Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐνανθρώπηση

ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ καὶ ΜΕΤΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΧΩΡΙΣ ΥΠΕΡΚΟΣΜΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Ναύπακτος, Χριστούγεννα 2021

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος

Ἱερόθεος
ἐλέῳ Θεοῦ Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης
τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου

Πρός
τούς Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.                     Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μοῦ δίνει τήν εὐκαιρία νά ἐπικοινωνῶ μαζί σας γιά νά σᾶς εὐχηθῶ καί νά χαρῶ μέ σᾶς, ἀναφερόμενος στήν μεγάλη θεολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
.                     Αἰσθάνομαι ὅτι πολλοί ἄνθρωποι, καί κυρίως ὅσοι εἶναι εὐαίσθητοι ψυχολογικά, σέ καιρούς πού ἐπικρατοῦν στήν κοινωνία δύσκολες καταστάσεις ἀπό κοινωνικές ἀστάθειες, ἀπό διχασμούς καί ἀναστατώσεις, ἀπό σωματικές καί ψυχικές ἀσθένειες, ἀπό ποικιλόμορφες πλάνες, καταφεύγουν στήν ἀνάγνωση μιᾶς σοβαρῆς ποίησης γιά νά βροῦν μιά ἐσωτερική ἰσορροπία καί ἕνα διαφορετικό νόημα ζωῆς.
.                     Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί σέ παρόμοιες καταστάσεις πού ἐπικρατοῦν γύρω μας, σέ ἀμφισβητήσεις τῶν πάντων, καταρρεύσεις προσώπων καί πραγμάτων πρέπει νά καταφεύγουμε στήν δική μας λατρευτική ποίηση, τήν ὁποία συνέγραψαν ἅγιοι ὑμνογράφοι καί ποιητές, πού εἶχαν ὑψηλό νόημα τῶν πραγμάτων. Κι ἄν, ὅπως λέει ὁ ποιητής, «ἡ ποίηση δέν μᾶς ἀλλάζει τήν ζωή», ὅμως ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, τά τροπάρια πού ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία εἶναι γεμάτα ὑψηλό θεολογικό νόημα πού ἠρεμεῖ καί γλυκαίνει τήν καρδιά μας καί ἀκόμη τῆς δίνει μιά ἔνταση πνευματική γιά ὑψηλές πτήσεις πρός τήν ὑπερκόσμια Ἀποκάλυψη τήν ὁποία μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστός.
.                     Μιά τέτοια ὑπερκόσμια ποίηση συναντᾶ κανείς στόν ἅγιο Ρωμανό τόν Μελωδό, ὁ ὁποῖος, μεταξύ τῶν πολλῶν Κοντακίων πού συνέταξε, ἔχει καί ἕνα Κοντάκιο πού ἀναφέρεται στήν ἁγία καί πάνσεπτη Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Ρωμανός ὁ Μελωδός ἔδρασε κατά τό πρῶτο μισό τοῦ 6ου αἰώνα καί εἶναι ἀπό τούς μεγαλύτερους ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος δίκαια θεωρήθηκε ὡς «ὁ Πίνδαρος τῆς ρυθμικῆς ποίησης».
.                     Τό «προοίμιον» τοῦ Κοντακίου αὐτοῦ τό ψάλλουμε μέχρι σήμερα καί εἶναι τό γνωστό τροπάριο: «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει καί ἡ γῆ τό σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει· ἄγγελοι μετά ποιμένων δοξολογοῦσι, μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾽ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός».
.                     Σέ αὐτόν τόν ὕμνο ἀναφέρεται τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά συγχρόνως παρουσιάζεται ἡ παγκόσμια ἑορτή ὅλης τῆς κτίσεως καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων γιά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «νέου παιδίου», πού εἶναι «ὁ πρό αἰώνων Θεός». Ἡ πτωχεία τοῦ σπηλαίου εἶναι δεκτική τοῦ μυστηρίου, τό ὁποῖο ὁ ὕμνος συνοψίζει χρησιμοποιώντας ἀντιθετικά ἤ μᾶλλον συμπληρωματικά ζεύγη συνδέοντας ἔτσι τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια, δηλαδή τό γήϊνο σπήλαιο ὑποδέχεται τόν ἀπρόσιτο, οἱ ἐπουράνιοι ἄγγελοι συνυπάρχουν μέ τούς ποιμένες, ὁ οὐράνιος ἀστήρ μέ τούς μάγους.
.                     Ποιός μπορεῖ, ψάλλοντας αὐτόν τόν ὕμνο, νά παραμένη στίς ἐνδοκόσμιες ἀπογοητεύσεις πού προέρχονται ἀπό τούς ἄρρωστους ψυχικά καί διανοητικά ἀνθρώπους; Ποιός μπορεῖ νά παραμένη ἀσυγκίνητος ἀπό τήν ἔλευση τοῦ «νέου παιδίου» πού εἶναι καί «πρό αἰώνων Θεός», τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν ἀποστάτη κόσμο;
.                     Σέ ὅλο αὐτό τό Κοντάκιο τοῦ ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, μέ τρόπο μοναδικό, ὑψηλό, τρυφερό καί εὐαίσθητο σέ 24 τροπάρια παρουσιάζεται μέ ἐκπληκτικό καί ποιητικό τρόπο ὁ ἀπόρρητος διάλογος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ τόν Χριστό, ἀμέσως μετά τήν Γέννησή Του μέσα στό σπήλαιο καί τήν φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων. Συγχρόνως, περιγράφεται καί ὁ διάλογος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ τούς Μάγους τῆς Ἀνατολῆς πού προσῆλθαν γιά νά προσκυνήσουν τόν νέον Βασιλέα.
.                     Ὑπέροχος εἶναι ὁ ὕμνος στόν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ Παρθένος Μαρία νά βρίσκεται σέ φτώχεια, μέσα στό σπήλαιο καί ὅμως νά ἀπορῆ γιατί ἐρωτεύθηκε ὁ Χριστός τό Σπήλαιο καί χάρηκε τήν Φάτνη. Θά ἐκτεθῆ αὐτός ὁ ὕμνος  στήν γλῶσσα πού τόν ἔγραψε ὁ ἅγιος Ρωμανός, γιά νά χαροῦμε καί τήν ρυθμική γλῶσσα καί ἔπειτα θά παρατεθῆ σέ μετάφραση. Γράφει:

«Ὑψηλέ βασιλεῦ, τί σοι καί τοῖς πτωχεύσασι;
ποιητά οὐρανοῦ τί πρός γηΐνους ἤλυθας;
σπηλαίου ἠράσθης ἤ φάτνῃ ἐτέρφθης;
Ἰδού οὐκ ἔστι τόπος τῇ δούλῃ σου ἐν τῷ καταλύματι∙
οὐ λέγω τόπον, ἀλλ’ οὐδέ σπήλαιον,
ὅτι καί αὐτό τοῦτο ἀλλότριον∙
καί τῇ μέν Σάρρᾳ τεκούσῃ βρέφος
ἐδόθη κλῆρος γῆς πολύς, ἐμοί δέ οὔτε φωλεύς·
ἐχρησάμην τό ἄντρον, ὅ κατῴκησας βουλήσει
παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός».
.                     Ἡ μετάφραση τοῦ ὕμνου αὐτοῦ, πού εἶναι λόγος τῆς Παναγίας Μητέρας στόν νεογέννητο Χριστό, ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ὑψηλέ βασιλεῦ, ποιά σχέση ἔχεις Ἐσύ μέ ἐμᾶς πού πτωχεύσαμε;
Δημιουργέ τοῦ οὐρανοῦ, γιατί ἦλθες σέ μᾶς τούς γήϊνους;
Ἐρωτεύθηκες τό σπήλαιο ἤ εὐφράνθηκες μέ τήν φάτνη;
Ἰδού δέν βρίσκεται τόπος στήν δούλη σου σέ αὐτόν τόν χῶρο.
Δέν λέω μόνο τόπο, ἀλλά οὔτε καί σπήλαιο,
γιατί καί αὐτό ἐδῶ εἶναι ξένο·
Καί στήν μέν Σάρρα, ὅταν γέννησε βρέφος,
δόθηκε κληρονομιά μεγάλη, σέ μένα ὅμως οὔτε φωλιά·
χρησιμοποίησα τό Σπήλαιο πού μέ τήν βούλησή Σου κατοίκησες Ἐσύ,
Νέο παιδίον, ὁ πρό τῶν αἰώνων Θεός».

.                     Σέ αὐτό τό ὑπερφυές ποίημα φαίνεται ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει κάθε λόγο καί κάθε ποίηση, εἶναι ἄρρητο γεγονός, γι’ αὐτό ἀκόμη καί ἡ ποίηση δέν μπορεῖ νά τήν πλησιάση, ὡστόσο εἶναι αὐτή πού κυρίως μπορεῖ νά ἀποτυπώση κάθε τί ἀπρόβλεπτο καί ἀνατρεπτικό καί ὁ ἄνθρωπος μέ τόν ποιητικό λόγο καί τήν ρυθμική διατύπωσή του συντονίζεται λίγο στό ἄρρητο καί ἀπερίγραπτο αὐτό μυστήριο.
.                     Καί πάλι τά ζεύγη τῶν ἀντιθέσεων ἐξυπηρετοῦν τήν ἀπεικόνιση τοῦ μυστηρίου. Ὁ Χριστός εἶναι «παιδίον νέον» καί συγχρόνως «ὁ πρό αἰώνων Θεός», εἶναι βασιλεύς οὐράνιος καί ἔρχεται στούς γήϊνους. «Ἐρωτεύεται» τό σπήλαιο, εὐφραίνεται τό νά εἶναι στήν φάτνη, ζῆ μέ τούς πτωχούς καί ταπεινούς. Ὁ χῶρος τῆς φανέρωσής Του, μέσα ἀπό τόν μονόλογο τῆς Θεοτόκου πού ἐκφράζει τήν ἀπορία της, προσδιορίζεται κλιμακωτά: δέν ὑπάρχει τόπος, «οὐδέ σπήλαιον», «οὔτε φωλεύς». Καί ἐμεῖς πού «ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα» καί ὁμοιωθήκαμε μέ τά ἄλογα ζῶα ὡς πρός τίς πράξεις μας, βλέπουμε δίπλα μας τόν Θεάνθρωπο Χριστό. Αὐτό δείχνει τήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.                     Ζοῦμε σέ μιά δύσκολη καί ταραγμένη ἐποχή, ὄχι, βέβαια, χειρότερη ἀπό τήν ἐποχή στήν ὁποία γεννήθηκε καί ἔζησε ὁ Χριστός. Βλέπουμε δίπλα μας τήν κατάρρευση πολλῶν θεωριῶν, καταστάσεων, στίς ὁποῖες ἐπικρατεῖ ὁ φόβος τοῦ θανάτου, ἡ πλάνη τῶν παντοειδῶν σωτήρων, ἡ ἐκκοσμίκευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ ὀρθοδόξου ἀνθρωπισμοῦ. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι ζοῦμε σέ μιά ἐποχή πού οἱ Χριστιανοί ζοῦν καί συμπεριφέρονται προχριστιανικά καί μεταχριστιανικά, σάν νά ζοῦμε πρό Χριστοῦ, καί σάν νά εἴμαστε σέ μιά κοινωνία μεταχριστιανική,  πού τό Εὐαγγέλιο κοινωνικοποιεῖται καί ἐμεῖς ἔχουμε χάσει τήν ὑπερκόσμια προοπτική του.
.                     Σέ αὐτήν τήν ἐποχή πού ὅλα ὑποβαθμίζονται, κυρίως ἡ Ἀποκάλυψη πού ἔφερε στόν κόσμο ὁ Χριστός, ἡ Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τήν ὑμνογραφία καί τήν ζωή της, κτυπᾶ τίς «ὑψηλές νότες», ὁμιλεῖ γιά τό Νέο πού ἦλθε στόν κόσμο μέ τόν Χριστό, καί γιά τό ὅτι κάθε ἀπόγνωση μπορεῖ νά γεμίση μέ τό νέο, τό ὑψηλό, τό ἀπόρρητο, τήν ἴδια τήν αἰωνιότητα, τόν Χριστό.
.                     Εὔχομαι σέ  ὄλους σας «τό παιδίον νέον καί πρό αἰώνων Θεός» νά γεμίση τήν πνευματική μας φτώχεια ἀπό τόν δικό Του πλοῦτο, ὅπως τό ψάλλουμε στήν δική μας ὑπερκόσμια ἐκκλησιαστική ποίηση. Ἄς ἀγαπήσουμε τήν ἐκκλησιαστική μας ποίηση γιά νά καταλάβουμε τήν ζωή τοῦ Ποιητοῦ τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς καί νά γεμίσουμε ἀπό ὑπερκόσμια ζωή. Ἄς τήν ἀκούσουμε σάν κάτι καινούργιο, ἀποβάλλοντας τήν συνήθεια καί ἄς ἀποκαθηλώσουμε τά στεγανά ἀνάμεσα στήν λειτουργική ζωή καί τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν προσωπική μας ζωή. Τό χρειαζόμαστε αὐτό γιά νά ἀποκτήσουμε σταθερότητα στήν πίστη στόν Χριστό.

Μέ πατρική ἀγάπη καί εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

, , , ,

Σχολιάστε

«ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ»

Μήνυμα Χριστουγέννων 2021
τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου

Ἀδελφοί μου καὶ παιδιά μου ἀγαπητά,

«Δι᾽  ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς»

.                    Πανηγυρίζει σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας κι ἐμεῖς ὅλοι καλούμαστε νὰ συλλάβουμε μία νέα πραγματικότητα σὲ σχέση μὲ τὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου καὶτῆς ἱστορίας του: «Χριστὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», διακηρύσσει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, ὥστε νὰ καταστήσει ἐμᾶς ὅλους κατὰ χάριν θεούς. Γεννιέται ἀνάμεσά μας, ὅπως κάθε ἄνθρωπος, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ νεογέννητου βρέφους.
.                    Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς περιγράφει τοῦτο τὸ γεγονὸς στὸ ἐφύμνιο τοῦ Κοντακίου τῶν Χριστουγέννων: «Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός». Οἱ λέξεις αὐτές, «παιδίον νέον» καὶ«Θεός», εἶναι οἱ πλέον ἀποκαλυπτικὲς γιὰ τὸ μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Τὸ παιδὶ ποὺ γεννιέται στὸν κόσμο μας δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸν «πρὸ αἰώνων Θεόν», δηλαδὴ τὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ ποιητικὴ εὐαισθησία τοῦ ὑμνωδοῦ δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ πεῖ ἁπλῶς ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Προτάσσει τὴν ἰσχυρότατη εἰκόνα τοῦ παιδιοῦ ἐκείνου, τοῦ νηπίου (ποὺ δὲν ἐκφέρει ἔπος), ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει. Ὁ Θεὸς εἰσέρχεται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δίχως νὰ στηρίζεται στὴ δύναμη τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐξουσίας, διότι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ εἶναι προϊὸν τῆς θείας ἀγάπης.
.                    Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὅταν εὑρίσκεται σὲ ὁριακὲς καταστάσεις, στὶς ὁποῖες συχνὰ ὁ ἴδιος ἔχει ὁδηγήσει τὸν ἑαυτό του, ὅπως εἶναι αὐτὲς τῶν συγχρόνων καιρῶν, ἐπιζητᾶ διαρκῶς νὰ ἔχει ἐξωτερικὴ δύναμη καὶ ἰσχύ. Θέλει νὰ στηρίζεται στὸ κύρος τῆς ὅποιας θέσης του καὶ ἐπιδιώκει τὴν κάθε μορφῆς ἐξουσία, χρησιμοποιώντας τὴν ἀνάγκη καὶ τὸν φόβο μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ κυριαρχήσει στὸν συνάνθρωπό του. Ἡ τραγωδία του, ὅμως, εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς: νὰ ζεῖ στὴν αὐταπάτη ὅτι ἡ ὑποταγή του στὴ δύναμη τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀνάγκης, καὶ ἡ ταυτόχρονη χρησιμοποίησή τους ἐναντίον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, μπορεῖ νὰ τὸν κάνει παντοδύναμο. Καὶ δὲν διστάζει νὰ ἐκποιεῖ ὁ,τιδήποτε,  ἀκόμη καὶ ἱερό, γι᾽ αὐτὴν τὴν αὐταπάτη, ἀκόμη κι αὐτὴν τὴν ἴδια τὴζωή του καὶ τὴ ζωὴ τῶν συνανθρώπων του.
.                    Τὸ «παιδίον Θεός», ὅμως, ἔρχεται γιὰ νὰ μᾶς ἀπελευθερώσει ἀπὸ κάθε ἀπάτη καὶαὐταπάτη. Ὁ Ἴδιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸ κύρος καὶ τὴν ἐξουσία Του: «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ», ἀλλὰ προσφέρεται καὶ προσφέρει: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών». Δὲν ὑπολογίζει κόστος καὶ γι᾽ αυτὸ δὲν παραμένει κλεισμένος καὶ ἀπομονωμένος στὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ μεγαλείου τῆς Θεότητός Του, ἀλλὰ συγκαταβαίνει. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ, τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἀνακαινίζει μὲ τὴ θεότητά Του, τὴν ἀναπλάθει καὶ τῆς χαρίζει «τὸ περισςὸν τῆς ζωῆς». Ἡ θεία ταπείνωση λειτούργησε ὡς ἰσχυρὸ ἀντίδοτο κατὰ τῆς ἀνθρώπινης ἔπαρσης, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας. Συγκλονιστικὸς εἶναι ὁλόγος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅταν περιγράφει αὐτὴν τὴ συγκατάβαση ὡς ἄδειασμα – κένωση τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι γεμάτος ἀδειάζει· διότι ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξα του γιὰ λίγο καιρό, ὥστε νὰ γευθῶ ἐγὼ τὴν πληρότητά του». Χωρὶς αὐτὴν τὴν κένωση τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀσύλληπτη γιὰ τὸν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συντελεσθεῖ ἡπλήρωση – θέωση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀδελφοί μου καὶ παιδιά μου,

.                    Ἡ θεία κένωση ἀπὸ τὸ ταπεινὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ πρέπει ν’ ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλές μας πρότυπο στὴ σχέση μας μὲ τοὺς ἄλλους. Χρειάζεται διαρκὴς ἀγώνας γιὰ προσφορὰ ἀγάπης, θυσίας,  ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου καὶ τῶν ἀναγκῶν του, ἔκ – σταση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας γιὰ χάρη τῶν ἄλλων.
.                    Ἰδιαίτερα στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύουμε, στὴν ἀνασφάλεια, τὸν πόνο, τὴ θλίψη, τὸν φόβο καὶ τὸν θάνατο, ἂς μὴν παύσουμε νὰ παραμένουμε ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον μὲ ἀγάπη, ἐλπίδα, κατανόηση καὶ ὑπομονή, στηρίζοντας, προσέχοντας καὶ διαφυλάσσοντας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους», κυρίως ὅμως, ἐναποθέτοντας τὴν ἐλπίδα μας στὸν Γεννηθέντα Κύριο.
.                    Ἂς ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς μεταξύ μας ἑνότητος, παραμένοντας μακριὰ ἀπὸ κάθε εἴδους ἀκρότητες καὶ φανατισμοὺς καί, πρωτίστως, ἂς παραμένουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Προαιώνιο Θεό, τὸν Παλαιὸ τῶν Ἡμερῶν, ὁ ὁποῖος νηπιάζει γιά μᾶς, παραμένει μαζί μας καὶ μᾶς προσφέρεται μέσα ἀπὸ τὴ συμμετοχή μας στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν Ἁγία Ἐκκλησία.
.                    Μόνο ἔτσι θὰ ἑορτάσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, προσεγγίζοντας τὸ «καινὸ» καὶ μέγα μυστήριο καὶ ἀνακαινίζοντας τὴν ζωή μας.
.                    Σᾶς εὔχομαι χρόνια πολλά, ἁγιασμένα καὶ πανευφρόσυνα, γεμάτα ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Σαρκωθέντος Χριστοῦ μας.

Μὲ πολλὴ πατρικὴ ἀγάπη
Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

ΠΗΓΗ: iaath.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΥΠΕΡ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΓΕΓΟΝΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» (Πατριαρχικὴ Ἀπόδειξις ἐπὶ τοῖς Χριστουγέννοις 2021)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοί συλλειτουργοί καί εὐλογημένα τέκνα,

.                         Φθάσαντες καί πάλιν εἰς τήν πάμφωτον ἑορτήν τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος Χριστοῦ, δοξάζομεν ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις τό ὑπερουράνιον ὄνομα Αὐτοῦ. Ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον», τό ὑπέρλογον «ἀεὶ μυστήριον» τῆς θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ὁ Θεός, ὡς λέγει μέ ὑπέροχον τρόπον ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ὡς φιλάνθρωπος ἐκ τῆς ἀνθρώπου οὐσίας ἀληθῶς ἄνθρωπος γεγονώς, τὸν τοῦ πῶς ἄνθρωπος γέγονε τρόπον μένει διὰ παντὸς ἔχων ἀνέκφαντον· ὑπὲρ ἄνθρωπον γὰρ γέγονεν ἄνθρωπος»[1].
.                         Ἡ θεία Ἐνσάρκωσις, ὁμοῦ μετά τῆς φανερώσεως τῆς ἀληθείας περί τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτει καί τήν ἀλήθειαν καί τόν τελικόν προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου, τήν κατά χάριν θέωσιν. Θεολογικώτατα, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστός «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν»[2]. Ἔκτοτε, ὁ τιμῶν τόν Θεόν ὀφείλει νά σέβεται καί τόν ἄνθρωπον, καί ὁ ὑποτιμῶν τόν ἄνθρωπον ἀσεβεῖ πρός τόν Θεόν, τόν προσλαβόντα τήν ἡμετέραν φύσιν. Ἐν Χριστῷ, ὁ λόγος τῆς θεολογίας περί τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐν ταὐτῷ καί λόγος περί τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἔνσαρκος Θεία Οἰκονομία ἀναιρεῖ ὁριστικῶς τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὡς δυνάστου, τιμωροῦ καί ἀντιπάλου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός εἶναι πανταχοῦ, πάντοτε καί ἐν παντί ἡ ἄρνησις τῆς ἀρνήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ὑπερασπιστής τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ σάρξ τήν ὁποίαν ἀνέλαβεν ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ[3], ἐκπροσωπεῖ, ἐκφράζει καί διακονεῖ αὐτό τό πανσωστικόν μυστήριον τῆς θεανθρωπινότητος.
.                         Μέ λάβαρον τήν ἐν Χριστῷ «ἄλλην πλᾶσιν» τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀνακαίνισιν συμπάσης τῆς κτίσεως, ἡ Ἐκκλησία δίδει καί σήμερον τήν καλήν μαρτυρίαν ἔναντι ὅλων τῶν ἐξελίξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, βιοῦσα καί κηρύττουσα τήν ἀλήθειαν τῆς γνησίας πνευματικῆς ζωῆς καί τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης. Διδοῦσα λόγον «περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[4], οὐδόλως θεωρεῖ τόν σύγχρονον πολιτισμόν ὡς τήν νέαν ἁμαρτόζωον Νινευί, ἐπικαλουμένη ὡς ὁ Ἰωνᾶς τήν θείαν μῆνιν ἐπ᾿ αὐτόν καί τόν ἀφανισμόν του, ἀλλά ἀγωνίζεται διά τήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσιν αὐτοῦ. Ἀπαιτεῖται εἰς τήν ἐποχήν μας ποιμαντική φαντασία, διάλογος ὄχι ἀντίλογος, μετοχή ὄχι ἀποχή, συγκεκριμένη πρᾶξις ὄχι ἀπόκοσμος θεωρία, δημιουργική πρόσληψις ὄχι γενική ἀπόρριψις. Ὅλα αὐτά δέν λειτουργοῦν εἰς βάρος τῆς πνευματικότητος καί τῆς λατρευτικῆς ζωῆς, ἀλλά ἀναδεικνύουν τήν ἀδιάσπαστον ἑνότητα τῆς λεγομένης «καθέτου» καί «ὁριζοντίου» διαστάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί μαρτυρίας. Πιστότης εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἐγκλωβισμός εἰς τό παρελθόν, ἀλλά ἀξιοποίησις τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος προσφυῶς ἐν τῷ παρόντι.
.                         Καί κατά τό παριππεῦον ἔτος, ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ Covid – 19 ἐταλάνισε τήν ἀνθρωπότητα. Δοξάζομεν τόν Θεόν τοῦ ἐλέους, τόν κρατύναντα τούς εἰδικούς ἐπιστήμονας εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀποτελεσματικῶν ἐμβολίων καί ἄλλων φαρμάκων διά τήν ἀντιμετώπισιν τῆς κρίσεως καί καλοῦμεν ὅσους πιστούς δέν ἔχουν ἀκόμη ἐμβολιασθῆ νά τό πράξουν, πάντας δέ νά ἀκολουθοῦν τά προτεινόμενα ὑπό τῶν ὑγειονομικῶν ἀρχῶν μέτρα προστασίας. Ἡ ἐπιστήμη, ἐφ᾿ ὅσον λειτουργεῖ ὡς διάκονος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι πολύτιμον δῶρον τοῦ Θεοῦ. Ὀφείλομεν νά δεχώμεθα εὐγνωμόνως τό δῶρον καί νά μή παρασυρώμεθα ἀπό τάς ἀνευθύνους φωνάς τῶν μή ἐπαϊόντων καί τῶν αὐτοανακηρυχθέντων εἰς ἐκπροσώπους τοῦ Θεοῦ καί τῆς γνησίας πίστεως «πνευματικῶν συμβούλων», αὐτοαναιρουμένων ὅμως οἰκτρῶς, λόγῳ τῆς ἀπουσίας ἀγάπης πρός τόν ἀδελφόν, τήν ζωήν τοῦ ὁποίου ἐκθέτουν εἰς μέγαν κίνδυνον.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα,

.                         Μέ ἀμετακίνητον πίστιν ὅτι τήν ζωήν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν καί τήν πορείαν τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης κατευθύνει ὁ Θεός τῆς σοφίας καί τῆς ἀγάπης, προσβλέπομεν εἰς ἕν αἴσιον 2022, τό ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐξωτερικῶν δεδομένων καί τῶν ἐξελίξεων, θά εἶναι δι᾿ ἡμᾶς πάντας ἔτος σωτήριον, ἐφ᾿ ὅσον καί κατ᾿ αὐτό τήν πορείαν τῶν πραγμάτων κατευθύνει ὁ φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν Χριστός, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» [5].
.                         Τοῦ Κυρίου εὐδοκοῦντος, κατά τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Ἑβδομάδα τοῦ ἐπερχομένου ἔτους, θά πραγματοποιηθῇ ἐν τῷ πανσέπτῳ καθ᾿ ἡμᾶς Κέντρῳ, ἡ τελετή Καθαγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Μύρου. Θεωροῦμεν ἀνεπανάληπτον θείαν δωρεάν πρός τήν ἡμῶν Μετριότητα, ὅτι θά ἀξιωθῶμεν νά προστῶμεν τῆς πανηγυρικῆς καί κατανυκτικῆς αὐτῆς τελετουργίας διά τετάρτην φοράν κατά τήν διάρκειαν τῆς ταπεινῆς ἡμῶν Πατριαρχίας. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!
.                         Μέ αὐτά τά αἰσθήματα, προσκυνοῦντες εὐσεβοφρόνως τό ἐν Βηθλεέμ τεχθέν παιδίον Ἰησοῦν, στρέφομεν τήν σκέψιν ἡμῶν πρός τούς ἐκεῖσε ἀδελφούς Χριστιανούς μας καί προσευχόμεθα διά τήν εἰρηνικήν καί ἁρμονικήν συνύπαρξιν ὅλων τῶν διαβιούντων εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν.
.                         Ἐπί δέ τούτοις, εὐχόμεθα πᾶσιν ὑμῖν, τοῖς ἐγγύς καί τοῖς μακράν, εὐλογημένον τό Ἅγιον Δωδεκαήμερον, ὑγιηρόν δέ, καλλίκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί μεστόν θείων δωρημάτων τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, ᾯ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Χριστούγεννα ‚βκα’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

——————————————–

[1] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικὰ καὶ Οἰκονομικὰ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, ἑκατοντὰς πρώτη, ΙΒ´, PG 90, 1184.
[2] Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 680-81.
[3] Πρβλ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρὸ τῆς ἐξορίας, PG 52, 429.
[4] Πρβλ. Α’ Πέτρ. γ’, 15.
[5]  Α’ Τιμ. β’, 4.

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΜΕΘΥΣΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ»

ΠΟIΜΑΝΤΟΡIΚΗ ΕΓΚΥΚΛIΟΣ
Χριστουγέννων 2019
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου  Ἱεροθέου
ΠΗΓΗ: parembasis.gr
ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στοὺς ἀνθρώπους σὲ ὅλους τους αἰώνας, ἄλλαξε τὸν ροῦ τῆς ἀνθρωπότητος, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι Τὸν ἀγάπησαν καὶ θυσιάσθηκαν γι᾽ Αὐτόν. Ἐπίσης, ὑμνωδοί, ποιητές, ἁγιογράφοι, θεολόγοι, διδάσκαλοι, μουσικοὶ ἐμπνεύσθηκαν ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέθεσαν διάφορα ἔργα, καὶ ἀκόμη συνθέτουν. Ἐκπλήσσεται κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν ἁγίων, ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγάπησαν πολύ.
.               Αὐτὴν τὴν ἁγιασμένη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρουσιάσω μιὰ θαυμαστὴ εἰκόνα, τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ καὶ ἀναπτύσσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἕνας μεγάλος Πατέρας τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.
.              Ἑρμηνεύει ἕνα στίχο ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἆσμα Ἀσμάτων», στὸ ὁποῖο φαίνεται ἡ νύμφη νὰ λέγη στὸν νυμφίο της: «Βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδὶ» (Ἆσμα Ἀσμάτων, α´ 14), ποὺ σημαίνει «ὁ ἀγαπημένος μου εἶναι σταφύλι ποὺ ἀνθίζει στὸν ἀμπελώνα στὸ Ἐγγαδδί», δηλαδὴ στὸ εὔφορο χωράφι.
.                  Στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀμπελώνα καὶ γιὰ τσαμπὶ σταφυλῆς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο αὐτὸ ἀναφέρεται σὲ ἄνθος, σὲ σταφύλι καὶ σὲ οἶνο-κρασί, τὰ ὁποῖα προσφέρονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ Νυμφίος σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι νύμφη Του.
.                Ἑρμηνεύει ὅτι διπλὴ εἶναι ἡ εὐχαρίστηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ σταφύλι. Ἡ μιὰ εὐχαρίστηση εἶναι αὐτὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄνθος, τὸ ὁποῖο χαροποιεῖ τὴν ὄσφρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν εὐωδία, καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ὁ ὥριμος καρπός, ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἄνθρωπο εἴτε μὲ τὴν βρώση τοῦ σταφυλιοῦ εἴτε μὲ τὴν χαρὰ τοῦ οἴνου στὰ γεύματα.
.                    Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ σταφυλιοῦ, ὡς ἄνθους, ὡς καρποῦ καὶ ὡς οἴνου προσαρμόζεται ἄριστα στὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὅπως ὁ Ἴδιος τὸ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5). Μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του δὲν ἐμφανίζεται τὸ ἴδιο σὲ ὅλους τοὺς ἄνθρωπους, ἀφοῦ ὁ καθένας Τὸν δέχεται μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος ἀποκαλύπτει στὸν καθένα μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὴν σοφία, τὴν ἡλικία καὶ τὴν Χάρη Του, ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσή του.
.               Ἔτσι, ὁ Χριστὸς φαίνεται στοὺς ἄνθρωπους «ἢ νηπιάζων ἢ προκόπτων ἢ τελειούμενος», δηλαδὴ ἀποκαλύπτεται ὡς νήπιος, ὡς ὥριμος καὶ ὡς τέλειος. Ὁ Χριστός, ὅταν εὐωδιάζη ὡς ἄνθος μὲ τὴν Γέννησή Του, δίνει τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀπολαύση ὁ ἄνθρωπος τὸ σταφύλι καὶ ὅταν τρώγεται ὡς σταφύλι μὲ τὸ Πάθος Του, ὑπόσχεται τὴν μελλοντικὴ ἀπόλαυση τοῦ οἴνου. Ἡ νύμφη, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Χριστό, τοποθετεῖ στὴν καρδιά του τὸ ἄρωμα, ποὺ θὰ φέρη καρπό, καὶ κατὰ τὸ πάθος, ὅταν θὰ ἀγωνισθῆ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναβλύση τὸν οἶνο.
.                   Τὸ Γαδὶ (Ἐγγαδδί), δηλαδὴ τὸ εὔφορο χωράφι ποὺ ἀναπτύσσεται ἡ ἄμπελος, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ εὔφορο χωράφι εἶναι καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο τὸ θέλημά του συμφωνεῖ μὲ τὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ τὸν μελετᾶ ἡμέρα καὶ νύκτα. Σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ σπόρος γίνεται δένδρο ἀειθαλὲς καὶ δίνει καρπὸ στὸν κατάλληλο καιρό. Καὶ αὐτὸ τὸ κλῆμα, ὁ Χριστός, φυτεύεται στὸ βάθος τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν κάνει νὰ ὀσφραίνεται τὴν εὐωδία Του, νὰ γεύεται τὴν βρώση Του καὶ νὰ μεθᾶ ἀπὸ τὸν οἶνο.
.              Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε καταλαβαίνουμε ὅ,τι, ὅπως στὴν ἀνθρώπινη γνώση ὑπάρχουν διάφοροι βαθμοί, ἔτσι καὶ στὴν θεία γνώση ὑπάρχουν διαδοχικοὶ βαθμοί. Πρῶτα ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ ὡς εὐῶδες ἄνθος, ἔπειτα ὡς δυνατὴ καὶ εὐχάριστη βρώση, ποὺ τὸν τρέφει καὶ ἔπειτα ὡς οἶνον ποὺ τὸν μεθᾶ πνευματικά. Ἑπομένως, ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀναπτυσσόμαστε πνευματικά, νὰ αἰσθανόμαστε ποικιλοτρόπως τὸν Χριστό. Νὰ μὴ μένουμε στὴν γνώση τῆς νηπιακῆς καὶ παιδικῆς ἡλικίας, δηλαδὴ νὰ μὴν εἴμαστε νήπιοι πνευματικὰ ποὺ θὰ χαιρόμαστε μόνον μὲ τὴν εὐωδία τοῦ ἄνθους, ἀλλὰ νὰ προοδεύουμε μέχρι νὰ αἰσθανθοῦμε τὸν Χριστὸ ὡς εὐχάριστο σταφύλι καὶ δυνατὸν οἶνο, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Προφητάνακτος Δαυὶδ «καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου» (Ψαλμ. 103, 15).
.          Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ βλέπουμε τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν Γέννησή Του ὡς ἀνθρώπου, καὶ ἔτσι νὰ ἑορτάζουμε τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστὸς δὲν προσφέρεται γιὰ νὰ μᾶς κάνη χαρούμενους γιὰ μιὰ ἢ λίγες ἡμέρες, οὔτε ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ θεσπίση μιὰ κοσμικὴ ἑορτή, ἀλλὰ προσφέρεται σὲ ὅλους μας, γιὰ νὰ γίνη διαδοχικὰ εὐωδία τοῦ ἄνθους, εὔχυμο σταφύλι καὶ δυνατὸς οἶνος, γιὰ νὰ μᾶς μεθύση πνευματικά. Ἡ Ἐκκλησία θέλει Χριστιανοὺς ποὺ νὰ φθάσουν μέχρι τὴν πνευματικὴ μέθη, δηλαδὴ τὴν μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό.
.              Ἂν ζοῦμε ἔτσι, τότε ἡ ψυχή μας ὡς νύμφη τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου θὰ τοῦ λέη: «Βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδί».

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ εἶναι ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐργασία

«Ἡ Δημιουργία καὶ ἡ Πτώση τοῦ Ἀνθρώπου
κατὰ τὸ Νίκο Ματσούκα»

τοῦ Δημ. Παπανικολάου
Θεσσαλονίκη 2015
Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.         [Ὁ καθηγ. Ματσούκας ἑρμηνεύοντας τὴν πατερικὴ σκέψη μὲ ὀρθόδοξα κριτήρια τονίζει πὼς] στ κέντρο τς θείας οκονομίας δν τίθεται πτώση, ποία οτως λλως κλαμβάνεται ς να συμβάν, πο δν λλαξε τ σχέδιο το Θεο γι τ σωτηρία το νθρώπου. Στ κέντρο τίθεται τ γεγονς τς θείας νανθρώπησης, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται τὴν ἕνωση τοῦ ἀκτίστου τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο. Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀκριβῶς ἡ δυναμική του πορεία γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἀγαθὸ τῆς κατὰ χάριν κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ συνιστᾶ τὴ θέωση. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς σὲ καμία περίπτωση δὲν καταλύθηκε ἀπὸ τὴν πτώση. Τ σχέδιο τς θείας οκονομίας δν μποροσε ν ξαρτηθε π μία στοχη πρωτοβουλία το κτίσματος. Ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ πρώτου Ἀδὰμ θὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν δεύτερο Ἀδάμ. Ἡ ἐνανθρώπηση ἄνοιξε στὸν ἄνθρωπο καὶ πάλι τὴν ὁδὸ τῆς θέωσης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ὡς δημιούργημα κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση, δηλαδή, καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοσμολογία της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστὸ καὶ τρεπτὸ ὄν, βρισκόταν πάντα στὴν ὁριακὴ κατάσταση τῶν ὄντων, ἔχοντας λάβει ὅμως τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὴν τελείωσή του. Ἑπομένως, ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ἡ σωτηρία εἶναι ἡ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας. «Ἡ σωτηρία ὡς θεραπεία τῆς διάβρωσης καὶ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας ἐπιτυγχάνεται κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, ἡ ὁποία, καθὼς ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση, συνεχίζει τὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ τῆς θέωσης καὶ τῆς τελείωσης τῶν πάντων. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, ὁριακὲς καταστάσεις τῶν κτιστῶν ὄντων, ἀδήριτοι παράγοντες τῆς ἴδιας τῆς κτιστότητας, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ἀποσπασματικοί, εὔθραυστοι καὶ ἀλλοιωτοί, στὴ σχέση τους μὲ τὶς θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ γίνονται γέφυρες ποὺ μηδενίζουν τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα. Ἔτσι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐντάσσεται σ’ αὐτὴ τὴ γενικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ σχέση Θεοῦ καὶ δημιουργίας».
.               Ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας ἐκλαμβάνεται στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς γενικῆς καὶ ὁλοκληρωτικὴ ς σχέσης Θεοῦ καὶ δημιουργίας. Ματσούκας, στέκει διαίτερα πικριτικς πέναντι στ γχειρίδια τς Δογματικς πο πραγματεύονται τ Χριστολογία, ρχίζοντας π τν νανθρώπηση το Λόγου. διος παραμένει πιστς στ γραμμ πο χάραξε πατερικ θεολογία, ποία δν χωρίζει τν σαρκη παρουσία το Λόγου στν στορία τν σωτηριωδν γεγονότων τς Παλαις Διαθήκης π τν νανθρώπηση το Λόγου κατ τν περίοδο τς Καινς Διαθήκης. Σκοπός του ἡ ἀνάδειξη αὐτῆς τῆς ἑνότητας καὶ ταυτότητας τῶν δύο Διαθηκῶν, ὅπως καὶ τῆς συνεχοῦς καὶ ἑνιαίας πορείας τῆς θείας οἰκονομίας.
.               Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ποὺ ἐνδημοῦσε στοὺς πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες, βρίσκεται στὸ προσκήνιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὡς ἄσαρκος Λόγος ἐνεργεῖ τὶς θεοφάνειες στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἐνανθρωπεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν κατὰ χάρη θέωση. Ὁ δεσμὸς αὐτὸς μεταξὺ ἄσαρκης καὶ ἔνσαρκης παρουσίας του, στὴν ἴδια τὴ συνέχεια τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας, εἶναι ἄρρηκτος. Ὁ ἴδιος Λόγος ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία βλέπουν τὰ μέλη τῆς κοινότητας μέσα στὶς συγκεκριμένες ἱστορικὲς σχέσεις καὶ περιπέτειες. λόκληρη στορικ πορεία τς κκλησίας φανερώνει τν παραπάνω πεποίθηση γι τν ργανικ νότητα μεταξ σαρκης κα νσαρκης παρουσίας το Θεο Λόγου. Ὁ Ματσούκας, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν παραπάνω ἄποψη, ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὰ πρῶτα βαπτιστήρια σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἦταν καθαρὰ χριστολογικά, καὶ ἐξέφραζαν τὴν πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὰ σύμβολα αὐτὰ ἀναπτύσσονται ἀργότερα, σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι σπερματικά, καὶ γίνονται διμερῆ καὶ τριμερῆ, μνημονεύοντας καὶ τὰ τρία πρόσωπα. κκλησιαστικ δηλαδ κοινότητα, π τ πρτα της βήματα βίωσε ατ τν λήθεια τς νανθρώπησης ς τ κεντρικότερο γεγονς το μυστηρίου τς θείας οκονομίας καὶ τὴν ἑνότητα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. «Ἡ Ἐκκλησία στὶς ἀρχὲς τοῦ ἱεραποστολικοῦ κηρύγματος, μέσα σὲ μία χοάνη ποικίλων τάσεων ἰουδαϊκῶν, ἑλληνικῶν καὶ ἀνατολικῶν, διαμόρφωσε μία συνείδηση καθαρὰ ἱστορικὴ ὡς πρὸς τὴν προέλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία συνέδεσε ἁρμονικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν δραματικὴ ἱστορία τῶν βιβλικῶν γεγονότων, τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἄσαρκης καὶ τῆς ἔνσαρκης ἐνδημίας τοῦ Λόγου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ μοναδικὴ ἔμφαση στὸ ρόλο τῶν ἱστορικῶν θεοφανειῶν καὶ φωτοφανειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τοῦτος ὁ κορμὸς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ὅσα ἐνδύματα κι ἂν φόρεσε ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῶν ποικίλων ρευμάτων, ἔμενε ὁ ἴδιος στὴ συνείδηση τῆς ζωῆς». Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ ἔργο τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἐντοπίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Δημιουργοῦ, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ περιούσιου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖες εἶναι προπαρασκευαστικές τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. νανθρώπηση συνιστ τ ποκορύφωμα τς φιλανθρωπίας κα τς γαπητικς νέργειας το Θεο πρς τ δικό του κτίσμα.

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΜΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 62-63,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             […] Ἀφοῦ προσκυνοῦμε τὸ μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ κυρίως ἀφοῦ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸν Ἡρώδη, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάγοι. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι οἱ μάγοι «χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 12).
.             Ἡ λέξη Ἡρώδης στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα σημαίνει τὸν δερμάτινο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸ φρόνημα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἀκόμη, πρέπει νὰ περιπαίξουμε τὸν νοητὸ διάβολο, ὁποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ ἄλλη ὁδό, διὰ τῶν ἀρετῶν, στὴν χώρα μας, ποὺ εἶναι ὁ παράδεισος.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀπαιτεῖται μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Ὅσοι ζοῦν ἀσκητικά, ἀξιώνονται νὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, στὰ μυστήρια. Ὅταν ζῆ κανεὶς μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τότε ζῆ πνευματικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μέσα στὴν καρδιὰ καὶ γενικότερα σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του. Τότε, δὲν αἰσθάνεται τὰ γεγονότα ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικά. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος θὰ πῆ ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίση τὴν καρδιὰ καὶ φωτισθῆ, τότε μέσα του δέχεται τὸν Χριστὸ καὶ καταλαβαίνει τὰ βρεφοπρεπῆ σκιρτήματά του. Ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται ὡς βρέφος μέσα του, γεννᾶται μὲ τὶς ἀρετές, καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ζῆ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα στὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, μόνο στὸν Χριστὸ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑποστατικά. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεούμενος δέχεται στὴν φύση του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνει πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη μέσα στὴν φύση του, τί εἶναι κένωση, τί εἶναι θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπέβλεπε στὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρέπει ὅμως νὰ θεωθῆ καὶ ἡ ὑπόσταση καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἂν ἐμεῖς δὲν βρισκόμαστε στὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, τότε γιὰ μᾶς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστός.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Βασιλείου Τσίγκου
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ
«Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ “ΘΕΟΤΟΚΟΣ”
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ»

.               […] Δικαίως καὶ ἀληθῶς ὀνομάζουμε τὴν Παρθένο Μαρία “Θεοτόκο”, γιατί τὸ ὄνομα αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν ἦταν Θεάνθρωπος, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος σὲ μία μοναδικὴ καὶ ἄρρητη ὑποστατικὴ ἑνότητα. “Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος”. Σ᾽ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχαιοπαράδοτη δογματικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν Θεοτόκο στηρίζεται καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν προειδοποιεῖ μὲ ἕναν ἀφοριστικὸ τρόπο: “Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστιν τῆς θεότητος”.
.               Τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπετέλεσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του, κατὰ τὴν ὁποία προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἀνύψωσε, τὴ θέωσε καὶ τὴν ἔσωσε. Ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα καὶ ὀργανικὰ μὲ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ λέγαμε ὅτι συνιστᾶ θεμελιώδη προϋπόθεση γιὰ τὴν τελειότητα τῆς σωτηρίας. “Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με, καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον”. Στὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁμολογοῦμε: “Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα”.
.               Λίγες μόλις δεκαετίες μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτες παραχαράξεις τῆς πίστεως καὶ ἀργότερα οἱ μεγάλες χριστολογικὲς αἱρέσεις στὴν Ἐκκλησία Του, σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων. Ποιός εἶναι Αὐτός; Ποιά εἶναι ἡ σχέση Του μὲ τὸν Θεό; Πῶς κατανοεῖται ἡ σχέση καὶ ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό, ἡ ἕνωση δηλαδὴ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ; Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως “Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου;” Μὲ ποιό τρόπο γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μητέρα Του, ἡ Παρθένος Μαρία νὰ ἀποκαλεῖται “Θεοτόκος”; Τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἐτίθεντο ἀφοροῦσαν ὄχι μόνο τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή Του.
.               Οἱ προβληματισμοὶ αὐτοὶ προξένησαν μακραίωνες δογματικὲς συζητήσεις. Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ προφυλάξει τὰ πιστὰ μέλη της καὶ νὰ ἀπαντήσει στὶς ἀποκλίνουσες ἀπόψεις διατύπωσε αὐθεντικὰ τὴν πίστη της καὶ καθόρισε Οἰκουμενικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες διατύπωσαν αὐθεντικὰ τὴν πίστη της καὶ καθόρισαν τὰ δόγματά της. Οἱ δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, γνωστὲς ὡς “ ὅροι”, δηλαδὴ ὅρια-ὁριοθετήσεις, ἐμπεριέχουν σωτήριες ἀλήθειες. Συνεπῶς, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ σωτηριολογικὲς προτάσεις ζωῆς, ἀφοῦ καταγράφουν τὴν κοινὴ πίστη καὶ τὴν καθολικὴ συνείδηση καὶ διαχρονικὴ ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

.               […] Ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετη μὲ ὁλόκληρη τὴν δογματική της παράδοση. Ἀντιθέτως σχετίζεται ὀργανικὰ καὶ συνδέεται πρωταρχικὰ μὲ τὴ Χριστολογία καὶ τὴ Σωτηριολογία, γιατί μὲ τὴν Θεοτόκο σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ Κύριος τῆς Δόξης καὶ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, προκειμένου νὰ πληρωθεῖ ἡ σωτηριώδης θεία οἰκονομία. Μιὰ διαστρεβλωμένη καὶ “μειωμένη” Χριστολογία ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἀφοῦ καταλύει τὸ δόγμα τῆς σωτηρίας. Ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία, ὅπως ἡ σχετικὴ περὶ Θεοτόκου, κατανοεῖται καὶ ἑρμηνεύεται ἀποκλειστικὰ ἐντὸς καὶ διὰ τῆς Θεολογίας καὶ τῆς Χριστολογίας.
.               Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, καθὼς ἔχει στέρεη βάση της τὴ Χριστολογία, δὲν εἶναι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετατραπεῖ σὲ αὐτονομημένη, ἀνεξάρτητη καὶ αὐτοδύναμη Μαριολογία καὶ Μαριολατρεία , ἢ ἀκόμη σὲ ἀνθρωπολογία μὲ κέντρο της τὴν Παρθένο Μαρία, ἀλλὰ εἶναι πρωτίστως καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν Χριστολογία, στὴν ὁποία συμπεριλαμβάνεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἀνθρωπολογία καὶ ἡ περὶ Θεοτόκου διδασκαλία. Οἱ ὅποιες παρανοήσεις, παραχαράξεις καὶ καινοτομίες, ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τῆς Παρθένου Μαρίας, προῆλθαν σαφέστατα ἀπὸ μία λανθασμένη καὶ “κολοβωμένη” Χριστολογία, ἀπὸ τὴν παρανόηση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Κατὰ συνέπεια, ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια γιὰ τὴ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοτόκου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ “ἐπιστηρίζεται σὲ χριστολογικὴ βάση”!
.               Οἱ ἀστείρευτες πηγὲς τῆς συνοδικῆς καὶ πατερικῆς παράδοσης τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μικρὸν μόνο μέρος ἀξιοποιήθηκε καὶ παρουσιάσθηκε ἐδῶ μαρτυροῦν ὁμοφώνως καὶ διατρανώνουν συνοδικῶς ὅτι ἡ Ὑπερευλογημένη Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκος, Θεογεννήτρια καὶ Θεομήτωρ, ὅπως “θεογράφως διεχάραξαν” καὶ “πνευματοκινήτως” ἐδογμάτισαν οἱ θεοφόροι Πατέρες, ποὺ συγκρότησαν τὶς Ἅγιες καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἡ Κυρία Θεοτόκος “ διηκόνησε “ καὶ “ὑπούργησε” στὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου διὰ τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.               Γιὰ τὴ συμβολὴ τῆς Παρθένου Μαρίας στὴν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς Οἰκονομίας, δικαιολογημένα ἀποδίδεται τιμή, δόξα καὶ ὕμνος στὴν “ἔχουσα τὰ δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος” , στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, τὸ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴ Μητέρα τοῦ “δευτέρου ἀνθρώπου τοῦ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ, τὴν Μητέρα τοῦ “ἐσχάτου Ἀδὰμ” τοῦ “καινοῦ ἀνθρώπου” τὴν ἀληθινὴ κατὰ σάρκα Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ “πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς”, ἡ Παναγία Μητέρα Του εἶναι Μητέρα μας καὶ ἐμεῖς θετοὶ υἱοί της. Κάθε πιστὸς ἔχει μία ἀπροσμέτρητη δυνατότητα καὶ προοπτική, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς κατὰ χάριν “Θεοτόκος” καὶ νὰ κυοφορήσει κατὰ χάριν τὸν Χριστὸ ὡς ἔμβρυο. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ θεωρηθεῖ ὡς αὐτονόητη προϋπόθεση ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὴ Θεοτόκο καὶ Ἀειπάρθενο Μαρία.
.               Ἡ μοναδικότητα καὶ τὸ ἀνεπανάληπτο μεγαλεῖο τῆς Θεομήτορος εἶναι σχετικὰ παρόμοια πρὸς τὴ μοναδικότητα τοῦ Υἱοῦ της, ποὺ “ἐπετέλεσεν πᾶσαν βουλὴν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός”. Τὸ Πρόσωπο καὶ ἡ Ἀποστολὴ τῆς Παρθένου Μαρίας μένουν μετέωρα καὶ ἀκατανόητα, ἐὰν δὲν συνδεθοῦν μὲ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἡ Παρθένος “Θεὸν σαρκωθέντα τεκοῦσα, Θεοτόκος ὀνομάζεται. Ὁ Χριστὸς “Θεὸς σεσαρκωμένος καὶ ἐνανθρωπήσας”, προσδίδει στὴν κατὰ σάρκα Μητέρα Του τὸ ὄνομα “Θεοτόκος” ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα “Θεοτόκος” “ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας [τῆς ἐνανθρωπήσεως] συνίστησι. Τ νομα “Θεοτόκος” εναι μία ναπόφευκτη συνέπεια το νόματος “Θεάνθρωπος”. Καὶ τὰ δύο ὀνόματα στέκουν καὶ πέφτουν μαζί. Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” ὁδηγεῖ στὴν ἀναίρεση ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας .
.               Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου. Τίποτε δὲν πρόκειται νὰ παρεμβληθεῖ μεταξύ τους. Ἡ Θεοτόκος θὰ εἶναι πάντοτε ἀχώριστη ἀπὸ τὸν Υἱὸ τῆς “οὐδὲν γὰρ μέσον Μητρὸς καὶ Υἱοῦ” . Ἰδιαίτερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ τιμὴ καὶ ὁ μακαρισμὸς καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας Θεοτόκου δὲν τελειώνουν ποτὲ γιατί “ ἡ εἰς αὐτὴν τιμή, εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα (Υἱὸν) ἀνάγεται”. Ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου, ἡ Θεοτόκος, εἶναι ἡ “Μητέρα τῆς δόξης”. Ἡ μεγαλύτερη δόξα τῆς Παρθένου Μαρίας εἶναι ὁ θεανδρικὸός της τόκος, ὁ “ καρπὸς τῆς κοιλίας της”, ὁ Υἱός της, ποὺ τῆς χάρισε καὶ τὸ μοναδικὸ ὄνομα “Θεοτόκος”.
.         Ἡ Θεοτόκος δὲν ἐνεργεῖ καὶ δὲν δοξάζεται αὐτονομημένα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα Χριστό. Ἔτσι κατανοεῖται γιατί ἡ ὀρθόδοξη περὶ Θεοτόκου διδασκαλία συνδέεται οὐσιαστικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία καὶ κατ᾽ ἐπέκταση μὲ τὴν ὀρθόδοξη Σωτηριολογία. Ἡ ἑνότητα Χριστολογίας καὶ Σωτηριολογίας εἶναι ἄρρηκτη, ὁ δεσμός τους ἀκατάλυτος καὶ ἡ σχέση τους εἶναι ἀμφίδρομη. Ἡ Σωτηριολογία εἶναι στὴν οὐσία της Χριστολογία, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν νοεῖται παρὰ μόνο ὡς Σωτήρας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ὅρος “Θεοτόκος” στὴν πραγματικότητα εἶναι χριστολογικὸς καὶ σωτηριολογικὸς ὅρος. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ κατανοεῖται καὶ ἡ ὁμολογία ὅτι “οὐκ ἔστιν ἄλλη σωτηρία, εἰ μὴ τὸ ὀρθῶς φρονεῖν καὶ πιστεύειν, κατ᾽ ἀλήθειαν Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον ὑπάρχειν” .
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, θέλοντας νὰ διασφαλίσουν τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, τόνιζαν ἐμφατικὰ τὴ δογματικὴ ἀναγκαιότητα τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” στὴ λειτουργία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας. Ὁ Σωτήρας Χριστός, ὁ “Εἷς τῆς Ἁγίας Τριάδος” εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐκ Παρθένου Μαρίας σαρκωθείς, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἡ Θεολογία καὶ ἡ Χριστολογία εἶναι ἡ καρδιά, ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενο ὁλοκλήρου τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς παραδόσεως. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, στὴ δογματικὴ διδασκαλία ὅλα κατανοοῦνται, φωτίζονται καὶ ἑρμηνεύονται Χριστολογικῶς.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς “στύλος καὶ ἑδραίωμα τήςαληθειας”, καυχᾶται ἐν Κυρίῳ ὅτι συνεχίζει τὴν ἐπὶ γῆς πορεία της διαφυλάσσοντας ἀναλλοίωτη καὶ ἀκαινοτόμητη μέχρις ἐσχάτων αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχαιοπαράδοτη διδασκαλία καὶ “καλὴν παρακαταθήκην” τῆς πίστεως. Στὴν ἀληθινὴ ὀρθόδοξη καθολικὴ πίστη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ “χάραγμα” καὶ τὸ “σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας”. Καὶ ἐνῶ “γυναῖκες λέγονται ἄπειροι καὶ ἀνθρωποτόκοι ἀμέτρητοι καὶ παρθένοι μύριαι πλεῖσται καὶ Μαρίαι εἰσὶ “γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ζωὴ δικαίως, κυρίως καὶ ἀληθῶς”, μόνον καὶ ἰδιώτατον καὶ κυριώτατον καὶ σημαντικώτατόν ἐστι τῇ ἁγίᾳ, ἀχράντῳ καὶ ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τὸ Θεοτόκος”.

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ καὶ ὄχι τὸ ΠΡΩΤΟ (Πατήρ) ἢ τὸ ΤΡΙΤΟ (Ἅγ. Πνεῦμα);

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία

σελ. 49-50,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα σχετικὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τγιατί ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὄχι τὸ Πρῶτο (ὁ Πατὴρ) ἢ τὸ Τρίτο (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Βέβαια, ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐνήργησε στὴν ἐνανθρώπηση, ἀφοῦ ὁ Λόγος ἔλαβε ἀνθρώπινη φύση, ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνήργησε, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὑπάρχουν τρεῖς βασικοὶ λόγοι.
.             Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α´ 15), Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἑνὸς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδὴ κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη νοερὸ καὶ αὐτεξούσιο, καὶ καθ’ ὁμοίωση, δηλαδὴ τέλειος στὶς ἀρετὲς ὅσο εἶναι δυνατὸν στὴν φύση του. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, φυσικὸ δὲ ἐπακόλουθο ἦταν ἡ εἴσδυση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ ἐνηνθρώπησε ὁ Λόγος, γιὰ νὰ ξαναπλάση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔφθανε μὲ τὴν Χάρη του καὶ τὸν δικό του προσωπικὸ ἀγώνα.
.             Ὁ Θεὸς μὲ τὴν δημιουργία μᾶς ἔδωσε τὸ ἀνώτερο, δηλαδὴ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ φυλάξαμε, τὸ χάσαμε. Τώρα ἔρχεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας καὶ παραλαμβάνει τὸ κατώτερο, δηλαδὴ τὴν δική μας φύση, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν φθορά, καὶ γιὰ νὰ ἀνακαινίση τὸ σκεῦος ποὺ ἀχρειώθηκε καὶ συντρίφθηκε, καθὼς ἐπίσης νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μᾶς παιδαγωγήση στὴν νέα ζωή.
.             Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ δὲν ἦταν ὑπόθεση μίας ἁπλῆς μετάνοιας, ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἁμαρτία εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ νικηθῆ ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε σάρκα καθαροτάτη ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀλλὰ πάντως θνητὴ καὶ παθητή, γιὰ νὰ νικήση τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο καὶ νὰ γίνει τὸ πρωτότυπο τῆς νέας δημιουργίας.
.             Ὁ δεύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι γιὰ νὰ μείνη ἡ ἰδιότητά του ἀκίνητη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει μία ἀκίνητη ἰδιότητα. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ καὶ ὄχι Υἱός. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι Πατήρ, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὄχι Πατὴρ ἢ Υἱός. Ἡ ἰδιότητα αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξη, νὰ κινηθῆ καὶ νὰ μεταβληθῆ. Δὲν μποροῦσε ὁ Πατὴρ νὰ γίνη Υἱός, οὔτε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννηθῆ, ἀφοῦ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ Πατέρα προαιωνίως, ἔπρεπε νὰ γεννηθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία ἐν χρόνῳ, κατὰ τὴν σάρκωσή Του. Ἔτσι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ παραμείνη ἡ ἰδιότητα ἀκίνητη.
.             Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐξαγγέλλει σὲ ἐμᾶς τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Αὐτός, ἄλλωστε, ἐμφανιζόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀπεκάλυπτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός.
.             Ἔτσι, διὰ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου ἀποκτοῦμε τὴν σωτηρία. Δι’ Αὐτοῦ ἔχουμε τὴν προσαγωγή μας πρὸς τὸν Πατέρα. Αὐτὸς εἶναι ἡ θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμαστε στὴν οἰκία τοῦ Πατέρα, καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ θύρα τῶν προβάτων, τὸ κλειδὶ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα (ἅγιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος).

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;

π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

CUR DEUS HOMO?
Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως,
στὸ «Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας»
ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973,
σελ. 36-38, μετάφρ. Σταμ. Χατζησταματίου

.       Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) φαίνεται ὁ μόνος Πατὴρ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα [σ: τοῦ κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως], ἂν καὶ δὲν τὸ τοποθετῆ ὅπως οἱ μετέπειτα θεολόγοι τῆς Δύσεως. Διεκήρυξε ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ στὴν πρᾶξι τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἑνώσεως δηλ. τῆς θείας μεγαλωσύνης μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλὰ τουλάχιστο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν, κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐνσάρκωσις, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὴν ἡ δική μας ἐνσωμάτωσις στὸ Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φρασεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου εἶναι σαφὴς καὶ καθαρή. Ἡ «ξ´ ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον» εἶναι ἕνα σχόλιο στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 1, 19-20: «ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτησις, κι ὁ ἅγ. Μάξιμος, πρῶτα συνοψίζει τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνεχίζει: «τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστι ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα. Πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν, τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων, πέρας. Καθ᾽ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας συγγράφον τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον. Ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾽ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λόγος γενόμενος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας, καὶ τὸ τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι᾽ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προϋπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως. Ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθέντι γέγονε». Πρέπει νὰ γίνῃ προσεκτικὴ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Λόγου εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς «οἰκονομίας» τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἡ «πρόγνωσις» ἔχει ἀκριβῶς σχέσι μὲ τὴν Ἐνσάρκωσι: «προεγνώσθη οὖν ὁ Χριστός, οὐχ ὅπερ ἦν κατὰ φύσιν δὲ ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐφάνη κατ᾽ οἰκονομίαν δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον» (ΡG 90,621, 624). Ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται μὲ μεγάλη σαφήνεια. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις βρίσκεται σὲ μεγάλη συμφωνία μὲ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ἁγ. Μαξίμου· καταπιάνεται, μάλιστα, μὲ τὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὶς ἀπαντήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὸ «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν». Λόγου χάριν μὲ ἀφορμὴ τὸ χωρίο Ἐφεσίους α´ 9 γράφει ὁ ἅγ. Μάξιμος: «ἔδειξε καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τούτου γεγενῆσθαι, καὶ ὑπὸ τῶν αἰώνων περὶ ἡμᾶς παντ᾽ ἀγαθοῦ Θεοῦ σκοπὸν» κτλ. (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91, 1097). Ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν καταβολὴ ὁ ἄνθρωπος προγεύεται στὸν ἑαυτό του «θείου τοῦ σκοποῦ τὸ μέγα μυστήριον», τὴν ἔσχατη τελείωσι τῶν πάντων ἐν τῷ Θεῷ (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν στ. 1305 ἑξ.). Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Λόγου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Θείας συγκαταβάσεως («ἐπὶ τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως στὴ δόξα τῆς Θεώσεως, μία προέκτασις, θὰ λέγαμε, τῆς Ἐνσαρκώσεως σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. «Διέλωμεν οὖν τῇ ἐπινοίᾳ τοὺς αἰῶνας, καὶ ἀφορίσωμεν, τοὺς μέν, τῷ μυστηρίῳ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τοὺς δὲ τῇ χάριτι τῆς ἀνθρωπίνης θεώσεως… καὶ συντόμως εἰπεῖν τῶν αἰώνων οἱ μὲν τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰσὶ καταβάσεως, οἱ δὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς Θεὸν ὑπάρχουσιν ἀναβάσεως. Ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ καὶ ἀρχή, καὶ μεσότης, καὶ τέλος πάντων ἐστὶ τῶν αἰώνων, τῶν δὲ παρελθόντων καὶ ὄντων, καὶ ἐσομένων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας γραφῆς 22, ΡG 90, 317· πρβλ. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91,1308 ἐξ.). Ἡ ἐσχάτη τελείωσις, στὰ μάτια τοῦ ἁγ. Μαξίμου, συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ βουλὴ καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅλη του ἡ θεώρησις εἶναι αὐστηρὰ «Θεοκεντρική», ἀλλὰ καὶ «Χριστοκεντρικὴ» ταὐτόχρονα. Τοῦτο ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν συσκοτίζει τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἔσχατη ἀθλιότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. Τὴ μεγάλη ἔμφασι τοποθετεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ἐπὶ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς καθάρσεως τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, στὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ βλέπει αὐτὴ τὴν τραγωδία τῆς Πτώσεως καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ κτίσματος μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτική του ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας.

, , , ,

Σχολιάστε