Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησιολογία

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΕΙΜΑΖΕΤΑΙ ΑΛΛΑ ΝΑΥΑΓΙΟΝ ΟΥΧ ΥΠΟΜΕΝΕΙ»

«Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΕΙΜΑΖΕΤΑΙ ΑΛΛΑ ΝΑΥΑΓΙΟΝ ΟΥΧ ΥΠΟΜΕΝΕΙ»

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

.                   Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ πρῶτοι χριστιανικοί αἰῶνες, εἶχαν ὡς μέγα ζήτημα τήν Τριαδολογία, τήν Χριστολογία καί τήν Σωτηριολογία. Οἱ κοντινοί μας αἰῶνες, ὁ εἰκοστός καί ὁ εἰκοστός πρῶτος, φαίνεται νά ἔχουν ὡς σημαντικό θέμα, τήν Ἐκκλησιολογία. Δηλαδή, ἀναζητεῖται συνεχῶς ἡ ἀπάντηση στό βασικό ἐρώτημα: Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Καί τοῦτο, ἐπειδή ἔρχεται ἐνώπιόν μας μία παρερμηνεία τῆς ἐννοίας τῆς Ἐκκλησίας, μία λαθεμένη ἀντίληψη τοῦ ἔργου της, μία παρεξήγηση τῆς θέσεως τῶν μελῶν της. Ποικίλες θεωρίες καί ἀπόψεις διατυπώνονται καί μάλιστα κατ’ αὐτάς, οἱ ὁποῖες ὅμως, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τό οὐσιαστικό καί αὐθεντικό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησίας. Γιά παράδειγμα, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μόνον ἕνα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ὅπως ὅλα τά ἄλλα σέ μία κρατική ὑπόσταση. Ἄλλοι, θεωροῦν ὅτι εἶναι ἕνα κοινωφελές ἵδρυμα, ἐξαιρετικά χρήσιμο γιά ὑλική βοήθεια πρός τούς πτωχούς καί ἀναγκαῖο γιά διάφορες πολιτιστικές ἐκδηλώσεις. Ἄλλοι, ὅτι εἶναι μία καλή ὀργάνωση γιά συναισθηματική καί ψυχολογική στήριξη τῆς συνοχῆς τῆς κοινωνίας. Καί, βέβαια, γιά ἄλλους, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ὀντότητα μέ συντηρητικό, σκοταδιστικό, ὀπισθοδρομικό πνεῦμα, ἕνα καθεστώς ἀποξενωμένο ἀπό τήν πρόοδο, τήν παγκοσμιοποίηση καί τά σύγχρονα κοσμοείδωλα.
.                   Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω, παρουσιάζεται συχνά τό φαινόμενο τῆς ἀπαξίωσης τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κατασυκοφάντησης, τῆς λοιδορίας, τῆς ἄρνησης, τῆς θέσεώς της στό περιθώριο τοῦ δημόσιου βίου.

* * *

.                   Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία καθίσταται, ὅπως ὁ Κύριός της, «σημεῖον ἀντιλεγόμενον», καταδιωκωμένη, περιφρονημένη, ἀλλά καί ἀποκαλυπτομένη συγχρόνως ἀπό ἄλλους ἀνθρώπους, πού ποτέ κανείς δέν θά ὑποπτευόταν, ὅτι θά ἦταν δυνατόν νά ἐνδιαφερθοῦν καί νά ἔλθουν κοντά στήν Ἐκκλησία καί νά αἰσθανθοῦν ἐνδόμυχα τήν εὐεργεσία της.
.                   Ὑπάρχει, λοιπόν, σήμερα ζωηρότατο ἐνδιαφέρον, γι’ αὐτό πού ὀνομάζεται Ἐκκλησία, πέρα ἀπό κάθε θρησκειολογική ἔννοια. Γενικά, θά λέγαμε, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἐκκλησιολογικό ἐνδιαφέρον. Τό ἐρώτημα συνεπῶς εἶναι διαρκῶς ἐνώπιον πολλῶν ἀνθρώπων. Τί εἶναι τελικά ἡ Ἐκκλησία; Ὡστόσο γιά νά μπορέσει κάποιος νά δεῖ καί νά αἰσθανθεῖ, νά καταλάβει, νά βιώσει τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί τί κάνει, ἀρίδηλος ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη νά ὑφίστανται οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις. Χρειάζεται μία ὑπέρβαση τοῦ «ὀρθοῦ λόγου», μία διείσδυση στό «μυστήριο» πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Πρέπει κανείς νά προχωρήσει ἀπό τήν νοησιαρχία στό ὑπέρλογο, ἀπό τό ἄγνωστο στή γεύση καί μετοχή καί ἐμπειρία τῆς θείας χάριτος. Ἄλλως, παραμένει ἔξω τοῦ οἴκου τῆς Ἐκκλησίας.
.                   Καταδεικνύεται, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτό πού νομίζουμε ἤ μέ ποικίλα κατά καιρούς ἰδεολογικά ἤ κοσμικά κριτήρια κατασκευάζουμε ὡς Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πέραν ἀπό καταχωρήσεις περί θρησκείας σέ ἐγκυκλοπαίδειες καί βικιπαίδειες. Ὅπως δέ διαπιστώνουμε -καί κάμνει πολύ ἐντύπωση αὐτό τό γεγονός- ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔγραψαν ἕνα ἔργο, π.χ. «Βίος τοῦ Χριστοῦ», καί δέν ὑπάρχει κάτι τέτοιο στήν ὀρθόδοξη θεολογία, κατά παρόμοιο τρόπο ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε, ὅτι δέν ὑπάρχει καί κάποιος ὁρισμός, γιά τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί χρησιμοποιοῦνται μόνο λέξεις, ἐκφράσεις καί εἰκόνες πρός δήλωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Μερικές τέτοιες λέξεις εἶναι: Βασιλεία, Βασίλισσα, Νύμφη, Μήτηρ, Ποίμνη, Κιβωτός, Ἄμπελος, Γεώργιον, Οἶκος, Οἰκοδομή, Πύργος, Σκηνή, Λιμήν, Πόλις, Σύνοδος, ἀλλά καί ἐκφράσεις, ὡς Λαός τοῦ Θεοῦ, Κοινωνία ἁγίων, Νέα Ἱερουσαλήμ, Σῶμα Χριστοῦ. Μ’ αὐτές μόνον τίς λέξεις, τίς φράσεις καί τίς εἰκόνες, μποροῦμε κάπως νά προσεγγίσουμε τό θέμα Ἐκκλησία. Ἀξίζει δέ, στό παρόν ἄρθρο, νά μελετήσουμε κυρίως αὐτή τήν τελευταία ἔκφραση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον ὀρθή θεολογικῶς. Θά σταθοῦμε σ’ αὐτή περισσότερο.

* * *

.                   Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κεφαλή τοῦ Σώματος, ὁ Χριστός καί μέλη τοῦ Σώματος εἶναι ὅλοι οἱ βεβαπτισμένοι πιστοί, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σέ ὀργανική σχέση καί ἐξάρτηση πρός τήν Κεφαλή αὐτῶν, τόν Χριστόν, καί πρός ἀλλήλους.
.                   Εἰδικότερα, ὅταν ὁμιλοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα Χριστοῦ, ἐννοοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ «ὀργανισμός», ὁ «θεσμός» ἐκεῖνος -καί κατά συγκατάβασιν χρησιμοποιοῦμε τίς λέξεις «ὀργανισμός» καί «θεσμός», πού διαθέτει ἴδια ζωή, ἴδια μέσα ζωῆς, δέν ἐξαρτᾶται ἔξωθεν καί ἔχει ὡς Ἱδρυτήν, Ἀρχηγόν, Κεφαλήν τόν Χριστόν, Λυτρωτήν καί Σωτῆρα. Λέγεται, λοιπόν, «Σῶμα Χριστοῦ», γιατί εἶναι τό Σῶμα, τό ὁποῖον ἱδρύθηκε, κυβερνᾶται, τρέφεται, στηρίζεται καί σώζεται ἀπό τόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία διαρκεῖ καί ζεῖ στούς αἰῶνες, ἀκριβῶς διότι ζεῖ μέ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τά μέσα, μέ τά ὁποῖα ρέει στή Ἐκκλησία, ἡ ζωή αὐτή τοῦ Χριστοῦ εἶναι τά θεῖα καί ἱερά Μυστήρια, τά δοχεῖα τῆς Χάριτος. Ὡραιότατα γράφει ὁ Ν. Καβάσιλας: «Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἑλκύομε τήν Ἐκκλησία στίς ψυχές μας εἶναι ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων, ἡ λοῦσις (τό βάπτισμα), ἡ χρίσις, ἡ ἀπόλαυσις τῆς ἱερᾶς τραπέζης (Θ. Κοινωνία). Ὅταν τελοῦμε αὐτά τά μυστήρια ἐπιδημεῖ καί ἐνοικεῖ σ’ ἐμᾶς ὁ Χριστός, ἀποπνίγει μέσα μας τήν ἁμαρτία καί ἐνσταλάζει τή ζωή καί τή δύναμη καί μᾶς καθιστᾶ μετόχους τῆς νίκης» (Φιλοκαλία 22, Ν. Καβάσιλας, Λόγος Λ´, σελ. 301).
.                   Τό παράδοξο, μάλιστα, εἶναι, ὅτι μέσα σ’ αὐτόν τόν «ὀργανισμό», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνεξαρτήτως ἔθνους, φυλῆς, φύλου, τάξεως, ἐκπαιδεύσεως, μποροῦν νά ζήσουν ὡς «εἷς ἄνθρωπος» καί συνάμα «ὡς ἐλεύθερα καί ἀνεπανάληπτα πρόσωπα» καί τό ἀκόμη πιό παράδοξο, ὅτι εἶναι ἡ Ἐκκλησία κοινότητα, πού ἐνῶ ζεῖ «ἐν τῷ κόσμῳ» καί ἔρχεται νά σώσει τόν κόσμο, δέν εἶναι, ἐν τούτοις, «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό καμμία κοσμική ἐξουσία, ἀλλ’ ἔχει δικούς της πνευματικούς νόμους. Ἐπί πλέον, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μία ἄμορφος μάζα, ἀλλά μία κοινωνία ἀνθρώπων, τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ, ἕνας θεανθρώπινος ὀργανισμός, ἕνας ἱερός θεσμός, ὁρατός, ἑνιαῖος καί ἱεραρχημένος. Ὡς γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος «Καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν· οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν … ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα» (Ρωμ. ιβ’, 4-6). Αὐτό εἶναι καί ἀποκαλεῖται ἐκκλησιαστικό σῶμα. Καί στό σῶμα βέβαια αὐτό δέν εἶναι μόνον οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί, ἀλλά ὅλοι οἱ βεβαπτισμένοι χριστιανοί, ὅλοι ὅσοι ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως. Ὅσοι βέβαια, προχώρησαν σέ σχίσμα, αἵρεση ἤ ἀποστασία, αὐτοί, ἀπό μόνοι τους ἔχουν ἐκβάλει τούς ἑαυτούς τους ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
.                   Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μία κοινωνία θρησκολήπτων καί δικαίων, ἀλλά ἕνας ἀγρός πού περιέχει χόρτα καλά, ἀλλά καί ἀγκάθια καί ζιζάνια καί, ὅσον διαρκεῖ ὁ παρών αἰών, ὁ διαχωρισμός ἀναβάλλεται. Ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή, ξέρει νά περιμένει, νά προσεύχεται, νά πονᾶ γιά τόν κάθε ἁμαρτωλό καί ἀσθενῆ ἄνθρωπο καί μετά χαρᾶς τόν δέχεται γιά νά τόν σώσει καί νά τόν ὁδηγήσει στή θέωση. Κατά συνέπειαν, ἀποτελεῖ οἰκτρά πλάνη νά θεωρεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς μία διοικητική πρωτίστως ὀργάνωση, ὡς ἕνα σωματεῖο τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικα, ὡς μία ΜΚΟ, ὡς ἕνα ἀνθρώπινο κατασκεύασμα.
.                   Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι ἡ Κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ Ἱδρυτής της. Τοῦτο καθ’ ὅτι, κατά τίς ἡμέρες τῆς δημόσιας ζωῆς Του, ὁ Κύριος ἐξέλεξεν τούς Ἀποστόλους του, τούς προητοίμασε, τούς ἐδίδαξε, τούς ἀπέστειλεν, ὅπως καί ὁ Ἴδιος εἶχεν ἀποσταλεῖ παρά τοῦ Πατρός. Τούς ὑπέδειξε τό βάπτισμα ὡς τό μέσον τῆς ἐνσωματώσεως τῶν μελλόντων χριστιανῶν στό Σῶμα Του καί «τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδετο ἤ μᾶλλον ἑαυτὸν παρεδίδου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», τούς παρέδωκε καί τό Μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἐνῷ μετά τήν ἀνάστασίν Του, τούς παρεχώρησε τήν ἐξουσία «τοῦ λύειν καί δεσμεῖν». Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἔθεσε τό θεμέλιον τῆς Ἐκκλησίας Του καί ἀπεκάλυψε στούς μαθητές Του τόν τύπο τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας Του, δηλ. τό σχέδιόν Του νά καταστήσει τήν Ἐκκλησίαν συνέχισιν τοῦ προφητικοῦ (διδασκαλία), τοῦ ἱερατικοῦ (μυστήρια) καί τοῦ βασιλικοῦ (διοίκηση) ἔργου Του.
.                   Ὅλα ὅμως αὐτά, δέν θά εἶχαν τήν ζωή καί τήν δύναμη πού θέλησε ὁ Κύριος νά ἔχουν, ἐάν δέν ἐζωοποιοῦντο ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό τρίτον πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἵδρυσε διά τοῦ ζωοποιοῦ Του αἵματος, ὁ ὑπέρ ἡμῶν σταυρωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ, τήν φανέρωσε καί τήν στερέωσε κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς διά τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δηλαδή, μετά τήν εἰς οὐρανούς ἔνδοξον ἀνάληψίν Του, δέν μᾶς ἄφησε μόνους, δέν μᾶς ἐγκατέλειψε. Μᾶς ἔδωκε τήν Ἐκκλησίαν Του. Αὐτό εἶναι τό μέγιστον θεῖον δώρημα.

* * *

.                   Τοιουτοτρόπως, ὁ πιστός μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ζεῖ τήν ὄντως ζωή, τήν ζωή τήν ἐν Χριστῷ, καί γνωρίζει καί ἔχει τήν ἐσωτερική πληροφορία ὅτι ἔξω τῆς Ἐκκλησίας διακατέχεται ἀπό στέρηση τῆς ἀληθοῦς ζωῆς. Ὁ εὑρισκόμενος ὅμως ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, τά βλέπει πλέον ὅλα διαφορετικά, τά γήϊνα καί τά ρέοντα, τίς ἀντιξοότητες καί δοκιμασίες τῆς ζωῆς, αὐτή τήν ἴδια τήν ζωή, καί τό νόημά της, ἀλλά καί τίς ἀσθένειες, τά βάσανα, τίς πίκρες καί αὐτόν ἀκόμη τόν θάνατον. Ὅλα τά ἀντιμετωπίζει ἄλλως πως, γιατί ὑπάρχει ἡ ἄλλη διόπτρα, ἡ πνευματική, μέ τήν ὁποία βλέπει τά τῆς ζωῆς καί τά τοῦ κόσμου τούτου.
.                   Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας, ὁ πιστός, δέν ζεῖ μόνον τήν κατά σάρκα ζωή, ἀλλά καί τήν ἐν Πνεύματι ἁγία ζωή, ἀποξενώνεται ἀπό τόν παλαιό ἑαυτό του χάριν Ἐκείνου. Ἡ πραγματική ψυχή τῆς ζωῆς του, ὁ ἐμψυχωτής του, εἶναι, ὁ νοῦς καί ἡ θέληση Ἐκείνου, τόν ὁποῖο ἔκανε Κύριόν του. Συνεπῶς, ὅταν ὁμιλοῦμε ὅτι οἱ χριστιανοί ἀνήκουν στόν Χριστό, αὐτό δέν σημαίνει ἁπλῶς ἠθική ὑποταγή, ἀλλά νέα ὄντως «ζωή ἐν αὐτῷ». Σημαίνει ὅτι ἀνήκουν σ’ Αὐτόν οἱ πιστοί ὡς μέλη Του, ὡς “κοινωνοί θείας φύσεως” (Β’ Πέτρ. α’ 4). “Οὐκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλά τῷ ὑπέρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι” (Β’ Κορ. ε’ 15). Ἔτσι, ὡς λέγει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «ἐκκλησία γὰρ οὐ τοῖχος καὶ ὄροφος, ἀλλὰ πίστις καὶ βίος», δηλαδή τρόπος ζωῆς, ἐμπειρία ζωῆς. Ἔχει πλέον ὁ πιστός ἄλλη βιοτή, τήν ἐκκλησιαστική. Ὁ ἄλλος, δέ, κόσμος πού στέκεται ἔξωθεν τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά τό καταλάβει αὐτό, γι’ αὐτό καί συμπεριφέρεται ἀντιεκκλησιαστικά. Εἶναι ἀμύητος τοῦ θείου μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό ὅσον καί ἄν μᾶς φαίνεται παράδοξο, ὁ πιστός προσκαλεῖται ν’ ἀκούσει, ἀφ’ ἑνός μέν, «τὰς θύρας, τὰς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν», ἀφ’ ἑτέρου δέ, νά ὁμολογήσει: «οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω…».

* * *

.                   Κατά συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον Ἱδρυτής, Κεφαλή, Κυβερνήτης Πηγή τῆς ἀληθοῦς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί ἀφοῦ ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8), καί ἡ Ἐκκλησία, θά παραμένει ἀείποτε ἀκατάλυτος καί ἀτελεύτητος. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε ὁ Κύριος ἔδωκε τήν βεβαίωση καί εἶπε: «Καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
.                   Ἰδιαίτερα, ὁ Ἱ. Χρυσόστομος στόν περίφημο λόγο του «Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθεὶς Εὐτρόπιος», τήν ὁποία ἐπιλεξαμε καί ὡς τίτλο τοῦ παρόντος ἄρθρου μας, διατυπώνει πολύ χαρακτηριστικά τήν σπουδαιοτάτη φράση: «Ἡ Ἐκκλησία χειμάζεται, ἀλλά ναυάγιον οὐχ ὑπομένει». Εἰδικότερα γράφει: «Τίποτε δέν εἶναι ἴσο μέ τήν Ἐκκλησία. Μή μοῦ λέγεις τά τείχη καί τά ὅπλα, γιατί τά τείχη μέ τό χρόνο παλαιώνουν, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέ γερνᾶ. Τά τείχη οἱ βάρβαροι τά γκρεμίζουν, τήν Ἐκκλησία ὅμως οὔτε οἱ δαίμονες τή νικοῦν. Καί ὅτι τά λόγια αὐτά δέν εἶναι μεγάλη καύχηση, τό μαρτυροῦν τά πράγματα. Πόσοι πολέμησαν τήν Ἐκκλησία καί αὐτοί πού τήν πολέμησαν χάθηκαν; Αὐτή ὅμως ἀνέβηκε πάνω ἀπό τούς οὐρανούς. Τέτοιο μεγαλεῖο ἔχει ἡ Εκκλησία. Ὅταν τήν πολεμοῦν, νικάει· ὅταν τήν ἐπιβουλεύονται, θριαμβεύει· ὅταν τήν βρίζουν, γίνεται λαμπρότερη· δέχεται τραύματα καί δέν πέφτει ἀπό τίς πληγές· κλυδωνίζεται, ἀλλά δέν καταποντίζεται· δοκιμάζεται ἀπό τρικυμίες, ἀλλά δέν παθαίνει ναυάγιο· παλεύει, ἀλλά μένει ἀήττητη· ἀγωνίζεται, ἀλλά δέν νικιέται» (ΕΠΕ 33, σ. 110).
.                   Καί σ’ ἄλλο, ἐπίσης σπουδαῖο λόγο του, «Πρό τῆς ἐξορίας», πάλιν ὁ μέγας πατήρ, ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, γράφει: «Τίποτε δέν εἶναι πιό δυνατό ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἄνθρωπε. Σταμάτησε τόν πόλεμο, γιά νά μή διαλύσει τή δύναμή σου. Μήν ἀνεβάζεις πόλεμο στόν οὐρανό. Ἄν πολεμᾶς ἄνθρωπο, ἤ νίκησες, ἤ νικήθηκες. Ἄν ὅμως πολεμᾶς τήν Ἐκκλησία, εἶναι ἀδύνατο νά νικήσεις, γιατί ὁ Θεός εἶναι πιό ἰσχυρός ἀπ’ ὅλους. Ὁ Θεός τήν στερέωσε, ποιός ἐπιχειρεῖ νά τήν κλονίσει;» (ὅπ. παρ., σ. 386).
.                   Δέν παραλείπει δέ ὁ Χρυσορρήμων νά γράψει καί γιά τήν ἄλλη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἁγιαστική. Τονίζει πολύ χαρακτηριστικά, ἀλλά καί παραστατικά χρησιμοποιῶντας τήν εἰκόνα τῆς κιβωτοῦ τοῦ Νῶε. «Δέν θά ἔκανε κανείς λάθος, ἐάν ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπό τήν κιβωτόν. Διότι ἡ μέν κιβωτός παρελάμβανε τά ζῷα καί τά διετήρει ζῷα, ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τά ζῷα καί τά μεταβάλλει. Ἄς χρησιμοποιήσω παραδείγματα. Εἰσῆλθεν ἐκεῖ (εἰς τήν κιβωτόν) ἱέραξ καί ἐξῆλθεν ἱέραξ· εἰσῆλθε λύκος καί ἐξῆλθε λύκος· ἐδῶ εἰσῆλθε κάποιος ἱέραξ καί ἐξέρχεται περιστερά· εἰσέρχεται λύκος καί ἐξέρχεται πρόβατον· εἰσέρχεται φίδι καί ἐξέρχεται ἀρνί, διότι δέν μεταβάλλεται ἡ φύσις, ἀλλ’ ἐκδιώκεται ἡ κακία» (ΕΠΕ 30, 284). Αὐτά ὅλα σημαίνουν, ὅτι στήν Ἐκκλησία καταφεύγουν οἱ φθαρμένες καί ἀμαυρωμένες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι «οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι», καί Ἐκείνη γνωρίζει νά ξαναπλάθει, ἀνακαινίζει καί θεώνει τόν καθένα πεπτωκότα ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία δέν μένει στήν ἄρνηση. Προχωρεῖ στήν κατάφαση, στήν πνευματική ἀνάβαση, γιατί Θεός στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας συγκαταβαίνει.

* * *

.                   Κατ’ ἀκολουθίαν, τῶν ἀνωτέρω πατερικῶν σοφῶν λόγων καί ἐφ’ ὅσον ὅλα αὐτά συνιστοῦν τήν ἔννοια, τήν πνευματική δύναμη καί τό περιεχόμενον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά Ἐκκλησία ἐρήμην τοῦ Χριστοῦ; Ἤ ἔπειτα νά γίνεται λόγος γιά καταστρατήγηση, ἀπαξίωση καί ὑποβάθμιση τῆς Ἐκκλησίας; Τό πρόβλημα, ἐν προκειμένῳ, δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε ὀρθό λογισμό. Ἄλλωστε Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι μας. Εἶναι λάθος ἡ τοποθέτηση: «Ἐγώ καί ἡ Ἐκκλησία». Μή λησμονοῦμε δέ, ὅτι ὁ Θεός Πατήρ, ὡς ὁ «ἐξ οὗ τά πάντα» εἶναι ἡ πρώτη αἰτία καί ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Θεοῦ φυτεία», δηλαδή μία ἄλλη πραγματικότητα, ὡς γράφουν οἱ «Διαταγές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων» (4ος αἰ.). Προϋπῆρχεν ἐξ ἀϊδίου οἱονεί κεκρυμμένη ἐν τῷ Θεῷ ὡς πρὸς τό, πρὸ τῶν αἰώνων, «ἀπόκρυφον μυστήριον». Προϋπῆρχεν ἐν τῇ σοφίᾳ καί τῇ προνοίᾳ τοῦ Θεοῦ, ὡς λέγει ὁ συγγραφέας τοῦ 2ου αἰῶνα, ὁ Ἑρμᾶς (Ὅρασις, 5). Μετέπειτα ἦλθαν ὅλα τά ἄλλα. Ὁ κτιστός κόσμος, ὁ ἄνθρωπος, οἱ λαοί, τά ἔθνη, τά κράτη. Ὅλα εἶναι κατοπινά καί μεταγενέστερα.
.                   Ἔτσι πράγματι, οἱ αἰῶνες ἔρχονται καί παρέρχονται. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ἐπειδή εἶναι τοῦ Χριστοῦ, μένει στόν αἰῶνα. «Ecclesia vero Christus», θά πεῖ ὁ Τερτυλλιανός καί ἐπειδή «στέφανος τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός», Αὐτή, εἶναι καί παραμένει πύργος ἀσάλευτος καί ἀκαταμάχητος. Πέρα λοιπόν ἀπό κούφιους ἰδεαλισμούς, ἀπό ἀνθρωποκεντρικούς πειρασμούς, ἀπό σκοτεινές νύκτες ἀμφιβολιῶν, τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας ἔχει πάντα τήν δυναμική τῆς ἀναγεννήσεως τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐκκλησία θά συνεχίζει νά μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο, τόν καθένα πού πηγαίνει κοντά της, νά ποιμαίνει τόν κάθε πιστό, ὑπερνικῶντας τά ποικίλα ἐμπόδια. Καί θά ἐξακολουθήσει νά κατανικᾶ τελικά καί αὐτόν τόν θάνατον, διότι ἡ Ἐκκλησία ζεῖ, γιατί ὁ Χριστός ζεῖ, καί εἶναι στό διηνεκές «ἐν μέσῳ ἡμῶν» καί Αὐτός εἶναι ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή, εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου, καί ἡ Ἀνάστασις.
.                   Γι’ αὐτό, στούς δύσκολους καιρούς μας ἀπό κάθε ἄποψη, πρίν ἀκούσουμε τήν φωνή τοῦ οὐρανοῦ: «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα;», ἄς ἀνοίξουμε τά ὦτα μας στήν πατερική συμβουλή: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν».

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr


. ––– ––– ––– . Ἕνα ἀπό τά βασικότερα θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητά της, ἡ ἑνότητα μεταξύ Χριστιανῶν καί Κληρικῶν, καί αὐτό ἔχει σχέση μέ τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας πού δέν εἶναι ἁπλῶς δημοκρατικό, οὔτε θεοκρατικό, ἀλλά συνοδικό καί ἱεραρχικό.
. ––– ––– ––– . Πολλοί σήμερα κάνουν λόγο γιά τήν ἑνότητα πού πρέπει νά ἐπικρατῆ μεταξύ Χριστιανῶν, μοναχῶν καί Κληρικῶν, μεταξύ Κληρικῶν καί Ἱεραρχῶν. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας ἀνθρωποκεντρικός ὀργανισμός, ἀλλά Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἑνότητα καί ἱεράρχηση μεταξύ τῶν μελῶν, ἔτσι πρέπει νά γίνεται καί στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ὑπάρχει συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀπό τίς Μητροπόλεις μέ τίς Ἐνορίες καί τά Μοναστήρια, μέχρι τήν Σύνοδο τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς συνοδικότητας πρέπει νά καταργῆται ἡ ἱεράρχηση, οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς ἱεραρχήσεως πρέπει νά καταργῆται ἡ συνοδικότητα.
Μερικές βασικές σκέψεις γιά τό πῶς πρέπει νά λειτουργῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἐποχή μας, πού διακρίνεται γιά πολλά προβλήματα, δημοσίευσα σέ ἕνα ἄρθρο στό Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου πού τιτλοφορεῖται «Ἀχιλλίου Πόλις» (τεῦχος 3), στό ὁποῖο ἑρμηνεύω τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα μέσα ἀπό τήν χαρισματική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι μέσα ἀπό πολιτειοκρατικές ἀπόψεις. Καί αὐτό εἶναι τό ζητούμενο.

1.Συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας
. ––– ––– ––– . Τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτό πού ἐκφράζει τήν ἑνότητά της, καί, βεβαίως, γιά νά εἶναι πραγματικό πολίτευμα, πρέπει νά εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Τό συνοδικό εἶναι ἀπό ὅλους κατανοητό, ὅτι, δηλαδή, συνερχόμαστε ὅλοι μαζί γιά νά ἐπιλύσουμε ἕνα θέμα, ἀλλά τό ἱεραρχικό δέν θέλουν πολλοί νά τό κατανοήσουν.
. ––– ––– ––– . Ἄς λάβουμε ὡς παράδειγμα τήν συγκρότηση τῆς Πολιτείας. Ἡ ἑνότητα σέ μιά Πολιτεία καί σέ ἕναν διοικητικό ὀργανισμό διαπνέεται καί ἀπό τήν συνοδικότητα, ἀφοῦ συνέρχονται ὅλα τά μέλη ἀπό κοινοῦ γιά νά ἀποφασίσουν, ὅπως στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά συγχρόνως διαπνέεται καί ἀπό τήν ἱεραρχικότητα, ἀφοῦ διαφορετικοί εἶναι οἱ ρόλοι κάθε μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἤτοι τοῦ Προέδρου, τοῦ Ἀντιπροέδρου κλπ. ἤ ἑνός διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἔτσι, ἡ συνοδικότητα δέν καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα, γιατί τότε θά ἦταν ἕνας λαϊκισμός, οὔτε ἡ ἱεραρχικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα, γιατί αὐτό θά ἦταν μιά ἀπολυταρχία.
. ––– ––– ––– . Αὐτός ὁ συντονισμός καί ἡ συνύπαρξη μεταξύ συνοδικότητας καί ἱεραρχικότητας συγκροτεῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Σέ τοπικό ἐπίπεδο ὑπάρχει ἡ συνοδικότητα, ἀφοῦ ὅλοι οἱ Κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοί πού ἔχουν βαπτισθῆ στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀνήκουν σέ μιά τοπική Ἐκκλησία, συμμετέχουν ὅλοι στήν θεία Λειτουργία, προσεύχονται, κοινωνοῦν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά διατηρεῖται καί ἡ ἱεραρχικότητα, ἤτοι εἶναι ὁ Μητροπολίτης, ὁ Πρωτοσύγκελλος, οἱ Ἱεροκήρυκες, οἱ Ἱερεῖς, οἱ Διάκονοι, οἱ Μοναχοί, οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἱεροψάλτες, οἱ νεωκόροι, οἱ κατηχητές, οἱ κατηχούμενοι, τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Κανείς δέν ἀντικαθιστᾶ κάποιο ἄλλο μέλος, καί ἔτσι ὑπάρχει ἁρμονία μέσα στήν θεία Λειτουργία.
. ––– ––– ––– . Αὐτό ἐπεκτείνεται καί στήν Διοίκηση κάθε Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Κεφαλή της εἶναι ὁ Μητροπολίτης, ἕπονται ἱεραρχικά, ὁ Πρωτοσύγκελλος, οἱ Ἱεροκήρυκες, οἱ Ἐφημέριοι, τά Ἡγουμενοσυμβούλια κλπ. Ὅλοι συμμετέχουν στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (συνοδικότητα) καί ὁ κάθε ἕνας βρίσκεται σέ μιά ἱεραρχική διαβάθμιση. Αὐτό τονίζεται ἀπό ὅλους τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται σέ αὐτήν τήν καλή σχέση μεταξύ συνοδικότητας καί ἱεραρχικότητας. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἀποφεύγεται τόσο ἡ Ρωμαιοκαθολική ἀπολυταρχία, ὅσο καί ἡ Προτεσταντική ἀναρχία.
* * *
«Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστιν ὄνομα»
. ––– ––– ––– . Τό χωρίο «Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστιν ὄνομα», πού ἔθεσα ὡς ἐπικεφαλίδα στό κείμενό μου αὐτό, τό ὁποῖο ἔγραψα κατά παράκληση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἱερωνύμου, ἀνήκει στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἕναν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος δίδασκε, παρά τίς ἐκκλησιαστικές περιπέτειες πού περνοῦσε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄνομα πού δηλώνει σύστημα καί σύνοδο.
. ––– ––– ––– . Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως σέ ἕνα σῶμα ὅλα τά μέλη, παρά τήν ποικιλία τῶν λειτουργιῶν τους, ἔχουν ἑνότητα μέ τά ἄλλα μέλη, ὁπότε ἰσχύει ἡ ποικιλία ἐν τῇ ἑνότητι καί ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ, τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τήν Ἐκκλησία. Πολλά εἶναι τά μέλη της, μία εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, τά ὁποῖα μέλη ζοῦν σέ ἑνότητα μεταξύ τους, γι’ αὐτό καί τό ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «σύστημα» καί «σύνοδος».
. ––– ––– ––– . Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι ἡ θεία Λειτουργία, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», ἀφοῦ ὅλοι συνερχόμαστε σέ μιά ἑνότητα μεταξύ μας γιά νά συμμετάσχουμε σέ αὐτήν, ἤτοι κληρικοί, μοναχοί, ἱεροψάλτες, ἐπίτροποι, νεωκόροι, ἱερόπαιδες, λαός. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι χρησιμοποιοῦμε τούς ὅρους Ἱερά Σύνοδος, Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί Διαρκής Ἱερά Σύνοδος, Συνοδικές Ἐπιτροπές κλπ. Ἀνήκουμε σέ ἕνα Σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ ἰδιαίτερα καθήκοντα καί ἁρμοδιότητες.
. ––– ––– ––– . Αὐτός ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖ τήν ἑνότητά της, ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι καί ἐξωτερική, ἀλλά κυρίως συγκροτεῖται ἀπό τήν χαρισματική ἐσωτερική ἑνότητα, δηλαδή τήν ἑνότητα στήν πίστη καί στήν μυστηριακή ζωή.
. ––– ––– ––– . Αὐτό εἶναι σημαντικό γιά τήν ἑνότητα, γιατί σήμερα μερικοί ὁμιλοῦν γιά ἑνότητα στήν Ἐκκλησία, ὥστε νά μήν ὑπάρχη δῆθεν διάσπαση, καί μέ αὐτό στήν πραγματικότητα ἐννοοῦν μιά «διπλωματική» καί ἐξωτερική ἑνότητα πού λειτουργεῖ σέ βάρος τῆς ἐσωτερικῆς-χαρισματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
. ––– ––– ––– . Ποιά, λοιπόν, εἶναι τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού συγκροτοῦν τήν ἑνότητα τῶν μελῶν στήν Ἐκκλησία; Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν κάποια στοιχεῖα πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

2.Ἡ Ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη
. ––– ––– ––– . Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἔχει γράψει, μεταξύ τῶν ἄλλων, δύο σημαντικά ἔργα, μέ τίτλο «περί οὐρανίας Ἱεραρχίας» καί «περί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας». Τά ἔργα αὐτά εἶναι πολύ σημαντικά γιά τήν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἑνότητά της, γι’ αὐτό ἔχουν ἐπηρεάσει πολύ τόσο τούς μεταγενεστέρους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί ὅλη τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γιά νά περιγράψη τήν σχέση μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν δημιουργημάτων, στά ὁποῖα δημιουργήματα συγκαταλέγεται καί ὁ ἄνθρωπος, πού εἶναι ὁ μικρόκοσμος μέσα στόν μεγαλόκοσμο ὅλης τῆς δημιουργίας, νοητῆς καί αἰσθητῆς, χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ ἡλίου.
. ––– ––– ––– . Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης πού στέλλει τίς ἀκτίνες Του σέ ὅλη τήν δημιουργία, εἶναι ἡ Θεαρχία, δηλαδή «ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως». Ὁ Θεός ἔχει πολλά ὀνόματα, μεταξύ αὐτῶν εἶναι τό «ἀγαθός» καί τό «καλός». Μέ τό ὅτι εἶναι «ἀγαθός» κινεῖται πρός τήν κτίση, σκορπώντας τίς ἐνέργειές του, καί μέ τό ὅτι εἶναι «καλός» ἑλκύει ὅλη ἡ κτίση στόν Ἑαυτό Του διά τοῦ κάλλους, τῆς ὀμορφιᾶς Του. Αὐτό ἔχει σχέση μέ τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ἔρως» καί «ἐραστόν», καί ὡς ἔρως κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο καί ὡς ἐραστό ἑλκύει στόν Ἑαυτό Του τά δεκτικά τοῦ ἔρωτος.
. ––– ––– ––– . Μετά τόν Θεό πού εἶναι ἡ «Θεαρχία», ἤτοι «ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως», ὑπάρχουν οἱ «Θεωνυμίες», ἤτοι τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, οἱ ἐνέργειές Του, καί ὑπάρχουν οἱ «Ἱεραρχίες», δηλαδή ἡ μετοχή στίς «θεωνυμίες», τόσο ἡ οὐράνια Ἱεραρχία, οἱ τάξεις τῶν ἀγγέλων, ὅσο καί ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, οἱ τάξεις τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τῆς θεώσεως.
Ὁ Θεός ὡς «ἀγαθός» στέλλει τίς ἀκτίνες τῆς δόξης Του στήν οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί σέ ὅλη τήν κτίση, καί ὡς «καλός», ἑλκύει ὅλους, διά τοῦ κάλλους Του, σέ Αὐτόν. Ἔτσι γίνεται ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί ἡ ἐπιστροφή ὅσων ἀνταποκρίνονται διά τοῦ κάλλους Του στόν Θεό, καί ἔτσι ἐπέρχεται ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ σέ ὅλη τήν κτίση.
. ––– ––– ––– . Στήν «οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία» ὑπάρχει «ἱερά τάξη», καί ἡ κάθε τάξη δέχεται ἀναλόγως τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη ὑπάρχει καί «ἡ ἱερά ἐπιστήμη», δηλαδή ἡ θεία γνώση πού ἀποκτᾶ κανείς κατά μέθεξη καί κατά ἀναλογία μέ τήν «τάξη» στήν ὁποία βρίσκεται. Ἐπί πλέον ἡ «ἱερά ἐνέργεια», δηλαδή ἡ θεία Χάρη πού ἐνεργεῖ ἀνάλογα σέ κάθε τάξη, ἄλλους καθαρίζει, ἄλλους φωτίζει καί ἄλλους τελειώνει, καί αὐτή ἡ ἐνέργεια λέγεται καθαρτική, φωτιστική καί τελειοποιός.
. ––– ––– ––– . Ἔτσι, κάθε «ἱερά τάξη» στήν «οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία» κατά ἀναλογία συνδέεται μέ τήν «ἱερά ἐπιστήμη», ἤτοι τήν «ἱερά γνώση» καί «τήν μέθεξη τῆς ἐνεργείας» κατά ἀναλογία, ὁπότε ὑπάρχει ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ τελείωση-θέωση τῶν μελῶν τῆς οὐράνιας καί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας. Ὅσοι δέν θέλουν νά μετάσχουν σέ αὐτήν τήν διαδικασία, βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὅπως καί τά πονηρά πνεύματα εἶναι ἔξω ἀπό τήν οὐράνια Ἱεραρχία.
. ––– ––– ––– . Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ Θεός κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση καί προκαλεῖ θαυμασμό, ὁπότε ἑλκύει πρός τόν Ἑαυτό Του ἀναλογικά καί ἱεραρχικά κάθε τάξη καί ἔτσι διατηρεῖται ἡ ἑνότητα τῶν κτιστῶν, καί πρός τά ἄνω καί πρός τά πλάγια.
. ––– ––– ––– . Πολλοί μιλᾶνε γιά ἑνότητα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτή ἡ ἑνότητα δέν εἶναι ἐξωτερική, κατά κάποιον τρόπο σωματειακοῦ τύπου, ἀλλά εἶναι χαρισματική, ὅταν λειτουργῆ ἡ «ἱερά τάξη», «ἡ ἱερά ἐπιστήμη» – «ἡ ἱερά γνώση» καί «ἡ ἱερά μέθεξη», καί ὅταν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας δέχονται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καθαρτικῶς, φωτιστικῶς καί τελειωτικῶς, καί ἀνέρχονται πρός τόν μόνον «καλόν κἀγαθόν», τόν Τριαδικό Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ «Θεαρχία», ἤτοι ἡ «ἀρχή τῆς θεώσεως».

3.Ἀποκάλυψη καί μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ
. ––– ––– ––– . Μέχρι τώρα σημειώθηκε ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας προέρχεται ἀπό τήν ἐσωτερική ζωή της καί ἐπεκτείνεται καί ἐξωτερικά. Γιά νά γίνη αὐτό κατανοητό πρέπει νά δοῦμε τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης ἀπό ἄνω πρός τά κάτω, ὅπως δόθηκε ἀπό τόν Θεό.
Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἔγιναν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἔφθασαν στήν θέωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι συνδέεται στενά ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός, μέ τήν ἕνωση καί κοινωνία μέ τόν Θεό καί τήν πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια οἱ Ἀπόστολοι χειροτόνησαν τούς Διακόνους καί τούς Πρεσβυτέρους, καί καθόρισαν τίς ἁρμοδιότητές τους στήν Ἐκκλησία, πράγμα πού καθορίσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία καλύτερα στούς ἑπόμενους αἰῶνες μέ τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους.
. ––– ––– ––– . Σήμερα ἡ Ἱερωσύνη κατανοεῖται περισσότερο ἀπό τά κάτω πρός τά ἄνω, δηλαδή πρῶτα γίνεται κανείς Διάκονος, ἔπειτα Πρεσβύτερος καί στήν συνέχεια Ἐπίσκοπος γιατί ἔτσι φανερώνεται εὐκρινέστατα ἡ μύηση στό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, ἀφοῦ, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη οἱ τρεῖς βαθμοί τῆς Ἱερωσύνης, ἤτοι τοῦ Διακόνου, τοῦ Πρεσβυτέρου καί τοῦ Ἐπισκόπου, συνδέονται στενά μέ τά μυστήρια τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ἔτσι, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δίδεται στούς θεουμένους καί αὐτοί τήν διατυπώνουν μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα στά πνευματικά τους παιδιά γιά νά ἀνέλθουν καί αὐτοί μέ διαφόρους βαθμούς στήν θεοπτία.
. ––– ––– ––– . Μελετώντας κανείς προσεκτικά τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά λεπτή καί οὐσιαστική διάκριση μεταξύ δογμάτων καί ὅρων. Τό δόγμα εἶναι ἡ ἀποκάλυψη του Θεοῦ στούς Προφήτας στήν Παλαιά Διαθήκη ἀσάρκως καί στούς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐν σαρκί, καί στούς Πατέρας διά μέσου τῶν αἰώνων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Αὐτό τό δόγμα, τό ὁποῖο εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς φίλους Του, διατυπώνεται μέ ὅρους, μέ «κτιστά ρήματα» γιά νά τεθοῦν τά ὅρια μεταξύ δόγματος-ἀποκαλύψεως καί στοχασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπόρροια τῆς φιλοσοφίας.
. ––– ––– ––– . Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἀρχή τοῦ «Ἁγιορειτικοῦ Τόμου» κάνει τήν διάκριση μεταξύ τῶν κηρυττομένων δογμάτων, πού ἦταν γενικῶς παραδεκτά καί ἀπό ὅλους ἀναγνωρισμένα καί ἦταν μυστήρια τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, καί βλέπονταν μόνον ἀπό τούς προφήτας ἐν πνεύματι, καί τοῦ μυστηρίου τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, πού εἶναι τά ἐπηγγελμένα ἀγαθά στούς ἁγίους στόν μέλλοντα αἰώνα, τά ὁποῖα δίδονται καί προορῶνται διά τούς ἀξίους νά βλέπουν, καί αὐτά τά βλέπουν μετρίως ὡσάν σέ ἀρραβῶνα. Δόγματα, λοιπόν, εἶναι οἱ ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ στούς φίλους Του, τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους.
. ––– ––– ––– . Ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἐμπειρία τῆς θεώσεως καί αὐτοί πού μετέχουν τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζονται θεούμενοι. Αὐτοί πού μετέχουν τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπέκτησαν ἐμπειρική γνώση τοῦ δόγματος, πού εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀκτίστου Βασιλείας Του, καί στήν συνέχεια καθορίζουν ἐν Συνόδῳ τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, πού γίνεται μέ τούς ὅρους.
. ––– ––– ––– . Κατά συνέπεια ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού δίνεται στούς θεουμένους δείχνει ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειριῶν στούς Προφήτας, Ἀποστόλους καί Πατέρας, ἀλλά αὐτή ἡ ταυτότητα ἐμπειριῶν διατυπώνεται διαφορετικά ἀπό τόν καθένα, ἀνάλογα μέ τά ἰδιαίτερα χαρίσματά του. Ὅμως, ὅταν οἱ θεούμενοι συνέλθουν σέ μιά Τοπική ἤ Οἰκουμενική Σύνοδο, τότε θέτουν τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης καί ἀποκτοῦν καί ταυτότητα ὁρολογίας. Ἔτσι μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν διάκριση μεταξύ τοῦ δόγματος, πού εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ στούς θεόπτας, καί τῶν ὅρων, πού εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ δόγματος μέ κτιστούς ὅρους.

4.Ὀρθοδοξία καί αἱρέσεις
. ––– ––– ––– . Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν θεουμένων ἁγίων μέ συγκεκριμένες πράξεις. Στό βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» ὑπάρχουν πολλά παραδείγματα. Σέ ἕνα χωρίο γράφεται: «Ἦσαν δέ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς. Ἐγένετο δέ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καί σημεῖα διά τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο. πάντες δέ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί τό αὐτό καί εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ. β΄, 42-44).
. ––– ––– ––– . Στό χωρίο αὐτό, πού παρουσιάζει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μετά τήν Πεντηκοστή, φαίνεται ὅτι τά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν ἦταν ἡ διδαχή τῶν Ἀποστόλων, ἡ κοινωνία μεταξύ τους, ἡ κλάση τοῦ ἄρτου-θεία Εὐχαριστία καί οἱ προσευχές. Δέν ἦταν μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία τό κέντρο τῆς ἑνότητας, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί στίς ἡμέρες μας, ἀλλά καί ἡ διδαχή τῶν Ἀποστόλων, ἡ κοινωνία μεταξύ τους καί οἱ προσευχές. Συγχρόνως, οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔβλεπαν «πολλά τε τέρατα καί σημεῖα» πού γίνονταν ἀπό τούς Ἀποστόλους, καί οἱ πιστεύοντες ζοῦσαν μαζί σέ ἕναν τόπο καί εἶχαν τά πάντα κοινά.
. ––– ––– ––– . Μέ ἄλλα λόγια ἡ πρώτη Ἐκκλησία λειτουργοῦσε, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν τά ὀργανωμένα Μοναστήρια, στά ὁποῖα γίνεται τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, οἱ μοναχοί προσεύχονται διαρκῶς στόν Θεό, ἔχουν κοινωνία μεταξύ τους, ἀκοῦν θεόπνευστη διδαχή καί ἔχουν ὅλα τά ὑλικά κοινά.
. ––– ––– ––– . Ἡ ἑνότητα, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική, ἀλλά ἐσωτερική-χαρισματική. Αὐτό καταγράφηκε ἔντονα στίς εὐχές τῆς θείας Εὐχαριστίας, τῶν Μυστηρίων καί τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Εἶναι τό lex credendi (κανόνας πίστεως), πού στηρίζεται στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Ἁγίους, καί τό lex orandi (κανόνας προσευχῆς), πού ἐκφράζεται στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποκάλυψη καί προσευχή, πίστη καί μυστήρια, σφυρηλατοῦν τήν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διχοτόμηση μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi διασπᾶ καί τήν ἴδια τήν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
. ––– ––– ––– . Ἐπίσης, ἡ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν συγκροτεῖται μέ τόν συνδυασμό μεταξύ theologia gloriae (θεολογία τῆς δόξης) καί theologia crucis (θεολογία τοῦ σταυροῦ). Ἡ θεολογία τῆς δόξης εἶναι ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, καί ἡ θεολογία τοῦ σταυροῦ δείχνει καί τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἀνάβαση στήν Πεντηκοστή, ἀλλά καί τήν διαφύλαξη αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Ὅταν κανείς θέλη νά μετέχη τοῦ μυστηρίου τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, χωρίς τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ, δέν ἔχει ἀληθινή ὀρθόδοξη ζωή καί ἐπιφέρει τήν διάσπαση τῆς ἑνότητος. Βίωση τῶν Μυστηρίων, χωρίς τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς τήν βίωση τοῦ σταυροῦ, ὡς καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως, εἶναι διάσπαση τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν.
. ––– ––– ––– . Ἀπό αὐτήν τήν διάσπαση μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi καί μεταξύ τῆς theologia gloriae καί τῆς theologia crucis δημιουργοῦνται οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν καί ὄχι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί δέν διασπᾶται ποτέ, ἀλλά οἱ αἱρετικοί ἀπομακρύνονται ἀπό αὐτήν.

5.Οἱ Ἱεροί Κανόνες
. ––– ––– ––– . Τά ὅσα ἐγράφησαν ἕως τώρα δείχνουν τήν χαρισματική ἑνότητα πού ὑπάρχει, καί πρέπει νά ὑπάρχη στήν Ἐκκλησία καί μέ αὐτήν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της.
. ––– ––– ––– . Ὅμως, ἡ ἁμαρτία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τούς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε οἱ τελοῦντες ἐν ἁμαρτίᾳ καί μή μετέχοντες τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ διασπῶνται ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα, οὔτε δέχονται τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, οὔτε ἑλκύονται ἀπό τό κάλλος Του. Πρόκειται γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη. Ὁ κόσμος πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν Ἱεραρχία δέν μετέχει στήν Θεοείδεια, στόν Θεό, ὁπότε βρίσκεται στό σκοτάδι.
. ––– ––– ––– . Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν σκοτασμό τοῦ νοῦ, πρέπει νά ἐπιστρέψουν, διά τῆς μετανοίας, στήν «Ἱεραρχία» καί τήν «Θεαρχία». Αὐτό τό ἔργο κάνει ἡ Ἐκκλησία μέ τό μυστήριο τῆς μετανοίας. Καί ἐπειδή ἡ μετάνοια δέν εἶναι κάτι ἰδεατό καί ἰδεολογικό, γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τούς Ἱερούς Κανόνας γιά τήν καλή συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.
. ––– ––– ––– . Οἱ Ἱεροί Κανόνες πρέπει νά ἑρμηνεύονται μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική προοπτική, ὅτι, δηλαδή, συγκροτοῦν τό συνοδικό καί τό ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, θέτουν τίς ἁρμοδιότητες στά μέλη της, ἀναφέρονται στήν καλή διοργάνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, θεραπεύουν τά σχίσματα, ἐπαναφέρουν στήν Ἐκκλησία τούς αἱρετικούς πού ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπό αὐτήν, καί τελικά θεραπεύουν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί τελειοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
. ––– ––– ––– . Εἶναι σημαντικό νά σημειωθῆ ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες ἐκινοῦντο ἀπό τήν φωτιστική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτό οἱ Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα, παρά τήν νομοτεχνική διατύπωσή τους, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά διακρατοῦν τούς Κληρικούς, Μοναχούς καί Χριστιανούς στήν χαρισματική ἑνότητα, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά νά ἐπαναφέρουν τούς ἐκτροχιασθέντας στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό φαίνεται καθαρά στόν 102ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὅταν τόν διαβάση κανείς, βλέπει ποιό εἶναι τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ποιμένων της.
. ––– ––– ––– . Ἡ μέθοδος τῆς Ἰατρικῆς Ἐπιστήμης καί ἡ ὅλη ὀργάνωση ἑνός Νοσοκομείου, ὅπως καί τά φάρμακα καί οἱ ἄλλες ἐνέργειες πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἰατροί ἀποβλέπουν στήν ἴαση καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἴαση τοῦ σώματός του. Κατά παρόμοιο τρόπο καί ἡ μέθοδος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἡ ὅλη ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στήν ἴαση τῶν μελῶν της, ὥστε νά διασφαλίζεται ἡ καλή ὀργάνωσή της μέ σκοπό τήν κατά διαφόρους βαθμούς μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
. ––– ––– ––– . Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό· ἡ ἱεραρχία εἶναι χαρισματική κατάσταση, ὅπως ἀναλύεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη· τά δόγματα εἶναι οἱ Ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ στούς ἁγίους καί οἱ ὅροι εἶναι ἡ καταγραφή τῆς Ἀποκαλύψεως· ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi καί μεταξύ τοῦ theologia gloriae καί theologia crusis· καί τέλος οἱ ἱεροί Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύονται θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά συγκροτοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
. ––– ––– ––– . Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ θεωρία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη περί «Θεαρχίας» καί «Ἱεραρχίας», «περί οὐρανίας καί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας», περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί τελειώσεως-θεώσεως, εἶναι ἡ μόνη ἀποτελεσματική διδασκαλία γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἄλλη θεωρία ἑνότητας πού στηρίζεται σέ ἐξωτερικές διεργασίες εἶναι στήν οὐσία διασπάσεις καί ἀλλοιώσεις, γιατί ἑνότητα μποροῦν νά ἔχουν καί οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί μεταξύ τους καί ὅλοι οἱ παράνομοι. Ἡ σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, μεταξύ Κληρικῶν, Μοναχῶν καί Λαϊκῶν πρέπει νά στηρίζεται στό χαρισματικό στοιχεῖο, δηλαδή στήν διδασκαλία «Περί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας» τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.–

, ,

Σχολιάστε

«ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΜΕΘΑ ΗΜΕΙΣ»


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίον
τοῦ Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
«Τὰ δύο ἄκρα» [“Οἰκουμενισμὸς” καὶ “Ζηλωτισμός”]

σελ. 60-62
ἠλ. στοιχειοθ.«Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

                                           […] Ὁλοκάθαρος Προτεσταντισµός! Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἐφαρµόζει οἰκονοµίαν, πῶς εἶνε δυνατὸν τὸ α´ἢ τὸ β´ ἄτοµον νὰ ἐφαρµόση ἀκρίβειαν εἰς τὸ αὐτὸ ζήτηµα, χωρὶς νὰ ἀποβῆ ΥΠΕΡεκκλησία; τὰ ἄτοµα δύνανται πάντοτε νὰ ἐφαρµόσουν ἀκρίβειαν; ἀλλὰ µόνον ἔναντι ἑαυτῶν, οὐδέποτε ὅµως ἔναντι τρίτων, ἔναντι δηλαδὴ ἐκείνων πρὸς οὓς ἡ Ἐκκλησία ἐφαρµόζει οἰκονοµίαν. Ἐξηγοῦµαι διὰ δύο – τριῶν παραδειγµάτων:                              
[…] Ἡ Ἐκκλησία, οἰκονοµίᾳ χρωµένη, δέχεται τὸν τρίτον γάµον. – Ἄτοµόν τι δύναται νὰ εἴπη: «Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν ἀκρίβειαν. Διὰ τοῦτο, καίτοι νεώτατος ἐχήρευσα, δὲν ἔρχοµαι οὐχὶ εἰς τρίτον, ἀλλ᾽ οὐδὲ εἰς δεύτερον γάµοv». Εὖγε! θὰ εἴπωµεν πάντες εἰς αὐτόν. Ἐὰν ὅµως οὗτος δὲν ἀρκεσθῆ εἰς αὐτό, ἀλλὰ προχωρήση περαιτέρω καὶ εἴπη: «Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ὄχι τὴν οἰκονοµίαν. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἀναγνωρίζω ὡς µέλη τῆς Ἐκκλησίας τοὺς τριγάµους, οὐδὲ συµπροσεύχοµαι µετ᾽ αὐτῶν», ἐάν, λέγω, οὗτος εἴπη τὰ ἀνωτέρω, τότε τί θὰ συµβῆ; Ἡ Ἐκκλησία θὰ ρίψη αὐθωρεὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὸν κεραυνὸν τοῦ ἀφορισµοῦ! Οἱ ἀρχαῖοι Δονατισταί, διατὶ ἀπεκηρύχθησαν ὡς σχισµατικοὶ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας; Ἀκριβῶς δι᾽ αὐτό! Ἐφήρµοζον οὗτοι ἀκρίβειαν, ἐκεῖ ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἐφήρµοζεν οἰκονοµίαν. Ἡ Ἐκκλησία π.χ. ἐδέχετο ἄνευ βαπτίσµατος τοὺς ἐξ αἱρετικῶν προερχοµένους ἐφ᾽ ὅσον εἶχον βαπτισθῆ εἰς τὸ Ὄνοµα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῶ οἱ Δονατισταὶ ἀνεβάπτιζοv αὐτούς. Παρόµοια ἔπραττον καὶ οἱ Noβατιαvοί. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία, συγκαταβαίνουσα τῇ ἀνθρώπινῃ ἀδυναμίᾳ, συνεχώρει καὶ τὰ βαρέα ἁμαρτήματα, οἱ Νοβατιανοὶ ἀπέκλειον τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τοὺς βαρέως ἁμαρτάνοντας. Ὁ κεραυνὸς τοῦ ἀφορισμοῦ ἔπεσε βαρύτατος κατὰ τῆς ἑαυτῶν κεφαλῆς.[…] Αὐτή εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Τὰ ἄλλα, τὸ νὰ ἐγείρωνται δηλαδὴ τὰ ἄτοµα (Κληρικοὶ ἢ λαϊκοὶ) καὶ νὰ ἀποκηρύττωσιν Ἐπισκόπους οὓς ἡ Καθολικὴ Ὀρθοδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται, εἶνε καθαροὶ Προτεσταντισµοί.                        
Ταῦτα βεβαίως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν -ἐπαναλαµβάνω καὶ πάλιν- ὅτι πιστεύοµεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνὰ τὸν κόσµον Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὅµως πιστεύωµεν ὅτι πάντες, ἢ σχεδὸν πάντες, οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας ἀπέβησαν ἐλεεινοὶ προδόται, τότε τὰ ἀνωτέρω ἀνατρέπονται ἄρδην. Τότε πλέον Ἐκκλησία εἴµεθα ἡµεῖς καὶ ὅ,τι πράξωµεν εἶνε αὐθεντικὸν καὶ ἔγκυρον.- -Μακρὰν πάντως ἐπ᾽ ἐµοῦ ἡ ἑωσφορικὴ σκέψις ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔµεινεν εἰς ἐµέ

,

Σχολιάστε

«ΜΙΑ Η ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ τῆς ΦΙΛΙΑΣ: Η ΚΟΛΑΚΕΙΑ. ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΧΘΡΑΣ: Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΓΝΩΜΗΣ» (Μ. Βασίλειος) [Πρόταση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ]

Πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Τό Οὐκρανικό ζήτημα ἀπασχολοῦσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό τελευταῖο διάστημα, ἀπό τό 1990 μέχρι σήμερα, περίπου τριάντα χρόνια. Ὅταν οἱ Οὐκρανοί σχημάτισαν Κράτος, θέλησαν νά ἀποκτήσουν καί αὐτοί αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία – Πατριαρχεῖο. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν ἔδωσε τήν συγκατάθεσή της, παρά μόνον ἔδωσε μιά διευρυμένη αὐτονομία, γι’ αὐτό καί τιμώρησε μέ καθαίρεση αὐτούς πού ἀνεκήρυξαν τήν οὐκρανική Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη-Πατριαρχεῖο. Ἔκτοτε στήν Οὐκρανία ὑπῆρχε μιά Ἐκκλησία πού ὑπάγεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί ἄλλες δύο παρατάξεις πού ἦταν σχισματικές.
.                 Γιά τό θέμα αὐτό ἔγραψα εἴκοσι (20) κείμενα. Τό πρῶτο γράφηκε τό ἔτος 2008, τό δεύτερο τό ἔτος 2014 καί τά ὑπόλοιπα τά δύο ἔτη 2018 καί 2019. Στά κείμενα αὐτά μέ ἀπασχόλησε κυρίως ἡ βαθύτερη αἰτία τοῦ ζητήματος, ἀπό τήν ὁποία ἀναφύονται κατά καιρούς διάφορα ἄλλα ζητήματα.
.                 Μέ τά κείμενα πού ἔγραψα προσπάθησα νά ἀναδείξω ἕξι σοβαρά ζητήματα. Πρῶτον, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό, ἀλλά καί ἱεραρχικό. Δέν μπορεῖ νά τονίζεται μόνον ἡ συνοδικότητα, χωρίς τήν ἱεραρχικότητα, γιατί αὐτό συνιστᾶ προτεσταντική νοοτροπία. Δεύτερον, ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά λειτουργῆ ὡς ἀνεξάρτητη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Ἐκκλησίες, ὡς «Αὐτοκεφαλισμός», ἀλλά εἶναι αὐτοδιοίκητη, ὄχι ὅμως καί τελείως ἀνεξάρτητη. Τρίτον, ἡ Ἀποστολική Διαδοχή συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν Ἀποστολική ζωή καί παράδοση μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Τέταρτον, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλύει τά θέματα πού ἀνακύπτουν μέ ἀκρίβεια καί οἰκονομία, καί ἡ οἰκονομία γίνεται κάτω ἀπό ὁρισμένους ὅρους καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Πέμπτον, ἐμφανίζονται κατά καιρούς διάφορες ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες, θά τίς χαρακτήριζα δυσλειτουργίες τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ θεωρία «περί Τρίτης Ρώμης», οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν στήν ἀνατροπή τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἕκτον, τό κείμενο γιά τήν χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία εἶχε συμφωνηθῆ στίς πανορθόδοξες διασκέψεις, ἀλλά μέ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας ἐπῆλθε διαφωνία στό ποιός θά ὑπογράφη τόν Τόμο αὐτόν.
.                 Κυρίως αὐτά τά ἕξι σημεῖα μέ ἀπασχόλησαν στά κείμενα πού ἔγραψα ὡς Ἱεράρχης μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὡς Ἱεράρχης τῆς καθόλου Ἐκκλησίας.
.                 Παρατηρῶ ὅτι μερικοί ἀσχολοῦνται μέ ἐπί μέρους ζητήματα, τά ὁποῖα ἀπολυτοποιοῦν, καί μάλιστα ἀναλύουν μέ ἐπιμονή ἐνέργειες πού ἔγιναν στό παρελθόν, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας πού ἔδωσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν Οὐκρανία, χωρίς νά βλέπουν τά νοσογόνα αἴτια πού ἀνέφερα προηγουμένως καί χωρίς νά βλέπουν τό παρόν καί τό μέλλον.
.                 Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος κατά τήν Συνεδρίασή της τήν 28η Αὐγούστου 2019, ἀφοῦ ἄκουσε τήν εἰσήγηση τῶν δύο Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἤτοι τῆς Ἐπιτροπῆς Δογματικῶν καί Κανονικῶν Ζητημάτων καί τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, ἔλαβε τήν ἀπόφαση ὅτι «ἀναγνωρίζει τό κανονικό δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιά τήν παραχώρηση τοῦ Αὐτοκεφάλου, καθώς καί τό προνόμιο τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά χειρισθεῖ περαιτέρω τό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας». Ἀναμένω νά δημοσιευθῆ ὁλόκληρη ἡ εἰσήγηση αὐτή, καθώς ἐπίσης καί τό σκεπτικό πού στηρίζει τήν ἀπόφαση.
.                 Ἀπό δηλώσεις καί δημοσιεύματα φαίνεται ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά ἐνημερώση τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού θά συνέλθη σέ τακτική Συνεδρίασή της τόν προσεχῆ Ὀκτώβριο.
.                 Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς θά ἐξελιχθῆ περαιτέρω τό θέμα στήν Ἱεραρχία, στήν βάση του τό θέμα αὐτό παραμένει ἀνοικτό πρός ἐπίλυση. Δηλαδή, διατυπώνονται ἐπιχειρήματα κανονικά, ἐκκλησιολογικά, θεολογικά, ἔνθεν κακεῖθεν, ἀλλά κάποια στιγμή πρέπει νά ἀναζητηθῆ μιά σοβαρή λύση, ὥστε νά ἐπανέλθη ἡ ἑνότητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού ἔχει διασαλευθῆ.
.                 Μέ τό παρόν κείμενο θά ὑποβάλω μιά συγκεκριμένη πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος. Αὐτό τό κάνω μέ πολύ σεβασμό στούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἰδίως στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαῖο. Ἐπιθυμῶ νά βοηθήσω καί ὄχι νά τούς ὑπερβῶ. Ἄλλωστε, γνωρίζω ὅτι ὅλα τά θέματα ἐπιλύονται μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.
.                Γνωρίζω σαφέστατα ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔχει μεγάλη πείρα στήν ἀντιμετώπιση ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων. Γιά παράδειγμα, ἀντιμετώπισε τό σχίσμα, πού ἐπικράτησε στήν Ἑλλάδα δέκα ἑπτά χρόνια (1833-1850) μέ τήν αὐτόγνωμη ἀνακήρυξη τῆς Αὐτοκεφαλίας, καί τό ἔλυσε μέ σοφία καί διάκριση. Τό ἴδιο παρατηροῦμε καί γιά ἄλλες κατά Τόπους Ἐκκλησίες.
.                 Ἔτσι, σέβομαι ἀπόλυτα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί τά ὅσα θά καταθέσω στήν συνέχεια μέ σεβασμό, κινοῦνται μέσα στήν προοπτική τοῦ λόγου: «Δίδου σοφῷ ἀφορμήν καί σοφώτερος ἔσται» (Παρ. θ ΄, 9) καί τοῦ λόγου: «Τῶνδε γάρ ἀκούσας σοφός σοφώτερος ἔσται, ὁ δέ νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται» (Παρ. α´, 5).
.                 Ἐννοεῖται ὅτι θά χαρῶ πολύ, ἄν βρεθῆ ἕνας καλύτερος τρόπος ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι κανείς δέν εἶναι ἀλάθητος, ἀφοῦ τό ἀλάθητον ἀνήκει στήν Ἐκκλησία πού λειτουργεῖ μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς μέ Ἱεράρχες πού συσκέπτονται συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς.
.                 Πρίν καταθέσω τήν πρόταση θά ἀναφερθῶ στήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία κατά τόν 4ο αἰώνα, γιά τό πῶς τήν περιγράφει καί πῶς τήν ἀντιμετωπίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.

Πρόταση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ

,

Σχολιάστε

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Οἱ ἐκκλησιολογικές μετα-πτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.              Ὁ οἰκουμενισμός συνδέεται μέ τόν σχετικισμό ἤ σχετικοκρατία, ὅτι, δηλαδή, ὅλα εἶναι σχετικά καί ἔτσι δημιουργεῖται σύγχυση στά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα. Ἄλλο, βέβαια, εἶναι ἡ οἰκουμενικότητα καί ἄλλο εἶναι ὁ οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά σύγχυση μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως.
.            Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστές στήν Ἑλλάδα κρίνουν καί ἐπικρίνουν ἔντονα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἰδίως τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, ἐνῶ ἀμνηστεύουν παράλληλα τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κυρίως τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Νομίζω ὅτι αὐτό δέν εἶναι δίκαιο, οὔτε ἀντικειμενικό.
.            
Γι’ αὐτό στήν συνέχεια θά θίξω τήν κατά καιρούς στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, κυρίως ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Οὐσιαστικά, θά παρουσιάσω τίς μετα-πτώσεις της σέ ἐκκλησιολογικά θέματα, πού γίνεται ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε ἔξωθεν ἐπιδράσεις.
Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά διευκρινίσω ὅτι ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια δέν ἀφοροῦν τόν ὀρθόδοξο ρωσικό λαό καί τούς ἁγίους πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία, ἀλλά τήν κατά καιρούς ἡγεσία πού ἐπηρεάσθηκε ἀπό ἄλλους παράγοντες.

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ. – Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης)

Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης:
«
Αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα,
δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά»

.               Γιὰ ἀκραία καὶ ἀπαράδεκτη ἀπόφαση «τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας», νὰ διακόψει τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἔκανε λόγο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, στὴν ὁμιλία του πρὸς τὰ μέλη τῆς ρωσόφωνης παροικίας τῆς πόλης, στὸ Ἱ. Βατοπαιδινὸ Μετόχιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὸν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Οἱ δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἔγιναν μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία χοροστάτησε σήμερα [13.12.2018] – ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται μὲ τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ἡ μνήμη τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ πανηγυρίζει ἡ ρωσόφωνη παροικία τῆς Πόλης.
.               «Αὐτὴ τὴν φορὰ ποὺ εὑρίσκομαι, ὅπως κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ἀνάμεσά σας, ἀγαπητά μου παιδιά, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει διάχυτος μία ἀνησυχία καὶ ἕνα δίλημμα μεταξύ σας. Θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς μαζί σας, εἴμεθα μία οἰκογένεια, εἶμαι ὁ πατέρας σας καὶ εἶστε τὰ πνευματικά μου τέκνα. Αὐτὴ ἡ ἀνησυχία καὶ αὐτὸ τὸ δίλημμα, ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα στὴ ρωσικὴ παροικία τῆς Πόλεώς μας καὶ γενικῶς τῆς χώρας τῆς Τουρκίας ὀφείλεται στὴν ἀκραία ἀπόφαση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, νὰ διακόψη τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, δηλαδὴ μὲ τὴ Μητέρα του Ἐκκλησία. Καὶ μπορεῖ νὰ ἔχωμε διαφορὲς ἀπόψεων ὡς πρὸς διάφορα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν σύνολον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον καὶ εἶναι δημοκρατικόν, ἀλλὰ τὸ νὰ διακόπτωμεν τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν ὡς μοχλὸν πιέσεως καὶ ὡς ἐξαναγκασμὸν γιὰ νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὶς ἀπόψεις μας, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σύντομα ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας θὰ μετανοήση γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀκραία ἀπόφασίν της».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του ὁ Παναγιώτατος ἐπεσήμανε: «Ὅταν λέγη ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας νὰ μὴν ἐκκλησιάζεσθε, νὰ μὴν ἐξομολογεῖσθε, νὰ μὴν κοινωνεῖτε στοὺς Ναοὺς ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σᾶς δημιουργεῖ ἕνα συνειδησιακὸν πρόβλημα. Νὰ μὴν ἀκοῦτε, νὰ μὴν ἔχετε καμιὰν ἀνησυχίαν, διότι ὁ δικός σας ποιμήν, ὁ δικός σας πνευματικὸς Πατέρας ἐδῶ στὴν Τουρκία, εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης».
.               Τοὺς προέτρεψε δὲ νὰ ἐκκλησιάζονται, τόσο στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ποὺ ἔχει παραχωρηθεῖ πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς ρωσόφωνης κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅσο καὶ σὲ κάθε Ὀρθόδοξο ναὸ στὴν Τουρκία.
.               Ὁ Πατριάρχης, ἐξήγησε ὅτι τέτοιες λυπηρὲς καταστάσεις δημιουργοῦνται, ὅταν στὰ δικαιοδοσιακά, τὰ καθαρῶς ἐκκλησιολογικὰ καὶ Κανονικὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀναμειγνύονται ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ φυλετικὸς παράγοντας. Ὑπογράμμισε μάλιστα, ὅτι ὁ ἐθνοφυλετισμὸς καταδικάστηκε σὲ Σύνοδο ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 1872 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς αἵρεση.
.               «Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας λένε ὅτι σὲ κάθε πόλη πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνας Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦν σὲ αὐτὴ τὴν πόλη, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ἂν εἶναι Ἕλληνες, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, Οὐκρανοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὸ ἐφαρμόζουμε ἐδῶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ Ποιμενάρχης γιὰ τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοὺς Ρώσους, ὅπως ἐδῶ, γιὰ τοὺς Ρουμάνους, στοὺς ὁποίους δώσαμε μία Ἐκκλησία καὶ ἐγὼ παρακάλεσα τὸν Πατριάρχη Ρουμανίας καὶ ἔστειλε ἱερέα νὰ τοὺς λειτουργεῖ στὴ γλώσσα τους, γιὰ τοὺς Βούλγαρους ποὺ ζοῦν στὴν Πόλη. Ὅλοι εἶναι παιδιὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὄχι οἱ Βούλγαροι τῆς Πόλεως νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Βουλγαρίας, οἱ Ρῶσοι ἐδῶ νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ρωσίας, αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα, δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά.
.               Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» ἀνέφερε.
.               Στὴν ὁμιλία του, μεταξὺ ἄλλων ὑπενθύμισε ὅτι οἱ Ρῶσοι Ὀρθόδοξοι πῆραν τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας πῆρε τὸν 16ο αἰώνα, τὴν αὐτοκεφαλία καὶ τὴν Πατριαρχικὴν ἀξίαν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.               «Καὶ σήμερα, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἐμεῖς ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ τῶν Ρώσων Ὀρθοδόξων, στέλνουμε πρὸς αὐτούς, εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ ὅπου ἀλλοῦ βρίσκονται διεσπαρμένοι στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς Μητρός των Ἐκκλησίας».

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΓ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/66, Ἰούλ.- Αὔγ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Τ Μυστήρια τς κκλησίας

.           Ὀνομάζουμε «μυστήρια» κάποιες πράξεις ἢ κάποιες καταστάσεις στὴ ζωή μας ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὶς νοοητικὲς δυνάμεις μας. Ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε αὐτὴ τὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τελετὴ τῆς μυήσεως (ἀπὸ τὸ ρῆμα «μύω», ποῦ σημαίνει «κλείνω τὰ ματιὰ» καὶ κατὰ συνεκδοχὴ «κλείνω τὸ στόμα»). Στὰ «μυστήρια» κλείνουμε τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα, ὄχι γιατί ὑπάρχει κάτι ποὺ πρέπει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ γιατί ὅ,τι καὶ νὰ δοῦμε καὶ ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σ᾽ αὐτὲς δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειά τους. Τὸ ἀληθὲς βρίσκεται πέραν τῆς ὁράσεως, πέραν τῆς ἐκφράσεως, πέραν τῆς ἀκοῆς, πέραν τῶν αἰσθήσεων. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ «πέραν» εἶναι τὸ πραγματικό, τὸ ἀληθές. Δανείστηκε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία αὐτὲς τὶς λέξεις (μυστήρια, μύηση μέλπ.) γιὰ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταστάσεις ποὺ ζοῦμε μέσα στὴ λειτουργική της πράξη καὶ τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, οὔτε νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὰ συνήθη ἀντιληπτικὰ καὶ ἐκφραστικά μας μέσα. Παραδείγματος χάριν, τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνα μυστήριο, διότι σ᾽ αὐτὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ συντελεῖται σημανικὴ πράξη ἀλλαγῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἰδωθεῖ αἰσθητὰ οὔτε νὰ κατανοηθεῖ λογικά. Μποροῦμε βέβαια νὰ ἔχουμε μιὰ λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ νοήματος τοῦ βαπτίσματος, ἢ νὰ κάνουμε μιὰ ἀνάλυση ὅλων τῶν συμβόλων του βῆμα μὲ βῆμα (νὰ ποῦμε δηλαδὴ τί σημαίνει αὐτό, τί γίνεται τώρα, τί γίνεται ἔπειτα κ.λπ.), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ οὐσιαστικὴ κατανόηση ἢ ζωντανὴ ἀντίληψη τῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται.
.            Τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ ἐκκλησιολογικός τους χαρακτήρας. Τὰ μυστήρια δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὲς τελετές, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὴ πράξη. Χωρὶς νὰ μποῦμε σὲ βαθύτερη ἀνάλυση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀτομικὴ πράξη, γιατί ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πρόσωπο ὑπάρχει αἰωνίως, καὶ τὸ πρόσωπο λειτουργεῖ, δημιουργεῖται, διὰ τῆς σχέσεως. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας ἀντλεῖται καὶ θεμελιώνεται κατὰ τὴν ἀναλογία τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς θεότητας, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε τριαδικότητα καὶ ἐκφράζεται ὡς κοινωνία προσώπων. Ἐπειδὴ διὰ τῶν μυστηρίων γινόμαστε μέλη σώματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τελοῦνται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων. Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας μὲ τὴν τέλεση τῶν μυστηρίων, εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ διαστροφὴ αὐτοῦ ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ μυστήρια. Ἔτσι σήμερα μποροῦν σὲ ἕνα ναὸ νὰ τελεστοῦν πέντε γάμοι, σὲ διαφορετικὴ ὥρα ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας συνέχεια τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Καταντᾶ νὰ εἶναι μιὰ ἀτομικὴ πράξη, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ πράξη μὲ ἀτομικὸ χαρακτήρα: ἐγὼ καὶ ὁ ἐξομολόγος. Δὲν μαζευόμαστε ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁμοίως καὶ τὸ βάπτισμα, ἔχει γίνει καὶ αὐτὸ ἀτομικὸ γεγονός. Ἐμεῖς οἱ γονεῖς προσκαλοῦμε τοὺς γνωστούς μας, τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς καὶ τοὺς κατὰ κόσμον φίλους, νὰ βαπτίσουμε τὸ παιδί μας. Ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κοινότητα, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, εἶναι αὐτὴ ποὺ τελεῖ τὰ μυστήρια, μὲ προεξάρχοντά της τὸν ἐπίσκοπο (εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ) ἢ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἔχει ὁριστεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι ποὺ βαπτίζει τὸ παιδί, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα παντρεύει τὸ ζευγάρι, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα κηδεύει αὐτὸν ποὺ φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα θεραπεύει, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὴ χάρη, τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἴσως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει διασώσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα στὶς μέρες μας, ἂν καὶ παρουσιάστηκε στοὺς καιρούς μας τὸ φαινόμενο τῶν ἰδιωτικῶν λειτουργιῶν. Παραγγέλνεις μιὰ ἰδιωτικὴ λειτουργία καὶ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τὸ δέχονται αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ κάνουν.
.             Γιατί τονίζω τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν μυστηρίων; Ὅλα τὰ μυστήρια πηγάζουν ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ θεία Εὐχαριστία κάνει καὶ τὶς ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις νὰ εἶναι μυστήρια ἁγιασμοῦ. Γιατί μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς τελειώσεως. Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἕνα γεγονὸς τῶν ἐσχάτων, ποὺ γίνεται παρόν. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Εὐχαριστία, ζοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Παρὼν στὴν θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος παίρνει τὰ μέλη τοῦ σώματός Του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν βαπιστεῖ στὸ ὄνομά Του, τὴν κτίση ὅλη καὶ μᾶς ἀναφέρει ὅλους στὸν Πατέρα Του. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ γεγονὸς πηγάζουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γεγονότα, ὅλες οἱ ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις. Παλαιότερα μάλιστα, γιὰ νὰ τονιστεῖ αὐτὸς ὁ χαρακτήρας, ὅλα τὰ μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία κατὰ τρόπο ἁπτό. Τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία – ἀκριβέστερα, πρὶν ἀρχίσει ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ οὐσιώδη καὶ σαφῆ σύνδεσμο μαζί της. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐξομολόγηση, γινόταν ἐπίσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία, στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τὸ ὀνομάζουμε σήμερα Λειτουργία τοῦ λόγου, καὶ στὸ ὁποῖο παρευρίσκονται καὶ οἱ κατηχούμενοι. Ὁμοίως τὸ εὐχέλαιο, ἡ ἱερωσύνη καὶ ὁ γάμος τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Ἀνέφερα τὰ γνωστά μας ἕξι μυστήρια, ποὺ μαζὶ μὲ τὴ θεία Κοινωνία μᾶς κάνουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑπτὰ λεγομένων μυστηρίων. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις μυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται μόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4, PG 150, 585B).
.             Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ θέλω νὰ τονίσω σχετικὰ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀνάδυση τῆς κατὰ φύσιν πραγματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Στὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται ἡ ἀνάδυση τῆς καλλιελαίου ἢ ἡ μεταμόρφωση εἰς καλλιέλαιον τῶν νεοφύτων τοῦ Χριστοῦ. Νεόφυτα λέγονται τὰ βλαστάρια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μιὰ ἄγρια ἐλιά. Αὐτὰ τὰ βλαστάρια, ἂν τὰ ἀφήσεις μόνα τους, θὰ δώσουν μιὰ ἄγρια ἐλιά, ποὺ δὲν θὰ δώσει καρπό. Αὐτὴ ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ γίνει καλὴ ἐλιά, νὰ δώσει καρπό, γι᾽ αὐτὸ λέγεται καλλιέλαιος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ μυστήριο ἡ φύση θεραπεύεται. Μιὰ φύση ποὺ προοπική της εἶναι νὰ μὴν ἀποδώσει καρπό, νὰ μὴν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ διαλεχτεῖ μὲ τὸν Θεό, θεραπεύεται, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαλέγεται, νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
.             Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἐσχατολογική τους προοπική. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια. Καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξόδου ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ τὸ λέμε κηδεία (ἀκολουθία εἰς κεκοιμημένους), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγιασμοῦ (εἴτε τοῦ μικροῦ ἁγιασμοῦ εἴτε τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης μὲ μιὰ φιλάνθρωπη πράξη, μὲ μιὰ ἄσκηση – ὅλα γενικῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπική. Ἡ προοπική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος. Ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ Βάπτισμα, στὸ Χρίσμα, στὴ Μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση – καὶ ἔτσι ἀλλάζω λίγο τὴν ἑρμηνεία τῆς λέξης «μυστήριον»– εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΡΚΙΝΟΒΑΤΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ–ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Καρκινοβατεῖ ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Μὲ τὴν ἐξέταση τοῦ σοβαρότατου θέματος τοῦ σχολιασμοῦ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ τῶν ἐγκριθέντων κειμένων σὲ αὐτὴν συνεδριάζει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σύναξη θὰ διεξαχθεῖ σὲ φορτισμένο κλίμα, ἂν ἀληθεύει ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, παρενέβη στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μιλώντας μάλιστα ἀρνητικὰ γιὰ δύο Μητροπολίτες. Τὰ ὅσα διαμείφθηκαν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν αὐτογνωσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες.
.             Γιὰ τὴν πορεία τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τὸ Βατικανὸ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ μεταξύ τους διάλογος σημείωσε πρόοδο. Αὐτὸ μετὰ τὴ 14η Γενικὴ Συνέλευση τῆς ὁλομέλειας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, στὴν ὁποία ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ κείμενο ποὺ ἔχει τίτλο «Συνοδικότητα καὶ πρωτεῖο κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία: στὴν πορεία πρὸς κοινὴ κατανόηση, στὴν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».
.             Ἡ Συνέλευση ἔλαβε χώρα στὸ Κιέτι τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τὶς 16 ἕως τὶς 21 Σεπτεμβρίου 2016. Ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες τοπικὲς Ἐκκλησίες συμμετέσχον ὅλες πλὴν τῆς Βουλγαρικῆς. Τὸ τελικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια αὐτοῦ τῆς Ραβέννας, ἐγκρίθηκε ἀφοῦ τὸ ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα καὶ ὅλων τῶν παρουσῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μὲ τὴν ἔκφραση ἐπιφυλάξεων μόνο ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας ἐπὶ ὁρισμένων παραγράφων του. Τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας δὲν εἶχε ἐγκριθεῖ λόγῳ τῆς ἀντίδρασης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας.
.             Τὸ ψηφισθὲν καὶ μάλιστα ὁμόφωνα κείμενο περιλαμβάνει 21 ἄρθρα. Στὸ τελικὸ ἀνακοινωθὲν ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία κατανόηση εἶναι τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ ἡ ἰσχυρὴ πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους, δεδομένου ὅτι ἐπιδιώκουν νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν πλήρη μεταξύ τους κοινωνία σήμερα. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσης ἀμφότεροι πρέπει νὰ ἐξετάσουμε πῶς ἡ συνοδικότητα, τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλληλένδετο μεταξύ τους μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐφαρμοσθεῖ σήμερα καὶ εἰς τὸ μέλλον».
.             Παρὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κειμένου στὸ Κιέτι καὶ παρὰ τὴν διπλωματικότητα μὲ τὴν ὁποία ἔχει αὐτὸ γραφεῖ, τὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ χάσμα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν εἶναι φανερό. Οἱ ἀπόψεις τῶν Ἰωάννη Σπιτέρη, Καθολικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας καὶ Δημητρίου Σαλάχα, τιτ. Ἐπισκόπου Γρατιανουπόλεως, ποὺ δημοσιεύθηκαν στὴν ἐφημερίδα «Καθολική», ἐπίσημο ὄργανο τῆς Συνόδου τῆς «Καθολικῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος» (Φύλλο 185, 30ῆς Σεπτεμβρίου 2016, σελ. 5 καὶ 6), τὸ ἀποδεικνύουν.
.             Ἐπὶ τῆς παραγράφου 8 τοῦ κειμένου, στὴν ὁποία τονίζεται: «Στὴν Εὐχαριστία προεστὼς καὶ κοινότητα εἶναι ἀλληλένδετοι: ἡ κοινότητα δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει τὴν Εὐχαριστία χωρὶς τὸν προεστῶτα καὶ ὁ προεστὼς μὲ τὴ σειρά του πρέπει νὰ τελεῖ τὴν Εὐχαριστία μαζὶ μὲ τὴν κοινότητα», οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ἡ καθολικὴ πλευρὰ πάντως καίτοι ἐπισημαίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἀμφισβήτησε τὸ ἀπόλυτο αὐτῆς τῆς διατύπωσης».
.             Ἐπὶ τοῦ 34ου Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὴν 13η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι καὶ σαφῶς ρυθμίζει τὶς σχέσεις τοῦ πρώτου κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς συνεπισκόπους του καὶ τὴ Σύνοδο, οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ὡστόσο αὐτὸς ὁ Κανόνας, ὅπως εἶναι φανερό, δὲν ἀναφέρεται στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀλλὰ στὸ περιφερειακό. Στὴ Δύση πάντως εἶναι ἐλάχιστα γνωστός». Παράξενη ἡ ἄποψή τους. Τί πάει νὰ πεῖ ὁ Κανόνας δὲν ἦταν γνωστὸς στὴ Δύση; Ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ὁ Κανόνας. Προφανῶς ὁ Πάπας τὸν γνώριζε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ τὸν ἀγνοεῖ, ἀφοῦ ἀντέβαινε στὴν ἀντίληψή του περὶ τοῦ πρωτείου…
.             Στὴν 15η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι γράφεται: «Μεταξύ του Δ´ καὶ Ζ´ αἰώνα, ἡ τάξις τῶν πέντε πατριαρχικῶν ἑδρῶν ἀναγνωρίστηκε μὲ βάση τὶς κανονικὲς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὲ τὴν ἕδρα τῆς Ρώμης νὰ καταλαμβάνει τὴν πρώτη θέση, ἀσκώντας τὰ πρεσβεία τιμῆς καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ ἕδρες τῶν Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, μὲ αὐτὴ τὴ σειρά, σύμφωνα μὲ τὴν κανονικὴ παράδοση».
.             Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα δὲν δέχθηκαν νὰ ἀναγραφεῖ ὅτι ὁ Ρώμης ἦταν «πρῶτος μεταξὺ ἴσων» (primus inter pares), διότι «δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ πολιτικὴ» καὶ προσθέτουν: «Ἡ παράδοση τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας δὲν βασίζει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ πολιτικὰ αἴτια, διότι ἦταν πρωτεύουσα αὐτοκρατορίας καὶ ἄλλωστε δὲν δέχθηκε ποτὲ τὸν 28ο Κανόνα* τῆς Δ´, στὴν Χαλκηδόνα, Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ βάσισε τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ θρησκευτικοὺς λόγους καὶ συγκεκριμένα στὰ λόγια του Χριστοῦ πρὸς τὸν Ἀπόστολο Πέτρο». Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἀπολύτως σαφὴς καὶ καθοριστικὸς στὸ γιατί ἡ Ρώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη, παλαιὰ καὶ νέα πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας, ἔλαβαν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ἔναντι τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔχουμε τὸ κέντρο τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν τόπο ὅπου συγκροτεῖται ἡ πρώτη Ἐκκλησία. Ὅσο καὶ ἂν τὸ ἀρνεῖται τὸ Βατικανό, αὐτὴ καὶ μόνο εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ Ρώμη πῆρε τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ὡς ἡ πρώτη πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο. Στὰ περὶ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς «ἔδωσε τὸ δαχτυλίδι τῆς παγκόσμιας ἐξουσίας στὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ αὐτὸς στοὺς διαδόχους του Πάπες» δὲν στέκει καθόλου ὡς ἐπιχείρημα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπὸ πουθενὰ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ σκέφθηκε, οὔτε ὅτι τὸ ἐφάρμοσε.
.             Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπέβαλαν νὰ γραφεῖ στὴν 16η παράγραφο τοῦ κειμένου ὅτι στὴ Δύση τὸ πρωτεῖο τῆς ἕδρας τῆς Ρώμης κατανοήθηκε ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ μετέπειτα ὡς προσωπικὸ προνόμιο τοῦ Πάπα, «ἐπειδὴ ἦταν ὁ διάδοχος τοῦ Πέτρου, τοῦ πρώτου τῶν Ἀποστόλων». Καὶ προστίθεται στὴν ἴδια παράγραφο: «Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη δὲν ἔγινε δεκτὴ στὴν Ἀνατολή, ἡ ὁποία εἶχε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο». Προφανῶς οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συμβιβάστηκαν στὴ φράση αὐτή, ποὺ εἶναι ἀνακριβής. Ἡ ἀκριβὴς εἶναι πὼς ἡ Ἀνατολὴ δὲν κάνει ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἐκφράζει τὸν Λόγο τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στὴ 19η παράγραφο τοῦ τελικοῦ κειμένου ἀναφέρεται ὅτι κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρξαν ἔκκλητες ἀναφορὲς πρὸς τὸν Πάπα, ἀλλὰ αὐτὸς οὐδέποτε ἄσκησε κανονικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι ὑποστηρίζουν: «Ἡ θετικὴ οὐσία τοῦ ντοκουμέντου εἶναι ὅτι οἱ Καθολικοὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ Συνοδικότητα εἶναι οὐσιαστικὸ γνώρισμα τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ἀναγνωρίζει – μὲ ὅλους τους περιορισμοὺς ποὺ ἔθεσε – τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ὑπάρχει ἕνας πρῶτος καὶ στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο». Τὸ ζήτημα ποὺ θέτουν εἶναι σοβαρότατο. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, πλὴν τῆς πρόσφατης ἀντίληψης περὶ Πρωτείου τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου, ποὺ ἐκφράζει τὴ ματαιοδοξία τοῦ Φαναρίου, εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ πρωτεῖο. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπόλυτη θέση καὶ τοῦ Φαναρίου, μέχρι τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχου…
.             Στὸ Κιέτι ἔγινε μεγάλη καὶ ζωηρὴ συζήτηση ὡς πρὸς τὴ συνέχεια τοῦ διαλόγου. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, Μητροπολίτης Βολοκολὰμσκ Ἰλαρίων καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρότειναν νὰ ἀσχοληθεῖ ξανὰ ἡ Ὁλομέλεια μὲ τὸ θέμα τῆς Οὐνίας, ποὺ διεκόπη στὴν Η´ Συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας, στὴ Βαλτιμόρη, τὸ 2000. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἀπέρριψαν τὴν πρόταση καὶ ἀντιπρότειναν νὰ συζητηθεῖ «ἡ θεολογικὴ καὶ βιβλικὴ πρόοδος ποὺ ὑπῆρξε στὸ πλαίσιο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μετὰ τὴ Β´ Βατικανὴ Σύνοδο σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὴ φύση καὶ τὴν ἐξάσκηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὄχι ὡς πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλὰ ὡς διακονία γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας μέσα στὴν Ἐκκλησία». Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπέρριψαν τὴν ἐν λόγῳ πρόταση. Τελικὰ ἀποφασίστηκε ἡ μικτὴ συντονιστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ συνεδριάσει τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ νὰ προτείνει μὲ ποιὸ θέμα θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος… Ὁ διάλογος συνεχίζει νὰ καρκινοβατεῖ…
.             Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, διὰ τοῦ ὑπευθύνου του ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ, ἔκαμε παράλληλα μὲ τὶς Συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς στὸ Κιέτι καὶ γεωστρατηγικὲς ἐνέργειες. Ὁ κ. Ἱλαρίων συναντήθηκε μὲ τὸν Πάπα Φραγκίσκο καὶ στελέχη τοῦ Βατικανοῦ καὶ ζήτησε νὰ περιοριστεῖ ἡ προπαγάνδα καὶ οἱ ἐχθρικὲς ἐνέργειες τῆς Οὐνίας ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας. Ὡς ἀντάλλαγμα προσέφερε τὴ συνεργασία του στὴν προώθηση τοῦ διαλόγου. Αὐτὸς εἶναι πιθανότατα ὁ λόγος ποὺ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας στὸ Κιέτι δέχθηκε τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας, ποὺ εἶχε ἀπορρίψει, μὲ τὶς λίγες τροποποιήσεις ποὺ τοῦ ἔγιναν…-

*Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφει: «Ἀκολουθώντας παντοῦ τοὺς κανόνες τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ γνωρίζοντας τὸν κανόνα, ποὺ διαβάστηκε πρόσφατα τῶν ἑκατὸ πενήντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων, ποὺ συνῆλθαν στὴ μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς Μεγάλου Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος ἔγινε βασιλιὰς στὴ βασιλικὴ πόλη τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ Νέας Ρώμης. Ἄλλωστε δικαιολογημένα οἱ Πατέρες ἔχουν δώσει τὰ πρεσβεῖα στὸ θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης, ἐπειδὴ βασιλεύει ἐκείνη ἡ πόλη. Ἔχοντας λοιπὸν τὸν ἴδιο σκοπὸ οἱ ἑκατὸ πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τὰ ἴσα πρεσβεῖα στὸν ἁγιώτατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη ποὺ τιμήθηκε μὲ βασιλεία καὶ σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καὶ τὰ ἴσα πρεσβεῖα μὲ τὴν πρεσβύτερη βασιλικὴ πόλη Ρώμη, νὰ μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καὶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, καθὼς εἶναι δεύτερη (στὴν τάξη) ὕστερα ἀπὸ ἐκείνη….» (Πρόδρομου Ι. Ἀκανθόπουλου «Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων», Β´ Ἔκδοση, Ἔκδ. Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1995, σελ. 95 – 96).

, , ,

Σχολιάστε