Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ–3 «Νὰ εἶσαι φίλος μὲ ὅλους μὲ τὴν καρδιά σου, μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς σκέψεις σου». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ»
 (Λουκ. ϛ´ 31-36)
ΙΘ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή
Β´ Λουκᾶ

[Γ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 181 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/27/ἡ-τελεία-ἀγάπη1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/28/ἡ-τελεία-ἀγάπη2/

.               Ἂς εἴμαστε δίκαιοι. Ἂς ὁμολογήσουμε πὼς οἱ ἐχθροί μας μᾶς βοηθοῦν πολὺ στὴν πνευματική μας πορεία. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἔχθρα στοὺς ἀνθρώπους, πάρα πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εὐαρέστησαν στὸν Θεὸ δὲν θὰ εἶχαν γίνει φίλοι Του. Ἀκόμα κι ἡ ἔχθρα τοῦ σατανᾶ μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἐκείνους ποὺ εἶναι ζηλωτὲς τῶν ἱερῶν πραγμάτων τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ψυχικῆς τους σωτηρίας. Ποιός ἦταν περισσότερο ζηλωτὴς τῶν ἱερῶν τοῦ Θεοῦ πραγμάτων ἢ εἶχε μεγαλύτερη ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο; Ὁ ἴδιος ἀπόστολος ὅμως λέει πὼς ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν διάβολο νὰ τὸν πειράξει, ὅταν τοῦ ἀποκαλύφθηκαν πολλὰ μυστήρια: «Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι» (Β´ Κορ. ιβ´7).
.               Ὅταν ὁ διάβολος ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, βοηθάει τὸν ἄνθρωπο, πῶς δὲν μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ βοηθοῦν τὸν συνάνθρωπό τους, ποὺ εἶναι ὁπωσδήποτε λιγότερο ἐχθρὸς ἀπὸ τοὺς δαίμονες; Θὰ τολμοῦσε νὰ πεῖ κανεὶς πὼς οἱ φίλοι τοῦ ἀνθρώπου ζημιώνουν περισσότερο τὴν ψυχή του ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε πὼς «ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ» (Ματθ. ι´ 36). Ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη μαζί μας, ποὺ ἐνδιαφέρονται πολὺ γιὰ τὶς σωματικὲς ἀνάγκες καὶ τὶς ἀνέσεις μας, συχνὰ γίνονται ἐχθροὶ τῆς σωτηρίας μας. Ἡ ἀγάπη κι ἡ φροντίδα τους δὲν στοχεύει στὴν ψυχὴ ἀλλὰ στὸ σῶμα μας. Πόσοι γονεῖς δὲν ἔχουν κάνει ἀνυπολόγιστη ζημιὰ στὶς ψυχὲς τῶν γιῶν τους κι ἀδέρφια στ’ ἀδέρφια τους, καθὼς καὶ σύζυγοι στοὺς συζύγους τους; Κι ὅλ’ αὐτὰ ἀπὸ ἀγάπη! Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ ποὺ διαπιστώνεται καθημερινὰ εἶναι μία ἀκόμα αἰτία γιὰ νὰ μᾶς κάνει νὰ μὴ δοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας, οὔτε καὶ νὰ μειώσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ξαναποῦμε, πὼς συχνά, πολ συχνά, ο χθροί μας εναι στν οσία πραγματικο φίλοι; Ο τρόποι πο χρησιμοποιον γι ν μς ναστατώσουν, μς βοηθον. Ο τρόποι μ τος ποίους μς πορρίπτουν, πηρετον τ σωτηρία μας. Ο τρόποι μ τος ποίους πιέζουν τν ξωτερική, τ φυσικ ζωή μας, μς θε ν’ ποσυρθομε μέσα μας, στν αυτό μας, ν βρομε τν ψυχή μας κα ν ζητήσουμε π τὸν Θε ν τος σώσει. Ο χθροί μας εναι πραγματικ κενοι πο μς σώζουν π τν καταστροφ πο μς τοιμάζουν θέλητα ο οκεοι μας, ποὺ φροντίζουν τὸ σῶμα μας εἰς βάρος τῆς ψυχῆς μας καὶ χαλαρώνουν τὸ χαρακτήρα μας.
.               Ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, λέει ὁ Κύριος. Ἀγαθοποιεῖτε, κάνετε τὸ καλὸ σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀδιάκριτα, εἴτε σᾶς ἀγαποῦν εἴτε ὄχι. Ἀκολουθῆστε τὸ παράδειγμα τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς εὐεργετεῖ ὅλους, εἴτε φανερὰ εἴτε κρυφά. Ἂν ἡ εὐεργεσία σας δὲν θεραπεύει τὸ μίσος τοῦ ἐχθροῦ σας, πολὺ λιγότερο θὰ τὸ θεραπεύσει ἡ ἔχθρα σας. Γι’ αὐτὸ κάνετε τὸ καλὸ ἀκόμα καὶ σὲ κείνους ποὺ οὔτε τὸ ζητοῦν οὔτε τὸ περιμένουν ἀπὸ σᾶς. Δανείζετε ὅλους ἐκείνους ποὺ σᾶς ζητοῦν. Δανείζετε ὅμως σὰν νὰ δίνετε, σὰν νὰ ἐπιστρέφετε κάτι ποὺ ἀνήκει σὲ ἄλλον, ὄχι κάτι δικό σας. Λέει ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός: «Ἐλεήμων ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίνει, χαρὰ στοὺς ἄλλους μ’ αὐτὰ ποὺ ὁ ἴδιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό: ψωμί, φαγητό, ἐξουσία, ἕνα λόγο προσευχῆς· ποὺ λογαριάζει τὸν ἑαυτό του ὀφειλέτη, ἀφοῦ ἔλαβε παραπάνω ἀπ’ ὅσα χρειάζεται. Μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ του εἶναι σὰν νὰ τοῦ ζητάει ὁ Θεὸς καὶ γίνεται ἔτσι ὀφειλέτης του».
.               Ἂν ὁ ἐχθρὸς δὲν δεχτεῖ τὴν εὐεργεσία σου, δὲν σ’ ἐμποδίζει μ’ αὐτὸ ἀπὸ τὸ νὰ συνεχίσεις νὰ τοῦ δίνεις. Ὁ Κύριος εἶπε, «προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. ε´ 44). Κάνε καὶ σὺ λοιπὸν προσευχὴ γιὰ τοὺς ἐχθρούς σου, εὐεργέτησέ τους. Ἂν ὁ ἐχθρός σου δὲν δεχτεῖ κάποιο εἶδος καλοσύνης ἢ ἐξυπηρέτησης ἀπὸ μέρους σου, ὁ Θεὸς θὰ δεχτεῖ τὴν προσευχὴ ποὺ θὰ κάνεις γι’ αὐτόν. Ὁ Θεὸς θὰ μαλακώσει τὴν καρδιά του καὶ θ’ ἀλλάξει τὴν διάθεσή του γιὰ σένα. Δὲν εἶναι τόσο δύσκολο στὸν Θεὸ νὰ κάνει ἕναν ἐχθρὸ φίλο, ὅσο φαίνεται στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ εἶναι ἴσως ἀδύνατο στοὺς ἀνθρώπους, μὰ δυνατὸ στὸν Θεό. Ἐκεῖνος ποὺ ξανακάνει τὴν παγωμένη γῆ εὔφορη κοιλάδα, ὅπου ἀναπτύσσονται πανέμορφα λουλούδια, μπορεῖ νὰ λιώσει καὶ τὸν πάγο τῆς ἔχθρας τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς καὶ νὰ κάνει νὰ εὐδοκιμήσουν σ’ αὐτὴν τὰ εὐωδιαστὰ λουλούδια τῆς φιλίας.
.               Βέβαια, τὸ σπουδαιότερο πράγμα δὲν εἶναι νὰ γυρίσει ὁ ἐχθρός σου καὶ νὰ γίνει φίλος σου χάρη στὴν καλοσύνη σου, ἀλλὰ νὰ μὴ χάσει τὴν ψυχή του λόγῳ τοῦ μίσους του γιὰ σένα. Περισσότερο πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς γι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, παρὰ γιὰ τὸ πρῶτο. Γιὰ τὴ δική σου σωτηρία δὲν παίζει κανένα ρόλο ἂν σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἔχεις περισσότερους φίλους ἢ ἐχθρούς. Παίζει πολὺ σπουδαῖο ρόλο ὅμως τὸ νὰ μὴν εἶσαι ἐχθρὸς κανενός, ἀλλὰ ν εσαι φίλος μ λους μ τν καρδιά σου, μ τς προσευχς κα τς σκέψεις σου.
.               Ἂν τὸ κάνεις αὐτό, ἡ ἀνταπόδοσή σου θὰ εἶναι μεγάλη. Ἀπὸ ποιόν; Σὲ κάποιο βαθμὸ ἴσως ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὸν Θεό. Τί εἴδους ἀνταπόδοση θὰ ἔχεις; «Ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου», θ’ ἀξιωθεῖτε ν’ ἀποκαλέσετε τὸν Θεὸ «Πατέρα», «καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. ϛ´ 6). Ἂν δὲν γίνει σήμερα αὐτό, θὰ γίνει αὔριο. Ἂν ὄχι αὔριο, τότε στὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἐνώπιον ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ἀνταπόδοση θὰ μπορούσαμε νὰ περιμένουμε ἀπὸ τὸ νὰ κληθοῦμε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου, νὰ ὀνομάζουμε τὸν Ὕψιστο Πατέρα μας;
.               Προσέξτε. Ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Ἕως τώρα μόνο Αὐτὸς ὀνόμαζε τὸν Θεὸ Πατέρα Του. Καὶ τώρα τὴν ἴδια τιμὴ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς σ’ ἐμᾶς, τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ παραστρατημένους. Τί σημαίνει ἡ τιμὴ αὐτὴ γιὰ μᾶς; Πῶς θὰ εἴμαστε μαζί Του στὴν αἰωνιότητα (βλ. Ἰωάν. ιδ´ 3), κοντὰ στὴ δική Του δόξα, ὅπου βασιλεύει χαρὰ χωρὶς τέλος. Σημαίνει πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα θὰ εἶναι πάντα μαζί μας. Ἀκόμα κι ὅταν διερχόμαστε ὅλες τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς δυσκολίες σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ὅλα θ’ ἀντιστραφοῦν καὶ θὰ καταλήξουν στὸ καλό μας. Σημαίνει πὼς ὅταν πεθάνουμε, δὲν θὰ παραμείνουμε στὸν τάφο, ἀλλὰ θ’ ἀναστηθοῦμε, ὅπως Ἐκεῖνος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Σημαίνει πὼς σ’ αὐτὴ τὴν γῆ τοποθετηθήκαμε προσωρινά. Στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα μας ὅμως μᾶς περιμένει κάλλος ἀθάνατο, τιμὴ καὶ δόξα.
.               Θὰ μπορούσαμε ν’ ἀπαριθμήσουμε ὅλα τ’ ἀγαθὰ ποὺ περιμένουν ἕναν ὀρφανό, ἂν τὸν υἱοθετήσει κάποιος ἐπίγειος βασιλιάς; Εἶναι ἀρκετὸ νὰ ποῦμε πὼς τὸ ὀρφανὸ αὐτὸ τὸ υἱοθέτησε ἕνας βασιλιὰς κι ὅλοι θὰ καταλάβουν πόσα ἀγαθὰ θ’ ἀπολαύσει τὸ ὀρφανὸ αὐτό. Ἡ δική μας υἱοθεσία δὲν ἔγινε ἀπὸ ἀνθρώπους ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφοῦ θὰ γίνουμε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Ὁποίου Υἱὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Θὰ γίνουμε υἱοὶ τοῦ ἀθάνατου Βασιλιᾶ, τοῦ Βασιλιᾶ τῶν βασιλιάδων. Μᾶς υἱοθετεῖ ὁ Θεὸς ὄχι γιὰ χάρη μας, ἀλλὰ γιὰ χάρη τοῦ Μονογενοῦς Του Υἱοῦ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος: «Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ´ 26). Ὁ Χριστὸς μᾶς ὑποδέχεται σὰν ἀδελφούς Του. Ὁ Θεὸς Πατέρας ἑπομένως μᾶς δέχεται σὰν υἱούς Του.
.               Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μᾶς ἀξίζει νὰ λεγόμαστε «υἱοὶ τοῦ ζῶντος Θεοῦ». Εἶναι ἀστεῖο καὶ νὰ σκεφτοῦμε ἀκόμα πὼς θὰ μπορούσαμε μὲ ὁποιοδήποτε ἔργο μας, ἀκόμα κι ἂν ἀσκούσαμε τὴ μεγαλύτερη ἀγάπη γιὰ τὸν ἐχθρό μας, ν’ ἀξίζαμε ν’ ἀνταμειφθοῦμε μὲ αὐτὸ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς στοὺς πιστοὺς δούλους Του. Ἂν δίναμε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μας στοὺς φτωχούς, ἂν νηστεύαμε ὅλες τὶς μέρες τῆς ζωῆς μας κι ἂν στεκόμασταν στὴν προσευχὴ σὰν ἀναμμένες λαμπάδες ὣς τὸ τέλος τοῦ χρόνου· ἂν χωρίζαμε πνευματικὰ τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ σῶμα μας, σὰ νά ᾽ταν ψυχρὴ πέτρα κι ἂν ἡ ψυχή μας ἦταν ἀπαθὴς πρὸς τὸν ὑλικὸ κόσμο· ἂν ἀφήναμε τὸν ἑαυτό μας νὰ τὸν φτύνουν καὶ νὰ τὸν ποδοπατοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἢ ἀκόμα κι ἂν παραδινόμασταν τροφὴ στὰ πεινασμένα θηρία· ἀκόμα κι ἂν τὰ κάναμε ὂλ’ αὐτά, δὲν θὰ ἦταν παρὰ μία ἀπειροελάχιστη τιμὴ γιὰ ὅλα τ’ ἀγαθά, τὴ δόξα καὶ τὴν ἀνέκφραστη εὐφροσύνη ποὺ συνοδεύουν τὴν υἱοθεσία τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει εὐσπλαγχνία στὴν γῆ οὔτε ἀγάπη στὸν θνητὸ ἄνθρωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ γίνει «υἱὸς Θεοῦ», ἀθάνατος πολίτης τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἀναπληρώνει αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος. Ἂς μὴν ἰσχυριστεῖ κανένας μας πὼς μπορεῖ μὲ τὴ δική του ἀγάπη νὰ σωθεῖ, μὲ τὴ δική του ἀξία ν’ ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ παραδείσου γιὰ νὰ μπεῖ μέσα.
.               Ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον ἑπομένως, ὅσο μεγάλη καὶ δύσκολη κι ἂν μᾶς φαίνεται, εἶναι μόλις ἕνα μικρὸ νόμισμα ποὺ ζητάει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς φέρει πιὸ κοντά Του στὴν ὑπέροχη καὶ πανένδοξη βασιλεία Του. Δὲν μᾶς ζητάει νὰ τηρήσουμε τὴν ἐντολὴ αὐτὴ γιὰ νὰ κερδίσουμε μὲ τὴν ἀξία μας τὴ Βασιλεία καὶ τὴν υἱοθεσία Του, ἀλλὰ μόνο νὰ ἐπιθυμήσουμε πάνω ἀπ’ ὅλα τὴ Βασιλεία καὶ τὴν υἱοθεσία Του. Ἀπὸ μᾶς ζητάει μόνο νὰ πιστεύουμε τὰ λόγια Του καὶ νὰ ὑπακοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ.
.               Ἀπὸ ποιά ἄποψη ὁ Ἀδὰμ ἦταν ἄξιος γιὰ τὸν Παράδεισο; Ἀπὸ καμία. Ὁ Παράδεισος τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τί ἔκανε τὸν Ἀδὰμ νὰ παραμείνει στὸν Παράδεισο ὣς τὴν πτώση του; Ἡ ὑπακοή του στὸν Θεό, μόνο ἡ ὑπακοή του. Ὅταν ὅμως ὁ ἴδιος κι ἡ σύζυγός του ἄρχισαν ν’ ἀμφισβητοῦν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ μόνο ἡ ἀμφισβήτηση αὐτὴ παραβίασε τὴν ἐντολὴ κι ἔπεσε στὴ θανάσιμη ἁμαρτία τῆς παρακοῆς.

* * *

.               Στὴ Νέα Κτίση ὁ Κύριος Ἰησοῦς ζητάει ἀπὸ μᾶς τὸ ἴδιο πράγμα ποὺ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα στὸν Παράδεισο: πίστη καὶ ὑπακοή. Πίστη πὼς κάθε ἐντολὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε, εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία μας· ἀπροϋπόθετη ὑπακοὴ σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐντολές Του. Μᾶς ἔδωσε ὅλες τὶς ἐντολές, μαζὶ κι αὐτὴν γιὰ ν’ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας, γιὰ νά ᾽χουμε πίστη στὰ λόγια Του καὶ ὑπακοή. Ἂν κάποια ἀπὸ τὶς ἐντολές Του δὲν ἦταν καλὴ καὶ δὲν ὑπηρετοῦσε τὴ σωτηρία μας, δὲν θὰ μᾶς τὴν ἔδινε. Ἐκεῖνος ἤξερε πολὺ καλύτερα ἂν ἡ ἐντολὴ αὐτὴ ἦταν φυσικὴ ἢ ἀφύσικη, δυνατὴ ἢ ἀδύνατη. Τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα γιὰ μᾶς εἶναι πὼς ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ αὐτὴ κι ἐμεῖς, ἂν θέλουμε τὸ καλό μας, πρέπει νὰ τὴν τηρήσουμε. Ὅπως ὁ ἄρρωστος παίρνει τὸ φάρμακο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ γιατροῦ μὲ πίστη καὶ κάνει ὑπακοή, εἴτε τὸ φάρμακο εἶναι γλυκὸ εἴτε πικρό, τσι κι μες, δύναμοι π τν μαρτία κα μ σκοτισμένο νο, πρέπει ν τηρομε μ πίστη κι πακο λες τς ντολς πο μς δωσε καλς ατρς τν ψυχν μας κα Κύριος τῆς ζως μας, ησος Χριστός, Υἱὸς το Θεο το ζντος.

.               Σ’ Ἐκεῖνον πρέπει δόξα καὶ αἶνος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ»
 (Λουκ. ϛ´ 31-36)
ΙΘ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή
Β´ Λουκᾶ

[Β´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 181 ἑπ.

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/27/ἡ-τελεία-ἀγάπη1/

.                  Εἶπε ὁ Κύριος: «Καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. ϛ´ 31). Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ποὺ μᾶς εἰσάγουν στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας. Ἂν δὲν θέλετε νὰ γίνουν ἐχθροί σας οἱ ἄνθρωποι, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα φροντίστε νὰ μὴ γίνετε ἐσεῖς ἐχθροί τους. Ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς κάθε ἄνθρωπος σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἔχει ἐχθρούς, αὐτὸ σημαίνει πὼς εἶσαι ἐχθρὸς κάποιου. Πῶς τότε ἀπαιτεῖς ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο νὰ γίνει φίλος σου, ἀφοῦ εἶσαι ἐχθρός του; Πρῶτα λοιπὸν ξερίζωσε τὴν ἔχθρα ἀπὸ τὴν καρδιά σου κι ὕστερα νὰ μετρήσεις τοὺς ἐχθρούς σου στὸν κόσμο. Στὸ μέτρο ποὺ θὰ ξεριζώσεις ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὴν πονηρὴ αὐτὴ ρίζα κι ἀποκόψεις ὅλα τὰ κλαδάκια ποὺ πετοῦν ἀπ’ αὐτήν, θὰ βρεῖς καὶ λιγότερους ἐχθροὺς νὰ μετρήσεις. Ἂν μετὰ θελήσεις νὰ γίνουν φίλοι σου οἱ ἄνθρωποι, πρέπει ἐσὺ πρῶτα νὰ πάψεις νὰ εἶσαι ἐχθρός τους καὶ νὰ γίνεις φίλος τους. Ὅσο γίνεσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τόσο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχθρῶν σου θὰ μειώνεται καὶ στὸ τέλος θὰ μηδενιστεῖ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ κύριο θέμα. Τὸ κύριο θέμα εἶναι πὼς σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση θὰ ἔχεις φίλο σου τὸν Θεό. Εἶναι πολὺ πιὸ σπουδαῖο γιὰ τὴ σωτηρία σου νὰ μὴν εἶσαι ἐχθρὸς κανενός, νὰ μὴν ἔχεις καθόλου ἐχθρούς. Ἂν εἶσαι ἐχθρὸς ἄλλων, τόσο ἐσὺ ὅσο κι οἱ ἄλλοι εἶστε ἐμπόδια στὴ σωτηρία σου. Ὅταν εἶσαι φίλος μὲ τοὺς ἄλλους, τότε οἱ ἐχθροί σου, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, βοηθοῦν στὴ σωτηρία σου. Ἂς σκεφτόταν ἀλήθεια κάθε ἄνθρωπος τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ἐχθρεύεται ὁ ἴδιος, κι ὄχι ἐκείνους ποὺ εἶναι ἐχθροί του. Τότε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ ἄστραφτε μέσα σὲ μία μέρα σὰν τὸν ἥλιο.
.               Ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ πὼς πρέπει νὰ κάνουμε στοὺς ἄλλους αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε κι ἐμεῖς ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι τόσο φυσικὴ καὶ τόσο σαφὴς καὶ καλή, ποὺ εἶναι νὰ θαυμάζει καὶ ν’ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ παλιὰ μιὰ καθημερινὴ συνήθεια στοὺς ἀνθρώπους. Κανένας ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ τὸν βλάψουν οἱ ἄλλοι. Ἑπομένως ἂς μὴ βλάψει κι αὐτὸς τοὺς ἄλλους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ τοῦ φέρονται καλά. Ἑπομένως ἂς φέρεται κι αὐτὸς καλὰ στοὺς ἄλλους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ τοῦ συχωροῦν τὶς ἁμαρτίες του. Ἂς συγχωρεῖ κι αὐτὸς τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Κάθε ἄνθρωπος θέλει νὰ συμπάσχουν οἱ ἄλλοι στὶς λύπες του καὶ νὰ χαίρονται στὴ χαρά του. Ἂς συμπάσχει κι αὐτὸς μὲ τὶς λύπες τῶν ἄλλων κι ἂς χαίρεται μὲ τὶς χαρές τους. Κάθε ἄνθρωπος θέλει ν’ ἀκούει καλὰ λόγια ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Θέλει νὰ τὸν τιμοῦν, νὰ τὸν ταΐζουν, ὅταν πεινάει, νὰ τὸν ἐπισκέπτονται, ὅταν εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ τὸν προστατεύουν, ὅταν τὸν κυνηγοῦν. Ἂς κάνει κι αὐτὸς τὰ ἴδια στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ ἰσχύει τόσο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀτομικά, ὅσο καὶ γιὰ ὁμάδες ἀνθρώπων, γειτονικὲς φυλές, ἔθνη καὶ κράτη. Ἂν τὴν ἐντολὴ αὐτὴ τὴν υἱοθετοῦσαν σὰν κανόνα ὅλες οἱ τάξεις, τὰ ἔθνη καὶ τὰ κράτη, θὰ ἔπαυε ἀμέσως κάθε κακία καὶ σύγκρουση ἀνάμεσά τους, θὰ ἐξαλειφόταν κάθε ἔχθρα καὶ πόλεμος. Αὐτὸ εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ κάθε παρόμοια ἀρρώστια, δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο.
.               Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα» (Λουκ. ϛ´ 32-34). Αὐτὸ πάει νὰ πεῖ: Ἂν περιμένετε ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ σᾶς κάνουν καλὸ καὶ τὴν καλοσύνη αὐτὴ νὰ τὴν ἀνταμείψετε καὶ σεῖς μὲ καλό, δὲν κάνετε κάτι ἐπαινετό. Περιμένει ὁ Θεὸς ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴ θερμότητα τοῦ ἡλίου, γιὰ νὰ δώσει ἐντολὴ στὸν ἥλιο νὰ λάμψει; Ἢ μήπως ἐνεργεῖ ἀπὸ εὐσπλαχνία κι ἀγάπη; Τὸ ξαναλέμε, πὼς ἡ εὐσπλαχνία εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετή, ὄχι παθητική. Αὐτὸ τὸ ἔκανε σαφὲς ὁ Θεὸς ἀπὸ τότε ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο. Μέρα μὲ τὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου ὁ Κύριος μοίραζε ἁπλόχερα τὰ πλούσια τὰ δῶρα Του σ’ ὅλα τὰ πλάσματά Του. Ἂν περίμενε πρῶτα ἀπὸ τὰ πλάσματά Του νὰ τοῦ ἀνταποδώσουν κάτι, οὔτε ὁ κόσμος οὔτε ἕνα μοναδικὸ πλάσμα δὲν θὰ ὑπῆρχε σ’ αὐτόν. ν γαπμε μόνο ατος πο μς γαπνε, εμαστε μποροι κα κάνουμε νταλλαγές. Ἂν κάνουμε τὸ καλὸ μόνο στοὺς εὐεργέτες μας, εἴμαστε ὀφειλέτες καὶ ἐπιστρέφουμε τὸ χρέος μας. Ἡ εὐσπλαχνία δὲν εἶναι κάποια ἀρετὴ ποὺ ἁπλὰ ἀποπληρώνει τὶς ὀφειλές της, ἀλλὰ ποὺ πάντα δανείζει. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀρετὴ ποὺ δανείζει συνέχεια, χωρὶς νὰ ἐλπίζει σὲ ἐπιστροφὴ τῆς ὀφειλῆς. Ἂν δανείζουμε ἐκείνους ποὺ ἐλπίζουμε πὼς θὰ μᾶς τὰ ἐπιστρέψουν, ποία ἡμῖν χάρις ἐστι; Τί καλὸ κάνουμε; Μεταφέρουμε τὰ χρήματά μας ἀπὸ μία κάσα σὲ μίαν ἄλλη, ἀφοῦ αὐτὸ ποὺ δανείζουμε τὸ θεωροῦμε δικό μας, ὅπως κι ὅταν ἦταν στὰ δικά μας χέρια.
.               Θὰ ἦταν παραφροσύνη νὰ σκεφτοῦμε πὼς μὲ τὰ παραπάνω λόγια ὁ Θεὸς μᾶς διδάσκει νὰ μὴν ἀγαπᾶμε ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε, νὰ μὴν κάνουμε τὸ καλὸ σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς εὐεργετοῦν. Θεὸς φυλάξοι! Αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ, εἶναι πὼς αὐτὴ εἶναι μία κατώτερη ἀρετή, ποὺ μποροῦν νὰ τὴν ἀσκήσουν ἀκόμα κι οἱ ἁμαρτωλοί. Εἶναι τὸ ἐλάχιστο μέτρο τοῦ καλοῦ, ποὺ φτωχαίνει τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ περιορίζει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κάνει στενόμυαλους. Ὁ Θεὸς θέλει ν’ ἀναβιβάσει τὸν ἄνθρωπο στὰ ἀνώτερα ὕψη τῶν ἀρετῶν, ἀπ’ ὅπου θεωρεῖ κανεὶς ὅλα τ’ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ, ὅλους τοὺς κόσμους Του, ἐκεῖ ποὺ ἡ τρομοκρατημένη καὶ περιορισμένη καρδιὰ τοῦ δούλου γίνεται ἀπεριόριστη κι ἐλεύθερη καρδιὰ τοῦ υἱοῦ καὶ κληρονόμου. Ἡ ἀγάπη πρὸς αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε εἶναι μόνο τὸ πρῶτο μάθημα στὸ ἀπέραντο βασίλειο τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀνταπόδοση τοῦ καλοῦ σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶνε, εἶναι μόνο τὸ στοιχειῶδες σχολεῖο, μπροστὰ στὴ μακρὰ σειρὰ σπουδῶν στὰ καλὰ ἔργα. Ὁ δανεισμὸς σ’ ἐκείνους ποὺ θὰ ξεπληρώσουν τὸ χρέος τους δὲν εἶναι οὔτε καλὸ οὔτε κακό. Εἶναι μόνο τὸ πρῶτο δειλὸ βῆμα πρὸς τὸ μέγιστο καλό, ποὺ δίνει χωρὶς νὰ περιμένει ἐπιστροφή.
.               Ποιοί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐδῶ ἀποκαλεῖ ἁμαρτωλοὺς ὁ Θεός; Πρῶτα εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες, στοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ἡ πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴ ἀποστράφηκαν τὴν πρωταρχικὴ ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη Του. Ἐπειδὴ στὴ θέση τοῦ Θεοῦ ἔχουν προσλάβει ὡς νομοθέτη αὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ τοὺς διδάσκει πὼς πρέπει ν’ ἀνταποδίδουν ἀγάπη μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαπᾶνε, νὰ εὐεργετοῦν μόνο ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους δέχονται τὸ καλό. Τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μέσῳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τώρα μάλιστα μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἐνάργεια καὶ λαμπρότητα ἀπ’ ὅ,τι στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ἀρχικὰ ἀποκαλύφθηκε μέσῳ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Ἀπ’ αὐτούς, ἂν κι ὄχι μόνο γι’ αὐτούς, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς.
.               Ὅπως ὁ Θεὸς προετοίμασε τοὺς Ἰουδαίους χιλιάδες χρόνια γιὰ νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πλήρη ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου, μὲ τὸν Νόμο καὶ τοὺς προφῆτες Του, ἔτσι κι ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ ἐδῶ τὴ λέξη «ἁμαρτωλοὶ» γιὰ ἄλλους λαούς, ποὺ ἔχουν βυθιστεῖ στὴν εἰδωλολατρία. Μὲ τὴν λέξη «ἁμαρτωλοὶ» ὅμως καὶ μάλιστα μεγαλύτεροι ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἐννοεῖ κι ὅλους ἐκείνους στοὺς ὁποίους ἀποκαλύφθηκε τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀγάπης ἀλλὰ δὲν ἔμειναν πιστοὶ σ’ αὐτό, παρὰ ξαναγύρισαν στὸ κατώτερο ἐπίπεδο τοῦ ἀγαθοῦ, «ὥσπερ κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα» (Β´ Πέτρ. β´ 22). Κι ὑπάρχουν πολλοὶ τέτοιοι ἀνάμεσά μας, χριστιανοὶ κατ’ ὄνομα, ποὺ μὲ τὰ ἔργα τους φανερώνονται οἱ πιὸ πρωτόγονοι εἰδωλολάτρες.
.               Τί ὄφελος ἔχουμε ἂν ἀγαπᾶμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν καὶ κάνουμε τὸ καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ μᾶς εὐεργετοῦν; Δὲν ἐπιστρέφουμε στὴ θέση του αὐτὸ ποὺ λάβαμε; Τὴν ἀνταπόδοσή μας τὴν λάβαμε. Ἔπαινος ἀξίζει στὰ ἔργα πού, σὲ μικρὴ κλίμακα, μοιάζουν στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
.               «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς, γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶ» (Λουκ. ϛ´ 35-36). Αὐτὰ εἶναι τὰ ὕψη στὰ ὁποῖα θέλει ὁ Θεὸς νὰ ἐξυψώσει τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἦταν μία διδαχὴ ἀνήκουστη πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ οὔτε κι ὁ μεγαλύτερος σοφὸς στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου δὲν εἶχε ὀνειρευτεῖ ὣς τότε. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀλλοιώνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν μετατρέπει σὲ ποταμὸ δακρύων.
.               Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν. Δὲν λέει «μὴν ἀνταποδίδετε κακὸ στὸ κακό». Αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖο πράγμα. Αὐτὸ εἶναι ἁπλὰ ἀνοχή. Οὔτε καὶ λέει «ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν». Αὐτὴ εἶναι μόνο παθητικὴ ἀγάπη. Ὁ Χριστὸς λέει ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν. Ὄχι ἁπλὰ νὰ τοὺς ἀνέχεστε, ὄχι νὰ εἶστε παθητικοί, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε. Τὸ ξαναλέμε καὶ πάλι, πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετή.
.               Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δὲν εἶναι ἀφύσικη; Ἡ ἀντίρρηση αὐτὴ προβάλλεται πολὺ ἔντονα ἀπὸ τοὺς μὴ χριστιανούς. Δὲν βλέπουμε πὼς πουθενὰ στὴ φύση δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἀγάπης γιὰ τοὺς ἐχθρούς, παρὰ μόνο ἀγάπης γιὰ τοὺς φίλους; Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν αἰτία ἀμφισβήτησης. Τί ἔχουμε ν’ ἀπαντήσουμε σ’ αὐτό; Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ πίστη μας ἀναγνωρίζει δύο φύσεις: μία ἄφθαρτη, φωτεινὴ καὶ ἄτρεπτη στὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν κι αὐτὴν ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν παράδεισο· κι ἄλλη μία διεστραμμένη, σκοτεινὴ κι ἐπιρρεπῆ στὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, σὰν κι αὐτὴν ποὺ ἀντιμετωπίζουμε διαρκῶς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
.               Στὸν κύκλο τῆς πρώτης φύσης, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι ἀπόλυτα φυσική. Στὴ φύση αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι σὰν τὸν ἀέρα ποὺ ἀνασαίνουν ὅλα τὰ πλάσματα καὶ ζοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ φύση ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀπ’ αὐτὴν ἡ θεϊκὴ ἀγάπη λάμπει στὴ φύση μας ὅπως οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου μέσα ἀπὸ τὰ σύννεφα. Ὁτιδήποτε στὴ γῆ ἔχει ἀληθινὴ ἀγάπη, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη αὐτή.

Στὸν κύκλο τῆς δεύτερης, τῆς ἐπίγειας φύσης, ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι σπάνια καὶ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀφύσικη. Δὲν εἶναι πραγματικὰ ἀφύσικη. Σὲ σχέση μὲ τὴν ἐπίγεια φύση μας εἶναι στὴν οὐσία ὑπερφυσικὴ ἤ, καλύτερα, προ-φυσική, καθὼς ἡ ἀγάπη φτάνει στὴν ἁμαρτωλὴ φύση μας ἀπὸ τὴν πρωταρχική, ἀναμάρτητη κι ἀθάνατη φύση ποὺ προϋπῆρχε τῆς δικῆς μας.
.               Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς εἶναι τόσο σπάνια, ὥστε θὰ μποροῦσε νὰ κληθεῖ ἀφύσικη, λένε ἄλλοι ἀντιρρησίες. Ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι, τότε καὶ τὸ μαργαριτάρι εἶναι ἀφύσικο, ὅπως καὶ τὸ διαμάντι κι ὁ χρυσός. Αὐτὰ εἶναι ὅλα σπάνια ἀντικείμενα. Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ τὰ ὀνομάσει ἀφύσικα; πως πάρχουν φυτ πο εδοκιμον μόνο σ μία περιοχή, τσι γίνεται κα μ τ σπάνιο ατ φυτό, τ σπάνια ατ γάπη. Φυτρώνει κι ναπτύσσεται μόνο στν κκλησία το Χριστο. Γιὰ νὰ πειστεῖ κάποιος ἀπὸ τὰ πολυάριθμα παραδείγματα τοῦ φυτοῦ αὐτοῦ καὶ τοῦ κάλλους του, πρέπει νὰ διαβάσει τοὺς βίους τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ὁμολογητῶν τῆς χριστιανικῆς πίστης, τῶν μαρτύρων τῆς μεγάλης ἀλήθειας κι ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
.               Μία τρίτη ὁμάδα ἀντιρρησιῶν ἰσχυρίζεται πὼς ἂν δὲν εἶναι ἀδύνατη, ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι τουλάχιστο ἐξαιρετικὰ δύσκολη. Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν εἶναι εὔκολη, κυρίως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ διδάσκεται τὴν ἀγάπη μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐνισχύεται καὶ τροφοδοτεῖται ἡ ἀγάπη αὐτή. Πῶς ὅμως δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε αὐτοὺς ποὺ ἀγαπάει ὁ Θεός; Ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ περισσότερο ἐμᾶς ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ μάλιστα ὅταν εἴμαστε ἐχθροὶ ἄλλων. Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας στὸν κόσμο ποὺ νὰ τὸν ἀποκαλεῖ ἐχθρό του; Ἂν ὁ ἥλιος τοῦ Θεοῦ ζέσταινε κι ἡ βροχὴ ἔπεφτε μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ κανένας δὲν τοὺς λογαρίαζε ἐχθρούς του, δύσκολα θά ᾽φτανε κάποια ἀκτίνα στὴ γῆ ἢ θά ᾽πεφτε κάποια σταγόνα βροχῆς στὸ χῶμα. Ὁ ἄνθρωπος φορτώνεται ἀπὸ μόνος του μεγάλο φορτίο ἔχθρας. Ἡ ἁμαρτία δημιουργεῖ φόβο στὸν ἄνθρωπο. Κι ὁ φόβος αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του τὸν κάνει νὰ ὑποπτεύεται ἐχθροὺς σ’ ὅλα τὰ πλάσματα γύρω του. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι ἀναμάρτητος κι ἄφοβος κι ἑπομένως δὲν ὑποπτεύεται κανέναν, ἀλλὰ τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους. Μᾶς ἀγαπᾶ τόσο πολὺ ὥστε, ὅταν μᾶς κυκλώνουν ἐχθροὶ χωρὶς νὰ φταῖμε σὲ τίποτα, πρέπει νὰ πιστεύουμε πὼς αὐτὸ γίνεται ἐν γνώσει Του καὶ γιὰ τὸ καλό μας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/29/ἡ-τελεία-ἀγάπη3/

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ 

«Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ»
 (Λουκ. ϛ´ 31-36)
ΙΘ´ Κυρ. Μετὰ τὴν Πεντηκοστή
Β´ Λουκᾶ

[Α´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ὁμιλίες Ε´-
Κυριακοδρόμιο Β´»
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 181 ἑπ. 

.                  Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν παντοτινὴ ἐπίγνωση τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτούς, θὰ εἶναι φιλάνθρωποι κι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον. Δὲν ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο ποὺ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ἄσπλαχνους πρὸς τοὺς ἄλλους, ὅσο ἡ πεποίθηση πὼς κανένας δὲν θέλει νὰ δώσει καὶ στοὺς ἴδιους. Κανένας; Καὶ ποῦ εἶναι ὁ Θεὸς τότε; Δὲν μᾶς ἀποζημιώνει κάθε μέρα καὶ κάθε νύχτα ὁ Θεὸς μὲ τὴν εὐσπλαχνία Του, σὲ ἀντίθεση μ’ ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε ἄσπλαχνοι; Δὲν εἶναι πιὸ σπουδαῖο γιὰ μᾶς νὰ μᾶς εὐεργετήσει ὁ Βασιλιὰς στὴν αὐλή Του μὲ τὴν εὐσπλαχνία Του, ἀντὶ νὰ μᾶς εὐεργετοῦν οἱ δοῦλοι Του; Τί μᾶς ὠφελεῖ ἂν μᾶς εὐεργετοῦν ὅλοι οἱ δοῦλοι Του, ἀλλὰ ὁ Βασιλιὰς εἶναι συγκρατημένος ἀπέναντί μας;
.                  Οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἀνελεήμονες, ὅταν περιμένουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἐλεήσουν, ἐνῶ οἱ ἄλλοι περιμένουν τὸ ἴδιο ἀπ’ αὐτούς. Σ’ αὐτὴν τὴν ἀμοιβαία ἀναμονή, στὸ νὰ περιμένει δηλαδὴ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον νὰ τὸν ἐλεήσει, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, σὰν ἕνας γενικὸς κανόνας, γίνονται ἄσπλαχνοι κι ἀνελεήμονες. Ἡ ἐλεημοσύνη ὅμως δὲν εἶναι παθητικὴ ἀρετή, ἀλλὰ ἐνεργητική. Πῶς θὰ γνώριζαν οἱ ἄνθρωποι τὴ φιλανθρωπία, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὴν εἶχε πρῶτος ἀσκήσει σ’ αὐτούς; Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ τὴ φιλανθρωπία τῶν ἀνθρώπων. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν εἶχε πρῶτος δείξει τὴ φιλανθρωπία Του, ὁ κόσμος δὲν θὰ ἤξερε τί ἦταν
.                  Ἐκεῖνος ποὺ κατανοεῖ πὼς ἡ φιλανθρωπία εἶναι ἐνεργητικὴ ἀρετὴ κι ὄχι παθητική, κι ἀρχίσει νὰ τὴν ἐφαρμόζει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, σύντομα θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ οὐρανὸς κι ἡ γῆ ἀποκαλύπτονται μπροστά του μὲ νέα χρώματα. Σύντομα θὰ κατανοήσει τόσο τοῦ Θεοῦ τὴ φιλανθρωπία ὅσο καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι ὅπως ἡ θραύση πέτρας μὲ πέτρα, ποὺ πάντα παράγει σπινθήρα. Αὐτὸς ποὺ παράγει τὸ σπινθήρα αὐτὸν κι ὁ ἄλλος ποὺ τὸν δέχεται, νιώθουν κι οἱ δύο τους τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη νιώθουν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ νὰ θωπεύει τὶς καρδιές τους. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» (Ματθ. ε´ 7).
.                  Ἡ εὐσπλαχνία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ συμπόνια, ποὺ οἱ ἰνδουιστὲς θεωροῦν ὡς τὴ μεγαλύτερη ἀρετή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ νιώσει συμπόνια γιὰ ἕναν ἐπαίτη, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν προσπεράσει. φιλάνθρωπος μως θ νιώσει συμπάθεια γι τν παίτη κα θ τν βοηθήσει. Τὸ νὰ δείξεις φιλανθρωπία στὸν ἐπαίτη δὲν εἶναι οὔτε τὸ πιὸ δύσκολο οὔτε τὸ ἀνώτερο πράγμα στὸ Νόμο τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλο πράγμα εἶναι νὰ δείξεις ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς σου. Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ συχώρεση τῶν προσβολῶν. Ἡ συχώρεση τῶν προσβολῶν εἶναι τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ δρόμου πρὸς τὸν Θεό. Ἡ τέλεση ἔργων ἀγάπης εἶναι τὸ δεύτερο μισό.
.                  Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὸ ποῦμε, πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν κοσμικὴ δικαιοσύνη; Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀγάπη, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἦταν θύματα τῆς κοσμικῆς νομικῆς δικαιοσύνης. Χωρὶς ἀγάπη ὁ νόμος δὲν μπορεῖ νὰ περιφρουρήσει αὐτὸ ποὺ ἤδη ὑπάρχει. Ἡ ἀγάπη ὅμως δημιουργεῖ καινούργια καὶ μεγάλα ἔργα στὸν κόσμο. λόκληρο τν κόσμο τν δημιούργησε γάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι καλλίτερο στοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀσκοῦνται ἀπὸ τὴ παιδική τους ἡλικία στὴ γνώση τῆς γλυκύτητας ποὺ προσφέρει ἡ ἀγάπη κι ἡ φιλανθρωπία, παρὰ νὰ μάθουν τὴ σκληρότητα τοῦ νόμου. Τὸ νόμο τὸν μαθαίνει κανεὶς ὁποτεδήποτε. Ὅταν ὅμως ἡ καρδιὰ σκληρυνθεῖ, εἶναι δύσκολο νὰ ξαναγυρίσει καὶ νὰ γίνει σπλαχνική. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐλεήμονες δὲν θ’ ἁμαρτήσουν ἐνάντια στὸ νόμο. Ὅταν ὅμως τηροῦν τὸ νόμο ἀλλὰ τοὺς λείπει ἡ φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν νὰ χάσουν τὸ στεφάνι τῆς δόξας ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς φιλανθρώπους.

 * * *

.                  Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μιλάει γιὰ τὴν ὕψιστη μορφὴ ἀγάπης: τὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθρούς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ  –ὄχι συμβουλὴ ἀλλὰ ἐντολή– ν’ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἡ ἐντολή Του αὐτὴ δὲν εἶναι περιστασιακὴ καὶ σποραδική, ὅπως εἶχε γίνει πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του σὲ κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας τοποθετεῖται στὴν ὕψιστη θέση στὸ εὐαγγέλιο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/09/28/ἡ-τελεία-ἀγάπη2/

, ,

Σχολιάστε

«ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΛΟΓῼ ΤΗΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΣΙΑΣ ΜΑΣ» (γέρ. Ἰωσὴφ)

Γέροντας Ἰωσὴφ Βατοπαιδινός:
Ἔρχονται μεγάλοι πειρασμοὶ λόγῳ τῆς ἀμετανοησίας μας!
(Αὔγουστος 2007)

.          « Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με.» «Ὁ μὴ ἀγαπῶν με οὐ τηρεῖ τοὺς λόγους μου». Βλέπετε λοιπόν, ὄχι ὅταν λέμε ὅτι εἶμαι Χριστιανὸς, δὲν εἶμαι μουσουλμάνος, δὲν φτάνει τοῦτο ὅτι εἴπαμε πρέπει οἱ χριστιανοὶ νὰ ζοῦμε πρακτικά, ὄχι ὀνομαστικά, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μὲ Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται, ἀλλὰ ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς».
.          Τί εἶναι οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, μήπως θέλει ὁ Θεὸς νὰ τοῦ δώσουμε κάτι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ βροῦμε νὰ τοῦ τὸ δώσουμε. Ὅλες οἱ ἐντολὲς μαζὶ ἔχουν ἕνα νόημα: μᾶς πείθουν νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν παλιανθρωπιά. Ἅμα δὲν εἴμεθα παλιάνθρωποι καὶ εἴμεθα Χριστιανοὶ νὰ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις.
.          Νὰ ἐκκλησιάζεσθε. Νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ κοινωνᾶτε τὰ Θεία Μυστήρια, ὅταν σᾶς ἐπιτρέπουν οἱ κανόνες οἱ πνευματικοί. Νὰ ἔχετε μεταξύ σας ἀγάπη, νὰ μὴν μνησικακεῖτε καὶ κατηγοράει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. «Ἄφετε καὶ ἀφεθήσεται ἡμῖν». Ἔτσι εἶναι. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν». «Καλῶς ποιήσετε τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς». «Εὔχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων». Καὶ εἰδικὰ στὴν οἰκογένεια ἡ ἀγάπη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ οἰκογένεια νὰ σταθεῖ σὰν οἰκογένεια.
.          Ἡ γυναίκα βλέπεις ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν κατασκευή της εἶναι κομμένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ ἔτσι πάντοτε ἔχει διάθεση ἀγάπης, θέλει πάντοτε ἀγάπη. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη πάντοτε στὸν γάμο τὴν ζητᾶ ἀπὸ τὸν σύζυγο. Πολλὲς φορὲς ἐμεῖς λέμε εἰς τοὺς ἰδανικοὺς συζύγους, ἔ, ἀφοῦ θέλει ἡ σύζυγός σου νὰ τὴν ἀγαπᾶς καὶ ἀφοῦ τὴν ἀγαπᾶς, λοιπὸν νὰ ξεχάσεις τὸ βαπτιστικό της ὄνομα καὶ νὰ τὴν ὀνομάζεις ἀγάπη μου, ἀγάπη μου καὶ ὅταν ἀκούει αὐτὴ ἔτσι, πετάει, πετάει ἀπὸ τὴν χαρά της. Διότι ἡ ἀγάπη στὴν μητέρα δὲν εἶναι τίτλος ὀνοματολογίας. Εἶναι γιατί εἶναι μητέρα, μητέρα χωρὶς ἀγάπη γίνεται; Ἄρα ἔχει ἀγάπη, εἶναι ἡ ἴδια εἶναι ἀγάπη.

.          Νὰ προσέχετε πολὺ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις, γέμισε ὁ τόπος ἀπὸ αἱρέσεις, ἀπὸ πλάνες, ἀπὸ μαγεῖες. Ἡ μαγεία ὀργιάζει. Νὰ προσέχετε πολύ. Τί κάνουμε γιὰ αὐτό, γιὰ τὶς αἱρέσεις, τὴν μαγεία; Τὶς αἱρέσεις ἐμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσουμε, ἐμεῖς θὰ ποῦμε ὄχι κύριοι, κάτω τὰ χέρια, ἐμεῖς, ἐγὼ εἶμαι Ἕλληνας ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν δέχομαι διδαχές, δὲν δέχομαι κατηχήσεις, δὲν ἀλλάζω τὰ ἰδανικά μου. Εἶμαι Ἕλληνας ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἔξω ἀπὸ ἐδῶ ὅλοι. Μὲ τὴν μαγεία; Ἔ, θὰ πᾶτε στὸν πνευματικό, ἔχει εἰδικὲς εὐχὲς καὶ τὰ ξέρουν οἱ κληρικοί, ἐξορκισμοί. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι, ρχονται πειρασμο μεγάλοι, ντς λίγου θρθουν πολ μεγάλοι πειρασμοί, ξοντωτικο πειρασμοί, ν μν τρομάξετε, ν κραττε καλ τν πίστη σας κα ν προσεύχεσθε. Αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται. Κρούετε καὶ ἀνοιγήσετε ἡμῖν. Κοίταξε, μᾶς προκαλεῖ ἡ πατρική Του στοργή. Δὲν μᾶς βαρέθηκε, μᾶς λέει ζητᾶτε με, φωνάξτε μέ, ἐγὼ δίπλα εἶμαι.

 .          – Τί πειρασμοὶ ἔρχονται, ποὺ εἴπατε πειρασμοὶ ἔρχονται;

.           – Ναί, ἔρχονται πειρασμοί, μὰ δὲν βλέπετε τί λέει, οἱ ἀμερικάνοι, οἱ ἑβραῖοι, τὸ ἑβραϊκὸ πνεῦμα ὅτι ὅποιος δὲν εἶναι ὁμοφυλόφιλος καὶ διεστραμμένος, αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ζωῆς καὶ τώρα ἔβαλαν κανόνες, θὰ φυλακίζονται καὶ θὰ τιμωροῦνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ διοίκηση τῆς συγχρόνου κοινωνίας.

 –Τὰ ἔσχατα γέροντα εἶναι κοντά;

–Ναί, ναί, κοντὰ εἶναι. Κοντὰ εἶναι, ἐπλήθυνε πολὺ ἡ ἁμαρτία καὶ δὲν ἀνέχεται ὁ Θεός. Καταστράφηκε ἡ οἰκογένεια, δὲν βλέπετε; Δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια. Ὅταν ἡ τηλεκόλασις ὁμιλεῖ ἐλεύθερα: «Εἶναι τρέλα ἕνας ἄντρας νὰ ἔχει τὴν ἴδια γυναίκα». Ἀκοῦτε; Αὐτὰ εἶναι τὰ προϊόντα τῆς τηλεκόλασης, εἶναι προϊόντα τῶν μασόνων αὐτά, τῶν ἑβραίων. Ν εστε τοιμοι γιατί ρχονται πειρασμο μεγάλοι, ν μν τρομάξετε. Δὲν βλέπετε τώρα τί διατάζουν οἱ ἀμερικάνοι καὶ οἱ πέριξ. Διαδίδουν…., ἐπιβάλλουν τώρα τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ ὅποιος δὲν πειθαρχήσει φυλακίζεται καὶ τιμωρεῖται. Βλέπετε ποὺ ζοῦμε. Ἔ πῶς θὰ παρατείνει ὁ Θεός…. Αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ ἔχουν κάνει τὰ κτήνη εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Δὲν ἀκούστηκε κτήνη νὰ συνέρχονται ἀρσενικὰ μὲ ἀρσενικά, οὐδέποτε δὲν συνέβη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ θηλυκά, ὅταν εἶναι μόνο εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐγκυμοσύνης συνέρχονται, ὄχι ὅποτε θέλουν.
.              Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος κοίταξε ποῦ ἔφτασε. Σήμερα τὰ διαζύγια εἶναι καθημερινὸ καθῆκον. Προσέχετε ἀδελφοί μου νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, γιατί ὁ θάνατος εἶναι δίπλα. Σὲ λίγο θὰ φύγομεν. Ποῦ θὰ πᾶμε; Θὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ δικαστήριον, νὰ ἀπολογηθοῦμεν, ποῦ βάλαμε τὴν ζωή μας. Γιατί ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς προσωπικὰ καὶ μᾶς ἔδειξε καὶ πρακτικὰ καὶ διδακτικὰ τὸν τρόπον τῆς ἐπιστροφῆς. Αὐτὸ τὸ μιμήθηκαν τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων καὶ πέτυχαν τὸν ἁγιασμό. Νά, ποιά πρόφαση θ βρομε μες, τι θ μς δείξουν οἱ γιοι, φο κα ατοὶ πὸ δῶ ταν π τν γῆ ταν;
.            Ὅποιος ζεῖ τὴν Χριστιανικὴ ζωὴ ἔχει νὰ κερδίσει, ὄχι ὅποιος τὴν ἔχει ἀκούσει! Νὰ κρατήσετε μεταξύ σας ἀγάπη. Νὰ προσέχετε, νὰ μὴν κατηγορᾶτε. Νὰ μὴν κατακρίνετε. Καὶ ἐν ᾧ μετρεῖται, ἀντιμετρηθήσηται ἡμῖν. τι μες συγχωρᾶμεν ατος πο μς πειράζουν, ναγκάζομεν τν Θε ν συγχωρέσει κα Ατς μς. Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν. Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς. Εὔχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ἡμᾶς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπόλυτον καθῆκον. Νὰ κρατήσουμεν τὴν θέσιν τῶν προγόνων μας. Ξεχάσατε ὅτι οἱ πρόγονοί μας τί καλὴν ὁμαλὴν χριστιανικὴν ἀγαπημένην ζωὴν εἶχαν. Καὶ ὅταν ἦσαν καταπιεσμένοι ἀπὸ τὶς διάφορες δουλεῖες. Εἴχαμεν τὴν ἰσλαμικὴν κατάραν, πάνω στοὺς ὤμους μας ἐπὶ πόσους χρόνους καὶ δὲν πρόδωσαν οἱ πρόγονοί μας. Προτίμησαν, τὸν θάνατο, ἀλλὰ δὲν ἀρνήθηκαν. Ὄχι ἄνδρες καὶ μικρὰ παιδιὰ καὶ κοροῦλες μικρές. Μία εὐλαβεστάτη, κυρία Ἰουλίτα τὴν λέγανε, ἦταν πολὺ εὐσεβὴς καὶ ἐπειδὴ προσπάθησαν νὰ τὴν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστόν, δὲν δέχθηκεν καὶ τὴν κατηγόρησαν νὰ τὴν κάψουν ζωντανήν. Αὐτὴ εἶχε ἕνα μικρὸ μωρὸ στὴν ἀγκαλιά της, παιδάκι της δικό της ἦταν. Ὅταν τὴν βάλαν στὴ φωτιὰ αὐτήν, τὸ παιδάκι τὸ πῆραν, γιατί ἦταν ὄμορφο καὶ ἤθελαν νὰ τὸ κρατήσουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οἱ τύραννοι. Τὸ παιδάκι ὅταν εἶδε ὅτι τὸ κρατοῦσαν καλὰ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει, ἔσκυψε καὶ τοὺς δάγκασε καὶ πόνεσαν. Τὸ πέταξαν καὶ ἔτρεξε καὶ πῆγε καὶ μπῆκε μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του μὲς τὴν φωτιά. Βλέπετε τὴν θέση τῶν Χριστιανῶν, τῶν πρακτικῶν Χριστιανῶν. Ὁ Κήρυκος. Ὁ Κήρυκος καὶ ἡ Ἰουλίττα. Τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του ἄρχοντας, ὁ διοικητὴς τῆς περιφέρειας, τὸ μωρό, κατάλαβες, νὰ τὸ υἱοθετήσει καὶ ἐκεῖνο λέει ἐγὼ θὰ πάω ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ὅρμησε καὶ ἔπεσε μέσα στὴν ἀγκαλιά της καὶ καήκανε μαζί. Δόξα σοι ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

.         Νὰ προσέξουμε γιὰ τὸ μέλλον μας ἀδερφοί μου. Γιατί ἐδῶ σὲ λίγο θὰ φύγωμεν. Δὲν εἴμεθα ἀπὸ ἐδῶ. Τὸ μέλλον εἶναι αἰώνιον καὶ ἀτελεύτητον. Ὅσοι ζήσουν κατὰ Θεόν, θὰ πᾶν μὲ τὸν Θεὸν αἰωνίως εἰς τὴν δόξαν Του. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ζῆσαν ἀντίθετα καὶ ζῆσαν παράλογα καὶ ἁμαρτωλά, αὐτοὶ θὰ πᾶν μὲ τὸν διάβολον εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν καὶ τὸ μέλλον εἶναι ἀτέλειωτο.
.           Οὔτε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ τοὺς σεσωσμένους ἔχει τέλος, ἀλλὰ οὔτε ἡ κόλασις. Λοιπὸν πρέπει νὰ προσέξωμεν γιὰ μία βλακείαν νὰ μὴ χάσωμεν τὸν παράδεισον καὶ τὸν Θεὸν καὶ πᾶμε μὲ τὸν διάολον στὴν αἰώνια κόλαση. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς.
.              Λοιπὸν εὐχώμεθα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μαζί σας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: imverias.blogspot.gr

Διορθώσεις ἀπομαγνητοφωνημένου κειμένου:
«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΘΕΩΡΕΙΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ»: Εἶναι μία ἀπρόσιτη πραγματικότητα ποὺ τὴν γεύονται ὅσοι εἶναι ὅλο φωτιά. (Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης)

Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν
Ἀρχιμ.  Εὐσεβίου Βίττη (✝)

