Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

ΛΟΓΟΣ τὴν Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ τῶν ΝΗΣΤΕΙΩΝ γιὰ τὴ συνένωση τῆς νηστείας μὲ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν προσευχὴ (Ἁγ. Ἰγν. Μπριαντσανίνωφ)–2

Λόγος τν Ε´ Κυριακ τν Νηστειν
γι
τ συνένωση τς νηστείας μ τν εσπλαχνία κα τν προσευχ

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 171-182

Μέρος Α´: ΛΟΓΟΣ τὴν Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ τῶν ΝΗΣΤΕΙΩΝ γιὰ τὴ συνένωση τῆς νηστείας μὲ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν προσευχὴ (Ἁγ. Ἰγν. Μπριαντσανίνωφ)

.           Σὲ δύσκολες περιστάσεις, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη σοβαρῶν ἔργων ἢ στὴ διάρκεια μεγάλων θλίψεων, οἱ ἅγιοί του Θεοῦ διπλασίαζαν τὴ νηστεία τους καὶ τὶς προσευχές τους. Ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας μας, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μᾶς ἔδωσε τὸ σχετικὸ παράδειγμα. Πρὶν ἀρχίσει τὸ σωτήριο κήρυγμά Του, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου, προκειμένου ν’ ἀντιμετωπίσει τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου, νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες. «Νήστεψε», λέει ὁ μακάριος Θεοφύλακτος, «γιὰ νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ νηστεία εἶναι μεγάλο ὅπλο ἐναντίον τῶν πειρασμῶν, ὅπως, ἀπεναντίας, ἡ τρυφὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ κάθε ἁμαρτίας».
.           Πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν τὴν οἰκουμένη στὴν πίστη καὶ στὴ σωτηρία, ὁ Κύριος ἀνέβηκε σ’ ἕνα βουνό, ὅπου ἔμεινε μίαν ὁλόκληρη νύχτα προσευχόμενος στὸν Θεό. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, εὐχαρίστησε προσευχητικὰ τὸν Πατέρα Του γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς προσευχῆς Του: «Πατέρα, Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἄκουσες. Ἐγώ, βέβαια, τὸ ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς» –γιατί τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ εἶναι τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ θεῖο θέλημα. «Εἶπα, ὅμως, τὸ “εὐχαριστῶ” γιὰ χάρη τοῦ πλήθους ποὺ στέκει ἐδῶ γύρω, γιὰ νὰ πιστέψουν πὼς Ἐσὺ μὲ ἔστειλες». Ὅπως σ’ αὐτὴ τὴν περίσταση, ἔτσι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τῶν δώδεκα ἀποστόλων ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἀνάγκη τὴν προσευχή. Ὡστόσο, προσευχόταν πάνω στὸ βουνὸ γιὰ μίαν ὁλόκληρη νύχτα, προκειμένου νὰ μᾶς δείξει, σύμφωνα μὲ τοὺς ἅγιους πατέρες, ἀφ᾽ ἑνός, ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὲς ἐκτενεῖς, ὄχι σύντομες, καὶ μάλιστα στὴ μόνωση, ὄχι ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καί, ἀφ᾽ ἑτέρου, ὅτι πρέπει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε πρὶν προχωρήσουμε σὲ κάποιο σοβαρὸ ἐγχείρημα.
.           Τέλος, πρὶν ἀπὸ τὸν σταυρικό Του θάνατο, ὁ Κύριος πῆγε στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἐκεῖ ὅπου θὰ γινόταν ἡ σύλληψή Του, προκειμένου νὰ θυσιαστεῖ γιὰ τὴ λύτρωση τῆς ἀνθρωπότητας, σύμφωνα μὲ τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ. Ἔτσι, μᾶς ἔδειξε ὅτι ὀφείλουμε νὰ δεχόμαστε ὁποιαδήποτε συμφορά, ποὺ παραχωρεῖται ἀπὸ τὸν Θεό, σὰν ἀπαράγραπτο χρέος, νὰ τὴ δεχόμαστε μὲ αὐταπάρνηση, μὲ ὑποταγὴ καὶ πίστη στὸν παντοδύναμο Θεό, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνᾶ, φροντίζει γιά μᾶς, ὁ ὁποῖος «ἔχει μετρημένες καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας», ὁ ὁποῖος ἔβλεπε «τὰ ὀστᾶ μας, ὅταν τὰ ἔπλαθε κρυφὰ (στὴ μήτρα τῆς μητέρας μας), καὶ τὴν ὕπαρξή μας, ὅταν διαμορφωνόταν ὡς ἔμβρυο, σὰν νὰ ἦταν στὰ ἔγκατα τῆς γῆς». Ὁ Κύριός μας ἔδειξε τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐνισχύουμε τὴν ἀδύναμη ἀνθρώπινη φύση μας, ὅταν μᾶς βρίσκει μία συμφορὰ ἢ ἕνας πειρασμός. Ὁ Ἴδιος ἀφοσιώθηκε σὲ θερμὴ προσευχή. Καὶ στοὺς μαθητές Του, ποὺ εἶχαν νικηθεῖ ἀπὸ τὸν ὕπνο, εἶπε: «Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός».
.           Γιὰ νὰ μὴν κυριέψει καὶ νὰ μὴν καταπιεῖ τὸν ἄνθρωπο μία συμφορά, εἶναι ἀναγκαία ἡ προσευχή. Γιὰ νὰ νικηθεῖ μία συμφορά, εἶναι ἀναγκαία ἡ πνευματικὴ δύναμη ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ἀδιασάλευτη ψυχικὴ εἰρήνη ποὺ χαρίζει ἡ προσευχή. Γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ σατανᾶς, ποὺ ἐπιχειρεῖ μὲ λογισμοὺς λύπης καὶ ἀπελπισίας νὰ ἀναστατώσει καὶ νὰ καταστρέψει τὸν ἄνθρωπο, ὅταν τὸν βρεῖ μία συμφορὰ μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀναγκαία ἡ προσευχή. Γιὰ νὰ μὴν κλονιστεῖ ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου στὸν καιρὸ μίας συμφορᾶς, εἶναι ἀναγκαία ἡ προσευχή· εἶναι ἀναγκαία, ὥστε, μέσα στὴ θλίψη, νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος, σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ ἀποστόλου, νὰ χαίρεται, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δοκιμάζεται ἀπὸ πολλοὺς καὶ διάφορους πειρασμούς. Τὴ θεόσταλτη παρηγοριὰ ἀπὸ τὴν προσευχὴ μπορεῖ νὰ τὴ νιώσει μόνο ὅποιος καθαρθεῖ πρῶτα μὲ τὴ νηστεία, καὶ μπορεῖ νὰ τὴ διαφυλάξει μόνο ὅποιος συντηρεῖ τὴν καθαρότητά του μὲ τὴ νηστεία.
.           Τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου τὸ ἀκολούθησαν καὶ τὸ ἀκολουθοῦν οἱ ἀληθινοὶ μαθητές Του. Ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ ἅγιος προφήτης Δαβίδ, ὁδηγημένος, θαρρεῖς, ἀπὸ τὸν Χριστό, στὶς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς τοῦ ἔκανε πιὸ αὐστηρὴ νηστεία καὶ πιὸ πολλὴ προσευχή. Παρόμοια καὶ ὁ ἅγιος προφήτης Δανιήλ, ὅταν, διαβάζοντας τὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Ἱερεμία, κατάλαβε πὼς εἶχε συμπληρωθεῖ ὁ καθορισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ χρόνος τῆς παραμονῆς τῶν αἰχμάλωτων Ἰουδαίων στὴ Βαβυλώνα καὶ πὼς εἶχε φτάσει ὁ καιρὸς τῆς ἐπιστροφῆς τους στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπιδόθηκε σὲ νηστεία καὶ προσευχὴ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν ὁμοεθνῶν του. «Στράφηκα τότε», λέει, «στὸν Κύριο, τὸν Θεό, ἀπευθύνοντάς Του προσευχὴ καὶ ἱκεσίες μὲ νηστεῖες, ντυμένος στὰ πένθιμα κι ἔχοντας ρίξει στάχτη ἐπάνω μου. Προσευχήθηκα, λοιπόν, ἐξομολογητικὰ στὸν Κύριο, τὸν Θεό μου».
.           Ἡ κατάσταση στὴν ὁποία φέρνουν τὸν ἄνθρωπο ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχή, εἶναι κατάλληλη γιὰ τὴ λήψη θείων εὐεργεσιῶν καὶ ἀποκαλύψεων. Ἔτσι, οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ νηστεῖες τοῦ ἑκατοντάρχου Κορνηλίου ἀνέβηκαν μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοῦ ἔφεραν τὸ πιὸ μεγάλο ἀγαθό: τὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ. «Νήστευα», διηγήθηκε ὁ ἴδιος στὸν ἀπόστολο Πέτρο, «καί, στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, προσευχόμουνα στὸ σπίτι μου, ὅταν εἶδα κάποιον νὰ στέκεται μπροστά μου μὲ ροῦχα λαμπερά». Ἦταν ὁ ἄγγελος, ποὺ εἶχε στείλει ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοῦ γνωρίσει τὸν Χριστὸ μέσῳ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἀπόστολο, ὅταν προσευχόταν νηστικός, παρουσιάστηκε σὲ ὅραμα ἕνα μεγάλο σεντόνι, ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ. Μέσα στὸ σεντόνι ὑπῆρχαν ὅλα τὰ τετράποδα τῆς γῆς, τὰ θηρία, τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πουλιά. Αὐτὰ συμβόλιζαν τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ποὺ τὸν δέχτηκε ὁ Θεὸς στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἀξίωσε τῆς σωτηρίας.
.           Ἐπίσης, ὅταν κάποτε οἱ ἀπόστολοι βρίσκονταν σὲ λειτουργικὴ σύναξη, «λατρεύοντας τὸν Κύριο καὶ νηστεύοντας», τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἀποκάλυψε πὼς εἶχε διαλέξει τὸν Βαρνάβα καὶ τὸν Παῦλο γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς εἰδωλολάτρες. Πρόσταξε, λοιπόν, νὰ Τοῦ τοὺς ξεχωρίσουν καὶ νὰ τοὺς στείλουν σ’ αὐτὴ τὴ διακονία. Οἱ ἀπόστολοι, μολονότι ἔλαβαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ ὥρα προσευχῆς καὶ νηστείας, προτοῦ τὴν ἐκτελέσουν, ἐπιδόθηκαν ξανὰ σὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Κι αὐτό, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ μὲ τὴ συνέργεια τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας ὅ,τι εἶχε ἀποκαλυφθεῖ μὲ τὴ συνέργεια τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας. «Τότε», λέει ὁ συγγραφέας τῶν Πράξεων, «ἀφοῦ καὶ πάλι νήστεψαν καὶ προσευχήθηκαν, ἔβαλαν τὰ χέρια πάνω σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀπέστειλαν». Σὲ ὅλους εἶναι γνωστὴ ἡ μεγάλη ἐπιτυχία μὲ τὴν ὁποία στεφανώθηκε τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Βαρνάβα, ποὺ ἔσπειραν τὸν Χριστιανισμὸ σ’ ὅλη τὴν τότε γνωστὴ οἰκουμένη.
.           Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ παραδείγματα ποὺ μᾶς δείχνουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἀξιώνονται θείων ἀποκαλύψεων, ὅταν ἀκριβῶς ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ὑλικότητα μὲ τὴ νηστεία καὶ στέκονται σὲ προσευχὴ μπροστὰ στὸν ἀόρατο καὶ ἀκατάληπτο Θεὸ μὲ τὸν νοῦ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε μετεωρισμό, μὲ βαθιὰ εὐλάβεια καὶ μὲ ψυχικὴ εἰρήνη.
.           Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Γνωρίζοντας πιὰ τὴ σημασία καὶ τὴ δύναμη τῶν πνευματικῶν ὅπλων στὰ ὁποῖα ἀναφερθήκαμε, δηλαδὴ τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς, ἂς τὰ ζωστοῦμε χωρὶς χρονοτριβή. Ἂς ἀποκτήσουμε τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν καλοσύνη, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ἀποστόλου. Γνώρισμα τοῦ χαρακτήρα μας καὶ τῆς διαγωγῆς μας ἂς εἶναι τὸ ἔλεος. Ἂς μὴ ζητᾶμε δικαιοσύνη ἔξω ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνία. Ἡ εὐσπλαχνία, ὡστόσο, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ φθαρμένη ἀνθρώπινη φύση, εἶναι ἐνάντια στὴ θεία δικαιοσύνη. Ἀντίθετα, ἡ εὐσπλαχνία ποὺ ξεχύνεται ἀστείρευτα ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴ θεία δικαιοσύνη καὶ ἀποτελεῖ ἔκφρασή της. Ἂς ταπεινώνουμε τὰ σώματά μας μὲ μετρημένη χρήση τροφῆς, καὶ μάλιστα τροφῆς νηστήσιμης, στὶς περιόδους τῶν Νηστειῶν ποὺ ἔχουν ὁριστεῖ ἀπὸ τὴν ἁγία Ἐκκλησία μας. Ἀλλὰ καὶ στὶς ἄλλες περιόδους ἂς χρησιμοποιοῦμε τὴν τροφὴ μὲ διάκριση, ἀνάλογα μὲ τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες τῆς ἐνισχύσεως τῶν σωματικῶν μας δυνάμεων καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ὑγείας μας.

