Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησιολογία

«ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΜΕΘΑ ΗΜΕΙΣ»


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίον
τοῦ Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
«Τὰ δύο ἄκρα» [“Οἰκουμενισμὸς” καὶ “Ζηλωτισμός”]

σελ. 60-62
ἠλ. στοιχειοθ.«Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

                                           […] Ὁλοκάθαρος Προτεσταντισµός! Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἐφαρµόζει οἰκονοµίαν, πῶς εἶνε δυνατὸν τὸ α´ἢ τὸ β´ ἄτοµον νὰ ἐφαρµόση ἀκρίβειαν εἰς τὸ αὐτὸ ζήτηµα, χωρὶς νὰ ἀποβῆ ΥΠΕΡεκκλησία; τὰ ἄτοµα δύνανται πάντοτε νὰ ἐφαρµόσουν ἀκρίβειαν; ἀλλὰ µόνον ἔναντι ἑαυτῶν, οὐδέποτε ὅµως ἔναντι τρίτων, ἔναντι δηλαδὴ ἐκείνων πρὸς οὓς ἡ Ἐκκλησία ἐφαρµόζει οἰκονοµίαν. Ἐξηγοῦµαι διὰ δύο – τριῶν παραδειγµάτων:                              
[…] Ἡ Ἐκκλησία, οἰκονοµίᾳ χρωµένη, δέχεται τὸν τρίτον γάµον. – Ἄτοµόν τι δύναται νὰ εἴπη: «Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν ἀκρίβειαν. Διὰ τοῦτο, καίτοι νεώτατος ἐχήρευσα, δὲν ἔρχοµαι οὐχὶ εἰς τρίτον, ἀλλ᾽ οὐδὲ εἰς δεύτερον γάµοv». Εὖγε! θὰ εἴπωµεν πάντες εἰς αὐτόν. Ἐὰν ὅµως οὗτος δὲν ἀρκεσθῆ εἰς αὐτό, ἀλλὰ προχωρήση περαιτέρω καὶ εἴπη: «Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ὄχι τὴν οἰκονοµίαν. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἀναγνωρίζω ὡς µέλη τῆς Ἐκκλησίας τοὺς τριγάµους, οὐδὲ συµπροσεύχοµαι µετ᾽ αὐτῶν», ἐάν, λέγω, οὗτος εἴπη τὰ ἀνωτέρω, τότε τί θὰ συµβῆ; Ἡ Ἐκκλησία θὰ ρίψη αὐθωρεὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὸν κεραυνὸν τοῦ ἀφορισµοῦ! Οἱ ἀρχαῖοι Δονατισταί, διατὶ ἀπεκηρύχθησαν ὡς σχισµατικοὶ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας; Ἀκριβῶς δι᾽ αὐτό! Ἐφήρµοζον οὗτοι ἀκρίβειαν, ἐκεῖ ὅπου ἡ Ἐκκλησία ἐφήρµοζεν οἰκονοµίαν. Ἡ Ἐκκλησία π.χ. ἐδέχετο ἄνευ βαπτίσµατος τοὺς ἐξ αἱρετικῶν προερχοµένους ἐφ᾽ ὅσον εἶχον βαπτισθῆ εἰς τὸ Ὄνοµα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῶ οἱ Δονατισταὶ ἀνεβάπτιζοv αὐτούς. Παρόµοια ἔπραττον καὶ οἱ Noβατιαvοί. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία, συγκαταβαίνουσα τῇ ἀνθρώπινῃ ἀδυναμίᾳ, συνεχώρει καὶ τὰ βαρέα ἁμαρτήματα, οἱ Νοβατιανοὶ ἀπέκλειον τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας τοὺς βαρέως ἁμαρτάνοντας. Ὁ κεραυνὸς τοῦ ἀφορισμοῦ ἔπεσε βαρύτατος κατὰ τῆς ἑαυτῶν κεφαλῆς.[…] Αὐτή εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία. Τὰ ἄλλα, τὸ νὰ ἐγείρωνται δηλαδὴ τὰ ἄτοµα (Κληρικοὶ ἢ λαϊκοὶ) καὶ νὰ ἀποκηρύττωσιν Ἐπισκόπους οὓς ἡ Καθολικὴ Ὀρθοδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται, εἶνε καθαροὶ Προτεσταντισµοί.                        
Ταῦτα βεβαίως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν -ἐπαναλαµβάνω καὶ πάλιν- ὅτι πιστεύοµεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνὰ τὸν κόσµον Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὅµως πιστεύωµεν ὅτι πάντες, ἢ σχεδὸν πάντες, οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας ἀπέβησαν ἐλεεινοὶ προδόται, τότε τὰ ἀνωτέρω ἀνατρέπονται ἄρδην. Τότε πλέον Ἐκκλησία εἴµεθα ἡµεῖς καὶ ὅ,τι πράξωµεν εἶνε αὐθεντικὸν καὶ ἔγκυρον.- -Μακρὰν πάντως ἐπ᾽ ἐµοῦ ἡ ἑωσφορικὴ σκέψις ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔµεινεν εἰς ἐµέ

,

Σχολιάστε

«ΜΙΑ Η ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ τῆς ΦΙΛΙΑΣ: Η ΚΟΛΑΚΕΙΑ. ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΧΘΡΑΣ: Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΓΝΩΜΗΣ» (Μ. Βασίλειος) [Πρόταση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ]

Πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Τό Οὐκρανικό ζήτημα ἀπασχολοῦσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τό τελευταῖο διάστημα, ἀπό τό 1990 μέχρι σήμερα, περίπου τριάντα χρόνια. Ὅταν οἱ Οὐκρανοί σχημάτισαν Κράτος, θέλησαν νά ἀποκτήσουν καί αὐτοί αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία – Πατριαρχεῖο. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δέν ἔδωσε τήν συγκατάθεσή της, παρά μόνον ἔδωσε μιά διευρυμένη αὐτονομία, γι’ αὐτό καί τιμώρησε μέ καθαίρεση αὐτούς πού ἀνεκήρυξαν τήν οὐκρανική Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη-Πατριαρχεῖο. Ἔκτοτε στήν Οὐκρανία ὑπῆρχε μιά Ἐκκλησία πού ὑπάγεται στήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας καί ἄλλες δύο παρατάξεις πού ἦταν σχισματικές.
.                 Γιά τό θέμα αὐτό ἔγραψα εἴκοσι (20) κείμενα. Τό πρῶτο γράφηκε τό ἔτος 2008, τό δεύτερο τό ἔτος 2014 καί τά ὑπόλοιπα τά δύο ἔτη 2018 καί 2019. Στά κείμενα αὐτά μέ ἀπασχόλησε κυρίως ἡ βαθύτερη αἰτία τοῦ ζητήματος, ἀπό τήν ὁποία ἀναφύονται κατά καιρούς διάφορα ἄλλα ζητήματα.
.                 Μέ τά κείμενα πού ἔγραψα προσπάθησα νά ἀναδείξω ἕξι σοβαρά ζητήματα. Πρῶτον, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό, ἀλλά καί ἱεραρχικό. Δέν μπορεῖ νά τονίζεται μόνον ἡ συνοδικότητα, χωρίς τήν ἱεραρχικότητα, γιατί αὐτό συνιστᾶ προτεσταντική νοοτροπία. Δεύτερον, ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά λειτουργῆ ὡς ἀνεξάρτητη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Ἐκκλησίες, ὡς «Αὐτοκεφαλισμός», ἀλλά εἶναι αὐτοδιοίκητη, ὄχι ὅμως καί τελείως ἀνεξάρτητη. Τρίτον, ἡ Ἀποστολική Διαδοχή συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν Ἀποστολική ζωή καί παράδοση μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Τέταρτον, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλύει τά θέματα πού ἀνακύπτουν μέ ἀκρίβεια καί οἰκονομία, καί ἡ οἰκονομία γίνεται κάτω ἀπό ὁρισμένους ὅρους καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Πέμπτον, ἐμφανίζονται κατά καιρούς διάφορες ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες, θά τίς χαρακτήριζα δυσλειτουργίες τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ θεωρία «περί Τρίτης Ρώμης», οἱ ὁποῖες ἀποβλέπουν στήν ἀνατροπή τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἕκτον, τό κείμενο γιά τήν χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς αὐτοκεφαλίας σέ μιά Ἐκκλησία εἶχε συμφωνηθῆ στίς πανορθόδοξες διασκέψεις, ἀλλά μέ εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας ἐπῆλθε διαφωνία στό ποιός θά ὑπογράφη τόν Τόμο αὐτόν.
.                 Κυρίως αὐτά τά ἕξι σημεῖα μέ ἀπασχόλησαν στά κείμενα πού ἔγραψα ὡς Ἱεράρχης μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὡς Ἱεράρχης τῆς καθόλου Ἐκκλησίας.
.                 Παρατηρῶ ὅτι μερικοί ἀσχολοῦνται μέ ἐπί μέρους ζητήματα, τά ὁποῖα ἀπολυτοποιοῦν, καί μάλιστα ἀναλύουν μέ ἐπιμονή ἐνέργειες πού ἔγιναν στό παρελθόν, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας πού ἔδωσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν Οὐκρανία, χωρίς νά βλέπουν τά νοσογόνα αἴτια πού ἀνέφερα προηγουμένως καί χωρίς νά βλέπουν τό παρόν καί τό μέλλον.
.                 Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος κατά τήν Συνεδρίασή της τήν 28η Αὐγούστου 2019, ἀφοῦ ἄκουσε τήν εἰσήγηση τῶν δύο Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἤτοι τῆς Ἐπιτροπῆς Δογματικῶν καί Κανονικῶν Ζητημάτων καί τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, ἔλαβε τήν ἀπόφαση ὅτι «ἀναγνωρίζει τό κανονικό δικαίωμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιά τήν παραχώρηση τοῦ Αὐτοκεφάλου, καθώς καί τό προνόμιο τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά χειρισθεῖ περαιτέρω τό ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας». Ἀναμένω νά δημοσιευθῆ ὁλόκληρη ἡ εἰσήγηση αὐτή, καθώς ἐπίσης καί τό σκεπτικό πού στηρίζει τήν ἀπόφαση.
.                 Ἀπό δηλώσεις καί δημοσιεύματα φαίνεται ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά ἐνημερώση τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού θά συνέλθη σέ τακτική Συνεδρίασή της τόν προσεχῆ Ὀκτώβριο.
.                 Ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς θά ἐξελιχθῆ περαιτέρω τό θέμα στήν Ἱεραρχία, στήν βάση του τό θέμα αὐτό παραμένει ἀνοικτό πρός ἐπίλυση. Δηλαδή, διατυπώνονται ἐπιχειρήματα κανονικά, ἐκκλησιολογικά, θεολογικά, ἔνθεν κακεῖθεν, ἀλλά κάποια στιγμή πρέπει νά ἀναζητηθῆ μιά σοβαρή λύση, ὥστε νά ἐπανέλθη ἡ ἑνότητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού ἔχει διασαλευθῆ.
.                 Μέ τό παρόν κείμενο θά ὑποβάλω μιά συγκεκριμένη πρόταση γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος. Αὐτό τό κάνω μέ πολύ σεβασμό στούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἰδίως στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαῖο. Ἐπιθυμῶ νά βοηθήσω καί ὄχι νά τούς ὑπερβῶ. Ἄλλωστε, γνωρίζω ὅτι ὅλα τά θέματα ἐπιλύονται μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.
.                Γνωρίζω σαφέστατα ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔχει μεγάλη πείρα στήν ἀντιμετώπιση ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων. Γιά παράδειγμα, ἀντιμετώπισε τό σχίσμα, πού ἐπικράτησε στήν Ἑλλάδα δέκα ἑπτά χρόνια (1833-1850) μέ τήν αὐτόγνωμη ἀνακήρυξη τῆς Αὐτοκεφαλίας, καί τό ἔλυσε μέ σοφία καί διάκριση. Τό ἴδιο παρατηροῦμε καί γιά ἄλλες κατά Τόπους Ἐκκλησίες.
.                 Ἔτσι, σέβομαι ἀπόλυτα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί τά ὅσα θά καταθέσω στήν συνέχεια μέ σεβασμό, κινοῦνται μέσα στήν προοπτική τοῦ λόγου: «Δίδου σοφῷ ἀφορμήν καί σοφώτερος ἔσται» (Παρ. θ ΄, 9) καί τοῦ λόγου: «Τῶνδε γάρ ἀκούσας σοφός σοφώτερος ἔσται, ὁ δέ νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται» (Παρ. α´, 5).
.                 Ἐννοεῖται ὅτι θά χαρῶ πολύ, ἄν βρεθῆ ἕνας καλύτερος τρόπος ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι κανείς δέν εἶναι ἀλάθητος, ἀφοῦ τό ἀλάθητον ἀνήκει στήν Ἐκκλησία πού λειτουργεῖ μέσα στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς μέ Ἱεράρχες πού συσκέπτονται συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς.
.                 Πρίν καταθέσω τήν πρόταση θά ἀναφερθῶ στήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἐκκλησία κατά τόν 4ο αἰώνα, γιά τό πῶς τήν περιγράφει καί πῶς τήν ἀντιμετωπίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.

Πρόταση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ Οὐκρανικοῦ

,

Σχολιάστε

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Οἱ ἐκκλησιολογικές μετα-πτώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.              Ὁ οἰκουμενισμός συνδέεται μέ τόν σχετικισμό ἤ σχετικοκρατία, ὅτι, δηλαδή, ὅλα εἶναι σχετικά καί ἔτσι δημιουργεῖται σύγχυση στά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα. Ἄλλο, βέβαια, εἶναι ἡ οἰκουμενικότητα καί ἄλλο εἶναι ὁ οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος διακρίνεται γιά σύγχυση μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης, μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως.
.            Παρατηρῶ, ὅμως, ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστές στήν Ἑλλάδα κρίνουν καί ἐπικρίνουν ἔντονα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἰδίως τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, ἐνῶ ἀμνηστεύουν παράλληλα τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, κυρίως τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας. Νομίζω ὅτι αὐτό δέν εἶναι δίκαιο, οὔτε ἀντικειμενικό.
.            
Γι’ αὐτό στήν συνέχεια θά θίξω τήν κατά καιρούς στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μόσχας, κυρίως ἔναντι τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Οὐσιαστικά, θά παρουσιάσω τίς μετα-πτώσεις της σέ ἐκκλησιολογικά θέματα, πού γίνεται ἀνάλογα μέ τίς ἑκάστοτε ἔξωθεν ἐπιδράσεις.
Πρέπει ἀπό τήν ἀρχή νά διευκρινίσω ὅτι ὅσα θά γραφοῦν στήν συνέχεια δέν ἀφοροῦν τόν ὀρθόδοξο ρωσικό λαό καί τούς ἁγίους πού ἔζησαν καί ζοῦν στήν Ρωσία, ἀλλά τήν κατά καιρούς ἡγεσία πού ἐπηρεάσθηκε ἀπό ἄλλους παράγοντες.

OI ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΕΙΣ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ. – Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια» (Οἰκουμεν. Πατριάρχης)

Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης:
«
Αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα,
δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά»

.               Γιὰ ἀκραία καὶ ἀπαράδεκτη ἀπόφαση «τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας», νὰ διακόψει τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἔκανε λόγο ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, στὴν ὁμιλία του πρὸς τὰ μέλη τῆς ρωσόφωνης παροικίας τῆς πόλης, στὸ Ἱ. Βατοπαιδινὸ Μετόχιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὸν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Οἱ δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἔγιναν μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία χοροστάτησε σήμερα [13.12.2018] – ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾶται μὲ τὸ Ἰουλιανὸ ἡμερολόγιο, ἡ μνήμη τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ πανηγυρίζει ἡ ρωσόφωνη παροικία τῆς Πόλης.
.               «Αὐτὴ τὴν φορὰ ποὺ εὑρίσκομαι, ὅπως κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα, ἀνάμεσά σας, ἀγαπητά μου παιδιά, γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει διάχυτος μία ἀνησυχία καὶ ἕνα δίλημμα μεταξύ σας. Θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς μαζί σας, εἴμεθα μία οἰκογένεια, εἶμαι ὁ πατέρας σας καὶ εἶστε τὰ πνευματικά μου τέκνα. Αὐτὴ ἡ ἀνησυχία καὶ αὐτὸ τὸ δίλημμα, ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα στὴ ρωσικὴ παροικία τῆς Πόλεώς μας καὶ γενικῶς τῆς χώρας τῆς Τουρκίας ὀφείλεται στὴν ἀκραία ἀπόφαση τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, τοῦ ἀδελφοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, νὰ διακόψη τὴν εὐχαριστιακὴ Κοινωνία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, δηλαδὴ μὲ τὴ Μητέρα του Ἐκκλησία. Καὶ μπορεῖ νὰ ἔχωμε διαφορὲς ἀπόψεων ὡς πρὸς διάφορα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν σύνολον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον καὶ εἶναι δημοκρατικόν, ἀλλὰ τὸ νὰ διακόπτωμεν τὴν εὐχαριστιακὴν κοινωνίαν ὡς μοχλὸν πιέσεως καὶ ὡς ἐξαναγκασμὸν γιὰ νὰ συμφωνήσουν καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὶς ἀπόψεις μας, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σύντομα ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας θὰ μετανοήση γι᾽ αὐτὴν τὴν ἀκραία ἀπόφασίν της».
.               Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας του ὁ Παναγιώτατος ἐπεσήμανε: «Ὅταν λέγη ἡ ἀδελφὴ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας νὰ μὴν ἐκκλησιάζεσθε, νὰ μὴν ἐξομολογεῖσθε, νὰ μὴν κοινωνεῖτε στοὺς Ναοὺς ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σᾶς δημιουργεῖ ἕνα συνειδησιακὸν πρόβλημα. Νὰ μὴν ἀκοῦτε, νὰ μὴν ἔχετε καμιὰν ἀνησυχίαν, διότι ὁ δικός σας ποιμήν, ὁ δικός σας πνευματικὸς Πατέρας ἐδῶ στὴν Τουρκία, εἶναι ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης».
.               Τοὺς προέτρεψε δὲ νὰ ἐκκλησιάζονται, τόσο στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ποὺ ἔχει παραχωρηθεῖ πρὸς ἐξυπηρέτηση τῆς ρωσόφωνης κοινότητας τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅσο καὶ σὲ κάθε Ὀρθόδοξο ναὸ στὴν Τουρκία.
.               Ὁ Πατριάρχης, ἐξήγησε ὅτι τέτοιες λυπηρὲς καταστάσεις δημιουργοῦνται, ὅταν στὰ δικαιοδοσιακά, τὰ καθαρῶς ἐκκλησιολογικὰ καὶ Κανονικὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀναμειγνύονται ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ φυλετικὸς παράγοντας. Ὑπογράμμισε μάλιστα, ὅτι ὁ ἐθνοφυλετισμὸς καταδικάστηκε σὲ Σύνοδο ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 1872 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὡς αἵρεση.
.               «Οἱ Κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας λένε ὅτι σὲ κάθε πόλη πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνας Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦν σὲ αὐτὴ τὴν πόλη, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ἂν εἶναι Ἕλληνες, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, Οὐκρανοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὸ ἐφαρμόζουμε ἐδῶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ὁ Ποιμενάρχης γιὰ τοὺς Ἕλληνες, γιὰ τοὺς Ρώσους, ὅπως ἐδῶ, γιὰ τοὺς Ρουμάνους, στοὺς ὁποίους δώσαμε μία Ἐκκλησία καὶ ἐγὼ παρακάλεσα τὸν Πατριάρχη Ρουμανίας καὶ ἔστειλε ἱερέα νὰ τοὺς λειτουργεῖ στὴ γλώσσα τους, γιὰ τοὺς Βούλγαρους ποὺ ζοῦν στὴν Πόλη. Ὅλοι εἶναι παιδιὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὄχι οἱ Βούλγαροι τῆς Πόλεως νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Βουλγαρίας, οἱ Ρῶσοι ἐδῶ νὰ εἶναι ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Ρωσίας, αὐτὰ δὲν εἶναι ὀρθόδοξα πράγματα, δὲν εἶναι κανονικὰ καὶ δὲν εἶναι ἐκκλησιολογικά.
.               Ἐμεῖς ἐδῶ οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅσοι εἴμαστε, ὅποιοι εἴμαστε, ὅποια καὶ εἶναι ἡ ἐθνική μας καταγωγὴ καὶ προέλευσις, εἴμεθα μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» ἀνέφερε.
.               Στὴν ὁμιλία του, μεταξὺ ἄλλων ὑπενθύμισε ὅτι οἱ Ρῶσοι Ὀρθόδοξοι πῆραν τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας πῆρε τὸν 16ο αἰώνα, τὴν αὐτοκεφαλία καὶ τὴν Πατριαρχικὴν ἀξίαν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.               «Καὶ σήμερα, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, ἐμεῖς ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ τῶν Ρώσων Ὀρθοδόξων, στέλνουμε πρὸς αὐτούς, εἰς τὴν Ρωσίαν καὶ ὅπου ἀλλοῦ βρίσκονται διεσπαρμένοι στὸν ὑπόλοιπο κόσμο, τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τῆς Μητρός των Ἐκκλησίας».

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

 

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΓ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4/66, Ἰούλ.- Αὔγ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Τ Μυστήρια τς κκλησίας

.           Ὀνομάζουμε «μυστήρια» κάποιες πράξεις ἢ κάποιες καταστάσεις στὴ ζωή μας ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μόνον μὲ τὶς νοοητικὲς δυνάμεις μας. Ἡ Ἐκκλησία δανείστηκε αὐτὴ τὴ λέξη ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ τελετὴ τῆς μυήσεως (ἀπὸ τὸ ρῆμα «μύω», ποῦ σημαίνει «κλείνω τὰ ματιὰ» καὶ κατὰ συνεκδοχὴ «κλείνω τὸ στόμα»). Στὰ «μυστήρια» κλείνουμε τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα, ὄχι γιατί ὑπάρχει κάτι ποὺ πρέπει νὰ κρυφτεῖ, ἀλλὰ γιατί ὅ,τι καὶ νὰ δοῦμε καὶ ὅ,τι καὶ νὰ ποῦμε γι᾽ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σ᾽ αὐτὲς δὲν ἐξαντλεῖ τὴν ἀλήθειά τους. Τὸ ἀληθὲς βρίσκεται πέραν τῆς ὁράσεως, πέραν τῆς ἐκφράσεως, πέραν τῆς ἀκοῆς, πέραν τῶν αἰσθήσεων. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ «πέραν» εἶναι τὸ πραγματικό, τὸ ἀληθές. Δανείστηκε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία αὐτὲς τὶς λέξεις (μυστήρια, μύηση μέλπ.) γιὰ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς καταστάσεις ποὺ ζοῦμε μέσα στὴ λειτουργική της πράξη καὶ τῶν ὁποίων τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, οὔτε νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὰ συνήθη ἀντιληπτικὰ καὶ ἐκφραστικά μας μέσα. Παραδείγματος χάριν, τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνα μυστήριο, διότι σ᾽ αὐτὸ καὶ δι᾽ αὐτοῦ συντελεῖται σημανικὴ πράξη ἀλλαγῆς τῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἰδωθεῖ αἰσθητὰ οὔτε νὰ κατανοηθεῖ λογικά. Μποροῦμε βέβαια νὰ ἔχουμε μιὰ λογικὴ ἐπεξεργασία τοῦ νοήματος τοῦ βαπτίσματος, ἢ νὰ κάνουμε μιὰ ἀνάλυση ὅλων τῶν συμβόλων του βῆμα μὲ βῆμα (νὰ ποῦμε δηλαδὴ τί σημαίνει αὐτό, τί γίνεται τώρα, τί γίνεται ἔπειτα κ.λπ.), ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει καὶ οὐσιαστικὴ κατανόηση ἢ ζωντανὴ ἀντίληψη τῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται.
.            Τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ ἐκκλησιολογικός τους χαρακτήρας. Τὰ μυστήρια δὲν ἦταν ποτὲ καὶ δὲν εἶναι ἀτομικὲς τελετές, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὴ πράξη. Χωρὶς νὰ μποῦμε σὲ βαθύτερη ἀνάλυση, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀτομικὴ πράξη, γιατί ὁ ἄνθρωπος μόνο ὡς πρόσωπο ὑπάρχει αἰωνίως, καὶ τὸ πρόσωπο λειτουργεῖ, δημιουργεῖται, διὰ τῆς σχέσεως. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς μας ἀντλεῖται καὶ θεμελιώνεται κατὰ τὴν ἀναλογία τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῆς θεότητας, ποὺ τὸν ὀνομάζουμε τριαδικότητα καὶ ἐκφράζεται ὡς κοινωνία προσώπων. Ἐπειδὴ διὰ τῶν μυστηρίων γινόμαστε μέλη σώματος, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ μυστήρια τελοῦνται μέσα σὲ κοινωνία προσώπων. Δυστυχῶς αὐτὸ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας μὲ τὴν τέλεση τῶν μυστηρίων, εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ διαστροφὴ αὐτοῦ ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὰ μυστήρια. Ἔτσι σήμερα μποροῦν σὲ ἕνα ναὸ νὰ τελεστοῦν πέντε γάμοι, σὲ διαφορετικὴ ὥρα ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὁ ἕνας συνέχεια τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Καταντᾶ νὰ εἶναι μιὰ ἀτομικὴ πράξη, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση ἔχει ἐξελιχθεῖ σὲ πράξη μὲ ἀτομικὸ χαρακτήρα: ἐγὼ καὶ ὁ ἐξομολόγος. Δὲν μαζευόμαστε ὅλοι νὰ ἐξομολογηθοῦμε, νὰ τελέσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁμοίως καὶ τὸ βάπτισμα, ἔχει γίνει καὶ αὐτὸ ἀτομικὸ γεγονός. Ἐμεῖς οἱ γονεῖς προσκαλοῦμε τοὺς γνωστούς μας, τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς καὶ τοὺς κατὰ κόσμον φίλους, νὰ βαπτίσουμε τὸ παιδί μας. Ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ κοινότητα, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα, εἶναι αὐτὴ ποὺ τελεῖ τὰ μυστήρια, μὲ προεξάρχοντά της τὸν ἐπίσκοπο (εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ) ἢ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἔχει ὁριστεῖ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα εἶναι ποὺ βαπτίζει τὸ παιδί, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα παντρεύει τὸ ζευγάρι, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα κηδεύει αὐτὸν ποὺ φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα θεραπεύει, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὴ χάρη, τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ εὐχαριστιακὴ κοινότητα προσφέρει τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἴσως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἔχει διασώσει τὸν ἐκκλησιολογικό του χαρακτήρα στὶς μέρες μας, ἂν καὶ παρουσιάστηκε στοὺς καιρούς μας τὸ φαινόμενο τῶν ἰδιωτικῶν λειτουργιῶν. Παραγγέλνεις μιὰ ἰδιωτικὴ λειτουργία καὶ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ τὸ δέχονται αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ κάνουν.
.             Γιατί τονίζω τὸν ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῶν μυστηρίων; Ὅλα τὰ μυστήρια πηγάζουν ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ θεία Εὐχαριστία κάνει καὶ τὶς ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις νὰ εἶναι μυστήρια ἁγιασμοῦ. Γιατί μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία παρέχει τὴ δυνατότητα τῆς τελειώσεως. Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἕνα γεγονὸς τῶν ἐσχάτων, ποὺ γίνεται παρόν. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴν θεία Εὐχαριστία, ζοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Παρὼν στὴν θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος παίρνει τὰ μέλη τοῦ σώματός Του, δηλαδὴ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔχουν βαπιστεῖ στὸ ὄνομά Του, τὴν κτίση ὅλη καὶ μᾶς ἀναφέρει ὅλους στὸν Πατέρα Του. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κεντρικὸ γεγονὸς πηγάζουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα γεγονότα, ὅλες οἱ ἄλλες ἁγιαστικὲς πράξεις. Παλαιότερα μάλιστα, γιὰ νὰ τονιστεῖ αὐτὸς ὁ χαρακτήρας, ὅλα τὰ μυστήρια ἦταν συνδεδεμένα μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία κατὰ τρόπο ἁπτό. Τὸ βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία – ἀκριβέστερα, πρὶν ἀρχίσει ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ μὲ οὐσιώδη καὶ σαφῆ σύνδεσμο μαζί της. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐξομολόγηση, γινόταν ἐπίσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία, στὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς θείας Λειτουργίας ποὺ τὸ ὀνομάζουμε σήμερα Λειτουργία τοῦ λόγου, καὶ στὸ ὁποῖο παρευρίσκονται καὶ οἱ κατηχούμενοι. Ὁμοίως τὸ εὐχέλαιο, ἡ ἱερωσύνη καὶ ὁ γάμος τελοῦνταν μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Ἀνέφερα τὰ γνωστά μας ἕξι μυστήρια, ποὺ μαζὶ μὲ τὴ θεία Κοινωνία μᾶς κάνουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἑπτὰ λεγομένων μυστηρίων. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις μυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται μόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4, PG 150, 585B).
.             Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ θέλω νὰ τονίσω σχετικὰ μὲ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀνάδυση τῆς κατὰ φύσιν πραγματικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Στὶς εὐχὲς τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τρεῖς φορὲς ἀναφέρεται ἡ ἀνάδυση τῆς καλλιελαίου ἢ ἡ μεταμόρφωση εἰς καλλιέλαιον τῶν νεοφύτων τοῦ Χριστοῦ. Νεόφυτα λέγονται τὰ βλαστάρια ποὺ βγαίνουν ἀπὸ μιὰ ἄγρια ἐλιά. Αὐτὰ τὰ βλαστάρια, ἂν τὰ ἀφήσεις μόνα τους, θὰ δώσουν μιὰ ἄγρια ἐλιά, ποὺ δὲν θὰ δώσει καρπό. Αὐτὴ ἡ ἐλιὰ πρέπει νὰ γίνει καλὴ ἐλιά, νὰ δώσει καρπό, γι᾽ αὐτὸ λέγεται καλλιέλαιος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸ μυστήριο ἡ φύση θεραπεύεται. Μιὰ φύση ποὺ προοπική της εἶναι νὰ μὴν ἀποδώσει καρπό, νὰ μὴν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ διαλεχτεῖ μὲ τὸν Θεό, θεραπεύεται, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ διαλέγεται, νὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό.
.             Τὸ τρίτο χαρακτηριστικὸ τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ ἐσχατολογική τους προοπική. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια. Καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξόδου ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, ποὺ τὸ λέμε κηδεία (ἀκολουθία εἰς κεκοιμημένους), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγιασμοῦ (εἴτε τοῦ μικροῦ ἁγιασμοῦ εἴτε τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ), καὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης μὲ μιὰ φιλάνθρωπη πράξη, μὲ μιὰ ἄσκηση – ὅλα γενικῶς τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπική. Ἡ προοπική τους εἶναι τὸ ἔσχατο τέλος. Τίποτα δὲν γίνεται γιὰ τὸ παρόν, ὅλα γίνονται γιὰ τὸ τέλος. Ἢ μᾶλλον στὰ περισσότερα μυστήρια αὐτὸ τὸ τέλος γίνεται παρόν. Στὸ Βάπτισμα, στὸ Χρίσμα, στὴ Μετάνοια καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ζοῦμε τὴν παρουσία τῶν ἐσχάτων. Ἄρα τὰ μυστήρια εἶναι κυρίως μιὰ μύηση – καὶ ἔτσι ἀλλάζω λίγο τὴν ἑρμηνεία τῆς λέξης «μυστήριον»– εἰς τὸ ἔσχατον. Κάθε μυστήριο δηλαδὴ εἶναι μιὰ προτύπωση, μιὰ πρόγευση, ἕνας εἰκονισμὸς τῆς ἔσχατης πραγματικότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΡΚΙΝΟΒΑΤΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ–ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Καρκινοβατεῖ ὁ διάλογος Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Μὲ τὴν ἐξέταση τοῦ σοβαρότατου θέματος τοῦ σχολιασμοῦ τῆς Συνόδου στὴν Κρήτη καὶ τῶν ἐγκριθέντων κειμένων σὲ αὐτὴν συνεδριάζει ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ σύναξη θὰ διεξαχθεῖ σὲ φορτισμένο κλίμα, ἂν ἀληθεύει ἡ πληροφορία ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, παρενέβη στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μιλώντας μάλιστα ἀρνητικὰ γιὰ δύο Μητροπολίτες. Τὰ ὅσα διαμείφθηκαν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν αὐτογνωσία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὶς σχέσεις της μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ τοὺς Προτεστάντες.
.             Γιὰ τὴν πορεία τῶν σχέσεων τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τὸ Βατικανὸ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ μεταξύ τους διάλογος σημείωσε πρόοδο. Αὐτὸ μετὰ τὴ 14η Γενικὴ Συνέλευση τῆς ὁλομέλειας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, στὴν ὁποία ἐγκρίθηκε ὁμοφώνως τὸ κείμενο ποὺ ἔχει τίτλο «Συνοδικότητα καὶ πρωτεῖο κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία: στὴν πορεία πρὸς κοινὴ κατανόηση, στὴν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».
.             Ἡ Συνέλευση ἔλαβε χώρα στὸ Κιέτι τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τὶς 16 ἕως τὶς 21 Σεπτεμβρίου 2016. Ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες τοπικὲς Ἐκκλησίες συμμετέσχον ὅλες πλὴν τῆς Βουλγαρικῆς. Τὸ τελικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια αὐτοῦ τῆς Ραβέννας, ἐγκρίθηκε ἀφοῦ τὸ ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα καὶ ὅλων τῶν παρουσῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μὲ τὴν ἔκφραση ἐπιφυλάξεων μόνο ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας ἐπὶ ὁρισμένων παραγράφων του. Τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας δὲν εἶχε ἐγκριθεῖ λόγῳ τῆς ἀντίδρασης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας.
.             Τὸ ψηφισθὲν καὶ μάλιστα ὁμόφωνα κείμενο περιλαμβάνει 21 ἄρθρα. Στὸ τελικὸ ἀνακοινωθὲν ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία κατανόηση εἶναι τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ ἡ ἰσχυρὴ πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους, δεδομένου ὅτι ἐπιδιώκουν νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν πλήρη μεταξύ τους κοινωνία σήμερα. Ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσης ἀμφότεροι πρέπει νὰ ἐξετάσουμε πῶς ἡ συνοδικότητα, τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλληλένδετο μεταξύ τους μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐφαρμοσθεῖ σήμερα καὶ εἰς τὸ μέλλον».
.             Παρὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κειμένου στὸ Κιέτι καὶ παρὰ τὴν διπλωματικότητα μὲ τὴν ὁποία ἔχει αὐτὸ γραφεῖ, τὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ χάσμα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν εἶναι φανερό. Οἱ ἀπόψεις τῶν Ἰωάννη Σπιτέρη, Καθολικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας καὶ Δημητρίου Σαλάχα, τιτ. Ἐπισκόπου Γρατιανουπόλεως, ποὺ δημοσιεύθηκαν στὴν ἐφημερίδα «Καθολική», ἐπίσημο ὄργανο τῆς Συνόδου τῆς «Καθολικῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος» (Φύλλο 185, 30ῆς Σεπτεμβρίου 2016, σελ. 5 καὶ 6), τὸ ἀποδεικνύουν.
.             Ἐπὶ τῆς παραγράφου 8 τοῦ κειμένου, στὴν ὁποία τονίζεται: «Στὴν Εὐχαριστία προεστὼς καὶ κοινότητα εἶναι ἀλληλένδετοι: ἡ κοινότητα δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει τὴν Εὐχαριστία χωρὶς τὸν προεστῶτα καὶ ὁ προεστὼς μὲ τὴ σειρά του πρέπει νὰ τελεῖ τὴν Εὐχαριστία μαζὶ μὲ τὴν κοινότητα», οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ἡ καθολικὴ πλευρὰ πάντως καίτοι ἐπισημαίνει τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἀμφισβήτησε τὸ ἀπόλυτο αὐτῆς τῆς διατύπωσης».
.             Ἐπὶ τοῦ 34ου Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὴν 13η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι καὶ σαφῶς ρυθμίζει τὶς σχέσεις τοῦ πρώτου κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς συνεπισκόπους του καὶ τὴ Σύνοδο, οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν: «Ὡστόσο αὐτὸς ὁ Κανόνας, ὅπως εἶναι φανερό, δὲν ἀναφέρεται στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀλλὰ στὸ περιφερειακό. Στὴ Δύση πάντως εἶναι ἐλάχιστα γνωστός». Παράξενη ἡ ἄποψή τους. Τί πάει νὰ πεῖ ὁ Κανόνας δὲν ἦταν γνωστὸς στὴ Δύση; Ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ὁ Κανόνας. Προφανῶς ὁ Πάπας τὸν γνώριζε, ἀλλὰ ἤθελε νὰ τὸν ἀγνοεῖ, ἀφοῦ ἀντέβαινε στὴν ἀντίληψή του περὶ τοῦ πρωτείου…
.             Στὴν 15η παράγραφο τοῦ κειμένου τοῦ Κιέτι γράφεται: «Μεταξύ του Δ´ καὶ Ζ´ αἰώνα, ἡ τάξις τῶν πέντε πατριαρχικῶν ἑδρῶν ἀναγνωρίστηκε μὲ βάση τὶς κανονικὲς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μὲ τὴν ἕδρα τῆς Ρώμης νὰ καταλαμβάνει τὴν πρώτη θέση, ἀσκώντας τὰ πρεσβεία τιμῆς καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ ἕδρες τῶν Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, μὲ αὐτὴ τὴ σειρά, σύμφωνα μὲ τὴν κανονικὴ παράδοση».
.             Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι σημειώνουν ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα δὲν δέχθηκαν νὰ ἀναγραφεῖ ὅτι ὁ Ρώμης ἦταν «πρῶτος μεταξὺ ἴσων» (primus inter pares), διότι «δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, ἀλλὰ πολιτικὴ» καὶ προσθέτουν: «Ἡ παράδοση τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας δὲν βασίζει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ πολιτικὰ αἴτια, διότι ἦταν πρωτεύουσα αὐτοκρατορίας καὶ ἄλλωστε δὲν δέχθηκε ποτὲ τὸν 28ο Κανόνα* τῆς Δ´, στὴν Χαλκηδόνα, Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ βάσισε τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης σὲ θρησκευτικοὺς λόγους καὶ συγκεκριμένα στὰ λόγια του Χριστοῦ πρὸς τὸν Ἀπόστολο Πέτρο». Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἀπολύτως σαφὴς καὶ καθοριστικὸς στὸ γιατί ἡ Ρώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη, παλαιὰ καὶ νέα πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας, ἔλαβαν τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ἔναντι τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔχουμε τὸ κέντρο τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν τόπο ὅπου συγκροτεῖται ἡ πρώτη Ἐκκλησία. Ὅσο καὶ ἂν τὸ ἀρνεῖται τὸ Βατικανό, αὐτὴ καὶ μόνο εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ Ρώμη πῆρε τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ὡς ἡ πρώτη πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο. Στὰ περὶ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς «ἔδωσε τὸ δαχτυλίδι τῆς παγκόσμιας ἐξουσίας στὸν Ἀπόστολο Πέτρο καὶ αὐτὸς στοὺς διαδόχους του Πάπες» δὲν στέκει καθόλου ὡς ἐπιχείρημα. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπὸ πουθενὰ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ σκέφθηκε, οὔτε ὅτι τὸ ἐφάρμοσε.
.             Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἐπέβαλαν νὰ γραφεῖ στὴν 16η παράγραφο τοῦ κειμένου ὅτι στὴ Δύση τὸ πρωτεῖο τῆς ἕδρας τῆς Ρώμης κατανοήθηκε ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ μετέπειτα ὡς προσωπικὸ προνόμιο τοῦ Πάπα, «ἐπειδὴ ἦταν ὁ διάδοχος τοῦ Πέτρου, τοῦ πρώτου τῶν Ἀποστόλων». Καὶ προστίθεται στὴν ἴδια παράγραφο: «Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη δὲν ἔγινε δεκτὴ στὴν Ἀνατολή, ἡ ὁποία εἶχε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο». Προφανῶς οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συμβιβάστηκαν στὴ φράση αὐτή, ποὺ εἶναι ἀνακριβής. Ἡ ἀκριβὴς εἶναι πὼς ἡ Ἀνατολὴ δὲν κάνει ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἐκφράζει τὸν Λόγο τοῦ Κυρίου, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στὴ 19η παράγραφο τοῦ τελικοῦ κειμένου ἀναφέρεται ὅτι κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρξαν ἔκκλητες ἀναφορὲς πρὸς τὸν Πάπα, ἀλλὰ αὐτὸς οὐδέποτε ἄσκησε κανονικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ δύο Ρωμαιοκαθολικοὶ Ἐπίσκοποι ὑποστηρίζουν: «Ἡ θετικὴ οὐσία τοῦ ντοκουμέντου εἶναι ὅτι οἱ Καθολικοὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ Συνοδικότητα εἶναι οὐσιαστικὸ γνώρισμα τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ ἀναγνωρίζει – μὲ ὅλους τους περιορισμοὺς ποὺ ἔθεσε – τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ὑπάρχει ἕνας πρῶτος καὶ στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο». Τὸ ζήτημα ποὺ θέτουν εἶναι σοβαρότατο. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, πλὴν τῆς πρόσφατης ἀντίληψης περὶ Πρωτείου τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου, ποὺ ἐκφράζει τὴ ματαιοδοξία τοῦ Φαναρίου, εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ πρωτεῖο. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπόλυτη θέση καὶ τοῦ Φαναρίου, μέχρι τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχου…
.             Στὸ Κιέτι ἔγινε μεγάλη καὶ ζωηρὴ συζήτηση ὡς πρὸς τὴ συνέχεια τοῦ διαλόγου. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας, Μητροπολίτης Βολοκολὰμσκ Ἰλαρίων καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἄλλων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρότειναν νὰ ἀσχοληθεῖ ξανὰ ἡ Ὁλομέλεια μὲ τὸ θέμα τῆς Οὐνίας, ποὺ διεκόπη στὴν Η´ Συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας, στὴ Βαλτιμόρη, τὸ 2000. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἀπέρριψαν τὴν πρόταση καὶ ἀντιπρότειναν νὰ συζητηθεῖ «ἡ θεολογικὴ καὶ βιβλικὴ πρόοδος ποὺ ὑπῆρξε στὸ πλαίσιο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μετὰ τὴ Β´ Βατικανὴ Σύνοδο σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὴ φύση καὶ τὴν ἐξάσκηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ὄχι ὡς πρωτεῖο ἐξουσίας, ἀλλὰ ὡς διακονία γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητας μέσα στὴν Ἐκκλησία». Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπέρριψαν τὴν ἐν λόγῳ πρόταση. Τελικὰ ἀποφασίστηκε ἡ μικτὴ συντονιστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ συνεδριάσει τὸ προσεχὲς ἔτος καὶ νὰ προτείνει μὲ ποιὸ θέμα θὰ συνεχιστεῖ ὁ διάλογος… Ὁ διάλογος συνεχίζει νὰ καρκινοβατεῖ…
.             Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, διὰ τοῦ ὑπευθύνου του ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκκλησιαστικῶν σχέσεων Μητροπολίτου Βολοκολάμσκ, ἔκαμε παράλληλα μὲ τὶς Συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς στὸ Κιέτι καὶ γεωστρατηγικὲς ἐνέργειες. Ὁ κ. Ἱλαρίων συναντήθηκε μὲ τὸν Πάπα Φραγκίσκο καὶ στελέχη τοῦ Βατικανοῦ καὶ ζήτησε νὰ περιοριστεῖ ἡ προπαγάνδα καὶ οἱ ἐχθρικὲς ἐνέργειες τῆς Οὐνίας ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας. Ὡς ἀντάλλαγμα προσέφερε τὴ συνεργασία του στὴν προώθηση τοῦ διαλόγου. Αὐτὸς εἶναι πιθανότατα ὁ λόγος ποὺ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας στὸ Κιέτι δέχθηκε τὸ κείμενο τῆς Ραβέννας, ποὺ εἶχε ἀπορρίψει, μὲ τὶς λίγες τροποποιήσεις ποὺ τοῦ ἔγιναν…-

*Ὁ 28ος Κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γράφει: «Ἀκολουθώντας παντοῦ τοὺς κανόνες τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ γνωρίζοντας τὸν κανόνα, ποὺ διαβάστηκε πρόσφατα τῶν ἑκατὸ πενήντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων, ποὺ συνῆλθαν στὴ μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς Μεγάλου Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος ἔγινε βασιλιὰς στὴ βασιλικὴ πόλη τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ Νέας Ρώμης. Ἄλλωστε δικαιολογημένα οἱ Πατέρες ἔχουν δώσει τὰ πρεσβεῖα στὸ θρόνο τῆς πρεσβύτερης Ρώμης, ἐπειδὴ βασιλεύει ἐκείνη ἡ πόλη. Ἔχοντας λοιπὸν τὸν ἴδιο σκοπὸ οἱ ἑκατὸ πενήντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι ἀπένειμαν τὰ ἴσα πρεσβεῖα στὸν ἁγιώτατο θρόνο τῆς Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ὥστε ἡ πόλη ποὺ τιμήθηκε μὲ βασιλεία καὶ σύγκλητο, ἀπολαμβάνοντας καὶ τὰ ἴσα πρεσβεῖα μὲ τὴν πρεσβύτερη βασιλικὴ πόλη Ρώμη, νὰ μεγαλύνεται ὅπως ἐκείνη καὶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, καθὼς εἶναι δεύτερη (στὴν τάξη) ὕστερα ἀπὸ ἐκείνη….» (Πρόδρομου Ι. Ἀκανθόπουλου «Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων», Β´ Ἔκδοση, Ἔκδ. Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1995, σελ. 95 – 96).

, , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–4

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης,
Τό χρονικό μιᾶς προμελετημένης ἐκτροπῆς

(Δ´ Μέρος)

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης

Α´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]
Β´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης] -2
Γ´ μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–3

.             Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης καταστρατήγησε τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, κατέλυσε τήν συνοδικότητα, κατεπάτησε βάναυσα ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, ἀγνόησε καί ἀπέρριψε τήν ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας καί τήν ἁγιοπνευματική ὀρθόδοξη θεολογία μας.
.             Γι’ αὐτό καί ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἄκυρη καί οἱ ἀποφάσεις της δέν ἔχουν δεσμευτικό χαρακτήρα γιά τούς πιστούς. Γι’ αὐτό καί ἡ γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας ἀρνήθηκε νά ἀποδεχθεῖ τά τετελεσμένα αὐτῆς τῆς «Συνόδου». Γι’ αὐτό καί τήν ἀκύρωσε ἤδη στήν πράξη. Εἶναι σίγουρο ὅτι μιά μελλοντική πραγματικά Πανορθόδοξη Σύνοδος θά καταδικάσει ὅλες αὐτές τίς κακοδοξίες καί θά ἀποκαταστήσει τήν ἀλήθεια.
.             Ἡ «Σύνοδος» αὐτή εἶναι ἤδη ἀνύπαρκτη στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὡς μή γενομένη, ἐπειδή ἔρχεται σέ φανερή ἀντίθεση μέ τήν βιούμενη ἁγιοπνευματική ἑνότητά Της, ἡ ὁποία καθιστᾶ τελικῶς ἀνίσχυρες τίς ἐνέργειες τοῦ πονηροῦ καί τῶν συνεργατῶν του, καθιστᾶ μάταια τά σχέδια καί τίς ραδιουργίες τῶν Οἰκουμενιστῶν.
.              Οἱ ἐμπνευστές καί ὀργανωτές τῆς «Συνόδου» θά συνεχίσουν τό πονηρό τους ἔργο γιά τήν ἐπίτευξη καί τοῦ τελικοῦ τους στόχου, πού εἶναι ἡ «ἕνωση στό κοινό Ποτήριο» καί ἐν συνεχείᾳ ἡ πανθρησκεία. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει, σέ καμμία περίπτωση, νά ὑπάρξει ἀδράνεια, χαλάρωση, ἐφησυχασμός, φόβος ἤ δειλία ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Ἀπαιτεῖται ἀνδρεῖο καί ὁμολογιακό φρόνημα, θάρρος, πνευματική λεβεντιά, ἐπαγρύπνηση, κινητοποίηση, πληροφόρηση καί παρεμβάσεις τέτοιες, πού θά σταθοῦν ἀνάχωμα στόν οἰκουμενιστικό ὀλετήρα καί θά ἀναχαιτίσουν τίς ὀλέθριες ἐνέργειες τῶν Οἰκουμενιστῶν.
.             Ἀπαιτεῖται συσπείρωση, συντονισμός καί ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν γιά τήν ἐνημέρωση τῶν Ἐπισκόπων μας, τῶν κληρικῶν, τῶν μοναχῶν, τῶν θεολόγων καί τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, πού «ἔ­χει τὸ δι­καί­ω­μα (…) καὶ ὄ­χι μό­νο τό δι­καί­ω­μα, ἀλ­λὰ τὸ κα­θῆ­κον τῆς “ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σε­ως”»91 τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων.
.                Οἱ γρηγοροῦντες, κατά τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, πιστοί παραμένουμε –εὐγνωμόνως– ἀκλόνητοι στήν Ἐκκλησία μέ τόν διαχρονικό Νικητή Χριστό. Ὁ Χριστός, διά τῆς Ἐκκλησίας, «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»92. Οἱ ἐμπνευστές καί διοργανωτές τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ἀλλά καί ὅποιοι ἄλλοι ἐπιχειροῦν τήν ἀποδόμηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά γνωρίζουν, ὅτι «σκληρόν πρός κέντρα λακτίζειν»93.
.             Ἄς μείνουμε, λοιπόν, ὅλοι σταθεροί καί ἀμετακίνητοι ἐν Χριστῷ. Ἄς ἐναποθέσουμε σ’ Ἐκεῖνον τήν ἀγωνία καί τήν ἀνησυχία μας γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἐκκλησία Του. Ἄς ἐντείνουμε τήν προσευχή μας καί τήν μετάνοιά μας, τήν ἄσκηση, τήν ἐγκράτεια, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του στήν ζωή μας, ὥστε νά γίνουμε δεκτικοί τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους Του γιά νά θεραπευθοῦν τά ἀσθενῆ καί νά ἀναπληρωθοῦν τά ἐλλείποντα.
.              Τελικά, ἡ πολυδιαφημιζόμενη καί πολυπροβαλλόμενη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» ἀποδείχθηκε ἕνα πυροτέχνημα καί κατέληξε σέ συντριπτική ἧττα τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐμπνευστῶν της.
.             Εἶναι πλέον βέβαιο, ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης γιά τήν συνείδηση τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὡς μή γενομένη. Ζῆ Κύριος ὁ Θεός!

Ὑποσημειώσεις:
91. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1989, σελ. 207.
92. Ἀποκ. 6, 2.
93. Πξ. 26,14.

, ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–3

Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης,
Τό χρονικό μιᾶς προμελετημένης ἐκτροπῆς

(Γ´ Μέρος)

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης

Α´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]
Β´ Μέρος: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης] -2

.           Στόν χῶρο τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ἔχουμε τήν ἐξαγγελία, προετοιμασία καί πραγματοποίηση τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου. Στήν Ὀρθόδοξη πλευρά ἀκολουθήθηκε ἡ διαδικασία τῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων ὡς στάδια στήν προπαρασκευή τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου».
.           Σέ μυστικές συναντήσεις του μέ ἐκπροσώπους τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ Πάπας Ἰωάννης ΚΓ´ ἀποκαλύπτει τίς προθέσεις τοῦ Βατικανοῦ ἐν ὄψει τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου πού ἐπρόκειτο νά ξεκινήσει τίς ἐργασίες της. «Σκοπός τῆς νέας Συνόδου εἶναι ἡ ἐπανένωσις τῆς Ἐκκλησίας»42, δηλώνει. Στίς 25 Ἰανουαρίου 1959 ἐξαγγέλλεται ἡ πραγματοποίηση τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου. Οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου πραγματοποιοῦνται σέ 178 συνεδριάσεις καί διαρκοῦν τέσσερα ἔτη (1962-1965).
.           Τό 1961, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο συγκαλεῖ στήν Ρόδο τήν Α´ Πανορθόδοξο Διάσκεψη. Θά ἀκολουθήσουν καί ἄλλες Πανορθόδοξες (1961, 1963, 1964, 1968), καθώς καί Προσυνοδικές Διασκέψεις (1976, 1982, 1986, 2009, 2015), πού τηροῦν τήν ἴδια μεθοδολογία μέ αὐτή τῆς Β΄ Βατικανῆς. Ὁ ἴδιος, ἄλλωστε, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ὡς Μητροπολίτης Φιλαδελφίας, ἀπό τό 1977 ἀκόμη, ἀπεκάλυπτε τόν χαρακτήρα τῆς σχεδιαζόμενης τότε Συνόδου σέ συνέντευξή του στό Ρωμαιοκαθολικό περιοδικό The National Catholic Reporter, ὅπου δήλωνε ὅτι: «οἱ δικοί μας στόχοι εἶναι ἴδιοι μέ αὐτούς τοῦ Πάπα Ἰωάννου ΚΓ΄, νά ἐκσυγχρονίσουμε τήν Ἐκκλησία καί νά προωθήσουμε τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἡ Σύνοδος θά σημάνει, ἐπίσης, τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στίς μή χριστιανικές θρησκεῖες καί σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Αὐτό σημαίνει μία νέα στάση ἔναντι τοῦ Ἰσλάμ, τοῦ Βουδισμοῦ, τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ καί ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπιδιώξεις γιά ἀδελφότητα χωρίς ρατσιστικές διακρίσεις … μέ ἄλλα λόγια θά σημάνει τό τέλος δώδεκα αἰώνων ἀπομόνωσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»43!!!
.           Αὐτοί ἦταν ἐξ ἀρχῆς οἱ στόχοι, αὐτή ἦταν ἡ φιλοσοφία, αὐτό ὑπηρέτησε καί αὐτό παρήγαγε ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης. Εἶναι ἐκκλησιολογικά ἀπαράδεκτο καί ὑπερβαίνει κάθε ἐκκλησιαστική λογική νά διατυπώνονται τέτοιες ἀντορθόδοξες θέσεις ἀπό ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα, πού κατέχει μάλιστα τό κορυφαῖο ἀξίωμα στήν Ἱεραρχία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αὐτό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι πραγματικά ὀδυνηρό καί ἀδιανόητο, ἀλλά αὐτό πού ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὁραματιζόταν ὡς «τό τέλος δώδεκα αἰώνων ἀπομόνωσης», δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τό τέλος στήν πιστότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας(!)∙ τό τέλος στήν ἁγιοπνευματική παράδοση καί ἐμπειρία(!). Εἶναι ἡ πραγματική «ἀπομόνωση» ἀπό τήν ζῶσα ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.!!!
.           Ἀνάλογες θέσεις ἐπιβεβαιώνουν τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία, περί Οἰκουμενισμοῦ, τοῦ  μακαριστοῦ Γέροντα Ἐφραίμ Κατουνακιώτη καί ἀποκαλύπτουν τόν εἰσηγητή πάσης πονηρίας…

1. Ἡ αἵρεση τῆς νέας Ἐκκλησιολογίας

.          Ἡ μεγαλύτερη ἀλλαγή τήν ὁποία ἔπρεπε νά ἐπιβάλουν οἱ δύο αὐτές Σύνοδοι καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» ἦταν ἡ ἀναγνώριση, ἑκατέρωθεν, τῆς ἐκκλησιαστικότητας τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Ἔπρεπε, δηλαδή, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί νά ἀναγνωρίσουν τούς Ὀρθοδόξους ὡς Ἐκκλησία καί ἀντίστροφα οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀναγνωρίσουν, ὡς Ἐκκλησία, τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Γιά τόν σκοπό αὐτό «ἀνακαλύφθηκε» καί ἐπιβλήθηκε μία νέα ἐκκλησιολογία, οἰκουμενιστικῆς προελεύσεως καί προδιαγραφῶν. Γιά τήν θεμελίωση αὐτῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας, μάλιστα, προηγήθηκε καί ἡ ἀπαραίτητη στροφή ἀπό τόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐπιστροφῆς» στόν «οἰκουμενισμό τῆς ἐνσωμάτωσης»44.

.              Ὡς τελευταία κίνηση, πρίν τήν συγκεκριμένη στροφή, μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ πρώτη, μετά τήν ἐκλογή του, ραδιοφωνική ὁμιλία τοῦ Πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1958, καί ἡ πρόσκληση πού ἀπηύθυνε πρός τούς Ὀρθοδόξους νά ἐπιστρέψουν «στόν οἶκο τοῦ κοινοῦ μας Πατρός». «Προσευχόμαστε, ἔλεγε, νά ἐπιστρέψουν ὅλοι οἰκειοθελῶς, καί εἴθε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά γίνει τοῦτο πολύ σύντομα…»45. Αὐτό τό «κάλεσμα σέ ἐπιστροφή» φάνηκε νά ἐνόχλησε τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος στό πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του τοῦ 1959 ἀνέφερε ὅτι ἡ προσέγγιση τῶν δύο «Ἐκκλησιῶν» θά πρέπει νά γίνει «ἐν πνεύματι ἰσότητος, δικαιοσύνης, ἐλευθερίας πνευματικῆς καί ἀλληλοσεβασμοῦ»46.
.           Τήν ἑπόμενη διετία, τό κλίμα διαμορφώθηκε κατάλληλα καί μέ τήν Β΄ Βατικανή, πού ἀκολούθησε, θεμελιώθηκε ὁ «οἰκουμενισμός τῆς ἐνσωμάτωσης»47 καί ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Βατικανοῦ. Ὁ «οἰκουμενισμός τῆς ἐνσωμάτωσης» βασίζεται στήν θεωρία πού ἀνέπτυξε τό 1939 ὁ Γάλλος Δομινικανός θεολόγος Congar. Σύμφωνα μέ τήν θεωρία αὐτή κάποια αὐτόνομα ἐκκλησιαστικά «στοιχεῖα», ὅπως εἶναι τό Βάπτισμα, μποροῦν νά ἀποσπῶνται ἀπό τό σύνολο τῆς  Ἐκκλησίας, ἀλλά νά συνεχίζουν νά παρέχουν τήν χάρη καί νά «“ἐπιφέρουν στήν ψυχή τοῦ σχισματικοῦ χριστιανοῦ μία πνευματική ἐνσωμάτωση (voto) στήν Ἐκκλησία”, καθιστώντας τόν σχισματικό μέλος τῆς Ἐκκλησίας»48.
.           Ὁ θεολόγος καί ἑρμηνευτής Johannes Feiner μᾶς δίνει μία σαφῆ περιγραφή αὐτῆς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας (communio) τῆς Β΄ Βατικανῆς: «ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία “communio” ἤ “μία σύνθετη πραγματικότητα μέ τήν μορφή μίας κοινωνίας, ἡ ἑνότητα τῆς ὁποίας ἔχει ἐπέλθει ἀπό πολλούς καί ποικίλους παράγοντες, εἶναι ἀνοιχτή ἡ πιθανότητα τά συστατικά στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας νά εἶναι παρόντα ἀκόμη καί σέ χριστιανικές κοινότητες ἐκτός τῆς Καθολικῆς ἐκκλησίας καί νά μποροῦν νά προσδίδουν σ’ αὐτές τίς κοινότητες τόν χαρακτήρα Ἐκκλησίας. Συνεπῶς ἡ μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι παροῦσα ἐκτός τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι πράγματι παροῦσα”»49.
.           Στά ἴδια ἀκριβῶς πρότυπα καί στήν ἴδια φιλοσοφία στηρίχτηκε καί ἡ πολύχρονη προπαρασκευή τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία καθιέρωσε αὐτή τήν νέα ἐκκλησιολογία καί στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας.

2. Κύρια σημεῖα τῆς νέας Ἐκκλησιολογίας

.           Ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία στηρίζεται στήν ἀντίληψη ὅτι ἡ Ἀ­λή­θεια τῆς Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Πί­στε­ως, ἢ ἕνα μέ­ρος αὐ­τῆς, δι­α­σώ­ζε­ται καί σὲ ἄλ­λες χρι­στι­α­νι­κὲς ἐκ­κλη­σί­ες καὶ ὁ­μο­λο­γί­ες. Ἀναιρεῖται, ἔτσι, ἡ ἴδια ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας∙ ἀναιρεῖται ἡ ταυτότητα καί ἡ αὐτοσυνειδησία της.
.           Μέ τήν ἀποδοχή τῆς νέας ἐκκλησιολογίας ἔχουμε τήν ἐπέκταση τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, μέ συνέπεια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά μήν ταυτίζεται ἀποκλειστικά μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Φτάνουμε, ἔτσι, νά διακηρύσσουμε καί νά ὁμολογοῦμε, ἀπό κοινοῦ μέ τήν πανσπερμία τῶν προτεσταντικῶν ὁμολογιῶν καί ἀμφιλεγόμενων κοινοτήτων τοῦ ΠΣΕ, ὅτι «κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες […] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»50.
Ὅπως εἶναι φανερό, ἡ νέα ἐκκλησιολογία περικλείει ταυτόχρονα ὅλες τίς δυτικογενεῖς ἀντορθόδοξες θεωρίες περί ἀοράτου ἐκκλησίας, περί διηρημένης ἐκκλησίας, τήν θεωρία τῶν κλάδων, τῶν δύο πνευμόνων, τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν καί τήν μεταπατερική θεολογία.
Τήν πρώτη ἐπίσημη θεμελίωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας ἔχουμε στήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο καί συγκεκριμένα στό «Δι­ά­ταγ­μα πε­ρί Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ», ὅπου ὑ­πάρ­χει εἰ­δι­κό κε­φά­λαι­ο μέ τί­τλο «Οἱ σχέ­σεις τῶν χω­ρι­σμέ­νων ἀ­δελ­φῶν μέ τήν Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α». Ἐκεῖ ἀ­να­φέ­ρε­ται συγ­κε­κρι­μέ­να: «Μέ­σα σ’ αὐ­τή, τή μί­α καί μο­να­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἐμ­φα­νί­σθη­καν ἀ­πό μιᾶς ἀρ­χῆς με­ρι­κά σχί­σμα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­δο­κι­μά­ζει αὐ­στη­ρά καί κα­τα­δι­κά­ζει ὁ Ἀ­πό­στο­λος· κα­τά τούς ἑ­πό­με­νους αἰ­ῶ­νες προ­κλή­θη­καν εὐ­ρύ­τε­ρα σχί­σμα­τα, καί ὁ­λό­κλη­ρες Κοι­νό­τη­τες ἀ­πο­χω­ρί­στη­καν ἀ­πό τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή κοι­νω­νί­α τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, με­ρι­κές φο­ρές ὄ­χι χω­ρίς ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­νο­χή καί ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές. Ὅ­σοι γεν­νι­οῦν­ται σή­με­ρα σ’ αὐ­τές τίς Κοι­νό­τη­τες καί ζοῦν ἐ­κεῖ τήν πί­στη τους στό Χρι­στό δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά κα­τη­γο­ρη­θοῦν γιά τό ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ σχί­σμα­τος καί ἡ Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τούς ἀγ­κα­λιά­ζει μέ ἀ­δελ­φι­κό σε­βα­σμό καί στορ­γή»51.
.           Εἶναι πραγματικά ἐντυπωσιακή ἡ πιστότητα μέ τήν ὁποία οἱ Ὀρθόδοξοι Οἰκουμενιστές ἀντιγράφουν τήν Β΄ Βατικανή γιά τήν καθιέρωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας καί στήν Ὀρθοδοξία. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ταυτισμένος ἀπόλυτα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Κάτι αὐτονόητο, πού ὅμως εὔκολα παραθεωροῦν ἀρκετοί Ὀρθόδοξοι, εἶναι ὅτι οἱ ἄλλοι Εὐρωπαῖοι δέν ἐπέλεξαν, μέ διάθεση νά προσχωρήσουν σέ αἵρεση, τή χριστιανική ὁμολογία στήν ὁποία σήμερα ἀνήκουν, ἀλλά γεννήθηκαν σέ χώρα στήν ὁποία ἐπί αἰῶνες ἡ ὁμολογία αὐτή ἐπικρατεῖ. Π.χ. ὁ Νορβηγός στή Λουθηρανή Ἐκκλησία, ὁ Σκωτσέζος στήν Πρεσβυτεριανή. Πῶς τούς κρίνουμε διότι δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι;»52
.           Τό «Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ» θεμελιώνει, ἐπίσης, τήν βαπτισματική θεολογία καί τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν». Ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Πραγ­μα­τι­κά, ὅ­σοι πι­στεύ­ουν στό Χρι­στό καί ἔ­λα­βαν ἔγ­κυ­ρα τό βά­πτι­σμα βρί­σκον­ται σέ κά­ποι­α κοι­νω­νί­α μέ τήν Κα­θο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­στω καί ἄν ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή εἶ­ναι ἀ­τε­λής… Ὡ­στό­σο, ἔ­χον­τας λά­βει στό βά­πτι­σμα τή δι­καί­ω­ση ἀ­πό τήν πί­στη, εἶ­ναι ἐν­σω­μα­τω­μέ­νοι στό Χρι­στό, καί ἑ­πο­μέ­νως δί­και­α φέ­ρουν τό χρι­στι­α­νι­κό ὄ­νο­μα καί πο­λύ σω­στά ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται ἀ­πό τά παι­διά τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σάν ἀ­δελ­φοί “ἐν Κυ­ρί­ῳ”»53.
.           Σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τοῦ ἴ­διου δι­α­τάγ­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται: «…Δέν εἶ­ναι ἐ­πί­σης λί­γες οἱ ἱ­ε­ρές πρά­ξεις τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς θρη­σκεί­ας, πού τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ τούς χω­ρι­σμέ­νους ἀ­δελ­φούς μας, οἱ ὁ­ποῖ­ες μέ δι­α­φό­ρους τρό­πους, ἀ­νά­λο­γα μέ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση κά­θε Ἐκ­κλη­σί­ας ἢ Κοι­νό­τη­τας, μπο­ροῦν ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα νὰ με­τα­δί­δουν πραγ­μα­τι­κά τὴ ζω­ὴ τῆς χά­ρης, καὶ πρέ­πει νὰ ἀ­να­γνω­ρι­στοῦν ἱ­κα­νές νά ἀ­νοί­γουν τὴν εἴ­σο­δο πρός τήν κοι­νω­νί­α τῆς σω­τη­ρί­ας»54.
.           Οὐσιαστικά, ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος ἔθεσε, ἀπό τήν πλευρά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, τά θεμέλια γιά τήν ἕνωση τῶν παπικῶν ἰδιαιτέρως μέ τούς Ὀρθοδόξους θέτοντας ὡς ἐμπροσθοφυλακή τόν νέο Οἰκουμενισμό. Ἡ ἴδια βάση τέθηκε καί ἀπό τούς ὀρ­θο­δό­ξους οἰ­κου­με­νι­στές σέ ὅλη τήν μακροχρόνια προπαρασκευή τῆς Μεγάλης Συνόδου.

3. Ἡ πορεία πρός τήν ἐκκλησιολογική ἐκτροπή
.           Σταθερός στόχος ὅλης αὐτῆς τῆς προπαρασκευῆς ἦταν ἡ σταδιακή ἀλλοίωση τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί ἡ ἀντικατάστασή της μέ τήν νέα ἐκκλησιολογία πού προαναφέραμε. Γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ στόχου ἦταν ἀπαραίτητο νά πραγματοποιηθοῦν κάποια συγκεκριμένα βήματα. Σέ γενικές γραμμές τά βήματα αὐτά εἶναι:
α) ὁ ἐπαναπροσδιορισμός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας,
β) ὁ ἐπαναπροσδιορισμός τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας καί αὐτοσυνειδησίας,
γ) ἡ προσαρμογή τους πρός τήν κατεύθυνση τῆς προσεγγίσεως καί τῆς ἑνώσεως μέ τούς ἑτεροδόξους, πού εἶναι καί τό τελικό ζητούμενο,
δ) ἡ ἀποδοχή τῆς ἐγκυρότητας τοῦ Βαπτίσματος, σέ πρώτη φάση, καί συνολικά τῶν μυστηρίων τῶν παπικῶν καί τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων.
.           Πάνω σέ αὐτούς τούς κεντρικούς ἄξονες κινήθηκε ἡ πολυετής προπαρασκευή τῆς Μεγάλης Συνόδου. Στό διάστημα αὐτό, σύμφωνα μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, «… τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον συνεκάλεσε τέσσαρας Πανορθοδόξους Διασκέψεις … διά νά προβληθοῦν τά καθιερωμένα κανονικά κριτήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς καί ὁ καθορισμός τῶν ὁρίων τῆς σχέσεως αὐτῆς μετά τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν»55.
.           Ἡ ἀνάγκη αὐτή γιά ἕναν σαφή καί ξεκάθαρο ἐπανακαθορισμό τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, πού θά πρέπει νά λάβει καί πανορθόδοξη ἔγκριση, τονίζεται ἀπό τούς οἰκουμενιστές. Ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ἐπισημαίνει πώς «πρέπει ἡ Ὀρθοδοξία, αὐτή πρώτη καί μέ δική της εὐθύνη, νά ξεκαθαρίσει τίς θέσεις της καί τίς τοποθετήσεις της στό χῶρο αὐτό τῶν σχέσεών της πρός τούς ἔξω, ὥστε νά μή χωροῦν ἀμφιβολίες, νά μήν ὑπάρχουν ἀμφιλογίες, νά μή γεννῶνται ὑποψίες στούς ἄλλους γιά τίς ἀπόψεις της, νά εἶναι ἀναμφίλεκτες καί ἀπό κοινοῦ εἰλημμένες οἱ ἀποφάσεις πού θά παίρνονται καί νά ἀπηχοῦν πανορθόδοξη συναίνεση καί ἀποδοχή. Μόνο ἔτσι θά καταστήσουμε ἀκουστή καί σεβαστή τή φωνή μας»56.
.           Στό ἄρθρο 20 τοῦ Κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» πού ἐγκρίθηκε ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἀναφέρεται: «Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως»57.
.           «Διά τῆς παρούσης παραγράφου», παρατηρεῖ ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, «προσδιορίσθη­σαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί “κατ’ οἰκονομίαν” ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἀκριβείας»58!
.           Μέ τόν ὅρο «διαμορφωμένη ἐκκλησιαστική παράδοση» τῆς παραγράφου 20 δέν ἐννοεῖται, βεβαίως, ἡ δισχιλιετής ἁγιοπνευματική, ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά αὐτή πού διαμορφώθηκε κατά τόν τελευταῖο αἰώνα στά πλαίσια τῆς Οἰκουμενι(στι)κῆς Κινήσεως καί κυρίως τά τελευταῖα 50 χρόνια.
.           Αὐτή ἡ νέα «διαμορφωμένη ἐκκλησιαστική παράδοση» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προϋποθέτει ἐκ τῶν πραγμάτων καί τήν ἀποδοχή καί καθιέρωση τῆς ἀντορθόδοξης βαπτισματικῆς θεολογίας κι αὐτό γιατί ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος ἔχει ἀποφασιστική σημασία γιά τήν ἀπόδοση ἐκκλησιαστικότητας στούς ἑτεροδόξους.
Μέ βάση αὐτή τήν ἴδια οἰκουμενιστική ἀντίληψψη, ὁ Ἐπίσκοπος Ἀβύδου κ. Κύριλλο ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀναγνώριση τοῦ ὑποστατοῦ τοῦ βαπτίσματος ἑτεροδόξων, ὅταν πρωτίστως ἀποστῆ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τῆς ἀποκλειστικότητας. Ἡ ἀποκλειστικότητα δὲν ἀποτελεῖ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»59.
.           Τό ἴδιο καί ὁ Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ καί μέλος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διαχριστιανικῶν Ὑποθέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κ. Στ. Τσομπανίδης, θέτει ὡς ἕναν ἀπό τούς πρωταρχικούς στόχους τῆς Μεγάλης Συνόδου τό «νά καθορίσει πιό πειστικά καί πιό ὁριστικά τή θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσα στό σύγχρονο οἰκουμενικό διάλογο καί νά πεῖ σέ αὐτούς μέ τούς ὁποίους διαλέγεται πῶς βιώνει ἡ Ὀρθοδοξία τή σχέση της μέ αὐτούς καί τί εἶναι αὐτοί γιά τήν Ὀρθοδοξία… Ἀποτελεῖ ἀποστολή τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας, μέσω τῆς προσεχοῦς Συνόδου της, νά ἐπιβεβαιώσει τήν ὀρθόδοξη βούληση νά συμπορευθεῖ μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες στό δρόμο πού ὁδηγεῖ πρός τή χριστιανική ἑνότητα»60!
.            Στό ἴδιο πνεῦμα κινήθηκαν καί οἱ περισσότεροι ἀπό ὅσους συμμετεῖχαν στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί ἰδιαιτέρως ὅσοι διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στήν περαιτέρω προώθηση καί προβολή τῶν νέων αὐτῶν ἀντιλήψεων.
.           Κάποιοι, μάλιστα, ἐντεταλμένοι ἀνέλαβαν νά λειτουργήσουν ὡς προπομποί, ὡς ὁμάδα κρούσεως, δημιουργώντας ἕνα συγκρουσιακό κλίμα καί ἐπιτιθέμενοι μέ προπέτεια καί ἀμετροέπεια σέ ὅσους παραμένουν πιστοί στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ γνωστή ἐπιθετική τακτική, πού ἐπιχειρεῖ νά καλύψει τήν δική της ἐνοχή προκαλώντας τήν ἐνοχοποίηση τοῦ ἄλλου. Στήν προκειμένη περίπτωση ἔχουμε τόν στιγματισμό καί τήν καταδίκη τῶν ἀντιδρώντων ὡς ζηλωτῶν, φανατικῶν, ἀκραίων, φονταμενταλιστῶν, ἐγωκεντρικῶν, ψυχοπαθῶν, ἀκόμη καί ὡς αἱρετικῶν.
.          Ὁ Μητροπολίτης Χριστουπόλεως κ. Μακάριος, «Εἰδικός Σύμβουλος τοῦ Πατριάρχη», σέ συνέντευξή του λίγες μέρες πρίν τήν ἔναρξη τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ἀναφέρει: «Μιλοῦν κάποιοι γιά τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ … μήπως θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ἀσχοληθεῖ καί μέ μιά ἄλλη, νέας μορφῆς, αἵρεση, πού ἔχει δημιουργηθεῖ σήμερα, τήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ; … Αὐτοί πού φοβοῦνται τόν Οἰκουμενισμό προσχωροῦν στήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ»61.
.           Στό ἴδιο μῆκος κύματος καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος, πού στήν ὁμιλία του κατά τήν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς «Συνόδου» σημείωσε: «Ὁρισμένοι ἔθεσαν τό ἐρώτημα: Στίς μεγάλες Ὀρθόδοξες Συνόδους ἀντιμετωπίστηκε κάποια αἵρεση. Ποιά αἵρεση πρόκειται νά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Ἡ μεγαλύτερη αἵρεση, ἡ μητέρα τῶν αἱρέσεων, ὁ ἐγωκεντρισμός. Προσωπικός, ὁμαδικός, φυλετικός, τοπικιστικός, ἐκκλησιαστικός κ.λπ., πού δηλητηριάζει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί κάθε μορφή ἁρμονικῆς καί δημιουργικῆς συνύπαρξης»62.
.           Ἀλλά καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος στήν ἴδια συνεδρίαση σχολίασε γιά τούς ἀντιφρονοῦντες ὅτι «ὁ ἀγρός τῆς Ἐκκλησίας παράγει καί ζιζάνια πού ἔσπειρε ὁ ἐχθρός»63.
.           Ὁ μεταπατερικός θεολόγος Γεώργιος Βλαντῆς, ἐπιστημονικός συνεργάτης τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος, σέ ἕνα πλεόνασμα χολῆς καί εἰρωνείας εἰς βάρος τῶν ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως, γράφει γι’ αὐτούς: «ἀνίκανοι νά ζήσουν τήν Ἐκκλησία ὡς δρόμο, οἱ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς “Ὀρθόδοξοι” φονταμενταλιστές εἶναι καταδικασμένοι νά τή βιώνουν ὡς πεζοδρόμιο… Τά πλέον κραυγαλέα σχετικά παραληρήματα χρήζουν ὄχι θεολογικῆς ἀντίκρουσης, ἀλλά ψυχιατρικῆς ἀντιμετώπισης… Σέ κάθε περίπτωση, περισσότερο ἐνδιαφέρον ἀπό τίς ἐξάρσεις τοῦ θυμικοῦ τῶν παραφρόνων καί τῶν ἀναλφάβητων παρουσιάζει μιά ὑποκρυπτόμενη αἵρεση, χαρακτηριστική τοῦ φονταμενταλισμοῦ…»64.
.           Μία σειρά παρόμοιων ἀναφορῶν καί σχολιασμῶν, τό ἀκατάσχετο ὑβρεολόγιο τῶν ὁποίων δέν θα μεταφέρουμε στό κείμενό μας, ἀποκαλύπτουν τό ὕφος καί τό ἦθος τῶν ἐντολοδόχων τοῦ Φαναρίου. Ἄλλωστε, οἱ ὕβρεις, οἱ πιέσεις, οἱ ἀπειλές καί οἱ ἐκφοβισμοί ἀποτελοῦν πάγια τακτική του στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀντιφρονούντων.
.           Ἀναφέρουμε, ἐντελῶς ἐνδεικτικά, τήν πίεση πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν ἀπειλή τῶν Νέων Χωρῶν καί τήν καταγγελία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ὅτι «ὑπονομεύεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος»65. Ἀνάλογες πιέσεις ἀσκοῦνται καί μέ ἀφορμή τήν οὐκρανική κρίση, καθώς τό Φανάρι ἐπισείει, ὡς ἀπειλή εἰς βάρος τῆς Μόσχας, τήν ἀνακήρυξη τῆς αὐτονομίας τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας στήν Οὐκρανία.
.           Χαρακτηριστική εἶναι, ἐπίσης, ἡ δίωξη μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους λόγῳ τῆς ἐκπεφρασμένης ἀντίθεσής τους στά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα καί τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Ἐσχάτως, μάλιστα, ὑπάρχει ἡ πληροφορία, ὅτι ἀνάλογες πιέσεις -ὑπό τήν ἀπειλή τῆς ἄρσης τοῦ αὐτοδιοίκητου- ἀσκοῦνται καί πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὥστε νά μήν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις γιά τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου».
.           Δέν εἶναι, ἄλλωστε, ἡ πρώτη φορά πού τό Φανάρι ἐπιχειρεῖ νά παραβιάσει τό καθεστώς τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ σκοπό νά φιμώσει τούς μοναχούς καί νά ἀποτρέψει τίς ἀντιδράσεις καί τόν ἔλεγχο τῶν οἰκουμενιστικῶν ἐκτροπῶν του. Κάτι ἀνάλογο συνέβη καί τό 1994, μετά τήν προδοτική συμφωνία τοῦ Balamand, πού ξεσήκωσε θύελλα ἀντιδράσεων στό ὀρθόδοξο πλήρωμα καί στό Ἅγιον Ὄρος, καθώς καί τόν διάλογο μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους. Γιά τήν καταστολή αὐτῶν τῶν ἀντιδράσεων τό Φανάρι ἀπέστειλε Πατριαρχική Ἐξαρχία ἀποτελούμενη ἀπό τρεῖς Μητροπολίτες μέ τήν ἀξίωση αὐτοί νά λάβουν μέρος στήν Διπλῆ Σύναξη τῶν Ἡγουμένων καί Ἀντιπροσώπων τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κάτι πού σαφῶς ἀπαγορεύεται καί παραβιάζει τό αὐτοδιοίκητο. Προχώρησε μάλιστα καί στήν ἐπιβολή ποινῶν, «ἄνευ δίκης καί ἀπολογίας», καί κήρυξε ἔκπτωτους ἀπό τό ἀξίωμά τους ἡγουμένους καί ἀντιπροσώπους Ἱερῶν Μονῶν «ἐπί ἀπειθείᾳ καί πνεύματι στασιαστικῷ ἔναντι τῆς Μητρός Ἐκκλησίας»66!!

4. Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ὄρους

.           Ὅλα αὐτά, βέβαια, μπορεῖ, ὣς ἕνα βαθμό, νά ἐξηγοῦν τήν στάση της, ἀλλά σίγουρα δέν ἀπαλλάσσουν τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τήν ἀφωνία καί τήν ἐκκωφαντική σιωπή, τήν ὁποία τηρεῖ στά θέματα τῆς πίστεως καί ἡ ὁποία εἶναι διαμετρικά ἀντίθετη μέ τό ὁμολογιακό φρόνημα καί τήν μαρτυρία πού διαχρονικά ἔδιδε τό Ἅγιον Ὄρος.
Ἀναμένουμε, ὅλοι, τήν στάση πού θά κρατήσει τό Ἅγιον Ὄρος σχετικά μέ τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, στήν ὁποία ἤδη παρεῖχε τήν νομιμοποίησή του μέ τήν συμμετοχή ἐκπροσώπου του σέ αὐτή, τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ἀναμένουμε τήν ἀντίδραση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας στό γεγονός ὅτι ὅσες προτάσεις κατέθεσε γιά ἀλλαγή τῶν προσυνοδικῶν Κειμένων ἀπορρίφθηκαν καθ’ ὁλοκληρία ἀπό τήν «Σύνοδο».
.           Ποιά εἶναι τελικά ἡ θέση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τούς ἑτεροδόξους; Τούς ἀναγνωρίζουν ὡς «Ἐκκλησίες», σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» ἤ τούς ἀποδέχονται ὡς «χριστιανικά δόγματα καί ὁμολογίες»67, ὅπως ἀναφέρουν στήν Ἐπιστολή-Ὑπόμνημά τους τῆς 12ης/25ης Μαρτίου 2016 πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο;
.           Παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό παλαιότερες τοποθετήσεις τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τό συγκεκριμένο ζήτημα, οἱ ὁποῖες ἐξέφραζαν μέ ξεκάθαρο καί αὐθεντικό τρόπο τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία καί αὐτοσυνειδησία, πού καταστρατηγήθηκε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί ἀναμένουμε τήν ἐπαναβεβαίωση τῶν θέσεων αὐτῶν καί ἀπό τούς σύγχρονους ἁγιορεῖτες.

Ἀνακοινώσεις Ἁγίου Ὄρους

1980: «…ἡ πα­ραί­τη­σις ἀ­πό τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­ας καί ἡ υἱ­ο­θέ­τη­σις τῆς κα­κο­δο­ξί­ας, ὅ­τι τήν Μί­α, Ἁ­γί­α, Κα­θο­λι­κή καί Ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἐκ­κλη­σί­α ἀλ­λά τά δύ­ο ”τμή­μα­τα” αὐ­τῆς, ἤ­τοι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί ὁ Ρ/Κα­θο­λι­κι­σμός,… πεί­θει ἡ­μᾶς, ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­σις ἔ­χει πο­λύ χει­ρο­τε­ρεύ­σει καί ὅ­τι ἡ de facto Ἕ­νω­σις εὑ­ρί­σκε­ται ἐ­πί θύ­ραις, ὡς ἐ­σχε­δί­α­σε καί ἐ­προ­γραμ­μά­τι­σεν ἡ Β΄ Βα­τι­κά­νει­ος Σύ­νο­δος»68.
1981: «Οἱ Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται ἔ­χουν γα­λου­χη­θῆ πα­ρά τῶν Θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων μας καί τοῦ Σε­πτοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου νά φρο­νοῦν ὅ­τι ὁ Πα­πι­σμός συ­νι­στᾷ αἵ­ρε­σιν, αἵ­ρε­σιν ὁ­μοί­αν μέ τόν Ἀ­ρει­α­νι­σμόν…»69.
1987: «Τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὡ­σαύ­τως δέν συμ­με­ρί­ζε­ται τήν ἄ­πο­ψιν, ὅ­τι ἐ­κτός τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ὑ­πάρ­χου­σιν ”Ἐκ­κλη­σί­αι”. Ὑ­πάρ­χου­σι μό­νον κοι­νό­τη­τες αἱ­ρε­τι­κῶν καί σχι­σμα­τι­κῶν, ὁ­μο­λο­γούν­των πί­στιν εἰς τόν Χρι­στόν, πλήν ὅ­μως ἑ­τέ­ρως κα­θ’ ὅ ὁ­μο­λο­γεῖ ἡ Ἁ­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­α, ἥ­τις εἶ­ναι Μί­α, καί ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξον Ἐκ­κλη­σί­αν. Οἱ Ρ/κα­θο­λι­κοί εἶ­ναι σχι­σμα­τι­κοί καί Αἱ­ρε­τι­κοί, ἄ­νευ ἐγ­κύ­ρων μυ­στη­ρί­ων καί Θεί­ας χά­ρι­τος»70.
1994: «Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι, χά­ριν καί τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί τοῦ σύμ­παν­τος κό­σμου, διά τούς ὁ­ποί­ους ἡ ἀ­νό­θευ­τος Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ ἐ­σχά­τη ἐλ­πίς, οὐ­δέ­πο­τε νά ἀ­πο­δε­χθῶ­μεν ἕ­νω­σιν, ἤ χα­ρα­κτη­ρι­σμόν τῆς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς “ἀ­δελ­φῆς Ἐκ­κλη­σί­ας”»71.
1995: «Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἴ­με­θα ἀ­δελ­φαί Ἐκ­κλη­σί­αι, ὅ­ταν ἔ­χω­μεν δογ­μα­τι­κάς δι­α­φο­ράς καί ὅ­ταν δέν ἔ­χω­μεν μυ­στη­ρια­κήν κοι­νω­νί­αν; Πρό­κει­ται διά μί­αν κα­τά­στα­σιν ἀν­τι­φα­τι­κήν, πρω­το­φα­νῆ εἰς τήν ἱ­στο­ρί­αν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ σκο­πι­μό­της δέν δύ­να­ται νά κα­τα­νο­η­θῆ. Εἴ­με­θα δέ ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι κα­τ’ ἐ­πι­τα­γήν τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας νά δη­λώ­σω­μεν ὅ­τι δέν ἀ­πο­δε­χό­με­θα τήν πε­πλα­νη­μέ­νην θε­ω­ρί­αν πε­ρί ”ἀ­δελ­φῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν”»72.

5. Ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

.           Ἀπό τήν ἀρχή ἀκόμη τῆς λεγόμενης Οἰκουμενικῆς Κίνησης, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε πάντοτε φειδωλή σέ ἀνοίγματα πρός τούς ἑτεροδόξους τηρώντας σαφεῖς ἀποστάσεις ἀπό τίς παρεκτροπές τοῦ Φαναρίου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀπαντήσει ἐξαρχῆς ἀρνητικά στήν γνωστή Πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1902, πού ἐξέδωσε ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ καί ἀπέστειλε πρός ὅλες τίς Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ζητώντας τίς ἀπόψεις τους γιά τό ἄν μπορεῖ νά προχωρήσει τό ζήτημα τῆς «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν». Σθεναρή ὑπῆρξε καί ἡ ἀντίδραση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β΄ (Χατζησταύρου) στά οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τήν δεκαετία τοῦ 1960, μέ τόν ὁποῖο ἦρθε σέ σφοδρή ἀντιπαράθεση. Ἐξίσου παραδοσιακή ὑπῆρξε καί ἡ στάση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τήν σύγκρουσή του μέ τήν Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλῆ γιά τήν ἵδρυση Νουντσιατούρας (πρεσβείας τοῦ Βατικανοῦ) στήν Ἀθήνα τό 1979.
Ἱστορικό, ὅμως, ἔμεινε τό γνωστό ἐρώτημα πού διετύπωνε κάθε φορά πού γινόταν λόγος περί «ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν». «Εἶναι Ἐκκλησία τό Βατικανό;»73, διερωτᾶτο, ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ ἀπό τήν συνάφεια τῶν ἀπαντήσεών του ὅτι δέν ἀποτελεῖ Ἐκκλησία, ἀλλά κρατική ὀντότητα κοσμικοῦ χαρακτήρα.
.           Ἡ παραδοσιακή αὐτή στάση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἄρχισε σταδιακά νά μεταβάλεται καί νά διολισθαίνει σέ οἰκουμενιστικές πρακτικές μέ ἀποκορύφωμα τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου τοῦ Β΄ στήν Ἀθήνα τό 2001 καί τήν ἀντίστοιχη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου στό Βατικανό τό 2006.
.           Ἔχουμε, ἔτσι, σταδιακά τήν στελέχωση τῶν σχετικῶν συνοδικῶν ἐπιτροπῶν μέ οἰκουμενιστές Ἱεράρχες καί Ἀκαδημαϊκούς Θεολόγους. Τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι μέ ποιά κριτήρια ἐπιλέγονται κάθε φορά οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στούς θεολογικούς διαλόγους, στό Π.Σ.Ε. καί τίς διορθόδοξες διασκέψεις. Ὑ­πάρ­χει ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τοῦ ἔρ­γου τους καί πῶς ἀ­πο­τι­μᾶ­ται αὐ­τό; Τά κείμενα τῶν διαλόγων ἐγκρίνονται ἀπό τήν Ἱεραρχία; Ἀφοῦ, ὅπως προβλέπεται,  ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ 2009 αὐτά «τελοῦν ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀναφορᾶς καί ἐγκρίσεώς τους ἀπό τίς κατά τόπους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες»74. Ἀποτελεῖ, πραγματικά, τεράστια πρόκληση γιά τό ὀρ­θό­δο­ξο αἴ­σθη­μα τοῦ πι­στοῦ λα­οῦ ἡ ἐπιμονή πλέον τῆς Συ­νό­δου νά ὁρίζει τούς συγκεκριμένους ἀν­τι­προ­σώ­πους στούς δι­α­λό­γους, ἐνῶ γνωρίζει τίς δε­δο­μέ­νες καί ἐκ­πε­φρα­σμέ­νες οἰ­κου­με­νι­στι­κές ἀν­τι­λή­ψεις τους. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν οἱ Μη­τρο­πο­λί­τες Μεσ­ση­νί­ας κ. Χρυ­σό­στο­μος καί Δη­μη­τριά­δος κ. Ἰ­γνά­τιος.
.           Πολύ περισσότερο δέ αὐτό ἀποτελεῖ πρόκληση μετά καί ἀπό ὅσα διαδραματίστηκαν στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί τήν ἀνατροπή τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας γιά τήν τροποποίηση τοῦ Κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ ἐξέλιξη τῆς ὅλης ὑποθέσεως ἀνέδειξε μέ τόν πλέον ἐμφαντικό τρόπο τήν ἀπόλυτη ἀδιαφάνεια, τά στεγανά καί τήν ἐπιβολή τετελεσμένων στήν ὁποία στηρίχτηκε ἡ προπαρασκευή τῆς συγκεκριμένης «Συνόδου». Μιά δράκα ἀνθρώπων, μιά κλειστή καί ἐπιλεκτική ὁμάδα ἐκλεκτῶν, ἕνας σκληρός πυρήνας ἐμπίστων καί προθύμων, μιά ὀλιγαρχία Ἀρχιερέων καί λαϊκῶν θεολόγων κατάφερε νά ἐπιβάλει τήν θέλησή της σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία.
.           Εἰδικά σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἡ πλειοψηφία τῶν Ἱεραρχῶν καί τό εὐσεβές πλήρωμα συνολικά ἔμειναν ἐπί σειρά ἐτῶν παντελῶς ἀπληροφόρητοι, ἀνυποψίαστοι γιά ὅλα ὅσα ἐπί δεκαετίες συντελοῦνταν ἐν κρυπτῷ. Ὅπως ἀνέφερε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο, «ἡ Ἐκκλησία μας δέν προετοιμάσθηκε ἐπαρκῶς γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἀντίθετα μάλιστα, Ἱεράρχες πού ἀσχολήθηκαν μέ τά θέματα αὐτά μᾶς καθησύχαζαν ὅτι δέν θά δημιουργηθοῦν προβλήματα στήν Ἐκκλησία ἀπό τά κείμενα. Ὅμως, ὄντως ὑπάρχουν θεολογικά προβλήματα»75. Σέ ἄλλη ἐπιστολή του πρός τόν Μακαριώτατο ἔθετε μία σειρά ἀπό ἐρωτήματα ἀπό τά ὁποῖα προέκυπτε ὅτι δέν δόθηκαν ποτέ στούς Ἀρχιερεῖς «οἱ ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων πρός τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, καί τυχόν κατευθυντήριες γραμμές πού ἔδωσαν οἱ κατά καιρούς Διαρκεῖς Σύνοδοι πρός τήν Ἐπιτροπή Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν σχέσεων γιά τήν βελτίωση τῶν κειμένων»76.
Πρέπει, ἔστω καί τώρα, νά δοθεῖ μία ξεκάθαρη ἀπάντηση καί νά εἰπωθεῖ ὅλη ἡ ἀλήθεια. Ἄν δέν πληροφορήθηκαν ἐγκαίρως οἱ Ἱεράρχες τό περιεχόμενο τῶν κειμένων, ὅπως διατείνονται πολλοί ἀπό αὐτούς, ποιός εἶναι ὑπεύθυνος γι’ αὐτό; Ποιός εὐθύνεται πού ἀπεκρύβησαν ἀπό τήν Ἱεραρχία τόσο σημαντικά κείμενα; Ἀναζητήθηκαν εὐθύνες γιά τήν ἀπόκρυψη τῶν κειμένων; Ἄν ναί, σέ ποιόν ἀποδόθηκαν;
.           Ἄν ἰσχύει ἡ ἄλλη περίπτωση, ὅτι, δηλαδή, εἶχε ἐνημερωθεῖ ἐγκαίρως ἡ Σύνοδος καί γνώριζαν οἱ Ἱεράρχες τό περιεχόμενο τῶν κειμένων, γιατί δέν ἀντέδρασαν ἐγκαίρως, ὥστε νά εἶναι καί πιό ἀποτελεσματική ἡ ἀντίδρασή τους αὐτή; Γιατί δέν εἰπώθηκε οὔτε μιά λέξη γι’ αὐτό τό τόσο σημαντικό ζήτημα; Γιατί δέν ὑπῆρξε οὔτε μία δημόσια ἀναφορά, δέν γράφτηκε οὔτε ἕνα κείμενο, δέν ἐκφράσθηκε οὔτε μία ἀντίρρηση, οὔτε μία παρατήρηση, δέν εἰπώθηκε ἀπολύτως τίποτε πρός τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι προφανές πώς ἡ ὅλη διαδικασία πού τηρήθηκε εἶχε ὡς μοναδικό σκοπό τήν διαμόρφωση καί ἐπιβολή τετελεσμένων ἀποφάσεων, ἐρήμην τῆς Ἱεραρχίας καί τοῦ εὐλαβοῦς πληρώματος.
.           Στήν διάρκεια τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς 25ης Μαΐου 2016 εἴχαμε μία ἔντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα καί μία συζήτηση σέ ὑψηλούς τόνους καί ἀντιπαραθέσεις, τό περιεχόμενο τῆς ὁποίας, φυσικά, δέν ἀνακοινώθηκε ποτέ. Χαρακτηριστικό τῆς ἀδιαφάνειας καί τῆς μυστικότητας πού τηρήθηκε εἶναι τό γεγονός ὅτι στά Δελτία Τύπου, τά Ἀνακοινωθέντα καί τήν Ἐγκύκλιο πρός τόν Λαό, πού ἐκδόθηκαν ἀπό τήν Ἱεραρχία, δέν ἀναφέρεται πουθενά τί ἀκριβῶς ἀποφάσισε καί ποιές ἦταν οἱ τροποποιήσεις πού θά πρότεινε στήν Μεγάλη Σύνοδο.
.           Οὐσιαστικά, λοιπόν, ποτέ κανείς δέν ἔμαθε ποιές ἤταν τελικά οἱ τροποποιήσεις τῶν κειμένων, πού προτάθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, γιά τίς ὁποῖες τόσος λόγος ἔγινε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Οἱ μόνες πληροφορίες πού ἔχουμε εἶναι ἀπό τίς ἀναφορές τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου στά κείμενα πού ὁ ἴδιος δημοσίευσε καί ἀπό ὅσα διέρρευσαν στά ΜΜΕ.
.           Τό πρῶτο ἐρώτημα πού προκύπτει ἀπό τίς ἀποφάσεις καί τίς ἀνακοινώσεις τῆς Ἱεραρχίας εἶναι πῶς ἑρμηνεύεται ἡ φράση «ἡ τελική ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας (…) θά ὑποστηριχθεῖ ἀπό τόν Μακαριώτατο κατά τίς συνεδριάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου»77.
.           Τί ἀκριβῶς ὑποστήριξε ὁ Μακαριώτατος στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης καί μέ βάση ποιά ἐπιχειρηματολογία; Ποία ἦταν ἡ θεολογική βάση πάνω στήν ὁποία ἐπρόκειτο νά στηρίξει τήν ἐπιχειρηματολογία του; Ἀναπτύχθηκε ποτέ ἐπαρκῶς αὐτή ἡ ἐπιχειρηματολογία;
.           Καί τό ἄλλο σημαντικό ἐρώτημα εἶναι ἄν οἱ Ἱεράρχες πού μετεῖχαν στήν ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχαν υἱοθετήσει πραγματικά καί ἀποδέχονταν τίς τροπολογίες πού ἀνέλαβαν νά ὑποστηρίξουν ἤ ἄν, κάποιοι ἀπό αὐτούς, ἁπλά ἀναδιπλώθηκαν γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι οἱ τροπολογίες αὐτές δέν θά γίνονταν τελικά δεκτές στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.
.           Σύμφωνα, ἄλλωστε, μέ τήν παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῆς Συνόδου, «… αἱ μή ὁμοφώνως ἀποδεκταί γενόμεναι τροπολογίαι δέν ἐγκρίνονται»78.

Συμβιβασμός καταδικασμένος νά ἀποτύχει

.           Σέ κάθε περίπτωση, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή ξεκάθαρο ὅτι ἡ πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦσε οὐσιαστικά μία κίνηση τακτικῆς καί ἕναν συμβιβασμό, πού ἐπεχείρησε νά ἑνώσει τά διεστῶτα καί νά συνθέσει τίς ἀντίθετες ἀπόψεις πού εἶχαν κατατεθεῖ ἀπό πολλούς Ἱεράρχες. Ἐπρόκειτο, ἐπίσης, γιά μία προσπάθεια κατευνασμοῦ τῶν σφοδρῶν ἀντιδράσεων μεταξύ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐκφρασθεῖ μέσα ἀπό σωρεία ἄρθρων, ἀνακοινώσεων, ἐπιστολῶν, ἐντύπων κ.ἄ.
.           Εἶναι ὅμως γνωστό ὅτι στά θέματα τῆς πίστεως δέν μπορεῖ νά γίνει συμβιβασμός. Γι’ αὐτό καί εἶχε τονιστεῖ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι τό Κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» θά ἔπρεπε νά ἀπορριφθεῖ ἐξ ὁλοκλήρου, καθώς ἦταν ἐκ θεμελίων προβληματικό καί δέν ἐπιδεχόταν βελτιώσεις.
.           Κατά συνέπεια, ἡ πρόταση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἦταν ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη σέ ἀποτυχία. Θά μποροῦσε, ὅμως, κάποιος καλόπιστα νά παρατηρήσει ὅτι, παρά ταῦτα, ἡ Ἱεραρχία εἶχε τήν πρόθεση καί τήν διάθεση νά ἐπιφέρει βελτιώσεις στό κείμενο. Εἶναι, ὅμως, ἔτσι;

Ἡ ὑπονόμευση ἐκ τῶν ἔσω

.           Ἐλάχιστες ἡμέρες μετά τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νά προτείνει τροποποιήσεις στό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὁ Συνοδικός της Ἀντιπρόσωπος στίς Προσυνοδικές Διασκέψεις Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ἔδωσε, στίς 7-6-2016, συνέντευξη στήν ἰταλική ἐφημερίδα La Stampa (στήν ἠλεκτρονική της ἔκδοση). Ἐκεῖ, μεταξύ ἄλλων, ὁ δημοσιογράφος Andrea Tornielli τοῦ ζήτησε νά σχολιάσει τίς πληροφορίες ὅτι μερικοί Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ζητοῦν νά  ἀκυρωθεῖ ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» για τούς «Καθολικούς» καί τοῦ ἀπευθύνει τήν ἐρώτηση: «Ἀλλά, μέχρι στιγμῆς, οἱ Καθολικοί ἔχουν θεωρηθεῖ μιά ἀληθινή Ἐκκλησία γιά τούς Ὀρθόδοξους, δέν εἶναι ἔτσι;». «Βέβαια, ἔτσι εἶναι», ἀπαντᾶ ὁ Σεβασμιώτατος κ. Χρυσόστομος καί συνεχίζει: «ἡ Καθολική Ἐκκλησία θεωρεῖται πάντα μιά Ἐκκλησία. Ἡ πρόταση γιά τήν ὁποία μιλᾶτε εἶναι, ἀπό ὁρισμένους συντηρητικούς, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά βάλουν στό ἴδιο ἐπίπεδο τίς δύο Ἐκκλησίες. Ἀλλά, πιστεύω, ὅτι θά εἶναι δύσκολο νά περάσει. Ὑπάρχουν πολλοί ἄλλοι πού δέν δέχονται αὐτή τήν τροπολογία»79.
.           Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ἀμέσως μετά τήν ὑποτιθέμενη ὁμοφωνία τῆς Ἱεραρχίας γιά τίς προτεινόμενες τροποποιήσεις, ὁ ἴδιος ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στίς Προσυνοδικές Διασκέψεις ἀποστασιοποιεῖται ἐπίσημα ἀπό τήν ἐπίσημη θέση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας του. Στιγματίζει ὡς «συντηρητικούς» συνεπισκόπους του καί σπεύδει νά καθησυχάσει τό παπικό ἀναγνωστικό κοινό ὅτι αὐτή ἡ πρόταση δέν θά ἐγκριθεῖ στήν Κρήτη. Προδικάζει δέ ὁ ἴδιος καί προαναγγέλλει τήν ἀπόρριψη τῆς πρότασης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ ἀνατροπή τῆς ἀπόφασης τῆς Ἱεραρχίας

.           Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, δέν ἄργησαν νά πέσουν οἱ μάσκες καί νά ἀποκαλυφθεῖ τό ἀληθινό πρόσωπο τῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, μέλους τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, «τήν Παρασκευή πού συζητεῖτο τό συγκεκριµένο κείµενο ἡ συζήτηση ἔφθασε σέ ἀδιέξοδο στήν ἕκτη παράγραφο, ὅπου γινόταν λόγος  γιά τήν ὀνοµασία τῶν Ἑτεροδόξων… Σέ εἰδική σύσκεψη τῆς ἀντιπροσωπείας µας τήν Παρασκευή τό µεσηµέρι ἀποφασίσθηκε νά παραµείνουµε σταθεροί στήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας καί νά προταθοῦν ἐναλλακτικές λύσεις, ἤτοι νά γραφῆ “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ὕπαρξιν ἑτεροδόξων” ἤ “ἄλλων Χριστιανῶν” ἤ “µή Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν”»80.
.           Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος συνῆλθε καί πάλι τό πρωί τοῦ Σαββάτου, ὅπου προτάθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο νά κατατεθεῖ μία νέα πρόταση, ἤτοι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν»81.
.           Σύμφωνα μέ ὅσα διέρρευσαν στά ΜΜΕ «εἶχε προηγηθεῖ ἕνα ὁλονύκτιο “παζάρι” μεταξύ τῶν Μητροπολιτῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»82. Σ’ αὐτές τίς ὁλονύκτιες διεργασίες συμμετεῖχαν καί ὁ Μητροπολίτης Νέας Ἰωνίας κ. Γαβριήλ μέ τόν Καθηγητή κ. Βλάσιο Φειδᾶ, οἱ ὁποῖοι φέρονται καί ὡς συντάκτες τῆς νέας πρότασης πού ἀνέτρεψε τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας.
.            Στήν ψηφοφορία πού ἀκολούθησε ὑπερψηφίστηκε αὐτή ἡ νέα πρόταση ἀπό ὅλους τούς παρόντες, πλήν τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος διαφώνησε καί ἀποφάσισε νά μήν ὑπογράψει τό κείμενο καί νά ἐπέχει ἀπό τήν «περαιτέρω συζήτηση τοῦ θέματος χάριν τῆς ἑνότητος»83.
.           Αὐτό πού συνέβη τελικά στήν Κρήτη ἦταν ἡ πλήρης ἀνατροπή τόσο τῆς οὐσίας ὅσο καί τοῦ συνολικοῦ πνεύματος τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαΐου τοῦ 2016. Καί αὐτό γιατί ἡ ὅλη ὑπόθεση πού ἀπασχόλησε κυρίως τήν Ἱεραρχία ἦταν τό ἄν θεωροῦνται ἤ ὄχι Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξοι. Στήν πολύωρη καί γεμάτη ἀντεγκλήσεις συζήτηση πού πραγματοποιήθηκε ἀποφασίστηκε νά γίνει ἡ πρόταση «νά ἀντικατασταθοῦν ὅλες οἱ φράσεις πού χαρακτηρίζουν ὡς “Ἐκκλησίες” καί ἀναφέρονται στίς σχέσεις μέ τούς ρωμαιοκαθολικούς καί τούς προτεστάντες. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση-πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στά πρός ἐπικύρωση κείμενα τῆς Μεγάλης Συνόδου, ὅπου ὑπάρχει ἡ λέξη “Ἐκκλησία” καί ἀναφέρεται στούς ρωμαιοκαθολικούς καί στούς προτεστάντες, θά πρέπει νά ἀντικατασταθεῖ καί νά γίνει “ὁμολογία” ἤ “χριστιανική κοινότητα”»84.
.           Τήν πρόταση αὐτή μάλιστα ἡ Ἱεραρχία ἀπεφάσισε νά τήν ὑποστηρίξει σθεναρά καί χωρίς ὑποχωρήσεις. «Ἅς μείνουμε μόνοι. Μοναδικοί κήρυκες τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνήσιοι ἐκφραστές»85, διεκήρυσσε ὁ Μητροπολίτης Ἠλείας, κύριος εἰσηγητής τοῦ θέματος στήν Ἱεραρχία, δίνοντας τό στίγμα αὐτῆς τῆς ἀπόφασης. Ὁ στόχος, λοιπόν, καί ἡ δέσμευση πού ἔθεσε ἡ Ἱεραρχία μέ τήν ἀπόφασή της στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί τούς Ἀρχιερεῖς, πού συναποτελοῦσαν τήν ἀντιπροσωπεία πού τόν συνόδευε, ἦταν σαφής: νά μήν γίνεται ἀναφορά τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» σέ σχέση μέ τούς ἑτεροδόξους.
.           Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί οἱ Ἀρχιερεῖς πού μετεῖχαν στήν ἀντιπροσωπεία προχώρησαν σέ μία ὠμή παραβίαση τῆς ἐντολῆς πού εἶχαν λάβει. Λειτούργησαν μέ ἀπόλυτα ἀντισυνοδικό τρόπο, ὑπερβαίνοντας τήν ἐξουσιοδότηση πού εἶχαν λάβει ἀπό τό ἀνώτατο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ Ἱεραρχία. Κι αὐτό γιατί ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση δέν περιελάμβανε καμμία ἀπολύτως πρόβλεψη γιά τήν δυνατότητα ἀλλαγῆς τῶν προτάσεων.
.          Αὐτήν τήν κατάλυση τῆς συνοδικότητας, τήν παραβίαση κάθε δεοντολογίας καί κάθε ἀρχῆς δημοκρατικῆς ἐκπροσώπησης, ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος τήν θεωρεῖ καί τήν προβάλλει ὡς ἔνδειξη ἑνότητας! Σύμφωνα μέ τόν Μητροπολίτη, «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, ἀπέδειξε ὅτι μπορεῖ νά πορευθεῖ ἑνωμένη, νά συνθέσει τίς ἀπόψεις τῶν προσώπων πού τήν ἀπαρτίζουν καί νά συμβάλει στή σαφήνεια καί τήν αὐθεντικότητα τῆς διατύπωσης τοῦ μηνύματος τῆς Ὀρθοδοξίας»86.
.           Ὁ ἴδιος Μητροπολίτης, ἄλλωστε, σέ ἄρθρο του στήν ἐφημερίδα Καθημερινή, λίγες μέρες πρίν τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἔγραφε, μεταξύ ἄλλων, ὅτι «… οἱ ἀποφάσεις θά ληφθοῦν, ὅπως ἡ παράδοσή μας ὁρίζει: “Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν”. Τίς ἀποφάσεις, ὅμως, τίς παίρνουν οἱ παρόντες»87.  Αὐτή εἶναι μιά δήλωση πού ἐπιδέχεται πολλές ἑρμηνεῖες καί γεννᾶ πολλά ἐρωτηματικά. Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Μαΐου 2016 δέν ἦταν «ὅπως ἡ παράδοσή μας ὁρίζει»; Δέν ἦταν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» οἱ προτάσεις τῆς Ἱεραρχίας, πού παραβιάστηκαν στήν Κρήτη;
.           Καί τελικά ἄν «τίς ἀποφάσεις τίς παίρνουν οἱ παρόντες» (ἐνν. στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης), ὅπως ὑποστηρίζει ὁ κ. Ἰγνάτιος, τότε τί νόημα εἶχαν οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας πού προηγήθηκαν; Οἱ παρόντες, δηλαδή στήν Κρήτη, ἀντιπρόσωποι δέν ἐκπροσωποῦσαν τήν Ἱεραρχία τους; Δέν ἀντιπροσώπευαν καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς; Ἔχουμε, δηλαδή, ἀποκλεισμό ὅλων τῶν ὑπολοίπων Ἀρχιερέων καί διαχωρισμό σέ Ἐπισκόπους δύο ταχυτήτων, αὐτῶν πού θά ἀποφασίζουν καί αὐτῶν πού θά ἀποδέχονται τίς ἀποφάσεις; Ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἱερώνυμος, στίς προκλήσεις πού δέχτηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου, ἀπήντησε ὅτι «ἐμεῖς ἔχουμε Σύνοδο 80 ἀρχιερέων»88.
.           Μετά ἀπό ὅλα αὐτά ἀναμένεται μέ τεράστιο ἐνδιαφέρον ἡ προσεχής σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου, ὥστε νά πληροφορηθοῦμε ὅλοι, πῶς θά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς ἡ ἀνατροπή τῆς ἀποφάσεώς τους. Τί θά πράξουν οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς; Θά συνεχίσουν νά κωφεύουν καί νά ἀδιαφοροῦν; Θά συνεχίσουν νά ἀποδέχονται τά πραξικοπήματα μιᾶς ἐπισκοπικῆς ὀλιγαρχίας, πού ἐπί σειρά ἐτῶν ἐπιβάλλει συστηματικά καί μεθοδευμένα τίς οἰκουμενιστικές ἀντιλήψεις κατέχοντας κατ’ ἐξακολούθηση καίριες θέσεις στίς Συνοδικές Ἐπιτροπές καί στούς διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους; Θά συνεχίσουν νά γίνονται συνυπεύθυνοι καί συνένοχοι στά ἐγκλήματα πού συντελοῦνται κατά τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας;

6. Ἀποτίμηση

.           Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, ὄχι μόνο δέν ἀνέδειξε καί δέν προέβαλε τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως διεκήρυσσε, ἀλλά ἀντιθέτως τήν ἔθεσε σέ μία ὀδυνηρή δοκιμασία. Ἀντί νά σφυρηλατήσει τήν ἑνότητα, ἀνατροφοδότησε διχοστασίες καί ἀντιθέσεις, ἀντιπαλότητες καί ἀνταγωνισμούς. Τά πολιτικά παιχνίδια τῶν Προκαθημένων, ἄν καί δέν ἀνέδειξαν κανένα νικητή, ζημείωσαν συντριπτικά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁδηγώντας την σέ μία ἔντονη ἐσωτερική περιδίνηση μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Ἡ ἀπουσία τεσσάρων Πατριαρχείων, πού πληθυσμιακά μάλιστα ἐκπροσωποῦν περισσότερους ἀπό τούς μισούς ὀρθοδόξους παγκοσμίως, ἐπέφερε θανάσιμο πλήγμα στήν εἰκόνα τῆς ἑνότητας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς «Συνόδου».
.           Ὅπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀναλυτής Victor Gaetan «ἡ ἄρνηση τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο ματαίωσε τό ὄνειρο τοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου νά προβάλει τήν ὑπ’ αὐτόν παγκόσμια ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί σημειώνει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή «προκαλεῖ περισσότερα ἐρωτήματα παρά ἀπαντήσεις»89.
.           Τό εὔλογο καί μείζονος σημασίας ἐρώτημα πού γεννᾶται καί πού τό ὑποβάλλει ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν σχολιαστῶν, παρατηρητῶν καί ἀναλυτῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης εἶναι γιατί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἐπέδειξε τόση ἐπιμονή στήν πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς «Συνόδου».
.           Γιατί ἐπέμεινε νά πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ Συνόδος–παρωδία μέ τήν συμμετοχή μιᾶς ἰσχνῆς μειοψηφίας Ἀρχιερέων, πού δέν ἀντιπροσώπευσαν οὔτε στό ἐλάχιστο τό Σῶμα τῶν Ἐπισκόπων, πού δέν εἶχαν κἄν δικαίωμα ψήφου καί ἀδιαφόρησαν πλήρως γιά τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὀρθόδοξο πλήρωμα;
.           Γιατί ἐπέμεινε τόσο πολύ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης νά πραγματοποιηθεῖ αὐτή ἡ Σύνοδος–τραγέλαφος, ὅπου ἄλλοι ἀρνήθηκαν νά προσέλθουν, ἄλλοι διετύπωσαν σοβαρές ἐπιφυλάξεις, ἄλλοι ἀρνήθηκαν νά ἀποδεχθοῦν καί νά ὑπογράψουν τά Κείμενα πού ἀποφασίστηκαν καί ἄλλοι ὑπέγραφαν ἀντ’ αὐτῶν, ὅπως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, πού ὑπέγραψε ἀντί γιά τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας του, πού ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν -χωρίς φυσικά τήν ἔγκρισή τους- καταλύοντας κάθε ἀρχή δημοκρατικῆς ἔκφρασης καί ἐκπροσώπησης, ἀκόμη καί μέ τήν κοσμική της ἔννοια;
.           Γιατί ἐπέμεινε τόσο πολύ ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς «Συνόδου», πού ἀμαύρωσε τήν εἰκόνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐξέπεμψε διχαστικά μηνύματα καί λειτούργησε διαλυτικά ἐπηρεάζοντας ἀρνητικά τήν συνοχή μεταξύ τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν;
.           Καί τελικά γιατί προτίμησε νά ὑποστεῖ μία τέτοια στρατηγική ἧττα, γιατί ἀποδέχτηκε τόν ἐπικοινωνιακό αὐτοχειριασμό καί τήν κατάρρευση ἑνός τόσο μεγαλεπίβουλου σχεδιασμοῦ, πού ἐπί μισό τουλάχιστον αἰώνα πρωτοστατοῦσε στήν ὀργάνωση καί τήν ἐκπλήρωσή του;
.          Ἡ ἀπάντηση, μετά ἀπό ὅλα ὅσα ἔχουμε ἀναπτύξει, εἶναι προφανής. Οἱ στόχοι τῆς «Συνόδου» ἦταν ἄλλοι∙ ἦταν αὐτοί πού περιγράψαμε ἀναλυτικά καί ἡ ἐπίτευξη τῶν ὁποίων προετοιμαζόταν μέ ἐπιμέλεια, μεθόδευση καί πονηρία, ἐπί ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια καί ἰδιαίτερα τήν τελευταία πεντηκονταετία∙ ἦταν ἡ ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς «ἐκκλησιῶν», ἡ ἐπίσπευση τῶν διαδικασιῶν πρός τήν τελική «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» καί διά τοῦ «κοινοῦ Ποτηρίου», ἡ ὁποία εἶναι προαποφασισμένη, καί ἡ ἰσχυροποίηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὡς Πρώτου, ἄνευ ἴσων, μέσα στήν Ὀρθοδοξία.
.           Καί ὅπως ἀποδείχθηκε, μπροστά στήν ἐπίτευξη αὐτῶν τῶν κυρίαρχων καί στρατηγικῶν γιά τούς οἰκουμενιστές στόχων, ὅλα τά ἄλλα τίθενται σέ δεύτερη μοίρα. Ὅπως τέθηκε σέ δεύτερη μοίρα, ἀγνοήθηκε καί ἀπορρίφθηκε ἡ ἁγιοπατερική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἁγιοπνευματική ὀρθόδοξη θεολογία μας. Ὅπως ἀγνοήθηκαν καί καταπατήθηκαν μία σειρά ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους, πού ἔχουν καταδικάσει ἀπερίφραστα, ὡς αἱρετικές, ποικίλες πλάνες, τίς ὁποῖες πρεσβεύουν, ἀκόμη καί σήμερα, ὅλοι αὐτοί -παπικοί καί προτεστάντες- πού ἀναγνωρίστηκαν ὡς «ἐκκλησίες» ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Γι’ αὐτό καί παρατηρεῖ πολύ εὔστοχα ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, «ἡ παραθεώρηση τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τούς ἁγίους αὐτούς, γιά νά βρεθοῦν μερικά κοινά σημεῖα μέ τόν δυτικό Χριστιανισμό, εἶναι προδοσία τῆς πίστεως. Δέν μπορῶ νά βρῶ ἄλλον εὐγενέστερο χαρακτηρισμό»90.
.           Παραθέτουμε ἐνδεικτικά μόνο κάποιες ἀπό αὐτές τίς Συνόδους, πού καταπατήθηκαν ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης:
.           Ἡ Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος (381) ἀπαγόρευσε τίς προ­σθα­φαι­ρέ­σεις στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως. Τήν ἀπαγόρευση αὐτή ἐπαναλαμβάνουν καί ὅλες οἱ μετέπειτα Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Ἡ Η΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (879-880) ἐπί Μεγάλου Φωτίου, κατεδίκασε ρητά τίς παπικές αἱρέσεις τοῦ Filioque καί τοῦ πρωτείου. Ἡ Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (1341-1351) κατεδίκασε τίς παπικές πλάνες περί κτιστῆς χάριτος καί κτιστῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
.            Ἡ Τοπική Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ (649) καί ὅλες οἱ Τοπικές Σύνοδοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῶν ἐτῶν 867, 1009, 1054, 1089, 1170, 1273, 1282, 1285, 1484, 1642, 1722, 1727, 1755, 1838 καί 1895. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1324 ἐν Νυμφαίῳ, τοῦ 1441 ἐν Ρωσίᾳ, τοῦ 1443 ἐν Ἱεροσολύμοις. Ἡ Ἀπάντηση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τόν Πάπα Πίο τόν Θ΄ τό 1848 καί τό Πανορθόδοξο Συνέδριο στήν Μόσχα τό 1948.
.           Εἶναι δέ χαρακτηριστικό ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν καταδικάζει τόν παπισμό. Δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας πατέρας καί σύγχρονος ἁγιασμένος Γέροντας, ἀπό τούς παλαιότερους μέχρι καί τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, πού νά μήν καταδικάζει τίς παπικές πλάνες. Εἶναι ὁμόφωνη, ὁμόθυμη καί διαχρονική ἡ ἀπόρριψη καί ἡ καταδίκη τῶν δοξασιῶν τοῦ παπισμοῦ. Ὅλες αὐτές τίς Συνοδικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων μας διαχρονικά παραβίασε καί κατεπάτησε βάναυσα ἡ «Σύνοδος»τῆς Κρήτης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ [Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης]–4

Ὑποσημειώσεις:
42. Καθ. Δ. Τσάκωνα, Ἀθηναγόρας ὁ Οἰκουμενικός τῶν Νέων Ἰδεῶν, σελ. 95.
43. “Council coming for Orthodox”, interview by Desmond O’ Grady, The National Catholic Reporter, in the January 21, 1977. Βλ. καί π. Πέτρου Heers (Χίρς), Ἀπό τήν Β´ Βατικανή (1965) στήν Πανορθόδοξη Σύνοδο (Κρήτη 2016), romfea.gr/images/hirs.pdf
44. Βλ. σχ. π. Πέτρου Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας, blogspot.gr/2016/03/heers.html.
45. Ἡ ἐκλογή τοῦ Πάπα 23ου, kathimerini.gr/806488/article/epikairothta/kosmos/h-eklogh-toy-papa-iwannh-23oy
46. Ἡ ἐκλογή τοῦ Πάπα 23ου, ὅ.π.
47. Βλ. σχ. Διάταγμα περί Οἰκουμενισμοῦ, Πρακτικά Β´ Βατικανῆς Συνόδου.
48. Βλ. σχ. π. Πέτρου Heers, Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων ὡς βάση μιᾶς νέας ἐκκλησιολογίας.
49. π. Πέτρου Heers, ὅ.π.
50. Κείμενο Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στό Porto Alegre, Φεβρουάριος 2006.
51. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 10.
52. Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου, Ἡ σχέση τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς ἄλλους χριστιανούς, panorthodoxcemes.blogspot.gr/2016/06/2007.html
53. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 10-11.
54. Διατάγματα Β΄ Συνόδου Βατικανοῦ, Γραφεῖον Καλοῦ Τύπου, τ. 7, σελ. 11.
55. Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, Ἐπιστολή πρός τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀναφορικά μέ τήν Μεγάλη Σύνοδο, ἀριθ. πρωτ. 755, 16-2-2016
56. Μητρ. Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ «ἄλλοι», Εἰσήγηση στήν ἡμερίδα τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Θείας λατρείας καί Ποιμαντικοῦ Ἔργου, Πεντέλη, 4.6.2010.
57. Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, holycouncil.org/-/rest-of-christian-world
58. Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Αἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τάς λοιπάς χριστιανικάς ἐκκλησίας και ὁμολογίας ἐπί τῇ βάσει τῶν Πανορθοδόξων ἀποφάσεων, blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/08
59. Ἀβύδου Κυρίλλου, Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον, romfea.gr/katigories/10-apopseis/8579-abudou-kurillos-empisteuomai-tin-ekklisia
60. Στυλιανοῦ Τσομπανίδη, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Οἰκουμενική Κίνηση: Μιά ἐκκλησιολογική προσέγγιση καθ’ ὁδόν πρός τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, blogs.auth.gr/moschosg/2015/12/17.
61. Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου, Συνέντευξη στόν δημοσιογράφο κ. Νίκο Παναγιωτόπουλο, flashnews.gr/post/272241/apokleistikh-synenteyksh-toy-ep-xristoypolews-sto-flashnews-meros-a
62. Ὁμιλία Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας, Ἐναρκτήρια Συνεδρίαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, 19 Ἰουνίου 2016, holycouncil.org/-/opening-archbishop-anastasios
63. Ὁμιλία Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου, Ἐναρκτήρια Συνεδρίαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, 19 Ἰουνίου 2016, holycouncil.org/-/opening-archbishop-chrysostomos
64. Γιώργου Βλαντῆ, Ὁ φόβος μπροστά στό Πνεῦμα, Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος καί οἱ φονταμενταλιστές, fanarion.blogspot.gr/2016/06/blog-post_78.html
65. romfea.gr/katigories/10-apopseis/6311-i-ixiri-apantisi-tis-athinas-sto-fanari
66. Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ.φ. 1064, 25.2.1994.
67. Ἐπιστολή Ἱερᾶς Κοινότητος Ἁγίου Ὄρους, 12/25 Μαΐου 2016.
68. Ἐφημερίδα Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ.φ. 426, 10-10-1980.
69. ὅ.π., ἀρ.φ. 440, 16-1-1981.
70. ὅ.π., ἀρ.φ. 772, 15-1-1988.
71. ὅ.π., ἀρ.φ. 1067, 18-3-1994.
72. ὅ.π., ἀρ.φ. 1154, 22-12-1995.
73. Συνέντευξη στόν Δημοσιογράφο Γιῶργο Τράγκα, στήν ἐκπομπή «Χωρίς ἀναισθητικό», youtube.com/watch?v=2Sg6uZnPtFw
74. Ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 16/10/2009, ecclesia.gr/greek/holysynod/anakoinothenta.asp?id=1120&what_sub=announce
75.  Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, parembasis.gr/images/anakoinoseis/2016/NAYPAKTOY_DIS_PARATHRHSEIS_M_SYNODO-MAR2016.pdf
76. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π.
77. ecclesia.gr/epikairotita/main_epikairotita_next.asp?id=1819
78. Κανονισμός Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, holycouncil.org/-/procedures
79. Συνέντευξη Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, lastampa.it/2016/06/07/vaticaninsider/eng/inquiries-and-interviews/the-panorthodox-council-is-an-historic-event-no-one-must-be-absent-WTlAVSXZ3omyacCGvpoJiO/pagina.html
80. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Γιατί δέν ὑπέγραψα τό κείµενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσµον», parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-239/4555-2016-06-30
81. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π
82. Μαρία Αντωνιάδου, Ὁλονύκτιο «παζάρι» γιά τή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, tovima.gr/society/article/?aid=810672
83. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π.
84. Μαρία Ἀντωνιάδου, Τό παρασκήνιο τῆς Συνόδου πού ἐξόρισε τούς Καθολικούς, tovima.gr/society/article/?aid=803331
85. ὅ.π., tovima.gr/society/article/?aid=803331
86. Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, Ἡ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἀρχή, tovima.gr/opinions/article/?aid=812280
87. Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος καί Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνατίου, Ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος, kathimerini.gr/863416/opinion/epikairothta/politikh/h-panor8odo3os-synodos
88. orthodoxia.info/news/%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7/
89. Victor Gaetan, Pan-Orthodox Council: Russian Absence Saves Ecumenical Patriarchate’s Status — for Now, ncregister.com/daily-news/pan-orthodox-council-russias-absence-saves-patriarchate-of-constantinoples/
90. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Λίγο πρίν τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-240/4530-2016-06-11-amsoe

, , ,

Σχολιάστε