Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐκκλησία

ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

, ,

Σχολιάστε

«ΘΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΑΓΑΠΗΣ μέν, ἀλλὰ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΕΛΕΙ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ» (Ἐκκλησία Κρήτης)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ τῆς ΚΡΗΤΗΣ
07.05.2020

.                     Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, τήν Πέμπτη 7 Μαΐου 2020, συσκέφθηκε γιά τά ἔκτακτα μέτρα τῆς πανδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, σύμφωνα μέ τίς πρόσφατες Ἀποφάσεις τῆς Πολιτείας, καί ἀνακοινώνει τά ἀκόλουθα:
1. Ἀπό τήν ἀρχή αὐτῆς τῆς δοκιμασίας ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης συνέβαλε, μέ τίς Ἀποφάσεις, τά Ἀνακοινωθέντα, τίς Ἐγκυκλίους καί τίς κατευθύνσεις Της πρός τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐσεβῆ Λαό τῆς Μεγαλονήσου, στήν ὑπεύθυνη στάση καί ἀντιμετώπιση αὐτῆς τῆς ἔκτακτης καταστάσεως, ἐφαρμόζοντας τά ληφθέντα μέτρα.

2. Εἶναι γεγονός ὅτι μέ πόνο ψυχῆς ζήσαμε τήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα καί ἑορτάσαμε τό Πάσχα μέ τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Μεγαλονήσου χωρίς πιστούς καί μέ ποικίλα ἐσωτερικά βιώματα, στόν Ἱερό Κλῆρο καί τό φιλότιμο Λαό μας. Ἡ θέση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε στάση θυσιαστική καί εἶχε ὡς κίνητρό της τήν ἀγάπη καί ὄχι τόν φόβο! Ὑπῆρξε ἀπόφαση ὑπεύθυνης καί συνειδητῆς ἐπιλογῆς, μέ μοναδικό σκοπό νά διαφυλάξει τήν ἔμψυχη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, στό πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου.
Ἄλλωστε, ὅπως δήλωσε ρητά ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος, στό πρόσφατο μήνυμά Του, «Αὐτό πού κινδυνεύει δέν εἶναι ἡ πίστη, ἀλλά οἱ πιστοί, δέν εἶναι ὁ Χριστός, ἀλλά οἱ Χριστιανοί μας, δέν εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ἀλλά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι».

3. Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης χαιρετίζει τό ἄνοιγμα τῶν Ἱερῶν Ναῶν μας γιά τήν ἀτομική προσευχή κατ’ ἀρχάς καί γιά τό προσκύνημα τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά προσέρχονται, τηρώντας τά μέτρα ἀσφαλείας καί ὑγιεινῆς, τά ὁποῖα ἔχει θεσμοθετήσει ἡ Πολιτεία.
Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης προσμένει ἀγαπητικά τά πιστά παιδιά Της, τήν Κυριακή, 17η Μαΐου 2020, πού θά τελεσθεῖ καί πάλι ἡ Θεία Λειτουργία μέ συμμετοχή πιστῶν.

4. Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης, γιά μιά ἀκόμη φορά, προτρέπει τίς εὐπαθεῖς ὁμάδες τῶν συνανθρώπων μας, νά προσέχουν γιά ὅσο χρονικό διάστημα χρειασθεῖ, ὥστε νά μή θέτουν τόν ἑαυτό τους καί τούς ἄλλους, σέ κίνδυνο καί δυσκολία. Ὅλοι οἱ κληρικοί μας, οἱ ἐφημέριοι τῶν Ἐνοριῶν, εἶναι στή διάθεσή τους πάντοτε, γιά κάθε πνευματική τους ἀνάγκη.

5. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἀπέστειλε ἐπιστολή στόν Ἐξοχ. κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, Πρωθυπουργό τῆς Ἑλλάδος, μέ κοινοποίηση στήν κ. Νίκη Κεραμέως, Ὑπουργό Παιδείας καί Θρησκευμάτων, γιά τό ἄνοιγμα τῶν Ἱερῶν Ναῶν μας καί ἐκφράζομε τή χαρά καί τήν ἱκανοποίησή μας, διότι εἰσακούσθηκε τό δίκαιο αἴτημα αὐτό.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης καθημερινά ἀποδεικνύει ἔμπρακτα ὅτι ἐφαρμόζει ὅλα τά μέτρα καί ἐπιδεικνύει διάθεση συνεργασίας γιά τήν προστασία τῆς δημόσιας ὑγείας, παρά τό γεγονός ὅτι δέχθηκε πολλές φορές καί ἀπό διάφορα πρόσωπα, κατηγορίες, συκοφαντίες καί εἰρωνεῖες. Αὐτές τίς ὁμολογουμένως ἀνάρμοστες συμπεριφορές συγχωρεῖ, ἐπαναλαμβάνοντας τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας πρός τόν Θεό Πατέρα, γιά τούς σταυρωτές Του, «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν» (Λουκ. 23,34).

6. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἐπαναλαμβάνει τό ἀδιαπραγμάτευτο καί αὐτονόητο τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τό Σῶμα καί τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο ἀποτελεῖ τή βάση τῆς Πίστεώς μας καί τῆς κοινῆς Λατρευτικῆς καί Λειτουργικῆς ζωῆς καί τοῦ δισχιλιόχρονου βιώματος καί τῆς ἐμπειρίας Της. Χωρίς τή Θεία Εὐχαριστία δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά νά τελεῖ τή Θεία Λειτουργία!

7. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐκφράζει τήν εὐαρέσκεια καί τίς θερμές εὐχαριστίες Της πρός τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες, τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐγενῆ Λαό τῆς Μεγαλονήσου, γιά τήν ὑπακοή, τήν ὑπομονή, τή θυσιαστική ἀγάπη τους, ὅλο αὐτό τό διάστημα τῆς κοινῆς μας δοκιμασίας. Ὁ ἀληθινά πιστός ἄνθρωπος θυσιάζεται γιά τούς ἄλλους καί γνωρίζει νά ἀνέρχεται ἀγόγγυστα στό Γολγοθᾶ του, προσβλέποντας στή βεβαιότητα τῆς Ἀνάστασης!
Εὐχαριστίες ἐκφράζονται πρός τούς ἁρμόδιους Φορεῖς τῆς Πολιτείας καί τήν ἁρμόδια Ἐπιτροπή τῶν Ἐπιστημόνων, γιά τίς συντονισμένες ἐνέργειες ἀντιμετώπισης αὐτῆς τῆς πανδημίας.
Ἐπίσης, εὐχαριστίες ὀφείλονται στό Ἰατρικό, τό Νοσηλευτικό καί ἐν γένει τό Προσωπικό τῶν Νοσοκομείων καί τῶν Μονάδων Ὑγείας, τῶν Προνοιακῶν καί ἄλλων Ἱδρυμάτων καί τούς ἐθελοντές, γιά τόν τιτάνιο καί ὑποδειγματικό ἀγῶνα τους. Στήν κοινή προσπάθεια, συντάχθηκε μέ συνέπεια καί ὑπερβάσεις, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικός Λαός.
Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης ἐπαινεῖ καί συγχαίρει ὅλους ἐκείνους ἀπό τήν ἐπιστημονική κοινότητα καί κάθε ἄλλο χῶρο, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν δημόσια, κατά τήν περίοδο αὐτή, τό σεβασμό τους στό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τή βεβαιωμένη πίστη καί ἐμπειρία Της.
Ἐπίσης, καλεῖ ὅλους νά κατανοήσουν καί νά σεβαστοῦν ὅτι τό θέμα τῆς πίστεως εἶναι προσωπικό γιά κάθε ἄνθρωπο, ἀποτελεῖ συνταγματικῶς κατοχυρωμένο δικαίωμα καί οὐδείς δικαιοῦται νά τό θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση, μέ τρόπους πού προσβάλλουν τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

8. Ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή καί οἱ Ἱερές Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης στήριξαν καί συνεχίζουν νά στηρίζουν ὅλη αὐτή τήν περίοδο ἔμπρακτα, μέ διάφορες δωρεές καί πρωτοβουλίες, Ἱδρύματα, Νοσοκομεῖα, Κέντρα Ὑγείας, Γηροκομεῖα, καί ἄλλες Προνοιακές Δομές, μέ τή σύμπραξη τῶν κληρικῶν καί ἄλλων συνεργατῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐκφράζομε πρός ὅλους θερμές εὐχαριστίες γιά τή φιλάνθρωπη ἔκφραση τῶν αἰσθημάτων τους καί σέ αὐτή τή δύσκολη περίσταση γιά τόν Τόπο μας. Δόξα τῷ Θεῷ, τό φιλότιμο καί ἡ ἀνθρωπιά ἐκφράσθηκαν πλούσια καί ὑποδειγματικά, γιά μιά ἀκόμη φορά!

9. Ἀνακοινώνεται ὅτι ἀπό τή Δευτέρα 11 Μαΐου 2020, οἱ ἄνθρωποι θά ἐξυπηρετοῦνται κανονικά στά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, μέ τήν τήρηση τῶν ἐκ τοῦ Νόμου προβλεπομένων ὑγειονομικῶν μέτρων. Σέ ὅσες περιπτώσεις ὑπάρχει δυνατότητα ἠλεκτρονικῆς ἐξυπηρέτησης εἶναι καλό νά ἐπιλέγεται.

10. Εἰδικές δεήσεις θά συνεχίσουν νά ἀναπέμπονται στούς Ἱερούς Ναούς, πρίν ἀπό τήν Ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακή, μέχρι τήν παρέλευση αὐτῆς τῆς δοκιμασίας.

11. Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, θά ἀποστείλει Συνοδική Ἐγκύκλιο πρός τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἡ ὁποία θά ἀναγνωσθεῖ τήν Κυριακή, 17 Μαΐου 2020, σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Μεγαλονήσου, καθώς καί Συνοδικό Ἐγκύκλιο Σημείωμα, μέ ὁδηγίες πρός τούς κληρικούς καί τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες, γιά τήν περίοδο αὐτή.

12. Τέλος, ἡ Ἐκκλησία Κρήτης, παρακαλεῖ ὅλους τούς πιστούς, νά ἐπιδείξουμε δύναμη καί θάρρος, καί νά συνεχίσουμε νά εἴμαστε ἑνωμένοι, μπροστά καί στίς δυσκολίες πού θά ἀκολουθήσουν. Νά συνδράμουμε μέ κάθε τρόπο τίς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν μας καί νά προχωρήσουμε μπροστά, δυνατοί καί ἀλώβητοι!
Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Τίτου, Πρώτου Ἐπισκόπου Κρήτης καί ὅλων τῶν Ἁγίων, νά μᾶς σκεπάζει καί νά μᾶς ἐνδυναμώνει!

ΠΗΓΗ: ekklisiakritis.com

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ!

Τὸ στερέωμα τῶν ἐπὶ Σοὶ πεποιθότων,
στερέωσον, Κύριε, τὴν Ἐκκλησίαν,
ἣν ἐκτήσω τῷ Τιμίῳ Σου Αἵματι.

Σχολιάστε

«ΤΟ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΣΩΜΑ» (Πολλή ἀρρώστεια ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό μέλη της, ἄλλοτε λόγῳ ἁμαρτιῶν, ἄλλοτε λόγῳ ζηλωτισμῶν, καί μάλιστα ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ)

«Τό πληγωμένο Σῶμα»

τοῦ Ν. Ι.

Περιοδ. «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση»,
ἀρ. τ. 278, Σεπτ. 2019

.           Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί ὅσοι μετέχουν τῶν Μυστηρίων καί πιστεύουν ὀρθῶς, ὡς «βεβαπτισμένοι καί βεβαιόπιστοι», κατά τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, εἶναι ζωντανά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
.           Ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά νά νικήση τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο καί ἐπάνω στόν Σταυρό τό Σῶμα Του πληγώθηκε, ἔρρευσε ἀπό τά μέλη πού καρφώθηκε στόν Σταυρό, κυρίως ἀπό τήν ἁγία του πλευρά πού λογχεύθηκε, τό αἷμα Του. Καί μετά ἀπό τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός κράτησε τίς οὐλές τῶν πληγῶν στό Σῶμα Του γιά νά δείξη στούς ἀνθρώπους τήν μεγάλη του ἀγάπη πρός αὐτούς, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
.           Ὅταν σκέπτομαι τήν ὀδύνη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Σταυρό καί τό αἷμα πού ἔρρευσε ἀπό τήν ἁγία Του πλευρά, δηλαδή τίς πληγές πού σχηματίσθηκαν πάνω στό Σῶμα Του, συγκλονίζομαι ἀπό αὐτήν τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν ἀχαριστία καί τήν ἀπρέπεια τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του.
.           Ὅμως, τώρα καί οἱ Χριστιανοί σταυρώνουν τόν Χριστό καί πληγώνουν τό Σῶμα Του. Γι’ αὐτήν τήν ἀνασταύρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ κάνει λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Καί παραπεσόντας πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντας» (Ἑβρ. ϛ´ 6).
.           Οἱ ἁμαρτίες τῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν Χριστιανῶν, οἱ διαιρέσεις καί τά σχίσματα, οἱ φιλαρχίες καί οἱ ἀνταγωνισμοί καί πολλά ἄλλα πληγώνουν καί πάλι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ εὐθύνη τῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν, σήμερα παρουσιάζεται πληγωμένη καί τραυματισμένη. Βεβαίως, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι δοξασμένο καί ἀναστημένο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί τό πληγώνουμε καθημερινά μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο.
.           Τόν τελευταῖο καιρό αἰσθάνομαι δύο διαφορετικές καταστάσεις. Διαβάζω καί γράφω γιά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία, τήν ὀρθόδοξη νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνθουσιάζομαι καί εὐφραίνομαι γιά τό ὕψος τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς ὀρθοδόξου ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Κάνω τήν τελευταία διόρθωση τοῦ βιβλίου γιά τήν «πατερική καί σχολαστική θεολογία». Ὅμως, ὅταν θελήσω νά ἀγγίξω μερικές πονεμένες καί τραυματισμένες πλευρές τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ὅπου ρέει ἄφθονο αἷμα, τότε δοκιμάζω καί ἐγώ μιά ἀφόρητη θλίψη, ἕνα μεγάλο πόνο.
.           Κάπως ἔτσι αἰσθάνονται καί οἱ χειροῦργοι ἰατροί. Διαβάζουν καί γράφουν διάφορα θεωρητικά βιβλία περί ἰατρικῆς χειρουργικῆς, ἀλλά ὅταν πιάνουν τό νυστέρι γιά νά κάνουν ἐγχειρήσεις, τότε ἀγγίζουν τίς πληγές τοῦ σώματος τῶν ἀσθενῶν καί πολλές φορές τά αἵματα πέφτουν ἐπάνω τους, ματώνονται καί τά ροῦχα τους.
.           Μιά τέτοια ἀντίληψη ἔχω τόν τελευταῖο καιρό. Τό νά γράφω γιά θεολογικά, νηπτικά καί πνευματικά θέματα εἶναι εὔκολο καί ἴσως καί εὐχάριστο. Ὅμως ὅταν θέλω νά γράψω γιά τίς «ἐκκλησιολογικές πληγές», συναντῶ τίς ἀντιδράσεις τῶν τραυματισμένων καί πληγωμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί πέφτει πάνω μου τό αἷμα πού τρέχει ἀπό αὐτές τίς πληγές.
Σκέπτομαι ὅτι πολλή ἀρρώστεια ὑπάρχει μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό μέλη της, ἄλλοτε λόγῳ ἁμαρτιῶν, ἄλλοτε λόγῳ ζηλωτισμῶν, καί μάλιστα ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ.
.           Ἐπίσης παρατηρῶ ὅτι μερικοί εἰδήμονες καί μή, γράφουν θεολογικές ἐκθέσεις ἰδεῶν καί ἀστυνομικές ἀναλύσεις, χωρίς πόνο, δίχως δάκρυ, στεκόμενοι σέ ἀπόσταση γιά νά μή λερωθοῦν καί ματώσουν.
.           Ὅπου κι ἄν κοιτάξη κανείς θά δῆ πληγές, αἵματα, πόνους. Καί κράζει: «Κύριε, σῶσον τούς εὐσεβεῖς»!

Ν.Ι.

 

,

Σχολιάστε

Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-1 «Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν». (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ
«Θεία Λατρεία – Προσδοκία καὶ ὅρασις Θεοῦ»,
Κατηχήσεις καὶ Λόγοι-4,
ἐκδ. «Ὀρμύλια», 2003, σελ. 180 ἑπ.
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                 Ἐν τῇ Λειτουργίᾳ εἷς ἕκαστος μετέχει προσωπικῶς εἰς τὸ ἔργον τῆς θείας οἰκονομίας, διότι οἰκειοποιεῖται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου. […] Εἰς τὸ μυστήριον τῆς θεοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῆς κτίσεως συμβάλλει τὸ κάθε πρόσωπο. Ὁ καθείς μας διακονεῖ. Ὁ ἄνθρωπος παρέχει ἑαυτὸν καὶ τὰ ἑαυτοῦ δῶρα εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ ἑαυτοῦ δῶρον, τὸν ἄρτον τὸν οὐράνιον, τὸν ἑαυτοῦ Υἱόν, εἰς βρῶσιν καὶ πόσιν μεθ᾽ ὅλων τῶν θεϊκῶν δώρων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γινόμεθα ἅγιοι, λαμβάνομεν χαράν, εἰρήνην, ἀγάπην, πραότητα, Πνεῦμα Ἅγιον. Δὲν γινόμεθα ἡμεῖς ἅγιοι διὰ τῆς ζωῆς μας, ἀλλὰ μᾶς ἁγιάζει ὁ Θεὸς δι᾽ αὐτῆς τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀνταποδόσεων ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου.
.                 Ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι σήμερα περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴν ὁ ἄνθρωπος βιοῖ δύο καταστάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὴν Λειτουργίαν: τὸν περισπασμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καρφώση κάπου τὸν νοῦ του· φεύγει ἀδιαλείπτως. Περισπᾶται ἡ ἀνθρωπίνη ὕπαρξις. Ἀλλὰ καὶ ἡ διαίρεσις εἶναι ἐμφανὴς εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Τὸ πρῶτον, ὁ περισπασμός, κατακερματίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν κατατσακίζει. Τὸ δεύτερον, ἡ διαίρεσις, τὸν διαλύει, τὸν ἀποσυνθέτει. Δὲν ὑπάρχει ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον καὶ φάρμακον κατὰ τῆς διπλῆς αὐτῆς μάστιγος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὄχι μόνον ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς μετὰ τοῦ Θεοῦ, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων καὶ μεθ’ ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Γνωρίζομε δὲ ὅτι ὁ κόσμος τώρα δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἑνὸς ἀνθρώπους, σοφοῦ ἡγέτου ἢ προφήτου ἢ πνευματικοῦ ταγοῦ καὶ τροφοῦ, ἀλλὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ μίαν ἀντίληψιν συνδικαλισμῶν· καὶ ἡ λέξις συνδικαλισμὸς μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὄχι μόνον μὲ ἐκείνην τῆς πολιτικῆς, σημαίνει συνωστισμός, συνωθισμός, συμπαρασυρμὸς καὶ ἐξικνεῖται μέχρι τῆς νηπιακῆς ἡλικίας. Λείπει ἡ ἑνοῦσα μορφὴ καὶ κυριαρχεῖ ἡ συνένωσις, ὁ συμπαρασυρμός, ὁπότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται κύματα ἀγόμενα καὶ φερόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ δράσουν, ἀλλὰ μποροῦν μόνον νὰ ἀναστατώνουν. Ὁ κόσμος ἀκόμη ὑφίσταται δεσποτείαν ρευμάτων καὶ συστημάτων οἰκονομικῶν, φιλοσοφικῶν, θρησκευτικῶν, πολιτικῶν, βιοθεωρητικῶν, ἕνα σύνολον συστημάτων ἰδεολογικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώνουν τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ τὸν ἀπομονώνουν ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους, διότι τὸν κάνουν νὰ νοιώθη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθής. Λείπει ἀπὸ μίαν τοιαύτην κατάστασιν ὁ Θεὸς καὶ ἡ θεολογία.
.                 Αὐτὰ τὰ δύο στοιχεῖα τοῦ κόσμου, ὁ περισπασμὸς καὶ ἡ διαίρεσις, ἔχουν βαθείας συνεπείας εἰς τὴν ψυχολογικὴν καὶ πνευματικὴν ζωὴν τῶν προσώπων καὶ δι’ αὐτὸ ἡ λειτουργία εἶναι κάτι ἄλλο. Εἰσέρχεται εἰς τὴν διαλελυμένην κοινωνίαν, τὴν προσλαμβάνει, τὴν συνάπτει μὲ τὸν λειτουργικὸν χῶρον καὶ τὴν καθιστᾶ τόπον, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Πῶς ἀλλοιῶς νὰ φαντασθῆ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς του εἶναι ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεόν; Ποῦ νὰ τὸ θυμηθῆ; Πῶς νὰ τὸ καταλάβη; Ποιός νὰ τοῦ τὸ πῆ; Ὅλοι τρέχουν, ὠθοῦνται, βιάζονται. Ἡ προσωπικὴ κοινωνία, ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸν ποὺ χαρίζει τὴν εἰρήνην, τὴν χαράν, τὰ χαρακτηριστικὰ γενικῶς τῆς θεότητος, χωρὶς νὰ ἀπόλλυται ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κάτι ποὺ διατηρεῖται καὶ παρέχεται μόνον εἰς τὴν λειτουργίαν.
.                 Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλοιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα· δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῷ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρωπίνη προσωπικότης. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕνα χριστιανισμὸν εἰς τὰ μέτρα τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ζῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμον καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν· παραδέχεται τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ζῆ τὸν κόσμον. Ἔχει κοινὴν ζωὴν καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωήν· ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴ καὶ ζῆ κοινὴν ζωήν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος!
.                 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθησις τοῦ χρόνου καὶ αἱ μέριμναι ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸν τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Ποιός πηγαίνει στὸν ἑσπερινό, στὸν ὄρθρο; Πόσοι κάνουν ἀπόδειπνο; Ποιοί γνωρίζουν τὰς ἀκολουθίας μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλοῦτος τῶν ἀκολουθιῶν παρα-χωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία. Θεωρεῖται ἀρκετὸν μόνον ἡ θεία λειτουργία –μάλιστα οὐχὶ καὶ ὁλοκλήρου τῆς λειτουργίας ἡ ἀκρόασις– ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖον ἱερὸν θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοί μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσίαν των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν θείαν κοινωνίαν νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνον παρίστανται. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία, ὅπως εἴπαμε, δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει εἰς θεῖα βιώματα. Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν θείαν ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικήν μας μέθεξιν καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας», διὰ νὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἅγιοι.
.                 Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον Μαρδάριον, ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε Μάρτυρας, […] Ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του εἶδε τὸν μάρτυρα Εὐστράτιον, ποὺ ἐπήγαινε νὰ μαρτυρήση. Ἐσκίρτησε ἡ καρδιά του καὶ σκέφθηκε ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁγιότης. Ἔτσι, δὲν ἠθέλησε νὰ στεφανωθῆ μόνον ὁ Εὐστράτιος. Ἀγκαλιάζει τὴν γυναῖκα του, τὴν ἀσπάζεται, παίρνει τὴν εὐχή της, τὴν ὁποίαν ἐκείνη τοῦ δίδει ἀμέσως, χαιρετᾶ καὶ εὐλογεῖ τὰ δύο παιδιά του καὶ ἀκολουθεῖ τὸν μάρτυρα Εὐστράτιο νὰ πάρη στέφανον νίκης καὶ οὐρανίου ἐπιτυχίας. Δὲν τὸν νοιώθομε αὐτό, δὲν πηγαίνομε γιὰ νὰ διακονήσωμε, νὰ λειτουργήσωμε τὴν ἁγιότητά μας, ἀλλὰ πηγαίνομε νὰ παραστῶμεν, νὰ ἀκούσωμεν, νὰ κοινωνήσωμεν· αὐτὸ ὅμως εἶναι κάτι ἄλλο.
.                 Ἡ λειτουργία δὲν εἶναι ἁπλῶς μία τέλεσις τῆς θείας εὐχαριστίας.
Εἶναι ἡ παρεδρία τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅλων ἡμῶν, διότι ἕκαστος παρὼν μὲν συντρέχει, ἀπουσιάζων δὲ δημιουργεῖ ἔλλειψιν. Λειτουργία εἶναι ἡ ὅλη λατρεία καὶ ἀποκορύφωμα βεβαίως ἡ εὐχαριστία· εἶναι ἡ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν ἄνθρωπον. Λειτουργία εἶναι ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν Θεόν. Ἔτσι ἑρμηνεύομε τὴν λειτουργίαν εἰς τὰς διαφόρους διαστάσεις τὰς ὁποίας παίρνει καὶ εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεόν.
.                 Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λειτουργία καὶ ἡ λειτουργία εἶναι ἅπασα ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ζωὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι μιὰ πνευματικὴ λατρεία· ὄχι μόνον μία τύπωσις τῆς λατρείας τοῦ οὐρανοῦ ἢ τῆς μελλοντικῆς λατρείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή μας, αὐτὸς ὁ Χριστός μας. Ἡ Ἐκκλησία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἡ λειτουργία ἐνεργεῖ Χριστόν. Ἐνεργῶ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρος εἶναι ἐστραμμένος σὲ κάτι, ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτό, τὸ φτιάχνω, τὸ ὁλοκληρώνω, βάζω σὲ αὐτὸ τὴν ὕπαρξί μου καὶ τὸ ἑνώνω ὀντολογικὰ μὲ ἐμένα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σκυμμένη καὶ ἐστραμμένη εἰς τὸν Χριστόν, δουλεύει ἐν αὐτῷ καὶ δουλεύεται ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν παριστᾶ, τὸν δημιουργεῖ κατὰ κάποιον τρόπον μέσα της, τὸν ἐμποιεῖ ἐν αὐτῇ.
.                 Ἑπομένως, λειτουργῶ σημαίνει ὅτι ἐγὼ ζῶ τὸν Χριστόν. Τὸ Πνεῦμα ἐπιτελεῖ τὴν ἐν Χριστῷ μεταβολήν μου, διότι δὲν κατέρχεται διὰ τὰ δῶρα ἀλλὰ δι’ ἐμέ. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ἐγὼ ἐνεργῶ τὸν Χριστόν. Ὅπως μεταβάλλονται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος, ἔτσι μεταβάλλομαι καὶ ἐγώ. Ὁ ἱερεὺς εἰς πᾶν μυστήριον μεταβάλλει. Ἐδῶ ὅμως ἱερεὺς εἶναι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατὴρ καὶ πᾶς τις ὅστις παρευρίσκεται εἰς τὴν λειτουργίαν· εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ καὶ ΕΜΕΙΣ-2 (Ἀρχιμ. Αἰμιλιανός†)

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς)

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 173-174

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.           […] Ὅλοι ἑνωνόμαστε στὸ ἕνα σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡστόσο καθένας ἀπὸ ἐμᾶς παραμένει μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα.
.     Αὐτὸ συντελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ᾽ ὅσον «ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες ἓν [Πνεῦμα] ἐποτίσθημεν». Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἑνώνει, διὰ τῆς θείας δυνάμεώς του, ὅλους τοὺς πιστοὺς σὲ ἕνα σῶμα, στὴν Ἐκκλησία. κενο εναι ὁ κτίτωρ καὶ οκοδόμος τς κκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησίαν Θεοῦ». Μ τ γιον Πνεμα ντασσόμαστε στὸ οἰκοδόμημα, συναρμοζόμαστε, ἐνσωματωνόμαστε στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δι’ Ατο, βαπτιζόμαστε σὲ ἕνα σῶμα, στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δι’ Αὐτοῦ γινόμαστε «σύσσωμοι» τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πραγματικότητα, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος γίνεται τοῦ Χριστοῦ, γίνεται χριστιανός, γίνεται μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ατ νχριστώνει κα χριστοποιε, νεκκλησιάζει κα κκλησιοποιε. Αὐτὸ καταργεῖ ὅλες τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν Ἑβραίων, ὡς τοῦ περιουσίου λαοῦ, καὶ τῶν ὑπολοίπων λαῶν, τῶν ἐθνικῶν, ἑνώνοντάς τους σὲ ἕνα σῶμα, σὲ ἕναν ὀργανισμό. Μ τ γιον Πνεμα πραγματώθηκε καὶ οκοδομεται, συνεχς, τ γιο, θεανθρώπινο, καθολικ σμα τς κκλησίας, τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο. Σὲ αὐτὸ τὸ καθολικὰ μοναδικὸ σῶμα κάθε ἄνθρωπος, Ἑβραῖος ἢ Ἕλληνας, δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, πλούσιος ἢ φτωχός, μορφωμένος ἢ ἀμόρφωτος, γίνεται καινς νθρωπος· ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ αὐτὸν τὸν καινὸ ἄνθρωπο εἶναι οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα σὲ ὅλους τοὺς κόσμους. Ὁτιδήποτε ὑπάρχει στὸ ὂν τοῦ ἀνθρώπου καὶ νιώθει πείνα γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ τὸ θεῖο, τροφοδοτεῖται μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τρέφεται χωρὶς νὰ ξαναπεινάσει καὶ νὰ ξαναδιψάσει. Ἕνα πράγμα εἶναι ἀναμφίβολο, πὼς μόνο μ τ γιον Πνεμα γίνεται τοῦ Χριστο. Ἐπειδή, ὅπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Χριστός, ὅπως ἐπίσης, ὅπου εἶναι ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· μὲ ἕναν λόγο, ἐκεῖ εἶναι Ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα. Καὶ τὰ πάντα ἀπὸ Αὐτὴν πηγάζουν καὶ ἐν Αὐτῇ τὰ πάντα ὑπάρχουν. Ἀπόδειξη γι’ αὐτό, τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος ἐντριαδώνεται, προκειμένου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του, μὲ τὴν ἄσκηση τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, νὰ τριαδοποιηθεῖ πλήρως, πράγμα ποὺ σημαίνει νὰ ζεῖ ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Δεχόμενος τὸ ἅγιο βάπτισμα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐνδύεται τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Ἁγία Τριάδα. Ὁ βίος του μετὰ τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι ἄλλο, καὶ οὔτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπὸ μία διαρκῆ βίωση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλων ὅσων ἀνήκουν σὲ Αὐτόν, μία ἀδιάλειπτη βίωση τῆς Τριάδος καὶ ὅλων ὅσα ἀνήκουν σὲ Αὐτήν.

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

.              Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία δὲν «ἱδρύθηκε», ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζεται, ἀλλὰ ἔγινε Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κοινωνία τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ὄντων, κτισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσίν Του προϋπῆρχε στὴν προαιώνια βουλὴ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ (Ἐκκλησία τῶν «πρωτοτόκων», Ἑβρ. ιβ´ 22-23), ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ὁρατοῦ καὶ ὑλικοῦ κόσμου καὶ ἀρχίζει μὲ τὴν δημιουργία τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἀγγέλων.
.           Ὡς θεολογικὴ διευκρίνηση παρατίθεται τὸ κατωτέρω ἀπόσπασμα

Νίκου Ματσούκα,
Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´,
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1985,
σελ. 367-368.
Ἠλ. στοιχ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

.             «Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀρχικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ ἱστορική της πραγμάτωση εἶναι προορισμένη πρὸ καταβολῆς κόσμου. Μετὰ ἀπὸ διαδοχικὲς φάσεις (Ἐκκλησία τῶν Πρωτοτόκων, Ἐκκλησία τῶν Πρωτοπλάστων, Ἐκκλησία τοῦ περιουσίου Λαοῦ) ἡ ἱστορικὴ πραγμάτωση γίνεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου).
.             Μιὰ νέα φάση τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει μὲ τὴν ἐπιφοίτητση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, ὁ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πεντηκοστῆς, «ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἠμέραν» αὐτή, «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἐδῶ ἔχουμε τὴν τελειότερη φανέρωση μιᾶς φάσης τῆς Ἐκκλησίας. Θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς μὲ τὴν φάση αὐτὴ ἀποσοβεῖται ἡ ἐκθεμελίωση ἢ μᾶλλον ὁ κίνδυνος τῆς ἐκθεμελιώσεως τοῦ κόσμου, μὲ τὴν κατασκευὴ «καινῶν θεμελίων», «καινῆς κτίσεως». Ἡ ἐνσαρκος πολιτεία τοῦ Λόγου ἔχει συντελέσει ἐν τῷ μεταξὺ στὴ στερέωση τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴν τελικὴ εἴσοδο στὴ δόξα τῆς θείας βασιλείας. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν φανέρωση τούτης τῆς δόξας καὶ τὴν τρανότερη ἐλπίδα, καὶ ὁ ἱστορικὸς καὶ οἰκουμενικὸς παράγοντας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς πῆρε θεμελιακὲς καὶ εὐρύτερες διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παρακλήτου σημαδεύει πιὰ τὸ κέντρο τῆς κτίσης καὶ τῆς ἱστορίας, καὶ τὸ μήνυμα τῆς οἰκουμενικότητας, ἀκόμα καὶ τῆς ἴδιας τῆς συμπαντικότητας, γίνεται περισσότερο ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο. Ὁ ἑνοποιητικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Παρακλήτου στὴν προκειμένη περίπτωση παίρνει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὶς καθολικὲς διαστάσεις. Ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κηρύττει πιὰ ἔντονα καὶ ἀνοιχτὰ τοῦτο τὸν ἑνοποιητικὸ ρόλο, ὅπως ἀκριβῶς ἐπισημαίνει τὸ στόμα τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ».

, , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΕΝΩΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ καὶ ΑΚΤΙΣΤΟΥ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ

.                 Ὅλα ὅσα τελοῦνται στὴ Θεία Λειτουργία, φανερώνουν τὸ Μυστήριον τῆς ἑνώσεως κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ, παρελθόντος καὶ μέλλοντος, ἱστορίας καὶ ἐσχάτων. Ἐκκλησία, λοιπόν, εἶναι ἕνα πλέγμα συμβόλων, τύπων καὶ εἰκόνων. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία δηλώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο-ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν μετοχὴ τῆς κτίσεως στὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα διὰ τῆς υἱοθεσίας μας, δηλαδή, τῆς ταυτίσεώς μας κατὰ χάριν, μὲ τὸν κατὰ φύσιν μονογενῆ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. Ὅλοι οἱ τύποι, καὶ τὰ σύμβολα, καὶ οἱ εἰκόνες στὴν Ἐκκλησία ἐκφράζουν καὶ πραγματώνουν τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἑνώσεως τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν συμβόλων καὶ τῶν εἰκόνων.

,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-5 («Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου»)

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)
Μέρος Ε´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)
περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1
Mέρος Β´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)
Mέρος Γ´: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-3 («τὸ ἀρχέτυπον, βάσει τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη καὶ πρὸς τὸ ὁποῖον τείνει».)

Μέρος Δ´: « Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-4 «Τὸ ἀρχέτυπον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ σαρκωθεὶς Λόγος»

Β΄. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

.               Τὸ τελευταῖον σημεῖον μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν πυρῆνα τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ προβλήματος, ὅπως τοῦτο ἀντιμετωπίζεται σήμερον. Ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν περικλείει, εἶναι ἡ πλέον νευραλγικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἀλήθεια, ὀδυνηρὰ ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ σωτήριος διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον. Ὀδυνηρὰ μέν, διότι πατάσσει εἰς τὴν ρίζαν του καὶ τὸ ἐλαχιστότερον σκίρτημα διεκδικήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου αὐτονομίας· σωτήριος δέ, διότι ἀνοίγει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου μεγαλειώδεις καὶ ἀτέρμονας ὁρίζοντας διὰ μίαν πραγματικὴν καὶ ἀληθῶς ἀνθρωπίνην δρᾶσιν καὶ ἀνάπτυξιν. Θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διερευνήσωμεν δι’ ὀλίγων τὰς δύο αὐτὰς πτυχάς.

1) Ἐνηλικιωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος

.               Δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν τυχαῖον το γεγονὸς ὅτι ὁ Παῦλος εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολήν, ὅπου ὑμνεῖ τὸν Χριστὸν ὡς «Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκον πάσης κτίσεως…», καλεῖ «πάντα ἄνθρωπον» νὰ γίνῃ «τέλειος ἐν Χριστῷ» καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ εἶναι «πεπληρωμένοι ἐν αὐτῷ». Τοῦτο συμβαίνει διότι ἀκριβῶς, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, «τὸν ἀληθινὸν ἄνθρωπον καὶ τέλειον… πρῶτος καὶ μόνος ἔδειξεν ὁ Σωτήρ». Πρὶν ἑνωθῇ ὑποστατικῶς ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, πρὶν δηλαδὴ ἐμφανισθῇ ὁ Χριστός, ὁ ἄνθρωπος ἦτο καὶ προπτωτικῶς προ-Χριστοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἦτο ἀτελής, «νήπιος», προωρισμένος νὰ ἀναδειχθῇ εἰς «ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
.               Ἐφ’ ὅσον προορισμὸς του ἦτο νὰ γίνῃ «Εἰκών», ὁ ἄνθρωπος, ἐν ὅσῳ ἔμενεν εἰς τὸ «κατ’ εἰκόνα», ἦτο ἀτελής. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὁλοκληρωθῇ μὲ τὸ νὰ τείνῃ ἁπλῶς, ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν μὲ τὸ ἀρχέτυπον. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε τέλειος, ὅταν ὑψώθη εἰς Θεάνθρωπον. Πρὸ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἔλειπεν ἡ καθ’ αὐτὸ ἀνθρωπίνη «μορφή», ἡ «μορφὴ» τοῦ Υἱοῦ, τὸ χριστοειδὲς «εἶδος», ἀκόμη περισσότερον, τὸ «κατὰ Χριστὸν ὑποστῆναι».
.               Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ τὴν πατερικὴν σκέψιν εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς ἀληθοῦς ἀνθρωπότητος, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐν ὅσῳ χρόνῳ δὲν εἶχεν ἀκόμη λάβει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου, ἦτο ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως χωρὶς πραγματικὴν ὑπόστασιν, τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος ἦτο τρόπον τινὰ ἀκέφαλον. Ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, πρὶν «ἀνακραθῇ» ἢ «συνουσιασθῇ» μὲ τὴν θείαν φύσιν ἦτο ὡς μία γυναῖκα ἄγαμος, στείρα, κατὰ τὸν Παῦλον «ἀκέφαλος». Ἡ θεολογία τῆς Α΄ Περὶ Κορινθίους ἐπιστολῆς (11, 1-16) εἶναι χαρακτηριστικὴ διὰ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει: κεφαλὴ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ ἀνδρὸς ὁ Χριστός· κεφαλὴ Χριστοῦ ὁ Θεός. Ἡ γραμμὴ εἶναι συνεχής. Ὅπου καὶ ἐὰν ὑπάρξῃ τομή, ὑπάρχει διακοπὴ κοινωνίας, ἔλλειψις πληρότητος, στειρότης.
.               Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιον Ἰωάννην Δαμασκηνόν, «μέσος νοῦ καὶ ὕλης ἱστάμενος, σύνδεσμος ἐστιν ὁρατῆς καὶ ἀοράτου κτίσεως». Πότε ὅμως ὠλοκληρώθη ὁ προορισμὸς αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου; «Ἑνωθεὶς ὁ δημιουργὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος Πατήρ, δι’ αὐτῆς ἁπάσῃ τῇ κτίσει ἥνωται». Καὶ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν τεραστίων ἀνθρωπολογικῶν ἐπιπτώσεων τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ χαρακτηριστικῶς: «ἑορτάσωμεν οὖν τὴν λύσιν τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως». Ἡ λύσις τῆς ἀνθρωπίνης στειρώσεως εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔγιναν ἅγιοι ἐν Χριστῷ, ὅλοι δὲ οἱ πιστοὶ «γεγέννηνται, τοῦ Χριστοῦ τὸν βίον τοῦτον εἰσεληλυθότος καὶ γεννηθέντος». Ἡ γέννησις πράγματι τῆς κεφαλῆς «τῶν μελῶν τῶν μακαρίων γέννησις ἦν· τοῦτο ἦν συστῆναι τὰ μέλη, τὸ γεννηθῆναι τὴν κεφαλήν».
.               Πρὸ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀληθὴς καὶ πλήρης πνευματικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς πτώσεως ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἦτο πλήρης, ἐφ’ ὅσον, ὅπως εἴδομεν, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἦσαν χωρισμέναι. Ὑπῆρχεν ὁ ἀρραβὼν τοῦ «κατ’ εἰκόνα», δὲν εἶχεν ὅμως πραγματοποιηθῆ εἰσέτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωσις. Ὑπῆρχεν ἐπαφή τις μεταξὺ τῶν δύο φύσεων, ἀλλ’ ὄχι ἡ κοινωνία τῆς γαμηλίου μίξεως καὶ ἀνακράσεως. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν εἶχε φανερωθῆ πλήρως ὡς «σὰρξ» καὶ «σῶμα» Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον Πνεῦμα εἶχε δώσει τὴν πνοήν Του, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ἀδὰμ εἶχεν ἀναδειχθῆ εἰς «ψυχὴν ζῶσαν», ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη «πληρώσει πᾶσαν σάρκα», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἐπραγματοποιήθη διὰ πρώτην φορὰν τὴν Πεντηκοστήν. Διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν πατέρων, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα τοῦ παραδείσου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

TO ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

.                 Μέ ἀφορμή τό θέμα τῆς Οὐκρανίας γίνονται συζητήσεις γιά τό λεγόμενο πρωτεῖο μέσα στήν Ἐκκλησία, ἄλλοι τό ἀρνοῦνται καί ἄλλοι τό παρερμηνεύουν. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνήθως ἑρμηνεύουν τό πρωτεῖο μέσα ἀπό τήν οὐσιοκρατία καί μερικοί σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι τό ἑρμηνεύουν μέσα ἀπό τόν περσοναλισμό.
.                 Μέ τό παρόν ἄρθρο δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό θέμα αὐτό γιά νά δώσω τίς θεολογικές διαστάσεις τοῦ προβλήματος, ἀλλά θά τονίσω ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο κάνουμε λόγο γιά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμά της. Θά τονισθοῦν μερικές ἀπόψεις πού καί παλαιότερα ἔχω τονίσει ἀπό ἄλλη ἀφορμή.

1. Συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα

.                 Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται μέ τό ἱεραρχικό, καί στήν πραγματικότητα ἡ συνοδικότητα συντονίζεται μέ τήν ἱεραρχικότητα. Αὐτό, ἄλλωστε, μέ ἄλλη προοπτική, συμβαίνει καί στίς πολιτεῖες καί στά δημοκρατικά πολιτεύματα, ἀφοῦ ὑπάρχει συνάθροιση τοῦ λαοῦ, ἀλλά, συγχρόνως, ὑπάρχει καί ἱεράρχηση τῶν διακονιῶν-ἐξουσιῶν, δηλαδή δέν ἔχουν ὅλοι τά ἴδια δικαιώματα καί καθήκοντα.
.                 Ἡ λέξη σύνοδος ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις τό σύν καί τήν ὁδό, καί δηλώνει τήν συμπόρευση. Μέσα σέ αὐτήν  τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν φράση ὅτι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», δηλαδή σύναξη καί συμπόρευση..                     Ἔπειτα, ἡ λέξη ἱεραρχία δηλώνει τόν ἄρχοντα τῶν τελετῶν, τόν Ἐπίσκοπο, τόν Ἱεράρχη, ἀλλά καί τήν ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἔτσι, ἡ Σύνοδος δέν ἀποκλείει τήν Ἱεραρχία καί ἡ Ἱεραρχία δέν ἀποκλείει τήν Σύνοδο. Τόν ὅρο αὐτό –Ἱεραρχία– τόν συναντοῦμε στά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου μέ τίτλο Οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, στά ὁποῖα διακρίνονται οἱ ἐννέα χοροί τῶν ἀγγέλων, πού χωρίζονται σέ τρεῖς τριάδες καί  οἱ  ὁποῖες συνδέονται μέ τήν ἐπίγεια ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὡς πρός τίς τελετές (Βάπτισμα, Σύναξη καί Μύρο), ὡς πρός τίς τρεῖς φάσεις ἀνόδου πρός τόν Θεό (κάθαρση, φωτισμός, τελείωση), ὡς πρός τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς (ἱεράρχης, ἱερεύς, λειτουργός) καί ὡς πρός τίς τρεῖς τάξεις τῶν λαϊκῶν (κατηχούμενοι-ἀκοινώνητοι, πιστοί καί θεραπευτές-μοναχοί). Αὐτήν τήν πραγματικότητα δηλώνει καί ἡ φράση «λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος».
.                 Ἔχει παρατηρηθῆ (Ἀλέξανδρος Σμέμαν) ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται ὡς «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν». Ἡ ἱεραρχική ἀρχή δέν  εἶναι ἀντίθετη πρός τήν συνοδική, ἀφοῦ ἡ συνοδική ἀρχή θεμελιώνεται διά τῆς ἱεραρχικῆς ἀρχῆς. Ὅταν ἀπουσιάζη τό ἕνα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχη καί τό ἄλλο, ὁπότε σέ τέτοια περίπτωση δέν ὑφίσταται πραγματική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξήγηση τῶν ὅρων εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅσα θά λεχθοῦν στήν συνέχεια, σχετικά μέ τήν λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ καί ἱεραρχικοῦ πολιτεύματος στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

2. Ἡ θεία Λειτουργία, πρότυπο ἱεραρχικῆς συνοδικότητας τῆς Ἐκκλησίας

.                  Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ  καί κοινωνία θεώσεως, πού σημαίνει ὅτι ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πορεύονται πρός τήν θέωση. Δέν πρόκειται γιά μιά στάσιμη κατάσταση, ἀλλά γιά μία συνεχῆ κίνηση, μιά διαρκῆ πορεία, τήν ὁποία ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά ἀποκαλέση «στάσιν ἀεικίνητον» καί «κίνησιν στάσιμον»: «στάσιν ἀεικίνητον λαβοῦσα τήν ἀπέραντον τῶν θείων ἀπόλαυσιν, καί κίνησιν στάσιμον τήν ἐπ’ αὐτοῖς ἀκόρεστον ὄρεξιν». Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κατεστημένος θεσμός, ἀλλά μιά στρατεία ἐν Χριστῷ, μιά πορεία πρός τήν  μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Βασιλεία καί βιώνεται ἀπό τό παρόν καί θά ἔλθη στό μέλλον στήν  πληρότητά της.
.                  Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ τρόπος τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰκονίζει τό τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά καί δείχνει ποιός εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπός της.
Στήν Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ διαφαίνεται ποιός εἶναι ὁ χαρακτήρας καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θείας Εὐχαριστίας. Πάντως, ἡ ἐκκλησιολογία δέν μπορεῖ νά ἐξετάζεται ἀνεξάρτητα ἀπό  τήν εὐχαριστιολογία.
.                 Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι πράγματι ἡ «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς». Τό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι πολύ χαρακτηριστικό: «Ὤ τῶν τοῦ Χριστοῦ δωρημάτων! Ἄνω στρατιαί δοξολογοῦσιν ἀγγέλων· κάτω ἐν ἐκκλησίαις χοροστατοῦντες ἄνθρωποι τήν αὐτήν ἐκείνοις ἐκμιμοῦνται δοξολογίαν. Ἄνω τά Σεραφίμ τόν τρισάγιον ὕμνον ἀναβοᾷ· κάτω τόν αὐτόν ἡ τῶν ἀνθρώπων ἀναπέμπει πληθύς· κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις· μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία. Ταύτην γάρ ἡ ἄφραστος τοῦ Δεσπότου συγκατάβασις ἐκρότησε, ταύτην τό Πνεῦμα συνέπλεξε τό ἅγιον, ταύτης ἡ ἁρμονία τῶν φθόγγων τῇ πατρικῇ εὐδοκίᾳ συνηρμόσθη· ἄνωθεν ἔχει τήν τῶν μελῶν εὐρυθμίαν, καί ὑπό τῆς Τριάδος, καθάπερ ὑπό πλήκτρου τινός κινουμένη, τό τερπνόν καί μακάριον ἐνηχεῖ μέλος, τό ἀγγελικόν ᾆσμα, τήν ἄληκτον συμφωνίαν. Τοῦτο τῆς ἐνταῦθα σπουδῆς τό πέρας, οὗτος ὁ τῆς συνελεύσεως ἡμῶν καρπός».
.                 Τό κεντρικό σημεῖο αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστομικοῦ χωρίου εἶναι τό «μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία» ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Ἡ ἱεραρχικότητα τῶν χαρισμάτων καί τῶν διακονιῶν αὐτῶν πού μετέχουν στήν θεία Λειτουργία διακρίνεται σέ πολλούς βαθμούς. Εἶναι οἱ κατηχούμενοι, οἱ φωτιζόμενοι  καί  οἱ φωτισθέντες πιστοί· οἱ λαϊκοί διαφόρων πνευματικῶν καταστάσεων, ἤτοι καθαιρόμενοι, φωτιζόμενοι καί θεούμενοι· οἱ Κληρικοί διαφόρων βαθμῶν, ἤτοι Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι· καί  οἱ διαφοροτρόπως ὑπηρετοῦντες στήν θεία Λειτουργία, ἤτοι ὑποδιάκονοι, ἀναγνῶστες, ψάλτες, βοηθητικό προσωπικό. Ὅλοι μετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά διαφοροτρόπως, ὁπότε ὑφίσταται συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα.  Οἱ λαϊκοί συμμετέχουν στήν θεία Λειτουργία προσευχόμενοι καί κοινωνοῦντες τοῦ Σώματος καί  τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ· οἱ ἱεροψάλτες ψάλλουν ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ· οἱ Διάκονοι ἀπευθύνουν τίς δεήσεις στόν Θεό ὑπέρ τοῦ λαοῦ· οἱ Πρεσβύτεροι προσφέρουν τήν ἀναίμακτη μυσταγωγία, μέ τήν ἄδεια τῶν Ἐπισκόπων τους,  καί  οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι οἱ προεστῶτες τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
.                 Καίτοι οἱ παρευρισκόμενοι στήν θεία Λειτουργία μετέχουν τοῦ μεγάλου Μυστηρίου, οἱ Κληρικοί πλαισιώνουν τό Θυσιαστήριο καί προσεύχονται, ὅμως, ὁ Προεστώς τῆς θείας Εὐχαριστίας προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία, αὐτός ἀπευθύνει τήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς,  πού εἶναι προσευχή στόν Πατέρα νά ἀποστείλη τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά μεταβάλη τόν ἄρτο καί οἶνο σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Ἔτσι, γίνεται συλλείτουργο, ἀλλά διακρίνονται ἰδιαίτερες κατηγορίες πνευματικῶν χαρισμάτων καί διακονιῶν. Ἀκόμη καί τότε πού συλλειτουργοῦν Κληρικοί τοῦ ἰδίου βαθμοῦ, ὁ πρῶτος ἀπό τούς λειτουργούς προσφέρει τήν ἀναίμακτη θυσία καί  οἱ ἄλλοι μετέχουν τοῦ Μυστηρίου. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας προϋποθέτει προεξάρχοντα. Ὁπότε, ἡ συνοδικότητα λειτουργεῖ σέ συνδυασμό μέ τήν ἱεραρχικότητα.
.                  Αὐτή ἡ διάκριση τῶν χαρισματικῶν διακονιῶν στήν  θεία Λειτουργία φαίνεται καί στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου, στό ὁποῖο παρουσιάζεται τό ὅραμα τῆς οὐράνιας Ἐκκλησίας καί τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας πού εἶδε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί βεβαίως,  ὅπως ἀναφέρθηκε προηγουμένως, συνδέεται μέ τήν ἐπίγεια θεία Λειτουργία.
.            Στό ὅραμα αὐτό τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας βλέπουμε τόν «ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου…», εὑρισκόμενο μεταξύ τῶν ἑπτά λυχνιῶν (Ἀπ. α΄, 12 κ.ἑξ. )· τόν ἐπί τοῦ θρόνου καθήμενο, καί τούς εἰκοσιτέσσερις Πρεσβυτέρους καθημένους σέ θρόνους «κυκλόθεν τοῦ θρόνου»· τά τέσσερα ζῶα ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου, καί τήν λατρεία πού προσφέρουν στόν καθήμενο ἐπί τοῦ θρόνου οἱ εἰκοσιτέσσερις Πρεσβύτεροι καί τά λειτουργικά ζῶα (Ἀπ. δ΄, 1 κ.ἑξ. )· «τό ἀρνίον τό ἑστηκός ὡς ἐσφαγμένον» «ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καί τῶν τεσσάρωνζῴων καί ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων» καί τήν λατρεία τους στό ὡς ἐσφαγμένο ἀρνίο (Ἀπ. ε΄, 6 κ.ἑξ. )· τό Θυσιαστήριο καί «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τάς ψυχάς τῶν ἐσφαγμένων διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Ἀπ. στ΄, 9 κ.ἑξ. )· «τόν ὄχλον πολύ» «ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καί ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ζ΄, 9κ. ἑξ. )· τόν λιβανωτό καί τόν καπνό τῶν θυμιαμάτων (Ἀπ. η΄, 3 κ.ἑξ. )· τό ᾆσμα τῶν λελυτρωμένων (Ἀπ. ιδ΄, 1κ. ἑξ. )· τόν ὕμνον ἀλληλούια (Ἀπ. ιθ΄κ. ἑξ. )· τό «δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου» (Ἀπ. ιθ΄, 9 κ.ἑξ. )· τόν καινό οὐρανό καί τήν καινή γῆ καί  τήν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ (Ἀπ. κα΄, 1 κ.ἑξ. ).
.                 Ὅλη αὐτή ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία εἶναι καί οὐράνια Λειτουργία καί πρότυπο τῆς ἐπίγειας θείας Λειτουργίας, μεταξύ δέ αὐτῶν ὑπάρχει μιά πνευματική ὄσμωση. Ἀλλά τόσο οἱ εὐχές ὅσο καί ἡ διάταξη τῆς θείας Λειτουργίας δείχνουν μιά συνοδική καί ἱεραρχική πορεία καί ἀνάβαση πρός τό ὕψος τοῦ ὄρους Σινᾶ, τοῦ Γολγοθᾶ καί  τοῦ  καινοῦ μνημείου τῆς  Ἀναστάσεως.
.                 Ἡ θεία Λειτουργία ὄχι μόνον εἰκονίζει, ἀλλά καί ἐκφράζει τήν Θαβώρια ἐμπειρία καί μετέχει αὐτῆς. Στό ὄρος Θαβώρ, στό μέσον βρισκόταν ὁ Χριστός μέσα στό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο προχεόταν ἔσωθεν, ἀφοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πηγή τοῦ ἀκτίστου Φωτός· οἱ Προφῆτες παρευρίσκονταν ἔνθεν καί ἔνθεν τοῦ Χριστοῦ συνομιλοῦντες μαζί Του· καί  οἱ τρεῖς Μαθητές ἔπεσαν πρηνεῖς, γιατί, ἐνῶ ζητοῦσαν τήν κατασκευή κτιστῶν σκηνῶν γιά τόν Χριστό, τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, βρέθηκαν οἱ ἴδιοι κάτω ἀπό τήν ἄκτιστη σκηνή, τήν νεφέλη τήν φωτεινή, τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτές οἱ πνευματικές καταστάσεις θυμίζουν τέλεση θείας Λειτουργίας.
.                  Ἐπίσης, μέ αὐτήν τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου δημιουργήθηκε καί ὁ ἐπίγειος κτιστός Ναός, ὅπως ἄλλωστε τό βλέπουμε καί στήν περίπτωση τοῦ Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος μέ βάση τήν ἀχειροποίητη καί ἄκτιστη σκηνή, πού εἶδε στό ὄρος Σινᾶ, κατασκεύασε τήν κτιστή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα κατασκευάσθηκε ὁ Ναός τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά καί ὁ χριστιανικός Ναός, μέ τήν διαίρεσή του, σέ νάρθηκα, κυρίως Ναό καί ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤτοι Ἱερό Βῆμα.
.                  Ἑπομένως, στήν θεία Λειτουργία, στόν τρόπο τελέσεώς της, ἀλλά καί στόν χῶρο πού τελεῖται βλέπουμε τήν συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.

3. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς

.                 Ἡ θεία Λειτουργία καί μέ τόν τρόπο πού τελεῖται, ἀλλά καί μέ τό «πνεῦμα» της ἀποτέλεσε ἀνέκαθεν τό πρότυπο τῆς βιώσεως ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι ἕνα ἀποκεκομμένο τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά τό κέντρο, ὁ πυρήνας καί ἡ βάση τῆς συγκροτήσεως ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἁγιογράφος, πού παριστάνει τίς Συνεδριάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔχει ὡς βάση τήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπου οἱ Μαθητές ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά καί ὁ τύπος αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο γίνεται συλλείτουργο σέ κάθε θεία Εὐχαριστία, ὅταν ὑπάρχη Σύνθρονο. Θεία Εὐχαριστία, μυστήριο Πεντηκοστῆς καί Συνεδριάσεις τῶν Συνόδων συνδέονται μεταξύ τους, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν.
.                 Μέ αὐτήν τήν προοπτική καί ἡ ὅλη διοίκηση καί ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά λειτουργῆ, κατά τό πρότυπο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἤτοι συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς, καί νά εἶναι προέκτασή της. Ἄλλωστε,  δέν νοεῖται διάσπαση μεταξύ μυστηριακῆς καί διοικητικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο διοικητικό καί ποιμαντικό της ἐπίπεδο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, πρέπει νά λειτουργῆ μέ τόν τρόπο  πού τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ συνοδική δομή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ συνοδική διαχείριση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀποτελεῖ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναλύεται μέ πολύ ὡραῖο τρόπο βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπό τόν Ἀρχιμ. Γεώργιο Καψάνη, Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σέ μιά σημαντική μελέτη του.
.                  Ἡ συγκρότηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς λειτουργεῖ μέ τήν θεολογική ἔννοια τῆς συνέργειας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι  ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος ὁ συνεργῶν. Ὁ Χριστός ποιεῖ τήν θέωση, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος πάσχει τήν θέωση, δηλαδή μετέχει τῆς θεώσεως. Καί αὐτό γίνεται κατά διαφόρους βαθμούς.
.                  Ἡ συνοδικότητα καί ἡ ἱεραρχικότητα πρέπει νά λειτουργοῦν στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί στίς Συνεδριάσεις στήν Ἱεραρχία, ὡς βίωση καί προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων εἶναι μιά συλλειτουργία, προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας καί  τῆς προσευχῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀρχίζουμε τίς Συνεδριάσεις τῆς Ἱεραρχίας μέ τήν ἐκζήτηση τοῦ Παρακλήτου καί τελειώνουμε τίς ἐργασίες της μέ τό «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς».
.                 Καί στίς συνάξεις αὐτές ὑπάρχει ὁ Προεστώς, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον παρίσταται καί ἐπιβλέπει τόν τρόπο λειτουργίας τῆς πορείας τῆς Συνόδου (Ἱεραρχία-Διαρκής), ἀλλά συνιστᾶ τήν ἱερουργία της, ὅπως γίνεται καί στήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, καθώς ἐπίσης καί ὑπάρχουν καί συνδιοικοῦντες-συλλειτουργοῦντες. Αὐτό ἐπιτάσσει ὁ λδ΄ Ἀποστολικός Κανόνας γιά τήν λειτουργία τοῦ Μητροπολιτικοῦ συστήματος, ὅτι «τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» στά συνοδικά ζητήματα, ὄχι ὅμως σέ ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στίς ἐπί μέρους ἐπαρχίες. Ἀλλά καί ὁ πρῶτος-πρόεδρος «μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι». Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις «ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεός, διά Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό ἅγιον Πνεῦμα».
.                 Αὐτό τό συνοδικό πολίτευμα πρέπει νά λειτουργῆ στήν  διοίκηση τῶν κατά τόπους Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἐκκλησίας, στίς σχέσεις μεταξύ Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν, ἀφοῦ καί αὐτοί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι τά «παθητικά» μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τά «χαρισματοῦχα» πού ἔχουν τήν δυνατότητα μεθέξεως τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία νά ποιμαίνωνται πρός τήν  δικήτους προσωπική σωτηρία.
.                 Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι προεστώς τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, ἀλλά καί προεστώς τῆς ὅλης κανονικῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπισκοπῆς καί Μητροπόλεως, ἀφοῦ ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καί αὐτή ἡ ποιμαντική εἶναι ἔκφραση τῆς εὐχαριστιακῆς ἀτμόσφαιρας καί συνάρτηση τῆς μετοχῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στό Μυστήριο τῆς  θείας Λειτουργίας. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάνουμε λόγο γιά τό ἐπισκοποκεντρικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο, ὅμως, δέν εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱεροί Κανόνες ἀναφέρονται στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μετέχουμε στήν  θεία Λειτουργία. Ἐπίσης, καί ἡ διάταξη τοῦ Συνθρόνου προϋποθέτει ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἵστανται πιό κάτω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὄχι, ὅμως, στό ἐπίπεδο τῶν λαϊκῶν, διότι ὑφίσταται ἱεράρχηση τῶν χαρισμάτων.
.                  Ἡ συνοδική καί ἱεραρχική δομή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὡς προέκταση τῆς θείας Λειτουργίας πρέπει νά λειτουργῆ καί μεταξύ Πρεσβυτέρων καί λαϊκῶν στίς Ἐνορίες τους, ἀλλά καί μεταξύ Ἡγουμένων καί μοναχῶν στίς Ἱερές Μονές. Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα λειτουργεῖ σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, δέν πρέπει νά τό ἀναμένουμε μόνον στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας, ἀλλά πρέπει νά λειτουργῆ καί στίς ἄλλες ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά παρατηροῦνται παρατάξεις καί παρασυναγωγές στήν ἐκκλησιαστική ζωή. «Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς μία συνεχής σύνοδος», ἀφοῦ αὐτό δηλώνει καί ἡ λέξη Ἐκκλησία.
.                 Βασική ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ὅτι, ὅποιος γνωρίζει νά λειτουργῆ συνοδικῶς καί ἱεραρχικῶς ὡς Πρεσβύτερος στήν Ἐνορία του καί ὡς Μητροπολίτης στήν Μητρόπολή του, μπορεῖ νά λειτουργήση μέ κανονικό καί συνοδικό τρόπο καί στίς ἄλλες λειτουργίες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί στίς Συνόδους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησιολογικές ἀσθένειες ξεκινοῦν ἀπό τόν τρόπο πού συγκροτεῖται ἡ Ἐνορία καί ἡ Μητρόπολη καί ἐκδηλώνονται καί στά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἐπίπεδα. Ἄλλωστε, ἡ καρκινογένεση ἀρχίζει ἀπό τό κύτταρο καί ἐπεκτείνεται σέ ὅλο τό σῶμα. Ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἐνεργῆ συνοδικά στήν Ἐνορία καί τήν Μητρόπολή του, δέν μπορεῖ νά λειτουργήση συνοδικά καί ἐκκλησιαστικά καί στίς Συνεδριάσεις τῶν Ἐπισκόπων.
.              Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά φαίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό πού λειτουργεῖ ἱεραρχικῶς καί ἱεραρχικό πού λειτουργεῖ συνοδικῶς. Οὔτε ἡ συνοδικότητα καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα οὔτε ἠ ἱεραρχικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα.
Αὐτό συμβαίνει καί στόν τρόπο λειτουργίας ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἀκριβῶς ἰσχύει καί στίς πανορθόδοξες Λειτουργίες. Ὑπάρχει σαφῶς ἕνας Πρῶτος, πού ἔχει καθῆκον γιά τήν καλή λειτουργία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ αὐτοκεφαλίες δέν εἶναι, ὅπως ἔχω τονίσει σέ ἄλλο κείμενό μου, αὐτοκεφαλαρχίες. Ἄλλωστε, κεφαλή τῆς Ἐκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῆ ἀκόμη μέ ἀπόλυτη σημασία καί ὁ ὅρος «αὐτοκεφαλία», ἀλλά περισσότερο αὐτός ὁ ὅρος ἀποδίδει τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν περιοχῶν καί ὄχι τήν πλήρη ἀνεξαρτησία τους.
.                 Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει πρῶτος, πού συνυπάρχει μέ τούς ἄλλους προκαθημένους ἱεραρχικῶς. Κατ’ οὐσίαν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι μεταξύ τους, ἐπειδή ἔχουν τήν ἴδια ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά κατά τό κανονικό σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δέν εἶναι ὅλοι ἰσότιμοι καί αὐτό νοεῖται ἀνάλογα μέ τήν διοικητική καί εὐχαριστιακή θέση τους μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἀντικείμενο ἄλλου κειμένου μου.–

 

, ,

Σχολιάστε