Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησιαστικὴ Λατρεία

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ἢ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ; Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ”-“Σάβανα” καὶ “φορμόλες”! ! ! («Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας», πρωτ. Ἰω. Φωτόπουλος)

Παράδοση: βεβαιότητα ἤ αὐτοσχεδιασμός;
Παρατεινόμενη ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ

Πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου

.           Ὁ λόγος γιά τήν Ἐκδήλωση – συζήτηση στό Μέγαρο Μουσικῆς πού προκάλεσε ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ Θανάσης Παπαθανασίου τή Δευτέρα 1η Ἀπριλίου 2013 μέ θέμα: «Παράδοση: κίνδυνος ἤ ἐλπίδα;». Τρεῖς οἱ ὁμιλητές. Ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ἱβήρων, ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολ. Σχολῆς κ. Μάριος Μπέγζος καί ὁ κ. Θ. Παπαθανασίου. Ὁ κ. Παπαθανασίου μίλησε τελευταῖος γιά 19 λεπτά καί, νομίζω, ἦταν ἐκεῖνος πού ἔδωσε τό στίγμα τῆς ἐκδηλώσεως στέλνοντας συγκεκριμένα μηνύματα στούς συγκεντρωμένους.
.            Τό περιοδικό «Σύναξη» ἔχει ὡς ὑπότιτλο τή φράση «Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία». Ἔτσι κάθε ἔκφραση τοῦ περιοδικοῦ προφορική ἤ γραπτή θά ἔπρεπε νά ἀπηχεῖ καί νά σπουδάζει αὐτό τό στόχο, τήν Ὀρθοδοξία. Κατ᾽ ἀρχάς δέν ἔχω ἀκόμη καταλάβει ποιά ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τό θέμα τῆς ἐκδηλώσεως, τήν ἀξιολόγηση τῆς Παραδόσεως. Τί εἶναι αὐτό πού ἀπασχολεῖ τούς ἀνθρώπους τῆς «Συνάξεως»; Ἴσως βασανίζονται ἀπό τήν ἀποτυχία «ἀναγεννήσεως» τῆς Παραδόσεως μέ τήν ἀναπάντεχη διακοπή τῆς προηγουμένης ἀρχιεπισκοπίας καί τήν ἀνακοπή τῶν θεσμικῶν ἀλλαγῶν πού ἐπεδίωκαν σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Καί ἴσως γι΄ αὐτό προσπαθοῦν νά κρατοῦν τό θέμα «Παράδοση» στήν ἐπικαιρότητα προσδοκώντας καλλίτερες μέρες γιά τήν ἐπιτυχία τῶν σκοπῶν τους.

.                  Παρακολουθώντας μέ ἰδιαίτερη προσοχή τήν εἰσήγηση τοῦ κ. Παπαθανασίου ἐντόπισα κάποια σημεῖα, τά ὁποῖα θά ἤθελα νά σχολιάσω.

α) Ὅρισε τήν παράδοση ὡς «ρεῦμα συνέχειας ζωῆς, ἐννόησης καί βίωσης τῆς ζωῆς», ὡς κάτι πού «δέν εἶναι ἕνα πρᾶγμα, μιά συμπαγής μᾶζα, ἀλλά ρεύματα ζωντανά, φωτεινά καί σκοτεινά πού συχνά ἀνταμώνονται καί συγκρούονται» καί πρόσθεσε σέ δεύτερο πρόσωπο : «ἔχεις εὐθύνη νά διακρίνεις». Τώρα, ἐπειδή ἡ Θεολογία ἔχει ὅρους σαφεῖς, περιέχοντας σαφῆ νοήματα, πού μέ τή σειρά τους ἀνταποκρίνονται σέ ὀντολογικές ἀλήθειες, σωστικές γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, θά ἔπρεπε ὁ κ. Παπαθανασίου νά ἐξηγήσει τί ρεύματα εἶναι αὐτά. Ρεύματα ἰδεολογικά, θρησκευτικά, ρεύματα κάποιας ἐνέργειας, ἱστορικά μορφώματα πού πᾶνε κι ἔρχονται, φεύγουν καί ξανάρχονται. Καί μετά νά μᾶς ἐξηγήσει ποιά ἀπό αὐτά τά ρεύματα εἶναι «φωτεινά» καί ποιά εἶναι «σκοτεινά». Ποῦ, πῶς πότε συγκρούονται καί τέλος πῶς ἐγώ θά διακρίνω.

β) Μίλησε γιά παράδοση πού «κομίζει ἀνάσταση καί ἔχει νά ἀντιπαλαίψει τό θάνατο» καί γιά παράδοση πού «εἶναι φορμόλη σέ πτώματα πού δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα», γιά τήν «ἀνατριχιαστική ἰδέα μιᾶς ἀπολιθωμένης παράδοσης ἑνός κειμένου κλεισμένου» καί γιά «παράδοση μιᾶς ζωντανῆς Ἐκκλησίας» πού «εἶναι ἕνα κείμενο πού… συνεχίζεται καί φτιάχνεται καί θά φτιάχνεται μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας». Καί ἐδῶ δέν μᾶς ἐξήγησε πῶς ἐννοεῖ τήν παράδοση.

γ) Ὁ κ. Παπαθανασίου πρόβαλε μιά παράδοση ἑνός, ὅπως λέει «ζωντανοῦ Θεοῦ», τό ὁποῖο προτείνει νά ἀκολουθήσουμε, ἑνός -ἄλλος χαρακτηρισμός- «ἀνυπότακτου», ἑνός Θεοῦ «ἐλεύθερου». Καί ἐδῶ δυσκολεύτηκα νά καταλάβω περί τίνος μιλοῦσε.

δ) Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ λόγου του ὁ κ. Π. ἔκανε ἀναφορά στόν κανόνα τῆς λατρείας δηλ. στήν παράδοση τῆς λατρείας καί στόν κανόνα τῆς πίστεως δηλ. στά δόγματα τῆς πίστεως. Εἶπε πώς αὐτά εἶναι πολυτιμότατα, ἀλλά ἐμεῖς συχνά «τά πολύτιμα τά μετατρέπουμε σέ ἀντίσκηνα καί σέ σάβανα». Σιγά-σιγά ἀρχίζω νά καταλαβαίνω. Καί θά ἤθελα ἐδῶ νά συσκεφθῶ ἐξ ἀποστάσεως μέ τόν κ. Παπαθανασίου, δηλ. νά διαλεχθῶ μέ τίς ἐκπεφρασμένες σκέψεις του καί νά καταλάβω καλά-καλά ποιά εἶναι γι᾽ αὐτόν ἡ ἀπολιθωμένη» ἤ ἀλλιῶς «ἐκπνευματισμένη» παράδοση τήν ὁποία ὁ κ. Π. ἀποστρέφεται διά τῶν χαρακτηρισμῶν του αὐτῶν, ποιά εἶναι ἡ «φορμόλη» καί τά «πτώματα» πού φέρουν στό νοῦ μας ἀτμόσφαιρα νεκροτομείου μιά καθολική νέκρωση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ποιά ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ζωντανοῦ» Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως λέει, «φτιάχνεται».

.             Μᾶς λέει ὁ κ. Π., ἀναφερόμενος στό παραδεδομένο δόγμα καί τήν παραδοθεῖσα Θεία Λατρεία, ὅτι κάποιοι – ὄχι ἐκεῖνος βέβαια – ἀλλά ἡ πλειονότητα ἡμῶν τῶν κληρικῶν, τήν τέλεση τῆς διαμορφωμένης ἐν φόβῳ Θεοῦ Λατρείας, ὅλες τίς Ἀκολουθίες (τό Μεσονυκτικό, τόν Ὄρθρο, τίς Ὧρες, τόν Ἑσπερινό, τό Ἀπόδειπνο) καί αὐτή τή Θ. Λειτουργία καί τά Μυστήρια, τά μετατρέπουμε σέ «σάβανα». Μέ τά σάβανα ἀσφαλῶς τυλίγουμε τά πτώματα. Πῶς μετατρέπουμε τή Θ. λατρεία σέ σάβανα; Μᾶς τό λέει ἀλλοῦ, δανειζόμενος τή γλῶσσα τῶν ὑπολογιστῶν. Κάνοντας «ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση». Καί ἐννοεῖ μ᾽ αὐτό τήν τέλεση τῆς Θ. ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παραδἰδεται καί παραλαμβάνεται ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων ἀπό γενιά καί γενιά! Δι᾽ αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης, δοκιμασμένης λατρείας ὄχι μιᾶς αὐτοσχέδιας ἤ ἐπιστημονικῶν προδιαγραφῶν προσευχητικῆς διαδικασίας, οἱ ἱερεῖς ὡς «οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ» καί οἱ λαϊκοί μετέχουμε στή Θεία Χάρη καί συγκροτοῦμε ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ τό Σῶμα τῆς Έκκλησίας. Αὐτή ἡ παράδοση κατά τόν κ. Θ. Π γίνεται σάβανο πού τυλίγει πτώματα ἤ «φορμόλη» πού συντηρεῖ πτώματα. Τί ἐννοεῖ; Ἐννοεῖ τή λειτουργική χρήση τῶν κειμένων τῆς ἁγίας Γραφῆς στήν πρωτότυπη γλῶσσα, τά ἱερά Κείμενα τῆς Λατρείας, τούς ὑμνους, τίς εὐχές τίς ἐκφωνήσεις τῶν κληρικῶν, τή θεσπέσια καί κατανυκτική μουσική καί τήν τάξη πού τελοῦνται. Ὁ ζῆλος μας καί ἡ ἐπιμονή μας λοιπόν εἶναι τἀ σάβανα καί ἡ φορμόλη καί τό ὅλον τῆς Θ. Λατρείας, τά πτώματα πού «δέν ἔχουν κανένα ρόλο στό σήμερα».
.                  Ἄς δοῦμε τώρα ποιά εἶναι ἡ παράδοση τοῦ «ἀνυπότακτου», «ἐλεύθερου» Θεοῦ τοῦ κ. Παπαθανασίου. Γιά νά ἀκυρώσει στή συνείδηση τῶν ἀκροατῶν του τήν ἀξία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως εἶπε ὅτι «στόν παλιό κόσμο τόν Θεό ὅριζε τό ἱερό, ἕνας ἱερός ναός, ἤ ἕνα ἱερό ὄρος, πού σημαίνει ὅτι ἡ παράδοση ὅριζε τό Θεό. Ὁ Χριστός τό ἀντέστρεψε. Ὁ Θεός ὁρίζει τήν παράδοση».
.            Ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια; Πράγματι ὁ Θεός πάντοτε ὅριζε καί ὁρίζει τήν Παράδοση καί στόν παλιό καί τό νέο κόσμο. Γιατί δηλαδή; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Μωϋσῆ νά κατασκευάσει τήν σκηνή τοῦ Μαρτυρίου ὑποδεικνύοντάς του καί τόν τρόπο; Ὁ Θεός δέν προσέταξε τό Σολομῶντα νά χτίσει τόν Ναό; Δέν ἦταν ὁ Χριστός πού ἐξέβαλε τούς ἐμπόρους μέ τή βία ἀπό τόν «Οἶκο τοῦ Πατρός» Του; Καί ἐπειδή ὁ κ. Π. ἐπικαλεῖται τό διάλογο μἐ τἠ Σαμαρείτιδα χρειάζεται νά θυμηθεῖ ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός καί νομοθέτης εἶναι καί πάλι ἐκεῖνος πού καθορίζει τήν ὑπέρβαση τῆς παλαιᾶς λατρείας διά τῆς Θ. Λατρείας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί καθόλου δέν ἦταν ἀνυπότακτος ὁ Χριστός, τηρώντας τὀν Νόμο, συμπληρώνοντάς τον καί ὑπερβαίνοντάς τον ὅπου ἔκρινε χάριν τῆς σωτηρίας μας. Καθόρισε δή τή νέα Λατρεία παραδίδοντας τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων τοῦ Θείου Βαπτίσματος καί Χρίσματος τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τοῦ Εὐχελαίου τοῦ Γάμου καί τῆς Ἱερωσύνης στούς ἁγίους Ἀποστόλους. Οἱ ἀπόστολοι μέ τους μαθητές τους σύχναζαν γιά προσευχή στό Ναό (σ᾽ αὐτό τό ἱερό τοῦ «παλαιοῦ κόσμου» κατά τόν κ. Παπαθανασίου) καί στή συνέχεια κατ᾽ οἶκον τελοῦσαν τή Θεία Εὐχαριστία. Τέλος οἰκοδομήθηκαν ναοί γιά τή Λατρεία καί σταδιακά διαμορφώθηκε ἡ τωρινή λατρεία.
.           Ὅλα αὐτά μυρίζουν φορμόλη στόν κ. Παπαθανασίου, ἴσως καί σέ κάποιους ἄλλους πού συμμερίζονται τίς ἰδέες του. Θέλει «καινούργιες σελίδες» Ἡ τελουμένη κατά τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας λατρεία, ἡ ἀνέκαθεν καί τώρα καί πάντοτε παρέχουσα εἰρήνη καί εὐφροσύνη, κοινωνία μέ τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό καί τούς ἀδελφούς, ἡ ζωογονοῦσα καί τρέφουσα τήν ψυχή μας τοῦ μυρίζει νέκρα. Ἐξ αἰτίας της νιώθει σαβανωμένος, τήν αἰσθάνεται σάν ἕνα σκοτεινό ρεῦμα πού τόν βασανίζει. Τελικά πάσχει ἀπό πλήξη! Γι᾽ αὐτό ψάχνει γιά νά ἀκολουθήσει τόν «ζωντανό Κύριο τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν». Τῶν ἐκ-πλήξεων, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν βασανιστική πλήξη. Βέβαια τέτοιος Κύριος δέν εἶναι ὁ Χριστός. Ἴσως…κάποιος Ἄλλος!
.             Ὁ Χριστός ἀνέτρεψε τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο, τή φθορά καί τόν Θάνατο. Ἀντεισήγαγε τή ζωή τῆς Θείας Χάριτος. Ἀνέτρεψε καί τήν ἀπολυτότητα τοῦ παλαιοῦ Νόμου, τόν συμπλήρωσε καί τοῦ ἔδωσε τό ἀληθινό του νόημα καί ἔδωσε τόν δικό Του νόμο, πνευματικώτερο καί ἀπαιτητικώτερο. Παρέδωσε τά ἱερά Μυστήρια στούς Οἰκονόμους τῶν μυστηρίων Του, τούς ἁγίους Ἀποστόλους, καί ἐκεῖνοι ἀρχικά καί οἱ διάδοχοί τους ἅγιοι Πατέρες διαμόρφωσαν ἐν φόβῳ Θεοῦ ἀβίαστα τή Θ. Λατρεία.
.             Μήπως καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἀθετοῦν τόν «ἀνυπότακτο» Χριστό «τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν», ὅταν παρακινοῦν τούς χριστιανούς μέ τά λόγια «στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β´ Θεσ. β´15) ἤ ὅταν τούς ἐπαινοῦν μέ τά λόγια «ἐπαινῶ δέ ὑμᾶς ἀδελφοί, ὅτι…καθώς παρέδωκα ὑμῖν τάς παραδόσεις κατέχετε» (Α´ Κορ. ια´ 2). Μήπως μυρίζουν φορμόλη τά λόγια τοῦ Μ. Βασιλείου: «Ἀπό τά δόγματα καί τάς ἀληθείας πού φυλάσσει ἡ Ἐκκλησία ἄλλα μέν τά ἔχομεν πάρει ἀπό τήν γραπτήν διδασκαλίαν, ἀλλά δέ, πού μυστικῶς ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν, ἐκ τῆς παραδόσεως τῶν Ἀποστόλων, τά ἐκάμαμεν δεκτά….ἄν ἐπιχειρούσαμεν νά ἐγκαταλείψωμεν ὅσα ἐκ τῶν ἐθῶν εἶναι ἄγραφα, διότι δῆθεν δέν ἔχουν μεγάλην σημασίαν, χωρίς νά τό καταλάβουμε θἀ ἐζημιώναμεν τόΕὐαγγέλιον εἰς τήν οὐσίαν του…( Περί Ἁγίου Πνεύματος); Μήπως νοιώθει ἀνατριχιαστικά καί ἀπολιθωμένα τά λόγια τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας : Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ Χάρις ὡς ἔλαμψεν…οὕτω πιστεύομεν…»;
.               Τά ἰδεολογήματα τοῦ κ. Παπαθανασίου μοῦ θυμίζουν κάποια πλουσιόπαιδα, πού χωρίς νόημα στή ζωή τους καταφεύγουν δικαιολογημένα στίς «ἀνατροπές» στόν «κόπο» καί τή «διακινδύνευση» κάνοντας ἐπικίνδυνα σπόρ ὀρειβασίας, rafting, surfing, BASE jumping κλπ. γιά νά ἀποφύγουν μέ τίς «ἐκπλήξεις» τήν θανατερή τους πλήξη. Παρόμοια μοῦ φαίνεται, σκέφτεται καί ὁ κ. Παπαθανασίου, ὁ ὁποῖος ὄχι ἀπό ἔλλειψη νοήματος ζωῆς, ἀλλά ἀπό κάποια παράδοξη ἀγωνία ἀντιτάσσει στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τὁ «γράψιμό» του, τή «σύνθεσή» του τό «φτιάξιμό» του καί τή «διακινδύνευσή» του. Ζητάει νά φτιάχνεται ἡ παράδοση «μέ νέες σελίδες», ὄχι μέ ἀντιγραφή καί ἐπικόλληση.
.              Τό βασικό του, κατά τήν ἐκτίμησή μας, σφάλμα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι παρομοιάζει τήν ἐκκλησιαστική Παράδοση μέ κάποιο «κείμενο πού φτιάχνεται». Ἅμα δέν φτιάχνεται, εἶναι νεκρή. Μά, ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι γραμμένα χαρτιά καί βιβλία. Εἶναι ὁ Ζῶν Χριστός μεταδιδόμενος εἰς ἕκαστον πιστόν καί σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος. Ὅμως τήν Ἐκκλησία Του δέν τήν ἄφησε χωρίς ὅρια καί Κανόνες. «Καί φραγμόν αὑτῇ περιέθηκεν…». Διά νά μετάσχει κάποιος τῆς ἀκενώτου ἀκτίστου Χάριτος, ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν ἀκριβῆ πίστη σ’ Αὐτόν καί τόν Πατέρα καί τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὀφείλει νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία καί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Καί ἐκεῖ προκύπτουν τά κείμενα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτά παρέχουν ἀσφάλεια καί βεβαιότητα στήν πορεία μας, στήν ἐν Χριστῷ ζωή.
.               Ὁ κ. Παπαθανασίου μοιάζει νά ἀπεχθάνεται τίς βεβαιότητες. Ὑποτιμώντας ὅσους ἀκολουθοῦμε κατά δύναμη τήν Παράδοση εἶπε: «Ἡ μαγεία καί ὁ φανατισμός εἶναι εὔκολες παραδόσεις μέ βεβαιότητες πού δέν ἔχουνε ἐκπλήξεις». Ποιά εἶναι ἡ «μαγεία»; Ἡ πίστις ὅτι τελουμένης τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀκριβῶς ὅπως μᾶς παρεδόθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, μεταλαμβάνουμε αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ἤ ἡ βεβαιότητα ὅτι στερούμεθα τῆς Χάριτος, ὅταν τελεῖται ἡ παραμορφωμένη Λειτουργία τοῦ π. Μπέη, πού μέσα στήν ἀρχαιοτάτη εὐχή τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς παρενέβαλε ἀτιμωρητί λόγια τοῦ Ὁμήρου καί τοῦ Πλάτωνος; ἤ ὅτι εἶναι ἀμφίβολο, ἄν λαμβάνουμε τή Χάρη τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ, ὅταν στή θἐση τῶν καθιερωμένων εὐχῶν τῶν Θεοφανείων διαβάζονται τά φαιδρά καί βλάσφημα τερατουργήματα τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου;
.               Καί τί εἶναι «φανατισμός»; Τό ὅτι δέν δεχόμαστε τίς συμπροσευχές μέ τούς αἱρετικούς, ὅπως ἐπιτάσσει ὁ Ευαγγελιστής Ἰωάννης καί οἱ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
.            Μάλιστα σέ μιά ἔξαρση ἀγάπης (;) πρός τούς αἱρετικούς εἶπε ὁ κ. Παπαθανασίου ὅτι «στόν 21ο αἰῶνα ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες θά ὀνειρεύονταν κατάβαση φωτιᾶς ἀπό τόν οὐρανό κατά μίμηση τοῦ Προφήτη Ἠλία (sic) κατά τῶν ἑτεροδόξων». Θά ἦταν ἴσως καλό πρίν ἐκδηλώσει τή συμπάθειά του πρός τούς αἱρετικούς νά ἰδεῖ τούς ἐν Χριστῷ ὀρθοδόξους ἀδελφούς του μέ ἀγάπη, στίς πραγματικές τους διαστάσεις καί προθέσεις καί ὄχι σάν ἐπικίνδυνα καταστροφικά ὄντα.
.         Ἄς εἶναι. Μόνο πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κ. Θ.Π. ὅτι ἡ ὑπό τῆς Παραδόσεως παρεχομένη βεβαιότητα δέν σημαίνει γιά τόν Χριστιανό ἐπανάπαυση. Ὄχι, ὁ κάθε Χριστιανός «δέν βάζει τό Θεό στό τσεπάκι», ὅπως εἶπε. Πατᾶ σταθερά στή βεβαιότητα τῆς πίστεως καί τῆς Παραδόσεως γιά νά ἀγωνισθεῖ τόν καλόν ἀγῶνα. Καί διατρέχει πολλούς κινδύνους στόν ἀγῶνα αὐτό, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας. Τέλος δέν λείπει ἡ «ἔκπληξη» στούς ἐν Κυρίῳ ἀσκουμένους ἀδελφούς, ὅταν ὁ Κύριος τούς ἐπισκέπτεται διά τῆς Χάριτος καί τούς προσφέρει τά οὐράνια δῶρα Του…
.           Μπορεῖ νά ὑπάρξουν καί Χριστιανοί πού ἀρκοῦνται στήν τήρηση κάποιας νηστείας στήν παρακολούθηση τῆς Θ. Λειτουργίας καί σέ κάποιες ἐλεημοσύνες νομίζοντας ὅτι αὐτά εἶναι ἀρκετά καί παρέχουν βέβαιη σωτηρία. Ἀσφαλῶς εἶναι σέ λάθος δρόμο, ἀλλά γιά ὅλους ἔχει ὁ Θεός.
.                 Ἤθελα τώρα νά ἐπιστρέψω στόν τελικό στόχο τῆς ἐκδηλώσεως, δηλαδή στό «γράψιμο» τῆς παραδόσεως «μέ νέες σελίδες», πού μέ ἀγωνία ἐπιθυμεῖ ὁ ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ κ. Θανάσης Παπαθανασίου. Ὁ λόγος μου θά φανεῖ σκληρός, ἀλλά ὅσα ἀναφέρονται στή συνέχεια δέν εἶναι ἄλλο ἀπό ἀκριβῆ παραθέματα καθηγητῶν καί συγγραφέων πού σχετίζονται μέ τή ΣΥΝΑΞΗ, ὡς στενοί συνεργάτες της. Τά παραθέματα αὐτά εἶναι οἱ «νέες σελίδες» πού «φτιάχνονται» καί πού κατά τόν κ. Παπαθανασίου, θά ἀφαιρέσουν τά «σάβανα»τῆς Παραδόσεως, θά ζωογονήσουν τήν «ἀπολιθωμένη παράδοση», καί θά νεκραναστήσουν «τά πτώματα» τῆς Παραδόσεως πού συντηρεῖ ἡ «φορμόλη» τοῦ φανατισμοῦ μας.

1) Ὁ κοσμήτωρ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Μ. Μπέγζος, ὁ ἕνας ἐκ τῶν τριῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐκδηλώσεως «Παράδοση : Κἰνδυνος ἤ ἐλπίδα;» καί τακτικός συνεργάτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ ἔχει δηλώσει σέ δημοσιογράφο ὅτι δέν εἶναι σίγουρο ὅτι ὑπῆρξε ὁ Χριστός(!!)», καί ὅτι «δέν ἀποδεικνύεται μαθηματικῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ Χριστοῦ» (Φρόντισε ὅμως νά ἐξαφανίσει τό σχετικό video..)

2) Ὁ καθηγητής τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Παν. /θες/νικης κ. Π. Βασιλειάδης, στενός συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ἔγραψε : «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντλεῖ τήν ὕπαρξή της καί τήν ὑπόστασή της…ἀπό τό παρόν ἤ ἀπό τό παρελθόν (ἀ κ ό μ η  κ α ί  ἀ π ό  τ ό  γ ε γ ο ν ό ς  Χ ρ ι σ τ ό ς) ἤ ἀπό αὐτό πού τῆς δόθηκε ὡς θεσμός, ἀλλά …ἀπό τά ἔσχατα. (Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστ. Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τόμ. 11, σελ. 25-32).

3) Ὁ καθηγητής κ. Χ. Γιανναρᾶς στό βιβλίο του ”Ἐνάντια στή θρησκεία” ἐκφράζοντας τόν παλαιό πόθο του γιά σεξουαλική ἀπελευθέρωση τῶν χριστιανῶν χλευάζει τήν ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας γράφοντας : «Ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μητρότητας συνιστᾶ ἀκαθαρσία βεβαιώνεται ὄχι μόνο μέ τίς εὐχές πού διαβάζονται στή λεχώ, ὄχι μόνο μέ τήν ἀπαγόρευση μετοχῆς στήν Εὐχαριστία (ἤ καί εἰσόδου στό ναό) τῶν γυναικῶν κατά τήν περίοδο τῶν ἐμμήνων. Βεβαιώνεται καί στίς ἐπίμονες ἐπαναλήψεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος ἔμεινε καί μετὰ τόκον Παρθένος, ὅτι εἶναι ἀειπάρθενος, ὅτι ὁ τόκος (τοκετός) οὐκ ἐλυμήνατο τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου, δέν κατέλυσε τή σωματική (ἀνατομική) της παρθενία» (σ. 200, 2001).

.         Μέ τά τρία παραπάνω παραθέματα καθίσταται σαφές ὅτι ἡ ΣΥΝΑΞΗ φτιάχνοντας διά τῶν συνεργατῶν της «νέες σελίδες» στό κείμενο τῆς Παραδόσεως ἔχει ξεσχίσει τίς σελίδες τῆς ἀληθινῆς Παραδόσεως, ἔχει διαγράψει τόν Χριστό καί τήν Παναγία. Δέν ἀφαιρεῖ «σάβανα», ἀλλά σαβανώνει τόν Χριστό καί τόν πετᾶ στό χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας.
.         Ἄς συνεχίσουμε παραθέτοντας ἀποσπάσματα ὅσων εἶπε ὁ μόνιμος συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ ΣΥΝΑΞΗ π. Βασίλειος Θερμός κατά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ π. Γεωργίου Μπασιούδη «Ἡ δύναμη τῆς λατρείας. Ἡ συμβολή τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν στή λειτουργική θεολογία» πού ἔγινε στή «Στοά τοῦ Βιβλίου», καί κατά τήν ὁποία μίλησαν ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, ὁ π. Βασίλειος Θερμός καί ὁ κ. Θανάσης Παπαθανασίου.
.           Μέ τίς μηδενιστικές του τοποθετήσεις στήν ὁμιλία του ὁ π. Β. Θερμός, άκυρώνει τήν καθιερωμένη Θεία Λειτουργία, θεωρεῖ αἴτιο τό Βυζάντιο γιά τή «φθορά»(;;;) τῆς λατρείας, πετάει στά σκουπίδια τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, τή λειτουργική θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων καί προτείνει γενικό ξεκαθάρισμα ἀκόμα καί στή Λατρεία τῶν 3 πρώτων αἰώνων. «Φτιάχνει» κι αὐτός τίς ρυπαρές του σελίδες γιά τήν… παράδοση, ἀκολουθώντας τόν ὑποτιθέμενο «ἀνυπότακτο Χριστό τῶν ἐκπλήξεων καί τῶν ἀνατροπῶν».

.           Προσεκτική ἀνάγνωση τῶν παρακάτω παραθεμάτων ἀπό τήν ὁμιλία του θά πείσει τόν καλοπροαίρετο ἀναγνώστη γιά τήν ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν μας.

α) «…μέσα στή Λειτουργία, ἀλλά καί στίς ἄλλες ἀκολουθίες ἔχουν εἰσβάλει ἔνθετα τά ὁποῖα ἐκφράζουν τό βυζαντινό παλάτι. Καμμία σχέση· ἡμέρα μέ τή νύκτα· “μίξις ἄμικτος καί τέρας ἀλλόκοτον’”.

β) .. Ἠ μεγάλη φθορά στή λατρεία ἔγινε στά βυζαντινά χρόνια, ἐπειδή τό Βυζάντιο κράτησε πάρα πολύ-1100 χρόνια- καί προσφερόταν γιά νά γίνουν πάρα πολλές ἀλλοιώσεις καί φθορές. Καί ὑπ᾽ αὐτήν τήν ἔννοια συμμερίζομαι τίς ἐπικριτικές τοποθετήσεις τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ Βυζαντίου…Νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἄρχισε ἡ φθορά καί ὁ ἐκφυλισμός πού δέν εἶναι ὁρατός λόγῳ τῆς μεγάλης ἄνθισης τῆς Ὑμνογραφίας, τῆς θεολογικῆς γραμματείας, τῶν Ὑπομνημάτων πάνω στή λατρεία. Ἐπεκράτησε πλέον τό φαινόμενο τῆς λειτουργικῆς εὐσέβειας, ἡ ὁποία ἐπεκάλυψε τίς παραφθορές…Ὁ π. Σμέμαν φθάνει στό σημεῖο νά πεῖ ὅτι ἡ λειτουργική εὐσέβεια εἶναι ὁ κυριώτερος ἀντίπαλός μας…Ἐπίσης πρέπει νά ποῦμε ὅτι αὐτά [ἐννοεῖ ὁ π. Βασίλειος τίς ἀλλοιώσεις στή λατρεία] ὀφείλονταν στό γεγονός ὅτι… σέ ἀντίθεση μέ τούς βυζαντινολιγούρηδες πού εὐδοκιμοῦν πάρα πολύ στήν Ἐκκλησία μας, τό Βυζάντιο δέν ἦταν μιά κοινωνία ἁγίων. Ἦταν ἕνας πολιτισμός πού ἤθελε νά ἐμπνέεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τόν Χριστό, ἕνας πολιτισμός ὅπως ὅλοι μέ τά ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων καί γι᾽ αὐτό ἔσβησε».

γ) «Ἡ βασική φθορά πού συνέβη ἐδῶ, καί ὁ μοναχισμός ὑπῆρξε ὁ βασικός μοχλός γι᾽ αὐτήν- πού τοῦ χρωστᾶμε τόσα τοῦ μοναχισμοῦ καί τώρα καί τότε ἐννοεῖται- ἦταν ἡ εἰσαγωγή τῆς θεραπευτικῆς πνευματικότητος ἀντί τῆς ἐκκλησιολογικῆς πνευματικότητος πού ὑπῆρχε προηγουμένως μέ ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ ἀτομισμοῦ τοῦ αἰσθητισμοῦ…».

δ) «Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν. Δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες».

ε) «Παρατηροῦμε μιά πολύ μεγάλη ἀτολμία γύρω ἀπό τή διόρθωσή τους [τῶν ἀλλοιώσεων], πού ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη νά γίνει καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ λατρεία, ὄχι σ’ αὐτό πού ἦταν πρίν εἰσέλθουν τά ἄλλα στρώματα. Δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια μόνο στό ἀπώτατο παρελθόν, δέν εἶναι ἡ καθαρή λατρεία αὐτή πού ἦταν στούς πρώτους αἰῶνες. Χρειάζονται κριτήρια μέ τά ὁποῖα θά ξεκαθαρίσουμε τί θά μείνει. Τί ἀπό τά παλιά τί ἀπ’ τά νεώτερα…».

.           Στή συνέχεια παραθέτουμε ἰδέες καί τοποθετήσεις συνεργατῶν τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, ὅπως τίς ἐκθέτουν σ’αὐτό τό ἴδιο τό περιοδικό. Δέν λέω, καί τό τονίζω αὐτό, ὅτι ὅλοι οἱ συνεργάτες ἐκφράζουν αἱρετικές ἤ λανθασμένες ἀπόψεις καί θεωρίες. Ὅμως ἡ διαρκής ἀνάμιξη ἀληθείας καί πλάνης καί τό διαρκές καί ἔμμονο πρόταγμα τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά στοχαστική θεολογία δημιουργεῖ σύγχυση στούς ἀναγνῶστες πού ἐμπιστεύονται τό περιοδικό. Ἐξ ἄλλου καί ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν τό χαρακτηριστικό νά παρεμβάλουν στή διδασκαλία τους τό δηλητήριο τοῦ ψεύδους.

.          Τό τεῦχος 71 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ σηματοδότησε μιά μανιώδη καμπάνια κατά τῆς παραδεδομένης λατρείας. Τούς συνεργάτες τοῦ τεύχους αὐτοῦ ἐνοχλεῖ ὅλη ἡ τάξη τῆς Θ. Λειτουργίας. Γιατί ἡ προετοιμασία τῆς Θείας Εὐχαριστίας λέγεται «Πρόθεση» ἤ «Προσκομιδή», γιατί γίνεται ἡ Μικρά Εἰσοδος, γιατί ὑπάρχουν αὐτοί καί αὐτοί οἱ συμβολισμοί, γιατί ὑπάρχουν τά Εἰρηνικά καί τά Πληρωτικά, γιατί ἀναγινώσκονται μυστικῶς οἱ εὐχές, γιατί διαβάζουμε τίς εὐχές τῆς Θείας μεταλήψεως κλπ, κλπ.(σ. 22-37) . Κάποιον ἐνοχλεῖ ὁ ἀσπασμός τοῦ χεριοῦ τῶν κληρικῶν (σ. 41), ἄλλον ὁ θυσιαστικός χαρακτήρας τῆς θείας Λειτουργίας (σ. 41). Τό θέμα τῆς λειτουργικῆς γλώσσας εἶναι ἐπίσης σέ πρώτη διάταξη, δηλ. οἱ μεταφράσεις τῶν λειτ. κειμένων στή δημοτική καί ἡ συγγραφή νέων τροπαρίων στή Δημοτική (σ. 52) ὅπως καί ἡ ἀλλαγή τοῦ Τυπικοῦ (σ. 48-54). Προτείνεται μιά καινούργια Ἀκολουθία γάμου, ὅπου μαζί μέ ἄλλες αὐθαίρετες καινοτομίες δἐν διαβάζεται ἡ εὐαγγελική περικοπή περί τοῦ ἐν Κανᾷ γάμου, ἀλλά περικοπή ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Κυρίου!(72-81). Ἀλλος πάλι συνεργάτης γιά τό γάμο ἰσχυρίζεται ὅτι δέν χρειάζεται ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀρραβῶνος, ὅτι οἱ δύο μεγάλες εὐχές τοῦ γάμου πρέπει νά γίνουν μία, ὅτι καποιες εὐχές καί δεήσεις δέν χρειάζονται καί πρέπει νά καταργηθοῦν, ἐνῶ μέ τό ζόρι δέχεται νά διατηρηθεῖ στήν Ἀκολουθία τό «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως λέει «γιατί εἶναι μιά πολύ γνωστή καί ἀγαπητή προσευχή», ἐνῷ καταλήγει ὅτι ἡ Ἀκολουθία τοῦ γάμου «θά μποροῦσε νά τελεῖται στή Δημοτική»(σ. 86) Ἀκολουθεῖ καί ἄλλη πρόταση ἄλλης πάλι Ἀκολουθίας Γάμου (σ. 87). Ἀκόμη καί ὁ πολιτικός γάμος προτείνεται ὡς ὑποχρεωτικός ἀπό στέλεχος τῆς Ἀκαδημίας Θεολ. Σπουδῶν τοῦ Βόλου! (σ. 92). Ὅλο τό τεῦχος παρουσιάζει θεολόγους πού ἔχουν τή μανία τῆς ἀναμορφώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότεροι μιλοῦν μέ τέτοια ἄνεση σάν νά τούς δόθηκε ἐξουσία νά γκρεμίσουν ὅ, τι ὑπάρχει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κατά τίς ἀπόψεις τους, τίς σπουδές τους καί τήν ὄρεξή τους. Ἀπουσιάζει ὁ στοιχειώδης σεβασμός πρός τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.             Στό τεῦχος 72 (σσ. 38-41) ὁ προμνημονευθείς κ. Πέτρος Βασιλειάδης διακηρύσσει ὃτι μετά τή χρυσῆ περίοδο τοὺ Χριστιανισμοῦ τῶν 8 πρώτων αἰώνων ὑπάρχει «ἔλλειψη ὑ γ ι ο ῦ ς θεολογικοῦ προβληματισμοῦ» καί ζητεῖ «τήν κατάργηση τοῦ τέμπλου στή σημερινή του μορφή». Ζητεῖ ἡ λατρεία «νά πραγματοποιεῖται στήν καθομιλουμένη γλῶσσα». Προτείνει «ἐναλλακτικές λύσεις στήν ἀρχιτεκτονική καί διαρρύθμιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου». Ἀμφισβητεῖ τό ρόλο τῶν ψαλτῶν καί τῶν χορῶν στή διευκόλυνση τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἐκκλησιάσματος καί ἀμφιβάλλει γιά τό ἄν «τό εἶδος τῆς μουσικῆς πού χρησιμοποιεῖται εἶναι τό καταλληλότερο γιά νά ἀποδώσει τά νοήματα τοῦ κειμένου». Τό χειρότερο -γιατί ὑπάρχει καί χειρότερο- μᾶς…προειδοποιεῖ ὅτι ἄν δέν ὑλοποιηθοῦν οἱ προτεινόμενες αὐτές μεταρρυθμίσεις του, ἡ λειτουργία «μπορεῖ πολύ εὔκολα νά ἐκτραπεῖ στήν καλύτερη περίπτωση σέ μιά ἄχρηστη καί περιττή τυπολατρία καί στή χειρότερη σέ μαγική, σακραμενταλιστική (ἀκόμη καί δαιμονική) εκδήλωση, πού ἀντί νά κατευθύνει τή χριστιανική κοινότητα πρός τό ὅραμα τῆς Βασιλείας, νά τήν ἀποπροσανατολίζει ὁδηγώντας την σέ ἀτομιστικές μυστικῆς ὑφῆς ἀτραπούς….καί τελικά στό θάνατο, στήν κόλαση.»(σ.40- 41).
.          Πᾶμε στό τεῦχος 112 τῆς ΣΥΝΑΞΗΣ. Ἐκεῖ διαβάζουμε στό ἄρθρο «Περί μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων» τά λόγια τοῦ κοιμηθέντος Μητροπολίτου Μελετίου : «Προτιμῶ νά ἀκολουθῶ τόν ἀντίθετο δρόμο ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό! Ἐκεῖνοι λόγιοι κολοσσοί, γιά ἕνα πεῖσμα, νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες λόγιους καί σέ κάποιους νοσηρά ἑλληνολάτρες βυζαντινούς, ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά, ἔφτιαξαν τά περίφημα ἀρχαιοελληνικοῦ τύπου ποιήματα καί ἄσματά τους» (σ. 101). Νά μιά… ὡραία σελίδα, τῆς παραδόσεως, ἀπ᾽ αὐτές πού ὀρέγεται ὁ ἀρχισυντάκτης τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, στήν ὁποία οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό πεῖσμα καί κόμπλεξ («γιά νά δείξουν στούς εἰδωλολάτρες ὅτι ξέρουν καί αὐτοί ἑλληνικά») συνέθεσαν τά θεόπνευστα ὑμνογραφήματα πού τά ἔχει ἡ Ἐκκλησία πάνω ἀπό χίλια χρόνια στή λατρεία Της.
.          Κάνουμε ἕνα μεγάλο ἅλμα καί πᾶμε στά τεύχη 121 καί 122 τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ, πού εἶναι ἀφιερωμένα στήν «Κόλαση καί αἰωνιότητα». Σκοπός τους ἡ σὐγχυση καί ἀβεβαιότητα γιά τήν ὕπαρξη καί αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Ἐνδεικτικά σταχυολογοῦμε ἀπό τό τεῦχος 121: ὁ κ. Γιανναρᾶς φοβούμενος τόν «κλαυθμό καί βρυγμό τῶν ὁδόντων» τῆς Καινῆς Διαθήκης διερωτᾶται «ἄν τά περί θεοπνευστίας τῆς Βίβλου, ἐφεύρημα τῶν προτεσταντῶν …ὁρίζουν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία» καί μετά ἕνα ἀκροβατικό στοχασμό μέ τά ἀναμασήματα περί «σχέσεως» καταλήγει στήν πλάνη περί ἀνυπαρξίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου μετά θάνατον, ἀφοῦ «καμιά λογική…δέν μπορεῖ νά συμβιβάσει τή μαρτυρία «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» μέ τό ἐνδεχόμενο αὐτός ὁ Θεός ἀγάπη νά παγιδεύει στήν ὕπαρξη τόν ἀρνητή τῆς σχέσης μαζί του, μόνο γιά νά τόν βασανίζει σαδιστικά καί ἀτελεύτητα»( σ. 81, 83-84). Ἡ κ. Αἰκ. Τσαλαμπούνη ἀναμιγνύει τή διδασκαλία τῆς Βίβλου περί Κολάσεως μέ ἀπόκρυφα ἐξωβιβλικά κείμενα, γιά νά πεῖ ὅτι «ἡ κόλαση καί τό πρόβλημα τῆς Θεοδικίας πού συνδέεται μέ αὐτήν ἐξακολουθοῦν νά ἀπασχολοῦν τόν σύγχρονο ἄνθρωπο καί νά ἀπαιτοῦν μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο τήν ἐπίλυσή του» καί νά καταλήξει στήν πρόταση γιά ἀτομική τοποθέτηση στό θέμα: «Ἐναπόκειται λοιπόν στή διακριτική εὐχέρεια τοῦ κάθε ἀναγνώστη νά δώσει τή δική του ἀπάντηση…» (σ. 8- 19). Ὁ κ. Ἰω. Πλεξίδας ἐπικαλεῖται τίς ἀνοησίες περί γονιδίων τῆς βίας, τήν κληρονομικότητα καί τό περιβάλλον ὡς αἴτια τῆς ἐγκληματικῆς συμπεριφορᾶς, γιά νά δείξει τό ἀνεύθυνο τοῦ ἁμαρτάνοντος καί νά καταλήξει στήν «ἀδυνατότητα (sic) τῆς Κόλασης» ἐπικαλούμενος καί τόν ἀμφιβόλου ὀρθοδοξίας Berdyaev πού γράφει : «…ἡ ἰδέα περί τῆς αἰωνίου κολάσεως εἶναι ἀκατανόητος, μοχθηρά καί κακόβουλος» (σ.88-89).
.          Ἀπό τό τεῦχος 122: ἡ κ. Βάσω Κουντουμᾶ βρίσκει «πολλαπλές ἀντιφάσεις, παραλλαγές, διανοητικές περιπλανήσεις καί ἐνοράσεις τῆς βυζαντινῆς σκέψης σχετικά μέ τό ἐπέκεινα». Μέ βάση τούς λόγους τοῦ Κυρίου πρός τόν ληστή «Ἀμήν σοι λέγω, σήμερον μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ», βρίσκει «ἑρωτήματα…ἀπό δογματική ἄποψη ἀναπάντητα» (σ.44-45). Γράφει ὅτι «στή λαϊκή φαντασία, οἱ θεοί αὐτοί» -τῶν εἰδώλων- ἦταν δαίμονες» καί στήν ὑποσημείωση 22 γράφει ὅτι αὐτό ἰσχυρίζεται καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (σ. 48), ὑποχείριος ἴσως καί αὐτός τῆς λαϊκῆς φαντασίας! Γράφει ὅτι «οἱ Διάλογοι» τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου «βρίθουν ἀνεκδοτολογικῶν περιστατικῶν μέ πρωταγωνιστές φαντάσματα» καί συνεχίζει λέγοντας ὅτι «ὁ Μ. Φώτιος τούς γνωρίζει [τούς Διαλόγους] καί τούς ἐγκωμιάζει στή Μυριόβιβλο» (σ. 50) .Ἴσως κι αὐτός νά ἦταν ὑποχείριος παραμυθιῶν καί φαντασμάτων! Χαρακτηριστικό τῆς κυρίας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀρνητική καί περιφρονητική ἀναφορά στούς ἁγίους Πατέρες καί ἡ ὑποταγή της στίς γνῶμες τοῦ τελευταίου δυτικοῦ «στοχαστῆ» καί ἑρευνητῆ» στίς ὁποῖες παραπέμπει.
.            Τά τεύχη 122(σσ. 67-81) καί 123 (σσ. 33-48) δημοσιεύοντας ὁ κ. Παπαθανασίου δύο κείμενα γιά τήν Ἱεραποστολή κάνει λόγο γιά τή δράση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἔξω ἀπό τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δηλ. στούς ἀθέους, τούς ἀβαπτίστους καί παντός εἴδους αἱρετικούς. Στό 123 δημοσιεύει θετικῶς ἀποσπάσματα κειμένων διαφόρων «ὀρθοδόξων» θεολόγων σύμφωνα μέ τούς ὁποίους «ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδιοκτήτης τῆς σωτηρίας, ἀλλά ὁ διάκονος τοῦ Θεοῦ…καί ὀ μάρτυρας τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου…».
.           Ίδού μερικά ἀποσπάσματα : «Εἶναι δυνατόν οἱ Χριστιανοί νά βλέπουν τίς παραδόσεις, τίς γραφές καί τίς πρακτικές τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὑπό ἕνα πολύ θετικό φῶς, πού ἀντανακλᾶ τήν πανανθρώπινη ἀναζήτηση γιά τό (καί τήν ἀνταπόκριση στό) Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ» (τεῦχ. 122 σ. 42 ). «Ὅσοι βρίσκονται ἔξω ἀπό τή χριστιανική πίστη…δέν παύουν νά κινοῦνται μέσα στή μυστική ἀκτινοβολία τῆς δόξας του» (σ. 43). «μικρές ὁμάδες ἡμι-εὐαγγελικῶν ψυχῶν πού σέ κάποιο βαθμό ἀκολουθοῦν τά ἠθικά πρότυπα τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας συγκροτοῦν ἕνα εἶδος Ἐκκλησίας extra muros, ἔξω ἀπό τή θεσμική ἱστορική Ἐκκλησία [….] Τό «κατ᾽ εἰκόνα» μπορεῖ νά δουλέψει πολύ δυναμικά σέ ἕνα μή Χριστιανό. Ὁ κοσμικός (συμπαντικός) Χριστός, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά μετέχει κάποιος χωρίς νά τόν κατονομάζει, εἶναι πολύ ἀληθινός» (σ. 44).

.            Παρατείναμε τήν παράθεση ἀποσπασμάτων ἀπό τεύχη τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ γιά νά φανεῖ τό πνεῦμα τοῦ περιοδικοῦ, πού δέν εἶναι καθόλου Σπουδή στήν Ὀρθοδοξία, νά κατανοηθοῦν οἱ…συνθετικές γιά τήν Παράδοση ἱκανότητες τῶν Συναξιτῶν καί οἱ στόχοι τους στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
.           Καταλαβαίνω τήν ἀγωνία τους καί τήν ἀνάγκη τους γιά δημιουργία, γιά «σύνθεση», γιά «φτιάξιμο», γιά «κόπο» καί ἀκροβατικές «διακινδυνεύσεις». Ἀλλά δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ἁγία Της Παράδοση ὀ κατάλληλος χῶρος γιά τή δράση τους. Θά μποροῦσαν νά ἀσχοληθοῦν μέ τή φιλοσοφία, τήν ποίηση τή λογοτεχνία καί τίς εἰκαστικές τέχνες. Καί δέν τό λέω εἰρωνικά. Ἐξ ἄλλου, τό λιγώτερο ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, βαριοῦνται τήν Παράδοση στό σύνολό της καί τό περισσότερο τήν περιφρονοῦν τήν ἀπεχθάνονται ἤ καί τήν μισοῦν. Καί αὐτό νομίζω ἔγινε φανερό ἀπό τά προαναφερθέντα παραθέματα.
.               Ἄν παρά ταῦτα ἐπιμένουν στίς ἰδεοληψίες τους- μιλῶ γιά ἰδεοληψίες ἐπειδή ὅσα γράφουν καί λένε πηγάζουν ἀπό τό μυαλό τους, τίς συζητήσεις καί τά ξενόγλωσσα διαβάσματά τους καί τίς ἀτέλειωτες παραπομπές τους στούς ξένους συγγραφεῖς πού τίς καταπίνουν ἀμάσητες- πρέπει νά κατανοήσουν ὅτι οἱ ἀπόψεις τους καί οἱ θεωρίες τους, τά ὄνειρά τους γιά ἀλλαγές δέν γίνονται δεκτά ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Παράδοση εἶναι Ζωή καί μεταγγίζει Ζωή. Ἡ Θεία Λατρεία εἶναιἡ ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅπως δέν ἀλλάζει ἡ διαδικασία ἀναπνοῆς πού ζωογονεῖ τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ἔτσι δέν ἀλλάζει ἡ τἀξη, ἡ γλῶσσα, ἡ ποίηση καί τά νοήματα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας. Τή γλεντᾶμε καί τή χαιρόμαστε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν διαβάζουμε τίς «καινούργιες σελίδες» πού προτείνουν οἱ Συναξίτες ὡς συμπλήρωση τῆς Παραδόσεως μᾶς πνίγει ἡ φορμόλη καί ἡ πτωμαΐνη πού ἀποπνέει ἡ σκέψη τους, σκέψη οὐσιαστικά τοῦ ταλαίπωρου δυτικοῦ ἀνθρώπου πού ψάχνει ἀκόμη 2000 καί πλέον χρόνια μετά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά βρεῖ τό δρόμο του. «Πηγαίνω στήν Εὐρώπη» ἔγραφε ὁ Ντοστογιέφσκυ «καί ξέρω πώς πηγαίνω σέ νεκροταφεῖο».

.        Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων προτείνουμε στό κατεστημένο τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ νά ἀκολουθήσει τό δικό του δρόμο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἀπόψεις τῶν περισσοτέρων συνεργατῶν τοῦ περιοδικοῦ ἔχουν χαρακτηριστικά σέκτας. Ἔχουν μιά δική τους ἰδέα περί Ἐκκλησίας, πού ἐκτείνεται ἔξω ἀπό τά κανονικά της ὅρια. Ἄς διαλεχθοῦν λοιπόν μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες καί αἱρέσεις, ἄς συμπροσεύχονται μαζί τους, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἀλλόθρησκοι «κινοῦνται μέσα στήν ἀκτινοβολία τῆς δόξας» τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀγκαλιάσουν ἕνα «συμπαντικό Χριστό» πού μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει κιόλας! Ἔχουν τούς δικούς τους «Πατέρες», ὅλους τούς ξένους στοχαστές. Ἔχουν στό νοῦ τους μιά ἄλλη λατρεία, μέ διαφορετικούς ναούς χωρίς τέμπλα, μέ ἄλλα τροπάρια στή δημοτική γλώσσα, μέ ἄλλη μουσική, μέ ἀράσωτους παπάδες, μέ ψυχοθεραπευτές στή θέση τῶν πνευματικῶν. Ἔχουν καί τή δική τους θεολογία πού ἀμφισβητεῖ τή θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού διαθέτει μιά περίεργη ἐσχατολογία καί Βασιλεία πού ἔχει εἰσβάλει στό ἐνθάδε, μέ ἀμφίβολη τήν ὕπαρξή μας μετά θάνατο καί μέ ἀμφιλεγόμενο Παράδεισο καί «ἁδυνατότητα» Κολάσεως. Τούς φαίνεται πολύ ἀληθινός καί σοβαρός ὁ Τέρυ Ἤγκλετον -πού κανείς δέν τόν ξέρει- καί τό ἔργο του «Πίστη λογική καί ἐπανάσταση» (τευχ. 123) καί πολύ παραμυθᾶς καί φαντασιόπληκτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος! Ἄς φτιάξουν λοιπόν τή δική τους «ἐκκλησία».
.          Στήν Ἐκκλησία μας ἀρκεῖ ἡ ἁγιωτάτη Πίστη καί Παράδοσή Της. Ὅσα διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί Παράδοση μᾶς εἶναι ἀρκετά. Θέλουμε τή βεβαιότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι τούς αὐτοσχεδιασμούς τῆς θολοκουλτούρας. Μᾶς ἀρέσουν, μᾶς τέρπουν καί μᾶς ὁδηγοῦν πρός τόν Κύριό μας οἱ ναοί μας μέ τά ἱερά τέμπλα, τήν τέλεια ὑμνογραφία καί τήν ἀσύλληπτα κατανυκτική μουσική. Μᾶς χαροποιεῖ οἱ ἱερεῖς νά εἶναι ἐνδεδυμένοι ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ὁ π. Παΐσιος καί ὁ π. Πορφύριος. Τά θεολογικά καί ἀσκητικά συγγράματα τῶν ἁγίων Πατέρων παρέχουν σέ ὅλους ἀσφαλῆ τήν ὁδό τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Σεβόμεθα τούς ἱερούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων πού ρυθμίζουν ὅλη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποστρεφόμεθα τίς καταστροφικές καινοτομίες πού ἔχουν κυριολεκτικά διαλύσει καί τά τελευταία ὑπολείμματα ἐκκλησιαστικότητος στή Δύση. Δέν μεταίρουμε «ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν».

.      Ἀγαπητοί ἀδελφοί συνεργάτες, φανατικοί φίλοι καί ὁμοϊδεάτες τοῦ περιοδικοῦ “ΣΥΝΑΞΗ” εἶστε ἐλεύθεροι νά ἀκολουθήσετε τόν δρόμο σας!

ΠΗΓΗ: orthros.eu

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [4] («Γκρεμίζοντας τήν Λατρεία μέ σκόπιμα, κατευθυνόμενα, ἐρασιτεχνικά πειράματα οἱ ὀλοθρευτές τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μᾶς στεροῦν τήν κοινωνία μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.»)

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου,
Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας

(Εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα, 12.02.2012:
«ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ Ψεύδη»)
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/ καὶ
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

[4, τελευταῖο]

Α´ Μέρος: ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [1] («Οἱ προτυπώσεις διαποτίζουν τήν λατρεία μας»)

Β´ Μέρος: ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [2] («Τά αὐθαίρετα πειράματα ἀποτελοῦν περιφρόνηση καί ἀσέβεια πρός τήν παράδοση»)

Γ´ Μέρος: ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [3] («Ἡ μετοχή στά ἄχραντα μυστήρια δέν εἶναι ἕνα εὔκολο-fast food- γεῦμα»)

Πάσχα- Πεντηκοστή

.        Δύο Ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας φέρουν τήν ἴδια ὀνομασία μέ τίς Ἰσραηλιτικές ἑορτές μέ ἄλλο οὐσιαστικώτερο νόημα. Κατά τό Πάσχα οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τό γεγονός τῆς σωτηρίου διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἐνῷ οἱ χριστιανοί ἑορτάζουν τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου διά τῆς ὁποίας διαβήκαμε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Κατά τήν Πεντηκοστή οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τήν ἑορτή τῶν πρωτογεννημάτων καί τήν παράδοση τοῦ Νόμου στόν Μωϋσῆ  στό ὄρος Σινᾶ, ἐνῷ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους δηλ. τήν παράδοση στήν Ἐκκλησία τοῦ καινοῦ νόμου τῆς θείας χάριτος.

Εὐχές ὀγδόης καί τεσσαρακοστῆς ἡμέρας

.        Τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τήν γέννηση σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἀβραάμ ( Γεν. ιζ´ 10-14), γινόταν περιτομή στά ἄρρενα τέκνα τῶν Ἑβραίων. Αὐτό ἦταν προτύπωση τοῦ βαπτίσματος, τό ὅποιο ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει «περιτομήν ἀχειροποίητον» (Κολ. β´ 11-13). «Πεπλήρωκε γάρ ὁ Σωτήρ», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης,  τά τοῦ νόμου ἀντί ἡμῶν καί τῆς νομικῆς δουλείας ἐρρύσατο» (P.G. 155, 209 A). Ὅμως κράτησε ἡ Ἐκκλησία μας τήν τάξη τοῦ παλαιοῦ νόμου νά δίδεται τήν ὀγδόη ἡμέρα τό ὄνομα στό παιδί μέ εἰδική εὐχή, ὅπως ἔγινε καί μέ τόν Κύριό μας καί τόν Τίμιο Πρόδρομο. Καί τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα, ὅπως καί κατά τήν παλαιά λατρεία «προσάγεται ὑπό τῆς μητρός τῷ ναῷ καί τοῦτο ὡς δῶρον Θεῷ προσκομίζεται».(Ἅγ. Συμεών P.G. 155, 209 D) «καί τῇ μέν μητρί τήν ἀπό τῆς ἐνηδόνου καί ρυπώδους γεννήσεως κάθαρσιν παρασχών…τό παιδίον εἰς χεῖρας αὐτός λαβών <νῦν ἀπολύεις> ἀναβοᾷ..»(Ὡς ἄνω 212 Α ). Ναί! Κατά τούς Πατέρας ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀκαθαρσίας στή λεχῶνα ἐπειδή ὁ ἐνήδονος τρόπος συλλήψεως τῶν παιδιῶν δέν εἶναι ἐκεῖνος στόν ὁποῖο εὐδοκοῦσε ἀπ’ἀρχῆς ὁ Θεός. Ὅποιος δέν πείθεται λόγῳ φεμινιστικῆς προκαταλήψεως ἀπό τόν ἅγιο Συμεών ἄς πεισθεῖ ἀπό τόν Μ. Βασίλειο : «Τῷ δέ ἐν ἀκαθαρσίᾳ ὄντα τινά ἐγγίζειν τοῖς ἁγίοις καί ἐκ Παλαιᾶς Διαθήκης φοβερώτερον διδασκώμεθα τό κρῖμα. Εἰ δέ πλεῖον τοῦ ἱεροῦ ᾧδε, φοβερώτερον δηλονότι παιδεύσει ἡμᾶς ὁ ἀπόστολος εἰπών· «ὁ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει» ( Μ. Βασιλείου Ὅροι κατ’ἐπιτομήν ΕΠΕ 9, σ. 388 ).  Καί ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν  γράφει : «Δέν θά πρέπει κάποιος ἁπλῶς νά βρίσκεται σέ λάθος ἀλλά νά εἶναι μικροπρεπής γιά νά βρίσκει ὅτι αὐτές οἱ εὐχές ἀποτελοῦν «προσβολή», αὐτές πού εἶναι τόσο γεμάτες ἀπό θεϊκή ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο, τόσο γεμάτες ἀπό τό μόνο γνήσιο καί ἀληθινά θεϊκό σεβασμό γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.  Ἀντί νά ἀκολουθοῦμε τυφλά «αὐτόν τόν κόσμο» στίς φτηνές του ἐπαναστάσεις στό ὄνομα κούφιων δικαιωμάτων, μιᾶς ἀνόητης «ἀξιοπρέπειας» καί μιᾶς μάταιας «εὐτυχίας», ὀφείλουμε νά ξαναβροῦμε καί νά οἰκειοποιηθοῦμε ξανά τό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τή ζωή» (Ἐξ ὕδατος καί πνεύματος σ. 192).

Λειτουργική γλῶσσα

.      Τελευταῖο  ἀφήσαμε ἕνα πρωταρχικῆς σημασίας στοιχεῖο πού παρελάβαμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἀρχαία ἑλληνική μετάφρασή ἀπό τούς Ο´. Ὅλα τά ἀναγνώσματα τῆς Π.Δ., τό Ψαλτήριο, οἱ Ὠδές,μέσα στό ρωμαίϊκο ἀπό τά ἀρχαῖα χριστιανικά χρόνια ὥς σήμερα – καί Θεός φυλάξοι ἕως τέλους- ἀναγινώσκονται ἐπ΄ἐκκλησίας σ΄αὐτήν τήν εὐλογημένη γλῶσσα, ὅπως τελεῖται καί ὅλη ἡ ἀριστοτεχνικά κατά τή γλῶσσα καί τή μουσική δομημένη  λατρεία μας.

Χρήσιμα συμπεράσματα

.        Πολλά ἀκόμη στοιχεῖα τῆς Π.Δ. μποροῦν νά εὑρεθοῦν μέσα στήν ὀρθόδοξη λατρεία μας στά πλαίσια μιᾶς λεπτομεροῦς μελέτης.  Ἐκεῖνο πού πρέπει νά τονισθεῖ εἶναι ὅτι  οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ πόθο μελέτησαν καί ἑρμήνευσαν κείμενα τῆς Π.Δ. Παράλληλα οἰκειοποιήθηκαν καί μετάγγισαν στή λατρεία τοῦ νέου Ἰσραήλ, τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὅ,τι ὄμορφο, ὅ,τι ἱεροπρεπές,  ὅ,τι ἁγιαστικό ὅ,τι ὠφέλιμο, ὑπῆρχε στήν παλαιά λατρεία καί ὅ,τι συντελεῖ στήν τάξη καί ἁρμονία τῆς ἐκκλησιαστικῆς-λειτουργικῆς ζωῆς. Ἐκεῖνο πού ἀπομένει σέ μᾶς εἶναι μέ χαρά καί εὐγνωμοσύνη πρός τούς Πατέρας καί εὐχαριστία πρός τόν Θεό, νά κάνουμε δική μας τήν ὀρθόδοξη λατρεία μας νά παραδοθοῦμε στόν Κύριο μέσα ἀπό τή θεία λατρεία χωρίς ὀρθολογιστικές ἐπιφυλάξεις, κομπιάσματα καί φοβίες γιά δῆθεν ἰουδαϊκές ἐπιδράσεις, ἀποκλεισμό ἀπό τή συμμετοχή τῶν λαϊκῶν, ὑποτίμηση τῆς γυναίκας κλπ. Γιά νά γίνει αὐτό  ὀφείλουμε α) νά ἐντρυφήσουμε μέ σεβασμό καί ἀγάπη στήν ἀλήθεια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου ὁ Θεός προσωπικῶς ἐν σκιᾷ ἀποκαλύπτεται καί μᾶς ἀποκαλύπτει ποιά δόξα μᾶς ἔδωσε, ποῦ καταντήσαμε, γιά ποῦ μᾶς προορίζει. β) ὑπακοή στή στοργική μητέρα μας τήν Ἐκκλησία μας, ὑπακοή στούς Ἱερούς Κανόνες στά δοκιμασμένα Τυπικά τῶν ἀκολουθιῶν μας. Τἰποτε περιττό, ἄχρηστο καί ἐλλιπές δέν ὑπάρχει στήν ὀρθόδοξη λατρεία γ) ἐμπιστοσύνη καί πιστότητα στούς ἁγίους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα δοκίμασαν στό χωνευτῆρι τῆς προσευχῆς τους ὅλα τά θεόσδοτα στοιχεῖα τῆς παλαιᾶς λατρείας, ἐπέλεξαν τά καταλληλότερα, ὀργάνωσαν διά τῶν Τυπικῶν τήν λατρεία καί θεσμοθέτησαν τήν ὑπέροχη λειτουργική τάξη πού ἀπολαμβάνουμε. Αὐτό πρέπει νά ἀποτελέσει καί τό κεντρικότερο σημεῖο τῆς προσοχῆς καί νήψεώς μας.  Ἄνευ τῶν Ἁγίων Πατέρων, τῶν ἔργων καί τῶν λόγων τους, δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία, Σύνοδοι, δόγματα, ἱεροί Κανόνες ὀρθόδοξη λατρεία. Οἱ Πατέρες εἶναι ὄχι μόνο τά «μυρίπνοα ἄνθη τοῦ παραδείσου», ἀλλά καί «οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι» τῆς Ἐκκλησίας.

.        Ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀνωτέρω πρέπει νά ἀντισταθοῦμε ὅλοι  α) στήν ἀντορθόδοξη λαίλαπα τῆς  λεγομένης μεταπατερικῆς θεολογίας-αἱρέσεως, πού ἰσχυρίζεται ἀναιδῶς ὅτι οἱ Πατέρες καί τά ἔργα τους καλά ἦσαν γιά τόν καιρό τους, ὅμως τώρα χρειαζόμαστε κάτι ἄλλο  καί β) στήν ψευδώνυμη λειτουργική ἀναγέννηση πού σημαινει κατεδάφιση τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, τάξεως, τυπικῶν καί τήν διαστρέβλωση τῶν ἀκολουθιῶν. Ἐδῶ θά βάλουμε τή βίγλα μας καί θά προτάξουμε τήν ψυχή μας. Σ’αὐτά πού περνᾶμε ἀληθινό στήριγμα εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας συνείδηση άποκτοῦμε διά τῆς Θείας λατρείας. Γκρεμίζοντας τήν λατρεία μέ σκόπιμα, κατευθυνόμενα, ἐρασιτεχνικά πειράματα οἱ ὀλοθρευτές τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μᾶς στεροῦν τήν ὀντολογική ἐλπίδα μας, τήν κοινωνία μέ τόν Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό.

.        Γιά νά γίνει κατανοητός ὁ πόλεμος κατά τῆς αὐθεντίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού προκύπτει ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί κατά τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς παραδεδομένης λατρείας μας ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα.  Καθηγητής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τήν Θεσσαλονίκη μιλώντας σέ συνέδριο  μέσω τῆς φράγκικης ψευδοεπιστήμης ἀπέρριψε ὅλο τό ἱστορικό πλαίσιο τῶν βιβλίων τῆς Π.Δ. πού ἀναφέρονται στήν λατρεία καί στήν ἱερωσύνη, ἐμφάνισε μιά ἀταξία στά ἀαρωνική τάξη τῆς ἱερωσύνης γιά νά καταλήξει στό χρήσιμο γιά τούς οἰκουμενιστές συμπέρασμα ὅτι ἡ «Ἐκκλησία» ὡς «ἡ ζωντανή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό δέν ἐπιδέχεται ὀργάνωση καί θεσμοθέτηση» http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn12[12].

Ἐπίλογος

Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἀπευθύνεται στήν παλαιά ἐκκλησία τοῦ Ἰσραήλ καί τῆς λέγει : «Πλάτυνε τόν τόπο τῆς σκηνῆς σου, ἔκτεινε τά παραπ­ετάσματά της* πλάτυνέ την καί μή τήν λυπηθεῖς. Μάκρυνε τά σχοινία της καί στερέωσε τούς πασσάλους της.  Ἅπλωσέ την στά δεξιά καί στά ἀριστερά­, διότι οἱ ἀπόγονοί σου θά κληρονομήσουν ἔθνη…»(Ἠσ. νδ´ 1-3).  Ἡ σκηνή εἰκονίζει τόν παλαιό Ἰσραήλ καί τή λατρεία του.  Ἡ πλάτυνση τῆς σκηνῆς τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προτυπώνει τόν νέο Ἰσραήλ, τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πού περιλαμβάνει ὅλα τά ἔθνη ἀλλά καί τήν ἐν Χριστῷ λατρεία πού φεύγει ἀπό τή στενότητα καί τά χονδροειδῆ στοιχεῖα τῆς παλαιᾶς λατρείας πού ἦσαν κατάλληλα γιά τόν παλαιό Ἰσραήλ. Δέν γκρεμίζεται ἡ παλαιά σκηνή. Ἁπλώνεται,  ἀνακαινοῦται καί νοηματοδοτεῖται ἐν Χριστῷ ἡ λατρεία της­. Αὐτή εἶναι ἡ λατρεία μας, θεόσδοτη, ἀποστολοπαράδοτη καί πατροπαράδοτη. Ἄς τήν φυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.


http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref1[1] Ἰουστῖνος, Ἱερώνυμος καί Ἐπιφάνιος ἐν ΦΙΛΙΑ Λειτουργική Τ. Α΄σ. 36.

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref2[2] Π.χ. ΞΕ΄ἀποστ. Κανών : «Εἰ τις κληρικος ἤ λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγγήν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι καί καθαιρείσθω καί ἀφοριζέσθω» καί ΟΑ΄Ἀποστ΄Κανών : «Εἴ τις Χριστιανός ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερόν ἐθνῶν ἤ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν ἤ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω».

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref3[3] [3] «Ὁ Ναός…διαιρεῖται εἰς τρία. Ὅτι καί Τριάς ὁ Θεός. Τοῦτο οὖν καί ἡ σκηνή ἐξεικόνιζεν εἰς τρία διηρημένη, καί ὁ τοῦ Σολομῶντος ναός, καθά καί Παῦλος φησί ((P.G.155, 337D

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref4[4] ΑΓΓΕΛΙΚΗ Α. ΤΡΙΒΥΖΑΔΑΚΗ, Ἡ διαμόρφωση τοῦ τέμπλου, ἐν ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ, τεύχ 1-3 2002(πρακτικά Α’λειτουργικοῦ συνεδρίου τῆς Ἑταιρείας Ὀρθοδόξων Σπουδῶν) σ. 240-241.

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref5[5] ΞΘ΄Κανών τῆς ΣΤ’Οἰκ. Συνὀδου :«Μή ἐξέστω τινί τῶν ἁπάντων ἐν λαϊκοῖς τελοῦντι ἔνδον ἱεροῦ εἰσιέναι  θυσιαστηρίου».

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref6[6] ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ Περί τῆς ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ προσκυνήσεως, Ἐκδοτικός Οἷκος τό Βυζάντιον Θεσσαλονίκη 1999 τ. 3 σ. 102-104 

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref7[7] Ὡς ἄνω σ. 104

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref8[8] Ὡ ἄνω τ. 2 σ. 405

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref9[9] Ὡς ἄνω σ. 423«Μεταρρυηκότων δέ τῶν πραγμάτων νυνί εἰς τό ἄμεινον, ἀσυγκρίτως τοῖς ἐπί ἱερουργίαν διά Χριστοῦ καλουμένοις ἐπιψηφίζονται λαοί, τό ὡς εἶεν ἄξιοι παραφωνοῦντες εὖ μάλα * καί τοῦτο ἐν Ἐκκλησίαις, καθάπερ ἀμέλει  καί οἱ πάλαι, παρά τῇ ἱερᾷ καί θείᾳ σκηνῇ, τάς ἐπί Λευΐταις χειροθεσίας ἔδρων. Πρόδηλον οὖν ὅτι, εἰ μήτε ἐν ἐκκλησίᾳ, μήτε μήν ἐπί λαοῦ χειροτονία γένοιτο, παρά τήν θείαν ἔσται βούλησιν καί ἔξω νόμων τῶν ἱερῶν».

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref10[10] Πρβλ.τήν ἑρμηνεία τῆς ἱερατικῆς εὐλογίας ἀπό τόν Ἅγιο Κύριλλο ὡς ἄνω σ. 410.

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref11[11] Ὡς ἄνω τ. 2 σ. 176 : «Τρυβλία τε καί θυἰσκαι, κύαθοι τε καί σπονδεῖα καί τά δι  ὧν τῆς Ἁγίας τραπέζης ἡ μυστική καί ἱερωτάτη πληροῦται χρεία, οὐ τῶν θείων κειμηλίων τύπος ἄν εἶεν, ὤ τᾶν;»

http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftnref12[12] ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ὁ θεσμός τῆς ἱερωσύνης στήν Παλαιά Διαθήκη ἐν Τό Μυστήριον τῆς Ἱερωσύνης (Πρακτικά Ζ´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου) σειρά Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 12, Κλάδος Ἐκδόσεων τῆς ἐπικοιν. καί μορφ. ὑπηρ. Ἐκκλ. Ἑλλάδος , Ἀθῆναι 2006. 

ΠΗΓΗ: orthros.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [3] («Ἡ μετοχή στά ἄχραντα μυστήρια δέν εἶναι ἕνα εὔκολο-fast food- γεῦμα»)

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου,
Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας

(Εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα, 12.02.2012:
«ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ Ψεύδη»)
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/ καὶ
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

[3]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/28/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/28/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ2/ 

Θεία Λειτουργία-ἅγιο Βῆμα-Ἱερά Σκεύη

 .           Ἐμφανῆ εἶναι τά παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα στήν προετοιμασία καί τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας. Ἄς παρακολουθήσουμε τά βήματα τῶν λειτουργῶν.
.           Ὁ διάκονος, ὁ ἱερεύς καί ὁ ἀρχιερεύς γιά νά λειτουργήσουν ἐνδύονται, ὅπως καί οἱ ἱερεῖς τῆς Π.Δ., τά ἱερά ἄμφια λέγοντας καταλλήλους στίχους ἀπό τούς Ψαλμούς. : «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπί τῷ Κυρίῳ…Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καί ἔπλασάν με…» κλπ. Εἶναι ἀδιανόητο χωρίς τή στολή τους νά πλησιάσουν τό θυσιαστήριο. Ἐκεῖνοι φοροῦσαν ποδήρεις χιτῶνες, ζῶνες καί κάλυμμα κεφαλῆς καί οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς φοροῦν παρόμοια στιχάρια καί ζῶνες. Ὁ ἀρχιερεύς τοῦ νόμου φοροῦσε ποδήρη μέ κωδωνίσκους, κροσσωτό χιτῶνα, ἐπωμίδα, μίτρα πού σαφῶς ἐνθυμίζουν τήν στολή τοῦ ὀρθοδόξου ἀρχιερέως (Ἐξ. Κεφ. κη).
.           Ὁ ὀρθόδοξος λειτουργός  πορευόμενος ἀπό τό διακονικό πρός τόν λουτῆρα καί κυκλώνοντας τό ἱερό θυσιαστήριο νίπτεται λέγοντας μέρος τοῦ Ψαλμοῦ κε΄ 6-12 «νίψομαι ἐν ἀθώοις τά χεῖρας μου καί κυκλώσω τό θυσιαστήριο σου…» πού ἀποτελεῖ ὑπόμνηση σ’αὐτόν τῆς πνευματικῆς καθαρότητος πού ἀπαιτεῖται γιά τή θεία ἱερουργία. Ἀπαραίτητη ἡ νίψη χειρῶν καί ποδῶν καί στούς ἱερεῖς τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου πρίν εἰσέλθουν στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου γιά τήν τέλεση τῆς λατρείας.
.           Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἱερεύς κατευθύνεται στήν Ἱερά πρόθεση. Καί στόν παλαιό νόμο ὑπῆρχε ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων στά Ἅγια, πού προσεφέροντο στόν Κύριο. Μέ τήν ἁγία Λόγχη ἐξάγει ὁ ἱερεύς ἀπό τό πρόσφορο τόν Ἁμνό, τοῦ ὁποίου προτύπωσις ἦταν ὁ ἐσθιόμενος ἀμνός ἀπό τούς Ἑβραίους πρίν ἀπό τήν ἔξοδο τους ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἐνῷ τό αἷμα μέ τό ὁποῖο ἐχρίσθησαν οἱ παραστάδες τῆς οἰκίας τους προτύπωνε τό Τίμιον αἷμα τοῦ Κυρίου πού ἁγιάζει τά αἰσθητήριά μας.
.           Ὅσον ἀφορᾶ στό Ἅγιο Βῆμα μέ τήν Ἁγία Τράπεζα, καί τά γύρω της ἑξαπτέρυγα καί τό ἱερό τέμπλο-καταπέτασμα, τίς λυχνίες καί τό προσφερόμενο θυμίαμα μᾶς παραπέμπουν στά Ἅγια τῶν Ἁγίων στήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης καί τά Χερουβείμ δόξης πού κατεσκίαζαν τό ἱλαστήριο, τό καταπέτασμα πού χώριζε τά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπό τά Ἅγια τήν ἀφή τῶν λυχνιῶν καί τήν προσφορά θυμιάματος ἀπό τόν ἀρχιερέα καί τούς ἱερεῖς τοῦ νόμου.  Ἐδῶ ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ὅτι τό θυμίαμα, ὅπως καί στήν Ἐκκλησία μας προσφέρεται πρωΐ καί βράδυ (Ἐξ. λ´ 7-8) ἐνῷ γιά τήν ἀκοίμητη λυχνία μπροστά ἀπό τό καταπέτασμα-ἀντίστοιχη ἑπτάφωτη λυχνία ἔχουμε καί ἐμεῖς ἔξω τοῦ τέμπλου δηλ. τοῦ καταπετάσματος- ἔπρεπε νά χρησιμοποιεῖται καθαρό ἐλαιόλαδο, κάτι πού καί ἐμεῖς ἐπιδιώκουμε νά ἔχουμε στίς κανδῆλες μας (Ἐξ. κζ´, 20-21).
.           Τά σκεύη πού χρησιμοποιοῦνταν κατά τίς θυσίες «τρυβλία τε καί θυίσκαι, κύαθοι καί σπονδεῖα»καί αὐτά μέ τά ὁποῖα ὁλοκληρώνεται ἡ μυστική καί ἱερώτατη χρεία τῆς ἁγ. Τραπέζης δέν εἶναι τύπος τῶν θείων κειμηλίων;»http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn11[11], ἐρωτᾶ ρητορικῶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος. Τἀ σκεύη ἐπίσης  ἔπρεπε νά καθιερώνονται, «διαγνίζεσθαι». «Τετήρηται δέ ὁ νόμος καί ἐν ἐκκλησίαις σώζεται», προσθέτει ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὑπονοώντας τήν σημερινή λειτουργική πρακτική.
.           Ὅλα βέβαια τά τελούμενα ἔχουν τελείως διαφορετικό νόημα στήν καινή λατρεία τόσο διαφορετικό ὅση διαφορά ἔχει ἡ σκιά ἀπό τήν ἀλήθεια.  Ὁπως λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος ὁ Χριστός, ὁ μόνος Ἀρχιερεύς, ἅπαξ διά τοῦ ἰδίου αἵματος ἐκαθάρισε τήν ἀνθρώπινη φύση καί εἰσῆλθε στά Ἅγια  τῶν Ἁγίων δηλ. στό οὐρανό ἀνοίγοντας τό δρόμο καί σέ ὅλους τούς πιστούς.  Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως παρέλαβε ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρας, διά τοῦ ἐπισκόπου Ἀρχιερέως -ἐπίσκοπος ὀνομάσθηκε κάποια στιγμή καί ὁ Ἐλιέζερ, υἱός τοῦ Ἀαρών (Ἀριθ. δ´ 16) –καί τῶν ἱερέων κοινωνώντας στή μία θυσία τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τήν Θ. Εὐχαριστία-«αναφορά»ὀνομάζεται, ὅπως καί στόν Μωσαϊκό νόμο- τῆς ὁποίας μετέχουν οἱ πιστοί. Ἔτσι  ἀνοίγει τόν οὐρανό, δίδει τήν πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί γι’ αὐτό, κατά τά παλαιοδιαθηκικά πρότυπα κλείνει τίς θῦρες ἤ τό καταπέτασμα τοῦ Ἁγίου Βήματος γιά νά διατηρήσει τόν κατά Χριστό φόβο καί εὐλάβεια* τήν ὄχι αὐτονόητη εἴσοδό μας στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ* τήν μυστικότητα τῆς θείας ἱερουργίας, τῆς φρικτῆς μεταβολῆς τῶν τιμίων δώρων σέ Σῶμα καί Αἵμα Χριστοῦ καί γιά νά ὑπενθυμίζει στούς Χριστιανούς νά προσέχουν νά μήν καταπατοῦν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί νά θεωροῦν τόν Αἷμα τοῦ Χριστοῦ κοινό (Ἑβρ. ι´ 29). Διδάσκει ἔτσι σιωπηρῶς ὅτι ἡ μετοχή στά ἄχραντα μυστήρια δέν εἶναι ἕνα εὔκολο-fast food- γεῦμα πού τακτοποιεῖ τήν συνείδησή μας καί μᾶς δίνει ἔτσι πρόχειρα τήν ψευδαίσθηση ἑνότητος μεταξύ μας καί κοινωνίας μέ τόν Θεό. Ἡ μετοχή στά ἄχραντα Μυστήρια προϋποθέτει καί συνεπάγεται ἀδιάλειπτο ἀγῶνα καί διαρκῆ προετοιμασία. Καθόλου δέν σημαίνει μιά ἀνέμελη ἀπόλαυση «τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς», ἐπειδή ὅλα εἶναι «καλά λίαν», οὔτε μιά ἀνέξοδη, δῆθεν εὐχαριστία πρός τόν Θεό γιά τήν τρυφηλή διαγωγή μας.

Ψάλτες

.            Ἀντιστοιχία ὑπάρχει ἐπίσης παλαιᾶς καί καινῆς λατρείας στό θέμα τῶν ψαλτῶν. α) Ἀντιφωνία.  Μετά τήν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης ἔψαλλαν ἀντιφωνικά τήν εὐχαριστήρια ὠδή ἀπό τή μιά ὁ Μωϋσῆς καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἀδελφή του Μαριάμ. Παρόμοια ἔψαλλαν ἀντιφωνικά οἱ ψάλτες τούς ἀναβαθμούς ἱστάμενοι ἀντίκρυ πάνω στίς βαθμίδες τοῦ ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων.»(ἅγιος Νικόδημος, ἑρμηνεία ἀναβαθμῶν) β)  Καθιέρωση. Δέν εἶναι ὁποιοιδήποτε οἱ ψάλλοντες ἀλλά καθιερωμένοι γιά τό διακόνημα τῆς ψαλμωδίας λευΐτες. Γιά παράδειγμα ψαλτωδός ὁρίζεται ἀπό τόν Δαυΐδ ὁ Αἰμάν ἐνῶ δεξιά καί ἀριστερά του ὁ Ἀσάφ καί ὁ Αἰθάν. Ὁρίζονται καί χοροί ψαλτῶν πού ἐκπαιδεύονται στή μουσική ( Α΄ Παραλ. 6, 18-32, 25, 6-7). γ) Προπόρευση. Στόν 67ο Ψαλμό, ἀλλά καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Π.Δ. διαβάζουμε ὅτι, ὅπως καί σήμερα, προηγοῦνταν οἱ ψάλτες ὁποιασδήποτε λιτανείας. «Προέφθασαν ἄρχοντες ἐχόμενοι ψαλλόντων ἐν μέσῳ νεανίδων τυμπανιστριῶν» (Ψαλ. 67, 26).
.        Παρόμοια στήν Ἐκκλησία μας ὑπάρχει εἰδική τάξη κληρικῶν, οἱ ψάλτες, οἱ ὁποῖοι καί μόνο, σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς κανόνες, καί μόνο μέσα ἀπό τά λειτουργικά βιβλία πρέπει νά ψάλλουν κατ᾽ ἀντιφωνίαν στήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἅπαντες, ὅπως-ὅπως καί ἀγεληδόν, καθώς συμβαίνει πολλάκις σήμερα. 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [2] («Τά αὐθαίρετα πειράματα ἀποτελοῦν περιφρόνηση καί ἀσέβεια πρός τήν παράδοση»)

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου,
Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας

(Εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα, 12.02.2012:
«ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ Ψεύδη»)

[2]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/28/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ/

Ὀρθόδοξος ναός

.           Ἡ ἐπίδραση τῆς λατρευτικῆς παραδόσεως τῆς Π.Διαθήκης εἶναι ἐμφανήςἐπίσης στή διάταξη τοῦ Ὀρθοδόξου Ναοῦ. Ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης  ὁ ὀρθόδοξος ναός  «διαιρεῖται σέ τρία μέρη, γιατί καί ὁ Θεός εἶναι Τριάς. Αυτό εἰκόνιζε καί ἡ σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος…Ὑπῆρχαν τά Ἅγια τῶν Αγίων, τά Ἅγια καί τό κοσμικό Ἅγιον»http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _edn1[i]http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn3 [3] δηλ. ἡ αὐλή. ­Ἡ τριμερής αὐτή διάταξη τοῦ Ναοῦ ὀφείλει βεβαίως καί σήμερα νά γίνεται σεβαστή. Νά μήν ἰσοπεδώνεται ὁ χῶρος τῆς λατρείας, ὅπως ἐπιθυμοῦν οἱ ψευδο-ανανεωτές θεωρώντας τόν ναό ἁπλῶς ὡς μαζικό χῶρο κοινῆς λατρείας, έξομοιώνοντας τόν ὀρθόδοξο ναό μέ τά χαοτικά κατασκευάσματα καί τούς ναούς τῶν παπικῶν τῶν προτεσταντῶν τῶν μουσουλμάνων.  Τό ἱερό τέμπλο μέ τό καταπέτασμα -ἀπό τόν 4ο αἰῶνα χαμηλό καί ἀπό τόν 7ο αἰῶνα ὑψηλόhttp://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn4 [4]- χωρίζει τό ἅγιο Βῆμα ἤ ἱερόν ἤ ἄδυτον ἀπό τόν κυρίως ναό. Αὐτός πάλι χωρίζεται ἀπό τόν πρόναο ἤ νάρθηκα ἤ λιτή μέ θῦρες ἤ καταπέτασμα ὅπως βλέπουμε στό ἅγιον Ὄρος καί ὅπως χωρίζονταν στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου τά Ἅγια ἀπό τήν αὐλή ἤ στόν ναό τῶν Ἱεροσολύμων τά Ἅγια ἀπό  τόν πρόναο (αἰλάμ).

.           Τά ἀσεβῆ πειράματα, σκόπιμα τίς περισσότερες φορές μικρέματος τοῦ τέμπλου ἤ καί καταργήσεώς του, δῆθεν στά πλαίσια ἐπαναφορᾶς τῆς πρωτοχριστιανικῆς ἁπλότητος,

ἡ τέλεση μιᾶς αὐθαίρετης -ἐσχάτης κοπῆς- περιέργου Θ. Λειτουργίας τοῦ ἁγ. Ἰακώβου, τῆς ὁποίας ἀγνοοῦμε τήν ἀληθινή τυπική διάταξη, μέ ὑποκατάσταση τῆς ἁγίας Τραπέζης ἀπό τραπεζίδιο καί ἑπομένως προσωρινῆς καταργήσεως τοῦ Ἁγίου Βήματος,

ἡ τέλεση πάλι τῆς Θ. Λειτουργίας σέ αἴθουσες, σέ θέατρα «κατενώπιον τοῦ λαοῦ» κατά τά πρότυπα τῆς παπικῆς λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως,

ἡ τέλεσή τῆς σέ τραπεζίδιο ἐντός τοῦ κυρίως ναοῦ γιά «παιδαγωγικούς λόγους», ἡ εἴσοδος μικρῶν κοριτσιῶν στό ἅγιο Βῆμα γιά νά διακονοῦν τόν ἱερέα κλπ. ἀποτελοῦν περιφρόνηση καί ἀσέβεια πρός τήν παράδοση τῆς ἁγίας Γραφῆς τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν ἱερῶν Κανόνων (http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn5) [5]. Καταργοῦν τήν τριμερῆ διάταξη τοῦ ὀρθοδόξου ναοῦ καί ὁδηγοῦν ἀνεπαίσθητα στήν ἀπώλεια εὐλαβείας καί πνευματικῆς αἰσθήσεως γιά τήν οὐσία, ἀξία καί ὠφέλεια τῶν τελουμένων∙ στήν κατάργηση τῆς μυστικότητος τῶν εὐχῶν∙ σέ ἄνευ προετοιμασίας προσέλευση στή Θ. Κοινωνία κλπ. Νά τί λέγει καί  ὁ Ἅγ. Μάξιμος σχετικά μέ τή διάκριση Βήματος –κυρίως ναοῦ : Ἡ ἐκκλησία «διαιρεῖται στόν τόπο πού εἶναι ἀφιερωμένος μόνο στούς ἱερεῖς καί τούς λειτουργούς καί ὀνομάζεται ἱερατεῖο καί σέ ἐκεῖνον στόν ὁποῖο ἐλεύθερα εἰσέρχεται ὁ πιστός λαός σαί τόν λέμε ναό. Πάλι ὅμως μία εἶναι ἡ ἐκκλησία κατά τήν ὑπόσταση της χωρίς νά μένει διαιρεμένη κατά τά μέρη της». Δέν ὑπάρχει διαίρεση μέ τή διάκριση πρό πάντων τοῦ ἱεροῦ Βήματος καί τοῦ Ναοῦ, τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ γιατί ὑπάρχει ἀλληλοσυμπλήρωση κατά τήν προσφορά τῆς Θ. Εὐχαριστίας.

.      Κατά μίμησιν τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων ὑπό τοῦ Σολομῶντος τελοῦνται καί τά ἐγκαίνια τῶν ὀρθοδόξων ναῶν μέ πανηγυρική μακρά ἀκολουθία καί πνευματική εὐφροσύνη.
.           Ὁ Θεός προστάζει τόν Μωϋσῆ νά χρησιμοποιήσει ἀρώματα καί ἔλαιον γιά  νά παρασκευάσει «ἔλαιον χρίσμα ἅγιον μῦρον μυρεψικόν τέχνῃ μυρεψοῦ(Ἐξ. 30,25) καί νά χρίσῃ «ἐξ αὐτοῦ τήν σκηνήν τοῦ μαρτυρίου καί  τήν κιβωτόν τοῦ μαρτυρίου καί τήν λυχνίαν καί τό θυσιαστήριον τοῦ θυμιάματος καί τό θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων..»κλπ  (Ἐξ. λ´ 26-28). Αὐτα ὅλα δανείζεται ἡ Ἐκκλησία μας γιά τήν παρασκευή τοῦ μύρου καί τήν χρίση ὅλου τοῦ ὀρθοδόξου ναοῦ καί τοῦ ἱεροῦ θυσαστηρίου μέ ἅγιο μῦρο κατά τά ἐγκαίνιά του.

Ἱερωσύνη

.           Τοῦ Ζῶντος Ἄρτου, τοῦ θυσιασθέντος Ἁμνοῦ δύνανται νά μετάσχουν βεβαἰως ἅπαντες καί ὄχι μόνο οἱ ἱερεῖς, ὅπως προβλεπόταν στόν μωσαϊκό  Νόμο. Ἡ Χαρις ἐδόθη διά τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλους.  Ὅλοι εἴμεθα πλέον, ὑπ΄αὐτήν τήν ἔννοιαν, βασιλεῖς καί ἱερεῖς.  Ὅποιας  χάριτος μετέχει ὁ ἀρχιερεύς μετέχει καί ὁ τελευταῖος πιστός. Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ δέν βρίσκεται κατά τήν τέλεση τῆς λατρείας στήν αὐλή, ὅπως ὅριζε ὁ παλαιός νόμος, ἀλλά μέσα στόν κυρίως ναό.  Ὅμως …ὁ Κύριος παρέδωσε τήν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας στούς Ἀποστόλους, σ΄αὐτούς ἔδωσε καί τήν διακονία τοῦ κηρύττειν καί ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησία. Ἡ διάκριση κληρικῶν καί λαϊκῶν εἶναι ἐμφανής στήν Ἁγία Γραφή, Καινή καί Παλαιά Διαθήκη καί τούς Ἁγίους Πατέρες. Τά περί συλλειτουργίας τῶν λαϊκῶν,πού ὀφείλονται στήν κατάργηση ἤ μείωση τῆς διακρίσεως τῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης, μέ τήν προτεσταντική ἑρμηνεία περί βασιλείου ἱερατεύματος εἶναι ἐπιεικῶς ἀνυπόστατα καί ἀποστολικῶς, πατερικῶς καί ἐκκλησιαστικῶς ἀπαράδεκτα.  Μιά ματιά στούς περί Ἱερωσύνης λόγους τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ἀμφιβολία.  Παραλαμβάνοντας λοιπόν οἱ Πατέρες στοιχεῖα τῆς Παλαιᾶς λατρείας μέ πολλή λεπτότητα διάκριση καί προσοχή, ὑπενθυμίζουν τή σωτήρια διάκριση κλήρου καί λαοῦ, ἀπαιτοῦν ἁγιότητα τοῦ κλήρου, καλλιεργοῦν τόν καθαρτικό γιά τίς ψυχές μας φόβο τοῦ Θεοῦ.

.           Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ἀνωτέρω ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τί λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος ὅταν ἀναφέρεται στά καθήκοντα τοῦ ἀρχιερέως Ἀαρών καί τῶν παιδιῶν του. Ἀναφέρει πρῶτα ὅσα γράφει τό βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν : «Φυλάξουσι γάρ φησί τήν ἱερατείαν ἑαυτῶν καί πάντα κατά τόν βωμόν καί τά ἐσώτερα τοῦ καταπετάσματος» δηλ. τά ἱερατικά καθήκοντα τοῦ Ἀαρών καί τῶν παιδιῶν του, τῶν ἱερέων, ἀφοροῦν ὅσα τελοῦνται στό βῶμα καί μέσα ἀπό τό καταπέτασμα. Ὕστερα συνεχίζει : «τοῦτ’ἔστι τά ἀπόρρητά τε καί μυστικώτερα, καί ὅσα δρᾷν ἔθος τούς τῷ θείῳ προσεδρεύοντας θυσιαστηρίῳ» δηλαδή τά ἀπόρρητα καί μυστικώτερα καί ὅσα συνηθίζουν νά τελοῦν ὅσοι προσεδρεύουν, ὅσοι στέκονται ἐγγύς τοῦ θυσιαστηρίου. Μ’αὐτά τά τελευταῖα λόγια ὑπονοοεῖ ὅσα τελοῦνται ἀπό τούς ὀρθοδόξους ἱερεῖς στό ἅγιο βῆμα κατά τήν φρικτή ἱερουργίαhttp://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn6[6].
.           Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὀνομάζει ἐπίσης τήν τάξη τῆς ἱερωσύνης κατά τόν Μωσαϊκό νόμο- Ἀρχιερεύς, οἱ συνιερουργοί υἱοί του καί Λευΐτες- «προανατύπωσιν» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱερωσύνης -ἐπίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοιhttp://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn7[7].
.           Κατάλληλοι γιά τήν ἱερωσύνη τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη εἶναι ὅσοι ἔχουν βίο καθαρό καί ἀνεπίληπτο : «ἄνθρωπος εἰς τάς γενεάς ὑμῶν…ᾦ ἐάν ᾖ  ἐν αὐτῷ μῶμος, οὐ προσελεύσεται προσφέρειν τά δῶρα τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ»(Λευ. 21,18). Ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὅτι «ὅσοι ἐκλέχθηκαν γιά τήν ἱερωσύνη καί δέχθηκαν τόν καθαρμό μέ τήν πίστη πρέπει εὔλογα νά εἶναι ἅγιοι καί καθαροί»http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn8[8].
.           Ἐξ ἄλλου οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Νόμου γιά τίς συζύγους τῶν ἱερέων καί ἀρχιερέων συνδυαζόμενες εἶναι ὅμοιες στήν Παλαιά διαθήκη καί στούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας : ὁ ἀρχιερεύς «χήραν δέ καί ἐκβεβλημένην καί βεβηλωμένην καί πόρνην, ταύτας  οὐ λήμψεται, ἀλλ ἤ παρθένον ἐκ τοῦ γένους αὐτοῦ λήμψεται γυναῖκα διαβάζουμε στό Λευϊτικό»(Λευ.21,7,14) καί στόν ΙΗ΄Ἀπ. Κανόνα: «Ὁ χήραν λαβών ἤ ἐκβεβλημένην ἤ ἑταίραν ἤ οἰκέτιν ἤ τῶν ἐπί σκηνῆς, οὐ δύναται εἶναι Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ διάκονος..».  Στή χειροθεσία τῶν λευϊτῶν ἀπό τούς Ἰσραηλίτες(«ἐπιθήσουσι γάρ οἱ υἱοί Ἰσραήλ τάς χεῖρας ἐπί τάς κεφαλάς τῶν λευϊτῶν», Ἀριθ. 7,10) πού μᾶς θυμίζει τή χειροτονία τῶν 7 διακόνων ὑπό τῶν Ἀποστόλων βλέπει ὁ Ἅγιος Κύριλλος  τόν τύπο τῆς ἐκλογῆς τῶν ὀρθοδόξων κληρικῶν, μόνο πού σήμερα, ὅπως λέγει, ἐπιψηφίζονται λαοί τούς κληρικούς μέ τήν φωνή «ἄξιος»http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn9[9]. Λευΐτης ἐξ ἄλλου, ἀντίστοιχος τῶν διακόνου, «πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος λειτουργεῖν ποιῆσαι πάντα τά ἔργα ἐν τῇ σκηνῆ τοῦ μαρτυρίου», , έπιλέγεται «ἀπό  εἴκοσι καί πέντε ἐτῶν καί ἐπάνω»(Ἀριθ. 4,3), ἀκριβῶς κατά τήν ἡλικία πού προβλέπει γιά τούς διακόνους ὁ ΙΔ΄Κανών τῆς ϛ΄Οἰκ. Συνόδου.
.           Ἡ ἱερατική εὐλογία «ὁ Θεός οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς κλπ. εἶναι μέν ἀπό τόν 66ο Ψαλμό δίδεται ὅμως κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Παλαιοῦ ἀλλά καί τοῦ ἐν Χριστῷ Νόμου στὀν λαό : «οὕτως εὐλογήσετε τούς υἱούς Ἰσραήλ λέγοντες αὐτοῖς…εὐλογήσαι σε Κύριος καί φυλάξαι σε, ἐπιφάναι Κύριος τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐπί σέ καί ἐλεήσαι σε» (Ἐξ. 6, 23-26)http://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn10[10].
.           Ἐφημερίες ὅπως ὑπάρχουν καί σήμερα κατά τήν τέλεση τῆς ὀρθοδόξου λατρείας ὑπῆρχαν καί στήν Π.Δ. στούς ἱερεῖς καί τούς λευΐτες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , ,

Σχολιάστε

ΠΑΛΑΙΟΔΙΑΘΗΚΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΛΑΤΡΕΙΑΣ [1] («Οἱ προτυπώσεις διαποτίζουν τήν λατρεία μας»)

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἰωάννου Φωτοπούλου,
Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Παλαιοδιαθηκικά στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας

(Εἰσήγηση στὴν Ἡμερίδα, 12.02.2012:
«ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ – Ἀλήθεια καὶ Ψεύδη»)
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/10/παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψεύδη/ καὶ
https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/01/26/ἡμερὶς-παλαιὰ-διαθήκη-ἀλήθεια-καὶ-ψ/

[1]

.            Ἡ ὀρθόδοξη λατρεία εἶναι ἡ ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας.  Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ πραγματώνεται μέσα στήν θεία λατρεία. Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τρέφονται καί ζωογονοῦνται διά τῆς θείας χάριτος πού παρέχεται μέσα στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διαμορφώθηκε ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ὑπό τῶν ἁγίων Πατέρων μέ σεβασμό στήν προγενεστέρα αὐτῶν παράδοση.  Ὑπάρχει μιά συνέχεια τῆς λατρείας πού ἀναπτύσσεται χωρίς συγκρούσεις καί ἀντιπαραθέσεις ἀπό τήν παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας κατά τό Μυστικό Δεῖπνο καί τήν κλάση τοῦ ἄρτου καί τίς προσευχές στήν πρώτη ἐκκλησία μέχρι τά τυπικά τοῦ ἁγίου Σάββα τῆς Κων/πόλεως καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους.  Θαυμαστή ἀρχή, ὑπέροχη συνέχεια, χωρίς κενά ὁλοκληρία. Γλῶσσα, ποίηση, μουσική θεολογία ἀνεπανάληπτη.
.          Ὅμως ἡ λατρεία αὐτή δέν παράγεται ἐκ τοῦ μηδενός. Ἡ ἁγία Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὁλοκλήρωση καί εἰς τό πλῆρες φανέρωση τῆς ἐκκλησίας πού ἐν σκιᾷ ὑπάρχει κατά τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἐκεῖ ἔχουμε τήν ἐκκλησία τοῦ Ἰσραήλ.  Αὐτή ἡ ἐκκλησία συνάγεται ἐνώπιον τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου(«ἑκκλησιάζεται»), ἐν μέσω τῆς ἐκκλησίας ἀναπέμπονται ὕμνοι (Ψαλμ. κα´ 22) ἐνώπιον αὐτῆς γίνεται ἡ χρίσις τῶν ἀρχιερέων (Λευϊτικό η´ 1-14) γίνεται ἡ ἀνάγνωση τοῦ νόμου («εἰς τά ὦτα πάσης ἐκκλησίας», Ἰησ. 9, 2f ). Ἡ ἐκκλησία προσφέρει, «ἀναφέρει» θυσίες καί ὁλοκαυτώματα πρός τόν Θεό (Β´Παρ. κθ´ 31-32). Τῆς ἐκκλησίας ἐξω προσευχομένης μέσα στά ἅγια τῶν ἁγίων ὁ Θεός ἀποκαλύπτει στόν Μωϋσῆ τή δόξα Του (Ἐξοδ. κε´ 1-8).  Ἡ λατρεία αὐτή τοῦ νόμου ἦταν θεόσδοτη, γιά τό λαό ὅμως τοῦ Ἰσραήλ. Ὅλες οἱ λατρευτικές λεπτομερεῖς διατάξεις, οἱ θυσίες καί οἱ ραντισμοί τοῦ αἵματος, οἱ καθαρμοί, ἡ ἀαρωνική ἱερωσύνη καί ὅλα τά τελούμενα ἦσαν τύποι καί προτυπώσεις τῆς μελλούσης ἀληθοῦς λατρείας, καλλιεργοῦσαν τήν ἐλπίδα τῆς ἀληθοῦς σωτηρίας καί λυτρώσεως.
.           Βλέπουμε ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσέρχεται στήν συναγωγή καί ἀναγινώσκει ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα. Διαβάζουμε ἐπίσης  στό Εὐαγγέλιο ὅτι οἱ ἀπόστολοι «ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν» (Λουκ.κδ´ 53) καί στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὅτι οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Ἰωάννης «ἀνέβαινον είς τό ἱερόν ἐπί τήν ὥραν τῆς προσευχῆς τήν ἐνάτην» (Πράξ. γ´ 1).  Κοινωνοῦν λοιπόν κατ΄ἀρχάς οἱ πρῶτοι χριστιανοί στή λατρεία πού τελεῖται στό Ναό καί στή συναγωγή, ἀλλά τελοῦν ὡς ἡ Ἐκκλησία, ὡς τό Σῶμα Χριστοῦ τή Θεία Εὐχαριστία. Ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος : «ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ’οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες»(Ἑβρ. ιγ´10).
.           Σταδιακῶς ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἀποκόπτεται τελείως ἀπό τήν Συναγωγή, τήν «ξηρανθεῖσαν συκῆν», ἡ ὁποία ἀρνηθεῖσα τούς Προφῆτες καί τόν Χριστό ἀπέβη ἄκαρπη καί δαιμονική.  Λίγο –λίγο ἡ Συναγωγή ἀρνεῖται τό περιεχόμενο τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καί μέσω τῆς ραββινικῆς-καμπαλλιστικῆς ἑρμηνείας τῆς Π.Δ. ἐκπίπτει στήν ἑβραϊκή μαγεία. Εἰς δέ τίς συνάξεις της, κατά τήν μαρτυρία τῶν ἁγίων Πατέρωνhttp://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn1[1], ἀναθεματίζεται ὁ Χριστός καί οἱ χριστιανοί.  Πρέπει ἐδῶ νά εἰπωθεῖ ὅτι γιά τούς ἀνωτέρω λόγους  ἀπαγορεύεται στούς Ὀρθοδόξους κατά τούς ἱερούς Κανόνες ἡ εἴσοδος στή Συναγωγή καί πολλῷ μᾶλλον ἡ συμμετοχή τους στό τελετουργικό τηςhttp://www.orthros.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=360%3A2012-03-12-11-35-56&catid=36%3A2010-10-04-06-19-27&Itemid=154&lang=en – _ftn2[2]. Ὁ Ἑβραϊσμός δέν εἶναι πλέον, ὅπως  κακῶς λέγεται, «ἀβρααμική πίστις». Οἱ Φαρισαῖοι καί τό σάπιο θρησκευτικό κατεστημένο δέν εἶναι τέκνα τοῦ Ἀβραάμ ἀφοῦ ὁ Κύριος τούς ἀπευθύνει τόν σκληρό λόγο : «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ»(Ἰω. 8,12).  Κληρονόμος τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἀβραάμ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὅπως τό βεβαιώνει ὁ ἀπ. Παῦλος.
.           Ἡ Ἐκκλησία  εἶναι ὁ νέος Ἰσραήλ, εἶναι τό Σῶμα Τοῦ Χριστοῦ, ἡ νέα ἄμπελος πού καρποφορεῖ τή σωτηρία, πού παρέχει στά μέλη της τή δυνατότητα τῆς ἀποκαταστάσεως καί θεραπείας τους ἀπό τήν ἁμαρτία τή φθορά καί τό θάνατο, δῶρα τά ὁποῖα προσέφερε ὁ Χριστός σέ ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας Του. Ὁ Χριστός ὁ μέγας καί μόνο ἀρχιερεύς, θύων καί θυόμενος προσφέρει ἑαυτόν ὑπέρ πάντων τῶν ἀνθρώπων, ραντίζει μέ τό πανάγιο αἷμα Του ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν καθαρίζει. Λουόμεθα πλέον ὄχι μέ τυπικούς καθαρμούς ἀλλά διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί ἔτσι καθαριζόμεθα ἀπό τήν ἁμαρτία καί τή φθορά. Τρεφόμεθα μέ τήν προσφερομένη ἀναίμακτη θυσία Του, τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του καί ἀναφέρομε τίς προσευχές μας στόν ἐν Τριάδι Θεό, ὅπως μᾶς τόν ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός.  Ἡ νομική λατρεία παρῆλθε. Γιάτί ἡ Ἀλήθεια ἦλθε, ἡ σκιά παρέδραμε.  Ἡ νέα λατρεία ὡς πλήρης κοινωνία τῶν χριστιανῶν μέ τόν Θεό καί τόν ἀδελφό μέσα στό κυριακό σῶμα εἶναι γεγονός.
.           Ὅμως ἄν καταλύθηκε ἡ νομική λατρεία διασώζονται μέσα στή συνείδηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας  πολλά ἀπό τά θεόσδοτα στοιχεῖα τά ὁποῖα διακρατεῖ ἐκείνη μέ σεβασμό, δίνοντάς τους πνευματικό, σωτηριολογικό περιεχόμενο καί ἐντάσσοντάς τα στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας της.  Κι αὐτό γιατί ὡς γνήσιος κληρονόμος τῆς πίστεως καί τῶν ἐπαγγελιῶν πρός τόν Ἀβραάμ εἶναι καί ὁ μοναδικός κληρονόμος τοῦ λατρευτικοῦ πλούτου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.         Ἄς δοῦμε τέτοια δείγματα, τέτοια στοιχεῖα τῆς Π.Δ. πού κυριαρχοῦν στήν ὀρθόδοξη λατρεία μας.

Προσευχή τῆς Ἐκκλησίας

.           1. Ἀφοῦ ὁ Ἰσραήλ εἶναι τύπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅλη ἡ ἱστορία του ἀποτελεῖ προτύπωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.  Οἱ ἐπαγγελίες πρός τόν Ἀβραάμ ὅτι θά πληθύνει τόν λαό του σάν τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης εἶναι ἡ ὑπόσχεση τῆς οἰκουμενικότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας εἶναι εἰκόνα τοῦ Παραδείσου, ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θαλασσης εἶναι ἡ διάβαση τῆς Ἐκκλησίας στήν καινή ἐν Χριστῷ ζωή καί τύπος τοῦ θείου βαπτίσματος. Ἄπειρες εἶναι οἱ προτυπώσεις τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Πρόσωπα ὅπως ὁ Ἰσαάκ καί ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυΐ προτυπώνουν τόν Χριστό.  Τόν σταυρωθέντα προτυπώνει ὁ ὑψωθείς ὄφις ἐν τῇ ἐρήμῳ. Τό ξύλο πού γλυκαίνει τά πικρά ὕδατα εἰκονίζει τόν Σταυρό. Πολλοί οἱ τύποι τῆς Θεοτόκου: ἡ ἄφλεκτος Βάτος, ἡ βλαστήσασα ράβδος τοῦ Ἀαρών  ἡ μανναδόχος στάμνος κλπ. Ὅλα αὐτές οἱ προτυπώσεις διαποτίζουν τήν λατρεία μας α) μέσῳ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἀποστόλου πού κάνουν διαρκεῖς ἀναφορές στήν Π.Δ. β) μέσῳ τῶν αὐτουσίων ἀναγνωσμάτων προφητικῶν πού ἀποκαλύπτουν τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί διδακτικῶν (Παροιμίες, σοφία Σολομῶντος. Ἰώβ κλπ). γ) μέσω τῆς ὑμνολογίας πού διαρκῶς ἀναφέρεται στίς προτυπώσεις αὐτές γιά νά φανερώσει τό δογματικό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας, νά παράσχει πνευματική ὠφέλεια καί νά τιμήσει τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους.
.           2. Συστηματική ἀνάγνωση τοῦ Ψαλτηρίου καθ΄ὅλη τή διάρκεια τῆς ἑβδομάδος συμπεριλαμβανομένης τῆς καθημερινῆς ἀναγνώσεως στό Μεσονυκτικό τοῦ 118 ψαλμοῦ καί ἄλλων ψαλμῶν, τοῦ Ἐξαψάλμου στόν Ὄρθρο καί τριῶν Ψαλμῶν στούς αἴνους, τοῦ Προοιμιακοῦ καί τοῦ Κύριε Ἐκέκραξα στόν Ἑσπερινό καί πολλῶν Ψαλμῶν στίς Ἀκολουθίες τῶν Ὡρῶν, τοῦ μικροῦ καί μεγάλου ἀποδείπνου, στήν Ἀκολουθία τῆς Θ. Μεταλήψεως κλπ. Καθ᾽ὅλο τόν ἑβδομαδιαῖο καί ἐτήσιο ἑορταστικό κύκλο.

.           3. Κατά τήν ψαλμώδηση τῶν κανόνων στόν Ὄρθρο χρησιμοποιοῦνται οἱ ἑννέα Ὠδές. Οἱ 7 ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐκ τῆς Π.Δ. Οἱ στίχοι τῶν Ὠδῶν χρησιμοποιοῦνται τόσο γιά τήν σύνθεση τοῦ περιεχομένου τῶν εἰρμῶν, πού ἀποτελοῦν τό ποιητικό καί μουσικό πρότυπο ὅλων τῶν τροπαρίων πού ἀκολουθοῦν, ὅσο καί ὡς προκαταρκτικοί στίχοι κάθε τροπαρίου.

.           4. Τό Ἀμήν καί τό Ἀλληλούϊα.

.           5.Τό ὑπό τοῦ ἱερέως λεγόμενο «Ἀγαθόν τό ἐξομολογεῖσθαι τῷ Κυρίῳ…».

.           6. Ὁ τρισάγιος ὕμνος κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ Τρισαγίου, ἀλλά καί ψαλλόμενος κατά τή Θεία Λειτουργία, καθώς καί ὁ ὕμνος «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ εἶναι παρμένα ἀπό τήν ὀπτασία τοῦ προφήτου Ἠσαΐου, ὅπως περιγράφεται στό Ἠσ. 6,3. Ἀπό ἐκεῖ εἶναι καί ἡ φράση πού λέγει ὁ ἱερεύς μετά τήν Θ. Μετάληψη «Τοῦτο ἥψατο τῶν χειλέων μου καί ἀφελεῖ τάς ἀνομίας μου καί τά ἁμαρτίας μου περικαθαριεῖ»

.           7. Τό πρῶτο καί τελευταῖο ψάλμα στήν πρωϊνή ἀκολουθία : Τό «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἠμῖν» ἀπότὀν Ψαλμό στήν ἀρχή τοῦ Ὀρθρου καί τό «εἴη τό ὄνομα Κυριου» ἀπό τόν Ἰώβ στό τέλος τῆς λειτουργίας.

.           8. Σέ πολλές εὐχές, ὅπως σέ  εὐχή τῆς Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου, ἤ τῶν Προηγιασμένων, στό Μυστἠριο τοῦ ἱεροῦ Εὐχελαίου σέ εὐχή τοῦ μ. Ἁγιασμοῦ, τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀρραβῶνος καί τοῦ Γάμου, στή νεκρώσιμη ἀκολουθία γίνεται μνεία τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων τῶν δικαίων  τῆς Π. Διαθήκης.

.          Πηγή λοιπόν γιά τήν ὀρθόδοξη βιωτή καί τό ἦθος, τήν πίστη καί τήν προσευχή τῆς ἐκκλησίας ἡ Π.Δ. Πηγή ἐμπνεύσεως στήν ὑμνολογία, πού εἶναι διαποτισμένη ἀπό τίς εἰκόνες, τούς λόγους, τή διδαχή τῆς Παλαιᾶς διαθήκης. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/03/28/παλαιοδιαθηκικά-στοιχεῖα-τῆς-ὀρθοδ2/

ΠΗΓΗ: .orthros.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» (Εἰσαγωγή)

Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου
Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Χρυσοποδαριτίσσης

 «Ἡ Μυστικὴ Ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας»

Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 2011 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

.       «Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας δὲν ἀποτελεῖ παρωνυχίδα, ἀλλ’ ἐκφράζει τὴν θεολογία τῆς λατρείας καὶ τὴν οὐσία τῆς ὅλης πνευματικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς»[1]. Ὅμως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, τὸ θέμα αὐτό, ὡς λέγεται, «θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ στασιαζόμενα»[2]. Κατὰ συνέπειαν, δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, εἰς τὴν ἐποχήν μας ἡ θεολογία τῆς λατρείας διέρχεται μίαν κρίσιν, τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα αὐτῆς νὰ ἐκφρασθῇ.
.       Τὸ ὅλον θέμα προβάλλει ἰδιαιτέρως ἀνησυχητικόν, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατ’ αὐτάς, γίνονται πολλαὶ καὶ ποικίλαι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλά, ἐνῶ τὸ θέμα ἔχει προσλάβει εὐρείας διαστάσεις, ἀπουσιάζουν ἀντίστοιχοι συστηματικαὶ μελέται[3]. Βεβαίως, «τὸ ἁγιοπνευματικὸ κριτήριο τῶν ἀληθινὰ ἀγωνιζομένων Ὀρθοδόξων διαθέτει τὴν ἱκανότητα τῆς ὀρθῆς τοποθετήσεως σὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου, ἑπομένως καὶ στὸ ζήτημα τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν»[4].
.         Ὅμως, ποῖοι εἶναι ἀγωνιστικώτεροι τῶν Ἁγίων, τῶν «θεηγόρων» αὐτῶν ὁπλιτῶν τῆς «παρατάξεως Κυρίου»; Ποῖοι εἶναι πειστικώτεροι μάρτυρες καὶ τελειώτεροι κήρυκες, δυνάμενοι «ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως» νὰ ὑπηρετήσουν τὴν χειραγωγίαν τῶν σημερινῶν χριστιανῶν πρὸς ὀρθὴν κατανόησιν καὶ ἀσφαλῆ ἐπίλυσιν τοῦ ἀναφυέντος διλήμματος, ἂν ὄχι οἱ Ἅγιοι;
.      Σπεύδω, λοιπόν, νὰ ἐρευνήσω τὸν τρόπον τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ὑπηρετῶ ταπεινῶς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ διαπραγμάτευσίς μου δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν μέθοδον τοῦ ἐλευθέρου ἐρευνητικοῦ συλλογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα εἶναι θεολογικὸν – μυσταγωγικὸν καί, ὡς ἐκ τούτου ἀπαιτεῖ θεοφόρον καθοδηγητήν, ἐμπνευσμένον ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁποὺ «ἀνακρίνει πάντα, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ … ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ φρονήσει (καὶ) ἐν παντὶ λόγῳ καὶ πάσῃ γνώσει…».
.       Ἐξ ἄλλου, ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ εἴμεθα «τῆς ἐξουσίας ἄμοιροι … τῆς λέγειν ἅπερ βουλόμεθα…». Ἔχω πεισθῆ ὅτι ἡ ἀδέσμευτος, δῆθεν ἀντικειμενικὴ κριτικὴ καὶ ἡ ἀπροκατάληπτος διαλεκτικὴ – συλλογιστικὴ διερεύνησις τῶν ἱερῶν τῆς πίστεως εἶναι ἕνα κατασκεύασμα «σαθρόν τε καὶ ὕποπτον εἰς ἀπόδειξιν ἀληθείας», ἐφ’ ὅσον, ὡς γνωστόν, «ἡ διαλεκτικὴ περιέργεια ἴσην ἐφ’ ἑκάτερα τὴν ἰσχὺν ἔχει, πρός τε τὴν τῆς ἀληθείας ἀνατροπὴν καὶ πρὸς τὴν τοῦ ψεύδους κατηγορίαν…»[5].
.      Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διὰ τοῦ ιθ΄ κανόνος αὐτῆς, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, συνιστᾷ τὴν Πατερικὴν διδασκαλίαν ὡς μοναδικὸν καταφύγιον πρὸς αὐθεντικὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναφυομένων προβλημάτων.
.       Οἱ Πατέρες, ὁποὺ ἔγραψαν διὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, δὲν ὑπῆρξαν ἁπλῶς καλοὶ γνῶσται τῆς ἱστορίας της, ἀλλ’ ἦσαν ἐκφρασταὶ τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς χριστιανικῆς λατρείας. Ἔτσι, ἠμποροῦσαν, μετὰ πάροδον αἰώνων, νὰ διερμηνεύσουν αὐθεντικῶς τὸ τελετουργικὸν τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ἢ τὴν σκιαγραφίαν, ὑπὸ τῶν ἁγίων Κυρίλλου Ἱεροσολύμων καὶ Ἰουστίνου τοῦ μάρτυρος, τῆς θείας Λειτουργίας.
.       Εἰς τὸν κριτικὸν ὀφθαλμὸν τῆς συγχρόνου θύραθεν ἐπιστήμης, ὅπου ὁ θετικισμὸς ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ ἐνδεδειγμένη μεθοδολογικὴ ἀρχή, μία διαπραγμάτευσις ἑνὸς θέματος ὑπὸ τὴν προοπτικήν, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς Πατερικῆς σκέψεως, ἴσως νὰ φαίνεται παρωχημένη. Ὅμως, ὅ,τι ἰσχύει διὰ τὴν φυσικὴν ἐπιστήμην, ἐπ’ οὐδενὶ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὸν βαθμὸν ὁποὺ παραμένομεν πιστοί.
.      Κατὰ τὴν γνωστὴν πεποίθησιν τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ἡ ἀποκάλυψις τῆς παρεδόθη ἐξ ἀρχῆς ἀκεραία, ἐνῶ πᾶσα μεταγενεστέρα διατύπωσις εἶναι διασάφησις καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εὐρυτέρα ἔκφρασις τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς ἀρχικῆς διδασκαλίας καὶ ἀντιλήψεως· ἀπολύτως, ὅμως, ἀναγκαία πρὸς περιφρούρησιν αὐτῆς ἐκ τῆς παρανοήσεως καὶ παρερμηνείας.
.      Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ θεία Λειτουργία, «αἰώνιον καὶ περίλαμπρον μνημεῖον τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς εὐσεβείας καὶ θρησκευτικότητος, καὶ παραστατικὴ ἔκφρασις τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας»[6], ἑρμηνευομένη, σχολιαζομένη, ὑπομνηματιζομένη ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀρχικὴ ἱεροτελεστία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, περιφρουρημένη ἀπὸ τὰς ὑπερβολὰς τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τοῦ κληρικαλισμοῦ, τῆς ἐθιμοτυπικῆς ἢ κοινωνικῆς ἐκδηλώσεως.
.       Ἡ ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἐπισκόπησις τῆς θείας Λειτουργίας καὶ ἡ μετ’ αὐτῆς συνυφασμένη καὶ παραδεδομένη λειτουργικὴ τάξις, εἰς τὴν πανορθόδοξον συνείδησιν αἰώνων, ἀντιπροσωπεύει τὴν ὁριστικὴν ἀνάπτυξίν της, τὴν ἐπίτευξιν τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς πληρότητος καὶ ὁλοκληρώσεώς της[7].
.         Ἐφ’ ὅσον, «κατὰ τὴν ὀρθὴν λειτουργιολογικὴν μέθοδον, πρὸς κατανόησιν τῆς ἱστορίας τῆς Λειτουργίας πρέπει τις νὰ ἀφορμᾶται ἐκ μεταγενεστέρων μνημείων καὶ ἐκεῖθεν νὰ ἀνέρχηται βαθμηδὸν ἀναδρομικῶς εἰς τὰς παλαιοτέρας πηγάς, αἵτινες σὺν τῇ ἀναβάσει γίνονται πενιχρότεραι»[8], διὰ τοῦτο καὶ ἡ παροῦσα μελέτη[9] ἄρχεται ἀπὸ τῆς συγχρόνου ἐποχῆς διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἑσπέραν τῆς παραδόσεως «τῶν καθ’ ἡμᾶς φρικτῶν μυστηρίων».
.        Ἔτσι, παρέχεται ἡ δυνατότης διαπιστώσεως τῆς πιστότητος τῶν μεταγενεστέρων πρὸς τοὺς προγενεστέρους, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν παραδεδομένην λειτουργικὴν τάξιν, ὡς γνησίαν ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς λατρείας τῆς ἀρχεγόνου Ἐκκλησίας.

Νικόδημος
ἀρχιμανδρίτης τῆς Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης


[1]. Γ. Φίλια, «Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν», Θεολογία 74/1, 114.

[2]. Π. Σκαλτσῆ, «Περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν», Θεολογία 80/3, 71.

[3]. Πρβλ. Γ. Φίλια, Τρόπος ἀναγνώσεως εὐχῶν, σ. 71.

[4]. Γ. Φίλια, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, σ. 16.

[5]. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, κγ΄ (ΒΕΠΕΣ 68, 334).

[6]. Πρβλ. Ἰω. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα, τ. I, σ. 285.

[7]. Ἔχων πεποίθησιν, ὅτι ἡ Πατερικὴ γραμματεία ἀποτελεῖ τὴν βασικὴν προϋπόθεσιν ἐρεύνης τοῦ προκειμένου ζητήματος, σπανίως ἀναφέρομαι —ὡς θὰ διαπιστώσῃ ὁ ἀναγνώστης— εἰς τὴν χειρόγραφον (ἢ ἔντυπον) εὐχολογιακὴν παράδοσιν, διότι:

α΄) Τὸ ὅλον θέμα, ὡς προελέχθη, εἶναι θεολογικὸν καί, κατὰ συν­έπειαν, ἡ ἀπάντησις ἀναμένεται ὑπὸ τῶν θεοφόρων θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τῶν ἁγίων Πατέρων, καὶ ὄχι ὑπὸ τῶν διαφόρων ἀντιγραφέων (ἢ ἐπιμελητῶν καὶ τυπογράφων) τῶν ἱερατικῶν δέλτων,

β΄) Λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἐπιστημονικῶς ἀναγκαίας κωδικολογικῆς προεργασίας, δὲν ἔχει καταστῆ ἐφικτὴ ἡ συγκριτικὴ ἀξιολόγησις τοῦ συνόλου τῶν χειρογράφων Εὐχολογίων καί, κατ’ ἐπέκτασιν, δὲν ὑπάρχουν αὐστηρῶς καθωρισμένα κριτήρια ἀντιπροσωπευτικῆς ἐπιλογῆς των πρὸς μελέτην. Συνεπῶς, δὲν πληροῦνται εἰσέτι αἱ προϋποθέσεις ἐκπονήσεως μελετῶν, ὁποὺ θὰ ἐξετάζουν μὲ τὴν αὐστηροτέραν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν τὰ σχετικὰ δεδομένα, παρέχοντας ἀκολούθως συμπεράσματα ἀκλόνητα,

γ΄) Οἱ κατὰ καιροὺς ἀναφερθέντες εἰς τὴν μαρτυρίαν τῶν χειρογράφων εὐχολογίων ἐρευνηταὶ (π.χ. R. Bornert, Δ. Μωραΐτης, R. Taft, κ.ἄ) ὁμολογοῦν ὅτι τὰ ἐν λόγῳ χειρόγραφα ἐπιβεβαιώνουν τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν εὐχῶν.

[8]. Π. Μπρατσιώτου, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου, σ. 52, σημ. 2.

[9]. Ἡ παροῦσα μελέτη, ἐκδιδομένη τῇ εὐγενῇ χορηγίᾳ τῆς εὐσεβοῦς κυρίας Σταματίας Χρυσοφάκη, ἀποτελεῖ ἀνασύνθεσιν παλαιοτέρων συναφῶν ἄρθρων τοῦ γράφοντος. 

, , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ ΤΗΣ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ» (νέα ἔκδοση)

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου
Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μονῆς Χρυσοποδαριτίσσης

 «Ἡ Μυστικὴ Ἀνάγνωσις τῶν Εὐχῶν τῆς Θείας Λειτουργίας»

Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 2011 

.        «Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας δὲν ἀποτελεῖ παρωνυχίδα, ἀλλ’ ἐκφράζει τὴν θεολογία τῆς λατρείας καὶ τὴν οὐσία τῆς ὅλης πνευματικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς». Ὅμως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, τὸ θέμα αὐτό, ὡς λέγεται, «θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ στασιαζόμενα». Κατὰ συνέπειαν, δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, εἰς τὴν ἐποχήν μας ἡ θεολογία τῆς λατρείας διέρχεται μίαν κρίσιν, τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα αὐτῆς νὰ ἐκφρασθῇ.
.       Τὸ ὅλον θέμα προβάλλει ἰδιαιτέρως ἀνησυχητικόν, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατ’ αὐτάς, γίνονται πολλαὶ καὶ ποικίλαι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλά, ἐνῶ τὸ θέμα ἔχει προσλάβει εὐρείας διαστάσεις, ἀπουσιάζουν ἀντίστοιχοι συστηματικαὶ μελέται»
.        Ἡ παροῦσα διεξοδικὴ καὶ θεολογικῶς τεκμηριωμένη μελέτη, καρπὸς πολυετοῦς ἐρεύνης ἔρχεται νὰ παρουσιάσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ συμφωνία ἐπὶ τοῦ θέματος, οὕτως ὥστε νὰ καταρριφθοῦν οἱ σχετικοὶ μῦθοι καὶ οἱ ἀθεμελίωτες ἐπινοήσεις.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΗ Β´ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΟΛΟΓΙΚΗ «ΔΙΑΘΛΑΣΗ» (Ἀνάγκη ἐμμονῆς στὴν παράδοση τοῦ “ἀπορρήτου” τῶν Εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας)

.      ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ σύγχρονη νοοτροπία τῆς «διαθλάσεως» τῶν πραγμάτων ἔχει πλήξει ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὴν θεολογία. [Μήπως δὲν εἶναι «συνταγματικὴ ΔΙΑΘΛΑΣΗ» αὐτὸ ποὺ ἐπεβλήθη πρὸ ἡμερῶν στὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ ΤΡΟΠΟΣ μὲ τὸν ὁποῖο ἐπεβλήθη;]  Παραμορφωτικοὶ φακοὶ λοιπὸν χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν «ἀνάγνωση» τῶν Πηγῶν καὶ τὴν «ἔρευνα» τῆς …Παραδόσεως. Ἀποτέλεσμα ἡ παραμόρφωση τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.      Εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη νησίδες πνευματικῆς καὶ θεολογικῆς σοβαρότητος, ὥστε νὰ μελετῶνται μερικὰ θέματα καὶ νὰ χαρίζονται στὴν Ἐκκλησία πολύτιμες μελέτες.

Βλ. σχετ.:
.       1.
 https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/,
.      2
https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/20/ἐξηγήσεις-περὶ-μυστικῆς-λατρείας/

(Ἀξιότιμε κ. Διευθυντά,)

.         Δίχως νὰ προτίθεμαι νὰ καταχρασθῶ τὴν φιλοξενίαν τοῦ «Ἐφημερίου», ζητῶ τὴν ἀνοχήν σας ὅπως δευτερολογήσω ἅπαξ, μετὰ τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς συντομίας, διὰ νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου ἔναντι τοῦ σεβαστοῦ καὶ διακεκριμένου συνομιλητοῦ μου, Καθηγητοῦ κ. Παναγιώτου Σκαλτσῆ, τὸν ὁποῖον εὐχαριστῶ εἰλικρινῶς, διότι ἐδέχθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἀντιρρήσεις μου.
.         Ἡ διατύπωσίς μου θὰ εἶναι σχολαστική, ὄχι ἐπειδὴ ὑπερεκτιμῶ τὸν σχολαστικισμόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησίς μας ἀφορᾶ εἰς τὴν λειτουργικὴν στοιχείωσιν, ἡ ὁποία μόνον σχολαστικῶς προσεγγίζεται. Ἡ προσέγγισις δὲ αὐτή –συνήθης καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς Οἰκουμενικὰς Συνόδους– εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις πρὸς ἀποφυγὴν ἐνδεχομένης ἑρμηνευτικῆς αὐθαιρεσίας, κατὰ τὴν μετασχολαστικὴν ἀνάπτυξιν τῆς λειτουργικῆς θεολογίας.

.         α´) Καίτοι τὸ θέμα μας δὲν εἶναι ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς Ἰ. Φουντούλης ἀλλὰ αἱ εὐχαί, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ὅτι οὐδεμία πρόθεσις διαστρεβλώσεως τῆς λειτουργικῆς σκέψεως τοῦ Καθηγητοῦ ἐνυπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον μου. Μελετῶν κανείς, ἐν τῷ συνόλῳ του, τὸ ἐπίμαχον παράθεμά του εὐκόλως διαπιστώνει ὅτι ὁ Καθηγητὴς δὲν περιορίζεται εἰς μίαν «ἱστορικὴ καταγραφή», ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς μίαν θεολογικὴν καὶ πνευματικὴν ἀξιολόγησιν τῶν προϋποθέσεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ σύγχρονος ἀπαίτησις τῆς εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν1. Ἐὰν ἡ ἀξιολόγησις αὐτὴ θεωρῆται ἀσύμβατος πρὸς ἄλλας ἀπόψεις του, προγενεστέρας ἢ μεταγενεστέρας, τοῦτο ὑποδηλώνει μᾶλλον μίαν ἰδικήν του ἀνακολουθίαν, ὀφειλομένην ὄχι βεβαίως εἰς ἔλλειμμα γνώσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν προσπάθειάν του νὰ συγκεράσῃ «οἰκονομικῶς» τὸ λειτουργικὸν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς κατὰ τὸ «νέον πνεῦμα» τοῦ συγχρόνου κόσμου ἐπιχειρουμένης λειτουργικῆς μεταρρυθμίσεως.

.         β´) Τὸ κατὰ πόσον θὰ ἦταν «ἀδιανόητο» νὰ ἀναγινώσκεται ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς μυστικῶς κατὰ τὸν Δ´ αἰῶνα, δὲν κρίνεται βάσει ὑποκειμενικῶν θεολογικῶν στοχασμῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς «δεκαπέντε αἰῶνας μυστικῆς ἀναγνώσεως τῆς Ἀναφορᾶς»2, κατὰ τοὺς ὁποίους οὐδὲν τὸ «ἀδιανόητον» ἐπεσήμανε ἡ Ἐκκλησία.

.         γ´) Τὸ «κοινόν», ἀπὸ τοῦ ὁποίου κρύπτει ὁ ἅγιος Μάξιμος τὴν εὐχὴν τῆς Ἀναφορᾶς, δὲν περιορίζεται εἰς μόνους τοὺς ἀπίστους καὶ κατηχουμένουςοἱ ὁποῖοι ἔχοντες οτως ἢ ἄλλως ἐξέλθει τοῦ ναοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦσαν ἡ αἰτία τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν– ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει ἔν τινι μέτρῳ καὶ τὰς ἐκτὸς τοῦ ἱεροῦ βήματος ἱσταμένας τάξεις τῶν πιστῶν. Ἄλλωστε, ἀποδέκται τῆς ἀποσιωπώσης τὰ «ἀπόρρητα» «Μυσταγωγίας» δὲν ἦσαν οἱ ἀμύητοι, ἀλλὰ οἱ μοναχοί3. Ὅπως παρατηρεῖ δὲ καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, «οἱ τὰ περὶ τὰς Ἐκκλησίας ἐξ ἀρχῆς διαθεσμοθετήσαντες Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες, ἐν τῷ κεκρυμμένῳ κα ἀφθέγκτῳ τὸ σεμνὸν τοῖς μυστηρίοις ἐφύλασσον. Οὐδὲ γὰρ λως μυστήριον, τὸ εἰς τὴν δημώδη καὶ εἰκαίαν ἀκοὴν ἔκφορον». Πρότυπον δὲ τῆς ἀποστολικῆς αὐτῆς θεσμοθετήσεως τοῦ «ἀθεάτου» καὶ «ἀνηκούστου» –ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται καὶ εἰς «τὰ τῆς ἐπικλήσεως ρήματα»– ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον, τὸ παράδειγμα τῆς ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως σοφῶς θεσμοθετηθείσης ἀποκρύψεως τῶν τελουμένων κατὰ τὴν Λατρείαν, ὄχι μόνον ἔναντι τῶν βεβήλων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τοῦ πιστοῦ λαοῦ, κατ’ ἀναλογίαν τῶν τάξεων τῆς θεόθεν καθωρισμένης ἱεραρχήσεώς του4. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ἐμφαίνει ἐναργέστερα ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης5, ὁ ὁποῖος διευκρινίζει ὅτι ἡ τέλεσις τοῦ μυστηρίου διαφυλάσσεται «κεκρυμμένη» καὶ «ἄφθεγκτος» καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν πιστὸν «ἱερὸν λαὸν» τοῦ Κυρίου, ἔτι δὲ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη «τάξεως πασῶν ὑψηλοτέρας»· ἐξ οὗ καὶ ἐλέγχει τὸν μοναχὸν Δημόφιλον ὅτι, ἐνῷ «οὔτε εἶδεν οὔτε ἤκουσεν οὔτε ἔχει τι τῶν προσηκόντων τοῖς ἱερεῦσιν», ἀπετόλμησε νὰ εἰσέλθῃ «ἐπὶ τὰ ἔσω τῶν θείων παραπετασμάτων», (ὅπου μόνοι «οἱ περὶ τὸ θεῖον … ἑστηκότες θυσιαστήριον ὁρῶσι καὶ ἀκούουσι τὰ θεῖα τηλαυγῶς αὐτοῖς ἀνακαλυπτόμενα»), μὲ ἀποτέλεσμα «ἐκπομπευθῆναι τὰ ἅγια»6.

.         δ´) Δὲν ἠμπορῶ νὰ συμμερισθῶ ὅτι «τὸ κείμενο (Νεαρὰ) τοῦ Ἰουστινιανοῦ πολὺ σοφὰ … χαρακτηρίζεται ρωμαλέο», διότι: 1) Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς του ἕως σήμερον, ἂν καὶ συνεκροτήθησαν τόσες Σύνοδοι, «οὐδεὶς ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ σημασίαν» εἰς τὴν προβληματικὴν τοῦ Ἰουστινιανοῦ7, 2) «Μόνον προσωρινὸν ἀποτέλεσμα εἶχεν, ἐὰν εἶχεν»8, 3) Ἡ θεολογικὴ θεμελίωσίς του περιορίζεται εἰς τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ἀσχέτου χωρίου: Α´ Κορ. ιδ´ 16-17, δηλαδὴ εἰς μίαν ἁπλῆν ἐκφορὰν «ἀναλογικοῦ» συλλογισμοῦ, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ τὸ «ἀσθενέστερο ὡς πρὸς τὸν βαθμὸ πιθανότητος εἶδος ἀτελοῦς ἐπαγωγῆς», καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχει μόνον πιθανολογικὴν ἰσχύν9. Ἐρείδεται, ἐν ὀλίγοις, ἡ Νεαρὰ εἰς μίαν πιθανολογίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐγκυρότητα ἑνὸς ἀποδεικτικοῦ ἐπιχειρήματος, ἐλλείψει, προφανῶς, ἰσχυρῶν πατερικῶν ἐρεισμάτων, καὶ 4) Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, διὰ θαυμαστῶν σημείων, ἀκύρωσεν εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν Νεαράν10.

.         ε´) Συμφωνῶ ὅτι «ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης … συνδέει τὴ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴ θεία Εὐχαριστία μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν», ἀλλὰ ποίων εὐχῶν; Ὁ Ἅγιος ὁρίζει εὐκρινῶς ποίας εὐχὰς ἐννοεῖ: «τὸν Ἀρχιερέα ὁποὺ λέγει … “Εἰρήνη ὑμῖν” … τὸν Ἱερέα ὁποὺ λέγει, “Εἰρήνη πᾶσι” … τὸν διάκονον ὁποὺ αἰτεῖ νὰ μᾶς δοθῇ ἄγγελος εἰρήνης»11. Καί, βεβαίως, δὲν ἐννοεῖ τὰς τελεστικὰς εὐχάς, αἱ ὁποῖαι «ἀείποτε μυστικῶς καὶ οὐχὶ ἐκφώνως» ἀναγινώσκονται12.

.         ς ´) Οἱ Βυζαντινοὶ ὑπομνηματισταὶ διὰ τοῦ «μυστικῶς» ἐννοοῦν σαφῶς τὴν μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωσιν τῶν ἱερῶν εὐχῶν, κάτι ποὺ ἀντελήφθησαν ἅπαντες οἱ νεώτεροι μεταφρασταὶ τῶν ἱερῶν αὐτῶν κειμένων, διὸ καὶ ἀπέδωσαν τὸ «μυστικῶς» (καὶ τὸ παράλληλον τοῦ «ἡσύχως») διὰ τῶν: «secreto» (PG 154, 754A), «submissa voce» (PG 150, 399D), «σιωπηρῶς» (Π. ΧΡΗΣΤΟΥ: «Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἔργα», ΕΠΕΦ 22, σσ. 93, 133), «μὲ χαμηλὴ φωνή», «σιωπηλὰ» (Α. ΓΑΛΙΤΗΣ: «Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 61, 120), «en secret» (R. BORNET, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 166), «silencieusement», «à voix basse» (S. SALAVILLE: “Nicolas Cabasilas, Explication de la divine Liturgie”, SC 4bis, σσ. 122, 221), κ.ἄ. Οὐδεὶς ποτὲ τὸ «μυστικῶς» μετέφρασε διὰ τοῦ «μυσταγωγικῶς», διότι ἀντελαμβάνοντο ὅτι ὁ ἱερεὺς «μυσταγωγεῖται … καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια», καλῶν τὸν λαὸν διὰ τῶν ἐκφωνήσεων νὰ μεθέξῃ αὐτῆς τῆς μυσταγωγίας (PG 98, 429BC, 436D437C), οτε πάλιν διὰ τοῦ «κατανυκτικῶς», διότι ἔβλεπαν ὅτι, ὁσάκις ἐπιθυμοῦν οἱ ὑπομνηματισταὶ νὰ δηλώσουν τὴν (οὕτως ἢ ἄλλως) ὀφειλομένην κατανυκτικὴν συστολήν, γράφουν: «μυστικῶς μετ’ εὐλαβείας» (PG 155, 684CD).

.         ζ´) Τὸ «μυστικῶς» τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτουργίας δὲν μαρτυροῦν μόνον «οἱ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ἔντυπες ἐκδόσεις» ἀλλὰ καὶ τὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα εὐχολόγια τῶν Θ´, Ι´ καὶ ΙΑ´ αἰώνων, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν περίφημον Βαρβερινὸν Κώδικα13.

.         η´) Ὁ Εὐστράτιος Ἀργέντης, κάθε ἄλλο παρὰ ὑπαινισσόμενος ὅτι ἡ μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν μεταβάλλει τὴν θείαν Λειτουργίαν εἰς μίαν λατινικοῦ τύπου «ἰδιωτικὴ ὑπόθεση», διευκρινίζει σαφῶς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχὴ καθ’ ὃν χρόνον «ὁ διδάσκαλος διδάσκει, ὁ ἀναγνώστης ἀναγινώσκει, ὁ ψάλτης ψάλλει». Συνεπῶς, «ἔγκλημα ἁμαρτίας» θεωρεῖ τὸ νὰ καταφρονοῦνται «αἱ προσευχαὶ καὶ αἱ θεῖαι Γραφαὶ καὶ τὰ λοιπὰ ἀναγνώσματα … (τὰ ὁποῖα) ἐκφώνως καὶ τρανῶς ἀναγινώσκονται», καὶ ὄχι βεβαίως τὸ νὰ μὴν ἀκούωνται αἱ ἱερατικαὶ εὐχαί, τὴν μυστικὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὁποίων σταθερῶς ὑπερασπίζεται, ὡς ἐξ ἀρχῆς θεσμοθετηθεῖσαν καὶ διαχρονικῶς ἰσχύουσαν ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν14.

.         θ´) Συμφωνῶ ἀπολύτως μετὰ τοῦ σεβαστοῦ Καθηγητοῦ περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς «urbi et orbi» μεταδόσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία, χάριν μιᾶς «κοντόφθαλμης» ποιμαντικῆς οἰκονομίας, καταστρατηγεῖ ὁλόκληρον τὴν λειτουργικὴν θεολογίαν τῆς Ἐκκλησίας. Διὰ τοῦτο καὶ θεωρῶ ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην ἐμμονῆς εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ ἀπορρήτου, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἱερότητα τῶν μυστηρίων της ἀπὸ κάθε μορφῆς ἐκπόμπευσιν.

Μετὰ τιμῆς,
ἀρχιμ. Νικόδημος Μπαρούσης,
Ἱ. Μονὴ Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Τὸ πνεῦμα τῆς θείας Λατρείας», Λειτουργικὰ Θέματα, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 20-36.

2 R. TAFT, “Was the Eucharistic Anaphora Recited Secretly or Aloud? The Ancient Tradition and What Became of It”, Worship Traditions in Armenia and the Neighboring Christian East, [Avant Series 3], Crestwood, New York, 2006, σ. 56, σημ. 141, (παρ’ ὅτι δὲν εἶναι καὶ θιασώτης τοῦ «μυστικῶς»).

3. R. BORNET, Les commentaires byzantins de la divine liturgie, [Archives de l’ Orient Chretien 9], éd. Institut Français d’ Études Byzantines, Paris 1966, σ. 101.

4. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κζ´ (ΒΕΠΕΣ 52, 287-288).

5. Πρβλ. Ἁγίου ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Β´ 1 (PG 3, 392C).

6. Ἁγίου ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Ἐπιστολὴ Η´, 1 (PG 3, 1089A). Πρβλ. Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Δ´ 3, 2, όπου σαφῶς δηλώνεται ὅτι καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καθαγιασμὸς τοῦ Μύρου, κρύπτεται ἀπὸ τοὺς πιστούς (PG 3, 476BC).

7. TAFT, ένθ’ ἀνωτ., σσ. 39, 45, 56 (σημ. 141). 8 ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, ένθ’ ανωτ., σ. 26. 9 Πρβλ. ΕΥ. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ, Λογική, ἐκδ. «Νόηση», Ἀθήνα 2008, σ. 198-199 || Θ. ΒΟΡΕΑ, Λογική, ἐκδ. ΟΕΔΒ, Ἀθῆναι 1972, τ. Α´, σ. 162-163.

10. PG 87, 2869-2871. Πρβλ. Γ. ΦΙΛΙΑΣ, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στὴ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθήνα 1997, σ. 57.

11. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. «Β.

Ρηγοπούλου», Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 311-312.

12. Ἁγίου ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1976, σ. 645.

13. BORNET, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 166 || TAFT, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 44 || Δ. ΜΩΡΑΪΤΗΣ, Ἐπίτομος Λειτουργική, μέρος Α´, Γενικόν, Ἀθῆναι 1966, σ. 54.

14. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΑΡΓΕΝΤΗ, Σύνταγμα κατὰ ἀζύμων, ἐν Ναυπλίῳ1845, σσ. 78-79, 82, 87-88, 92, 98, 115, 126-127, 132, 135, 163, 164.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ἐφημέριος», Σεπτέμβριος 2011
Διαδίκτυο: alopsis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ «ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»:Παρ᾽ ὅτι ἡ κατωτέρω ἀκαδημαϊκὴ ἐπιστολὴ (πρὸς τὸ περιοδικὸ «Ἐφημέριος) ἐπιδιώκει καλοπροαίρετα νὰ ἀπαντήσει στοὺς θεμελιωμένους ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Μπαρούση (ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»:  βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/.), ἐν τούτοις τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι νὰ ἀραδιάσει τοὺς γνωστοὺς καλοὺς μὲν «στοχασμοὺς» περὶ τῆς ἐκφώνου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας, δυστυχῶς δὲ μόνον στοχασμοὺς καὶ εὐσεβεῖς ἰδέες καὶ ὄχι ἱστορικοθεολογικὲς «ἀποδείξεις».

 (Κύριε Διευθυντά),

.        Στὶς πολὺ φιλόξενες καὶ ἐποικoδoμητικὲς ἀναντίρρητα γιὰ τοὺς ἱερεῖς σελίδες τοῦ «Ἐφηµερίου» καὶ συγκεκριμένα στὸ τεῦχος τοῦ Φεβρουαρίου 2011 εἶχα παρoυσιάσει τὶς θέσεις τοῦ μακαριστoῦ καθηγητοῦ καὶ λειτoυργιoλόγου τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννου Φουντούλη περὶ μυστικῆς Λατρείας. Τὶς ἀντιρρήσεις του γιὰ τὸ κείμενο αὐτὸ ἐξέφρασε μὲ ἐπιστoλή του, ποὺ δημoσιεύθηκε στὸ τεῦχος τοῦ μηνὸς Μαΐου (ΣΗΜ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»:  βλ. σχετ.: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/19/λειτουργιολογικὲς-ἀστοχίες-ἄρθρου/., ὁ κατὰ πάντα σεβαστὸς λόγιος ἱερομόναχος π. Νικόδημoς Μπαρούσης.
.        Ἐπειδὴ ὁ π. Νικόδημoς μοῦ χρεώνει κάποιες «ἀνακρίβειες» ὅσον ἀφορᾶ στὶς περὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ἐπιστημoνικὲς κρίσεις καὶ τoπoθετήσεις τοῦ Ἰωάννου Φουντούλη, ὀφείλω, διαλεγόμενoς ἐν ἀγάπῃ, νὰ δώσω ὁρισμένες ἐξηγήσεις ὄχι γιὰ νὰ πείσω τὸν συνoμιλητή μου, ἀλλὰ γιὰ νὰ διασκεδάσω τὶς «λανθασμένες ἀντιλήψεις» ποὺ μοῦ ἀποδίδονται, τοὺς ὅποιους λoγισμoὺς περὶ παραπλάνησης τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ «Ἐφημερίου», καὶ κυρίως γιὰ νὰ μὴν ἀδικεῖται, ἔμμεσα ἔστω, ὡς «ἀνακριβὴς» ὁ δάσκαλός μου.

.        α) Τὰ ὅσα μὲ ἐπιστημoνικὴ εὐθύνη καὶ πολὺ σεβασμὸ στὴν παράδοση ἔχει διατυπώσει ὁ Ἰωάννης Φουντούλης περὶ μυστικῆς Λατρείας εἶναι καταγεγραμμένα στὰ λειτoυργικά του ἔργα. Ἑπομένως ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενoς μπορεῖ νὰ καταφύγει ἐκεῖ καὶ νὰ βγάλει μόνος τὰ συμπεράσματά του. Ἀρκεῖ νὰ μὴν ἀκρωτηριάζει τὰ γραφόμενα. Φτάνει νὰ μὴν «τραβᾶ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ» τὴν λειτoυργική του σκέψη.
.       Πρoσωπικά, μαθητεύοντας οὐκ ὀλίγα χρόνια τόσο στὸν πρoφoρικό, ὅσο καὶ στὸν γραπτό του λόγο, διαπίστωσα τὴν μὲ ἱστoρικές, θεoλoγικὲς καὶ πoιμαντικὲς πρoϋπoθέσεις πρoσέγγιση τῶν ποικίλων περὶ τὴν θεία Λατρεία ζητημάτων, ἄρα καὶ περὶ τοῦ τρόπου ἀπόδοσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας, τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῶν ἄλλων μυστηρίων. Στὴ βάση αὐτῶν τῶν προϋποθέσεων καὶ μὲ τὴν βoήθεια τῶν πηγῶν ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς ἐρευνᾶ, ἀξιολογεῖ, διαπιστώνει, κρίνει καὶ πρoτείνει τὴν τήρηση τῆς τάξης στὰ λειτoυργικὰ δρώμενα, τὴν εὐπρέπεια στὸν ναὸ καὶ τὴν συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὰ τελούμενα.
.        Ὅπως δὲ ὅλα στὴν θεία Λατρεία, ἔτσι καὶ τὰ ἀφορῶντα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων καὶ μάλιστα τῆς θείας Λειτoυργίας ἔχουν ἱστoρικὴ ἀφετηρία, θεoλoγικὸ ἐνδιαφέρoν, ἐξελικτικὴ δυναμικὴ καὶ ποιμαντικὴ διάσταση. Δὲν μποροῦμε π .χ. νὰ ἀγνοήσουμε –θὰ ἤμασταν ἀνιστόρητοι, ἂν τὸ κάναμε– ὅτι τὸν 4ο αἰ., ποὺ ἄρχισε ἡ καταγραφὴ τῶν λειτoυργικῶν κειμένων, ἡ θεία Λειτoυργία ἀπαρτιζόταν ἀπὸ ἐλάχιστες εὐχὲς μὲ δεσπόζουσα αὐτὴν τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἦταν ἀδιανόητo, καθ᾽ ὅσον συνιστoῦσε αἰτία σχίσματος τοῦ ἐκκλησιαστικoῦ σώματος, νὰ μὴ διαβάζεται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδεχόμενος τὰ ὅσα ἄκουγε ἀπαντοῦσε μὲ τὸ Ἀμήν. Σιγὰ-σιγὰ προστίθενται καὶ οἱ ἄλλες εὐχὲς (τῶν ἀντιφώνων π.χ. μᾶς εἶναι γνωστὲς ἀπὸ τὸν 8ο αἰ.), διαμoρφώνoνται νέα δεδομένα μὲ τὴν περὶ ἀπόκρυψης τῶν μυστηρίων διδασκαλία ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀμυήτων καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας εὑρισκoμένων (3ο-5ο αἰ.), ἀναπτύσσεται ἡ περὶ τὴν ἐπίκληση θεολογία, καὶ ὅπως ἤδη ἐπισημάναμε στὸ σχετικὸ μὲ τὸν Ἰωάννη Φουντούλη κείμενό μας, τότε εἰσήχθη γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὅρος “μυστικὸς” στὴν θεία Εὐχαριστία, τὸν ὁποῖον εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἑρμηνεύσουμε στὶς σωστὲς ἱστoρικές, θεoλoγικὲς καὶ πoιμαντικὲς διαστάσεις.
.        Μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ περὶ μυστικῆς ἐπίκλησης κυρίως καὶ εὐρύτερα μυστικῆς θείας Λειτoυργίας κλίμα ἐντάσσεται καὶ τὸ «μὴ κατὰ τὸ σεσιωπημένoν, ἀλλὰ μετὰ φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τὴν θείαν πρoσκoμιδὴν καὶ τὴν ἐπὶ τῷ ἁγίῳ βαπτίσματι προσευχὴν» κείμενο (Νεαρά) τοῦ Ἰoυστινιανoῦ, τὸ ὁποῖο πολὺ σοφὰ ὁ Ἰωάννης Φουντούλης χαρακτηρίζει «ρωμαλέο». Καὶ εἶναι σημαντικὴ ἡ παρέμβαση αὐτὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ καὶ ποιητὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καὶ ὡς ἅγιος μνημονεύεται σὲ λειτoυργικὰ τυπικά. Ὁ Ἰoυστινιανός ἦλθε σ᾽ ἀντίθεση μὲ τοὺς Νεστoριανoὺς ποὺ διάβαζαν τὴν Ἀναφορὰ «κατὰ τὸ σεσιωπημένoν» καὶ «κατ᾽ ἰδίαν μὲ τὸν Θεόν», ἀνέδειξε τὰ δεδομένα τῆς ἐμπνευσμένης ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λειτoυργικῆς πράξης τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμoῦ, στήριξε τὸ καθoλικὸ νόημα τῶν σὲ πληθυντικὸ ἀριθμὸ διατυπoυμένων εὐχῶν τῶν ἱερῶν μυστηρίων, μίλησε γιὰ τὴν κοινὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν, μὲ τρόπο προφανῶς ἤρεμο, διαμόρφωση κατανυκτικῶν βιωμάτων στὶς ψυχὲς τῶν ἀκουόντων. Ποῦ λοιπὸν τὸ λάθος του;
.        Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὅτι ἡ παρέμβαση αὐτὴ τοῦ βυζαντινoῦ αὐτοκράτορα «μόνον προσωρινὸν ἀποτέλεσμα εἶχεν, ἐὰν εἶχεν», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὡς ἱστoρικὸς τῆς Λατρείας καταγράφει μίαν ἐξέλιξη καὶ μία πραγματικότητα ποὺ κατὰ ἐποχὲς ἑρμηνεύθηκε μὲ διαφόρoυς τρόπους καὶ μέχρι σήμερα δημιουργεῖ ἐνδιαφέρoυσες συζητήσεις. Ἄλλο λοιπὸν ἡ ἱστoρικὴ καταγραφὴ καὶ ἄλλο ἡ παρερμηνεία ἀπὸ τὸν π. Νικόδημo τῶν λόγων τοῦ Ἰωάννου Φουντούλη ὅτι γράφει δῆθεν «διὰ τὴν ἀπαξίωσιν τοῦ πoλιτειακoῦ αὐτοῦ νόμου ἐκ μέρους τῆς θεoλoγικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ σύγχρονη τoυλάχιστoν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔρευνα ἀπὸ ἔγκριτoυς λειτoυργιολόγους (Π. Τρεμπέλα, Ι. Φουντούλη, Γ. Φίλια) δὲν τεκμηριώνει κάτι τέτοιο. Ἀντιθέτως, στὸ κείμενο τοῦ Ἰoυστινιανοῦ ἀναζητᾶ τὰ πρότυπα μιᾶς Λατρείας μυστικῆς μέν, ἀλλὰ ὄχι ἀφώνου καὶ ἐγκλωβισμένης στὸν φόβο μήπως χάσει τὴν ἱερότητά της, ἐὰν ὁ πιστὸς καὶ συνευχόμενος κατὰ τὴν Ἴδια τὴν θεία Λειτουργία λαὸς ἀκoύσει τὰ λεγόμενα.
.        β) Ποιός, λήθεια, φόβος δικαιoλoγεται (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: ὅλη αὐτὴ ἡ παράγραφος εἶναι δομημένη πάνω σὲ ἰδεολογικοποιημένες καὶ μεταχρονολογημένες –ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἱστορικὴ πατερικὴ ἀντίληψη– καὶ τετριμμένες ἐρωτήσεις κενὲς περιεχομένου μόνο πρὸς ἀνακούφιση τοῦ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ ἀδιεξόδου ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ἔκφωνη ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν) στὴν κοινὴ λειτoυργικὴ ἐμπειρία τοῦ φωτὸς καὶ τῆς εἰρήνης ἀπὸ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν, τὴν στιγμὴ ποῦ ἀκοῦμε τὰ ἀναγνώσματα, παρὰ πάντων κατὰ τοὺς Πατέρες λέγεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὁ χερoυβικὸς ὕμνος παρ᾽ ὅτι μυστικὸς ψάλλεται μεγαλόπρεπα καὶ οἱ ἐκφωνήσεις τῶν εὐχῶν μὲ τριαδoλoγικὸ περιεχόμενo ἀκούγονται εἰς ἐπήκοον πάντων ξεκομμένες ὅμως ἀπὸ τὴν συνάφειά των; Ποιός μιλᾶ στοὺς ἀνθρώπους ἢ ἀκόμη καὶ στὸν Θεὸ μὲ διακoπὲς στὸν λόγο του; Ποιός ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ποὺ ἔγραψαν θεῖες Λειτoυργίες, ὴ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῶν «μετέπειτα αἰώνων» θὰ ἤθελε μιὰ Λειτoυργία παντομίμα (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: !!!!!) καὶ τὶς εὐχές, ποὺ μὲ σοφία καὶ κόπο συνέταξαν, νὰ προσπερνῶνται “μὲ τὸ μάτι”; Ποιό θεoλoγικ ρεισμα πάρχει (ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἀκριβῶς ἐδῶ δίδεται, μέσα στὴν έρώτηση, μιὰ προκαταβολικὴ καὶ παραπλανητικὴ ἀπάντηση ὠς λήψη τοῦ ζητουμένου, ἐνῶ τὸ ζητούμενο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ εὕρεση τοῦ θεολογικοῦ ἐρείσματος!!!, στὴν ἀναζήτηση τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα ἀπάντηση πολὺ ὀλίγα πράγματα εἰσφέρει) γιὰ τὴν ἀναξιότητα δῆθεν τῶν πιστῶν νὰ συμμερίζονται τὸν ἱερουργημένο λόγο, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή του, τῆς ὁποίας προέκταση εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, ἔσκισε τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὴν γῆ, σκήνωσε ἀνάμεσά μας καὶ μίλησε στὴν γλώσσα μας, φανέρωσε «τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια» τῆς σοφίας του, καὶ «τὰ ἀνήκουστα ἠκούσθη» κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή του; Στὴν θεία Λειτoυργία εἶναι ἀοράτως, δηλαδή, μυστικῶς παρών. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ αἴσθηση τῆς ἀκοῆς ἀδρανοποιεῖται, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα ἁπτόμεθα τῶν δώρων, γευόμεθα τῶν μυστηρίων καὶ ὁρῶμεν τὰ τελούμενα, κοινῶς συμμετέχουμε καὶ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ψυχῇ τε καὶ σώματι.
.        Καὶ γιὰ νὰ μείνουμε λίγο περισσότερo στοὺς «μετέπειτα αἰῶνες», θέτουμε τὸ ἐρώτημα· βάσει ποίων ἱστoρικῶν καὶ λειτoυργικῶν δεδομένων μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τοὺς βαπτισμένoυς χριστιανoὺς ὡς «κοινὸν» ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀκoύσει τὴν θεία Λειτoυργία; Ὅταν βεβαίως κάνει λόγο γι᾽ αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπικαλεῖται ὁ π. Νικόδημoς, ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν του τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὶς τελεστικὲς εὐχές, δηλαδὴ τὴν ἐπίκληση, ποὺ δὲν ἐπιτρεπόταν «ἐκ τοῦ κρυφίου πρὸς τὸ κοινὸν ἐξάγειν». «Κοινὸν» ἐδῶ, ὅπως καὶ στὸν ἅγιο Μάξιμο καὶ στὸν Μέγα Βασίλειο, δὲν εἶναι οἱ πιστoί, ἀλλὰ οἱ ἀμύητοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἴσχυε τότε καὶ ισχύει καὶ τώρα ἡ ἀδημοσίευτος καὶ ἀπόρρητος διδασκαλία. Γιὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο ἰδιαίτερα οἱ πιστoὶ λέγονται «ἱερὸς λαὸς» μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κατὰ τὸ βάπτισμα ἐντάσσονται στὴν τάξη τῶν δεκτῶν τοῦ ἀρχικoῦ φωτισμoῦ καὶ μὲ ὁδηγὸ τοὺς ἱερεῖς συνεχίζουν τὴν πορεία τους ὡς «πανίεροι τῶν πανιέρων ἱερουργοὶ καὶ φιλoθεάμoνες, τὴν ἁγιώτατην τελετὴν ἁγιοπρεπῶς ἐποπτεύοντες, ὑμνoῦσιν ὑμνολογίαν καθoλικὴν τὴν ἀγαθουργὸν καὶ ἀγαθoδότιν ἀρχήν, ὑφ᾽ ἧς αἱ σωτηριώδεις ἡμῖν ἀνεδείχθησαν τελεταί, τὴν ἱερὰν τῶν τελουμένων θέωσιν ἱερουργοῦσαι».
.        Ὅταν λοιπὸν ὁ ἅγιος Διονύσιος βάζει τόσο ψηλὰ τὸν πιστὸ λαὸ μὲ τὴν δυνατότητα νὰ ἔχει δύναμη θεωρίας καὶ κοινωνίας τῶν μυστηρίων, πῶς ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τὸν καταδικάσoυμε σὲ μία συμβατικὴ παρουσία στὸ ναὸ κινδυνεύoντας, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημoς ὁ Ἁγιορείτης, νὰ εἶναι μὲ τὸ σῶμα μὲν στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὸ νοῦ εἰς τὸ παζάρι; Ὅταν ὁ τελευταῖος στηριζόμενoς στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο συνδέει τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὴν θεία Εὐχαριστία μὲ τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν καὶ τῶν Ψαλμωδιῶν, ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέρχεται ὄχι μόνο στὰ μυστήρια, ἀλλὰ καὶ στὰ ἀναγινωσκόμενα καὶ ψαλλόμενα, μὲ ποιό δικαίωμα ἐμεῖς θὰ στερήσουμε ἀπὸ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ εἶναι ἐνεργὸ μέλος αὐτῆς τῆς κοινωνίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν σύναξη τῆς Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἱερουργία τῶν μυστηρίων;
.        γ) Ὄντως οἱ «μετέπειτα αἰῶνες» μᾶς προσφέρουν πλούσιο ὑλικὸ γιὰ μία σωστὴ ἱστoρικὰ καὶ θεoλoγικὰ ἀποτίμηση τῆς μυστικῆς Λατρείας καὶ τοῦ τρόπου ἀπόδοσης τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας. Σὲ κάθε περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμήσουμε τὴν σημασία ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἡ ἔλλειψη κάποια στιγμὴ τοῦ Διακόνoυ, ἡ περὶ τῆς ἐπικλήσεως θεολογία, ἡ βιασύνη ἢ ἡ ἀγραμματωσύνη παλαιότερα πολλῶν κληρικῶν, ἡ μεταγενέστερη ἐξέλιξη τοῦ τέμπλου καὶ οἱ κατὰ τὴν Τουρκοκρατία ἔντυπες ἐκδόσεις, ποὺ σ᾽ ἀντίθεση μὲ τὰ χειρόγραφα ἐπέβαλαν ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ὀπισθάμβωνo εὐχὴ τὸ «μυστικῶς», τὸ ὁποῖο δυστυχῶς ἀπὸ πολλοὺς ἑρμηνεύθηκε ὡς «ἀφώνως», μὲ ἀποτέλεσμα ἡ θεία Λειτoυργία νὰ γίνει, ὅπως παλαιότερα στὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία, ἰδιωτικὴ ὑπόθεση. «Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς -ἔγραφε τότε ὁ Εὐστράτιος Ἀργέντης ἀντιδρώντας σὲ μία τέτοια ἐξέλιξη χωρὶς ἔγκλημα ἁμαρτίας νὰ ἀφήση τὰ κοινῶς λεγόμενα καὶ νὰ εὔχεται ἢ νὰ ἀναγινώσκη κατ᾽ ἰδίαν».
.       Οἱ ὑπoμνηματιστὲς (Γερμανὸς Κωνσταντινoυπόλεως, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἱερὸς Καβάσιλας κ.α.) ἀναμφίβολα ὑπερασπίζονται τὴν μυστικὴ Λατρεία, τὴν σιγὴ καὶ τὴν θεολογία τοῦ ἀποκεκρυμμένου μυστηρίου ὅσον ἀφορᾶ στὴν θεία Λειτoυργία. Τὸ πρόβλημα ὅμως δὲν εἶναι ἂν μιλoῦν γιὰ τὸν «ὑπoψιθυρισμὸ» τῶν εὐχῶν, τὴν μὲ ὑψηλότερο ἢ χαμηλότερο τόνο τῆς φωνῆς ἀπόδοση τῶν εὐχῶν, σὰν νὰ εἶναι τὸ θέμα τεχνικό. Τὸ ζητούμενο εἶναι ἂν τὸ «μυστικῶς» τὸ συνδέουν μὲ τὴν μυσταγωγία τῆς Εὐχαριστίας, μὲ τὸ βαθύτερο καὶ ἀνερμήνευτο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστoῦ δίνοντας προτεραιότητα στὴν ἑνότητα τοῦ σώματος τῶν πιστῶν. Ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Ἰωάννης Φουντούλης πιστεύει τὸ δεύτερο· «Μυστήριο γιὰ τοὺς πιστoὺς -γράφει-, κλῆρο καὶ λαό, δὲν σημαίνει τὸ ἀπόρρητο, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ  ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου δὲν χωρεῖ». Τὸ ἄκουσμα τῶν εὐχῶν «ἡσύχως» καὶ μὲ ἠρεμία, ἀθόρυβα καὶ μὲ ἱερoπρέπεια δὲν θίγει τὴν μυστικότητα, ἀλλὰ τὴν ἀναδεικνύει, διασφαλίζει τὸ ἑνιαῖoν τοῦ λειτoυργικoῦ κειμένου καὶ βοηθᾶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ προετοιμασθεῖ, ὅπως πρέπει, γιὰ τὴν συμμετοχή του στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς.
.        Κι ἐμεῖς ὅταν γράψαμε ὅτι τὸ «μυστικῶς» τῶν εὐχῶν τῆς θείας Λειτoυργίας μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα ὅταν τὸ δοῦμε παράλληλα μὲ τὴν ἔννοια τῶν ὅρων «μυστικὸς ὕμνος», «μυστικὸν ὕδωρ», «μυστικὸν Πάσχα» κ.ἄ. δὲν τὸ κάναμε μὲ σκωπτικὸ τρόπο, ὅπως μᾶς μέμφεται ὁ π. Νικόδημoς, παίζοντας δηλαδὴ μὲ τὶς λέξεις καὶ τὰ κείμενα, ἀλλὰ γιατί πιστεύoυμε ὅτι, γιὰ νὰ μὴν αὐθαιρετοῦμε, πρέπει νὰ δοῦμε συνoλικὰ καὶ θεoλoγικὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἡ μυστικὴ εὐχὴ δὲν εἶναι κάτι μακρινὸ ἀπὸ τὴν μυστικὴ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας, τὴν τράπεζα δηλαδὴ τῆς εἰρήνης κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, καὶ τὸν τύπο τῶν μελλόντων. Ἡ μυστικὴ εὐχὴ μᾶς πρoετoιμάζει γιὰ τὴν μετοχή μας ἀπὸ τώρα στὰ μέλλοντα καὶ μᾶς κάνει κοινωνοὺς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μὲ μυστικὸ τρόπο. Αὐτὸ κάνει μὲ πληρέστερο βεβαίως τρόπο καὶ ἡ «μυστικὴ μετάληψη», ἡ ὁποία «ὥσπερ τινὰ φυσικὴν συνάφειαν ποιεῖ τὸν πιστὸν μετὰ τοῦ Χριστoῦ ἀνακιρνῶσα».

.        Σὲ κάθε περίπτωση δὲν ἀρνούμεθα ὅτι οἱ εὐχὲς εἶναι μυστικές, ὅπως καὶ οἱ κινήσεις τοῦ ἱερέα στὴν Λειτoυργία εἶναι μυστικές, δηλαδὴ εὐπρεπεῖς καὶ εἰρηνικές, ὅπως καὶ ἡ ψαλμωδία εἶναι μυστική, διότι ψάλλουμε ὄχι «βοαῖς ἀτάκτοις», ἀλλὰ ἐν εἰρήνῃ Χριστoῦ καὶ συνετῶς. Εἶναι ὄμως τoυλάχιστoν ὑπoκριτικὸ νὰ ὑπερασπιζόμαστε τὴν μυστικὴ λατρεία, ὡς μία διαδικασία ἀφωνίας καὶ μυστικoπάθειας, τὴν στιγμὴ ποὺ ἐπιτρέπoυμε ἢ ἀνεχόμαστε τὴν urbi et orbi μετάδοση τῆς Λειτoυργίας ἀπὸ τὰ κανάλια (προσωπικὰ δὲν διαφωνῶ μ᾽ αὐτὸ ἀφοῦ γίνεται γιὰ πoιμαντικoὺς λόγους) ἢ ἀφήνουμε τὰ μικρόφωνα-μεγάφωνα νὰ μετατρέπουν, ἀκόμη καὶ σὲ ἡσυχαστικὰ κέντρα, ὅπως εἶναι τὰ Moναστήρια, τὸ μυστήριο σὲ ἑστία θορύβου καὶ γεγονὸς κoσμικῆς ἐκδήλωσης.
.        Τὸ πρόβλημα πάντως δὲν λύνεται μὲ σχoλαστικὲς πρoσεγγίσεις. Oὐσιαστικὰ μαχόμεθα γιὰ ἕνα θέμα ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε, γιατί εἶναι λυμένο ἀπὸ τὴν παράδοσή μας. Ἀρκεῖ νὰ δεχθοῦμε ὅτι οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτoυργίας ὑπηρετοῦν τὸ ὅλο μυστήριο καὶ τὴν ἑνότητα καὶ οἰκοδομὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ εὐχὲς μὲ κορυφαία τὴν Ἀναφορὰ εἶναι μυστικές, διότι ἀκριβῶς δὲν ἀποδεσμεύονται ἀπὸ «τὴν τῶν μυστικῶν τελετήν». Ὁ λόγος των ἀκούγεται ἥσυχα καὶ εἰρηνικά. Ἀκουόμενες μᾶς κάνουν κοινωνοὺς τῶν ἀρρήτων, μετόχους τοῦ μυστικoῦ σώματος τοῦ Χριστoῦ. Ἀναπτερώνουν τὸν νοῦ μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἐκφράζουν ἐν λόγῳ αὐτὰ ποὺ κατὰ τὴν θυσία «ἀφανῶς ἡ χάρις ἐργάζεται».

 Μὲ τιμή,
Παναγιώτης Ἰ. Σκαλτσῆς, Ἀναπλ. Καθηγητὴς Α.Π.Θ.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ἐφημέριος», Ἰούλιος – Αὔγουστος 2011
Διαδίκτυο: alopsis.gr

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Αἱ τρεῖς θεῖαι Λειτουργίαι κατὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀθῆναι 1982, σσ.98-125.

2. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὸν Βίον Κωνσταvτίνoυ  4,45 καὶ 71, PG 20, 1196Β καὶ 1225-1227 Α.

3. Α´ Κορ. 14,16-17.

4. Λειτουργικὰ Θέματα: Α´, θεσσαλονίκη 1977, σ. 26.

5. 7,10, PG 3, 565C.

6. Βλ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Sources Chretiennes 17bis 482 (29-32) = PG 32, 188C-189AB.

7. 3, 7, PG 3, 436C· 532C.

8. Βλ. π. D. ΡΥΡΑΖΑ, Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀγαθοῦ στὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη. Διατριβὴ ἐπὶ Διδακτορίᾳ, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 284-286.

9. Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, Θεσσαλονίκη 1991,σ.311.

10. Ὁμιλία γ´, εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολήν, PG 62,29-30.

11. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ AΓΙOPEITOY, Βιβλίον ψυχωφελέστατον περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, ἐν Βόλῳ 1971, σ. 53.

12. Βλ Γ. ΦΙΛΙΑ, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στὴ Λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὰ χειρόγραφα Εὐχολόγια Η’-ΙΔ’ αἰώνων, Ἀθήνα 1977.

13. Σύvταγμα κατὰ Ἀζύμων, ἐν Λειψίᾳ τῆς Σαξωνίας, αψξ´ (176Ο, σσ. 279-280.

14. Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τόμος Ε´, σ.197.

15. Λόγος περὶ μετανοίας 9, PG 49,3 43-346.

16. PG 49, 388.

17. ΑΜΜΩΝΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ὑπομνήματα (Ἀποσπάσματα) εἰς Ἰωάννην, PG 85, 1440Β.


, , , , , , , ,

Σχολιάστε