Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐλευθερία

Ο ΧΡΟΝΟΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (καὶ οἱ δήμιοι τοῦ βίου μας) «Ὅσο ὑπῆρχαν Ἕλληνες, ἔμοιαζε πρωταρχικὴ καὶ αὐτονόητη γι’ αὐτοὺς ἡ ἀναζήτηση τῆς ὑπαρκτικῆς (ὄχι ἁπλῶς συμπεριφορικῆς) ἐλευθερίας: Νὰ ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς ἀναγκαιότητες ποὺ διέπουν τὴν ὕπαρξή του».

Ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐλευθερία

Γράφει ὁ Χρ. Γιανναρᾶς

ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28.12.2014

.             Τελευταία Κυριακὴ τοῦ δέκατου τέταρτου χρόνου τῆς τρίτης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας. Καὶ ὅπως ὅρισε μὲ ρεαλισμὸ ὁ Ἀριστοτέλης, «γερνᾶνε ὅλα μὲ τὸν χρόνο, δὲν φέρνει νιάτα οὔτε ὀμορφιὰ ὁ χρόνος, εἶναι μόνο αἴτιος φθορᾶς». Τὰ νιάτα ἐλπίζουν, οἱ ὥριμοι μελαγχολοῦν σὲ κάθε συμβατικὴ μέτρηση τοῦ χρόνου. Ὄχι ὁπωσδήποτε ἐπειδὴ ἡ ἡλικία μετράει τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν θάνατο. Αὐτός, ἔτσι κι ἀλλιῶς καιροφυλαχτεῖ γιὰ ὅλους στὴν κάθε στιγμὴ –«μόλις γεννιέται ὁ ἄνθρωπος, εἶναι καὶ ὥριμος νὰ πεθάνει». Σὲ ἄλλες ἐποχὲς ὁ πολιτισμὸς (ὁ κοινὸς τρόπος τοῦ βίου) εἶχε ἄξονα τὴν ἐναργῆ συνείδηση τῆς θνητότητας, τὴ «μνήμη θανάτου». Γιατί; Ἐπειδὴ γεννάει πλοτο ζως νάληψη τς εθύνης το χρόνου, εὐθύνης γιὰ τὴν ψηλάφηση «νοήματος» (αἰτίας καὶ σκοποῦ) τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ θανάτου. Σήμερα κοινς τρόπος πολιτισμς εναι μία πανικόβλητη (κα φελέστατη) προτροπάδην φυγ π τ πρόβλημα: ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμός, αὐτάρεσκος παλιμβαρβαρισμός, ἀφελέστατος στὸν πρωτογονισμό του.
.               νάληψη εθύνης πέναντι στ βραχύτητα το βίου κα στν γγύτητα το θανάτου, σως ν σημαίνει τ μόνη δυνατότητα λευθερίας π τν θάνατο. Ὁ θάνατος εναι ναπότρεπτη συνέπεια το «ατιατο» χαρακτήρα τς παρξής μας. Δὲν εἴμαστε οἱ αἴτιοι τῆς ὕπαρξής μας, δὲν ἐπιλέξαμε νὰ ὑπάρχουμε, ἡ αἰτία ποὺ ὑπάρχουμε εἶναι «ἀλλοῦ»: ἔξω ἀπὸ τὴ δική μας βούληση καὶ ἐνεργητικὴ δυνατότητα. Ὅμως ἡ διαχείριση τῆς (ἐρήμην μας) δεδομένης ὕπαρξής μας εἶναι πεδίο τῆς δικῆς μας, τοῦ καθενὸς εὐθύνης, τῆς δικῆς μας ἐλευθερίας.
.               Στ βοσκηματώδη «λογική» τοῦ στορικο λισμο (λογικ –γι ν μν ξεχνιόμαστε– το κ. Σαμαρᾶ, το κ. Τσίπρα κα λοιπν δημίων μας) λευθερία ρίζεται ς δυνατότητα νεμπόδιστων τομικν πιλογν: Εἰκόνα τῆς ἱστορικοϋλιστικῆς ἐλευθερίας εἶναι τὸ σοῦπερ μάρκετ καὶ προϋπόθεσή της ἡ ἐξασφαλισμένη καταναλωτικὴ εὐχέρεια. Ἡ ἐλευθερία ἐκλαμβάνεται σὰν ἀτομικὸ «δικαίωμα» δοτό – μᾶς παραχωρεῖται μὲ νόμους («ἀναγκαστοὺς κατὰ πάντων»). Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιδέχεται διεκδίκηση αὐτὴ ἡ ἐλευθερία: μὲ πορεῖες, καταλήψεις, βανδαλισμούς, ἀπεργίες «κοινωνικοῦ κόστους» (κατ’ εὐφημισμόν, μὲ «λαϊκοὺς ἀγῶνες»).
.               Δὲν ὑποψιάζεται ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμός, μαρξιστικὸς καὶ καπιταλιστικός, μίαν ἄλλη ἐκδοχὴ τῆς ἐλευθερίας, ποὺ ἀφορᾶ στὴν ὕπαρξη καὶ ὄχι στὴ νομικὰ ρυθμιζόμενη συμπεριφορὰ –στοχεύει νὰ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸν θάνατο, ὄχι νὰ ψευτοπαρηγορήσει τὴ θνητότητα. Δὲν εἶναι κενολογία νὰ συζητᾶμε γιὰ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο; Ἡ μακραίωνη ἐμμονὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ αὐτὸν τὸν προβληματισμὸ δὲν μοιάζει νηπιώδης. Ὁ θάνατος εἶναι δεδομένη ἀναγκαιότητα, ὅπως καὶ ἡ χρονικότητα καὶ ἡ φθορά. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπίγνωση-συνείδηση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀναγκαιότητας, ἀλλὰ καὶ συνείδηση τοῦ ἐνδεχομένου ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας.
.               σο πρχαν λληνες, μοιαζε πρωταρχικ κα ατονόητη γι’ ατος ναζήτηση τς παρκτικς (χι πλς συμπεριφορικς) λευθερίας: Ν λευθερωθε νθρωπος π τς ναγκαιότητες πο διέπουν τν παρξή του: λογες νστικτώδεις νορμήσεις, παιτήσεις τομοκεντρικς κατασφάλισης κα αθυπαρξίας. Γι’ αὐτὸ καὶ λογάριαζαν οἱ Ἕλληνες πάντοτε ὡς ἄθλημα ἐλευθερίας τὴ σχέση, ὄχι τὴ χρήση, τὴ σχέση, ὄχι τὴ σύμβαση – ἄθλημα ἐλευθερίας ἦταν τὸ κατόρθωμα νὰ συγκροτεῖται «πόλις», νὰ λειτουργεῖ «βίος πολιτικός», νὰ ταυτίζεται τὸ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν.
.               Ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμὸς (κ. Σαμαρᾶς, κ. Τσίπρας καὶ λοιποὶ δήμιοι τοῦ βίου μας – γιὰ νὰ μὴν ξεχνιόμαστε) καταλαβαίνει ὡς πρόβλημα μόνο τὴν ἐφήμερη καὶ ὁπωσδήποτε ἀτελέσφορη συντήρηση τῆς ὕπαρξης, τὴν ὕπαρξη ὡς χρονικότητα, τὸν χρόνο ὡς συνάρτηση τοῦ θανάτου, τὸν θάνατο ὡς κατεξοχὴν ἀναγκαιότητα ποὺ διέπει τὴν αἰτιατὴ φαινομενικότητα. Ὅμως, δίχως τὰ ματογυάλια τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ, ἐμπειρικὰ πιστοποιοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὰ ἄλογα ὑπαρκτά, ὑπάρχει καὶ γνωρίζεται ὡς σχέση, ὄχι ὡς φύση. Γνωρίζουμε τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὄχι ὅταν ἁπλῶς πιστοποιοῦμε τὸ ἄτομο: μίαν ἀδιαφοροποίητη μονάδα τῆς ἀνθρώπινης φυσικῆς ὁμοείδειας (μονάδα ποὺ διαφοροποιεῖται μόνο ἀριθμητικὰ – σὰν ἀριθμὸς Δελτίου Ταυτότητας, Φορολογικοῦ Μητρώου κ.τ.ὅ.). Γνωρίζουμε τν κάθε νθρωπο ς νεργούμενη τερότητα: ὕπαρξη μοναδική, ἀνόμοια, ἀνεπανάληπτη – ἑτερότητα ὄχι ἁπλῶς μορφική, ἀλλὰ ἐνεργούμενη, δηλαδὴ συνεχῶς πραγματούμενη στὴν ἔκφραση (βλέμμα, χαμόγελο, χειρονομία, τόνος φωνῆς, κίνηση σώματος), ὅπως καὶ στὴν ἑτερότητα σκέψης, κρίσης, φαντασίας, ποιητικῆς (δημιουργικῆς) ἐνέργειας.
.               Τὴν ἐνεργούμενη ἑτερότητα-μοναδικότητα κάθε ἀνθρώπου τὴ γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι χάρη σὲ ἕνα ἐπίσης ἐνέργημα μετοχῆς-μέθεξης στὴ γιγνόμενη ἑτερότητα τοῦ ἄλλου. Ὅσες βιογραφίες τοῦ Μότσαρτ ἢ τοῦ Βὰν Γκὸγκ κι ἂν διαβάσω, μόνο μὲ πληροφοροῦν γιὰ τὴν ἱστορική τους ὕπαρξη, οἱ πληροφορίες δὲν μοῦ «γνωρίζουν» τὴν ὑπαρκτική τους μοναδικότητα. Αὐτὴ τὴν ἀνακαλύπτω μόνο ἐνεργά: μετέχοντας στὰ ἐνεργήματά τους – στὴ μουσικὴ τοῦ Μότσαρτ, στὴ ζωγραφική του Βᾶν Γκόγκ.
.               Ὀνομάζουμε σχέση τὴν ἐνεργητικὴ μετοχὴ-μέθεξη στὴν ἐνεργούμενη ἑτερότητα τοῦ ἄλλου. Κα γνώση πο προσπορίζει σχέση εναι συνάρτηση τς λευθερίας πο κατορθώνουμε π τς ρμέμφυτες ναγκαιότητες πιβολς στν λλον, χρήσης το λλου.  [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: ἡ «σχέση», ὅπως παραπλανητικὰ ἀποκαλεῖται σήμερα ἡ ἐρωτική, χύδην καὶ ἀγοραία(!), ἐπιβεβαιώνει ἀκριβῶς αὐτό: Ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ σχέση, ἐπειδὴ ΑΚΡΙΒΩΣ δὲν ἐλευθερώνει «π τς ρμέμφυτες ναγκαιότητες πιβολς στν λλον, χρήσης το λλου». Ὁ ἄλλος εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐφήμερο ἐργαλεῖο, ἕνα μέσον ἐξυπηρετήσεως ἄλλων σκοπῶν καὶ ἐπιδιώξεων, ἱκανοποιήσεως ἄλλων δυναστικῶν καὶ βρώμικων ἐπιθυμιῶν.] Ἡ ἐλευθερία ἔχει τὴ δυναμικὴ τῆς ὁλοκληρίας ποὺ ποτὲ δὲν ὁλοκληρώνεται, τῆς τελείωσης ποὺ ποτὲ δὲν τελειοῦται. Στὴ σχέση ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμὸ ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀνιδιοτέλεια, περνάει στὴν αὐταπάρνηση, κορυφώνεται στὴν ἐρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Καὶ αὐτοὶ οἱ «ἐπαναβασμοὶ» ἀντιστοιχοῦν καὶ σὲ πρόοδο στὴ γνώση: ἡ «ὁλοκληρούμενη καὶ οὐδέποτε περατούμενη» πληρότητα τῆς γνώσης εἶναι ὁ ἔρωτας.
.               Μέχρις ἐδῶ μποροῦν ἴσως κάτι νὰ καταλαβαίνουν καὶ οἱ ἐγκλωβισμένοι στὸν πρωτογονισμὸ τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ. Ὅμως τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικὲς ἀναγκαιότητες τῆς φύσης μπορεῖ νὰ πραγματώνει τὴν ὕπαρξη στὴν ἐρωτικὴ δυναμική της σχέσης, ἐλεύθερη καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο, εἶναι ἄλλο, δύσκολο μάθημα. Ἄλλο νὰ κατανοεῖς καὶ ἄλλο νὰ γνωρίζεις τὴν ἐλευθερία.

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

«Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-2

Ὁ ἄνθρωπος κατά τό λόγο τῆς θείας οἰκονομίας
Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου

Μέρος Α´: «Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»: ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ-1

β) Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐλευθερίας 

.               Κατά τήν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως πού συντελέσθηκε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐπαναβρίσκει τήν ἀρχική λειτουργικότητα καί δυναμικότητά της. Ἡ σωτηρία στή χριστιανική ἀντίληψη ποτέ δέν κατανοήθηκε περιοριστικά, σάν κάτι στάσιμο καί ἀπολιθωμένο. Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ φύση ἐπανατροχοδρομεῖται σέ μιά ἀδιάπαυστα δυναμική καί ἐξελικτική πορεία. Πρόκειται γιά τήν πορεία πρός τό ἀτελεύτητο τέλος τῆς τελειότητος. Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ δέν θεραπεύει μόνο ἀπό τό κακό πού εἶχε περεισφρύσει παρασιτικά στήν ἀνθρώπινη οὐσία, παράλληλα προάγει τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο στήν τελείωσή του. Στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο παρέχονται ἄπειρες δυνατότητες δημιουργίας προσωπικῆς ἱστορίας. Αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας πού δέν πρέπει σέ καμμιά περίπτωση νά παραθεωρήσουμε.
.              Ὅταν ὁ Παῦλος προέτρεπε τούς Κολασσαεῖς νά ἀπεκδυθοῦν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν “τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος” (γ´ 9-10), ἐγκαταλείποντας κάθε “ἀκαθαρσίαν”, “πάθος” καί “ἐπιθυμίαν κακήν” (γ´ 5), ἤ ὅταν ζητοῦσε ἀπό τούς Ἐφεσίους “ἀνανεοῦσθαι τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν” (δ´ 23), δέν ἔδινε ὁδηγίες ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Κατέγραφε τό προνόμιο καί τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου τῆς Καινῆς Διαθήκης νά προχωρῆ ἐλεύθερα σέ μιά ζωή θεανθρώπινης αἰσθήσεως καί ἐπιγνώσεως. Ὑπενθύμιζε στούς ἀνθρώπους τῆς ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς κάθε ἐποχῆς, ὑπερβαλλόντως δέ ὑπενθυμίζει στούς χριστιανούς τῆς σημερινῆς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ἄνοιξε τό δρόμο στήν προσωπική δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν ἐλευθερία του, ἀναγεννᾶται καί ἐπαναφέρει τόν ἑαυτό του στήν πρωταρχική ἑνότητά του. Ὡς κατά χάριν υἱός τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κατευθύνοντας τό αὐτεξούσιό του, νά ἐπανασυγκροτήση τή διασπασμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ὕπαρξή του.
.               Στήν πατερική παράδοση ἡ ἁμαρτία κατανοεῖται ὡς διάσπαση καί διαστροφή, ὡς τραγική ἀποδιοργάνωση καί ἀναστάτωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, τό κακό εἶναι μιά “παρά φύσιν” κατάσταση πού ὀφείλεται στήν ἀρρώστια τῆς βουλήσεως. Ὁ [Ψευδο-]Διονύσιος στήν προσπάθειά του νά περιγράψη τή διαλυτική φύση τοῦ κακοῦ χρησιμοποιεῖ μιά ὁλόκληρη σειρά ἀπό ἀρνητικούς ὅρους: τό κακό εἶναι “ἀσυμετρία”, “ἄσκοπον”, “ἀκαλλές”, “ἄζωον”, “ἄνουν”, “ἄλογον”, “ἀτελές”, “ἀνίδρυτον”, “ἀναίτιον”, “ἄγονον”, “ἀργόν”, “ἀδρανές”, “ἄτακτον”, “ἀνόμοιον”, “ἄπειρον”. Τό κακό, αὐτή ἡ ἀποσυνθετική καί ἀλλοτριωτική τῆς ἀληθινῆς ζωῆς δύναμη, θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐναπόκειται ὅμως στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά ἐνεργήση δημιουργικά καί νά κάνη τή θεραπεία τοῦ κακοῦ προσωπική ἱστορία. Ὅταν λέμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι τό κακό θεραπεύεται μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία συναντᾶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ δηλ. μέ τήν οἰκονομία Του, σώζεται ἡ χαμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία ἐπιστρέφει στόν ἄνθρωπο, καί συνεπῶς μπορεῖ νά πορεύεται πνευματικά καί νά δημιουργῆ ἱστορία ἁγιότητος.

.               Ἡ ἐλευθερία εἶναι ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, γιατί ἁπλούστατα ἡ ἀνακαίνιση τῆς φύσεως γίνεται προσωπική μέ τήν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία καί τό πρόσωπο εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Χωρίς ἐλευθερία χάνεται τό πρόσωπο καί ἀφανίζεται ἡ καινή ζωή. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν νοεῖται ἀνακαίνιση, δημιουργική πορεία καί θεία μέθεξη. Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωπική, ὑποθέτει δηλ. τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τό ὁποῖο ἐπικοινωνεῖ μέ τόν προσωπικό Θεό. Τό ἀνθρώπινο ὅμως πρόσωπο ὑπάρχει καί λειτουργεῖ στή βάση τῆς ἐλευθερίας. Χωρίς τήν ἐλευθερία δέν ὑπάρχει πρόσωπο. Χωρίς τό αὐτεξούσιο δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, μέ ψυχή λογική. “Ἄνελε ἡμῶν τό αὐτεξούσιον καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσόμεθα, οὔτε ψυχή λογική καί νοερά, καί τῷ ὄντι φθαρήσεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ὅπερ ἔδει αὐτήν εἶναι”.
.              Μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἡ τρωθεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου θεραπεύεται, καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ ἄνθρωπος ἔχει τίς δυνατότητες νά διορθώση τίς ψυχικές του λειτουργίες, ὥστε ἡ ψυχή νά ἐπανέλθη στήν ἀρχική κατάστασή της, ὅπως δηλ. εἶχε κτισθῆ ἀπό τό δημιουργό της. Ἡ θεραπευμένη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνέπεια καί προέκταση τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως. Μ᾽ αὐτή ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀπαλείψη ἀπό τή συνείδησή του ὅλες τίς μνῆμες τοῦ κακοῦ, ὅλες τίς συνήθειες καί τάσεις πού καλλιέργησε καί συντήρησε στήν ὕπαρξή του ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, ἡ σωτηρία δέν ἐπιβάλλεται τυραννικά, ἀλλά διοχετεύεται στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσω τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ ὅτιβουλομένων, οὐ τυραννουμένων τό τῆς σωτηρίας μυστήριον.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλεύθερος καί μέ τή βούλησή του ἀποδέχεται τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ θεία χάρη κατά κάποιο τρόπο ἐνσαρκώνεται ὑπαρξιακά καί πραγματικά σ’ ἐκεῖνο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού ἡ βούλησή του τήν ἀναγνωρίζει καί τήν ἀποδέχεται. Ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, “ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις, μυστικῶς ἐρχομένη πρός τήν ἡμετέραν ἐλευθερίαν”, ἀναγεννᾶ καί κτίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ἡ ἀναγέννηση δέν προσφέρεται μαγικά, ἀλλά εἶναι καρπός τῆς ἀρρήτου σχέσεως χάριτος καί ἐλευθερίας. Παράλληλα μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ προαίρεση εἶναι προϋπόθεση τῆς ὅποιας δημιουργικῆς προόδου καί τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀγαθό δέν εἶναι ἀκούσιο καί “κατηναγκασμένον”, ἀλλά ἀκριβῶς “κατόρθωμα προαιρέσεως”, ἐλεύθερος δηλ. προσωπικῆς συγκαταθέσεως καί ἀσκήσεως.
.               Ἡ χριστιανική ἀνθρωπολογία, ὡς ἀνθρωπολογία ἐλευθερίας, καταγράφει τή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναχθῆ στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς. Ἡ μετοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέωση του ἀνθρώπου, αὐτό τό δῶρο τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρώπινης συνεργίας, νοηματοδοτοῦν καί ἀξιολογοῦν τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο. Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπαρξιακά καί φαινομενολογικά εἶχε χάσει τή λογικότητα καί τήν ἀγαθή αἴσθηση πού εἶχε σπείρει μέσα του ὁ Δημιουργός, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά δώση καί πάλι νόημα καί περιεχόμενο στήν ὕπαρξή του. Μπορεῖ ἐλεύθερα νά ξαναγυρίση στήν ἀρχική του κλήση πού ἦταν ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ, μιά κοινωνία ὄχι στατική, ἀλλά δημιουργική καί προαγωγική. Στή βιβλική θεολογία, στήν πατερική σκέψη καί στήν ἐν γένει ἐκκλησιαστική συνείδηση καί πρακτική αὐτός ὁ δρόμος περιγράφεται ὡς ἁγιότης. Ἡ κλήση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου γιά ἁγιότητα εἶναι τό σπουδαιότερο καί κυριώτερο στή ζωή του.
.               Ὁ ἄνθρωπος συνεπῶς τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά συνδεθῆ ὀργανικά μέ τό Θεό. Ὁ σύνδεσμος αὐτός εἶναι ἐκστατικός, εἶναι δηλ. προϊόν μιᾶς ἐξόδου καί μιᾶς πορείας πού καταξιώνει καί ὁλοκληρώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς κοινωνική ὀντότητα. Πρόκειται γιά τό ἀντίθετο τῆς ἐγωκεντρικῆς συσπειρώσεως καί τῆς ἀπομονώσεως. Στή ζωή τῆς ἁγιότητος, πού προσφέρει ἡ θεία οἰκονομία στό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, ὑπάρχει ἕνας ἀκατάπαυστος δυναμισμός. Δέν ἔχει σχέση ἡ χριστιανική ἁγιότης μέ τήν αὐτάρκεια καί στασιμότητα μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς, πρόκειται μᾶλλον γιά μιά συνεχῆ ἐπέκταση, μιά ἀδιάπαυστη διεύρυνση τῶν ὁρίων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά κινῆται “κατά χάριν” συνεχῶς πρός τά ἀσύλληπτα βάθη τοῦ Θεοῦ.
.               Ὅταν οἱ Ἕλληνες Πατέρες ἀναφέρονται στή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου τῆς οἰκονομίας γιά θέωση, ἐννοοῦν ἀκριβῶς ὅτι πρόκειται γιά ἕνα γίγνεσθαι πού προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, γιά μιά κίνηση ἀπό τό “κατ’ εἰκόνα” στό “καθ᾽ ὁμοίωσιν, ἀπό τό κτιστό στό ἄκτιστο. Βέβαια τό ὀντολογικό χάσμα πού χωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο παραμένει, μέ τήν ἔννοια ὅτι ποτέ τό κτιστό δέν ταυτίζεται μέ τό ἄκτιστο. Ἐνῶ ὅμως δέν ἔχουμε στή θέωση ταύτιση κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μετάβαση τοῦ ἀνθρώπου σέ μιάν ἄλλη ὀντική σφαίρα, τό κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνεται στή θεία ζωή. Μέ τή θέωση, μέ τή διείσδυση δηλ. στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο παραμένει μιά μοναδικά ἰδιαίτερη εἰκόνα, πού συνεχῶς ἐκλαμπρύνεται καί καταυγάζεται ἀπό τό φῶς τοῦ θείου κάλλους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου πατερική διδασκαλία δέν ὑποθέτει σέ καμμιά περίπτωση ἀπόρριψη ἤ ὑποτίμηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δέν ἔχουμε ἐδῶ ἀπορρόφηση καί ἐξαφάνιση τοῦ θεουμένου ἤ μετάβασή του σέ μιάν ἀφηρημένη θεία σφαίρα, ἀλλά ἀκριβῶς μεταμόρφωσή του. Ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί ὁλοκληρώνεται ὡς ψυχοσωματική ὀντότης. Ὑψώνεται δηλ. στό ἐπίπεδο τῆς θείας ζωῆς, χωρίς ὅμως νά χάνη τήν ταυτότητά του. Ὁ ἄνθρωπος στήν κατάσταση τῆς θεώσεως παραμένει πραγματικά ἕνα ἰδιαίτερο καί μοναδικό κόσμημα πού φωτίζεται ἀπό τή θεία ὡραιότητα. 

γ) Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας 

.               Ἡ ἁγιότης καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Παῦλος συνέδεε τό μυστήριο τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζε μόνο ὅτι σ’ αὐτήν “οὐκ ἔνι Ἕλλην καί Ἰουδαῖος…, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος”, συγχρόνως ὑπεγράμμιζε ὅτι στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός εἶναι “τά πάντα καί ἐν πᾶσι” (Κολ. γ´11). Κατ᾽ ἀκρίβειαν, Αὐτός εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἡ ἀπό τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου. “Τά πάντα δι᾽ Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται, καί Αὐτός ἐστι πρό πάντων καί τά πάντα ἐν Αὐτῷ συνέστηκε. Καί Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας” (Κολ. α´ 16-18).
.              Θά μπορούσαμε νά ποῦμε, μέ ἁπλοποιημένο ἴσως τρόπο, ὅτι ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἀποβλεπει στήν ἐκκλησιαστικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἐντελέχεια, ἡ ἐκκλησιαστική τελολογία τῆς κτίσεως. Μέ τήν οἰκονομία Του ὁ Θεάνθρωπος ἀπεργάζεται τήν ἐπανασυγκρότηση καί ἐπανενότητα τῆς κτίσεως. Ἄν ἡ ἁμαρτία εἶναι διάσπαση καί διάλυση, παράλογη ἀποσύνθεση καί θάνατος, ἡ σωτηρία κατανοεῖται ὡς παλινδρόμηση στήν ἀρχική ἑνότητα, ὡς ἐπιστροφή στήν ἔνθεο πανενότητα τῆς κτίσεως. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἑνότητα τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη τοῦ κόσμου. Οἱ ζωτικοί ἱστοί πού συνέχουν τήν κτίση βρίσκονται στήν πραγματικότητα καί στήν ἑνοποιό ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρχη καί νά λειτουργῇ ὡς κοινωνικό ὄν καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν θά μποροῦσε νά ἔχη πρόσβαση καί συνειδητή ἐπικοινωνία μέ τό Θεό.
.               Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας βιώνει τήν ἑνότητα σέ τρία ἐπίπεδα. Πρῶτα ἔχει τήν αἴσθηση καί συνείδηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό. Μέ τήν πίστη του ἀναφέρεται στό Θεό καί ἔχει τή δυνατότητα νά μετέχη συνειδητά στίς ἐνέργειές Του. Μέσα στήν Ἐκκλησία δηλ., διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, γεφυρώνεται τό χάσμα, πού εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, χρόνου καί αἰωνιότητος. Ἄν ἡ ἁμαρτία λειτουργοῦσε ὡς “μεσότοιχον” πού δέν ἐπέτρεπε “τήν προσαγωγήν… ἐν ἑνί Πνεύματι πρός τόν Πατέρα” (Ἐφ. β´ 14-18), ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καταργεῖ τό ρῆγμα πού εἶχε δημιουργηθεῖ στή σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί λειτουργεῖ ὡς συνεκτικός παράγων, ὡς ἑνοποιητική δύναμη πού προάγει διά τῆς πίστεως τά ἀνθρώπινα πρόσωπα στή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος Μάξιμος θά σημειώση ὅτι, “σχέση ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾽ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ’ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
.               Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ὡς ἀπομονωμένη καί αὐτονομημένη ὀντότης, ἀλλά στή σχέση του μέ τά ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἁμαρτία δέν διέρρηξε μόνο τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου καί κατά συνέπεια διαστρεύλωσε τή σχέση ἀνθρώπου καί ἀνθρώπου. Καί ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πάλι δέν ἀποκαθιστᾶ μόνο τή σχέση τοῦ ἀτόμου μέ τό Θεό, ἐξ ἴσου ἐπαναφέρει τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό συνάνθρωπό του στήν ἀρχική της καθαρότητα. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ἔχει μιάν ἄλλη κοινωνική ὑποδομή πού προσδιορίζεται ἀπό τήν ἀγαπητική ἰδιότητα. Θά πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν κατανοεῖται ἁπλῶς σάν μιά ἀρετή ἤ σάν κοινωνική μόνο συμπεριφορά, ἀλλά σάν συστατικό τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι. Μέ τήν ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί διαπορεύεται ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό Θεό ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεως και τῆς ἐνεργείας Του εἶναι ἡ ἀγάπη, κατά εἰκονικό καί ἀναλογικό τρόπο στόν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη ὑποτίθεται ὡς δομικό στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του. Διαποτίζει καί χαρακτηρίζει τό ὅλο εἶναι του. Εἶναι “ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος” (Μάρκ. ιβ´ 30).
.               Τέλος, μέ τήν οἰκονομία τοῦ Θεανθρώπου ἐπανακτίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ διχασμένος καί διαταραγμένος ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τῆς αἰσθήσεως καί τῆς αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ σκέψη του, ἡ ζωή καί τό εἶναι του ἐπανέρχονται στήν πληρότητα τῆς θεοειδοῦς ὑπάρξεως. Μέ τήν οἰκονομία, τό κακό πού ἀποσυνθέτει καί διχάζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἔχει χάσει τήν ἰσχύ του καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ὑψωθῆ σέ μιάν ἄλλη αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ κόσμου. Μπορεῖ νά βιώνη τήν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου του καί νά ἔχη μιά ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη του κόσμου. Ὅπως στό ἕνα πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου ὑπάρχουν ἑνωμένες οἱ δύο φύσεις “ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως” καί ἐκδηλώνονται στόν ἕνα φορέα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λόγος, κατά ἀνάλογο τρόπο στό ἀνθρώπινο πρόσωπο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ συνείδηση τῆς ἑνότητος μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, μεταξύ τοῦ ἐνθάδε καί τοῦ ἐπέκεινα, μεταξύ τοῦ “ἐγώ” καί τοῦ “σύ”. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας δέν συνθλίβεται ἀπό τήν καταστροφική καί διασπαστική δύναμη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ἀλλά ἔχει συνείδηση πρῶτα τῆς δικῆς του ὑπαρξιακῆς συνοχῆς καί ἑνότητος καί συγχρόνως ὁλοκληρωμένη εἰκόνα τῆς κοινωνίας καί τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας ὑπερβαίνει τούς διχασμούς καί τήν ἐγωκεντρική ἀπομόνωση πού τοῦ ἐπέβαλε ἡ ἁμαρτία καί ἀναγνωρίζει τήν ὀργανική καί Θεανθρώπινη ἑνότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ κόσμου.
.               Ἡ ὀργανική ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου παρεμβαίνει εὐεργετικά καί στήν ὅλη κτίση. Ἔτσι, ἡ ἐσχατολογική μεταμόρφωση τοῦ κόσμου δέν πραγματώνεται μηχανικά ἤ μαγικά, ἀπό μιά δύναμη πού ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, ἀλλά περνάει μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἀποκατάσταση. Ἄν ἡ φύση “συστενάζει καί συνωδίνει” (Ρωμ. η´22), καί ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἀνθρώπινης ἀκεραιότητας, μέ τήν ἐπανασυγκρότηση τοῦ ἀνθρώπου ἡ κτίση ὀργανικά καί φυσικά ἐπανέρχεται στήν ἀρχική της ὁλοκληρία.
.               Ἡ αἴσθηση καί ἡ συνείδηση τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου ἔχει τεραστία σημασία γιά τήν καταγραφή μιᾶς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας. Παράλληλα ἔχει τήν ἰδιαίτερη σημασία της γιά τή συνειδητοποίηση, ὅτι ἡ ποιμαντική καί ἡ ἐν γένει διακονία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀποκλειστικά μιά στρατηγική ἐργασίας, οὔτε μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἐξωτερική δραστηριότητα ἤ σέ προγραμματισμούς καί ἐφαρμογές γιά τή φροντίδα τῆς ἐπικαιρότητας. Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά παραγνωρίζη τίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου στό χρόνο καί στό περιβάλλον πού αὐτός ζῆ, δέν μπορεῖ νά εἶναι, σέ καμμιά περίπτωση, ἄνευ ὅρων ὑποταγή στά κοινωνικά δεδομένα καί στούς κοινωνικούς ἐξαναγκασμούς.

[…]
ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ “ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙᾼ” ΕΛΗΛΥΘΕΝ (Ἰω. Καλλιανιώτης)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Τὸ τερατούργημα ποὺ λέγεται «ἀντιρατσιστικὸ» θὰ ἔχει μακροπρόθεσμες ἀντιδημοκρατικὲς καὶ ἀπάνθρωπες συνέπειες. Ἡ ἀρρώστια (ρατσισμὸς) δὲν θεραπεύεται μὲ μιὰ ἄλλη χειρότερη ἀσθένεια (ποινικοποίηση τῆς σκέψεως καὶ τῶν φρονημάτων).
.               Ἡ δὲ ἀπανθρωπία τοῦ ἐπερχομένου ἀντιρατσιστικοῦ νόμου δὲν αἴρεται μὲ τὴν συμπερίληψη τῆς γενοκτονίας τῶν Ποντίων καὶ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, τὴν ὁποίαν ζήτησε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (βλ. σχετ.: 
Η Ι. ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῆς ΕΛΛΑΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ “ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ” ΤΕΡΑΤΟΥΡΓΗΜΑ). Αὐτὸ ἦταν ἕνα τέχνασμα τῶν Ἐργολάβων τῆς Ἀλλοτριώσεως, τῶν «υἱῶν τῆς γεένης», τῶν «γεννημάτων ἐχιδνῶν», ποὺ ἔχουμε τὴν τιμὴ νὰ νοιάζονται γιὰ τὸ καλό μας. (Ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ: Νὰ τιμωρηθεῖ ὅποιος διαδίδει τὸ Εὐαγγέλιο, τὀ Ὁποῖο περιέχει τέτοιο “κήρυγμα μίσους”…!…!).
.          Στὸ κατωτέρω ἄρθρο φαίνεται ἀνάγλυφη ἡ τερατουργία: ἡ λοβοτομὴ στὴν σκέψη καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὴν ὁποία θὰ ἐπιβάλει ὁ …νόμος.

To Telos tis Eleutherias en Duleia Eliluthen

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΧΤΥΠΑΝΕ. – ΟΥΤΕ ΔΗΜΙΟΣ, ΟΥΤΕ ΑΣΠΟΝΔΥΛΟΣ» (π. Διον. Τάτσης)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίου
τοῦ π. Διονυσίου Τάτση
ὑπὸ τὸν τίτλο
«Παπὰς νὰ γίνεις, παιδί μου»
-Βιώματα ἱερωσύνης,
Κόνιτσα 2014

_Παπὰς-νὰ-γίνεις

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Διάφανο, μὲ ἀφοπλιστικὴ ἀμεσότητα, ἕνα εἶδος αὐθόρμητης ἐξαγορεύσεως βιωμάτων καὶ διαδρομῶν αὐτὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ π. Διον. Τάτση.
Ἐπιλέξαμε πρὸς τὸ παρὸν τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα ποὺ μὲ λίγες λέξεις παρουσιάζει ἀνάγλυφη μιὰ «πνευματικὴ δυσλειτουργία», μιὰ συνηθέστατη ἀρρώστια ποὺ ταλαιπωρεῖ πολλοὺς χριστιανούς (κι ἀπὸ τὶς δύο ὄψεις ποὺ περιγράφει ὁ π. Δ.) Εἴτε ἀπάνθρωπη ὑπεξαίρεση τῆς ἐλευθερίας τῶν ἄλλων, εἴτε ἀντίθεη ἐκχώρησή της!

.             […] Πόσο εὔκολα κι ἐπιπόλαια πληγώνουν τοὺς ἀνθρώπους μερικοὶ αὐστηροὶ κληρικοί, οἱ ποοι δν χουν διάκριση καὶ γάπη. Βγάζουν τὸ τσεκούρι καὶ χτυπᾶνε. Θεωρῶ ἔγκλημα αὐτὴ τὴν τακτική τους. Δὲν σκέφτονται οἱ εὐλογημένοι ὅτι ἐνῶ ὁ Θεὸς δέχεται μετὰ χαρᾶς τὰ ἄσωτα παιδιά του, αὐτοὶ τὰ διώχνουν;
.             Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἀλλὰ παρόμοια ἔχω βγάλει τὸ συμπέρασμα ὅτι καθετὶ ποὺ σοῦ ἐπιλέγουν οἱ ἄλλοι νὰ κάνεις, δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα αἰχμαλωσίας καὶ ψυχικῆς ἀποδιοργάνωσης. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν θέλω ποτὲ κανένας ἄνθρωπος νὰ στερεῖται ἀπὸ μένα τὴν ἐλευθερία του. Παραιτοῦμαι ἀμέσως, ὅταν βλέπω ὅτι μία δική μου πρωτοβουλία πρόκειται νὰ θίξει κάποιον ἀδελφό. Τὸν ρόλο τοῦ κατακτητῆ ἢ τοῦ δήμιου ποτὲ δὲν τὸν ἀποδέχτηκα.
.           Ἀλλὰ καὶ τὸν ρόλο τοῦ σπόνδυλου δούλου ἀρνήθηκα. Δὲν βρέθηκα πότε κοντὰ σὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἐξουσία, ἐκκλησιαστικὴ ἢ πολιτικὴ ἀδιάφορο. Πάντα βρισκόμουν κτς κα μακράν. Πάντα ἤμουν ἐλεύθερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

 

,

Σχολιάστε

ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –6 («Θὰ γίνουν τρομαγμένοι, δειλοὶ καὶ θὰ μᾶς κοιτάζουν καὶ θὰ στριμώχνονται γύρω μας, ὅπως τὰ κλωσσόπουλα γύρω στὴν κλώσσα. Ὤ, θὰ τοὺς ἐπιτρέψουμε καὶ τὴν ἁμαρτία. Κι ἂν ὑπάρχει κανένας ποὺ ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον τὴν πυρά μας, αὐτὸς εἶσαι Ἐσύ. Αὔριο θὰ Σὲ κάψω».)

 

 

Ἀπόσπασμα [ϛ´] ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα
τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ
«Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ»,
μετάφρ. Ἀρ. Ἀλεξάνδρου, 
ἐκδ. Γκοβόστη, χ. χρ. τόμ. 2,
σελ. 113-114

 

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ.ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τραγικὰ ἐπιβεβαιούμενες ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ!

Α´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –1  https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/22/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται1/

Β´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –2 («Κάντε μας σκλάβους, μὰ χορτάστε μας») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/23/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται2/

Γ´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –3 («Ἡ πιὸ βασανιστικὴ φροντίδα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ βρεῖ ὅσο μπορεῖ γρηγορότερα κάποιον ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ παραδώσει τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/27/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται3/ 

Δ´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –4 («Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζητάει τόσο τὸν Θεὸ ὅσο τὰ θαύματα».) https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/04/03/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται4/

Ε´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –5 («Ποιός ἄλλος μπορεῖ νὰ κυριαρχεῖ πάνω στοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὄχι κεῖνος ποὺ κυριαρχεῖ στὴν συνείδησή τους καὶ ποὺ κρατάει στὰ χέρια του τὸ ψωμί τους;») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/04/25/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται5/

 .            Μὰ τότε ἀκριβῶς θά ᾽ρθει σερνάμενο τὸ θηρίο καὶ θὰ μᾶς γλείψει τὰ πόδια καὶ θὰ τὰ βρέξει μὲ τὰ ματωμένα του δάκρια. Καὶ μεῖς θὰ κάτσουμε πάνω στὸ θηρίο καὶ θὰ ὑψώσουμε τὸ κύπελο ποὺ πάνω σ᾽ αὐτὸ θά ᾽ναι γραμμένο: «Μυστήριο!» Καὶ τότε, μονάχα τότε θὰ φτάσει ἡ μέρα ποὺ θὰ θεμελιωθεῖ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἡ βασιλεία τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐτυχίας. Εἶσαι περήφανος γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς Σου, μὰ Ἐσὺ ἔχεις μονάχα αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς, ὅμως ἐμεῖς θὰ χαρίσουμε τὴν εἰρήνη σ᾽ ὅλους. Ἐξ ἄλλου νά ᾽ναι κι ἔτσι; Πόσοι ἀπ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς, τοὺς ἰσχυροὺς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἐκλεκτοί, κουράστηκαν τέλος περιμένοντάς Σε καὶ ρίξανε καὶ θὰ ρίξουν ἀκόμα τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν φλόγα τῆς καρδιᾶς τους σ᾽ ἄλλον ἀγρὸ καὶ θὰ καταλήξουν νὰ ὑψώσουν ἐναντίον Σου τὴν ἐλεύθερη σημαία τους, ποὺ Ἐσὺ ὁ ἴδιος τὴν εἶχες ὑψώσει. Ἐνῶ σ μς λοι θά ᾽ναι ετυχισμένοι κα δὲν θ στασιάζουν πιά, δὲν θὰ καταστρέφουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅπως γίνεται παντοῦ στὸ βασίλειο τῆς ἐλευθερίας Σου. Ὤ, θ τος πείσουμε πς μονάχα τότε θ γίνουν λεύθεροι, ταν θ παραιτηθον π᾽ τν λευθερία τους γι χάρη μας κα θ ποταχτον σὲ μᾶς. Τί λὲς λοιπόν; Θάχουμε δίκιο ἢ ὄχι; Θὰ πειστοῦν καὶ μόνοι τους πὼς ἔχουμε δίκιο, γιατί θὰ θυμηθοῦν ὣς ποιὸ φρικτὸ σημεῖο σκλαβιᾶς καὶ ταραχῆς τοὺς εἶχε φέρει ἡ δική Σου ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία, ἡ ἐλεύθερη σκέψη κι ἡ ἐπιστήμη θὰ τοὺς κάνουν νὰ χάσουν τὸν δρόμο τους σὲ τέτοιες λόχμες, θὰ τοὺς βάλουν μπροστὰ σὲ τέτοια θαύματα κι ἀξεδιάλυτα μυστήρια ποὺ μερικοὶ ἀπ᾽ αὐτούς, οἱ πιὸ ἀτίθασοι κι οἱ πιὸ ἄγριοι, θ᾽ αὐτοκαταστραφοῦν, οἱ ἄλλοι, οἱ ἀνυπόταχτοι μὰ ἀδύναμοι, θὰ καταστρέφουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον κι οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ἀδύναμοι καὶ δυστυχισμένοι, θὰ συρθοῦν στὰ πόδια μας καὶ θὰ μᾶς φωνάξουν ἐκλιπαρώντας: «Ναί, εἴχατε δίκαιο, σεῖς μονάχα κατείχατε τὸ μυστικό Του καὶ μεῖς γυρίζουμε σὲ σᾶς. Σστε μας π᾽ τν αυτό μας». Παίρνοντας ἀπὸ μᾶς τὸ ψωμί τους θὰ βλέπουν φυσικὰ ξεκάθαρα πὼς ἐμεῖς τοὺς μοιράζουμε τὰ ψωμιὰ ποὺ πήραμε ἀπ᾽ αὐτούς, τὰ ψωμιὰ ποὺ τὰ φτιάξανε μὲ τὰ χέρια τους, καὶ πὼς αὐτὰ γίνονται χωρὶς κανένα θαῦμα, θὰ δοῦνε πὼς δὲn μεταβάλουμε τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ μὰ θάναι στ᾽ ἀλήθεια πολὺ εὐχαριστημένοι, κι ὄχι τόσο γιατί θὰ παίρνουν τὰ ψωμιά, ὅσο γιατί θὰ τὰ παίρνουν ἀπ᾽ τὰ χέρια μας! Γιατί θὰ θυμοῦνται πολὺ καλὰ πὼς πρῶτα, ὅταν δὲν ἤμασταν ἐμεῖς, αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ψωμιὰ ποὺ τὰ βγάζανε μὲ τὸν ἱδρώτα τους, μεταβάλλονταν στὰ χέρια τους σὲ πέτρες, μὰ ὅταν γύρισαν σὲ μᾶς τότε οἱ πέτρες μεταβλήθηκαν στὰ χέρια τους σὲ ψωμιά. Θὰ τὸ ἐκτιμήσουν πολύ, πάρα πολὺ τί σπουδαῖο εἶναι νὰ ὑποταχτοῦν μιὰ γιὰ πάντα! Κι ὅσο δὲ θὰ τὸ καταλάβουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι, θά ᾽ναι δυστυχισμένοι. Ποιός ὅμως ἦταν ὁ κυριότερος αἴτιος ποὺ δὲν τὸ καταλάβαιναν αὐτό; Λέγε. Ποιός σκόρπισε τὴν ἀγέλη στοὺς ἄγνωστους δρόμους; Μὰ ἡ ἀγέλη θὰ μαζευτεῖ καὶ πάλι καὶ θὰ ὑποταχθεῖ ξανά, γιὰ πάντα τούτη τὴν φορά. Τότε θὰ τοὺς δώσουμε μίαν ἤρεμη καὶ ταπεινὴ εὐτυχία, τὴν εὐτυχία τῶν ἀδύναμων πλασμάτων, μιὰ κι ἔτσι πλάστηκαν. Ὤ, θὰ τοὺς πείσουμε ἐπιτέλους νὰ μὴν περηφανεύονται. Γιατὶ Ἐσὺ τοὺς ἀνύψωσες καὶ τοὺς ἔμαθες νά ᾽ναι περήφανοι. Θὰ τοὺς ἀποδείξουμε πὼς εἶναι ἀδύναμοι, πὼς εἶναι μονάχα ἀξιολύπητα παιδιά, μὰ πὼς ἡ παιδιάστικη εὐτυχία εἶναι ἡ πιὸ γλυκιὰ ἀπ᾽ ὅλες. Θ γίνουν τρομαγμένοι, δειλο κα θ μς κοιτάζουν κα θ στριμώχνονται γύρω μας, πως τ κλωσσόπουλα γύρω στν κλώσσα. Θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς σκιάζονται καὶ θά ᾽ναι περήφανοι, γιατί εἴμαστε τόσο ἰσχυροὶ καὶ τόσο σοφοὶ ποὺ μπορέσαμε νὰ ἡμερέψουμε τὸ τόσο ταραχόδικο καὶ πολύπληθο κοπάδι τους. Θὰ τρέμουν τὴν ὀργή μας, τὸ πνεῦμα τους θὰ γίνει δειλό, τὰ μάτια τους θὰ κλαῖνε τόσο εὔκολα ὅσο τῶν παιδιῶν καὶ τῶν γυναικῶν, μὰ τὸ ἴδιο εὔκολα θὰ εὐθυμοῦν καὶ θὰ γελοῦν στὸ πρῶτο μας νεῦμα, μὲ μία πάμφωτη χαρὰ καὶ μὲ παιδικὰ τραγούδια. Ναί, θὰ τοὺς ἀναγκάσουμε νὰ δουλεύουν, μὰ στὶς σκόλες θὰ κάνουμε τὴν ζωή τους νὰ κυλάει σὰν παιδιάστικο παιχνίδι, μὲ παιδικὰ τραγούδια, χορωδίες, μ᾽ ἀθώους χορούς. Ὤ, θ τος πιτρέψουμε κα τν μαρτία, ατο εναι δύναμοι κι νίσχυροι κα θ μς γαπον σν παιδιά, πειδ θ τος πιτρέψουμε ν᾽ μαρτάνουν. Θὰ τοὺς ποῦμε πὼς τὸ κάθε κρίμα θά ᾽ναι συχωρεμένο, ἂν θὰ γίνει μὲ τὴν ἄδειά μας. Τος πιτρέπουμε ν᾽ μαρτάνουν, γιατί τος γαπμε, ὅσο γιὰ τὴν τιμωρία γι᾽ αὐτὰ τ᾽ ἁμαρτήματα – ἂς γίνει κι αὐτὸ – θὰ τὴν πάρουμε πάνω μας. Θὰ τὴν πάρουμε πάνω μας κι αὐτοὶ θὰ μᾶς λατρεύουν σὰν εὐεργέτες πού, θὰ δώσουν λόγο γιὰ τὰ δικά τους κρίματα μπροστὰ στὸν Θεό. Καὶ δὲν θὰ κρατᾶνε τίποτα μυστικὸ ἀπὸ μᾶς. μες θ τος πιτρέπουμε θ τος παγορεύουμε ν ζονε μ τς γυνακες τους τς ρωμένες τους, ν κάνουν ν μν κάνουν παιδιλ᾽ ατ νάλογα μ τν πακοή τους – κα κενοι θ μς πακονε μ χαρά τους. Θὰ μᾶς ἀποκαλύψουν τὰ πιὸ βασανιστικὰ μυστικὰ τῆς συνείδησής τους, ὅλα, ὅλα θὰ μᾶς τὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ μεῖς θὰ βροῦμε γιὰ ὅλα κάποια λύση κι αὐτοὶ θὰ πιστέψουν στὴν λύση μας χαρούμενοι, γιατὶ θὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπ᾽ τὴ μεγάλη φροντίδα καὶ τὰ τωρινὰ βάσανα τῆς προσωπικῆς καὶ ἐλεύθερης ἀπόφασης. Κι ὅλοι θά ᾽ναι εὐτυχισμένοι, ὅλα τὰ ἑκατομμύρια τῶν πλασμάτων, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὲς ἑκατοντάδες χιλιάδες ποὺ τοὺς κυβερνοῦν. Γιατί μονάχα ἐμεῖς, ἐμεῖς ποὺ θὰ φυλάξουμε τὸ μυστικό, μονάχα ἐμεῖς θά ᾽μαστε δυστυχισμένοι. Θὰ ὑπάρχουν δισεκατομμύρια εὐτυχισμένα μωρὰ κι ἑκατὸ χιλιάδες μάρτυρες ποὺ θά ᾽χουν ἐπωμιστεῖ τὴν κατάρα τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Θὰ πεθάνουν ἥσυχα, ἥσυχα θὰ σβήσουν ἐν ὀνόματί Σου καὶ πέρα ἀπ᾽ τὸν τάφο δὲν θὰ καταχτήσουν παρὰ μονάχα τὸν θάνατο. Μὰ ἐμεῖς θὰ κρατήσουμε τὸ μυστικό, καὶ γιὰ τὴν δική τους ἴσα-ἴσα εὐτυχία θὰ τοὺς δελεάζουμε μὲ τὴν ἐπουράνια, αἰώνια ἀνταμοιβή. Γιατί κι ἂν ἀκόμα ὑπάρχει κάτι στὸν ἄλλο κόσμο, δὲν θά ᾽ναι φυσικὰ γιὰ κάτι τέτοιους σὰν κι αὐτούς. Λένε καὶ προφητεύουν πὼς θά ᾽ρθεις καὶ θὰ ξανανικήσεις, θά ᾽ρθεις μὲ τοὺς ἐκλεκτούς Σου, μὲ τοὺς περήφανους καὶ ἰσχυρούς Σου, μὰ ἐμεῖς θὰ ποῦμε πὼς αὐτοὶ σώσανε μονάχα τὸν ἑαυτό τους καὶ μεῖς σώσαμε τοὺς πάντες. Λένε πὼς θὰ καταντροπιαστεῖ ἡ πόρνη ποὺ κάθεται πάνω στὸ θηρίο καὶ κρατάει στὰ χέρια της τὸ μυστήριο, πὼς θὰ ἐπαναστατήσουν ξανὰ οἱ ἀδύναμοι, πὼς θὰ ξεσκίσουν τὴν πορφύρα της καὶ θὰ γυμνώσουν τὸ «μιαρὸ» κορμί της. Μὰ τότε γὼ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ Σοῦ δείξω τὰ δισεκατομμύρια τῶν εὐτυχισμένων παιδιῶν ποὺ δὲν γνώρισαν τὴν ἁμαρτία. Καὶ μεῖς, ἐμεῖς ποὺ πήραμε πάνω μας τὰ κρίματά τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνουμε εὐτυχισμένους, θὰ σταθοῦμε μπροστά Σου καὶ θὰ Σοῦ ποῦμε: «Δίκασέ μας, ἂν μπορεῖς κι ἂν τολμᾶς». Μάθε πὼς δὲν Σὲ φοβᾶμαι. Μάθε πὼς καὶ ᾽γὼ ἤμουνα στὴν ἔρημο, πὼς καὶ ᾽γὼ ἔζησα μὲ ἀκρίδες κι ἀγριόριζες, πὼς καὶ ᾽γὼ εὐλογοῦσα τὴν ἐλευθερία ποὺ μ᾽ αὐτὴν Ἐσὺ εὐλόγησες τοὺς ἀνθρώπους, πὼς καὶ ᾽γὼ ἑτοιμαζόμουν νὰ γίνω ἕνας ἀπ᾽ τοὺς ἐκλεκτούς Σου, νὰ γίνω ἕνας ἀπ᾽ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, διψώντας νὰ «συμπληρώσω τὸν ἀριθμό». Μὰ συνῆλθα καὶ δὲν θέλησα νὰ ὑπηρετήσω τὴν ἀφροσύνη. Γύρισα καὶ προσχώρησα στν μάδα κείνων ποὺ διορθώσανε τ ργο Σου. Ἐγκατέλειψα τοὺς περήφανους καὶ ἐπέστρεψα στοὺς ταπεινοὺς γιὰ νὰ τοὺς κάνω εὐτυχισμένους. Ὅλα ὅσα Σοῦ λέω θὰ γίνουν κι ἡ βασιλεία μας θὰ οἰκοδομηθεῖ. Σοῦ ξαναλέω πὼς αὔριο κιόλας θὰ δεῖς αὐτὴ τὴν ὑπάκουη ἀγέλη νὰ τρέχει μὲ τὸ πρῶτο μου νεῦμα καὶ νὰ συδαυλίζει τὴν πυρὰ ὅπου θὰ Σὲ κάψω, γιατὶ ρθες ν μς νοχλήσειςΓιατὶ ἂν πάρχει κανένας πο ξίζει περισσότερο π κάθε λλον τν πυρά μας, ατς εσαι σύ. Αριο θ Σ κάψω. Dixi (Εἶπα)».

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ «ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΝΟΧΗΣ»

Tὸ σύνδρομο τῆς ἐνοχῆς καὶ ἡ δολοφονία τῆς ἐλευθερίας

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2067, 15.05.13

.            Ἡ εἴδηση δημοσιεύθηκε τὴν Κυριακὴ 21 Ἀπριλίου καὶ ἤχησε σὰν νεκρικὴ καμπάνα γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ τόπου. Τέλος πιὰ ἡ Ἑλλάδα ποὺ ξέραμε. Τέλος ἡ Ἑλλάδα τῆς παραδόσεως, τῆς δημοκρατίας, τῆς ἐλευθερίας. Ἀρχίζει ἤδη ἡ καθιέρωση τοῦ ἠλεκτρονικοῦ χρήματος, προστάδιο τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ τοῦ Ἀντιχρίστου.
.            Σύμφωνα μὲ πληροφορίες τῆς ἐφημερίδας “Real news” «νέο σχέδιο νόμου φέρνει περιορισμοὺς στὰ μετρητὰ καὶ δήμευση περιουσιῶν ἀλλὰ καὶ καταθέσεων. Στόχος ἕνας καὶ σχεδὸν μόνιμος, νὰ σωθεῖ ἡ χώρα ἀπὸ τὴν φοροδιαφυγή. Σκοπὸς τοῦ ὑπουργείου εἶναι νὰ πλήξουν πολὺ γερὰ τὴν φοροδιαφυγή, ἡ ὁποία προσεγγίζει τὸ 12% τοῦ ΑΕΠ. Αὐτὸ θὰ γίνει, ὅπως ὑποστηρίζουν στελέχη τοῦ ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν ἐξάλειψη τῶν μετρητῶν γιὰ συναλλαγὲς ἀκόμη καὶ ἄνω τῶν 300 ἢ 500 εὐρὼ καὶ τὴ χρήση μόνο πλαστικοῦ χρήματος».
.            Ἤδη τὸ πρῶτο βῆμα ἔχει δρομολογηθεῖ. Δὲν θὰ μείνουν σ᾿ αὐτό. Θὰ ἀκολουθήσουν καὶ τὰ ἑπόμενα, αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀπὸ καιρὸ σχεδιαστεῖ ἀπὸ μυστικὰ κέντρα ἀποφάσεων στὸ ἐξωτερικό.
.            Καὶ οἱ πολίτες πῶς ἀντιδροῦν; Δὲν ὑπάρχει καμία ἀντίδραση! Ἡ ἐπὶ χρόνια τώρα διαρκὴς πλύση ἐγκεφάλου ἀπὸ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ἔχει ἐπιφέρει γενικὴ νάρκωση. Ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τῆς κατηγορίας περὶ φοροδιαφυγῆς ἔχει δημιουργήσει τὸ λεγόμενο «σύνδρομο ἐνοχῆς», ποὺ καθιστᾶ τὸν πολίτη ἄβουλο καὶ φοβισμένο.
.            Δὲν ὑπάρχει φοροδιαφυγή; Ἀσφαλῶς καὶ ὑπάρχει. Ὅμως δὲν εἶναι μόνο ἑλληνικὸ φαινόμενο ἡ φοροδιαφυγή. Καὶ βέβαια δὲν εἶναι ἡ μεγαλύτερη στὸν κόσμο, ὅπως μονίμως παρουσιάζεται. Ἡ μεγάλη φοροδιαφυγὴ ἀσκεῖται ἀπὸ τὶς γιγαντιαῖες πολυεθνικὲς ποὺ μεταφέρουν τὰ ἐργοστάσιά τους στὴν Κίνα, τὴν Τανζανία καὶ ὅπου ἀλλοῦ, ἐκμεταλλευόμενες μὲ ἐγκληματικὸ τρόπο τοὺς λαοὺς αὐτῶν τῶν χωρῶν. Ἀλλὰ γι᾿αὐτὸ τὸ διαρκὲς φρικιαστικὸ ἔγκλημα ἔχει ἐπιβληθεῖ ἀπόλυτη σιωπή.
.            Διότι αὐτὸ ἐξυπηρετεῖ τὰ σχέδια τῶν ἀοράτων κυβερνητῶν τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι προχωροῦν ἀδίστακτοι στὴν ὑποδούλωση τῶν λαῶν, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ὅτι τελικὰ ἄθελά τους ὑπηρετοῦν τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.
.            Τὸ σωτηριῶδες σχέδιο Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος κυβερνήτης τοῦ κόσμου!

,

Σχολιάστε

ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –5 («Ποιός ἄλλος μπορεῖ νὰ κυριαρχεῖ πάνω στοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὄχι κεῖνος ποὺ κυριαρχεῖ στὴν συνείδησή τους καὶ ποὺ κρατάει στὰ χέρια του τὸ ψωμί τους;»)

Ἀπόσπασμα [Δ´] ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα
τοῦ Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ
«Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ»,
μετάφρ. Ἀρ. Ἀλεξάνδρου, 
ἐκδ. Γκοβόστη, χ. χρ. τόμ. 2,
σελ. 111-113

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –1 https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/22/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται1/

Β´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –2 («Κάντε μας σκλάβους, μὰ χορτάστε μας»)https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/23/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται2/

Γ´ Μέρος: ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ –3 («Ἡ πιὸ βασανιστικὴ φροντίδα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ βρεῖ ὅσο μπορεῖ γρηγορότερα κάποιον ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ παραδώσει τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας») https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/03/27/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται3/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/04/03/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται4/

.            Ὁ μεγάλος Σου προφήτης μέσα στὸ δράμα του λέει ἀλληγορικὰ πὼς εἶδε ὅλους τοὺς πρώτους ἀναστημένους καὶ πὼς ἀπὸ κάθε φυλὴ ἦταν δώδεκα χιλιάδες. Μὰ ἂν ἦταν τόσοι μονάχα, τότε θά ᾽τανε θεοὶ κατὰ κάποιον τρόπο κι ὄχι ἄνθρωποι. Αὐτοὶ μπόρεσαν καὶ σήκωσαν τὸν σταυρό Σου, μπόρεσαν να ὑποφέρουν δεκάδες χρόνια στὴν πεινασμένη καὶ γυμνὴ ἔρημο τρώγοντας ἀκρίδες κι ἀγριόριζες καὶ φυσικὰ μπορεῖς νὰ ὑπερηφανεύεσαι γι᾽ αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐλεύθερης ἀγάπης, τῆς ἐλεύθερης κι ὑπέροχης θυσίας ἐν ὀνόματί Σου. Θυμήσου ὅμως πὼς ὅλοι τους ἦταν μονάχα μερικὲς χιλιάδες κι ἦταν καὶ θεοί. Ἂμ οἱ ἄλλοι; Καὶ τί φταῖνε οἱ ὑπόλοιποι ἀδύναμοι ἄνθρωποι, ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ ὑποφέρουν κεῖνα ποὺ ὑπέφεραν οἱ ἰσχυροί; Τί φταίει ἡ ἀδύναμη ψυχή, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει μέσα της τὰ τόσο τρομερὰ δῶρα; Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἦρθες μονάχα στοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς; Μὰ ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ἐδῶ θὰ ὑπάρχει ἕνα μυστήριο, ποὺ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε. Κι ἂν ὑπάρχει μυστήριο, τότε καὶ μεῖς ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκουμε τὸ μυστήριο καὶ νὰ τοὺς μαθαίνουμε πὼς δὲν ἔχει ἀξία ἡ ἐλεύθερη ἀπόφαση τῆς καρδιᾶς τους κι ἡ ἀγάπη, μὰ τὸ μυστήριο, στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ὑποταχτοῦν τυφλά, ἀκόμα κι ἐνάντια στὴν συνείδησή τους. Ατ κα κάναμε. Διορθώσαμε τ ργο Σου κα τ θεμελιώσαμε στὸ θαμα, στ μυστήριο κα στ κύρος. Κι οἱ ἄνθρωποι χάρηκαν ποὺ τοὺς ὁδήγησαν καὶ πάλι σὰν ἀγέλη καὶ ποὺ σήκωσαν ἐπιτέλους ἀπ᾽ τὶς καρδιές τους τὸ τόσο τρομερὸ δῶρο ποὺ τοὺς ἔφερε τόσα βάσανα. Εἴχαμε δίκιο διδάσκοντας καὶ ἐνεργώντας ἔτσι; Λέγε. Ἀναγνωρίζοντας τόσο ταπεινὰ τὴν ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπότητας, ἐλαφρώνοντας μὲ τόση ἀγάπη τὸ φορτίο της, ἐπιτρέποντας στὴν ἀδύναμη φύση της ἔστω καὶ νὰ ἁμαρτάνει μὲ τὴν ἄδειά μας, δὲν τῆς δείξαμε τὴν ἀγάπη μας; Γιατί ρθες λοιπν τώρα ν μς νοχλήσεις; Καὶ τί μὲ κοιτᾶς σιωπηλὰ καὶ στοχαστικὰ μὲ τὰ πράα Σου μάτια; Ἀγανάκτησε· δὲΝ θέλω τὴν ἀγάπη Σου, γιατί καὶ ᾽γὼ δὲν Σ᾽ ἀγαπῶ. Γιατί νὰ Σοῦ τὸ κρύβω; Μήπως τάχα δὲν ξέρω μὲ ποιον μιλάω; Ὅλα ὅσα ἔχω νὰ Σοῦ πῶ Ἐσὺ τὰ ξέρεις κιόλας, αὐτὸ τὸ διαβάζω στὰ μάτια Σου. Μήπως μπορῶ τάχα νὰ Σοῦ κρύψω τὸ μυστικό μας; Ἴσως ὅμως νὰ θέλεις νὰ τ᾽ ἀκούσεις ἀπ᾽ τὸ στόμα μου. Ἄκου τὸ λοιπόν: Δὲν εἴμαστε μὲ Ἐσένα μὰ μὲ Ἐκεῖνον, νὰ τὸ μυστικό μας. Ἀπὸ καιρὸ τώρα δὲν εἴμαστε μαζί Σου μὰ μὲ Ἐκεῖνον, εἶναι πιὰ ὀχτὼ αἰῶνες. Εἶναι ὀχτὼ ἀκριβῶς αἰῶνες ἀπὸ τότε ποὺ πήραμε ἀπὸ Ἐκεῖνον αὐτὸ ποὺ Σὺ ἀπέρριψες μ᾽ ἀγανάκτηση, κεῖνο τὸ τελευταῖο δῶρο ποὺ Σοῦ πρότεινε, δείχνοντάς Σου ὅλα τὰ γήινα βασίλεια: Ἐμεῖς πήραμε ἀπὸ Ἐκεῖνον τὴ Ρώμη καὶ τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, κι ἀνακηρύξαμε τοὺς ἑαυτούς μας βασιλιάδες τῆς γῆς, βασιλιάδες μοναδικούς, ἂν κι ὣς τὰ τώρα δὲν προφτάσαμε νὰ τελειώσουμε ἐντελῶς τὸ ἔργο μας. Μὰ ποιός φταίει; Ὤ, τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι ἀκόμα στὴν ἀρχή του, ἄρχισε ὅμως παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά. Πρέπει πολὺ νὰ περιμένουμε ἀκόμα, ὥσπου νὰ συντελεστεῖ, κι ἡ γῆ θά ᾽χει ἀκόμα πολλὰ νὰ ὑποφέρει, μὰ μες θ φτάσουμε στὸν σκοπό μας κα θ γίνουμε Καίσαρες κα τότε πι θ σκεφτομε γι τν παγκόσμια ετυχία. Ὅμως Ἐσὺ μποροῦσες καὶ τότε ἀκόμα νὰ πάρεις τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα. Γιατί ἀρνήθηκες αὐτὸ τὸ τελευταῖο δῶρο; ν δεχόσουν ατ τν τρίτη συμβουλ το σχυρο πνεύματος, θ κανοποιοσες ὅ,τι ποζητάει νθρωπος στὴν γ. Δηλαδή: ποιν ν προσκυνήσει, σ ποιν ν ναποθέσει τὴν συνείδησή του κα μ ποιν τρόπο ν νωθε πιτέλους μ τος συνανθρώπους του γι ν᾽ ποτελέσουν λοι μίαν ναμφισβήτητη, γενικ κα μονοοσα μυρμηγκοφωλιά. Γιατί νάγκη τς παγκόσμιας συνένωσης εναι τ τρίτο κα τελευταο μαρτύριο τν νθρώπων. Πάντα ἡ ἀνθρωπότητα, στὴ γενικότητά της, προσπαθοῦσε νὰ συνενωθεῖ σὲ παγκόσμια κλίμακα. Ὑπῆρξαν πολλοὶ λαοὶ μὲ μεγάλη ἱστορία, μὰ ὅσο πιὸ ψηλὰ ἀνέβαιναν αὐτοὶ οἱ λαοί, τόσο πιὸ δυστυχισμένοι γίνονταν, γιατί καταλάβαιναν περισσότερο ἀπ᾽ τοὺς ἄλλους τὴν ἀνάγκη τῆς παγκόσμιας συνένωσης τῶν ἀνθρώπων. Οἱ μεγάλοι καταχτητές, οἱ Τιμοὺρ κι οἱ Τσεγκὶζ Χάν, περάσανε σὰ λαίλαπας ἀπ᾽ τὴν γῆ προσπαθώντας νὰ κυριέψουν τὴν οἰκουμένη, μὰ κι αὐτοὶ (ἂν καὶ ὑποσυνείδητα) ἐκφράζανε αὐτὴ τὴν ὑπέρτατη ἀνάγκη τῆς ἀνθρωπότητας γιὰ παγκόσμια συνένωση. Ἂν ἀποδεχόσουν τὸν κόσμο καὶ τὴν πορφύρα τοῦ Καίσαρα, θὰ θεμελίωνες τὴν παγκόσμια αὐτοκρατορία καὶ θά ᾽δινες τὴν παγκόσμια εἰρήνη. Γιατί ποιός λλος μπορε ν κυριαρχε πάνω στος νθρώπους, ν χι κενος πο κυριαρχε στ συνείδησή τους κα πο κρατάει στ χέρια του τ ψωμί τους; Ἔ, λοιπὸν ἐμεῖς τὸ πήραμε τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα καὶ παίρνοντάς το Σ᾽ ἀπαρνηθήκαμε φυσικὰ καὶ ἀκολουθήσαμε Ἐκεῖνον. Ὤ, θὰ περάσουν ἀκόμα πολλοὶ αἰῶνες ἐκτρόπων τοῦ ἐλευθέρου πνεύματος, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀνθρωποφαγίας. Γιατί, μιὰ κι ἄρχισαν νὰ χτίζουν τὸν πύργο τῆς Βαβέλ τους χωρὶς ἐμᾶς, θὰ καταλήξουν στὴν ἀνθρωποφαγία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/06/06/τὰ-τρία-ἐρωτήματα-ποὺ-προφητεύεται6/

, , , , , , , ,

Σχολιάστε