Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐνσάρκωση

ΣΚΟΠΟΣ τῆς ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ἡ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ

Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας εἶναι ἡ Ἐνσάρκωση, κατὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρες. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἐξ ἀρχῆς γιὰ τὴν θέωση. Καὶ ἡ Ἐνσάρκωση εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς θεώσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

 

«Τὸ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, ἀπεκαλύφθη πλήρως μόνον στὴν Ἐνσάρκωση. Διότι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ γίνη σὰν τὸν Χριστό, δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ γίνη κατὰ Χάριν Θεός. Νὰ φθάση στὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ἐνεργείᾳ τὸ κατ’ εἰκόνα σημαίνει ὁμοίωση μὲ τὸν Χριστὸ κατὰ τὴν εὐσπλαγχνία. Ὁπότε, ὁ ἄνθρωπος ὡς μιμητὴς πλέον τοῦ Χριστοῦ γίνεται καὶ ἐκεῖνος εἰκόνα τοῦ Πατρὸς κατὰ Χάριν μετέχων τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὅταν κάποιος φθάση στὴν θέωση (δηλαδὴ στὸ καθ’ ὁμοίωση), τότε γίνεται κατὰ Χάριν Χριστός, δηλαδὴ κατὰ Χάριν Θεός».

Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ι. Ρωμανίδη», τόμ. Β΄. σελ. 149.

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΣ τῆς ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

«Ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου
& ἡ Ἀναθεώρησις τῆς Ἀπολογίας
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου»,

ἐκδ. «Ἔρεισμα» (Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν),
σειρὰ: “Κολλυβαδικὴ Γραμματεία-2”,
Ἀθῆναι, Ἀπρίλιος 2019

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος,
Ἱ. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.                 Ὅταν ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον, ἠθέλησε νὰ τὸν προικίσῃ διὰ τῆς θεοειδοῦς ἐλευθερίας, παρέχων εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ καταστῇ ὅμοιος Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ἔτσι, πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὁ Θεός, μέσα εἰς τὴν προαιωνιότητά Του, «προώρισε» τοὺς ἀνθρώπους νὰ γίνουν «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ» (Ῥωμ. η΄ 29). Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄ 15), ἔγινεν ἄνθρωπος, διὰ νὰ εἰκονίζωμεν Ἐκεῖνον, νὰ ὁμοιάζωμεν μὲ Ἐκεῖνον καὶ νὰ Χριστομοιωθῶμεν.
.             Ἡ ἐν Χριστῷ θέωσις τοῦ προπτωτικοῦ Ἀδάμ, ὡς σκοπὸς τῆς Δημιουργίας καὶ πρωταρχικὸν κίνητρον τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, δὲν φαίνεται νὰ ἀπησχόλησεν εὐρέως τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐθεωρήθη μᾶλλον ὅτι ἀνάγεται εἰς τὰ δόγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα «ἐν ἀπολυπραγμονήτῳ καὶ ἀπεριεργάστῳ σιγῇ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἐφύλαξαν, καλῶς ἐκεῖνο δεδιδαγμένοι, τῶν μυστηρίων τὸ σεμνὸν σιωπῇ διασῴζεσθαι».Ἐν τούτοις, ὡς ἦτο ἀναμενόμενον, ἡ νηπτικὴ ἐνατένισις τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον «ἡ τῆς ἱερᾶς καὶ θεοποιοῦ ἀγάπης γνῶσις καὶ ἐργασία φιλοσοφεῖται· ἡ τῆς ὑψηλῆς Θεολογίας ἄπταιστος δόξα κρατύνεται· καὶ τὸ περὶ τῆς Οἰκονομίας τοῦ Λόγου μυστήριον εὐσεβῶς ἀναπτύσσεται» 3, συνεκινήθη ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς ἀδιασαλεύτου προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ ὡμίλησεν ὀρθῶς περὶ τῆς ἀπροϋποθέτου Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (†1809), καθ’ ὑπακοὴν πρὸς τὸν Μητροπολίτην Κορίνθου, ἅγιον Μακάριον τὸν Νοταρᾶν (†1805), συνέταξε καὶ διεμόρφωσε τὴν Φιλοκαλίαν (1782). Ἡ θεοφώτιστος αὐτὴ Φιλοκαλία εἶναι μὲν ἕνα μακροσκελέστατο κείμενον κατ’ ἐρανισμὸν ἐκ πολλῶν νηπτικῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἔχει συγκεκριμένο κίνητρον μὲ κεντρικὰ θέματα καὶ ἑνιαῖον χαρακτῆρα καὶ σκοπόν. Ἔτσι, ἡ Φιλοκαλία, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατέστη ἡ θεμελιώδης ἔκφρασις τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παραδόσεως. Ὅμως ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς τὸν ὅλον ἄνθρωπον, διὸ καὶ σχετίζεται ἀμέσως, τόσον μὲ τὴν κατὰ πρᾶξιν ἄσκησι τῆς ἀρετῆς, ὅσον καὶ μὲ τὴν διατύπωσι τῆς πίστεως καὶ τὴν δογματικὴν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπεστήριξε τὸ ἀπροϋπόθετον αὐτῆς. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι, ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ δὲν ἦτο συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας του· διότι ὁ ἄνθρωπος, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐλάμβανε τὴν δυνατότητα νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θέωσιν.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐτόνισεν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησεν ὄχι διὰ νὰ ἐξιλεώσῃ τὴν θείαν δικαιοσύνην, ὡς λέγουν οἱ Δυτικοί, ἀλλὰ διὰ νὰ θεώσῃ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐξ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἔτσι γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ θεία Ἐνανθρώπησις ἦτο τὸ «προηγούμενον» θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.
.                 Εἰς τὴν ὀρθὴν αὐτὴν θέσιν ἀντέδρασεν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (†1813), μὲ τὸν γνωστὸν αὐτοῦ ἀνεξήγητον τόνον. Εἰς τὴν ἐπιστολιμαίαν ἀντίρρησιν τοῦ ἐν Χίῳ ἱεροδιδασκάλου ἀπήντησεν ὁ ἀσκητὴς τῆς Καψάλας μὲ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ὁποὺ τὸν ἐχαρακτήριζαν πάντοτε. Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ φανερώνει, διὰ μίαν εἰσέτι φοράν, ὅτι ὄντως ἦτο «τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμος». Ἀντὶ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως ἐκ τῆς ἀκμαζούσης τότε, καὶ εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολήν, σχολαστικῆς θεολογίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὡς γνήσιος νηπτικὸς καὶ αὐθεντικὸς πατὴρ τῆς Φιλοκαλίας, ἐξηκολούθησε νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ δὲν ἤλλαξε τὴν πάνσοφον προοπτικὴν τῆς ἀναλλοιώτου Βουλῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ εἰς τοῦτο ἠκολούθησε τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν, ὁ ὁποῖος εἶχε διακηρύξει ὀρθῶς ὅτι, τὸ μυστήριον τῆς Ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ὁδῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, δηλαδὴ τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, ὁποὺ εἶναι τὸ τέλος τῆς Προνοίας Του καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Ὅμως, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὀρθότης τῆς ἀπαντήσεως. Ἡ ἀνταπόκρισις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου πρὸς τὶς ἀντιρρήσεις καὶ τὶς ἀδικαιολόγητες μομφές, ὁποὺ τοῦ ἀπεδόθησαν «κρίμασιν οἷς μόνος Κύριος οἶδεν», φανερώνει τὴν ἐμπειρικήν, βιωματικὴν βεβαιότητά του διὰ τὴν θεολογικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν. Δίχως νὰ ἀφίσταται τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας, ὡς ἄλλος Μέγας Βασίλειος ἢ Γρηγόριος Παλαμᾶς, εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ προσαρμόζῃ τὴν διατύπωσιν τῆς θεολογίας του κατὰ τὶς ἀνάγκες τῶν περιστάσεων καὶ τῶν καιρῶν, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ τῶν ἁπλουστέρων. Καὶ ὅλο τοῦτο, δίχως ποτὲ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσους προσωπικῶς, παλαιότερον καὶ τότε, τὸν ἐμέμφθησαν ἀδίκως, ἄνευ τῆς συνήθους συστολῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ ὁ ἴδιος λαμπρὸν παράδειγμα ἀντιμετωπίσεως ἀναλόγων περιπτώσεων.
.                 Ἀσφαλῶς, ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θέσιν αὐτὴν ὁ Ἅγιος, ὄχι μόνον διὰ τὴν θεωρητικήν της ὀρθότητα, ἀλλά, κυρίως, διὰ τὴν βαθείαν καὶ στενὴν σχέσιν, ὁποὺ ἔχει μὲ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, θέτουσα τὸν πιστὸν ὄχι ἐνώπιον τῆς ἀνικανοποιήτου, κατὰ τοὺς Δυτικούς, θείας δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
.                 Αὐτὴν τὴν θείαν ἀγάπην, τὴν «κραταιὰν ὡς θάνατον» (ᾎσμ. ᾈσμ. η΄ 6), τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ κατώρθωσε νὰ κλονίσῃ, διεκήρυξεν εἰς τὴν Ἀπολογίαν του, ὡς μέγας Θεολόγος καὶ Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ἆραγε Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ;

δογματικὴ σημασία
τ
ς δι Πνεύματος γίου κα Παρθένου Μαρίας
γενν
ήσεως το Χριστο

Τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου (†)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα»
ἔκδ. β´, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 1989,
σελ. 82-84

[…] Ἡ διὰ τῆς Παρθένου ἄσπορος σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διὰ τὴν πατερικὴν θεολογίαν τῆς Ἀνατολῆς βασικωτάτην δογματικὴν σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ θανάτου οἵα δὲν δύναται νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν εἰς τὰ δυτικὰ θεολογικὰ συστήματα. Διὰ τὰ συστήματα αὐτὰ ὁ θάνατος, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐκ Θεοῦ τιμωρία, δύναται νὰ καταργηθῆ ἁπλούστατα διὰ μιᾶς θεικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταστραφῆ ὁ σατανᾶς.
.           Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δῆθεν προσβληθείσης θείας φύσεως. Βάσει τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τοὺς δυτικούς, νὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου γεννήσεως, ὅπως παραδέχονται ἀρκετοὶ Διαμαρτυρόμενοι, κατὰ τὰ ἄλλα παραδεχόμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα διὰ τοὺς παπικούς, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἡ Παρθένος ἐγεννήθη ἀσπίλως. Γενικῶς εἰπεῖν εἰς τὴν Δύσιν ἡ διὰ τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνον σκοπὸν ἀπολογητικόν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεϊκὴν καὶ διάφορον ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις προέλευσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀποσκοποῦσα οὕτως εἰς τὸ νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ (ὅπερ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ ἐν σπηλαίῳ γεννηθέντος Θεοῦ), καθ᾽ ὅτι ἄλλως ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶχε κληρονομήσει τὴν προπατορικὴν ἐνοχήν. Ἕνεκα τῶν θεολογικῶν τούτων προϋποθέσεων ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς ἡ βασικὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων αἰτιολογία τῆς ἐκ Πνεύματος καὶ Παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.         Ὁ Ἰγνάτιος γράφει ὅτι «ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας καὶ ὁ τοκετὸς αὐτῆς». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐξηγεῖ: «Ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν, διὸ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γεννηθὲν ἅγιον καὶ Υἱὸς Ὑψίστου Θεοῦ καὶ Πατρὸς πάντων, ὃς ἐπραγματοποίησεν τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ ὄντος αὐτοῦ, καὶ ἔδειξε τὸ πρῶτον μίαν γέννησιν. Ὡς δὲ διὰ τῆς προηγουμένης γεννήσεως ἐκληρονομοῦμεν τὸν θάνατον, οὕτω διὰ τῆς νέας ταύτης γεννήσεως δυνάμεθα νὰ κληρονομήσωμεν τὴν ζωήν». Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ φυσικοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ γένους κληρονομεῖ τὴν ἀσθένειαν τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται κατὰ διαφόρους βαθμοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σατανικὴ αὕτη ἐν τῇ κτίσει ἐπικράτεια ἔπαυσε τὸ πρῶτον ἐν Χριστῷ διὰ τῆς γεννήσεως Αὐτοῦ. «Διότι πῶς (ὁ ἄνθρωπος) θὰ ἐκφύγη τῆς εἰς τὸν θάνατον ὑποκειμένης γεννήσεως εἰ μὴ διὰ μιᾶς νέας γεννήσεως, διδομένης κατὰ θαυμαστὸν καὶ ἀπροσδόκητον τρόπον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, (ἤτοι) διὰ τῆς ἀναγεννήσεως ἐκείνης ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῆς Παρθένου διὰ τῆς πίστεως; Ἢ πῶς θὰ λάβουν οὗτοι (οἱ ἄνθρωποι) τὴν υἱοθεσίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἐὰν παραμείνωσιν ἐν τῇ γεννήσει αὔτη, ἥν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατὰ φύσιν ἐν τῷ κόσμω τούτῳ» (Ἅγ. Εἰρηναῖος).
.             Ἡ διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Παρθένου Μαρίας γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν δι τν κ θανάτου κα κ τς μαρτίας σωτηρίαν τς νθρωπότητος ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κληρονομικότητος τῆς ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι λλως κα Κύριος θ ερίσκετο, ὅπως ὅλοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου, ἤτοι π τν κληρονομικν κατάστασιν τς μαρτίας. Τοτο μως δν σημαίνει, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανός, τι νθρωπίνη φύσις το Χριστο το κ γενετς φθαρτος κα παθής, ἀλλ πλς τι Κύριος δν γεννήθη π τ κράτος το θανάτου. Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πρωτοπλάστων, οὕτω καὶ πρ τς ναστάσεως νθρωπίνη φύσις το Χριστο δν το οτε φθαρτος, οτε π τ κράτος το θανάτου. Δι τοτο Χριστς εναι δεύτερος δάμ. Οὗτος ὑπέστη πράγματι τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ἑκουσίως, χωρὶς ποτὲ νὰ εὑρεθῇ κυριαρχούμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τουναντίον, ἡ θεότης τοῦ Χριστοῦ ἐπάτησε τὸν θάνατον καὶ κατέλυσε τὸ βασίλειον τοῦ σατανᾶ διὰ τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀρχιερεὺς ὁ πεπιστευμένος τὰ ἅγια τῶν ἁγίων… ὢν θύρα τοῦ πατρός, δι᾽ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ ἐκκλησία» (Ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (Mητροπ. Γόρτυνος Ἰερεμίας)

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

[ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ]

Τοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία

.                 1. Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, [Γορτύνιοι καί Μεγαλοπολῖτες]. Ἑορτάζουμε τό δόγμα τῆς πίστης μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, πραγματικά ἄνθρωπος μέ σάρκα μέ κόκκαλα μέ αἷμα καί καρδιά. Ἄνθρωπος κατά πάντα ὅμοιος μέ μᾶς, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἡ ἑορτή αὐτή εἶναι πολύ μεγάλη, εἶναι μητέρα τῶν ἑορτῶν, γιατί ἀπ᾽ αὐτήν προῆλθαν οἱ ἄλλες ἑορτές, ἡ βάπτιση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση καί ἡ ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί τήν εἶπαν μητέρα, «μητρόπολη» τῶν ἑορτῶν.
.                 Μέ τήν ἑορτή αὐτή βλέπουμε τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού πρῶτα στόν οὐρανό εἶχε μόνο θεία φύση, τώρα μέ τήν σάρκωσή Του νά ἔχει καί ἀνθρώπινη φύση. Εἶναι καί Θεός καί ἄνθρωπος. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. «Θεάνθρωπος» μέ μία λέξη. Ὥστε λοιπόν μέ τά Χριστούγεννα ἔχουμε ἑνωμένες τίς δύο φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη. Αὐτός ἀκριβῶς, χριστιανοί μου, εἶναι ὁ σκοπός τῆς σάρκωσης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό νά ἑνωθεῖ ἡ φύση μας μέ τήν θεία φύση. «Θέωση» τό λέμε αὐτό. Αὐτός ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο: Τό νά θεωθεῖ.

.                 2. Ἀλλά θά ρωτήσετε: Εἶναι δυνατόν ἡ φύση μας νά ἑνωθεῖ μέ τήν θεία φύση; Καί βεβαίως εἶναι δυνατόν, γιατί μέ τά Χριστούγεννα βλέπουμε πραγματικά τήν θεία φύση ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί στό ἐρώτημα, γιατί σαρκώθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀπαντοῦμε ὅτι σαρκώθηκε γιά νά δείξει στόν ἄνθρωπο τόν δρόμο πρός τήν θέωση. Ὥστε, καί ἄν δέν ἁμάρταναν οἱ πρωτόπλαστοι, θά σαρκωνόταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά δηλώσει στόν ἄνθρωπο τήν δυνατότητα τῆς θέωσής του καί τόν τρόπο πῶς πετυχαίνεται αὐτή.

.               3. Πολύ μεγάλο τό γεγονός πού ἑορτάζουμε μέ τά Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου χριστιανοί. Μεγάλο καί φοβερό! Γι᾽ αὐτό, γιά νά μή «τρομάξει» ἡ ἀνθρωπότητα ἀπό τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, προλαμβάνει ἡ Παλαιά Διαθήκη καί παρουσιάζει Θεό ἄνθρωπο, ἄνθρωπο μέ σῶμα. Ναί! Σᾶς ἀναφέρω ἕνα μόνο λόγο τοῦ Ἰώβ. Ὁ Ἰώβ, μιλῶντας κάπου γιά τόν Θεό, λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». Τί λές ἄνθρωπε; Ἔχει σάρκα ὁ Θεός; Ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Ἀλλά φωτίστηκε, ἀδελφοί μου, ἀπό τόν Θεό ὁ Ἰώβ καί εἶδε μελλοντικά τόν Θεό σαρκούμενο καί τόν ἄκουσε νά λέγει: «Λάβετε φάγετε τοῦτό μου ἐστί τό Σῶμά μου». Ὁ Ἰώβ λοιπόν, στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη, θέλει νά «κοινωνήσει» καί λέγει: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τοῦ τήν φάω;». «Τίς ἄν δώῃ τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἐμπλησθῆναι;», λέγει τό κείμενο (Ἰώβ 31,31). Καί στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη παρουσιάζεται Θεός μέ σάρκα. Καί κατά τήν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, χριστιανοί μου, εἴμαστε πλασμένοι κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν. Γιατί, κάνω ἕνα ἐρώτημα: Πῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει σῶμα, ὁ δέ Θεός δέν ἔχει σῶμα; Καί μήν μοῦ πεῖτε ὅτι τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στήν ψυχή μόνο τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι στό σῶμα. Ὄχι! Ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι πατέρες, εἶναι καί στό σῶμα! Στήν προπεπτωκυῖα βέβαια κατάστασή του. Τό κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ εἶναι στόν ὅλο ἄνθρωπο, ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ δημιουργοῦ του. Γιά νά ποῦμε λοιπόν ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, πρέπει νά βροῦμε Θεό μέ σῶμα! Καί αὐτός ὁ Θεός, κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Ὁποίου εἴμαστε πλασμένοι, Θεός μέ σῶμα, εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἔτσι αὐτό πού λέμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμέ νος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι καλύτερα νά τό λέμε, ὅπως μᾶς λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ὅτι εἶναι πλασμένος κατά τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ἡ Παλαιά Διαθήκη: «Ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Προσοχή! Στό χωρίο αὐτό ἀναφέρονται δύο πρόσωπα Θεοῦ. Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐρωτοῦμε: Κατά τήν εἰκόνα ποίου Θεοῦ, ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ Του, πού ἐπρόκειτο νά ἐνανθρωπήσει!

.                 Ἄς τιμήσωμε, ἀγαπητοί μου, τήν ὑψηλή μας ἀξία γιά τήν ὁποία εἴμαστε πλασμένοι καί ἄς δο ξάσουμε τόν εὐλογημένο μας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πού σαρκώθηκε γιά τήν δική μας δόξα. Χρόνια σας πολλά.

ΠΗΓΗ: imgortmeg.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;

π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

CUR DEUS HOMO?
Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως,
στὸ «Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας»
ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973,
σελ. 36-38, μετάφρ. Σταμ. Χατζησταματίου

.       Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) φαίνεται ὁ μόνος Πατὴρ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα [σ: τοῦ κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως], ἂν καὶ δὲν τὸ τοποθετῆ ὅπως οἱ μετέπειτα θεολόγοι τῆς Δύσεως. Διεκήρυξε ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ στὴν πρᾶξι τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἑνώσεως δηλ. τῆς θείας μεγαλωσύνης μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλὰ τουλάχιστο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν, κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐνσάρκωσις, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὴν ἡ δική μας ἐνσωμάτωσις στὸ Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φρασεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου εἶναι σαφὴς καὶ καθαρή. Ἡ «ξ´ ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον» εἶναι ἕνα σχόλιο στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 1, 19-20: «ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτησις, κι ὁ ἅγ. Μάξιμος, πρῶτα συνοψίζει τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνεχίζει: «τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστι ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα. Πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν, τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων, πέρας. Καθ᾽ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας συγγράφον τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον. Ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾽ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λόγος γενόμενος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας, καὶ τὸ τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι᾽ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προϋπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως. Ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθέντι γέγονε». Πρέπει νὰ γίνῃ προσεκτικὴ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Λόγου εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς «οἰκονομίας» τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἡ «πρόγνωσις» ἔχει ἀκριβῶς σχέσι μὲ τὴν Ἐνσάρκωσι: «προεγνώσθη οὖν ὁ Χριστός, οὐχ ὅπερ ἦν κατὰ φύσιν δὲ ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐφάνη κατ᾽ οἰκονομίαν δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον» (ΡG 90,621, 624). Ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται μὲ μεγάλη σαφήνεια. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις βρίσκεται σὲ μεγάλη συμφωνία μὲ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ἁγ. Μαξίμου· καταπιάνεται, μάλιστα, μὲ τὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὶς ἀπαντήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὸ «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν». Λόγου χάριν μὲ ἀφορμὴ τὸ χωρίο Ἐφεσίους α´ 9 γράφει ὁ ἅγ. Μάξιμος: «ἔδειξε καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τούτου γεγενῆσθαι, καὶ ὑπὸ τῶν αἰώνων περὶ ἡμᾶς παντ᾽ ἀγαθοῦ Θεοῦ σκοπὸν» κτλ. (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91, 1097). Ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν καταβολὴ ὁ ἄνθρωπος προγεύεται στὸν ἑαυτό του «θείου τοῦ σκοποῦ τὸ μέγα μυστήριον», τὴν ἔσχατη τελείωσι τῶν πάντων ἐν τῷ Θεῷ (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν στ. 1305 ἑξ.). Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Λόγου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Θείας συγκαταβάσεως («ἐπὶ τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως στὴ δόξα τῆς Θεώσεως, μία προέκτασις, θὰ λέγαμε, τῆς Ἐνσαρκώσεως σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. «Διέλωμεν οὖν τῇ ἐπινοίᾳ τοὺς αἰῶνας, καὶ ἀφορίσωμεν, τοὺς μέν, τῷ μυστηρίῳ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τοὺς δὲ τῇ χάριτι τῆς ἀνθρωπίνης θεώσεως… καὶ συντόμως εἰπεῖν τῶν αἰώνων οἱ μὲν τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰσὶ καταβάσεως, οἱ δὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς Θεὸν ὑπάρχουσιν ἀναβάσεως. Ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ καὶ ἀρχή, καὶ μεσότης, καὶ τέλος πάντων ἐστὶ τῶν αἰώνων, τῶν δὲ παρελθόντων καὶ ὄντων, καὶ ἐσομένων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας γραφῆς 22, ΡG 90, 317· πρβλ. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91,1308 ἐξ.). Ἡ ἐσχάτη τελείωσις, στὰ μάτια τοῦ ἁγ. Μαξίμου, συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ βουλὴ καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅλη του ἡ θεώρησις εἶναι αὐστηρὰ «Θεοκεντρική», ἀλλὰ καὶ «Χριστοκεντρικὴ» ταὐτόχρονα. Τοῦτο ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν συσκοτίζει τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἔσχατη ἀθλιότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. Τὴ μεγάλη ἔμφασι τοποθετεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ἐπὶ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς καθάρσεως τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, στὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ βλέπει αὐτὴ τὴν τραγωδία τῆς Πτώσεως καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ κτίσματος μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτική του ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας.

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς
κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Φιλανθρώπου

 -2-

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος»- ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 2012, σελ. 25-27

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιαν.  Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

βλ. σχετ.:  Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -1 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -2 «Γεννώντας τὸν Ἥλιο θὰ ἦταν ἀστεῖο, ἂν συνέχιζε νὰ γεννάει μετεωρίτες»!(Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

.               Ἐκείνη τὴ νύχτα οἱ βοσκοὶ φύλαγαν βάρδιες δίπλα στὸ κοπάδι τους. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπῆρχαν πυκνὰ δάση γύρω ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ μὲ ξέφωτα καὶ βοσκοτόπια γιὰ τὰ ζῶα. Ὑπῆρχαν ἄγρια ζῶα, ὅπως τὸν καιρὸ τοῦ Δαβίδ. Ὁ ἴδιος ὁ Δαβὶδ ἔλεγε στὸν βασιλιὰ Σαούλ, πὼς λιοντάρια καὶ ἀρκοῦδες κομμάτιαζαν τὰ πρόβατά του καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀναγκαζόταν νὰ τὰ κυνηγᾶ καὶ νὰ τὰ σκοτώνει (Α´ Βασ. ιζ´ 34). Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ βοσκοὶ ἀναγκάζονταν τὴ νύχτα νὰ φυλάσσουν βάρδιες γιὰ τὰ κοπάδια τους. Στηριζόμενοι πάνω στὶς γκλίτσες τους, σὰν τοὺς σημερινοὺς Σαρακατσάνους βοσκούς, φώναζαν κάπου-κάπου ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ γιὰ νὰ κρατιοῦνται ξύπνιοι, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φοβίζουν τὰ ἄγρια ζῶα. Δὲν ὑποψιάζονταν ὅτι ἐκείνη τὴ νύχτα θὰ ἔβλεπαν πρῶτοι αὐτὸ ποὺ πολλοὶ προφῆτες καὶ βασιλιάδες θέλησαν νὰ δοῦν (Λουκ. ι´ 24).
.               Ξαφνικὰ ἔλαμψε δυνατὸ φῶς (Λουκ. β´ 9).
.               Στὸ κέντρο αὐτοῦ τοῦ φωτὸς ποὺ εἶχε χρῶμα λευκότερο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, οἱ βοσκοὶ εἶδαν τὸν ἄγγελο Κυρίου καὶ κατατρόμαξαν. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ποὺ ἐννιὰ μῆνες νωρίτερα ἀνήγγειλε στὴ Μαρία πὼς θὰ γεννήσει υἱό. Ὁ λόγος του ἔγινε πραγματικότητα ἐκείνη τὴ νύχτα. Στάλθηκε στοὺς βοσκούς, γιὰ νὰ γίνουν οἱ πρῶτοι μάρτυρες στὴν γῆ αὐτοῦ του θαυμάσιο γεγονότος. Ἔδωσε θάρρος στοὺς φοβισμένους βοσκοὺς λέγοντάς τους: «Μὴ φοβᾶστε ἀλλὰ χαρεῖτε. Σᾶς φέρνω ἕνα χαρμόσυνο ἄγγελμα, ποὺ θὰ γεμίσει μὲ χαρὰ μεγάλη ὅλο τὸν κόσμο. Σήμερα στὴν πόλη τοῦ Δαυὶδ γεννήθηκε γιὰ χάρη σας ὁ σωτήρας· ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς Κύριος» (Λουκ. β´ 10-12). Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φανερώθηκε μεγάλη στρατιὰ ἀγγέλων ποὺ δόξαζε τὴν γέννηση τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, ψάλλοντας ὑπερκόσμιες γλυκὲς ψαλμωδίες. Τί ἀσυνήθιστο ἆσμα: «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14).
.               Μόνο ὁ ἀναμάρτητος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο ἄκουσε παρόμοιους οὐράνιους ὕμνους. Ἀπὸ τότε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βοσκοὺς δὲν ἄκουσε τέτοιους. Ὁ Ἡσαΐας, ὁ Ἰεζεκιὴλ εἶχαν δεῖ μόνο ἀπὸ μακριὰ τὶς οὐράνιες στρατιὲς νὰ δοξολογοῦν γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου (Ἡσ. ϛ´ 1-3). Στὴν Βηθλεὲμ ὅμως, ἡ οὐρανία στρατιὰ κατέβηκε στὴν γῆ μαζὶ μὲ τὸν οὐράνιο βασιλέα της καὶ ἔψαλε ὕμνους πρὸς τιμήν Του. Ἔψαλε ὄχι ἐνώπιον κάποιου ἐκλεκτοῦ κοινοῦ ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν πιὸ ἁπλῶν ἀνθρώπων. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σιωπηλὴ νύχτα πουθενὰ στὴν σκοτεινὴ γῆ δὲν ἔχει ἀκουστεῖ τέτοια μεγαλειώδης χορωδία, οὔτε ἀντήχησε ποτὲ ἀνάλογος ὕμνος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ νεογέννητο Μεσσία.
.               Ἔπρεπε νὰ ὑμνηθεῖ ὁ ἀληθινὸς καὶ ὕψιστος Θεός. Ὅταν αὐτὸς δοξολογεῖται, ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ καὶ καλὴ διάθεση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, εἶναι ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης καὶ τῆς γαλήνης μας. Διδάσκει τὴν καλὴ θέληση καὶ τὴν ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὴ διδασκαλία του ὁ Θεός-Λόγος ὑποσκάπτει τὰ μὴ λογικὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Γι᾽ αὐτὸ εἶναι ἄξιος δοξολογίας καὶ ἐξύμνησης καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀπὸ τὴν γῆ.
.               Ὅταν οἱ ἄγγελοι ὁλοκλήρωσαν τὴν δοξολογία τους, κατευθύνθηκαν πάλι στὴν οὐρανία οἰκογένειά τους. Τότε οἱ βοσκοὶ εἰσῆλθαν μὲ μιᾶς στὴν σπηλιὰ σὰν νὰ εἶχαν φτερά. Βρῆκαν τὴ Μαριάμ, τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος ξαπλωμένο στὸ παχνί. Οἱ ταπεινοὶ ποιμένες τῶν προβάτων προσκύνησαν τὸ μεγάλο ποιμένα τῶν ἀνθρώπων (Λουκ. β´ 15-25).
.               Μ᾽ αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο γιορτάστηκε ἡ γέννηση τοῦ Μοναδικοῦ Θεανθρώπου. Ὄχι μὲ μεγάλο φαγοπότι καὶ μὲ οἰνοποσία, οὔτε μὲ γέλια καὶ φωνὲς δυνατές, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ὑψηλὰ ἐγκώμια.
.               Ἡ Μαρία ἄκουσε ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς τὰ ὅσα ἔγιναν.
.               Γνώριζε πολλὰ περισσότερα μυστικὰ ἀπὸ τοὺς βοσκούς, ἀλλὰ τὰ διατηροῦσε στὴν καρδιά της καὶ τὰ σκεφτόταν συνεχῶς. Θὰ κρατοῦσε μέσα της κλειδωμένα μὲ τὸ χρυσὸ κλειδὶ τῆς παρθενικῆς της σιωπῆς.

, , ,

Σχολιάστε

«ΕΑΥΤΟΝ ΕΚΕΝΩΣΕ»

«Ἑαυτὸν ἐκένωσε…»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἶναι «μυστήριον μέγα», «τὸ μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον», ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Α΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του (γ´ 16). Τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, συγκαταβαίνει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς δόξης Του καὶ λαμβάνει «μορφὴν δούλου»! Μὲ τὴ θεία ἐνανθρώπηση δὲν ἔχασε αὐτὸ ποὺ ἦταν, ἀλλὰ προσέλαβε καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν. «Μένων γὰρ ὃ ἦν, ἔλαβεν ὃ οὐκ ἦν, καὶ σὰρξ γενόμενος ἔμεινε Θεὸς Λόγος ὤν», σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 62, 231). Παραμένει τέλειος Θεός, ἀλλά, προσλαμβάνον­τας τὴν ἀνθρώπινη φύση, γίνεται καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Πόσο ὡραῖα ἀποδίδει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὸ πρῶτο ἰδιόμελο τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῶν Χριστουγέννων! «Ἡ γὰρ ἀπαράλλακτος εἰκὼν τοῦ Πατρός, ὁ χαρακτὴρ τῆς ἀϊδιότητος αὐτοῦ, μορφὴν δούλου λαμβάνει, ἐξ ἀπειρογάμου Μητρὸς προελθών, οὐ τροπὴν ὑπομείνας· ὃ γὰρ ἦν διέμεινε, Θεὸς ὤν ἀληθινός· καὶ ὃ οὐκ ἦν προσέλαβεν, ἄνθρωπος γενόμενος διὰ φιλανθρωπίαν». Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Πατέρα, τὸ ἀκριβὲς ἀποτύπωμα τῆς ἀϊδιότητος αὐτοῦ, δηλαδὴ Θεὸς ἄναρχος καὶ προαιώνιος, παίρνει μορφὴ δούλου καὶ γεννιέται ἀπὸ Παρθένο Μητέρα, χωρὶς νὰ ἀλλάξει μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος. Ἔμεινε ὅπως ἦταν Θεὸς ἀληθινός, ἀλλὰ προσέλαβε καὶ αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν. Ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους.
.            Γιὰ νὰ προσλάβει τὴν ­ἀνθρώπινη φύ­ση, «ἑαυτὸν ἐκένωσε» (Φιλιπ. β´ 7). Περιόρισε, σμίκρυνε, ἔκρυψε τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεότητός Του. «Συγκατεσμίκρυνεν τὴν ἄφραστον αὐτοῦ τῆς θεότητος δόξαν», ἑρμηνεύει ἀρχαῖος ἑρμηνευτής. Καὶ πῆρε μορφὴ δούλου. Ἔγινε ὅμοιος μὲ τοὺς ­ἀνθρώπους σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. «Καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ταπείνωσε τὸν ἑαυτὸ Του δείχνοντας τέλεια ὑπακοὴ μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἀτιμωτικὸς θάνατος (Φιλιπ. β´ 7-8). Ἐνδύθηκε τὸ ἔνδυμα τῆς ἄκρας ταπεινώσεως, γιὰ νὰ μὴν καταφλεχθεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θέα τῆς θείας δόξης Του. Καταδέχθηκε νὰ κυοφορηθεῖ ἐπὶ ἐννέα μῆνες, νὰ γεννηθεῖ ὡς πτωχὸ καὶ ἀδύναμο βρέφος στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, νὰ γαλακτοτροφηθεῖ, νὰ περιτμηθεῖ, νὰ μεγαλώσει ὡς νήπιο, νὰ πεινάσει, νὰ διψάσει, νὰ κοπιάσει, νὰ πάθει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα καὶ νὰ ὑπομείνει τὸν πιὸ ἐπώδυνο καὶ ἐπονείδιστο σταυρικὸ θάνατο γιὰ χάρη μας.
.          Ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν ἄκρα ταπείνω­ση. Μὴν τὸ θεωρήσουμε ἁπλὸ ὅτι ὁ ἀθάνατος, ἄναρχος καὶ προαιώνιος Θεὸς γίνεται καὶ ἄνθρωπος, δοῦλος τῶν ἀνθρώπων, ὑπηρέτης, διάκονος, «ὑπήκοος μέχρι θανάτου», καὶ μάλιστα σταυρικοῦ! Ὅσο εἶναι τὸ «δυσανάβατον ὕψος» στὸ ὁποῖο βρίσκεται ὡς ­ἀπειροτέλειος Θεός, τόσο κατʼ ἀναλογίαν εἶναι καὶ τὸ «δυσθεώρητον βάθος» τῆς ταπεινώσεως ποὺ καταδέχθηκε γιὰ χάρη μας μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ τὸ ἑκούσιο Πάθος Του.
.                   Ἀλλὰ ὅσο βαθύτερα κατῆλθε μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ σταυρικὴ Θυσία Του, τόσο ὑψηλότερα ἀνῆλθε μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν ἔνδοξη ­Ἀνάληψή Του. Δὲν ἔχασε αὐτὸ ποὺ εἶχε ὡς Θεός, «ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος τοῦτο προσ­έλαβε». Θέωσε καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μόνος Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου. Μόνος Αὐτὸς κάθεται καὶ ὡς ἄνθρωπος «ἐκ δεξιῶν τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς», Ἀρχιερεὺς αἰώνιος «εἰς τὸ ὑπερεντυγχάνειν ὑπὲρ ἡμῶν». Μόνος Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν, «προσκυνούμενος καὶ εὐλογούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας». Ὁ οὐράνιος Πατέρας Τὸν δόξασε καὶ ὡς τέλειο ἄνθρωπο καὶ Τὸν ὑπερύψωσε! Τὸν ἀνέδειξε «Βασιλέα τῆς δόξης», «Κύριον τῶν κυριευόντων καὶ Βασιλέα τῶν βασιλευόν­των». Τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα «Κύριος Ἰησοῦς Χριστός», ποὺ εἶναι «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα», ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ κάμψει «πᾶν γόνυ, ἐπουρανίων, ἐπιγείων καὶ καταχθονίων». Θὰ πέσουν νὰ Τὸν προσκυνήσουν οἱ ἄγγελοι, οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ οἱ δαίμονες! Τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, τὴν ἐπιφανῆ καὶ μεγάλη, θὰ ὑποκλιθοῦν οἱ πάντες μπροστὰ στὴ θεία μεγαλειότητά Του, καὶ κάθε γλώσσα θὰ ὁμολογήσει δυνατὰ καὶ καθαρὰ ὅτι εἶναι «Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλ. β´ 9-11).
.            Γιατί τὰ ἔκανε ὅλα αὐτὰ ὁ Κύριος; Γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσει σεσωσμένους στὸν οὐρανό. Γιὰ νὰ μᾶς κάνει θεοὺς κατὰ χάριν, «θείας κοινωνοὺς φύσεως» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Ὤ, πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητός Του! Πόση ἡ συγκατάβαση τοῦ Δεσπότου καὶ Θεοῦ μας!

,

Σχολιάστε

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ στὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑ σὲ μιὰ ΕΠΟΧΗ ΑΦΥΛΗ, ΕΚΦΥΛΗ καὶ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΗ («Πρέπει νὰ κινηθοῦμε πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια ἑνὸς ἀρχαίου πολιτισμοῦ καὶ νὰ ἐκσυγχρονίσουμε τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ»)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ [Γ´] ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ :
τοῦ Frank Schaeffer
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΤΩΝ ΨΕΥΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»

ἐκδ. «Μακρυγιάννης», Κοζάνη 2000, 
σελ. 268 ἑπ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΠΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ («Θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ παρέμεινε ἕνας ζωντανός, ἱστορικὸς σύνδεσμος μὲ τοὺς Ἀποστόλους μέσῳ τῆς χειροτονίας»)
 Β´ Μέρος: Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ καὶ Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ποὺ δόθηκε στὴν ἀληθινὰ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

.         Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, δεύτερος ἐπίσκοπος Λυῶνος καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τὸ 180 μ. Χ. ἔγραψε: «Ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ ξαπλώθηκε παντοῦ, σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο μέχρι καὶ τὰ ἄκρα τῆς γῆς, ἔχει παραλάβει ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ τοὺς μαθητές τους τὴν Πίστη στὸν ἕνα Θεό… Ἡ Ἐκκλησία, ἀφοῦ παρέλαβε αὐτὸ τὸ κήρυγμα καὶ αὐτὴ τὴν Πίστη, ἂν καὶ εἶναι διεσπαρμένη σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀκόμη τὴ φυλάγει ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ καταλαμβάνει ἕνα μόνο σπίτι. . . Αὐτὴ μὲ ὁμοφωνία διακηρύττει τὴν ἀλήθεια, τὴν διδάσκει καὶ τὴν παραδίδει ὡσὰν νὰ εἶχε ἕνα μόνον στόμα. Διότι, ἐνῶ οἱ γλῶσσες τοῦ κόσμου εἶναι ποικίλες, παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἡ αὐθεντία τῆς Παραδόσεως εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή…
.                   Οὔτε κάποιος ἀπὸ τοὺς κυβερνῆτες τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ δύναμή του ἢ τὴν εὐγλωττία του, θὰ διδάξη διαφορετικά, διότι κανεὶς δὲν εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὸν Διδάσκαλο. Οὔτε ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀδύνατος στὸ λόγο θὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Παράδοση»16. Εἶναι ἀνόητο νὰ πιστεύουμε ὅτι οἱ ἄμεσοι κληρονόμοι τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καὶ ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, παρανόησαν τὴ Χριστιανικὴ Πίστη καὶ τὴ θεόπνευστη κανονικὴ τάξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβέρνησης, ποὺ εἶχαν διδαχθεῖ. Εἶναι ὑπερβολικὰ ἀλαζονικὸ νὰ πιστεύουμε ὅτι ἐμεῖς, κάπου δύο χιλιάδες χρόνια ἀργότερα, ἔχουμε κάποια καλύτερη ἀντίληψη τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ εἶχαν οἱ πραγματικοὶ ἀκροαταὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ δεύτερη γενεὰ τῶν χριστιανῶν ἐπισκόπων, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θυσιάστηκαν γιὰ τὴν πίστη τους. Αὐτὸ μᾶς ζητοῦν νὰ πιστέψουμε σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλες τὶς ἱστορικὲς μαρτυρίες, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ προτεσταντικός, ἀτομικιστικός, σχισματικὸς Χριστιανισμὸς τοῦ τύπου, κάνε ὅπως ἔρθουν τὰ πράγματα, εἶναι ὁ Χριστιανισμὸς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας 17.
.               Σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἐξευτελίζουν τὴν εἰδικὴ ἐξουσία, ποὺ δόθηκε στὸν Ἰάκωβο, τὸν πρῶτο ἐπίσκοπο τῶν Ἱεροσολύμων καὶ στὸν Πέτρο, καθὼς καὶ στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ ἐπισκόπους, ποὺ οἱ ἴδιοι χειροτόνησαν, ὑποστηρίζοντας ὅτι αὐτὸ τὸ χάρισμα δόθηκε σὲ ὅλους τοὺς πιστούς. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη ὑπῆρξε ἡ βάση γιὰ τὴν ἀναρχία τῶν Ἀναβαπτιστῶν καὶ τὴν ἰδιωτικοποίηση τῆς Πίστεως ἀπὸ τοὺς Κουάκερους. Ἡ ἴδια ἐπίσης ἀντίληψη ἀποδεικνύει τοὺς εἰδικοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. κ´ 21-23)* χωρὶς καμία σημασία, γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρω τὴν πρακτικὴ κατανόηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακυβέρνησης ἀπὸ τὴν πρώτη γενεὰ τῶν χριστιανῶν καὶ ὅλων ἐκείνων ποὺ τοὺς ἀκολούθησαν, μέχρι τὴν ἐπαναστατικὴ προτεσταντικὴ περίοδο κατὰ τὸ πρόσφατο παρελθόν. Αὐτὴ ἡ ἴδια ἀντίληψη ἀποδεικνύει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὶς διάφορες Ἐκκλησίες χωρὶς καμμία ἀξία. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς βλέπουμε ὅτι ὁ Παῦλος, ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι περίμεναν νὰ ὑποταχθοῦν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε μία Κανονικὴ δομὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ὑπακοὴ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῶν ἐπιστολῶν ἔχει πολὺ μικρὴ σημασία.

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

.           Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ λένε ὅτι ἡ ἐπιλογὴ τῶν ἀνδρῶν γιὰ τὴν ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἕνα ἁπλὸ πολιτιστικὸ φαινόμενο, μία ἁπλὴ ἀντανάκλαση τῆς πατριαρχικῆς κοινωνίας, στὴν ὁποία ζοῦσε ὁ Χριστός. Οἱ ἴδιοι ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει ν κινηθομε πέρα π τ ρια νς ρχαίου πολιτισμο κα ν κσυγχρονίσουμε τ διδασκαλία το Χριστο, ὥστε νὰ ταιριάζει στὴ σύγχρονη αἴσθηση γιὰ μία θρησκεία. Αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς λογικὰ ἐγείρει ἕνα ἐνδιαφέρον ἐρώτημα, ἐὰν ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων, ὁ ὁποῖος ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς (Γεν. Α´ 27), τότε γιατί ὁ Θεὸς δὲν προεῖδε τὴν ἀνάγκη νὰ καθοδηγήσει τὴν Ἐκκλησία νὰ λάβει ὡς ὑπόδειγμα τὴν πολιτικὴ τοῦ γένους καὶ τὴ μεταβαλλόμενη μόδα γιὰ τὴ διάκριση τῶν φύλων σὲ κάθε ἐποχή; Ὁ ἡγετικὸς ρόλος τῆς γυναίκας δὲν ἦταν ἄγνωστος στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ἔκανε ἀναφορὰ στὴν βασίλισσα Νότου, ποὺ ἦρθε νὰ ἀκούσει τὴ σοφία τοῦ Σολομώντα. Ἐπὶ πλέον ἡ Π. Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἡρωίδες γυναῖκες, ἀκριβῶς ὅπως ἡ ἱστορικὴ Ἐκκλησία εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἅγιες μητέρες καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται πνευματικὰ ἰσότιμες μὲ τοὺς ἅγιους πατέρες καὶ γενικὰ τοὺς ἄρρενες ἁγίους.
.           Ὅπως σημειώνει ὁ Sheldon Vanauken «ἐὰν οἱ γυναῖκες μποροῦν πράγματι νὰ ἱερωθοῦν, ἕνα ἀπὸ τὰ δύο πρέπει νὰ εἶναι ἀληθινό, ἢ ὁ Θεὸς Πατέρας ἔκανε λάθος καὶ τώρα ἄλλαξε γνώμη ἢ ὁ Ἰησοῦς, ποὺ εἶναι Θεὸς καὶ ἐνανθρώπησε, δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Τὸ πρῶτο εἶναι παράλογο, τὸ δεύτερο ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Θεὸς ποὺ ἐνανθρώπησε. Κάθε συζήτησι γιὰ τὴν Ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν, ποὺ βασίζεται στὴν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα σὲ νέες ἀλήθειες, ὑποχρεοῦται νὰ ἐξηγήσει ἕνα ἀρχαῖο λάθος, αὐτὸ ποὺ σχετίζεται μὲ τὶς ἑξήντα ἀδικημένες γενεὲς τῶν γυναικῶν. Πιστεύω ὅτι αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει χωρὶς τὴν ἄρνηση τῆς Ἐνανθρώπησης»19.
.           Ἐὰν ησος ταν «ξαρτημένος» π τν πολιτισμό, μέσα στν ποο ζοσε, τότε πς θ μποροσε ν εναι Θεός; Καὶ ἐὰν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Θεός, ποὺ ἔγινε σάρκα μὲ τὴν ἐλεύθερη ἐκλογὴ μίας γυναίκας, τῆς εὐλογημένης Μαρίας, τῆς Θεοτόκου, τότε τί σημασία ἔχει τὸ τί κάνει ἡ Ἐκκλησία του; Αὐτὴ τότε μετατρέπεται ἁπλῶς σὲ μία ἄλλη λατρευτικὴ Ὁμολογία, τῆς ὁποίας ἡ πίστη ἀναφέρεται σὲ κάποιες χωρὶς νόημα Γραφὲς σὲ μία Ὁμολογία ψεγαδιασμένη ἀπὸ τὴ διάκριση τῶν φύλων καὶ τὸν φόβο τῶν ὁμοφυλοφίλων. Ἐπὶ πλέον πς συμβαίνει ατοί, ποὺ παιτον τν κσυγχρονισμ τς κκλησίας, μ τν πομυθοποίηση τς ποστολικς συνέχειας, μ τν ποδοχ τν κτρώσεων μ τν καταγγελία τς νδρικς ερωσύνης, ν σχυρίζονται τι ποτελον μέρος τς στορικς της συνέχειας, ταν μάλιστα τ μετάβλητο τῆς χριστιανικς λήθειας ποτελοσε θεμελιώδη διακήρυξη τς κκλησίας καθ᾽ λη τ διάρκεια τς στορίας της;20
.               Ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θεμελίωσε τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ παραμείνει εἰς αἰῶνα αἰῶνος, πῶς μποροῦν οἱ σχισματικοὶ Προτεστάντες, οἱ ἐκμοντερνισμένοι Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ ἀκόμη κάποιοι ἐλάχιστοι προτεσταντοποιημένοι ρθόδοξοι, νὰ μὴν ἀναγνωρίζουν τὴ σπουδαιότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ τὴν ἱεραρχικὴ αὐθεντία, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία καὶ τὴν καθαρότητα τῆς διδασκαλίας;21
.                 Στὴν Ἐκκλησία ὅλων τῶν αἰώνων ἡ ἀνταπάντηση πρὸς τοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι «ἔτσι γινόταν πάντοτε» εἶναι κατηγορηματικὴ καὶ ἔγκυρη. Ἡ Ἐκκλησία δέχεται ὅτι οἱ βασικὲς καὶ θεμελιώδεις ἀλήθειες παραμένουν ἀμετάβλητες καὶ δὲν ἐπιδέχονται περαιτέρω βελτίωση. Αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαίτερα γιὰ τὸ θέμα τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν.
.             Μία ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀντιρρήσεις τῶν Ὀρθοδόξων στὴν χειροτονία τῶν γυναικῶν εἶναι ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν εἰκονοκλαστῶν. Ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο «ἐν σαρκί». Γι τος ρθοδόξους χριστιανος νανθρώπηση δν εναι μία «δέα» να «σύμβολο», εναι στορικ γεγονός. Καθετ στ ζω κα στ λατρεία τς ρθόδοξης κκλησίας σχεδιάσθηκε ν πογραμμίζει τν στορικότητα τς νανθρώπησης. Νὰ γιατί ἔχουμε εἰκόνες: ὁ Χριστὸς ἦλθε «ἐν σαρκί», καὶ ἡ εἰκόνα Του, ὅπως καὶ οἱ εἰκόνες τῶν ἁγίων, τῶν μαρτύρων, τῶν ἀποστόλων, καθὼς καὶ τῆς Μητέρας Του, μαρτυροῦν τὴν ἱστορικότητα τοῦ ἐρχομοῦ του. Ἐμεῖς ἐπίσης ἔχουμε ζωντανὲς εἰκόνες. Στὴν Λειτουργία οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι στέκονται ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Χριστοῦ μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο. Ο ερες κα ο πίσκοποι δν εναι εκόνες μίας φηρημένης δέας, εναι εκόνες νς στορικο προσώπου, τ ποο λθε στ γῆ, το Υο το Θεο.
.           Θεός, πως πιστεύει ρθόδοξη κκλησία, βρίσκεται ξω π τὸν χρόνο κα τν τόπο. μως πίστη ατ δν μεταβάλλει τ στορικ γεγονός. Σύμφωνα μ᾽ αὐτό, ὅταν ὁ Θεὸς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του «ἐν σαρκί», ἦλθε ἄνδρας καὶ ὄχι ὡς «ἄνδρας-γυναίκα» ἢ σύμβολο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐμεῖς δὲν ἁγιογραφοῦμε τὸν Χριστὸ μὲ γυναικεῖες εἰκόνες, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν ἄνδρας. Δν μπορομε ν χουμε έρειες, γι ν ντιπροσωπεύουν τν στορικ Υἱὸ το Θεο, πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ἕνα ἀνδρικὸ ἀντιπρόσωπο τῆς εὐλογημένης Θεοτόκου, τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ. Συνεχίζουμε νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξε ἕνα ἱστορικὸ πρόσωπο, μία πραγματικὴ γυναίκα, ποὺ ἐκλέχθηκε νὰ γεννήσει τὸ Θεό.
.             Πολὺ φυσιολογικὰ ὁ Προτεσταντισμός, καθὼς καὶ ὁ σύγχρονος φιλελεύθερος Ρωμαιοκαθολικισμός, ἀπέκτησαν τὴν τάση νὰ συμπεριφέρονται εἰκονοκλαστικά, διότι κμοντερνισμένος κα κκοσμικευμένος «Χριστιανισμς» δν μμένει πλέον στν στορικότητα τν γεγονότων τς Καινς Διαθήκης. Στν πραγματικότητα πεδίωξαν μ σθένος ν μετατρέψουν τ περιεχόμενο τς ερς Παραδόσεως κα τν Γραφν σ τίποτε περισσότερο π ναν κεν θρησκευτικ συμβολισμό. Ατ εναι λο κα λο «φιλελεύθερη» θεολογία. Ἀλλὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἀπορρίπτει τὶς εἰκονοκλαστικὲς θέσεις τοῦ φιλελευθερισμοῦ καὶ τὴν ἁπλοποίηση τῆς θρησκείας μὲ μία θεωρούμενη «ἀνωτέρου ἐπιπέδου» κριτικὴ διεργασία. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἀποδέχονται τὰ μυστήρια τῆς Πίστεως, ἐμεῖς ἐπίσης ἀποδεχόμαστε τὸν ἱστορικὸ Ἰησοῦ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή του. Ἐφ᾽ ὅσον οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ πιστεύουν ὅτι ἐν Χριστῷ «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» καὶ ὅτι ἡ σωτηρία ὑπάρχει γιὰ ὅλους ἐξ ἴσου, ἐμεῖς μὲ βάση ὅλα αὐτὰ πιστεύουμε ὅτι σωστὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἵδρυσε τὴν κανονικὴ ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας. Ν γιατί κκλησία πορρίπτει τν εκονομαχία, μ ποιονδήποτε μανδύα κι ν ρχεται, ετε μ τ βεβήλωση τν εκόνων ετε μ τν ρνητικ κριτικ τν Γραφν ετε κόμη μ τν «νδρογυναικοποίηση» τν ζωντανν εκόνων τν ερέων κα τν πισκόπων, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος λέγει ὅτι στέκονται «εἰς τόπον Χριστοῦ» μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο. Χειροτονώντας γυναῖκες οἱ «φιλελεύθεροι» Προτεστάντες στὴν πραγματικότητα ὑποστηρίζουν «ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθεν “ἐν σαρκί”, ὅτι τὸ ἀνδρικό του γένος δὲν ἔχει καμία σημασία καὶ ὅτι εἶναι ἕνα ἁπλὸ σύμβολο, ποὺ συμβολίζει κάτι μεγαλύτερο».
.             Ὅμως γι τν ρθόδοξο χριστιαν τ νδρικ γένος το Χριστο χει βαρύνουσα σημασία, κριβς πως χει βαρύνουσα σημασία τ θηλυκ γένος τς Παναγίας. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τίποτε, ἐὰν δὲν εἶναι μία ἱστορικὴ Πίστη. Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο μας κατὰ μαγικὸ τρόπο. Πιστεύουμε ὅτι ἀναπτύχθηκε ὡς ἀρσενικὸ ἔμβρυο σὲ ἀνθρώπινη γυναικεία μήτρα, ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε στὴν πραγματικότητα μὲ σάρκα μέσα στὸν χρόνο καὶ στὸν τόπο καὶ ὅτι τίποτε π᾽ λα, σα καμε, κόμη κα τ γένος ποὺ λαβε, [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: καὶ ἡ ΓΛΩΣΣΑ στὴν ὁποία γράφτηκαν τὰ Εὐαγγέλια] δν γινε κατ λάθος, τυχαία κα χωρς νόημα.
.         Ἡ καταστροφὴ τῶν εἰκόνων, ὁ εὐτελισμὸς τῆς ἱερωσύνης καὶ ἡ ὑποβάθμιση τῶν μυστηρίων σὲ ἁπλὰ σύμβολα καταργεῖ τὴ χριστιανικὴ μαρτυρία γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρώπησης. Οἱ ἄνθρωποι φαίνεται κατὰ μυστηριώδη καὶ ἐνστικτώδη τρόπο νὰ γνωρίζουν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια εἴτε ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ θέματα αὐτὰ εἴτε ὄχι. Πῶς ἀλλιῶς μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴ φθορὰ ποὺ προκλήθηκε μὲ τὴν ἀπώλεια πλήθους μελῶν ἀπὸ Ὁμολογίες, ποὺ χειροτόνησαν γυναῖκες; Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν ὅτι κάτι ἱερὸ μολύνεται, ὅταν ἡ πολιτικὴ τοῦ «γένους» πλημμυρίζει τὴ θρησκεία. Ἐπίσης γνωρίζουν ὅτι μία κμοντερνισμένη «θρησκεία», ποὺ προσπαθε ν «συμβαδίζει μ τς ποχές», χει χάσει τ ψηλ θικ πίπεδο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκφράζουν τὴ γνώμη τους μὲ τὴν ἀπουσία τους.

16. Ἁγίου Εἰρηναίου, Κατὰ Αἱρέσεων 1,10,1-2.

17. Ἡ πιὸ ἀκραία ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἀντίληψης βρίσκεται στὴ διδασκαλία τῶν Ἀναβαπτιστῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους, δὲν ὑπῆρξε ἀληθινὴ Ἐκκλησία γιὰ 1700 χρόνια πρὶν ἀπὸ αὐτούς, ἀπὸ τότε ποὺ πέθανε ἡ πρώτη γενεὰ τῶν χριστιανῶν. Ἀκόμη καὶ σήμερα πολλὲς Εὐαγγελικὲς Ὁμολογίες ἀγνοοῦν τελείως τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, μνημονεύουν μόνο τὸν Λούθηρο, τὸν Οὐίκλιφ ἢ ἴσως καὶ τὸν Αὐγουστίνο. Ἡ ἐντύπωση ποὺ δίνεται εἶναι ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανίστηκε κατὰ μαγικὸ τρόπο γύρω στὸ 1510 καὶ ἔφθασε στὴν πλήρη ἄνθησή του τὸν δέκατο ἔνατο αἰώνα μὲ τὶς ἀνανεώσεις τοῦ Finney, τοῦ Moody κ.ἀ.
Τὴν πιὸ προπαγανδιστικὴ ἀντὶ-ἱστορικὴ πλαστογραφία ἀπὸ νεώτερο Προτεστάντη συγγραφέα σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορικὴ Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ τὸ βιβλίο τοῦ James Η. Rutz, The Open Church, Αὐτὸ τὸ βιβλίο προβάλλει χαρακτηριστικὰ τὸν προτεσταντικὸ μύθο μίας «ἁπλῆς», χωρὶς ἱεραρχία «πρώιμης Ἐκκλησίας».

18.   Βλ. τὸ κεφάλαιο 3 καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του. «εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται».

19. Sheldon Vanauken, Under the Mercy (Ignatius Press, 1988), ὅπως παρατίθεται στὸ ἄρθρο, Since God Doesnt Make Mistakes: Womens Ordination Denies the Incarnation, AGAIN Magazine, April, 1993.

20.     Τὸ νὰ ταυτίζουμε τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία μὲ τὴν καθολικὴ (ὄχι τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ) Ἐκκλησία σημαίνει νὰ πιστεύουμε σ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο οἱ πατέρες μᾶς κληροδότησαν μὲ τὴν Παράδοση. . . Ἐπιτρέψτε μας, λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ ἀσφαλίσουμε τὸ πρῶτο καὶ μεγάλο φάρμακο τῆς σωτηρίας μας. Ἀναφέρομαι στὴν ὑπέροχη κληρονομιὰ τῆς Πίστεως. Ἐπιτρέψτε τὴν καρδιὰ καὶ τὸ στόμα μας νὰ ὁμολογήσουν αὐτήν, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες, (ἁγίου Μαξίμου, Ἐπιστολὴ 12, PG 91, 465). Ἐμεῖς δὲν ἀνακαλύπτουμε νέα σχήματα διότι αὐτὸ εἶναι κάτι ἀλαζονικὸ νὰ τὸ κάνουμε Εἶναι τὸ ἔργο καὶ ἡ ἐφεύρεση ἑνὸς αἱρετικοῦ καὶ ταραγμένου νοῦ (ἁγίου Μαξίμου, Πρὸς Μαρίνον πρεσβύτερον 19 PG 91, 224-25) Jaroslav Pelican, The Spirit of Eastern Christendom, σ. 20.

21.   Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ πολὺ γνωστὸς Ὀρθόδοξος συγγραφέας καὶ κοσμήτορας τοῦ Θεολογικοὶ Σεμιναρίου Ἅγιος Βλαδίμηρος στὴ Ν. Ὑόρκη, Thomas Hopko, ἡ ἡγεσία στὴν Ἐκκλησία, ἰδιαίτερα σὲ σχέση μὲ τὴν ἱερωσύνη, ἐκφράζεται περισσότερο μὲ ἀναφορὰ στὴν οἰκογένεια παρὰ μὲ ἀναφορὰ στὴν κοινωνία. Ἡ ἐρώτησή μου εἶναι: Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πατρότητα; Ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε σύζυγος;
.            Καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μέχρι σήμερα μποροῦμε νὰ βροῦμε πανίσχυρους ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ζοῦν τὴν πνευματικὴ ζωή. Συναντοῦμε ἀκμάζουσα μοναστικὴ ζωή. Ἀνακαλύπτουμε ἀπίστευτα θεολογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις σὲ εὐρὺ φάσμα θεμάτων. Ὅταν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη μας τὰ δεδομένα, πῶς δηλαδὴ ἐκφράστηκε μὲ εὐκρίνεια ἡ σχηματοποίηση τῆς Πίστεως, πῶς ἔζησαν πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι, πῶς ἀληθινὰ ἐπικοινωνοῦσαν οἱ ἄνδρες μὲ τὶς γυναῖκες -καὶ ἐννοῶ τοὺς ἁγίους, δὲν ὁμιλῶ γιὰ τὸ τί συνέβαινε στὴν κοινωνία, διότι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση τῶν ἁγίων- τότε πρέπει νὰ θέσουμε τὸ ἐρώτημα: Γιατί συμβαίνει οἱ γυναῖκες νὰ θεωροῦνται ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἅγιες, μοναχές, ἱεραπόστολοι, προφήτιδες, διδασκάλισσες, ἀσκήτριες, θεραπεύτριες, εὐαγγελίστριες, ἀλλὰ ποτὲ διὰ μέσου ὅλης τῆς ἱστορίας νὰ μὴν ὑπάρχει μία γυναίκα, ποὺ χειροτονήθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτέρου ἢ τοῦ ἐπισκόπου σὲ κάποια συγκεκριμένη κοινότητα; Ὅμως, ἡ ἐρώτηση-κλειδὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἶναι πράγματι ἡ ἱερωσύνη αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ἐννοοῦμε; Δὲν εἶναι μία εἰδικὴ λειτουργία γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος σχετικὰ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ὁποία μόνον ὁρισμένα μέλη τοῦ Σώματος εἶναι κατάλληλα νὰ ἐπιτελέσουν μὲ ἐπάρκεια, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ἔχουν καθορισμένα χαρίσματα; Καὶ ἐὰν πράγματι εἶναι ὁ ρόλος τοῦ πατέρα, ἢ ἡ μυστηριακὴ κλήση ἐκεῖνο ποὺ κάνει κάποιον νὰ εἶναι πατέρας στὴν κοινότητα, τότε δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἕνας ἄνδρας, αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πατέρας; Μπορεῖ μία γυναίκα νὰ εἶναι ὁ πατέρας; Μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἕνας πατέρας;
.               Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτέρου-ἐπισκόπου ἀποκλείονται ὅλες οἱ γυναῖκες καὶ οἱ περισσότεροι ἄνδρες, εἶχε στὴν Ἀρχιεπισκοπή του στὴν Κωνσταντινούπολη ἀρκετὲς ἑκατοντάδες γυναῖκες διακόνισσες, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἁγία Ὀλυμπιάδα- αὐτὴ ἦταν ἡ καλύτερη βοηθὸς καὶ συνεργάτρια του. Ποτὲ ὅμως, δὲν διανοήθηκε νὰ τὴν χειροτονήσει στὸ βαθμὸ τοῦ πρεσβυτέρου ἢ τοῦ ἐπισκόπου. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι αὐτὴ αἰσθανόταν ὅτι ὑποτιμήθηκε, ἐπειδὴ δὲν χειροτονήθηκε. . .
.            Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐρώτημα γιὰ ἐπιδέξιο χειρισμὸ ἢ θέμα γιὰ τὸ ποιὸς τελικὰ θὰ διακονήσει τὴν Εὐχαριστία ἢ θὰ κηρύξει τὸν θεῖο λόγο. Πιστεύω ὅτι εἶναι πολὺ οὐσιαστικότερο θέμα. Πιστεύω ὅτι ἐδῶ διακυβεύεται αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ Πίστη μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο. Καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ τὸ τί ἔχει συμβεῖ μέχρι σήμερα ἀποδεικνύεται τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές. Ὁπουδήποτε ἐφαρμόσθηκε ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν συναντοῦμε ἐπίσης καὶ συμβιβασμούς, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἀποκλειστικὴ ὡς πρὸς τὸ γένος γλώσσα στὴ Λειτουργία, μὲ τὴν οἰκογενειακὴ ζωή, τὶς σεξουαλικὲς σχέσεις καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας καὶ πῶς αὐτὸ πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ καὶ νὰ σχετισθεῖ ποιμαντικὰ καὶ πνευματικά. Ὅλα αὐτὰ προστίθενται ἀμέσως στὸ σκηνικό.
.           Νομίζω ὅτι ἡ χειροτονία τῶν γυναικῶν ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θέματα κλειδιά, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑπάρχει ὁλόκληρος ἀστερισμὸς θεμάτων. Νομίζω ὅτι ἐδῶ διακυβεύεται αὐτὴ καθ᾽ ἑαυτὴν ἡ Πίστη, π. Thomas Hopko, Womens Ordination: An Orthodox Response, AGAIN Magazine, April 1993.

 

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΖΩΗ ΕΦΑΝΕΡΩΘΗ»: «ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ» (Ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς)

«Ὃ  ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς,
ὃ ἀκηκόαµεv,
ὃ ἑωράκαµεv τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡμῶν,

ὃ ἐθεασάµεθα
καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν,
περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς»

.        Τὸ κύριο εὐαγγέλιο καὶ ἡ σκέψη καὶ ἡ ἀλήθεια: ὁ Θεὸς Λόγος ἐνσαρκώθηκε, ὥστε κι ἐµεῖς νὰ συσσαρκωθοῦµε µαζί Toυ·Αὐτὸς ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νὰ µᾶς θεώσει·Αὐτὸς – Ζωὴ αἰώνια – ἐµφανίστηκε στὴν γῆ, ὥστε νὰ ἔχουµε κοινωνία µαζί Του, ζώντας µαζί Του· «περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς» εἶναι τὸ θέµα αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Λὲς καὶ θέλει ὁ ἅγιος Θεολόγος νὰ µᾶς δώσει νέα ἐξήγηση τῆς κύριας χαρµόσυνης ἀγγελίας τοῦ Εὐαγγελίου του: «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ  ἐγένετο» (Ἰω. α´, 14). Ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σὲ µᾶς: «ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς» δηλαδὴ τὸ Αἰώνιο κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική µας γήινη πραγµατικότητα, ἔγινε προσιτὸ στὰ αἰσθητήριά µας, στὴν γνώση µας καὶ στὶς αἰσθήσεις µας· κι αὐτὸ εἶναι «ὃ ἀκηκόαµεν»: ἀκούσαµε τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν»: εἴδαµε Θεὸ σὲ σῶµα, Θεὸ στὸν κόσµο, τὸν Θεὸ ἀνάµεσά µας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάµεθα»: ἔχουµε δεῖ, ἔχουµε παρατηρήσει τὸν Θεὸ στὸν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο ποὺ «αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν»: ἄγγιξαν τὸ σῶµα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καὶ µετὰ τὴν ἀνάστασή του ἀπὸ τοὺς νεκρούς. «Ἀκούσαµε, εἴδαµε, παρατηρήσαµε, ψηλαφήσαµε» – τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, τὸν Θεὸ τῆς ζωῆς. Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ δική µας πιὸ προσιτὴ πραγµατικότητα· κι ἐµεῖς αὐτὸ τὸ ἐπαληθεύουµε µὲ τὸν πιὸ ὀφθαλµοφανῆ, τὸν πλέον πειραµατικὸ τρόπο. Ἡ µέθοδος εἶναι καθαρὰ πειραµατική, δοκιμαστική. «Ὁ λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στὴν πραγµατικότητα ἡ Λογικὴ τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. Ἕως Αὐτὸν – ἡ ζωὴ ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτὸν -ἡ ζωὴ ἦταν α-λογική, καὶ γι᾽αὐτὸ µὴ λογική, σ᾽αὐτὴν δὲν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα – χάος, τὰ πάντα – «πανηγύρι µάταιο»· ἕως Αὐτὸν -Λόγο τῆς ζωῆς – ἡ ζωὴ ἦταν ἄλαλη καὶ ἄφωνη, δὲν ἤξερε νὰ µιλήσει, νὰ πεῖ, νὰ ἐκφράσει, νὰ ἐκφέρει τὸν ἑαυτόν της, τὸ µυστήριό της, τὸ βάσανό της, τὸν πόνο της, τὴν χαρά της. Μὲ Αὐτὸν – ἡ ζωὴ τὰ προσλαµβάνει ὅλα αὐτὰ: ἡ ζωὴ ἄρχισε νὰ µιλᾶ, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωὴ πῆρε νόηµα, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωὴ ἔγινε σοφή, ἐφ᾽ ὅσον ἐλλογοποιήθηκε. Ἐνῶ ἡ ζωὴ εἶχε γίνει ἄλογος, μὴ λογικὴ – χωρὶς νόημα, χωρὶς στόχο, ἀνόητη – μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.

 .       Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τὴν ἑλληνική, τὴν ρωμαϊκή, τὴν ἰνδικὴ ἢ ὅποια ἄλλη, ἦταν καὶ ἔμεινε ἰδανικὸ ἢ ἰδέα, ἀφηρημένο καὶ ἐπέκεινα, μὲ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιὰ τὸν Λόγο καὶ γιὰ τὴν Λογικὴ τῆς ζωῆς δὲν χρειάζεται νὰ πᾶμε σ᾽ἄλλο κόσμο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Λογικὴ καὶ ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. Ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Λόγο τῆς ζωῆς, γι᾽αὐτὸ ξέρουμε τὴν Λογικὴ τῆς ζωῆς, τὸν στόχο τῆς ζωῆς, τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ἐὰν ὣς τώρα δὲν ξέραμε τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς, ἰδού: ὁ Θεὸς Λόγος! Ἀφοῦ εἶναι Ἐκεῖνο «ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ» – «ὃ ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς». Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι κάτι χωρὶς νόημα, ἀλλὰ ἐξ ἀρχῆς κάτι θεϊκὰ λογικό. Ἐνῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τὴν θεϊκὴ λογική, τὸ θεϊκὸ νόημα καὶ τὴν πρόνοια. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητὴς τῆς ζωῆς.

«Καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη,
καὶ ἑωράκαμεν
καὶ μαρτυροῦμεν
καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον,
ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·»

.     Ἕως τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου λὲς καὶ δὲν ὑπῆρχε ζωὴ στὴν γῆ. Ἐὰν ὑπῆρχε, αὐτὸ ἦταν ἀπομίμηση τῆς ζωῆς, κακέκτυπο τῆς ζωῆς, ἡ πλαστογράφηση τῆς ζωῆς· ἁπλά: ψευδοζωή. Γιατί τί ζωὴ εἶναι αὐτὴ στὴν ὁποία ὑπάρχει θάνατος καὶ ποὺ τελειώνει μὲ τὸν θάνατο; Αὐτὸ μοιάζει περισσότερο μὲ βαθμιαία θανάτωση. Κι αὐτὸ σημαίνει βαθμιαῖο μαρτύριο. Μόνο ἐκείνη ἡ ζωὴ εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός της, αὐτὴ ποὺ δὲν πεθαίνει, ποὺ δὲν τελειώνει μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση φτιάχνει γέφυρα πρὸς τὴν ἀθανασία. Δηλαδὴ ζωὴ εἶναι μόνο ἡ αἰώνια Ζωή. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἐμφανίστηκε πρώτη φορὰ στὸν δικό μας ἀνθρώπινο κόσμο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο: τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Γι᾽αὐτὸ ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: «καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν·». Ἡ ζωὴ καὶ ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι συνώνυμα. Δὲν ὑπάρχει ζωὴ χωρὶς τὴν αἰώνια ζωή. Μὲ τὸν Θεάνθρωπο «ἡ ζωὴ ἐφανερώθη» στὸν δικό μας κόσμο τοῦ θανάτου καὶ τῆς ψευδοζωῆς. Μόλις σ᾽ Ἐκεῖνον «ἑωράκαμεν» τὴν ἀληθινὴ ζωή, «ἑωράκαμεν» τί εἶναι ἡ ζωή· εἴδαμε καὶ βλέπουμε ὅτι μόνο ἡ αἰώνια ζωὴ  εἶναι πραγματικὴ ζωή. Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ὀφθαλμοφανὲς στὸν Θεάνθρωπο. Ὅλος ὁ Θεάνθρωπος κι ὅλα ἐν αὐτῷ ἀνασαίνουν καὶ ἀκτινοβολοῦν μὲ τὴν αἰώνια ζωή: δὲν ὑπάρχει σκέψη Του ποὺ νὰ μὴν ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ μὴ ἐκβάλλει σ᾽αὐτὴν- ἔτσι καὶ κάθε λέξη Του καὶ ἔργο καὶ αἴσθημα. Σὲ ὅ,τι δικό Του αἰσθάνεσαι τὴν παρουσία τοῦ αἰωνίου· καὶ τὰ κύματα τῆς αἰώνιας ζωῆς μᾶς ραντίζουν ἀπ᾽ ὅ,τι δικό Του. Θέλεις νὰ δεῖς πῶς ζεῖ ὁ αἰώνιος στὸν χρόνο; Κοίτα τὸν Ἰησοῦ. Ὅλα ὅσα εἶναι ἐν Αὐτῷ σφύζουν αἰώνια ζωή, ὅλη ἡ ζωή! Τέτοια ποὺ εἶναι καὶ στὸν ἄλλο κόσμο, ὄχι, ὅμως ὅμοια μ᾽αὐτὴν τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἐφ᾽ ὅσον Αὐτὸς «ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ» (Ἰω. ε´ 26). Εἶναι μαρτυρία αὐτοπτῶν. Κι ἐκεῖνοι ἀναγγέλλουν μὲ ἀτελείωτη βεβαιότητα: «μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν». Ἕως τὴν φανέρωσή Του ὁ θάνατος ἦταν μέσα μας καὶ γύρω μας· οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν οὔτε νὰ ξέρουν οὔτε νὰ ἀποκτήσουν τὴν αἰώνια ζωὴ μέχρι ποὺ Αὐτὸς ὁ ἴδιος κατέβηκε στὸν κόσμο μας καὶ φανερώθηκε σέ μᾶς.

ΠΗΓΗ: Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς,
«Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου»,
σελ. 15-19, Ἀθῆναι 2006, “Ἐν Πλῷ”)
ΣτοιχειοθεσίαÚ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , , , ,

Σχολιάστε