Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἐντυπώσεις

ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΜΕ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Αὐτοχειρία ἐκπαιδευτικὴ

τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 09.02.20

.                     Ὑπάρχει ὁ ἐπαγγελματικὸς δημόσιος λόγος, ἡ δημοσιογραφία. Ἔχει ἀφετηρία τὴν κοινὴ σὲ μία συμβίωση ἀνάγκη τῆς πληροφόρησης καὶ ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων. Εἶναι ὅπως ἡ κοινὴ ἀνάγκη τῆς ἐκπαίδευσης καὶ καλλιέργειας, ἡ ἀνάγκη ἀπονομῆς δικαιοσύνης, λειτουργίας τῆς ἀγορᾶς, τῶν ταχυδρομείων, τῆς ὕδρευσης – καὶ ὅσες ἀκόμα κοινὲς ἀνάγκες.
Ὀνομάζουμε κοινωνικ παρακμ τν μβλυνση κα πώλεια τς πίγνωσης τι συγκροτομε ργανωμένες συλλογικότητες γι ν κοινωνομε κοινς νάγκες. Καὶ ὀνομάζουμε ἀκμὴ τὴν κοινωνία τῶν ἀναγκῶν, ὅταν τὴ βιώνουμε, ἐμπειρικὰ καὶ αὐτονόητα, ὡς εὐταξία. Δηλαδή, ὅταν μᾶς δίνει χαρὰ πρώτιστη ἡ σχέση μὲ δευτερεύουσα τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἀνάγκης. Ατ τν προτεραιότητα τς σχέσης τν φεραν στν νθρώπινη στορία ο λληνες ς θεσμικ ατημα.
.                     Σήμερα μοιάζει νὰ ἔχουμε ξεχάσει τὸ προνόμιο ποὺ κάποτε ἀξιωθήκαμε. Δὲν τὸ καταλαβαίνουμε καν τὸ προνόμιο, ὅταν μᾶς τὸ ἐξηγοῦν. Κρατμε τς λέξεις: πόλις, πολιτική, πολιτισμός, πο τώρα πι σημαίνουν τ κριβς ντίθετο π τν ρχική τους σημασία, παραπέμπουν σὲ θεσμικὰ μορφώματα ἐπινοημένα καὶ φτιαγμένα γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ἀτομοκεντρικὴ αὐτονομία, τὴ θωράκιση συμφερόντων. Ἀπὸ καταβολῆς τοῦ ἑλληνώνυμου βαλκανικοῦ κρατιδίου, στρεβλώθηκε τὸ νόημα τῶν ὀνομάτων «δίχως αἰδὼ ἢ λύπην»: Μιλᾶμε γιὰ δημοκρατία, ἐνῶ ἡ πλειονότητα πουλάει τὴν ψῆφο της γιὰ νὰ κερδίσει, δημόσια ἀμειβόμενη, ἰσόβια ραστώνη καὶ ἀπραγία. Ὑπῆρξε πρωθυπουργὸς ποὺ καταξίωσε τὸν χρηματισμὸ σὰν «δικαίωμα» τοῦ δημόσιου λειτουργοῦ «νὰ κάνει ἕνα δῶρο στὸν ἑαυτό του» καὶ παρότρυνε τὸν ὑπουργὸ τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ «τὰ δώσει ὅλα»: νὰ ἀδειάσει τὸ κοινωνικὸ χρῆμα στὰ πορτοφόλια τῆς κομματικῆς πελατείας.
.                     Ὁ ἐπαγγελματικὸς δημόσιος λόγος, ἡ δημοσιογραφία, καταγγέλλει, κατὰ καιρούς, τὰ κοινωνικὰ ἐγκλήματα τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς ἐξουσίας. Ἡ καταγγελία εἶναι μόνο πυροτέχνημα, ἀφοῦ οἱ ἐξουσιαστὲς ἔχουν προλάβει νὰ κατοχυρώσουν νομοθετικὰ τὴν ἀτιμωρησία τοὺς προσφέροντας, σπανιότατα, καὶ ἕναν ἀποδιοπομπαῖο τράγο (Τσοχατζόπουλο ἢ Παπαντωνίου) γιὰ νὰ ξεγελιῶνται οἱ μάζες. Καὶ εἶναι μεθοδευμένες οἱ καταγγελίες, ὥστε ἡ ἐμβέλεια τῶν συνεπειῶν τους νὰ ἐξαντλεῖται ἀποκλειστικὰ στὸ πεδίο ἐφήμερων ἐντυπώσεων.
.               Ἐπιπλέον, ἡ δημοσιογραφία σήμερα, γιὰ λόγους ἐπαγγελματικὰ καθιερωμένης δεοντολογίας, περιορίζει τὶς πολιτικὲς τῆς ἐπικρίσεως σὲ προγραμματικὰ προκαθορισμένους ἀντιπάλους – ἀποκλείεται μία φιλοκυβερνητικὴ ἐφημερίδα νὰ μεμφθεῖ ὑπουργὸ τῆς κυβέρνησης ἢ νὰ διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴν ὑπουργοποίησή του, ἔστω κι ἂν πρόκειται γιὰ καταφανῶς ἀνεπιτήδειο ἢ καὶ διανοητικὰ καθυστερημένον. Σὲ αὐτὴν τὴν αὐτιστικὴ μονοτροπία προηγήθηκαν δουλοπρεπέστατα οἱ ἐφημερίδες τοῦ «ἀριστεροῦ» χώρου, αὐτοδιαφημιζόμενες σὰν «προοδευτικές».
.                     νήκεστη πι βλάβη ποτυπώνεται μφατικά, λλ κα πανουργότατα, στ γλῶσσα: Μὲ ἀπίστευτη ὑπομονὴ καὶ παραπειστικὴ δολιότητα, ὅσοι καπηλεύονται ἀδιάντροπα τὶς κοινωνικὲς εὐαισθησίες τῆς Ἀριστερᾶς χουν πιβάλει, στν κπαιδευτικ ποβαθμισμένη λλάδα, ν νομάζονται «προοδευτικο» ο θιαστες το σταλινικο φιάλτη κα τς ζαχαριαδικς φρικωδίας. Ἡ ἐμμονὴ σὲ προτεραιότητες συλλογικῆς καλλιέργειας, γλωσσικῆς κατάρτισης, πολιτισμικῆς αὐτοσυνειδησίας, κατασυκοφαντεῖται εὐθέως σὰν συντηρητικὴ τῆς στειρότητας, ἐθνικιστικὸς ἐπαρχιωτισμός, ὁπωσδήποτε ἢ σχεδὸν φασισμός.
.               Ἡ ἑλλαδικὴ κοινωνία ἔχει παγιδευτεῖ, τὰ τελευταῖα σαράντα χρόνια, σὲ οὐτοπίες: Οἱ λέξεις δὲν παραπέμπουν σὲ ρεαλιστικὰ δεδομένα, παραπέμπουν σὲ ἐντυπώσεις. Ἡ κυκλοφορία τῶν ἐφημερίδων καὶ ἡ ἐπίδραση τῶν ἐφημερίδων εἶναι κοινωνικὰ ἀσήμαντη, ἐπειδὴ στὸ παιχνίδι τῶν ἐντυπώσεων οἱ ἐφημερίδες (ὁ γραπτὸς λόγος, ἡ ἀνάγνωση, ἡ κριτικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ) εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀνταγωνιστοῦν τὸ θέαμα, τὴν εἰκόνα. Δὲν μοιάζει νὰ ὑπάρχουν ἐφημερίδες ποὺ ἔχουν συνειδητοποιήσει τὸ ἀνέφικτο τῆς ἐπιβίωσής τους. Κατὰ κανόνα, συνεχίζουν νὰ ἀνταγωνίζονται τὴ λογική τῆς εἰκόνας, τὸ κυνηγητὸ τῶν ἐντυπώσεων, τὴ διαφημιστικὴ μικρόνοια, μήπως καὶ ἐπιβιώσουν.
.                     Ἐπιβιώνει ὡστόσο στὶς ἐφημερίδες, περιθωριακά, ὁ δοκιμιακὸς λόγος. Ὄχι ἡ ἐξηλιθιωτικὴ προτεραιότητα «εὐρημάτων» ἐντυπωσιασμοῦ, ἀλλὰ ἴχνη ἐμμονῆς στὴ λογικὴ ἀνάλυση καὶ στὴ σύνθεση «νοήματος» – ἡ γλῶσσα νὰ ὑπηρετεῖ τὴν κοινωνία τῆς ἐμπειρίας. Μοιάζει ἡ ἐμμονὴ νὰ εἶναι ματαιοπονία – τὰ ἠλεκτρονικὰ σχόλια ἀναγνωστῶν σὲ ἐφημερίδες πείθουν καὶ τὸν πιὸ αἰσιόδοξο ὅτι ποκατάσταση τς πληροφορίας π τν ντύπωση δν εναι περιπτωτικ νόσημα, εναι λοιμική.
.                     Ὑπάρχουν κοινωνίες ποὺ ἀντιστέκονται, ἐφημερίδες ποὺ διστάζουν νὰ ἐκμαυλιστοῦν ἀπὸ τὸ πρωτεῖο τῶν ἐντυπώσεων. Μία τέτοια ἀντίσταση στὴν Ἑλλάδα θὰ ἦταν προϋπόθεση ἱστορικῆς ἐπιβίωσης καὶ συλλογικῆς ἀξιοπρέπειας. Θὰ τὴν παραλλήλιζε κανεὶς μὲ κάτι σὰν «κρυφὸ σχολειό»: ἄμυνα τῆς ἀνθρωπιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὅλα τὰ σκιάζει ἡ φοβέρα τῶν «Ἀγορῶν» καὶ τὰ πλακώνει ἡ σκλαβιὰ σὲ δανειστὲς καὶ «ἐπενδυτές».
.                     Εναι κρότατη δύνη, σφυκτικότερος πνιγμός: γλσσα πο μς τν δωσαν λληνική, ν κακοποιεται τιμωτικ κα ν γελοιοποιεται σ κάθε πτυχ το δημόσιου βίου, λειτουργικς ναλφαβητισμς ν μαστίζει τν μισ πληθυσμ τς χώρας, τ σχολει συνεχς ν ξευτελίζεται καὶ τὸ φροντιστήριο θριαμβικὰ νὰ ἡγεμονεύει, καὶ ὅμως πρώτη ἔγνοια τοῦ ὑπουργείου Παιδείας νὰ παραμένει ἡ ἐνίσχυση τοῦ ρόλου τῶν συνδικαλιστῶν στὴ λειτουργικὴ στελέχωση τῆς Ἐκπαίδευσης («Κ» 2.2.2020), ὅπως καὶ τὸ κομματικὸ ἀλισβερίσι γιὰ τὴν ἡγεσία τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς, τοῦ ΔΟΑΤΑΠ, τῆς νεόφυτης Ἐθνικῆς Ἀρχῆς Ἀνώτατης Ἐκπαίδευσης! Μὰ τὴν ἀλήθεια, αὐτοκτονοῦμε παίζοντας καραγκιόζη.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΡΔΙΩΝ». “Γιὰ τὸ ἀλκοολίκι τους καὶ μόνο ξεπούλησαν μὲ ἄθλια τεχνάσματα πατρῶα γῆ καὶ προγονικὴ ἱστορία”.

 «ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΡΔΙΩΝ»

«ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Στὸ μεγαλύτερο μέρος του βαθύτατα ἐφθαρμένος ἀπὸ τὴν ἐπιτυχῆ Ἐργολαβία Ἀλλοτριώσεως ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καταπίνει ἀλόγιστα τὰ παραισθησιογόνα τῆς πολιτικῆς προπαγάνδας καὶ τῶν «ἐντυπώσεων». Χαρακτηριστικὸ δεῖγμα τῆς ἀθλιότητας εἶναι ἡ χθεσινὴ (01.02.2019) ἀποστράτευση ἀνωτάτου ἀξιωματικοῦ τοῦ Πυροσβεστικοῦ Σώματος, ἐπειδὴ μέσα στὰ πλαίσια τῆς ὑπηρεσιακῆς του εὐθύνης ἀνέφερε στὴν «φυσικὴ καὶ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ σώματος γιὰ τὴν ὕπαρξη νεκρῶν καὶ λήξης τῆς φονικῆς πυρκαγιᾶς στὸ Μάτι, πρὶν ὁ πρωθυπουργὸς Ἀλέξης Τσίπρας μέσα ἀπὸ τὸ κέντρο ἐπιχειρήσεων ἐμφανίσει τὸ περιστατικὸ ὅτι δῆθεν βρίσκεται σὲ ἐξέλιξη καὶ εἶναι διαχειρίσιμο, χωρὶς νὰ ἔχει ἐνημερώσει γιὰ νεκρούς» (skai.gr). Ἡ διαφθορὰ τῆς ἐξουσίας γνωρίζει ὅτι ὁ λαὸς καταπίνει ἀμάσητη τὴν ψεύτικη εἰκόνα ποὺ μεταδίδουν τὰ βοθροκάναλα. Καὶ σὲ αὐτὴν ἐπενδύει. Γνωρίζει καλὰ ὅτι ὁ λαὸς «σκέπτεται» καὶ «κρίνει» βάσει ἐντυπώσεων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὶς κατασκευάζει καὶ ἀλίμονο σὲ ὅποιον τολμήσει νὰ τὶς χαλάσει.
.             
Βεβαίως ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνακάλυψη τῆς ἐποχῆς μας. Ἀντιθέτως εἶναι πολὺ παλιὰ τέχνη. Τὴν βλέπουμε π.χ. στὴν συνωμοτικὴ μεθόδευση τοῦ πραξικοπηματία Ἀβεσσαλὼμ ἐναντίον τοῦ πατέρα του βασιλιᾶ Δαβίδ. Ὁ Ἀβεσσαλὼμ ἀξιοποίησε πρῶτα τὸ φυσικό του παρουσιαστικό, γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει τὸν λαό. Μετὰ ἄρχισε καὶ καλόπιανε ἕναν-ἕναν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πήγαιναν νὰ δοῦν τὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ ἐκθέσουν τὶς ὑποθέσεις τους καὶ νὰ ζητήσουν τὸ δίκιο τους. Στεκόταν λοιπὸν στὶς πύλες καὶ προτοῦ μποῦν στὶς βασιλικὲς αἴθουσες, τοὺς ἔλεγε: «Ναί, βεβαίως, ἔχεις δίκιο καὶ εὔκολα μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ τὸ αἴτημά σου. Ποιός ὅμως θὰ σοῦ δώσει τὸ δίκιο σου; Ἐγὼ ἂν ἤμουν δικαστής, θὰ σὲ δικαίωνα». Συγχρόνως τοὺς ἀσπαζόταν καὶ τοὺς ἀγκάλιαζε. Μετερχόταν δηλαδὴ τεχνάσματα πονηρὰ καὶ δόλια ὡς ἀληθινὸς δημαγωγός. Καὶ ἔτσι κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις. Μαγνήτιζε καὶ κατακτοῦσε τὴν συμπάθεια τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, «ἰδιοποιεῖτο τὰς καρδίας»! Ἔκανε δηλαδὴ κτῆμα του τὴν εὔνοια, τὴν συμπάθεια, τὴν καρδιὰ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος χωρὶς πολλὴ σκέψη τοῦ χάριζε τὴν ἐμπιστοσύνη του. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸν δόλιο τρόπο ἑτοίμαζε τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ἐπανάστασή του καὶ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ πατέρα του.
.             
Ἰδοὺ πόσο ὡραῖα τὸ περιγράφει τὸ βιβλίο Β´ Βασιλειῶν, κεφ. ιε´ στίχοι 1-10: «Καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ ᾿Αβεσσαλὼμ ἅρματα καὶ ἵππους καὶ πεντήκοντα ἄνδρας παρατρέχειν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. καὶ ὤρθρισεν ᾿Αβεσσαλὼμ καὶ ἔστη ἀνὰ χεῖρας τῆς ὁδοῦ τῆς πύλης καὶ ἐγένετο πᾶς ἀνήρ, ᾧ ἐγένετο κρίσις, ἦλθε πρὸς τὸν βασιλέα εἰς κρίσιν, καὶ ἐβόησε πρὸς αὐτὸν Ἀβεσσαλὼμ καὶ ἔλεγεν αὐτῷ· ἐκ ποίας πόλεως σὺ εἶ; καὶ εἶπεν· ἐκ μιᾶς φυλῶν ᾿Ισραὴλ ὁ δοῦλός σου. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἀβεσσαλὼμ· ἰδοὺ οἱ λόγοι σου ἀγαθοὶ καὶ εὔκολοι, καὶ ὁ ἀκούων οὐκ ἔστι σοι παρὰ τοῦ βασιλέως. καὶ εἶπεν Ἀβεσσαλὼμ· τίς με καταστήσει κριτὴν ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐπ᾽ ἐμὲ ἐλεύσεται πᾶς ἀνήρ, ᾧ ἐὰν ᾖ ἀντιλογία καὶ κρίσις, καὶ δικαιώσω αὐτόν; καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν ἄνδρα τοῦ προσκυνῆσαι αὐτῷ καὶ ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἐπελαμβάνετο αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. καὶ ἐποίησεν Ἀβεσσαλὼμ κατὰ τὸ ρῆμα τοῦτο παντὶ ᾿Ισραὴλ τοῖς παραγινομένοις εἰς κρίσιν πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἰδιοποιεῖτο βεσσαλὼμ τὴν καρδίαν ἀνδρῶν ᾿Ισραήλ. καὶ ἐγένετο ἀπὸ τέλους τεσσαράκοντα ἐτῶν καὶ εἶπεν Ἀβεσσαλὼμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· πορεύσομαι δὴ καὶ ἀποτίσω τὰς εὐχάς μου, ἃς ηὐξάμην τῷ Κυρίῳ ἐν Χεβρών· ὅτι εὐχὴν ηὔξατο ὁ δοῦλός σου ἐν τῷ οἰκεῖν με ἐν Γεδσοὺρ ἐν Συρίᾳ λέγων· ἐὰν ἐπιστρέφων ἐπιστρέψῃ με Κύριος εἰς ῾Ιερουσαλήμ, καὶ λατρεύσω τῷ Κυρίῳ. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· βάδιζε εἰς εἰρήνην· καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη εἰς Χεβρών. καὶ ἀπέστειλεν Ἀβεσσαλὼμ κατασκόπους ἐν πάσαις φυλαῖς ᾿Ισραὴλ λέγων· ἐν τῷ ἀκοῦσαι ὑμᾶς τὴν φωνὴν τῆς κερατίνης καὶ ἐρεῖτε· βεβασίλευκε βασιλεὺς Ἀβεσσαλὼμ ἐν Χεβρών.»
.            Αὐτὰ τὰ δόλια καὶ προδοτικὰ μηχανεύματα παρουσιάζονται μὲ ἰδιαίτερα εὔγλωττο τρόπο στὴν κατωτέρω ἐπιφυλλίδα:

λοταχς πρς τ συμφορ

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 20.01.2019

.             Ἡ τραγωδία μας τῶν Ἑλλήνων σήμερα εἶναι ὅτι ἀντιλαμβανόμαστε τὰ ὅσα συμβαίνουν ὄχι μὲ τὴ λογική μας, τὴν κριτικὴ λειτουργία τοῦ νοῦ μας, ἀλλὰ μὲ τὴν παθητικὴ κατανάλωση ἐντυπώσεων. Αὐτὴ ἡ ἁπλὴ φρασούλα, ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἐκλάβει κανεὶς σὰν «σχῆμα λόγου» ἢ ἔκφραση ρητορική, συνοψίζει μία συλλογικὴ συμφορά.
.             Ὅσοι ἀναλαμβάνουν, χρυσοπληρωμένοι, νὰ μετασκευάσουν αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ συμβαίνουν σὲ τεχνουργημένες «ἐντυπώσεις», μὲ ἀντεστραμμένη τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικότητας, εἶναι σπουδαγμένοι παραχαράκτες, περιζήτητοι στὴν «ἀγορὰ» –χάρη σὲ αὐτοὺς οἱ παραγωγικὲς καὶ ἀνταλλακτικὲς σχέσεις ἔχουν μετασχηματιστεῖ σὲ ἀρένα πολυμήχανης πανουργίας καὶ ἀπατεωνίας.
.             Ἔχουν τὴν ἱκανότητα (καὶ τὶς τεχνικὲς) νὰ παρουσιάζουν τὸ «ἀρνητικό» τῆς φωτογραφίας σὰν νὰ εἶναι τὸ θετικό: τὸ ἄσπρο μαῦρο, τὸ μαῦρο ἄσπρο. Ἐξουσιάζουν οἱ ἀπατεῶνες τὶς τηλεοπτικὲς ὀθόνες παραμυθιάζοντας μὲ τερατώδη καμουφλαρισμένα ψεύδη, ἑκατομμύρια πολιτῶν, ἔγκαιρα εὐνουχισμένων ἀπὸ τὴ σχολική τους «παιδεία». Οἱ τηλεοπτικὲς ἐντυπώσεις «μεταβολίζονται» ἄσκεπτα, ἄκριτα, παθητικά, σὲ «πολιτικὲς πεποιθήσεις». Ἔτσι, ἡ πιὸ χοντροκομμένη ἀναλήθεια παγιώνεται στὶς συνειδήσεις σὰν ραφινάτη ἀλήθεια. Ἀκοῦνε οἱ Ἕλληνες τὸν κυρίως αὐτουργὸ τῆς πρόσφατης ἱεροσυλίας (ἀσέλγειας στὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας), πρωθυπουργὸ Τσίπρα, ἢ τοὺς νηπιακὰ μωρόπιστους, προσήλυτους στὴν ἱεροσυλία, βουλευτὲς (τῶν ΑΝΕΛ ἢ τοῦ «ποτάμιου» ἀλαλούμ), τοὺς ἀκοῦνε νὰ ἀγλαΐζουν, μὲ διθυραμβικὲς κενολογίες, τὴν καθοδηγούμενη αὐτοχειρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ εἶναι σὰν νὰ διαβάζουν τὴν Ἱστορία τους μὲ ἀντεστραμμένους τοὺς ρόλους τῶν ἡρώων της:
.             Εἶναι σὰν νὰ ἀκούει ὁ πολίτης τὸν Κολοκοτρώνη «νὰ τὰ βρίσκει» μὲ τὸν Δράμαλη ἢ τὸν Ἰμπραΐμ κερδίζοντας τὸν δόλιο ἔπαινο τῆς Ἱερῆς Συμμαχίας καὶ τὴν «καλὴ γειτονία» μὲ τοὺς ἀδίστακτους Ὀθωμανούς. Σὰν νὰ ἀκούει τὸν Ἰωάννη Μεταξᾶ νὰ λέει εὐπροσήγορο «ναὶ» στὸν Μουσολίνι καὶ ἡ Ἑλλάδα νὰ αὐτοπροσφέρεται στὸν «Ἄξονα», γιὰ νὰ εἶναι ἀρεστὴ στοὺς ἐπικαιρικὰ ἰσχυροὺς κερδίζοντας αὔξηση τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος. Ἢ σὰν νὰ ἀκούει ὁ Ἕλληνας σήμερα, ἀκόμα πιὸ πίσω, τὸν μακρινὸ Λεωνίδα νὰ χλευάζει κάθε ἐνδεχόμενο ἀντίστασης στὶς Θερμοπύλες, ἀφοῦ τὸ ΝΑΤΟ καὶ τὸ Βερολίνο «ἐπιτέλους θὰ διαβοῦνε».
.             Δὲν εἶναι ρομαντικὴ εἰκονολογία ὅλα αὐτὰ – ἡ συλλογικὴ ἀξιοπρέπεια δὲν προσφέρεται γιὰ ψυχολογικὴ κατανάλωση. Ζοῦμε γιὰ πολλοστὴ φορά, τὰ ψηλαφητὰ συμπτώματα ρρώστιας μολυσματικς, σωστς λοιμικς, ποὺ τὴ λέμε ἀρχομανία, ἐξουσιολαγνεία. Προσοντοῦχοι συνάνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ἀδικημένες ἀπὸ τὴ φύση μετριότητες, κερδίζουν στὴ λοταρία τς μπορευματοποιημένης «δημοκρατίας» τ λαχεο τν ντυπώσεων καὶ καταλαμβάνουν πόστο ἐξουσίας. Γεύονται τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέθη τῆς δημοσιότητας, τῶν τιμῶν, τοῦ πλούτου. Καὶ ὑπερ-φρονοῦν ἢ παρα-φρονοῦν: ἀρρωσταίνουν βαρειά. Δέσμιοι ἐξάρτησης ἀπὸ τὰ παραισθησιογόνα τς νεξέλεγκτης σχύος, δὲν συστέλλονται, ὅταν ατοδιασύρονται μ ξευτελιστικς παλινωδίες, βδελυρς συνέπειες, σαρδανάπαλες λλαξοπιστίες.
.             
Τιτλοφοροῦνται «ριζοσπαστικοὶ» Ἀριστεριστές, ἀλλὰ δὲν διστάζουν οὔτε στιγμὴ «νὰ γλείψουν ἐκεῖ ποὺ ἔφτυναν»: Νὰ ξεπουλήσουν ἰδεολογίες, δόγματα καὶ ἐπαναστατικὲς παντιέρες, νὰ ἀλλάξουν πολιτικὴ ταυτότητα μέσα σὲ μία νύχτα, νὰ ἀγνοήσουν λαϊκὸ δημοψήφισμα ποὺ οἱ ἴδιοι προκάλεσαν, νὰ μεταμορφωθοῦν, μὲ ἰλιγγιώδη ἀδιαντροπιά, σὲ χαμερπεῖς λακέδες τῶν «Ἀγορῶν» καὶ τοῦ ΝΑΤΟ, σὲ «φιλαράκια» τῆς Μέρκελ. Καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ αὐτεξευτελισμός, μόνο γιὰ τὴν ἡδονὴ τῆς ἐξουσίας.
.             Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν τὸν οἶκτο μας, τὴ συμπόνια ποὺ γεννάει ἕνα τέτοιο κατάντημα συνανθρώπων μας. Ἀλλά, ὅταν γι τ λκοολίκι τους κα μόνο ξεπουλνε μ θλια τεχνάσματα πατρα γ κα προγονικ στορία, ὅταν ἀτιμάζουν ἕνα πανανθρώπινο θησαύρισμα πολιτισμοῦ, ἡ ὅποια ἀνοχή μας γίνεται συνενοχή. Εἶναι λογικὰ ξεκάθαρο, κραυγαλέα πρόδηλο: Ἂν «ἀναγνωρίζουμε» τὴν ὕπαρξη «μακεδονικῆς» ἐθνότητας καὶ γλώσσας, ἀναγνωρίζουμε αὐτονόητα τὴ Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα τῶν «Μακεδόνων» καὶ τὰ σύνορα τοῦ σλαβο-ἀλβανικοῦ κρατικοῦ συμπιλήματος, στὴ Μελούνα. Ἀναγνωρίζουμε αὐτονόητο κρατικὸ σύμβολο τὸ ἄγαλμα τοῦ Μεγαλέξανδρου στὴν κεντρικὴ πλατεία τῶν Σκοπίων καὶ τὸ ἀστέρι τῆς Βεργίνας στὴ σημαία τους.
.             Στὰ πλαίσια τοῦ παγκοσμιοποιημένου σήμερα πολιτισμοῦ τῶν «προκὰτ» ἐντυπώσεων, ἡ Ἱστορία γράφεται ὄχι ἀπὸ συνεχιστὲς τοῦ Θουκυδίδη, ἀλλὰ ἀπὸ «ὀργανικοὺς διανοούμενους» μισθωμένους μανδαρίνους τῶν «Ἀγορῶν» καὶ τοῦ ΝΑΤΟ. Οἱ Ἑλλαδικοί, ἀνίατα ἐθελότυφλοι, παθιαζόμαστε μανιασμένοι, γιὰ νὰ ἐπανεκλεγεῖ ὁ ἐπιδεικτικὰ ἐξαγορασμένος Τσίπρας ἢ ὁ κραυγαλέα ἀνεπαρκὴς Κυριάκος. Φώφη, Σταῦρος, Χρυσαυγίτες καὶ ἀνίατοι σταλινικοὶ συμπληρώνουν τ σκηνικ τς νεκροπομπς.
.             Περίπου ἀνάλογο ἦταν τὸ σκηνικὸ καὶ ὅταν παραδίδαμε τὴν Ἀνατολικὴ Θράκη στοὺς Τούρκους (μᾶλλον χωρὶς νὰ μᾶς ζητηθεῖ), τὴ Βόρεια Ἤπειρο στοὺς Ἀλβανούς, τὴν Ἀνατολικὴ Ρωμυλία στοὺς Βουλγάρους, τὴ Βόρεια Κύπρο στοὺς Τούρκους. Πάντοτε ἔντεχνα πολωμένοι σὲ «ἐνδοτικοὺς» καὶ «συνεπεῖς πατριῶτες», πάντοτε παθιασμένοι ἀπὸ τὴ φανατισμένη πίστη μας σὲ «προκὰτ» ἐντυπώσεις.
.             Ἡ διακυβέρνησή μας ἀπὸ συμπολίτες μας μὲ ἀρρωστημένο ψυχισμὸ ἦταν συχνὰ προφανής. Σήμερα ἐξόφθαλμη.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ: ΠΙΘΗΚΙΣΜΟΣ ἢ ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ;

Γιδοβοσκὸς μὲ φράκο

Γράφει ὁ ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
ἐφημ. «Καθημερινή», 06.09.15

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΙΛΙΟΓΡ.»: Τὸ δυσοίωνο εἶναι ὅτι ἡ «διαφημιστικ λογικ τς δοντόπαστας  τν πορρυπαντικν, ἡ λογικ το κυνηγητο τν ντυπώσεων», ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς -ὅπως σημειώνεται κατωτέρω στὸ ἄρθρο- ἔχει κατακλύσει καὶ τὸν ἐκκκλησιαστικὸ χῶρο! Οἱ πιστοὶ κοντεύουν νὰ καταντήσουν καταναλωτὲς θρησκευτικῶν τελετῶν, ἄλλοτε λαμπρῶν καὶ φαντασμαγορικῶν καὶ ἄλλοτε …«κατανυκτικῶν»!
.            Εὐτυχῶς ἔχουμε τοὺς Ἁγίους, καὶ μάλιστα τοὺς συγχρόνους Πορφύριο καὶ Παΐσιο καὶ Σάββα κ. ἄ., γιὰ νὰ μᾶς δίνουν τὸ μέτρο καὶ νὰ παρηγοροῦν τὶς συνειδήσεις μας μπροστὰ στὸν κατακλυσμὸ πνευματικῆς παρακμῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἀμετρίας.  

.             Στὸ πεδίο τοῦ θεωρητικοῦ πολιτικοῦ προβληματισμοῦ (ἂν ὑπάρχει, σήμερα πιά, τέτοιο πεδίο), ὅσοι πολίτες ἑλλαδικοὶ ἐπιμένουν νὰ δηλώνουν προσανατολισμὸ μὲ ἐτικέτες τοῦ τύπου: Ἀριστερά, Δεξιά, Κέντρο, Κεντροαριστερά, Κεντροδεξιά, θὰ διακινδύνευα νὰ τοὺς συστήσω, ὅσο μπορῶ διακριτικότερα, νὰ ἐλέγξουν, ἰατρικά, τοὺς δεῖκτες νοημοσύνης τους. Ἂν ἀπαιτήσουν νὰ ἐξηγήσω τὸ γιατί, θὰ ἀπαντήσω ὅτι ὁ χῶρος τῆς ἐπιφυλλίδας δὲν ἐπαρκεῖ ἢ εἶναι κρίμα νὰ χαραμιστεῖ γιὰ νὰ ἐξηγηθοῦν τὰ αὐτονόητα.
.             Στὰ αὐτονόητα συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ πείρα ὅλων μας στὴν Ἑλλάδα, τὰ τελευταία ἕξι τουλάχιστον χρόνια: Μᾶς κυβέρνησαν ὅλες οἱ ἰδεολογικὲς ἐτικέτες καὶ ἦταν ὅλες διαχειριστικές της μίας καὶ μόνης κοινωνικῆς ἐπιδίωξης: νὰ συντηρηθεῖ ἢ νὰ μεγιστοποιηθεῖ κατὰ τὸ δυνατὸ (ἢ ἀκόμα καὶ μὲ παρανοϊκὸ ὑπερδανεισμὸ) ἡ καταναλωτικὴ εὐχέρεια τῶν ψηφοφόρων. Ἀπέδειξαν ὅλα τὰ κόμματα ὅτι λογαριάζουν ἰδιοτελῶς τοὺς πολίτες μόνο σὰν ψηφοφόρους, ἀπέδειξαν ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι, μὰ ἀπολύτως ὅλοι, ὅτι τὸ πρῶτο (ἢ τὸ μόνο) ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ἐπανεκλογή τους. Νὰ ἐπανεκλεγοῦν κερδίζοντας τὶς ἐντυπώσεις καὶ οἱ ἐντυπώσεις κερδίζονται, ὅταν ὑπόσχεσαι αὔξηση εἰσοδημάτων, ὄχι θεσμικὲς μεταρρυθμίσεις ποὺ θὰ ἀποκαθιστοῦσαν κράτος λειτουργικό, κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας.
.             Ὅλα τὰ κόμματα, μὲ ὅποια ἰδεολογία κι ἂν προσπαθοῦν νὰ ξεγελάσουν τοὺς μειωμένης νοημοσύνης πολίτες, μόλις ἔγιναν κυβέρνηση μοίρασαν μὲ τοὺς συγκυβερνῶντες τὰ ρουσφέτια (4-3-1), διόρισαν σὲ ὅλους τοὺς διοικητικοὺς κόμβους τῶν κρατικῶν θεσμῶν καὶ τῶν δημόσιων ὀργανισμῶν κομματικοὺς κλακαδόρους, ἀνέβασαν σὲ ὑπουργικοὺς θώκους μικρονοϊκὰ ἢ καὶ γελοῖα ἄτομα εὐρείας τηλεοπτικῆς «ἀναγνωρισιμότητας». Καὶ ταυτόχρονα συνεχίζουν νὰ ρητορεύουν τυποποιημένα ἰδεολογήματα «σοσιαλιστικά», «φιλελεύθερα», «ριζοσπαστικῶς ἀριστερά», «κεντρῶα». Ξέρουν ὅτι μεγάλη μερίδα τάχα καὶ πολιτῶν προσδένονται τυφλὰ καὶ ἄλογα σὲ ἕνα κόμμα ὅπως καὶ σὲ μία ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα – ἡ ἰδεολογικὴ ἐτικέτα εἶναι τὸ ἀκριβὲς ἀνάλογο τῆς τυχαίας ὀνομασίας τῶν κερδοσκοπικῶν ἀθλητικῶν ἑταιρειῶν.
.             Ἀπὸ τὰ κόμματα ποὺ συγκροτοῦν τὸ πολιτικὸ σκηνικὸ στὴν Ἑλλάδα σήμερα δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ἀνυπότακτο στὴ διαφημιστικ λογικ τς δοντόπαστας τν πορρυπαντικν, λογικ το κυνηγητο τν ντυπώσεων. Σκεφθεῖτε τὶς ὀνομασίες τῶν κομμάτων ποῦ διεκδικοῦν ἢ διεκδίκησαν τὴν ψῆφο μας: Τί ἀκριβῶς, ἐκτὸς ἀπὸ παιχνίδι ἐντυπώσεων, δηλώνει ἡ ὀνομασία «Νέα Δημοκρατία» ἢ «Λαϊκὴ Ἑνότητα» ἢ «Πολιτικὴ Ἄνοιξη» ἢ «Ποτάμι» (τὸ ζενὶθ τῆς ἀσυναρτησίας) ἢ «Χρυσὴ Αὐγὴ» ἢ «Λαϊκὸς Ὀρθόδοξος Συναγερμός»; Ποιές κοινωνικς στοχεύσεις ξαγγέλλουν τέτοιοι τίτλοι, ποι ταυτότητα πεποιθήσεων κα πιδιώξεων καταθέτουν;
.             Τὸ κορυφαῖο ρεζιλίκι εἶναι οἱ ὀνομασίες τῆς ἐπαρχιώτικης ξιπασιᾶς, «τὸ κάλπικον δάνειον» ποὺ ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης: Λέξεις ποὺ μᾶς γυάλισαν, ἐπειδὴ εἶναι σὲ χρήση στὴ «λελαμπρυσμένην καὶ πεφωτισμένην Ἑσπερίαν» καὶ τὶς φορέσαμε σὲ δικούς μας κακέκτυπους κομματικοὺς σχηματισμούς, σὰν νὰ ντύναμε γιδοβοσκὸ μὲ φράκο. Τὶς λέξεις «σοσιαλισμός», «φιλελευθερισμός», «Δεξιά», «Ἀριστερά», «Ριζοσπαστικὴ Ἀριστερά», «Κέντρο» τς γέννησαν ο κοινωνίες τς Δύσης μέσα σ τελείως διαφορετικς στορικς συνθκες, γι ν πηρετήσουν τς δικές τους κε ξεχωριστς νάγκες, νάγκες διαμορφωμένες π ριζικ διαφορετικος π τος δικούς μας στορικος θισμούς, λλες νοο-τροπίες, λλες προσλαμβάνουσες. Μᾶς γυάλισαν αὐτὲς οἱ λέξεις, γιατί, πολὺ ἔγκαιρα (μὲ τὴ Βαυαροκρατία στὴν ἀρχὴ καὶ τὸν Κοραϊσμὸ ὣς σήμερα), παγιώσαμε συμπεριφορὲς μετα-ἀποικιακοῦ κράτους: τὰ πάντα στὸ κράτος μας (θεσμοί, ὀργάνωση, λειτουργίες, μόδες – ὅλα) ἦταν καὶ εἶναι μεταπρατικά, ξιπασμένες ἀπομιμήσεις, ὅπως σὲ λαοὺς χωρὶς παρελθόν, χωρὶς Ἱστορία, χωρὶς συνέχεια τῆς πείρας γενεῶν καὶ αἰώνων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀναγκῶν τους.
.             Θὰ τολμήσω μία παραδειγματικὴ εἰκόνα (πρὸς Θεοῦ, ὄχι συνταγὴ οὔτε ἐξαγγελία): Νομίζω ὅτι τόσο ἡ ἰδιαιτερότητα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἑλλαδικῆς κοινωνίας σήμερα (καὶ ἰδιαιτερότητα ἔχει κάθε κοινωνία) ὅσο καὶ ἡ πείρα τῶν ἐφιαλτικῶν συνεπειῶν τοῦ μεταπρατισμοῦ θὰ μποροῦσαν (λογικὰ καὶ ἐνεργὰ) νὰ ἀντιμετωπιστοῦν μὲ ἕναν δικομματισμὸ ποὺ θὰ ἀπηχοῦσε καὶ τὴ μόνη ρεαλιστικὴ διαφοροποίησή μας τῶν Νεοελλήνων. Ἡ λογικὴ συνέπεια καὶ ὁ πολιτικὸς ρεαλισμὸς θὰ ἀπαιτοῦσαν, τὸ ἕνα κόμμα νὰ ὀνομάζεται «Ἑλληνοκεντρικοὶ Ἐκσυγχρονιστὲς» καὶ τὸ ἄλλο «Διεθνιστὲς Ἐκσυγχρονιστές».
.             Τὸ κοινὸ αἰτούμενο, ἀπαίτηση ποὺ μοιάζει πανελλήνια, εἶναι ὁ ἐκσυγχρονισμὸς τῆς χώρας. Τν καταλαβαίνουν μως ο περισσότεροι μόνο σ μία ρμηνευτικ προοπτική: σν μίμηση. κσυγχρονισμς θ πε, ν γίνουμε σν τς χρες πο τς θεωρομε «προηγμένες»: ἔχουν ὑψηλοὺς δεῖκτες καταναλωτικῆς εὐχέρειας, κρατικὲς ὑπηρεσίες ποὺ ὑπηρετοῦν τὸν πολίτη καὶ ὄχι τὴ συνδικαλισμένη δημοσιοϋπαλληλία, ἔχουν ὀρθολογικὴ συνέπεια στὴ θέσπιση καὶ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων. Διακόσια περίπου χρόνια, ὅλα τὰ κόμματα προσπαθοῦν (ἄλλα μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἄλλα ὑποκριτικὰ καὶ μὲ ἰδιοτέλεια) νὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ αὐτὴ τὴ μίμηση καὶ ἡ ἀποτυχία εἶναι ὁλοφάνερη, σωρευτικὰ καταστροφική.
.             Καταλήγουμε στὴν πιὸ ταπεινωτικὴ αὐτομεμψία: «Δὲν μποροῦμε, δύο αἰῶνες τώρα, νὰ ἐκσυγχρονιστοῦμε, ἐπειδὴ φταίει ὁ χαρακτήρας μας ἢ τὰ τετρακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας ἢ ἡ θρησκοληψία μας. Εἴμαστε ἀνίατα τεμπέληδες, ψυχοπαθολογικὰ ἢ πρωτόγονα ἰδιοτελεῖς, κλέβουμε τὸ κοινωνικὸ χρῆμα σὰν σιχαμεροὶ λωποδύτες, πρωταθλητὲς στὸν βανδαλισμὸ τῆς δημόσιας περιουσίας» καὶ ὅσα μύρια ἀνάλογα. Ὅλες αὐτὲς οἱ αἰτιολογήσεις καὶ ἀναλύσεις τῆς ἀποτυχίας ἐκσυγχρονισμοῦ μας συνοδεύουν τὸν μονόδρομο: ν καταλαβαίνουμε τν κσυγχρονισμ σν μίμηση, σν πιθηκισμό. Ν ψηφίζουμε τ μ χίλιες νοματικς παραλλαγς κόμμα τν «Διεθνιστν κσυγχρονιστν».
.             Ἡ λογικὴ συνέπεια καὶ ὁ πολιτικὸς ρεαλισμὸς ἀπαιτοῦν, νὰ ἐμφανιστεῖ ἐπιτέλους κάποτε καὶ ἡ ἐναλλακτικὴ πρόταση: προγραμματικ στόχευση κα προσπάθεια γι ναν «λληνοκεντρικ κσυγχρονισμό». Ὄχι ἡ ἴδια ἀδιέξοδη μίμηση διανθισμένη μὲ ρητορικὰ – συναισθηματικὰ ἢ πονηρὰ πλουμίδια ἰδεολογικῆς πατριδοκαπηλίας, ἀλλὰ μία ριζικὰ διαφορετικὴ πολιτικὴ ὀπτική: Ἕνας ἑλληνοκεντρικὸς ἐκσυγχρονισμὸς δὲν ταυτίζει τὸν ἐκσυγχρονισμὸ μὲ τὰ ἐπιτεύγματα ἄλλων, ἐπιτεύγματα ποὺ τὰ ἐκδέχεται σὰν ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλους αὐταξίες. Ξεκινάει π τς δικές μας νάγκες κα ναζητάει: ποι π τ πιτεύγματα τς ποιασδήποτε κοινωνίας (χι μόνο τν «δοκούντων ρχειν» τς φήμερης μόδας) θ ξυπηρετοσαν πληρέστερα τς δικές μας νάγκες κα μ ποις κριτικς προσαρμογς στς νάγκες μας;
.             Καὶ αὐτὴ ἡ κριτικὴ λειτουργία τῆς πολιτικῆς προϋποθέτει, βεβαίως, μίαν ἐμπειρικὰ ἀλλὰ καὶ ὀρθολογικὰ καταξιωμένη ἐκτίμηση τῆς ἰδιαιτερότητας τῶν δικῶν μας ἀναγκῶν: Καλύπτει ζωτικότερες νάγκες το λληνα να δεύτερο στν οκογένεια ατοκίνητο νετη γνώση τς ρχαίας λληνικς γλώσσας, πο ξασφαλίζει πρόσβαση σ ναν πλοτο αώνων κφραστικς τς σοφίας κα το κάλλους; Πολλὲς τέτοιες οὐσιωδέστατες γιὰ τὴν ποιότητα τῆς ζωῆς μας ἀποτιμήσεις, εἶναι πολιτικὲς ἐπιλογές.

.             Ὁ γιδοβοσκὸς μπορεῖ νὰ εἶναι ἄρχοντας ὄχι ὑποχρεωτικὰ μὲ φράκο.

, , , , ,

Σχολιάστε

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἐπειδὴ πολὺ ἀκούστηκε τελευταῖα ὅτι δῆθεν οἱ “μάσκες ἔπεσαν” (ἂν καὶ ξαναφορέθηκαν…): «Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει;». Ἡ ἀτμόσφαιρα στὴν σημερινὴ Ἑλλάδα βρωμάει σαπισμένη ὑποκρισία. Προσφυέστατα ἐγράφη πρὸ ἡμερῶν: «Ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ὄχι μόνο ἐμεῖς ἀλλὰ καὶ ὅλος σχεδὸν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς σχετικὰ μὲ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ προσωπεῖα τοῦ πολιτικοῦ, κομματικοῦ, πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ προσκηνίου καὶ παρασκηνίου» (orthodox-watch.blogspot.com)

Οἱ τρόποι συμπεριφορᾶς
ἀποκαλύπτουν τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Σαράντου Ι. Καργάκου:
«Προβληματισμοὶ – ἕνας διάλογος μὲ τοὺς νέους.»
Τόμος Ε´ , ἐκδ. GUTENBERG, ΑΘΗΝΑ 1997 

.          Μήπως ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρίνεται; Ἡ ἐπιφάνεια πιὸ συχνὰ καλύπτει παρὰ ἀποκαλύπτει. Ὅσο περισσότερο στίλβουσα εἶναι, τόσο πιθανότερο εἶναι νὰ κρύβει βοῦρκο παρὰ πλοῦτο.
.          Στὴν ἐποχὴ τῆς διαφήμισης μάλιστα, ποὺ ἡ ζωὴ ἔγινε πρωτάθλημα ὑποκρισίας, τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου διαμορφώνεται ἀπὸ τὸ διαφημιστικὸ “λίφτιγκ”. Δὲν ἐνδιαφέρει τὸ πρόσωπο ἀλλὰ τὸ προσωπεῖο. Ἔτσι πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ μία ζωὴ ποὺ μοιάζει μὲ θέατρο. Ὄντως ὑπάρχουν ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου καὶ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι θέατρο ἀνθρώπου. Στὴν περίπτωσή τους δὲν ἐνδιαφέρει τὸ ἔργο ἀλλὰ τὸ φανταχτερὸ σκηνικό.
.          Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος –ὄχι βέβαια σὲ ἀπόλυτους ἀριθμούς–, προκειμένου ν’ ἀποκτήσει τὸ ποθητὸ προσωπεῖο –ποὺ στὴν κοσμικὴ γλώσσα λέγεται image– χάνει τὸ αὐθεντικό του πρόσωπο– γίνεται μία ἀπρόσωπη ἔκφραση προσωπικότητας· μία ἄοσμη, ἄχρωμη, ἄγευστη ὀντότητα. Ὑποχρεώνεται σὲ μία διατεταγμένη προσαρμογή. Ρευστοποιεῖται καὶ προσποιεῖται πὼς εἶναι κάτι διαφορετικὸ ἀπ’ ὅ,τι εἶναι. Ἡ ὑποκρισία γίνεται ἀνάγκη. Πολλὲς φορὲς ὁ ἄνθρωπος λέει πράγματα ποὺ δὲν πιστεύει καὶ πιστεύει σὲ πράγματα χωρὶς νὰ τὸ λέει. Δὲν εἶναι ζήτημα φόβου ἀλλὰ συμφέροντος. Ἕνας χρυσὸς κανόνας –χρυσὸς μὲ κάθε ἔννοια– συμπεριφορᾶς διδάσκει νὰ σκέπτεσαι ὄχι τί θὰ προσφέρεις γιὰ ν’ ἀποκομίσεις ἀλλὰ τί θ’ ἀποκομίσεις γιὰ νὰ προσφέρεις.
.         Ὑπάρχει ἀκόμη κι ὁ φόβος. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν κρίνουν, οὔτε συγκρίνουν, κατακρίνουν. Αὐτὸ ὑποχρεώνει τὸν ἄλλον ἄνθρωπο –ποὺ δὲν θέλει νὰ ἐκτεθεῖ στὰ βέλη μίας κακόβουλης κριτικῆς– νὰ υἱοθετεῖ ἕναν τρόπο ζωῆς, ποὺ δὲν τὸν ἐκφράζει, ποὺ παραποιεῖ τὴν πραγματική του ὑπόσταση. Ἴσως, λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑποκρίνονται, ἐπειδὴ κρίνονται καὶ μάλιστα ὄχι μὲ τρόπο καλοπροαίρετο. “Η ποκρισία εναι σεβασμς πο προσφέρει κακία στν ρετή”, εχε πε Λούθηρος. ποιος ποκρίνεται, στ βάθος ασθάνεται τι προδίδει τν αυτό του κάποιες ξίες. φο δν μπορε ν εναι καλός, τουλάχιστον προσπαθε ν φαίνεται. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνας ἐλάχιστος φόρος τιμῆς στὴν ἀρετή. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. Ἡ γνησιότητα εἶναι ἡ δύναμη τῶν γενναίων, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἡ “δύναμη” τῶν ἀδυνάτων ἢ τῶν συμφεροντολόγων. Κι εἶναι θλιβερὸ ἡ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν δύναμη ν’ ἀποδεικνύεται δυνατότερη ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀνυπόκριτη συμπεριφορά.
.           Ἀλλ’ ὁ κόσμος δυστυχῶς ἔχει μάθει νὰ κρίνει περισσότερο μὲ τ’ αὐτιὰ καὶ λιγότερο μὲ τὸ μυαλό. Σύμφωνα μὲ τὸ γνωστὸ μύθο τοῦ Κρυλώφ, κάποτε δύο βαρέλια κύλησαν σ’ ἕναν κατηφορικὸ δρόμο. Τὸ γεμάτο κυλοῦσε ἀθόρυβα, ἐνῶ τὸ ἄδειο παταγοῦσε ἐκκωφαντικά. Στὴν ἐποχή μας – μία ἐποχὴ πάταγου καὶ ἰλίγγου – βρίσκει τεράστια ἀνταπόκριση ἡ ἄποψη ὅτι ὅσο πιὸ ἐλαφρὸς εἶσαι τόσο ψηλότερα ἀνεβαίνεις καὶ ὅτι ὅσο πιὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ περιτύλιγμα τόσο πιὸ ἔντονο καὶ κυρίως ἀποτελεσματικὸ εἶναι τὸ θάμβος ποὺ προκαλεῖς. Ἔτσι, συμπεριφορ συχν καταντ πίπλαστη, συχν καλύπτεται π μία πίφαση εγένειας κα λεπτότητας, πο ρίχνει στς διαπροσωπικς σχέσεις να σπέριο φς, να μισόφωτο πο παραπλαν κα δν φήνει τν νθρωπο ν δε τ πράγματα στν πραγματική τους διάσταση.
.            Εἶναι γεγονὸς ὅτι πολλὲς φορὲς ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Μπυφόν: “Le style c’ est l’ homme”(=τὸ ὕφος εἶναι ὁ ἄνθρωπος). Ὁ λόγος καὶ οἱ πράξεις ἀπηχοῦν ὅλο τὸ πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ ἐποικοδόμημα τοῦ ἀτόμου, ὅταν βέβαια τὸ ὕφος ἐξισοῦται μὲ τὸ ἦθος. Ὅταν ὅμως σήμερα τὰ πάντα γίνονται “πρὸς τὸ θεαθῆναι”, ἔχουμε χρέος ν’ ἀναρωτηθοῦμε, μήπως τελικὰ ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑποκρίνεται. Μήπως τελικὰ οἱ τρόποι τῆς συμπεριφορᾶς μοιάζουν κάποιες φορὲς μὲ τὰ κουδούνια τοῦ παζαριοῦ, ποὺ τὰ χτυπᾶς γιὰ νὰ προσκαλεῖς τοὺς εὔπιστους —ποὺ εἶναι καὶ πιὸ ἐπιρρεπεῖς στὴν πλάνη — καὶ ν’ ἀποσπᾶς ἕνα θαυμασμό, στὸ βάθος κούφιο.
.            Τὸ πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου τῆς “πρώτης ἐντύπωσης”, ποὺ τόσο ἔντονα “πλασάρεται” ἀπὸ τὰ συστήματα προβολῆς, δημιουργεῖ ἀνθρώπους, ποὺ κατασκευάζουν ἐπιφάνειες. Ὡστόσο, ὅπως ὁ σαλίγκαρος εἶναι αἰχμάλωτος τοῦ καβουκιοῦ του, ἔτσι κι αὐτοὶ εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ σκοπιμοθηρικοῦ κομφορμισμοῦ τους. Ἡ φορτικὴ εὐγένεια, ἡ μειλιχιότητα, οἱ περιττὲς φιλοφρονήσεις κρύβουν εὐτελεῖς κόλακες, ποὺ θυμίζουν νάνους γελωτοποιοὺς μεσαιωνικοῦ ἄρχοντα. Χρειάζεται, χωρὶς ἀμφιβολία, μεγάλη πείρα καὶ διεισδυτικότητα, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τί κρύβεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα.
.            Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς σήμερα, ποὺ θέλει μεγάλη τέχνη νὰ ζήσεις καὶ πιὸ μεγάλη νὰ ἐπιζήσεις, ἡ προσποίηση ἔγινε στάση ζωῆς. Εἶναι τὸ προϊὸν μιᾶς κοινωνίας ποὺ βασίστηκε στὸ φόβο τῆς ἀλήθειας καὶ ἀγκιστρώθηκε στὸ ψέμα. Τὰ συστήματα προβολῆς θέλουν καὶ θέτουν τὸ ἰδεῶδες τοῦ “ἐπιτυχημένου” ἀνθρώπου νὰ θεμελιώνεται στὸ ἀξίωμα: “Πουλάω τὸ μέσα γιὰ ν’ ἀγοράσω τὸ ἔξω”. Μὲ τὴν ὑποκρισία κερδίζει ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος καὶ χάνει ὁ ἐσωτερικός.
.            Παρασυρμένος, λοιπόν, ἀπὸ αὐτὰ τὰ σαθρὰ πρότυπα, ὁ ἄνθρωπος τοῦ καιροῦ μας, δὲν ἔχει καιρὸ νὰ “κτίσει” πρόσωπο. Φτιάχνει ἕναν πλαστικὸ χαρακτήρα, ποὺ τὸν βοηθᾶ νὰ κρύβει τὸν πραγματικὸ ἑαυτό του, νὰ φορᾶ προσωπεῖα –τὶς περισσότερες φορὲς ἄτεχνα– καὶ νὰ καταντᾶ ἀπρόσωπος. Πάνω σ’ ατ τ βάση θεωρε φυσικ τ φύσικο. Βιάζει τς μφυτες, σώτερες τάσεις του γι αθορμητισμό, λεύθερη κφραση κα φορ τν “όρατη στολ το βασιλιᾶ”, πο δν μπορε ν κρύψει τ γυμνότητά του. Ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἐχθρός τῆς προσποίησης. Κάποτε κάποιο παιδικὸ βλέμμα –ἡ καθαρὴ ματιὰ– θὰ δεῖ καὶ θὰ φωνάξει πὼς “ὁ βασιλιὰς εἶναι γυμνός”. Καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ κριθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ ὄχι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ παριστάνει ὅτι εἶναι.
.            Μετὰ τὴν παρουσία τοῦ Λουΐτζι Πιραντέλο ἀκόμη καὶ τὰ θεατρικὰ πρόσωπα διεκδικοῦν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν τὸ δικό τους πρόσωπο κι ὄχι τὸ πρόσωπο ποὺ τοὺς βάζει ὁ συγγραφέας. Μόνο στ θέατρο τς ζως τ πρόσωπα ποδέχονται παθητικ τ προσωπεο, κα παύουν ν εναι πρόσωπα. Γίνονται “προσωπικότητες”. Συνήθως ατ μάσκα κρύβει σαθρότητα. Εναι καλ ν δυσπιστομε πρς τος ντυπωσιακος νθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ἡ δυσπιστία χρειάζεται μέτρο. Γιατί ὅπως ἡ εὐπιστία ἀνοίγει τὴ θύρα τῆς πλάνης, ἔτσι καὶ ἡ δυσπιστία μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει σ’ ἐσφαλμένες ἐκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, ὑπάρχουν ἄνθρωποι εὐαίσθητοι, ποὺ ἐμφανίζονται κυνικοί, γιὰ νὰ μὴ δώσουν τὴν εὐχέρεια σὲ ἄλλους νὰ τοὺς πληγώσουν.
.            Ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἡ θέση ἢ τὸ ἀξίωμα, τοὺς ὑποχρεώνει νὰ θωρακίσουν ἢ νὰ καταπνίξουν τοὺς ἐσωτερικοὺς κραδασμούς, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουν ἕνα σκληρὸ καθῆκον. Πολὺ συχνὰ πίσω ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα κρύβεται ἡ πιὸ γνήσια τρυφερότητα. Τὸ σκληρὸ κέλυφος κρύβει μαργαριτάρι. πάρχει κόμη κα περίπτωση τν νέων, πο π πνεμα μοντερνισμο, θεωρον τν εγένεια δεγμα στικο κφυλισμο. Σὲ λίγο ἡ χειραψία καὶ τὸ “εὐχαριστῶ” θ’ ἀνακηρυχθοῦν διατηρητέα εἴδη. Ἡ ἐκκεντρική τους ἐμφάνιση καὶ ἡ ἄκομψη συμπεριφορά τους ἀναγκάζουν τοὺς παλαιότερους νὰ τοὺς κρίνουν συχνὰ αὐστηρά, χωρὶς νὰ ψάχνουν νὰ βροῦν τί κρύβεται ἀπὸ κάτω. Μήπως, λοιπόν, οἱ κρίσεις τῶν παλαιῶν εἶναι ὄχι αὐστηρὲς ἀλλ’ ἄδικες; Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, μήπως ατ μ ελικρίνεια τν νέων εναι σκέτη μότητα, πο προβάλλεται ς ελικρίνεια; Δύσκολο νὰ δώσει ἀπάντηση κανείς, γιατί ἡ γενίκευση πάντα κάποιους ἀδικεῖ.
.            Ἕνα πάντως φαίνεται ἀδιαμφισβήτητο: τὸ “εἶναι” καὶ τὸ “φαίνεσθαι” ἔχουν συναιρεθεῖ ἐπικίνδυνα, πρὸς ὄφελος τοῦ “φαίνεσθαι”. Τὸ “εἶναι” δὲν ἔχει πιὰ τόση σημασία. Ἰσχύει τὸ τσαρουχικό: “Στὴν Ἑλλάδα εἶσαι ὅ,τι δηλώσεις”. Ὁ ἄνθρωπος δὲν στέκεται πάντα ἐρευνητικὸς κι ἐπιφυλακτικὸς σ’ ὅ,τι τοῦ παρουσιάζεται ἐκθαμβωτικό. Ἔτσι, ναρκισσικοὶ δοκησίσοφοι, μεγαλόσχημοι ἀπατεῶνες, ματαιόδοξοι κενολόγοι καὶ ἀπόστολοι τῆς οὐτοπίας, συχνὰ κερδίζουν τὴν ἀναγνώριση καὶ τὴν ἐπιτυχία, κάνοντας νὰ μοιάζει μὲ χίμαιρα ὁ στίχος τοῦ Παλαμᾶ: “γεῖρε, ἂν θέλεις νὰ ὑψωθεῖς”. Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη νὰ φανοῦμε ἐπιφυλακτικοί, ξέροντας ἀπὸ πείρα πὼς “ὅ,τι λάμπει, δὲν εἶναι χρυσός” καὶ πὼς “τὰ κενὰ δοχεῖα ἠχοῦν περισσότερο” (vasa inania plurimum sonant).
.            Εἶναι χρέος νὰ ξεπεράσουμε τὸ προσωπικὸ καὶ ν’ ἀνεβοῦμε στὸ ὑπερπροσωπικό· ὄχι νὰ κατεβοῦμε στὸ ἀπρόσωπο. Ὁ χαμαιλεοντισμὸς δὲ δείχνει οὔτε ὕφος, οὔτε ἦθος. Ἡ ἰανόμορφη συμπεριφορὰ θὰ μᾶς ὁδηγήσει κάποτε στὴν πικρὴ διαπίστωση τοῦ Μπρέχτ: “Αὐτὸ ποὺ ὁ ἀσβέστης μᾶς ἀφάνισε, δὲν ἦταν πιὰ πρόσωπο”. Στὶς μέρες μας –ποὺ τὸ κυνήγι τοῦ προσώπου μας μοιάζει μὲ τὸ κυνήγι τῆς χαμένης Κιβωτοῦ– προβάλλει ὡς ζωτικῆς σημασίας αἴτημα νὰ αἰσθανθοῦμε πὼς ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἡ πιὸ ρεαλιστικὴ στάση ζωῆς καὶ πὼς τελικὰ τὸ νὰ ζοῦμε σὰν θίασος σκιῶν δὲν εἶναι “μία κάποια λύση”.

ΠΗΓΗ στὸ Διαδίκτυο: orp.gr («Ὀρθόδοξη Πορεία»)

, , , ,

Σχολιάστε