Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐμμαούς

«ΜΕΙΝΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ» (Ἡ μεγαλύτερη ἐπιθυμία μας πάνω στὴ γῆ)

«Μεῖνε μαζί μας, Κύριε»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.            Παράξενος ἄνθρωπος! Τοὺς πλησίασε χωρὶς νὰ τὸ πολυκαταλάβουν! Τοὺς προσέγγισε χωρὶς νὰ τὸ πο­λυ­συνειδητοποιήσουν καὶ χωρὶς νὰ ἀμυνθοῦν. Τοὺς ξεκλείδωσε κυριολεκτικά, κι ἂς ἦταν βαθύτατα λυπημένοι. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄκουσε τὸν πόνο τους καὶ τὴν αἰτία τῆς θλίψης τους, ἄρχισε μ’ ἕνα μοναδικὸ τρόπο νὰ τὰ ἀναχαιτίζει: μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, μὲ ὑπομνήσεις προφητει­ῶν, μὰ περισσότερο μ’ αὐτὸ τὸν ὑπέροχο τρόπο Του.
.          Τοὺς συνάντησε βαρύθυμους καὶ μετέτρεψε τὶς καρδιές τους σὲ καμίνια ποὺ φλέγονταν ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης.
.          Τοὺς βρῆκε παγωμένους ἀπὸ τὴν ἀ­πελπισία καὶ τοὺς ζέστανε μὲ τὴν ἐλπίδα. Ἡ θλίψη τους εἶχε ἐπικαλύψει κάθε ἐλπιδοφόρα ὑπόσχεση ποὺ τοὺς εἶχε δοθεῖ καὶ εἶχε ξεθωριάσει κάθε πληροφορία γιὰ τὴν ἑπόμενη μέρα. Ἔτσι τοὺς ἀντάμω­σε, χαμένους μέσα στὸν πόνο τους, καὶ τοὺς θύμισε προφητεῖες καὶ ὑποσχέσεις ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ εἶχαν λησμονήσει. Τοὺς ὑπενθύμισε. Τοὺς ζέστανε. Τοὺς ἀνέπαυσε. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἦταν Ἐκεῖνος! Αὐτὸς τὸν Ὁποῖο θρηνοῦσαν σὰν χαμένο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἡ ἐλπίδα τους καὶ ἡ χαρά τους. Ὁ ἀγαπημένος τους Διδάσκαλος.
.           Τί κι ἂν δὲν Τὸν ἀναγνώρισαν ἀμέσως; Τὸ αἰσθάνθηκαν ὅμως. Γι’ αὐτὸ καί, ὅταν ὁ ἄγνωστος Συνοδοιπόρος τους προσ­ποιήθηκε ὅτι θὰ συνέχιζε τὴν πορεία Του χωρὶς νὰ λοξοδρομήσει γιὰ Ἐμμαούς, ἐκεῖνοι ἐπέμειναν νὰ Τὸν παρακαλοῦν γιὰ νὰ Τὸν ἀναγκάσουν νὰ διανυκτερεύσει κοντά τους.
.          Δὲν τὸ ἔκαναν ἀπὸ θερμὴ διάθεση φιλοξενίας. Οὔτε γιατὶ βράδιαζε καὶ δὲν ἤ­θελαν νὰ Τὸν ἀφήσουν νὰ Τὸν βρεῖ ἡ νύχτα στὸ δρόμο. Δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ Ἐκεῖνον. Γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὸ ἔκαναν. Τὸ εἶχαν ἀνάγκη. Γιὰ τὸ δικό τους καλό. Γιὰ τὴ δική τους ἀνάπαυση. Δυὸ ἄνθρωποι αὐτοί, ὁ Λου­κᾶς καὶ ὁ Κλεόπας, ἐπιμένουν, παρακαλοῦν καὶ Τὸν ἀναγκάζουν τελικὰ διὰ τῶν συνεχῶν παρακλήσεών τους νὰ μείνει μαζί τους. «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκ. κδ´ [24] 29), ἐπαναλαμβάνουν, γιὰ νὰ κερδίσουν τελικὰ τὴ συγκατάθεσή Του.
