Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησιολογία

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Οἱ ἐκκλησιολογικές μετα-πτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.              Ὁ οἰκουμενισμός συνδέεται μέ τόν σχετικισμό ἤ σχετικοκρατία, ὅτι, δηλαδή, ὅλα εἶναι σχετικά καί ἔτσι δημιουργεῖται σύγχυση στά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα. Ἄλλο, βέβαια, εἶναι ἡ οἰκουμενικότητα καί ἄλλο εἶναι ὁ οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά σύγχυση μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως.
.            Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστές στήν Ἑλλάδα κρίνουν καί ἐπικρίνουν ἔντονα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἰδίως τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, ἐνῶ ἀμνηστεύουν παράλληλα τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κυρίως τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Νομίζω ὅτι αὐτό δέν εἶναι δίκαιο, οὔτε ἀντικειμενικό.
.            
Γι’ αὐτό στήν συνέχεια θά θίξω τήν κατά καιρούς στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, κυρίως ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Οὐσιαστικά, θά παρουσιάσω τίς μετα-πτώσεις της σέ ἐκκλησιολογικά θέματα, πού γίνεται ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε ἔξωθεν ἐπιδράσεις.
Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά διευκρινίσω ὅτι ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια δέν ἀφοροῦν τόν ὀρθόδοξο ρωσικό λαό καί τούς ἁγίους πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία, ἀλλά τήν κατά καιρούς ἡγεσία πού ἐπηρεάσθηκε ἀπό ἄλλους παράγοντες.

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ. – Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης)

Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης:
«
Αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα,
δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά»

.               Γιὰ ἀκραία καὶ ἀπαράδεκτη ἀπόφαση «τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας», νὰ διακόψει τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἔκανε λόγο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, στὴν ὁμιλία του πρὸς τὰ μέλη τῆς ρωσόφωνης παροικίας τῆς πόλης, στὸ Ἱ. Βατοπαιδινὸ Μετόχιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὸν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Οἱ δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἔγιναν μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία χοροστάτησε σήμερα [13.12.2018] – ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται μὲ τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ἡ μνήμη τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ πανηγυρίζει ἡ ρωσόφωνη παροικία τῆς Πόλης.
.               «Αὐτὴ τὴν φορὰ ποὺ εὑρίσκομαι, ὅπως κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ἀνάμεσά σας, ἀγαπητά μου παιδιά, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει διάχυτος μία ἀνησυχία καὶ ἕνα δίλημμα μεταξύ σας. Θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς μαζί σας, εἴμεθα μία οἰκογένεια, εἶμαι ὁ πατέρας σας καὶ εἶστε τὰ πνευματικά μου τέκνα. Αὐτὴ ἡ ἀνησυχία καὶ αὐτὸ τὸ δίλημμα, ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα στὴ ρωσικὴ παροικία τῆς Πόλεώς μας καὶ γενικῶς τῆς χώρας τῆς Τουρκίας ὀφείλεται στὴν ἀκραία ἀπόφαση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, νὰ διακόψη τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, δηλαδὴ μὲ τὴ Μητέρα του Ἐκκλησία. Καὶ μπορεῖ νὰ ἔχωμε διαφορὲς ἀπόψεων ὡς πρὸς διάφορα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν σύνολον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον καὶ εἶναι δημοκρατικόν, ἀλλὰ τὸ νὰ διακόπτωμεν τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν ὡς μοχλὸν πιέσεως καὶ ὡς ἐξαναγκασμὸν γιὰ νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὶς ἀπόψεις μας, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σύντομα ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας θὰ μετανοήση γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀκραία ἀπόφασίν της».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του ὁ Παναγιώτατος ἐπεσήμανε: «Ὅταν λέγη ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας νὰ μὴν ἐκκλησιάζεσθε, νὰ μὴν ἐξομολογεῖσθε, νὰ μὴν κοινωνεῖτε στοὺς Ναοὺς ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σᾶς δημιουργεῖ ἕνα συνειδησιακὸν πρόβλημα. Νὰ μὴν ἀκοῦτε, νὰ μὴν ἔχετε καμιὰν ἀνησυχίαν, διότι ὁ δικός σας ποιμήν, ὁ δικός σας πνευματικὸς Πατέρας ἐδῶ στὴν Τουρκία, εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης».
.               Τοὺς προέτρεψε δὲ νὰ ἐκκλησιάζονται, τόσο στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ποὺ ἔχει παραχωρηθεῖ πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς ρωσόφωνης κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅσο καὶ σὲ κάθε Ὀρθόδοξο ναὸ στὴν Τουρκία.
.               Ὁ Πατριάρχης, ἐξήγησε ὅτι τέτοιες λυπηρὲς καταστάσεις δημιουργοῦνται, ὅταν στὰ δικαιοδοσιακά, τὰ καθαρῶς ἐκκλησιολογικὰ καὶ Κανονικὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀναμειγνύονται ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ φυλετικὸς παράγοντας. Ὑπογράμμισε μάλιστα, ὅτι ὁ ἐθνοφυλετισμὸς καταδικάστηκε σὲ Σύνοδο ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 1872 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς αἵρεση.
.               «Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας λένε ὅτι σὲ κάθε πόλη πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνας Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦν σὲ αὐτὴ τὴν πόλη, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ἂν εἶναι Ἕλληνες, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, Οὐκρανοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὸ ἐφαρμόζουμε ἐδῶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ Ποιμενάρχης γιὰ τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοὺς Ρώσους, ὅπως ἐδῶ, γιὰ τοὺς Ρουμάνους, στοὺς ὁποίους δώσαμε μία Ἐκκλησία καὶ ἐγὼ παρακάλεσα τὸν Πατριάρχη Ρουμανίας καὶ ἔστειλε ἱερέα νὰ τοὺς λειτουργεῖ στὴ γλώσσα τους, γιὰ τοὺς Βούλγαρους ποὺ ζοῦν στὴν Πόλη. Ὅλοι εἶναι παιδιὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὄχι οἱ Βούλγαροι τῆς Πόλεως νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Βουλγαρίας, οἱ Ρῶσοι ἐδῶ νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ρωσίας, αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα, δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά.
.               Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» ἀνέφερε.
.               Στὴν ὁμιλία του, μεταξὺ ἄλλων ὑπενθύμισε ὅτι οἱ Ρῶσοι Ὀρθόδοξοι πῆραν τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας πῆρε τὸν 16ο αἰώνα, τὴν αὐτοκεφαλία καὶ τὴν Πατριαρχικὴν ἀξίαν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.               «Καὶ σήμερα, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἐμεῖς ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ τῶν Ρώσων Ὀρθοδόξων, στέλνουμε πρὸς αὐτούς, εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ ὅπου ἀλλοῦ βρίσκονται διεσπαρμένοι στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς Μητρός των Ἐκκλησίας».

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΓ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/66, Ἰούλ.- Αὔγ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Τ Μυστήρια τς κκλησίας

.           Ὀνομάζουμε «μυστήρια» κάποιες πράξεις ἢ κάποιες καταστάσεις στὴ ζωή μας ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὶς νοοητικὲς δυνάμεις μας. Ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε αὐτὴ τὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τελετὴ τῆς μυήσεως (ἀπὸ τὸ ρῆμα «μύω», ποῦ σημαίνει «κλείνω τὰ ματιὰ» καὶ κατὰ συνεκδοχὴ «κλείνω τὸ στόμα»). Στὰ «μυστήρια» κλείνουμε τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα, ὄχι γιατί ὑπάρχει κάτι ποὺ πρέπει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ γιατί ὅ,τι καὶ νὰ δοῦμε καὶ ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σ᾽ αὐτὲς δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειά τους. Τὸ ἀληθὲς βρίσκεται πέραν τῆς ὁράσεως, πέραν τῆς ἐκφράσεως, πέραν τῆς ἀκοῆς, πέραν τῶν αἰσθήσεων. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ «πέραν» εἶναι τὸ πραγματικό, τὸ ἀληθές. Δανείστηκε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία αὐτὲς τὶς λέξεις (μυστήρια, μύηση μέλπ.) γιὰ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταστάσεις ποὺ ζοῦμε μέσα στὴ λειτουργική της πράξη καὶ τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, οὔτε νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὰ συνήθη ἀντιληπτικὰ καὶ ἐκφραστικά μας μέσα. Παραδείγματος χάριν, τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνα μυστήριο, διότι σ᾽ αὐτὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ συντελεῖται σημανικὴ πράξη ἀλλαγῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἰδωθεῖ αἰσθητὰ οὔτε νὰ κατανοηθεῖ λογικά. Μποροῦμε βέβαια νὰ ἔχουμε μιὰ λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ νοήματος τοῦ βαπτίσματος, ἢ νὰ κάνουμε μιὰ ἀνάλυση ὅλων τῶν συμβόλων του βῆμα μὲ βῆμα (νὰ ποῦμε δηλαδὴ τί σημαίνει αὐτό, τί γίνεται τώρα, τί γίνεται ἔπειτα κ.λπ.), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ οὐσιαστικὴ κατανόηση ἢ ζωντανὴ ἀντίληψη τῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται.
.            Τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ ἐκκλησιολογικός τους χαρακτήρας. Τὰ μυστήρια δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὲς τελετές, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὴ πράξη. Χωρὶς νὰ μποῦμε σὲ βαθύτερη ἀνάλυση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀτομικὴ πράξη, γιατί ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πρόσωπο ὑπάρχει αἰωνίως, καὶ τὸ πρόσωπο λειτουργεῖ, δημιουργεῖται, διὰ τῆς σχέσεως. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας ἀντλεῖται καὶ θεμελιώνεται κατὰ τὴν ἀναλογία τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς θεότητας, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε τριαδικότητα καὶ ἐκφράζεται ὡς κοινωνία προσώπων. Ἐπειδὴ διὰ τῶν μυστηρίων γινόμαστε μέλη σώματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τελοῦνται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων. Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας μὲ τὴν τέλεση τῶν μυστηρίων, εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ διαστροφὴ αὐτοῦ ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ μυστήρια. Ἔτσι σήμερα μποροῦν σὲ ἕνα ναὸ νὰ τελεστοῦν πέντε γάμοι, σὲ διαφορετικὴ ὥρα ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας συνέχεια τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Καταντᾶ νὰ εἶναι μιὰ ἀτομικὴ πράξη, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ πράξη μὲ ἀτομικὸ χαρακτήρα: ἐγὼ καὶ ὁ ἐξομολόγος. Δὲν μαζευόμαστε ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁμοίως καὶ τὸ βάπτισμα, ἔχει γίνει καὶ αὐτὸ ἀτομικὸ γεγονός. Ἐμεῖς οἱ γονεῖς προσκαλοῦμε τοὺς γνωστούς μας, τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς καὶ τοὺς κατὰ κόσμον φίλους, νὰ βαπτίσουμε τὸ παιδί μας. Ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κοινότητα, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, εἶναι αὐτὴ ποὺ τελεῖ τὰ μυστήρια, μὲ προεξάρχοντά της τὸν ἐπίσκοπο (εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ) ἢ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἔχει ὁριστεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι ποὺ βαπτίζει τὸ παιδί, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα παντρεύει τὸ ζευγάρι, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα κηδεύει αὐτὸν ποὺ φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα θεραπεύει, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὴ χάρη, τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἴσως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει διασώσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα στὶς μέρες μας, ἂν καὶ παρουσιάστηκε στοὺς καιρούς μας τὸ φαινόμενο τῶν ἰδιωτικῶν λειτουργιῶν. Παραγγέλνεις μιὰ ἰδιωτικὴ λειτουργία καὶ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τὸ δέχονται αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ κάνουν.
.             Γιατί τονίζω τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν μυστηρίων; Ὅλα τὰ μυστήρια πηγάζουν ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ θεία Εὐχαριστία κάνει καὶ τὶς ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις νὰ εἶναι μυστήρια ἁγιασμοῦ. Γιατί μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς τελειώσεως. Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἕνα γεγονὸς τῶν ἐσχάτων, ποὺ γίνεται παρόν. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Εὐχαριστία, ζοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Παρὼν στὴν θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος παίρνει τὰ μέλη τοῦ σώματός Του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν βαπιστεῖ στὸ ὄνομά Του, τὴν κτίση ὅλη καὶ μᾶς ἀναφέρει ὅλους στὸν Πατέρα Του. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ γεγονὸς πηγάζουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γεγονότα, ὅλες οἱ ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις. Παλαιότερα μάλιστα, γιὰ νὰ τονιστεῖ αὐτὸς ὁ χαρακτήρας, ὅλα τὰ μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία κατὰ τρόπο ἁπτό. Τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία – ἀκριβέστερα, πρὶν ἀρχίσει ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ οὐσιώδη καὶ σαφῆ σύνδεσμο μαζί της. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐξομολόγηση, γινόταν ἐπίσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία, στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τὸ ὀνομάζουμε σήμερα Λειτουργία τοῦ λόγου, καὶ στὸ ὁποῖο παρευρίσκονται καὶ οἱ κατηχούμενοι. Ὁμοίως τὸ εὐχέλαιο, ἡ ἱερωσύνη καὶ ὁ γάμος τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Ἀνέφερα τὰ γνωστά μας ἕξι μυστήρια, ποὺ μαζὶ μὲ τὴ θεία Κοινωνία μᾶς κάνουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑπτὰ λεγομένων μυστηρίων. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις μυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται μόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4, PG 150, 585B).
.             Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ θέλω νὰ τονίσω σχετικὰ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀνάδυση τῆς κατὰ φύσιν πραγματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Στὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται ἡ ἀνάδυση τῆς καλλιελαίου ἢ ἡ μεταμόρφωση εἰς καλλιέλαιον τῶν νεοφύτων τοῦ Χριστοῦ. Νεόφυτα λέγονται τὰ βλαστάρια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μιὰ ἄγρια ἐλιά. Αὐτὰ τὰ βλαστάρια, ἂν τὰ ἀφήσεις μόνα τους, θὰ δώσουν μιὰ ἄγρια ἐλιά, ποὺ δὲν θὰ δώσει καρπό. Αὐτὴ ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ γίνει καλὴ ἐλιά, νὰ δώσει καρπό, γι᾽ αὐτὸ λέγεται καλλιέλαιος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ μυστήριο ἡ φύση θεραπεύεται. Μιὰ φύση ποὺ προοπική της εἶναι νὰ μὴν ἀποδώσει καρπό, νὰ μὴν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ διαλεχτεῖ μὲ τὸν Θεό, θεραπεύεται, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαλέγεται, νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
.             Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἐσχατολογική τους προοπική. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια. Καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξόδου ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ τὸ λέμε κηδεία (ἀκολουθία εἰς κεκοιμημένους), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγιασμοῦ (εἴτε τοῦ μικροῦ ἁγιασμοῦ εἴτε τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης μὲ μιὰ φιλάνθρωπη πράξη, μὲ μιὰ ἄσκηση – ὅλα γενικῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπική. Ἡ προοπική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος. Ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ Βάπτισμα, στὸ Χρίσμα, στὴ Μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση – καὶ ἔτσι ἀλλάζω λίγο τὴν ἑρμηνεία τῆς λέξης «μυστήριον»– εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΡΚΙΝΟΒΑΤΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ–ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Καρκινοβατεῖ ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Μὲ τὴν ἐξέταση τοῦ σοβαρότατου θέματος τοῦ σχολιασμοῦ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ τῶν ἐγκριθέντων κειμένων σὲ αὐτὴν συνεδριάζει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σύναξη θὰ διεξαχθεῖ σὲ φορτισμένο κλίμα, ἂν ἀληθεύει ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, παρενέβη στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μιλώντας μάλιστα ἀρνητικὰ γιὰ δύο Μητροπολίτες. Τὰ ὅσα διαμείφθηκαν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν αὐτογνωσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες.
.             Γιὰ τὴν πορεία τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τὸ Βατικανὸ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ μεταξύ τους διάλογος σημείωσε πρόοδο. Αὐτὸ μετὰ τὴ 14η Γενικὴ Συνέλευση τῆς ὁλομέλειας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, στὴν ὁποία ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ κείμενο ποὺ ἔχει τίτλο «Συνοδικότητα καὶ πρωτεῖο κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία: στὴν πορεία πρὸς κοινὴ κατανόηση, στὴν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».
.             Ἡ Συνέλευση ἔλαβε χώρα στὸ Κιέτι τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τὶς 16 ἕως τὶς 21 Σεπτεμβρίου 2016. Ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες τοπικὲς Ἐκκλησίες συμμετέσχον ὅλες πλὴν τῆς Βουλγαρικῆς. Τὸ τελικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια αὐτοῦ τῆς Ραβέννας, ἐγκρίθηκε ἀφοῦ τὸ ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα καὶ ὅλων τῶν παρουσῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μὲ τὴν ἔκφραση ἐπιφυλάξεων μόνο ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας ἐπὶ ὁρισμένων παραγράφων του. Τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας δὲν εἶχε ἐγκριθεῖ λόγῳ τῆς ἀντίδρασης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας.
.             Τὸ ψηφισθὲν καὶ μάλιστα ὁμόφωνα κείμενο περιλαμβάνει 21 ἄρθρα. Στὸ τελικὸ ἀνακοινωθὲν ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία κατανόηση εἶναι τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ ἡ ἰσχυρὴ πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους, δεδομένου ὅτι ἐπιδιώκουν νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν πλήρη μεταξύ τους κοινωνία σήμερα. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσης ἀμφότεροι πρέπει νὰ ἐξετάσουμε πῶς ἡ συνοδικότητα, τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλληλένδετο μεταξύ τους μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐφαρμοσθεῖ σήμερα καὶ εἰς τὸ μέλλον».
.             Παρὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κειμένου στὸ Κιέτι καὶ παρὰ τὴν διπλωματικότητα μὲ τὴν ὁποία ἔχει αὐτὸ γραφεῖ, τὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ χάσμα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν εἶναι φανερό. Οἱ ἀπόψεις τῶν Ἰωάννη Σπιτέρη, Καθολικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας καὶ Δημητρίου Σαλάχα, τιτ. Ἐπισκόπου Γρατιανουπόλεως, ποὺ δημοσιεύθηκαν στὴν ἐφημερίδα «Καθολική», ἐπίσημο ὄργανο τῆς Συνόδου τῆς «Καθολικῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος» (Φύλλο 185, 30ῆς Σεπτεμβρίου 2016, σελ. 5 καὶ 6), τὸ ἀποδεικνύουν.
.             Ἐπὶ τῆς παραγράφου 8 τοῦ κειμένου, στὴν ὁποία τονίζεται: «Στὴν Εὐχαριστία προεστὼς καὶ κοινότητα εἶναι ἀλληλένδετοι: ἡ κοινότητα δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει τὴν Εὐχαριστία χωρὶς τὸν προεστῶτα καὶ ὁ προεστὼς μὲ τὴ σειρά του πρέπει νὰ τελεῖ τὴν Εὐχαριστία μαζὶ μὲ τὴν κοινότητα», οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ἡ καθολικὴ πλευρὰ πάντως καίτοι ἐπισημαίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἀμφισβήτησε τὸ ἀπόλυτο αὐτῆς τῆς διατύπωσης».
.             Ἐπὶ τοῦ 34ου Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὴν 13η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι καὶ σαφῶς ρυθμίζει τὶς σχέσεις τοῦ πρώτου κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς συνεπισκόπους του καὶ τὴ Σύνοδο, οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ὡστόσο αὐτὸς ὁ Κανόνας, ὅπως εἶναι φανερό, δὲν ἀναφέρεται στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀλλὰ στὸ περιφερειακό. Στὴ Δύση πάντως εἶναι ἐλάχιστα γνωστός». Παράξενη ἡ ἄποψή τους. Τί πάει νὰ πεῖ ὁ Κανόνας δὲν ἦταν γνωστὸς στὴ Δύση; Ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ὁ Κανόνας. Προφανῶς ὁ Πάπας τὸν γνώριζε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ τὸν ἀγνοεῖ, ἀφοῦ ἀντέβαινε στὴν ἀντίληψή του περὶ τοῦ πρωτείου…
.             Στὴν 15η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι γράφεται: «Μεταξύ του Δ´ καὶ Ζ´ αἰώνα, ἡ τάξις τῶν πέντε πατριαρχικῶν ἑδρῶν ἀναγνωρίστηκε μὲ βάση τὶς κανονικὲς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὲ τὴν ἕδρα τῆς Ρώμης νὰ καταλαμβάνει τὴν πρώτη θέση, ἀσκώντας τὰ πρεσβεία τιμῆς καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ ἕδρες τῶν Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, μὲ αὐτὴ τὴ σειρά, σύμφωνα μὲ τὴν κανονικὴ παράδοση».
.             Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα δὲν δέχθηκαν νὰ ἀναγραφεῖ ὅτι ὁ Ρώμης ἦταν «πρῶτος μεταξὺ ἴσων» (primus inter pares), διότι «δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ πολιτικὴ» καὶ προσθέτουν: «Ἡ παράδοση τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας δὲν βασίζει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ πολιτικὰ αἴτια, διότι ἦταν πρωτεύουσα αὐτοκρατορίας καὶ ἄλλωστε δὲν δέχθηκε ποτὲ τὸν 28ο Κανόνα* τῆς Δ´, στὴν Χαλκηδόνα, Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ βάσισε τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ θρησκευτικοὺς λόγους καὶ συγκεκριμένα στὰ λόγια του Χριστοῦ πρὸς τὸν Ἀπόστολο Πέτρο». Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἀπολύτως σαφὴς καὶ καθοριστικὸς στὸ γιατί ἡ Ρώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη, παλαιὰ καὶ νέα πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας, ἔλαβαν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ἔναντι τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔχουμε τὸ κέντρο τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν τόπο ὅπου συγκροτεῖται ἡ πρώτη Ἐκκλησία. Ὅσο καὶ ἂν τὸ ἀρνεῖται τὸ Βατικανό, αὐτὴ καὶ μόνο εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ Ρώμη πῆρε τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ὡς ἡ πρώτη πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο. Στὰ περὶ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς «ἔδωσε τὸ δαχτυλίδι τῆς παγκόσμιας ἐξουσίας στὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ αὐτὸς στοὺς διαδόχους του Πάπες» δὲν στέκει καθόλου ὡς ἐπιχείρημα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπὸ πουθενὰ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ σκέφθηκε, οὔτε ὅτι τὸ ἐφάρμοσε.
.             Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπέβαλαν νὰ γραφεῖ στὴν 16η παράγραφο τοῦ κειμένου ὅτι στὴ Δύση τὸ πρωτεῖο τῆς ἕδρας τῆς Ρώμης κατανοήθηκε ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ μετέπειτα ὡς προσωπικὸ προνόμιο τοῦ Πάπα, «ἐπειδὴ ἦταν ὁ διάδοχος τοῦ Πέτρου, τοῦ πρώτου τῶν Ἀποστόλων». Καὶ προστίθεται στὴν ἴδια παράγραφο: «Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη δὲν ἔγινε δεκτὴ στὴν Ἀνατολή, ἡ ὁποία εἶχε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο». Προφανῶς οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συμβιβάστηκαν στὴ φράση αὐτή, ποὺ εἶναι ἀνακριβής. Ἡ ἀκριβὴς εἶναι πὼς ἡ Ἀνατολὴ δὲν κάνει ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἐκφράζει τὸν Λόγο τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στὴ 19η παράγραφο τοῦ τελικοῦ κειμένου ἀναφέρεται ὅτι κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρξαν ἔκκλητες ἀναφορὲς πρὸς τὸν Πάπα, ἀλλὰ αὐτὸς οὐδέποτε ἄσκησε κανονικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι ὑποστηρίζουν: «Ἡ θετικὴ οὐσία τοῦ ντοκουμέντου εἶναι ὅτι οἱ Καθολικοὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ Συνοδικότητα εἶναι οὐσιαστικὸ γνώρισμα τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ἀναγνωρίζει – μὲ ὅλους τους περιορισμοὺς ποὺ ἔθεσε – τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ὑπάρχει ἕνας πρῶτος καὶ στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο». Τὸ ζήτημα ποὺ θέτουν εἶναι σοβαρότατο. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, πλὴν τῆς πρόσφατης ἀντίληψης περὶ Πρωτείου τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου, ποὺ ἐκφράζει τὴ ματαιοδοξία τοῦ Φαναρίου, εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ πρωτεῖο. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπόλυτη θέση καὶ τοῦ Φαναρίου, μέχρι τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχου…
.             Στὸ Κιέτι ἔγινε μεγάλη καὶ ζωηρὴ συζήτηση ὡς πρὸς τὴ συνέχεια τοῦ διαλόγου. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, Μητροπολίτης Βολοκολὰμσκ Ἰλαρίων καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρότειναν νὰ ἀσχοληθεῖ ξανὰ ἡ Ὁλομέλεια μὲ τὸ θέμα τῆς Οὐνίας, ποὺ διεκόπη στὴν Η´ Συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας, στὴ Βαλτιμόρη, τὸ 2000. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἀπέρριψαν τὴν πρόταση καὶ ἀντιπρότειναν νὰ συζητηθεῖ «ἡ θεολογικὴ καὶ βιβλικὴ πρόοδος ποὺ ὑπῆρξε στὸ πλαίσιο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μετὰ τὴ Β´ Βατικανὴ Σύνοδο σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὴ φύση καὶ τὴν ἐξάσκηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὄχι ὡς πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλὰ ὡς διακονία γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας μέσα στὴν Ἐκκλησία». Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπέρριψαν τὴν ἐν λόγῳ πρόταση. Τελικὰ ἀποφασίστηκε ἡ μικτὴ συντονιστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ συνεδριάσει τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ νὰ προτείνει μὲ ποιὸ θέμα θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος… Ὁ διάλογος συνεχίζει νὰ καρκινοβατεῖ…
.             Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, διὰ τοῦ ὑπευθύνου του ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ, ἔκαμε παράλληλα μὲ τὶς Συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς στὸ Κιέτι καὶ γεωστρατηγικὲς ἐνέργειες. Ὁ κ. Ἱλαρίων συναντήθηκε μὲ τὸν Πάπα Φραγκίσκο καὶ στελέχη τοῦ Βατικανοῦ καὶ ζήτησε νὰ περιοριστεῖ ἡ προπαγάνδα καὶ οἱ ἐχθρικὲς ἐνέργειες τῆς Οὐνίας ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας. Ὡς ἀντάλλαγμα προσέφερε τὴ συνεργασία του στὴν προώθηση τοῦ διαλόγου. Αὐτὸς εἶναι πιθανότατα ὁ λόγος ποὺ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας στὸ Κιέτι δέχθηκε τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας, ποὺ εἶχε ἀπορρίψει, μὲ τὶς λίγες τροποποιήσεις ποὺ τοῦ ἔγιναν…-

*Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφει: «Ἀκολουθώντας παντοῦ τοὺς κανόνες τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ γνωρίζοντας τὸν κανόνα, ποὺ διαβάστηκε πρόσφατα τῶν ἑκατὸ πενήντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων, ποὺ συνῆλθαν στὴ μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς Μεγάλου Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος ἔγινε βασιλιὰς στὴ βασιλικὴ πόλη τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ Νέας Ρώμης. Ἄλλωστε δικαιολογημένα οἱ Πατέρες ἔχουν δώσει τὰ πρεσβεῖα στὸ θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης, ἐπειδὴ βασιλεύει ἐκείνη ἡ πόλη. Ἔχοντας λοιπὸν τὸν ἴδιο σκοπὸ οἱ ἑκατὸ πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τὰ ἴσα πρεσβεῖα στὸν ἁγιώτατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη ποὺ τιμήθηκε μὲ βασιλεία καὶ σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καὶ τὰ ἴσα πρεσβεῖα μὲ τὴν πρεσβύτερη βασιλικὴ πόλη Ρώμη, νὰ μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καὶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, καθὼς εἶναι δεύτερη (στὴν τάξη) ὕστερα ἀπὸ ἐκείνη….» (Πρόδρομου Ι. Ἀκανθόπουλου «Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων», Β´ Ἔκδοση, Ἔκδ. Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1995, σελ. 95 – 96).

, , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–4

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης,
Τό χρονικό μιᾶς προμελετημένης ἐκτροπῆς

(Δ´ Μέρος)

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης

Α´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]
Β´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης] -2
Γ´ μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–3

.             Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης καταστρατήγησε τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, κατέλυσε τήν συνοδικότητα, κατεπάτησε βάναυσα ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, ἀγνόησε καί ἀπέρριψε τήν ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί τήν ἁγιοπνευματική ὀρθόδοξη θεολογία μας.
.             Γι’ αὐτό καί ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἄκυρη καί οἱ ἀποφάσεις της δέν ἔχουν δεσμευτικό χαρακτήρα γιά τούς πιστούς. Γι’ αὐτό καί ἡ γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας ἀρνήθηκε νά ἀποδεχθεῖ τά τετελεσμένα αὐτῆς τῆς «Συνόδου». Γι’ αὐτό καί τήν ἀκύρωσε ἤδη στήν πράξη. Εἶναι σίγουρο ὅτι μιά μελλοντική πραγματικά Πανορθόδοξη Σύνοδος θά καταδικάσει ὅλες αὐτές τίς κακοδοξίες καί θά ἀποκαταστήσει τήν ἀλήθεια.
.             Ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἤδη ἀνύπαρκτη στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὡς μή γενομένη, ἐπειδή ἔρχεται σέ φανερή ἀντίθεση μέ τήν βιούμενη ἁγιοπνευματική ἑνότητά Της, ἡ ὁποία καθιστᾶ τελικῶς ἀνίσχυρες τίς ἐνέργειες τοῦ πονηροῦ καί τῶν συνεργατῶν του, καθιστᾶ μάταια τά σχέδια καί τίς ραδιουργίες τῶν Οἰκουμενιστῶν.
.              Οἱ ἐμπνευστές καί ὀργανωτές τῆς «Συνόδου» θά συνεχίσουν τό πονηρό τους ἔργο γιά τήν ἐπίτευξη καί τοῦ τελικοῦ τους στόχου, πού εἶναι ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» καί ἐν συνεχείᾳ ἡ πανθρησκεία. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει, σέ καμμία περίπτωση, νά ὑπάρξει ἀδράνεια, χαλάρωση, ἐφησυχασμός, φόβος ἤ δειλία ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Ἀπαιτεῖται ἀνδρεῖο καί ὁμολογιακό φρόνημα, θάρρος, πνευματική λεβεντιά, ἐπαγρύπνηση, κινητοποίηση, πληροφόρηση καί παρεμβάσεις τέτοιες, πού θά σταθοῦν ἀνάχωμα στόν οἰκουμενιστικό ὀλετήρα καί θά ἀναχαιτίσουν τίς ὀλέθριες ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν.
.             Ἀπαιτεῖται συσπείρωση, συντονισμός καί ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν ἐνημέρωση τῶν Ἐπισκόπων μας, τῶν κληρικῶν, τῶν μοναχῶν, τῶν θεολόγων καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, πού «ἔ­χει τὸ δι­καί­ω­μα (…) καὶ ὄ­χι μό­νο τό δι­καί­ω­μα, ἀλ­λὰ τὸ κα­θῆ­κον τῆς “ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σε­ως”»91 τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων.
.                Οἱ γρηγοροῦντες, κατά τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, πιστοί παραμένουμε –εὐγνωμόνως– ἀκλόνητοι στήν Ἐκκλησία μέ τόν διαχρονικό Νικητή Χριστό. Ὁ Χριστός, διά τῆς Ἐκκλησίας, «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»92. Οἱ ἐμπνευστές καί διοργανωτές τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ἀλλά καί ὅποιοι ἄλλοι ἐπιχειροῦν τήν ἀποδόμηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά γνωρίζουν, ὅτι «σκληρόν πρός κέντρα λακτίζειν»93.
.             Ἄς μείνουμε, λοιπόν, ὅλοι σταθεροί καί ἀμετακίνητοι ἐν Χριστῷ. Ἄς ἐναποθέσουμε σ’ Ἐκεῖνον τήν ἀγωνία καί τήν ἀνησυχία μας γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἐκκλησία Του. Ἄς ἐντείνουμε τήν προσευχή μας καί τήν μετάνοιά μας, τήν ἄσκηση, τήν ἐγκράτεια, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του στήν ζωή μας, ὥστε νά γίνουμε δεκτικοί τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους Του γιά νά θεραπευθοῦν τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρωθοῦν τά ἐλλείποντα.
.              Τελικά, ἡ πολυδιαφημιζόμενη καί πολυπροβαλλόμενη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» ἀποδείχθηκε ἕνα πυροτέχνημα καί κατέληξε σέ συντριπτική ἧττα τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐμπνευστῶν της.
.             Εἶναι πλέον βέβαιο, ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης γιά τήν συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὡς μή γενομένη. Ζῆ Κύριος ὁ Θεός!

Ὑποσημειώσεις:
91. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1989, σελ. 207.
92. Ἀποκ. 6, 2.
93. Πξ. 26,14.

, ,

Σχολιάστε