Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ!

Τὸ στερέωμα τῶν ἐπὶ Σοὶ πεποιθότων,
στερέωσον, Κύριε, τὴν Ἐκκλησίαν,
ἣν ἐκτήσω τῷ Τιμίῳ Σου Αἵματι.

Σχολιάστε

«ΤΟ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΣΩΜΑ» (Πολλή ἀρρώστεια ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό μέλη της, ἄλλοτε λόγῳ ἁμαρτιῶν, ἄλλοτε λόγῳ ζηλωτισμῶν, καί μάλιστα ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ)

«Τό πληγωμένο Σῶμα»

τοῦ Ν. Ι.

Περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 278, Σεπτ. 2019

.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί ὅσοι μετέχουν τῶν Μυστηρίων καί πιστεύουν ὀρθῶς, ὡς «βεβαπτισμένοι καί βεβαιόπιστοι», κατά τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, εἶναι ζωντανά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά νά νικήση τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο καί ἐπάνω στόν Σταυρό τό Σῶμα Του πληγώθηκε, ἔρρευσε ἀπό τά μέλη πού καρφώθηκε στόν Σταυρό, κυρίως ἀπό τήν ἁγία του πλευρά πού λογχεύθηκε, τό αἷμα Του. Καί μετά ἀπό τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός κράτησε τίς οὐλές τῶν πληγῶν στό Σῶμα Του γιά νά δείξη στούς ἀνθρώπους τήν μεγάλη του ἀγάπη πρός αὐτούς, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
.           Ὅταν σκέπτομαι τήν ὀδύνη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Σταυρό καί τό αἷμα πού ἔρρευσε ἀπό τήν ἁγία Του πλευρά, δηλαδή τίς πληγές πού σχηματίσθηκαν πάνω στό Σῶμα Του, συγκλονίζομαι ἀπό αὐτήν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν ἀχαριστία καί τήν ἀπρέπεια τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του.
.           Ὅμως, τώρα καί οἱ Χριστιανοί σταυρώνουν τόν Χριστό καί πληγώνουν τό Σῶμα Του. Γι’ αὐτήν τήν ἀνασταύρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Καί παραπεσόντας πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντας» (Ἑβρ. ϛ´ 6).
.           Οἱ ἁμαρτίες τῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν Χριστιανῶν, οἱ διαιρέσεις καί τά σχίσματα, οἱ φιλαρχίες καί οἱ ἀνταγωνισμοί καί πολλά ἄλλα πληγώνουν καί πάλι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ εὐθύνη τῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν, σήμερα παρουσιάζεται πληγωμένη καί τραυματισμένη. Βεβαίως, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι δοξασμένο καί ἀναστημένο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί τό πληγώνουμε καθημερινά μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο.
.           Τόν τελευταῖο καιρό αἰσθάνομαι δύο διαφορετικές καταστάσεις. Διαβάζω καί γράφω γιά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνθουσιάζομαι καί εὐφραίνομαι γιά τό ὕψος τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Κάνω τήν τελευταία διόρθωση τοῦ βιβλίου γιά τήν «πατερική καί σχολαστική θεολογία». Ὅμως, ὅταν θελήσω νά ἀγγίξω μερικές πονεμένες καί τραυματισμένες πλευρές τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ὅπου ρέει ἄφθονο αἷμα, τότε δοκιμάζω καί ἐγώ μιά ἀφόρητη θλίψη, ἕνα μεγάλο πόνο.
.           Κάπως ἔτσι αἰσθάνονται καί οἱ χειροῦργοι ἰατροί. Διαβάζουν καί γράφουν διάφορα θεωρητικά βιβλία περί ἰατρικῆς χειρουργικῆς, ἀλλά ὅταν πιάνουν τό νυστέρι γιά νά κάνουν ἐγχειρήσεις, τότε ἀγγίζουν τίς πληγές τοῦ σώματος τῶν ἀσθενῶν καί πολλές φορές τά αἵματα πέφτουν ἐπάνω τους, ματώνονται καί τά ροῦχα τους.
.           Μιά τέτοια ἀντίληψη ἔχω τόν τελευταῖο καιρό. Τό νά γράφω γιά θεολογικά, νηπτικά καί πνευματικά θέματα εἶναι εὔκολο καί ἴσως καί εὐχάριστο. Ὅμως ὅταν θέλω νά γράψω γιά τίς «ἐκκλησιολογικές πληγές», συναντῶ τίς ἀντιδράσεις τῶν τραυματισμένων καί πληγωμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί πέφτει πάνω μου τό αἷμα πού τρέχει ἀπό αὐτές τίς πληγές.
Σκέπτομαι ὅτι πολλή ἀρρώστεια ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό μέλη της, ἄλλοτε λόγῳ ἁμαρτιῶν, ἄλλοτε λόγῳ ζηλωτισμῶν, καί μάλιστα ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἐπίσης παρατηρῶ ὅτι μερικοί εἰδήμονες καί μή, γράφουν θεολογικές ἐκθέσεις ἰδεῶν καί ἀστυνομικές ἀναλύσεις, χωρίς πόνο, δίχως δάκρυ, στεκόμενοι σέ ἀπόσταση γιά νά μή λερωθοῦν καί ματώσουν.
.           Ὅπου κι ἄν κοιτάξη κανείς θά δῆ πληγές, αἵματα, πόνους. Καί κράζει: «Κύριε, σῶσον τούς εὐσεβεῖς»!

Ν.Ι.

 

,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ
«Θεία Λατρεία – Προσδοκία καὶ ὅρασις Θεοῦ»,
Κατηχήσεις καὶ Λόγοι-4,
ἐκδ. «Ὀρμύλια», 2003, σελ. 180 ἑπ.
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ εἷς ἕκαστος μετέχει προσωπικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς θείας οἰκονομίας, διότι οἰκειοποιεῖται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου. […] Εἰς τὸ μυστήριον τῆς θεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς κτίσεως συμβάλλει τὸ κάθε πρόσωπο. Ὁ καθείς μας διακονεῖ. Ὁ ἄνθρωπος παρέχει ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ δῶρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ ἑαυτοῦ δῶρον, τὸν ἄρτον τὸν οὐράνιον, τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, εἰς βρῶσιν καὶ πόσιν μεθ᾽ ὅλων τῶν θεϊκῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμεθα ἅγιοι, λαμβάνομεν χαράν, εἰρήνην, ἀγάπην, πραότητα, Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν γινόμεθα ἡμεῖς ἅγιοι διὰ τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μᾶς ἁγιάζει ὁ Θεὸς δι᾽ αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀνταποδόσεων ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
.                 Ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ὁ ἄνθρωπος βιοῖ δύο καταστάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὴν Λειτουργίαν: τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καρφώση κάπου τὸν νοῦ του· φεύγει ἀδιαλείπτως. Περισπᾶται ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαίρεσις εἶναι ἐμφανὴς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Τὸ πρῶτον, ὁ περισπασμός, κατακερματίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν κατατσακίζει. Τὸ δεύτερον, ἡ διαίρεσις, τὸν διαλύει, τὸν ἀποσυνθέτει. Δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον καὶ φάρμακον κατὰ τῆς διπλῆς αὐτῆς μάστιγος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς μετὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Γνωρίζομε δὲ ὅτι ὁ κόσμος τώρα δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἑνὸς ἀνθρώπους, σοφοῦ ἡγέτου ἢ προφήτου ἢ πνευματικοῦ ταγοῦ καὶ τροφοῦ, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ μίαν ἀντίληψιν συνδικαλισμῶν· καὶ ἡ λέξις συνδικαλισμὸς μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὄχι μόνον μὲ ἐκείνην τῆς πολιτικῆς, σημαίνει συνωστισμός, συνωθισμός, συμπαρασυρμὸς καὶ ἐξικνεῖται μέχρι τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Λείπει ἡ ἑνοῦσα μορφὴ καὶ κυριαρχεῖ ἡ συνένωσις, ὁ συμπαρασυρμός, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται κύματα ἀγόμενα καὶ φερόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ δράσουν, ἀλλὰ μποροῦν μόνον νὰ ἀναστατώνουν. Ὁ κόσμος ἀκόμη ὑφίσταται δεσποτείαν ρευμάτων καὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, βιοθεωρητικῶν, ἕνα σύνολον συστημάτων ἰδεολογικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, διότι τὸν κάνουν νὰ νοιώθη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθής. Λείπει ἀπὸ μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὁ Θεὸς καὶ ἡ θεολογία.
.                 Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ διαίρεσις, ἔχουν βαθείας συνεπείας εἰς τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν τῶν προσώπων καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λειτουργία εἶναι κάτι ἄλλο. Εἰσέρχεται εἰς τὴν διαλελυμένην κοινωνίαν, τὴν προσλαμβάνει, τὴν συνάπτει μὲ τὸν λειτουργικὸν χῶρον καὶ τὴν καθιστᾶ τόπον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Πῶς ἀλλοιῶς νὰ φαντασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν; Ποῦ νὰ τὸ θυμηθῆ; Πῶς νὰ τὸ καταλάβη; Ποιός νὰ τοῦ τὸ πῆ; Ὅλοι τρέχουν, ὠθοῦνται, βιάζονται. Ἡ προσωπικὴ κοινωνία, ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸν ποὺ χαρίζει τὴν εἰρήνην, τὴν χαράν, τὰ χαρακτηριστικὰ γενικῶς τῆς θεότητος, χωρὶς νὰ ἀπόλλυται ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ διατηρεῖται καὶ παρέχεται μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν.
.                 Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλοιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα· δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρωπίνη προσωπικότης. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕνα χριστιανισμὸν εἰς τὰ μέτρα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ζῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμον καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν· παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ζῆ τὸν κόσμον. Ἔχει κοινὴν ζωὴν καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν· ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴ καὶ ζῆ κοινὴν ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος!
.                 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθησις τοῦ χρόνου καὶ αἱ μέριμναι ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Ποιός πηγαίνει στὸν ἑσπερινό, στὸν ὄρθρο; Πόσοι κάνουν ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὰς ἀκολουθίας μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παρα-χωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸν μόνον ἡ θεία λειτουργία –μάλιστα οὐχὶ καὶ ὁλοκλήρου τῆς λειτουργίας ἡ ἀκρόασις– ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖον ἱερὸν θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσίαν των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν θείαν κοινωνίαν νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνον παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία, ὅπως εἴπαμε, δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει εἰς θεῖα βιώματα. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θείαν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικήν μας μέθεξιν καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», διὰ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἅγιοι.
.                 Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον Μαρδάριον, ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε Μάρτυρας, […] Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του εἶδε τὸν μάρτυρα Εὐστράτιον, ποὺ ἐπήγαινε νὰ μαρτυρήση. Ἐσκίρτησε ἡ καρδιά του καὶ σκέφθηκε ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἔτσι, δὲν ἠθέλησε νὰ στεφανωθῆ μόνον ὁ Εὐστράτιος. Ἀγκαλιάζει τὴν γυναῖκα του, τὴν ἀσπάζεται, παίρνει τὴν εὐχή της, τὴν ὁποίαν ἐκείνη τοῦ δίδει ἀμέσως, χαιρετᾶ καὶ εὐλογεῖ τὰ δύο παιδιά του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν μάρτυρα Εὐστράτιο νὰ πάρη στέφανον νίκης καὶ οὐρανίου ἐπιτυχίας. Δὲν τὸν νοιώθομε αὐτό, δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ διακονήσωμε, νὰ λειτουργήσωμε τὴν ἁγιότητά μας, ἀλλὰ πηγαίνομε νὰ παραστῶμεν, νὰ ἀκούσωμεν, νὰ κοινωνήσωμεν· αὐτὸ ὅμως εἶναι κάτι ἄλλο.
.                 Ἡ λειτουργία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία τέλεσις τῆς θείας εὐχαριστίας.
Εἶναι ἡ παρεδρία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἡμῶν, διότι ἕκαστος παρὼν μὲν συντρέχει, ἀπουσιάζων δὲ δημιουργεῖ ἔλλειψιν. Λειτουργία εἶναι ἡ ὅλη λατρεία καὶ ἀποκορύφωμα βεβαίως ἡ εὐχαριστία· εἶναι ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν ἄνθρωπον. Λειτουργία εἶναι ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν. Ἔτσι ἑρμηνεύομε τὴν λειτουργίαν εἰς τὰς διαφόρους διαστάσεις τὰς ὁποίας παίρνει καὶ εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεόν.
.                 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λειτουργία καὶ ἡ λειτουργία εἶναι ἅπασα ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μιὰ πνευματικὴ λατρεία· ὄχι μόνον μία τύπωσις τῆς λατρείας τοῦ οὐρανοῦ ἢ τῆς μελλοντικῆς λατρείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή μας, αὐτὸς ὁ Χριστός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἐνεργῶ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος εἶναι ἐστραμμένος σὲ κάτι, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτό, τὸ φτιάχνω, τὸ ὁλοκληρώνω, βάζω σὲ αὐτὸ τὴν ὕπαρξί μου καὶ τὸ ἑνώνω ὀντολογικὰ μὲ ἐμένα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σκυμμένη καὶ ἐστραμμένη εἰς τὸν Χριστόν, δουλεύει ἐν αὐτῷ καὶ δουλεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν παριστᾶ, τὸν δημιουργεῖ κατὰ κάποιον τρόπον μέσα της, τὸν ἐμποιεῖ ἐν αὐτῇ.
.                 Ἑπομένως, λειτουργῶ σημαίνει ὅτι ἐγὼ ζῶ τὸν Χριστόν. Τὸ Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταβολήν μου, διότι δὲν κατέρχεται διὰ τὰ δῶρα ἀλλὰ δι’ ἐμέ. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ τὸν Χριστόν. Ὅπως μεταβάλλονται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ἔτσι μεταβάλλομαι καὶ ἐγώ. Ὁ ἱερεὺς εἰς πᾶν μυστήριον μεταβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἱερεὺς εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατὴρ καὶ πᾶς τις ὅστις παρευρίσκεται εἰς τὴν λειτουργίαν· εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 173-174

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.           […] Ὅλοι ἑνωνόμαστε στὸ ἕνα σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡστόσο καθένας ἀπὸ ἐμᾶς παραμένει μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα.
.     Αὐτὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον «ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες ἓν [Πνεῦμα] ἐποτίσθημεν». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἑνώνει, διὰ τῆς θείας δυνάμεώς του, ὅλους τοὺς πιστοὺς σὲ ἕνα σῶμα, στὴν Ἐκκλησία. κενο εναι ὁ κτίτωρ καὶ οκοδόμος τς κκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησίαν Θεοῦ». Μ τ γιον Πνεμα ντασσόμαστε στὸ οἰκοδόμημα, συναρμοζόμαστε, ἐνσωματωνόμαστε στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ Ατο, βαπτιζόμαστε σὲ ἕνα σῶμα, στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δι’ Αὐτοῦ γινόμαστε «σύσσωμοι» τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πραγματικότητα, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος γίνεται τοῦ Χριστοῦ, γίνεται χριστιανός, γίνεται μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ατ νχριστώνει κα χριστοποιε, νεκκλησιάζει κα κκλησιοποιε. Αὐτὸ καταργεῖ ὅλες τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν Ἑβραίων, ὡς τοῦ περιουσίου λαοῦ, καὶ τῶν ὑπολοίπων λαῶν, τῶν ἐθνικῶν, ἑνώνοντάς τους σὲ ἕνα σῶμα, σὲ ἕναν ὀργανισμό. Μ τ γιον Πνεμα πραγματώθηκε καὶ οκοδομεται, συνεχς, τ γιο, θεανθρώπινο, καθολικ σμα τς κκλησίας, τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο. Σὲ αὐτὸ τὸ καθολικὰ μοναδικὸ σῶμα κάθε ἄνθρωπος, Ἑβραῖος ἢ Ἕλληνας, δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, πλούσιος ἢ φτωχός, μορφωμένος ἢ ἀμόρφωτος, γίνεται καινς νθρωπος· ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ αὐτὸν τὸν καινὸ ἄνθρωπο εἶναι οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα σὲ ὅλους τοὺς κόσμους. Ὁτιδήποτε ὑπάρχει στὸ ὂν τοῦ ἀνθρώπου καὶ νιώθει πείνα γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ τὸ θεῖο, τροφοδοτεῖται μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τρέφεται χωρὶς νὰ ξαναπεινάσει καὶ νὰ ξαναδιψάσει. Ἕνα πράγμα εἶναι ἀναμφίβολο, πὼς μόνο μ τ γιον Πνεμα γίνεται τοῦ Χριστο. Ἐπειδή, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Χριστός, ὅπως ἐπίσης, ὅπου εἶναι ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· μὲ ἕναν λόγο, ἐκεῖ εἶναι Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα. Καὶ τὰ πάντα ἀπὸ Αὐτὴν πηγάζουν καὶ ἐν Αὐτῇ τὰ πάντα ὑπάρχουν. Ἀπόδειξη γι’ αὐτό, τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος ἐντριαδώνεται, προκειμένου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του, μὲ τὴν ἄσκηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, νὰ τριαδοποιηθεῖ πλήρως, πράγμα ποὺ σημαίνει νὰ ζεῖ ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Δεχόμενος τὸ ἅγιο βάπτισμα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνδύεται τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὁ βίος του μετὰ τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι ἄλλο, καὶ οὔτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπὸ μία διαρκῆ βίωση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλων ὅσων ἀνήκουν σὲ Αὐτόν, μία ἀδιάλειπτη βίωση τῆς Τριάδος καὶ ὅλων ὅσα ἀνήκουν σὲ Αὐτήν.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

.              Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία δὲν «ἱδρύθηκε», ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ ἔγινε Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων, κτισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν Του προϋπῆρχε στὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ (Ἐκκλησία τῶν «πρωτοτόκων», Ἑβρ. ιβ´ 22-23), ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ὁρατοῦ καὶ ὑλικοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει μὲ τὴν δημιουργία τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἀγγέλων.
.           Ὡς θεολογικὴ διευκρίνηση παρατίθεται τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα

Νίκου Ματσούκα,
Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´,
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985,
σελ. 367-368.
Ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.             «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ ἱστορική της πραγμάτωση εἶναι προορισμένη πρὸ καταβολῆς κόσμου. Μετὰ ἀπὸ διαδοχικὲς φάσεις (Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων, Ἐκκλησία τῶν Πρωτοπλάστων, Ἐκκλησία τοῦ περιουσίου Λαοῦ) ἡ ἱστορικὴ πραγμάτωση γίνεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου).
.             Μιὰ νέα φάση τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιφοίτητση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, ὁ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, «ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἠμέραν» αὐτή, «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἐδῶ ἔχουμε τὴν τελειότερη φανέρωση μιᾶς φάσης τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς μὲ τὴν φάση αὐτὴ ἀποσοβεῖται ἡ ἐκθεμελίωση ἢ μᾶλλον ὁ κίνδυνος τῆς ἐκθεμελιώσεως τοῦ κόσμου, μὲ τὴν κατασκευὴ «καινῶν θεμελίων», «καινῆς κτίσεως». Ἡ ἐνσαρκος πολιτεία τοῦ Λόγου ἔχει συντελέσει ἐν τῷ μεταξὺ στὴ στερέωση τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴν τελικὴ εἴσοδο στὴ δόξα τῆς θείας βασιλείας. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν φανέρωση τούτης τῆς δόξας καὶ τὴν τρανότερη ἐλπίδα, καὶ ὁ ἱστορικὸς καὶ οἰκουμενικὸς παράγοντας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πῆρε θεμελιακὲς καὶ εὐρύτερες διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου σημαδεύει πιὰ τὸ κέντρο τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας, καὶ τὸ μήνυμα τῆς οἰκουμενικότητας, ἀκόμα καὶ τῆς ἴδιας τῆς συμπαντικότητας, γίνεται περισσότερο ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο. Ὁ ἑνοποιητικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Παρακλήτου στὴν προκειμένη περίπτωση παίρνει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὶς καθολικὲς διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κηρύττει πιὰ ἔντονα καὶ ἀνοιχτὰ τοῦτο τὸν ἑνοποιητικὸ ρόλο, ὅπως ἀκριβῶς ἐπισημαίνει τὸ στόμα τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΝΩΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ καὶ ΑΚΤΙΣΤΟΥ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ

.                 Ὅλα ὅσα τελοῦνται στὴ Θεία Λειτουργία, φανερώνουν τὸ Μυστήριον τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρελθόντος καὶ μέλλοντος, ἱστορίας καὶ ἐσχάτων. Ἐκκλησία, λοιπόν, εἶναι ἕνα πλέγμα συμβόλων, τύπων καὶ εἰκόνων. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία δηλώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο-ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν μετοχὴ τῆς κτίσεως στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα διὰ τῆς υἱοθεσίας μας, δηλαδή, τῆς ταυτίσεώς μας κατὰ χάριν, μὲ τὸν κατὰ φύσιν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Ὅλοι οἱ τύποι, καὶ τὰ σύμβολα, καὶ οἱ εἰκόνες στὴν Ἐκκλησία ἐκφράζουν καὶ πραγματώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἑνώσεως τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων.

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε