Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐνανθρώπηση

«ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΜΕΘΥΣΕΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ»

ΠΟIΜΑΝΤΟΡIΚΗ ΕΓΚΥΚΛIΟΣ
Χριστουγέννων 2019
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου  Ἱεροθέου
ΠΗΓΗ: parembasis.gr
ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.               Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στοὺς ἀνθρώπους σὲ ὅλους τους αἰώνας, ἄλλαξε τὸν ροῦ τῆς ἀνθρωπότητος, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι Τὸν ἀγάπησαν καὶ θυσιάσθηκαν γι᾽ Αὐτόν. Ἐπίσης, ὑμνωδοί, ποιητές, ἁγιογράφοι, θεολόγοι, διδάσκαλοι, μουσικοὶ ἐμπνεύσθηκαν ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέθεσαν διάφορα ἔργα, καὶ ἀκόμη συνθέτουν. Ἐκπλήσσεται κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὕμνους καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν ἁγίων, ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγάπησαν πολύ.
.               Αὐτὴν τὴν ἁγιασμένη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρουσιάσω μιὰ θαυμαστὴ εἰκόνα, τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ καὶ ἀναπτύσσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἕνας μεγάλος Πατέρας τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.
.              Ἑρμηνεύει ἕνα στίχο ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «Ἆσμα Ἀσμάτων», στὸ ὁποῖο φαίνεται ἡ νύμφη νὰ λέγη στὸν νυμφίο της: «Βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδὶ» (Ἆσμα Ἀσμάτων, α´ 14), ποὺ σημαίνει «ὁ ἀγαπημένος μου εἶναι σταφύλι ποὺ ἀνθίζει στὸν ἀμπελώνα στὸ Ἐγγαδδί», δηλαδὴ στὸ εὔφορο χωράφι.
.                  Στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀμπελώνα καὶ γιὰ τσαμπὶ σταφυλῆς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο αὐτὸ ἀναφέρεται σὲ ἄνθος, σὲ σταφύλι καὶ σὲ οἶνο-κρασί, τὰ ὁποῖα προσφέρονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ Νυμφίος σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι νύμφη Του.
.                Ἑρμηνεύει ὅτι διπλὴ εἶναι ἡ εὐχαρίστηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ σταφύλι. Ἡ μιὰ εὐχαρίστηση εἶναι αὐτὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἄνθος, τὸ ὁποῖο χαροποιεῖ τὴν ὄσφρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν εὐωδία, καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ὁ ὥριμος καρπός, ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἄνθρωπο εἴτε μὲ τὴν βρώση τοῦ σταφυλιοῦ εἴτε μὲ τὴν χαρὰ τοῦ οἴνου στὰ γεύματα.
.                    Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς προσφορᾶς τοῦ σταφυλιοῦ, ὡς ἄνθους, ὡς καρποῦ καὶ ὡς οἴνου προσαρμόζεται ἄριστα στὸν Χριστό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, ὅπως ὁ Ἴδιος τὸ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5). Μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του δὲν ἐμφανίζεται τὸ ἴδιο σὲ ὅλους τοὺς ἄνθρωπους, ἀφοῦ ὁ καθένας Τὸν δέχεται μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος ἀποκαλύπτει στὸν καθένα μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὴν σοφία, τὴν ἡλικία καὶ τὴν Χάρη Του, ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσή του.
.               Ἔτσι, ὁ Χριστὸς φαίνεται στοὺς ἄνθρωπους «ἢ νηπιάζων ἢ προκόπτων ἢ τελειούμενος», δηλαδὴ ἀποκαλύπτεται ὡς νήπιος, ὡς ὥριμος καὶ ὡς τέλειος. Ὁ Χριστός, ὅταν εὐωδιάζη ὡς ἄνθος μὲ τὴν Γέννησή Του, δίνει τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀπολαύση ὁ ἄνθρωπος τὸ σταφύλι καὶ ὅταν τρώγεται ὡς σταφύλι μὲ τὸ Πάθος Του, ὑπόσχεται τὴν μελλοντικὴ ἀπόλαυση τοῦ οἴνου. Ἡ νύμφη, δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Χριστό, τοποθετεῖ στὴν καρδιά του τὸ ἄρωμα, ποὺ θὰ φέρη καρπό, καὶ κατὰ τὸ πάθος, ὅταν θὰ ἀγωνισθῆ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀναβλύση τὸν οἶνο.
.                   Τὸ Γαδὶ (Ἐγγαδδί), δηλαδὴ τὸ εὔφορο χωράφι ποὺ ἀναπτύσσεται ἡ ἄμπελος, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ εὔφορο χωράφι εἶναι καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο τὸ θέλημά του συμφωνεῖ μὲ τὸν νόμο τοῦ Κυρίου καὶ τὸν μελετᾶ ἡμέρα καὶ νύκτα. Σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ὁ σπόρος γίνεται δένδρο ἀειθαλὲς καὶ δίνει καρπὸ στὸν κατάλληλο καιρό. Καὶ αὐτὸ τὸ κλῆμα, ὁ Χριστός, φυτεύεται στὸ βάθος τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν κάνει νὰ ὀσφραίνεται τὴν εὐωδία Του, νὰ γεύεται τὴν βρώση Του καὶ νὰ μεθᾶ ἀπὸ τὸν οἶνο.
.              Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε καταλαβαίνουμε ὅ,τι, ὅπως στὴν ἀνθρώπινη γνώση ὑπάρχουν διάφοροι βαθμοί, ἔτσι καὶ στὴν θεία γνώση ὑπάρχουν διαδοχικοὶ βαθμοί. Πρῶτα ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὸν Χριστὸ ὡς εὐῶδες ἄνθος, ἔπειτα ὡς δυνατὴ καὶ εὐχάριστη βρώση, ποὺ τὸν τρέφει καὶ ἔπειτα ὡς οἶνον ποὺ τὸν μεθᾶ πνευματικά. Ἑπομένως, ὡς Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀναπτυσσόμαστε πνευματικά, νὰ αἰσθανόμαστε ποικιλοτρόπως τὸν Χριστό. Νὰ μὴ μένουμε στὴν γνώση τῆς νηπιακῆς καὶ παιδικῆς ἡλικίας, δηλαδὴ νὰ μὴν εἴμαστε νήπιοι πνευματικὰ ποὺ θὰ χαιρόμαστε μόνον μὲ τὴν εὐωδία τοῦ ἄνθους, ἀλλὰ νὰ προοδεύουμε μέχρι νὰ αἰσθανθοῦμε τὸν Χριστὸ ὡς εὐχάριστο σταφύλι καὶ δυνατὸν οἶνο, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Προφητάνακτος Δαυὶδ «καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου» (Ψαλμ. 103, 15).
.          Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ βλέπουμε τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν Γέννησή Του ὡς ἀνθρώπου, καὶ ἔτσι νὰ ἑορτάζουμε τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστὸς δὲν προσφέρεται γιὰ νὰ μᾶς κάνη χαρούμενους γιὰ μιὰ ἢ λίγες ἡμέρες, οὔτε ἐνηνθρώπησε γιὰ νὰ θεσπίση μιὰ κοσμικὴ ἑορτή, ἀλλὰ προσφέρεται σὲ ὅλους μας, γιὰ νὰ γίνη διαδοχικὰ εὐωδία τοῦ ἄνθους, εὔχυμο σταφύλι καὶ δυνατὸς οἶνος, γιὰ νὰ μᾶς μεθύση πνευματικά. Ἡ Ἐκκλησία θέλει Χριστιανοὺς ποὺ νὰ φθάσουν μέχρι τὴν πνευματικὴ μέθη, δηλαδὴ τὴν μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό.
.              Ἂν ζοῦμε ἔτσι, τότε ἡ ψυχή μας ὡς νύμφη τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου θὰ τοῦ λέη: «Βότρυς τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοί, ἐν ἀμπελῶσιν Ἐγγαδδί».

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ εἶναι ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐργασία

«Ἡ Δημιουργία καὶ ἡ Πτώση τοῦ Ἀνθρώπου
κατὰ τὸ Νίκο Ματσούκα»

τοῦ Δημ. Παπανικολάου
Θεσσαλονίκη 2015
Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.         [Ὁ καθηγ. Ματσούκας ἑρμηνεύοντας τὴν πατερικὴ σκέψη μὲ ὀρθόδοξα κριτήρια τονίζει πὼς] στ κέντρο τς θείας οκονομίας δν τίθεται πτώση, ποία οτως λλως κλαμβάνεται ς να συμβάν, πο δν λλαξε τ σχέδιο το Θεο γι τ σωτηρία το νθρώπου. Στ κέντρο τίθεται τ γεγονς τς θείας νανθρώπησης, ἡ ὁποία ἐγγυᾶται τὴν ἕνωση τοῦ ἀκτίστου τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο. Ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀκριβῶς ἡ δυναμική του πορεία γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἀγαθὸ τῆς κατὰ χάριν κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ συνιστᾶ τὴ θέωση. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς σὲ καμία περίπτωση δὲν καταλύθηκε ἀπὸ τὴν πτώση. Τ σχέδιο τς θείας οκονομίας δν μποροσε ν ξαρτηθε π μία στοχη πρωτοβουλία το κτίσματος. Ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ πρώτου Ἀδὰμ θὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, τὸν δεύτερο Ἀδάμ. Ἡ ἐνανθρώπηση ἄνοιξε στὸν ἄνθρωπο καὶ πάλι τὴν ὁδὸ τῆς θέωσης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὁ τελικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ὡς δημιούργημα κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση, δηλαδή, καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν κοσμολογία της. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς κτιστὸ καὶ τρεπτὸ ὄν, βρισκόταν πάντα στὴν ὁριακὴ κατάσταση τῶν ὄντων, ἔχοντας λάβει ὅμως τὴν ὑπόσχεση γιὰ τὴν τελείωσή του. Ἑπομένως, ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ἡ σωτηρία εἶναι ἡ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας. «Ἡ σωτηρία ὡς θεραπεία τῆς διάβρωσης καὶ συνέχιση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας ἐπιτυγχάνεται κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση, ἡ ὁποία, καθὼς ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση, συνεχίζει τὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ τῆς θέωσης καὶ τῆς τελείωσης τῶν πάντων. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος, ὁριακὲς καταστάσεις τῶν κτιστῶν ὄντων, ἀδήριτοι παράγοντες τῆς ἴδιας τῆς κτιστότητας, ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι ἀποσπασματικοί, εὔθραυστοι καὶ ἀλλοιωτοί, στὴ σχέση τους μὲ τὶς θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ γίνονται γέφυρες ποὺ μηδενίζουν τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὰ δημιουργήματα. Ἔτσι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐντάσσεται σ’ αὐτὴ τὴ γενικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ σχέση Θεοῦ καὶ δημιουργίας».
.               Ἡ ἐνανθρώπηση καὶ ὅλη ἡ ἱστορία τῆς σωτηρίας ἐκλαμβάνεται στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς γενικῆς καὶ ὁλοκληρωτικὴ ς σχέσης Θεοῦ καὶ δημιουργίας. Ματσούκας, στέκει διαίτερα πικριτικς πέναντι στ γχειρίδια τς Δογματικς πο πραγματεύονται τ Χριστολογία, ρχίζοντας π τν νανθρώπηση το Λόγου. διος παραμένει πιστς στ γραμμ πο χάραξε πατερικ θεολογία, ποία δν χωρίζει τν σαρκη παρουσία το Λόγου στν στορία τν σωτηριωδν γεγονότων τς Παλαις Διαθήκης π τν νανθρώπηση το Λόγου κατ τν περίοδο τς Καινς Διαθήκης. Σκοπός του ἡ ἀνάδειξη αὐτῆς τῆς ἑνότητας καὶ ταυτότητας τῶν δύο Διαθηκῶν, ὅπως καὶ τῆς συνεχοῦς καὶ ἑνιαίας πορείας τῆς θείας οἰκονομίας.
.               Ὁ Λόγος, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας, ποὺ ἐνδημοῦσε στοὺς πατριάρχες καὶ τοὺς προφῆτες, βρίσκεται στὸ προσκήνιο τῆς θείας οἰκονομίας. Ὡς ἄσαρκος Λόγος ἐνεργεῖ τὶς θεοφάνειες στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἐνανθρωπεῖ καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν κατὰ χάρη θέωση. Ὁ δεσμὸς αὐτὸς μεταξὺ ἄσαρκης καὶ ἔνσαρκης παρουσίας του, στὴν ἴδια τὴ συνέχεια τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας, εἶναι ἄρρηκτος. Ὁ ἴδιος Λόγος ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία βλέπουν τὰ μέλη τῆς κοινότητας μέσα στὶς συγκεκριμένες ἱστορικὲς σχέσεις καὶ περιπέτειες. λόκληρη στορικ πορεία τς κκλησίας φανερώνει τν παραπάνω πεποίθηση γι τν ργανικ νότητα μεταξ σαρκης κα νσαρκης παρουσίας το Θεο Λόγου. Ὁ Ματσούκας, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν παραπάνω ἄποψη, ἀναφέρει ὡς παράδειγμα τὰ πρῶτα βαπτιστήρια σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἦταν καθαρὰ χριστολογικά, καὶ ἐξέφραζαν τὴν πίστη στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὰ σύμβολα αὐτὰ ἀναπτύσσονται ἀργότερα, σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι σπερματικά, καὶ γίνονται διμερῆ καὶ τριμερῆ, μνημονεύοντας καὶ τὰ τρία πρόσωπα. κκλησιαστικ δηλαδ κοινότητα, π τ πρτα της βήματα βίωσε ατ τν λήθεια τς νανθρώπησης ς τ κεντρικότερο γεγονς το μυστηρίου τς θείας οκονομίας καὶ τὴν ἑνότητα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διασπαστεῖ. «Ἡ Ἐκκλησία στὶς ἀρχὲς τοῦ ἱεραποστολικοῦ κηρύγματος, μέσα σὲ μία χοάνη ποικίλων τάσεων ἰουδαϊκῶν, ἑλληνικῶν καὶ ἀνατολικῶν, διαμόρφωσε μία συνείδηση καθαρὰ ἱστορικὴ ὡς πρὸς τὴν προέλευση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία συνέδεσε ἁρμονικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν δραματικὴ ἱστορία τῶν βιβλικῶν γεγονότων, τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, τῆς ἄσαρκης καὶ τῆς ἔνσαρκης ἐνδημίας τοῦ Λόγου. Ἐξ οὗ καὶ ἡ μοναδικὴ ἔμφαση στὸ ρόλο τῶν ἱστορικῶν θεοφανειῶν καὶ φωτοφανειῶν τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τοῦτος ὁ κορμὸς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, ὅσα ἐνδύματα κι ἂν φόρεσε ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῶν ποικίλων ρευμάτων, ἔμενε ὁ ἴδιος στὴ συνείδηση τῆς ζωῆς». Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ ἔργο τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἐντοπίζεται κατ᾽ ἀρχὴν στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Δημιουργοῦ, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ περιούσιου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖες εἶναι προπαρασκευαστικές τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. νανθρώπηση συνιστ τ ποκορύφωμα τς φιλανθρωπίας κα τς γαπητικς νέργειας το Θεο πρς τ δικό του κτίσμα.

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΝΑ ΕΜΠΑΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία–

σελ. 62-63,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             […] Ἀφοῦ προσκυνοῦμε τὸ μεγάλο τὸ μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως καὶ κυρίως ἀφοῦ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸν Ἡρώδη, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάγοι. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι οἱ μάγοι «χρηματισθέντες κατ᾽ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρώδην, δι᾽ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β´ 12).
.             Ἡ λέξη Ἡρώδης στὴν ἑβραϊκὴ γλώσσα σημαίνει τὸν δερμάτινο. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐμπαίξουμε τὸ φρόνημα καὶ τὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἀκόμη, πρέπει νὰ περιπαίξουμε τὸν νοητὸ διάβολο, ὁποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε ἀπὸ ἄλλη ὁδό, διὰ τῶν ἀρετῶν, στὴν χώρα μας, ποὺ εἶναι ὁ παράδεισος.
.             Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀπαιτεῖται μυστηριακὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή. Ὅσοι ζοῦν ἀσκητικά, ἀξιώνονται νὰ ἑνώνονται μὲ τὸν Χριστό, στὰ μυστήρια. Ὅταν ζῆ κανεὶς μυστηριακὰ καὶ ἀσκητικά, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, τότε ζῆ πνευματικὰ τὰ γεγονότα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μέσα στὴν καρδιὰ καὶ γενικότερα σὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή του. Τότε, δὲν αἰσθάνεται τὰ γεγονότα ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἐσωτερικά. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος θὰ πῆ ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαρίση τὴν καρδιὰ καὶ φωτισθῆ, τότε μέσα του δέχεται τὸν Χριστὸ καὶ καταλαβαίνει τὰ βρεφοπρεπῆ σκιρτήματά του. Ὁ Χριστὸς συλλαμβάνεται ὡς βρέφος μέσα του, γεννᾶται μὲ τὶς ἀρετές, καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος ζῆ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα στὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, μόνο στὸν Χριστὸ ἑνώθηκε ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὑποστατικά. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεούμενος δέχεται στὴν φύση του τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γίνεται μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καταλαβαίνει πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη μέσα στὴν φύση του, τί εἶναι κένωση, τί εἶναι θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.             Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπέβλεπε στὴν θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Πρέπει ὅμως νὰ θεωθῆ καὶ ἡ ὑπόσταση καθενὸς ἀπὸ μᾶς. Ἂν ἐμεῖς δὲν βρισκόμαστε στὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως, τότε γιὰ μᾶς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστός.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Βασιλείου Τσίγκου
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ
«Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ “ΘΕΟΤΟΚΟΣ”
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ»

.               […] Δικαίως καὶ ἀληθῶς ὀνομάζουμε τὴν Παρθένο Μαρία “Θεοτόκο”, γιατί τὸ ὄνομα αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν ἦταν Θεάνθρωπος, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος σὲ μία μοναδικὴ καὶ ἄρρητη ὑποστατικὴ ἑνότητα. “Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος”. Σ᾽ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχαιοπαράδοτη δογματικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν Θεοτόκο στηρίζεται καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν προειδοποιεῖ μὲ ἕναν ἀφοριστικὸ τρόπο: “Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τὴν Ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστιν τῆς θεότητος”.
.               Τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπετέλεσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του, κατὰ τὴν ὁποία προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἀνύψωσε, τὴ θέωσε καὶ τὴν ἔσωσε. Ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα καὶ ὀργανικὰ μὲ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ λέγαμε ὅτι συνιστᾶ θεμελιώδη προϋπόθεση γιὰ τὴν τελειότητα τῆς σωτηρίας. “Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με, καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον”. Στὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁμολογοῦμε: “Τὸν δι᾽ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα”.
.               Λίγες μόλις δεκαετίες μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτες παραχαράξεις τῆς πίστεως καὶ ἀργότερα οἱ μεγάλες χριστολογικὲς αἱρέσεις στὴν Ἐκκλησία Του, σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων. Ποιός εἶναι Αὐτός; Ποιά εἶναι ἡ σχέση Του μὲ τὸν Θεό; Πῶς κατανοεῖται ἡ σχέση καὶ ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό, ἡ ἕνωση δηλαδὴ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ; Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως “Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου;” Μὲ ποιό τρόπο γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μητέρα Του, ἡ Παρθένος Μαρία νὰ ἀποκαλεῖται “Θεοτόκος”; Τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἐτίθεντο ἀφοροῦσαν ὄχι μόνο τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐνανθρώπησή Του.
.               Οἱ προβληματισμοὶ αὐτοὶ προξένησαν μακραίωνες δογματικὲς συζητήσεις. Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ προφυλάξει τὰ πιστὰ μέλη της καὶ νὰ ἀπαντήσει στὶς ἀποκλίνουσες ἀπόψεις διατύπωσε αὐθεντικὰ τὴν πίστη της καὶ καθόρισε Οἰκουμενικὲς Συνόδους, οἱ ὁποῖες διατύπωσαν αὐθεντικὰ τὴν πίστη της καὶ καθόρισαν τὰ δόγματά της. Οἱ δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, γνωστὲς ὡς “ ὅροι”, δηλαδὴ ὅρια-ὁριοθετήσεις, ἐμπεριέχουν σωτήριες ἀλήθειες. Συνεπῶς, τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ σωτηριολογικὲς προτάσεις ζωῆς, ἀφοῦ καταγράφουν τὴν κοινὴ πίστη καὶ τὴν καθολικὴ συνείδηση καὶ διαχρονικὴ ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

.               […] Ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν εἶναι καθόλου ἄσχετη μὲ ὁλόκληρη τὴν δογματική της παράδοση. Ἀντιθέτως σχετίζεται ὀργανικὰ καὶ συνδέεται πρωταρχικὰ μὲ τὴ Χριστολογία καὶ τὴ Σωτηριολογία, γιατί μὲ τὴν Θεοτόκο σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ Κύριος τῆς Δόξης καὶ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, προκειμένου νὰ πληρωθεῖ ἡ σωτηριώδης θεία οἰκονομία. Μιὰ διαστρεβλωμένη καὶ “μειωμένη” Χριστολογία ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἀφοῦ καταλύει τὸ δόγμα τῆς σωτηρίας. Ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία, ὅπως ἡ σχετικὴ περὶ Θεοτόκου, κατανοεῖται καὶ ἑρμηνεύεται ἀποκλειστικὰ ἐντὸς καὶ διὰ τῆς Θεολογίας καὶ τῆς Χριστολογίας.
.               Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, καθὼς ἔχει στέρεη βάση της τὴ Χριστολογία, δὲν εἶναι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετατραπεῖ σὲ αὐτονομημένη, ἀνεξάρτητη καὶ αὐτοδύναμη Μαριολογία καὶ Μαριολατρεία , ἢ ἀκόμη σὲ ἀνθρωπολογία μὲ κέντρο της τὴν Παρθένο Μαρία, ἀλλὰ εἶναι πρωτίστως καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν Χριστολογία, στὴν ὁποία συμπεριλαμβάνεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἀνθρωπολογία καὶ ἡ περὶ Θεοτόκου διδασκαλία. Οἱ ὅποιες παρανοήσεις, παραχαράξεις καὶ καινοτομίες, ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τῆς Παρθένου Μαρίας, προῆλθαν σαφέστατα ἀπὸ μία λανθασμένη καὶ “κολοβωμένη” Χριστολογία, ἀπὸ τὴν παρανόηση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Κατὰ συνέπεια, ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια γιὰ τὴ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοτόκου δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ “ἐπιστηρίζεται σὲ χριστολογικὴ βάση”!
.               Οἱ ἀστείρευτες πηγὲς τῆς συνοδικῆς καὶ πατερικῆς παράδοσης τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μικρὸν μόνο μέρος ἀξιοποιήθηκε καὶ παρουσιάσθηκε ἐδῶ μαρτυροῦν ὁμοφώνως καὶ διατρανώνουν συνοδικῶς ὅτι ἡ Ὑπερευλογημένη Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκος, Θεογεννήτρια καὶ Θεομήτωρ, ὅπως “θεογράφως διεχάραξαν” καὶ “πνευματοκινήτως” ἐδογμάτισαν οἱ θεοφόροι Πατέρες, ποὺ συγκρότησαν τὶς Ἅγιες καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἡ Κυρία Θεοτόκος “ διηκόνησε “ καὶ “ὑπούργησε” στὸ μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου διὰ τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.               Γιὰ τὴ συμβολὴ τῆς Παρθένου Μαρίας στὴν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς Οἰκονομίας, δικαιολογημένα ἀποδίδεται τιμή, δόξα καὶ ὕμνος στὴν “ἔχουσα τὰ δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος” , στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, τὸ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴ Μητέρα τοῦ “δευτέρου ἀνθρώπου τοῦ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ, τὴν Μητέρα τοῦ “ἐσχάτου Ἀδὰμ” τοῦ “καινοῦ ἀνθρώπου” τὴν ἀληθινὴ κατὰ σάρκα Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ “πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς”, ἡ Παναγία Μητέρα Του εἶναι Μητέρα μας καὶ ἐμεῖς θετοὶ υἱοί της. Κάθε πιστὸς ἔχει μία ἀπροσμέτρητη δυνατότητα καὶ προοπτική, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ γίνει καὶ αὐτὸς κατὰ χάριν “Θεοτόκος” καὶ νὰ κυοφορήσει κατὰ χάριν τὸν Χριστὸ ὡς ἔμβρυο. Θὰ πρέπει βεβαίως νὰ θεωρηθεῖ ὡς αὐτονόητη προϋπόθεση ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὴ Θεοτόκο καὶ Ἀειπάρθενο Μαρία.
.               Ἡ μοναδικότητα καὶ τὸ ἀνεπανάληπτο μεγαλεῖο τῆς Θεομήτορος εἶναι σχετικὰ παρόμοια πρὸς τὴ μοναδικότητα τοῦ Υἱοῦ της, ποὺ “ἐπετέλεσεν πᾶσαν βουλὴν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός”. Τὸ Πρόσωπο καὶ ἡ Ἀποστολὴ τῆς Παρθένου Μαρίας μένουν μετέωρα καὶ ἀκατανόητα, ἐὰν δὲν συνδεθοῦν μὲ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἡ Παρθένος “Θεὸν σαρκωθέντα τεκοῦσα, Θεοτόκος ὀνομάζεται. Ὁ Χριστὸς “Θεὸς σεσαρκωμένος καὶ ἐνανθρωπήσας”, προσδίδει στὴν κατὰ σάρκα Μητέρα Του τὸ ὄνομα “Θεοτόκος” ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα “Θεοτόκος” “ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας [τῆς ἐνανθρωπήσεως] συνίστησι. Τ νομα “Θεοτόκος” εναι μία ναπόφευκτη συνέπεια το νόματος “Θεάνθρωπος”. Καὶ τὰ δύο ὀνόματα στέκουν καὶ πέφτουν μαζί. Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” ὁδηγεῖ στὴν ἀναίρεση ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας .
.               Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου. Τίποτε δὲν πρόκειται νὰ παρεμβληθεῖ μεταξύ τους. Ἡ Θεοτόκος θὰ εἶναι πάντοτε ἀχώριστη ἀπὸ τὸν Υἱὸ τῆς “οὐδὲν γὰρ μέσον Μητρὸς καὶ Υἱοῦ” . Ἰδιαίτερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ τιμὴ καὶ ὁ μακαρισμὸς καὶ ἡ δόξα τῆς Παναγίας Θεοτόκου δὲν τελειώνουν ποτὲ γιατί “ ἡ εἰς αὐτὴν τιμή, εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα (Υἱὸν) ἀνάγεται”. Ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου, ἡ Θεοτόκος, εἶναι ἡ “Μητέρα τῆς δόξης”. Ἡ μεγαλύτερη δόξα τῆς Παρθένου Μαρίας εἶναι ὁ θεανδρικὸός της τόκος, ὁ “ καρπὸς τῆς κοιλίας της”, ὁ Υἱός της, ποὺ τῆς χάρισε καὶ τὸ μοναδικὸ ὄνομα “Θεοτόκος”.
.         Ἡ Θεοτόκος δὲν ἐνεργεῖ καὶ δὲν δοξάζεται αὐτονομημένα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα Χριστό. Ἔτσι κατανοεῖται γιατί ἡ ὀρθόδοξη περὶ Θεοτόκου διδασκαλία συνδέεται οὐσιαστικὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία καὶ κατ᾽ ἐπέκταση μὲ τὴν ὀρθόδοξη Σωτηριολογία. Ἡ ἑνότητα Χριστολογίας καὶ Σωτηριολογίας εἶναι ἄρρηκτη, ὁ δεσμός τους ἀκατάλυτος καὶ ἡ σχέση τους εἶναι ἀμφίδρομη. Ἡ Σωτηριολογία εἶναι στὴν οὐσία της Χριστολογία, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν νοεῖται παρὰ μόνο ὡς Σωτήρας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ὅρος “Θεοτόκος” στὴν πραγματικότητα εἶναι χριστολογικὸς καὶ σωτηριολογικὸς ὅρος. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ κατανοεῖται καὶ ἡ ὁμολογία ὅτι “οὐκ ἔστιν ἄλλη σωτηρία, εἰ μὴ τὸ ὀρθῶς φρονεῖν καὶ πιστεύειν, κατ᾽ ἀλήθειαν Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον ὑπάρχειν” .
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, θέλοντας νὰ διασφαλίσουν τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, τόνιζαν ἐμφατικὰ τὴ δογματικὴ ἀναγκαιότητα τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” στὴ λειτουργία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας. Ὁ Σωτήρας Χριστός, ὁ “Εἷς τῆς Ἁγίας Τριάδος” εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐκ Παρθένου Μαρίας σαρκωθείς, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ἡ Θεολογία καὶ ἡ Χριστολογία εἶναι ἡ καρδιά, ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενο ὁλοκλήρου τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς παραδόσεως. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, στὴ δογματικὴ διδασκαλία ὅλα κατανοοῦνται, φωτίζονται καὶ ἑρμηνεύονται Χριστολογικῶς.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς “στύλος καὶ ἑδραίωμα τήςαληθειας”, καυχᾶται ἐν Κυρίῳ ὅτι συνεχίζει τὴν ἐπὶ γῆς πορεία της διαφυλάσσοντας ἀναλλοίωτη καὶ ἀκαινοτόμητη μέχρις ἐσχάτων αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀρχαιοπαράδοτη διδασκαλία καὶ “καλὴν παρακαταθήκην” τῆς πίστεως. Στὴν ἀληθινὴ ὀρθόδοξη καθολικὴ πίστη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ “χάραγμα” καὶ τὸ “σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας”. Καὶ ἐνῶ “γυναῖκες λέγονται ἄπειροι καὶ ἀνθρωποτόκοι ἀμέτρητοι καὶ παρθένοι μύριαι πλεῖσται καὶ Μαρίαι εἰσὶ “γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση καὶ ζωὴ δικαίως, κυρίως καὶ ἀληθῶς”, μόνον καὶ ἰδιώτατον καὶ κυριώτατον καὶ σημαντικώτατόν ἐστι τῇ ἁγίᾳ, ἀχράντῳ καὶ ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τὸ Θεοτόκος”.

 

 

 

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ καὶ ὄχι τὸ ΠΡΩΤΟ (Πατήρ) ἢ τὸ ΤΡΙΤΟ (Ἅγ. Πνεῦμα);

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία

σελ. 49-50,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα σχετικὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τγιατί ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὄχι τὸ Πρῶτο (ὁ Πατὴρ) ἢ τὸ Τρίτο (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Βέβαια, ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐνήργησε στὴν ἐνανθρώπηση, ἀφοῦ ὁ Λόγος ἔλαβε ἀνθρώπινη φύση, ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνήργησε, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὑπάρχουν τρεῖς βασικοὶ λόγοι.
.             Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α´ 15), Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἑνὸς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδὴ κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη νοερὸ καὶ αὐτεξούσιο, καὶ καθ’ ὁμοίωση, δηλαδὴ τέλειος στὶς ἀρετὲς ὅσο εἶναι δυνατὸν στὴν φύση του. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, φυσικὸ δὲ ἐπακόλουθο ἦταν ἡ εἴσδυση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ ἐνηνθρώπησε ὁ Λόγος, γιὰ νὰ ξαναπλάση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔφθανε μὲ τὴν Χάρη του καὶ τὸν δικό του προσωπικὸ ἀγώνα.
.             Ὁ Θεὸς μὲ τὴν δημιουργία μᾶς ἔδωσε τὸ ἀνώτερο, δηλαδὴ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ φυλάξαμε, τὸ χάσαμε. Τώρα ἔρχεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας καὶ παραλαμβάνει τὸ κατώτερο, δηλαδὴ τὴν δική μας φύση, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν φθορά, καὶ γιὰ νὰ ἀνακαινίση τὸ σκεῦος ποὺ ἀχρειώθηκε καὶ συντρίφθηκε, καθὼς ἐπίσης νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μᾶς παιδαγωγήση στὴν νέα ζωή.
.             Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ δὲν ἦταν ὑπόθεση μίας ἁπλῆς μετάνοιας, ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἁμαρτία εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ νικηθῆ ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε σάρκα καθαροτάτη ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀλλὰ πάντως θνητὴ καὶ παθητή, γιὰ νὰ νικήση τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο καὶ νὰ γίνει τὸ πρωτότυπο τῆς νέας δημιουργίας.
.             Ὁ δεύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι γιὰ νὰ μείνη ἡ ἰδιότητά του ἀκίνητη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει μία ἀκίνητη ἰδιότητα. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ καὶ ὄχι Υἱός. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι Πατήρ, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὄχι Πατὴρ ἢ Υἱός. Ἡ ἰδιότητα αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξη, νὰ κινηθῆ καὶ νὰ μεταβληθῆ. Δὲν μποροῦσε ὁ Πατὴρ νὰ γίνη Υἱός, οὔτε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννηθῆ, ἀφοῦ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ Πατέρα προαιωνίως, ἔπρεπε νὰ γεννηθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία ἐν χρόνῳ, κατὰ τὴν σάρκωσή Του. Ἔτσι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ παραμείνη ἡ ἰδιότητα ἀκίνητη.
.             Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐξαγγέλλει σὲ ἐμᾶς τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Αὐτός, ἄλλωστε, ἐμφανιζόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀπεκάλυπτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός.
.             Ἔτσι, διὰ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου ἀποκτοῦμε τὴν σωτηρία. Δι’ Αὐτοῦ ἔχουμε τὴν προσαγωγή μας πρὸς τὸν Πατέρα. Αὐτὸς εἶναι ἡ θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμαστε στὴν οἰκία τοῦ Πατέρα, καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ θύρα τῶν προβάτων, τὸ κλειδὶ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα (ἅγιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος).

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;

π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

CUR DEUS HOMO?
Τὸ κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως,
στὸ «Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας»
ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973,
σελ. 36-38, μετάφρ. Σταμ. Χατζησταματίου

.       Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) φαίνεται ὁ μόνος Πατὴρ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε ἄμεσα γιὰ τὸ πρόβλημα [σ: τοῦ κινήτρου τῆς ἐνανθρωπήσεως], ἂν καὶ δὲν τὸ τοποθετῆ ὅπως οἱ μετέπειτα θεολόγοι τῆς Δύσεως. Διεκήρυξε ὅτι ἡ Ἐνσάρκωσις πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἀπόλυτος καὶ πρωταρχικὸς σκοπὸς τοῦ Θεοῦ στὴν πρᾶξι τῆς Δημιουργίας. Ἡ φύσις τῆς Ἐνανθρωπήσεως, τῆς ἑνώσεως δηλ. τῆς θείας μεγαλωσύνης μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα ἀνεξιχνίαστο μυστήριο, ἀλλὰ τουλάχιστο μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ὑπερτάτου μυστηρίου ἦταν, κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐνσάρκωσις, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὴν ἡ δική μας ἐνσωμάτωσις στὸ Σῶμα τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φρασεολογία τοῦ ἁγ. Μαξίμου εἶναι σαφὴς καὶ καθαρή. Ἡ «ξ´ ἐρώτησις πρὸς Θαλάσσιον» εἶναι ἕνα σχόλιο στὸ χωρίο Α´ Πέτρου 1, 19-20: «ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, προεγνωσμένου μὲν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». Ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτησις, κι ὁ ἅγ. Μάξιμος, πρῶτα συνοψίζει τὴν ἀληθινὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνεχίζει: «τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾽ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος. Τοῦτό ἐστι ὁ τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενος θεῖος σκοπός, ὃν ὁρίζοντες εἶναί φαμεν, προεπινοούμενον τέλος, οὗ ἕνεκα μὲν πάντα, αὐτὸ δὲ οὐδενὸς ἕνεκα. Πρὸς τοῦτο τὸ τέλος ἀφορῶν, τὰς τῶν ὄντων ὁ Θεὸς παρήγαγεν οὐσίας. Τοῦτο κυρίως ἐστὶ τὸ τῆς προνοίας καὶ τῶν προνοουμένων, πέρας. Καθ᾽ ὃ εἰς τὸν Θεόν, ἡ τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ πεποιημένων ἐστὶν ἀνακεφαλαίωσις. Τοῦτό ἐστι τὸ πάντας συγγράφον τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὑπεράπειρον καὶ ἀπειράκις ἀπείρως προϋπάρχουσαν τῶν αἰώνων μεγάλην τοῦ Θεοῦ βουλὴν ἐκφαῖνον μυστήριον. Ἧς γέγονεν ἄγγελος αὐτὸς ὁ κατ᾽ οὐσίαν τοῦ Θεοῦ λόγος γενόμενος ἄνθρωπος. Καὶ αὐτόν, εἰ θέμις εἰπεῖν, τὸν ἐνδότατον πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητος φανερὸν καταστήσας, καὶ τὸ τέλος ἐν αὐτῷ δείξας, δι᾽ ὃ τὴν πρὸς τὸ εἶναι σαφῶς ἀρχὴν ἔλαβον τὰ πεποιημένα. Διὰ γὰρ τὸν Χριστόν, ἤγουν τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον, πάντες οἱ αἰῶνες, καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς τοῖς αἰῶσιν, ἐν Χριστῷ τὴν ἀρχὴν τοῦ εἶναι καὶ τὸ τέλος εἰλήφασιν. Ἕνωσις γὰρ προϋπενοήθη τῶν αἰώνων, ὅρου καὶ ἀοριστίας, καὶ μέτρου καὶ ἀμετρίας, καὶ πέρατος καὶ ἀπειρίας, καὶ κτίστου καὶ κτίσεως, καὶ στάσεως καὶ κινήσεως. Ἥτις ἐν Χριστῷ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων φανερωθέντι γέγονε». Πρέπει νὰ γίνῃ προσεκτικὴ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀϊδιότητος τοῦ Λόγου εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τῆς «οἰκονομίας» τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἡ «πρόγνωσις» ἔχει ἀκριβῶς σχέσι μὲ τὴν Ἐνσάρκωσι: «προεγνώσθη οὖν ὁ Χριστός, οὐχ ὅπερ ἦν κατὰ φύσιν δὲ ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὅπερ ἐφάνη κατ᾽ οἰκονομίαν δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος ὕστερον» (ΡG 90,621, 624). Ὁ «ἀπόλυτος προορισμὸς» τοῦ Χριστοῦ δηλώνεται μὲ μεγάλη σαφήνεια. Αὐτὴ ἡ πεποίθησις βρίσκεται σὲ μεγάλη συμφωνία μὲ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ θεολογικοῦ συστήματος τοῦ ἁγ. Μαξίμου· καταπιάνεται, μάλιστα, μὲ τὸ πρόβλημα σὲ πολλὲς περιπτώσεις στὶς ἀπαντήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ στὸ «Περὶ διαφόρων ἀποριῶν». Λόγου χάριν μὲ ἀφορμὴ τὸ χωρίο Ἐφεσίους α´ 9 γράφει ὁ ἅγ. Μάξιμος: «ἔδειξε καὶ ἡμᾶς ἐπὶ τούτου γεγενῆσθαι, καὶ ὑπὸ τῶν αἰώνων περὶ ἡμᾶς παντ᾽ ἀγαθοῦ Θεοῦ σκοπὸν» κτλ. (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91, 1097). Ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν καταβολὴ ὁ ἄνθρωπος προγεύεται στὸν ἑαυτό του «θείου τοῦ σκοποῦ τὸ μέγα μυστήριον», τὴν ἔσχατη τελείωσι τῶν πάντων ἐν τῷ Θεῷ (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν στ. 1305 ἑξ.). Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Θείας Προγνώσεως διαιρεῖται κατὰ τὸν ἅγ. Μάξιμο σὲ δύο μεγάλες περιόδους: ἡ πρώτη κορυφώνεται στὴν Ἐνσάρκωσι τοῦ Λόγου, εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Θείας συγκαταβάσεως («ἐπὶ τῷ ἀνθρωπισθῆναι»). Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης ἀνυψώσεως στὴ δόξα τῆς Θεώσεως, μία προέκτασις, θὰ λέγαμε, τῆς Ἐνσαρκώσεως σ᾽ ὁλόκληρη τὴν Δημιουργία. «Διέλωμεν οὖν τῇ ἐπινοίᾳ τοὺς αἰῶνας, καὶ ἀφορίσωμεν, τοὺς μέν, τῷ μυστηρίῳ τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τοὺς δὲ τῇ χάριτι τῆς ἀνθρωπίνης θεώσεως… καὶ συντόμως εἰπεῖν τῶν αἰώνων οἱ μὲν τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰσὶ καταβάσεως, οἱ δὲ τῆς ἀνθρώπων πρὸς Θεὸν ὑπάρχουσιν ἀναβάσεως. Ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ καὶ ἀρχή, καὶ μεσότης, καὶ τέλος πάντων ἐστὶ τῶν αἰώνων, τῶν δὲ παρελθόντων καὶ ὄντων, καὶ ἐσομένων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς (Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας γραφῆς 22, ΡG 90, 317· πρβλ. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, ΡG 91,1308 ἐξ.). Ἡ ἐσχάτη τελείωσις, στὰ μάτια τοῦ ἁγ. Μαξίμου, συνδέεται μὲ τὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ βουλὴ καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὅλη του ἡ θεώρησις εἶναι αὐστηρὰ «Θεοκεντρική», ἀλλὰ καὶ «Χριστοκεντρικὴ» ταὐτόχρονα. Τοῦτο ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν συσκοτίζει τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἔσχατη ἀθλιότητα τῆς ἁμαρτωλῆς ὑπάρξεως. Τὴ μεγάλη ἔμφασι τοποθετεῖ ὁ ἅγ. Μάξιμος ἐπὶ τῆς μεταστροφῆς καὶ τῆς καθάρσεως τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, στὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ βλέπει αὐτὴ τὴν τραγωδία τῆς Πτώσεως καὶ τῆς ἀποστασίας τοῦ κτίσματος μέσα στὴν εὐρύτερη προοπτική του ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς Δημιουργίας.

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ καὶ ΥΙΟΘΕΣΙΑ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

 

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ κατά Χάριν υἱοθεσία 

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
(Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 2016)

.           Τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καθορίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι τό ζωντανό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὄχι ἀπό τήν κοσμική νοοτροπία καί ἀπό διδασκαλίες ἀνθρώπινες. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ὑμνογραφία της, τήν ἁγιογραφία της καί τήν διδασκαλία της μᾶς ἀναλύει ποιό εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο μᾶς καθοδηγεῖ γιά νά εἴμαστε καί ἐμεῖς ζωντανά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἡ Ἐκκλησία καθόρισε νά ἀναγινώσκεται τό κατάλληλο ἀποστολικό καί εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, κατά τήν θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων.
.           Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα μᾶς παρουσιάζει τόν σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ υἱοθεσία μας, δηλαδή νά γίνουμε κατά Χάρη υἱοί τοῦ Θεοῦ. Καί τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται στήν προσκύνηση τῶν Μάγων, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν ἀπό τήν Ἀνατολή, ὁδηγούμενοι ἀπό τό ἀστέρι, καί παρά τίς δυσκολίες, ἔφθασαν στήν Βηθλεέμ καί προσέφεραν στόν Χριστό τά πολύτιμα δῶρα τῆς εὐλάβειάς τους, ἤτοι χρυσό, λίβανο καί σμύρνα.
.           Θά κάνω λίγα θεολογικά σχόλια πάνω στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, πού δείχνει πῶς καί ἐμεῖς θά γευθοῦμε τούς καρπούς τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, πῶς θά ἀποκτήσουμε τήν κατά Χάρη υἱοθεσία.
.           Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του προσδιορίζει μέ ἀπόλυτη θεολογική καθαρότητα τόν σκοπό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο τόν κατάλληλο καιρό. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅταν κορυφώθηκε ἡ κακία καί ἡ ἁμαρτία στό ἀνθρώπινο γένος, ἀλλά καί ὁλοκληρώθηκε ὁ πόθος καί ἡ ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς Προφήτας καί Δικαίους, τότε ἐνηνθρώπησε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή μέ τήν θέληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.           Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού ἀκούσαμε στήν θεία Λειτουργία ἀναφέρεται δύο φορές στό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» ὁ Θεός. Αὐτό δείχνει τό ἱστορικό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό μυστήριο τῆς ἐλεύσεώς Του μέσα στήν καρδιά μας, διά τῆς ὁποίας ἐλεύσεως γίνεται ἡ θέωσή μας.
.           Τήν πρώτη φορά χρησιμοποιεῖται τό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν», γιά νά δηλώση τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τήν θεία φύση καί ἕνωση μαζί της στό Πρόσωπό Του, μέ σκοπό νά μᾶς ἐξαγοράση ἀπό τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί νά ἀπολαύσουμε τήν υἱοθεσία. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ὅτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. δ΄, 4-5).
.           Τήν δεύτερη φορά χρησιμοποιεῖται τό ἴδιο ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» γιά νά δηλώση τό πῶς ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν υἱοθεσία, πῶς ἀπό δοῦλος τῆς ἁμαρτίας γίνεται κατά Χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ, πῶς γίνεται μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεός Πατήρ ἐξαπέστειλε τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, πού εἶναι καί δικό Του Πνεῦμα, ἀφοῦ τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί ἀποστέλλεται διά τοῦ Υἱοῦ, στίς καρδιές μας καί μᾶς προσφέρει ὡς δῶρο τήν υἱοθεσία. Γράφει: «Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾿ υἱός· εἶ δέ υἱός, καί κληρονόμος Θεοῦ διά Χριστοῦ» (Γαλ. δ΄, 6-7).
.           Ἑπομένως, τό πρῶτο «ἐξαπέστειλεν» ἀναφέρεται στόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ἔδωσε σέ ὅλους τήν δυνατότητα τῆς κατά Χάριν υἱοθεσίας του. Τό δέ δεύτερον «ἐξαπέστειλεν» ἀναφέρεται στό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον ἔρχεται στήν καρδιά καί ἀπεργάζεται τήν υἱοθεσία στούς ἀνθρώπους. Ὅσο σημαντική εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἄλλο τόσο σημαντική εἶναι καί ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά, γιατί καί μέ τά δύο αὐτά γεγονότα ἀπολαμβάνουμε τήν υἱοθεσία.
.           Αὐτό σημαίνει ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί μέ τό Ἅγιον Βάπτισμα καί τό Ἅγιον Χρίσμα ἐντασσόμαστε στό ζωντανό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γινόμαστε μέλη αὐτοῦ τοῦ ἐνδόξου Σώματος, δηλαδή μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί τρεφόμαστε μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ ἔνταξη δέν εἶναι μηχανική καί συναισθηματική. Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά διά τῶν Μυστηρίων ἀναπτύσσει τήν καρδιακή προσευχή. Ἔτσι, ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος φωνάζει, καί μάλιστα κράζει τόν Θεό ὡς Πατέρα μέ τήν καρδιά του.
.           Ἡ προσευχή στόν Πατέρα μέσα στήν καρδιά, πού γίνεται μέ ἰσχυρή φωνή, προσδιορίζει σαφέστατα ὅτι τότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τήν κατά Χάρη υἱοθεσία, παύει νά εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, καί ἔχει τήν βεβαιότητα ὅτι εἶναι κληρονόμος τοῦ Θεοῦ διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
.           Τό ρῆμα «ἐξαπέστειλεν» πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δύο φορές στό ἀποστολικό αὐτό ἀνάγνωσμα δηλώνει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Καί τά δύο αὐτά ἔχουν μεγάλη ἀξία καί σπουδαιότητα καί εἶναι ἑνωμένα μεταξύ τους. Αὐτό δείχνει τί εἶναι Χριστούγεννα καί τί εἶναι Πεντηκοστή, τί εἶναι ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τί εἶναι θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό δείχνει ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, πῶς διά τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, γινόμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτοῦμε τήν υἱοθεσία καί ὅτι αὐτό τό αἰσθανόμαστε μέ τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά.
.           Σέ μιά ἐποχή πού ὑπάρχει ἀπογοήτευση καί ἀπελπισία, ἡ βεβαιότητα τῆς υἱοθεσίας ἐν Χριστῷ μέ τά Μυστήρια καί τήν προσευχή εἶναι ἐλπίδα ζωῆς.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018 «Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ βεβαιότης ὅτι τὴν ἱστορίαν, ὡς πορείαν πρὸς τὴν Βασιλείαν τῶν Ἐσχάτων, κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός».

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ πεφιλημένα τέκνα,

.               Χάριτι Θεοῦ ἠξιώθημεν νὰ φθάσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῆς κατὰ σάρκα Γεννήσεως τοῦ Θείου Λόγου, τοῦ ἐλθόντος εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃ τὸ «εὖ εἶναι»{1}, τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἀπὸ τὴν δουλείαν εἰς τὰ ἔργα τοῦ νόμου καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον, νὰ μᾶς δωρήσῃ δὲ τὴν κατ᾿ ἀλήθειαν ζωὴν καὶ τὴν χαρὰν τὴν μεγάλην, ἣν «οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ἡμῶν»{2}.
.               Ὑποδεχόμεθα τὸν «παντέλειον Θεόν»{3}, τὸν ὁποῖον «ἀγάπη κεκόμικεν εἰς τὴν γῆν»{4}, ὁ ὁποῖος καθίσταται ἡμῖν «καὶ ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος»{5}. Ὁ κενωθεὶς Θεὸς Λόγος συγκαταβαίνει εἰς τὸ πλανηθὲν πλάσμα αὐτοῦ «συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον»{6}. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» χωρεῖται ἐν τῇ γαστρὶ τῆς Παρθένου, ὁ μέγας ὑπάρχει ἐν σμικροῖς. Τὸ μέγα τοῦτο κεφάλαιον τῆς πίστεώς μας, τὸ πῶς ὁ ὑπερούσιος Θεὸς «ὑπὲρ ἄνθρωπον γέγονεν ἄνθρωπος»{7}, παραμένει «ἀνέκφαντον» μυστήριον. «Τὸ μέγα τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως μυστήριον, ἀεὶ μένει μυστήριον»{8}.
.               Αὐτὸ τὸ ξένον καὶ παράδοξον γεγονὸς «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν»{9}, εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία∙ οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς»{10}.
.               Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑψίστη σωτηριώδης ἀλήθεια διὰ τὸν ἄνθρωπον. Ἀνήκομεν εἰς τὸν Χριστόν. Τὰ πάντα εἶναι ἡνωμένα ἐν Χριστῷ. Ἐν Χριστῷ ἀναπλάθεται ἡ φθαρεῖσα φύσις μας, ἀποκαθίσταται τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ ἀνοίγεται εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους ἡ ὁδὸς τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν. Διὰ τῆς προσλήψεως ὑπὸ τοῦ Θείου Λόγου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, διὰ τοῦ κοινοῦ θείου προορισμοῦ καὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας θεμελιοῦται ἡ ἑνότης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Δὲν σώζεται ὅμως μόνον ἡ ἀνθρωπότης, ἀλλὰ σύμπασα ἡ κτῖσις. Ὡς ἡ πτῶσις τῶν πρωτοπλάστων συμπαρασύρει ὅλην τὴν πλᾶσιν, οὕτω καὶ ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀφορᾷ εἰς ὁλόκληρον τὴν δημιουργίαν. «Ἐλευθέρα μὲν ἡ κτῖσις γνωρίζεται, υἱοὶ δὲ φωτὸς οἱ πρὶν ἐσκοτισμένοι»{11}. Ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς καλεῖ νὰ ἑορτάσωμεν τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν ὡς τὴν «κοινὴν ἑορτὴν πάσης τῆς κτίσεως», ὡς « τὰ σωτήρια τοῦ κόσμου, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς ἀνθρωπότητος»{12}.
.               Τὸ «Χριστὸς γεννᾶται» ἀκούεται, δυστυχῶς, καὶ πάλιν εἰς ἕνα κόσμον πλήρη βιαιοτήτων, ἐπικινδύνων ἀνταγωνισμῶν, κοινωνικῆς ἀνισότητος καὶ καταπατήσεως τῶν θεμελιωδῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Τὸ 2018 συμπληροῦνται ἑβδομήκοντα ἔτη ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴν Διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία, μετὰ ἀπὸ τὰς φοβερὰς ἐμπειρίας καὶ καταστροφὰς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ἀνέδειξε τὰ κοινὰ ὑψηλὰ ἰδανικά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ σέβωνται ἀπαρεγκλίτως ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ κράτη. Ὅμως, ἡ ἀθέτησις τῆς Διακηρύξεως αὐτῆς συνεχίζεται, ποικίλαι δὲ καταχρήσεις καὶ σκόπιμοι παρερμηνεῖαι τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑποσκάπτουν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν πραγμάτωσίν των. Συνεχίζομεν νὰ μὴ διδασκώμεθα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν ἢ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ διδαχθῶμεν. Οὔτε αἱ τραγικαὶ ἐμπειρίαι βίας καὶ ἡ καταρράκωσις τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, οὔτε ἡ διακήρυξις ὑψηλῶν ἰδανικῶν, ἀπέτρεψε τὴν συνέχισιν τῆς βίας καὶ τῶν πολέμων, τὴν ἀποθέωσιν τῆς ἰσχύος καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Οὔτε, βεβαίως, ἡ ἰσχὺς τῶν τεχνικῶν μέσων καὶ αἱ ἐκπληκτικαὶ κατακτήσεις τῆς ἐπιστήμης, οὔτε ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος, ἔφερον κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν πολυπόθητον εἰρήνην. Τοὐναντίον, εἰς τὴν ἐποχὴν μας ὁ εὐδαιμονισμὸς τῶν κατεχόντων αὐξάνεται καὶ ἡ παγκοσμιοποίησις καταστρέφει τοὺς ὅρους τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ εἰρήνης.
.               Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοήσῃ αὐτὰς τὰς ἀπειλὰς κατὰ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. «Οὐδὲν γὰρ ὅσον ἄνθρωπος ἱερόν, ᾧ καὶ φύσεως ἐκοινώνησεν ὁ Θεός»{13}. Ἀγωνιζόμεθα διὰ τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι «ἡ ὄντως εἰρήνη παρὰ Θεοῦ»{14}, ὅτι τὸ ὑπέρλογον μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ θείου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
.               Ζῶμεν ἐν Ἐκκλησίᾳ τὴν ἐλευθερίαν, ἐκ Χριστοῦ, ἐν Χριστῷ καὶ εἰς Χριστόν. Εἰς τὸν πυρῆνα αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ἀνήκει ἡ ἀγάπη, ἥτις «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»{15}, ἡ ἀγάπη «ἐκ καθαρᾶς καρδίας»{16}. Ἐνῶ ὁ αὐτόνομος, ὁ αὐτογνώμων καὶ αὐτάρκης, ὁ αὐτοθεούμενος καὶ αὐτομακαριζόμενος ἄνθρωπος περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν ἀτομικήν του αὐτάρεσκον εὐδαιμονίαν καὶ βλέπει τὸν συνάνθρωπον ὡς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας του, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία ἔχει κατεύθυνσιν πρὸς τὸν ἀδελφόν, κινεῖται πρὸς τὸν πλησίον, ἀληθεύει ἐν ἀγάπῃ. Τὸ μέλημα τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἡ διεκδίκησις δικαιωμάτων, ἀλλὰ τὸ «ποιεῖν τε καὶ πράττειν τὰ δικαιώματα Χριστοῦ»{17}, ἐν ταπεινώσει καὶ εὐχαριστίᾳ.
.               Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς ἐλευθερίας ὡς ἀγάπης καὶ τῆς ἀγάπης ὡς ἐλευθερίας, εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος καί ἡ ἐγγύησις διὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Στηριζόμενοι ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἐνθέου ἤθους δυνάμεθα νά ἀντιμετωπίσωμεν τὰς μεγάλας προκλήσεις τοῦ παρόντος, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν ὄχι μόνον τὸ εὖ ζῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ζῆν τῆς ἀνθρωπότητος.
.               Τὴν ἀλήθειαν τοῦ «Θεανθρώπου» ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν σύγχρονον «ἀνθρωποθεὸν» καὶ πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ αἰωνίου προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐξῇρε καὶ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016): «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ὡς ἔσχατον μέτρον τῶν πάντων: «Οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα»{18}. Ἀναδεικνύει δὲ τὴν σωτηριώδη ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς τόπον καὶ τρόπον τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ ζωῆς, ὡς “ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ”{19} καὶ ὡς μετοχήν, ἤδη ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ»{20}.
.               Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ βεβαιότης ὅτι τὴν ἱστορίαν, ὡς πορείαν πρὸς τὴν Βασιλείαν τῶν Ἐσχάτων, κατευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Βεβαίως, ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖται μακρὰν ἤ ἀνεξαρτήτως τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν περιπετειῶν αὐτῆς, ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄνευ δυσκολιῶν. Ἐν μέσῳ αὐτῶν ἡ Ἐκκλησία μαρτυρεῖ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπιτελεῖ τὸ ἁγιαστικὸν, ποιμαντικὸν καὶ μεταμορφωτικὸν ἔργον αὐτῆς. «Ἡ γὰρ ἀλήθειά ἐστι τῆς Ἐκκλησίας καὶ στῦλος καὶ ἑδραίωμα…Στῦλός ἐστι τῆς οἰκουμένης ἡ Ἐκκλησία…καὶ μυστήριόν ἐστι, καὶ μέγα, καὶ εὐσεβείας μυστήριον»{21}.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ,

.               Ἂς συνεορτάσωμεν, εὐδοκίᾳ τοῦ σκηνώσαντος ἐν ἡμῖν Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀγαλλιάσει καὶ χαρᾷ πεπληρωμένῃ, τὰς ἑορτὰς τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου. Εὐχόμεθα ἐκ Φαναρίου, ὅπως ὁ σαρκωθεὶς καὶ συγκαταβὰς τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν, χαρίζηται εἰς ὅλους κατὰ τὸν νέον ἐνιαυτὸν τῆς χρηστότητος Αὐτοῦ, ὑγιείαν κατ᾿ ἄμφω, εἰρήνην καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην, διαφυλάττῃ δὲ καλῶς τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν καὶ εὐλογῇ τὰ ἔργα διακονίας αὐτῆς, ἵνα δοξάζηται τὸ ὑπεράγιον καὶ ὑπερύμνητον ὄνομα Αὐτοῦ.

Χριστούγεννα ‚βιζ´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

———————————————-

{1} Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΗ´, εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν τὰ Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Γ’, PG 36, 313.
{2} Ἰωάν. ι´, 18.
{3} Δοξαστικὸν Ἀποστίχων Μεγάλου Ἑσπερινοῦ Χριστουγέννων.
{4} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ´, PG 150, 657.
{5} Ὅ. π. , Ϛ´, PG 150, 660.
{6} Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Γ´, α´ PG 94, 984.
{7} Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικά τε καὶ Οἰκονομικὰ περὶ ἀρετῆς καὶ κακίας, ἑκατοντὰς πρώτη, ιβ´, PG 90, 1184.
{8} Ὅ. π.
{9} Κολ. α´, 26.
{10} Πράξ. δ´,12.
{11} Ἰαμβικὴ Καταβασία τῶν Θεοφανείων, ὠδὴ Η´.
{12} Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ὁμιλία εἰς τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν, PG 31, 1472-73.
{13} Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Ϛ´, PG 150, 649.
{14} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Κορινθίους Α´, Ὁμιλία Α´, α´, PG 61, 14.
{15} Α´ Κορ. ιγ´, 5.
{16} Α´ Τιμ. α´, 5.
{17} Θεοτοκίον τῶν Ἀποστίχων τῶν Αἴνων 12ης Ὀκτωβρίου.
{18} Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», Γ’, β’. PG 94, 988.
{19} πρβλ. Ἐφεσ. δ´, 15.
{20} Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, § 10.
{21} Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον Α´, Ὁμιλία ΙΑ´, PG 62, 554.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ (ταπεινό) ΘΕΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΣΤΗ ΒΑΣΙ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

Ποιοί γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα; Οἱ ταπεινὲς καὶ ἁπλές ψυχές. Ὅλο τό μεγαλεῖο τό σερβίρει στὸ Χριστουγεννιάτικο πνευματικὸ τραπέζι μιὰ κόρη. Τὴν λένε Ταπείνωσι.
• Ὅποιος κυττάζει ψηλά, δὲν βλέπει τὴ σάρκωσι· βλέπει τὴν ὑπερηφάνεια…
Ὅποιος σκύβει χαμηλά, αὐτὸς βλέπει τὸν Ὑψηλὸ Θεό, πού ἔγινε ἄνθρωπος.
Ποῦ εἶσαι, Χριστέ;
Στὴ φάτνη, πού λέγεται ταπείνωσις. Ἐσύ ἔγινες ἄνθρωπος ταπεινός, γιὰ νὰ μπορέσω ἐγώ, ὁ μικρὸς καὶ ταπεινωμένος ἄνθρωπος, νὰ γίνω Θεός!
Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ταπεινός. Ὁ Ταπεινούμενος. Ὁ Ταπεινωθείς. Ποτὲ ὅμως δὲν ἔγινε καὶ δὲν εἶναι ὁ ταπεινωμένος! Μόνος Του σκύβει καὶ κατεβαίνει. Ἡ ἁμαρτία ποτὲ δὲν Τὸν ταπεινώνει καὶ δὲν Τὸν κατεβάζει.
Ἀπό ποιόν γεννήθηκες, Χριστέ;
Ἀπὸ μιὰ ταπεινὴ Κόρη. Ἡ Παρθένος Μαρία εἵλκυσε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ταπείνωσί της. Πίστευε στὴν εὐτέλειά της, στὴν ἀναξιότητά της. «Ἐπέβλεψεν ἐπί τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ», λέει (Λουκ. α´ 48). Τί εἶμαι ἐγώ; Ἕνα τίποτε! Ἕνα μηδέν! Στὸ μηδὲν (Ο) ὅμως, ἡ ταπείνωσις, βάζει ἕνα (Υ) καὶ τὸ κάνει Οὐ-ρανό! Καὶ ἀκόμα τὸ μηδὲν, μὲ τὴν ταπείνωσι γίνεται Ω καὶ τήν κάνει Ὡραία. Ἡ μικρὴ Μαρία, μὲ τὴν ταπείνωσί της, δέχτηκε τὸν Οὐράνιο καὶ ἔγινε ἡ Ὡραία!
Ποῦ γεννήθηκες, Χριστέ;
“Μέσα στὴν ἄσημη, τὴν ταπεινὴ φάτνη”! «Καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. β´ 7). Φάτνη! Λιτότητα καὶ ἁπλότητα, ἀντίθεσις στὴν ὑπερηφάνεια τῆς πολυτέλειας. «Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς Θεότητός σου πλοῦτος…» (Ὑπακοή ὄρθρου Χριστουγέννων). Καταδέχτηκε νὰ γεννηθῆ μέσα σ’ ἕνα σταῦλο!
Σταῦλος καὶ Σταυρός, τὰ δύο ξενοδοχεῖα, πού φιλοξένησαν τὸν Θεάνθρωπο! Σπήλαιο καί σπάργανα. Οἱ ταπεινώσεις τοῦ Χριστοῦ. Μπῆκε στὴ σπηλιὰ τῆς ἁμαρτίας, γιὰ νὰ βγάλη στὸ Φῶς τῆς σωτηρίας τὸν ἄνθρωπο. Περιτυλίχτηκε σπάργανα, γιὰ νὰ δείξη ὅτι εἶναι ὁ τυλιγμένος ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι.
Πῶς γεννήθηκες, Χριστέ;
Ὡς βρέφος. Ὁ «Παλαιός τῶν ἡμερῶν» (Δαν. ζ´ 9) ἔδωσε σημεῖο παρουσίας μὲ τὴ βρεφοποίησι: «Τοῦτό ἐστι τὸ σημεῖον: Εὐρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καὶ κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β´ 12).
Ὁ ἰσχυρὸς Θεὸς ἐφάνη βρέφος μικρὸ καὶ ταπεινό! Στὰ βρέφη κρύβεται καί τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Στὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ ἀποκαλύπτεται ὁ Παντοδύναμος ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν αἰώνων!
Σέ ποιούς φανερώθηκες, Χριστέ;
Στὴν ταπείνωσι τῶν ποιμένων. Ἡ καλύτερη κεραία, πού συλλαμβάνει τά οὐράνια μηνύματα, εἶναι ἡ ταπείνωσις.
Γιατί ὁ ἄγγελος δὲν εὐαγγελίστηκε τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων στοὺς τρανοὺς καὶ μεγάλους τῆς γῆς;
Ἡ ὑπερηφάνειά τους εἶναι πυκνὴ νέφωσις. Οὔτε ἄγγελος δὲν μπορεῖ νὰ περάση ἀπό τα σύννεφα τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ μιλήση σὲ ὑπερφίαλα ὄντα. Εὐαγγελίζεται τὴ σάρκωσι, τὴ γέννησι τοῦ Θεανθρώπου, σὲ ἁπλές ψυχές.
Ἀνακοινώνει στὸν κόσμο τῆς ἁπλότητας, τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ μοναδικὸ μήνυμα: «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ» (Λουκ. β´ 10). Οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ ἦσαν ἀγραυλοῦντες. Ἀγρυπνοῦσαν, φύλαγαν καλὰ τὸ κοπάδι τους. Ὁ κόσμος κοιμᾶται, ὁ Οὐρανὸς ξαγρυπνᾶ! Μεσάνυχτα ἔχει ὁ κόσμος…
Διανυκτερεύει ὁ Θεός! Διανυκτερεῦον φαρμακεῖο τὸ σπήλαιο! Διανυκτερεύουν καί οἱ ἄγγελοι! Διανυκτερεύουν οἱ ποιμένες! Σήμερα δυστυχῶς οἱ χριστιανοὶ κοιμοῦνται, κι ὁ διάβολος μέ τὰ ὄργανά του ξαγρυπνοῦν…
Ποῦ θά βροῦμε, σήμερα, τὸν Χριστό;
Στὴν ταπεινὴ μορφὴ πού λαμβάνει. «Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων ἔλαβε δούλου μορφήν» (Φιλιπ. β´ 6). Στὴν παιδικότητα. «Ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπό σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. ια΄ 25).
Στὸ σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ δὲν πηγαίνουν τύποι μὲ διανοητικὴ ὑπερπλασία, δηλαδή μὲ ὑπερηφάνεια, οὔτε τύποι μὲ καθυστέρησι, δηλαδὴ προσκολλημένοι σὲ νεκροὺς θρησκευτικοὺς τύπους. Φοιτοῦν ὅσοι ἔχουν φρόνημα ταπεινό. «Μακάριοι oἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´ 3).
«Σημεῖο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη», λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος.
Πῶς θά ἀνεβῶ στὸν Χριστό;
Ὅταν κατεβῶ! Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ οὐράνια σκάλα. Κατέβηκε ὁ Θεός! «Ἐκένωσεν ἐαυτόν…» (Φιλιπ. β´ 7).
Κατάβασις τοῦ Θεοῦ σημαίνει συγκατάβασις, ὄχι μετάβασις (τοπικά). Γιὰ τὸν Θεὸ Λόγο, ἡ «σκάλα», ἡ ταπείνωσις, εἶναι οὐράνια. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ ταπείνωσις εἶναι σκάλα στὰ μέτρα του. Ἁπλούστατα, ξέρει τὰ μέτρα του ὁ ταπεινός. Ὅσο πιὸ σύμμετρη εἶναι ἡ σκάλα τῆς ταπεινώσεως, τόσο πιὸ πολὺ ἑλκύει ὁ ἄνθρωπος τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «ταπεινοῖς δίδωσι χαριν» (Ἰακ. δ´ 6).
Τί θέλω σήμερα, Χριστέ;
Θέλω τὴν ἡμέρα τῆς Γιορτῆς Σου, νὰ σκύψω νὰ Σέ προσκυνήσω, νὰ ἀσπαστῶ τὰ θεῖα Σου σπάργανα, πού τυλίχτηκες.
Θέλω καὶ κάτι ἀκόμα: Νὰ μὲ ντύσης μὲ τὰ σπάργανα τῆς ταπεινώσεως.
Νὰ σκύβω βαθειὰ καὶ νὰ θάβω τὸν ἐγωισμό μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ προσκυνῶ τὴ γέννησί Σου χωρὶς λογισμούς.
Νὰ σκύβω ὑποχωρώντας στοὺς συνανθρώπους μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ τούς διακονῶ.
Μάθε μας τὴν ταπείνωσι Ἐσύ, πού ἔκλινες Οὐρανοὺς καὶ κατέβης. Ἐσύ, ποὺ τυλίχτηκες τὰ σπάργανα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐσύ, ποὺ ἔκρυβες τὴ Θεότητά σου στὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Ἐσύ, «ὁ Πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια´ 29).

, , ,

Σχολιάστε