.           Καλλιεργώντας μὲ τὴ νηστεία τοῦ σώματος τὸ πνεῦμα καὶ κάνοντας τὸ ἀγγελικὸ ὡς πρὸς τὴν ἀγαθότητα, ἂς τὸ φτερώσουμε μὲ τὴν προσευχή. Ἂς ἀποκτήσει τὸ πνεῦμα μας τὴν εὐλογημένη συνήθεια νὰ πετᾶ γρήγορα καὶ συχνὰ πρὸς τὸν Θεό, ζητώντας τὴν εὐλογία καὶ τὴ βοήθειά Του σὲ ὅλα ὅσα κάνουμε. Θὰ Τὸν δοῦμε νὰ ἔρχεται κοντά μας, νὰ μᾶς βοηθάει καὶ νὰ μᾶς κατευθύνει. Ἐπιπλέον, ἀνεβάζοντας συχνὰ τὴ σκέψη μας στὸν Θεό, βαθμιαία θὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διαγωγή μας ἀπὸ κάθε ἀνομία, μεγάλη ἢ μικρή, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ διαπραχθεῖ ὄχι μόνο μὲ ἔργα, ἀλλὰ καὶ μὲ λογισμοὺς καὶ μὲ αἰσθήματα. Ποιός θὰ τολμήσει νὰ καλέσει τὸν Θεὸ σὲ βοήθεια, γιὰ νὰ κάνει ἔργο ἐφάμαρτο; Ποιός θὰ τολμήσει νὰ ὑποβάλει στὸν Βασιλέα τῶν βασιλέων κάποιο αἴτημα, ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ἄξιο γιὰ τὸ βασιλικὸ καὶ θεϊκὸ βλέμμα, ποὺ εἰσχωρεῖ στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ βλέπει μὲ μοναδικὴ εὐκρίνεια τὸ καθετί; «Ἂν Τοῦ ζητήσουμε κάτι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημά Του», τότε μόνο «μᾶς ἀκούει», σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο. Ποιός, τέλος, ἀτενίζοντας ἀκατάπαυστα τὸν Θεό, δὲν ἀποκτᾶ τὴν πεποίθηση καὶ τὴν αἴσθηση ὅτι ζεῖ καὶ κινεῖται μπροστὰ στὰ μάτια Του, ὅτι Ἐκεῖνος, ὁ «πανταχοῦ παρὼν» Κύριος, παρακολουθεῖ καὶ γνωρίζει κάθε πράξη, κάθε σκέψη, κάθε αἴσθημά του; Αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως καὶ αὐτῆς τῆς αἰσθήσεως φυσικὸ ἐπακόλουθο εἶναι ἡ πνευματικὴ πρόοδος. Ἂς μᾶς τὴ χαρίσει ὁ πολυέλεος Κύριος γιὰ τὴ δόξα τοῦ ὀνόματός Του καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ τὴν Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ τῶν ΝΗΣΤΕΙΩΝ γιὰ τὴ συνένωση τῆς νηστείας μὲ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν προσευχὴ (Ἁγ. Ἰγν. Μπριαντσανίνωφ)

Λόγος τν Ε´ Κυριακ τν Νηστειν
γι
τ συνένωση τς νηστείας μ τν εσπλαχνία κα τν προσευχ

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 171-182

«Ἀγαθὸν προσευχὴ μετὰ νηστείας καὶ ἐλεημοσύνης καὶ δικαιοσύνης» (Τωβὶτ 12:8)

.           «Εἶναι καλὸ πράγμα ἡ προσευχή, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὴ νηστεία, τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ δικαιοσύνη», εἶπε ὁ ἀρχάγγελος Ραφαὴλ στὸν Τωβίτ. Μεγάλο, πράγματι, καλὸ εἶναι μία τέτοια νηστεία! Εἶναι μεγάλο καλὸ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, καθὼς ἀποτελεῖ τὴ μοναδικὴ θύρα ἐξόδου ἀπὸ τὴ σαρκικὴ κατάσταση καὶ εἰσόδου στὴ σωτήρια μετάνοια. Εἶναι μεγάλο καλὸ καὶ γιὰ τοὺς δικαίους, καθὼς ἀποτελεῖ τὸ πιὸ ἰσχυρὸ πνευματικό τους ὅπλο. Μ’ αὐτὸ τὸ ὅπλο στὰ χέρια διατηροῦν τὴν ψυχικὴ καὶ σωματική τους ἁγνότητα ὣς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας διατριβῆς τους. Θεμέλιο τῆς προσευχῆς τους εἶναι ἡ νηστεία καὶ θεμέλιο τῆς νηστείας τους ἡ εὐσπλαχνία. Προσεύχονται μὲ πίστη καὶ λαμβάνουν ὅλα ὅσα ζητοῦν. Ἡ σάρκα μας, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής, προέρχεται ἀπὸ τὴ γῆ. Ὅπως ἡ γῆ, λοιπόν, ἔτσι κι αὐτὴ χρειάζεται καλλιέργεια. Οἱ σπόροι, ποὺ σπέρνονται σ’ ἕνα χωράφι ἀκαλλιέργητο, πᾶνε χαμένοι, μὴ δίνοντας κανέναν καρπό. Ἔτσι ἄκαρπη μένει καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἔχει ὀργώσει καὶ τὸ σῶμα του καὶ τὴν καρδιά του μὲ τὴ νηστεία. περιπλάνηση κα τ βάρος τν λογισμν, ψυχρότητα κα σκληρότητα τς καρδις, ο μάταιες κα μαρτωλς φαντασίες ξουδετερώνουν τν προσευχ το χορτασμένου. Ἐπίσης, ὅπως σ’ ἕνα χωράφι ποὺ ἔχει μὲν ὀργωθεῖ ἀλλὰ δὲν ἔχει σπαρεῖ μὲ καλοὺς σπόρους, φυτρώνουν ἀγριόχορτα, ἔτσι καὶ στὴν καρδιὰ ἐκείνου ποὺ νηστεύει, φυτρώνουν τὰ ἀγριόχορτα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς ὑψηλοφροσύνης, ἂν ἡ σωματικὴ ἄσκηση τῆς νηστείας δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἄσκηση τῆς προσευχῆς. Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ὑψηλοφροσύνη εἶναι πάντοτε ἑνωμένες μὲ τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν κατάκριση τοῦ πλησίον, μὲ τὴν αὐταπάτη καὶ τὴν πλάνη, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν στὴν καταστροφή. νηστεία εναι να σχυρ πνευματικ πλο ναντίον τν παθν κα τν δαιμόνων. ταν, μως, γίνεται ατοσκοπς , πολ χειρότερα, μέσο κενοδοξίας, τότε μεταβάλλεται σ πλο ψυχικς ατοκτονίας. Τέτοια ἦταν ἡ νηστεία τῶν Φαρισαίων, νηστεία αὐστηρὴ ἀλλὰ ἐπιζήμια.
.           «Ἐγώ», λέει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, «δὲν τὴ θέλω αὐτὴ τὴ νηστεία μὲ τὴν ὁποία κάποια μέρα ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του. Μὰ κι ἂν λυγίσεις τὸν τράχηλό σου σὰν τὸν κρίκο καὶ καθήσεις μὲ πένθιμο ροῦχο πάνω στὴ στάχτη, μὴ νομίσεις πὼς ἡ νηστεία σου εἶναι δεκτὴ ἀπὸ μένα. Δὲν ὅρισα ἐγὼ νὰ νηστεύεις ἔτσι, λέει ὁ Κύριος, ἀλλὰ κόβοντας κάθε δεσμὸ μὲ τὴν ἀδικία, ἀκυρώνοντας τὶς ἄνομες συμφωνίες ποὺ ἔκλεισες μὲ τρόπο βίαιο, ἀφήνοντας ἐλεύθερους τοὺς καταπιεσμένους καὶ σχίζοντας κάθε συμβόλαιο ἀθέμιτης συναλλαγῆς. Νὰ μοιράζεσαι τὸ ψωμί σου μὲ τὸν πεινασμένο καὶ νὰ βάζεις στὸ σπίτι σου τοὺς ἄστεγους φτωχούς. Ὅταν βλέπεις γυμνό, νὰ τὸν ντύνεις. Μὴν παραβλέψεις ποτὲ κανέναν συνάνθρωπό σου. Τότε θὰ λάμψεις σὰν τὸ φῶς τῆς αὐγῆς, οἱ πληγές σου γρήγορα θὰ γιατρευθοῦν, ἡ ἀρετή σου θὰ βαδίζει μπροστά σου καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ περιβάλλει. Τότε θὰ φωνάξεις στὸν Θεό, κι Ἐκεῖνος θὰ σὲ ἀκούσει. Πρὶν ἀκόμα τελειώσεις τὴν προσευχή σου, θὰ ἀποκριθεῖ: “Ἐδῶ εἶμαι”». Ὁ προφήτης ζητάει τὴν εὐσπλαχνία πρὶν ἀπὸ τὴ νηστεία ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴ νηστεία. Βεβαιώνει πὼς προσευχ το νθρώπου πο χει συνενώσει τ νηστεία μ τν εσπλαχνία, εσακούεται σύντομα π τν Θεό, ὁ ὁποῖος δίνει τὴ χάρη Του σὲ κάθε τέτοιον ἀγωνιστή.
.           Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νομοθετεῖ γενικὰ τὴν ἕνωση τῆς νηστείας μὲ τὴν προσευχή. «Ἐπιστρέψτε σ’ ἐμένα μ’ ὅλη σας τὴν καρδιά», λέει ὁ Κύριος στοὺς ἁμαρτωλοὺς μὲ τὰ χείλη ἑνὸς ἄλλου προφήτη. «Νηστέψτε, κλάψτε καὶ θρηνῆστε! Σκίστε τὶς καρδιές σας καὶ ὄχι τὰ ροῦχα σας. Ἐπιστρέψτε στὸν Κύριο, τὸν Θεό σας… Σαλπίστε στὴ Σιών! Ἀφιερῶστε μέρες στὴ νηστεία, κηρύξτε ἱερὴ σύναξη!».
.           Ἕνα παράδειγμα τῆς ἀποτελεσματικότητας τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς μᾶς ἔδωσαν οἱ μετανοημένοι Νινευΐτες. Ἡ καταστροφὴ τῆς πόλης τους, ἀποφασισμένη ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς εἶχε ἀναγγελθεῖ ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰωνᾶ. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ὁ προφήτης, κοίταζε ἐπίμονα πρὸς τὴ Νινευή, περιμένοντας κάθε στιγμὴ τὴν πραγματοποίηση τῆς τρομερῆς θείας ἀποφάσεως. Ἀλλὰ μάταια. Γιατί οἱ Νινευΐτες μετανόησαν εἰλικρινὰ καὶ τὸ ἀπέδειξαν μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τῶν ἁμαρτωλῶν τους ἔργων, μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ μὲ ἐκτενῆ προσευχή. «Καὶ ὁ Θεὸς ἄλλαξε ἀπόφαση γιὰ τὴν τιμωρία, τὴν ὁποία εἶχε πεῖ ὅτι θὰ τοὺς ἐπέβαλλε, καὶ δὲν τοὺς τιμώρησε».
.           Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Κύριος γνωστοποίησε ὅτι ἡ νηστεία θὰ γινόταν κοινὴ ἄσκηση ὅλων τῶν μαθητῶν Του, ὅταν θὰ ἔπαιρναν ἀπὸ κοντὰ τοὺς τὸν Νυμφίο, ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἴδιος θὰ ἀναλαμβανόταν στοὺς οὐρανούς. Καὶ πῶς, ἀλήθεια, νὰ μὴ νηστεύουν στὴ γῆ οἱ μαθητές Του, πῶς νὰ μὴν κλαῖνε, πῶς νὰ μὴν πενθοῦν, ὅταν ὁ μοναδικὸς θησαυρὸς τοὺς εἶναι μακριά τους καὶ ὅταν ὁ δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ σ’ Αὐτόν, εἶναι γεμάτος δυσκολίες, γεμάτος ληστὲς φοβεροὺς καὶ μοχθηρούς;
.           Ὅλοι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πέρασαν τὴν ἐπίγεια ζωή τους μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ἁγία προφήτιδα Ἄννα, θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, «δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸν Ναό, ἀλλὰ λάτρευε τὸν Θεὸ νύχτα καὶ μέρα μὲ νηστεῖες καὶ προσευχές». Ἡ μεγάλη Ἰουδίθ, ὅπως διηγεῖται ἡ Ἁγία Γραφή, «νήστευε ὅλες τὶς μέρες τῆς χηρείας της», «τρία χρόνια καὶ τέσσερις μῆνες», γνώρισε ἐμπειρικὰ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς, μὲ τὴν προσευχὴ ἔφτασε στὴ ζωντανὴ πίστη καὶ μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη πραγματοποίησε ἕναν θαυμαστὸ ἆθλο.
.           «Περιφρούρησα μὲ τὴ νηστεία τὴν ψυχή μου», λέει ὁ θεόπνευστος Δαβὶδ –τόσο ἰσχυρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἀγώνας! «Ταπείνωνα μὲ τὴ νηστεία τὴν ψυχή μου»– τόσο ἐναντιώνεται αὐτὸς ὁ ἀγώνας στὴν αὐταρέσκεια καὶ τὴν ἔπαρση, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸν χορτασμὸ τῆς κοιλιᾶς. Μὲ τὴ νηστεία «ἡ προσευχή μου (θ’ ἀνέβει στὸν Κύριο καὶ) θὰ ἐπιστρέψει σ’ ἐμένα». Χωρὶς τὴ νηστεία ἡ προσευχή μου εἶναι μία θλιβερὴ θυσία στὸν μετεωρισμὸ τοῦ νοῦ, τὸν ἀχώριστο σύντροφο τοῦ χορτασμοῦ τῆς κοιλιᾶς.
.           Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ἀνάμεσα στὰ γνωρίσματα τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν τὴν ἐπιμονὴ στὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή. Γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀποκαλύπτει ὅτι πέρασε ὅλη του τὴ ζωὴ μὲ συνεχεῖς ἀγῶνες, στερήσεις καὶ θλίψεις. Κάνει λόγο τόσο γιὰ τὴν ἀκούσια πείνα, τὴν ὁποία ὑπέμενε λόγῳ τῶν περιστάσεων, ὅσο καὶ γιὰ τὴ συνεχῆ ἑκούσια νηστεία, μὲ τὴν ὁποία ταλαιπωροῦσε καὶ ὑποδούλωνε τὸ σῶμα του. Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, περιγράφοντας στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων τὴν κοινὴ ζωὴ στὰ Ἱεροσόλυμα, μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, τῶν μαθητῶν Του, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῶν ἄλλων γυναικών, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Κύριο κατὰ τὴν ἐπίγεια παρουσία Του, λέει: «Ὅλοι αὐτοί, μὲ μία ψυχή, ἦταν ἀφοσιωμένοι στὴν προσευχὴ καὶ τὴ δέηση πρὸς τὸν Θεό». Ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια φαίνεται ὅτι οἱ προσευχὲς τοὺς ἦταν πολὺ ἐκτενεῖς, πράγμα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει κανεὶς χωρὶς τὴ βοήθεια τῆς νηστείας.
.           Τέτοια ἦταν ἡ βιοτὴ τῶν ἀποστόλων! Τέτοια ἦταν ἡ βιοτὴ τῶν μαρτύρων! Τέτοια ἦταν ἡ βιοτὴ τῶν ὁσίων! Τέτοια ἦταν ἡ βιοτὴ τῶν ἁγίων, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν —σύζευξη τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς μὲ τὴ διαρκῆ νηστεία. Μ’ αὐτὲς συνένωναν καὶ τὴν εὐσπλαχνία πρὸς τοὺς ἀδελφούς, τόσο ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦσαν ὅσο καὶ ἐκείνους ποὺ τοὺς μισοῦσαν. Ἡ εὐσπλαχνία τους ξεπερνοῦσε σὲ βάθος καὶ πλάτος τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ἦταν, θὰ λέγαμε, θεία, καθὼς τὴν ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ὄχι μόνο συμπονοῦσαν ὅλους ὅσοι εἶχαν ὁποιεσδήποτε σωματικὲς ἢ ψυχικὲς ἀνάγκες, ὄχι μόνο συγχωροῦσαν ὅλες τὶς κακολογίες καὶ τὶς προσβολές, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ θυσίαζαν ἀκόμα καὶ τὴ ζωή τους γιὰ τὴ σωτηρία φίλων καὶ ἐχθρῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕTAI: ΛΟΓΟΣ τὴν Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ τῶν ΝΗΣΤΕΙΩΝ γιὰ τὴ συνένωση τῆς νηστείας μὲ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν προσευχὴ (Ἁγ. Ἰγν. Μπριαντσανίνωφ)–2

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 2 «Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν δίκαιο τὸν ἑαυτό τους, τηρώντας μὲ σχολαστικότητα τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ καταπατώντας τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν εὐθυγράμμιση τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς, τῆς ὅλης ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θαλάσσης,

Διδαχ στ Εαγγέλιο Κυριακῆς Ι´ Λουκ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Β´»,
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, 2016, σελ. 112 ἑπ.

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 1 «Ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου!» [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

.             Ἡ πραγματικὴ αἰτία, ὅμως, τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχισυνάγωγου ἦταν ἄλλη: Ὄντας Φαρισαῖος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, μόλις εἶδε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισφραγίζει τὸν δυνατό του λόγο μ’ ἕνα θαῦμα, ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Ὁ φθόνος ἦταν γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας του: Ἤθελε νὰ ἔχει ἐκεῖνος τὸ προβάδισμα στὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπίγεια δικαιοσύνη του. Τὸ προβάδισμα αὐτὸ τὸ πῆρε ἄκοπα μέσα σὲ μία στιγμὴ ἡ οὐράνια δικαιοσύνη. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, γιὰ νὰ τὸ ἀποκτήσει πάλι, στράφηκε ἐναντίον τῆς οὐράνιας δικαιοσύνης καὶ προσπάθησε νὰ τὴ συκοφαντήσει. Καλύπτοντας τὴν κακοβουλία του μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ δικαίου, παρουσιάστηκε ὡς ὑπερασπιστὴς τοῦ θείου νόμου. Ὁ καρδιογνώστης Κύριος, ὅμως, τὸν ξεσκέπασε. Ἔδειξε τὴν ὑποκρισία του.
.             Ὁ ὑποκριτής, προσπαθώντας νὰ ἱκανοποιήσει τὰ πάθη του, ἐνῶ εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, θέλει νὰ ἐμφανίζεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ προσωπεῖο τῆς ἀρετῆς. Κεντρικὴ θέση ἀνάμεσα στὰ πάθη μας κατέχει ἡ κενοδοξία, ποὺ εὐφραίνεται μὲ τὸν ἔπαινο καὶ τὸν ἐπιζητεῖ. Δὲν τὴν ἐνδιαφέρει ἂν αὐτὸς ὁ ἔπαινος εἶναι δίκαιος ἢ ἄδικος καὶ ἂν θὰ τὸν ἀποκτήσει μὲ τρόπο σωστὸ ἢ σφαλερό. Νὰ ἐπαινεθεῖ μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο –αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ κενόδοξου ὑποκριτῆ. Τὸν Θεὸ τὸν ἔχει ξεχάσει εἶναι ἀνίκανος γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ θεογνωσία. «Πῶς μπορεῖτε ἐσεῖς νὰ πιστέψετε», ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς Ἰουδαίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ περισσότεροι εἶχαν μολυνθεῖ ἀπὸ τὸν φαρισαϊσμό, «ἀφοῦ ἀποζητᾶτε τὸν ἔπαινο ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καὶ δὲν ἐπιδιώκετε τὸν ἔπαινο τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ;».
.             Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ποὺ μνημονεύεται στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ἀπέδειξε τὴν ἀνικανότητα τοῦ ὑποκριτῆ νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, νὰ δεχθεῖ τὸν Λυτρωτή. Αὐτὴ ἡ κενόδοξη ψυχή, ποὺ διψοῦσε γιὰ τὸν ἔπαινο καὶ τὴν τιμὴ τῶν ἀνθρώπων, θεωρώντας πὼς ἦταν ἄξια γι’ αὐτὸν τὸν ἔπαινο κι αὐτὴ τὴν τιμή, δὲν μπόρεσε νὰ ἀνεχθεῖ τὸ ὅτι ἡ προσοχὴ καὶ ὁ θαυμασμὸς τοῦ λαοῦ ἑλκύστηκαν ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ εἶχε γίνει μπροστά του. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἔβραζε ἀπὸ φθόνο. Ν ρνηθε τ θαμα ταν δύνατο. Γι’ ατ πιχειρε ν τ χρηστέψει, παρουσιάζοντας τν πιτέλεσή του ς θέτηση το θείου νόμου. Ὁ ὑποκριτὴς ἀδίστακτα ἐναντιώνεται στὸν Θεό, ἀδίστακτα βλασφημεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν ὁ θαυματουργὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας χαρισματικὸς ἄνθρωπος, ὁ Φαρισαῖος θὰ συκοφαντοῦσε καὶ θὰ βλασφημοῦσε τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Καθώς, ὅμως, ὁ θαυματουργὸς ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Φαρισαῖος ἐναντιώθηκε στὸν Θεό. Ἀληθινὸ θαῦμα εἶναι ἀδύνατο νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος μόνος του. Κάθε ἀληθινὸ θαῦμα ἐπιτελεῖται μὲ τὴν εὐδοκία καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ πανάγιου Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντίθετο στὸ θεῖο θέλημα καὶ στὸν θεῖο νόμο. Ἡ διατύπωση μομφῆς ἐναντίον τοῦ θείου θαύματος καὶ ἡ μείωσή του ἀπὸ τὸν Φαρισαῖο δὲν φανερώνουν παρὰ τὸν σκοτισμὸ τοῦ νοῦ του καὶ τὴ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς του, τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του.
.             Τὴ θρασεία καὶ ἀπαράδεκτη ἐνέργεια τοῦ Φαρισαίου, ποὺ τόλμησε νὰ ἀποδοκιμάσει τὸ θαῦμα τοῦ Σωτήρα μπροστὰ στὸν Ἴδιο, πρέπει νὰ τὴν προσέξουμε ἰδιαίτερα, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τὴν κλάψουμε μὲ πικρὰ δάκρυα. Πρέπει νὰ τὴν κλάψουμε, γιατί ὀφείλεται στὴν κοινὴ πτώση ὅλων μας. Καὶ πρέπει νὰ τὴν προσέξουμε ἰδιαίτερα, ὥστε, ἀφοῦ μὲ φόβο διαπιστώσουμε πόσο ἄτοπη ἦταν, νὰ τὴν ἀποφεύγουμε. Καὶ σήμερα ἐνεργεῖ ὁ Χριστός! Καὶ σήμερα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κάνει σωτήρια θαύματα μὲ τὰ χριστιανικὰ Μυστήρια! Καὶ σήμερα, ὅμως, ὁ Θεὸς ἔχει τοὺς βλάσφημους ἐχθρούς Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
.             Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ ἐναντίωση καὶ ἀντίπραξη στὸν Θεό. Κάθε ἁμαρτία εἶναι παράβαση τοῦ θείου νόμου, εἶναι ἀπόρριψη τοῦ θείου θελήματος. «Ὅποιος ἁμαρτάνει», λέει ὁ ἀπόστολος, «παραβαίνει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ· ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνομία». Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία διαρκὴς ἁμαρτία ποὺ ἐναντιώνεται στὴ γνώση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν Χριστιανισμό.
.             Ἡ ἀρχὴ τῆς μεταστροφῆς μας στὸν Χριστὸ εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, ἡ ἀναγνώριση τῆς πτώσεώς μας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιήσει τὴν κατάστασή του αὐτή, νιώθει τὴν ἀνάγκη τοῦ Λυτρωτῆ. Καὶ τότε πλησιάζει τὸν Χριστὸ μέσῳ τῆς πίστεως, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς μετανοίας. Ὁ ὑποκριτής, ὅμως, ποὺ ἔχει πάθη ὄχι ἀρκετὰ ἐμφανῆ –τὴν κενοδοξία, τὴν ὑπερηφάνεια, τὴ φιλαργυρία, τὸν φθόνο, τὴν πονηριά, τὸ μίσος– τὰ καλύπτει μὲ τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν προσποίηση. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱκανός, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ σατανᾶς, ν’ ἀναγνωρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του.
.             Τόσο ο ρετς σο κα τ πάθη, μ τ συνήθεια, γίνονται σν φυσικ στν νθρωπο. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ὑποκρισία. Ὅποιος κυριαρχεῖται ἀπ’ αὐτήν, δὲν τὴ βλέπει ὡς ψυχώλεθρη κακία. Τὰ ἔργα τῆς ὑποκρισίας τὰ κάνει σὰν ἔργα ἀληθείας. Ἡ ψυχὴ τοῦ ὑποκριτῆ εἶναι τυφλωμένη. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τοὺς Φαρισαίους μωροὺς καὶ τυφλούς.
.             Ὁ ὑποκριτὴς εἶναι ἕνας δύστυχος δῆθεν δίκαιος, ποὺ ἔχει ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. «Δὲν ἦρθα νὰ καλέσω σὲ μετάνοια τοὺς δικαίους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς», εἶπε ὁ Σωτήρας. Δίκαιοι ὀνομάζονται ἐδῶ οἱ Φαρισαῖοι, ὄχι γιατί ἦταν πράγματι δίκαιοι, ἀλλὰ γιατί ο διοι θεωροσαν δίκαιο τν αυτό τους, τηρώντας μ σχολαστικότητα τς τυπικς διατάξεις το θείου νόμου κα καταπατώντας τν οσία του, ποία συνίσταται στν εθυγράμμιση το νο, τς καρδις, τς λης ποστάσεως το νθρώπου μ τ θέλημα το Θεο. Ὁ Κύριος χάρισε στοὺς ἀνθρώπους μίαν ἀρετή, τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία τοὺς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό. Πῶς μποροῦσαν νὰ λάβουν τὸ πνευματικὸ αὐτὸ δῶρο ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν πλήρως ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ πίστευαν πὼς ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὅταν θὰ ἐρχόταν ὡς ἀήττητος ἐπίγειος βασιλιὰς καὶ κατακτητής, θὰ ἐπιβράβευε μὲ ἄφθονες ἐγκόσμιες ἀνταμοιβὲς τὴ μεταπτωτικὴ τυφλὴ δικαιοσύνη τους, μία δικαιοσύνη γεμάτη ὑπερηφάνεια καὶ μοχθηρία;
.             Μέσα στὸν σκοτισμὸ καὶ τὴ σκληρότητά τους οἱ Φαρισαῖοι ἔφταναν στὸ σημεῖο νὰ καυχιοῦνται γιὰ τὴν ἀνικανότητά τους νὰ ἀναγνωρίσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὸν Λυτρωτή. «Μήπως πίστεψε σ’ Αὐτὸν κανένας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες ἢ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους;», ἔλεγαν. Αὐτὴ τὴν ἀνικανότητά τους γιὰ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία φανέρωσε καὶ ὁ Κύριος. «Σᾶς βεβαιώνω», τοὺς ἔλεγε, «πὼς οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ μποῦν πρὶν ἀπὸ ἐσᾶς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἕνας ἄνθρωπος φανερὰ ἁμαρτωλός, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει διαπράξει θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει γνωρίσει τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἀπέχθεια τῶν συνανθρώπων του γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις του, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι πιὸ ἱκανὸς γιὰ τὴ μετάνοια ἀπὸ ἕναν δῆθεν δίκαιο, ὁ ὁποῖος ἐξωτερικά, στὴ συμπεριφορά του, εἶναι ἄψογος, καὶ γι’ αὐτὸ ἐσωτερικά, στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του.
.             Ὁ φαρισαϊσμὸς εἶναι μία φοβερὴ ἀρρώστια τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, εἶναι ἡ ἀρρώστια τοῦ πεσμένου ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐμμένει στὴν πτώση του καὶ τὴ διατηρεῖ σὰν θησαυρὸ ἀνεκτίμητο. «Προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων, ποὺ εἶναι ἡ ὑποκρισία τους», συμβούλεψε ὁ Κύριος τους μαθητές Του. Τὴν ὑποκρισία τὴν παρομοίασε μὲ προζύμι, ἐπειδὴ αὐτή, ὅταν εἰσχωρήσει στὴν ψυχή, διαποτίζει ὅλες τὶς σκέψεις, ὅλα τὰ αἰσθήματα, ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, διαμορφώνει ἕναν νέο χαρακτήρα, δημιουργεῖ, θὰ λέγαμε, μία νέα ψυχή.
.             Ὅποιος θέλει νὰ προφυλάξει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ὑποκρισία, πρέπει, πρῶτον, ὅλα τὰ καλά του ἔργα νὰ τὰ κάνει κρυφά, σύμφωνα μὲ τὴν ὑποθήκη τοῦ Κυρίου, καί, δεύτερον, ποτὲ νὰ μὴν κατακρίνει τὸν πλησίον. Ἡ κατάκριση τοῦ πλησίον εἶναι δεῖγμα ὑποκρισίας, ὅπως ἐπισημαίνει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. ζ´ 3-5). Γιὰ νὰ μὴ φτάνουμε στὴν κατάκριση, ὅμως, πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε καὶ τὴν ἁπλὴ κρίση τοῦ πλησίον. Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ ἐντολὴ ποὺ ἀπαγορεύει τὴν κατάκριση, ὑπάρχει ἐντολὴ ποὺ ἀπαγορεύει τὴν κρίση: «Μὴν κρίνετε τοὺς συνανθρώπους σας, γιὰ νὰ μὴ σᾶς κρίνει κι ἐσᾶς ὁ Θεός. Μὴν τοὺς καταδικάζετε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς καταδικάσει κι ἐσᾶς ὁ Θεός». Οἱ ἄνθρωποι, ἐπιτρέποντας πρῶτα στὸν ἑαυτό τους τὴν κρίση γιὰ τὰ ἔργα τοῦ πλησίον, πέφτουν ἔπειτα ἄθελά τους στὴν κατάκριση.
.             Ἂς μὴ σπέρνουμε σπόρους ζιζανίων, καὶ δὲν θὰ φυτρώνουν ζιζάνια. Ἂς ἀποφεύγουμε κάθε ἄσκοπη κρίση γιὰ τὸν πλησίον, καὶ δὲν θὰ πέφτουμε σὲ κατάκριση. Θὰ μὲ ρωτήσετε: Ἔχει κάποια σχέση ἡ κατάκριση τοῦ πλησίον μὲ τὴν ὑποκρισία; Ἔχει καὶ μάλιστα φανερή: ποιος κατακρίνει κα μειώνει τν πλησίον του, προβάλλει τν αυτό του ς δίκαιο, χωρς ν τ λέει ρητ κα σως χωρς ν τ συνειδητοποιε. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Κάθε προβολή, λοιπόν, τοῦ ἑαυτοῦ μας ὡς δικαίου, εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση, ἀποτελεῖ ὑποκρισία.
.             Στὶς συναντήσεις μας γιὰ φιλικὴ συναναστροφὴ καὶ συζήτηση, συχνά, ἂν ὄχι πάντοτε, περνμε τν ρα μας κουτσομπολεύοντας τος λλους, κοροϊδεύοντάς τους, κατηγορώντας τους, μειώνοντάς τους. Σν ποτάμι ξεχύνονται τότε τ φαρμακερ λόγια, πο συνοδεύονται πιδοκιμαστικ π σαρκαστικ γέλια. Στς τυχες ατς ρες τς λήθης κα τς αταπάτης, ο ψυχές μας μετέχουν στς δαιμονικς διότητες κα διαποτίζονται π τ δηλητήριο τς ποκρισίας. Τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἀποβλέποντας στὴ σωτηρία μας, χτυπᾶ κι ἐδῶ τὴν ἁμαρτία. «Γιὰ κάθε λόγο ἀνώφελο», προειδοποιεῖ, «ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ λογοδοτήσουν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἔτσι, τὰ λόγια σου θὰ σὲ δικαιώσουν, ἀλλὰ καὶ τὰ λόγια σου θὰ σὲ καταδικάσουν».
.             Ἂς παρατηροῦμε προσεκτικά, ἀδελφοί, τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἁμαρτίας, ἂς φυλαγόμαστε ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἁμαρτίας, καὶ θ’ ἀποφύγουμε τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἁμαρτίας. Οἱ σπόροι τῆς ἁμαρτίας –ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀργολογία– φαινομενικὰ εἶναι μηδαμινοί. Ἀπαρατήρητα σπέρνεται μ’ αὐτοὺς ὁ ἀγρὸς τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, ὅταν οἱ σπόροι βλαστήσουν καὶ ἰδίως ὅταν τὰ βλαστάρια μεγαλώσουν καὶ δυναμώσουν, τότε ἡ ἁμαρτία κυριεύει τὴν ψυχὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ μοχθήσει πολὺ γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν.
.             «Ὅποιος ἐμποδίζει τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν κατάκριση», εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ὁσίους πατέρες, «αὐτὸς προφυλάσσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη· αὐτὸς κάθε ὥρα βλέπει τὸν Κύριο… Ὅποιος συνάγει μέσα του τὴν δράση τοῦ νοῦ του, βλέπει μέσα του τὴν αὐγὴ τοῦ Πνεύματος». Τί θὰ δοῦμε, ὅμως, ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, στὸν πνευματικό μας θάλαμο, ὅταν τὸν φωτίσει τὸ θεῖο φῶς; Θὰ δοῦμε τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, ποὺ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας. Τότε θ δομε κα θ ασθανθομε στν διο μας τν αυτ τν πτώση το γενάρχη μας δάμ, τὴν ὁποία μᾶς διηγεῖται ἡ Ἁγία Γραφή. Τότε θὰ δοῦμε καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ. Καὶ ἀφοῦ ἀναγνωρίσουμε τὸν Λυτρωτὴ στὸ πανάγιο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, θὰ Τὸν ὁμολογήσουμε καὶ θὰ Τὸν προσκυνήσουμε ὅπως πρέπει στὸν Θεό, τὸν Πλάστη καὶ τὸν Σωτήρα μας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 1 «Ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου!» [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θαλάσσης,