.          Κι ἀναρωτιέται κανεὶς ἔτσι ὅπως σκέπτεται τὰ γεγονότα: Τελικά, τίνος θέλημα ἦταν ἡ συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς δύο μαθητές Του στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαούς; Δική Του; Ἢ τῆς δικῆς τους ἐπιμονῆς καὶ παρακλήσεως;
.          Τὴν ἀρχὴ βέβαια τὴν κάνει ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος «ἐγγίζει», πλησιάζει τοὺς δύο ἀ­μί­λητους ἀπὸ τὴ θλίψη μαθητές. Ἐκεῖνος ἀνοίγει διάλογο μαζί τους. Ἐκεῖνος ἀνα­τρέπει τὰ δεδομένα τους. Ἐκεῖνος θερμαίνει τὶς καρδιές τους.
.          Αὐτοὶ μόνο Τὸν παρακαλοῦν νὰ μείνει κοντά τους, χωρὶς βέβαια νὰ εἶναι λίγο αὐτό.
.           Ἔρχεται ἀπὸ μόνος Του κοντά μας ὁ Κύριος. Ἀπὸ ἀγάπη στὸ πλάσμα Του. Ἀπὸ κατανόηση στὴ δυσκολία μας καὶ στὴν περιπέτειά μας. Δὲν ἐπιβάλλει ὅμως τὴν παρουσία Του. Σέβεται τὴν ἐλευθερία μας. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποια στιγμὴ προσποιεῖται ὅτι ἔχει ἄλλη κατεύθυνση ὁ δρόμος Του. Τότε ἀκριβῶς εἶναι ἡ δική μας ὥρα. Ἡ ὥρα, ποὺ ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ἂν θὰ Τὸν «παραβιάσουμε» νὰ μείνει μαζί μας ἢ θὰ Τὸν ἀφήσουμε νὰ φύγει.
.            Ἂν πραγματικὰ θέλουμε νὰ ἔχουμε τὸν Χριστό, νὰ μένει μαζί μας, γιὰ νὰ μᾶς θερμαίνει μὲ τὴν παρουσία Του, θὰ πρέπει νὰ Τὸν προσκαλοῦμε. Νὰ Τὸν προσ­καλοῦμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ θερμὲς παρακλήσεις. Νὰ μὴ σταματᾶμε τὶς παρακλήσεις μας, ἕως ὅτου μὲ τὴν ἐπιμονή μας ἀνταποκριθεῖ στὸ αἴτημά μας.
.            Κι ἂν Αὐτὸς φαίνεται ν’ ἀδιαφορεῖ στὶς παρακλήσεις μας καὶ νὰ προσποιεῖται ὅτι ἀπομακρύνεται, νὰ ἐπιμένουμε, ὅπως ἀκριβῶς ἔπραξαν οἱ δύο μαθητὲς στὴν Ἐμμαούς.
.           Καὶ ὅσοι ἀπὸ μᾶς ἔχουμε ἐμπειρία τῆς ἀναπαύσεως καὶ τῆς ὠφέλειας ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν κοινωνία μας καὶ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ Τοῦ ζητοῦμε διαρκῶς καὶ νὰ Τὸν παρακαλοῦμε νὰ μὴ χωρισθοῦμε ἀπὸ Αὐτόν, νὰ εἴμαστε μαζί Του, ὄχι μόνο γιὰ λίγο ἀλλὰ γιὰ πάντα. Αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ διαρκὴς παράκλησή μας. Ἡ προσευχή μας: «Μεῖνε μαζί μας, Κύριε»!
.           Τὰ πάντα νὰ προετοιμάζουμε γιὰ τὴν ἔλευση καὶ παραμονή Του ἐντός μας. Προπαντὸς νὰ καθαρίζουμε τὸ ἐσωτερικό μας καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν καθαρότεροι νὰ ἑνωνόμαστε μαζί Του διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, καὶ περισσότερο διὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας. «Μεῖνε μαζί μας, Κύριε». Αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ παράκλησή μας. Αὐτὸς ὁ βαθύτερος πόθος μας καὶ ἡ πιὸ δυνατὴ προσδοκία μας. Αὐτὴ ἡ μεγαλύτερη ἐπιθυμία μας πάνω στὴ γῆ.

 

,

Σχολιάστε

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ-2 «Αὐτὸν ποὺ ζητοῦσαν, τὸν εἶχαν καὶ ταυτόχρονα αὐτὸν ποὺ εἶχαν, τὸν ἀγνοοῦσαν, καὶ αὐτὸν ποὺ βρῆκαν, τὸν ἔχασαν». (Ἑρμηνεία Ε´ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου)

Θεοφάνους Κεραμέως

Ὁμιλία στὸ Ε´ Ἑωθινὸ Εὐαγγέλιο
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Β´]

(Λουκ. κδ´ 12-35)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο π. Σταύρου Τρικαλιώτη
«Τὰ ἕνδεκα ἑωθινὰ Εὐαγγέλια», τ. Α´,
ἔκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2007, σελ. 171 ἑπ. 

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Α´ Μέρος: ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ-1 (Ἑρμηνεία Ε´ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου)

Οἱ δύο Μαθητές δυσπιστοῦν στὴ μαρτυρία τῶν γυναικῶν γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ» (Λουκ. κδ´, 21· 22· 23· 24).

.         «Ὅμως σήμερα εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τότε πού ἔγιναν αὐτά». Σχεδὸν ἰσχυρίζεται αὐτό, ὅτι χάθηκε γιὰ μᾶς κάθε ἐλπίδα· γιατί ἡ αὐτὴ εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τότε πού σταυρώθηκε καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἀρχίσει κιόλας ἡ σήψη τοῦ σώματος. Ἔπειτα, ἀναφέρει καὶ τὶς ὀπτασίες τῶν γυναικῶν, διηγώντας τες χωρὶς λεπτομέρειες.
.         «Ἀλλά καί μερικές γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας μᾶς ξάφνιασαν, γιατί, ὅταν πῆγαν πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ στὸν τάφο καὶ δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα του, ἦρθαν καὶ εἶπαν ὅτι εἶδαν καὶ μιὰ ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ζεῖ». Ὀνομάζει «ἔκσταση» τὸ εὐχάριστο ἄγγελμα, σὰν κάποιο θέαμα φανταστικὸ πού προξενεῖ ταραχή. «Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μας πῆγαν (στό μνημεῖο) καὶ βρῆκαν τὰ πράγματα ἔτσι». Ἐδῶ ὑποδηλώνει τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι εἶδαν βέβαια τὰ σάβανα, αὐτὸν ὅμως δὲν τὸν εἶδαν.

 «Ὁ Κύριος ἐπιτιμᾶ τοὺς δύο Μαθητές». (Λουκ. κδ´ 25, 26·27·28).

.         Ἀπαλλάσσοντας αὐτοὺς ὁ Σωτήρας ἀπὸ τέτοιου εἴδους σκέψεις, τοὺς ἐπιτιμᾶ ἔντονα καὶ τοὺς ψέγει μὲ δριμύτητα ὡς βραδύνοες καὶ ἀνόητους ἀνθρώπους ποὺ τοὺς εἶχε νικήσει ἡ νωθρότητα καὶ ἀγνοοῦσαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς λέει· «Ὦ ἀνόητοι (ἀστόχαστοι), πού ἡ καρδιά σας εἶναι βραδυκίνητη (νωθρὴ) καί ἀργεῖ νὰ πιστέψει ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες». Ἔπειτα ἀποσαφηνίζει ὅσα ἔχουν προφητεύσει οἱ θεολόγοι σχετικὰ μὲ αὐτὸν καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει σταυρικὸ θάνατο μὲ σκοπὸ νὰ εὐεργετηθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἀφοῦ καθάρισε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ κάλυμμα τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὶς ἀνόητες σκέψεις ποὺ τοὺς κυρίευαν καὶ ἐνῶ ἡ μέρα τελείωνε, ὅταν πλησίασε στὸ χωριό, προσποιήθηκε ὅτι πηγαίνει πιὸ μακριά.

 «Ὁ Κύριος δειπνεῖ μὲ τοὺς δύο μαθητές». (Λουκ.κδ´, 29, 30· 31·32)

.         Ἀλλ᾽ ὁ Κλεόπας ὅμως καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ποὺ ἦταν μαζί του, ἐπειδὴ εἶχαν ζεσταθεῖ οἱ ψυχές τους ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς διδασκαλίας καὶ εἶχαν ἐνισχύσει τὸ νοῦ τους ἀπὸ τὴν ἱερή πειστικότητα, ἔφερναν ἐμπόδια στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Κυρίου, καὶ τὸν πίεζαν νὰ διανυκτερεύσει μαζί τους, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τὴν περασμένη ὥρα. «Μεῖνε μαζί μας, γιατί πλησιάζει τὸ βράδυ καὶ ἡ μέρα ἤδη τελειώνει». Κι ἐκεῖνος δεχόταν μὲ τὴ θέληση του τὴν ἧττα, ἔχοντας ὡς σκοπὸ νὰ τοὺς εἰσαγάγει σὲ πιὸ ὁλοκληρωμένη γνώση. Ἐκεῖ τοῦ παραθέτουν τράπεζα μαζὶ μὲ ἄζυμο ψωμί. Διότι ἦταν ἡ Τρίτη μέρα ἀπὸ τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα, περίοδος πού ἀπαγορευόταν ἡ χρήση ἔνζυμου ἄρτου.
.         Καὶ τότε, ἐπειδὴ ἀναγνωρίστηκε κατὰ τὸν τεμαχισμὸ τοῦ ἄρτου, φανερώνει τὸν ἑαυτό Του, καὶ ἀφοῦ φανερώθηκε, πάλι κρυβόταν. Καὶ ἕνα παράδοξο πάθος εἶχε καταλάβει τοὺς μαθητές, ποὺ μοιράζονταν ἀνάμεσα στὴ χαρὰ καὶ στὰ δάκρυα. Διότι Αὐτὸν ποὺ ζητοῦσαν, τὸν εἶχαν καὶ ταυτόχρονα αὐτὸν ποὺ εἶχαν, τὸν ἀγνοοῦσαν, καὶ αὐτὸν ποὺ βρῆκαν, τὸν ἔχασαν. Χαίρονταν γιατί τὸν εἶδαν, καὶ ἔκλαιγαν, ἐπειδὴ τὸν στερήθηκαν. Στενοχωροῦνταν, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν, μετάνιωναν γιὰ ὅσα ἀσυλλόγιστα τοῦ ἔλεγαν. Ὅπως ἦταν φυσικό, κατηγοροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ τὴ νωθρότητα ποὺ ἐπέδειξαν, γιατί οὔτε ἡ χάρη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου τοὺς ὁδήγησε στὴν ἀναγνώρισή Του. «Ἡ καρδιά μας δὲν ἔκαιγε μέσα μας, καθὼς μᾶς μιλοῦσε στὸ δρόμο καὶ μᾶς ἑρμήνευε τίς Γραφές;»
.         Πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό; Τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα τὰ συνόδευε κάποια ἀνέκφραστη καὶ φλογερὴ δύναμη, πού ζέσταινε τὸ νοῦ τῶν ἀκροατῶν καὶ ἐναπέθετε κάποια ἐρωτικὴ σπίθα πειστικότητας. Ἀπὸ αὐτὸ βέβαια καὶ τότε, καθὼς Ἐκεῖνος τοὺς ἑρμήνευε τὶς Γραφές, συνήθως ἔνιωθαν μιὰν ἐσωτερικὴ θερμότητα, γοητευμένοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἕλξη ποὺ ἐξασκοῦσε. Ἦταν, λοιπόν, μετανιωμένοι, ἐπειδὴ δὲν κατόρθωσαν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ συνηθισμένο σημεῖο.

 Οἱ Μαθητές διασταυρώνουν τίς πληροφορίες γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου» (Λουκ. κδ´, 33·34).

.         «Καὶ ἀφοῦ σηκώθηκαν τὴν ἴδια ὥρα γύρισαν στὴν Ἱερουσαλήμ καί βρῆκαν συγκεντρωμένους τοὺς ἕνδεκα (μαθητὲς) καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, ποὺ τοὺς ἔλεγαν ὅτι, πραγματικά, ὁ Κύριος ἀναστήθηκε καὶ ὅτι φανερώθηκε στὸν Σίμωνα». Ἡ φωτιὰ τοῦ πόθου δὲν τοὺς ἄφησε νὰ ἠρεμήσουν, οὔτε νὰ περιμένουν τὴν ἑπομένη μέρα· ἀλλὰ ἀφοῦ σηκώθηκαν τὴν ἴδια ὥρα, καὶ ἐνῶ τὸ λαμπρὸ φῶς τῆς σελήνης φώτιζε τὰ πάντα (διότι ἦταν τρίτη μέρα μετὰ τὴν πανσέληνο), ἔτρεχαν μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, ἐπειδὴ μετέφεραν μηνύματα χαρᾶς.
.         Ἀλλά τοὺς προφθάνει στὴν ταχύτητα ὁ Χριστός, καὶ ἐμφανίζεται στὸν Σίμωνα, ἐπειδὴ θέλει νὰ πιστέψουν οἱ ἄλλοι ἐξ αἰτίας τοῦ μεγαλύτερου ἀξιώματος πού εἶχε μεταξὺ τῶν μαθητῶν. Ἐπειδὴ δηλαδὴ θεώρησαν ὅτι ἡ μαρτυρία τῶν γυναικῶν ἦταν ἀνόητο πράγμα, φανερώνεται στὸν Πέτρο. Ἂν καὶ βέβαια οἱ εὐαγγελιστὲς ἀποσιωποῦν καὶ τὸ γεγονὸς καὶ τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο πού φανερώθηκε στὸν Σίμωνα ὁ Κύριος, ὅμως ἔχουμε τὴν ἀξιόπιστη μαρτυρία τοῦ μεγάλου Παύλου σχετικὰ μὲ τὴ φανέρωση αὐτή, ἡ φωνὴ τοῦ ὁποίου μᾶς λέγει· «Ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, καί ὅτι ἐτάφη καὶ ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτη μέρα καὶ ὅτι ἐμφανίσθηκε στὸν Κηφᾶ (Πέτρο)».

 Ἐπίλογος: «Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς καὶ ἡ συμπαράσταση τοῦ Λόγου».

.         Ἑπομένως καὶ ἐμεῖς, φιλόθεη σύναξη, ἂς μιμηθοῦμε τὴ δυάδα αὐτὴ τῶν μαθητῶν καὶ ἐγκαταλείποντας τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκείνη, ποὺ φόνευσε πρῶτα τοὺς προφῆτες καὶ ὕστερα τὸν Χριστό, τὴν ὁποίαν ἐλεεινολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς φόνισσα τῶν προφητῶν, καὶ ὡς ἐκείνην πού λιθοβολοῦσε τοὺς ἀποστόλους. Ἂς εἶναι, λοιπόν, αὐτὴ ἡ κακία ἡ ἀντίθετη τῆς ἀρετῆς, αὐτὴ ποὺ σταύρωσε τὸν Κύριο τῆς ἀληθείας, αὐτὴ ποὺ ἀπωθεῖ τὰ προφητικὰ καὶ ἀποστολικὰ λόγια. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν κακία ἀποφεύγοντας, ἂς προσπαθήσουμε μὲ προθυμία νὰ φτάσουμε στὸ χωριὸ Ἐμμαούς, δηλαδὴ στὴν πρακτικὴ ἀρετή, ποὺ ἀπέχει ἑξήντα στάδια. Ὁ ἀριθμὸς ἑξήντα δηλώνει τὴν δεκαπλάσια ἑξάδα τῶν ἐντολῶν, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ δίκαιοι κληρονομοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ πρακτικὴ ἀρετή, ὅταν πολλαπλασιαστεῖ μὲ τὴν ἐργασία, αὐξάνεται σὲ ἑξήντα, ὅπως μάθαμε καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ σπόρου. Αὐτήν, λοιπόν, ἀφοῦ διανύσουμε σὰν τὴν πορεία τῶν ἑξήντα σταδίων, θὰ δοῦμε τὸν Κύριο σὰν νὰ πορεύεται μαζί μας νοερὰ καὶ νὰ διαλέγεται μαζί μας. Διότι στὸν ἄνθρωπο, πού ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἔρχεται ὁ Λόγος ὡς συναγωνιστής, διώχνοντας τὴν ὀκνηρία καὶ παρέχοντας τὴ δική του δύναμη, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ κατορθωθεῖ κανένα θεάρεστο ἔργο.
.         Στὴν ἀρχή ὁ Λόγος πλησιάζει καὶ κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του ἀμυδρά, ἀργότερα ὅμως φανερώνεται πιὸ καθαρά. Διότι οἱ ψυχὲς τῶν ἐναρέτων, ὅσο περισσότερο καθαρίζονται, τόσο περισσότερο γνωρίζουν καὶ τὸν Θεό. Περισσότερο μάλιστα ἀποκαλύπτεται σ᾽ αὐτοὺς κατὰ τὸν τεμαχισμὸ τοῦ ἄρτου, στὴ μετάληψη δηλαδὴ τῶν φρικτῶν Μυστηρίων. Καὶ μὴν ἀπορήσεις, ἐάν, ἐνῶ φανερώνεται στοὺς μαθητές, ἀμέσως γίνεται ἄφαντος. Γιατί τέτοιο εἶναι τὸ Θεῖο κάλλος. Ἀπὸ τὴ μιὰ φωτίζει τὸ νοῦ αὐτῶν ποὺ ἔχουν καθαριστεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑποχωρεῖ ἀμέσως σὰν ἀστραπὴ καὶ γίνεται ἄπιαστο. Αὐτὸ (τὸ Θεῖο κάλλος) ὅταν καταλαμβάνει τὴν ψυχὴ πού ἀγαπᾶ, τῆς δημιουργεῖ ἕνα πόθο καὶ τὴν προσελκύει σὲ κάτι ἀνώτερο.
.         Εὔχομαι νὰ ἀνυψωθεῖτε πρὸς τὶς θεῖες ἀναβάσεις, καὶ νὰ ποθήσετε μὲ ἐσωτερικὴ θέρμη τὸν κατ᾽ ἐξοχὴν ἥμερο, τὴν αἰώνια ἐπιθυμία, τὴν μία φύση, τὴν μακαρία θεότητα· στὴν Ὁποία ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ κάθε εἴδους δόξα καὶ ὕμνος καὶ μεγαλοπρέπεια, τώρα καὶ πάντοτε, καὶ σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[4] «“Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει.» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Δ´, τελευταῖο]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/08/πορεία-πρὸς-ἐμμαούς3/

.          Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴν λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴν λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἄγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ δι’ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴν σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.
.          Τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὸν ὑπερῶον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴν ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴν δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.
.        Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη “ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε” καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴν δοκιμασία βγαίνει μιὰ χαρὰ καὶ μιὰ ἀγαλλίαση, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ ὅλες τὶς δοκιμασίες. Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μιὰ ζεστασιὰ καὶ μιὰ εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: “μενον μεθ μν, μενε μαζί μας κα μες θ μείνουμε μαζί Σου. λλα σχόλια δν θέλουμε πιά. μες θέλουμε ν μείνουμε μαζί Σου. Ατ μς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει.
.         Ὁ πόνος ἔχει νόημα, ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴν μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα. Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὴ ζω περιόριστη, αώνια πο ρχίζει π τώρα ερουργεται κα πάρχει στν ρθόδοξη κκλησία, τν μικρ τν λάχιστη κα περιφρονημένη ποία εναι Μία, γία, Καθολικ κα ποστολικ κκλησία, λπς πάντων τν περάτων τς γς… Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σᾶς πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾶ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε.

 ΠΗΓΗ: taxiarhes.blogspot.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[3] «Ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου» (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Γ´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/07/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς2/

.      Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, “ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου”, αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πράγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πράγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία. Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: “ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σὲ αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική, ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει, καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μὲς τὴν καρδιά του ὅλους.
.       Καὶ ταυτόχρονα ἐνῶ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴν στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, “τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ νοῦς ἄνεισιν“. Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μία νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
.         Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;
.       Μὰ λέει κανείς: “βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε”. Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος “τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε”. Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴν γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.
.       Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴν ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δύο μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεσθημανῆ, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεσθημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς. Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν “κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε”. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

.     Ὁπότε ἕνα πράγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πυραύλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴν ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος. Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν χαρά, ἐνῶ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴν ζωή, λέει: “μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες”. Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα…

.             Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δράμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ’ ἀρχὴν δίνει τὴν δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[2] «Ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ [Β´]
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/06/ἡ-πορεία-πρὸς-ἐμμαούς/

.            Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους. Καὶ “ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν”. Μετ π τν λόγο, τν ερολογία, φτάσαμε στν ερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστς δν επε τίποτα, λλ τεμάχισε τν ρτο. ν τ κλάσει το ρτου Τν γνώρισαν κα μόλις Τν γνώρισαν γινε φαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι ταν λέμε χάθηκε, ννοομε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε, θὰ τὸν ἔχαναν. Θὰ ἔλεγαν ὅτι “Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ”, θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῶ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως “διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοἰ τους” σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία. Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴν Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν.
.         Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο “ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ”. Ἐὰν τυχν κα μες δν πονέσουμε, ἐὰν τυχν κα μες δν πεθάνουμε, δν σταυρωθομε, δν πρόκειται ν γνωρίσουμε τν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴν δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά. Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴν δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ταν πελπίζεσαι, ταν ψάχνεις, ταν πορεύεσαι, Ατς εναι μαζί σου. Στ συνέχεια θ ρθει καιρός, ταν φτάσεις πι στν κλάση το ρτου, ταν φτάσεις στν πολ πόνο κα εσαι μαζί Του, ν διανοιχτον ο φθαλμοί σου. Τότε Τν βλέπεις, κενος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκς μαζί σου ντάξει λογική μας, ντάξει ναζήτησή μας λλ εμαστε πλασμένοι γι κάτι μεγαλύτερο. ,τι κι ν πετύχουμε μ τ δική μας ναζήτηση, μ τ δική μας γνώση δν μς κανοποιε. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴν δόξα Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ[1] «Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε – καὶ εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις». (Ἀρχιμ. Βασ. Ἰβηρίτης)

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΕΜΜΑΟΥΣ
(Ε´ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον)

τοῦ π. Βασιλείου Γοντικάκη,
Προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων

Ὁμιλία στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986. 

.         Σήμερα, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἡ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἡ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ φόβος τους. Γιὰ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία. Θὰ τὸ πῶ μὲ δύο λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ πορεία: Δύο μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε “μεῖνε μαζί μας”. Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.
.         Οἱ δύο μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. “Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν”. Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: “δὲν Τὸν ξερουμε”. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πράγμα: μαζ μ τν γωνία μας κα Ατς συμπορεύεται. Κα ς μν Τν διακρίνουμε. Ὁ Χριστός, στὴν συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι’ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν “οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου” καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴν συνέχεια λένε κι οἱ δύο τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴν δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, “Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον”».
.        Τος δίνει, λοιπόν, τὴν δυνατότητα Χριστς ν πον τὸν λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι “Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ’ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία”. ποδεικνύουν τετραγωνικ τι δν πάρχει δυνατότητα ν λπίζει κανείς. Νομίζω τι μεγάλος δάσκαλος, Χριστός, ατ θελε ν πον κι ατοί. Ατ θελε ν βγάλει π μέσα τους: τι, κοίταξε, μ τν τετράγωνη λογική, πόθεση τελείωσε – καί, νομίζω, τι εναι καλ ν τελειώνουν ο ποθέσεις. μως ρχίζει κενος κα μιλ: “ νόητοι κα βραδες τ καρδί το πιστεύειν π πσιν ος λάλησαν ο προφται. Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴν φράση τὴν μεγάλη παρακάτω: “Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;” Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴν δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε; Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: “παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα”.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε