Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -7 « Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 2/65, Mάρτ. -Ἀπρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Μέρος E´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

 

Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)

.                 Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
.                 Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
.                 Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἑφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
.                 Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
.                 Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
.                 Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
.                 Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
.                 Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
.                 Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

, , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ καὶ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ἐκκλησία καὶ Σύνταγµα

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                  Τὴν Τετάρτη 7 Ἰουνίου 2017 στὸ μεγάλο ἀμφιθέατρο τοῦ Πολεμικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν πραγματοποιήθηκε ἐνημερωτικὴ ἐκδήλωση τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν μὲ θέμα: “Ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος καὶ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Συμβολὴ σὲ ἕναν ἀνοικτὸ διάλογο”.

[…]
.                  Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος προλόγισε μὲ σύντομη καὶ ἐμπνευσμένη εἰσήγηση τὴν εἰδικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση τονίζοντας ἰδιαίτερα τὰ ἀκόλουθα: «Ἡ ἀγωνία μας εἶναι μία καὶ μοναδική: πῶς θὰ προσφέρουμε τὰ πάντα στὸν ἄνθρωπο, πῶς θὰ προσφερθοῦμε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἔχουμε καμία ἀγωνία καὶ κανένα φόβο μήπως χάσουμε κάποιο προνόμιο ἐξουσίας καὶ κυριαρχίας».

Ἀκολούθησαν κατὰ τὸ πρόγραμμα τρεῖς εἰσηγήσεις ὡς ἑξῆς:

1. Ὁ κ. Σωτήριος Ρίζος, ἐπίτιμος πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ Διευθυντὴς τοῦ Νομικοῦ Γραφείου τῆς Προεδρίας τῆς Δημοκρατίας, ἀνέπτυξε τὸ θέμα: «Οἱ σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας ὡς ἀντικείμενο ρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀπορρυθμίσεώς τους». Ὁ ὁμιλητὴς μὲ ἄφθαστη νηφαλιότητα καὶ ἐπιστημονικὴ ἐμβρίθεια ἀπέδειξε τὴν προσχηματικὴ προσπάθεια γιὰ ἀναθεώρηση τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἔχει τίτλο «Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας» καὶ ὑπογράμμισε μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Τὴ συζήτηση περὶ ἀναθεωρήσεως ὑποδαυλίζουν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης κρίσεως, κύκλοι ποὺ ὑπονοοῦν ὅτι τὸ περιεχόμενο τοῦ Συντάγματος εἶναι κακὸ καὶ ὅτι ἕνα ἄλλο Σύνταγμα θὰ ἔκανε περισσότερο εὐρωπαϊκὴ τὴ Χώρα καὶ θὰ ἀπέτρεπε μελλοντικὰ δεινά. Ἀλλὰ πολιτικοὶ καὶ νομικοὶ ποὺ στρατεύονται σ᾿ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, ἀποφεύγουν νὰ ἀπαντήσουν στὸ ἐρώτημα “τίς ἢ τί πταίει: ἡ τήρηση τοῦ Συντάγματος ἢ οἱ παραβάσεις τοῦ Συντάγματος;” Διότι ἐὰν φταίει ἡ εὐλαβικὴ τήρηση ἑνὸς κακοῦ Συντάγματος, τότε πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ὅμως φταίει ἡ ἀθέτηση τοῦ Συντάγματος (…), τότε μᾶλλον πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε τὴ στάση μας ἔναντι τοῦ Συντάγματος».