.            Ἡ δυνατότητα τοῦ ὁρᾶν, τοῦ βλέπειν, ἡ θέαση τῶν ἀντικειμένων γύρω μας καὶ πρὸ πάντων τῶν συνανθρώπων μας, ἀποτελεῖ μία ἀπ’ τὶς πιὸ μεγάλες καὶ ὄμορφες δυνατότητες ἐπικοινωνίας. Ὅταν τὸ βλέμμα συναντᾶ τὸ βλέμμα, βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ προϋπάρχουν καὶ οἱ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ δίνουν στὸ βλέμμα τὸ ἰδιαίτερο βάθος καὶ τὴν δυνατότητα διεισδύσεως. Τὸ ἕνα βλέμμα βυθίζεται μέσα στὸ ἄλλο μὲ τρόπο ἀνεξήγητο, μυστικό. Ὁ καθένας γίνεται ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο θεωρίας ταυτόχρονα, θεωρὸς καὶ θεωρούμενος. Τὸ βλέμμα προχωρεῖ βαθειὰ μέσα ἀπ’ τὴν ζωντανὴ θυρίδα τῶν ματιῶν. Ὅλη ἡ ψυχὴ γίνεται ματιὰ καὶ εἰσδύει στὴν ἄλλη ματιὰ ὅλη δι’ ὅλης. Ὁσοσδήποτε λόγος κι ἂν γίνει γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ βλέμματος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει σ’ ὅλο της τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τὴν σημασία τῆς ἐνέργειας «τοῦ θεωρεῖν».
.         Ἡ θέαση, «τὸ θεωρεῖν», ἔπαιξε πρωταρχικὴ σημασία στὴν σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀντικείμενο θέας τῶν πρώτων μαθητῶν του. Τὸν εἶδαν, τὸν θεώρησαν. Καὶ μετὰ τὸν γνώρισαν καὶ προχώρησαν στὴν βαθύτερη καὶ μυστικότερη θεωρία του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι πολὺ σαφής; «Ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν…ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν…» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Ἡ θέαση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ σὰν ἀνθρώπου καὶ αἰσθητὰ ψηλαφητοῦ ἦταν ἀναγκαία, γιατί χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ξεφύγει ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ ἀπ’ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ὁρισμένο στὸ ἀόριστο καὶ ἀπροσδιόριστο, ἢ καλύτερα σ’ ἕνα θολὸ καὶ σκοτεινὸ μυστικισμό, ὅπου χάνονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ στὸ πλασματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιμένει: «Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν…» (Α´ Ἰωάν. δ´ 14). Εἶναι ὅμως φανερὸ πὼς ἡ θέαση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἁπλὴ λειτουργία τῆς ὁράσεως. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς» (Ἰωάν. α´ 14). Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε σάρξ, χωρὶς νὰ παύσει ὅμως νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν. Κάθε τί ποὺ γίνεται κάτι ἄλλο ἀποκτώντας τὶς ἰδιότητες ἐκείνου τοῦ ἄλλου, παύει νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Εἶναι κάτι καινούργιο πιά.
.         Ὁ οἶνος ποὺ ἔγινε τὸ νερὸ στὶς ὑδρίες τοῦ θαύματος στὴν Κανὰ δὲν εἶχε πιὰ τίποτε τὸ κοινὸ μ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Μονάχα ὁ Λόγος μποροῦσε νὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Λόγος καὶ «σὰρξ» ξεπερνώντας τῆς φύσεως τοὺς ὅρους. Τὸ φυσιολογικὸ βλέμμα ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ δώσει πληροφορίες ἱκανοποιητικὲς γι’ αὐτόν. Χρειαζόταν καὶ ἄλλου εἴδους βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ καὶ τὸν Λόγο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν «σάρκα». Χρειαζόταν μία εἰδικὴ δυνατότητα θεωρίας καὶ θεάσεως τῆς δόξας του, τῆς μοναδικῆς του δόξας σὰν Υἱοῦ Μονογενοῦς. Ποιά εναι εδικ ατ ματιά, καλύτερα, σ τί πρέπει ν μεταμορφωθε ματιά, γι ν θεωρήσει τν ησον ληθιν κα σωστά; Μς τ λέει διος: «Τοτο στ τ θέλημα το πέμψαντός με, να πς θεωρν τν υἱὸν κα πιστεύων ες ατν η ζων αώνιον» (Ἰωάν. ϛ´ 40). Τ «θεωρεν» δ γίνεται ταυτόσημο μ τ «πιστεύειν». Παύει δηλαδ τ βλέμμα ν ποτελε μία καθαρ νέργεια τς ασθήσεως μόνο. Τ βλέμμα γίνεται πίστη. Τὸ θεωρεῖν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τότε μόνον, ὅταν γίνεται ὄχημα πίστεως. Ἀλλιῶς μένει μία ἁπλὴ φυσιολογικὴ ἐνέργεια χωρὶς βάθος καὶ ἰδιαίτερη σημασία. «Ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε» (Ἰωάν. ϛ´ 36). Εἶναι μία διαπίστωση καὶ ἕνα παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν στὸ πεδίο τῆς φυσιολογίας μόνον. Ἀλλὰ τὸ «θεωρεῖν» αὐτὸ γίνεται ἀφορμὴ καταδίκης. Γιατί ἐνέχει μέσα του τὸ στοιχεῖο τῆς κρίσεως. «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. θ´ 39) καὶ «εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν, νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (αὐτ. στίχ. 41). Ὁ ἄνθρωπος καταδικάζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ μένει στὸ χῶρο τοῦ γήινου καὶ τοῦ ἐγκόσμιου χωρὶς νὰ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεωρὸς τῶν ἐπέκεινα.
.         Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν εἶναι τώρα καὶ σωματικὰ παρὼν στὸν κόσμο. Παύει ἄραγε ἡ δυνατότητα τοῦ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν; Τώρα ἔχουμε ἀντιστροφὴ τοῦ ἄξονα θεωρεῖν-πιστεύειν. Γίνεται πιστεύειν-θεωρεῖν. Μὲ τὴν πίστη καθαρίζει τὸ βλέμμα καὶ προχωρεῖ στὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ, καθαρίζει τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς. Καθαρίζει τὸ «διορατικόν», ὁ νοῦς, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ καὶ ἕνας ἄλλος παράγων ποὺ θὰ τὸν δοῦμε πιὸ κάτω. Τώρα δημιουργοῦνται, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε χωρὶς δυσκολία, ὄροι καὶ προϋποθέσεις καλύτερες «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν», πολὺ καλύτερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἦταν καὶ σωματικὰ στὴν γῆ. «Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις;» (Ἰωάν. γ´ 18). Ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς βασάνιζαν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του καὶ τότε, ἐφ’ ὅσον τὸ βλέμμα τους ἔμενε μόνο στὸν ραββί. Τὸν ἔβλεπαν, τὸν ἄκουγαν, τὸν ψηλαφοῦσαν, καὶ ὅμως ἔβλεπαν χωρὶς νὰ βλέπουν καὶ ἄκουγαν χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν. «Τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τὰ τ’ ὄμματα». Δὲν λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ αἴσθηση, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ματιά. Γιατί; Κι ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπῆρχε καλὴ διάθεση, ὅμως «οὔπω ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι ὁ Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 39). Ἔτσι ἐρχόμαστε στὸν παράγοντα ποὺ παίζει τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ ζήτημά μας.

.         θεωρία το ησο δν εναι ζήτημα ξυπνάδας, ξύνοιας, ξυδέρκειας λλων ψυχικν κα πνευματικν δεξιοτήτων. Δὲν εἶναι προνόμιο μερικῶν ψυχῶν ποὺ ρέπουν στὴν μυστικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ζωή, ποὺ εὔκολα βυθίζονται σὲ ἐνοράσεις καὶ χάνονται σὲ κόσμους ἀνεξέλεγκτους καὶ αὐθαίρετης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Ἰησοῦς χάνεται ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ ὀπτικὸ πεδίο, «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτε με», ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσή του θὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδοῦν οἱ μαθηταί του καὶ τότε καὶ τώρα καθαρότερα: «Πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα μου» (Ἰωάν. ιϛ´ 16). Ὁδηγὸς στὴν θέα αὐτὴν εἶναι ὁ Παράκλητος. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὁδηγὸς «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Ἐκεῖνος θὰ διδάξει καὶ θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος θὰ τὸν δοξάσει (αὐτ., στ. 14). Θὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν φανερώσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία του διὰ τοῦ Παρακλήτου. «Ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτε με…ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ (ὅταν δηλ. θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος) γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Ὁ Παράκλητος μιλάει στὶς καρδιὲς καὶ φυτεύει τὴν πίστη. «Ὅτι καὶ ἑώρακάς με, Θωμᾶ, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ´ 29). Ἀπὸ τώρα δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ αἰσθητὴ ψηλάφηση. Τώρα πιὰ εἶναι κατατεθειμένη ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα θὰ φανερώνει τὸ βαθύτερο καὶ μυστικότερο νόημά της.
.         Τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τ νήκειν στν κκλησίαν, τ εναι μέλος τς κκλησίας, πο ποτελε τ μυστικ σμα το Χριστο, ποτελε τ χέγγυο τς μετοχς στ Πνεμα κα τς χορηγήσεως π ατ τς δωρες «το δεν τν ησον». ξω π τν κκλησία νήκει κανες στν κόσμο κα «ο δύναται λαβεν» (Ἰωάν. ιδ´ 17) τὸ Πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀπομύθευση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀνατομία της ὑπὸ τὸ φῶς τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ μὲ κριτήριο τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες κατανοήσεως δὲν κατέληξε παρὰ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καθόλου παράξενο γιατί μετὰ τόση συζήτηση γίνεται λόγος «περὶ τίνος Ἰησοῦ τεθνηκότος», ὃν φασὶν οἱ πιστοὶ ζῆν (Πρ. κε´ 19). Τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ἀδύναμο καθὼς εἶναι, εἶναι ἀνίκανο νὰ ξεπεράσει τοὺς φυσικοὺς ὅρους, ποὺ τὸ διέπουν καὶ τὸ κρατοῦν δέσμιο τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κατανοήσει καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦ. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ Παράκλητος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ.
.         Ἡ Ἐκκλησία στηριζομένη στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων (Ἐφεσ. β´ 20) ποὺ κατέθεσαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ στὴν χειραγωγία τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν ἐμψυχώνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ἐσωτερικὴ γνώση τοῦ Ἰησοῦ, κινεῖται ἀνάμεσα στὶς δύο παρουσίες τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Καὶ ζεῖ μὲ τὴν μυστικὴ θεωρία του καὶ τὴν ἀναμονή του, ἕως ὅτου τὸν δεῖ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὴν θεωρία αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴν ζεῖ κάθε ἀληθινὰ πιστὸς μὲ ἕνα τρόπο πολὺ προσωπικό, ἀλλὰ πραγματικὸ καὶ ἀληθινό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ σύμπτωση τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ τὴν καταθέτουν στὸ κοινὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.         Μιλᾶμε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτή, ἢ καλύτερα, ἡ πραγματικότητα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ, ὅπως καὶ κάθε συναφὴς πραγματικότητα ποὺ ἀναφέρεται στὴν οὐράνια καὶ ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ λέξεις, ποὺ ἀδυνατοῦν ἀκόμα καὶ τὴν περιγραπτὴ καὶ ἁπλὴ πραγματικότητα νὰ περιγράψουν. Αὐτὲς τὶς πραγματικότητες «οὐκ ἐξὸν λαλῆσαι» στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα (Β´ Κορ. ιβ´ 4). Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τὸν ἔχει ἡ ἄμεση ἐσωτερικὴ βίωση καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ μονάχα νὰ λεχθεῖ εἶναι τοῦτο: Τ θεωρεν τν ησο δν εναι λέξεις χωρς ντίκρυσμα. Εναι μία πρόσιτη πραγματικότητα πο τν γεύονται σοι εναι λο φωτι κα θεο ρωτα. Ὧρες-ὧρες ἐκφράζεται καὶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἐσωτερικὸ κατακλυσμὸ χαρᾶς καὶ ἀνείπωτης εὐτυχίας, μὲ συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ ἄρρητο γλυκασμὸ ποὺ εἶναι μία ἰσχυρὴ πρόγευση τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία ἀνείπωτη παρηγοριὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἰησοῦ πονᾶ, θλίβεται καὶ πάσχει στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαρτυρεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη του. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Κανόνας εἶναι ἡ πίστη. Κανόνας εἶναι ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) θέαση τοῦ Ἰησοῦ. Δν εναι σπάνιες ο περιπτώσεις πο ψυχ στν γώνα της κα τν πάλη της ν σταθε πιστ κα φοσιωμένη στν ποθητό της νυμφίο περνάει ρες σκληρς μφιβολίας κα δέρνεται μέσα στὴν συννεφι κα τν φουρτούνα τς βεβαιότητος. λλ στν κρίσιμη στιγμ φτάνει μία μικρ νακίνηση το πυκνο παραπετάσματος π τν πνο το Πνεύματος γι ν φήσει ν διαφανε πραγματικ πραγματικότης. Ν διαφανε ησος

.       Μερικοὶ συγκεκριμένοι «τρόποι» θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία:

1) Τ Μυστήριο τς θ. Εχαριστίας. Στὸ μυστήριο ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς. Στὸ Μυστήριο συνεχίζεται ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία του μὲ τὸ ἴδιο καὶ πιὸ πολὺ τονισμένο τὸ στοιχεῖο τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀναφέρονται περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων ποὺ «ἐθεώρουν» τὸν Ἰησοῦ κρυμμένο πίσω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Ἐμεῖς οἱ κοινοὶ πιστοὶ δὲν τὸν θεωροῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Τὸν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Πιστεύουμε πὼς εἶναι «οὐσιωδῶς παρὼν» στὴν Θ. Εὐχαριστία. Τὸν ἀγκαλιάζουμε μυστικά. Τὸν δεχόμαστε στὴν καρδιά μας.
.         Ὤ, σπάνιες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφροσύνης! Νοιώθει κανεὶς πὼς τότε βρίσκεται στὴν προβαθμίδα τοῦ «θεωρεῖν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ἣν δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατὴρ» (Ἰωάν. ιζ´ 24). Μέσα στὸ Μυστήριο λοιπὸν μποροῦμε νὰ «ἀφορῶμεν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ´ 2) μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ Πρωτομάρτυρας, ὅταν ἔλεγε: «Θεωρῶ τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πρ. Ζ´ 56).

2) Ο δελφοί. Κάθε δελφς εναι τ ντίτυπο το ησο. Πίσω ἀπὸ τὸν κάθε ἀδελφὸ κρύβεται ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρώιμη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅπως βλέπουμε στὴν συνοπτικὴ παράδοση: (Ματθ. κε´ 31-46). Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ σημαίνει στὴν πρακτικὴ κοινωνικὴ ζωὴ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ στὰ πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἔχει δύο ἐκφράσεις ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό; «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν (Ἰωάν. ε´ 24). Καί: «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Α´ Ἰωάν. γ´ 14). Τόσο ἡ πίστη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι μετάβαση πρὸς τὴν ζωή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη συγκλίνουν στὸ ἴδιο σημεῖο: στὸν Ἰησοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ φτερά.

3) γενικότερη συνεπς φαρμογ τς ντολς το ησο. σύγκρουση μ τν πραγματικότητά μας, τν καθόλου εδυλλιακ μαρτωλ πραγματικότητά μας μ τς σκήμιες της κα τς τρικλοποδις πο μς βάζει στν προσπάθειά μας ν φανομε συνεπες, μς βγάζει π τς αταπάτες κα τς φαντασιοπληξίες, λλ κα μς στερεώνει περισσότερο στν πιθυμία το «δεν τν ησον». Θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἰησοῦ; Ἀγάπησέ τον θερμά, ὅσο γίνεται πιὸ θερμά, πιὸ δυνατά, πιὸ παράφορα. Θέλεις ν δοκιμάσεις γνησιότητα τς γάπης σου πρς τν ησο; Τήρησε τς ντολές του, σο κι ν εναι δύσκολη φαρμογή τους. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν μὲ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτὸν» (Ἰωάν. ιδ´ 21). Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ ὁμαλὸς καὶ ἀσφαλὴς δρόμος, στὸν ὁποῖο πατοῦμε μὲ τὸ ἕνα πόδι, ἡ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦμε, δηλ., ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο πατοῦμε στὴν ἄλλη πραγματικότητα, τὴν μυστική, τῆς ὁποίας εἴμαστε δυνάμει μέτοχοι. Τηρώντας κανες τν ντολ το ησο φεύγει π τν πραγματικότητα το κόσμου κα μπαίνει στν ερ περιοχ τς νοσταλγίας του κα τν μυστικν πόθων του. τήρηση τν ντολν εναι μία προσπάθεια ν ρθε αλαία το κόσμου κα τς μαρτίας πο παρεμβάλλονται νάμεσα σ μς κα στν ησο. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἡ προχώρηση γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ «ἐμφανίση ἑαυτὸν» καὶ «νὰ θεωρῶμεν τὴν δόξαν αὐτοῦ».
.         Εἶναι τόση ἡ εὐτυχία καὶ ἡ μακαριότητα τῆς ψυχῆς ποὺ «εἶδε», ἔστω καὶ ἀμυδρὰ τὸν Ἰησοῦν, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ μένει μόνη στὴν θέα αὐτή, θέλει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ γευτοῦν τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἡ μακαριότητα τῆς συν-θέας, τῆς συν-θεωρήσεως γίνεται αὐτόματα πιὸ μεγάλη, πιὸ βαθειά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦν δὲν παρέμειναν σὲ μία ἀδράνεια, ἀλλὰ σκορπίστηκαν στὸν τετραπέρατο κόσμο καὶ διεκήρυξαν: «ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἠμῶν ἐψηλάφισαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς –καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν— ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Εἶναι φανερὸς ὁ σύνδεσμος θέας καὶ μαρτυρίας. Θεάσεως καὶ ἀπαγγελίας, καὶ εὐαγγελισμοῦ καὶ συν-κοινωνίας καὶ ἄλλων στὸ ἄρρητο αὐτὸ θέαμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ καὶ ἡ βιωματικὴ ἀφετηρία κάθε ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς καὶ προοπτικῆς. Τίποτε ἄλλο. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι δευτερεύοντα συμπληρώματα. πηγ τς εραποστολικς θέρμης κα δράσεως εναι τ γεγονς τι εραπόστολος «εδε» κα θεται ξακολουθητικ τν ησον. Καὶ γίνεται ἡ βίωσή του αὐτὴ φωνή. Καὶ γίνεται ὅλη φωτιά. Καὶ συνεχίζει μὲ ἐσωτερικὴ βεβαιότητα τὸ ἔργο ἐκείνων ποὺ πρῶτοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀνακάλυψαν ἐκεῖνοι καὶ μᾶς εἶπαν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ βρῆκαν. Τὸν γευτήκαμε καὶ ἐμεῖς ἐλάχιστα καὶ βλέπουμε ὅτι εἶχαν τόσο δίκαιο στὶς διακηρύξεις τους. Αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη ἐμπειρία μας πρέπει νὰ γίνει πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαθειά. Νὰ ἀνάβει τὴν λαχτάρα νὰ θεαθοῦμε πιὸ πολὺ τὸν Ἰησοῦ. Νὰ τὸν θεαθοῦμε ὅσο γίνεται καὶ στὴν γῆ τούτη, ἀλλὰ νὰ τὸν θεώμεθα καὶ στὸν οὐρανὸ ὅπου «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ΄17) «θεωροῦντες τὴν δόξαν» του (Ἰωάν. ιζ´ 24) προχωρώντας ἐκ μακαριότητος εἰς μακαριότητα…

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε