Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐλευθερία

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

Η ΜΗΤΗΡ τῆς ΖΩΗΣ καὶ τὸ «ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Γράφει ὁ Ἱερομόναχος Μάξιμος Λαυριώτης
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος»,
ἀρ. τ. 2271/09.08.19

.           Ἡ συνάντηση τῆς Παναγίας μὲ τὸν θάνατο εἶναι ἕνα ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀφορᾶ ἀπόλυτα τὴν ζωή μας. Εἶναι γνωστό, πώς ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Της μὲ τὸ θάνατο, συνάντηση ἀπ’ ὅπου ἐπήγασε ἡ ἀνάσταση τῶν θνητῶν.
.           Ἀλλὰ δὲν εἶναι λιγώτερο σπουδαία καὶ ἡ μητρικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὸν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι μόνο γιατί προδίδει συγκλονιστικὲς διαστάσεις στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ποὺ ἔφερε σὲ πέρας ὁ Χριστός, κατὰ μοναδικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τρόπο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ Θεοτόκος ἀντιμετωπίζει τὴν πρόκληση τοῦ θανάτου μὲ ἄκρα ταπείνωση, ἐγκαρτέρηση καὶ αὐτοεγκατάλειψη στὸν Θεό, παρότι δικαιοῦται νὰ μὴ πεθάνη, ἀφοῦ ὑπάρχει «Μήτηρ τῆς Ζωῆς».
.           Πράγματι, κατὰ τὴν χριστιανικὴ θεώρηση, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἐσχάτη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀδυναμίας του νὰ διατηρηθῆ στὴν τροχιά, στὴν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἔθεσε.
.           Καὶ ὁ μὲν Θεάνθρωπος Υἱὸς τῆς Παρθένου ἐνήργησε τὸν θάνατο στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ἑκούσια καὶ θαυματουργικὰ πρὸς χάριν μας, ἡ δὲ μητέρα Του τὸν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα καὶ εἰρηνικά, γιὰ νὰ καταστήσει ἀναμφισβήτητη τόσο τὴν πεπτωκυία ἀνθρωπίνη Της προέλευση ὅσο καὶ τὴν «οἰκονομικὴ» μετάδοση τῆς θνητότητος στὸν Θεάνθρωπο Υἱό Της. Ἀλλ’ ὁ θάνατος καὶ ἡ θνητότητα ποὺ χαρακτηρίζουν τόσο ἀποφασιστικὰ τὴν ἀνθρώπινη ταυτότητα δὲν εἶναι, ἁπλῶς καὶ μόνο, στιγμιαῖες διαδικασίες μὲ τὶς ὁποῖες τελειώνει ἡ ἐπίγεια  ζωή μας ἢ καταστρέφεται ἀνεπανόρθωτα τὸ σῶμα μας, παρέχοντας ἔστι τὴν δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθῆ ἀπ’ αὐτὸ ἡ ψυχή μας.
.           Εἶναι στίγματα παραμόνιμα, ἀρρώστια θεμελιακή, ποὺ προσβάλλει τὸ εἶναι μας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύστασής του καὶ μᾶς παρακολουθεῖ ἀναπόδραστα μέχρι τὴν τελικὴ φάση φθορᾶς καὶ ἀποσύνθεσης, ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε.
.           Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ μεγαλεῖο τῆς Παναγίας. Μολονότι εἶχε κάθε δικαίωμα -λόγῳ τῆς μοναδικῆς μετοχῆς Της στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἀθανάτου Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ζωηφόρο ἐπαφὴ Του μαζί Της – νὰ ὑπερβῆ ἔγκαιρα τὴν θνητότητα καὶ τὶς φρικτὲς συνέπειές της, θέλησε νὰ ὑποστῆ κατὰ φύσιν τὴν κοινὴ μοῖρα, παρὰ νὰ τὴν ἀποφύγη. Καὶ ἦταν ἐξαίσια σοφὴ καὶ ἀπόλυτα ὀρθὴ αὐτὴ ἡ στάση Της. Γιατί, πῶς θὰ γινόταν ποτὲ πιστευτό, ὅτι μετέδωσε πράγματι θνητότητα στὸν Θεό, ἂν παρουσιαζόταν ἡ ἴδια ἀπροσμάχητη ἀπ’ αὐτήν; Ἔμεινε, ὅμως, παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἐντελῶς ἀνέγγιχτη ἀπ’ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς θνητότητος, ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὴ δυνατότητα ν’ ἀποφύγουν καί, ἐν τούτοις, ἐλάχιστοι μόνο τολμοῦν ν’ ἀποποιηθοῦν.
.           Ἂν δηλαδὴ ἡ θνητότητα εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν βιολογική μας σύσταση, τότε ἐντελῶς φυσιολογικά, ἡ καταλυτικὴ παρουσία της δὲν μπορεῖ, παρὰ νὰ διαφαίνεται σ’ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ ὄχι μόνο στὴν τελική. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς, καὶ τὸ σκίρτημα τοῦ βρέφους καὶ τὸ παιχνίδι τοῦ παιδιοῦ καὶ τ’ ὄνειρο τοῦ ἐφήβου καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὥριμου καὶ τὸ ἐπίτευγμα τοῦ κάθε καλλιτέχνη καὶ κάθε πτυχὴ κρυφὴ ἢ φανερὴ ἀπ’ ὅσα συνιστοῦν τὸν «πολιτισμό» μας, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ φανέρωση αὐτῆς τῆς ἀρρώστιας μας, ἀποκάλυψη τῆς πρωταρχικῆς καὶ ἀνίατης πληγῆς μας.
.           Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἡ Παναγία μητέρα ἔζησε τόσο ἀνεπαίσθητο καὶ ἀθόρυβο βίο ἐπὶ γῆς, ἐπειδὴ ἦταν ἀμέτοχη καὶ ἀπρόσβλητη ἀπ’ τὰ πάθη μας. Καὶ πέθανε χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση στὸ θάνατο, γιατί ἤξερε ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα ζωντανὴ καὶ μητέρα τῆς Ζωῆς. Δὲν ἔγιναν ποτὲ γνωστὰ τὰ βρεφικὰ σκιρτήματά Της, οὔτε ἀκουστὰ τὰ παιδικὰ παιχνίδια Της. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὰ ἐφηβικὰ ὄνειρά Της – ἀφοῦ ἡ ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν κατέκλυζε ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὸν βίο τοῦτο, τὰ καθιστοῦσε ὅλ’ αὐτὰ ἀχρείαστα καὶ ἀνύπαρκτα. Δὲν ἀναδείχθηκε ποτὲ σὲ κάποιο ἐπάγγελμα, σὲ κάποια ἐπίδοση, στὰ γράμματα ἢ στὶς Τέχνες. Καὶ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ἀπέχοντας, φανέρωσε περίτρανα, μὲ πειστικὸ καὶ ἄφατο τρόπο, πόσο ἀπρόσιτη παρέμεινε ἀπ’ τὴν δική μας τὴν ἀνθρώπινη ἀρρώστια, τὴν ἀνίατη… Γι’ αὐτὸ καὶ φεύγοντας ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ­το διακριτικὰ μὲ τὴν μυστικὴ καὶ ἄρρητη, ἀλλὰ  πρα­γματικὴ Κοίμησή Της, ὁλοκλήρωσε τὸ μέγα μάθημα, ποὺ ἡ σιωπὴ ὁλόκληρης τῆς ἐπίγειας ζωῆς Της ἀπάρτισε γιὰ χάρη μας: Ἡ ἀφάνεια εἶναι τὸ φάρμακο γιὰ τὴ δική μας τὴν ἀσθένεια. Ἀφάνεια, ὄχι κενὴ καὶ ἄλογη, ἀλλὰ μεστὴ ἀπὸ πίστη στὸν Ἀναστάντα Λόγο τῆς Ζωῆς, στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της, ποὺ παρέλαβε μαζί Του ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα, μὰ καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητέρας καὶ δούλης Του, Ἐκείνης ποὺ δὲν ἀντέστη ποτὲ στὸ θέλημά Του…