Διδαχ στ Εαγγέλιο Κυριακῆς Ι´ Λουκ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Β´»,
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, 2016, σελ. 112 ἑπ.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

«Ἦν δὲ διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι»

.             Εἶναι παρηγορητικό, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ν’ ἀκοῦμε ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου –ποὺ στὴν παλαιοδιαθηκικὴ Ἐκκλησία ἦταν ὅ,τι ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς στὴν καινοδιαθηκικὴ– δίδασκε τὸν λαό. Τὸ ἴδιο κάνουμε κι ἐμεῖς τώρα συγκεντρωμένοι ἐδῶ, στὸν ἱερὸ ναό, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεκαεπτὰ αἰῶνες μετὰ τὴν ἀναχώρησή Του ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὰ σωματικά μας μάτια δὲν Τὸν βλέπουμε. Τὸν βλέπουμε, ὅμως, μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Ἀκοῦμε τὴ διδασκαλία Του νὰ ἐξαγγέλλεται μέσ’ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ γεγονότα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἐπίγεια παρουσία Του, καταγραμμένα μὲ ἁγία ἁπλότητα καὶ ἀσυνήθιστη σαφήνεια ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς εὐαγγελιστές, ξετυλίγονται παραστατικὰ μπροστά μας. Μέσῳ τῶν θείων Μυστηρίων ἀποκτοῦμε ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Μποροῦμε νὰ ἐνισχύουμε καὶ νὰ ἐπεκτείνουμε αὐτὴ τὴν κοινωνία μὲ τὴ διαρκῆ μνήμη Του, μὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές Του, μὲ τὴ συνεχῆ προσευχητικὴ ἐπίκλησή Του. Εἶναι ἀλήθεια: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲν βρίσκεται μόνο γιὰ ὅποιον Τὸν ἀρνεῖται. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπινόηση τολμηρῆς φαντασίας. Δὲν πρόκειται γιὰ πλάνη. Τὸ εἶπε ὁ Ἴδιος στοὺς μαθητές Του: «Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σας παντοτινά, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου». Ὅποιος δὲν βλέπει τὸν Κύριο ἀνάμεσά μας, αὐτὸς δὲν εἶναι μαθητής Του. Σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ τὸ νὰ βλέπουμε τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικά μας μάτια, ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι τυφλωμένος, ὅταν ἡ πίστη –αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς πνευματικῆς ὁράσεως– δὲν ἐνεργεῖ. Ἀπεναντίας, ὅταν ἡ πίστη ἐνεργεῖ, τότε ἀνοίγονται οἱ οὐρανοὶ γιὰ μᾶς, καὶ βλέπουμε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα τὸν Υἱό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «πανταχοῦ παρὼν» ὡς Θεός, τὰ «πάντα πληρῶν» καὶ «ἀπερίγραπτος». Τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀποκτήσουμε πίστη. Ἂς τὴν ἀποκτήσουμε, καὶ θὰ δοῦμε τὸν Θεό. Ἂς πάψουμε νὰ ἀρκούμαστε στὴν ἀσθενῆ διανοητικὴ γνώση Του. Ἂς ἁπλώσουμε τὰ ἀδύναμα χέρια μας στὰ ἔργα τῆς πίστεως. Μόνο στὴν ἐνεργητική, στὴν ἔμπρακτη, στὴ ζωντανὴ πίστη φανερώνεται ὁ Κύριος.
.             Τυφλὰ εἶναι τὰ σωματικὰ μάτια, ὅταν εἶναι τυφλὸς ὁ νοῦς. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν καιρὸ τῆς παρουσίας Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴ θεότητά Του ἔκανε ἐκπληκτικὰ θαύματα. Αὐτὰ ἦταν τόσο καταφανῆ, τόσο χειροπιαστά, ποὺ ἡ θεότητά Του θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει πιστευτὴ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀνόητους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ δύσπιστους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ φιλήδονους ἀνθρώπους. Ἐκεῖνοι, ὡστόσο, κοιτάζοντας μὲ μάτια δεκατέσσερα, δὲν ἔβλεπαν τίποτα. Μὲ ἔκπληξη, μὲ ἀπορία, μὲ παράπονο, ἀλλὰ καὶ μὲ πόνο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς του σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Μολονότι (ὁ Ἰησοῦς) εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστὰ στὰ μάτια τους, ἐκεῖνοι δὲν πίστευαν σ’ Αὐτόν». Καὶ πιὸ κάτω ἀποκαλύπτει τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ψυχικῆς τυφλώσεως: Εἶναι ὁ σκοτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς, οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ποὺ καθιστοῦν ἀνώφελη τὴ σωματικὴ δράση, ὅσο ἰσχυρὴ κι ἂν εἶναι αὐτή, γιὰ τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.

* * *

.             Τὸ γεγονὸς ποὺ ἀφηγεῖται σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι θαυμαστό. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τὴ διδαχή Του στὴ συναγωγή, θεράπευσε μία γυναίκα ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ κύρτωση γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἔτσι, ἂν δὲν εἶχαν καταλάβει Ποιὸς ἦταν ἀπὸ τὰ λόγια Του, θὰ τὸ καταλάβαιναν ἀπὸ τὸ θαῦμα Του· ἂν δὲν εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν αἰώνια ζωή, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισε κάποτε ὁ ἅγιος Πέτρος, θὰ ἀναγνώριζαν τουλάχιστον ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ θαῦμα, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισαν κάποτε ὁ Νικόδημος καὶ ὁ τυφλὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸ φῶς του.
.             Τὸ θέαμα τῆς ἄρρωστης γυναίκας ἦταν παράδοξο, θλιβερὸ καὶ συνάμα διδακτικό. Ὁ ἀποστάτης ἄγγελος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἔλθει σὲ κοινωνία καὶ στὸν ὁποῖο εἶχε ὑποταχθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση, εἶχε προξενήσει στὴ γυναίκα μία πάθηση παράξενη καὶ πολὺ βασανιστική, μία βαθιὰ κύρτωση, ὅπως εἴπαμε, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τὸ σῶμα της εἶχε γίνει σὰν ἕνα κουβάρι. Γιὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ ἰσιώσει τὰ μέλη της καὶ νὰ τὰ ἀνακουφίσει, διορθώνοντας τὴν ἀφύσικη καὶ ὀδυνηρὴ θέση τους. Ὅταν, λοιπόν, τὴν εἶδε ὁ Κύριος, τὴ φώναξε καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἀπαλλάσσεσαι ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Ἔβαλε πάνω της τὰ χέρια Του, καὶ ἀμέσως ἐκείνη ὀρθώθηκε καὶ δόξασε τὸν Θεό.
.             Καὶ ἐνῶ ἡ γυναίκα, ποὺ μέσα σὲ μία στιγμὴ λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγό της, δόξαζε ἔκπληκτη τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ λαός, ποὺ βρισκόταν στὴ συναγωγή, δίκαια χαιρόταν γιὰ τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὴν τυραννικὴ πάθηση μὲ ὁλοφάνερη ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος, ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανάκτησε. Αὐτὸς δὲν εἶδε τὸ θαῦμα, δὲν εἶδε τὴ θεραπεία, δὲν εἶδε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ, δὲν εἶδε τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶδε κἂν ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὰ μάτια τοῦ νοῦ του εἶχαν τυφλωθεῖ ἀπὸ κάποιαν ἀνεξήγητη δύναμη τοῦ ἅδη. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου! Στὴ θεραπεία τῆς ἄρρωστης γυναίκας, ποὺ πραγματοποιήθηκε στιγμιαία καὶ θαυματουργικά, δίχως ἐργασία καὶ κόπο, ἐκεῖνος, μέσα στὴν πλάνη του, βρῆκε σοφιστικὰ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπαγόρευε τὴν ἐργασία τὸ Σάββατο. Τὴν ἀπαγόρευση αὐτὴ ἐπικαλέστηκε ἐναντίον τῆς θεραπείας: «Ὑπάρχουν ἕξι μέρες ποὺ ἐπιτρέπεται νὰ ἐργάζεται κανείς· μέσα σ’ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε καὶ νὰ θεραπεύεστε, ὄχι τὸ Σάββατο».
.             Ἡ πραγματικὴ αἰτία, ὅμως, τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχισυνάγωγου ἦταν ἄλλη: Ὄντας Φαρισαῖος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, μόλις εἶδε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισφραγίζει τὸν δυνατό του λόγο μ’ ἕνα θαῦμα, ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Ὁ φθόνος ἦταν γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας του: Ἤθελε νὰ ἔχει ἐκεῖνος τὸ προβάδισμα στὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπίγεια δικαιοσύνη του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 2 «Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν δίκαιο τὸν ἑαυτό τους, τηρώντας μὲ σχολαστικότητα τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ καταπατώντας τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν εὐθυγράμμιση τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς, τῆς ὅλης ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».[Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

 

, ,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν IB´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ « Ἀρχὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ἀλήθεια! Ἀρχὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ὀρθὴ σκέψη! ». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 Διδαχὴ τὴν ΙΒ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γιὰ τὴν σωτηρία
(Ματθ. ιθ´ 16-26)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 342-347

«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Ματθ. ιθ´ 16)

.           «Ἀγαθὲ Διδάσκαλε», ρώτησε τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ κάποιος νεαρός, «τί καλὸ νὰ κάνω γιὰ ν’ ἀποκτήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;”. Ἐρώτημα πολὺ σοβαρό. Ἐρώτημα γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ πρέπει ν’ ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.
.           Ὅπως ὁ ταξιδιώτης, ποὺ διαπλέει μία μεγάλη καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα, δὲν συλλογίζεται παρὰ ἕνα ἥσυχο λιμάνι, ἔτσι κι ἐμεῖς, ποὺ ταλαιπωρούμαστε μέσα στὰ κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, πρέπει ἀκατάπαυστα νὰ ἔχουμε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ νοῦ μας τὴν αἰωνιότητα καί, ὅσο βρισκόμαστε στὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή, νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴ μεταθανάτια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἀποκτήσουμε στὴ γῆ καὶ νὰ τὸ διατηρήσουμε παντοτινὰ ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα μας; Μόνο ἡ σωτηρία μας!
.           Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ νὰ συγκεντρώσει πλούτη, αὐτὸς θ’ ἀφήσει ἐδῶ τὰ πλούτη κατὰ τὸ πέρασμά του στὴν αἰωνιότητα. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ ν’ ἀποκτήσει τιμὲς καὶ δόξα, αὐτὸς θὰ χάσει καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὴ δόξα ἀπὸ τὸν πικρὸ θάνατο. Ὅποιος, ὅμως, χρησιμοποιεῖ τὴν ἐπίγεια ζωὴ γιὰ ν’ ἀποκτήσει τὴ σωτηρία, αὐτὸς θὰ πάρει τὴ σωτηρία μαζί του στὴν αἰωνιότητα καὶ θὰ εὐφραίνεται παντοτινὰ στὸν οὐρανὸ μὲ τὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ ποὺ κέρδισε στὴ γῆ.
.           Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Τί πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ σωθοῦμε; Τὴν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, τὴν πιὸ ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση, τὴ βρίσκουμε στὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος δήλωσε ὅτι γιὰ νὰ σωθοῦν ὅσοι δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πιστέψουν σ’ Αὐτόν· καὶ γιὰ νὰ σωθοῦν ὅσοι πιστεύουν στὸν Χριστό, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του. Αἰώνια θὰ χαθεῖ ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Χριστό. Αἰώνια θὰ χαθεῖ καὶ ὅποιος λέει μὲ τὰ χείλη του ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα του Τὸν ἀρνεῖται, δηλαδὴ δὲν τηρεῖ τὶς ἁγίες ἐντολές Του. Μ’ ἄλλα λόγια: Γιὰ τὴ σωτηρία χρειάζεται ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστό. Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ρώτησαν τὸν Κύριο, «Τί πρέπει νὰ κάνουμε, γιὰ νὰ ἐκτελοῦμε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;», Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: «Τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ πιστέψετε στὸν Ἀπεσταλμένο Του» (Ἰω. ϛ´ 28-29).
.           Ἡ ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστὸ εἶναι ἔργο, ἔργο θεῖο καὶ μεγάλο τόσο, ποὺ μ’ αὐτὸ ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία. Ἡ ζωντανὴ πίστη ἐκφράζεται μὲ τὴν ὅλη ζωή, μὲ τὴν ὅλη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Περιλαμβάνει τὶς σκέψεις του, τὰ αἰσθήματά του, τὴ διαγωγή του. «Ὅποιος πιστεύει» μὲ τέτοια πίστη, «ἔχει τὴν αἰώνια ζωή». «Καὶ νὰ ποιὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: Ν’ ἀναγνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι Ἐσένα ὡς τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, καθὼς κι Ἐκεῖνον ποὺ ἔστειλες, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ» (Ἰω. ιζ´ 3). Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι θέαση καὶ γνώση τοῦ Θεοῦ (Βλ. Ἑβρ. ια´ 27). Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι ζωὴ ἀφιερωμένη ὁλοκληρωτικὰ στὴν εὐσέβεια καὶ νεκρωμένη γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ζωντανὴ πίστη εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Κύριο οἱ ἀπόστολοί Του, ὅταν Τοῦ ἔλεγαν: «Αὔξησε τὴν πίστη μας». Μόνο μέσῳ τῆς ζωντανῆς πίστεως μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ν’ ἀπαρνηθεῖ τὰ δῆθεν καλά τῆς πεσμένης φύσεώς του καὶ νὰ γίνει μαθητὴς καὶ ἀκόλουθος τοῦ Κυρίου μὲ σκέψη, καρδιὰ καὶ διαγωγὴ ταιριαστὲς στὴν ἀνακαινισμένη ἀπ’ Αὐτὸν φύση.
.           Τὸ πνευματικὸ θησαυροφυλάκιο, στὸ ὁποῖο φυλάσσεται καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀφειδώλευτα προσφέρεται ὁ θησαυρὸς τῆς ἀληθινῆς πίστεως, εἶναι ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ μόνο αὐτή. Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο, προκειμένου νὰ σωθοῦμε, νὰ ἀνήκουμε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅποιος δὲν ὑπακούει στὴν Ἐκκλησία, «ἂς εἶναι γιὰ σένα ὅπως ὁ εἰδωλολάτρης ἢ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιη´ 17), εἶπε ὁ Κύριος.
.           Μάταια κάποιοι θεωροῦν τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸν νοῦ, μὲ τὸ πνεῦμα, ἐλαφριὰ ἢ καὶ μηδαμινή. Ὅσο ἀνώτερο εἶναι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ σῶμα, τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ ἀρετὴ ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ ποὺ ἐπιτελεῖται μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τόσο βαρύτερη εἶναι ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ σῶμα. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ σῶμα εἶναι φανερή. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μὲ τὸ πνεῦμα συνήθως εἶναι ἐλάχιστα ἀντιληπτή, κάποτε μάλιστα καὶ τελείως ἀπαρατήρητη ἀπὸ τοὺς βυθισμένους στὶς βιοτικὲς μέριμνες ἀνθρώπους. Ἀλλά, ὅσο λιγότερο αἰσθητὴ εἶναι, τόσο μεγαλύτερο κακὸ κάνει, τόσο πιὸ καίρια χτυπήματα καταφέρει, τόσο πιὸ βαθιὲς πληγὲς προξενεῖ.
.           Μολυσμένος ἀπὸ μίαν ἁμαρτωλὴ σκέψη, ἕνας φωτεινὸς ἄγγελος ἔγινε σκοτεινὸς δαίμονας, διώχθηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια σκηνώματα καὶ γκρεμίστηκε στὴν ἄβυσσο. Ἐκεῖ ἔσυρε ὄχι μόνο πλῆθος ἀγγέλων, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἀνθρώπων, ποὺ ἄφησαν τὸν νοῦ τους νὰ μολυνθεῖ μὲ ἁμαρτωλὲς σκέψεις, μὲ ἀπατηλὲς ἰδέες. Ὁ Κύριος ὀνόμασε τὸν πεσμένο ἄγγελο πατέρα τοῦ ψεύδους καὶ συνάμα ἀνθρωποκτόνο, γιατί δὲν μπόρεσε νὰ σταθεῖ μέσα στὴν ἀλήθεια. Τὸ ψεῦδος εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία τοῦ αἰώνιου θανάτου. Ἀπεναντίας, ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας, σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.
.           Τὴν ἀνόθευτη θεία ἀλήθεια τὴ διαφυλάσσει ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Ὅποιος ἀνήκει καὶ ὑπακούει σ’ αὐτήν, μπορεῖ νὰ σκέφτεται σωστὰ γιὰ τὸν Θεό, τὸν ἄνθρωπο, τὸ καλό, τὸ κακὸ καί, ἑπομένως, τὴ σωτηρία. Εἶναι προφανὲς ὅτι, ὅποιος δὲν διαθέτει τὴ σωστὴ σκέψη γιὰ τὴ σωτηρία, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ τὴν ἴδια τὴ σωτηρία. ρχ τς σωτηρίας εναι λήθεια! ρχ τς σωτηρίας εναι ρθ σκέψη! ρχ τς πώλειας εναι ποστασία π τν λήθεια μ κάποια λανθασμένη σκέψη. Κάθε παρέκκλιση ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς θείας ἀλήθειας, κάθε ἀποδοχὴ σκέψεως ἀντίθετη σ’ αὐτὴ τὴ διδασκαλία, συνεπάγεται τὴν πτώση στὴ φοβερὴ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας καὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ. Ἔμπρακτη ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων, ποὺ ὀφείλεται στὴν ἀποδοχὴ μίας ἐσφαλμένης σκέψεως. Ἔμπρακτες ἀποδείξεις ἀποτελοῦν ὅλες οἱ αἱρέσεις, μὲ τὶς ὁποῖες βλασφημεῖται ὁ Θεός.
.           Κάποιοι αἱρετικοὶ βλασφήμησαν τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἄρνηση τῆς θεότητας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄλλοι μὲ τὴν ἀπόδοση θεϊκῶν ἰδιοτήτων στὸν ἄνθρωπο τ καναν ο παπικο πο πέδωσαν θεϊκς διότητες, πως τ λάθητο, στν πάπα], ἄλλοι μὲ τὸ νὰ θεωρήσουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κτίσμα, ἄλλοι μὲ τὴν ἄρνηση τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς θείας Χάριτος στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις τ πιστεύουν κα διδάσκουν ο προτεστάντες]. Τέλος, κάποιοι βλασφήμησαν τὸν Θεὸ ὄχι μὲ τὴν ἄρνηση δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαίτηση τῆς ἀθετήσεως ὁρισμένων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἡ πίστη διατηρεῖται ζωντανὴ ὄχι μόνο μὲ τὴν ὁμολογία τῶν ὀρθῶν δογμάτων, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συνεπῆ εὐαγγελικὴ ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, γιὰ νὰ ζήσει ἡ πίστη, χρειάζεται τὰ ἔργα τῆς πίστεως. «Ἡ πίστη χωρὶς τὰ ἔργα εἶναι νεκρή», λέει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος.
.           Πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἡ πιὸ μεγάλη δυστυχία θὰ βρεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἀγάπησαν τὴν ἀλήθεια γιὰ νὰ σωθοῦν». Γι’ αὐτὸ «ὁ Θεὸς θὰ ἐπιτρέψει νὰ ἐνεργήσει σ’ αὐτοὺς ἡ πλάνη», νὰ τοὺς παρασύρει, δηλαδή, ὁ μεγάλος ἄνομος, ὁ Ἀντίχριστος, «γιὰ νὰ πιστέψουν στὸ ψέμα. Ἔτσι, θὰ τιμωρηθοῦν ὅλοι ὅσοι δὲν πίστεψαν στὴν ἀλήθεια καὶ δέχτηκαν ὁλόψυχα τὴν ἀδικία». Μὲ τὴν ἀποδοχὴ ὅλων αὐτῶν τῶν παραχαράξεων τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες ἀποτολμοῦν οἱ ἐχθροί Του, οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλύπτουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἀξία τῆς κρίσεώς τους, τὴν ἀξία τῆς καρδιακῆς τους διαθέσεως. Ἡ σκέψη μας μπορεῖ νὰ εἶναι πνευματική, μόνο ὅταν παραμένει ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀλήθεια μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη στὸν Χριστό. Ἡ ἀποστασία, ἔστω καὶ μερική, ἀπὸ τὴν ἀλήθεια εἶναι πτώση ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς οὐρανοὺς στὴ γήινη σοφιστεία, στὴν ψευδώνυμη φρόνηση, στὴν καταστροφή.
.           Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί! Ἂς προσφέρουμε στὸν Κύριο ὁλόθερμη προσευχή, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, ζητώντας Του νὰ μᾶς χαρίσει τὸ μοναδικὸ μέσο τῆς σωτηρίας μας, τὴ ζωντανὴ πίστη. Μαζὶ μὲ τὴν προσευχή, ἂς Τοῦ προσφέρουμε καὶ τὸν πνευματικό μας ἀγώνα, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ Τοῦ ἀποδείξουμε τὴν εἰλικρίνεια τῆς ἐπιθυμίας μας γιὰ τὴ λήψη τῆς ἀνεκτίμητης δωρεᾶς Του. «Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ ἂς κάνουμε τὸ καλό». Τώρα, μέσα στὸν ἱερὸ τοῦτο ναό, στεκόμαστε μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεὸ καὶ ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ Τοῦ ζητήσουμε καθετὶ τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία μας. Θὰ ἔρθει καὶ ἡ μέρα ἐκείνη, ποὺ μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα θὰ σταθοῦμε μπροστά Του, προκειμένου ν’ ἀπολογηθοῦμε γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας. Ἂς προσέξουμε, ὥστε νὰ μὴν Τοῦ παρουσιάσουμε τότε κενὸ τὸ ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ φέρουμε, χωρὶς νὰ τὸ συμπληρώνουν καὶ νὰ τὸ ἀποδεικνύουν τὰ ἔργα ποὺ θέλει Ἐκεῖνος. Ἔχει διαβεβαιώσει ὅτι στοὺς ὑποκριτὲς χριστιανοὺς θὰ δώσει φοβερὴ ἀπάντηση —καὶ θὰ τὴ δώσει: «Ποτὲ δὲν σᾶς ἤξερα. Φύγετε μακριά μου ἐσεῖς, ποὺ καταπατούσατε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ!». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

 

 

,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-2 «Μὲ τὸν πειρασμὸ ἐξαφανίζεται ἡ λήθη. Τότε θυμόμαστε τὸν Κύριο καὶ ζητᾶμε τὴ βοήθειά Του». (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

Μέρος Α´: ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

.               Τί παρήγορη ὑπόσχεση, ἢ μᾶλλον πόσες παρήγορες ὑποσχέσεις! Ὁ παντογνώστης Θεὸς βεβαιώνει ὅτι θὰ εἰσακούσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ κράξει σ’ Ἐκεῖνον. Ἀποκαλύπτει ὅτι μὲ τὴ θεία πρόνοιά Του θὰ βρίσκεται δίπλα σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ Τὸν ἐπικαλεστεῖ. Ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσει, θὰ τὸν δοξάσει μὲ τὴ δωρεὰ τῆς θείας Του χάριτος. Καὶ τελειώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς αἰώνιας μακαριότητας καὶ τὴ φανέρωση τῆς σωτηρίας στὴν ψυχή, ἐγκαθιστώντας σ’ αὐτὴν τὴ θεία βασιλεία Του. Ἡ ἐγκατάσταση τῆς θείας βασιλείας στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῆς μετοχῆς της στὴν αἰώνια. Στὸν Πέτρο ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἔδωσε τὸ χέρι Του, προκειμένου νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὸν πνιγμό. Σ’ ἐμᾶς, τοὺς ἀκολούθους Του, δίνει τὴ θεία Του χάρη, προκειμένου νὰ μᾶς σώσει, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ χαθοῦμε μέσα στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα τῶν παθῶν.
.            Μετὰ τὴν κατάπαυση τῆς τρικυμίας ἀπὸ τὸν Κύριο, «ὅσοι ἦταν στὸ καΐκι, ἦρθαν καὶ Τὸν προσκύνησαν, λέγοντας: “Ἀληθινά, εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ!”». Ὅταν ἡ θύελλα τῆς καρδιᾶς κοπάσει μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Κυρίου, τότε θὰ ἐξασθενήσουν καὶ οἱ ἄνεμοι τοὺς ὁποίους ξεσήκωσαν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, τότε ἡ ψυχὴ θὰ προσκυνήσει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ «πνευματικὰ καὶ ἀληθινά», ἐπειδὴ θὰ ἔχει λάβει στὰ μύχιά της τὴν πληροφορία ὅτι Αὐτὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.
.               Ο ξωτερικο πειρασμο μς δηγον στ γνώση το Θεο μ τ φανέρωση τς πρόνοιάς Του· στερεώνουν τὴν πίστη μας στὴ φιλάνθρωπη μέριμνά Του γιά μᾶς· ἐμπνέουν στὴν καρδιά μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλάβεια σ’ Αὐτόν, καθὼς αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς βλέπει καὶ Τὸν βλέπουμε νοερὰ μᾶς κατευθύνουν σὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ μᾶς ἀποτρέπουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος.
.               Οἱ ψυχικοὶ πειρασμοί, πάλι, μᾶς παρέχουν βαθύτερες γνώσεις. Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι σ’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμοὺς καὶ στὴ δραστικὴ ἐνέργειά τους ὑποβάλλονται σχεδὸν ἀποκλειστικὰ οἱ ἀκόλουθοι ἐκεῖνοι τοῦ Κυρίου ποὺ ἔχουν ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία Του, ζώντας ἡσυχαστικὰ μὲ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὴν ψυχή του. «Ὅσοι ταξιδεύουν στὴ θάλασσα» τῆς καρδιᾶς «μὲ πλοῖα», δηλαδὴ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὄχι μὲ τὴν αὐθαίρετη νόηση καὶ ἄσκησή τους, «ὅσοι ἐργάζονται μέσα στὰ πολλὰ νερά», στοὺς συλλογισμοὺς τοῦ νοῦ καὶ στὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, «αὐτοὶ εἶδαν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου καὶ τὰ θαυμαστὰ ἐπιτεύγματά Του στὸν βυθὸ» τῆς ψυχῆς.
.               Μὲ διάφορους τρόπους ὁ πάνσοφος καὶ πανάγαθος Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ πολεμηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά: «Πρόσταζε (ὁ Κύριος) καὶ σηκώθηκε ἀνεμοθύελλα. Ὑψώθηκαν τὰ κύματα τῆς θάλασσας, ποὺ τοὺς ἀνεβάζουν ὣς τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς κατεβάζουν ὣς τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου». Ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἀναταραχὴ τῶν αἰσθημάτων -αὐτὴ εἶναι ἡ «ἀνεμοθύελλα»—, τὴν ὁποία προξενοῦν οἱ δαιμονικοὶ λογισμοί, «ἡ ψυχή τους», ἡ ψυχὴ τῶν ἀσκητῶν, «ἔλιωνε ἀπὸ τὸν φόβο μὲ τὰ τόσα κακά. Ζαλίστηκαν, παραπατοῦσαν σὰν μεθυσμένοι, καὶ ὅλη τους ἡ σοφία ἐξαφανίστηκε», ἐξ αἰτίας τῆς σκοτεινιᾶς ποὺ ἔφερε ἡ καταιγίδα, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν καὶ ζοφερῶν λογισμῶν, ἐξ αἰτίας τῆς φοβερῆς ταραχῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀμφιβολιῶν ποὺ δὲν διαλύονται μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. «Τότε μέσα στὴ θλίψη τους κραύγασαν στὸν Κύριο, κι Αὐτὸς τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὶς δυσκολίες τους. Πρόσταζε τὴν καταιγίδα κι ἔγινε ἀπανεμιά· καὶ ἡσύχασαν τὰ κύματα».
.               Μετὰ τὸν πνευματικὸ πόλεμο, συνήθως χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ πνευματικὴ εἰρήνη. «Καὶ χάρηκαν, γιατί ἡσύχασαν, καὶ ὁ Κύριος τους ὁδήγησε στὸ λιμάνι τοῦ θελήματός Του». Διδαγμένοι οἱ πνευματικοὶ ἀγωνιστὲς ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς πολέμους, ἀποκτοῦν τὴ γνώση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ σιγὰ-σιγὰ μαθαίνουν νὰ παραμένουν σ’ αὐτό. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος εἶναι ἕνα καταφύγιο γιὰ τὴν ψυχή, καταφύγιο στὸ ὁποῖο αὐτὴ βρίσκει ἠρεμία καὶ ἐλπίδα σωτηρίας. Ἔχοντας ἀποκτήσει μυστικὰ ἀπὸ τὸν Κύριο τὴ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ μὲ τὴν ἐμπειρικὴ αἴσθηση τῆς ἐπενέργειας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐπενέργειας τῆς χάριτος στὴν ψυχή τους —ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ δεύτερη ἐξουδετερώνει τὴν πρώτη—, εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν «τὸν Κύριο γιὰ τὸ ἔλεός Του» στὶς προσευχές τους. Παράλληλα, διακηρύσσουν «τὰ θαυμαστὰ ἔργα Του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», στοὺς ἀδελφούς τους, κατὰ τὶς ἐποικοδομητικὲς συζητήσεις τους. «Στὴ σύναξη τοῦ λαοῦ θὰ Τὸν ἐξυψώσουν καὶ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων θὰ Τὸν δοξάσουν».
.               «Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό», λέει ὁ ἀπόστολος, «τὰ πάντα συντελοῦν στὸ καλό τους». Ὁ Θεὸς κάνει νὰ συντελοῦν στὸ καλό τους ὄχι μόνο οἱ ἐξωτερικὲς θλίψεις καὶ συμφορές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐσωτερικές, ἐκεῖνες δηλαδὴ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν ξεσηκωμὸ καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν. Αὐτὲς εἶναι ποὺ ἀποκαλύπτουν στὸν ἄνθρωπο τὴν πτώση του, αὐτὲς εἶναι ποὺ τὸν κατεβάζουν ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς ὑπερηφάνειας στὴν κατάσταση τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης, αὐτὲς εἶναι ποὺ τοῦ δείχνουν τὴν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ τὸν ρίχνουν μὲ αὐταπάρνηση στὰ πόδια Του.
.               Ὅταν βλέπουμε νὰ ξεσηκώνονται μέσα μας τὰ πάθη, ἂς μὴν ταραζόμαστε, ὅπως ταράζονται συνήθως ὅσοι δὲν ἔχουν αὐτογνωσία. Τὰ πάθη εἶναι φυσικὰ στὴ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση μας, ὅπως φυσικὰ σὲ μίαν ἀρρώστια εἶναι τὰ συμπτώματά της. Κάθε φορὰ ποὺ ξεσηκώνονται τὰ πάθη, πρέπει νὰ προστρέχουμε χωρὶς καθυστέρηση στὸν Κύριο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα, περιμένοντας μὲ ὑπομονὴ τὴν προστασία Του καὶ προβάλλοντας στὸ μεταξὺ σθεναρὴ ἀντίσταση.
.               Τὰ πάθη φοβίζουν ὄχι μόνο τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπ’ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προοδεύσει στὴν ἀρετή. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς νὰ μὴν ἀποτελέσει γιὰ τὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο αἰτία κομπασμοῦ καὶ ὑπερηφάνειας. Συχνά, ἔπειτα ἀπὸ παρατεταμένη γαλήνη, σηκώνεται φοβερὴ θύελλα. Ἔτσι, ἐκεῖνοι ποὺ νόμιζαν ὅτι βρίσκονταν σὲ ἀσφαλὲς καταφύγιο, συνειδητοποιοῦν ὅτι βρίσκονται σὲ ἀνοιχτὴ καὶ φουρτουνιασμένη θάλασσα. Ἡ ἀπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κατάσταση μόνιμη, παρὰ μόνο ὅταν τὸ σῶμα ἀποτεθεῖ στὸν τάφο καὶ ἡ ψυχὴ ἀφήσει αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν γεμάτο πλάνες, πειρασμοὺς καὶ δόλο.
.               «Σῶσε μας, Κύριε, χανόμαστε!», κραύγασαν στὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου οἱ μαθητὲς Τοῦ κάποιαν ἄλλη φορὰ ποὺ ταξίδευαν πάλι μὲ πλοιάριο. Σηκώθηκε ξαφνικὰ μεγάλη τρικυμία στὴ θάλασσα καὶ τὰ κύματα σκέπαζαν τὸ πλοιάριο. Ὁ Κύριος, ὡστόσο, κοιμόταν. Μὲ τὸν ὕπνο Του ὑποδηλώνεται ἡ δική μας λήθη τοῦ Θεοῦ. Μ τν πειρασμ ξαφανίζεται λήθη. Τότε θυμόμαστε τν Κύριο κα ζητμε τ βοήθειά Του. Κι Ἐκεῖνος «ἐπιτιμᾶ τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ θάλασσα», ὡς πανάγαθος καὶ παντοδύναμος, «καὶ γίνεται ἀπόλυτη γαλήνη». Φτάνει μόνο νὰ Τὸν ἐπικαλεστοῦμε στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως. Ἀμήν.

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ τὴν Θ´ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ-1 «Μέσ’ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ποὺ μᾶς περικυκλώνουν, ἂς ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμηθεῖ τὸν Θεό, ἂς στραφοῦμε στὸν Θεὸ» (ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 

Διδαχ τν Θ´ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου
γι
τὴν βοήθεια το Θεο στν νθρωπο πο θλίβεται

(Ματθ. ιδ´ 22-34)

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας,
«Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Α´» [Ἔργα-7],
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2015, σελ. 303-312

.               Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν εἶδε κάποτε τὸν Κύριο νὰ βαδίζει πάνω στὴν τρικυμισμένη θάλασσα, Τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου ἐντολὴ νὰ ἔρθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στὰ νερά». Καὶ παίρνοντας τὴν ἐντολὴ ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, κατέβηκε ἀπὸ τὸ καΐκι, ὅπου βρισκόταν, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά, τὰ ὁποῖα ἦταν σὰν νὰ εἶχαν στερεοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὅσο πίστευε ὁ Πέτρος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ὅσο ἦταν προσηλωμένος μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του σ’ αὐτὴ τὴν ἐντολή, βάδιζε πάνω στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, ὅπως στὴ στεριά. Ἀλλὰ ὁ ἄνεμος ἦταν πολὺ δυνατὸς καὶ τὰ κύματα σηκώνονταν ψηλά. Ὁ Πέτρος, στρέφοντας τὴν προσοχή του σ’ αὐτά, ἄφησε νὰ εἰσχωρήσει μέσα του κάποιος φόβος, φόβος ποὺ ἀπὸ ἕναν ἐπιφανειακὸ κριτὴ θὰ χαρακτηριζόταν φυσικὸς καὶ εὔλογος. Τότε, ὅμως, ἄρχισε νὰ βουλιάζει. «Κύριε, σῶσε με!», κραύγασε στὸν Χριστό. Κι Ἐκεῖνος, ἁπλώνοντάς του τὸ χέρι, τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὸν πνιγμό, λέγοντας: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.              Ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω στὰ ἄστατα κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, ποὺ σείεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ τὶς τόσες συμφορὲς καὶ δυσκολίες· ὅλοι μας βαδίζουμε πάνω σ’ αὐτὰ τὰ κύματα καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὶς πύλες τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Πόσο ἐπισφαλὴς εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας ἡ θάλασσα τοῦ βίου! Δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε τί θὰ μᾶς συμβεῖ τὴν κάθε στιγμή. Ο πι μεγάλες λλαγς στ ζωή μας γίνονται προσδόκητα, αφνιδιαστικά. κόμα κι θάνατος μς κρυφοζυγώνει σν κλέφτης, μᾶς κρυφοζυγώνει ὅπως ὅλες σχεδὸν οἱ συμφορές.
.               Δέρνεται ἡ θάλασσα ἀπὸ ἰσχυροὺς ἀνέμους, ποὺ σηκώνονται ἀπὸ διάφορες μεριὲς γιὰ ἀνεξιχνίαστη αἰτία. Καὶ τοῦ βίου μας ἡ θάλασσα δέχεται διάφορες ἐπιθέσεις ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν γίνει ὄργανά τους. Παθαίνουμε ποικίλες συμφορὲς ἀπὸ ἀναπάντεχα περιστατικά, ἀπὸ τὴ μυστηριώδη πορεία τῶν πραγμάτων. Εναι δύνατο ν προβλέπουμε κα ν προγνωρίζουμε τί θ πινοήσει μοχθηρία, τί θ ποτελέσει φορμ μέσο κάποιου κακο, π πο θ ρθει νας πειρασμός. Καὶ ὅλα αὐτὰ εἶναι μὲν ἀδύνατο νὰ τὰ προβλέπουμε, τὶς περισσότερες φορές, ὅμως, εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ τὰ ἀποτρέπουμε.
.             Ὑπάρχει ἄλλη μία θάλασσα, θάλασσα ἀόρατη, κάτω ἀπὸ τὰ νοερὰ βήματά μας. Ἡ θάλασσα αὐτὴ δέρνεται καὶ ἀναταράζεται ἀπὸ ἄλλους ἀνέμους. Εἶναι ἡ καρδιά μας, ὅπου συσσωρεύονται ποικίλα αἰσθήματα. Τὰ αἰσθήματα τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου εἶναι μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γι’ αὐτὸ συνήθως δὲν εἶναι σωστά. Ὁ «παλαιὸς ἄνθρωπος», ποὺ δὲν ἔχει ἀνακαινιστεῖ ἀπὸ τὴ θεία Χάρη, σπάνια μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, καὶ τότε μὲ τὴν ἄσκηση πολλῆς βίας στὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τρόπο ἀτελῆ. Τὰ μολυσμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αἰσθήματα ἐνεργοῦν ἄλλοτε περιορισμένα καὶ ἄλλοτε ἀπεριόριστα. Ὅταν ἐνεργοῦν περιορισμένα, εἶναι μὲν σφραγισμένα ἀπὸ κάποιαν ἐμπάθεια, ἀλλὰ δὲν ἐκδηλώνονται πλήρως τὰ ἀντίστοιχα πάθη. Ὅταν, ὅμως, ἐνεργοῦν ἀπεριόριστα, τότε τὰ πάθη ἐκδηλώνονται πλήρως. Τὰ αἰσθήματά μας ἐπηρεάζονται ἀπὸ τοὺς λογισμούς, τοὺς ὁποίους σπέρνουν στὸν νοῦ μας τὰ πνεύματα τῆς κακίας, οἱ ἐχθροί τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἄλλοτε μᾶς κυριεύει ἡ λύπη, ἄλλοτε μᾶς ταράζει ἡ ὀργή, ἄλλοτε μᾶς παρασύρει ἡ ἡδυπάθεια, ἄλλοτε μᾶς πλανᾶ ἡ κενοδοξία. Αὐτὸς ὁ ἄνεμος τῶν λογισμῶν συχνὰ εἶναι τόσο ἰσχυρός, ποὺ δὲν βρίσκουμε τρόπο νὰ τοῦ ἀντισταθοῦμε. Τὰ χάνουμε, παραλύουμε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, βυθιζόμαστε στὴν ἀπόγνωση, ἀγγίζουμε τὸν ὄλεθρο.
.             Τί θὰ ποῦμε στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀντιληφθεῖ ὅτι τόσο στὴν ἐξωτερικὴ ὅσο καὶ στὴν πνευματική του ζωὴ βαδίζει πάνω σὲ κύματα; Θὰ τοῦ ποῦμε τοῦτο: “Βαδίζεις μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ σου”. Ἔτσι βάδιζε πάνω στὰ κύματα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος. Καὶ δὲν βυθιζόταν, ὅσο πίστευε ἀκλόνητα ὅτι ἐνεργοῦσε σύμφωνα μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἂς πιστεύουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς ὅτι Θες μς κάλεσε π τν νυπαρξία στν παρξη κα μς χάρισε να συγκεκριμένο χρονικ διάστημα πίγειας ζως, μ τν ντολ ν κπληρώνουμε στ διάρκειά του τ θέλημα κείνου. Ἂς πιστεύουμε συνάμα ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, ἂν Τὸν ὑπηρετοῦμε πιστά, ἡ πρόνοιά Του θὰ φροντίζει ἀκοίμητα γιά μᾶς. Ἂς πιστεύουμε, ἐπίσης, ὅτι ὡς πλάσματά Του βρισκόμαστε ὁλοκληρωτικὰ κάτω ἀπὸ τὸ θέλημά Του καί, ἑπομένως, τίποτα δὲν μᾶς συμβαίνει ἀνεξάρτητα ἀπ’ αὐτὸ τὸ παντοδύναμο καὶ πανάγιο θέλημα. Μ’ αὐτὴ τὴ σκέψη θὰ βαδίζουμε πάνω στὴ θάλασσα τοῦ βίου ἀδίστακτα καὶ θαρρετά. «Ἕνα ζευγάρι σπουργίτια δὲν πουλιέται γιὰ ἕνα μόνο ἀσσάριο (χάλκινο ρωμαϊκὸ νόμισμα πολὺ μικρῆς ἀξίας); Καὶ ὅμως, οὔτε ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν πέφτει στὴ γῆ χωρὶς τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα σας. Ὅσο γιὰ σᾶς, ὁ Θεὸς ἔχει μετρημένες καὶ τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς σας. Μὴ φοβηθεῖτε, λοιπόν, γιατί ἐσεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια».
.             Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀδύναμοι. Γιὰ νὰ μᾶς παρηγορήσει, λοιπόν, καὶ νὰ μᾶς νουθετήσει ὁ Θεός, παραχώρησε νὰ κλονιστεῖ καὶ νὰ κινδυνεύσει ὁ Πέτρος. ταν τν πίστη στν Θε τν ντικαθιστον νθρώπινοι συλλογισμοί, τότε νθρωπος ταλαιπωρεται μέσα στ κύματα τς θάλασσας το βίου. Ταλαιπωρεται κα ποφέρει. Ἀπὸ τὴ μία δὲν βρίσκει κανένα ἀνθρώπινο μέσο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς περιστάσεις, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξεχνᾶ ἀκατανόητα τὸν Θεό. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν ἄρχισε νὰ καταποντίζεται, κραύγασε στὸν Κύριο νὰ τὸν σώσει. Κι ἐμεῖς, μέσ π τς δυσκολίες πο μς περικυκλώνουν, ς ναγκάσουμε τν αυτό μας ν θυμηθε τν Θεό, ς στραφομε στν Θε μ λόθερμη προσευχή, ζητώντας Του ν μς λυτρώσει. Ἡ λύτρωση δὲν θ’ ἀργήσει. Ὁ Κύριος θὰ ἔρθει. Καὶ τότε ὁ καθένας μας θ’ ἀκούσει μέσα στὴ συνείδησή του μίαν ἤρεμη ἀλλὰ συνάμα καὶ ἐλεγκτικὴ φωνή: «Ὀλιγόπιστε, γιατί σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
.               Οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς εἶναι ἀπαραίτητες. Παραχωρονται π τ θεία πρόνοια. Μς στέλνονται, στε, κάτω π τν πίεσή τους, ν προστρέξουμε στν Θεό, πο Τν χουμε λησμονήσει, κα ν Τν γνωρίσουμε μπειρικά. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου» (Ζήτησε τὴ βοήθειά μου τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεως), συμβουλεύει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ θλίβεται, «καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με» (κι ἐγὼ θὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ δεινά σου- κι ἐσὺ τότε θὰ μὲ δοξάσεις) (Ψαλμ. ΜΘ´15). «Θὰ μὲ δοξάσεις» σημαίνει: “Θὰ μὲ γνωρίσεις ἐμπειρικὰ μὲ τὴ ζωντανὴ γνώση καὶ θὰ πιστέψεις σ’ ἐμένα μὲ τὴ ζωντανὴ πίστη. Μὲ τὴ νεκρὴ γνώση, τὴ γνώση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, σοῦ φαίνομαι ἀνύπαρκτος”.
.             Στὸν Πέτρο, ὅταν αὐτὸς ἄρχισε νὰ βυθίζεται, ὁ Κύριος ἔδωσε τὸ χέρι Του γιὰ νὰ τὸν σώσει. Γιὰ νὰ βγοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ μία δυσκολία, γίνεται κάποια ἐπέμβαση τῆς θείας πρόνοιας ἰδιαίτερα ἐμφανὴς καὶ ἀντιληπτή. Εἶναι ἀσήμαντο τὸ ταρακούνημά μας ἀπὸ τὶς θλίψεις μπροστὰ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποκτοῦμε μ’ αὐτές. Ἡ ταλαιπωρία ἀπὸ τὶς θλίψεις εἶναι πρόσκαιρη. Ἡ οὐσιαστικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ συνακόλουθη οἰκείωσή Του εἶναι θησαυρὸς αἰώνιος, εἶναι τὸ ἐχέγγυο τῶν αἰώνιων ἀγαθῶν.
.           Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν σηκώνεται μία ψυχικὴ θύελλα, ὅταν ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς διακόπτεται καὶ διαταράσσεται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἁμαρτίας. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἐμφανίζονται συνήθως μὲ ἔνδυμα ὀρθότητας καὶ δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀναγνωρίζονται ἀπὸ τὴν ταραχὴ ποὺ προξενοῦν στὴν καρδιά. Εἶναι φοβερὴ ἡ θύελλα τῶν παθῶν, πιὸ φοβερὴ ἀπ’ ὅλες τὶς θύελλες τῶν ἐξωτερικῶν συμφορῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ θύελλα εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν ἐξωτερική. Τὴν ὥρα μίας ὁρατῆς θύελλας σκοτεινιάζει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰ σύννεφα· τὴν ὥρα μίας ἀόρατης θύελλας τῆς καρδιᾶς σκοτεινιάζει ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ σύννεφα τῶν λογισμῶν. Τότε λησμονοῦνται οἱ νουθεσίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν θεοσόφων πατέρων. Τὸ πλοιάριο τῆς ψυχῆς καλύπτεται ἀπὸ τὰ κύματα διαφόρων ἐμπαθῶν αἰσθημάτων. Οὔτε ἡ συζήτηση μὲ φίλους οὔτε ἡ ψυχωφελὴς ἀνάγνωση δροῦν εὐεργετικά. Ἡ ψυχή, σκεπασμένη ἀπὸ ἕναν θολὸ ἀχνό, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τίποτα. Τὸ μοναδικὸ μέσο σωτηρίας ποὺ ἀπομένει, εἶναι ἡ θερμὴ προσευχή. Σὰν τὸν ἀπόστολο Πέτρο πρέπει νὰ κραυγάσουμε μ’ ὅλη μας τὴν ψυχὴ στὸν Κύριο, ζητώντας Του βοήθεια. Κι Ἐκεῖνος τί θὰ κάνει; Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἴδιος μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Δαβίδ: «κεκράξεται πρός με, καὶ ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν, καὶ δοξάσω αὐτόν. μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (Ψαλμ. Ϡ´15). (Θὰ κράξει σ’ ἐμένα μὲ τὴν προσευχή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀκούσω. Θὰ εἶμαι δίπλα του στὴ θλίψη του. Θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ θὰ τὸν δοξάσω. Θὰ τοῦ δώσω νὰ ζήσει πολλὰ χρόνια καὶ θὰ τοῦ δείξω ὅτι θὰ τὸν σώσω).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, , ,

Σχολιάστε