Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ἐνοχή

Η ΕΝΟΧΗ ΑΝΟΧΗ «Μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους» (Ἀποστ. ἀνάγν. Κυρ. 02.12.12)

Η ΕΝΟΧΗ ΑΝΟΧΗ

«Μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους,
μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε».
(Ἐφεσ. ε´8-19)

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2055, 15.11.12

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.         Στὸ σηµερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάλει τοὺς πιστοὺς Χριστιανοὺς νὰ διαχωρίσουν τὴν θέση τους ἀπὸ τὸν ἁµαρτωλὸ κόσµο· «µὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἐργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, µᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε», τοὺς λέγει. Δηλαδή, νὰ µὴ γίνεσθε µὲ τὴν ἀνοχή σας συγκοινωνοὶ καὶ συνένοχοι στὰ ἀµαρτωλὰ σκοτεινὰ ἔργα, ποὺ δὲν φέρνουν κανένα ὠφέλιµο καρπό. Αὐτὰ ἀντὶ νὰ τὰ σκεπάζετε καὶ νὰ τὰ ἀνέχεσθε, ὀφείλετε µᾶλλον νὰ τὰ ἐλέγχετε καὶ νὰ τὰ βγάζετε στὸ φῶς, ἀποδεικνύοντας πόσο ὀλέθρια εἶναι.
.         Πῶς γινόµαστε ὅµως συνένοχοι στὰ ἔργα τῆς ἁµαρτίας καὶ ποιά εἶναι ἡ στάση ποὺ ὀφείλουµε νὰ τηροῦµε ὡς Χριστιανοί;

1. Ἡ ἐνοχὴ τῆς ἀνοχῆς

.         Ὁπωσδήποτε ὅταν ἀµαρτάνουµε, ἔχουµε εὐθύνη καὶ εἴµαστε ἔνοχοι ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅµως ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισηµαίνει ἐδῶ ὅτι εἴµαστε ἐπίσης ἔνοχοι, ὅταν ἀµνηστεύουµε τὴν ἀµαρτία καὶ µένουµε σιωπηλοὶ καὶ ἀνεκτικοὶ στὰ παράνοµα καὶ ἀµαρτωλὰ ἔργα ποὺ παρατηροῦµε γύρω µας.
.         Βέβαια, ὀφείλουµε νὰ διευκρινίσουµε ὅτι ἄλλο εἶναι νὰ δείχνουµε κατανόηση στὰ ἐλαττώµατα τῶν ἄλλων καὶ νὰ τοὺς ἀνεχόµαστε µὲ ὑποµονὴ καὶ ἀγάπη περιµένοντας τὴν διόρθωσή τους καὶ ἄλλο νὰ σιωποῦµε ἢ νὰ δικαιολογοῦµε τὴν κάθε παρεκτροπὴ χωρὶς νὰ ξεκαθαρίζουµε τὴν θέση µας. Σὲ αὐτὴν τὴν δεύτερη περίπτωση ἡ ἀνοχὴ εἶναι ἔνοχη, διότι προκαλοῦµε διπλὴ ζηµιά: πρῶτον, πρὸς τοὺς ἄλλους, διότι δὲν τοὺς βοηθοῦµε νὰ συνειδητοποιήσουν τὸ σφάλµά τους καὶ δεύτερον, σ᾽ ἐµᾶς τοὺς ἴδιους, διότι µὲ τὸ πέρασµα τοῦ χρόνου συνηθίζουµε στὸ κακὸ καὶ ὑπάρχει κίνδυνος κι ἐµεῖς νὰ παρασυρθοῦµε. Γιὰ παράδειγµα, ἂν ἔχουµε ἕνα συνέταιρο ποὺ προσπαθεῖ νὰ κερδίσει χρήµατα µὲ ψεύδη, ἀδικίες ἢ ἄλλες παράνοµες συναλλαγές, ἀσφαλῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συµπράξουµε µαζί του οὔτε νὰ σιωπήσουµε. Ἡ δική µας ἀνεπίληπτη στάση καὶ σαφὴς ἀντίθεση, ἂν δὲν τὸν ἀναχαιτίσει, τουλάχιστον θὰ τὸν προβληµατίσει. Ἄλλο παράδειγµα:
.         Οἱ γονεῖς βλέπουν τὰ παιδιά τους ἀντὶ νὰ δηµιουργοῦν οἰκογένεια µὲ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μυστήριο τοῦ Γάµου, νὰ συζοῦν ἐλεύθερα. Εἶναι δυνατὸν νὰ σιωπήσουν µπροστὰ σὲ τέτοια ἐκτροπή; Ὡς πιστοὶ χριστιανοὶ ἔχουν χρέος νὰ µιλήσουν στὰ παιδιά τους καὶ νὰ τοὺς ἐξηγήσουν ποιό εἶναι τὸ σωστό. Μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση ἀλλὰ καὶ µὲ σταθερότητα καὶ σαφήνεια. Ὄχι κάνοντας ἀβαρίες καὶ ὑποχωρήσεις, χάριν συναισθηµατισµοῦ. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ παράδειγµα τοῦ ἱερέως Ἠλί, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἔβλεπε τοὺς γυιούς του νὰ βεβηλώνουν τὸ θυσιαστήριο, δὲν τοὺς ἀπέτρεπε ἀποτελεσµατικά, ἀλλὰ περιοριζόταν σὲ κάποιες χλιαρὲς συµβουλὲς «Μή, τέκνα», τοὺς ἔλεγε. Μὴν τὸ κάνετε αὐτό, παιδάκια µου! … Ὅµως τὰ παιδιὰ δὲν µποροῦσαν ἔτσι νὰ συναισθανθοῦν τὴν σοβαρότητα τῆς παρεκτροπῆς τους κι ὁ Θεὸς ἀποδοκίµασε ὄχι µόνο αὐτὰ ἀλλὰ καὶ τὸν πατέρα τους γιὰ τὴν ἔνοχη ἀνεκτική του στάση.

2. Συναίσθηση εὐθύνης

.         Ποιά στάση λοιπὸν ὀφείλουµε νὰ τηροῦµε, ὥστε νὰ µὴ γινόµαστε συγκοινωνοὶ στὰ ἔργα τῆς ἁµαρτίας; «Μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε», µᾶς προτρέπει ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Ἔχουµε χρέος νὰ ἐλέγχουµε καὶ νὰ διαφωτίζουµε ὅσους βρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς ἀµαρτίας, ὄχι ὄµως καὶ νὰ τοὺς καταδικάζουµε. «Ἐλέγχειν, εἶπεν, οὐ κατακρίνειν», ὑπογραµµίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος. Πῶς;

.       Πρῶτον, µὲ τὸ παράδειγµά µας. Ἂν ζοῦµε σύµφωνα µἒ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ ἴδια µἂς ἡ ζωὴ θὰ εἶναι τὸ φῶς, ποῦ διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ γίνεται σιωπηλὸς ἔλεγχος τοῦ ἀµαρτωλοῦ κόσµου. Ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιµίροβιτς, Σέρβος ἐπίσκοπος τοῦ περασµένου αἰώνα καὶ θεολόγος µὲ παγκόσµια ἀκτινοβολία, σηµειώνει: «Κανένα φῶς δὲν λάµπει µόνο στὸν ἑαυτό του. Τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἐµεῖς καταφέρνουµε νὰ ἀνάψουµε µέσα µας µὲ µακρὰ ἐξέγερση ἐνάντια στὴν ἁµαρτία καὶ τὶς ἀδυναµίες, µὲ µακρὰ τριβή, δὲν θὰ λάµπει µόνον σὲ µᾶς, ἀλλὰ θὰ τὸ βλέπουν κι ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι γύρω µας».
.         Ἐπιπλέον ἔχουµε ὑποχρέωση, ὅποτε µᾶς δίνεται κατάλληλη εὐκαιρία, νὰ ἐλέγχουµε καὶ µὲ τὰ λόγια µας. Πάντοτε µὲ σύνεση καὶ ἀγάπη νὰ προειδοποιοῦµε τοὺς ἀδελφούς µας γιὰ τὶς καταστρεπτικὲς συνέπειες τῆς ἁµαρτίας καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύουµε στὸν δρόµο τῆς µετανοίας καὶ τῆς ἐπιστροφῆς.

* * *

.         Πολὺς λόγος γίνεται στὴν ἐποχή µας γιὰ τὴν ἀνεκτικότητα ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ὁµαλὴ κοινωνικὴ συνύπαρξη. Καὶ βέβαια, αὐτὸ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται θετικό. Ὅµως ὑπὸ τὸ πρόσχηµα τῆς ἀνεκτικότητας στὴν οὐσία ἐπιχειρεῖται νὰ καταστεῖ κοινωνικὰ ἀποδεκτὴ κάθε ἁµαρτία καὶ διαστροφὴ καὶ νὰ ἐξαφανιστεῖ κάθε φωνὴ διαµαρτυρίας καὶ ἐλέγχου. Ἂς µὴν ἀφήσουµε νὰ µᾶς ἐπηρεάσει αὐτὸ τὸ κοσµικὸ πνεῦµα. Ἂς µὴν ἀφήσουµε τὸ σκοτάδι νὰ καλύψει τὰ πάντα γύρω µας. Ἂς ἀνάψουµε τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ! Τὸ φῶς ποὺ διαλύει τὰ σκοτάδια καὶ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο εἰρήνη καὶ ἐλπίδα!

, ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου

Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Δ´- τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Γ´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/12/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-3/

.          Ἀλλ᾽ ἡ περιγραφὴ τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ εἰς τὸν Πατέρα συμπληροῦται διὰ τῆς ἀρνητικῆς εἰκόνος τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Προφανῶς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ὑπογραμμίση ζωηρῶς τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ φαινόμενης συμπεριφορᾶς καὶ μὴ φαινομένης ἐσωτερικῆς ψυχικῆς διαδικασίας ἢ μεταξὺ τυπικῆς θρησκευτικότητος καὶ γνήσιας πνευματικότητος.
.          Ἄλλωστε ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου προσφέρεται ὡς ἀπάντησις πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Γραμματεῖς, λέγοντας «ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς» (15,2). Τὸ πρῶτον δὲ μέρος τῆς παραβολῆς περιγράφει παραστατικῶς καὶ πλήρως τὴν πτῶσιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνάνηψιν αὐτοῦ καὶ ἐπιστροφὴν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα. Ἐνῶ τὸ δεύτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προσωπικότητα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, ὑπογραμμίζει τὰς ψυχολογικὰς καὶ πνευματικὰς συνεπείας τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς ἐπιφανειακῆς θρησκευτικότητος, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι ἐχαρακτήριζον τοὺς κατηγόρους καὶ ἐπικριτὰς τοῦ Κυρίου Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς.
.             Οὕτως ἡ ψυχολογικὴ ἀντίδρασις τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἰς τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐμφανίζει τὰ κάτωθι κύρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα προδίδουν ζωηρῶς τὴν ποιότητα τῆς πνευματικότητος αὐτοῦ.

 α) Ψυχικὴν ἀντίστασιν καὶ ἐπιθετικότητα

.          Καθ᾽ ὃν χρόνον ὁ πρεσβύτερος υἱὸς πλησιάζει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του, ἐπιστρέφων ἐκ τοῦ ἀγροῦ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι κάτι ὅλως ἐξαιρετικὸν καὶ ἔκτακτον συμβαίνει ἐν αὐτῇ. Διὰ τοῦτο ἐρωτᾶ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου τὸν πρῶτον ἴσως ὑπηρέτην, τὸν ὁποῖον συναντᾶ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει, μεταδίδει εἰς αὐτὸν τὴν χαρμόσυνον πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν πατρικὴν κρίσιν, «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
.          Ἡ νεκρανάστασις ἢ παλιγγενεσία αὕτη, ὡς συγκινητικὸν καὶ δὴ συγκλονιστικὸν γεγονός, προκαλεῖ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην εἰς πάντας. Δία τοῦτο εὐλόγως ὁ ὑπηρέτης ἀναμένει τὴν εὐνόητον ἀντίδρασιν. Ἐν τούτοις ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ ὅλως ἀπροσδοκήτως. Εὐθὺς ὡς λαμβάνει τὴν πληροφορίαν ὅτι «ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸ σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν» (στχ. 27), ἀντιδρᾶ ἐπιθετικῶς. Δηλαδὴ «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν».
.             Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ σημαντικὸν καὶ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἡ ἔντονος αὕτη ἁψιθυμικὴ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία, ὡς ψυχικὴ ἀντίστασις, ὁλοκληροῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως αὐτοῦ νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν ἑορτάζοντα πατρικὸν οἶκον, προδίδει ζωηρῶς ἀσυνείδητους διαδικασίας ἐν πλήρει δράσει. Ἑπομένως τὸ ἐρώτημα εἶναι εὔλογον, διατὶ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἀντιδρᾶ οὕτω; Διατὶ ἐκδηλοῖ, οἰονεί αὐτόματον ἐπιθετικότητα; Ἴσως ἡ μόνη δυνατὴ ἀπάντησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν, εἶναι ἡ ἰσχυρὰ ἀπώθησις αἰσθημάτων ἐνοχῆς.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο «ἄψογος» θρησκευτικὸς ἄνθρωπος. Ἦτο αὐστηρῶς προσηλωμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸ ἔργον τοῦ πατρός. Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὴν πλήρη ἀγανακτήσεως μομφὴν πρὸς τὸν πατέρα, τονίζει ἰδιαιτέρως. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον» (στχ. 27). Ἡ ἐπίκλησις τῶν ὑπηρεσιῶν του αὐτῶν καὶ δὴ τῆς ἀπαραβάτου συνεποῦς ἐκτελέσεως τῶν πατρικῶν ἐντολῶν ὑπογραμμίζει ἐξ ἄλλου τὴν τυποκρατικὴν συμπεριφορὰν τοῦ ἀσώτου πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ.
.             Ἐξωτερικῶς καὶ «τυπικῶς» ἦτο ἀφωσιωμένος πρὸς τὸν πατέρα. Ἀλλ᾽ ἀκριβῶς ἡ «ἄψογος» αὕτη θρησκευτικότης καὶ ἀφοσίωσις καθιστᾶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνεξήγητον τὴν ἐπιθετικότητα καὶ τὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ. Ἡ θεώρησις ὅμως τῆς ἀρνητικῆς ταύτης ἀντιδράσεως ὑπὸ τὸ πρίσμα τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν συνδέει τὴν ἐπιθετικότητα πρὸς ἀπωθούμενα αἰσθήματα ἐνοχῆς.
.             Οτως αστηρ κα τρόπον τιν πόλυτος προσκόλλησις ες τος θρησκευτικος τύπους προδίδει πολλάκις νευρωτικν καμψίαν, δηλαδὴ παγίωσιν (Fixierung) εἰς ὡρισμένον τρόπον συμπεριφορᾶς καὶ ψυχικῆς ἐνεργείας. Εἰς πολλὰς δὲ περιπτώσεις πόλυτος προσκόλλησις ατη χρησιμοποιεται ς μυντικς ψυχικς μηχανισμός, φειλομένη ες πώθησιν ασθημάτων νοχς. Δι το τρόπου τούτου μύνεται τ τομον συνειδήτως κατ τς συνειδητοποιήσεως τν ασθημάτων ατν.
.             Ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ἦτο, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀναγεγεννημένου ἀδελφοῦ του, ἠσφαλισμένος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀποκαλύψεως τῶν αἰσθημάτων ἐνοχῆς, τὰ ὁποῖα ἐπιμόνως ἀπωθοῦσε. Ἡ ἀπόλυτος τυπο-κρατική του προσκόλλησις ὑπερήσπιζεν αὐτὸν πλήρως. Ἀλλ᾽ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ, ὡς βιωθεῖσα καὶ συνειδητοποιηθεῖσα ἐνοχή, προκαλεῖ τὴν ἀσυνείδητον ἀντίδρασιν τῆς προσωπικῆς του ἐνοχῆς. Ἐντεῦθεν ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ψυχικὴ ἀντίστασις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὄντως διαμετρικῶς ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν μακροχρόνιον («τοσαύτα ἔτη») συνεπῆ προσφορὰν ὑπηρεσίας πρὸς τὸν πατέρα.
.             Ἡ ἀπώθησις τῆς ἐνοχῆς δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν πνευματικὴν πρόοδον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐνῶ οὗτος ἀπὸ πλευρᾶς «τύπων» ἦτο ἄψογος, ἐσωτερικῶς παρέμενεν ἀκαλλιέργητος καὶ ἀνώριμος, λόγῳ ἀκριβῶς τῶν ἐπιμόνως ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς.

 β) Προβολὴν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

 .             Εἶναι ἰδιαζόντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν ἐπιτίθεται κυρίως κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ πατρός. Διότι πράγματι ἡ ὅλη συμπεριφορὰ αὐτοῦ στρέφεται κατὰ τοῦ πατρός, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπῆρξε «τοσοῦτον» ἀφωσιωμένος, ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Πρὸς τὸν ἀδελφὸν προβάλλει κατ᾽ ἀρχὰς ἀρνητικὴν ψυχικὴν ἀντίστασιν, μὴ θέλων νὰ εἰσέλθη εἰς τὸν πατρικὸν οἶκον καὶ νὰ συνεορτάση διὰ τὸ χαρμόσυνον γεγονὸς τῆς νεκραναστάσεως αὐτοῦ.
.             Ἔπειτα δὲ καὶ ἐπιτίθεται κατ᾽ αὐτοῦ διὰ τῆς περιφρονητικῆς ἀντωνυμίας «οὗτος». Ἀλλὰ κατὰ τοῦ πατρός του ἐκδηλοῖ ἄμεσον ἐπιθετικότητα καὶ κατηγορεῖ αὐτὸν ἐπὶ σκληρότητι καὶ στενοκαρδίᾳ. Οὕτως, ὅταν «ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτὸν» ὁ πατὴρ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν οἰκίαν, οὗτος ἐξαποστέλλει κατ᾽ αὐτοῦ μύδρους ἐνοχῆς. «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (στχ. 29-30).
.             Οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφράζουν πράγματι ζωηρῶς τὰ ἐπιθετικὰ αἰσθήματα τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Κυρίως δὲ αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας διὰ τῶν λόγων τούτων ἀποδίδει εἰς αὐτὸν ὑπογραμμίζουν τὴν ἐνοχὴν τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ὡς εἶναι εὐνόητον, ἡ ἐνοχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀντικειμενικῶς πραγματική. Αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀνυπόστατοι καὶ ἑπομένως συνιστοῦν προβολὴν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ πατρός. Ἡ πρὸς τὸν ἄσωτον ἄφεσις τοῦ πατρὸς προκαλεῖ τὴν δραστηριότητα τῶν ἀπωθουμένων αἰσθημάτων ἐνοχῆς τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ, τὰ ὁποία, ὡς καυστικὰ βέλη, κατευθύνονται πρὸς τὸν πανάγαθον «ἀφέτην», διότι ὁ πατὴρ εἶναι ὁ αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ πρεσβύτερος υἱὸς δὲν δύναται νὰ γευθῆ, ἐπειδὴ ἀκριβῶς, ἐκ λόγων ἀλαζονείας, ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. Οὕτως ἡ πρὸς τὸν πατέρα ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ προβάλλει ὄντως τὴν προσωπικήν του ἐνοχήν.

 γ) Ἐπιθυμίαν ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ

.             Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ εἶναι ἀρνητική, θεωρουμένη ὡς ἐπίθεσις κατὰ τοῦ πατρός. Ἀλλ᾽ ἔχει αὕτη καὶ θετικὸν χαρακτήρα. Ἐκφράζει τὸν μύχιον πόθον τῆς ἀφέσεως τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Ἐπιθυμεῖ οὗτος νὰ τύχει τῆς ἀγαθῆς ἐμπειρίας, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἐβίωσε. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ εἶναι μία ἀσυνείδητος διαμαρτυρία πρῶτον κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βιώσει μίαν τοιαύτην ἐμπειρίαν.
.             Ἡ ἐπιθετικότης, ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης, στρέφεται πρωτίστως κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔνοχος, προβάλλεται δέ, λόγῳ τῆς ἀπωθήσεως, ἐπὶ τοῦ πατρός. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἡ ἐπιθετικὴ συμπεριφορὰ τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ πρὸς τὸν πατέρα ἀποτελεῖ διαμαρτυρίαν κατ᾽ αὐτοῦ, ὅστις ἀκριβῶς εἶναι ὁ μόνος αὐθεντικὸς διαχειριστὴς καὶ χορηγὸς τῆς ἀφέσεως, τὴν ὁποίαν οὗτος διακαῶς ἐπιθυμεῖ. Ἡ ἀμφιδυναμικὴ ὄψις τῆς συμπεριφορᾶς ἢ ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ δικαιώνει ἀσφαλῶς τὴν ἄποψιν τοῦ Caruso, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ νευρωτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι μία ἀπόπειρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς «ὀρθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν».
.             Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπωθεῖ τὴν ἐνοχήν του καὶ ἀντιδρᾶ εἰς τὰς διανθρωπίνας σχέσεις νευρωτικῶς, ἐπιθυμεῖ κατ᾽ οὐσίαν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠθικῆς ὁλοκληρίας τῆς προσωπικότητός του. Κατέστη νευρωτικός, διότι κατέστη νυπόφορος πώθησις τς νοχς ατο. πομένως ες τν σκοτεινν περιοχν τν συνειδήτων διαδικασιν τς προσωπικότητός του πρεσβυτέρου υο πολανθάνει κα λειτουργία τς νοσταλγίας κα τς πιθυμίας τς θικς κεραιότητος κα θωότητος.
.             Ἡ θετικὴ αὔτη ὄψις τῆς ἐπιθετικῆς ἀντιδράσεως τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ σημειοῦται ἐνταῦθα μόνον ὡς δυνατότης πνευματικῆς ἀνανήψεως αὐτοῦ. Ἡ ποιμαντικὴ δὲ σημασία τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ὄντως αὐτονόητος. Ἀλλ᾽ ἡ παραβολὴ τερματίζεται οὕτως, ὥστε ὁ υἱὸς οὗτος νὰ παραμείνη παγιδευμένος εἰς τὴν κατάστασιν τῆς νευρωτικῆς (ἁμαρτωλοῦ) ἀκαμψίας. Διότι ὁ πατὴρ «εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾽ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι . . .» (στχ. 31-32). Κατὰ ταῦτα ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ προβάλλει δύο θρησκευτικοὺς τύπους καὶ συγχρόνως δύο διαδικασίας θρησκευτικῆς βιώσεως.
.          σωτος υἱὸς κα πρεσβύτερος δελφς ατο ποτελον δύο θρησκευτικ βιωματικ σύμβολα, τ ποα συγχρόνως κρύπτουν κα ποκαλύπτουν μίαν πραγματικότητα. Προβάλλουν μίαν ὄψιν καὶ ὑποδηλοῦν μίαν ἀσυνείδητον διαδικασίαν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπογραμμίζουν τ οσιαστικν πρόβλημα το νθρώπου, περ εναι τ πρόβλημα τς νοχς κα ποδεικνύουν θετικς κα ρνητικς τν ρθν λύσιν ατο. Ατη εναι πάντοτε ναγνώρισις κα ποδοχ τς βιωματικς ποστάσεως ατς, ς κριβς μολογεται ες τν 18ον στίχον τς περικοπς.
.          Ἀλλ᾽ ἡ ἀνίχνευσις τῶν ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν καὶ ἡ χειραγώγησις τοῦ νευρωτικοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν βίωσιν τῆς τοιαύτης λύσεως ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τὸν κεντρικὸν στόχον τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου. Ἐν προκειμένῳ δὲ ἡ συμβολὴ τῶν ψυχολογικῶν σπουδῶν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τούτου εἶναι ἀσφαλῶς λίαν προφανής.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Γ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικὴ ἐμβάθυνσις
εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου
Ἰωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Β´Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ-2/

Ϛ΄.  ΒΙΩΣΙΣ ΑΥΤΟΜΕΙΩΣΕΩΣ
ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΕΞΙΑΣ

.          Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς ὑπὸ τοῦ ἀσώτου δὲν τερματίζεται εἰς τὴν παραδοχὴν καὶ τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι μετ τς μολογίας τς νοχς το σώτου πισυνάπτεται κα μολογία τς παρξιακς μπειρίας τς ατομειώσεως κα θικς μειονεξίας. «Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» (στχ. 19).
.          Ἡ ψυχολογικὴ ἀφύπνισις, διὰ τῆς ἐπιστροφῆς εἰς ἑαυτόν, ἄγει τὸν ἄσωτον εἰς τὴν πνευματικὴν νῆψιν, δι᾽ ἧς οὗτος κατανοεῖ τὴν ἀξιολογικὴν βαθμίδα ἐπὶ τῆς ὁποίας κατῆλθε διὰ τῆς ἀσωτείας καὶ τῆς αὐθαιρέτου ἐγκαταλείψεως τῆς πατρικῆς αὐθεντίας. Οὕτως ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας καὶ δὴ τῆς ἐνοχῆς ἐκφράζεται ὡς συναίσθησις αὐτομειώσεως καὶ ἠθικῆς ἢ ἀξιολογικῆς μειονεξίας.

.          Πρόκειται ἐνταῦθα καὶ πάλιν περὶ «ἀρχετυπικῆς» βιώσεως τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐνοχῆς. Εἰς τὰς φυσιολογικὰς δηλαδὴ ἢ νομίμους διαστάσεις, ἡ βίωσις τῆς ἐνοχῆς εἶναι συγχρόνως καὶ βίωσις ἀξιολογικῆς ὑποβαθμίσεως ἢ μᾶλλον ἡ βίωσις τῆς ἐνοχῆς μόνον ὡς τοιαύτη ἀξιολογικὴ ὑποβάθμισις εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθεῖ.

.          Ἐξ ἄλλου εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικόν, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποβάθμισις, ὡς ὑπαρξιακὴ πάντοτε ἐμπειρία, ἰσορροπεῖται βιωματικῶς μὲ ἀνάλογον ἰσχυροποίησιν ἢ ἐπέκτασιν τῆς ἀναγνωρίσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀσώτου τῆς ἐξουσίας τῆς πατρικῆς αὐθεντίας. Ὁ ἄσωτος θὰ εἶναι πλήρως ἱκανοποιημένος, ἐὰν ὁ πατὴρ δεχθῆ αὐτὸν καὶ δὴ οὐχὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς πρὸ τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς πατρικῆς οἰκίας περιόδου, ἀλλὰ ὑπὸ νέους ὅρους, τοὺς ὁποίους καθιστᾶ παραδεκτοὺς ἡ βαθεία συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. «Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

.          Ὁ «συμβιβασμὸς» οὗτος τοῦ ἀσώτου πρὸς νέας συνθήκας ζωῆς καὶ δὴ πρὸς νέους ἀξιολογικοὺς ὅρους ὑπάρξεως ὑπογραμμίζει, ἐκ τῆς ἐπόψεως τοῦ περιεχομένου τῆς ἐσωτερικότητος τῆς προσωπικότητος, τὴν βαθείαν ἀλλαγήν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ἀπεκάλυψεν ἢ κατέστησε πλήρως συνειδητὴν ἡ εἰλικρινὴς συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς.
.          Ἡ τοιαύτη παραδοχὴ ἀλλὰ καὶ ὁμολογία τῆς ἀξιολογικῆς μειονεξίας ἐκ μέρους τοῦ ἀσώτου δεικνύει ἐναργῶς τὴν ἐπιτελεσθεῖσαν οἰονεὶ ψυχολογικὴν (καὶ πνευματικὴν) μετουσίωσιν τοῦ βάθους τῆς προσωπικότητος. Ὡς εἴδομεν δηλαδή, φετηρία τς λης διαδικασίας τς βιώσεως τς μαρτίας σημειώνεται δι μιᾶς κ μέρους το σώτου λαζονικς νεργείας.
.          Οὗτος, αἰσθανόμενος σχεδὸν ὡς ἴσος πρὸς ἴσον, κατὰ τὸν ἀρχικὸν διάλογόν του πρὸς τὸν πατέρα, ἀπαιτεῖ τὸ νόμιμον («τὸ ἐπιβάλον») δικαίωμα αὐτοῦ νὰ διαχειρισθῆ ἀπολύτως ἐλευθέρως τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα. Χειραφετεῖται λοιπὸν ἐκ τῆς πατρικῆς αὐθεντίας καὶ διαχειρίζεται (ἐκδαπανᾶ) τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἐντὸς τοῦ πνεύματος πάντοτε μιᾶς ἀλαζονικῆς διαθέσεως. Ἡ ἐπικρατοῦσα βασικὴ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) ροπὴ εἶναι ἡ τῆς «ἀτομικῆς» αὐθεντίας, δηλαδὴ ἡ ἐγωιστική.
.          Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ροπῆς ταύτης καὶ καθ᾽ ὃν χρόνον ἐξελίσσεται ἡ βίωσις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀξιολογικὴ ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχολογικὴ «συνείδησις» τοῦ ἀσώτου εἶναι πεπληρωμένη ὑπὸ τῆς «προσωπικῆς» ὑπεροχῆς. Τὴν ψυχολογικὴν δὲ (καὶ πνευματικὴν) κατάστασιν αὐτὴν ἀλλάσσει ἄρδην, «μετουσιώνει», ἡ εἰλικρινὴς ἢ αὐθεντικὴ συναίσθησις τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς.
.          Ἔπειτα ἡ διατύπωσις τῆς φράσεως· «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», εἰς προστακτικὸν τόνον (καθικετευτικὸν) ὑπογραμμίζει, ὡς αἴτημα ἀξιολογικῆς ὑποβαθμίσεως, τὴν ἐμπειρίαν τῆς ταπεινώσεως. Ἡ συναίσθησις τῆς ἐνοχῆς, συμφώνως καὶ πρὸς πατερικὰ καὶ ἀσκητικὰ πρότυπα, εἶναι ἡ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) βάσις τῆς βιώσεως τῆς ταπεινώσεως.
.          Καὶ νταῦθα δηλαδ κατανοεται ταπείνωσις χι ς αθαίρετος δικαιολόγητος νοσηρ μειονεξία, λλ πρωτίστως ς κ τς συναισθήσεως τς νοχς προερχομένη μπειρία λλ κα ξίωσις ατομειώσεως κα ξιολογικς πωσδήποτε ποβαθμίσεως. Οτω ταπεινς πράγματι δν εναι κατατρυχόμενος π συμπλεγμάτων μειονεξίας, λόγῳ ψυχικν τραυμάτων κα πωθήσεων, λλ᾽ συναισθανόμενος πλήρως τν νοχν ατο κα ξιν, πως βιώση τν βασικν συνέπειαν ατς, τν ξιολογικν ποβάθμισιν.
.          Διὰ τοῦτο καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ σχετικὴ ἀξίωσις (καθικέτευσις) τοῦ ἀσώτου, «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», ἐκφράζει τὸ βάθος ἀλλὰ καὶ τὰς διαστάσεις τῆς βιώσεως τς ταπεινώσεως, ποία ν τέλει εναι τ αθεντικν ποτέλεσμα τς ελικρινος μετανοίας. Οὕτως εἶναι πράγματι ἡ ψυχολογικὴ (καὶ πνευματικὴ) «μετουσίωσις» οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τῆς δομῆς τῆς ἐσωτερικότητος.
.          Ὁ ἄσωτος βιοῖ πλήρη διαδικασίαν ἐσωτερικῶν ἀλλαγῶν εἰς τὰς σκέψεις, τὰς διαθέσεις καὶ τὰ συναισθήματα αὐτοῦ. Τ κύρια δ σημεα τς λλαγς ταύτης εναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξήρθησαν, ἤτοι: πιστροφ ες αυτν (ἐσωτερικὴ ἀνασύνδεσις τῆς ἀτομικότητος), ξιολογικ παρξιακ ναμέτρησις, συναίσθησις τς νοχς, μολογία ατς, συναίσθησις θικς μειονεξίας κα ταπείνωσις, ὡς θετικὸν πνευματικὸν γεγονός. Τὰ σημεῖα ἀκριβῶς ταῦτα συνθέτουν τὴν ὅλην ψυχολογικὴν (καὶ πνευματικὴν) διαδικασίαν τῆς βιώσεως τῆς μετανοίας.
.          Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην μετάνοια μφανίζεται ς ν δυναμικν ψυχικν κα πνευματικν γεγονός, τ ποον κκινε κ μίας φυπνίσεως κα ὁλοκληροται ες «καινν κτίσιν». Ὁπωσδήποτε δὲ μία τοιαύτη «παλιγγενεσία» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖ προϊὸν μόνον τῆς ἀτομικῆς ἀνθρωπίνης προσπάθειας. Διὰ τοῦτο ὁ μυστηριακὸς χαρακτὴρ τῆς μετανοίας καθιερώνει αὐτὴν ἐγκύρως ὡς ἀναγεννητικὸν βάπτισμα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναδύεται ὁ καινὸς ἄνθρωπος, «ὁ κατὰ Θεὸν κτισθεὶς ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι καὶ ἀληθείᾳ».
.          Τέλος, ὡς πρὸς τὰ κύρια σημεῖα τῆς ψυχικῆς (καὶ πνευματικῆς) διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου, εἶναι χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι ταῦτα κατακλείονται διὰ τῆς πρὸς τὸν πατέρα πορείας καὶ τῆς ἐμπράκτου ὁμολογίας τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. «Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ… εἶπε δὲ ὁ υἱός· Πάτερ ἥμαρτον…» (στχ. 20-21).
.          Τὸ ἰδιάζον νόημα τῆς ὑπογραμμίσεως τῆς πορείας ταύτης ὑπὸ τοῦ Κυρίου δέον ἀσφαλῶς νὰ ἀναζητηθῆ εἰς τὴν σημασίαν τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς προπαρασκευῆς πρὸς ἐξαγόρευσιν τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς, καὶ ἄρα πρὸς ὁμολογίαν τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας. σωτος, φο βίωσε καθ᾽ αυτν πλήρως τν διαδικασίαν τς μετανοίας κα πιστροφς, πορεύθη πρς τν πατρικν οκον προκειμένου νὰ ξαγορεύση ατν κα νώπιον τοῦ πατρς ατο. Μόνον δ τότε μετάνοια ατη καταξιοται ς γκυρον πνευματικν γεγονς λλαγς καὶ ἀναδημιουργίας.
.          Ἐνταῦθα θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπισημάνῆ ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι ἡ παραβολὴ δὲν δίδει μόνον τὴν εἰκόνα τοῦ ἐσωτερικοῦ διαλόγου καθ᾽ ἑαυτόν, τὸν ὁποῖον δηλαδὴ ὁ ἄσωτος ἀνέπτυξε συνομιλῶν μεθ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ προσθέτει, ὡς φυσιολογικὸν στοιχεῖον τῆς ὅλης διαδικασίας τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου, καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ ὑποδεχομένου αὐτὸν πατρός του. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ… καὶ δραμὼν… κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· Πάτερ, ἥμαρτον.» (στχ. 20-21). Οὕτως ἡ μετάνοια τοῦ υἱοῦ, ὡς ἐσωτερικὴ ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ διαδικασία, δὲν παραμένει ὅλως ἀτομικὸν γεγονός, οἰονεὶ βιούμενον ἐντὸς τοῦ «ταμιείου» αὐτοῦ. Ἐξωτερικεύεται πλήρως διὰ ζώσης φωνῆς ἐνώπιον τοῦ πατρὸς καὶ πιθανῶς τῆς συνοδείας αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι εἷς ἄρχων-πατὴρ θὰ ἐπλαισιοῦτο ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν συνάντησιν μετὰ τοῦ υἱοῦ του, ὑπὸ τῶν στενῶν συγγενῶν ἢ τῶν ἀνωτέρων ἢ ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν αὐτοῦ.
.          Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς προφορικῆς ἐξωτερικεύσεως τῆς ὁμολογίας τῆς ἐνοχῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός, ὀφείλει τις ἀναμφιβόλως νὰ ἐπισημάνη τν βασικν ψυχολογικν (κα πνευματικν) λειτουργίαν το μυστηρίου τς ερς ξομολογήσεως, ποία εναι νώπιον τοῦ πνευματικο πατρς ξαγόρευσις τς προσωπικς νοχς. Κα ξ πόψεως δηλαδ ψυχολογικς δν ξαρκε ν κρυπτ συναίσθησις τς προσωπικς νοχς πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς προσωπικότητος ἐκ τῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν αὐτῆς καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. παιτεται ξ ἅπαντος ξωτερίκευσις τς ν λόγῳ νοχς κα δι το προφορικο μετ το πνευματικο πατρς διαλόγου «ποστασιακ» κμηδένισις ατς. Μάλιστα θὰ ἠδύνατό τις νὰ κατανοήση τὸν ἀμφιδυναμικὸν χαρακτήρα τῆς ἐξωτερικεύσεως ὡς κατά-φασιν καὶ συγχρόνως ἐκμηδένισιν τῆς ἐνοχῆς. Ἡ ἐξωτερίκευσις, ὡς προφορικὴ ὁμολογία καὶ παραδοχὴ αὐτῆς, ἀναγνωρίζει τὴν ὑπόστασιν τῆς ἐνοχῆς ὡς γεγονὸς ἀναντίρρητον, ἐνῶ συγχρόνως, ἀκριβῶς ὡς ἀναγνώρισις ἡ ὁμολογία αὕτη ἐκμηδενίζει πράγματι τὴν ὑποστασιακὴν φύσιν αὐτῆς.
.          Βεβαίως ἐνταυθα ἡ μυστηριακὴ λειτουργία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν «ἐξάλειψιν» τῆς ἐνοχῆς, ἀλλὰ καὶ ψυχολογικῶς, ὡς διδάσκει καὶ ὁ ψυχοθεραπευτικὸς διάλογος, ἡ ὁμολογία τῆς ἐνοχῆς ὑπηρετεῖ μέχρις ὁρισμένου σημείου τὴν ἐξασθένισιν τῶν ἀρνητικῶν ἐπὶ τῆς προσωπικότητος συνεπειῶν αὐτῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Β´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Ψυχολογικ μβάθυνσις εἰς τν παραβολὴν το Ἀσώτου

ωάννης Κορναράκης,
ὁμ. καθ. Παν. Ἀθηνῶν

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/11/ἐμβάθυνσις-εἰς-τὴν-τοῦ-ἀσώτ/

Γ´.  Η ΔΙΑΣΠΑΣΙΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΜΟΣ
ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ 

.          «Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι…» (στχ. 13-16). Ἡ ἀποξένωσις ἐκ τῆς ἰδίας ἀτομικότητος διὰ τῆς «φυγῆς» εἰς «χώραν μακρὰν» δὲν ἀποδιοργανώνει ἁπλῶς τὴν προσωπικότητα, τ.ε. δὲν καθιστᾶ ἁπλῶς χαλαρὰς τὰς συνδέσεις τῆς ἐσωτερικότητος. Κυρίως διασπᾶ καὶ διασκορπίζει τὸ «περιεχόμενον» τῆς ἀτομικότητος. Διὰ τῆς φράσεως «καὶ συναγαγὼν ἅπαντα» ἐδηλώθη προηγουμένως φαινομενικῶς τὸ δίκαιον αἴτημα τῆς ψυχολογικῆς (καὶ πνευματικῆς) αὐτοτέλειας. Ἀλλὰ ἡ «ἀποδημία» ἐκ τῆς ἰδίας ἀτομικότητος εἶχεν ὡς ἀναπόφευκτον συνέπειαν τὴν διάσπασιν καὶ τὸν διασκορπισμὸν τῆς προσωπικῆς ὀντότητος (αὐτοτελείας). Ὁ διασκορπισμὸς οὗτος δὲν εἶναι παθητικὴ κατάστασις «ἀποσυνθέσεως» ἀλλὰ δυναμικὸν γεγονός, οἰονεὶ ἐκτίναξις τοῦ «περιεχομένου» τῆς ἀτομικότητος δι᾽ ἐξωστρεφικῆς («κεντρόφυγος») ἐνεργείας εἰς τὴν ἐκτὸς αὐτῆς περιοχήν.
.          Εἶναι ἄξιον προσοχῆς ὅτι ἡ ἐπισήμανσις τοῦ διασκορπισμοῦ τούτου κατὰ τὸν ψυχοθεραπευτικὸν διάλογον χαρακτηρίζεται ὡς πτώχευσις τῆς προσωπικότητος. Αὕτη ἐκδηλοῦται ποικιλοτρόπως ἀλλὰ κατὰ βάσιν σημαίνει ἀπώλειαν ἀνθρωπίνης ἐνεργείας καὶ σπατάλην (δαπάνην) δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ὁ ἄσωτος υἱὸς κατέστη πτωχὸς καὶ «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (στχ. 16).

Δ´.  ΑΦΥΠΝΙΣΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

.          Ὁ ἄσωτος υἱός, διὰ τῆς ἀλογίστου σπατάλης τῆς περιουσίας του, μεταπίπτει εἰς μίαν νέαν ψυχολογικὴν κατάστασιν, ὅλως ἀρνητικοῦ χαρακτῆρος, τὴν στέρησιν (Frustration). Αὕτη παρέχει εἰς αὐτὸν νέας ἐμπειρίας, προκαλεῖ καὶ γεννᾶ διαθέσεις καὶ αἰσθήματα καὶ κυρίως συνθέτει προβληματισμόν, ὁ ὁποῖος ἐγγίζει τὰ μύχια τῆς προσωπικότητός του. Διότι ἡ στέρησις, ὄχι βεβαίως ἐν τῇ φροϋδικῇ ἐννοίᾳ, δὲν προκαλεῖ μόνον συνειδητὰς ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῆς βιώσης ταύτην προσωπικότητος, ἀλλὰ ἀναμοχλεύουσα ἢ δραστηριοποιοῦσα ἀσυνειδήτους διαδικασίας, προκαλεῖ καὶ διεγείρει τὸ βάθος τῆς ἀσυνειδήτου ψυχικῆς περιοχῆς. Ἐν προκειμένῳ δὲ ἡ κυρία κατεύθυνσις τῆς ἐξωτερικῆς ἀντιδράσεως τῆς προσωπικότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῆ ἢ νὰ προβλεφθῆ ἐκ τῶν προτέρων.
.          Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ πονηροῦ δούλου, ἡ στέρησις προκαλεῖ τὴν ἐπιθετικότητα αὐτοῦ. Γενικῶς δὲ ἡ φροϋδικὴ θεωρία, ὡς καί τινες ἑρμηνευτικαὶ τάσεις ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Κοινωνικῆς Ψυχολογίας, συνδέουν ἀρρήκτως τὴν στέρησιν μετὰ τῆς ἐπιθετικότητος. Ἀλλ᾽ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀσώτου υἱοῦ δὲν συμβαίνει τοῦτο. Οὗτος ἀξιοποιεῖ θετικῶς τὴν ἐμπειρίαν τῆς στερήσεως ἀλλὰ καὶ τὰς ἀρνητικὰς ἀντιδράσεις τῆς συμβιώσεως τρίτων εἰς τὸ προσωπικὸν πρόβλημα αὐτοῦ. Διότι, ἐνῶ ἐστερεῖτο καὶ ὑπέφερεν ἐκ τῆς ἐνδείας καὶ τῆς πείνης, φθάσας εἰς τὴν ὅλως ταπεινωτικὴν καὶ ἐξευτελιστικὴν κατάστασιν νὰ ἐπιθυμῆ «γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι», ἐν τούτοις «οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ» (στχ. 16). Τὸ περιβάλλον δὲν ἀνταποκρίνεται, ὡς οὗτος ἀνέμενεν, εἰς τὴν βασικὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεώς του.
.          Διὰ τοῦτο ἀμφότεραι αἱ ἐμπειρίαι τῆς στερήσεως καὶ τῆς ἀρνητικῆς θέσεως τοῦ περιβάλλοντος, ἀσφαλῶς κατόπιν καὶ τῆς λειτουργίας ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν, προκαλοῦν ἐν τέλει τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ἀφύπνισιν τοῦ ἀσώτου. Δηλαδὴ κυρίως μίαν ἀξιολογικὴν κρίσιν ὡς ὑπαρξιακὴν ἀναμέτρησιν. Ἡ βίωσις τοῦ ἀδιεξόδου καὶ τῆς τραγικότητος τῆς ὑπάρξεως (τὸ ἀναποφεύκτως ἐπερχόμενον ταπεινωτικὸν τέλος τοῦ ἀσώτου), ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν καὶ ἀναγνώρισιν τῆς ἰδίας ἀτομικότητος.
.          Εἰς μίαν αὐτοθεώρησιν ντς τραγικν πλαισίων, τ ποῖα μως ποδεικνύονται ς μφιδυναμικ ρεθίσματα. Διότι τὸ ἀδιέξοδον καὶ τὸ τραγικόν, ἐνῶ ὑπογραμμίζουν τὴν ἀθλίαν καὶ ταπεινωτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἄσωτος κατήντησεν, ἀξιοποιοῦνται συγχρόνως θετικῶς ὡς παρξιακ πρίσματα διν οτος θεωρε αυτόν, μλλον δ πιστρέφει ες αυτόν.
.          Διὰ τοῦτο ἡ εὐαγγελικὴ φράσις «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν» δηλοῖ βασικὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν βαθμίδα τῆς διαδικασίας τῆς σωτηρίας τοῦ ἀσώτου, ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλυθεῖ περαιτέρω πλουσίως πρὸς λεπτομερεστέραν παρουσίασιν τῶν συνειδητῶν καὶ ἀσυνειδήτων διαδικασιῶν τοῦ γεγονότος τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν.
.          Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ φράσις «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν» ἀποτελεῖ κυρίως ὑπογράμμισιν τῆς βασικῆς προϋποθέσεως τῆς συναντήσεως τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ συνειδητοποίησις ἢ θεώρησις τῆς ἰδίας ἀτομικότητος ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἁμαρτωλοῦ ὑπάρξεως. Παρὰ τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι μία τοιαύτη ψυχολογικὴ καὶ πνευματικὴ «λειτουργία», ὡς εἶναι ἡ αὐτοθεώρησις, εἶναι συνήθως ἀντικείμενον ἀλλὰ καὶ προϊὸν μόνον μακρᾶς καὶ μεθοδικῆς καὶ ἐπιμόχθου ἐργασίας (ὡς λ.χ. συμβαίνει εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀσκητοῦ), ἐν τούτοις ατοθεώρησις, στω ς μία στιγμιαία λλ᾽ πωσδήποτε σχυρ κα ντονος μπειρία τς δίας τομικότητος, πρέπει ν θεωρται ς φετηρία τς μετ το Θεο συναντήσεως, τ.ἔ. τς μετανοίας.
.          Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τῆς αὐτοθεωρήσεως πρόκειται ἴσως περὶ τῆς διαδρομῆς ὑπὸ τῆς προσωπικότητος μιᾶς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς καμπῆς, ἡ ὁποία ἔχει κυρίως ναντιοδρομικν ἢ ἀναστροφικὸν (regressive) χαρακτήρα.
.          Ὡς καὶ ἀλλαχοῦ ἔχομεν ὑπενθυμίσει, ὁ Jung παρατηρεῖ ὅτι, ὅταν μία ψυχικὴ τάσις ἢ λειτουργία φθάση εἰς τὸ ἄκρον αὐτῆς, ὀφείλει τις νὰ ἀναμένη τὴν ἀντιστροφήν της, δηλαδὴ τὴν μετάθεσίν της εἰς τὴν ἀντίθετον ψυχικὴν ἢ ψυχολογικὴν τροχιάν. Ἡ δυνατότης αὕτη τῆς ἐναντιοδρομίας τῶν ψυχικῶν λειτουργιῶν ἐξηγεῖ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν πῶς ὁ ἄσωτος ἐπέστρεψεν εἰς ἑαυτόν.
.          Ἡ ἐξωστρεφικὴ τάσις ἢ δράσις αὐτοῦ, ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀκρότατον αὐτῆς σημεῖον διὰ τῆς ἐκδαπανήσεως πάσης τῆς περιουσίας αὐτοῦ, μετεστράφη εἰς ἐσωστρεφῆ λειτουργίαν. Ἡ ἐξωστρεφὴς τάσις συνήντησε τὸ τέρμα αὐτῆς εἰς τὰς ἐμπειρίας τοῦ τραγικοῦ καὶ ἀδιεξόδου καὶ μετεστράφη ἐναντιοδρομικῶς καὶ κατ᾽ ἀπόλυτον τρόπον εἰς ἐσωστρεφικὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν λειτουργίαν. Οὕτω δὲ ὁ ἄσωτος εὑρέθη «ἐνώπιος ἐνωπίῳ». Ἐθεώρησε καὶ ἀντελήφθη τὴν πτωχείαν τῆς ἰδίας ἀτομικότητος.
.          Ἡ αὐτοθεώρησις αὕτη καθιστᾶ κυρίως δυνατὴν τὴν ἀξιολογικὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπισφραγίζει ἐγκύρως τὸ γεγονὸς τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς ἀφυπνίσεως τοῦ ἀσώτου. Ἄνευ τῆς ἐπιστροφῆς ταύτης, πᾶσα ἀξιολογικὴ κρίσις ἔχει μόνον θεωρητικὴν ἀξίαν, ὡς στοχασμὸς ἢ «μηχανικὴ» κρίσις. Διότι συμφώνως πρὸς ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐλέχθη, μόνον ἡ αὐτοθεώρησις αὕτη καθιστᾶ τὴν ἀξιολογικὴν κρίσιν γόνιμον ὑπαρξιακὴν ἐμπειρίαν. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὁ ἄσωτος «εἰς ἑαυτὸν ἐλθών», εἶπε «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπολλυμαι» (στχ. 17).
.          Ἡ ἀξιολογικὴ αὕτη κρίσις ἐκφέρεται ὡς ὑπαρξιακὴ ἐμπειρία μιᾶς μεθοριακῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς καταστάσεως. σωτος βιο τν μεθοριακν κατάστασιν τς δυνατότητος. Ἀνακαλύπτει δηλ. διὰ τῆς αὐτοθεωρήσεως διέξοδον ἐκ τοῦ τραγικοῦ. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον κυρίως βιοῖ οὗτος ὡς μεθοριακὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία προσφέρει διέξοδον, εἶναι ἡ ἀνάμνησις τῆς ἐξαρτήσεως ἐκ τῆς πατρικῆς αὐθεντίας, ἐκ τῆς ὁποίας οἰκείᾳ βουλήσει ἀπεγαλακτίσθη ψυχολογικῶς καὶ πνευματικῶς. Τ κέντρον τς ξιολογικς κρίσεως δν εναι ο περισσεύοντες ρτοι τν μισθίων τοῦ πατρός, λλ᾽ ατς οτος πατρ ς αθεντία.
.          Ὁ πατὴρ προσφέρει τὰ πλούσια ἀγαθὰ καὶ τὴν ἀσφάλειαν, εἰσέτι καὶ εἰς τοὺς ὑπηρέτας αὐτοῦ. Ἑπομένως ἡ ἐναντιοδρομικὴ πορεία πρέπει νὰ τερματισθεῖ ἐνώπιόν τοῦ πατρός. σωτος υἱὸς ναγνωρίζει τ παρξιακν νόημα τς ξαρτήσεως κ τς πατρικς αθεντίας. μπειρία ατη προκύπτει κ τς θετικς ξιοποιήσεως τς βιώσεως τς μαρτίας ς «τραγικο» κα «διεξόδου».

Ε΄.  ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ
ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

.          Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ ὑπαρξιακοῦ νοήματος τῆς ἐξαρτήσεως ἐκ τῆς πατρικῆς αὐθεντίας ἐκφράζεται ὡς τελικὸν στάδιον τῆς ὅλης διαδικασίας τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς ἀφυπνίσεως τοῦ ἀσώτου εἰς τοὺς λόγους· «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (στίχ. 18). Εἶναι ἄξιον προσοχῆς ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἐκφέρονται ἀμέσως μετὰ τὴν «ἐπιστροφὴν εἰς ἑαυτὸν» τοῦ ἀσώτου υἱοῦ.
.          Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ συνειδητοποίησις καὶ κυρίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς προσωπικῆς ἐνοχῆς ἀποβαίνει δυνατὴ μόνον μετὰ τὴν ψυχολογικὴν ἀφύπνισιν τῆς προσωπικότητος, τ.ἔ. τὴν αὐτοθεώρησιν ἢ θεώρησιν τῆς ἰδίας ἀτομικότητος. Ες τν κατάστασιν τς φυγς τς πωθήσεως δν εναι δυνατν ν βιωθῆ αθεντικ συνειδητοποίησις τς νοχς.
.          Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὑπογραμμίσωμεν τὴν μεθοδολογικὴν συνέπειαν τῆς προϋποθέσεως τῆς αὐτοθεωρήσεως ὡς ὄρου ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐνοχῆς. Οἱ στίχοι δηλονότι 17 καὶ 18 κέκτηνται ἰδιάζουσαν σημασίαν, διότι καθιερώνουν τὴν «ἐπιστροφὴν εἰς ἑαυτόν», ὡς προϋπόθεσιν τῆς βιώσεως τῆς συναισθήσεως τῆς ἐνοχῆς, καὶ ἐπιβάλλουν τὴν ἀνάλογον μέθοδον τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος τῆς ἐνοχῆς εἰς πᾶσαν περίπτωσιν.
.          Ἐνταῦθα ἡ ὑπόμνησις τῆς βασικῆς ἐπιδιώξεως τοῦ ψυχοθεραπευτικοῦ καὶ δὴ τοῦ ψυχαναλυτικοῦ διαλόγου εἶναι ὁπωσδήποτε χρήσιμος. Διότι ὁ διάλογος οὗτος ἐπιδιώκει πρωτίστως τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ νευρωτικοῦ καὶ γενικῶς τοῦ ἐσωτερικῶς διχασμένου ἀνθρώπου εἰς τὴν θεώρησιν τῆς ἰδίας ἀτομικότητος. Ὅταν τοῦτο ἐπιτυγχάνεται, ὁ ἀσθενὴς παραδέχεται ἄνευ ἀντιστάσεως τὸ εἶδος τοῦ ἐσωτερικοῦ του προβληματισμοῦ. Ἑπομένως καὶ μέθοδος ν τ μυστηρίῳ τς ερς ξομολογήσεως φείλει ν συμμορφωθῆ πρς τν ρχετυπικν διαδικασίαν τς παραδοχς κα μολογίας τς νοχς π το σώτου υο.
.          ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, μετὰ μίαν στιγμιαίαν ἔστω βίωσιν μιᾶς ψυχολογικῆς ἀφυπνίσεως, ὡς ἐμπειρίας αὐτοθεωρίας, πρέπει νὰ χειραγωγεῖται ὑπὸ τοῦ πνευματικοῦ εἰς τὴν συνειδητοποίησιν καὶ ἀναγνώρισιν (ὁμολογίαν) τῆς προσωπικῆς του ἐνοχῆς. Ἄνευ τῆς προϋποθέσεως ταύτης, ἡ ἐπισυμβαίνουσα παραδοχὴ καὶ ὁμολογία τῆς ἐνοχῆς δέον νὰ θεωρεῖται, ἐκ μέρους τοῦ ποιμένος, ὡς τυπικὴ ἢ μηχανικὴ ὁμολογία, ἄνευ ἰδιαιτέρου ὑπαρξιακοῦ θρησκευτικοῦ νοήματος.

, , ,

Σχολιάστε