Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

«EΚΚΩΦΑΝΤΙΚH H ΣΤΡΑΤΗΓΙΚH ΝΙΚΗ ΤHΣ EΚΚΛΗΣΙΑΣ»

ΥΠΕΤΑΓΗ ΣΤΗΝ ΙΣΧΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ἀπόσπασμα κυρίου ἄρθρου
τῆς ἐφημ. «ΕΣΤΙΑ»
,
20.01.2018

.             Τὴν ἔκταση τῆς ἐπιρροῆς ποὺ ἀσκεῖ στὴν ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ τὴν ἐπίδραση τοῦ λόγου της στὸ πλήρωμα αὐτῆς ἀναγνώρισε ἑκὼν ἄκων ὁ πρωθυπουργὸς Ἀλέξης Τσίπρας μὲ τὴν αἰφνιδιαστικὴ ἀπόφασή του νὰ ἐνημερώσει πρῶτα τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο γιὰ τὸ Μακεδονικό, πρὶν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς. Ὁ φόβος ὅτι ὁ ἐθνικὸς λόγος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συνεγείρει τὰ πλήθη, θὰ ξεσήκωνε τὸν ἑλληνικὸ λαό, ὥστε νὰ παραστεῖ στὰ συλλαλητήρια, ἀνάγκασε τὸν πρωθυπουργὸ νὰ προχωρήσει σ᾽ ἕναν συμβιβασμὸ μεγάλου συμβολισμοῦ: ἀνεγνώρισε κόντρα στὶς ἀνθελληνικὲς καὶ ἀντιχριστιανικὲς συνιστῶσες τοῦ κόμματός του προβάδισμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τῶν κομμάτων, ὅταν πρόκειται γιὰ μείζονες ἐθνικὲς ὑποθέσεις.
.             Ὁ ἀναγκαστικὸς αὐτὸς συμβιβασμὸς τοῦ πρωθυπουργοῦ, o ὁποῖος ἔγινε ὑπὸ τὸ κράτος πανικοῦ ἐν ὄψει τοῦ [αὐριανοῦ] συλλαλητηρίου συνιστᾶ ἧττα πρώτου μεγέθους γιὰ ὅλους ἐκείνους τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τὰ στελέχη τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ποὺ ζητοῦσαν «νὰ μὴν παρεμβαίνει ἡ Ἐκκλησία στὶς κρατικὲς ὑποθέσεις». Ποὺ ἀπαιτοῦσαν «νὰ μὴν ἀνακατεύεται στὰ πόδια τοῦ ΣΥΡΙΖΑ». Ποὺ προωθοῦν συστηματικὰ τὴν ἀτζέντα τοῦ διαχωρισμοῦ κράτους Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀποχριστιανοποιήσεως διὰ τῆς οὐδετεροθρησκείας. Ποὺ ἐπεχείρησαν ἀπαραδέκτως νὰ ταυτίσουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Χρυσὴ Αὐγή. Τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ δὲν ἰσχύει πλέον.
.             Ὁ πρωθυπουργὸς ὑπετάγη στὴν ἰσχὺ τῆς Ἐκκλησίας προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει πὼς σὲ αὐτὴ τὴν φάση ἐκείνη δὲν θὰ δώσει «γραμμὴ» γιὰ συμμετοχὴ στὰ συλλαλητήρια. Ὑπετάγη, διότι ἔδωσε διαβεβαιώσεις στὸν Ἀρχιεπίσκοπο ὅτι ἔχει θέσει τέτοιες προϋποθέσεις στὴ διαπραγμάτευση –ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀλλαγὴ τοῦ Συντάγματος τῶν Σκοπίων, τὴν διόρθωση τῶν σχολικῶν βιβλίων, τὰ ζητήματα γλώσσας καὶ ἰθαγένειας– ὥστε ἂν ὑπάρξει τελικῶς συμφωνία, θὰ διασφαλίζονται τἐθνικὰ συμφέροντα. (Αὐτὸ βεβαίως μένει νὰ ἀποδειχθεῖ, γιατί ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀφερέγγυος σὲ διεθνῆ διαπραγμάτευση περισσότερές της μιᾶς φορᾶς.
.             Εἶναι τόσο ἐκκωφαντικἡ στρατηγικὴ νίκη τῆς Ἐκκλησίας τὸν πόλεμο μὲ διάφορα κέντρα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ καὶ τόσο ἠχηρἦττα τῆς κυβερνήσεως […]

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΑΔΙΚΕΣ ΟΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Ἄδικες οἱ ἐπιθέσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας
γιὰ τὸ Μακεδονικὸ

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.             Ἄδικες ἐπιθέσεις δέχεται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ Δελτίου Τύπου, τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε καὶ ἀναφέρεται στὴν ὀνομασία τοῦ γειτονικοῦ κράτους. Ὁ ἀρνητικὸς σχολιασμὸς προέρχεται κυρίως ἀπὸ «ρεαλιστὲς» νεοφιλελεύθερους καὶ νεοαριστερούς, καθὼς καὶ ἀπὸ «ἐκσυγχρονισμένους» ἰδεολόγους – ὀπαδοὺς τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ. Ὅλοι εἶναι ὑπὲρ ἑνὸς ἔντιμου συμβιβασμοῦ. Τὰ ἐπιχειρήματά τους περιορίζονται στὴν ἕως σήμερα πραγματικότητα καὶ οὐδεὶς τολμᾶ νὰ σκεφθεῖ τί μπορεῖ νὰ συμβεῖ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τοῦ συμβιβασμοῦ. Κανεὶς δὲν θέλει νὰ παραδεχθεῖ πὼς μία κακὴ λύση εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὴ μὴ λύση.
Τὰ ἀρνητικὰ σχόλια εἶναι γιὰ τρία σημεῖα τοῦ Δελτίου Τύπου τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου:
.         Τὸ πρῶτο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ Ἐκκλησία, κλῆρος καὶ λαός, θυσιάστηκαν καὶ μαρτύρησαν γιὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερη ἡ Μακεδονία. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὴν προσφορά Της. Ἡ δράση καὶ τὰ βάσανα τῶν Δράμας Χρυσοστόμου (τοῦ μετέπειτα Ἁγίου ἐθνοϊερομάρτυρος Σμύρνης), Καστορίας Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, Γρεβενῶν Αἰμιλιανοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν καὶ Μακεδονομάχων, εἶναι ὁ ἀδιάψευστος μάρτυρας αὐτῆς τῆς προσφορᾶς.
.         Τὸ δεύτερο εἶναι τὸ σημειούμενο, ὅτι λόγῳ τῆς προσφορᾶς της ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴν ἀπονομὴ τοῦ ὅρου «Μακεδονία» ἢ παραγώγου του ὡς συστατικοῦ ὀνόματος ἄλλου Κράτους. Διερωτᾶται κανείς, ἡ ἐκφραζόμενη ἄποψη ἀποτελεῖ παρέμβαση στὴν κυβερνητικὴ πολιτική; Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφράζει τὴν ἄποψή της; Πρέπει νὰ φιμωθεῖ, ὅπως συνέβαινε στὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα τοῦ περασμένου αἰώνα; Καὶ αὐτὸ τὸ πολυφορεμένο «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι…», ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀντιπάλους καὶ σταυρωτές Του, τί σχέση ἔχει μὲ τὴν ἐλευθερία νὰ ἐκφράσει τὴν ἄποψή της ἡ Ἐκκλησία; Μήπως ἡ ΔΙΣ ζήτησε νὰ ἀναλάβει τὸ ὙπΕξ;
.         Σημειώνεται ὅτι ὁρισμένοι, ποὺ διαφωνοῦν σήμερα νὰ ἐκφράζει τὴν ἄποψή της ἡ Ἐκκλησία ἦσαν μεταξὺ ἐκείνων ποὺ προσκάλεσαν τὸν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα νὰ συμμετάσχει καὶ νὰ ὁμιλήσει στὸ παλλαϊκὸ συλλαλητήριο τῆς Θεσσαλονίκης, στὶς 14 Φεβρουαρίου 1992, ποὺ ἐξέφρασε τὴν ἀντίθεσή του στὴν ὀνομασία τοῦ γειτονικοῦ κράτους!
.         Τὸ τρίτο εἶναι ἡ διατύπωση τῆς ἀνησυχίας τῆς Συνόδου, ὅτι τυχὸν ἀποδοχὴ τοῦ ὅρου «Μακεδονία» θὰ ἔχει ἐπιπτώσεις καὶ στὴν ὀνομασία τῆς αὐτοαποκαλούμενης ἐκκλησίας τῆς «Μακεδονίας». Ἐγράφη ὅτι ἡ «Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας» ἱδρύθηκε τὸ 1968 καὶ ἐτέθη εἰρωνικὰ τὸ ἐρώτημα ἂν χρειάστηκε μισὸς αἰώνας γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Τὸ συγκεκριμένο ἀρνητικὸ σχόλιο δείχνει ἄγνοια τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας.Τὸ 1967 οἱ τέσσερις Μητροπολίτες, ποὺ κάλυπταν ποιμαντικὰ τὸ σημερινὸ γειτονικὸ κράτος καὶ ἀνῆκαν στὴ Σερβικὴ Ἐκκλησία, ἀποφάσισαν νὰ ἀνακηρύξουν τὴν «Αὐτοκέφαλη Μακεδονικὴ Ἐκκλησία». Ἡ ἀπόφασή τους δὲν ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ Σερβικὸ Πατριαρχεῖο, στὸ ὁποῖο ἀνῆκαν. Ἡ Σερβικὴ Ἱεραρχία, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1967, ἀποφάσισε νὰ διακόψει κάθε λειτουργικὴ καὶ κανονικὴ σχέση μὲ τοὺς ἐν λόγῳ Μητροπολίτες. Τὴν ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας ἀποδέχθηκαν ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες – φυσικὰ καὶ ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία. Ἔκτοτε ἕως καὶ σήμερα ἡ σχισματικὴ «Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας» παραμένει ἀπομονωμένη.
.         Ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία τὸ 2002 προχώρησε ἕνα ἀκόμη βῆμα στὴν ἀντίθεσή της πρὸς τὴν σχισματικὴ Ἐκκλησία. Τότε ἵδρυσε στὰ Σκόπια αὐτόνομη, ὑπ’ αὐτὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸ ὄνομα Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος καὶ χειροτόνησε Ἀρχιεπίσκοπό της καὶ Μητροπολίτη Σκοπίων τὸν Ἰωάννη Ζόραν, καθὼς καὶ ἄλλους τρεῖς Ἀρχιερεῖς. Τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀχρίδος ἀποδέχονται ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὡς κανονικὴ καὶ ὄχι τοὺς σχισματικούς τῆς «Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας».
.         Τὸν περασμένο Νοέμβριο οἱ σχισματικοὶ Μητροπολίτες τῶν Σκοπίων, σὲ συνεργασία μὲ τὴν Κυβέρνησή τους καὶ ἐν ὄψει τῶν διαπραγματεύσεων γιὰ τὴν ὀνομασία τοῦ κράτους τους, ἀποφάσισαν νὰ συνεργασθοῦν μὲ τὸ Βουλγαρικὸ Πατριαρχεῖο καὶ διὰ μέσου αὐτοῦ νὰ πετύχουν τὴν αὐτοκεφαλία τους. Σημειώνεται ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ὀνομασία «Ἐκκλησία τῆς Μακεδονίας», μὲ τὴν σύμφωνη γνώμη τῆς κυβερνήσεως τῆς Σόφιας. Ἔτσι, διὰ μέσου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, ποὺ ἀναγνωρίζει ὡς «ὅμαιμους καὶ ὁμοεθνεῖς» τους σλάβους τῶν Σκοπίων, αὐτοὶ ἐπιχειροῦν νὰ περάσει στὸ κράτος τους τὸ ὄνομα «Μακεδονία». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀναμιγνύεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στὴν ὀνομασία τοῦ γειτονικοῦ κράτους. –

, , ,

Σχολιάστε

ΠΡEΠΕΙ ΝΑ ΒΡΟΝΤΟYΝ ΚΑΙ ΝΑ ΑΣΤΡAΦΤΟΥΝ ΟΙ AΜΒΩΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝIΑ… (Δ. Νατσιός)

Πρέπει ν βροντον κα ν στράφτουν ο μβωνες
γι
τν Μακεδονία… 

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Σὲ θέματα τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδας δὲν χωρᾶνε ὑποχωρήσεις. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς ἀμετακίνητος, σταθερὸς» (ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης)

.           Στὸ βιβλίο τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Λεων. Φιλιππίδου, «ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος, ὁ μεγαλομάρτυρας Μητροπολίτης» -ὁ Φιλιππίδης διετέλεσε προσωπικῶς γραμματέας τοῦ ἐθνοϊερομάρτυρος- διαβάζουμε στὴν σελ. 35: «Οἱ τελευταῖοι του λόγοι πρὸς τοὺς προτρέποντας αὐτὸν νὰ φύγει ἦταν: ΟΧΙ! Παράδοσις τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν εἶναι ἡ φυγὴ ἐν ὄψει κινδύνου, ἀλλ᾽ ὁ ἀγὼν μέχρις ἐσχάτων καὶ ἡ θυσία. Ἐὰν μὲν ὁ ἐχθρὸς φεισθῆ (λυπηθεῖ) τοῦ ποιμνίου μου, ποῖος θὰ τὸ περιθάλψη; Ἐὰν δὲ σφαγῇ πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ἐπιζήσω; Εἴτε τὸ ἕνα εἴτε τὸ ἄλλο, ἡ θέσις μου εἶναι ἐδῶ, μαζὶ μὲ τὸ ποίμνιό μου». Αὐτὴ εἶναι ἀπάντηση Ὀρθοδόξου Ἱεράρχη, ἡ ὁποία ὑπογράφτηκε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του.
.         Χαρακτηριστικὸ τῆς ἀπηχήσεως ποὺ εἶχε παγκοσμίως τὸ ἠρωϊκὸ φρόνημα καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἶναι τὸ ἑξῆς γεγονός: ὁ Ἀρμένιος ἀρχιεπίσκοπος τῆς Σμύρνης Γεβὰντ Τουριάν, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὴ σφαγὴ καὶ κατέφυγε στὴν Ἀμερική, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, φονεύθηκε ἀπὸ ὁμοεθνεῖς του, γιατί ἐγκατέλειψε τὸ ποίμνιό του καὶ δὲν τήρησε τὴν γενναία στάση τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ καὶ μακεδονομάχου Ἐπισκόπου Δράμας καὶ μετέπειτα Σμύρνης. Μεγαλειῶδες εἶναι καὶ τὸ συμβὰν κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποχώρησης τοῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὴν Δράμα, στὶς 30 Αὐγούστου τοῦ 1907. Πομπὴ χιλιάδων λαοῦ προστατευτικὰ -διὰ τὸν φόβο τῶν Τούρκων καὶ τῶν Κομιτατζήδων- συνόδευε τὸν μητροπολίτη μέχρι νὰ ἐπιβιβασθεῖ στὸ τραῖνο. Τότε ὁ δημογέροντας Νίκας ἐν μέσῳ τῆς συγκινήσεως καὶ γιὰ νὰ ἀνακουφίσει τὸν πόνο ὅλων, φώναξε δυνατά:
«-Δέσποτα, μᾶς παρέλαβες λαγοὺς καὶ μᾶς ἔκανες λιοντάρια. Μεῖνε ἥσυχος θὰ γίνει τὸ θέλημά σου».
.             Αὐτὸ ἔκαναν οἱ τότε Ἱεράρχες-Ἐθνάρχες τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα. «Ἔπιαναν ἀπὸ τὸ αὐτὶ» τοὺς καθημαγμένους Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας, σήκωναν ὄρθιους τοὺς λαγόκαρδους καὶ τοὺς ἔκαναν λιοντάρια. Ἔτσι σώθηκε ἡ Μακεδονία, σώθηκε ἡ Ἑλλάδα κατὰ τὸν ἀειθαλῆ λόγο τοῦ Ἴωνα Δραγούμη.
.           Σήμερα ἀκολουθοῦν οἱ ταγοὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀρμένιου Ἀρχιεπισκόπου. Ἐγκαταλείπουν τὸ ποίμνιο, χειροκροτοῦν ἄθεους, φοβοῦνται τοὺς νεκροθάφτες τῆς πατρίδας πολιτικούς. Ποιοί; Ὁ κλῆρος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ποὺ ὁ Ζαμπέλιος τὴν ὀνομάζει ἑλληνοσώτειρα. Ἀντὶ νὰ βροντοῦν καὶ νὰ ἀστράφτουν οἱ ἄμβωνες γιὰ τὸ θέμα τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἐπικείμενης προδοσίας, ἀκοῦμε «ἱερὲς μουρμοῦρες» γιὰ αὐτοσυγκράτηση, χαμηλοὺς τόνους καὶ λοιπὰ ἄνοστα καρυκεύματα τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ τῆς εὐθυγράμμισης μὲ τοὺς μειοδότες. (Καὶ ἀναφέρομαι εἰδικὰ στὸν ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὸν μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ποὺ ἀπορρίπτουν τὰ συλλαλητήρια).
.           Εἶναι φοβερὸ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει!
.           Γίνονταν, πρὸ καιροῦ, σεμινάρια γιὰ τὰ βλάσφημα βιβλία-φακέλους τῶν θρησκευτικῶν, οἱ σύμβουλοι καὶ παρασύμβουλοι “ἐπιμορφωτές”,-κομισάριοι ἀναμασοῦσαν τὰ φληναφήματα τοῦ ὑπουργείου, σηκωνόμασταν κάποιοι καὶ ἀποστομώναμε τοὺς εἰσηγητὲς καὶ μᾶς ἀντίκρουαν μὲ τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔφερνε σὲ πολὺ δύσκολη θέση:
.           «Τί μιλᾶτε; Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἔβγαλε καμμιὰ ἀνακοίνωση ποὺ νὰ τὰ καταδικάζει καὶ νὰ ζητᾶ ἀπὸ τοὺς γονεῖς τὴν ἐπιστροφή τους».
.           Καὶ ἔχουν δίκαιο. Ὄχι μόνο δὲν βοηθοῦν, ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ περὶ αὐτὸν ἐπίσκοποι -εὐτυχῶς 15-20 μητροπολίτες δὲν γονάτισαν- ἀλλὰ μᾶς θέτουν προσκόμματα, μᾶς προξενοῦν ζημιὰ καὶ ἀκυρώνουν ἐν πολλοῖς τὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν προάσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας μας. (Καλὰ συμβουλεύουν κάποιοι νὰ ἐπιστρέφονται τὰ βιβλία στὴν Ἱερὰ Σύνοδο…).
.           Τώρα μὲ τὸ συλλαλητήριο γιὰ τὴν Μακεδονία γίνεται τὸ ἴδιο. Δὲν συμφωνεῖ ὁ ἀρχιεπίσκοπος. Εἰσέπραξε καὶ τὰ συγχαρητήρια τοῦ κ. Γαβρόγλου. (Τί ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι; «Ἐπαινούμενος γὰρ ὑπὸ τῶν ἐναντίων ἀγωνιῶ μή τι κακὸν εἴργασμαι», ὅταν μὲ ἐπαινοῦν οἱ ἐχθροί, ἀγωνιῶ μήπως κάνω κάτι κακό. Καὶ εὐτυχῶς πολλοὶ Ἐπίσκοποι δὲν ὑπακοῦν).
.             Δυστυχῶς καὶ ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος πῆρε γραμμὴ καὶ μπῆκε στὴ γραμμὴ διαγράφοντας τὴν μέχρι τώρα γενναία του στάση. (Καὶ γι᾽ αὐτὸν ἔχουν κάτι οἱ ἀρχαῖοι: «Πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖο ἐκβάν, ἕκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται», αὐτὸ ποὺ πράττεις στὸ τέλος, καθορίζει καὶ τὰ προηγούμενα. Στὴν ἱστορία θὰ μείνει αὐτὴ ἡ τελευταία του στάση. Καὶ ὁ Νενέκος καπετάνιος ὀνομαστὸς ἦταν, ὅμως ὑπέκυψε στὰ φλουριὰ τοῦ Ἰμπραήμ, κατάντησε προδότης καὶ τὸν ξέκανε ὁ Κολοκοτρώνης, γιατί οὔτε τὰ χώματα ποὺ πατοῦσε δὲν τὸν ἄντεχαν). Καὶ ἔχουμε τούτη τὴν κρίσιμη ἐποχὴ τὸ ἑξῆς ἀπαράδεκτο φαινόμενο. Ὅλος ὁ λαὸς -πλὴν τῶν ἀπάτριδων καὶ ἐκκλησιομάχων- νὰ βροντοφωνάζει καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἱστορία μας καὶ ἡ πνευματικὴ ἡγεσία τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας νὰ ὑποσκάπτει τὸν ἀγώνα.
.           Ἐρωτῶ: θὰ ὑπακούσουν οἱ ἁπλοὶ ἱερεῖς. Στὴν μία πλευρὰ τῆς ζυγαριᾶς εἶναι ἡ παράδοση τοῦ ἑλληνορθόδοξου κλήρου -«παράδοση εἶναι ἡ ζωντανὴ φωνὴ τῶν κεκοιμημένων»- καὶ στὴν ἄλλη ἡ…ἄψογος στάση τοῦ ἀρχιεπισκόπου.
.             Νὰ ὑπενθυμίσω στοὺς ὀρθοδόξους ἱερεῖς μας τὰ λόγια τοῦ Μυριβήλη, εἶναι καθρέφτης: «Καὶ σωστὰ τό ᾽πανε, πὼς σὲ πολλὲς κρίσιμες ὧρες τὸ ράσο στάθηκε ἡ ἐθνικὴ σημαία τῆς Ἑλλάδας στὰ χρόνια της σκλαβιᾶς… Συμπέρασμα ἀδιάσειστο. Ἂν ὑπάρχουμε σήμερα σὰν ἑλληνικὴ φυλή, εἶναι γιατί κρατηθήκαμε ἀπὸ τὸ ἄμφιο τῆς θρησκείας μας ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια». (ὁμιλία τοῦ 1953, στὸ βιβλίο «Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση», σελ. 231).
.           Στὸ συλλαλητήριο τῆς Θεσσαλονίκης πρέπει νὰ «κυματίζουν» καὶ οἱ δύο σημαῖες. Καὶ ἡ γαλανόλευκη μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ράσο τῆς ἐκκλησίας μας. Ἂν λείψει τὸ δεύτερο θὰ ἀποτελεῖ προδοσία…
.           Θὰ κλείσω μὲ κάτι ποὺ διάβασα στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο «Γράμματα καὶ Ἅρματα στὸν Ἄθωνα» τοῦ Ἁγιορείτη Ἐπισκόπου Ροδοστόλου Χρυσοστόμου. Ἀναφέρεται στὸν Μακεδονομάχο, λεβέντη καπετάνιο Γ. Γιαγλή. Θεοσεβὴς καὶ εὐλαβέστατος ὁ ἀτρόμητος καπετάνιος, ἐξέφρασε τὴν ὕστατη ἐπιθυμία του νὰ καρεῖ μοναχὸς στὸ Ἅγιο Ὄρος, πράγμα ποὺ ἔγινε. Περιγράφει ὁ συγγραφέας τὴν τελευταία ἐξομολόγηση τοῦ γέροντα καπετάνιου, μοναχοῦ Γαβριὴλ πλέον, στὸν συνονόματο πνευματικό του παπα-Γαβριήλ. «Περίδακρυς καὶ συντετριμμένος ἀπὸ μετάνοια τὸν παρακαλοῦσε: [Ὁ διάλογος δὲν εἶναι… λογοτεχνικός. Εἶναι ἀληθινὸς καὶ αὐθεντικότατος. Τὸν ἀπεκάλυψε -χρόνια ἀργότερα- ὁ Πνευματικός. Μοῦ μεταφέρθηκε ἀπὸ μέλος τῆς συνοδείας του (π.Μελέτιος)].
-Θέλω ν᾽ ἀκούσουνε τ᾽ ἀφτιά μου τὴ διαβεβαίωσί σου. Πνευματικέ, γιὰ ν᾽ ἀναθαρρήση καὶ γλυκάνη ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἐλπίδα πὼς θά δῶ πρόσωπο Θεοῦ καὶ Παράδεισο… Δὲν σκότωνα γιὰ νὰ σκοτώνω. Γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ τ᾽ ἅγια της τό ᾽κανα. Μὲ βαραίνει ὅμως καὶ μὲ πονάει, ποὺ στὰ γιουρούσια, στὶς μάχες καὶ στὸ νὰ προστατευθῶ καὶ προστατέψω, ἔκανα ἔτσι, ποὺ “χάθηκαν” κι “ἄφταιγοι”. Τὰ ξέρεις ὅλα. Σκληρὸς ὁ πόλεμος. Σοῦ “πετρώνει” τὴν καρδιά, σοῦ “θολώνει τὸ μάτι”. Εἶχα, βλέπεις, στὸ λαιμό μου καὶ τὴν ὑπακοή μου καὶ ἕνα σωρὸ παλικάρια. Ἀλλὰ γιὰ ὅλους καὶ τὰ ὅλα ἤμουν ὑπεύθυνος ἐγώ. Πές μου ὁ Θεὸς θὰ μὲ σχωρέση;…
-Ὁ Χριστὸς σ᾽ ἔχει ἤδη σχωρεμένο καὶ μάλιστα τώρα, ποὺ στὰ χέρια σου δὲν κρατᾶς πιστόλι, ἀλλὰ τοῦτο τὸ περίστροφο (κομποσχοίνι), ποὺ σώζει. Καὶ γιὰ τοὺς «ἄφταιγους» σὲ σχωρνάει ὁ Θεός, γιατί βλέπει τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου. Ὅσο γιὰ τὰ ἄλλα σου… ἄξιος ὁ μισθός σου, γιατί ἂν δὲν ἤσουν σύ, ἡ Μακεδονία μας σήμερα θὰ ἦταν Βουλγαρικὴ κι οἱ συμπατριῶτες μας βασανισμένοι, ξέκλῆροι, μακριὰ ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησίες, στὶς ὁποῖες βαπτίσθηκαν κι ἀπ᾽ τὰ σπιτικά τους φευγάτοι. Δὲν σκότωνες γιὰ νὰ σκοτώνης. Ἐπιδρομεῖς κυνηγοῦσες καὶ σχέδια πονηρὰ ματαίωνες. Θεὸς σχωρές, ἄξιος ὁ μισθός σου…».
.           Τότε ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ πνευματικοί της εὐλογοῦσαν τ’ ἅρματα τῶν ἀντρειωμένων…
Τώρα…“φυγὴ ἐν ὄψει κινδύνου”, ἀπὸ Ἀθήνα καὶ Θεσσαλονίκη, τὶς μεγαλύτερες καὶ πολυπληθέστερες μητροπόλεις, ὅπου θὰ γίνουν συλλαλητήρια.

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

, ,

Σχολιάστε

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ καὶ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΙΣ «Πῶς θά ἠδύνατο νά “ἐκσυγχρονισθῇ” ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ἡ ζωηφόρος Ἀνάστασις, ἡ Θεία εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἄσκησις, ἡ μετάνοια καί ἡ συγχώρησις, ἡ οὐδέποτε ἐκπίπτουσα ἀγάπη;» (Πρωτοχρονιάτικος Χαιρετισμὸς Οἰκουμ. Πατριάρχου)

Xαιρετισμὸς
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου
ἐπὶ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους 2018

Ἱερώτατοι καί προσφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐξοχώτατε Πρέσβυ κύριε Εὐάγγελε Σέκερη, Γενικέ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Τέκνα τῆς ἡμῶν Μετριότητος ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

.         Ὁλοθύμως εὐχαριστοῦμεν τούς προλαλήσαντας διά τόν μεστόν λόγον καί τάς ἑορτίους εὐχάς, πρῶτον τόν Ἱερώτατον Μητροπολίτην Νικαίας κύριον Κωνσταντῖνον, ὁμιλήσαντα ἐκ προσώπου τῆς σεβασμίας Ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου, καί εἶτα τόν Ἄρχοντα Ἱερομνήμονα κύριον Ἀντώνιον Χατζόπουλον, ἐκ μέρους τῶν ὀφφικιαλίων τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐνταῦθα Ὁμογενείας.
.         Ὁμοθυμαδόν, ἐν λειτουργικῇ συνάξει καί ἐν χαρᾷ πεπληρωμένῃ, εἰσήλθομεν εἰς τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, ἐν τῷ πανιέρῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ἐν Φαναρίῳ, ἐδῶ, εἰς τόπον μαρτυρίας καί μαρτυρίου, εὐχαριστίας καί διακονίας, κληρονόμοι καί φύλακες τῶν πατρῴων παραδόσεων, τῆς ὀρθῆς καί ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως, τῆς ὀρθῆς δοξολογικῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς κατά Χριστόν ὀρθοπραξίας.
.         Δι᾿ ἡμᾶς τούς ὀρθοδόξους πιστούς, ἡ Πρωτοχρονιά συμπίπτει μέ τήν ἑορτήν τῆς κατά Σάρκα Περιτομῆς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἱεράν μνήμην τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, καί αὐτό δίδει εἰς τό χαρμόσυνον τοῦτο γεγονός ἰδιαίτερον πνευματικόν καί πανηγυρικόν χαρακτῆρα. Ὅλαι αἱ χριστιανικαί ἑορταί συνδέονται ἀρρήκτως μέ τέλεσιν Θείας Λειτουργίας. Κατά τάς ἑορτάς, βιοῦται ἡ ἄρρητος φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτεται τό βάθος τῶν πραγμάτων, ὁ χρόνος γίνεται αἰωνιότης, καιρός κοινωνίας τῆς ζωῆς, ἀνοίγει ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ, διαλύεται ἡ ἀχλύς τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν.
.         Τό Εὐαγγέλιον τῆς «συγκαταβάσεως τοῦ Σωτῆρος τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», καί τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσεως ὅλης ἐκ τῆς φθορᾶς, καθώς καί ὁ ἔνθεος, ἐκκλησιαστικός, ἀσκητικός καί βαθέως θεολογικός λόγος τοῦ οὐρανοφάντορος Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ φιλοθέου καί φιλανθρώπου, τοῦ φιλερήμου, κοινωνικοῦ καί πτωχοτρόφου, ἠχεῖ καί ἐφέτος μέσα εἰς ἕνα πλήρη ἀντιφάσεων κόσμον, ὅπου ἡ ἀφόρητος ἐξαθλίωσις ἀναριθμήτων ἀνθρώπων συνυπάρχει μέ τήν προκλητικήν σπατάλην τῶν κατεχόντων, ὅπου εἰς τήν ἰσοπεδωτικήν παγκοσμιοποίησιν ἀνθίσταται ἀκραίως καί βιαιομαχῶν ὁ θρησκευτικός φονταμενταλισμός, ὅπου οἱ θιασῶται τῆς ἰδιονομίας τῆς οἰκονομίας καί τῆς τεχνολογικῆς ἀναπτύξεως δέν φαίνεται ὅτι πτοοῦνται ἀπό τήν σφοδράν ἀντίδρασιν τῶν οἰκολογικῶν κινημάτων καί τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, ὅπου ἐκτυλίσσονται πρωτοβουλίαι καί συζητήσεις περί εἰρήνης, ἐνῷ συγχρόνως ἀνθεῖ ἡ παραγωγή καί τό ἐμπόριον καταστροφικῶν ὅπλων. Ὁ νέος ἐνιαυτός εὑρίσκει ἀμετρήτους ἀνθρώπους νά ἀδιαφοροῦν διά τά μείζονα καί τά ἀληθῆ, διά τήν δικαιοσύνην καί τήν ἀλληλεγγύην, καί νά ἐνδιαφέρωνται ζωηρῶς διά τά ἀτομικά των δικαιώματα καί τήν εὐδαιμονιστικήν αὐτοπραγμάτωσίν των. Στατιστικαί ἔρευναι ἀποκαλύπτουν ὅτι ἀτονεῖ βαθμηδόν τό αἰσθητήριον διά τό μυστήριον, καί ὅτι μειοῦται συνεχῶς ὁ ἀριθμός τῶν ἀτόμων μέ κοινωνικόν καί ἀγαπητικόν προσανατολισμόν.
.         Ἐνώπιον τῶν πρωτογνώρων ἀπειλῶν κατά τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τῆς ἀκεραιότητος τῆς δημιουργίας, ἡ Ἐκκλησία καλεῖται σήμερον νά δώσῃ τήν καλήν μαρτυρίαν αὐτῆς, ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ὁμιλῇ, τό πράττει διά νά ὑπερασπισθῇ τόν ἄνθρωπον, τόν «ἠγαπημένον τοῦ Θεοῦ». Ἐπίσης, δύναται νά σιωπᾷ διά τόν ἴδιον λόγον. Εἶναι ἀδύνατον ὅμως νά παραμένῃ ἀδρανής ἔναντι τῆς κραυγῆς τῶν ἀδικουμένων καί τοῦ στεναγμοῦ τῆς κτίσεως.
.         Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἠγνόησε τόν κόσμον, ἀλλά καί ποτέ δέν ἐταυτίσθη μέ αὐτόν.
.         Προφανέστατα, ἡ εὐαισθησία καί τό ἐνδιαφέρον διά τόν ἄνθρωπον καί τάς περιπετείας του δέν ὁδηγεῖ εἰς ἐκκοσμίκευσιν τῆς Ἐκκλησίας, εἰς ἕνα «ἐκσυγχρονισμόν» της, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀναποφεύκτου υἱοθετήσεως ὑπ᾿ αὐτῆς ἀρχῶν καί μεθόδων δράσεως, ξένων πρός τό Εὐαγγέλιον καί τήν Παράδοσιν τῶν Πατέρων. Πῶς θά ἠδύνατο νά «ἐκσυγχρονισθῇ» ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ἡ ζωηφόρος Ἀνάστασις, ἡ Θεία εὐχαριστία καί ἡ χριστιανική ἄσκησις, ἡ μετάνοια καί ἡ συγχώρησις, ἡ οὐδέποτε ἐκπίπτουσα ἀγάπη;
.         Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πιστή εἰς τόν Κύριον αὐτῆς, ὅστις «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι» (Ματθ. κ´ 28), ζῇ ὡς «διακονική Έκκλησία». Ἁγιάζει τήν ζωήν τῶν πιστῶν διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της. Ἀκούει τό «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» τῶν τραγικῶν θυμάτων τῆς πολεμικῆς βίας, τῶν διώξεων, τῶν διακρίσεων, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καί τῆς ἐκμεταλλεύσεως.
.         Συμπαρίσταται, ἀνακουφίζει, παρηγορεῖ, τρέφει, ἀγωνίζεται κατά τῆς ἀδικίας, σώζει τήν ἐλπίδα διά τήν ζωήν, κρατᾷ ἀνοικτήν τήν πύλην τοῦ οὐρανοῦ. Διακηρύσσει θαρσαλέως ὅτι, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, ὁ ὑποτιμῶν τόν ἄνθρωπον ὑποτιμᾷ τόν ἴδιον τόν Θεόν, καί ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἄνθρωπον εἶναι ἀδύνατον νά ἀγαπᾷ τόν Θεόν.
.         Ὄντως, ἡ ἀδιάσπαστος συνάφεια καί ἑνότης τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τῆς οὐ ζητούσης τά ἑαυτῆς ἀγάπης πρός τόν πλησίον εἶναι τό ὑψηλότερον ἦθος, τό ὁποῖον ἐγνώρισεν ἡ ἀνθρωπότης εἰς τήν ἱστορικήν της πορείαν. Ἐν Χριστῷ, ὁ πιστός ἔλαβε πολλά, «τά πάντα», καί δίδει πάμπολλα, «τά πάντα τοῖς πᾶσι». Τό «λαμβάνειν», τό δώρημα τῆς Θείας χάριτος, καί τό «διδόναι», ἡ θυσιαστική ἀγάπη, εἶναι ἡ οὐσία τῆς ταυτότητος τοῦ καινοποιηθέντος, ἐν Χριστῷ καί ἐν τῇ Ἐκκλησία Του, ἀνθρώπου..
.         Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, προγευομένη ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἐν τῇ ζωῇ τῆς ἀγάπης καί τῆς διακονίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, τῆς ἐσχατολογικῆς τελειώσεως τῶν πάντων, καί εἰκονίζουσα αὐτήν, πορεύεται πρός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παντελής φανέρωσις καί ἡ τελεία ἀποκάλυψις αὐτῶν, τά ὁποῖα ζῶμεν καθ᾿ ὁδόν, ἐν Ἐκκλησίᾳ καί ὡς Ἐκκλησία. «Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8).
.         Ὅταν ἀπουσιάζῃ ἡ πίστις εἰς τήν αἰωνιότητα, τότε ὅλη ἡ ζωή καί ἡ δρᾶσις μας ἔχει τό στίγμα τῆς ματαιότητος. Τό νά δίδωμεν εἰς τήν ζωήν μας ὅ,τι νόημα ἐπιθυμοῦμεν, δέν εἶναι γνησία ἐλευθερία. Δέν ὑπάρχει ἀληθής ἐλευθερία χωρίς τήν Ἀλήθειαν καί ἔξω ἀπό τήν Ἀλήθειαν, ἡ ὁποία δι᾿ ἡμᾶς εἶναι «πρόσωπον», ὁ ἐνανθρωπήσας, σταυρωθείς καί ἀναστάς, ἀνελθών εἰς τούς οὐρανούς καί πάλιν ἐρχόμενος Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ἡ ἐλπίς ἡμῶν». Χωρίς αὐτήν τήν ζωοπάροχον ἐλπίδα συρρικνοῦνται αἱ δημιουργικαί δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἔγκλειστος εἰς τόν ἑαυτόν του, ὁ αὐτόνομος «ἀνθρωπο-θεός», δέν ἔχει προοπτικήν καί μέλλον.
.         Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,
.         Ἔρχονται καί παρέρχονται αἱ γενεαί τῶν ἀνθρώπων καί ἐν τῇ εὐλογημένῃ Πόλει τῶν Πόλεων σώζονται, χάριτι τοῦ ἀγαθοπαρόχου Θεοῦ τῆς ἀγάπης, τά τιμαλφῆ τοῦ Γένους, ἡ πίστις, τό ἦθος καί ὁ πολιτισμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Παρελαύνουν ἐνώπιον ἡμῶν, κατά τήν ἑόρτιον καί ἱεράν αὐτήν στιγμήν, αἱ φωτειναί μορφαί τῶν προκατόχων ἡμῶν Πατριαρχῶν καί πάντων τῶν εὐόρκως διακο-νησάντων τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν, πάλαι τε καί ἐπ᾿ ἐσχάτων. Ἐν συγκινήσει βαθείᾳ καί κατανύξει τούς μνημονεύομεν καί τούς εὐγνωμονοῦμεν.
.         Εἰς δέ πάντας ὑμᾶς τούς παρόντας, τούς συνεορτάζοντας καί συμπνευματιζομένους, καί εἰς τά ἐγγύς καί τά μακράν φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀπευθύνομεν ἐγκάρδιον ἑόρτιον χαιρετισμόν καί εὐχόμεθα, διά τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου, ὑγιείαν κατ᾿ ἄμφω, ὁμόνοιαν καί εἰρήνην, τήν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην καί δαψιλῆ καρποφορίαν ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς, ἐπικαλούμενοι ἐφ᾿ ὑμᾶς, μεσιτείᾳ καί πρεσβείαις τοῦ οὐρανοφάντορος Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ σήμερον ἐν εὐλαβείᾳ καί εὐχαριστίᾳ, ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις ἑορταζομένου καί τιμωμένου, οὗ τά ρήματα καί τά ἔργα καί τά τίμια λείψανα πάσης ἁγιότητος πλήρη ὑπάρχουσι, τήν ζείδωρον χάριν καί τό ἀμέτρητον ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Κυρίου τῶν ὅλων.
.         Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα!

 

ΠΗΓΗ: ec-patr.org

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IB´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 3/66, Μάϊος- Ἰούν. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»
Μέρος ΙΑ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

 Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία

.             Ὁ Ἑρμᾶς, χριστιανὸς συγγραφέας τῶν ἀρχῶν τοῦ 2ου αἰ., παραθέτει στὸ ἔργο του Ποιμν τὴν ἑξῆς ἀποκαλυπικὴ εἰκόνα: «Ἀπεκαλύφθη δέ μοι, ἀδελφοί, κοιμωμένῳ, ὑπὸ νεανίσκου εὐειδεστέτου λέγοντός μοι· Τὴν πρεσβυτέραν, παρ᾽ ἧς ἔλαβες τὸ βιβλίδιον, τίνα δοκεῖς εἶναι; Ἐγώ φημι· Τὴν Σίβυλλαν. Πλανᾶσαι, φησίν, οὐκ ἔστιν. Τίς οὖν ἐστιν; φημί. Ἡ Ἐκκλησία, φησίν. Εἶπον αὐτῷ· Διατί οὖν πρεσβυτέρα; Ὅτι, φησίν, πάντων πρώτη ἐκτίσθη· διὰ τοῦτο πρεσβυτέρα, καὶ διὰ ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη» (Ποιμήν, Ὅρασις β´, ΙV). Ἡ διατύπωση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὴν Ἐκκλησία ὡς πραγματικότητα ποὺ προϋπάρχει τοῦ κόσμου καὶ ἀποτελεῖ τὴ συνθήκη τοῦ κόσμου. Μ᾽ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ εἶναι Ἐκκλησία. Μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνδεδεμένη μὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, προσδιορίζει ἐπίσης τὴν τριαδικότητα τοῦ ἀνθρώπου, συνθήκη ποὺ διατυπώνεται μὲ τὸν ὅρο «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν». Προχωρώντας ἕνα βῆμα ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ, ζωὴ ποὺ ὁρίζεται ὡς ἀγάπη («ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι»). Μὲ τὸ ὄνομα μάλιστα «Ἄνω Ἱερουσαλὴμ» ἀντιλαμβανόμαστε τὴν Ἐκκλησία νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἔσχατα (βλ. Ἀποκ. κα´ 2: «Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ»), ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ σύνδεση πρωτολογίας καὶ ἐσχατολογίας, ἢ καὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς ἡ ἀνταρσία δείχνει νὰ διαταράσσει τὴν ἁρμονία τῆς δημιουργίας, σὲ σκοτεινοὺς μάλιστα αἰῶνες (αἰῶνες τῆς ἀγνωσίας καὶ τῆς σύγχυσης) δείχνει νὰ «ἀκυρώνει» τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο ὅμως τῆς θείας Οἰκονομίας θὰ ξαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴ σύνδεση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἐμφανίσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δυναμικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πορεύεται πρὸς τὴν ἐσχάτη Βασιλεία, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ποὺ διαταράχθηκε (καὶ διαταράσσεται) ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ «καταντήσουν» νὰ εἶναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».
.               Ἀντιλαμβανόμαστε τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκφράζει τὴν βούλησή του νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο τὰ πάντα χαρίζονται. Πρόκειται γιὰ διαρκῆ κίνηση δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν δημιουργία του καὶ τὸ πλήρωμά της. Ὡς κίνηση δωρεᾶς δὲν ἐμπεριέχει συναλλαγὴ ἢ ἀνταλλαγή, δεδομένης ἄλλωστε τῆς διαφορᾶς τῶν φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης. Εἶναι μία κίνηση ποὺ χαρίζεται στὴν κτιστὴ φύση, στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ἀντάλλαγμα, ἐκτὸς τῆς ἐλεύθερης θέλησής του νὰ κοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό, γιατί οὕτως ἢ ἄλλως ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ὁποιοδήποτε ἀντάλλαγμα ἔναντι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς. Στὴν ἱερὴ γλώσσα αὐτὴ ἡ κίνηση ὀνομάζεται θεία Χάρη. Ἑπομένως ὀνομάζουμε θεία Χάρη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Πῶς γίνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὥστε ὁ δεύτερος νὰ γίνεται κοινωνὸς θείας φύσεως; (βλ. Β´ Πέτρ. α´ 4: «ἵνα γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως»). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμειχθεῖ ἡ φύση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι γιατί δὲν θέλει ἢ γιατί δὲν εἶναι σωστό, ἀλλὰ γιατί εἶναι πέραν τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση τῆς θεότητας δὲν ἀναμειγνύεται μὲ τὴ φύση τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ εὐρύτερα μὲ τὴν κτιστὴ φύση. Αὐτὸ λοιπὸν μὲ τὸ ὁποῖο ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ ἐνέργειές της, ἤ, νὰ τὸ πῶ μὲ μιὰ ἄλλη λέξη, οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως. Ἡ φύση ἔχει δυνάμεις καὶ αὐτὲς τὶς δυνάμεις τὶς ὀνομάζουμε ἐνέργειες – ἄκτιστες ἐνέργειες. Τὸ ἄκτιστον ἐκχέει αὐτὲς τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴν κτίση, στὸ κτιστόν. Τὸ κτιστὸν συνδέεται ἤ, ἂν θέλετε, διαποτίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες. Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν μεταποιεῖ τὸ κτιστὸν σὲ μὴ θνητόν, σὲ μὴ φθαρτόν. Τὸ ἀφθαρτοποιεῖ, τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν κίνησή του πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, πρὸς τὸ μηδέν.
.               Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διαποτίζουν τὸ κτιστόν, δὲν εἶναι ἐνέργειες ἀφηρημένες, οὔτε εἶναι δυνάμεις κτιστές, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ μαγνητικὴ δύναμη ἢ ἡ δύναμη τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἂν ἀκουμπήσεις μία ἠλεκτρικὴ πηγὴ θὰ σὲ διαποτίσει ἡ ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, εἴτε τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις. Ἀντίθετα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πηγάζουν ἀπὸ προσωπικὴ ὑπόσταση καὶ ἔχουν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τὸν διάλογο, τὴ σχέση, τὴν ἀπόκριση. Αὐτὸ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τὸ ὀνομάζουμε «ἐλευθερία» ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λειτουργικὴ ἔκφραση, «προαίρεση». Τί σημαίνει ὅτι προαιροῦμαι, ὅτι θέλω νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες; Τὸ «θέλω» δὲν εἶναι μιὰ παθητικὴ στάση, εἶναι μιὰ στάση ἐνεργητική. Πρέπει δηλαδὴ καὶ ἐγὼ τὶς δικές μου κτιστὲς φυσικὲς ἐνέργειες νὰ τὶς ἐνεργοποιήσω πρὸς τὰ ἔξω. Νὰ φύγω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ νὰ βρεθῶ «ἐκτὸς ἑαυτοῦ», πρὸς τὸν ἄλλον. Αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε στὴ νηπτική μας παράδοση ἔκσταση (ἀπὸ τὸ «ἐξίσταμαι», βγαίνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου). Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία υἱοθετεῖ τώρα τὴν πρώτη κίνηση ποὺ ἀνέφερα, τὴν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ τὴν «διορθώνει», δίνοντάς της ἰδιαίτερο περιεχόμενο: κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ σημαίνει ἀπάντηση στὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (βλ. Γαλ. δ´ 9: «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»). Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.               Ὅταν λέμε ὅτι ἔργο τῆς θεμελιωμένης καὶ ἱδρυμένης ἀπὸ τὸν Θεὸ Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, ἀναφερόμαστε κατ᾽ οὐσίαν σὲ μία σχέση. Ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν εἶναι ἡ παρουσία μιᾶς σχέσης. Τὴ σχέση αὐτὴ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν «ἐρωτική». Ἡ σχέση αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχουν κείμενα ποὺ μιλοῦν γι᾽ αὐτὴ τὴ σχέση, ὅπως εἶναι ἡ Κλίμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου ἢ τὰ ποιήματα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ἢ τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Μιλᾶμε γιὰ μία διαλεκτικὴ σχέση θείου καὶ ἀνθρώπινου ἔρωτα.
.               Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ νικήσει τὴν ἐντός του φθορά, τὴν φυσική του δηλαδὴ φθορά, ἂν δὲν ἀπαντήσει ἐνεργητικά, ἂν δηλαδὴ δὲν κινητοποιήσει μέσα του ὅλες του τὶς ἐνέργειες σὲ μία φορὰ πρὸς τὸ θεῖο. Μιὰ τέτοια κίνηση ἀσφλῶς σημαίνει μιὰ ὑπερβολικὰ ἔντονη δυναμικὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἀνθρώπινη ὅμως καθημερινότητα ὑπάρχουν οἱ πολλὲς ἥσυχες στιγμές. Ἡ Ἐκκλησία καταφάσκει σὲ αὐτὲς τὶς πολλὲς ἥσυχες στιγμὲς καὶ τὶς ἐντάσσει μέσα στὴ δική της Λειτουργία, κατὰ τρόπο ὥστε μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια μας αὐτὴ τὴν καθημερινότητα νὰ ψηλαφοῦμε σιγὰ-σιγὰ αὐτὸν τὸν ἁγιασμό. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βαπτιζόμαστε, μυρωνόμαστε, κοινωνοῦμε, ἐνδεχομένως θεραπευόμαστε, ἐνδεχομένως παντρευόμαστε, ἐνδεχομένως ἀποφασίζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἱερὸ κλῆρο. Τέτοιες πράξεις ποὺ ἁγιάζουν ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς καθημερινότητάς μας τὶς ὀνομάζουμε καὶ «μυστήρια». Βέβαια ὅλες οἱ πράξεις τῆς Ἐκκλησίας –ὅπως π.χ. ἡ προσευχὴ τῆς κοινότητας, ἡ κατάθεση μιᾶς πράξης ἀγάπης, ἡ ἄσκηση– ὅλες αὐτὲς εἶναι ἁγιαστικὲς πράξεις, ποὺ ἐμπεριέχουν στοιχεῖα μυστηρίου. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κι αὐτὲς οἱ πράξεις ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε «μυστήρια» καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν στὸν ἄνθρωπο σιγά-σιγὰ νὰ μαθαίνει νὰ διαλέγεται μὲ τὸν Θεό, ὀργανώνοντας τὴ ζωή του γύρω ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Τὰ «μυστήρια» διδάσκουν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνεργοποιεῖ σωστὰ τὶς ἐνέργειές του, νὰ τὶς κατευθύνει ὡς σωστὴ ἀπάντηση πρὸς τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν διαποτίσουν. Γιατί ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀγαθὴ πρόθεση καὶ νὰ θέλει νὰ ἐνεργοποιεῖ τὶς ἐνέργειές του πρὸς τὸ θεῖο, ἀλλὰ ἂν δὲν διδαχθεῖ τὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας, αὐτὲς νὰ μὴν κατευθύνονται πρὸς τὸ θεῖο, νὰ χάνονται, νὰ σκορπίζονται.

, ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –11 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
IΑ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου
Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/66, Μάρτ.- Ἀπρ. 2017
Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»
Μέρος E´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Μέρος Z´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»
Mέρος Η´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –8 «Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».
Mέρος Θ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –9 «Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».
Μέρος Ι´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –10 «Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν

.           Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο; Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –12 «Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ, ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ἕνας Κύριος, μία Ἐκκλησία, ἕνα Εὐαγγέλιο

 Τοῦ Περιοδ. “Ὁ Σωτήρ”,
ἀρ. τ. 2163, 15.10. 2017

.           Τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ σωτηρία ποὺ δίνει αὐτὴ στοὺς πιστούς.
.           Πάντοτε λοιπόν, ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἀπαραίτητα πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὴν ἀλήθεια ὅτι αὐτὴ ἡ σωτηρία βιώνεται καὶ ἐπιτυγχάνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.           Πρωτίστως, πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅτι «δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ σωτηρία, οὔτε ὑπάρχει ὄνομα τὸ δεδομένο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὸ ὁποῖο σωζόμαστε, παρὰ μόνο τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (Πράξ. δ´ 12). Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁμολογοῦμε εὐθαρσῶς ὅτι μόνο διὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σώζεται ὁ ἄνθρωπος. «Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία», λέγει ὁ ἅγιος Κυπριανός, Ἐπίσκοπος Καρθαγένης.
.           Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ δια­κηρύσσεται σὲ ὅλους τοὺς τόνους, διότι πολλοὶ λέγουν ὅτι πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ «θρησκεύουν» μὲ ἕνα δικό τους ἰδιαίτερο τρόπο. Ἀναπτύσσουν μία ἰδιόρρυθμη σχέση μὲ τὸν Κύριο, συναισθηματική, φιλοσοφική, ἐ­­θιμοτυπική, λαϊκὴ καὶ ἀφήνουν στὴν ἄκρη καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Ξεχνοῦν τὴ θεία ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ´ [14] 6). Ἑρμηνεύουν τὸ ἅγιο παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἰδεολογία τους… Προσ­­αρμόζουν «στὰ μέτρα τους» τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν ἐξασφαλισμένη τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.           Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο», ὅπως λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης (α´ 17). Αὐτὴ ὅμως ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βρίσκεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ ἡ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἐπαναπαύεται πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα τῶν Ὀρθοδόξων Ναῶν. Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ ζεῖ κάποιος ἐκτὸς Ἐκκλησίας – ἐν γνώσει του καὶ μὲ ἐπιλογή του – καὶ νὰ σωθεῖ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας. Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βιώνει κάποιος τὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθεῖ τὰ ἴχνη Του, ἐφαρμόζει τὶς ἐντολές Του, κατανοεῖ τὸν λόγο Του, καθαίρεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του, κληρονομεῖ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.           Αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας, ποὺ χορηγεῖ ὅλα αὐτὰ τὰ θεῖα δωρήματα, εἶναι μετὰ πάσης βεβαιότητος ἡ Ὀρθόδοξη. Δὲν ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, ὅπως καὶ δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ «Χριστοί», πολλὲς Κεφαλές, πολλὰ Εὐαγγέλια. «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», λέγει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφ. δ´ 5). Οἱ λεγόμενες καταχρηστικὰ καὶ τεχνικὰ “Ἐκκλησίες” εἶναι αἱρέσεις καὶ ἀνθρώπινες ἀπόψεις, ποὺ ἀπὸ τὸ ὅλο Εὐαγγέλιο διάλεξαν καὶ ἀπομόνωσαν ἕνα μέρος, ἕνα ἀπόσπασμα ἢ νόθευσαν καὶ ἀλλοίωσαν τὸ ὄλο μὲ παρερμηνεῖες.
.           Βασικὴ ἀσφαλῶς προϋπόθεση γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ πίστη. Τί εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ πίστη; Εἶναι σχέση ἐμπιστοσύνης, ἀγάπης καὶ ἀκολουθίας τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἀποδοχὴ τῶν θείων ἀληθειῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολές Του. Αὐτὸς ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἀσφαλῶς δὲν θὰ πέσει ἔξω. Ἔχει ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεωρητικὴ πίστη καὶ τὴν ἔμπρακτη καθημερινὴ ἐφαρμογή. Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τῆς πίστεως συνοδεύεται ἀπὸ τὴ Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ τὸν προσωπικὸ ἀγώνα καὶ ἁγιασμό.
.           Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ γνωρίζουμε ὅτι ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ ἡ εἴσοδος στὴν Ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀρχίζουν μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε στοὺς ἁγίους Μαθητὲς καὶ Ἀποστόλους: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. ιϛ´ [16] 15-16).
.           Ἂς δοξάσουμε λοιπὸν τὸν Ἅγιο Θεό, ὁ Ὁποῖος εὐδόκησε διὰ τῶν γονέων μας καὶ τῶν ἀναδόχων μας νὰ μᾶς κάνει μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Του. Ἂς κρατήσουμε τὴν Πίστη τοῦ Εὐαγγελίου ἀναλλοίωτη στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας καὶ ἄς μείνουμε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ Τελειωτὴ τῆς Πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστὸ μέχρι τῆς ἐσχάτης ἀναπνοῆς μας.

 

, ,

Σχολιάστε