιν ἀγάπην των». (Αὐτ. σελ. 116). Καὶ πάρα κάτω: «Ἂν εἰς τὴν Εὐρώπην μας ἡ θρησκεία καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἦσαν πάντοτε ἡνωμένα, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πατρὶς καὶ ἡ θρησκεία εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό». (Αὐτ. σελ. 121).
.                    Γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ δυτικοὶ τὴν ἀξία τῶν Ἑλλήνων ὁ Μπινιὸν μνημονεύει μὲ εὐαισθησία περιστατικὸ τοῦ 1769, κατὰ τὰ Ὀρλωφικά. Γυναίκα ἐξ Ἀρκαδίας, φέρουσα στὰ χέρια της τὸ βρέφος της καὶ ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸ πυρπολούμενο χωριό της κυνηγήθηκε ἀπὸ Τουρκαλβανούς, ποὺ τὴν περικύκλωσαν στὴν κορυφὴ γκρεμοῦ. Τότε αὐτὴ ἔκλινε τὸ γόνυ, θεώρησε τὸν οὐρανὸ καὶ ρίφθηκε στὸν γκρεμό. Καὶ σχολιάζει ὁ Μπινιόν: «Δόξα καὶ αἰωνία τιμὴ εἰς τὴν ὡραιότητα καὶ εἰς τὴν ἀθωότητα, τὴν προτιμῶσα τὸν θάνατον, ἢ τὴν ἀτιμίαν καὶ τὴν σκλαβίαν!… Δὲν περιέγραψα τὸ ἑκατοστημόριον τῶν ὅσα ἡρωικὰ κατορθώματα τῶν Ἑλλήνων ἔχω πρὸὀφθαλμῶν». (Αὐτ. σελ. 127).- 

, ,

Σχολιάστε

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ: ΖΗΛΩΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ καὶ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Νικηφόρος Θεοτόκης:
Ζηλωτὴς Παιδείας καὶ Ὀρθοδοξίας

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

 .                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς τότε Ἐπαρχίας Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος καὶ μετὰ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, ἐγένετο, ὅπως γράφει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, «ἕνας ἐκ τῶν πολυμαθεστέρων καὶ φιλοπόνων συγγραφέων τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ ἦταν πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ζηλωτὴς τῆς Παιδείας ἔνθερμος». (Κων. Σάθα «Νεοελληνικὴ Φιλολογία – Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων (1453-1821)», Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρ. Κορομηλᾶ, 1868, σελ. 583).
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσικῆς τότε Ἐπαρχίας Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος καὶ μετὰ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως, ἐγένετο, ὅπως γράφει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, «ἕνας ἐκ τῶν πολυμαθεστέρων καὶ φιλοπόνων συγγραφέων τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος καὶ ἦταν πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ζηλωτὴς τῆς Παιδείας ἔνθερμος». (Κων. Σάθα «Νεοελληνικὴ Φιλολογία – Βιογραφίαι τῶν ἐν τοῖς γράμμασι διαλαμψάντων Ἑλλήνων (1453-1821)», Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀνδρ. Κορομηλᾶ, 1868, σελ. 583).
.                     Ἡ βιογραφία καὶ τὸ  ἔργο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη εἶναι ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση στοὺς ἰδεολόγους τοῦ «Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ». Οἱ Ἕλληνες τὸν 18ο αἰώνα δὲν ἦσαν οἱ πρωτόγονοι ἰθαγενεῖς, ποὺ ἦρθαν οἱ ἀποικιοκράτες νὰ τοὺς ἐκπολιτίσουν.Ἦσαν στὴ νοοτροπία «παῖδες», ὅπως γράφει ὁ Πλάτωνας στὸν «Τίμαιο». Πάντοτε τοὺς ἀρέσει νὰμαζεύουν γνώσεις ἀπὸ ἄλλους πολιτισμούς, νὰ τὶς ἀφομοιώνουν  καὶ νὰ τὶς προσαρμόζουν στὸν δικό τους πολιτισμό.
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης ἦταν σπουδαῖος θεολόγος καὶ ποιμένας, ἀλλὰ  καὶἐξαίρετος θετικὸς ἐπιστήμονας. Ἰδιαίτερη ἐπίδοση εἶχε στὰ ἀνώτερα μαθηματικά. Ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ στὴν «Ἀπολογία» του γράφει χαρακτηριστικά: «Εἷς μόνος κυρίως ἦτον πεφυκὼς πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν μίας τοσαύτης χρείας τοῦ ταλαιπώρου Γένους (Σημ. γρ. Περὶ γνώσεως τῶν ἀνωτέρων μαθηματικῶν), ὁ περίβλεπτος Θεοτόκης. Πλήρης, σαφής, ἀπέριττος, καὶ πνέων ἀεὶ ζῆλονἀκραιφνῆ ὑπὲρ τῆς ὠφελείας τοῦ κοινοῦ, μόνος ἔμελλε νὰ προικίσῃ τὰ ἡμέτερα σχολεῖα μετὰπάντων τῶν ἀναγκαίων αὐτοῖς εἴτε τῶν μαθηματικῶν, εἴτε καὶ τῶν λοιπῶν φυσικῶν». (Ἰωσήπου τοῦ Μοισιόδακος «Ἀπολογία», Μέρος Πρῶτον, Ἐν τῇ Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας, 1780, Ἀνατύπωση,ἐκδόσεις «Ἑρμῆς», 1976, σελ.  43).
.                    Τὰ «Μαθηματικὰ» τοῦ Θεοτόκη τυπώθηκαν στὴ Μόσχα τὸ 1798 – 1799, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του. Ἡ ἔλλειψη στοὺς Ἕλληνες βιβλίου Μαθηματικῶν, ποὺ νὰ περιέχει τὴν Ἀνωτέρα Ἄλγεβρα καὶ τὸν Ἀπειροστικὸ Λογισμὸ ἦταν ἐμφανής. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε ἀνάρπαστο τὸβιβλίο τοῦ Θεοτόκη. Π.χ. σὲ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Ζωσιμάδες, στὶς 15/5/1802, ὁ ἈρχιεπίσκοποςἘλασσῶνος Δομένικος Ἰωαννίκιος, παραπονεῖται ὅτι δὲν ἔφτασε τὸ βιβλίο τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη στὴ Σχολὴ τῆς Τσαριτσάνης. Τὸ 1803 ὁ Κούμας ζητάει ἀπὸ τὸν κληρικὸ καὶ λόγιο ἸωνᾶΣπαρμιώτη νὰ τοῦ στείλει ἀντίτυπα τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη, ἀλλὰ αὐτὸς τοῦ ἀπαντᾶ ὅτι «τὰ Θεοτόκεια ἐξέλιπον διανεμηθέντα» καὶ τοῦ ἀποστέλλει «τὸ Μπαλάνιον Μαθηματικόν». Τέλος σώζονται ἐπιστολὲς τοῦ ἱερομάρτυρος καὶ δασκάλου τοῦ Γένους  Μητροπολίτη Φιλαδελφείας καὶμετὰ Ἀδριανουπόλεως Δωροθέου Πρωΐου πρὸς τὸν Βενιαμὶν τὸν Λέσβιο, ποὺ τὸν ἐνημερώνει ὅτι «49 ἀντίτυπα τῶν Μαθηματικῶν τοῦ Θεοτόκη ἐστάλησαν στὴ Σχολὴ Κουρουτσεσμὲ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀπὸ τὰ ὁποία 8 πῆγαν στὶς Κυδωνίες». (Μιχάλη Λάμπρου «Τὰ μὴ στοιχειώδη μαθηματικὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας – Ἡ περίπτωση τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη», ἀπὸ τὸν τόμο «Οἱ μαθηματικὲς ἐπιστῆμες στὴν Τουρκοκρατία», Ἔκδ. Ἑλλ. Ἑτ. Ἱστορίας τῶν Ἐπιστημῶν καὶτῆς Τεχνολογίας καὶ τοῦ Κέντρου Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν, Ἀθήνα, 1990, σελ. 16-17).
.                    Περίφημο ἔργο τοῦ Θεοτόκη εἶναι ἡ Φυσική του. Κυκλοφόρησε τὸ 1767 στὴΛειψία καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθεῖ χωρὶς βαθειὰ γνώση τῶν σύγχρονων, γιὰ τὴν ἐποχὴἐκείνη καὶ ἀρκετὰ προχωρημένων, Μαθηματικῶν. Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Φυσικῆς αὐτῆς τοῦΘεοτόκη ὡς «ἐφαρμοσμένης Μαθηματικῆς» ἀπὸ τὸν Κούμα, εἶναι ἐπιτυχής. (Κων. Κούμα «Ἱστορία τῶν Ἀνθρωπίνων πράξεων», Βιέννη, 1832, τόμος ΙΒ΄, σελ. 564). Σημειώνεται ὅτι στὸβιβλίο του «Στοιχεῖα Φυσικῆς» ὁ Θεοτόκης ἀναφέρει καὶ ὁρισμένα ἰατρικὰ θέματα, στὶς ὑποσημειώσεις τῶν ὁποίων καταχωρίζει καὶ κείμενα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κλασσικῶν ἰατρῶν. (Βλ. σχ. Ἄρθρο Δρὸς Δημητρίου Καραμπερόπουλου «Ἡ ἰατρικὴ σκέψη μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία Φυσικῆς τῆς προεπαναστατικῆς περιόδου» εἰς Τόμο τοῦ Κέντρου Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν «Οἱ ἐπιστῆμες στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο», Ἔκδ. «Τροχαλία», Ἀθήνα, 1997, σελ. 226).
.                    Ὁ Ἕλληνας διακεκριμένος πολυεπιστήμονας Νικηφόρος Θεοτόκης, γνώστης τῶν πιὸ προχωρημένων γνώσεων καὶ ἐπιστημῶν τῆς ἐποχῆς του, πολέμησε τς προλήψεις καδεισιδαιμονίες, δείχνοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐναντίον τους. Δίδαξε τὸ προφητικό, ὅτι «αὐτὰποὺ σήμερα εἶναι δύσληπτα καὶ ἀκατανόητα, αὔριο μποροῦν μὲ τὸ πείραμα καὶ τὴν ἔρευνα νὰκαταστοῦν εὔληπτα». (Γιάννη Καρὰ «Οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες στὸν ἑλληνικὸ χῶρο – 15ος ἕως 19ος αἰώνας», Ἔκδ. «Δαίδαλος», Ι. Ζαχαρόπουλου, Ἀθήνα, 1991, σελ. 98-99).
.                    Ὅμως ἦταν καὶ ἐξαίρετος θεολόγος καὶ ποιμένας. Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ποιμαντικὰ ἔργα τοῦ Θεοτόκη εἶναι τὸ «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», ἤτοι «Ἑρμηνεία … εἰς τὰ κατὰπᾶσαν Κυριακὴν ἐν ταῖς ἁγίαις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἐκκλησίαις ἀναγιγνωσκόμενα Εὐαγγέλια». Τυπώθηκε στὴ Μόσχα τὸ 1796. Ἔκτοτε ἔχει κατ’ ἐπανάληψη ἀνατυπωθεῖ. Σημαντικὸσύγγραμμά του εἶναι καὶ ἡ «Ἀπόκρισις ὀρθοδόξου τινὸς περὶ τῆς τῶν Κατολικῶν δυναστείας καὶπερὶ τοῦ τίνες οἱ Σχίσται, οἱ Σχισματικοὶ καὶ οἱ Ἐσχισμένοι, καὶ περὶ τῆς βαρβαρικῶς λεγομένης Οὐνίας καὶ Οὐνιτῶν». (Ἐν Χάλλῃ, 1775). Ἀνατυπώθηκε τὸ 1851 στὴν Κέρκυρα καὶ τὸ 1853 στὴνἈθήνα.
.                    Στὸ «Κυριακοδρόμιο» παροτρύνει ὁ Θεοτόκης τὸν κάθε ἀναγνώστη του νὰφροντίζει πρῶτα τὴν ψυχή του: «Μὴ παρερχέσθω ἡμέρα χωρὶς μελέτης τῶν περὶ τῆς μελλούσης ζωῆς, χωρὶς φροντίδος περὶ τῆς ψυχῆς σου, χωρὶς μνήμης τοῦ δημιουργοῦ καὶ πλάστου σου». (Νικηφόρου Θεοτόκη Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχανίου καὶ Σταυρουπόλεως «Κυριακοδρόμιον», ἐκ τοῦτυπογραφείου Α.Ν. Καστριώτου, 6η Ἔκδοση, ἐν Ἀθήναις, 1885, σελ. 111).
.                    Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1736 καὶ εἶχε μέντορα καὶπνευματικό του ἀδελφὸ τὸν ἄλλο μεγάλο δάσκαλο τοῦ Γένους Εὐγένιο Βούλγαρη (1716-1806), ὁὁποῖος παραιτήθηκε ὑπέρ του στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Σλαβινίου καὶ Χερσῶνος. Διδάχθηκε τὰ ἐγκύκλια μαθήματα στὴν Κέρκυρα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο διδάσκαλο Ἱερεμία Καββαδία. Νεότατος πῆγε στὴνἸταλία καὶ σπούδασε στὰ πανεπιστήμια τῆς Μπολόνια καὶ τῆς Παντοβα φιλοσοφία, ἰατρική, φυσικὴκαὶ ἀνώτερα μαθηματικά. Τὸ 1772 ἀρνήθηκε τὴν ἐκλογή του ὡς μητροπολίτη Φιλαδελφείας στὴΒενετία, ἐπειδὴ οἱ ἑνετικὲς ἀρχὲς ἤθελαν νὰ ὑπάγεται στὸν Πάπα καὶ ὄχι στὸ ΟἰκουμενικὸΠατριαρχεῖο.
.                    Γιὰ τὸν χαρακτήρα τοῦ Θεοτόκη ὁ Σάθας γράφει: «Ἡ ἀθόρυβος σπουδὴ καὶμελέτη ὑπῆρξαν πάντοτε εἰς τὸν Θεοτόκη προσφιλέστεραι τῶν πολυκρότων τιμῶν καὶ ἀξιωμάτων.Ὅπως ὡς ἁπλοὺς λόγιος δὲν ἔπαυε μοχθῶν ὑπὲρ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἔθνους, ἔτσι καὶ ὡς ἀρχιερεὺς δὲν ἔπαυσε ποτὲ ὀρθοτομῶν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς παραιτηθεὶς τοῦἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου μετέβη εἰς Μόσχαν, ὅπου ἔζησε μονάζων καὶ συγγράφων μέχρι τοῦ εἰς τὸἔτος 1800 ἐπελθόντος θανάτου αὐτοῦ». (Κων. Σάθα, ὅ.π. «Νεοελληνικὴ Φιλολογία», σελ. 583). ἩΜαρία Τερδήμου στὴν διδακτορική της διατριβὴ τονίζει ὅτι «οἱ πρῶτοι ἐκφραστὲς – μεταφορεῖς τῆς δυτικῆς παιδείας καὶ ἐπιστήμης στοὺς Ἕλληνες ἦσαν ἐν μέρει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης καὶ κυρίως ὁΝικηφόρος Θεοτόκης». (Μαρίας  Ε. Τερδήμου «Τὰ μαθηματικὰ στὴν ἑλληνικὴ σκέψη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας», Ἔκδ. Συλλόγου πρὸς Διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθῆναι, 2006, σελ. 41).  Οἱ δύο αὐτοὶ σπουδαῖοι κληρικοὶ καὶ μεγάλοι δάσκαλοι ποιὰ σχέση θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν μὲτὸν «διαφωτισμὸ» τῶν Ντιντερὸ καὶ Ροβεσπιέρου;…-

, , ,

Σχολιάστε