Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἐγωισμός

«ΟΣΟ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ Η ΚΑΡΔΙΑ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ Η ΠΤΩΣΗ» (Ἅγ. Πορφύριος)

«Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του»

Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

.         Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του.Ἕνα αὐγό σπάει καί ἀπό ὕψος 30 πόντων. Ὅμως ἕνας βράχος πρέπει νά ἀνέβει πολύ ὑψηλά καί νά πέσει, γιά νά συντριβεῖ.
.         Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πολύ σκληρή καρδιά, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πετύχει κάποια πράγματα: Νά ἀνέβει ψηλά καί κατόπιν νά πέσει βαρύγδουπα γιά νά συντριβεῖ, νά μαλακώσει, νά σπάσει. Ὅμως ὁ μαλακός ἄνθρωπος, ὁ εὐαίσθητος, ὁ πονόψυχος μπορεῖ νά μήν ἔχει μεγάλες κοσμικές ἐπιτυχίες, νά βρίσκει ὅλο ἐμπόδια, αὐτό ὅμως τόν προστατεύει ἀπό μεγάλες πτώσεις, τίς ὁποῖες ἡ εὐαίσθητη καρδιά του δέν θά ἀντέξει.
.         Νά λοιπόν, πού τά ἐμπόδια στή ζωή μας εἶναι ἡ προστασία μας καί ὄχι ἡ κατάρα μας καί ἡ δοκιμασία μας.
.           Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλει νά μᾶς γλιτώσει ἀπό ἐγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει ἐμπόδια στά σχέδιά μας. Δηλαδή, τό ἐμπόδιο εἶναι ἡ προστασία ἀπό ἐγωιστικές πτώσεις.
Γι’ αὐτό ὁ λαός λέει:
.         «Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό” καί κατ’ ἀναλογίαν “κάθε ἄνεση γιά κακό!»
.         Λέγουν οἱ Πατέρες «οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο». Ὡς ἐκ τούτου πρίν ἀπό κάθε πτώση, προηγεῖται ἐγωιστική ἄνεση καί πρίν ἀπό κάτι ὄμορφο, συντριβή καί ταπείνωση.

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΩΝ»

Ἡ ἀναγκαιότης τοῦ Πνευματικοῦ ἔναντι τῶν «ψυχοθεραπευτῶν»

Πρωτ. Π. Εὐθυμίου Μουζακίτη
[Ὁμιλία στὸ ἀρχονταρίκι τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου, Διονύσου Ἀττικῆς (27/11/2014)]

.             Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος ἀσθενεῖ. Δὲν εἶναι ἔτσι ὅπως τὸν ἔπλασε ὁ Θεός. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποστασία του ἀπὸ τὸν Δημιουργό του καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ παρουσία καὶ οἰκοδόμηση τῆς ὑπερηφάνειας.
.             Ἔτσι λοιπόν, γιὰ τὴν θεραπεία τῆς “ἀμαυρωθείσης” φύσης μας, ἀναγκαία εἶναι μόνον ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πνευματικὸς ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν μεταδώσει διά τῶν Μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
.             Ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιδόσεις στὴ ζωή αὐτή. Δὲν χρειάζεται νὰ ἔχει καμμία πληροφορία ἀπὸ τὶς θεωρίες τοῦ κόσμου. Ἴσως πολλὲς φορὲς νὰ τὶς ξέρει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἐμπιστευτεῖ, γιατί οἱ θεωρίες τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ τὶς μεταλλαγές τους, τὶς ἐπιπτώσεις τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξέλιξή τους. Τὸ ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ πατρὸς εἶναι ἕνα χάρισμα. Δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δωρίζει ἕνα χάρισμα «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» ὁ Χριστὸς δηλαδή, ποὺ μὲ τὸ Ἅγιό του Πνεῦμα Χριστοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ τὸ χάρισμα ποὺ λαβαίνει ὁ Πνευματικὸς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, δὲν εἶναι ἔργο τῆς ἐπιστήμης καὶ γνώσεως ἐπιστημονικῆς. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλες διαδικασίες.
.             Ἡ Πνευματικὴ πατρότης εἶναι γέννημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἕνας Πνευματικὸς Πατὴρ δὲν μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πολλοὶ “Πνευματικοὶ” ἔπεσαν σ’ αὐτὴν τὴν πλάνη καὶ νόμισαν ὅτι, μέσα στὴ διαδικασία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρώπων, θὰ προσφέρουν ἔργο πνευματικὸ μὲ τὸ νὰ ἀκολουθήσουν γνωστικὲς μεθόδους τοῦ κόσμου, σπουδάζοντας ψυχολογία, καὶ κοσμικὲς ἐπιστῆμες καὶ ἐφαρμόζοντας μεθόδους ὄχι παραδοσιακὲς-ἐκκλησιαστικές, ὅπως τὶς παραλάβαμε ἀπὸ τὴν δισχιλιετῆ πεῖρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ μεθόδους ἐπιστημονικές, καὶ στὸ τέλος ἀπέτυχαν.
.             Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἐνῷ συνιστοῦσε στοὺς ἀσθενεῖς νὰ συμβουλεύονται χριστιανοὺς ἰατροὺς –«διότι τοὺς φωτίζει ὁ Θεός», ὅπως ἔλεγε- εἶχε ἐκφράσει ἐπανειλημμένως τὴν ἀπαρέσκειά του πρὸς τὰ «ψυχολογικὰ» βιβλία, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν «ψυχολογία» καὶ τὴν «ψυχιατρική», ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ ἐπιστήμονες καὶ ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ στὴν ὕπαρξη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅπως τὴν δέχεται ἡ θεολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Δεδομένου δὲ ὅτι οἱ πλεῖστοι ἀκαδημαϊκοὶ δάσκαλοι τῆς ψυχιατρικῆς θεωροῦν ὅτι τὰ «ψυχικὰ φαινόμενα» ἔχουν μόνον βιολογικὸ ὑπόβαθρο –θεώρηση, ἡ ὁποία συνιστᾷ ἄρνηση τῆς ὕπαρξης ἄϋλης, νοερῆς καὶ λογικῆς ψυχῆς στὸν ἄνθρωπο– ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικὸς ἢ ἀρνητικὸς γιὰ πολλὲς «θεραπεῖες», ποὺ ἐφάρμοζαν οἱ προαναφερθέντες ψυχίατροι.
.             Ὅπως γνωρίζουμε ἡ ψυχιατρικὴ ὡς ἰατρικὸς κλάδος ἀσχολεῖται μὲ τὶς διεργασίες τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ νευρικοῦ συστήματος καὶ τῶν νευροδιαβιβαστῶν. Εἶναι μία προσέγγιση σωματική. Στὴν θεραπεία ὅμως τῆς ψυχῆς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἐπιστημονικὴ μεθοδολογία. Διότι ὅπως λέει καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «πᾶν κτιστὸν μὴ ἐρευνόμενον». Ἡ ψυχὴ δὲν ἐρευνᾶται. Μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ βάθη τῆς ψυχῆς.
.             Ὁ Γέροντας Παΐσιος, συμφωνώντας μὲ τὸν Ἅγιο Πορφύριο θεωροῦσε ὅτι τὰ αἴτια τῶν περισσοτέρων ψυχικῶν ἀσθενειῶν εἶναι πνευματικὰ καὶ ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ μυστηρίου τῆς γενικῆς ἐξομολόγησης εἶναι καθοριστικὴ γιὰ τὴν ὁριστικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ ψυχικὴ-πνευματικὴ θεραπεία μὲ τὴν Θεία Χάρη. Ἡ διαδικασία τῆς καθάρσεως ἀρχὴ ἔχει τὴν μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἔργο, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Γιὰ νὰ θεραπευθοῦν τὰ διάφορα ψυχικὰ-ψυχολογικὰ νοσήματα, θὰ πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ πνευματικά τους αἴτια, ποὺ εἶναι τὰ πάθη (μὲ κυρίαρχο τὸν ἐγωισμὸ) καθὼς καὶ οἱ δαίμονες μὲ τὶς ἐνέργειές τους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βοηθηθεῖ νὰ πιστέψει στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, τὴν αἰώνιο, συλλάβει δηλαδὴ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, μετανοήσει καὶ μὲ συντριβὴ τῆς καρδίας ἀλλάξει ζωή, ἔρχεται ἀμέσως ἡ θεία παρηγοριὰ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀλλοιώνει τὸν ἄνθρωπο, διώχνοντας καὶ ὅλα τὰ κληρονομικά του.
.             «Τί θὰ πεῖ ἄγχος, νεῦρα, ψυχασθένειες; ἐρωτοῦσε ὁ Ἅγιος Πορφύριος καὶ ἀπαντοῦσε: Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει ὁ διάβολος σ᾽ ὅλα αὐτά. Δὲν ὑποτασσόμεθα στὸ Χριστὸ μὲ ἀγάπη, μπαίνει ὁ διάβολος καὶ μᾶς ἀνακατεύει.»
.             Λέει ὁ Ἅγιος Μακάριος ὅτι ἔργο δικό μας εἶναι νὰ πολεμοῦμε τὸν διάβολο καὶ νὰ τὸν ἀντιμαχόμαστε καὶ νὰ ἀντιπαλεύουμε καὶ νὰ ἀντιπολεμούμεθα ἀπ᾽ αὐτόν. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ «ἐκριζῶσαι» τὸ κακό. Ἂν δὲν ἔχει κανεὶς αἴσθηση αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας του, δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψει στὸν Θεὸ ὅτι θὰ τὸν κάνει καλά. Αὐτὸ τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος σ᾽ ἕνα σημεῖο, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μένει ἀθεράπευτο, ἐὰν μπεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο ὅλος ὁ Χριστός. «Ἐὰν ὅλος εἰσδέξῃς τὸν Χριστὸν πάσας τὰς Χριστοῦ θεραπείας ἐπὶ τὰς σεαυτὸν συνάξεις τῆς ψυχῆς, ἅς κατὰ μέρος ἕκαστος τεθησαύρισται». Δὲν θὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀλλιῶς θεραπεία, τὴν πᾶσαν θεραπεία, ἐὰν δὲν δεχθεῖς μέσα σου ὅλον τὸν Χριστόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων.
.             Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ἀποτελεῖ πνευματικὴ ἀνωριμότητα ἢ καὶ ἀπιστία ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανὸς νὰ δέχεται ἐναλλακτικὰ κάθε μορφὴ ψυχανάλυσης ἢ ψυχοθεραπείας.
.             Τὸ συμπέρασμα δίνεται ἀπὸ τὸν γέροντα Παΐσιο, σὲ ἐπιστολή του, ὅπου γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἑπομένως, τὸ πᾶν εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν ψυχὴ μπορεῖ νὰ τὴν βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, μὲ πίστη, ποὺ ἀγαπάει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν πονάει, γιατί γνωρίζει τὴ μεγάλη της ἀξία, τὴν βοηθάει στὴ μετάνοια, τὴν ξαλαφρώνει μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο ἢ πετάει τὸ λογισμό, μὲ τὸν ὁποῖο βασανίζει τὴν εὐαίσθητη ψυχὴ ὁ πονηρός, καὶ θεραπεύεται. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀρρώστια στὸν κόσμο ἀπὸ τὸ λογισμό, ὅταν δηλαδὴ πείσει ὁ διάβολος τὸν ἄνθρωπο μὲ λογισμοὺς ὅτι δὲν εἶναι καλά. Ὅπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνώτερος γιατρὸς σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπὸ τὸν ἔμπειρο Πνευματικό, ποὺ ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ἁγιότητά του καὶ πετάει αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τὰ εὐαίσθητα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύει ψυχὲς καὶ σώματα δίχως φάρμακα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὶς ἐξασφαλίζει στὸν Παράδεισο».
.             Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς μᾶς λέει: Ψυχὴ καὶ Χριστὸς μᾶς χρειάζεται. Ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσει πάνω μας δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς τὰ πάρει, ἐκτὸς κι ἂν τὰ δώσετε μὲ τὴν θέλησή σας.
.             Εἴθε νὰ παύσει ὁ ἀποπροσανατολισμὸς τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ποὺ τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὸν Πνευματικὸ μὲ τὸν ψυχοθεραπευτή, μάταια ἀναζητώντας τὴν ψυχική του θεραπεία ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Μὴ ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας – τὴν ὕπαρξή μας – τὴν ἐλευθερία μας σὲ χέρια ἀνθρώπων καὶ σὲ ποικίλες φιλοσοφικὲς σχολές. Ἡ θεραπεία ὑπάρχει μόνο στὸ ἀληθινὸ Ψυχιατρεῖο, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ παρέχεται δωρεὰν ἀπὸ τὸν Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας, τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

ΠΗΓΗ: orthros.eu

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΩΪΣΜΟ, ΤΗΝ ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ» (π. Παΐσιος)

Γέρων Παΐσιος: Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια,
ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα!

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ,
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τεῦχ. 62-63,
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995, σ. 38.

Ἀκοῦστε. Τὰ ψυχιατρεῖα θὰ ἦταν ἄδεια, ἂν οἱ χριστιανοὶ ἐξομολογοῦντο ὀρθόδοξα, καθαρά, μὲ εἰλικρίνεια, ταπείνωση καὶ ὑπακοή, σὲ διακριτικὸ Πνευματικό, ἂς εἶναι καὶ λίγο αὐστηρός. Καὶ μετὰ νὰ κοινωνοῦν ἀξίως. Τότε κανεὶς δὲν θὰ εἶχε ἄγχος, προβλήματα καὶ μεγάλους πειρασμούς. Πρέπει νὰ ξέρετε, ὅτι, ὅλα ξεκινοῦν ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀνυπακοὴ καὶ τοὺς κακοὺς λογισμούς. Ὑπακοὴ εἶναι Ζωή, Παρακοὴ εἶναι Θάνατος.


ΠΗΓΗ: holyland2.blogspot.gr

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
† Ἀρχιμ. Χερουβεὶμ (Καράμπελα)
«Νοσταλγικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας»,
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 1981
σελ. 164-170

NOST. ANAMN.           […] Ἡ μόνη εὐκαιρία γιὰ νὰ δοῦμε τοὺς συνασκητάς μας ἦταν ἡ συγκέντρωσις στὸν ἀρσανὰ τῆς σκήτης. Μετὰ τὴν ἀναχώρησι τοῦ μικροῦ πλοιαρίου, ποὺ ἔκανε τὴν γραμμὴ ἀπὸ τὴν Δάφνη μέχρι τὴν Ἁγία Ἄννα ἢ καὶ μέχρι τὴν Λαύρα, ἂν τὸ ἐπέτρεπε ὁ καιρός, οἱ πατέρες ἐπέστρεφαν στὶς καλύβες τους, ἀκολουθώντας τὰ ἀνηφορικὰ μονοπάτια. Ἦσαν ὅλοι φορτωμένοι μὲ τοὺς ντορβάδες τους, ἄλλος λιγώτερο, ἄλλος περισσότερο. Πάντως ὅλοι κάτι ἔπρεπε νὰ μεταφέρουν στὴν πλάτη.
.           Ἑκατὸν πενήντα μέτρα ἀπὸ τὸ μουράγιο, συναντούσαμε ἕνα προσκυνητάρι καὶ δίπλα του ἕνα πεζούλι. Ἐκεῖ κατεβάζαμε λίγο τὸ φορτίο μας γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦμε καὶ νὰ πάρουμε δύναμι γιὰ τὴν ἀνάβασι. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχιζε ὁ δύσκολος ἀνήφορος. Ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι…
.           Στὸ σημεῖο αὐτό, στὸ ὁποῖο εἶναι κτισμένο τὸ προσκυνητάρι, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε νὰ γίνη κάτι θαυμαστό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι γραμμένο κάτω ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο μὲ τὸ καντηλάκι. Παραθέτουμε τὸ κείμενο: «Γέροντος τινὸς ὑποτακτικὸς μεταφέρων ἐκ τῆς θαλάσσης φορτίον ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ ἀνερχόμενος μετὰ πολλοῦ κόπου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἀδημονίας καταληφθεὶς ὡς ματαίως δῆθεν κοπιάζων, ἐκάθησεν ἐνταῦθα μετὰ τοῦ φορτίου πρὸς ὀλίγην ἀνάπαυσιν τυραννούμενος ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω λογισμῶν, ὅπου παραδόξως ἀκούει ἄνωθεν τὴν κατ’ ἐξαίρετον τρόπον ἔφορον καὶ ἀρωγὸν ἡμῶν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον λέγουσαν αὐτῷ: «Τί ἀδημονεῖς καὶ θλίβεσαι; Γίνωσκε ὅτι οἱ κόποι αὐτοί, τοὺς ὁποίους οἱ ἀδελφοὶ ὑπομένουσιν ἀχθοφοροῦντες, ὡς θυσία εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν προσφέρονται καὶ οἱ ἱδρῶτες οὓς χύνουσιν ἀνερχόμενοι, ὡς αἷμα μαρτυρικὸν παρὰ τῷ Χριστῷ λογισθήσονται καὶ μέγαν μισθὸν λήψονται ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως οἱ ἀγογγύστως ὑπομένοντες τοὺς σκληροὺς κόπους τῆς ἐνταῦθα ἀσκήσεως καὶ ὑπακοῆς». Ταῦτα ἀκούσας ὁ ἀδελφὸς καὶ πληροφορηθεὶς τὴν καρδίαν διηγήσατο τοῖς ἀδελφοῖς καὶ πατράσι· διανύσας δὲ ἐν πνευματικῇ χαρᾷ καὶ ὀσιότητι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐν ἐσκήσει καὶ ὑπακοῇ ζωῆς αὐτοῦ, ἀπῆλθε πρὸς αἰωνίους μονάς, ἵνα λάβῃ τὸν μισθὸν τῶν κόπων αὐτοῦ κατὰ τὴν θείαν ὑπόσχεσιν».
.           Καθὼς λέει μάλιστα ἡ παράδοσις, τὴν ἀποκάλυψι αὐτὴ πληροφορήθηκε καὶ ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´ ὁ Καράκαλλος, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε τότε στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἔπαυσε νὰ μεταφέρη μὲ ὑποζύγιο τὰ γεωργικά του ἐργαλεῖα στὸν ἐλαιώνα, ὁ ὁποῖος εὑρισκόταν κοντὰ στὸν τόπο ὅπου ἔγινε τὸ θαῦμα, καὶ τὰ μετέφερε στὸν ὦμο του, γιὰ νὰ λάβη καὶ αὐτὸς τὸν στέφανο τῶν μαρτυρικῶν ἱδρώτων τῶν ἀδελφῶν καὶ ὑποτακτικῶν τῆς σκήτης.
.           Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς πορείας ἐκρατούσαμε στὸ χέρι τὸ κομποσχοίνι καὶ προσευχόμεθα μὲ τὴν «εὐχὴ» καὶ τοὺς Χαιρετισμούς. Καὶ ὅταν ἐφθάναμε στὴν καλύβη μας, ἐβάζαμε τὴν καθιερωμένη μετάνοια στὶς εἰκόνες καὶ στὸν Γέροντά μας, στὸν ὁποῖο δίναμε ἀναφορὰ γιὰ τὴν ἀποστολὴ καὶ ὑπακοή μας.
.           Ἐρχόμενος κάποτε ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη πρὸς τὴν Ἁγία Ἄννα, συνήντησα ἕνα μοναχὸ προχωρημένης ἡλικίας. Ἦταν κατάλευκος, χαρίεις καὶ ἑλκυστικὸς στὴν ὄψι. Μόλις μὲ εἶδε, μὲ χαιρέτησε μὲ ἁπλότητα καὶ μοῦ εἶπε:
—Κάθου νὰ σὲ γνωρίσω, νέε στρατιῶτα τοῦ Χριστοῦ μας!
.           Ἐκάθησα σὲ μία πέτρα, χωρὶς νὰ φέρω καμμία ἀντίρρησι. Παρ’ ὅλο πού, ὅπως ἀνέφερα, δὲν εἴχαμε εὐλογία νὰ συνομιλοῦμε μὲ ξένους, δὲν κατώρθωσα ν’ ἀντισταθῶ. Μὲ εἶχε καθηλώσει ἡ εὐλογημένη ἐκείνη μορφή.
—Ἀπό ποῦ εἶσαι, καλογέρι μου; μὲ ρώτησε.
—Ἀπό τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου.
—Ὤ! ἔκανε θαυμάζοντας. Ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοὺς πατέρας; Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογῆ.
.           Ἄρχισε τότε νὰ μοῦ ὁμιλῆ γιὰ τὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα τοῦ μοναχοῦ:
—Ἂν θέλης, παιδί μου, νὰ ἐπιτύχης στὴν μοναχική σου κλῆσι, ἕνα πράγμα ἔχω νὰ σοῦ πῶ. Φρόντισε νὰ ἀγαπήσης πολὺ τὸν σωματικὸ κόπο. Αὐτὰ τὰ βράχια, αὐτοὺς τοὺς ἀνηφόρους καὶ κατηφόρους, αὐτὰ τὰ ἀτελείωτα σκαλοπάτια, αὐτοὺς τοὺς ντορβάδες καὶ τὰ τσουβάλια, αὐτοὺς τοὺς ἱδρῶτας καὶ τοὺς μόχθους, ποὺ κάθε ἡμέρα θὰ ζῆς, φρόντισε, καθὼς σοῦ εἶπα, νὰ τοὺς ἀγκαλιάσης μὲ τὴν ψυχή σου. Εἶναι ἴσως τὸ ἀντίδοτο τοῦ ἐγωισμοῦ σου. Ἔτσι θὰ σπάση ἡ ἀντιδραστική του παρουσία κι ἔτσι θὰ ἀπαλλαγῆς κι ἐσὺ ἀπ’ αὐτὴ τὴν Λερναία Ὕδρα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Εἶμαι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐγνώρισα ἁγίους μοναχούς, σοφοὺς μοναχούς. Ἐδιάβασα τόσα πατερικὰ βιβλία, καὶ ὅλα αὐτὰ σ’ ἕνα συμφωνοῦν καὶ συναντῶνται: ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός του χριστιανοῦ καὶ περισσότερο τοῦ μοναχοῦ εἶναι ὁ ἐγωισμός. Γι’ αὐτὸ πιστεύω, πὼς καὶ ὁ Γέροντάς σου καὶ σὺ θὰ συνεργασθῆτε, ὥστε κάποτε νὰ σταθῆς μπροστὰ στὸν Θεόν, ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ θηρίο αὐτό, καὶ στολισμένος μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη νὰ εἰσέλθης στὸν Παράδεισο.
.           Οἱ σκέψεις του μεστές, ὥριμες, ἀρωματισμένες, βγαλμένες ἀπὸ ψυχὴ «κεκαθαρισμένην ἑπταπλασίως». Ἡ ἔκφρασίς του παιδική, γεμάτη ἁγία ἀθωότητα. «Θεέ μου, διερωτώμουν, ποιὸς νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ γέροντας»; Κάποια στιγμὴ μοῦ λέει:
—Παιδί μου, μὴν περιμένης νὰ φθάσης σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ τότε νὰ ἐπιδοθῆς στὴν βαθειὰ καλλιέργειά σου. Ἀγωνίζου κάθε ἡμέρα, νὰ πλησιάζης τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μας. Ἑνώσου μὲ τὸν Ἰησοῦ. Τὸ θερμόμετρο τῆς ἀγάπης σου πρὸς τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ δείχνη κάθε ἡμέρα πὼς ἀνεβαίνει. Αὐτὸ θὰ τὸ καταλαβαίνης, ὅταν νοιώθης πὼς τὰ πράγματα τῆς παρούσης ζωῆς χάνουν γιὰ σένα κάθε ἀξία καὶ ἡ περιφρόνησίς σου γι’ αὐτὰ γίνεται πιὸ αἰσθητή. Ἕνα ἄλλο σημάδι ποὺ βοηθεῖ στὴν διαπίστωσι αὐτή, εἶναι τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης σου πρὸς τὸν Γέροντά σου, ὁ ὁποῖος σὲ συνδέει μὲ τὸν Χριστό. Ὁ Γέροντας γιὰ μᾶς τοὺς ὑποτακτικοὺς εἶναι ὁ Θεὸς μετὰ τὸν Θεόν μας. Κι ἐγώ, ἂν καὶ προχωρημένος στὴν ἡλικία καθὼς βλέπεις, εἶμαι ἀκόμη ὑποτακτικός.
.           Αὐτὰ ἦσαν ἡ κεντρικὴ ἰδέα τῶν ὅσων συνεκράτησα ἀπὸ τὴν συνάντησί μου μὲ τὸν ὑπέροχο ἐκεῖνον μοναχό.
.           —Γέροντα, συγχωρέστε με. Ποιός εἶσθε; Πῶς ὀνομάζεσθε;
.           —Εἶμαι ἀπὸ τὴν Βίγλα καὶ λέγομαι πατὴρ Βαρλαάμ.
.           —Ἐσεῖς εἶσθε ὁ παπα-Βαρλαάμ! ἐφώναξα καὶ τοῦ ἔβαλα ἀμέσως στρωτὴ μετάνοια. Μὰ καθὼς ἐσηκωνόμουν, εἶδα τὸν γέροντα μὲ τὸ κεφάλι ἀκουμπισμένο στὴν γῆ νὰ βάζη μὲ τὴν σειρά του κι αὐτὸς μετάνοια! Διαμαρτυρήθηκα γι’ αὐτό, ἀλλὰ ἐκεῖνος μοῦ ἀποκρίθηκε φυσικώτατα ὅτι ἔτσι συνηθίζει νὰ κάνη σὲ παρόμοιες περιπτώσεις… Πόσα καὶ πόσα δὲν εἶχα ἀκούσει γιὰ τὸ ὑψηλὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τοῦ παπα-Βαρλαὰμ ἀπὸ τὸν Γέροντά μου καὶ τὸν πάπα-Ἰωακείμ! […]
.           Ὅταν ἐπέστρεψα στὴν καλύβη μας καὶ διηγήθηκα τὸ περιστατικὸ αὐτὸ στὸν Γέροντά μου, ἔτρεξαν ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ τῆς συνοδείας, ν’ ἀκούσουν γιὰ τὴν χαριτόβρυτη μορφὴ καὶ ὁμιλία τοῦ πνευματικοῦ ἐκείνου ἀετοῦ.

.           Μία ἀπὸ τὶς εὐλογημένες αὐτὲς συναντήσεις ἦταν καὶ ἡ συνάντησις μὲ τὸν γερο-Διονύσιο τὸν Κατουνακιώτη καὶ τὸν ἀξιοθαύμαστο ὑποτακτικό του π. Ἀρσένιο. Ὁ γερο-Διονύσιος ἠσχολεῖτο καὶ μὲ τὰ γράμματα. Κάπου-κάπου ἔγραφε καὶ ἔλεγε μερικὰ ἐπιτυχημένα ποιήματα. Ζητοῦσε ἐπίμονα καὶ μὲ ἐπιμέλεια τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν ἦταν ἄνθρωπος τῶν συμβιβασμῶν. Ὁ π. Ἀρσένιος ἦταν δουλεμένος μοναχός. Ὁ Γέροντάς του τὸ ἤξερε καὶ ἤθελε νὰ τὸν στεφανώνη καθημερινῶς μὲ τὰ στεφάνια τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ὑπομονῆς. Πόσες φορὲς δὲν τοῦ φερόταν σκληρὰ καὶ περιφρονητικὰ καὶ μάλιστα ἐνώπιον ἄλλων πατέρων! Ἐκεῖνος ὅμως, κάνοντας ὑπομονή, ἔβαζε μετάνοια καὶ ζητοῦσε συγγνώμη.
.           Κάποτε, στὴν Θ. Λειτουργία, ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ, πήγαμε ὅλοι νὰ λάβουμε συγχώρησι ἀπὸ τοὺς Γεροντάδες μας, προκειμένου νὰ προσέλθουμε στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς. Ὅταν ὅμως ἐπλησίασε καὶ ὁ π. Ἀρσένιος τὸν Γέροντά του, ἐκεῖνος μὲ μία σκληρὴ καὶ ἀπότομη κίνησι τὸν ἔδιωξε λέγοντάς του:
.                —Βρέ ἀπρόκοφτε, τολμᾶς νὰ ζητήσης εὐλογία γιὰ νὰ κοινωνήσης, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀκαθαρσία καὶ ἐγωισμό;
.           Ἡ ἀτμόσφαιρα, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν σκηνὴ αὐτή, μᾶς ἐθύμισε μοναχισμὸ τοῦ Δ´ καὶ Ε´ αἰῶνος. Ὁ π. Ἀρσένιος ἐζήτησε συγγνώμη γιὰ τὸ τόλμημά του αὐτὸ καὶ μαζεύθηκε σὲ μιὰ γωνιά. Τότε ἀκριβῶς βλέπω τρεῖς-τέσσερις Γεροντάδες νὰ πλησιάζουν τὸν γερο-Διονύσιο καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦν νὰ ἐπιτρέψη στὸν ὑποτακτικό του νὰ κοινωνήση. Σὲ λίγο ἀκούω τὸν γερο-Διονύσιο νὰ λέη στὸν π. Ἀρσένιο:
.           —Ἄντε, ἔχεις χάρι ποὺ οἱ Γεροντάδες μοῦ ζήτησαν νὰ σοῦ ἐπιτρέψω τὴν θ. Κοινωνία. Θὰ κάνω ὑπακοὴ σ’ αὐτοὺς καὶ πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος θὰ σὲ συγχωρήση καὶ θὰ σὲ δεχθῆ.
.           Ἐκεῖνος τότε «συντετριμμένος καὶ τεταπεινωμένος» προσῆλθε μὲ δάκρυα ποὺ ἦσαν αἰσθητὰ σὲ ὅλους καὶ πῆρε μέσα του Ἐκεῖνον ποὺ ὑπέμεινε τόσα ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ θαυμαστὸ ὅμως στὴν ὑπόθεσι αὐτὴ εἶναι ὅτι ὁ γέρων Διονύσιος, μετὰ ἀπὸ κάθε παρόμοια συμπεριφορὰ πρὸς τὸν ὑποτακτικό του, ἦταν γεμάτος χαρὰ καὶ θαυμασμὸ γι’ αὐτόν. Καὶ ὅταν ὁ π. Ἀρσένιος ἀπομακρυνόταν, συχνὰ ἔκλαιγε ἀναλογιζόμενος τὴν ὠφέλεια ποὺ ἀπεκόμιζε ἀπὸ τὴν μεταχείρησι αὐτὴ ὁ ὑποτακτικός του καὶ θαύμαζε τὴν ὑπομονή του.
.           Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἦταν γιὰ μᾶς τοὺς ὑποτακτικοὺς ἕνα ἀπὸ τὰ σπάνια μαθήματα. Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Σὲ λίγες ἡμέρες συνήντησα τὴν ἡρωϊκὴ αὐτὴ ψυχή.
.           —Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, πῶς ἀντιμετωπόισατε στὴν προχθεσινὴ ἀγρυπνία τὴν συυμπεριφορὰ τοῦ Γέροντός σας, τὴν ὥρα τῆς Θ. Κοινωνίας;
.           —Ἀδελφέ μου, κατὰ τὴν θ. Κοινωνία τῆς ἀγρυπνίας αὐτῆς ἔζησα τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὅσο λίγες φορὲς στὴν ζωή μου καὶ εὐγνωμονῶ τὸν Γέροντά μου ποὺ μοῦ χαρίζει τέτοιες εὐκαιρίες. Ἂς ἔχω τὴν εὐχή του μέχρι τέλους τοῦ βίου μου.

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ: «Νομίζεις ὅτι πιάνεις πουλιὰ στὸν ἀέρα, ἐνῶ πιάνεις ἀέρα!» (π. Παΐσιος Ἁγιορ.)

Η ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΛΟΓΟΙ Ε´, Πάθη καὶ Ἀρετὲς»

κδ. Ἱ. Ἡσυχαστ. “Εὐαγγελιστὴς Ἰω. ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης, 2007,
σελ. 69–71
 

.        Ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση, νομίζεις ὅτι πιάνεις πουλιὰ στὸν ἀέρα, ἐνῶ πιάνεις ἀέρα! Σηκώνεις τὸ χέρι σου καὶ νομίζεις ὅτι ἔπιασες ἕνα πουλί. “Τὸ ἔπιασα” λές, ἀλλὰ τὸ χέρι σου εἶναι ἄδειο. Σηκώνεις καὶ τὸ ἄλλο σου χέρι, “τὸ ἔπιασα” λές, ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ χέρι σου εἶναι ἄδειο. Νὰ βλέπης πρῶτα ἂν εἶναι γεμάτο τὸ χέρι σου καὶ ὕστερα νὰ λὲς “τὸ ἔπιασα”.

 -Γέροντα, οἱ ἀδελφὲς μοῦ λένε ὅτι δυσκολεύονται μαζί μου, ἐπειδὴ ἐπιμένω στὴν γνώμη μου· ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ καταλαβαίνω πάντοτε.

 -Ξέρεις τί συμβαίνει μ᾽ ἐσένα; Ὅταν σχηματίζης μία γνώμη γιὰ κάτι, δὲν λές: “μοῦ πέρασε αὐτὸς ὁ λογισμός, δὲν ξέρω ἂν εἶναι σωστός”, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι ἡ γνώμη σου εἶναι πάντοτε σωστὴ καὶ ἐπιμένεις. Κάνεις σὰν ἐκείνη τὴν νοικοκυρὰ ποὺ τῆς ἀγόρασε ὁ ἄνδρας της ἕνα χταπόδι νὰ μαγειρέψη, ἀλλὰ τοῦ ἔλειπε τὸ ἕνα πλοκάμι.
“Τὸ μαγείρεψες, τῆς λέει, τὸ χταπόδι; ἔβρασε;”
“Ποιό χταπόδι, λέει ἐκείνη, τὸ ἑπταπόδι”.
Ὄχι τὸ ὀχταπόδι-ὄχι τὸ ἑπταπόδι, νευρίασε στὸ τέλος ὁ ἄνδρας της ἀπὸ τὴν ἐπιμονή της καὶ τὴν πέταξε στὸ πηγάδι. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ ἔδειχνε μὲ τὰ δάκτυλά της “ἑπτά, ἑπτά, ἑπτά”! Κοίταξε, νὰ λὲς τὸν λογισμό σου, ἀλλὰ νὰ μὴν ἐπιμένης.

 -Ὅμως, Γέροντα, πολλὲς φορὲς βλέπω ὅτι ἡ δική μου γνώμη εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴν γνώμη τῶν ἀδελφῶν μὲ τὶς ὁποῖες συνεργάζομαι.

-Ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση ποὺ ἔχεις βλέπεις ἔτσι τὰ πράγματα. Νὰ προσέξης πολύ, γιατί ὅποιος ἔχει πολλὴ λογικὴ καὶ κρίση μὲ ἐγωισμὸ καὶ αὐτοπεποίθηση, μπορεῖ νὰ φθάση νὰ μὴν παραδέχεται κανέναν.

 -Πῶς θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση;

-Ἂν γνωρίσης τὸν ἑαυτό σου, θὰ δῆς ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε δικό σου καὶ τίποτε δὲν μπορεῖς νὰ κάνης χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἂν λοιπὸν καταλάβης πὼς ὅ,τι καλὸ κάνεις εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅσες χαζομάρες κάνεις εἶναι δικές σου, τότε θὰ πάψης νὰ ἔχης ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση.

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ Ο ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ: «Ὁ διάβολος, μπαίνοντας στήν ὑπερήφανη-ἐγωκεντρική ψυχή, τήν γεμίζει μέ λύπη, κόπωση καί ἀπόγνωση».

«Ὅλοι οἱ ψυχικὰ ἀσθενεῖς ἔχουν ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό τους»

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου
«Τά πάθη καί ἡ κατάθλιψη – Τί εἶναι καί πῶς θεραπεύονται»   

.             Ἕνας ἀκόμη σύγχρονος Στάρετς, ὁ Στάρετς Σέργιος, συμφωνεῖ μέ τά λεγόμενα τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καί τοῦ Γέροντος Παϊσίου, πού μόλις παρουσιάσαμε: «Στὴ βάση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν», παρατηρεῖ ὁ Στάρετς Σέργιος, «βρίσκεται ἡ ὑπερηφάνεια. Θεμέλιο τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν εἶναι ἡ θεώρηση τοῦ ἑαυτοῦ μας ὡς κέντρου τῶν πραγμάτων. Ὅλοι οἱ ψυχικὰ ἀσθενεῖς ἔχουν ὡς κέντρο τὸν ἑαυτό τους»1. Ἐδῶ ὁ Γέροντας ταυτίζεται πλήρως μέ τόν Γέροντα Πορφύριο, πού ὁμιλεῖ γιά τόν ἐγωισμό ὡς αἰτία τῆς κατάθλιψης. (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: «Κύριον αἴτιον εἰς τήν κατάθλιψι καί σέ ὅλα αὐτά πού τά λένε πειρασμικά, σατανικά, ὅπως εἶναι ἡ νωθρότης, ἡ ἀκηδία, ἡ τεμπελιά, πού μαζί μ’ αὐτά εἶναι τόσα ἄλλα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα, εἶναι ὅτι ἔχεις μεγάλον ἐγωισμό μέσα σου», βλ. σχετ.: ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΕΓΩΪΣΜΟΣ https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/08/18/κατάθλιψη-καὶ-ἐγωϊσμός/)
.             Καί συνεχίζει: «Αὐτό, βεβαίως, δέν σημαίνει ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι ὑπεύθυνοι για τὴν ἀσθένειά τους. Ἡ ὑπερηφάνεια, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα πάθη, ἔχουν στο ἄτομο ποικίλες προελεύσεις: τὴν προσωπικὴ βουλήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν κληρονομικότητα, τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον, τὴν κοινωνία, τὶς προσωπικὲς σχέσεις καὶ τὴν ἱστορία τοῦ καθενός. Κάθε πνευματικὸς Πατέρας πρέπει να εἶναι ταυτόχρονα καὶ ψυχίατρος. Κάθε ψυχικὴ ἀσθένεια ἔχει στήν βάση της πνευματικὰ προβλήματα»2.  Καί ἐδῶ ὁ Γέροντας Σέργιος ταυτίζεται μέ τόν Γέροντα Πορφύριο πού διδάσκει ὅτι πίσω ἀπό τά λεγόμενα «ψυχολογικά» κρύβονται πνευματικά προβλήματα καί δαιμόνια.
.             «Ἡ πνευματικότητα», παρατηρεῖ ἐπίσης ὁ Στάρετς Σέργιος, «καλύπτει καὶ περιλαμβάνει τὰ πάντα. Ἑπομένως, μία πνευματικὴ πράξη μπορεῖ νὰ θεραπεύσει»3. Ἐδῶ ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ σ’ αὐτούς πού λένε ὅτι (τάχα) χρειάζεται Πνευματικός γιά τά πνευματικά καί ψυχολόγος-ψυχίατρος γιά τά ψυχολογικά προβλήματα. Ὅλα εἶναι πνευματικά προβλήματα καί χρήζουν τήν Θεία Χάρη γιά νά θεραπευθοῦν.
.             «Ὁ ψυχίατρος ποὺ δεν εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος», σημειώνει εὔστοχα ὁ Γέροντας Σέργιος, «μπορεῖ νά ἀνακουφίσει τὸν ἀσθενῆ, νά τὸν βοηθήσει νά ξαναβρεῖ τὸν ἑαυτὸ του, νά βελτιώσει τίς σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ κατὰ βάθος τὸν ἀφήνει ἄδειο, γιατὶ δέν τοῦ λέει πῶς νά βρεῖ ἕνα νόημα στήν ὑπάρξή του. Κάτι πού, ἀντιθέτως, κάνει ὁ πνευματικὸς Πατέρας»4. Νά ἡ τεράστια διαφορά προσφορᾶς τῶν μέν ἀπό τούς δέ. Ἡ «ἀπουσία νοήματος ζωῆς» εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα στόν σημερινό σύγχρονο «πολιτισμένο» ἄνθρωπο.
.             Ἡ θεραπεία ἐπίσης ἀπό τούς ψυχιάτρους δέν γίνεται στό βάθος ἀλλά στήν ἐπιφάνεια τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης· εἶναι μία θεραπεία κυρίως στήν συμπεριφορά καί ὄχι στό «εἶναι», στήν οὐσία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.
.             Οἱ ψυχίατροι καί οἱ ψυχολόγοι ἀγνοοῦν τήν ἀνθρώπινη ψυχή καί ἐν πολλοῖς ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξή της. «Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι ἰσχυρίζεται ὁ Φρόυντ», ὑπογραμμίζει ὁ Στάρετς, «ἡ βάση τῶν ψυχικῶν ἀσθενειῶν δεν εἶναι ἡ σεξουαλικότητα, ἀλλὰ ἡ ὑπερηφάνεια»5. Ἡ νόσος τοῦ διαβόλου (ἡ ἀλαζονεία-ὑπερηφάνεια) εἶναι αὐτήν πού ἀρρωσταίνει καί τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη«Ἡ ὑπερηφάνεια», ὅπως παρατηρεῖ ὁ π. Παΐσιος, «γεννᾶ τόν ἐγωισμό»6.
.             Ὁ διάβολος, μπαίνοντας στήν ὑπερήφανη-ἐγωκεντρική ψυχή, τήν γεμίζει μέ λύπη, κόπωση καί ἀπόγνωση.
.             Κάποιος ρώτησε τόν Γέροντα Παΐσιο σχετικά μέ τήν στενοχώρια πού τοῦ ἐρχόταν γιά τίς πτώσεις του: «Γέροντα, κάμπτομαι ἀπό τήν στενοχώρια γιά τίς πτώσεις μου καί κουράζομαι στόν ἀγώνα μου.

– Ἀπό τόν ἐγωισμό εἶναι. Ἐπειδή δέν «κάμπτεις», γι’ αὐτό ἀποκάμνεις μετά. Δέν ὑπάρχει ταπείνωση, μετάνοια, συντριβή· ὑπάρχει ἐγωισμός καί ὁ ἐγωισμός πάντα φέρνει λύπη καί ἄγχος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει μετάνοια, ἀλλά στενοχωριέται ἀπό ἐγωισμό, ἀπό ἀνθρωπαρέσκεια, ἐπειδή ξέπεσε στά μάτια τῶν ἄλλων, τότε ὑπάρχει μέσα του ἀγωνία, φαρμάκι, πόνος»7.
.             Ὁ καταθλιπτικός ἄνθρωπος βιώνει ἀκριβῶς τήν λύπη, τό φαρμάκι, τόν πόνο, διότι δέν «κάμπτει», δέν ταπεινώνεται, δέν μετανοεῖ ἀλλά στενοχωριέται, ἐξ αἰτίας τοῦ πληγωμένου του ἐγωισμοῦ καί τῆς ἀνθρωπαρέσκειας.
.             Πολλές φορές ἡ ὑπερβολική στενοχώρια γιά τά πάθη καί τίς πτώσεις μας ὑποκρύπτει μία αὐτονομημένη ἀπό τόν Θεό προσπάθεια ἠθικῆς βελτίωσής μας καί ἕναν μεγάλο ἐγωισμό.
.             Ὁ στάρετς Μακάριος ἔγραφε σὲ ἕνα προφανῶς καταθλιπτικὸ πρόσωπο: «Λὲς ὅτι ἡ ἀδυναμία σου νὰ ἀντισταθεῖς στὸν πειρασμό, ἡ βραδύτητά σου νὰ νικήσεις τὰ πάθη σου καὶ ἡ γενικὴ ἠθικὴ ἀδυναμία σου σὲ πιέζει πολύ, πράγμα ποὺ ἁπλὰ ἀποδεικνύει ὅτι στηρίζεις τὴν σωτηρία σου στὶς δικές σου δυνάμεις Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ταπείνωση, παρὰ μόνο ἂν ἀντικρίζουμε συνεχῶς τὸν ἑαυτό μας ὅπως πραγματικὰ εἶναι – ὁ χειρότερος τῶν ἁμαρτωλῶν». Ἡ Ρωσία τῶν στάρετς τοῦ 19ου αἰώνα ἦταν ἀρκετὰ ἐξοικειωμένη μὲ τὴν κατάθλιψη… (Ἡ κατάθλιψη) θεωρεῖτο σύμπτωμα τῆς ὑπερηφάνειας, καὶ ἡ θεραπεία του ἦταν ἡ ταπείνωση8.

.             Ἑπομένως: Τά πάθη καί κυρίως ὁ ἐγωισμός-ὑπερηφάνεια προξενοῦν τήν τόσο διαδεδομένη στήν ἐποχή μας κατάθλιψη.

1Larchet, 2006, Ἀκρίτας, σσ. 167-169, fdathanasiou.wordpress.com/2011/02/07. Ὁ στάρετς (1903-1987) Σέργιος εἶναι ἕνας ἀδάμας πραγματικὸς “γέροντας μὲ ὑψηλὴ πνευματικότητα” (=στάρετς, στὴν ρωσσική γλῶσσα) τῆς ρωσσικῆς διασπορᾶς στὴ Γαλλία. Λόγιος ἐπίσης, καὶ μὲ μεγάλη ἀποδοχὴ στοὺς κύκλους τῶν Χριστιανῶν Ὑπαρξιστῶν ἐν Γαλλία, μίλησε ἐκτενῶς γιὰ τὶς ψυχιατρικὲς θεωρίες τῆς ἐποχῆς του. Ὁ Jean -Claude Larchet, καθηγητὴς Φιλοσοφίας καὶ Θεολογίας στὸ Στρασβοῦργο, μὲ ἀνώτατες σπουδὲς σὲ ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες καὶ ψυχολογία, καταγράφει κάποιες ρήσεις του, ποὺ παραθέτουμε ἄνευ περιττολογιῶν…

2Ὅ.π

3Ὅ.π.

4Ὅ.π.

5Ὅ.π.

6Πάθη καί ἀρετές, σελ. 67.

7Ὅ.π., σελ. 139.

8Michael Lopukhin, Μπορεῖ ἡ κατάθλιψη νά ἀποτελέσει εὐκαιρία; , στό: http://www.xfd.

 

Σχῆμα 14Χ20.5 ,Σελίδες: 282, Τιμή: 9€, Παραγγελίες στό τηλέφωνο 6944577885 ἤ στό e- mail: hristospanagia@yahoo.gr

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε