Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐνσάρκωση

ΣΚΟΠΟΣ τῆς ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ἡ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ

Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας εἶναι ἡ Ἐνσάρκωση, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἐξ ἀρχῆς γιὰ τὴν θέωση. Καὶ ἡ Ἐνσάρκωση εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς θεώσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

 

«Τὸ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἀπεκαλύφθη πλήρως μόνον στὴν Ἐνσάρκωση. Διότι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ γίνη σὰν τὸν Χριστό, δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ γίνη κατὰ Χάριν Θεός. Νὰ φθάση στὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ἐνεργείᾳ τὸ κατ’ εἰκόνα σημαίνει ὁμοίωση μὲ τὸν Χριστὸ κατὰ τὴν εὐσπλαγχνία. Ὁπότε, ὁ ἄνθρωπος ὡς μιμητὴς πλέον τοῦ Χριστοῦ γίνεται καὶ ἐκεῖνος εἰκόνα τοῦ Πατρὸς κατὰ Χάριν μετέχων τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὅταν κάποιος φθάση στὴν θέωση (δηλαδὴ στὸ καθ’ ὁμοίωση), τότε γίνεται κατὰ Χάριν Χριστός, δηλαδὴ κατὰ Χάριν Θεός».

Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ι. Ρωμανίδη», τόμ. Β΄. σελ. 149.

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΣ τῆς ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

«Ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου
& ἡ Ἀναθεώρησις τῆς Ἀπολογίας
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου»,

ἐκδ. «Ἔρεισμα» (Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν),
σειρὰ: “Κολλυβαδικὴ Γραμματεία-2”,
Ἀθῆναι, Ἀπρίλιος 2019

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος,
Ἱ. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.                 Ὅταν ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον, ἠθέλησε νὰ τὸν προικίσῃ διὰ τῆς θεοειδοῦς ἐλευθερίας, παρέχων εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ καταστῇ ὅμοιος Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ἔτσι, πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὁ Θεός, μέσα εἰς τὴν προαιωνιότητά Του, «προώρισε» τοὺς ἀνθρώπους νὰ γίνουν «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ» (Ῥωμ. η΄ 29). Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄ 15), ἔγινεν ἄνθρωπος, διὰ νὰ εἰκονίζωμεν Ἐκεῖνον, νὰ ὁμοιάζωμεν μὲ Ἐκεῖνον καὶ νὰ Χριστομοιωθῶμεν.
.             Ἡ ἐν Χριστῷ θέωσις τοῦ προπτωτικοῦ Ἀδάμ, ὡς σκοπὸς τῆς Δημιουργίας καὶ πρωταρχικὸν κίνητρον τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, δὲν φαίνεται νὰ ἀπησχόλησεν εὐρέως τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐθεωρήθη μᾶλλον ὅτι ἀνάγεται εἰς τὰ δόγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα «ἐν ἀπολυπραγμονήτῳ καὶ ἀπεριεργάστῳ σιγῇ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἐφύλαξαν, καλῶς ἐκεῖνο δεδιδαγμένοι, τῶν μυστηρίων τὸ σεμνὸν σιωπῇ διασῴζεσθαι».Ἐν τούτοις, ὡς ἦτο ἀναμενόμενον, ἡ νηπτικὴ ἐνατένισις τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον «ἡ τῆς ἱερᾶς καὶ θεοποιοῦ ἀγάπης γνῶσις καὶ ἐργασία φιλοσοφεῖται· ἡ τῆς ὑψηλῆς Θεολογίας ἄπταιστος δόξα κρατύνεται· καὶ τὸ περὶ τῆς Οἰκονομίας τοῦ Λόγου μυστήριον εὐσεβῶς ἀναπτύσσεται» 3, συνεκινήθη ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς ἀδιασαλεύτου προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ ὡμίλησεν ὀρθῶς περὶ τῆς ἀπροϋποθέτου Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (†1809), καθ’ ὑπακοὴν πρὸς τὸν Μητροπολίτην Κορίνθου, ἅγιον Μακάριον τὸν Νοταρᾶν (†1805), συνέταξε καὶ διεμόρφωσε τὴν Φιλοκαλίαν (1782). Ἡ θεοφώτιστος αὐτὴ Φιλοκαλία εἶναι μὲν ἕνα μακροσκελέστατο κείμενον κατ’ ἐρανισμὸν ἐκ πολλῶν νηπτικῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἔχει συγκεκριμένο κίνητρον μὲ κεντρικὰ θέματα καὶ ἑνιαῖον χαρακτῆρα καὶ σκοπόν. Ἔτσι, ἡ Φιλοκαλία, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατέστη ἡ θεμελιώδης ἔκφρασις τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παραδόσεως. Ὅμως ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς τὸν ὅλον ἄνθρωπον, διὸ καὶ σχετίζεται ἀμέσως, τόσον μὲ τὴν κατὰ πρᾶξιν ἄσκησι τῆς ἀρετῆς, ὅσον καὶ μὲ τὴν διατύπωσι τῆς πίστεως καὶ τὴν δογματικὴν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπεστήριξε τὸ ἀπροϋπόθετον αὐτῆς. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι, ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ δὲν ἦτο συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας του· διότι ὁ ἄνθρωπος, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐλάμβανε τὴν δυνατότητα νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θέωσιν.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐτόνισεν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησεν ὄχι διὰ νὰ ἐξιλεώσῃ τὴν θείαν δικαιοσύνην, ὡς λέγουν οἱ Δυτικοί, ἀλλὰ διὰ νὰ θεώσῃ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐξ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἔτσι γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ θεία Ἐνανθρώπησις ἦτο τὸ «προηγούμενον» θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.
.                 Εἰς τὴν ὀρθὴν αὐτὴν θέσιν ἀντέδρασεν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (†1813), μὲ τὸν γνωστὸν αὐτοῦ ἀνεξήγητον τόνον. Εἰς τὴν ἐπιστολιμαίαν ἀντίρρησιν τοῦ ἐν Χίῳ ἱεροδιδασκάλου ἀπήντησεν ὁ ἀσκητὴς τῆς Καψάλας μὲ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ὁποὺ τὸν ἐχαρακτήριζαν πάντοτε. Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ φανερώνει, διὰ μίαν εἰσέτι φοράν, ὅτι ὄντως ἦτο «τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμος». Ἀντὶ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως ἐκ τῆς ἀκμαζούσης τότε, καὶ εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολήν, σχολαστικῆς θεολογίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὡς γνήσιος νηπτικὸς καὶ αὐθεντικὸς πατὴρ τῆς Φιλοκαλίας, ἐξηκολούθησε νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ δὲν ἤλλαξε τὴν πάνσοφον προοπτικὴν τῆς ἀναλλοιώτου Βουλῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ εἰς τοῦτο ἠκολούθησε τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν, ὁ ὁποῖος εἶχε διακηρύξει ὀρθῶς ὅτι, τὸ μυστήριον τῆς Ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ὁδῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, δηλαδὴ τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, ὁποὺ εἶναι τὸ τέλος τῆς Προνοίας Του καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Ὅμως, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὀρθότης τῆς ἀπαντήσεως. Ἡ ἀνταπόκρισις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου πρὸς τὶς ἀντιρρήσεις καὶ τὶς ἀδικαιολόγητες μομφές, ὁποὺ τοῦ ἀπεδόθησαν «κρίμασιν οἷς μόνος Κύριος οἶδεν», φανερώνει τὴν ἐμπειρικήν, βιωματικὴν βεβαιότητά του διὰ τὴν θεολογικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν. Δίχως νὰ ἀφίσταται τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας, ὡς ἄλλος Μέγας Βασίλειος ἢ Γρηγόριος Παλαμᾶς, εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ προσαρμόζῃ τὴν διατύπωσιν τῆς θεολογίας του κατὰ τὶς ἀνάγκες τῶν περιστάσεων καὶ τῶν καιρῶν, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ τῶν ἁπλουστέρων. Καὶ ὅλο τοῦτο, δίχως ποτὲ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσους προσωπικῶς, παλαιότερον καὶ τότε, τὸν ἐμέμφθησαν ἀδίκως, ἄνευ τῆς συνήθους συστολῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ ὁ ἴδιος λαμπρὸν παράδειγμα ἀντιμετωπίσεως ἀναλόγων περιπτώσεων.
.                 Ἀσφαλῶς, ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θέσιν αὐτὴν ὁ Ἅγιος, ὄχι μόνον διὰ τὴν θεωρητικήν της ὀρθότητα, ἀλλά, κυρίως, διὰ τὴν βαθείαν καὶ στενὴν σχέσιν, ὁποὺ ἔχει μὲ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, θέτουσα τὸν πιστὸν ὄχι ἐνώπιον τῆς ἀνικανοποιήτου, κατὰ τοὺς Δυτικούς, θείας δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
.                 Αὐτὴν τὴν θείαν ἀγάπην, τὴν «κραταιὰν ὡς θάνατον» (ᾎσμ. ᾈσμ. η΄ 6), τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ κατώρθωσε νὰ κλονίσῃ, διεκήρυξεν εἰς τὴν Ἀπολογίαν του, ὡς μέγας Θεολόγος καὶ Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ἆραγε Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ;

δογματικὴ σημασία
τ
ς δι Πνεύματος γίου κα Παρθένου Μαρίας
γενν
ήσεως το Χριστο

Τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου (†)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα»
ἔκδ. β´, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 1989,
σελ. 82-84

[…] Ἡ διὰ τῆς Παρθένου ἄσπορος σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διὰ τὴν πατερικὴν θεολογίαν τῆς Ἀνατολῆς βασικωτάτην δογματικὴν σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ θανάτου οἵα δὲν δύναται νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν εἰς τὰ δυτικὰ θεολογικὰ συστήματα. Διὰ τὰ συστήματα αὐτὰ ὁ θάνατος, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐκ Θεοῦ τιμωρία, δύναται νὰ καταργηθῆ ἁπλούστατα διὰ μιᾶς θεικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταστραφῆ ὁ σατανᾶς.
.           Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δῆθεν προσβληθείσης θείας φύσεως. Βάσει τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τοὺς δυτικούς, νὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου γεννήσεως, ὅπως παραδέχονται ἀρκετοὶ Διαμαρτυρόμενοι, κατὰ τὰ ἄλλα παραδεχόμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα διὰ τοὺς παπικούς, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἡ Παρθένος ἐγεννήθη ἀσπίλως. Γενικῶς εἰπεῖν εἰς τὴν Δύσιν ἡ διὰ τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνον σκοπὸν ἀπολογητικόν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεϊκὴν καὶ διάφορον ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις προέλευσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀποσκοποῦσα οὕτως εἰς τὸ νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ (ὅπερ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ ἐν σπηλαίῳ γεννηθέντος Θεοῦ), καθ᾽ ὅτι ἄλλως ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶχε κληρονομήσει τὴν προπατορικὴν ἐνοχήν. Ἕνεκα τῶν θεολογικῶν τούτων προϋποθέσεων ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς ἡ βασικὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων αἰτιολογία τῆς ἐκ Πνεύματος καὶ Παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.         Ὁ Ἰγνάτιος γράφει ὅτι «ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας καὶ ὁ τοκετὸς αὐτῆς». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐξηγεῖ: «Ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν, διὸ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γεννηθὲν ἅγιον καὶ Υἱὸς Ὑψίστου Θεοῦ καὶ Πατρὸς πάντων, ὃς ἐπραγματοποίησεν τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ ὄντος αὐτοῦ, καὶ ἔδειξε τὸ πρῶτον μίαν γέννησιν. Ὡς δὲ διὰ τῆς προηγουμένης γεννήσεως ἐκληρονομοῦμεν τὸν θάνατον, οὕτω διὰ τῆς νέας ταύτης γεννήσεως δυνάμεθα νὰ κληρονομήσωμεν τὴν ζωήν». Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ φυσικοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ γένους κληρονομεῖ τὴν ἀσθένειαν τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται κατὰ διαφόρους βαθμοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σατανικὴ αὕτη ἐν τῇ κτίσει ἐπικράτεια ἔπαυσε τὸ πρῶτον ἐν Χριστῷ διὰ τῆς γεννήσεως Αὐτοῦ. «Διότι πῶς (ὁ ἄνθρωπος) θὰ ἐκφύγη τῆς εἰς τὸν θάνατον ὑποκειμένης γεννήσεως εἰ μὴ διὰ μιᾶς νέας γεννήσεως, διδομένης κατὰ θαυμαστὸν καὶ ἀπροσδόκητον τρόπον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, (ἤτοι) διὰ τῆς ἀναγεννήσεως ἐκείνης ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῆς Παρθένου διὰ τῆς πίστεως; Ἢ πῶς θὰ λάβουν οὗτοι (οἱ ἄνθρωποι) τὴν υἱοθεσίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἐὰν παραμείνωσιν ἐν τῇ γεννήσει αὔτη, ἥν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατὰ φύσιν ἐν τῷ κόσμω τούτῳ» (Ἅγ. Εἰρηναῖος).
.             Ἡ διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Παρθένου Μαρίας γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν δι τν κ θανάτου κα κ τς μαρτίας σωτηρίαν τς νθρωπότητος ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κληρονομικότητος τῆς ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι λλως κα Κύριος θ ερίσκετο, ὅπως ὅλοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου, ἤτοι π τν κληρονομικν κατάστασιν τς μαρτίας. Τοτο μως δν σημαίνει, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανός, τι νθρωπίνη φύσις το Χριστο το κ γενετς φθαρτος κα παθής, ἀλλ πλς τι Κύριος δν γεννήθη π τ κράτος το θανάτου. Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πρωτοπλάστων, οὕτω καὶ πρ τς ναστάσεως νθρωπίνη φύσις το Χριστο δν το οτε φθαρτος, οτε π τ κράτος το θανάτου. Δι τοτο Χριστς εναι δεύτερος δάμ. Οὗτος ὑπέστη πράγματι τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ἑκουσίως, χωρὶς ποτὲ νὰ εὑρεθῇ κυριαρχούμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τουναντίον, ἡ θεότης τοῦ Χριστοῦ ἐπάτησε τὸν θάνατον καὶ κατέλυσε τὸ βασίλειον τοῦ σατανᾶ διὰ τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀρχιερεὺς ὁ πεπιστευμένος τὰ ἅγια τῶν ἁγίων… ὢν θύρα τοῦ πατρός, δι᾽ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ ἐκκλησία» (Ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (Mητροπ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

[ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ]

Τοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

.                 1. Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, [Γορτύνιοι καί Μεγαλοπολῖτες]. Ἑορτάζουμε τό δόγμα τῆς πίστης μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, πραγματικά ἄνθρωπος μέ σάρκα μέ κόκκαλα μέ αἷμα καί καρδιά. Ἄνθρωπος κατά πάντα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ ἑορτή αὐτή εἶναι πολύ μεγάλη, εἶναι μητέρα τῶν ἑορτῶν, γιατί ἀπ᾽ αὐτήν προῆλθαν οἱ ἄλλες ἑορτές, ἡ βάπτιση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση καί ἡ ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί τήν εἶπαν μητέρα, «μητρόπολη» τῶν ἑορτῶν.
.                 Μέ τήν ἑορτή αὐτή βλέπουμε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού πρῶτα στόν οὐρανό εἶχε μόνο θεία φύση, τώρα μέ τήν σάρκωσή Του νά ἔχει καί ἀνθρώπινη φύση. Εἶναι καί Θεός καί ἄνθρωπος. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. «Θεάνθρωπος» μέ μία λέξη. Ὥστε λοιπόν μέ τά Χριστούγεννα ἔχουμε ἑνωμένες τίς δύο φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη. Αὐτός ἀκριβῶς, χριστιανοί μου, εἶναι ὁ σκοπός τῆς σάρκωσης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό νά ἑνωθεῖ ἡ φύση μας μέ τήν θεία φύση. «Θέωση» τό λέμε αὐτό. Αὐτός ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο: Τό νά θεωθεῖ.

.                 2. Ἀλλά θά ρωτήσετε: Εἶναι δυνατόν ἡ φύση μας νά ἑνωθεῖ μέ τήν θεία φύση; Καί βεβαίως εἶναι δυνατόν, γιατί μέ τά Χριστούγεννα βλέπουμε πραγματικά τήν θεία φύση ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί στό ἐρώτημα, γιατί σαρκώθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀπαντοῦμε ὅτι σαρκώθηκε γιά νά δείξει στόν ἄνθρωπο τόν δρόμο πρός τήν θέωση. Ὥστε, καί ἄν δέν ἁμάρταναν οἱ πρωτόπλαστοι, θά σαρκωνόταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά δηλώσει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα τῆς θέωσής του καί τόν τρόπο πῶς πετυχαίνεται αὐτή.

.               3. Πολύ μεγάλο τό γεγονός πού ἑορτάζουμε μέ τά Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Μεγάλο καί φοβερό! Γι᾽ αὐτό, γιά νά μή «τρομάξει» ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, προλαμβάνει ἡ Παλαιά Διαθήκη καί παρουσιάζει Θεό ἄνθρωπο, ἄνθρωπο μέ σῶμα. Ναί! Σᾶς ἀναφέρω ἕνα μόνο λόγο τοῦ Ἰώβ. Ὁ Ἰώβ, μιλῶντας κάπου γιά τόν Θεό, λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». Τί λές ἄνθρωπε; Ἔχει σάρκα ὁ Θεός; Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Ἀλλά φωτίστηκε, ἀδελφοί μου, ἀπό τόν Θεό ὁ Ἰώβ καί εἶδε μελλοντικά τόν Θεό σαρκούμενο καί τόν ἄκουσε νά λέγει: «Λάβετε φάγετε τοῦτό μου ἐστί τό Σῶμά μου». Ὁ Ἰώβ λοιπόν, στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη, θέλει νά «κοινωνήσει» καί λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». «Τίς ἄν δώῃ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἐμπλησθῆναι;», λέγει τό κείμενο (Ἰώβ 31,31). Καί στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη παρουσιάζεται Θεός μέ σάρκα. Καί κατά τήν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, χριστιανοί μου, εἴμαστε πλασμένοι κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν. Γιατί, κάνω ἕνα ἐρώτημα: Πῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει σῶμα, ὁ δέ Θεός δέν ἔχει σῶμα; Καί μήν μοῦ πεῖτε ὅτι τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στήν ψυχή μόνο τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι στό σῶμα. Ὄχι! Ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι πατέρες, εἶναι καί στό σῶμα! Στήν προπεπτωκυῖα βέβαια κατάστασή του. Τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στόν ὅλο ἄνθρωπο, ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ δημιουργοῦ του. Γιά νά ποῦμε λοιπόν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, πρέπει νά βροῦμε Θεό μέ σῶμα! Καί αὐτός ὁ Θεός, κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ὁποίου εἴμαστε πλασμένοι, Θεός μέ σῶμα, εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἔτσι αὐτό πού λέμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμέ νος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλύτερα νά τό λέμε, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ὅτι εἶναι πλασμένος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη: «Ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Προσοχή! Στό χωρίο αὐτό ἀναφέρονται δύο πρόσωπα Θεοῦ. Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐρωτοῦμε: Κατά τήν εἰκόνα ποίου Θεοῦ, ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ Του, πού ἐπρόκειτο νά ἐνανθρωπήσει!

.                 Ἄς τιμήσωμε, ἀγαπητοί μου, τήν ὑψηλή μας ἀξία γιά τήν ὁποία εἴμαστε πλασμένοι καί ἄς δο ξάσουμε τόν εὐλογημένο μας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού σαρκώθηκε γιά τήν δική μας δόξα. Χρόνια σας πολλά.

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;

π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

CUR DEUS HOMO?
Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως,
στὸ «Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας»
ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973,
σελ. 36-38, μετάφρ. Σταμ. Χατζησταματίου

.       Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) φαίνεται ὁ μόνος Πατὴρ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα [σ: τοῦ κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως], ἂν καὶ δὲν τὸ τοποθετῆ ὅπως οἱ μετέπειτα θεολόγοι τῆς Δύσεως. Διεκήρυξε ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ στὴν πρᾶξι τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἑνώσεως δηλ. τῆς θείας μεγαλωσύνης μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλὰ τουλάχιστο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν, κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐνσάρκωσις, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὴν ἡ δική μας ἐνσωμάτωσις στὸ Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φρασεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου εἶναι σαφὴς καὶ καθαρή. Ἡ «ξ´ ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον» εἶναι ἕνα σχόλιο στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 1, 19-20: «ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτησις, κι ὁ ἅγ. Μάξιμος, πρῶτα συνοψίζει τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνεχίζει: «τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστι ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα. Πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν, τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων, πέρας. Καθ᾽ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας συγγράφον τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον. Ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾽ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λόγος γενόμενος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας, καὶ τὸ τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι᾽ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προϋπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως. Ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθέντι γέγονε». Πρέπει νὰ γίνῃ προσεκτικὴ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Λόγου εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς «οἰκονομίας» τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἡ «πρόγνωσις» ἔχει ἀκριβῶς σχέσι μὲ τὴν Ἐνσάρκωσι: «προεγνώσθη οὖν ὁ Χριστός, οὐχ ὅπερ ἦν κατὰ φύσιν δὲ ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐφάνη κατ᾽ οἰκονομίαν δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον» (ΡG 90,621, 624). Ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται μὲ μεγάλη σαφήνεια. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις βρίσκεται σὲ μεγάλη συμφωνία μὲ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ἁγ. Μαξίμου· καταπιάνεται, μάλιστα, μὲ τὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὶς ἀπαντήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὸ «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν». Λόγου χάριν μὲ ἀφορμὴ τὸ χωρίο Ἐφεσίους α´ 9 γράφει ὁ ἅγ. Μάξιμος: «ἔδειξε καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τούτου γεγενῆσθαι, καὶ ὑπὸ τῶν αἰώνων περὶ ἡμᾶς παντ᾽ ἀγαθοῦ Θεοῦ σκοπὸν» κτλ. (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91, 1097). Ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν καταβολὴ ὁ ἄνθρωπος προγεύεται στὸν ἑαυτό του «θείου τοῦ σκοποῦ τὸ μέγα μυστήριον», τὴν ἔσχατη τελείωσι τῶν πάντων ἐν τῷ Θεῷ (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν στ. 1305 ἑξ.). Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Λόγου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Θείας συγκαταβάσεως («ἐπὶ τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως στὴ δόξα τῆς Θεώσεως, μία προέκτασις, θὰ λέγαμε, τῆς Ἐνσαρκώσεως σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. «Διέλωμεν οὖν τῇ ἐπινοίᾳ τοὺς αἰῶνας, καὶ ἀφορίσωμεν, τοὺς μέν, τῷ μυστηρίῳ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τοὺς δὲ τῇ χάριτι τῆς ἀνθρωπίνης θεώσεως… καὶ συντόμως εἰπεῖν τῶν αἰώνων οἱ μὲν τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰσὶ καταβάσεως, οἱ δὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς Θεὸν ὑπάρχουσιν ἀναβάσεως. Ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ καὶ ἀρχή, καὶ μεσότης, καὶ τέλος πάντων ἐστὶ τῶν αἰώνων, τῶν δὲ παρελθόντων καὶ ὄντων, καὶ ἐσομένων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας γραφῆς 22, ΡG 90, 317· πρβλ. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91,1308 ἐξ.). Ἡ ἐσχάτη τελείωσις, στὰ μάτια τοῦ ἁγ. Μαξίμου, συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ βουλὴ καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅλη του ἡ θεώρησις εἶναι αὐστηρὰ «Θεοκεντρική», ἀλλὰ καὶ «Χριστοκεντρικὴ» ταὐτόχρονα. Τοῦτο ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν συσκοτίζει τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἔσχατη ἀθλιότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. Τὴ μεγάλη ἔμφασι τοποθετεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ἐπὶ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς καθάρσεως τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, στὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ βλέπει αὐτὴ τὴν τραγωδία τῆς Πτώσεως καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ κτίσματος μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτική του ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας.

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς
κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Φιλανθρώπου

 -2-

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος»- ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 2012, σελ. 25-27

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιαν.  Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

βλ. σχετ.:  Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -1 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -2 «Γεννώντας τὸν Ἥλιο θὰ ἦταν ἀστεῖο, ἂν συνέχιζε νὰ γεννάει μετεωρίτες»!(Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

.               Ἐκείνη τὴ νύχτα οἱ βοσκοὶ φύλαγαν βάρδιες δίπλα στὸ κοπάδι τους. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπῆρχαν πυκνὰ δάση γύρω ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ μὲ ξέφωτα καὶ βοσκοτόπια γιὰ τὰ ζῶα. Ὑπῆρχαν ἄγρια ζῶα, ὅπως τὸν καιρὸ τοῦ Δαβίδ. Ὁ ἴδιος ὁ Δαβὶδ ἔλεγε στὸν βασιλιὰ Σαούλ, πὼς λιοντάρια καὶ ἀρκοῦδες κομμάτιαζαν τὰ πρόβατά του καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀναγκαζόταν νὰ τὰ κυνηγᾶ καὶ νὰ τὰ σκοτώνει (Α´ Βασ. ιζ´ 34). Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ βοσκοὶ ἀναγκάζονταν τὴ νύχτα νὰ φυλάσσουν βάρδιες γιὰ τὰ κοπάδια τους. Στηριζόμενοι πάνω στὶς γκλίτσες τους, σὰν τοὺς σημερινοὺς Σαρακατσάνους βοσκούς, φώναζαν κάπου-κάπου ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ γιὰ νὰ κρατιοῦνται ξύπνιοι, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φοβίζουν τὰ ἄγρια ζῶα. Δὲν ὑποψιάζονταν ὅτι ἐκείνη τὴ νύχτα θὰ ἔβλεπαν πρῶτοι αὐτὸ ποὺ πολλοὶ προφῆτες καὶ βασιλιάδες θέλησαν νὰ δοῦν (Λουκ. ι´ 24).
.               Ξαφνικὰ ἔλαμψε δυνατὸ φῶς (Λουκ. β´ 9).
.               Στὸ κέντρο αὐτοῦ τοῦ φωτὸς ποὺ εἶχε χρῶμα λευκότερο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, οἱ βοσκοὶ εἶδαν τὸν ἄγγελο Κυρίου καὶ κατατρόμαξαν. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ποὺ ἐννιὰ μῆνες νωρίτερα ἀνήγγειλε στὴ Μαρία πὼς θὰ γεννήσει υἱό. Ὁ λόγος του ἔγινε πραγματικότητα ἐκείνη τὴ νύχτα. Στάλθηκε στοὺς βοσκούς, γιὰ νὰ γίνουν οἱ πρῶτοι μάρτυρες στὴν γῆ αὐτοῦ του θαυμάσιο γεγονότος. Ἔδωσε θάρρος στοὺς φοβισμένους βοσκοὺς λέγοντάς τους: «Μὴ φοβᾶστε ἀλλὰ χαρεῖτε. Σᾶς φέρνω ἕνα χαρμόσυνο ἄγγελμα, ποὺ θὰ γεμίσει μὲ χαρὰ μεγάλη ὅλο τὸν κόσμο. Σήμερα στὴν πόλη τοῦ Δαυὶδ γεννήθηκε γιὰ χάρη σας ὁ σωτήρας· ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς Κύριος» (Λουκ. β´ 10-12). Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φανερώθηκε μεγάλη στρατιὰ ἀγγέλων ποὺ δόξαζε τὴν γέννηση τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, ψάλλοντας ὑπερκόσμιες γλυκὲς ψαλμωδίες. Τί ἀσυνήθιστο ἆσμα: «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14).
.               Μόνο ὁ ἀναμάρτητος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο ἄκουσε παρόμοιους οὐράνιους ὕμνους. Ἀπὸ τότε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βοσκοὺς δὲν ἄκουσε τέτοιους. Ὁ Ἡσαΐας, ὁ Ἰεζεκιὴλ εἶχαν δεῖ μόνο ἀπὸ μακριὰ τὶς οὐράνιες στρατιὲς νὰ δοξολογοῦν γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου (Ἡσ. ϛ´ 1-3). Στὴν Βηθλεὲμ ὅμως, ἡ οὐρανία στρατιὰ κατέβηκε στὴν γῆ μαζὶ μὲ τὸν οὐράνιο βασιλέα της καὶ ἔψαλε ὕμνους πρὸς τιμήν Του. Ἔψαλε ὄχι ἐνώπιον κάποιου ἐκλεκτοῦ κοινοῦ ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν πιὸ ἁπλῶν ἀνθρώπων. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σιωπηλὴ νύχτα πουθενὰ στὴν σκοτεινὴ γῆ δὲν ἔχει ἀκουστεῖ τέτοια μεγαλειώδης χορωδία, οὔτε ἀντήχησε ποτὲ ἀνάλογος ὕμνος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ νεογέννητο Μεσσία.
.               Ἔπρεπε νὰ ὑμνηθεῖ ὁ ἀληθινὸς καὶ ὕψιστος Θεός. Ὅταν αὐτὸς δοξολογεῖται, ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ καὶ καλὴ διάθεση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, εἶναι ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης καὶ τῆς γαλήνης μας. Διδάσκει τὴν καλὴ θέληση καὶ τὴν ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὴ διδασκαλία του ὁ Θεός-Λόγος ὑποσκάπτει τὰ μὴ λογικὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Γι᾽ αὐτὸ εἶναι ἄξιος δοξολογίας καὶ ἐξύμνησης καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀπὸ τὴν γῆ.
.               Ὅταν οἱ ἄγγελοι ὁλοκλήρωσαν τὴν δοξολογία τους, κατευθύνθηκαν πάλι στὴν οὐρανία οἰκογένειά τους. Τότε οἱ βοσκοὶ εἰσῆλθαν μὲ μιᾶς στὴν σπηλιὰ σὰν νὰ εἶχαν φτερά. Βρῆκαν τὴ Μαριάμ, τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος ξαπλωμένο στὸ παχνί. Οἱ ταπεινοὶ ποιμένες τῶν προβάτων προσκύνησαν τὸ μεγάλο ποιμένα τῶν ἀνθρώπων (Λουκ. β´ 15-25).
.               Μ᾽ αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο γιορτάστηκε ἡ γέννηση τοῦ Μοναδικοῦ Θεανθρώπου. Ὄχι μὲ μεγάλο φαγοπότι καὶ μὲ οἰνοποσία, οὔτε μὲ γέλια καὶ φωνὲς δυνατές, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ὑψηλὰ ἐγκώμια.
.               Ἡ Μαρία ἄκουσε ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς τὰ ὅσα ἔγιναν.
.               Γνώριζε πολλὰ περισσότερα μυστικὰ ἀπὸ τοὺς βοσκούς, ἀλλὰ τὰ διατηροῦσε στὴν καρδιά της καὶ τὰ σκεφτόταν συνεχῶς. Θὰ κρατοῦσε μέσα της κλειδωμένα μὲ τὸ χρυσὸ κλειδὶ τῆς παρθενικῆς της σιωπῆς.

, , ,

Σχολιάστε