2. Ὁ κ. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ἀνέπτυξε τὸ θέμα: «Συνταγματικὸ καὶ νομοθετικὸ status (=κατάσταση) τῶν θρησκευμάτων στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση». Ὁ κ. Καθηγητὴς διατύπωσε τὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα: “Οἱ σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐκκλησιῶν στὶς χῶρες τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου διαμορφώνονται ξεχωριστὰ ἀνὰ χώρα, σύμφωνα μὲ τὴν οἰκεία ἱστορική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ γενικότερη πολιτιστικὴ παράδοση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ ὅποια τυποποίηση ἢ ἔνταξή τους σὲ κατηγορίες, εἶναι προφανῶς σχηματικὴ καὶ μᾶλλον ἀκαδημαϊκοῦ χαρακτήρα. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως διαπιστώσαμε, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ καθεστὼς ἑνώσεως τῶν δύο θεσμῶν, ἡ κρατικὴ στήριξη στὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία νὰ εἶναι μᾶλλον ἰδεολογικὴ καὶ συμβολική (Ἀγγλία καὶ Σκωτία), ἐνῶ ὑπὸ καθεστὼς χωρισμοῦ μεταξὺ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας νὰ παρατηρεῖται εὐρύτατη, ἄμεση καὶ ἔμμεση, θεσμικὴ καὶ οἰκονομικὴ κρατικὴ στήριξη σὲ ὁρισμένα ἢ καὶ σὲ ὅλα τὰ θρησκεύματα, μὲ ἐμφατικὰ παραδείγματα τὶς χῶρες τῆς Γερμανίας, Ἰταλίας, Ἱσπανίας, Βελγίου, ἀλλὰ καὶ Δανίας”.

3. Ὁ κ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου, Νομικὸς Σύμβουλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνέπτυξε τὸ θέμα: «Τὸ νομοθετικὸ καθεστὼς καὶ οἱ σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Κράτος: δεδομένα καὶ παρανοήσεις». Ὁ τελευταῖος ὁμιλητής, ὁ ὁποῖος παρουσίασε 17 “ζεύγη παρανοήσεων” γύρω ἀπὸ τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας “ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ νομικῶν δεδομένων – ἀπαντήσεων ἀφ᾿ ἑτέρου”, κατέληξε σὲ ἀξιοπρόσεκτα συμπεράσματα: «Ὅταν τὸ κοινωνικὸ σῶμα ἐρωτᾶται μὲ διάφορες ἀφορμὲς (δημοσκοπήσεις κ.λπ.) ἐὰν εἶναι ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, καλεῖται νὰ δώσει σωστὲς ἀπαντήσεις σὲ ἕνα λάθος ἐρώτημα. Καὶ εἶναι λάθος ἡ ἐρώτηση, γιατὶ ὑποθέτει ἀφετηριακὰ ὅτι κατὰ νόμον Ἐκκλησία καὶ Κράτος εἶναι ἀμοιβαῖα ἀναμεμειγμένες ἡ μία στὶς ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τῆς ἄλλης. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει, τουλάχιστον σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀνάμειξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θεωρεῖται ὁ δῆθεν θιγόμενος ἀπὸ τὸ ἐρώτημα. Τὸ ζητούμενο συνεπῶς εἶναι ἄλλο: α) ἡ θέση βάσεων γιὰ τὴν ἄσκηση μιᾶς σύγχρονης καὶ ταυτόχρονα μακρόπνοης θρησκευτικῆς πολιτικῆς γιὰ ὅλα τὰ θρησκεύματα καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ β) ἡ πλήρης κατοχύρωση θρησκευτικῆς αὐτοδιοίκησης γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὰ ὅμως τὰ δύο κεντρικὰ ζητήματα δὲν σχετίζονται καθόλου μὲ τὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μὲ τὴν νομοθετικὴ πρωτοβουλία τοῦ κοινοῦ νομοθέτη».

.                  Οἱ εἰσηγήσεις καὶ τῶν τριῶν ἐπιλέκτων ὁμιλητῶν κράτησαν ἀδιάπτωτο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατηρίου, τὸ ὁποῖο μὲ θερμὰ χειροκροτήματα ἐξεδήλωνε τὴν ἱκανοποίησή του γιὰ τὰ ἐμπεριστατωμένα καὶ νομικῶς θεμελιωμένα περιεχόμενά τους.
.                  Θεωροῦμε καθῆκον μας νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἀξιόλογη συνεισφορὰ τῶν διακεκριμένων αὐτῶν θεραπόντων τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, οἱ ὁποῖοι μᾶς διεφώτισαν ἐπαρκῶς γιὰ ἕνα τόσο θεμελιῶδες ζήτημα. Εὐχόμαστε ἡ παραπάνω ἐκδήλωση νὰ συντελέσει στὴν ὁμαλότερη συνύπαρξη, στὸ ἄμεσο μέλλον, τῶν κορυφαίων θεσμῶν Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας μὲ τὴν πιστὴ πλέον τήρηση τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος.

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ε´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 1/65, Ἰαν.-Φεβρ. 2016

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».
Μέρος Β´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»
Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέρος Δ´:
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

.               Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα; Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ» ΩΣ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ «ΜΗΤΡΟΚΤΟΝΟΙ» ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΟΦΩΝΑ

ΟΙ «ΜΗΤΡΟΚΤΟΝΟΙ» ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΟΦΩΝΑ

Tῆς «Χριστιανικῆς Ἑστίας Λαμίας»

.               Κάνει ἐντύπωση ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τῶν Τηλεοπτικῶν καὶ Ραδιοφωνικῶν διαύλων στὴν Πίστη, στὴν Ἐκκλησία καὶ στὰ Ἅγια Πρόσωπα. Δὲν ἀναφερόμαστε αὐτὴ τὴ στιγμὴ σὲ ἁπλές, συνήθεις ἐπικλήσεις καὶ ἀναφωνήσεις, ὅπως, «δόξα τῷ Θεῷ», «Ἔλα Χριστὲ καὶ Παναγιά», «Ἔλεος», «Χριστὸς καὶ Ἀπόστολος», «Μὰ τῷ Θεῷ»…Ἐπίσης δὲν μιλᾶμε γιὰ τὴν παραφθορά, τὴν κακοποίηση λέξεων, ἐννοιῶν καὶ ρημάτων τῆς Ἁγ. Γραφῆς, τὴν παρερμηνεία τους, λόγῳ ἀγνοίας καὶ ἀβελτηρίας. Οὔτε πάλι κάνουμε λόγο γιὰ τὶς ἀταίριαστες σὲ χριστιανοὺς καὶ ἀνθρώπους λεκτικὲς ἢ καὶ συναισθηματικὲς ὑπερβολές, «εἶσαι θεός, θεά», «ἅγιος»! κλπ.
.             Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κάνει ἀλγεινὴ ἐντύπωση εἶναι ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποία κάποιοι δημοσιογράφοι, κάλαμοι καὶ μικρόφωνα, ἔχουν ἄποψη γιὰ ὅλα, τοποθετοῦνται ἐπὶ παντὸς θέματος, δὲν ἀρκοῦνται μόνο σὲ διαπιστωμένες καὶ ἐξακριβωμένες εἰδήσεις, ἀλλὰ σχολιάζουν καὶ κρίνουν μὲ ἐμπάθεια καὶ προκατάληψη τὴν Ἐκκλησία, τὴν πίστη, τὸ τελετουργικό, τοὺς χριστιανούς, τὸ Εὐαγγέλιο. Εἰρωνεύονται καὶ «παίζουν» μὲ τὰ Ἅγια. Καταφέρονται κατὰ τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ Μεγάλη Μάνα καὶ Τροφὸς τοῦ Ἔθνους μας, ἡ Κιβωτὸς τῆς Σωτηρίας.
.             Ἡ Ἐκκλησία φταίει. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κάνει τίποτε. Ἔχει περιουσία, γιατί δὲν τὴν ἐκποιεῖ; Ποῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Ἂν ἤθελε ἡ Ἐκκλησία… Γιατί ἀντιδρᾶ ἡ Ἐκκλησία; Ἔχει κάνει ἐγκλήματα ἡ Ἐκκλησία. Κατέστρεψε τὸν ἀρχαῖο πολιτισμὸ ἡ Ἐκκλησία. Ὁ μεσαίωνας τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σκοταδιστικὴ καὶ ὀπισθοδρομικὴ ἡ Ἐκκλησία. Πρέπει νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ἔχει μείνει πίσω ἡ Ἐκκλησία. Ποῦ ἦταν στὴ Χούντα ἡ Ἐκκλησία; Αὐτὰ εἶναι λίγα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ λέγονται κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Μιλοῦν γιὰ ἐγκλήματα τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ σταυροφορίες. Μάλιστα ἀπαξιώνουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μιλώντας γιὰ σκάνδαλα καὶ συγκρίνοντάς την μὲ τὶς ὁμολογίες καὶ θρησκευτικὲς κοινότητες τῆς Δύσεως.
.             Ἀλήθεια πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βγάζουν τέτοια αἰσθήματα γιὰ τὴν Ἐκκλησία τους; Γιὰ τὴ Μάνα τους; Εἶναι βαπτισμένοι. Εἴμαστε βαπτισμένοι οἱ περισσότεροι στὴν Ἑλλάδα. Ἔχουν βαπτίσει τὰ παιδιά τους… Πηγαίνουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ ἔχουν κάποια σχέση μὲ Ἱερεῖς καὶ Καλογέρους, ἔχουν προϊστορία στὰ δρώμενα τῆς Ἐκκλησίας… Τοὺς ἔχει κάνει καὶ θαύματα ὁ Θεὸς στὴ ζωή τους… Γιατί κάνουν τόσο ἀπερίσκεπτα αὐτὸ τὸ ἄχαρο ἔργο τῆς κατακρίσεως καὶ ἱεροκατηγορίας καὶ αὐτοϊδεάζονται δηλητηριάζοντας δυστυχῶς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀστηρίκτων; Εἶναι δυνατὸν νὰ φταίει γιὰ ὅλα ἡ Ἐκκλησία στὴν Ἑλλάδα;
.             Πρωτίστως πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι στὸ μυαλό τους λέγοντας Ἐκκλησία ἔχουν μία ἀκαθόριστη καὶ συγκεχυμένη ἰδέα περὶ Ἐκκλησίας. Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Εἶναι κάτι τὸ ἄϋλο ποὺ πλανιέται πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν ἀνθρώπων; Εἶναι ἕνα μικρὸ σύνολο 80 Μητροπολιτῶν; Εἶναι οἱ οἰκογενειάρχες κληρικοὶ ἢ οἱ ἄγαμοι μοναχοί; Εἶναι ὅλοι αὐτοὶ μαζὶ μὲ τοὺς πεθαμένους; Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία, λένε. Μὰ δὲν ὑφίσταται ἐπίσημη καὶ ἀνεπίσημη Ἐκκλησία. Ὅλοι εἴμαστε Ἐκκλησία: κλῆρος καὶ λαός. Μέμφονται λοιπὸν τοὺς ἑαυτούς τους; Κι ὅταν κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ ξέρουν ὅτι Ἐκκλησία εἶναι μόνο ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, ὅλες οἱ ἄλλες λεγόμενες εἶναι αἱρέσεις καὶ θρησκευτικὲς κοινότητες.
.           Γιὰ ὅλες τὶς κατηγορίες, οἱ ὁποῖες ἐκτοξεύονται «ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ» ὑπάρχουν ἀπὸ παλιὰ διατυπωμένες, ἀποστομωτικὲς καὶ χιλιοειπωμένες ἀπαντήσεις. Ἕνα μόνο νὰ καταθέσουμε στὴ συνάφεια αὐτή, τὸ πιὸ συχνὰ ἀναφερόμενο, σχετικὰ μὲ τὴν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας.
.             Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν δὲν ἔχει περιουσία. Τὴν ἔδωσε ὅλη στὸ κράτος ἐδῶ καὶ χρόνια γιὰ τοὺς πρόσφυγες, γιὰ τοὺς ἀκτήμονες, γιὰ πλημμυροπαθεῖς καὶ σεισμοπαθεῖς, γιὰ Νοσοκομεῖα καὶ εὐαγῆ ἱδρύματα. Τῆς ἔμεινε μόνο ἕνα 4%, τὸ ὁποῖο εἶναι δεσμευμένο ἀπὸ τὸ κράτος καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀναξιοποίητο. Δηλαδὴ δὲν ἔχει ἡ Ἐκκλησία κάπου μαζεμένη ἀκίνητη περιουσία ποὺ νὰ κάθεται ἀνεκμετάλλευτη. Δὲν ἔχει ἡ Ἐκκλησία κάπου καταθέσεις καὶ ράβδους χρυσοῦ ἀναξιοποίητους, γιὰ νὰ καλοπερνᾶνε μόνο οἱ εὐνοούμενοι τῆς Ἱεραρχίας. Αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα πράγματα. Γιὰ ὅλα ὅμως ἔχουν δοθεῖ ἐπαρκέστατες, ἱστορικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀπαντήσεις.
.           Ἐκεῖνο ποὺ παραξενεύει περισσότερο εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ κύριοι καταφέρονται μόνο ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία κράτησε τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία μὲ τὴν φιλανθρωπία της στὰ 7 χρόνια τῶν Μνημονίων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σπάνια μιλᾶνε γιὰ τὴν παπικὴ αἵρεση ἢ τὶς προτεσταντικὲς παραφυάδες. Τὸ Ἰσλὰμ ἢ τὸν Ἰουδαϊσμὸ δὲν τὰ πιάνουν καθόλου στὸ στόμα τους, ἄλλοτε ἀπὸ φόβο καὶ ἄλλοτε ἀπὸ πολιτικὸ κόστος.
.           Δηλαδὴ τὸ νὰ εἶναι κάποιος ὀλίγον ἀντιεκκλησιαστικὸς καὶ δῆθεν ἀναθεωρητικὸς καὶ κάμποσο ἐπικριτικὸς – ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας προφανῶς – καὶ νὰ βγάζει πρὸς τὰ ἔξω ἕνα ἄθρησκο λόγο καὶ μία ρητορικὴ ἐλέγχου τῶν ὑποτιθεμένων κακῶς ἐχόντων, νὰ κάνει δῆθεν διαλογισμὸ καὶ γιόγκα, αὐτὸ «πουλάει» σήμερα.
.           Εἶναι ὅμως ἄδικο. Εἶναι καὶ δημοσιογραφικὰ ἐπιπόλαιο. Βλάπτει καὶ τὴν ἐνημέρωση καὶ τὴν πνευματικὴ ὑγεία τῶν ἀγνοούντων καὶ τῶν νέων…
.           Ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι ὅλοι οἱ δημοσιογράφοι μαχητικὰ ἄθεοι οὔτε διακατέχονται ἀπὸ ἀντιεκκλησιαστικὸ μένος… Κάτι σὰν τηλεοπτικὴ μόδα φαίνεται ὅλο αὐτό, κάτι σὰν εὐρωπαϊκὴ σφήνα, σὰν μία ἐπιδημία, πιθανῶς νὰ ὑπάρχει καὶ κάποια μυστικὴ διευθυντικὴ ὁδηγία ἢ τάση σὲ συγκεκριμένα κανάλια, μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἀναδύεται μία κομματικὴ γραμμὴ πίσω ἀπὸ τὴν πολεμικὴ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Σίγουρα ὑπάρχει καὶ τὸ μίσος τῆς Διεθνοῦς τῶν ἀσεβῶν κατὰ τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἐμπάθεια ἀπὸ τὸν σιωνιστικὸ ὑπόκοσμο τοῦ Χόλυγουντ πρὸς τὴ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία…
.           Ἀσχέτως ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν ἐνδεχομένων, πρέπει νὰ εἴμαστε δίκαιοι. Διότι πέραν τῆς θέσεώς μας καὶ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντός μας ἔχουμε εὐθύνη, συνείδηση, εἴμαστε καὶ ψυχές. Τὸ ἄδικο δὲν εὐλογεῖται. Οὔτε ἡ ἀχαριστία εἶναι ἐξυπνάδα καὶ δημοσιογραφικὴ ἐπιτυχία καὶ τηλεθέαση. Νὰ δαγκώνει κάποιος τὸ χέρι ποὺ τὸν εὐλογεῖ καὶ μάλιστα τὸ χέρι ποὺ ἔσωζε, σώζει καὶ θὰ σώζει κόσμο καὶ κοσμάκη σὲ δύσκολους καιρούς, εἶναι καὶ ἀσέβεια. Μπορεῖ κάποιος νὰ μὴ θέλει νά ᾽ναι χριστιανὸς ἢ πιστός, ὀφείλει ὅμως νά ᾽ναι δίκαιος καὶ ἀντικειμενικὸς σὲ μία κοινωνία δημοκρατίας καὶ πληροφορίας. Ὅλα κάποια στιγμὴ θὰ μποῦνε στὴ θέση τους. Κάποια στιγμὴ ἡ ἀλήθεια θὰ λάμψει.

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ “ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ”;

Ἀπόσπασμα μελετήματος 
τοῦ Γεωργίου Γ. Γαλίτη
Ἡ Ἐκκλησία ὡς χορηγός τῆς σωτηρίας

στὸν τόμο «Ἀποκάλυψη καὶ Ἐκκλησία»
ἔκδ. Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας,
Πύργος 2006, σελ. 56 ἑπ.

.           Ἡ Θεία Εὐχαριστία δὲν εἶναι μία πράξη ἀτομικῆς εὐσέβειας. Δὲν κοινωνοῦμε ἁπλῶς γιὰ νὰ γίνουμε καλύτεροι, γιὰ νὰ πάρω ἐγὼ τὸν Χριστὸ μέσα μου, ὁ καθένας ξεχωριστά· ὁ σκοπὸς τῆς κοινωνίας, ὁ σκοπὸς ποὺ ὅρισε ὁ Χριστὸς νὰ κοινωνοῦμε, δὲν εἶναι μόνον αὐτός: ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ πραγματώσουμε τὴν Ἐκκλησία, νὰ κτίσουμε τὴν Ἐκκλησία, στὶς φλέβες τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ρέει τὸ ἴδιο αἷμα, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ αἷμα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, κάνοντάς μας ἔτσι ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἡ Θεία Εὐχαριστία λοιπόν, ἡ Λειτουργία μὲ τὴν ὁποία τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καὶ ἐν χρόνῳ ἔκφραση καὶ πραγμάτωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ σώζεται ὁ ἄνθρωπος· καὶ ἐφ᾽ ὅσον ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται ἀπὸ τοὺς μετέχοντες στὴ Θεία Εὐχαριστία, αὐτοὶ γίνονται «λίθοι ζῶντες» (Α´ Πέτρ. β´ 5), μὲ τοὺς ὁποίους οἰκοδομεῖται αὐτὸ τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα, ἡ θεία οἰκοδομὴ («Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», Α´ Κορ. γ´ 9). Μία οἰκοδομή, τῆς ὁποίας θεμέλιο εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ τοὺς ἔθεσε ὁ Χριστὸς ὡς θεμέλιο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζουμε ἀποστολικὴ τὴν Ἐκκλησία.
[…]
.           Τὸ κυριότερο συμπέρασμα ἐκ τῶν λεχθέντων μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν προαναφερθεῖσα φράση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις». Καὶ τὸ βασικότερο μυστήριο, τὸ ἕνα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἡ Ἐκκλησία δομεῖται μὲ τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία «σημαίνει» τὴν Ἐκκλησία. Πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία ὄχι γιὰ νὰ «παρακολουθήσουμε ἐν κατανύξει», ἀλλὰ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα ὅλης τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἑβδομάδας ποὺ πέρασε καὶ ὅλης τῆς ζωῆς μας ποὺ πέρασε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή. Ὅλα αὐτὰ κορυφώνονται στὴ στιγμὴ ποὺ κοινωνεῖ ὁ λαὸς καὶ γίνεται λαὸς τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερέας ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία λέει: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα, τὸ τέλος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, καὶ συγχρόνως ἡ δομικὴ πράξη, μὲ τὴν ὁποία κτίζεται ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἀρκεῖ νὰ παρακολουθοῦμε, ἔστω ἐν κατανύξει, ἂν δὲν μετέχουμε ἐν κατανύξει στὴν Θεία Εὐχαριστία.
.           Τέλος, διὰ τῆς βρώσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας αἴρονται οἱ συνέπειες τῆς βρώσεως ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πρωτοπλάστους ἀπὸ τὸν παράδεισο. Διὰ τῆς μετοχῆς στὸ Δεῖπνο τῆς Θείας Εὐχαριστίας γινόμαστε μέτοχοι κάποιου ἄλλου δείπνου, τοῦ ἐσχατολογικοῦ δείπνου, στὸ ὁποῖο μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεὸς (πρβλ. παραβολὴ Μεγάλου Δείπνου). Μᾶς καλεῖ νὰ μετάσχουμε στὸ δεῖπνο ἐκεῖνο: «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον. Σὺ γὰρ εἶ τὸ ὄντως ἐφετόν, καὶ ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων σε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν… ». Αὐτὸ τὸ κάλλος τὸ ἄρρητο τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ θὰ δοῦν ὅσοι θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του, κατὰ τὴν παραβολὴ τῆς μελλούσης κρίσεως, αὐτὴ τὴν θέα τοῦ ἀρρήτου κάλλους τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦν οἱ φίλοι του νὰ ἀπολαύσουν.

, , ,

Σχολιάστε

ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! «Μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια!»

Κατεβλήθη!

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.              Ἦταν ὑπόδουλοι, ἀλλὰ δὲν ἦταν δοῦλοι. Ἦταν σκλαβωμένοι, μὰ δὲν ἔγιναν σκλάβοι ποτέ. Ἦταν τα­πεινοὶ καὶ καταφρονεμένοι, εἶχαν ὅ­μως ὑπέροχο καὶ ὑψηλὸ φρόνημα καὶ ἀρχον­τικὴ καρδιά. Ἦταν φτωχοί, μὰ πλούτιζαν τὸν κόσμο.
.            Δὲν εἶχαν πτυχία, διδακτορικὲς διατριβές, τίτλους καθηγεσίας· εἶχαν ὅμως τὴν ἀληθινὴ θεολογία. Ἦταν ζυμωμένοι μὲ τὴν Παράδοση. Ἦταν φορεῖς τῆς ἀλή­θειας τῶν Πατέρων, τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Εὐαγγελίου.
.            Ἦταν ἀληθινοί.
.           Οἱ Πατριάρχες καὶ οἱ Ἐπίσκοποι τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Τῆς σκοτεινῆς περιόδου τῆς δουλείας.
.           Κι ὅταν δέχθηκαν τὴ μεγάλη πρόκληση, δὲν δίστασαν!
.             Οἱ μικροί, οἱ φτωχοί, οἱ ἀδύναμοι, οἱ διωγμένοι καὶ περιφρονούμενοι καὶ καταπιεζόμενοι εἶπαν τὸ μεγάλο ΟΧΙ!
.          ΟΧΙ στὸν παποκράτορα, τὸν δίκερο γίγαντα τῆς Ρώμης, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Δίκερο, διότι διεκδικεῖ διπλὴ ἐξουσία: πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ἀλλὰ δίκερο καὶ διότι ἐνσαρκώνει τὸ δίκερο θηρίο τῆς «Ἀποκαλύψεως», ποὺ ἐμφανίζεται μὲ προσωπεῖο ἀρνιοῦ, ἀλλὰ εἶναι δράκων, καὶ τὸ ὁποῖο πείθει τοὺς λαοὺς νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἀντίχριστο ὡς Χριστό (Ἀ­ποκ. ιγ´ [13] 11-18).
.            Σ᾿ αὐτὸ τὸν πανίσχυρο, ἐπίδοξο θρη­σκευτικὸ πλανητάρχη εἶπαν τὸ ΟΧΙ: στὸν πάπα Πίο τὸν Θ΄, ὁ ὁποῖος τὸ ἔτος 1848 ἐξέδωσε τὴν Ἐγκύκλιο «In Sup­re­ma Petri Apostoli Sede» (Ἐν τῇ Ὑ­περ­τάτῃ Ἕδρᾳ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου), μιὰ ψευδοαγαπητικὴ ἐπιστολή, μὲ τὴν ὁ­ποία τοὺς καλοῦσε – καλοῦσε ὅλους τοὺς Χριστιανούς – νὰ ὑποταγοῦν στὴν ἐξουσία του. Εἰδικὰ στοὺς Ὀρθοδόξους πρό­τεινε ὡς τρόπο ἑνώσεως αὐτὸν τῶν προ­­βατόσχημων λύκων τῆς Οὐνίας: Νὰ κρατήσουν ὅλη τὴν παράδοσή τους, ἀρ­κεῖ νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἐξουσία του.
.           ΟΧΙ! τοῦ ἀπάντησαν.
.              Καὶ δὲν τοῦ εἶπαν μόνο ΟΧΙ!.
.             Αὐτοὶ οἱ ἀδύναμοι στὸν πανίσχυρο εἶ­παν: Τέλειωσες! Εἶσαι νεκρός! Τὸ σύστημά σου, ἡ ψευδοεκκλησία σου ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ! Συντρίφθηκε, διαλύθηκε, ἐξαφανίσθηκε. Τοῦ μίλησαν σὲ προφητικὸ Ἀόριστο, τὸν ἰσχυρότερο ὅλων τῶν χρόνων. Ὄχι σὲ Μέλλοντα: Θὰ καταβληθεῖ! Οὔτε κἂν σὲ Τετελεσμένο Μέλλοντα: Θὰ ἔχει καταβληθεῖ! Ἀλλὰ σὲ Ἀόριστο: ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!
.           Δὲν γνώριζαν διπλωματικὴ γλῶσσα οἱ μακάριοι. Ναί, μακάριοι. Οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στὴν κατὰ τὸ ἔτος 1848 ἀπάντησή τους. Δὲν γνώριζαν ἀπὸ ψευδοαγαπολογία. Δὲν τοὺς θάμ­πωναν ἰδέες σὰν αὐτὲς ποὺ κυκλοφοροῦν σήμερα περὶ «ἀδελφῶν Ἐκκλησι­ῶν», περὶ «δύο πνευμόνων», περὶ «βαπτισματικῆς θεολογίας».
.               Οἱ μικροὶ αὐτοὶ κατὰ κόσμον – μεγάλοι κατὰ Θεόν – μιὰ ἀλήθεια γνώριζαν, τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια! Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κατέθεσαν στὴν ἀπάντησή τους πρὸς τὸν αὐθάδη πάπα Πίο τὸν Θ´.
.             Συμπύκνωσαν στὶς ἐπιγραμματικές τους φράσεις τὴ θεολογία 19 αἰώνων, τὴ διαχρονικὴ μαρτυρία τοῦ Πνεύματος. Καὶ νὰ θέλαμε, τοῦ εἶπαν, δὲν μποροῦμε. Γιατί; Διότι τὴν πίστη τὴ δική μας τὴ διαφεντεύει ὁ λαός:
.                «Ἔπειτα παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ».
.               Καὶ κατέληξαν, ἀσφαλίζοντας τὸ ποίμνιό τους, τὰ παιδιά τους:
.               «Ἦν ποτε ὁ Ἀρειανισμός, ἔστι δὲ τὴν σήμερον καὶ ὁ Παπισμός· ἀλλὰ καὶ οὗτος (ὥσπερ κἀκεῖνος ὁ ἤδη παντάπασιν ἐκλελοιπώς), καίτοι ἀκμαῖος τό γε νῦν, οὐκ ἰσχύσει εἰς τέλος, ἀλλὰ διελεύσεται καὶ καταβληθήσεται καὶ ἡ οὐράνιος μεγάλη φωνὴ ἠχήσει “ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ” (Ἀ­ποκ. ιβ´ [12] 10)».
.                Μὴ φοβάστε, παιδιά μας! Τὸ παπικὸ κακόηθες μόρφωμα εἶναι ἤδη νεκρό. «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»! Ὅπως διαλύθηκε τότε ὁ Ἀρειανισμός, ἔτσι θὰ ἀφανισθεῖ καὶ ὁ Παπισμός. Καὶ τὸ τέλος του θὰ τὸ ἀναγγείλει ἡ οὐράνια φωνή: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.             Σήμερα ὁ ἡγέτης τοῦ Παπισμοῦ φαίνεται νὰ κυριαρχεῖ στὸν θρησκευτικὸ χῶ­ρο. Θρησκευτικὸς πλανητάρχης. Κάθε κίνησή του καταγράφεται γιὰ νὰ προβλη­θεῖ. Κάθε λόγος του σχολιάζεται. Μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μόνος. Ὡς πρόσωπο καὶ ὡς θεσμὸς διαχρονικός.
.             Μοιάζει, ἀλλὰ δὲν εἶναι.
.                Διότι ἤδη χάθηκε, «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ»!
.              Ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ μόνη ἀλήθεια, μένει.
.             Ὅπως τὸ δήλωσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο στὶς 14 Ἰουλίου τοῦ 2000 ὁ κορυφαῖος Βυζαντινολόγος – Προτεστάντης αὐτός – σὲρ Στῆβεν Ράνσιμαν: «Χαίρομαι μὲ τὴ σκέψη ὅτι στὰ ἑπόμενα 100 χρόνια ἡ Ὀρθοδοξία θὰ εἶναι ἡ μόνη ἱστορικὴ Ἐκκλησία ποὺ θὰ ὑφίσταται»!
.           Ἡ Ὀρθοδοξία θὰ μένει ἀκατάβλητη γιὰ πάντα!

, , ,

Σχολιάστε