Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΝΩΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ καὶ ΑΚΤΙΣΤΟΥ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ

.                 Ὅλα ὅσα τελοῦνται στὴ Θεία Λειτουργία, φανερώνουν τὸ Μυστήριον τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρελθόντος καὶ μέλλοντος, ἱστορίας καὶ ἐσχάτων. Ἐκκλησία, λοιπόν, εἶναι ἕνα πλέγμα συμβόλων, τύπων καὶ εἰκόνων. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία δηλώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο-ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν μετοχὴ τῆς κτίσεως στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα διὰ τῆς υἱοθεσίας μας, δηλαδή, τῆς ταυτίσεώς μας κατὰ χάριν, μὲ τὸν κατὰ φύσιν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Ὅλοι οἱ τύποι, καὶ τὰ σύμβολα, καὶ οἱ εἰκόνες στὴν Ἐκκλησία ἐκφράζουν καὶ πραγματώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἑνώσεως τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων.

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

TO ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Μέ ἀφορμή τό θέμα τῆς Οὐκρανίας γίνονται συζητήσεις γιά τό λεγόμενο πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄλλοι τό ἀρνοῦνται καί ἄλλοι τό παρερμηνεύουν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνήθως ἑρμηνεύουν τό πρωτεῖο μέσα ἀπό τήν οὐσιοκρατία καί μερικοί σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι τό ἑρμηνεύουν μέσα ἀπό τόν περσοναλισμό.
.                 Μέ τό παρόν ἄρθρο δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό θέμα αὐτό γιά νά δώσω τίς θεολογικές διαστάσεις τοῦ προβλήματος, ἀλλά θά τονίσω ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο κάνουμε λόγο γιά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμά της. Θά τονισθοῦν μερικές ἀπόψεις πού καί παλαιότερα ἔχω τονίσει ἀπό ἄλλη ἀφορμή.

1. Συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα

.                 Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται μέ τό ἱεραρχικό, καί στήν πραγματικότητα ἡ συνοδικότητα συντονίζεται μέ τήν ἱεραρχικότητα. Αὐτό, ἄλλωστε, μέ ἄλλη προοπτική, συμβαίνει καί στίς πολιτεῖες καί στά δημοκρατικά πολιτεύματα, ἀφοῦ ὑπάρχει συνάθροιση τοῦ λαοῦ, ἀλλά, συγχρόνως, ὑπάρχει καί ἱεράρχηση τῶν διακονιῶν-ἐξουσιῶν, δηλαδή δέν ἔχουν ὅλοι τά ἴδια δικαιώματα καί καθήκοντα.
.                 Ἡ λέξη σύνοδος ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό σύν καί τήν ὁδό, καί δηλώνει τήν συμπόρευση. Μέσα σέ αὐτήν  τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν φράση ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», δηλαδή σύναξη καί συμπόρευση..                     Ἔπειτα, ἡ λέξη ἱεραρχία δηλώνει τόν ἄρχοντα τῶν τελετῶν, τόν Ἐπίσκοπο, τόν Ἱεράρχη, ἀλλά καί τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἔτσι, ἡ Σύνοδος δέν ἀποκλείει τήν Ἱεραρχία καί ἡ Ἱεραρχία δέν ἀποκλείει τήν Σύνοδο. Τόν ὅρο αὐτό –Ἱεραρχία– τόν συναντοῦμε στά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου μέ τίτλο Οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, στά ὁποῖα διακρίνονται οἱ ἐννέα χοροί τῶν ἀγγέλων, πού χωρίζονται σέ τρεῖς τριάδες καί  οἱ  ὁποῖες συνδέονται μέ τήν ἐπίγεια ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὡς πρός τίς τελετές (Βάπτισμα, Σύναξη καί Μύρο), ὡς πρός τίς τρεῖς φάσεις ἀνόδου πρός τόν Θεό (κάθαρση, φωτισμός, τελείωση), ὡς πρός τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς (ἱεράρχης, ἱερεύς, λειτουργός) καί ὡς πρός τίς τρεῖς τάξεις τῶν λαϊκῶν (κατηχούμενοι-ἀκοινώνητοι, πιστοί καί θεραπευτές-μοναχοί). Αὐτήν τήν πραγματικότητα δηλώνει καί ἡ φράση «λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος».
.                 Ἔχει παρατηρηθῆ (Ἀλέξανδρος Σμέμαν) ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται ὡς «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν». Ἡ ἱεραρχική ἀρχή δέν  εἶναι ἀντίθετη πρός τήν συνοδική, ἀφοῦ ἡ συνοδική ἀρχή θεμελιώνεται διά τῆς ἱεραρχικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ἀπουσιάζη τό ἕνα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη καί τό ἄλλο, ὁπότε σέ τέτοια περίπτωση δέν ὑφίσταται πραγματική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξήγηση τῶν ὅρων εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅσα θά λεχθοῦν στήν συνέχεια, σχετικά μέ τήν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

2. Ἡ θεία Λειτουργία, πρότυπο ἱεραρχικῆς συνοδικότητας τῆς Ἐκκλησίας

.                  Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ  καί κοινωνία θεώσεως, πού σημαίνει ὅτι ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πορεύονται πρός τήν θέωση. Δέν πρόκειται γιά μιά στάσιμη κατάσταση, ἀλλά γιά μία συνεχῆ κίνηση, μιά διαρκῆ πορεία, τήν ὁποία ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά ἀποκαλέση «στάσιν ἀεικίνητον» καί «κίνησιν στάσιμον»: «στάσιν ἀεικίνητον λαβοῦσα τήν ἀπέραντον τῶν θείων ἀπόλαυσιν, καί κίνησιν στάσιμον τήν ἐπ’ αὐτοῖς ἀκόρεστον ὄρεξιν». Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κατεστημένος θεσμός, ἀλλά μιά στρατεία ἐν Χριστῷ, μιά πορεία πρός τήν  μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Βασιλεία καί βιώνεται ἀπό τό παρόν καί θά ἔλθη στό μέλλον στήν  πληρότητά της.
.                  Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ τρόπος τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰκονίζει τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί δείχνει ποιός εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπός της.
Στήν Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ διαφαίνεται ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Πάντως, ἡ ἐκκλησιολογία δέν μπορεῖ νά ἐξετάζεται ἀνεξάρτητα ἀπό  τήν εὐχαριστιολογία.
.                 Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι πράγματι ἡ «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς». Τό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: «Ὤ τῶν τοῦ Χριστοῦ δωρημάτων! Ἄνω στρατιαί δοξολογοῦσιν ἀγγέλων· κάτω ἐν ἐκκλησίαις χοροστατοῦντες ἄνθρωποι τήν αὐτήν ἐκείνοις ἐκμιμοῦνται δοξολογίαν. Ἄνω τά Σεραφίμ τόν τρισάγιον ὕμνον ἀναβοᾷ· κάτω τόν αὐτόν ἡ τῶν ἀνθρώπων ἀναπέμπει πληθύς· κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις· μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία. Ταύτην γάρ ἡ ἄφραστος τοῦ Δεσπότου συγκατάβασις ἐκρότησε, ταύτην τό Πνεῦμα συνέπλεξε τό ἅγιον, ταύτης ἡ ἁρμονία τῶν φθόγγων τῇ πατρικῇ εὐδοκίᾳ συνηρμόσθη· ἄνωθεν ἔχει τήν τῶν μελῶν εὐρυθμίαν, καί ὑπό τῆς Τριάδος, καθάπερ ὑπό πλήκτρου τινός κινουμένη, τό τερπνόν καί μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τό ἀγγελικόν ᾆσμα, τήν ἄληκτον συμφωνίαν. Τοῦτο τῆς ἐνταῦθα σπουδῆς τό πέρας, οὗτος ὁ τῆς συνελεύσεως ἡμῶν καρπός».
.                 Τό κεντρικό σημεῖο αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστομικοῦ χωρίου εἶναι τό «μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία» ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Ἡ ἱεραρχικότητα τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν αὐτῶν πού μετέχουν στήν θεία Λειτουργία διακρίνεται σέ πολλούς βαθμούς. Εἶναι οἱ κατηχούμενοι, οἱ φωτιζόμενοι  καί  οἱ φωτισθέντες πιστοί· οἱ λαϊκοί διαφόρων πνευματικῶν καταστάσεων, ἤτοι καθαιρόμενοι, φωτιζόμενοι καί θεούμενοι· οἱ Κληρικοί διαφόρων βαθμῶν, ἤτοι Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι· καί  οἱ διαφοροτρόπως ὑπηρετοῦντες στήν θεία Λειτουργία, ἤτοι ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, ψάλτες, βοηθητικό προσωπικό. Ὅλοι μετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά διαφοροτρόπως, ὁπότε ὑφίσταται συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα.  Οἱ λαϊκοί συμμετέχουν στήν θεία Λειτουργία προσευχόμενοι καί κοινωνοῦντες τοῦ Σώματος καί  τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ· οἱ ἱεροψάλτες ψάλλουν ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ· οἱ Διάκονοι ἀπευθύνουν τίς δεήσεις στόν Θεό ὑπέρ τοῦ λαοῦ· οἱ Πρεσβύτεροι προσφέρουν τήν ἀναίμακτη μυσταγωγία, μέ τήν ἄδεια τῶν Ἐπισκόπων τους,  καί  οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι οἱ προεστῶτες τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
.                 Καίτοι οἱ παρευρισκόμενοι στήν θεία Λειτουργία μετέχουν τοῦ μεγάλου Μυστηρίου, οἱ Κληρικοί πλαισιώνουν τό Θυσιαστήριο καί προσεύχονται, ὅμως, ὁ Προεστώς τῆς θείας Εὐχαριστίας προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία, αὐτός ἀπευθύνει τήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς,  πού εἶναι προσευχή στόν Πατέρα νά ἀποστείλη τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά μεταβάλη τόν ἄρτο καί οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ἔτσι, γίνεται συλλείτουργο, ἀλλά διακρίνονται ἰδιαίτερες κατηγορίες πνευματικῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἀκόμη καί τότε πού συλλειτουργοῦν Κληρικοί τοῦ ἰδίου βαθμοῦ, ὁ πρῶτος ἀπό τούς λειτουργούς προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία καί  οἱ ἄλλοι μετέχουν τοῦ Μυστηρίου. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας προϋποθέτει προεξάρχοντα. Ὁπότε, ἡ συνοδικότητα λειτουργεῖ σέ συνδυασμό μέ τήν ἱεραρχικότητα.
.                  Αὐτή ἡ διάκριση τῶν χαρισματικῶν διακονιῶν στήν  θεία Λειτουργία φαίνεται καί στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου, στό ὁποῖο παρουσιάζεται τό ὅραμα τῆς οὐράνιας Ἐκκλησίας καί τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας πού εἶδε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί βεβαίως,  ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, συνδέεται μέ τήν ἐπίγεια θεία Λειτουργία.
.            Στό ὅραμα αὐτό τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας βλέπουμε τόν «ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου…», εὑρισκόμενο μεταξύ τῶν ἑπτά λυχνιῶν (Ἀπ. α΄, 12 κ.ἑξ. )· τόν ἐπί τοῦ θρόνου καθήμενο, καί τούς εἰκοσιτέσσερις Πρεσβυτέρους καθημένους σέ θρόνους «κυκλόθεν τοῦ θρόνου»· τά τέσσερα ζῶα ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καί τήν λατρεία πού προσφέρουν στόν καθήμενο ἐπί τοῦ θρόνου οἱ εἰκοσιτέσσερις Πρεσβύτεροι καί τά λειτουργικά ζῶα (Ἀπ. δ΄, 1 κ.ἑξ. )· «τό ἀρνίον τό ἑστηκός ὡς ἐσφαγμένον» «ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καί τῶν τεσσάρωνζῴων καί ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων» καί τήν λατρεία τους στό ὡς ἐσφαγμένο ἀρνίο (Ἀπ. ε΄, 6 κ.ἑξ. )· τό Θυσιαστήριο καί «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τάς ψυχάς τῶν ἐσφαγμένων διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Ἀπ. στ΄, 9 κ.ἑξ. )· «τόν ὄχλον πολύ» «ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καί ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ζ΄, 9κ. ἑξ. )· τόν λιβανωτό καί τόν καπνό τῶν θυμιαμάτων (Ἀπ. η΄, 3 κ.ἑξ. )· τό ᾆσμα τῶν λελυτρωμένων (Ἀπ. ιδ΄, 1κ. ἑξ. )· τόν ὕμνον ἀλληλούια (Ἀπ. ιθ΄κ. ἑξ. )· τό «δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ιθ΄, 9 κ.ἑξ. )· τόν καινό οὐρανό καί τήν καινή γῆ καί  τήν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ (Ἀπ. κα΄, 1 κ.ἑξ. ).
.                 Ὅλη αὐτή ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία εἶναι καί οὐράνια Λειτουργία καί πρότυπο τῆς ἐπίγειας θείας Λειτουργίας, μεταξύ δέ αὐτῶν ὑπάρχει μιά πνευματική ὄσμωση. Ἀλλά τόσο οἱ εὐχές ὅσο καί ἡ διάταξη τῆς θείας Λειτουργίας δείχνουν μιά συνοδική καί ἱεραρχική πορεία καί ἀνάβαση πρός τό ὕψος τοῦ ὄρους Σινᾶ, τοῦ Γολγοθᾶ καί  τοῦ  καινοῦ μνημείου τῆς  Ἀναστάσεως.
.                 Ἡ θεία Λειτουργία ὄχι μόνον εἰκονίζει, ἀλλά καί ἐκφράζει τήν Θαβώρια ἐμπειρία καί μετέχει αὐτῆς. Στό ὄρος Θαβώρ, στό μέσον βρισκόταν ὁ Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο προχεόταν ἔσωθεν, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός· οἱ Προφῆτες παρευρίσκονταν ἔνθεν καί ἔνθεν τοῦ Χριστοῦ συνομιλοῦντες μαζί Του· καί  οἱ τρεῖς Μαθητές ἔπεσαν πρηνεῖς, γιατί, ἐνῶ ζητοῦσαν τήν κατασκευή κτιστῶν σκηνῶν γιά τόν Χριστό, τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, βρέθηκαν οἱ ἴδιοι κάτω ἀπό τήν ἄκτιστη σκηνή, τήν νεφέλη τήν φωτεινή, τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις θυμίζουν τέλεση θείας Λειτουργίας.
.                  Ἐπίσης, μέ αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου δημιουργήθηκε καί ὁ ἐπίγειος κτιστός Ναός, ὅπως ἄλλωστε τό βλέπουμε καί στήν περίπτωση τοῦ Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος μέ βάση τήν ἀχειροποίητη καί ἄκτιστη σκηνή, πού εἶδε στό ὄρος Σινᾶ, κατασκεύασε τήν κτιστή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα κατασκευάσθηκε ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά καί ὁ χριστιανικός Ναός, μέ τήν διαίρεσή του, σέ νάρθηκα, κυρίως Ναό καί ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι Ἱερό Βῆμα.
.                  Ἑπομένως, στήν θεία Λειτουργία, στόν τρόπο τελέσεώς της, ἀλλά καί στόν χῶρο πού τελεῖται βλέπουμε τήν συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.

3. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς

.                 Ἡ θεία Λειτουργία καί μέ τόν τρόπο πού τελεῖται, ἀλλά καί μέ τό «πνεῦμα» της ἀποτέλεσε ἀνέκαθεν τό πρότυπο τῆς βιώσεως ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι ἕνα ἀποκεκομμένο τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά τό κέντρο, ὁ πυρήνας καί ἡ βάση τῆς συγκροτήσεως ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἁγιογράφος, πού παριστάνει τίς Συνεδριάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔχει ὡς βάση τήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου οἱ Μαθητές ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά καί ὁ τύπος αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο γίνεται συλλείτουργο σέ κάθε θεία Εὐχαριστία, ὅταν ὑπάρχη Σύνθρονο. Θεία Εὐχαριστία, μυστήριο Πεντηκοστῆς καί Συνεδριάσεις τῶν Συνόδων συνδέονται μεταξύ τους, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.
.                 Μέ αὐτήν τήν προοπτική καί ἡ ὅλη διοίκηση καί ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά λειτουργῆ, κατά τό πρότυπο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἤτοι συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς, καί νά εἶναι προέκτασή της. Ἄλλωστε,  δέν νοεῖται διάσπαση μεταξύ μυστηριακῆς καί διοικητικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο διοικητικό καί ποιμαντικό της ἐπίπεδο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρέπει νά λειτουργῆ μέ τόν τρόπο  πού τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ συνοδική διαχείριση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀποτελεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναλύεται μέ πολύ ὡραῖο τρόπο βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν Ἀρχιμ. Γεώργιο Καψάνη, Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σέ μιά σημαντική μελέτη του.
.                  Ἡ συγκρότηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς λειτουργεῖ μέ τήν θεολογική ἔννοια τῆς συνέργειας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι  ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὁ συνεργῶν. Ὁ Χριστός ποιεῖ τήν θέωση, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πάσχει τήν θέωση, δηλαδή μετέχει τῆς θεώσεως. Καί αὐτό γίνεται κατά διαφόρους βαθμούς.
.                  Ἡ συνοδικότητα καί ἡ ἱεραρχικότητα πρέπει νά λειτουργοῦν στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί στίς Συνεδριάσεις στήν Ἱεραρχία, ὡς βίωση καί προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων εἶναι μιά συλλειτουργία, προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας καί  τῆς προσευχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀρχίζουμε τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας μέ τήν ἐκζήτηση τοῦ Παρακλήτου καί τελειώνουμε τίς ἐργασίες της μέ τό «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».
.                 Καί στίς συνάξεις αὐτές ὑπάρχει ὁ Προεστώς, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον παρίσταται καί ἐπιβλέπει τόν τρόπο λειτουργίας τῆς πορείας τῆς Συνόδου (Ἱεραρχία-Διαρκής), ἀλλά συνιστᾶ τήν ἱερουργία της, ὅπως γίνεται καί στήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, καθώς ἐπίσης καί ὑπάρχουν καί συνδιοικοῦντες-συλλειτουργοῦντες. Αὐτό ἐπιτάσσει ὁ λδ΄ Ἀποστολικός Κανόνας γιά τήν λειτουργία τοῦ Μητροπολιτικοῦ συστήματος, ὅτι «τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» στά συνοδικά ζητήματα, ὄχι ὅμως σέ ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στίς ἐπί μέρους ἐπαρχίες. Ἀλλά καί ὁ πρῶτος-πρόεδρος «μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι». Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις «ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα».
.                 Αὐτό τό συνοδικό πολίτευμα πρέπει νά λειτουργῆ στήν  διοίκηση τῶν κατά τόπους Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας, στίς σχέσεις μεταξύ Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν, ἀφοῦ καί αὐτοί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι τά «παθητικά» μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τά «χαρισματοῦχα» πού ἔχουν τήν δυνατότητα μεθέξεως τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία νά ποιμαίνωνται πρός τήν  δικήτους προσωπική σωτηρία.
.                 Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι προεστώς τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλά καί προεστώς τῆς ὅλης κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπισκοπῆς καί Μητροπόλεως, ἀφοῦ ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καί αὐτή ἡ ποιμαντική εἶναι ἔκφραση τῆς εὐχαριστιακῆς ἀτμόσφαιρας καί συνάρτηση τῆς μετοχῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στό Μυστήριο τῆς  θείας Λειτουργίας. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάνουμε λόγο γιά τό ἐπισκοποκεντρικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο, ὅμως, δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες ἀναφέρονται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μετέχουμε στήν  θεία Λειτουργία. Ἐπίσης, καί ἡ διάταξη τοῦ Συνθρόνου προϋποθέτει ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἵστανται πιό κάτω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὄχι, ὅμως, στό ἐπίπεδο τῶν λαϊκῶν, διότι ὑφίσταται ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων.
.                  Ἡ συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὡς προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας πρέπει νά λειτουργῆ καί μεταξύ Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν στίς Ἐνορίες τους, ἀλλά καί μεταξύ Ἡγουμένων καί μοναχῶν στίς Ἱερές Μονές. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα λειτουργεῖ σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, δέν πρέπει νά τό ἀναμένουμε μόνον στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά πρέπει νά λειτουργῆ καί στίς ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά παρατηροῦνται παρατάξεις καί παρασυναγωγές στήν ἐκκλησιαστική ζωή. «Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία συνεχής σύνοδος», ἀφοῦ αὐτό δηλώνει καί ἡ λέξη Ἐκκλησία.
.                 Βασική ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ὅτι, ὅποιος γνωρίζει νά λειτουργῆ συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς ὡς Πρεσβύτερος στήν Ἐνορία του καί ὡς Μητροπολίτης στήν Μητρόπολή του, μπορεῖ νά λειτουργήση μέ κανονικό καί συνοδικό τρόπο καί στίς ἄλλες λειτουργίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες ξεκινοῦν ἀπό τόν τρόπο πού συγκροτεῖται ἡ Ἐνορία καί ἡ Μητρόπολη καί ἐκδηλώνονται καί στά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἐπίπεδα. Ἄλλωστε, ἡ καρκινογένεση ἀρχίζει ἀπό τό κύτταρο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλο τό σῶμα. Ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἐνεργῆ συνοδικά στήν Ἐνορία καί τήν Μητρόπολή του, δέν μπορεῖ νά λειτουργήση συνοδικά καί ἐκκλησιαστικά καί στίς Συνεδριάσεις τῶν Ἐπισκόπων.
.              Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά φαίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό πού λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί ἱεραρχικό πού λειτουργεῖ συνοδικῶς. Οὔτε ἡ συνοδικότητα καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα οὔτε ἠ ἱεραρχικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα.
Αὐτό συμβαίνει καί στόν τρόπο λειτουργίας ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἀκριβῶς ἰσχύει καί στίς πανορθόδοξες Λειτουργίες. Ὑπάρχει σαφῶς ἕνας Πρῶτος, πού ἔχει καθῆκον γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αὐτοκεφαλίες δέν εἶναι, ὅπως ἔχω τονίσει σέ ἄλλο κείμενό μου, αὐτοκεφαλαρχίες. Ἄλλωστε, κεφαλή τῆς Ἐκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῆ ἀκόμη μέ ἀπόλυτη σημασία καί ὁ ὅρος «αὐτοκεφαλία», ἀλλά περισσότερο αὐτός ὁ ὅρος ἀποδίδει τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν περιοχῶν καί ὄχι τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τους.
.                 Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει πρῶτος, πού συνυπάρχει μέ τούς ἄλλους προκαθημένους ἱεραρχικῶς. Κατ’ οὐσίαν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι μεταξύ τους, ἐπειδή ἔχουν τήν ἴδια ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά κατά τό κανονικό σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δέν εἶναι ὅλοι ἰσότιμοι καί αὐτό νοεῖται ἀνάλογα μέ τήν διοικητική καί εὐχαριστιακή θέση τους μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἀντικείμενο ἄλλου κειμένου μου.–

 

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: «ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ καὶ ΑΛΑΘΗΤΗ ἡ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

ΚΗ­ΡΥΓ­ΜΑ ΤΗΝ ΚΥ­ΡΙΑ­ΚΗ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ
17.03.2019

τοῦ Καθηγ. Δημητρίου Τσελεγγίδη

.           Τήν πρώ­τη Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν Ἀ­να­στή­λω­ση τῶν εἰ­κό­νων της (843). Στήν Ἀ­να­στή­λω­ση αὐ­τή, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας βλέ­πει τήν συμ­πυ­κνω­μέ­νη καί ἀ­λά­θη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Βλέ­πει δη­λα­δή τήν ταυ­τό­τη­τά της, ὡς βι­ω­μέ­νη ἀ­λή­θεια καί Ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, στά εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πρό­σω­πα τό­σο τῆς Θε­αν­θρώ­πι­νης Κε­φα­λῆς της, ὅ­σο καί στά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν της, τῶν ἁ­γί­ων της.
.           Στήν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἔ­χου­με τήν εἰ­κα­στι­κή ἔκ­φρα­ση τοῦ δο­ξα­σμέ­νου θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί δέν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαί­α ἡ ση­με­ρι­νή Εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή. Στήν πε­ρι­κο­πή αὐ­τή ἀ­κού­σα­με τήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Να­θα­να­ήλ πρός τόν Χρι­στό: «Σύ εἶ ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ» (Ἰ­ω. 1,50). Ἐκ­πλησ­σό­μα­στε καί κα­τα­νυσ­σό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά ἀ­πό τήν με­γα­λει­ώ­δη τα­πεί­νω­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν Ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ ἀ­γα­θοῦ ὄν­τως Ἀ­πο­στό­λου, ὀ­νό­μα­σε τόν ἑ­αυ­τό Του «Υἱ­ό τοῦ ἀν­θρώ­που» (Ἰ­ω. 1,52). Ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού καί ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με μέ τήν εἰ­κο­νο­γρά­φη­σή Του, δη­λα­δή τήν τα­πει­νή κά­θο­δό Του ὡς ἀν­θρώ­που γιά τήν σω­τη­ρί­α καί τόν δο­ξα­σμό ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού θά ἐν­τά­σσον­ται καί θά πα­ρα­μέ­νουν ζων­τα­νοί στό μυ­στη­ρια­κό σῶ­μα Του, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τη­ρών­τας τίς ἅ­γι­ες ἐν­το­λές Του καί με­τέ­χον­τας στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ριά της.
.           Σή­με­ρα, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζει πα­νη­γυ­ρι­κά ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν μέ εὐ­σέ­βεια καί ἐ­κεί­νους πού δι­α­τύ­πω­σαν συ­νο­δι­κά τά ἅ­για δόγ­μα­τά της, ὅ­σους δη­λα­δή ὀρ­θο­τό­μη­σαν τόν λό­γο τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς εὐ­σε­βεί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πο­κη­ρύσ­σει μέ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τούς ἐκ­φρα­στές τῆς δυσ­σε­βεί­ας, ὀνομαστικά, ἀλ­λά καί τά ἐ­σφαλ­μέ­να φρο­νή­μα­τά τους, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στό κα­θι­ε­ρω­μέ­νο Συ­νο­δι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.
.           Σήμερα, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τόν θρίαμβο τῆς πίστεώς της ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Οἱ πι­στοί εὐ­φραί­νον­ται ψυ­χι­κῶς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦν μέ τόν ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα Θε­ό καί τούς Ἁ­γί­ους Του, μέ­σω τῶν εἰ­κό­νων τους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­δη­λώ­νουν εἰ­κα­στι­κῶς –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν χα­ρι­σμα­τι­κή θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ καί τόν κύ­ριο σκο­πό τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.
.           Οἱ ἅ­γι­ες εἰ­κό­νες, «ἐν ἀ­ή­χῳ φω­νῇ», ἐκ­φρά­ζουν ἀ­λα­θή­τως τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πί­στε­ως καί τῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπως τό καθόρισε μέ κάθε ἀκρίβεια ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μέ­σῳ αὐ­τῶν, τό ἀ­ό­ρα­το πρω­τό­τυ­πο γί­νε­ται αἰ­σθη­τά πα­ρόν σ’­αὐ­τές καί οἱ πι­στοί τό βλέ­πουν χα­ρι­σμα­τι­κῶς μέ τά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά τους, «ἐν ἀ­ΰ­λῳ ὁ­ρά­σει».
.           Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, τά πρω­τό­τυ­πα τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων -ὁ Χρι­στός καί οἱ Ἅ­γιοί της- δέν ἀ­πο­τε­λοῦν ἰ­δε­α­τούς τύ­πους, οὔ­τε προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες ἀ­ρε­τές, ἀλ­λά εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κά πρό­σω­πα μέ τά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να ἱ­στο­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Εἶ­ναι τά πρό­σω­πα ἐ­κεῖ­να, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ξό­χως προ­βάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας γιά τι­μή, ἀλλά καί γιά μί­μη­ση τῆς ἁ­γί­ας ζω­ῆς τους.
.           Ἡ ἀ­λή­θεια αὐ­τή ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή ἐμ­πει­ρί­α πολ­λῶν πι­στῶν, δι­α­χρο­νι­κά, ἐ­νό­σῳ ἡ εὐ­λα­βής θέ­α τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­δη­γεῖ σέ ζων­τα­νή σχέ­ση μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρόν­τα στίς εἰ­κό­νες τους. Ἡ σχέ­ση δη­λα­δή κοι­νω­νί­ας τῶν ἑ­κά­στο­τε πι­στῶν μέ τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα γί­νε­ται γι’ αὐ­τούς με­το­χή ὄ­χι μό­νον ἁ­για­σμοῦ, ἀλ­λά καί πραγ­μα­τι­κῆς γνώ­σε­ως τῶν πρω­το­τύ­πων τους. Βέ­βαι­α, ἡ βι­ω­μα­τι­κή καί ἐμ­πει­ρι­κή αὐ­τή με­το­χή δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μιά μη­χα­νι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, ἀλ­λά προ­ϋ­πο­θέ­τει ἐ­νερ­γά πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ρια καί ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή.
.           Ἡ ἰ­δι­ά­ζου­σα σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς καί τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα, ἐκ­φρά­ζε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων τους. Προ­σκυ­νοῦ­με, δη­λα­δή, τόν Χρι­στό ὡς Θε­άν­θρω­πο καί Σω­τῆ­ρα μας, τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του, πού Τόν γέν­νη­σε παρ­θε­νι­κῶς, ὡς Θε­ο­τό­κο, καί ἐ­κεί­νους πού Τόν εὐ­α­ρέ­στη­σαν πλή­ρως μέ τήν ζω­ή τους, ὡς δο­ξα­σμέ­να μέ­λη Του.
.           Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἁ­γί­ων εἰ­κό­νων ἐκ­φρά­ζει ὄ­χι ἁ­πλῶς τι­μή, ἀλ­λά καί φι­λί­α, φορ­τι­σμέ­νη μέ ὑ­ψη­λό βαθ­μό ἀ­γα­πη­τι­κοῦ πό­θου πρός τά εἰ­κο­νι­ζό­με­να πρό­σω­πα. Γι­’­ αὐ­τό καί ἡ ἄρ­νη­ση προ­σκυ­νή­σε­ως τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὡς δι­ά­σπα­ση τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης αὐ­τῆς κοι­νω­νί­ας. Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ κύ­ριος λό­γος πού κα­τα­δι­κά­στη­καν οἱ Εἰ­κο­νο­μά­χοι μέ ἔκ­πτω­ση καί ἀ­πο­κο­πή τους ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
.           Ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὅ­πως κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­σή της, μέ τόν «ὑ­ψη­λό» χα­ρα­κτῆ­ρα καί τήν ὅ­λη τε­χνι­κή της, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἐκ­φρά­σει –κα­τά τό ἀν­θρω­πί­νως δυ­να­τόν- τήν εἰ­σα­χθεῖ­σα μέ τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου «και­νή κτί­ση», τήν «ὄ­γδο­η ἡ­μέ­ρα» τῆς νέ­ας δη­μι­ουρ­γί­ας, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α κεν­τρι­κή θέ­ση ἔ­χουν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ καί τά πρό­σω­πα τῶν δο­ξα­σμέ­νων με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
.           Ἔ­τσι, στίς εἰ­κό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ πι­στοί συ­ναν­τοῦν τήν ἔκ­φρα­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὁ­λο­κλη­ρώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου προ­σώ­που, πού τήν συν­θέ­τουν ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρᾶγ­μα πού ἐκ­φρά­ζει στήν πρά­ξη τήν κο­ρυ­φαί­α φα­νέ­ρω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.
.           Αὐ­τός ὁ πο­λι­τι­σμός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι στήν πρά­ξη ὁ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι πο­λι­τι­σμός τῆς ψυ­χῆς τοῦ πι­στοῦ, ἀ­πο­τε­λεῖ στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή τόν ἀρ­ρα­βῶ­να καί τήν «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» πρό­γευ­ση τῆς μέλ­λου­σας ἄ­κτι­στης ζω­ῆς τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τόν ἀρ­ρα­βῶ­να αὐ­τόν, ὁ Χρι­στός, «ὁ κάλ­λει ὡ­ραῖ­ος πα­ρά πάν­τας ἀν­θρώ­πους», κο­σμεῖ τόν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο πι­στό μέ τήν στο­λή τῆς ἄρ­ρη­της, ἄ­κτι­στης δό­ξας τῆς ὡ­ραι­ό­τη­τάς Του καί τόν ἀ­να­δει­κνύ­ει συν­δαι­τη­μό­να στή μέλ­λου­σα Βα­σι­λεί­α Του.
.           Σ’ αὐ­τήν τήν με­το­χή τῆς μέλ­λου­σας δό­ξας, μᾶς κα­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, καί ἔ­τσι νο­η­μα­το­δο­τεῖ τήν ση­με­ρι­νή πα­ρου­σί­α μας στήν ὀ­νο­μα­στι­κή ἑ­ορ­τή της, στήν ἑ­ορ­τή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

 

, , ,

Σχολιάστε

ΗΘΙΚΗ ἢ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ;

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ καὶ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΙΝΗΣΗ πρὸς τὸν ΘΕΟ καὶ «ΑΠΟΥΣΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ»

ἀπόσπασμα
τῆς Εἰσαγωγῆς στὴ «Μυσταγωγία»
τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ

τοῦ πρωτ. Δημ. Στανιλοάε (†)
ἐκδ. «Ἀποστολ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»,
ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 1997, σελ. 78-86

.               […] Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὰν ἐντατικὴ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ πιὸ ἔντονη μορφὴ τῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ἐνοποιοῦ δυναμισμοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἄνθρωπου.
Κατὰ συνέπειαν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος συμμετέχουν στὴν Ἐκκλησία, ὅταν τείνουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πραγματικότητα παράλληλη πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, συμβάλλοντας στὴν ἕνωση καὶ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς κίνησής τους πρὸς τὸ Θεό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο, καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν παρὰ μόνο σὰν Ἐκκλησία. Ἰδιαίτερα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά, καὶ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά.
.               Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅτι ὥσπου ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποτελέσουν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ τρόπο συνειδητό, δὲν ἔχουν συνείδηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα τους, ποὺ πραγματοποιεῖται ἀτελῶς οὔτε τῆς συμμετοχῆς τους στὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας
.               Μ’ ἕνα τέτοιο δυναμικὸ χαρακτῆρα δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὴν Ἐκκλησία σὰν οἰκοδόμημα, κοινότητα καὶ Λειτουργία. Γιατί ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ ἡ κίνηση ἀνόδου τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τῆς τελειοποίησης τῆς ἑνότητάς της μέσα σ’ Αὐτόν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθῆ χωρὶς τὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς κίνησης τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Λειτουργία, χωρὶς τὴν Ἐκκλησία, σὰν πνευματικὸ καὶ ὁρατὸ χῶρο ποὺ στὴν ἔκτασή του τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ σὰν κοινοτικὴ προϋπόθεση τῆς Λειτουργίας. Σὰν τέτοια, ἡ Ἐκκλησία περιέχεται στὴ Λειτουργία καὶ ἡ Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε μιὰ λειτουργικὴ κίνηση, παρὰ σ’ ἕνα χῶρο προσανατολισμένο πρὸς τὸ ὑπερβατικὸ θεῖο ὕψος καὶ σὰν κίνηση μιᾶς κοινοτικῆς προϋπόθεσης προσανατολισμένης σ’ αὐτἠ τὴν κατεύθυνση· καὶ δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ἕνα τέτοιο χῶρο καὶ μιὰ τέτοια κοινοτικὴ προϋπόθεση στὸ πλαίσιό τους, στερημένα ἀπὸ τὴν κίνηση ποὺ περιέχεται σ’αὐτά
.               Ὅμως, ἂν ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ πραγματοποιημένη κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἂν αὐτὴ ἡ κίνηση εἶναι ἐπίσης γνώρισμα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσης νὰ εἶναι εἰκόνα μιᾶς λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου
.               Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος, μιλῶντας γιὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν τὴν παρουσιάζει πιὰ κατ’ εὐθεῖαν αὐτὴ σὰν εἰκόνα (ἢ σὰν πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας. Ὁ δισταγμὸς αὐτὸς τοῦ ἁγίου Μαξίμου νὰ θεωρήση τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σὰν εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας, μᾶς φανερώνει σ’ αὐτὸν μιὰ σκέψη πιὸ διαλεκτικὴ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.
.               Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορῆ νὰ ὑπάρχη χωρὶς τὴ Λειτουργία, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία ν’ ἀποτελῆ εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς λειτουργίας, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ εἰκόνα (ἢ ἕνα πρότυπο) τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας δὲ θὰ ἦταν παρὰ ἕνας δυναμικὸς τύπος τῆς Λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ λειτουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου μιὰ συμμετοχή, κατὰ κάποιο τρόπο, στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴ Λειτουργία κατὰ κυριολεξία.
.               Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μὲ δεδομένα, πρῶτον, ὅτι ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πραγμάτωση τῆς ἐκκλησίας ἢ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου σὰν Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δεύτερον ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης πραγμάτωση σὰν Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένο μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀποφεύγει νὰ δηλώση ὅτι μέσα στὸν κόσμο ἤ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένα μέρη τῆς Ἐκκλησίας, τελεῖται Λειτουργία.
.               Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκκλησίες, σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας μιὰ διάταξη τῶν μερῶν τους ποὺ μοιάζει μὲ τὴν Ἐκκλησία, διάταξη ποὺ τὰ διεγείρει νὰ ἀνέβουν πρὸς τὸν Θεό, ὅπως πρὸς ἕνα βωμό. Ὁ Θεὸς κρατεῖ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες (τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο) σὲ ἑνότητα καὶ μέσα σ’ ἐκείνη τὴ διάταξη τῶν μερῶν πού, δοσμένη σ’ αὐτὲς μὲ τὴ δημιουργία, τοὺς δίνει πάντοτε τὴ δυνατότητα καὶ τὶς ὑποκινεῖ στὸ ἀνέβασμά τους. Ἀκόμα πιὸ πολύ, αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες προσφέρουν μιὰ βάση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ καθεαυτοῦ νόημά της. Ἔτσι ὁ Θεός, μὲ τὴν ἰδιότητά τους τῆς ἐκκλησίας, τὶς κρατεῖ καὶ σὰν χῶρο τῆς Λειτουργίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ καθεαυτοῦ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὶς χρησιμοποιήση σὰν ἕνα τέτοιο χῶρο.
.               Ὅμως ἡ κίνηση πρὸς τὸν Θεὸ ἢ ἡ καθεαυτοῦ Λειτουργία δὲν πραγματοποιεῖται στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία. Γιὰ τοῦτο ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἔμειναν μέσα στὸν ἑαυτό τους, δὲν πραγματοποιοῦν μὲ πληρότητα τὸ χαρακτῆρα τους τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ξεπέφτουν, οὐσιαστικά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαρακτήρα· διατηροῦν ἀκόμα καὶ τὴ φυσική τους κίνηση, ἐμφυτευμένη καὶ ὑποστηριγμένη σ’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ὑψώνωνται στὸ Θεό, καὶ ἡ ὁποία γενικὰ πραγματοποιεῖται πάντα σὲ σκοπούς, ποὺ θεωροῦνται σὰν καταστάσεις πιὸ ὑψηλές. Κι ὅμως, αὐτὴ ἡ κίνηση δὲν προχωρεῖ πάντα ἐνσυνείδητα πρὸς τὸν Θεό, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς σκοποὺς ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν ρητὰ καὶ συνειδητὰ μέρος τῆς Ἐκκλησίας, προορίζονται γιὰ μιὰ Λειτουργία ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται ἀκόμα, ἀλλὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀρχίση νὰ πραγματοποιῆται κάθε στιγμή· γιὰ μεγαλύτερη ἀκρίβεια, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τοὺς περιμένει κάθε στιγμὴ νὰ μποῦν στὴν κίνησή της, μέσα στὴν ὁποία ἡ κίνησή τους θὰ μποροῦσε νὰ δεχθῆ ἕνα καθορισμὸ τῆς κατεύθυνσής της.
.               Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴ φυσικὴ κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴ λειτουργική της κίνηση κι ἔτσι ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν τὴ συμβολή τους στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ποὺ προσκομίζονται στὸν Θεὸ κατὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δύναμη τοῦ ὕμνου τῶν πιστῶν, αὐξάνουν στὸν κόσμο, ἀπὸ τὴ συμβολὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
.               Ἔπειτα, ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο καὶ δὲν βρίσκονται ἀκόμα ἀπ’ εὐθείας μέσα στὴν κίνηση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐκκλησίας, διατηροῦν κι ἔτσι ἀκόμα τὸ χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησίας. Ἂν στεροῦνταν καθ’ ὁλοκληρία τὸ χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ εἶχαν πιὰ τὴν φυσικὴ ἑνότητα καὶ γενικὰ τὴν κίνηση πρὸς κάτι ὅλο καὶ πιὸ ὑψηλό, ἑνότητα καὶ κίνηση ποὺ μέσα σ’ αὐτὲς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν Δημιουργὸς καὶ Θεία Πρόνοια παρουσιάζεται καὶ ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν εἶναι ἡ τέλεια πραγματωμένη Ἐκκλησία, γιατί δὲν πραγματώνεται ἀκόμα σ’ αὐτὰ ἡ Λειτουργία καὶ δὲν ἐμπλέκονται ἀκόμα στὴ λειτουργικὴ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο δὲν εἶναι μόνο ἢ καθεαυτοῦ Λειτουργία, ἀλλὰ ὅλη ἡ κίνηση τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ σκέψη τους καὶ τὴν ἐνεργητικότητὰ τους πρὸς τὸν Θεό.
.               Ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ἔστω κι ἂν μένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας τῆς τέλεια πραγματωμένης, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν τελεῖται ἡ Λειτουργία. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἐκκλησία, γιατί αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἡ Ἐκκλησία δυνάμει, ὅμως δὲν ἔχουν ἀνακαλύψει ἀκόμα τὸν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτῆρα καὶ κατὰ συνέπεια δὲν τὸν ἔχουν πραγματώσει μὲ πλήρη προσήλωση στὸν Θεό, σύμφωνα μὲ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ φύση τους. Εἶναι ἀκόμα ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία, εἶναι ὅμως ταυτόχρονα δυνάμει μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι μιὰ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε. Ἡ ἐκκλησία εἶναι μέσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεὸς παραμένει σὲ σύνδεσμο μαζί τους, ὅπως παραμένει καὶ μέσα στὸ μεταξὺ τοὺς σύνδεσμο. Μ’ αὐτὴ τους τὴν ἰδιότητα, βρίσκονται στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε καὶ πραγματώθηκε γιὰ ἄλλους καὶ στὶς πύλες τῆς ἐκκλησίας ποὺ γι’ αὐτοὺς δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἀκόμα, ποὺ περιμένει ὅμως νὰ ἀνακαλυφθῆ καὶ νὰ πραγματωθῆ· καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση ἡ Ἐκκλησία διεγείρει τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐκκλησία ποὺ πρέπει νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ πραγματώσουν, εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ μερικοὶ ἔχουν ἀνακαλύψει καὶ πραγματώσει. Δὲν μποροῦν ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς πύλες αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε γιὰ μερικούς, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ποὺ παρέμεινε γι’ αὐτοὺς καὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ἀνανακάλυπτη.
.               Βρίσκονται, γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τὴ μιὰ, σὲ σχέση θετική, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὲ σχέση ἀρνητικὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ δὲν μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴ ζωή τους χωρὶς αὐτὴ τὴ σχέση. Ἀκόμα κι ὅταν τονίζουν, συνειδητά, τὴν ἀρνητική τους σχέση ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴ σχέση. Ὁ σημερινὸς κόσμος, ποὺ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἀσχολεῖται πιὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε κἄν μὲ τρόπο ἀρνητικό, εἶναι ὡστόσο τρομαγμένος ἀπὸ τὸ κενό, ποὺ ἄφησε ἡ Ἐκκλησία μέσα στὴν ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀπουσία της ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τους, κι αὐτὸς ὁ κόσμος ζητεῖ νὰ διαπεράση αὐτὸ τὸ κενό, γιὰ νὰ φτάση σὲ μιὰ κίνηση προικισμένη μὲ κάποιο νόημα, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Μ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο παραμένει μολαταῦτα ἡ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἢ ἡ ἐκκλησία ποὺ εἶναι «κεκαλυμμένη», ἀλλὰ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὰν μιὰ «ἀποῦσα παρουσία».
.               Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀνακάλυψαν μέσα τους τὴν ἐκκλησία, δὲν τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί δὲν συμμετέχουν ἀκόμα στὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς πραγματωμένης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὅσο παραμένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ στάση, παραμένουν καὶ σὲ μιὰ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Μάξιμος, μέσα στὴν καθολικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ σημασιολόγηση ποὺ δίνει στὴ Λειτουργία, τοὺς θέτει κι αὐτοὺς σὲ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία· δείχνει δηλαδὴ ὅτι καὶ ὁ δικός τους προορισμὸς καθορίζεται σὲ σχέση πρὸς τὴ Λειτουργία. Ἀφοῦ ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι τόσο σκληρή, θὰ μποροῦσε νὰ φανῆ ὅτι ἡ Λειτουργία εἶναι θέμα τῆς Ἐκκλησίας μόνο καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, ὅσοι δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο, δὲν βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς Λειτουργίας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ δείξη ὅτι ὅλοι, ὅσοι δὲν ἔλαβαν μέρος στὴ Λειτουργία, δὲ θὰ λάβουν μέρος οὔτε στὰ ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας Λειτουργίας, κι αὐτὴ ἡ καταδίκη ποὺ θὰ ὑποστοῦν συμβολίζεται μὲ πράξεις ποὺ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἐπίγεια Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται καὶ σ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τὴν ἀγγελία τῆς καθολικῆς κρίσης, ἔτσι ὅπως κι αὐτοὶ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν ἔστω καὶ μὲ τὴν ἄρνησή τους νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτήν. Ἡ ἐπίγεια καὶ αἰώνια ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἀναφορὰ στὴ Λειτουργία. Τόσο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ Λειτουργία, δείχνουν συνεπῶς ὅτι καὶ αὐτοὶ προορίζονται γιὰ τὴ Λειτουργία καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία ὁ προορισμός τους δὲν ὁλοκληρώνεται ὅπως πρέπει. Ἡ Λειτουργία εἶναι γι’ αὐτοὺς μιὰ «ἀποῦσα παρουσία» καὶ καθορίζει τὸν προορισμὸ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας· τὸν προορισμὸ μερικῶν μὲ ἀρνητικὸ τρόπο, ἄλλων μὲ θετικὸ τρόπο, γιατί ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθῆ θετικὰ ὁ προορισμὸς τῆς ἀνθρωπότητας. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁλόκληρος ὁ κόσμος προορίζεται νὰ ἀποτελῆ μιὰ Λειτουργία κι αὐτοὶ ποὺ ἢ δὲn θέλουν νὰ ὑψωθοῦν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἢ ξεπέφτουν ἀπὸ αὐτή, μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ προορισμοῦ τους. Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅπως εἴπαμε, δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὴ Λειτουργία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὰν ἱερὴ ἀκολουθία μέσα στὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ τὸ γενικὸ ἀνέβασμα πρὸς τὸν Θεὸ πρὸς μιὰ ἕνωση πάντα πιὸ μεγάλη μέσα σ’ Αὐτόν, γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ μὲ ἄλλο τρόπο νὰ παρουσιάσωμε ἀνάγλυφο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι δεμένος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴ Λειτουργία, ἀκόμα κι ἂν δὲ συμμετέχη ὡλοκληρωμένα σ’ αὐτήν.
.               Μὲ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός, ὅτι ὁδηγεῖ ὅλη τὴν κοινότητα σὲ μιὰ τέλεια ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἡ Λειτουργία ἀποκαλύπτει τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τῆς ἱστορίας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ διατηρεῖ τὴν τάση τῆς ἱστορίας πρὸς τὸ τέλος της μέσα στὸν Θεό. Καὶ στοὺς πιστοὺς διατηρεῖ τὴ συνείδηση αὐτῆς τῆς τάσης.
.               Κατὰ συνέπειαν, ἀπὸ τὸ ἴδιο αὐτὸ γεγονὸς ἡ Λειτουργία ἀποκτᾶ ἀξιόλογο νόημα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει ἕνα ἀνάλογο νόημα τῆς ἱστορίας, παρουσιάζοντάς την σὰν κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ μοιάζει μὲ τὴ Λειτουργία, ἔστω κι ἂν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συμμετέχουν στὴν ἱστορία, δὲν ἔχουν συνείδηση αὐτοΰ τοῦ γεγονότος καὶ δὲ διανύουν τὸ δρόμο τους πρὸς τὸ Τέλος σὰν δρόμο πρὸς τὸ Θεό, ἑπομένως σὰν ἕνα δρόμο καθαυτὸ λειτουργικό. Μ’ ἄλλα λόγια, ὅλη ἡ ἱστορία συμμετέχει στὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος καὶ ἡ κίνηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἐμφυτεύθηκε σ’ ὅλους καὶ ἐνισχύεται ἀπὀ τὸ Θεό. Κι αὐτη ἡ κίνηση προορίζεται νὰ ὁδήγηση στὸν Θεό. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, δὲν βαδίζουν ὅλοι πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν θέλουν νὰ βαδίσουν πρὸς Αὐτόν. Ὅλοι, ὅμως, πρέπει νὰ κάνουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος, γιατί πρέπει νὰ τὸν κάνη ὅλος ὁ κόσμος. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅλοι συμμετέχουν στὴν πραγματοποίηση τῆς λειτουργικῆς κίνησης πρὸς τὸν Θεό, ποὺ βρίσκεται στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Ἀλλὰ δὲν βρίσκουν ὅλοι τὸν Θεὸ στὸ τέλος τοῦ δρόμου, γιατὶ δὲν ἐπῆραν ὅλοι μέρος σ’αὐτό τὸ δρόμο μὲ τὴ συνείδηση ὅτι ὁδηγεῖ στὸ Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἔτσι προετοιμασμένοι γιὰ τὴ συνάντησή τους μὲ τὸν Θεό. Ὅλοι ἀναλίσκουν τὴ ζωή τους μὲ τὴν ἔμφυτη στὴ ζωὴ αὐτὴ κίνηση, δὲν ἔχουν ὅμως χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴν κινητήρια δύναμη, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν στὸν Θεό.

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –15 «Ὁ Χριστὸς ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΕ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 6/ Νοέμ. – Δεκ. 2017, σελ. 23-27
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»
Μέρος ΙΒ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»
Μέρος ΙΓ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –13 «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας »
Mέρος ΙΔ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –14 «Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας»

Χριστς ς κριτς το κόσμου

.               Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως διατυπώνουμε τὴν πεποίθηση ὅτι κατὰ τοὺς ἔσχατους χρόνους ὁ Χριστὸς θὰ ἐπανέλθει στὴν ἱστορία ὡς κριτὴς τοῦ κόσμου: «… καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς». Τί σημαίνει ὅμως ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει; Ἡ γνώμη, ποὺ διαμορφώθηκε στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα, δὲν ἦταν πάντα αὐτονόητη, πολὺ περισσότερο δὲν ἦταν πάντοτε ἴδια στὶς διάφορες ὀμέδες πιστῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν, ἀκόμη κι ὅταν ἡ βάση αὐτῶν τῶν ἑρμηνειῶν ἦταν βιβλικὲς περιγραφὲς καὶ ἀναφορές, ἴδιες τὶς περισσότερες φορὲς στὶς διαφορετικὲς ὁμάδες.
.               Ἐν συνεχείᾳ ἄρχισε νὰ προσδιορίζει τὴ νοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐλέγχει, νὰ κατατάσσει, νὰ ἀξιολογεῖ καὶ νὰ συμπεραίνει ἐνέργειες καὶ καταστάσεις τῶν ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων. Ὅταν οἱ λέξεις αὐτὲς χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀναπτύχθηκε τὸ πλαίσιο τῶν δικονομικῶν διαδικασιῶν: κρίση εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ δικαίου. Εἰσερχόμαστε πλέον στὴ δικανικὴ διαδικασία (καὶ ἀντίληψη) ποὺ προσδιορίζει τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάλογη ἦταν καὶ ἡ σημασία τους στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση.
.               Ὁ Μωυσῆς εἶναι τὸ πρότυπο τοῦ ἡγέτη ποὺ γνωρίζει, ὡς προφήτης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀναγνωρίζει τὰ σημεῖα τῆς θείας δικαιοσύνης, εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ἐπίσης εἶναι ὁ Κριτής. Στὴ γλῶσσα τῆς Βίβλου, saphat σημαίνει κρίση καὶ saphet σημαίνει κριτής. Μετὰ ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὸν ρόλο αὐτὸ θὰ συνεχίσουν οἱ ἡγέτες τοῦ λαοῦ, Κριτὲς ἢ Βασιλεῖς. Καθολικὸ αἴτημα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ διασφάλισή της, οἱ προφῆτες εἰσάγουν τὸ πρότυπο ἑνὸς δικαίου ποὺ θὰ ἐμφανιστεῖ στὸ μέλλον καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Μεσσίας (=Σωτὴρ) ποὺ θὰ ἀποσταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ὁδηγήσει στὴ θεία Βασιλεία, ὄντας αὐτὸς πλέον βασιλιὰς καὶ Κριτής.
.               Ὁ προφήτης Ἠσαΐας τὸν περιγράφει μὲ ἔξοχες διατυπώσεις: «Καὶ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾽ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας· ἐμπλήσει αὐτὸν πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Οὐ κατὰ τὸν δόξαν κρινεῖ οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει, ἀλλὰ κρινεῖ ταπεινῷ κρίσιν καὶ ἐλέγξει τοῖς ταπεινοῖς τῆς γῆς· καὶ πατάξει γῆν τῷ λόγῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἐν πνεύματι διὰ χειλέων ἀνελεῖ ἀσεβῆ. καὶ ἔσται δικαιοσύνη ἐζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἀληθεία εἰλημμένος τὰς πλευρᾶς» (Ἠσ. ια´ 15). Καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας ὑπογραμμίζει: «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἀναστήσω τῷ Δαυὶδ ἀνατολὴν δικαίαν, καὶ βασιλεύσει βασιλεῖς καὶ συνήσει καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἱερ. κγ´ 5).
.               Ὁ Ἰησοῦς τῆς Ναζαρὲτ ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ Χριστὸς Κυρίου (κατὰ τὴ βάπτισή του), καὶ συνεκδοχικὰ ὡς ὁ Κριτὴς τοῦ κόσμου. Οἱ ἀρχαῖες ἐπαγγελίες πραγματοποιήθηκαν στὸ πρόσωπό του.Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἐνεργεῖ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ὁ θάνατός του εἶναι τὸ σημεῖον τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχει σημασία ἡ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Χριστοῦ στὴν Ἀποκάλυψη: εἶναι τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τοῦ Σταυροῦ ἔχει προηγηθεῖ ἡ δίκη τοῦ Ἰησοῦ (θρησκευτικὴ καὶ πολιτική), ἡ καταδίκη του σὲ θάνατο, ὁ βασανισμὸς καὶ ἡ σταύρωση. Ὁ κόσμος λοιπὸν κρίνεται διαρκῶς ἀπέναντι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κριθεῖ (ζῶντες καὶ τεθνεῶτες) στοὺς ἔσχατους καιρούς.
.               Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἀντιλαμβανόμαστε τὸν Θεὸ (τὸν Χριστὸ) ὡς Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὡς τὸν ἐσχατολογικὸ Κριτή. Κατ᾽ ἀρχάς, ἡ Κ. Διαθήκη μᾶς παρέχει ἀρκετὲς προσεγγίσεις στὸ θέμα (συνοπτικὰ εὐαγγέλια, ἰωάννεια καὶ παύλεια θεολογία), ἂν καὶ μερικὲς φορὲς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀντιφατικές. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει («οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ», Ἰωάν. γ´17), ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώνει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δεύτερη αὐτὴ εἰκόνα, ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔγινε κατανοητὴ ὡς ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὡς ἡ μόνη ἀλήθεια, ἰδιαίτερα μάλιστα ἀπὸ χριστιανικὲς σέκτες ἐκτὸς τοῦ σώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.               Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὁ ἐσχατολογικὸς Χριστὸς δικάζει καὶ ἀποφαίνεται γιὰ τὸ ποιοὺς θὰ βραβεύσει καὶ ποιοὺς θὰ καταδικάσει. Καὶ ὅμως, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, στὸ γ´ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου του, μᾶς ξεδιπλώνει μὲ εὐκρίνεια τί σημαίνει «κρίσις»: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν [τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ] οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ´ 18-21). Ἡ τελικὴ Κρίση ἑπομένως θὰ φανερώσει τὴν κατάσταση τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ κατὰ τὴ δική της ἐπιλογή, δὲν θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐτυμηγορίας τοῦ Θεοῦ. Κατ τοτο λοιπν εναι Κριτς το κόσμου Χριστός, γιατί νώπιόν του φανερώνεται τ βαθύτερο μυστικ κάστου νθρώπου: εναι μ τ φς εναι μ τ σκότος. Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ συνοδεύεται ἀπὸ κρίση. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία του εἶναι συγχρόνως καὶ κρίση: ὅσοι εἶναι δικοί του, ὅσοι δὲν εἶναι δικοί του. Χαρὰ γιὰ τοὺς πρώτους, θλίψη –ἢ μᾶλλον βασανισμός– γιὰ τοὺς δεύτερους. Ἢ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Καὶ τοῦτο εἰδέναι δεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾽ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ. Ἔστιν ἡ μὲν μετοχὴ τοῦ Θεοῦ τρυφή, ἡ δὲ ἀμεθεξία αὐτοῦ κόλασις» (Κατὰ Μανιχαίων, PG 94, 1545D-1548A), μιὰ κατάσταση ποὺ ἀποτυπώνει ἀργότερα ὡς στοιχεῖο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὁ Κάλλιστος Ξανθόπουλος, μαθητὴς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, στὸ συναξάρι τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω: «… τὰ ὁποῖα λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, οἴεται [= νομίζει] τρυφὴν μὲν καὶ βασιλείαν οὐρανῶν εἶναι τὴν μετὰ Θεοῦ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἐσομένην ἐκείνοις ἔλλαμψιν διηνεκῆ καὶ ἀνάβασιν· βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην». Τόσο μόνον: μετὰ τοῦ Θεοῦ οἱ μέν, χωρὶς τὸν Θεὸ οἱ δέ. Καὶ μάλιστα σὲ μιὰ προοπτικὴ ἄχρονη.
.               Ὑπάρχει ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὴν ἱστορία, ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου: ἡ τελικὴ κρίση εἶναι τελεσίδικη ἢ πάντα ἀνοιχτὴ σὲ μιὰ ἄχρονη πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔλαβε ποτὲ τελικὴ ἀπάντηση, ἀλλὰ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας (βιβλική, πατερική, ἁγιολογικὴ) ἀφήνει παράθυρο γιὰ μιὰ συνεχῆ διαδικασία κρίσεως καὶ ἐπανακρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει νὰ ἐπιλέγει στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν τελικὴ κρίση. Μνημονεύω τὴν ἐπιμονὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξης νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς τεθνεῶτες, γιὰ τὴ σωτηρία τους μέσῳ τῶν μνημοσύνων. Πρόκειται γιὰ πράξη ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λεγόμενη τελικὴ κρίση.
.               Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς μᾶς γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς ὡς δικό του θέλημα. Γι᾽ αὐτὸ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γίνεται κρίση τοῦ κόσμου, ἀφοῦ δι᾽ αὐτῆς ἀποκαθίσταται ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἔχει διαταραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς σχέσης κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Ὁ Υἱός, ὡς Χριστός, φέρνει τὸν Θεὸ ἀνάμεσά μας καὶ ὁδηγεῖ τοὺς πιστοὺς στὸν Θεό. Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλληλοπεριχωροῦνται. Ἡ κρίση καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐνέργεια, ὅσο καλὴ καὶ σπουδαία κι ἂν εἶναι αὐτή, ἀλλ᾽ ἐγκαθίστανται στὴν ἱστορία ὡς κρίση καὶ δικαιοσύνη ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι πλέον καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
.               Κρῖμα σημαίνει διάκριση τῶν ὁρίων ἀνάμεσα στὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀδικία, διάκριση τῶν δικαίων ἀπὸ τοὺς ἀδίκους. Ὁ Χριστὸς γίνεται τὸ κρῖμα τοῦ κόσμου, γιατί ἡ παρουσία του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στάση, τὴν ἐνέργεια καὶ τὴν ἔκφραση τοῦ περιεχομένου τῆς καρδιᾶς ἑκάστου ἀνθρώπου: μὲ τὸν Χριστὸ ἢ χωρὶς τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾽ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀποφασίζουν γιὰ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Θεό. Ὁ Ἰησοῦς διακήρυξε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει. Τὸ ἔργο του δὲν εἶναι ἡ κρίση, εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ παρουσία του στὴν ἱστορία γίνεται κρίση, ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτὸς καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους

, , ,

Σχολιάστε