*  *  *

.           Ἂν ὅμως ὁ προσωπικὸς καὶ κοινωνικὸς ἀφανισμὸς ἀποτελεῖ ἀπαραίτητα προϋπόθεση σωτηρίας, ἂν ἡ «μέχρι θανάτου» ἐξαφάνιση ἀπὸ κάθε εἴδους «πνευματικὸ» ἢ «πολιτιστικὸ» ἢ «ἐπιστημονικὸ» προσκήνιο εἶναι ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, κι ἂν αὐτὸ εἶναι τὸ σιωπηρὸ μήνυμα ποὺ ἡ Θεοτόκος διατράνωσε γιὰ χάρη μας, τόσο μὲ τὴν ἀνεπαίσθητη διέλευσή Της ἀπὸ τὸν παρόντα βίο, ὅσο καὶ μὲ τὴν αὐτομολία Της στὸν θάνατο, τί γίνεται σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ «ἐλευθερία τοῦ προσώπου», ποὺ στὶς μέρες μας ὑμνεῖται περισσότερο κι ἀπ’ τὴν Πανύμνητο Μητέρα; Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ θέλη ὁλόψυχα τὸν Θεό, νὰ μὴ ἀνθίσταται ποτὲ στὸ θέλημά Του, νὰ ἐξαφανίζη ἀκατάπαυστα τὸ εἶναι Του σὲ ἀπύθμενα βάθη αὐταπαρνήσεως καὶ ἐν τούτοις νὰ μένη ἐλεύθερος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς κάθε ἐφήμερη συμβατικότητα; Πῶς κατέστη δυνατόν, εἰδικώτερα γιὰ τὴν Θεοτόκο, τὸ νὰ παραμένη τόσο ἀφανής, ἀδρανής, καὶ ἀσήμαντη καθ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ συνάμα τόσο ἐνεργὸς καὶ δραστήρια στὴν συνεργία Της μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἑκούσια παράδοσή Της στὸν θάνατο;
.           Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ κανονικὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ἐνδεχόμενο νὰ τίθενται, ἂν ἡ περὶ «προσώπου» καὶ «ἐλευθερία» ἀντίληψη τῶν συγχρόνων «Χριστιανῶν» καὶ «θεολόγων» συνέπιπτε μὲ ἐκείνην τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.           Πράγματι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ ἐλευθερία εἶναι συνάρτηση τῆς φύσεως, καὶ ἰδιαίτατα «πάσης λογικῆς φύσεως» καὶ γιὰ τοῦτο παντελῶς ἄσχετη τόσο μὲ τὸ «πρόσωπο» ὅσο καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προσωπικὴ ἐπιλογή. «Οὐ γὰρ ἔχομεν πρὸς γένεσιν κακίας φυσικὴν δύναμιν», ἀλλὰ «πάσχομεν παρὰ φύσιν, γνώμῃ κατὰ σύμβασιν τὴν κακίαν», διακηρύσσουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἁμαρτάνουμε μόνον ὡς πρόσωπο, ὡς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες ἑτερότητες, ποὺ ἀποκλίνουν γνωμικῶς ἀπὸ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως καὶ πάσχουν ἔτσι ἀναπόφευκτα τὴν κακία, ἀφοῦ ἡ γνώμη εἶναι πάντοτε «προσώπου ἀφοριστική», προσδιορίζει πρόσωπα, ὄχι φύσεις. Ἡ Παν­αγία παρέμεινε ἀπρόσβλητη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀκόμη καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ τὴν κοινότητα τῆς φύσεως, γιὰ νὰ ἰδιοποιηθῆ γνωμικῶς ὁποιαδήποτε προσωπικὴ ἐπιλογὴ ἢ κλίση, ἐπίδοση ἢ ὁρμέμφυτη ἕλξη. Αὐτὸ δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι εἶχε ὑποβαθμίσει τὴν προσωπικότητά Της ἢ τὴν γνώμη Της στὴν προσπάθειά της νὰ συμμορφωθῆ ἀπόλυτα πρὸς τὶς συνθῆκες τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένης φύσεώς Της. Σημαίνει μόνον ὅτι δὲν ἀνέχθηκε ποτὲ καμμία μὴ φυσικὴ ἐπέμβαση πάνω στὴν ἀνθρώπινη φύση Της, γιατί ἔβλεπε καθαρὰ πώς κάθε τέτοια ἐπέμβαση θὰ ἀπέτρεπε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ τὸ νὰ κινῆται ἀταλάντευτη καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια πάνω στὴν τροχιὰ ποὺ ὁ Δημιουργὸς αὐτῆς τῆς φύσεως εἶχε ἀνέκαθεν καθορίσει, δημιουργώντας τὴν φύση – αὐτὴν καὶ μόνον – κατ’ εἰκόνα Του. Γιατί αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς φύσεως:  ἡ ἀπρόσκοπτη φυσική της φορά πρὸς τὸν Δημιουργό της· ὄχι ἡ ἱκανότητά της νὰ ἐπιλέγη, ἀλλ’ ἡ δυνατότητά της νὰ ὑπερβαίνη ὅλα τὰ διλήμματα, σὰν ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατάσχετης ὁρμῆς της πρὸς ἕνα σταθερὸ καὶ ἀμετάκλητο προορισμό, πρὸς «τὸ μακάριον, δι’ ὅ τὰ πάντα συνέστησαν, τέλος».
.           Τὸ νὰ μείνη κανεὶς πιστὰ προσηλωμένος στὸν κατὰ φύσιν προορισμό του, τὸ ν’ ἀτενίζη καὶ νὰ προσδοκᾷ ἀκράδαντα τὸ «τέλος» του, ἔχει σὰν ἄμεση καὶ μόνιμη συνέπεια τὴν παντελῆ ἀναμαρτησία: «Ἁμαρτίας δὲ ἀποχή, φύσεώς ἐστιν ἔργον» τονίζουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι.
.           Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνον «φύσις», ἡ πτῶσις του στὴν ἁμαρτία θἆταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον φύσις ἀλλὰ διαθέτει καὶ «τρόπον ὑπάρξεως», γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τραπῆ καὶ νὰ σφάλη καὶ ν’ ἀποτύχη τοῦ μακαρίου «τέλους» του. Τὸ ὅτι «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει» δὲν ὀφείλεται στὴν ἀνθρώπινη φύση καθ’ ἑαυτήν, γιατί κάτι τέτοιο θὰ καθιστοῦσε ἀπ’ εὐθείας ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς φύσεως, τὸν ἴδιο τὸν Δημιουργό της. Ὀφείλεται ἁπλῶς καὶ μόνον στὸν «τρόπον χρήσεως» τῆς φύσεως, ὁ ὁποῖος τρόπος «μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσών, τῶν ἄλλων, κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφοράν, χωρίζει». Ἡ προσωπικὴ χρήση τοῦ κόσμου καὶ προπαντός τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτατα δὲ τῆς θελήσεως, καθιστᾶ τοὺς ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς (Ρωμ. Ε΄ 19), ἁπλούστατα ἐπειδὴ τοὺς χωρίζει ἀπὸ τὴν ὁμοήθεια τῆς κοινῆς φύσεως προσθέτοντας στὸν καθένα τὴν ἰδιαιτερότητα μιᾶς κουλτούρας, μιᾶς παιδείας, ἑνὸς πολιτισμοῦ ἢ μιᾶς τέχνης, μιᾶς φυλῆς, μιᾶς ἐπιδερμίδας ἢ μιᾶς ἐθνικότητος, οὕτως ὥστε σέ ὅλα τους καθίστανται διακεκριμένοι… Ἀφίστανται ἔτσι ἀπ’ τὴν ἀρχέγονή τους ἰσότητα καὶ ταυτότητα, ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ διαμείνουν ἀφανεῖς καὶ ἀθῷοι σὰν τὰ παιδιά…
.           Ἡ Παναγία ἀπέφυγε νὰ ἰδιαιτεροποιηθῆ, μὲ τὸ νὰ μὴ ἀνεχθῆ ποτὲ προβάδισμα τοῦ τρόπου ὑπάρξεώς Της ἔναντι τῆς κοινῆς φύσεως. Ποτὲ δὲν ἔδωσε προτεραιότητα σὲ κανένα ἰδιοτελῆ «τρόπον χρήσεως», ὥστε νὰ παράσχη στὸν ἑαυτὸ της τὴν παρὰ φύσιν ἡδονὴ τῆς διαφοροποίησης ποὺ κατατέμνει σὲ ἄπειρες ἀλληλοσπαρασσόμενες ὁμάδες τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ ἀπὸ τὴν ἀναμαρτησία της ὅτι ἡ Κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους διεξάγεται ἀποκλειστικὰ μέσῳ φυσικῶν ἐνεργειῶν    (-ἀκτίστων στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ), ἀλλ’ ὄχι προσώπων, κατέστησε τὸν προσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεώς Της πειθήνιο στὴν φύση Της, ὥστε νὰ μὴ μπορῆ ὁ τρόπος αὐτὸς νὰ τρέψη τήν φύση πρὸς φιλαυτία ἢ ἰδιοτέλεια, ἀποκόπτοντάς την ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
Γι’ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξη ἡ Θεοτόκος «ἴδιον θέλημα», ἀντιστρατευόμενο στὸ κοινὸ θέλημα τῆς φύσεως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπέταξε τὴν γνώμη στὴν θελητικὴ δύναμη τῆς φύσεως μὴ ἐπιτρέποντάς της ἔτσι νὰ διχάση τὸν ἐσωτερικό της κόσμο (Ρωμ. Ζ΄ 22- 23) καὶ νὰ τὴν αἰχμαλωτίση στὴν ἁμαρτία: «Αὕτη γὰρ καὶ μόνη ἡ θεόσδοτος ἡμῶν θέλησις καὶ ἐνέργεια, γράφει ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ἐστὶν αἰτία καὶ ἐργάτης πάσης τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Θέλησις δὲ ψυχῆς λογικῆς ἐστὶν δύναμις λογιστικὴ καὶ ἐπιθυμητικὴ πρὸς τὸ συνάπτεσθαι τῷ Θεῷ τὴν ψυχήν, ὑπὸ Θεοῦ οὐσιωδῶς αὐτῇ δεδωρημένη, δι’ ἧς εἰργάζετο καὶ ἐφύλαττεν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος τὰ θεῖα προστά­γματα, ἐκ θελήσεως ψυχικῆς εἰς ἐνέργειαν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενος».
.           Ἐν ὅσῳ ἡ φυσικὴ θέλησις ἐπιτελεῖ ἀπρόσκοπτα τὸ ἔργο της, ἐν ὅσῳ καμμία γνωμικὴ τροπὴ δὲν σφετερίζεται τὴν δύναμή της, πρὸς σχηματισμὸν προσωπικῶν ἐπιλογῶν, ὀρέξεων καὶ τάσεων, ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει ἐλευθερία, ποὺ τὸν συν­άπτει ἀμέσως μὲ τὸν Θεό, καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ διακριθῆ αὐτόνομα ὡς πρόσωπο, δηλ. νὰ ἁμαρτήση…
.           Ἡ κατὰ φύσιν ἐλευθερία εἶναι συνάμα ἀπελευθέρωση πραγματικὴ ἀπ’ τὴν ἁμαρτία (ἀναμαρτησία) καὶ ὑποδούλωση ὁλοκληρωτικὴ στὸν Θεό. (Ρωμ. ϛ΄ Α΄, Πέτρ. Β΄ 16). Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν καμμία διάκριση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ θελήσεως, ἀλλὰ ταυτίζουν ἀπολύτως τὸ φυσικὸ θέλημα μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ γνωμικὸ- προσωπικὸ θέλημα μὲ τὴν ἁμαρτία. Δὲν ἐννοοῦν βέβαια μ’ αὐτὸ τὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση διαθέτει ἐκ δημιουργίας δύο θελήματα (φυσικὸ καὶ γνωμικό), διότι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι, γιὰ νὰ ὑπάρξη γνωμικὸ θέλημα πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ σφετερισθῆ τὴν φυσικὴ θελητικὴ δύναμη πρὸς ἱκανοποίησιν παρὰ φύσιν στόχων καὶ ἐπιθυμιῶν, αὐτονομούμενος ὡς πρόσωπο καὶ ἐπαιρόμενος κατὰ τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, γιατί ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη προσπάθεια διάψευσης τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας, ἀγαθότητος καὶ ἀγάπης, ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἐκ δημιουργίας, καὶ ἐμφάνισής των ὡς προσωπικῶν ἐπιτευ­γμάτων συγκεκριμένων ἀτόμων, οὕτως ὥστε ὁ ἔπαινος νὰ ἀνήκη στοὺς φορεῖς τῶν «ἐπιτευγμάτων» αὐτῶν καὶ ὄχι στὸν Δημιουργὸ  τῆς «πάσῃ ἀρετῇ κατηγλαϊσμένης» ἀνθρωπίνης φύσεως. Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ὅμως γιὰ νὰ καταστῆ κανεὶς ἐνάρετος καὶ ἀναμάρτητος δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιτελέση προσωπικὰ ἐπιτεύγματα, ἁπλούστατα διότι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀναμαρτησία ἀποτελοῦν ἤδη φυσικὰ δεδομένα: «φυσικαὶ γὰρ εἰσὶν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως. Εἴπερ πάντως ἴσως, ἐφ’ ὧ καὶ γεγόναμεν, ἐνηργοῦμεν τὰ φυσικά, μία ἄρα ἐδείκνυτο ἐν πᾶσιν, ὥσπερ ἡ φύσις οὕτω καὶ ἡ ἀρετή, τὸ μᾶλλον καὶ τὸ ἧττον οὐκ ἐπιδεχομένη». Τὸ νὰ ἐνεργῆ κανεὶς πλήρως τὰ τῆς φύσεως συμπίπτει μὲ τὸ νὰ διατηρῆται ἐλεύθερος ἀπὸ ἁμαρτία. Δὲν χρειάζεται ἑπομένως νὰ γεννηθῆ κάποιος μὲ «ἄσπιλο σύλληψη», καθὼς φαντάστηκαν οἱ Δυτικοὶ θεολόγοι γιὰ τὴν Παναγία, ὥστε νὰ ἐξασφαλίση ἀναμαρτησία. Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως ἡ παρθενικὴ γέννηση γιὰ ὅποιον ἐπιδιώκει νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καὶ ν’ ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καὶ τῆς φθορᾶς ὅλους τοὺς ἤδη ὑποδουλωμένους σ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ Παναγία συλλαμβάνεται ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν πτώση καὶ πεθαίνει ὅπως ὅλοι μετὰ τὴν πτώση, γιὰ νὰ ἐπαληθεύση τόσο τὴν γνήσια θνητότητα ποὺ διέθετε καὶ ποὺ κληροδότησε στὸν Υἱό Της, ὅσο καὶ – προπαντὸς – τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἡ θνητότητα οὔτε ἡ πτώση μπόρεσαν πράγματι ν’ ἀναστείλουν τὴν ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἁπλούστατα γιατί ἐξακολουθεῖ καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν φύση του, ἔστω καὶ πεπτωκυῖαν! «Ἔξεστι καὶ θνητὸν ἔχοντας σῶμα μὴ ἁμαρτάνειν», τονίζουν οἱ Πατέρες. Αὐτὸ τὸ ἁπλούστατο πρᾶγμα ἀδυνατοῦν νὰ καταλάβουν οἱ κάθε εἴδους ἠθικολόγοι, οἱ ὁποῖοι συγχέουν τὴν κατὰ φύσιν ἀναμαρτησία μὲ τὴν ὑπὲρ φύσιν θέωσιν καὶ φαντάζονται ὅτι ὅποιος δὲν ἁμαρτάνει, ἔχει ἤδη σωθῆ. Ἡ ἀβυσσαλέα διαφορὰ μεταξὺ ἀναμαρτησίας καὶ θεώσεως ἔγινε ἀπολύτως σαφὴς μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου. Ἡ ἀπόλυτος ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς στὸ ὅτι ἐνήργει πλήρως τὰ τῆς φύσεως ἀλλὰ κυρίως στὴν ἔλλειψη τρόπου ὑπάρξεως δεκτικοῦ τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσεως (Ἰωάν. ΙΔ΄ 30), ὁπότε τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμά Του δὲν διέθετε κἄν τὸ ἐνδεχόμενο ν’ ἀποκλίνη καὶ νὰ τραπῆ γνωμικῶς. Οἱ Πατέρες προχώρησαν ἀκόμη περισσότερο καὶ διευκρίνησαν ὅτι ἡ ἐξ ἄκρας συλλήψεως θέωσις τοῦ Δεσποτικοῦ προσλήμματος δὲν νοεῖται ἁπλῶς ὡς ἀποτέλεσμα ἑνώσεως τῶν δύο φύσεως, ἀλλὰ προπαντὸς ὡς ἄμεση συνέπεια ὑποστατικῆς ἑνώσεως: «ἵνα καὶ μείνη σὰρξ κατὰ τὴν οὐσίαν ἡ σάρξ, καὶ γένηται Θεία κατὰ τὴν Ὑπόστασιν». Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου συνετελέσθη μὲ τὴν εἴσοδο αὐτοῦ τοῦ προσλήμματος μέσα στὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Ἑνὸς τῆς Τριάδος, ὥστε τὸ πρόσλημμα νὰ εἶναι ἐν ταυτῷ κτιστὸ κατὰ τὴν οὐσία καὶ ἄκτιστο κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως. Ἔτσι τὸ ἀνθρωπίνως ἀπρόσωπο πρόσλημμα δὲν ἔμεινε οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐστερημένο προσώπου, ἀλλὰ διέθετε ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἤδη ὡς πρόσωπό του, τὴν ἄκτιστη Ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ὄντας συγχρόνως τέλειος Θεὸς κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, μηδόλως τρεπόμενος, καὶ κτίσμα κατὰ τὴν οὐσία, θεωθὲν ὅμως ὅλον «τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως».
.           Αὐτὴ ἡ σεσαρκωμένη θεία Ὑπόσταση κατέστησε Θεοτόκο τὴν Παναγία μὲ τὸ νὰ ἐξέλθη ἔτσι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα Της, θεώνοντας καὶ τὴν ἴδια κατὰ χάριν διὰ τὴν συνάφειαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ καθ’ ὑπόστασιν.
.           Ἔτσι ἡ Θεοτόκος κατέστη πρόξενος ζωῆς καὶ σωτηρίας ὄχι μόνον στὸν ἑαυτό της ἀλλὰ σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση προσαρμόζοντας τὴν γνώμη καὶ τὸν τρόπο ὑπάρξεώς Της στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς τῆς φύσεως. Γιατί γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τῶν λογικῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἡ πρόθεση καὶ ἡ συνεργία τῶν ἰδίων τῶν σωζομένων. Καὶ ὄντως «ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τὴν σωτηρίαν εἰργάσατο». Ζῶντας ἀναμαρτήτως κατὰ φύσιν ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία ν’ ἀνταποκριθῆ αὐθόρμητα τόσο στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ νὰ γίνη Μητέρα Του ὅσο καὶ στὴν παρὰ φύσιν ἔλευση τοῦ θανάτου.
.           Στὴν πρώτη περίπτωση δὲν χρειαζόταν παρὰ ἡ δύναμη τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὥστε νὰ πῆ τὸ «Γένοιτο». Στὴν δεύτερη ὅμως ὤφειλε καὶ γνωμικῶς ν’ ἀποδεχθῆ τὸν θάνατο ὡς τελευταία φάση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιατί τὸ φυσικὸ θέλημα μόνο του ἀδυνατεῖ νὰ δεχθῆ τὸν ἔσχατο ἐχθρό της θνητῆς φύσεως. Ἔτσι ἦταν σὲ θέση ἡ Παναγία διατηρῶντας πάντα τὴν φυσική της ἀφάνεια νὰ διανύση ὁλόκληρο τὸ ἄνυσμα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Υἱός Της, παραμένοντας καὶ Αὐτὴ ὅπως Ἐκεῖνος «ἐν νεκροῖς ἐλευθέρα» καὶ ἐπιστρέφοντας σύντομα στὸ σῶμα Της ἐν Δόξῃ, ὡς ἀληθὴς Μήτηρ Ζωῆς, «δι’ ὃ καὶ ἀδύνατον ἦν Αὐτὴν ὑπὸ τοῦ θανάτου κρατεῖσθαι».
Αὐτῆς Πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον ἡμᾶς.

 

ΠΗΓΗ: orthodoxostypos.gr

 

Διαφημίσεις

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ “ΓΕΝΟΙΤΟ” ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

, , , , , , , ,

1 Σχόλιο

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

Μέρος Β´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

.                 Εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἡ θεόπαις Μαρία –«ἡ ἱερωτάτη περιστερά, ἡ ἀκεραία καὶ ἄκακος ψυχὴ καὶ τῷ Θείῳ καθιερωμένη Πνεύματι» (Γ΄, 2)67– ὡς «ἁγνὴ καὶ φίλαγνος» (Γ΄, 19) γίνεται κατ᾽ ἄμφω παρθένος, καὶ παρθένος ἄχραντος (Γ΄, 2) «γηΐνοις μὴ ὁμιλήσασα πάθεσι, ἀλλ᾽ οὐρανίοις ἐντραφεῖσα νοήμασι» (αὐτ.). Διότι ὡς «θυγάτριον ἱερώτατον, τὸ λαθὸν τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Α´ ,7), ἀπὸ τὸν πόθον πρὸς τὴν παρθενίαν («παρθένος καὶ φιλοπάρθενος», Δ΄, 5), ἀλλοιοῦται τόσον μὲ τὴν βοήθειαν τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος («πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι», Ἔκδ. IV, 14), ὥστε νὰ λέγῃ ὁ Δαμασκηνός: «τοσοῦτον τὴν παρθενίαν ποθήσασα, ὡς ὑπ᾽ αὐτῆς οἷά τινος καθαρωτάτου ποιωθῆναι πυρὸς» (Γ΄, 2), καθίσταται «πυρὸς θείου κατοικητήριον» καὶ «Πνεύματος Ἁγίου ἱερώτατον ἄγαλμα» (Δ΄, 5). Αἱ ἀρεταί της καὶ ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος («τὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χαρισμάτων κύματα», Α΄, 9) ἐκόσμησαν τὴν Παρθένον («ἡ τῶν ἀρετῶν περιβεβλημένη εὐπρέπειαν καὶ κεκοσμημένη τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι», Α΄, 9), ὥστε νὰ εἶναι αὐτὴ «τὸ κάλλος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» (Α´ ,7), «ἐφ᾽ ᾧ ὁ δημιουργήσας εὐφράνθη Θεὸς» (Α´, 9). Καὶ διὰ τοῦτο ὡς «ἀξιόθεος» (Α´,7) ἐκλέγεται ἀκριβῶς «εἰς νύμφην Θεοῦ καὶ μητέρα» (Α´,7).
.                  Ὁ Δαμασκηνὸς περιγράφει λεπτομερῶς τὸ ἦθος καὶ τὰς ἀρετὰς τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ τὸ ἰδῇ ὁ ἀναγνώστης (Α´, 9,11), καὶ γενικῶς ὅλην τὴν «ἀνεπίστροφον» ἀνάτασιν, ἀφοσίωσιν καὶ ἀγάπην τῆς Παρθένου πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἁγίαν Παρθένον («ἕως πρὸς τὴν ποθοῦσαν τὸν ποθούμενον εἵλκυσεν», «θυγάτριον θεοπόθητον», Α΄,9,7). Εἰς δὲ τὴν «Ἔκδοσιν Ὀρθ. Πίστεως» συνοψίζει ὡς ἑξῆς τὰ περὶ τῆς ἁγιότητος τῆς Παναγίας: «Εἶτα ἐν τῷ οἴκῳ Θεοῦ φυτευθεῖσά τε καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι, ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω παρθένον τὴν ψυχὴν συντηρήσασα σὺν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε τὴν Θεὸν ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν· ἅγιος γὰρ ὤν, ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται· οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστός τοῦ ὑψίστου Θεοῦ ἀναδείκνυται ἄξιος» (Ἔκδ. IV,14). Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἁγιότης τῆς Παναγίας πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

6. Ἀλλ᾽ ὅση καὶ ἂν ἦτο ἡ δόξα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς χάριτος τῆς Παναγίας Παρθένου, ἡ ἀποκορύφωσις τῆς δόξης της, ἡ «ἀρχὴ καὶ μεσότης καὶ τέλος» τῶν ὑπὲρ νοῦν ἀγαθῶν της (Β΄,12) εἶναι ἀναμφιβόλως ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ, ἢ ὅπως λέγει ὁ Δαμασκηνός: «ἡ ἄσπορος σύλληψις» (διὰ Πνεύματος Ἁγίου, τοῦ σαρκουμένου Λόγου τοῦ Πατρός, Α΄, 3) ἡ θεία ἐνοίκησις (τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ Ὑποστάσεως Α´,6), καὶ ὁ τόκος ὁ ἄφθορος (τοῦ Ἐμμανουήλ, Θεοῦ παιδίου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, Α΄, 4)» (Β,12). Διότι «ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου ἔσωθεν, ὁ τῆς κοιλίας καρπὸς» (Α´,9), ὁ Χριστός.
.               Πράγματι, μετὰ τὸ τέλος τῆς παραμονῆς της εἰς τὸν ναὸν καὶ μετὰ τὴν παράδοσίν της ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς εἰς τὸν δίκαιον καὶ σώφρονα Ἰωσήφ, τὸν φύλακα τῆς παρθενίας της (Β΄,7· Ἔκδ. IV, 14), «ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ Παναγία Παρθένος δέχεται διὰ τοῦ Ἀρχαγγέλου τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Ἁγίας Τριάδος, «ᾗ ἐλειτούργησε» (Δ΄, 5· Β΄, 8), καὶ ἀξιοῦται τῆς ἀκατανοήτου καὶ φιλανθρώπου συγκαταβάσεως καὶ ἐνοικήσεως καὶ σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ συνήντησε καὶ ἀπεδέχθη μὲ ἄπειρον ὑπακοὴν καὶ ταπείνωσιν (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2· Β΄. 8· Γ΄, 3· Λουκ. 1, 38, 48)68, πανορθώσουσα τν παρακον τς προμήτορος Εας (Α´, 7) καὶ ἀναδεικνυομένη ἀληθῶς Θεοτόκος.
.             λον μως τ μυστήριον τς Παναγίας Θεοτόκου, πως μς δίδαξαν κα μς παρέδωσαν ο πόστολοι κα ο Πατέρες, συνοψίζεται ες τ «μυστήριον το Χριστο» κα δι τούτου ξηγεται. Εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν Ἰουδαίων: «Τί μοι προσφέρεις, ὅτι ἠδύνατο γυνὴ γεννῆσαι Θεόν;» ὁ ἅγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως ἀπαντᾶ: «Οὐ λέγω σοι ὅτι ἠδύνατο γυνὴ Θεὸν γεννῆσαι, ἀλλ᾽ ὅτι ἠδύνατο Θεὸς σαρκωθεὶς γεννηθῆναι ὑπὸ γυναικός· πάντα γὰρ αὐτῷ δυνατά»69. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς λέγων: «Θεοῦ βουλομένου ταῦτα γεγένηται· ἐπεὶ Θεοῦ θέλοντος, δυνατὰ μὲν ἅπαντα, ἀμήχανα δὲ μὴ θέλοντος» (Γ΄, 7). Ἡ παντοδυναμία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ συμπίπτει, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, μὲ τὴν ἄπειρον συγκατάβασίν Του70. Διότι μόνον ὡς συγκατάβασιν ἠμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν τὸ πῶς ὁ Θεὸς Λόγος «καταβὰς ἀμεταβάτως… ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη (Α´, 3) καὶ πρὸς τὴν ὑψοποιὸν καταβέβηκε κένωσιν· πῶς ὁ Ὑπερούσιος ἐκ γυναικείας νηδύος ὑπερουσίως οὐσίωται· πῶς ὁ Θεὸς τέ ἐστιν καὶ ἄνθρωπος γέγονεν… καὶ οὔτε τῆς οὐσίας ἐκβέβηκε τῆς Θεότητος καὶ παραπλησίως ἡμῖν κεκοινώνηκε σαρκός τε καὶ αἵματος· πῶς ὁ τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὢν ὑπὲρ ἅπαντα στενὸν χωρίον κατώκησεν· πῶς τὸ ὑλικὸν καὶ χορτῶδες σῶμα τῆς ἀοιδίμου ταύτης (τῆς Παναγίας) τὸ καταναλίσκον πῦρ ἐδέξατο τῆς Θεότητος… καὶ ἀναλλωτον ἐχρημάτισε (Γ΄, 7)· πῶς ἡ πρὸ τόκου παρθένος καὶ ἐν τῷ τίκτειν παρθένος καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἀειπάρθενος» (Α´,5) – ὅλα αὐτά, δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθοῦν ἀνθρωπίνως καί, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Βασιλείου Σελευκείας, «γέγονε μυστήριον, ὅπερ μέχρι τῆς σήμερον μένει μυστήριον, καὶ οὐδέποτε παύσεται τοῦ εἶναι μυστήριον»71. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν «ὡς Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) μόνος οἶδε», καὶ «οὔτε ὀφείλει ἄνθρωπος φυσιολογεῖν τὸ ἀνεξιχνίαστον καὶ ἀνεξερεύνητον πρᾶγμα»72.

7. Ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον τοῦτο μυστήριον τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ Παναγία ὀνομάζεται καὶ εἶναι «δικαίως καὶ ἀληθῶς» Θεοτόκος: «Τὸ παιδίον Θεὸς καὶ πῶς οὐ Θεοτόκος ἡ τεκοῦσα;» (Α΄, 4). Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως Θεοτόκος, διότι «οὐκ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν, ἀλλὰ Θεὸν ἀληθινόν· οὐ γυμνόν, ἀλλὰ σεσαρκωμένον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12· Β΄, 3-4)· «οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2). Δὲν ἐγέννησε δηλαδὴ ἡ Θεομήτωρ ἕνα ἁπλῶς θεοφόρον ἢ θεωθέντα ἄνθρωπον, ἀλλ᾽ αὐτὸν τοῦτον τὸν Θεὸν Λόγον, τὸν Μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός, οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς, ἀλλ᾽ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ὑπερφυῶς σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο… (Α΄, 3), αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ Πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ Ποιητῇ τοῦ παντός, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σωζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα οἷα καὶ ἥνωται» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12). Οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ σημαίνουν ὅτι ἡ Θεία Ὑπόστασις τοῦ Λόγου, ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν Θεότητα, προσλαμβάνει ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Παναγίας τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν πλήρη ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ γίνεται ὁ Χριστὸς ὁμοούσιος τῇ Μητρὶ καὶ ἡμῖν, ἑνώνων στενώτατα τὰς δύο αὐτὰς φύσεις, τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, ἐν τῇ μιᾷ Ὑποστάσει Του, χωρὶς νὰ μεταβληθοῦν ἢ συγχυσθοῦν αἱ φύσεις αὐταὶ ἢ νὰ ἀπολεσθοῦν τὰ οὐσιαστικά των ἰδιώματα (Β΄, 1· Ἔκδ. ΙΙΙ, 3, 6)73. Ἡ δὲ ἀνθρωπίνη φύσις ὑψώνεται διὰ τῆς ὑποστατικῆς αὐτῆς ἑνώσεως εἰς τὴν θέωσιν. Διὰ τοῦτο λέγεται ἀκόμη Θεοτόκος ἡ Παναγία «οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)74. Διότι ἐν τῇ κοιλίᾳ της ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, διὰ τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως μὲ τὴν Θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔλαβε «θέωσιν καὶ λόγωσιν καὶ ὑπερύψωσιν» καὶ «τεθεῶσθαι λέγεται καὶ θεὸς γενέσθαι καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ» (Ἔκδ. IV, 18· Γ΄, 2).
.                 Ἡ Παναγία εἶναι ἐπίσης καὶ Χριστοτόκος, «Χριστὸν γὰρ ἐγέννησε»75, (καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομάζεται «Χριστοτόκος καὶ Κυριοτόκος καὶ Σωτηριοτόκος καὶ Θεοτόκος»)76, ἀλλ᾽ «ἐπειδὴ ἐπ᾽ ἀναιρέσει τῆς “Θεοτόκος” φωνῆς ὁ θεήλατος αἱρετικὸς Νεστόριος ταύτῃ κατεχρήσατο, οὐ Χριστοτόκον, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ κρείττονος αὐτὴν Θεοτόκον κατονομάζομεν. Χριστοτόκοι γὰρ καὶ ἄλλαι τῶν προφητῶν καὶ βασιλέων μητέρες, μόνη δὲ Θεοτόκος ἡ ἁγία Θεοτόκος Μαρία»77. Ὁ δὲ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπισφραγίζει αὐτὴν τὴν Πατερικὴν Παράδοσιν, ὅταν λέγῃ: «Μόνον ἰδικώτατον καὶ κυριώτατον καὶ σημαντικώτατόν ἐστι τῇ ἁγίᾳ ἀχράντῳ καὶ ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τὸ “Θεοτόκος”»78.

8. Ἐκ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Σαρκώσεως γνωρίζομεν ἐπίσης διὰ τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὅπως πρὸ τοῦ τόκου, ἔτσι καὶ ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον ἦτο καὶ παρέμεινε διαπαντὸς παρθένος «νῷ καὶ ψυχῇ καὶ σώματι ἀειπαρθενεύουσα» (Α΄ 5). Ἡ ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας σημαίνει ὅτι αὐτή, ὅπως εἰς τὴν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἄσπορον σύλληψιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἦτο «ἀπείρανδρος» (Α´, 6) καὶ «ἀπειρόγαμος» (Β΄, 14), ἔτσι καὶ εἰς τὴν γέννησιν ὁ «τεχθεὶς τὴν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξε ἄτρωτον, μόνος διελθὼν δι᾽ αὐτῆς καὶ κεκλεισμένην τηρήσας αὐτὴν (Ἔκδ. IV, 14)… καὶ διανοίγει μήτραν τὰ κλεῖθρα τῆς παρθενίας μὴ λυμηνάμενος» (Β΄, 9). Κάθε ἄλλη παρθένος φυσικὰ «τῷ τόκῳ τὴν παρθενίαν λυμαίνεται», ἡ Παρθενομήτωρ ὅμως καὶ Θεοτόκος Μαρία «καὶ πρὸ τόκου καὶ τίκτουσα μένει παρθένος, καὶ μετὰ γέννησιν» (Γ΄, 2). Διότι ἡ ἐξ αὐτῆς γέννησις τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ἦτο ταυτοχρόνως «δι᾽ ἡμᾶς, καθ᾽ ἡμᾶς καὶ ὑπὲρ ἡμᾶς», δηλ. καὶ σωτήριος, καὶ φυσικὴ καὶ ὑπὲρ φύσιν: «Δι᾽ ἡμᾶς, ὅτι διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν· καθ᾽ ἡμᾶς, ὅτι γέγονεν ἄνθρωπος ἐκ γυναικὸς καὶ χρόνῳ κυήσεως· ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἐκ σπορᾶς, ἀλλ᾽ ἐξ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου (=ἀπειρογάμως), ὑπὲρ νόμων κυήσεως» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 7) καὶ «ὠδίνων ἄνευ (=ἀνωδύνως)» (Γ΄,13)79. Τὴν δυνατότητα τῆς τοιαύτης γεννήσεως ἔδωσε εἰς τὴν Παναγίαν Παρθένον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ «καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμην δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου Θεότητος παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικὴν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 2), ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μονογενὴς Υἱός της, ὁ «τὰς τῆς φύσεως ἡμῶν γονὰς ἐλευθερώσας καὶ Παρθενικὴν ἁγιάσας μήτραν τῷ τόκῳ» Του80.
.                 Ἡ Παναγία Θεοτόκος, συνεχίζει ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, «μένει καὶ μετὰ τόκον παρθένος», εἶναι Ἀειπάρθενος, «οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα» (Ἔκδ. IV, 14). Τὰ ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Υἱοῦ της ἔζησε μαζί Του, καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του «τὰς ὠδίνας, ἃς διέφυγε τίκτουσα, ταύτας ἐν τῷ τοῦ πάθους καιρῷ ὑπέμεινε, ὑπὸ τῆς μητρικῆς συμπαθείας τῶν σπλάγχνων τὸν σπαραγμὸν ἀνατλᾶσα» (Ἔκδ. IV, 14· Γ΄, 14)81, καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν «Θεὸν τὸν σαρκὶ θανόντα κηρύττουσα» (αὐτ.). Μετὰ δὲ τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Υἱοῦ της ἡ Παναγία Θεομήτωρ ἔζησε μέχρι τῆς Κοιμήσεώς της καὶ Μεταστάσεως «ἐν τῇ θείᾳ καὶ περιωνύμῳ πόλει Δαβίδ, Σιών»: «αὕτη ἡ μήτηρ τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησιῶν, τῆς τοῦ Θεοῦ Μητρὸς ἐνδιαίτημα πέφηνε» (Γ΄, 4).

9. Τὴν πανένδοξον Κοίμησιν καὶ θαυμαστὴν Μετάστασιν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου ὁμολογεῖ καὶ κηρύττει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς κατὰ τὴν «ἀρχαίαν καὶ ἀληθεστάτην παράδοσιν» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων (Γ΄, 4, 18), καὶ περιγράφει λεπτομερῶς τὰ θαυμαστὰ γεγονότα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κοιμήσεως, ὅπως θὰ τὸ ἴδῃ ὁ ἀναγνώστης (κυρίως εἰς τὴν Γ΄ Ὁμιλίαν), διὰ τοῦτο καὶ δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν ἐδῶ εἰς ὅλα αὐτά. Ἂς ἴδωμεν μόνον τὸ θέμα τοῦ θανάτου τῆς Παναγίας, τῆς ταφῆς τοῦ σώματός της καὶ τῆς μεταστάσεώς της εἰς τοὺς οὐρανούς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  1. Πρβλ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγος Α´, Εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου (PG 97, 820): «Καὶ γίνεται (ἐν τῷ ναῷ) τιθηνὸς τῆς Παρθένου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέχρις ἀναδείξεως αὐτῆς ἐν τῷ Ἰσραήλ».
  2. Ἐὰν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν τὴν ταπείνωσιν «θεοποιὸν ταπείνωσιν», τοῦτο ἁρμόζει πρωτίστως εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον, διότι διὰ τῆς ὑπακοῆς της καὶ τῆς ταπεινώσεώς της αὐτῆς «υἱὸν ἐποίησεν ἀνθρώπου Θεόν, καὶ τὸν ἄνθρωπον υἱὸν Θεοῦ» (ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλ. 53, 40, Εἰς τὰ Εἰσόδια, ἔκδ. Οἰκονόμου, σ. 178. Πρβλ. καὶ Ν. Καβάσιλα, Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, 10, μν. ἔκδ. σ. 158). Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπεδείχθη ὡς κτισθεῖσα «κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ, ὅπως συχνὰ λέγει ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς ἀκολουθῶν τὸν ἅγιον Μάξιμον καὶ ἄλλους Πατέρας. Πρβλ. καὶ V. Lossky, Ἡ μυστικὴ Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 164.
  3. Λόγος Β΄, Εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου (PG 65, 697). Πρβλ. Ὁμιλ. Α΄, 2: «τὴν τοῦ Θεοῦ ἄφραστον καὶ συγκαταβατικὴν σάρκωσιν».
  4. «Οὐ φύσεως γὰρ ἔργον ἡ σάρκωσις, ἀλλὰ τρόπος οἰκονομικῆς συγκαταβάσεως», Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 59 (94, 1464).
  5. Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν (PG 85, 445).
  6. Διάλογος στηλιτευτικὸς κατ᾽ εἰκονοκλαστῶν (96, 1356Α).
  7. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἰακωβιτῶν, 52 (94, 1461).
  8. «Ἐν ταύτῃ ὁ Θεὸς μὲν ἄνθρωπος, καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος γέγονε» (Γ΄,16).
  9. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224). Πρβλ. ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Εἰ γὰρ Χριστοτόκος, πάντως ὅτι καὶ Θεοτόκος· εἰ δὲ οὐ Θεοτόκος, οὐδὲ Χριστοτόκος» (PG 76, 265).
  10. Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, 4, ἀποδιδομένη εἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον (Β.Ε.Π. 36, 228).
  11. Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 24 (95, 224) καὶ κδ. ΙΙΙ, 12.
  12. Κατὰ Νεστοριανῶν, IV, 37 (PG 86, 1708 D).
  13. Πρβλ. καὶ τὸ δογματικὸν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνοῦ, ἦχος βαρύς: «Μήτηρ μὲν ἐγνώσθης, ὑπὲρ φύσιν Θεοτόκε· ἔμεινας δὲ παρθένος, ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν· καὶ τὸ θαῦμα τοῦ τόκου σου, ἑρμηνεῦσαι γλῶσσα οὐ δύναται· παραδόξου γὰρ οὔσης τῆς συλλήψεως, Ἁγνή, ἀκατάληπτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς κυήσεως· ὅπου γὰρ βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις…».
  14. Εὐχὴ ἁγιασμοῦ τοῦ ὕδατος εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος εἰς τὸν λόγον του Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, 17, γράφει: «Ὅθεν οὐδὲ τῆς Παρθένου τικτούσης ἔπασχεν Αὐτὸς (ὁ Λόγος) οὐδὲ ἐν σώματι ὢν ἐμολύνετο, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ τὸ σῶμα ἡγίαζεν» (PG 25, 125), δηλ. ἡγίαζεν καὶ τὸ προσληφθὲν σῶμα Του καὶ τὸ σῶμα τῆς Μητρός, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ προσέλαβε. Τοῦτο δηλοῖ ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Παναγίαν εἶχε σωτηριολογικὸν χαρακτήρα καὶ σημασίαν καὶ διὰ τὴν ἰδίαν τὴν Μητέρα Του. Πρβλ. καὶ Κατὰ Ἀρειανῶν, 2, 61 (PG 26, 277).
  15. O Φιλάρετος Μόσχας γράφει ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν «ἡ ἄβυσσος τῶν πόνων τῆς Παναγίας δὲν κατέβαλε οὔτε κατεπόντισε αὐτήν, διότι ἐβυθίζετο συνεχῶς εἰς μίαν ἰσομεγέθη ἄβυσσον τῆς ὑπομονῆς τῆς Παναγίας καὶ τῆς ταπεινώσεώς της καὶ τῆς πίστεως καὶ ἐλπίδος, καὶ τῆς ἀπολύτου ἀφοσιώσεώς της εἰς τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ». Slova i rjeci (1844), τ. Ι, 442.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΣ

Θεοτόκος παναπροσανατολίζει τν λευθερία μας
στ
ν Θε

Τοῦ † Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καθηγουμ Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου)
Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ
«Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, ἀρ. τ. 21 (1996)
Ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 64-69

.               Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ὑπέκυψαν στὸν πειρασμὸ νὰ τοποθετήσουν ὡς περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας τους τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι χώρισαν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα, ὅπως καὶ τὴν ἐσωτερική τους ἑνότητα. Πρώτη ἡ Εὔα ὑπέκυψε στὸν πειρασμό. Ἡ Μαρία, κατὰ τὸν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου (Λυών), μάρτυρα καὶ ἀρχαῖο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας (+202; μ.Χ.), διορθώνει τὸ λάθος τῆς Εὔας. Ἡ πρώτη γυναίκα μὲ τὴν ἀνυπακοή της φέρει στὸν κόσμο τὸν θάνατο. Ἡ Μαρία μὲ τὴν ὑπακοή της φέρει τὴ ζωή. Ἡ Εὔα μᾶς ἔκλεισε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς ἀποπροσανατόλισε. Ἡ Μαρία μᾶς ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Μᾶς προσανατολίζει πρὸς τὸν Θεό. Χάρισε τὴ θέλησι καὶ τὴν ἀγάπη της ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό.
.           Αὐτὴ τὴν ὁλοκληρωτικὴ προσφορά της στὸν Θεὸ ἐκφράζει ἡ Παρθενία της, ποὺ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι ποὺ φανερώνει ἔλλειψη ἢ κάτι ἄγονο, ἀλλὰ εἶναι πλήρωμα, παρθενία γονιμότερη ἀπὸ κάθε σαρκικὴ συνάφεια. Παρθενία ποὺ φέρει τὴ Ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως μακαρίζεται ὡς Νύμφη ἀνύμφευτος.
.             Ἡ Θεοτόκος εἶχε ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ τοῦ προσφέρη τὴν ἐλευθερία της. Ἡ Εὔα φοβήθηκε, καὶ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος ὅτι, ὅταν χαρίση τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, θὰ χάση τὴ δική του ἐλευθερία. Δὲν θὰ ὁλοκληρωθῆ ὡς ἄνθρωπος. Θὰ γίνη στεῖρος. Προσπαθεῖ, ἔχοντας ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ δική του κτιστὴ θέλησι, νὰ βιώση τὸ μυστήριο τῆς ἐλευθερίας. Νομίζει ὅτι ἡ ὑπακοή του στὸν Θεὸ εἶναι ὑποδούλωσι σὲ κάποιο ἐξωτερικὸ νόμο ποὺ θὰ τοῦ ἐπιβληθῆ (ἑτερονομία). Γι ν ποφύγει ατ τν τερονομία, διαλέγει τν ατονομία, πο κατ’ οσίαν εναι θάνατος τς λευθερίας του καὶ ὁ θάνατος ὅλων τῶν προσπαθειῶν του γιὰ δημιουργία, πολιτισμό, δικαιοσύνη.
.               Ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὸ ὅτι, αὐτὸ ποὺ φοβᾶται ὅτι θὰ πάθη, ἂν προσφέρη τὴν ἐλευθερία του στὸν Θεό, τὸ παθαίνει μὴ προσφέροντάς την. Μὴ προσφέροντας τὴν ἐλευθερία τοῦ – ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀρρωστημένο ἐγωκεντρικό του κύκλωμα, δὲν ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐφθαρμένη τοῦ φύση καὶ ἀναγκαιότητα, δὲν νικᾶ τὸν θάνατο, δὲν ἐκπληρώνει τὸν θεόσδοτο δυναμισμὸ τῆς ὑπάρξεώς του, τὴν ἐρωτικὴ δίψα τῆς ψυχῆς του ποὺ μόνο στὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ξεδιψάση. Προσπαθεῖ νὰ ξεδιψάσει μὲ ὑποκατάστατα τοῦ Θεοῦ. Πάντα ὅμως μένει ἀνεκπλήρωτος. Ἔτσι αὐτοπεριορίζεται, αὐτοφυλακίζεται στὸ κτιστὸ καὶ περιορισμένο, αὐτοευνουχίζεται πνευματικά. Δὲν ἀφήνει τὴ φύσι του νὰ γίνει θεοτόκος.
.             Ὅταν ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν συμμετέχει σ’ αὐτήν, εἶναι φυσικὸ στὸ τέλος νὰ ἐκπίπτει σὲ αὐτολατρία, εἰδωλολατρία, φιλοσαρκία, ἐγωκεντρισμό, φιλαυτία.
.               Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ποὺ ἀπορρίπτει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ζητᾶ τὴν ἐλευθερία του στὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως ἡ Εὔα. Ὄχι στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Νομίζει τὸν ἑαυτό του ἐλεύθερο, ὅταν κάνει αὐτὸ ποὺ θέλει, τὸ ἐγωιστικό του θέλημα, καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Δημιουργός του καὶ ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει. Τὸν πλανᾶ ὁ διάβολος νὰ νομίζη, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐγωιστικὰ θέλει εἶναι καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Δημιουργός του θέλει γι’ αὐτόν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐγωιστικῆς ἐκλογῆς εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι ἡ θέωσι, καὶ ἡ ὑποδούλωσί μας στὰ χειρότερα πάθη καὶ τελικὰ στὸν διάβολο.
.             Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ νὰ ὑψωθῆ χωρὶς τὸν Θεό. Τελικὰ ὅμως συντρίβεται. Ἡ κοινωνία ἀρρωσταίνει βαθιά. Γεμίζει ὁ κόσμος ἀπὸ ἀνθρώπους πνευματικὰ ἀποτυχημένους, ἀνεκπλήρωτους, ἀκοινώνητους μέσα στὴ μοναξιά τους.
.             Ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε σ’ ἕνα σταυροδρόμι. Ἔχουμε νὰ διαλέξουμε μεταξὺ δύο δρόμων, τρόπων ζωῆς. Τοῦ δρόμου τῆς Εὔας, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο τὴν ψευδοελευθερία τοῦ ἐγωισμοῦ, καὶ τοῦ δρόμου τῆς Μαρίας, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἐλευθερία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία σφράγισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Σταυρό Του.
.             Τὴν ἐκλογὴ αὐτὴ καλούμαστε νὰ κάνουμε κάθε λεπτὸ στὴ ζωή μας. Θὰ ζοῦμε καὶ ἐνεργοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ γιὰ τὸν Θεό; Ὁ δρόμος τῆς Εὔας φαίνεται νὰ εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ ὅμως σὲ μία ἀνυπέρβλητη μοναξιά, γιατί μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.             Ὁ δρόμος τῆς Εὐλογημένης Μαρίας εἶναι δύσκολος, σταυρικός, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὴ φιλία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ στὴ χαρὰ ποὺ δίνει αὐτὴ ἡ φιλία. Θέλει ἀγώνα, ἄσκησι, προσευχή. Ἀλλὰ δίνει ἀνάπαυσι καὶ εἰρήνη στὴν ψυχή.
.           Γνωρίζουμε ὡς Χριστιανοὶ καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ποιὸ δρόμο πρέπει νὰ ἐκλέγουμε. Πολλὲς φορὲς ὅμως ἀποτυγχάνουμε. Ὁ ἐγωισμός μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ προσφερθοῦμε στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Τότε χάνουμε τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ. Κλεινόμαστε ἀρρωστημένα στὸν ἑαυτό μας. Ἡ μετάνοια ὅμως ἐπαναπροσανατολίζει τὴν ἐλευθερία μας στὸν Θεό. Εὐγνωμονοῦμε τὴν Παναγία μας ποὺ μᾶς ἄνοιξε αὐτὸ τὸν δρόμο.

 

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

4. Ὁ ἀναμάρτητος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ τὸν σώσῃ, νὰ τὸν ἑνώσῃ μὲ τὸν Ἑαυτόν του καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τὸν θεώσῃ: «Ὅλον γὰρ ὅλος ἀνέλαβέ με καὶ ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται· τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 6). Ἡ «πρόσληψις» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν Ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου (ἡ ἀσύγχυτος – ἀδιαίρετος ἕνωσις καὶ ἐνυποστασίασις, Ἔκδ. ΙΙΙ, 2, 9, 22) ἐξασφαλίζει τὴν μόνιμον καὶ ἀδιάσπαστον «δευτέραν κοινωνίαν», περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ Δαμασκηνὸς ἀκολουθῶν Γρηγόριον τὸν Θεολόγον48. Ἡ «δευτέρα κοινωνία» ἦλθε μετὰ τὴν διάσπασιν τῆς «πρώτης πρὸς Θεὸν κοινωνίας» (Α´, 8) τοῦ πρώτου Ἀδάμ, καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς εὗρε τὸν ἄνθρωπον πεπτωκότα καὶ τὸν προσέλαβε ὅλον (διότι «τὸ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον», Β΄, 4), χωρὶς ὅμως τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε «ὅλον τὸν Ἀδάμ, τὸν πρὸ τῆς παραβάσεως, τὸν ἁμαρτίας ἐλεύθερον» (Β΄, 4), τὴν «πρώτην τοῦ Ἀδὰμ γένεσιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1), δηλαδὴ τὴν χωρὶς ἁμαρτίας φύσιν του49.
.               Ἐξ ἴσου ὅμως καὶ ὁ Δαμασκηνός, ἀκολουθῶν τοὺς Πατέρας καὶ κυρίως τὸν ἅγιον Μάξιμον50, ὁμιλεῖ διὰ τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» τοῦ Κυρίου: «Ὁμολογοῦμεν ὅτι (ὁ Κύριος) πάντα τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβεν· ὅλον γὰρ τὸν ἄρθρωπον καὶ πάντα τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβε, πλὴν τῆς ἁμαρτίας… Φυσικὰ δὲ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἰσὶ τὰ οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν, ὅσα ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ παραβάσει κατακρίσεως εἰς τὸν ἀνθρώπινον εἰσῆλθε βίον, οἷον πεῖνα, δίψα, κόπος, πόνος, τὸ δάκρυον, ἡ φθορά… Πάντα τοίνυν ἀνέλαβεν, ἵνα πάντα ἁγιάσῃ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 20). Αὐτὴν τὴν φύσιν, τὴν μετὰ τῶν ἀδυναμιῶν καὶ ἀσθενειῶν καὶ τῆς φθορᾶς51, χωρὶς ὅμως τῆς ἁμαρτίας –διότι ἡ ἁμαρτία ὡς «ἐν τῇ ἡμετέρᾳ αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 20) δὲν ἀνήκει εἰς τὴν φύσιν– προσέλαβεν ὁ Κύριος ἑκουσίως καὶ «οἰκονομίας λόγῳ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)52 ἀπὸ τὴν Παρθένον Μαρίαν, «ἣν τῇ φύσει δούλην ὑπάρχουσαν, φιλανθρωπίας ἀνεξιχνιάστοις πελάγεσιν οἰκονομικῶς μητέρα ἐποιήσατο, ἀληθείᾳ σαρκωθείς, οὐ φενακίσας τὴν ἀνθρώπησιν» (Β΄, 10). Ἑπομένως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἀναλαμβάνει ὅλον τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸ τούτου κάλλιστον, ὑπὸ ἀρρωστίαν πεσόν, ἵνα ὅλῳ τὴν σωτηρίαν χαρίσηται» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 18· Β΄, 4)53. Ἡ ἀρρωστία αὐτή, αἱ ἀσθένειαι καὶ ἀδυναμίαι, τὰ «φυσικὰ πάθη καὶ ἀδιάβλητα τῆς ἐμῆς κράσεως» (Β΄, 4)54 δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μετὰ τὴν ἁμαρτίαν ὡς ἀποτελέσματά της, ὡς ἐπισυμβάντα τῇ φύσει κατόπιν τῆς ἁμαρτίας τῆς προαιρέσεως τοῦ Ἀδάμ55, διὰ τοῦτο λέγεται καὶ διὰ τὸν Κύριον ὅτι ἔγινε «ἁμαρτία» καὶ «κατάρα» δι᾽ ἡμᾶς (Ἔκδ. ΙΙΙ, 25· IV, 18· Α´ Κορ. ε´ 21· Γαλ. γ´ 13). Ὁ Χριστὸς εἶναι ἀναμάρτητος ἀλλὰ καὶ Σωτὴρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὡς Σωτήρ, «τὸ ἡμέτερον ἀναδεχόμενος καὶ οἰκειούμενος πρόσωπον» (αὐτ.), ἐδέχθη τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν κατάραν56 γενόμενος ἄνθρωπος καὶ «τὴν τοῦ θανάτου πεῖραν οὐκ ἀπηνῄνατο· θνήσκει γὰρ σαρκὶ καὶ θανάτῳ λύει τὸν θάνατον καὶ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν χαρίζεται καὶ τὴν νέκρωσιν ποιεῖ πηγὴν ἀναστάσεως» (Β΄, 10), οἰκονομῶν τοιουτοτρόπως τὴν ἡμῶν σωτηρίαν (Ἔκδ. IV, 18): «ἵνα τὸ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ἀνασώσηται» (Γ΄, 15· Ἔκδ. ΙΙΙ, 18). Ἡ ἐν τῇ Παναγίᾳ καὶ ἐξ αὐτῆς ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατὰ τὸν ἴδιον Πατέρα, «διὰ τοῦτο γέγονεν, ἵνα αὐτὴ ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήσῃ τὸν ἀπατήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῇ» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12)57.
.               Ὁ ἀναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ὡς Σωτήρ, καὶ τὰ «ἀδιάβλητα πάθη» τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως, τὰ ὁποία δὲν εἶχεν ὁ Ἀδὰμ πρὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ φιλάνθρωπος «συγκαταβατικὴ σάρκωσις» (Α´,2), «συγκαταβατικὴ ταπείνωσις» (Α´,3) καὶ «ὑψοποιὸς κένωσις» (Γ΄, 7) τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Παναγία Θεοτόκος, ὡς «τὴν τοῦ κόσμου σωτηρίαν τὸν Χριστὸν κυήσασα» (Β΄, 9), ἔγινε τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἐργαστήριον: «Ἀμνὰς ἡ τεκοῦσα τὸν Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τὸ τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἐργαστήριον, ἀγγελικῶν ὑπερτέρων δυνάμεων, δούλη καὶ μήτηρ Θεοῦ» Σωτῆρος (Δ΄, 5).
.             Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ο ρθόδοξοι δν παραδεχόμεθα τν ρωμαϊκν δοξασίαν περ τς «σπίλου συλλήψεως» τς Θεοτόκου, περ τς ξαιρέσεώς της δηλαδ π τν κληρονομικότητα το προπατορικο μαρτήματος, πράγμα πού, πως επομεν, πονομεύει τν πραγματικότητα κα τ σωτήριον τς σαρκώσεως το Κυρίου. Ἄλλωστε, ἂν ἡ Παναγία δὲν εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, τίθεται τὸ ἐρώτημα πς τότε πέθανεν58, ἐφ᾽ ὅσον ὁ θάνατος ἔρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος («εἴπερ διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν ὁ θάνατος», Ἔκδ. ΙΙΙ, 27· Ρώμ. 5, 12), ὁ δὲ Κύριος «ἀναμάρτητος ὤν» («οὐχ ὑπέκειτο θανάτῳ») θνήσκει ἑκουσίως ὡς Σωτὴρ καὶ Λυτρωτής59, «τὸν ὑπὲρ ἡμῶν θάνατον ἀναδεχόμενος» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 27). Ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύομεν διὰ τὴν Θεοτόκον, ὅπως μᾶς παρέδωκαν οἱ Πατέρες καὶ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός, ἡ δὲ ἐσφαλμένη «εὐσέβεια» τῶν Δυτικῶν περὶ τὸ πρόσωπον τῆς Παναγίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ μέτρον τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀληθείας. ρωμαιοκαθολικ «Μαριολογία» πάσχει π τν ποχωρισμόν της κα τν νεξαρτητοποίησιν π τν Χριστολογίαν κα τν Σωτηριολογίαν.

5. Παρ᾽ ὅλον ὅμως ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εὑρίσκετο, ὡς ἐκ τῆς συλλήψεώς της, ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα ὡς κληρονόμος τῆς ἀδαμιαίας φύσεως, δια προσωπικς, κατ τν γιον Δαμασκηνόν, δν εχε καμμίαν προσωπικν μαρτίαν. Τὴν προσωπικήν της ἁγιότητα ἐξαίρει καὶ τονίζει καὶ δοξάζει ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἱερὸς Πατήρ, καθὼς ἄλλωστε καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως ἁγία καὶ Παναγία, «ἀγγελικῶν ὑπερτέρα δυνάμεων» (Δ΄, 5), «ὑπεραναβᾶσα τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφὶμ ὑπεραρθεῖσα» (Α´, 9), «ἡ ὄντως ἁγνὴ μετὰ Θεὸν ὑπὲρ ἅπαντας» (Γ΄,16).
.           Ὅπως καὶ τῶν μεγάλων προφητῶν τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἱερεμίου καὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου, τῶν «ἐν κοιλίᾳ μητρὸς» ἡγιασμένων καὶ πεπληρωμένων Πνεύματος Ἁγίου (Ἱερεμ. Α´ 5· Λουκ. α´15), καὶ τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀρχίζει «ἐν κοιλίᾳ μητρός». Εἶναι ὅμως αὕτη ἀσφαλῶς ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα τῆς ἁγιότητος τῶν Προφητῶν, ἀποκορυφοῦται δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀσπόρου συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ φθαρτοποιεται ες τν Κοίμησιν κα Μετάστασίν της. Καὶ ἐὰν ἡ χάρις καὶ αἱ δωρεαὶ τοῦ Θεοῦ ἦσαν μεγάλαι εἰς τοὺς Προφήτας, οἱ ὁποῖοι προεφήτευσαν ἁπλῶς τὴν ἐνσάρκωσιν, πόσον μεγαλύτεραι ἦσαν εἰς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔγινε Μητέρα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ; Ἐὰν δὲ πάλιν «κατὰ τὸ μέτρον τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης αἱ ἀντιδόσεις»60, πόσον μεγάλην ἀρετὴν καὶ ἁγιότητα εἶχεν ἡ Παναγία, διὰ νὰ λάβῃ τόσον μεγάλην χάριν; Τὸ ὅτι ἦτο «ἀξία τοῦ Κτίσαντος» (Α´, 2) μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα ὅλων τῶν αἰώνων μόνη αὐτὴ εἶχε τόσον μεγάλην ἁγιότητα, ὥστε νὰ ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ γίνῃ Μήτηρ τοῦ Ὑπεραγίου Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς «τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» μυστήριον (Α´, 2), τὴν σάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ ἁγιότης αὐτὴ στηρίζεται εἰς ὁλόκληρον τὴν τοῦ Θεοῦ οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσαμεν ἤδη προηγουμένως καὶ ἡ ὁποία προετοιμάζετο διὰ τῶν διαδοχικῶν «ἐκλογῶν» (Νῶε, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Δαβὶδ)61 καθ᾽ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Π. Διαθήκης.
.               Εἴδομεν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι «θυγάτηρ Ἀδὰμ» ὡς πρὸς τὴν φύσιν της. Ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν προαίρεσίν της καὶ τὴν προσωπικήν ἀρετήν της ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς ἀντιπαραβάλλει αὐτὴν πρὸς τοὺς προπάτορας καὶ δεικνύει τὴν ἀπόλυτον ὑπεροχὴν τῆς ἁγιότητός της (Α´,8· Γ΄, 2-3). Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἦτο ἀνενέργητος μέσα εἰς Αὐτήν, διότι ἡ θέλησίς της καὶ ὅλαι αἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της ἦσαν «τῷ Δεσπότῃ Θεῷ προσαναθέμεναι»62. Ἡ Παναγία διὰ τὴν ἁγιότητά της ἦτο «ἐκ γενεῶν ἀρχαίων ἐκλελεγμένη» (Β΄, 3· Δ΄,5) καὶ ἐγεννήθη «ἐξ εὐγενεστάτης καὶ βασιλικωτάτης ρίζης δαβιτικῆς» (Α´, 6), τῆς «ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ» (Α´, 3), ἐκ τῆς ὁποίας κατάγονται οἱ ἅγιοι καὶ δίκαιοι γονεῖς της. Εἰς αὐτοὺς συνέτεινε καὶ συνεκεντρώθη ἡ ἁγιότης ὅλων τῶν ἁγίων προγόνων τῆς Παναγίας, τῶν «θεοπατόρων», διὰ τῆς «ἐκλογῆς» καὶ διὰ τῶν διαδοχικῶν καθαρισμῶν καὶ ἁγνισμῶν τοῦ «σπέρματος»63, τῶν ὁποίων προετοίμαζε ὁ Θεὸς τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία ὑπερεπολλαπλασίασε καὶ ἀπεκορύφωσε καὶ ἀνεκεφαλαίωσε μέσα της τὴν ἁγιότητα τῆς Π. Διαθήκης. Οἱ δίκαιοι καὶ θεάρεστοι γονεῖς της (Α´, 5) τὴν γεννοῦν ἐν σωφροσύνῃ καὶ ἐγκρατείᾳ, οὕτως ὥστε ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς νὰ ὀνομάζῃ τὸ «σπέρμα» τοῦ Ἰωακεὶμ «σπέρμα πανάμωμον» (Α´, 2).
.             Ὁ ἱερὸς Πατὴρ περιγράφει τὴν μεγάλην ἁγιότητα καὶ τὴν χάριν τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔδωσεν εἰς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄνναν (Β΄, 6)· πῶς «διὰ λιτῆς (προσευχς) καὶ ἐπαγγελίας πρὸς Θεοῦ τὴν Θεοτόκον κομίζονται» (Ἔκδ. IV, 14)· πῶς αὐτὴ ἤδη ἀπὸ μικρὰν ἡλικίαν «τῷ ἱερῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ προσάγεται καὶ ἀνατίθεται» (Β΄, 7· Ἔκδ. IV, 14). Ἐν συνεχείᾳ ὁμιλεῖ περὶ τοῦ «οἵαν τὴν ἐν τῷδε τῷ βίῳ διατριβὴν πεποίηται» (Β΄, 50 ἡ Παρθένος καὶ οἵαν τὴν χάριν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔλαβεν. Ἡ «διατριβὴ» αὐτή, ὁ ἐνάρετος καὶ ἔνθεος βίος τῆς Παρθένου καὶ ἡ μεγάλη χάρις τοῦ Θεοῦ ἦσαν τόσον μεγάλοι, ὥστε ὁ Δαμασκηνὸς νὰ λέγη δι᾽ Αὐτὴν ὅτι ἦτο «οἵα οὐ πρότερον γέγονεν, οὐδ᾽ αὖ γενήσεται πάλιν» (Β΄, 6)· «αὕτη ἡ τῷ παρόντι χαρισθεῖσα βίῳ δῶρον ἁπάντων τῶν τοῦ Θεοῦ δωρημάτων ὑψηλότερον ἅμα καὶ προσφιλέστατον» (Β΄, 5). Ἀλλ᾽ ἂς τὸ ἴδωμεν αὐτὸ πιὸ συγκεκριμένα.
.               Κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ θυγάτηρ τῆς Εὔας, ὄχι βεβαίως εἰς τὸν Παράδεισον ὅπως ἐκείνη, ἀλλ᾽ εἰς ἕνα κόσμον ὁ ὁποῖος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» («κρίνον ἀναμέσον τῶν ἀκανθῶν φυέν…, ρόδον ἐξ ἀκανθῶν τῶν Ἰουδαίων», Α΄, 6), ἀξιοῦται νὰ ἀκούσῃ δικαίως τὸ «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη» καὶ τὸ «Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ» (Β΄, 8· Λουκ. α´ 28). Ἑρμηνεύων τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Ἀρχαγγέλου πρὸς τὴν Παναγίαν ὁ θεῖος Δαμασκηνὸς λέγει: «Ὄντως εὗρες χάριν ἡ ἀξία τῆς χάριτος· εὗρες χάριν ἡ τοὺς πόνους τῆς χάριτος γεωργήσασα καὶ πολύχουν δρεψαμένη τὸν ἄσταχυν τῆς χάριτος· εὗρες χάριτος ἄβυσσον, ἡ σώαν τὴν ὀλκάδα τῆς διπλῆς παρθενίας τηρήσασα· καὶ τὴν ψυχὴν γὰρ παρθένον ἐτήρησεν, οὐ τοῦ σώματος ἔλαττον· ὅθεν καὶ ἡ τοῦ σώματος παρθενία τετήρητο» (Β΄, 8). Αὐτοὶ οἱ τόσον χαρακτηριστικοὶ λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ ποδίδουν κριβς κα ληθς τν σχέσιν τς θείας Χάριτος κα τς λευθερίας το νθρώπου, συγκεκριμένως δὲ ἐδῶ τῆς Παναγίας.
.             Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσφαλῶς δωρεά, δίδεται ὅμως εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δεικνύουν προαιρετικὴν σπουδὴν καὶ ἐπιτηδειότητα καὶ καθαρότητα. Ὁ ἄνθρωπος, λέγει ὁ Δαμασκηνός, «λογικὸς καὶ αὐτεξούσιος γενόμενος, ἐξουσίαν εἴληφεν ἀδιαλείπτως διὰ τῆς οἰκείας προαιρέσεως ἑνοῦσθαι τῷ Θεῷ («εἰ καὶ μὴ πάντες ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως» – Ἔκδ. IV, 13· III, 14). Ὁ Θεός, λέγει ἐπίσης, «πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν, φημὶ δὲ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα» (Ἔκδ. Ι, 13) καὶ «παντὶ τῷ προαιρουμένῳ τὸ ἀγαθὸν ὁ Θεὸς συνεργεῖ εἰς τὸ ἀγαθὸν»64. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου φανερώνουν τὸ ἀναγκαῖον τῆς συνεργασίας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου («τὸν θεανθρώπινον συνεργισμόν»), πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, ἰσχύει δι᾽ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκονομίας καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὴν Παναγίαν. Εἰς τὴν «συνεργασίαν» αὐτὴν ὁ Θεὸς δίδει τὴν χάριν Του, τὸν Ἑαυτόν Του, καὶ ὁ ἄνθρωπος τὴν προαίρεσίν του, ὁλόκληρον τὸν ἑαυτόν του (πρβλ. Κολ. β´ 9-10· Α´ Κορ. ιε´ 10). Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ἡ χάρις δίδεται ἀναλόγως πρὸς τὸν ζῆλον καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην τοῦ ἀνθρώπου65, ποία τότε ἦτο ὄντως «ἡ σπουδὴ καὶ ἀναστροφὴ» τῆς θείας Παρθένου Μαρίας μέσα εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ (Β΄, 7), ὥστε νὰ ἀξιωθῆ τόσον μεγάλης χάριτος; Ἦτο «κρείττων καὶ καθαρωτέρα ἄλλων» (Β΄, 7· Γ΄, 16), λέγει ὁ Δαμασκηνός, καὶ συμπεριλαμβάνει εἰς τοὺς «ἄλλους» καὶ τοὺς Ἀγγέλους (Β΄, 8). Διότι μέσα εἰς τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἔδειξεν ἡ Παναγία μὲ τὴν «διπλῆν παρθενίαν» της66 –τὴν ὁποίαν διπλὴν παρθενίαν οἱ Ἄγγελοι λόγῳ τῆς φύσεώς των δὲν ἔχουν– ἁγιότητα ὑπεράνω τῶν Χερουβὶμ καὶ τῶν Σεραφὶμ (Α´, 9). Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἁγιότης της εἶναι ἀδιασπάστως συνδεδεμένη μὲ αὐτὴν τὴν πανάμωμον παρθενίαν της, τὴν ἀειπαρθενίαν της (Α´, 5-6).

 

ΣYNEXIZETAI: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-3 («Διὰ τῆς ταπεινώσεως τῆς Παναγίας καὶ τῆς ὑπακοῆς της εἰς τὸν Θεὸν ἐλύθη ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ πρόβλημα καὶ ἡ τραγωδία τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας»)

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρβλ. Λόγος 45, 9 (PG 36, 633-6). Πρβλ. καὶ ἁγίου Μαξίμου, πρὸς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 520). Ἡ «δευτέρα κοινωνία» αὕτη εἶναι ἡ καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ Χριστῷ, ἡ ὁποία παραμένουσα αἰώνιος ἀποτελεῖ τὴν πραγματοποίησιν τῆς προαιωνίου Μεγάλης Βουλῆς τοῦ Θεοῦ (Α´, 8-9. Ἔκδ. IV, 4). Πρβλ. Εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, 4 (96, 552).
  2. Τοῦτο κατὰ τὸν Δαμασκηνὸν ἔγινε διότι «ἔδει τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον, ἔτι δὲ νεκρωθῆναι καὶ ἀνακαινισθῆναι τὴν φύσιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1).
  3. Βλ. Πρὸς Θαλάσσιον 21 καὶ 42 (PG 90, 312-316 καὶ 405-8).
  4. Ὁ Δαμασκηνὸς διακρίνει μεταξὺ «φθορᾶς» καὶ «διαφθορᾶς». «Φθορὰ» σημαίνει τὰ «ἀνθρώπινα ταῦτα πάθη· πεῖναν, δίψαν, κόπον, τὴν τῶν ἥλων διάτρησιν, θάνατον, ἤτοι χωρισμὸν ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος, καὶ τὰ τοιαῦτα. Κατὰ τοῦτο τὸ σημαινόμενον φθαρτὸν τοῦ Κυρίου σῶμα φαμέν· πάντα γὰρ ταῦτα ἑκουσίως ἀνέλαβε». «Διαφθορὰ» δὲ σημαίνει «τὴν τελείαν τοῦ σώματος εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη στοιχεῖα διάλυσιν καὶ ἀφανισμόν. Ταύτης πεῖραν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα οὐκ ἔσχεν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 28). Ἐν συνεχείᾳ ὁ Δαμασκηνὸς ἐξηγεῖ: «Ἄφθαρτον μὲν οὖν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα λέγειν, κατὰ τὸν παράφρονα Ἰουλιανὸν καὶ Γαϊανὸν (τοὺς αἱρετικοὺς «ἀφθαρτοδοκήτας»), κατὰ τὸ πρῶτον τῆς φθορᾶς σημαινόμενον, πρὸ τῆς ἀναστάσεως, ἀσεβές· εἰ γὰρ ἄφθαρτον οὐχ ὁμοούσιον ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἃ γεγονέναι φησὶ τὸ Εὐαγγέλιον· τὴν πεῖναν, τὴν δίψαν, τοὺς ἥλους, τὴν τῆς πλευρᾶς νῦξιν, τὸν θάνατον. Εἰ δὲ δοκήσει γέγονε, φενακισμὸς καὶ σκηνὴ τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ σεσώσμεθα… Μετὰ μέντοι τὴν ἐκ νεκρῶν τοῦ Σωτῆρος ἀνάστασιν καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἄφθαρτον τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα φαμὲν» (αὐτόθι). Ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος, γράφων κατὰ τῶν ἀφθαρτοδοκητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὅτι κατὰ τὴν σύλληψιν τοῦ Χριστοῦ τὸ σῶμα τῆς Παναγίας Θεοτόκου εἶχε «μεταστοιχειωθῆ» καὶ ἡ ἴδια ἔγινεν «ἄφθαρτος» ἐκ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λέγει: «Πλέον ἢ προσῆκε τὴν Παρθένον ἀποσεμνύνοντες, καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἀναφυομένην ἀτοπίαν οὐ προορώμενοι… Ἡ τοῦ Πνεύματος ἐνδημία οὐχὶ τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ γεννᾶν τὴν Παρθένον ἀφείλετο ἢ κεκώλυκεν. Τουναντίον μὲν οὖν ἐπὶ τὴν ἀσπόρως οἰκονομηθεῖσαν σύλληψιν ὑπερφυῶς αὐτὴν προσηγάγετο. Κἀκεῖνο δέ μοι σκοπεῖν ἔπεισιν, ὡς εἰ κατ᾽ ἐκείνους ἡ Παρθένος ἄφθαρτος τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Πνεύματος γέγονεν, ἐκείνη πάντως ἂν καὶ ῥίζα τῆς τοῦ γένους ἡμῶν ἀφθαρσίας ἐτύγχανεν, ἀλλ᾽ οὐχ ὁ ἐξ αὐτῆς προελθὼν θεῖος βλαστὸς» (PG 86, 1325Δ-28Α). –Ὅλα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ᾽ ὄψιν της ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία καὶ νὰ μὴ ἀνακηρύττῃ τοιαύτας καινοτομίας εἰς «δόγματα», τὰ ὁποῖα τὴν ἀπομακρύνουν ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἀπὸ τὴν θείαν Παράδοσιν τῆς Ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ μόνου Σωτῆρος Χριστοῦ.
  5.  Αἱ ἐκφράσεις τοῦ Δαμασκηνοῦ «οἰκονομίας λόγῳ», «οἰκονομία», «οἰκονομικῶς» δὲν ἀποκρύπτουν καμμίαν ἀπολύτως ἀπόχρωσιν «δοκητισμοῦ». Τουναντίον αἱ ἐκφράσεις αὐταὶ σημαίνουν τὴν «οὐσιωδῶς» (Α´, 6) τὴν «ἀληθῆ» (Β΄, 10) σάρκωσιν καὶ γέννησιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἀναφέρονται εἰς τὴν «Οἰκονομίαν» καὶ ὄχι εἰς τὴν «Θεολογίαν», δηλαδὴ σημαίνουν τὴν «δευτέραν γέννησιν» τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὴν γέννησίν Του κατὰ σάρκα: «δευτέραν δὲ καθομολογοῦμεν γέννησιν καθ᾽ ἑκούσιον σάρκωσιν» (Γ΄,15). Διὰ τοῦτο ἡ ἐκ μέρους τοῦ Δαμασκηνοῦ ταυτοχρόνως παράθεσις ἐκφράσεων, ὅπως: «Τὴν τοῦ οἰκείου Δεσπότου φύσει καὶ ἀληθεῖ οἰκονομίᾳ χρηματίσασαν μητέρα» (Β΄, 11), «οἰκονομικῶς μητέρα ἐποιήσατο ὁ ἀληθείᾳ σαρκωθείς, οὐ φενακίσας τὴν ἀνθρώπησιν» (Β΄, 10), «κατὰ φύσιν οἰκονομικῶς» (Ἔκδ. IV, 18) κλπ., ἀποκλείει κάθε «δοκητισμόν». Βλ. καὶ σημ. 18 τῆς Α΄ Ὁμιλίας.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-3 «Ὅλα τὰ “κακά” καὶ οἱ ταλαιπωρίες τῆς ζωῆς εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν: “ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος”» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Τὸ φυσικὸ κακὸ
εἶναι ἀπόρροια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος

Μέρος Γ´

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
«Τὸ καυτὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας»
(Γιατί νὰ ὑπάρχουν ἡ θλίψη καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο;)

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»
Θεσ/νίκη 2015, σελ. 87 κ. ἑξ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-1 (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

Mέρος Β´: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-2 «Οἱ ἐμπρησμοί, οἱ φωτιές, οἱ πλημμύρες, οἱ τρικυμίες, οἱ καύσωνες, οἱ σφοδροὶ ἄνεμοι, οἱ ἀνεμοθύελλες, ποὺ σαρώνουν τὰ πάντα στὸ πέρασμά τους»(Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

.             Ἀλλὰ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ θλιβερὴ ἱστορία, ποὺ μὲ μία πρώτη ἐπιπόλαιη ματιὰ φαίνεται μύθος στοὺς ὀρθολογιστές, ἀθέους, κ.λπ. Ὅμως, κατὰ γενικὴ ὁμολογία, εἶναι ἡ μόνη διήγησις, ἔστω καὶ θεωρητικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὸ θλιβερώτατο φαινόμενο τῆς εἰσαγωγῆς στὸ ἀνθρώπινο γένος τῆς ὀδύνης, τῆς φθορᾶς, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν θάνατο. Πουθενὰ ἀλλοῦ, σὲ καμμία ἄλλη ψευδοθρησκεία ἢ ἀνθρωπίνη φιλοσοφία δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐξήγησις τοῦ φαινομένου τῆς φθαρτότητος καὶ τοῦ θανάτου. Περιττὸ νὰ εἴπωμε, ὅτι οἱ ὑπόλοιπες θρησκεῖες εἶναι ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις καὶ προϊόντα δαιμονικῶν «ἀποκαλύψεων», καὶ ὄχι ἀποκεκαλυμμένες ἐκ Θεοῦ ἀλήθειες.
Στὸν Παράδεισο ὅμως, ὁ Ἑωσφόρος ἐζήλεψε τὴν δόξα καὶ τὴν μακαριότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ὑπεσχέθη αὐτοθέωσι καὶ αὐτολύτρωσι. Ὑποσχέθηκε στοὺς πρωτοπλάστους, ὅτι, ἐὰν ἐδοκίμαζαν τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, τότε θὰ ἐγίνοντο ἰσόθεοι.

[…]

.                Ἐν ἀντιθέσει μὲ ὅλα αὐτά, τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι νὰ μετέχη ὁ ἄνθρωπος, ὁλοένα καὶ περισσότερο, στὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδική Του θεϊκὴ βοήθεια.
.                   Ἐξαπατώμενοι λοιπὸν ἀπὸ τὸν Διάβολο, ἄρχισαν οἱ πρωτόπλαστοι νὰ περιεργάζωνται τὸν ἀπαγορευμένο καρπό. Καὶ πρώτη ἡ Εὔα διεπίστωσε, ὅτι ἦτο ὡραῖος στὴν ὅρασι καὶ ἡδονικὸς στὴν γεῦσι. Ἀκριβῶς τότε, ἄρχισε νὰ γεννᾶται ἡ ἔνοχος ἡδονὴ γιὰ πρώτη φορὰ στὸ ἱστορικὸ ἀνθρώπινο γίγνεσθαι. Καὶ λέγομεν αὐτὴν τὴν ἡδονὴ «ἔνοχη», διότι ὁλόκληρος ὁ Παράδεισος ἦτο τόπος, καὶ προπαντὸς κατάστασις, νομίμου καὶ ἀπλήστου ἡδονῆς καὶ θεοαπολαύσεως. Ἡ ἐνοχὴ δὲν εὑρίσκετο αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ στὸν καρπό, ἀλλὰ στὴν παράβασι τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν παρακοὴ δηλαδὴ στὴν μοναδικὴ αὐθεντία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνοχὴ λοιπὸν εὑρίσκετο στὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπεξαρτητοποιηθῆ ἀπὸ τὸν Θεό. Σημειωτέον δέ, ὅτι αὐτὴ ἡ δέσμευσις ὑπῆρχε στὸν Παράδεισο γιὰ νὰ δοκιμασθῆ τὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία του.
.               Αὐτὴ ὅμως ἡ ἔνοχη ἡδονὴ τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὴν γεῦσι εἰδικὰ αὐτοῦ του καρποῦ, ἐγέννησε τὴν ὀδύνη. Ἐβγῆκαν τοπικὰ καὶ ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς των. Καὶ θὰ ἐγεύοντο ἀργότερα τὸν θάνατο, ποὺ πρὶν τοὺς ἦτο ἄγνωστος. Εἶναι ἀναντίρρητο, ὅτι κορυφαία ὀδύνη τῆς ζωῆς εἶναι ὁ θάνατος. Καὶ ἀκολουθοῦν οἱ πολυποίκιλες ἀρρώστειες, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν στὸ βάθος τους παρὰ τὸ προμήνυμα αὐτοῦ τούτου τοῦ θανάτου.
.                Στὴν οὐσία τους τί εἶναι οἱ ἀρρώστειες; Εἶναι τὸ καμπανάκι ποὺ μᾶς θυμίζει τὸν θάνατο καὶ μᾶς προσγειώνει σὲ αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι. Ὅλες αὐτὲς οἱ πρὸ τοῦ θανάτου μας ταλαιπωρίες εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγουν «ἔ, ἄνθρωπε, μὴ συμπεριφέρεσαι σὰν νὰ εἶσαι ἀθάνατος».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ-4 «Ὁ Θεὸς δὲν ἐπέβαλε τὸν θάνατο γιὰ νὰ τιμωρήση τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν παρακοή του» (Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κατερέλος)

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΑΓΧΟΝΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἐλευθερία, δημοκρατία, ἀγχόνη

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              Διψᾶμε γιὰ δημοκρατία, διψᾶμε γιὰ ἐλευθερία, διψᾶμε γιὰ πρόοδο, διψᾶμε γιὰ καλύτερες ἡμέρες ζωῆς, ὅπως ὁ καθένας αὐτὲς τὶς καταλαβαίνει. Δὲν διψᾶμε ὅμως γιὰ Χριστό, γιὰ ὁμόνοια, γιὰ φιλαδελφεία, γιὰ ἀγάπη. Περιχαρακωμένοι στὸν ἑαυτό μας λησμονοῦμε ὅτι ἡ ἐλευθερία μας περατοῦται ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, λησμονοῦμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς εἶπε μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. ιγ´ 5), καὶ «μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ τὰ ἑτέρων ἕκαστος» (Φιλιπ. β´4).

.              Διώξαμε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ ζωή μας. Δὲν τὸν θέλουμε, ἀφοῦ ὁ νόμος Του μᾶς ἐλέγχει καὶ μᾶς περιορίζει τοὺς βαθμοὺς ἐλευθερίας μας. Ζητοῦμε τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία πού, δυστυχῶς, τὴν σχετίζουμε μὲ τὴν ἀσυδοσία. Λησμονοῦμε ὅτι οἱ βαθμοὶ ἐλευθερίας ὅλων μας εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ κοντά Του, δὲν μᾶς ἐκτροχιάζουν ἀπὸ τὶς ράγες τῆς ἠθικῆς, τῆς σεμνότητος, τῆς ἀνιδιοτέλειας. Οἱ βαθμοὶ ἐλευθερίας ποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει εἶναι αὐτοὶ ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν οὐρανὸ καὶ ὄχι στὴ φθορὰ καὶ στὸ θάνατο. Εἶναι οἱ αἱματοβαμμένοι βαθμοὶ ἀπὸ τὸ πανάχραντο αἷμα τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ μας, ποὺ μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου καὶ γιὰ τὴ διηνεκῆ διατήρησή της μᾶς συμβουλεύει πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Τῇ ἐλευθερίᾳ, ᾗ ἡμᾶς Χριστὸς ἠλευθέρωσε στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. ε´ 1).
.               Μέσα στοὺς βαθμοὺς ἐλευθερίας μας καλούμαστε νὰ δημιουργήσουμε ἕνα καλύτερο αὔριο σὲ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ ἀγωνιζόμενοι νόμιμα στὸ στίβο τῆς καθημερινότητος. Ἡ ὑπέρβασή τους, δυστυχῶς, μᾶς ὁδηγεῖ στὴν κατάλυση τῆς πραγματικῆς δημοκρατίας, τῆς δημοκρατίας τῆς ἀγάπης, καὶ στὴν κατασκευὴ τῆς θανατικῆς μας ἀγχόνης. Μόνοι μας μὲ τὶς ἐνέργειές μας κατασκευάζουμε αὐτὸ τὸ θανατικὸ ὄργανο, τὸ ὁποῖο πολὺ γιὰ ἐμᾶς θέλουν καὶ οἱ ξένοι μας ἑταῖροι. Αὐτοὶ ποὺ μὲ τὴ δική μας συγκατάθεση μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ἀγχόνη. Τὴν ἐξωραΐζουν ὅμως μὲ δημοκρατικὲς διαδικασίες. Μᾶς λένε: Κάντε ἐκλογὲς καὶ ἀποφασίσατε μόνοι σας μὲ τί σχοινὶ θέλετε νὰ κρεμασθεῖτε; Μὲ μεταξωτό, μὲ καναβίσιο ἢ μὲ μάλλινο; Οἱ βαθμοὶ ἐλευθερίας μας μέσα ἀπὸ τὶς ἐκλογὲς μᾶς ἐπιτρέπουν μόνο τὴν ἐκλογὴ τοῦ σχοινιοῦ κρεμάσματός μας. Καὶ αὐτὸ γιατὶ μόνοι μας δὲν ἐπιλέξαμε ἄλλους βαθμοὺς ἐλευθερίας. Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι, ὅτι δημοκρατικὰ ἀποφασίζουμε, ὅτι δὲν εἴμαστε κατευθυνόμενοι.
.            Ἂς κοιτάξουμε στὰ μάτια τὸν Χριστό μας, ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γνωρίσουμε τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα μας, νὰ πάψουμε νὰ ζητᾶμε τὰ περιττά, ποὺ γιὰ ἄλλους εἶναι ἀπαραίτητα, νὰ θέλουμε νὰ διακονοῦμε τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι νὰ διακονούμαστε, νὰ νοιώθουμε πόσο ἐφήμεροι εἴμαστε καὶ νὰ μὴ χωριζόμαστε σὲ παρατάξεις ποὺ φανατίζουν καὶ προκαλοῦν διχόνοιες καὶ διχοστασίες. Καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ εἴμαστε ἀξιοπρεπεῖς καὶ νὰ ἀρκούμαστε στὰ λίγα, στὰ τίμια. Ὁ Χριστὸς μᾶς συμπονᾶ καὶ θέλει τὸ καλό μας. Οἱ ντόπιοι και οἱ ξένοι «φίλοι μας» μᾶς βλέπουν σὰν ὄρνεα ποὺ πρέπει νὰ κατασπαράξουν. Εἶναι οἱ ἐπίβουλοί μας ποὺ μᾶς δείχνουν τὴν ἀγχόνη χωρὶς σχοινί. Μᾶς ἀφήνουν, ὅμως, τὴ δημοκρατικὴ διαδικασία νὰ ἀποφασίσουμε μόνοι τί εἶδους σχοινὶ θέλουμε. Καὶ ἐμεῖς ποὺ ἐνῶ πραγματικὰ ἀγαποῦμε τὴ δημοκρατία, ἀγαποῦμε τὴν ἐλευθερία, συμφωνοῦμε μὲ τὶς ἐκλογές, τὴ γιορτὴ τῆς δημορατίας, δυστυχῶς, σὰν ἀγέλη ψηφίζουμε τὸ θάνατό μας. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνο τὸ σωματικό, ἀλλὰ καὶ τὸν ψυχικό, τὸν αἰώνιο, γιατὶ αὐτονομημένοι ὅπως εἴμαστε ἔχουμε ἐκτροχιασθεῖ ἀπὸ τὶς ράγες τῆς πίστεως ποὺ σταθερὰ ὁδηγοῦν τὸ τραῖνο τῆς ζωῆς μας στὸ σταθμὸ τοῦ οὐρανοῦ.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε