Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Ἀνδρέας

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ καὶ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

«Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη».

Ὁμιλία τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱεροθέου στὸ Διορθόδοξο Συνέδριο μέ θέμα «Εὑρήκαμε τόν Μεσσίαν: Τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν σύγχρονο κόσμο»[Συνδιοργάνωση Ἱ. Μητρ. Πατρῶν καὶ Ἵδρυμα «Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τῆς Μόσχας, στό πλαίσιο τῶν Πρωτοκλητείων, Παρασκευή 17.11.2017 καί Σάββατο 18.11.2017]

.         Μιά ἀπό τίς βασικές φράσεις πού συνδέονται μέ τόν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα τόν Πρωτόκλητο εἶναι ἡ φράση πού εἶπε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν· ὅ ἐστι ἑρμηνευόμενον Χριστός» (Ἰω. α΄, 42).
.         Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Πῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας κατάλαβε τήν λέξη Μεσσίας καί τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσε; Πρόκειται γιά μιά μεσσιανική προσδοκία πού ὑπῆρχε στήν ἐποχή του μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, γιά τήν ἐμφάνιση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν κυριαρχία στούς Ρωμαίους ἤ πρόκειται γιά τήν ἐμπειρική πίστη πού συνδέεται μέ τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό πού σαρκώθηκε;
.         Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἤδη πρίν πῆ αὐτήν τήν φράση παρευρισκόταν μέ τόν Ἰωάννη τόν Θεολόγο πλησίον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τόν ἄκουσε νά λέγη γιά τόν Ἰησοῦ, «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α΄, 36) καί Τόν ἀκολούθησε. Σέ κάποια στιγμή «στραφείς ὁ Ἰησοῦς καί θεασάμενος αὐτούς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς∙ τί ζητεῖτε;». Ἐκεῖνοι ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. Ὁ Χριστός τούς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί «ἦλθον οὖν καί εἶδον ποῦ μένει, καί παρ’ αὐτῷ ἔμειναν τήν ἡμέραν ἐκείνην» (Ἰω. α´ 38-40).
.         Κατά τήν ἑρμηνευτική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας αὐτή ἦταν μιά θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί οἱ δύο αὐτοί μαθητές παρέμειναν τήν ἡμέρα ἐκείνη μέσα στήν δόξα Του, καί κατάλαβαν ὅτι αὐτός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: «Πρός τούς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ στρέφεται ὁ Ἰησοῦς, καί δεικνύει αὐτοῖς τό ἑαυτοῦ πρόσωπον. Εἰ μή γάρ διά τῆς ἀγαθῆς πράξεως ἀκολουθήσῃς τῷ Ἰησοῦ, οὐκ ἄν φθάσῃς εἰς θεωρίαν τοῦ προσώπου Κυρίου, οὐδέ ἀπελεύσῃ πρός τήν παραμονήν αὐτοῦ, τοὐτέστιν, οὐ φθάσεις εἰς τόν τῆς θείας γνώσεως φωτισμόν· οἰκία γάρ τοῦ Χριστοῦ τό φῶς. “Φῶς γάρ, φησίν, οἰκῶν ἀπρόσιτον”. Ὁ γάρ τοι μή καθάρας ἑαυτόν, καί διά τῆς καθάρσεως ἀκολουθήσας, πῶς ἐν γνώσει φωτισθήσεται;».
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης ἔλεγε: «Οἱ δύο μαθητές τοῦ Προδρόμου, ὅταν ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, Τόν ρώτησαν “ποῦ μένεις;” (Ἰω. α´, 39). Αὐτό σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν τόν Χριστό νά δείξη τό διαμέρισμά Του; Ὄχι. Ἀλλά νά δείξη ποῦ μένει. Σημαίνει ὅτι παρεκάλεσαν οἱ Ἀπόστολοι τόν Χριστό νά ἀποκαλύψη τήν μονή Του, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπί μία ὁλόκληρη ἡμέρα συμμετεῖχαν αὐτοί οἱ Ἀπόστολοι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε, ἔχουμε, δηλαδή, τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μετά τόν Πρόδρομο. Ὅπως ὁ Πρόδρομος εἶχε τήν ἐμπειρία αὐτή ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί οἱ Μαθητές Του ἔχουν τήν ἐμπειρία».
.           Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου: «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ἔτσι πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν λέξη Μεσσίας.

.            Τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρον καί ἀσχολήθηκαν οἱ βιβλικοί θεολόγοι, ἀλλά καί οἱ ἑρμηνευτές τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Παλαιά Διαθήκη

.             Ἡ ἑβραϊκή λέξη Μεσσίας καί ἡ μεταγραμμένη λέξη στά ἑλληνικά Χριστός, δηλώνουν τόν κεχρισμένο, αὐτόν πού ἔχει χρισθῆ. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια στήν Παλαιά Διαθήκη Μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού χρίεται ἀπό ἕναν Προφήτη. Στήν ἀρχή εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅπως ὁ Σαούλ, ὁ Δαυίδ, πού χρίσθηκαν ἀπό τόν Σαμουήλ τόν Προφήτη, ἀλλά καί ἄλλοι Βασιλεῖς. Στήν συνέχεια ἡ λέξη Μεσσίας ἀναφέρεται στόν βασιλικό Μεσσία πού θά βασίλευε στόν Ἰσραηλιτικό λαό. Ἔτσι, ἡ βασιλεία ἀναφέρεται μέσα στούς θεοκρατικούς θεσμούς καί πάντα τονίζεται ὁ πολιτικός ρόλος του.
.             Μετά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία πού δέν ὑπῆρχε Βασιλεύς, Μεσσίες, δηλαδή κεχρισμένοι, γίνονται οἱ Ἱερεῖς καί βασικά ὁ Ἀρχιερεύς γίνεται ἐπικεφαλῆς τῆς Ἰσραηλινῆς κοινότητος. Ὁ Ἀρχιερεύς χρίεται, τό ἴδιο καί οἱ Ἱερεῖς καί αὐτοί εἶναι κεχρισμένοι Κυρίου.
.             Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχαν μερικοί κύκλοι πού περίμεναν στούς ἐσχάτους καιρούς τήν ἔλευση δύο Μεσσιῶν, ὁ ἕνας Μεσσίας θά εἶναι ὁ Ἱερεύς, πού ἔχει τήν πρώτη θέση, καί ὁ ἄλλος Μεσσίας θά εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος θά ἔχη τίς ἐγκόσμιες φροντίδες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στόν βασιλικό Μεσσία, μερικοί δέ κύκλοι περίμεναν τόν ἱερατικό Μεσσία. Ἑπομένως, φαίνεται ὅτι ὅλα τά χωρία στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρονται στό ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἄνθρωπος πού χρίεται.
.             Παράλληλα, ὅμως, στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος καί γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, πού εἶναι Θεός καί ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα Του, ἀλλά φαίνεται ἡ σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου ἐπίγειου Μεσσία καί τοῦ Ἄσαρκου Λόγου, τοῦ Γιαχβέ πού εἶναι ἀληθινός Θεός. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δέν ἦταν Μεσσίας, δηλαδή Χριστός, ἀλλά ἦταν τό χρίσμα, διά τοῦ ὁποίου ἐχρίονταν οἱ Μεσσίες-ἄνθρωποι.
.             Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ οἱ Μαθητές Του, βλέποντας τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, καταλαβαίνουν ὅτι στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τά δύο ὀνόματα, ὁ Κύριος τῆς δόξης, δηλαδή ὁ Γιαχβέ, καί ὁ Μεσσίας. Τό πρῶτο (Κύριος τῆς δόξης) δηλώνει τήν θεία φύση, τόν ἀληθινό Θεό, τό δεύτερο (Μεσσίας) δηλώνει τήν ἀνθρώπινη φύση πού χρίσθηκε ἀπό τήν θεία φύση.
.             Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση τῆς δόξης Του, πού ἀξιώθηκε νά δῆ προηγουμένως στήν πρώτη κλήση του στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, δηλώνει ὅτι ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, πού ἦταν τό Χρίσμα μέ τό ὁποῖο χρίονταν οἱ Βασιλεῖς καί οἱ Ἀρχιερεῖς-Ἱερεῖς, ἔγινε Χριστός, ἀφοῦ ἡ θεία φύση ἔχρισε τήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Γιαχβέ καί Κύριος τῆς δόξης ἔγινε Χριστός, δηλαδή χρίσθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση τήν ὁποία προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία Θεοτόκο.
.             Ἄλλωστε, ὁ Χριστός ἀμέσως μετά τό περιστατικό πού ἔγινε μέ τόν Ἀνδρέα καί τόν Ἰωάννη στήν ἀπάντηση τοῦ Ναθαναήλ «Ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» εἶπε: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω. α´, 50-52).
.             Ἔτσι, τώρα στήν Καινή Διαθήκη ἑνώνονται τά δύο ὀνόματα, ἤτοι τό ὄνομα Χριστός καί τό ὄνομα Κύριος (Λουκ, β´ 11. Β´ Κορ. δ´, 5 κ.ἑξ.), καί γίνεται λόγος γιά τό «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. ιε´, 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θά ὁμιλήση γιά τόν Χριστό, πού σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί ἔχει μεγάλη δόξα, γι’ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Χριστός Ἰησοῦς, ὁ Κύριος ἡμῶν (Α´ Κορ. ιε´, 12- 34).

  1. Ὁ Μεσσίας στήν Καινή Διαθήκη, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας

.             Προηγουμένως εἴδαμε πῶς ἡ λέξη Μεσσίας-Χριστός πέρασε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά συγχρόνως εἴδαμε ποιά ἦταν ἡ πίστη πού εἶχαν ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γιά τόν Χριστό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος Μεσσίας, πού συνδέεται μέ τήν βασιλική καί ἱερατική ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά εἶναι τό Χρίσμα, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός στόν ὁποῖο ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, στό πρόσωπό Του.
.             Αὐτό ἐκφράσθηκε καθαρά ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού ἑρμήνευσαν τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη στήν προσπάθειά τους νά ἀντιμετωπίσουν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονταν στήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τούς Ἰουδαΐζοντας, οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Μεσσία εἴτε ὡς πολιτικό Ἄρχοντα-Βασιλέα, εἴτε ὡς Ἱερέα-Ἀρχιερέα, τελικά ὅμως ὡς πολιτικό ἐλευθερωτή.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, θεολόγησαν γιά τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁμολόγησαν γιά τόν Χριστό ὅτι εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀναπτύσσοντας ἀκόμη περισσότερο τήν πίστη καί ὁμολογία τῶν Ἀποστόλων, ὅπως καταγράφηκε στά κείμενά τους καί περιελήφθησαν στήν Καινή Διαθήκη.
.             Θά ἤθελα, ὅμως, στήν συνέχεια νά παρουσιάσω τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τόν Μεσσία στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη, γιατί αὐτός γνώριζε πολύ καλά τήν προτεσταντική βιβλική ἑρμηνευτική παράδοση, ἀλλά γνώριζε ἀκόμη περισσότερο ὅλη τήν πατερική παράδοση γιά τό θέμα αυτό.
.             Δίδασκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Στήν Παλαιά Διαθήκη τό ὄνομα Μεσσίας φαίνεται πέντε φορές στό Λευϊτικό μόνο. Φαίνεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περί ἐπιγείου ἀνθρώπου, δηλαδή ὁ κεχρισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει τό χρίσμα, τίποτα ἄλλο. Βέβαια ὁ Χριστός χρίσθηκε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό χρίσμα, δηλαδή ὁ Λόγος εἶναι τό χρίσμα. Ὁπότε, ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τοῦ χρίσματος, διότι εἶναι τό χρίσμα καί εἶναι καί Χριστός, δηλαδή κεχρισμένος. Εἶναι τό χρίσμα ὡς Θεός καί χρισμένος ὡς ἄνθρωπος. Ἔχει αὐτήν τήν διπλή πάντοτε ἰδιότητα ὁ Χριστός».
.             «Ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ἀναφέρεται στόν Χριστό, δέν ἀναφέρεται στόν Χριστό ὡς Μεσσία. Καί ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ περί Μεσσία, υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐξ ἐπόψεως ἑτεροδόξου. Ἔχουν κοσκινίσει ὅλα τά χωρία περί Χριστοῦ, Μεσσία στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ μεσσίας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος. Δέν μποροῦν νά καταλάβουν πῶς αὐτός ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος – μεσσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στήν Καινή Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς προϋπάρχων καί ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στήν χριστιανική παράδοση.
.             Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ χριστός εἶναι ὁ μεσσίας, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χρίεται. Καί μεσσίες στήν Παλαιά Διαθήκη λέγονται καί οἱ Προφῆτες καί οἱ διάφοροι ἀρχηγοί τοῦ Ἰσραήλ κ.ο.κ. Γιατί εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι κεχρισμένος ἀπό τόν Θεό γιά μιά ὁρισμένη ἀποστολή. Ἐάν θέλουμε πραγματικά νά δοῦμε τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως τόν γνωρίζουμε στήν χριστιανική παράδοση, δέν θά ψάξουμε στά χωρία περί Μεσσία, ἀλλά στίς θεοφάνειες στήν Παλαιά Διαθήκη».
.             «Στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση∙ εἶναι μόνον ὁ Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού λέγεται στήν Παλαιά Διαθήκη Κύριος τῆς δόξης καί Γιαχβέ. Εἶναι Ἄγγελος Κυρίου, Ἄγγελος τῆς δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες».
.             «Τό ὄνομα Χριστός ἀναφέρεται στήν ἀνθρωπίνη φύση καί εἶναι ὁ κεχρισμένος. Ὁπότε, ὁ Λόγος, πρίν ἀποκτήσει ἀνθρωπίνη φύση, δέν εἶναι ὁ Λόγος κεχρισμένος. Ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Λόγος εἶναι τό Χρίσμα. Ὁ Θεός εἶναι τό Χρίσμα. Γιατί μέ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ τήν ἄκτιστη χρίεται ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρίεται δέν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χρίεται.
.             Καί ἐπειδή ὁ Λόγος ὡς ἄνθρωπος ἐχρίσθη, ἄν καί εἶναι καί πηγή τοῦ χρίσματος συγχρόνως καί κεχρισμένος, καί αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως, ὅτι τό κατά φύση χρίσμα, χρίει τόν ἑαυτό Του ὡς ἄνθρωπο. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔχει χρίσμα κατά χάρη. Ἔχει κατά φύση τό χρίσμα. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ κατά φύση κεχρισμένος. Αὐτή εἶναι ἡ πιό βασική διαφορά μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης».
.             Ἔτσι ὑπάρχει μιά βασική παρερμηνεία ὡς πρός τό ὄνομα Μεσσίας-Χριστός τόσο στούς Ἑβραίους ὅσο καί στούς βιβλικούς ἑρμηνευτές πού ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τούς Προτεστάντες.
.             «Οἱ Ἑβραῖοι προτίμησαν τόν Χριστό νά τόν βλέπουν ὡς Μεσσία, ὁ ὁποῖος ἀνήχθη σέ Θεό, δηλαδή. Ἀλλά δέν λέει ἡ Καινή Διαθήκη ὅτι ὁ Μεσσίας ἔγινε Θεός· λέει ὅτι ὁ Θεός ἔγινε Μεσσίας, δηλαδή αὐτός ὁ Κύριος τῆς δόξης, αὐτός ἔγινε Μεσσίας καί γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο».
.             «Οἱ δογματικοί προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν πῶς ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει μέσα περί Ἁγίας Τριάδος πού δέν ἔχει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Φαντάσθηκαν μερικοί τήν θεωρία ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπάρχει ἐπίγειος Μεσσίας, ἐνδοκοσμικός Μεσσίας, μετά κάπου μέσα στήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ ἐμφανίζεται ἕνας οὐράνιος Μεσσίας καί γίνεται μεγάλη συζήτηση πότε ἐμφανίζεται ὁ Μεσσίας στήν ἑβραϊκή παράδοση. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι εἶναι ὁ “Παλαιός τῶν ἡμερῶν” τοῦ Δανιήλ δηλαδή, καί αὐτός ὁ δανιήλειος Μεσσίας μπῆκε στήν Καινή Διαθήκη καί ἀναδείχθηκε οὐράνιος Μεσσίας κλπ.
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔβλεπαν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν Χριστό ὡς Μεσσία, ἀλλά ὡς τόν Κύριο τῆς δόξης, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶναι ὁ Μεσσίας, εἶναι ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου πού ἐμφανίζεται στούς Προφῆτες, ὁπότε ὁ Προφήτης βλέπει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό ἐν τῷ Ἀγγέλῳ δηλαδή, καί αὐτός ὁ Ἄγγελος εἶναι ὁ Χριστός».
.             Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν διαφορετικά πράγματα, καί ὡς πρός τό σημεῖο αὐτό, ἀπό τούς βιβλικούς θεολόγους πού ἐπηρεάσθηκαν ἀπό προτεσταντικές παρερμηνεῖες.
.             «Ὅταν οἱ Πατέρες διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν ψάχνουν κανέναν Μεσσία γιά νά ταυτίσουν τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά ὑπάρχη κανένας ὑπερβατικός, οὐράνιος Μεσσίας, ὅπως ψάχνουν ὁρισμένοι ἐσχατολόγοι πού ἦρθαν ἀπό τήν Ἀμερική σπουδαγμένοι, γιά νά μᾶς μάθουν αὐτήν τήν μέθοδο. Ἐμεῖς τήν μαθαίνουμε αὐτήν τήν μέθοδο ἀπό πιτσιρίκια στήν Ἀμερική».
.             «Λοιπόν, αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία, πού βέβαια εἶναι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅτι ὁ Χριστός στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε φορά πού ὁ Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σέ Προφήτη, ἔχουμε ἐδῶ θεοπτία».
.             Ἀπό ὅλα αὐτά ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ἐκεῖνος πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες ἦταν τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ἄγγελος Κυρίου, ὁ Γιαχβέ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὄχι ὁ Μεσσίας, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναφερόταν στούς ἀνθρώπους, στόν ἐπίγειο βασιλέα, καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα πού ἐχρίοντο. Ὁ Ἄγγελος Κυρίου ὡς Θεός εἶναι τό Χρίσμα πού ἔχριε τόν Βασιλέα καί τόν Ἱερέα-Ἀρχιερέα. Ἔτσι, ὁ Ἄγγελος Κυρίου στήν Παλαιά Διαθήκη σαρκώθηκε, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔχρισε, ὁπότε ἔγινε Χριστός. Ἀλλά καί ὁ Χριστός στήν Καινή Διαθήκη εἶναι κατά φύση Χριστός καί ὄχι κατά Χάρη.
.             Συνεπῶς, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μέ τήν γνωστή φράση του «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», πού τήν εἶπε ὕστερα ἀπό τήν ἐμπειρική ἀποκαλυπτική θεωρία πού εἶχε, δέν ἐννοοῦσε ὡς Μεσσία τόν ἐπίγειον ἄνθρωπο καί Ἀρχιερέα, ἀλλά τόν Ἄγγελο Κυρίου, τόν Γιαχβέ, τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος ἔγινε Μεσσίας μέ τήν ἐνανθρώπηση.
.             Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ὁ πρῶτος Ἀπόστολος πού πέρασε ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη καί ἀργότερα μέ τήν σταύρωση καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τήν Πεντηκοστή βεβαιώθηκε ἀκόμη περισσότερο γι’ αὐτό. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιά τό ὅτι ἔγινε μάρτυρας γιά τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Κύριο τῆς δόξης πού ἐνηνθρώπησε, ἀφοῦ τό μαρτύριο εἶναι καρπός θεωρίας-θέας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
.             Δυστυχῶς, στήν σύγχρονη ἐποχή, οἱ ἄνθρωποι στήν πλειοψηφία τους, δέν δέχονται τόν Χριστό ὡς Θεάνθρωπο Χριστό, ἀλλά ἀναζητοῦν ἄλλους Μεσσίες πού δέν χρίονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ἀπό τήν φιλοσοφία, τήν κοινωνιολογία, τήν οἰκονομολογία, τούς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, τίς λεγόμενες «ἀγορές τοῦ χρήματος», πού ὅλα αὐτά εἶναι σάν μιά ὀργανωμένη θρησκεία μέ τό ἰδιαίτερο «ἱερατεῖο» της, τούς «λειτουργούς» της, τό «εὐαγγέλιό» της καί τούς «ναούς» της, πού εἶναι οἱ τραπεζίτες καί τά κέντρα τοῦ χρήματος. Ἔχει ἐκβληθῆ ὁ Χριστός ἀπό τήν ζωή πολλῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν σήμερα στόν πλανήτη τῆς γῆς.
.             Ἀλλά καί σέ πολλούς θρησκευτικούς καί Χριστιανικούς κύκλους, Ὀρθοδόξους καί μή, δέν γίνεται ἀποδεκτός ὁλοκαρδίως ὁ Ἄσαρκος Λόγος πού ἔγινε Θεάνθρωπος Χριστός, δηλαδή Μεσσίας, ἀλλά ἀνυψώνουν ἄλλους μεσσίες, γι’ αὐτό καί δημιουργοῦνται διενέξεις, προβλήματα, διαιρέσεις, πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί διαιροῦν τόν Χριστιανικό κόσμο στήν Δύση.
.             Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μᾶς διδάσκει σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ τόν μοναδικό Μεσσία.

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΕΙΠΕ ΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΓΝΩΡΙΣΘΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ῥήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
«Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν
τὸν Πρωτόκλητον»

(Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια
ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης-Νεζερῶν)

σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ – τ. ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 82-90 (νεοελλην. ἀπόδοσις)

βλ. σχετ.: «Η ΓΛΩΣΣΑ ΝΑ ΕΝΔΥΘῌ “ΤΑ ΚΑΛΑ” ΤΗΣ»

«ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΘΑ ΕΞΥΜΝΗΣΩ, τὸν Πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»

.               Τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ὁ Ἀπόστολος, μετὰ τῶν μαθητῶν ὁποὺ τὸν συνώδευον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν παροικούντων εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν Ἰουδαίων, καὶ ἐπαρουσίασεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον τοῦ ἀληθοῦς κηρύγματος. Τὸ κήρυγμα ἐφανέρωσε διὰ τῶν θείων Γραφῶν ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὅμως οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ ἐκ τῆς αἱρέσεως τῶν Ἡρῳδιανῶν διεφώνουν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ὁ Ἡρῴδης εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατεβίβασεν ἀπὸ τοῦ θρόνου τὸν ἀρχιερέα Ὑρκανὸν καὶ περιεβλήθη μετὰ τῆς βασιλείας καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην, κατώρθωσεν δὲ εἰς τοὺς πολέμους κατὰ τῶν ἐχθρῶν νίκας πολλάς. Ὅταν ὅμως ὁ Ἀπόστολος τοὺς ἀπεστόμωσεν ἱκανοποιητικῶς, ἀποδεικνύων εἰς αὐτοὺς ὅτι ὁ Ἡρῴδης ἦτο ἀλλόφυλος καὶ μιασμένος ὑπὸ φόνων, ἄνθρωπος αἱμάτων καὶ δολιότητος, φονεὺς τέκνων καὶ συζύγου καὶ πλήρης πάσης ἁμαρτίας, τότε κάποιοι ἄλλοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ κατήγετο ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ ὑπῆρξεν υἱὸς ἀρχιερέως. Πρὸς αὐτοὺς ἔστρεψεν ἐπὶ πολὺ τὸν λόγον ὁ μακάριος Ἀνδρέας, διηγούμενος περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὡς διατελέσαντα μαθητὴν τοῦ Ἰωάννου, τοῦ κηρύσσοντος βάπτισμα μετανοίας, καὶ ἀκούσαντα αὐτὸν μαρτυροῦντα περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ λέγοντα: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Εἶπεν εἰς αὐτοὺς πῶς ὁ ἴδιος ἐγνωρίσθη μετὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπὶ τριετίαν ἠκολούθησεν Αὐτὸν κηρύσσοντα καὶ διαγγέλλοντα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντα πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν ἀδυναμίαν τοῦ λαοῦ. Διηγήθη ἐπίσης, πῶς ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου παρεδόθη ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων εἰς τὸν Πιλᾶτον, διὰ νὰ θανατωθῇ, πῶς ἐσταυρώθη καὶ πῶς, ταφεὶς ὡς νεκρὸς ὁποὺ ἦτο, ἀνέστη μετὰ τρεῖς ἡμέρας, καὶ πῶς ἀνελήφθη μετὰ δόξης εἰς τοὺς οὐρανούς, Αὐτὸς ὁποὺ πρόκειται νὰ ἔλθῃ πάλιν ὡς κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν, διὰ νὰ προσφέρῃ εἰς καθ’ ἕνα ὅ,τι πρέπει ἀναλόγως πρὸς τὰς πράξεις ἑκάστου.
.           Συζητήσας δι’ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἀπόστολος εἰς τὴν συναγωγήν, ἀνεχώρησεν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καί, βλέπων ὅτι τὸν ἐπερίμενε μέγα πλῆθος ἀνθρώπων, ἐλθόντων πρὸς αὐτὸν μετὰ ἀσθενῶν, δοκιμαζομένων ὑπὸ διαφόρων ἀσθενειῶν καὶ ἐνοχλουμένων ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὡμίλησεν πρὸς αὐτοὺς εὐαγγελιζόμενος τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Κατόπιν, συστήσας εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθουν τὸ πρωῒ ἐνωρίτερον, τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἐπειδὴ εἶχε πλέον νυκτώσει, δειπνήσας μετὰ τῶν ὀκτὼ συνοδῶν του μαθητῶν, τοῦ Θαδδαίου, τοῦ Ματθίου, τοῦ Τυχικοῦ, τοῦ Ἀστάχυος, τοῦ Εὐοδίου, τοῦ Σίμωνος, τοῦ Ἀγαπητοῦ καὶ τοῦ Δομετίου, ἀνεπαύθη. Ὅλοι αὐτοὶ εἶχον ἕνα καὶ μοναδικὸν χιτῶνα, ἦσαν σχεδὸν ξυπόλητοι, καθὼς ἐφοροῦσαν μόνον σανδάλια, ἐτρέφοντο μόνον δι’ ἄρτου πίνοντες καὶ νερὸν μίαν μόνον φορὰν τὴν ἡμέραν, ἐνῷ ἀνεπαύοντο κοιμώμενοι κατὰ γῆς. Ὑπῆρχον πολλοί, ἐξ ἐκείνων ὁποὺ εἶχον πιστεύσει ἢ εἶχον θεραπευθῆ, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον εἰς τὴν συνοδείαν τοῦ Ἀνδρέου χρήματα καὶ ἄλλα ἔξοδα. Ὁ Ἀπόστολος, δίχως νὰ ἐπιζητῇ ἢ νὰ χρησιμοποιῇ κάτι ἐξ αὐτῶν, διεμοίραζεν ἕνα μέρος τῶν δωρεῶν αὐτῶν εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἐπαίτας, ἐνῷ ἕνα ἄλλο μέρος τὸ διέθετε πρὸς ἀνέγερσιν ἐκκλησιῶν. Εἰς τοὺς ναοὺς αὐτούς, διὰ κάποιας ἱεροτελεστίας, ἀφιέρωνεν εἰς τὸν Θεὸν θυσιαστήρια καὶ ἐλειτούργει χειροτονῶν ἱερεῖς καὶ διακόνους.
.             Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, συγκεντρωθέντος τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ, ὁ Ἀπόστολος ἐρχόμενος πρὸς αὐτοὺς ἐστάθη ἐπὶ τόπου ὑψηλοῦ, διὰ νὰ εἶναι θεατὸς ἀπὸ ὅλους, καίτοι κατὰ τὸ ἀνάστημα τοῦ σώματός του δὲν ἦτο μικρὸς ἀλλὰ μέγας, ὀλίγον κυρτός, ἔχων εἰς τὸ πρόσωπον μεγάλα τὰ ὀφρύδια καὶ τὴν μύτην μακράν. Ὅταν λοιπὸν ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς δαιμονιζομένους, ὡς εἶδεν αὐτοὺς νὰ κάμνουν θόρυβον καὶ ταραχήν, ἐστράφη πρὸς αὐτοὺς καί, μὲ ἕνα καὶ μόνον λόγον, τοὺς ἔκαμε νὰ σιωπήσουν. Εἰς τὸν ὑπόλοιπον λαόν, εὐχηθεὶς τὴν εἰρήνην, κατὰ τὴν θείαν ἐντολήν, ἀπηύθυνε λόγον θεολογικὸν καὶ συμβουλάς. Θέτων δὲ καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς καθ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς, εὐθὺς ἀμέσως ὅλους ἐθεράπευσεν, ἐνῷ μὲ βλέμμα ἀγριωπὸν καὶ ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ἐξεδίωκεν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους τὰ πνεύματα τὰ πονηρά. Ὅμως καὶ εἰς τοὺς λεπροὺς ἔδιδεν ἐντολὴν νὰ νιφθοῦν δι’ ὕδατος καθαροῦ καί, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, εὐθὺς καθιστοῦσε ὑγιῆ τὰ σώματα αὐτῶν, ἀπαρτίζων αὐτὰ μὲ τὴν σάρκα νεαρὰν ὡς τοῦ μικροῦ παιδίου, κατὰ τὸν προφήτην Ἐλισσαῖον. Ἀνώρθωνεν ἐπίσης τοὺς χωλούς, τοὺς ἀναπήρους εἰς τοὺς πόδας· καθιστοῦσεν εὐκινήτους, ὡς ἂν ἦσαν νέοι, τοὺς ἔχοντας τὰ μέλη των πιασμένα καὶ ἀναίσθητα· ἔδιδε τὸ φῶς εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν· ἀνώρθωνε τοὺς συγκύπτοντας· τοὺς ἀναπήρους ἔκαμεν ὑγιεῖς, καὶ τοὺς παραλύτους ἱσταμένους εἰς τοὺς πόδας των· καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ μόνου τοῦ λόγου καὶ τῆς ψαύσεως τῆς χειρός του. Ἔτσι δικαίως ἐθαυμάζετο ὑπὸ παντὸς τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα διέκριναν ὅτι δὲν ἦτο ἀλαζών, ἀλλὰ νηστευτὴς καὶ ταπεινός, ἁπλοϊκὸς κῆρυξ τῶν ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον περιποθήτων θεοπνεύστων λόγων, πηγὴ ἰάσεων συνεχῶς πολλαπλασιαζομένη, καὶ πηγὴ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ ἀναπέμπουσα τὴν ὑμνῳδίαν, κατὰ τὸν Δαυΐδ, «ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας». Δι’ ὅλα αὐτά, συνεχῶς αὐξανομένου τοῦ θαυμασμοῦ των, ἀπέρριπτον πᾶσαν σκέψιν ἀπομακρύνσεώς των ἀπὸ τοῦ Ἀποστόλου.
.           Καθημερινῶς πολλοὶ ἄνθρωποι πιστεύοντες προσήρχοντο εἰς τὸν Κύριον. Οἱ πιστεύσαντες δὲν προήρχοντο μόνον ἐκ τῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων, καὶ ἀρκεταὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν γυναικῶν Ἑλληνίδων καὶ Ἰουδαίων. Ἐπειδὴ οἱ τότε βασιλεύοντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Τιβέριος, ὁ Γάϊος καὶ ὁ Κλαύδιος, οὐδένα ἠμπόδιζον ἐκ τῶν ἐπιθυμούντων νὰ προσέλθουν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος τῆς εὐσεβείας τοὺς ἐβάπτισεν ὅλους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ τρισαγίου Θεοῦ. Ἔπειτα καθιέρωσεν καὶ θυσιαστήριον εἰς τὸν ναόν, ὁ ὁποῖος ἕως καὶ σήμερον εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους, καὶ ἀνοικοδομήθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τιμὴν τῆς ἀληθῶς καὶ κατὰ κυριολεξίαν ὀνομαζομένης Θεοτόκου. Κάποιους ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἦσαν σταθερῶς ἐστηριγμένοι εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν καὶ ἄξιοι τῆς ἱερωσύνης, ἐχειροτόνησε πρεσβυτέρους καὶ διακόνους. Τότε λοιπὸν εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς πόλεως ἐκείνης ἔγινε μεγάλη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, διότι μετέδωκαν εἰς αὐτοὺς τὰ θεῖα καὶ αἰώνια μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, παρέδωκαν εἰς ὅλους τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑμνολογίας, τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ὀφειλομένης δόξης, καὶ τὴν διάταξιν τοῦ μυστηρίου τῆς θείας λειτουργίας. Τοὺς ἔδωκαν ἐντολὴν νὰ συναθροίζωνται ὅλοι ὁμοφώνως καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν καὶ πρωΐ, νὰ προσεύχωνται γονυκλινεῖς ἐστραμμένοι πρὸς ἀνατολάς, νὰ νηστεύουν, νὰ παραμένουν σταθεροὶ καὶ ἀτάραχοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, νὰ ψάλλουν τὰ λόγια τῶν ψαλμῶν τοῦ Δαυΐδ, νὰ ἀναγινώσκουν μετὰ προσοχῆς καὶ τοὺς ἄλλους Προφήτας, καὶ νὰ μὴ δίδουν σημασίαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν μυθολογίαν. Ἀντιθέτως νὰ ρυθμίζουν τὴν ζωήν των συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσέως, νὰ δέχωνται ὡσὰν ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διαφυλάττουν ἀκεραίας τὰς διατυπώσεις τῶν θεοπνεύστων Ἀποστόλων. Μὲ παρόμοια ἔργα καὶ διδασκαλίας φωτίσας ὁ μακαριώτατος Ἀνδρέας πολλὰς πόλεις καὶ ἐπαρχιακὰς πολίχνας τῆς περιοχῆς τοῦ Πόντου, ὡδήγησεν αὐτὰς εἰς τὸν Κύριον. Ἐδῶ ὅμως θὰ διακόψωμεν τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου, καὶ τὴν ἑπομένην φορὰν θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ ὑπόλοιπα τῆς διηγήσεως, «ὅτι τῷ Θεῷ πρέπει ἡ δόξα νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν».

,

Σχολιάστε

«ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΘΑ ΕΞΥΜΝΗΣΩ, τὸν Πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ῥήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
«Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν τὸν Πρωτόκλητον»
(Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια
ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἱ. Μονῆς
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης-Νεζερῶν)

σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ – τ. ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 42-64 (νεοελλην. ἀπόδοσις)

.           Τὸν Ἀνδρέαν θὰ ἐξυμνήσω, τὸν πρωτόκλητον τῆς δωδεκάδος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλ’ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ἐπιχειροῦντα ὅ,τι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον. Ὅμως ὁ πόθος νὰ ἐκφράσω ὅ,τι καὶ πρὸ πολλοῦ ἐκαλλιέργησα, μὲ βιάζει νὰ προχωρήσω, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ συγκρατῶ ἐντός μου τὸν πόθον αὐτόν. Ἔτσι ἐνεπλάκην εἰς τὸν ἀγῶνα συντάξεως ἑνὸς λόγου ἐγκωμιαστικοῦ. Καὶ λοιπόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν στερούμενος τῆς ἱκανότητος ἵνα συντάσσω λόγους, καταλαμβάνομαι ὑπὸ ἀμηχανίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὠθούμενος ὑπὸ τοῦ ζήλου, προθυμοποιοῦμαι, ἐπειδὴ ἤδη ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τῆς ἰδικῆς του βοηθείας. Διότι ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἀνδρέου, ἡ πεμφθεῖσα θεία χάρις συνειργάσθη μετὰ τῆς τραχύτητος τῆς ἀδεξιότητος τῶν λόγων του, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κηρύγματος καὶ ἀντιμετώπισιν τῆς συλλογιστικῆς δυνάμεως τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης, ἔτσι ἐλπίζω ὅτι ἡ θεόπνευστος χάρις θὰ συναγωνισθῇ καὶ μετ’ ἐμοῦ, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς λεκτικῆς μου ἀσθενείας καὶ ἀδεξιότητος. Ἔχων λοιπὸν τὸ θάρρος μου εἰς τὴν βοήθειαν αὐτὴν ἀναλαμβάνω τὸ προκείμενον θέμα, παρ’ ὅτι γνωρίζω ὅτι τὸ μέγεθος τῆς ἀποστολικῆς ἀρετῆς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀποδείξῃ ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἔπαινον καὶ αὐτοὺς ἀκόμη, ὁποὺ διακρίνονται διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν λεκτικήν των δεινότητα. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Ἀπόστολος, ὁ κοσμούμενος μὲ τὴν μίμησιν τῆς εὐμενοῦς καὶ ἀγαθῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Διδασκάλου, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καὶ τώρα θὰ ἀποδεχθῇ τὸν ἐγκωμιαστικόν μου λόγον, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀξίζῃ. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι καλόν, οὔτε θεάρεστον, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐγκωμιάσωμεν συμφώνως πρὸς τὴν ἀξίαν του, νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάσωμεν καὶ συμφώνως πρὸς τὴν δυνατότητά μας. Ἀντιθέτως μάλιστα πρέπει νὰ τιμῶμεν, ὅσον δυνάμεθα, τὸν προστάτην ἡμῶν καὶ νὰ διακηρύττομεν αὐτοῦ τὰ θαύματα, γνωρίζοντες ὅτι εἰς τὸν Θεὸν εἶναι εὐάρεστον καὶ τὸ κατὰ δύναμιν, ὡς εἶπε κάποιος ἐκ τῶν σοφῶν, ἄνθρωπος θαυμαστὸς διὰ τὴν εὐσέβειάν του. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸν πόθον ὁποὺ ἔχομεν, ὅσον ἠμποροῦμεν, θὰ προσφέρωμεν τὸν λόγον ἡμῶν πρὸς δεξίωσιν, πρὸς ὑποδοχὴν τῶν πιστῶν τῶν συναχθέντων διὰ τὴν πανήγυριν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀνταπόδοσιν εὐγνωμοσύνης εἰς τὴν χάριν τοῦ θείου κήρυκος τῆς εὐσεβείας. Λοιπόν, ὅσον τὸ δυνατόν, ἂς ἐγκωμιασθῇ παρ’ ἡμῶν ὁ στρατηλάτης τοῦ Χριστοῦ Ἀνδρέας, ὁ ἐπαξίως φέρων τὸ ὄνομα τῆς ἀνδρείας, ὁ ἀναδειχθεὶς δυνατὸς εἰς τὴν πρᾶξιν καὶ τὴν θεωρίαν, ὁ ἀγωνισθεὶς κατὰ τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ ἀμφοτέρους κατατροπώσας. Διὰ λόγων μεστῶν ἂς ἐπιδοκιμασθῇ ἀξίως ὁ ἐνδυθεὶς τὴν σωστικὴν πανοπλίαν τῆς ἀηττήτου δυνάμεως τῆς χάριτος τοῦ παντοκράτορος Θεοῦ, ὁ περιζωσθείς, ὁ ὁπλισθεὶς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀνδρείαν, αὐτὸς ὁποὺ ἐφόρεσεν, ὡσὰν ἄλλος στρατιώτης, ὑποδήματα, καὶ ἕτοιμος ἔδραμε νὰ κηρύξῃ τὸ εὐαγγέλιον τῆς εἰρήνης, διὰ τοῦ ὁποίου εὐαγγελίου ἀφήρπασε τοὺς ἐθνικοὺς εἰδωλολάτρας ἀπὸ τοῦ φάρυγγος τοῦ διαβόλου, τοῦ ἐχθροῦ τοῦ τυραννοῦντος αὐτούς, καί, ἐμφανῶς αἰχμαλωτίσας αὐτούς, τοὺς προσέφερεν εἰς τὸν Σωτῆρα ὡς πιστοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ.
.           Ἂς τιμηθῇ διὰ λαμπρῶν ἐπαίνων ὁ Ἀνδρέας, ὁ φέρων τὸ ὄνομα τῆς ἀποστολικῆς ἀνδρείας, ὁ πρῶτος ἐξ ὅλων ἀναγνωρίσας ὡς Διδάσκαλον τὸν Δεσπότην, ἡ ἀπαρχὴ τῆς δωδεκαρίθμου ὁμάδος τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐξ ἀρχῆς ἀντιληφθεὶς τὴν παρουσίαν τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, ὁ μετὰ σοφίας ἀληθοῦς ἀνταλλάξας τὴν διδαχὴν τοῦ Ἰωάννου μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ.
.           Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μέγας, ὁ περιφημότατος σοφὸς τῆς οἰκουμένης, εἶχε πατρίδα τὴν Βηθσαϊδάν, πόλιν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον, ὡς διηγοῦνται τὰ Εὐαγγέλια. Ἠσχολεῖτο δὲ μὲ τὴν τέχνην τῆς ἁλιείας, μὲ τὸ ψάρεμα, ἀπὸ ὅπου ἐξοικονομοῦσε μετὰ πολλοῦ κόπου τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐπιβίωσιν. Ὅμως, καίτοι πτωχὸς καὶ ἐργαζόμενος ἀδιακόπως τὴν ἁλιείαν, δὲν ἦτο ἄπειρος καὶ ξένος πρὸς τὰ κείμενα τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐρευνοῦσε μέν, καὶ ἔψαχνε μετὰ ζωηροῦ ἐνδιαφέροντος τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης διὰ τῆς τέχνης τῶν δικτύων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς συνεχοῦς μελέτης ἐρευνοῦσε φιλοπόνως καὶ ἐπιμελῶς τὸ βάθος τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, καὶ δὲν ἔπαυεν ἀναζητῶν τὸν μαργαρίτην, τὸν ποικιλοτρόπως προαναγγελλόμενον ὑπὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ τῶν λόγων τῶν Προφητῶν· αὐτὸν τὸν πολύτιμον μαργαρίτην ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποκτήσῃ. Ὁδηγούμενος λοιπὸν καλῶς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀσαφοῦς προαναγγελίας πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐκ τῆς σκιᾶς πρὸς τὸ φῶς, εὐθὺς ὡς ἀντελήφθη τὴν φωνὴν ὁποὺ προέτρεξεν τοῦ Λόγου, καὶ τὸν λύχνον ὁποὺ προηγήθη τῆς πηγῆς τοῦ φωτός, καὶ τὸ ἄστρον τοῦ αὐγερινοῦ, τὸν ἑωσφόρον, ὁποὺ προανέτειλε τοῦ ἡλίου, προστρέχει μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτόν, προσκολλᾶται εἰλικρινῶς γενόμενος εὐσεβὴς μαθητὴς τοῦ Προδρόμου, ἔχων τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ τὴν σωτηρίαν ὅλων. Ἐπειδὴ ὅμως ἤκουσε τὸν φιλαλήθη διδάσκαλον, νὰ μὴν ἀρνῆται τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ νὰ ὁμολογῇ μετὰ θάρρους καὶ νὰ διακηρύσσῃ λέγων: «Οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτος μου ἦν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος», δηλαδὴ τὸ μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ πάλιν ὡς εἶ δε δεικνύοντα αὐτὸν διὰ τοῦ δακτύλου καὶ λέγοντα: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εὐθὺς ἐνεθυμήθη τὰ γνωστὰ εἰς αὐτὸν σκιώδη λόγια τοῦ Μωϋσέως: «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε». Τότε ἐφωτίσθη εὐθὺς ὁ νοῦς του, ἡ ὀπτικὴ δύναμις τῆς ψυχῆς του, διὰ νὰ ἀτενίσῃ τὴν λάμψιν τοῦ φωτὸς τῆς θείας χάριτος, καὶ διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τῶν φανερῶν ἀποδείξεων, ἀπὸ τῶν ἀκολουθούντων δηλαδὴ θαυμαστῶν σημείων· ὥστε νὰ σπεύσῃ ἀδιστάκτως καὶ προθύμως εἰς τὸν Σωτῆρα ὅλων, ἀκολουθῶν Αὐτὸν ἀνεπιστρόφως, καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἰδῆ, κατόπιν προτροπῆς ὁποὺ τοῦ ἔγινεν ὡς ἀξίου, ὅ,τι ἐζήτησεν, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὸν τόπον ὁποὺ διέμενεν Ἐκεῖνος. Ἀλλ’ ὁ Ἀνδρέας, ζητήσας νὰ γνωρίσῃ τὸ ἐπίγειον κατάλυμα, ἠξιώθη, ὡς ἔχει γραφῆ, νὰ μείνῃ ἐκεῖ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ ἐπέτυχε νὰ ἐξασφαλίσῃ παρὰ τοῦ Ἰησοῦ τὴν αἰώνιον κατοικίαν καὶ τὴν οὐράνιον μονήν, ὡς Αὐτὸς ἠκούσθη νὰ λέγῃ εἰς ὁλόκληρον τὴν συνοδείαν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὑπάρχουν πολλαὶ μοναί, καὶ ἐκεῖ ὑπέσχετο ὅτι θὰ πορευθῇ, διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ δι’ ἐκείνους τόπον.
.               Ὡς εὑρῆκε λοιπὸν τὴν ἀθάνατον πηγήν, τὴν ρέουσαν τὰ ὕδατα τῆς σωτηρίας, πρὶν κληθῇ, ἔσπευσε μετὰ μεγάλου ζήλου αὐτόκλητος —ὡς ἡ κατεδιψασμένη ἔλαφος τρέχει μὲ ἀσυγκράτητον ὁρμὴν ἐπὶ τὰς πηγάς, ζητοῦσα νὰ σβήσῃ διὰ τοῦ ὕδατος τὸν κόπον τῆς ὁδοιπορίας— καὶ ἀφοῦ ἀνέπαυσε, τὸ κατὰ δύναμιν, τὴν δίψαν τοῦ πόθου τῆς εὐσεβοῦς ἐπιθυμίας του, μὴ ὑποφέρων νὰ κατέχῃ μόνον αὐτὸς τὴν κοινωνίαν τούτου τοῦ καλοῦ, ἐκ τῆς μεγάλης του χαρᾶς κάμνει συμμέτοχον τὸν ἀδελφόν του, περιχαρῶς φανερώνων εἰς αὐτὸν τὸν ἀναζητούμενον καὶ λέγων: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὅνπερ ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται προανήγγειλαν», χαίρων καὶ συγχαίρων μετ’ αὐτοῦ, ὡς ἀνακαλύψαντες ἀληθῶς μέγα καὶ ποθούμενον εὕρημα. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ἀδελφός του Πέτρος προηγήθη αὐτοῦ εἰς τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν, προηγήθη τώρα ὁ Ἀνδρέας ἐκείνου εἰς τὴν πνευματικὴν ἀναγέννησιν. Ἔτσι ὁ πρωτόκλητος μαθητής, ἢ μᾶλλον ὁ αὐτόκλητος ὑπηρέτης, ὁδηγεῖ τὸν πρωτόθρονον μαθητὴν καὶ ἐπάξιον κλειδοῦχον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν εἰς τὸν δεσπότην καὶ Κύριον ὅλων. Καὶ ἀφοῦ ἔγινεν εὐθὺς ἀμέσως δεκτὸς ὡς οἰκεῖος καὶ γνήσιος φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀποβάλλει τὸ ὄνομα ὁποὺ ἔλαβε κατὰ τὴν γέννησίν του, καὶ καλεῖται, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκβασιν τῶν πραγμάτων, μὲ τὸ ὄνομα Κηφᾶς, δηλαδὴ Πέτρος, ὡς ὁ σταθερώτερος καὶ γνησιότερος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ἀληθὴς πέτρα τῆς ἀνοθεύτου καὶ ἀκεραίας πίστεως, ὡς ὁ βαστάζων ἐπ’ αὐτοῦ τὴν οἰκοδομηθεῖσαν νεοσύλλεκτον ἐκκλησίαν καὶ διαφυλλάσσων αὐτὴν ἀπόρθητον ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ ᾍδου. Ἐξελέγη λοιπὸν ὡς ἐξαίρετος καὶ προσοικειώθη μετὰ τοῦ Σωτῆρος ἡ πρώτη αὐτὴ δυὰς τῶν ἀδελφῶν καὶ μαθητῶν, οἱ αὐτάδελφοι, ὡς ἔναρξις καὶ πρώτη προσφορὰ τῆς ἀνθρωπότητος, τετιμημένη ἐπαξίως ὡς ἡ ὑψηλοτάτη κορυφὴ τοῦ κύκλου τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Διότι ἔπρεπε, ἔπρεπε τοιούτους συνεργοὺς καὶ βοηθοὺς νὰ προσλάβῃ ὁ παντεχνήμων καὶ παντοκράτωρ Θεὸς Λόγος γενόμενος ἄνθρωπος, διὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος· ἔπρεπε νὰ προσλάβῃ τὸν ἕνα μὲν ὡς κεκοσμημένον τὴν ἀρετὴν τῆς ἀνδρείας τόσον εἰς τὰ λόγια ὅσον καὶ εἰς τὰ ἔργα, τὸν ἄλλον δὲ ὡς τετιμημένον διὰ τῆς σταθερότητος, τῆς ὁποίας καὶ τὴν ἐπωνυμίαν ἔλαβεν, ὡς τὸ ἀδιασάλευτον θεμέλιον ὁποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ οἱ ἔπαινοι τοῦ Πέτρου, τοῦ μεγάλου κήρυκος τῆς ἀληθείας, ἂς παύσουν τώρα ἀναμένοντες τὸν κατάλληλον καιρόν των, διότι ὁ λόγος μου εἶναι ἀνεπαρκὴς εἰς δίαυλον ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον καὶ μόνον ἡ τόλμη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τοῦ εἶναι ἐπαρκής. Ἂς κατευθύνωμεν λοιπὸν τὸν ἔπαινον πρὸς τὸν φέροντα τὸ ὄνομα τῆς ἀνδρείας, δεξιούμενοι ἔτσι πνευματικῶς τοὺς δι’ αὐτὸν συναχθέντας.
.           Ὅταν λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σωτὴρ ἡμῶν καὶ δεσπότης, εἶχεν ἤδη ἐπιτελέσει, διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως Αὐτοῦ, τὸ ἔργον τῆς σωτηρίου δι’ ἡμᾶς οἰκονομίας καὶ εἶχε καθήσει ἐν δεξιᾷ τοῦ ὑπερουρανίου μεγαλοπρεποῦς θρόνου τοῦ Πατρός, καὶ κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν Του εἶχεν ἀποστείλει εἰς τοὺς ἀμέσους μαθητὰς καὶ μάρτυρας Αὐτοῦ τὸ παράκλητον Πνεῦμα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν πυρίνων γλωσσῶν, τότε ὁλόκληρος ἡ γῆ ἔγινε πλήρης ἐκ τῆς ἀπεριγράπτου δόξης τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεόπνευστοι Ἀπόστολοι, διασκορπισθέντες εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, ὁποὺ κατοικοῦντο ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, εὐηγγελίσθησαν τὴν σάρκωσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου, διότι «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν», κατὰ τὸν μεγαλοφωνότατον προφήτην Δαυΐδ, «καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν». Αὐτοί, ὡς λογικοὶ οὐρανοὶ διηγοῦντο τὴν ἀνέκφραστον δόξαν τοῦ ἐνανθρωπήσαντος καὶ ἐπιφανέντος εἰς τὸν κόσμον Θεοῦ. Ἐπειδὴ λοιπόν, κατὰ τὸν προφητεύσαντα θεόπνευστον Ἰωήλ, ἡ δύναμις τοῦ πανσόφου καὶ παντοδυνάμου Πνεύματος ἐξεχύθη εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ τοῦ δεσποτικοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ ἦσαν κυριευμένοι ὑπὸ κάποιας σχετικῆς νωθρότητος καὶ ἀπροθυμίας, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ σωτηρίου Πάθους μετετράπησαν εἰς φυγάδας καὶ ἐφάνησαν φοβισμένοι καὶ δειλοὶ ἐπ’ ὀλίγον καιρὸν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, ὅλοι αὐτοὶ εὑρέθησαν ἔξαφνα νὰ εἶναι τολμηροί, πρόθυμοι, θαρραλέοι καὶ ὁρμητικοὶ πρὸς σωτηρίαν ὅλων. Τότε λοιπὸν ἡ θεία Χάρις ἔδειξεν ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ φωτισθοῦν, διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ κορυφαίου ὅλων τῶν Ἀποστόλων Πέτρου, τὰ σκοτεινὰ μέρη τῆς Δύσεως, ὅσα εὑρίσκονται δυτικῶς τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ὁ κατόπιν αὐτοῦ κορυφαῖος τῶν ἄλλων, ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας, νὰ φωτίσῃ διὰ τοῦ εὐσεβοῦς λόγου τοῦ θείου κηρύγματος τμήματα περιοχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας, διὰ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς σοφίας τοῦ παντοδυνάμου Πνεύματος, περιερχόμενος ἀπὸ χώρας εἰς χώραν καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν, ὡς ἄλλος πτερωτὸς ἀετός, ἀνανεωμένος διὰ τῆς κρυφῆς νεότητος, κατὰ τὸν Δαυΐδ, καὶ μεταβαίνων πρὸς μεταφορὰν καὶ διάδοσιν τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως, διῆλθεν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς γνωστῆς κατοικημένης γῆς. Ὡς ἄλλος ταχυδρόμος ἵππος, κατὰ τὸ προφητικὸν λόγιον, διέπλευσε τὴν νοητὴν θάλασσαν τούτου τοῦ κόσμου, καὶ συνταράξας ἀπεξήρανε μὲν τὰ θολὰ ὕδατα τῆς ἀπιστίας, ὡς ἄγονα καὶ γέμοντα παντὸς εἴδους πικρίας, ἔσταξε δὲ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀκροατῶν του, ἐκείνων ὁποὺ ἀπεδέχοντο τὸν λόγον τῆς ἀπλανοῦς πίστεως τοῦ Χριστοῦ, τὰ καθαρώτατα καὶ γλυκύτατα ὕδατα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ.
.           Ἐκ τούτου κατηργεῖτο πλέον πᾶσα μορφὴ τῆς δαιμονικῆς πλάνης καὶ ἐνεφυτεύοντο ὅλοι οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων ἠμπορεῖ καθεὶς νὰ γνωρίσῃ τὸν Θεόν· περιέπιπτον εἰς ἀχρησίαν οἱ βωμοὶ τῶν εἰδώλων, καὶ ἀνοικοδομοῦντο οἱ ἐκκλησίες τῶν χριστιανῶν· ἐξεδιώκετο τὸ σμῆνος τῶν δαιμόνων, καὶ ἐχόρευε μετὰ τιμῆς τὸ πλῆθος τῶν ἀγγέλων· αἱ ἀσθένειαι ἐφυγαδεύοντο καὶ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα, ἐδίδετο ἡ εὐεξία· οἱ φυλακισμένοι ἐτιμῶντο διὰ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὁ ἐχθρὸς διάβολος ἐφυλακίζετο δι’ ἀλύτων δεσμῶν· ὁ θάνατος κατηργεῖτο, καὶ εἰς τοὺς νεκροὺς ἐχαρίζετο ἡ ζωή· ἡ βδελυρὰ λύπη διελύετο, καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἔλαμπεν εἰς τὴν οἰκουμένην ἡ παγκόσμιος χαρά· ὁλόκληρος ἡ γῆ ἐπληρώθη τῶν προϋποθέσεων τῆς θεογνωσίας, ἡ ὁποία, ὡς ἄλλος μέγας ποταμός, κατεκάλυψεν καὶ κατεβύθισεν τὴν θάλασσαν τῆς δαιμονικῆς λατρείας τῆς ἀγνωσίας. Διότι δὲν ὑπάρχει πλέον, δὲν ὑπάρχει πόλις, δὲν ὑπάρχει χώρα, δὲν ὑπάρχει τόπος, δὲν ὑπάρχει ἔθνος ὁποὺ νὰ μὴν μετέβῃ διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης, μετὰ τοῦ θαρραλέου καὶ ἀνδρείου αὐτοῦ φρονήματος, ὁ Ἀνδρέας, αὐτὸς ὁποὺ φέρει τὸ ὄνομα τῆς σταθερᾶς ἀνδρείας. Δὲν ὑπάρχει σημεῖον τῆς γνωστῆς κατοικουμένης γῆς, ὁποὺ νὰ μὴν ἐφυτεύθῃ ὑπὸ τοῦ Ἀνδρέου ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας, ὁ βλαστήσας τὸν πολύτιμον καρπὸν τῆς πίστεως, καὶ νὰ μὴν ἐξηπλώθῃ ἡ χάρις τῶν θαυμάτων, καὶ νὰ μὴν διεδόθῃ ὁ πλοῦτος τῆς θεραπείας. Ἂν ἤθελε κάποιος ὅλα αὐτὰ νὰ καταγράψῃ ἢ νὰ τὰ διηγηθῇ ἔστω καὶ μερικῶς, ἂς ἐπιχειρήσῃ πρῶτον νὰ ἀριθμήσῃ τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰς σταγόνας τῆς βροχῆς καὶ τὴν ἄμμον τῶν θαλασσῶν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀποτολμήσῃ ἕνα τέτοιον ἐγχείρημα. Εἰς ἡμᾶς ὅμως, ὁποὺ θὰ ἐγκωμιάσωμεν τὸν Ἀπόστολον, δὲν φαίνεται ὠφέλιμος ἡ προσέγγισις τῶν ἀπορρήτων καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιχειρηθῇ ὅ,τι εἶναι τελείως ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιλέξωμεν μερικὰ μικρὰ ἐκ τῶν μεγάλων, καὶ ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν κατορθωμάτων αὐτοῦ, θὰ τὰ διηγηθῶμεν, ὥστε ἐκ μέρους νὰ γνωστοποιηθῇ τὸ ὅλον, καὶ ἐκ τῆς παρυφῆς, ἐκ τῆς οὔγιας νὰ σχηματισθῇ ἡ ἀντίληψις δι’ ὁλόκληρον τὸ ὕφασμα. Τότε, ἐπειδὴ ὁ λόγος δὲν θὰ μακρύνῃ ὑπερβολικῶς, θὰ διασωθῇ ἡ τάξις ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς συμμετρίας καὶ δὲν θὰ φανῇ εἰς τοὺς ἀκροατὰς ὑπέρμετρος καὶ ἀνυπόφορος.

, , ,

Σχολιάστε

 Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ πολιοῦχος ἅγιος τῶν Πατρῶν

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως
καὶ πολιοῦχος ἅγιος τῶν Πατρῶν

γράφει ὁ Ἀριστείδης Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

.                 Μέσα στὴ σεπτὴ χορεία τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ τιμώμενος ὑπὸ τῆς Ἀνατολικῆς [καὶ Δυτικῆς] Ἐκκλησίας στὶς 30 Νοεμβρίου Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἄσημος καὶ ἁπλοϊκὸς ψαρὰς κατέστη «ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων» καὶ ἀναδείχθηκε μέγας διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ φλογερὸς Ἀπόστολος τοῦ Γένους μας. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὑπῆρξε κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἦρθε στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο γιὰ νὰ κηρύξει τὸν σωτηριώδη λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἱδρύσει Ἐκκλησίες. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ μία καρποφόρα ἱεραποστολικὴ περιοδεία, κατέληξε στὴν Πάτρα, τὴν ὁποία ἐπορφύρωσε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του καὶ καθαγίασε μὲ τὸν ἔνδοξο σταυρικό του θάνατο γιὰ νὰ πρεσβεύει ἀδιάλειπτα στὸν Πανάγαθο Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ προστασία τοῦ πατραϊκοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους.
.           Ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου μας γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴ δυτικὴ ὄχθη τῆς λίμνης Τιβεριάδος (Γεννησαρέτ). Τόσο ὁ πατέρας του, ὁ Ἰωνᾶς, ὅσο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀνδρέας, ἀλλὰ καὶ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ Σίμων Πέτρος, ἐξασκοῦσαν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ψαρᾶ. Παρόλο ὅμως ποὺ δὲν ἀπέκτησαν τὰ δύο ἀδέλφια ἰδιαίτερη μόρφωση, χαρακτηρίζονταν ἀπὸ τὴν εὐσέβειά τους, ἀφοῦ ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ πύρινο κήρυγμα σαγήνευσε τὶς ψυχές τους. Μάλιστα ὁ Ἀνδρέας, ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ καὶ συγκατοικοῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἔγγαμο ἀδελφό του, τὸν Πέτρο, στὴν Καπερναούμ, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκολουθεῖ συχνότερα τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὰ κηρύγματά του. Ἔτσι ὅταν ὁ Πρόδρομος εἶδε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «περιπατοῦντα» στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας, ἀπευθυνόμενος στὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν υἱὸ τοῦ Ζεβεδαίου, τὸν καὶ μετέπειτα Εὐαγγελιστὴ καὶ ἠγαπημένο μαθητὴ τοῦ Κυρίου, τοὺς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α´ 36). Ἡ φράση αὐτὴ σαγήνευσε σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς δύο ἁπλοϊκούς, ἀλλὰ εὐσεβεῖς ψαράδες, ὥστε θέλησαν νὰ γνωρίσουν ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Μόλις ἀντιλήφθηκε ὁ Κύριος τὴν ἐπιθυμία τους γιὰ ἐπικοινωνία, ἀπευθύνθηκε σ’αὐτοὺς καὶ τοὺς ρώτησε τί θέλουν. Ἐκεῖνοι τότε τὸν ρώτησαν: «Ραββί -ποὺ σημαίνει Διδάσκαλε- ποῦ μένεις;» Τότε ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε», δηλαδὴ ἐλᾶτε καὶ θὰ δεῖτε. Κατόπιν οἱ δύο ψαράδες πῆγαν καὶ εἶδαν ἀπὸ κοντὰ τὸν χῶρο, ὅπου ἔμενε ὁ Κύριος. Μόλις ὁ Ἀνδρέας γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐνθουσιάσθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἔτρεξε ἀμέσως νὰ ἐνημερώσει τὸν ἀδελφό του, τὸν Σίμωνα Πέτρο. Ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσία», δηλαδὴ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀνδρέας ἔλαβε τὸ τιμητικὸ καὶ ἔνδοξο προσωνύμιο «Πρωτόκλητος», ἀφοῦ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ δέχθηκε τὴν κλήση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴ συνέχεια ὁδήγησε τὸν ἀδελφό του στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμων, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ, ἐσὺ θὰ ὀνομασθεῖς Κηφᾶς, ποὺ σημαίνει Πέτρος». Ἀλλὰ ὁ Ἀνδρέας δὲν περιορίσθηκε στὸ νὰ φέρει κοντὰ στὸν Χριστὸ μόνο τὸν ἀδελφό του, τὸν Πέτρο, ἀλλὰ παρακίνησε καὶ τὸν φίλο του, τὸν Φίλιππο, τὸν συμπατριώτη του ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ γευθεῖ τὴν πνευματικὴ χαρὰ τῆς γνωριμίας καὶ συναναστροφῆς μαζί Του.
.           Ὅμως ἡ ἐπίσημη καὶ ὁριστικὴ κλήση στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα τόσο τῶν δύο ἀδελφῶν, Ἀνδρέου καὶ Πέτρου, ὅσο καὶ τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου, θὰ γίνει ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς «περιπατῶν παρὰ τὴν θάλασσα τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸ αὐτοῦ… καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων, οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ (Ματθ. δ´ 18-20). Ἀκούγοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια, ἄφησαν ἀμέσως τὰ δίχτυά τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔκτοτε ὁ Ἀνδρέας κατετάγη στὸν κύκλο τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἡ δὲ παρουσία του ἦταν ἐξέχουσα, ἀλλὰ καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸν Χριστὸ ἦταν ξεχωριστή. Ἄλλωστε οἱ Εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος, Μάρκος καὶ Λουκᾶς τὸν ἀναφέρουν δεύτερο στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων μετὰ τὸν ἀδελφό του, τὸν Σίμωνα Πέτρο. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἀναφέρεται καὶ στὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν (Ἰω. ϛ´ 5-8), ἀλλὰ καὶ στὸ περιστατικὸ τῆς ἐπιθυμίας τῶν Ἑλλήνων «τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ» γιὰ νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦ (Ἰω. ιβ´ 20-23), καθὼς καὶ στὴ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Ἀνδρέα, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη περὶ τῶν ἐσχάτων, ὅταν εἶχε προαναγγείλει ὁ Κύριος τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα (Μάρκ. ιγ´ 3-4). Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν παρὼν μαζὶ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου (Πράξ. α´ 9-14), ἐνῶ κατὰ τὴν εὐφρόσυνο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δέχθηκε τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. β´ 1-13). Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας βρισκόταν στὸ ὑπερῶο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἦταν μεταξὺ αὐτῶν ποὺ κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».
.             Μετά τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἄρχισε ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας τὴν ἱεραποστολική του περιοδεία σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…». Σύμφωνα μὲ τὴ γραπτὴ παράδοση καὶ τὶς διασωθεῖσες συναξαριακὲς πηγὲς ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὶς χῶρες παρὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα (Εὔξεινος Πόντος), τὴ Σκυθία, τὴ Γοτθία, τὴν Κριμαία καὶ τὴν Ἰβηρία (σημερινὴ Γεωργία), καθὼς καὶ στὴν Καππαδοκία, τὴ Γαλατία καὶ σὲ ὅλη σχεδὸν τὴ δυτικὴ Μικρὰ Ἀσία (Φρυγία, Μυσία, Βιθυνία). Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας κήρυξε στὴ Σεβαστούπολη, τὴν Ἀμισὸ (Σαμψούντα), τὴν Τραπεζούντα, τὴν Ἡράκλεια, τὴν Ἀμάστριδα, τὴ Σινώπη καὶ τὸ Βυζάντιο. Μάλιστα στὴν πόλη τοῦ Βύζαντα χειροτόνησε τὸν Στάχυ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, πρῶτο ἐπίσκοπο τῆς πόλεως. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔγινε ὁ ἱδρυτὴς τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα ἐξελίχθηκε στὸ πρῶτο Πατριαρχεῖο τῆς Ἀνατολῆς, ὁ δὲ ἐπίσκοπός της κατέστη ἀπὸ τὸν 7ο αἰώνα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Γι’ αὐτὸ καὶ μέχρι σήμερα ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος εἶναι ὁ ἱδρυτὴς καὶ προστάτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μάλιστα ἡ ἐτήσια ἑορτὴ τῆς μνήμης του, στὶς 30 Νοεμβρίου, ἀποτελεῖ τὴ Θρονικῆ Ἑορτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία καὶ ἑορτάζεται μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα στὸν πάνσεπτο Πατριαρχικὸ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατὰ τὴ διάρκεια ἐπίσης τοῦ καρποφόρου ἱεραποστολικοῦ του ἔργου ἐκχριστιάνισε τοὺς ἀρχαίους λαοὺς Ἀλανούς, Ἀβασγούς, Ζηκχούς, Βοσπορινοὺς καὶ Χερσονίτες, ἐνῶ μέσῳ τῆς Θράκης, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θεσσαλίας κατέληξε στὴν ἀχαϊκὴ γῆ καὶ συγκεκριμένα στὴν πόλη τῶν Πατρών, ὅπου καὶ τελείωσε τὸ ἀποστολικό του ἔργο.
.           Ἀξιομνημόνευτη ὑπῆρξε ἡ ἱεραποστολική του δράση στὴ Σινώπη, πόλη τῆς ἀρχαίας Παφλαγονίας στὶς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου, ὅπου βρῆκε πλῆθος Ἑλλήνων καὶ Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι μεταξύ τους ἦταν διαιρεμένοι ἐξ αἰτίας τῶν διαφορετικῶν θρησκειῶν. Ἐνδεικτικὸ εἶναι μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχαν σὲ τέτοιο βαθμὸ «ἀνήμερον τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπον βάρβαρον», ὥστε τοὺς ἀποκαλοῦσαν ἀνθρωποφάγους. Μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς εὐεργετικῆς παρουσίας τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴ Σινώπη, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε καὶ θεμελίωσε στὴν πόλη τὸν χριστιανισμό, οἱ ἀποκαλούμενοι «ἀνθρωποφάγοι» συνέλαβαν τὸν Ἀπόστολο Ματθία ποὺ συνόδευε τὸν Ἀνδρέα στὶς ἱεραποστολικές του περιοδεῖες καὶ ἀφοῦ τὸν φυλάκισαν, σκόπευαν νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας τὸν ἀπελευθέρωσε θαυματουργικὰ καὶ ἀναχώρησε μαζὶ μὲ τὸν Ματθία καὶ μὲ ἄλλους μαθητὲς γιὰ τὴν Ἀμισὸ (τὴ σημερινὴ Σαμψούντα), πόλη στὴ νότια ἀκτὴ τοῦ Εὐξείνου Πόντου μὲ ὀνομαστὸ λιμάνι, ὅπου φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι ἑνὸς Ἰουδαίου, ὀνόματι Δομετιανός. Στὴν Ἀμισὸ παρέμεινε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα καὶ χάρη στὸ φλογερό του ἀποστολικὸ κήρυγμα καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτέλεσε, ἵδρυσε χριστιανικὴ Ἐκκλησία καὶ χειροτόνησε πρεσβυτέρους καὶ διακόνους. Ἀλλὰ ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας ὕστερα ἀπὸ μία πλούσια ἱεραποστολικὴ περιοδεία στὴν Τραπεζούντα, τὴν Ἰβηρία (σημερινὴ Γεωργία), τὴν Ἔφεσο, τὴ Λαοδικεία τῆς Φρυγίας, τὴν Ὀδυσσούπολη τῆς Μυσίας, ὅπου χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Ἄππιο, τὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ὅπου χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Δρακόντιο, τὴ Νικομήδεια, τὴν Καλχηδόνα καὶ τὴν Ἀμάστριδα, ὅπου χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Πάλμα, ἐπισκέφθηκε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴ Σινώπη. Μόλις ὅμως οἱ κάτοικοι πληροφορήθηκαν τὴν ἄφιξη τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπελευθερώσει τὸν Ματθία, ὅρμησαν μὲ βαναυσότητα ἐναντίον του καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν, ἄρχισαν νὰ σκέπτονται μὲ ποιὸ βασανιστικὸ τρόπο θὰ τὸν θανατώσουν. Τελικὰ ἀποφάσισαν νὰ τὸν δέσουν ἀπὸ τὸν τράχηλο μὲ σχοινὶ καὶ νὰ τὸν σύρουν στὶς πλατεῖες καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως, ὅταν δὲ ἀποβιώσει, νὰ τεμαχίσουν τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ φᾶνε. Ὁ Ἀνδρέας ὑποβλήθηκε στὸ φρικτὸ καὶ ἀπάνθρωπο αὐτὸ μαρτύριο, ἀλλὰ παρόλο ποὺ ἦταν ἐξαντλημένος, δὲν πέθανε. Ἔτσι οἱ βασανιστές του τὸν ὁδήγησαν στὴ φυλακὴ μὲ δεμένα τὰ χέρια του πίσω, ἐνῶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα τὸν ὑπέβαλαν ἐκ νέου στὸ ἴδιο φρικτὸ βασανιστήριο. Τὸ βράδυ ἐξαντλημένο τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι στὴ φυλακὴ καὶ τὸ πρωὶ ἐπανέλαβαν τὸ ἴδιο βασανιστήριο, ἐλπίζοντας ὅτι τὴν ἄλλη ἡμέρα δὲν θὰ εἶναι πλέον ζωντανός, διότι ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγαν: «ἠτόνησε καὶ αἱ σάρκες αὐτοῦ ἐδαπανήθησαν». Ἀλλὰ τὴ νύχτα ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος στὴ φυλακὴ καὶ ἀφοῦ ἅπλωσε τὸ χέρι Του, εἶπε στὸν Ἀνδρέα: «Δός μοι τὴν χεῖρά σου καὶ ἀνάστα ὑγιής». Καὶ ἀμέσως ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου σηκώθηκε ὑγιὴς καὶ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο ποὺ ἐπιτάχυνε τὴ βοήθειά Του σ’ αὐτόν. Ταυτόχρονα ὅμως ξέσπασε κατακλυσμὸς ἁλμυρῶν ὑδάτων, ὁ ὁποῖος ἀπείλησε ὁλόκληρη τὴν πόλη, ἐνῶ πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἔχασαν τὴ ζωή τους ἀπὸ πνιγμό. Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ συμφορὰ οἱ κάτοικοι τῆς Σινώπης ἀναγκάσθηκαν νὰ καταφύγουν στὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα καὶ νὰ ζητήσουν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο πιστεύει καὶ ἐπικαλεῖται. Τότε ὁ Ἀνδρέας τοὺς λυπήθηκε καὶ ἀφοῦ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, ὁ κατακλυσμὸς σταμάτησε. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ ἀμέσως βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ κηρύξει ἐλεύθερα καὶ μὲ ἔνθερμο ἱεραποστολικὸ ζῆλο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στοὺς κατοίκους τῆς Σινώπης. Μάλιστα χειροτόνησε διακόνους καὶ πρεσβυτέρους καὶ κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἀμισὸ καὶ τὴν Τραπεζούντα, ὅπου ἵδρυσε τοπικὴ Ἐκκλησία. Στὴ συνέχεια ἐπισκέφθηκε τὴ Φούστα, τὴ Σεβαστούπολη, τὴν περιοχὴ τῆς Ζηκχίας καὶ ἔφτασε στὸν Βόσπορο, ὅπου «κατέσπειρε τὰ θεῖα λόγια καὶ πολλοὺς πρὸς καρποφορίαν ἐπιτηδείους κατέστησεν». Ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε στὴ συνέχεια τὴ Χερσώνα, ἐπέστρεψε στὴ Σινώπη, ὅπου χειροτόνησε τὸν πρῶτο ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, ὀνόματι Φιλόλογο. Κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ τὸ Βυζάντιο, ὅπου ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία, χειροτονώντας ἐπίσκοπο τὸν Στάχυ. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως προαναφέρθηκε, τὸν κατέστησε ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῶ στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἡράκλεια, πόλη τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης στὰ παράλια της Προποντίδος. Κατόπιν ἀναχώρησε γιὰ πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Μακεδονίας, ὅπου κήρυττε, νουθετοῦσε, θεράπευε ἀσθενεῖς, χειροτονοῦσε ἱερεῖς καὶ καθοδηγοῦσε πνευματικά τοὺς κατοίκους.
.             Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν εὐδόκιμη ἱεραποστολική του περιοδεία καὶ ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία καὶ τὴ Στερεὰ Ἑλλάδα, ἔφτασε στὴν Πελοπόννησο καὶ ἀφίχθη στὴν Πάτρα, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν εἰδωλολατρικὴ πόλη. Μάλιστα φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι τοῦ Σωσσίου, ὁ ὁποῖος κατοικοῦσε μόνιμα στὴν Πάτρα, ἀλλὰ ἔπασχε ἀπὸ μία ἀνίατη καὶ θανατηφόρα ἀσθένεια. Ὁ Ἀνδρέας ὅμως ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ θεράπευσε τὸν Σωσσία διὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν του. Τὸ ἐπιτελεσθὲν θαῦμα διαδόθηκε ταχύτατα σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη καὶ τὸ πληροφορήθηκε καὶ ὁ εἰδωλολάτρης ἀνθύπατος Λέσβιος, ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ «μάγο καὶ ἀπατεώνα». Μάλιστα ἀποφάσισε νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν θανατώσει. Ὅμως τὴ νύχτα καὶ ἐνῶ σχεδίαζε τὴ σύλληψη καὶ ἐξόντωσή του, ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του παρέμεινε γιὰ πολλὲς ὧρες ἄφωνος. Ὅταν συνῆλθε λίγο, παρακάλεσε κλαίγοντας τοὺς στρατιῶτες του νὰ ἀναζητήσουν τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Μόλις ἦρθε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἄρχισε ὁ ἀνθύπατος κλαίγοντας νὰ τὸν παρακαλεῖ νὰ δείξει τὸ ἔλεός του σ’ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι πλανεμένος καὶ ἁμαρτωλός. Τότε ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου συγκινημένος βαθύτατα ἐπέθεσε τὸ δεξί του χέρι στὸ σῶμα τοῦ Λεσβίου καὶ ὑψώνοντας τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, παρακάλεσε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὸν ἀσθενῆ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ καὶ νὰ τὸν καταστήσει σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Του καὶ ἄξιο μαθητή Του. Ἀμέσως μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου σηκώθηκε ὁ Λέσβιος ἐντελῶς ὑγιής. Τὸ νέο αὐτὸ θαῦμα διαδόθηκε ἀστραπιαία στὴν Πάτρα καὶ πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἔφερναν τοὺς ἀσθενεῖς τους στὸν πνευματέμφορο Ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος «ἐπιθεὶς τὰς χείρας ἐφ’ ἑκάστῳ αὐτῶν παρευθὺ πάντας ἰάσατο». Ἡ πλούσια αὐτὴ θαυματουργικὴ δράση τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ φλογερό του κήρυγμα καὶ τὴν ἀξιοθαύμαστη ἐντύπωση ποὺ δημιουργοῦσε μὲ τὴν ἁγιότητά του, προσείλκυε ὁλοένα καὶ περισσότερους εἰδωλολάτρες στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔτσι στὴν Πάτρα εἶχε δημιουργηθεῖ μία πολυάριθμη χριστιανικὴ κοινότητα. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ἀσπάσθηκαν τὸν χριστιανισμὸ ἦταν καὶ ὁ πρώην εἰδωλολάτρης ἀνθύπατος Λέσβιος, πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς μεταστραφέντες στὴ χριστιανικὴ πίστη πρώην εἰδωλολάτρες εἰσέβαλαν στοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ τοὺς παρέδωσαν στὴ φωτιά, ἐνῶ συνέτριψαν καὶ τὰ εὑρισκόμενα σ’ αὐτοὺς εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα. Μόλις ὅμως πληροφορήθηκε ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας τὴ μεταστροφὴ πολλῶν εἰδωλολατρῶν στὸν χριστιανισμό, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ τοῦ ἀνθυπάτου Λεσβίου, ἔπαυσε, κατόπιν καὶ εἰσηγήσεων ἀπὸ ἰδιοτελεῖς συμβούλους, τὸν Λέσβιο ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὸν ἀντικατέστησε μὲ τὸν Αἰγεάτη. Μάλιστα ὁ πρώην ἀνθύπατος ἄρχισε νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα στὴν πλούσια ἱεραποστολική του δραστηριότητα στὴν περιοχὴ τῆς Ἀχαΐας καὶ κατέστη πιστὸς ἀκόλουθος καὶ ἔνθερμος συνοδοιπόρος του.
.               Στὸ μεταξὺ ἡ σύζυγος τοῦ νέου ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, ὀνόματι Μαξιμίλλα, ἀντιμετώπιζε μὲ συμπάθεια τὴ χριστιανικὴ θρησκεία καὶ πληροφορούμενη τὴν ἱεραποστολικὴ δράση τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου στὴν Πάτρα, θέλησε νὰ τὸν γνωρίσει ἀπὸ κοντά. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔστειλε στὸ σπίτι τοῦ Σωσσίου, στὸ ὁποῖο διέμενε ὁ Ἀνδρέας, μία ἔμπιστη συγγενῆ της, τὴν Ἰφιδάμα. Ἀλλὰ ἡ Μαξιμίλλα ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπελπισμένη ἀπὸ τὶς ἀνεπιτυχεῖς προσπάθειες τῶν ἰατρῶν, ζήτησε νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας. Μόλις μπῆκε ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου στὸ σπίτι τοῦ ἀνθυπάτου, βρῆκε τὸν Αἰγεάτη νὰ κρατᾶ ἀπεγνωσμένος στὰ χέρια του ἕνα μαχαίρι, μὲ τὸ ὁποῖο εἶχε ἀποφασίσει νὰ θανατώσει τόσο τὸν ἑαυτό του ὅσο καὶ τὴν ἑτοιμοθάνατη σύζυγό του. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ τοῦ εἶπε μὲ ἠρεμία καὶ πραότητα νὰ ἀφήσει τὸ μαχαίρι καὶ νὰ ἐπικαλεσθεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος θὰ τὸν σώσει, ἐὰν πιστέψει σ’ Αὐτόν. Κατόπιν, ἀφοῦ ἐπέθεσε τὸ χέρι του πάνω στὴ Μαξιμίλλα, τὴ θεράπευσε. Περιχαρὴς τότε ὁ ἀνθύπατος θέλησε νὰ ἀνταμείψει τὸν Ἀνδρέα πλουσιοπάροχα, δίνοντάς του χίλια χρυσὰ νομίσματα, ἀφοῦ δὲν κατενόησε τὸ μεγαλεῖο του ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ θεώρησε τὸν Ἀπόστολο ὡς ἐπαγγελματία ἰατρό. Ὁ Ἀνδρέας ὅμως ἀρνήθηκε μία τέτοια ἀνταμοιβή, ἀφοῦ τοῦ εἶπε νὰ κρατήσει τὰ νομίσματα γιὰ τὸν ἑαυτό του, διότι ὁ δικός του μισθὸς θὰ ἔρθει πολὺ σύντομα, ὑπονοώντας τὴ μεταστροφὴ τῆς Μαξιμίλλας στὴ χριστιανικὴ πίστη.
.             Μετὰ τὴ διάσωση τῆς συζύγου τοῦ Αἰγεάτου ὁ εἰδωλολάτρης ἀνθύπατος ἀναχώρησε γιὰ τὴ Ρώμη. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀπουσίας του ἦρθε στὴν Πάτρα ὁ ἀδελφός του, ὁ Στρατοκλῆς, τὸν ὁποῖο συνόδευε ὁ ἔμπιστος ὑπηρέτης Ἀλκμάν. Οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες γνώρισαν τὸν Πρωτόκλητο Ἀπόστολο, ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ Ἀλκμὰν προσβλήθηκε ἀπὸ νευρικὴ ἀσθένεια. Τότε ὁ Στρατοκλῆς καθ’ ὑπόδειξη τῆς Μαξιμίλλας ἀναζήτησε τὸν Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος πῆγε στὸ πραιτώριο, ὅπου διέμενε ὁ Στρατοκλῆς. Ὅταν κατόρθωσε παρὰ τὴν ἄρνηση τῶν ὑπηρετῶν νὰ μπεῖ μέσα, ἐπειδὴ φαινόταν ἄσημος καὶ φτωχὸς ἄνθρωπος, βρῆκε μάγους καὶ ἰατροὺς νὰ στέκονται ἀπελπισμένοι πάνω ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν βοήθεια. Τότε ὁ Ἀνδρέας προσευχήθηκε ἔνθερμα στὸν Θεὸ νὰ θεραπεύσει τὸν ὑπηρέτη Ἀλκμὰν καὶ ἀφοῦ ἅπλωσε τὸ χέρι του πρὸς τὸν ἀσθενῆ, τὸν σήκωσε καὶ ἔτσι ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του. Τὸ νέο αὐτὸ θαῦμα ἐξαφάνισε κάθε δυσπιστία γιὰ τὴ νέα θρησκεία καὶ αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἀρχικὰ ἡ Μαξιμίλλα καὶ ἡ συγγενής της, ἡ Ἰφιδάμα, καὶ κατόπιν ὁ Στρατοκλῆς καὶ ὁ ὑπηρέτης του, ὁ Ἀλκμάν, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴ συνοδεία τους νὰ λάβουν τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα καὶ νὰ ἀρχίσουν νὰ ζοῦν μέσα στὴν πνευματικὴ χαρὰ τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ ἑνότητος.
.               Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ πληροφορήθηκε τὴ μεταστροφὴ τῆς Μαξιμίλλας καὶ τῶν ὑπολοίπων στὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀπαίτησε ἀπὸ τὴ σύζυγό του νὰ ἐπιστρέψει στὴν εἰδωλολατρικὴ θρησκεία. Ἀλλὰ ἡ Μαξιμίλλα πρότεινε στὸν σύζυγό της νὰ ἀσπασθεῖ καὶ ἐκεῖνος τὸν χριστιανισμό. Ἡ στάση αὐτὴ ἐξόργισε τὸν Αἰγεάτη σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε διέταξε νὰ συλλάβουν καὶ νὰ φυλακίσουν τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή του ἦταν ὁ ὑπαίτιος της μεταστροφῆς τῆς συζύγου του. Μάλιστα τὸν ἀπείλησε ὅτι θὰ ὑποβληθεῖ σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, ἐὰν δὲν ἔπειθε τὴ Μαξιμίλλα νὰ ἀσπασθεῖ καὶ πάλι τὴν εἰδωλολατρία. Ἀλλὰ καὶ ἀπευθυνόμενος στὴ σύζυγό του, τὴν παρακάλεσε νὰ μείνει κοντά του, ὅπως ἦταν πρῶτα, ὑποσχόμενος ὅτι θὰ εἶναι ἡ κυρίαρχος ὅλης τῆς περιουσίας του. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἀκολουθήσει τὶς προτροπές του, θὰ ὁδηγήσει τὸν Ἀνδρέα σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ προκάλεσε τὸν τρόμο τῆς Μαξιμίλλας, ἡ ὁποία ἔσπευσε μὲ τὴν Ἰφιδάμα στὴ φυλακή, προκειμένου νὰ ἐνημερώσει τὸν Ἀπόστολο γιὰ τὶς ἀπειλητικὲς διαθέσεις τοῦ Αἰγεάτου. Ἀλλὰ ὁ Ἀνδρέας τὴν καθησύχασε, λέγοντάς της ὅτι οἱ θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι σύντομες καὶ ὑπομένοντας αὐτές, ζεῖ κανεὶς μετὰ μέσα στὴν αἰώνια χαρά. Ἐπιπλέον ἀποτελεῖ μεγάλη τιμὴ νὰ ὑποστεῖ τὸν σταυρικὸ θάνατο, διότι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μιμεῖται τὸν Κύριο καὶ ἔτσι θὰ βρεθεῖ πολὺ γρήγορα πλησίον Του. Ἀκούγοντας ἡ Μαξιμίλλα αὐτὰ τὰ λόγια, παρηγορήθηκε καὶ ἐνισχύθηκε ψυχικά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν συνάντησε τὸν σύζυγό της, τοῦ δήλωσε μὲ ἀξιοθαύμαστη γενναιότητα ὅτι θεωρεῖ προτιμότερο τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ὅταν μάλιστα διάγει τὸν βίο της μ’ ἕναν εἰδωλολάτρη. Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ὁμολογία ἐξαγρίωσε τόσο πολὺ τὸν Αἰγεάτη, ὥστε τὴν ἀπείλησε ὅτι ἐὰν δὲν τὴ μεταπείσει ὁ γέροντας Ἀνδρέας, τότε θὰ παραδοθοῦν καὶ οἱ δύο στὸν θάνατο. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ τὴν ἐνθάρρυνε γιὰ νὰ παραμείνει σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη στὴν πίστη της, ἐνῶ γιὰ τὸν ἑαυτό του τῆς δήλωσε ὅτι κανένα βασανιστήριο δὲν πρόκειται νὰ τὸν φοβίσει καὶ νὰ τὸν κάνει νὰ ὑποχωρήσει, διότι πάνω ἀπὸ ὅλα βρίσκεται ὁ «διὰ Χριστὸν ἔρως». Ἄλλωστε μόνο ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ συμμετέχουμε στὴ Βασιλεία Του, ἀφοῦ «πρὸς Αὐτὸν γάρ, τὸν Κύριον ἡμῶν ὀρῶμεν καὶ Αὐτὸν ποθοῦμεν, τὸν ἡμᾶς ὑπεραγαπήσαντα καὶ πρὸς Αὐτὸν ἐπειγόμεθα». Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Στρατοκλῆς συγκινήθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἄρχισε δακρυσμένος νὰ ἀναστενάζει ἀσταμάτητα. Τότε ὁ Ἀνδρέας τοῦ εἶπε ὅτι χαίρεται ποὺ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν λόγο τοῦ Κυρίου καὶ γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀναστενάζει καὶ νὰ στεναχωριέται. Ἀλλὰ ὁ Στρατοκλῆς τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἡ στεναχώρια του ὀφείλεται στὸ ὅτι ἀπειλεῖται ὁ Ἀνδρέας μὲ θάνατο καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀκούσει ξανὰ τὸν λόγο του γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ γέροντας ὅμως Ἀπόστολος τοῦ τόνισε ὅτι ἡ διδασκαλία του δὲν θὰ πέσει στὸ κενό, διότι ὁ θάνατός του θὰ εἶναι γιὰ χάρη τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου Του.
.           Βλέποντας ὅμως ὁ Αἰγεάτης ὅτι ἡ Μαξιμίλλα δὲν μεταπείθεται, ἀποφάσισε νὰ στρέψει ὅλη τὴν ὀργή του ἐναντίον τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, φοβούμενος ὅτι ὁποιαδήποτε ἐνέργεια ἐναντίον τῆς συζύγου του, θὰ προκαλοῦσε καὶ τὴν ἀντίδραση τῶν ἐπιφανῶν γονέων της. Ἔδωσε λοιπὸν τὴ διαταγὴ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιόν του, διατυπώνοντας ἐναντίον του τὴν κατηγορία ὅτι διέδιδε θρησκεία, τὴν ὁποία «οἱ Ρωμαῖοι βασιλεῖς ἐξαφανίσαι ἐκέλευσαν». Μάλιστα τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸν Ὁποῖο ὁ Ἀνδρέας κηρύττει, ἀποδοκιμάσθηκε ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του, τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι Τὸν ὁδήγησαν στὸν σταυρικὸ θάνατο. Ἀκολούθησε διάλογος μεταξὺ τοῦ θεόπτου Ἀποστόλου καὶ τοῦ ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, ὅπου ὁ Ἀνδρέας τοῦ τόνισε ὅτι ὁ Κύριος σταυρώθηκε μὲ τὴ θέλησή Του γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ ἦταν αὐτόπτης μάρτυς στὰ ὅσα διαδραματίστηκαν πρὶν τὴν προδοσία Του ἀπὸ τὸν Ἰούδα καὶ τὴ σταύρωσή Του, τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε καὶ νὰ ἀποφύγει. Ὁ Αἰγεάτης ἐπέμενε στὴν ἄποψή του ὅτι ὁ Κύριος σταυρώθηκε μὲ ἀτιμωτικὸ θάνατο ὡς κακοῦργος, ἀλλὰ ὁ Ἀνδρέας τοῦ ἀπάντησε ὅτι «μέγα ἐστι τὸ μυστήριον τοῦ σταυροῦ», γιὰ τὸ ὁποῖο τοῦ πρότεινε νὰ τοῦ μιλήσει. Ὅμως ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου γιὰ «τὴν δόξα τοῦ σταυροῦ» δὲν βρῆκε ἀπήχηση στὴ μωρία καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ φανατισμὸ τοῦ ἀνθυπάτου, ὁ ὁποῖος τὸν πρόσταξε νὰ θυσιάσει στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς, διότι διαφορετικὰ θὰ σταυρωθεῖ, ὅπως σταυρώθηκε καὶ ὁ διδάσκαλός του.
.             Κατόπιν ὁδηγήθηκε ὁ Ἀνδρέας κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἀνθυπάτου στὴ φυλακή, ἐξαντλώντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὴν τελευταία ἐλπίδα γιὰ τὴ μεταστροφὴ τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ τῆς Μαξιμίλλας. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅμως τοῦ ἐγκλεισμοῦ του στὴ φυλακὴ πολλοὶ χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ θαυμαστές του εἶχαν τὴν πρόθεση νὰ βιοπραγήσουν ἐναντίον τοῦ Αἰγεάτου, προκειμένου νὰ ἀπελευθερωθεῖ ὁ Ἀνδρέας. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἀπέτρεψε, λέγοντάς τους ὅτι ὁ Κύριος παραδόθηκε ἐπιδεικνύοντας μακροθυμία καὶ γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσουν καὶ τὸ δικό του μαρτύριο. Παράλληλα τοὺς ἀπηύθυνε λόγους πνευματικῆς οἰκοδομῆς, διδάσκοντάς τους ὅτι πρέπει μὲ ἀνδρεία νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς ἀπειλὲς τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ μὲ ὑπομονὴ νὰ ὑπομείνουν τὶς θλίψεις τῆς παρούσης ζωῆς, διότι αὐτὲς εἶναι πρόσκαιρες. Ἄλλωστε μόνο μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ μπορέσουν νὰ ζήσουν αἰώνια μέσα στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας ὁ Πρωτόκλητος Ἀπόστολος τέλεσε στὴ φυλακὴ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἀφοῦ μετέδωσε στοὺς παρόντες τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, χειροτόνησε τὸν Στρατοκλῆ ἐπίσκοπο τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος κατόπιν χειροτόνησε ἱερεῖς γιὰ τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρῶν, τὴν ὁποία στὴ συνέχεια θεμελίωσε μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο. Ἔκτοτε ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ φέρει τὸν τιμητικὸ καὶ ἐπίζηλο τίτλο τῆς «Ἀποστολικῆς».
.               Στὸ μεταξὺ ὁ Αἰγεάτης πληροφορήθηκε τὰ συμβάντα μέσα στὴ φυλακὴ καὶ ἐξοργισμένος διέταξε νὰ φέρουν τὸν Ἀνδρέα ἐνώπιόν του, καλώντας τον νὰ προσφέρει θυσία στοὺς προγονικοὺς θεούς. Τὸν προειδοποίησε μάλιστα ὅτι στὴν περίπτωση ποὺ δὲν συμμορφωθεῖ στὶς προσταγές του, θὰ ὑποστεῖ τὸν σταυρικὸ θάνατο. Ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου τοῦ ἀπάντησε ὅμως μὲ παρρησία ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει μὲ καρτερία καὶ τὸ φρικτότερο βασανιστήριο, ἀφοῦ ὅσο σκληρότερα βασανισθεῖ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερο θὰ Τὸν εὐαρεστήσει. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς θαρραλέας ὁμολογίας ὁ εἰδωλολάτρης Αἰγεάτης ἐξαγριώθηκε καὶ διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀνελέητα. Κατόπιν γιὰ τελευταία φορὰ τὸν κάλεσε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν σταυρικὸ θάνατο. Ἀλλὰ ὁ θεόπτης Ἀπόστολος τοῦ ἀπάντησε ὅτι εἶναι δοῦλος Χριστοῦ καὶ ἐπιθυμεῖ διακαῶς τὸ τρόπαιο τοῦ σταυροῦ, ἐνῶ τὸν προειδοποίησε ὅτι ἐὰν δὲν πιστέψει στὸν Χριστό, θὰ ὑποστεῖ τὸ αἰώνιο κολαστήριο καὶ τὴν αἰώνια τιμωρία. Τότε ὁ Αἰγεάτης διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν στὸν σταυρὸ μὲ δεμένα τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του γιὰ νὰ παραταθεῖ τὸ μαρτύριό του περισσότερες ἡμέρες. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς ἀπόφασης χάρηκε πολὺ ὁ Ἀνδρέας, ἀλλὰ καθὼς ὁδηγεῖτο στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, ἀρκετοὶ χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὸν Στρατοκλῆ ἐπιχείρησαν νὰ τὸν ἀπελευθερώσουν. Τότε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ τοὺς συμβούλεψε νὰ ἔχουν πραότητα, ἐπιείκεια καὶ ταπεινοφροσύνη καὶ νὰ μὴν ἀνταποδίδουν τὸ κακό. Μάλιστα ὅταν ἔφτασε ὁ Ἀνδρέας στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, ὅπου ἦταν ἐμπεπηγμένος «ὁ σταυρὸς πρὸς τὸ χεῖλος τῆς θαλασσίας ψάμμου», ἀφοῦ ἐξύμνησε τὸν σταυρὸ ὡς σύμβολο σωτηρίας, ἀγάπης καὶ ἁγιότητος καὶ προέτρεψε τοὺς παρόντες νὰ μὴν προβάλλουν καμία ἀντίσταση, προσδέθηκε ἀπὸ τοὺς δημίους σφιχτὰ στὸν χιαστὸ σταυρὸ μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Ἀλλὰ καὶ πάνω στὸν σταυρὸ ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἡμερόνυχτα συνέχισε νὰ διδάσκει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τοὺς παρευρισκόμενους χριστιανούς, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων τοὺς εἶπε: «Ἀποτάξασθε πάσας τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, ἀποτινάξασθε τὴν ραθυμίαν καὶ τὸν ζόφον ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν καὶ γίνεσθε καθαροὶ καὶ τέλειοι, ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι τῷ καθαρῷ Θεῷ ἡμῶν».017
.            Ὅταν ἔφτασε ὅμως ἡ τετάρτη ