Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐμπειρία

«Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ Τόμος Α’
(π. Ἰω. Ρωμανίδου)

(βλ. σχετ. α´ μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/12/11/ἐμπειρικὴ-δογματική/)

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγὴ

Βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Α´
Δόγμα καὶ ἠθικὴ

1. Τὸ δόγμα

α) Ὁρισμὸς τοῦ δόγματος
β) Δόγμα καὶ μυστήριο
γ) Τὸ δόγμα ὡς ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας καὶ ὡς ὁδηγὸς στὴν ἐμπειρία
δ) Ὁ ἀντιαιρετικὸς καὶ θεραπευτικὸς σκοπὸς τοῦ δόγματος
ε) Δόγμα καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ
ϛ) Ἐξέλιξη τῶν δογμάτων
ζ) Δόγματα καὶ φιλοσοφία
η) Ὁ θεραπευτικὸς χαρακτήρας τοῦ δόγματος ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ ἄλλες Ὁμολογίες
θ) Σύνδεση τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἠθικὴ – ἀσκητικὴ

2. Ἡ ἠθικὴ

α) Φιλοσοφική, θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἠθικὴ
β) Χριστιανικὴ ἠθικὴ
γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθικὴ ὡς ἀσκητικὴ

Β´
Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἡ ἀξία τῆς ἐμπειρίας – πείρας

2. Ἡ ἐμπειρία ὡς βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας

3. Ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία

4. Ἐμπειρία καὶ εἴδη ἐμπειριῶν

5. Γνήσια ἐμπειρία

6. Μεταφορὰ τῆς ἐμπειρίας

Γ´
Οἱ φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως

1. Θεούμενοι

α) Ὁρολογία
β) Θεοπτία – θεολογία τῶν θεουμένων

2. Ἡ ἑνότητα Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ ἁγίων

3. Προφῆτες

α) Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης
β) Τὸ προφητικὸ χάρισμα

4. Ἀπόστολοι

α) Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων
β) Ἀποστολικὴ ζωή, παράδοση καὶ διαδοχὴ

5. Πατέρες

α) Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων
β) Ἡ θεόπνευστη θεολογία τῶν Πατέρων
γ) Πατερικὴ περίοδος

6. Ἅγιοι

α) Ποιὸς εἶναι ἅγιος
β) Ἡ ἐμπειρικὴ δύναμη τῆς πίστεως

Δ’
Τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα

α) Διάκριση μεταξὺ ἀρρήτων ρημάτων καὶ κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων
β) Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα
γ) Ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρρήτων-ἀκτίστων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα
δ) Ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα στὰ ἄρρητα ρήματα

2. Ἡ «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως»

3. Ἁγία Γραφὴ

α) Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀποκάλυψη
β) Ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς
γ) Συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος
δ) Ὁ σκοπὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

4. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

α) Ἡ ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
β) Σχέσεις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης
γ) Διαφορὰ μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

5. Ἱερὰ Παράδοση καὶ παραδόσεις

α) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση
β) Ἡ οὐσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
γ) Μετάδοση τῆς παραδόσεως
δ) Παράδοση καὶ παραδόσεις
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀστρονομίας καὶ ἰατρικῆς

Ἐπίμετρον

Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ, Τόμος Α´
Ἐπίμετρον

Στὰ κεφάλαια ποὺ προηγήθηκαν καὶ θὰ διασαφηνισθοῦν καλύτερα στὸν ἑπόμενο τόμο, παρουσιάσθηκε ἡ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ συνέδεσε τὴν δογματικὴ μὲ τὴν ἀσκητική, τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν πανεπιστημιακὴ καθέδρα μὲ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ βιωθῆ σὲ ὅλους τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ἀνταποκρίνονται στὴν ἐνέργειά Του.

Ὡς ἐπιλεγόμενα θὰ καταγράψω τέσσερα ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὸν λόγο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται στὴν θεία Εὐχαριστία, στὸ δόγμα καὶ τὴν προσευχή. Δν μπορε ν πολυτοποιται καμμία π τς τρες ατς πλευρς τς κκλησιαστικς ζως οτε κα ν ατονομται π τς λλες. Ὁ Andrew Sopko, στὴν μελέτη του γιὰ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἔδειξε ὅτι ἡ σκέψη του ἐκινεῖτο στὴν ὀρθόδοξη προοπτική. Ὁ π. Ἰωάννης συμπλήρωσε ἀπόψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι στήριζαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ καὶ στοὺς δύο μαζί, μὲ τὸ νὰ παρουσιάση ἐπαρκῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης), τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἰδίως τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασμό. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μία πληρότητα ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο.
Στν θεία Εχαριστία παρευρίσκονται μέλη τς κκλησίας ποὺ βαπτίσθηκαν κα χρίσθηκαν κα στος ποίους νεργοποιεται τ χάρισμα ατ μ τν σκηση κα τν προσευχή. πίσης, στν θεία Εχαριστία μολογεται τ Σύμβολο τς Πίστεως (δόγματα) κα κούγεται λόγος περ τς ποκαλύψεως, ποὺ περιλαμβάνεται στν Παλαι κα τν Καιν Διαθήκη, ρμηνεύεται ατς ποκαλυπτικς λόγος π τν πίσκοπο, ποος φείλει ν εναι προφήτης-διδάσκαλος κα χι πλς προεστς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἄλλωστε οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαοὺς ἄκουγαν τὸν Ἴδιο τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ –χωρὶς ἀκόμη νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουν– νὰ τοὺς διερμηνεύη «ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ», «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν». Κατὰ τὴν διαδικασία αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας φλεγόταν ἡ καρδιὰ τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτὸ ἀργότερα εἶπαν: «οὐχὶ ἡ καρδία ἠμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;». Στὴν συνέχεια Τὸν ἀναγνώρισαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Δείπνου ὅταν ἔλαβε τὸν ἄρτον, τὸν εὐλόγησε «κα κλάσας πεδίδου ατος» (Λουκ. κδ’, 13-25). Ατ σημαίνει τι πορεία τν Χριστιανν πρς τν γνώση το Θεο, κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, περν μέσα π τν καύση τς καρδίας, ποὺ γίνεται μ τν νέργεια το Λόγου το Θεο, κατ τν διδασκαλία, λλ κα τν προσευχή. Χωρς ατν τν πνευματικ καύση τς καρδίας δν ναγνωρίζεται ναστς Χριστς κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας.

2. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ π. Ἰωάννης, δὲν εἶναι μιὰ ζωὴ ποὺ προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις –ἰνδουϊστική, φιλοσοφική, σουφικὴ– ἀλλὰ εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. συχαστικ παράδοση, μ λλα λόγια, δν φευρέθηκε π τος Πατέρες σ διάφορες ποχές, λλ εναι γνήσια ζω τν φίλων του Θεο, εναι δρόμος πρς τν θέωση κα τν γιασμό.

Αὐτὴ ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τρεῖς ὅρους, ἤτοι κάθαρση, φωτισμό, θέωση. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνακάλυψη μερικῶν Πατέρων ἢ διδασκάλων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἀνευρίσκεται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν ἄσαρκο καὶ σεσαρκωμένο Λόγο καὶ ἀπὸ τoὺς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ κοινωνία μαζί Του.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζεται μόνον αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι-λέξεις: «κάθαρση», «φωτισμός», «δοξασμὸς-τελείωση». Στοὺς Πατέρες, ὁ ὅρος «δοξασμὸς-τελείωση» λέγεται «θέωση». Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιάση πάμπολλα ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ τὸ στηρίξη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ὠριγένης –ποὺ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία– ἢ οἱ μαθητές του, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ὡς πνευματικὸς ὀργανισμός, υἱοθέτησε αὐτὴν τὴν ὁρολογία. Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως στὰ δόγματα υἱοθέτησε τὴν ὁρολογία τῶν φιλοσόφων, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ θεολογία μετατράπηκε σὲ φιλοσοφία, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν μέθοδο τῆς θεώσεως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε ὅρους, ὅπως κάθαρση, φωτισμός, θέωση, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ ἡ παράδοση «ὠριγενιστική».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ ἐπιστολή του στὸν Πρεσβύτερο Εὐλόγιο μεταξὺ ἄλλων γράφει: «ὅτι οὐ πάντα ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἠμεῖς ὁμολογοῦμεν». Ὅσοι ὅμως ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη, προσβάλλουν καὶ τοὺς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ κλπ., τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία κατέταξε σὲ περίοπτη πνευματικὴ θέση καὶ καταδίκασε ὅσους ἀντιδροῦσαν στὴν διδασκαλία τους.
Ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματος τοῦ ἡσυχαστοῦ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς εὐχῆς, τὰ λόγια της εὐχῆς καὶ ὁ τρόπος συγκεντρώσεως τοῦ νοῦ, ὅπως ἀνέλυσε διεξοδικὰ καὶ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνευρίσκονται σὲ διάφορα χωρία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐντοπίζονται στοὺς ἀρχαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἔξωθεν ἐπιδράσεις.

3. Βεβαίως, γιὰ νὰ καταγραφῆ ἡ δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, οἱ ἅγιοι Πατέρες δανείσθηκαν ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τοὺς χρησιμοποιοῦσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ «ἐξελληνισμένου Χριστιανισμοῦ». Ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὑπάρχει χαώδης διαφορὰ μεταξὺ ρήματος καὶ νοήματος. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Κν τις τν Πατέρων τ ατ τος ξω φθέγγηται, λλπ τν ρημάτων μόνον· π δ τν νοημάτων, πολ τ μεταξύ· νον γρ οτοι, κατ Παλον, χουσι Χριστο, κενοι δέ, εμή τι κα χερον, ξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». π τ χωρίο ατ φαίνεται καθαρ τι πάρχει διαφορ μεταξ νοημάτων κα ρημάτων. Τὰ νοήματα εἶναι ἀποκαλυπτικά, τὰ δὲ ρήματα προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ αὐτά, ἐφ’ ὅσον υἱοθετοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ κατοχυρώνονται ἀπὸ Συνόδους, εἶναι ὀρθόδοξα.
Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ ἐντοπίζουμε ἐπηρεασμοὺς τῶν Πατέρων ἀπὸ διάφορες ἄλλες χριστιανικὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς παραδόσεις, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία εἶναι ὑπονόμευση τῆς ὅλης ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ ἀποδίδουμε χαρακτηρισμοὺς στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς «ὠριγενίζουσα», «εὐαγριανή», «μακαριανή» κλπ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσοι ζοῦν πραγματικὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν διαφυλάσσουν ἐνεργοῦσα, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση, τὴν ἴδια ἐμπειρία.
Ἑπομένως, ἡ γνήσια ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἀνευρίσκεται στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καί, γενικά, σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση διαβρωτικὴ καὶ ὑπονομευτικὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

4. Τίθεται θέμα ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γιὰ παράδειγμα κάθε γνήσια ἑρμηνεία τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων (ἰατρῶν, μαθηματικῶν, φυσικῶν κλπ.) γίνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους ἐπιστήμονες τῶν εἰδικοτήτων αὐτῶν, δηλαδὴ ὁ ἰατρὸς καταλαβαίνει τὸν ἰατρό, ὁ μαθηματικὸς τὸν μαθηματικό, κ.ο.κ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τὸν ἅγιο καὶ ἡ καλύτερη ἑρμηνευτικὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων δὲν γίνεται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες στοχαστές, οὔτε ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἁγίους ποὺ βιώνουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ ζωὴ μὲ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιχειρουμένη ἑρμηνεία μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἶναι ὡσὰν οἱ μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ καὶ οἱ ποικιλώνυμες παρατάξεις τῶν Προτεσταντῶν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ μελέτησε φιλοσοφία, γνώρισε τὴν ἀλλοίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ὅπως ἐπίσης γνώρισε καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῶν ἀληθινῶν ἡσυχαστῶν, διέφυγε τὸν κίνδυνο τῶν παρερμηνειῶν καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν αὐθεντικότητα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή· εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀφείλουμε στὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη καὶ στηρίζεται σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἡ δὲ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία –ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– ἔχει κατοχυρωθῆ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος (1341-1351). Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Συνοδικὸ Τόμο τοῦ 1347, ἀφοῦ ἀφορίσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ὁ Βαρλαάμ, στὴν συνέχεια γράφεται:

«λλ κα ε τις τερος τν πάντων τ ατ ποτ φωραθείη φρονν λέγων συγγραφόμενος κατ το ερημένου τιμιωτάτου ερομονάχου κυρο Γρηγορίου το Παλαμ κα τν σν ατ μοναχν, μλλον δ κατ τν ερν θεολόγων κα τς κκλησίας ατς, τ ατ κα κατ’ ατο ψηφιζόμεθα κα τ ατ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (φορισμν κα ποκήρυξιν), ετε τν ερωμένων εη τις, ετε τν λαϊκν. Ατν τοτον τν πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ερομόναχον κρ Γρηγόριον τν Παλαμν κα τος ατ συνάδοντας μοναχούς… σφαλεστάτους τς κκλησίας κα τς εσεβείας προμάχους κα προαγωνιστὰς κα βοηθος ταύτης ποφαινόμεθα… Κα νθεσμος δι πάντων κα κανονικ ατη ψφος κα πόφασις κίνητος ες αἰῶνα, Χριστο χάριτι, τν σύμπαντα διατηρηθήσεται».

Τὸ ἴδιο ἐπαναλήφθηκε καὶ στὸν Συνοδικὸ τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ἡ ὁποία ἀπὸ Ὀρθοδόξους ἔχει θεωρηθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἡ θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὡς διδασκαλία, ὁρολογία καὶ μεθοδολογία, εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόδοξη, ἡ δὲ ἄρνησή της ἀντιβαίνει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾶ αἵρεση.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Ἱ. Μητροπόλ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ.172, Νοέμβριος 2010

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε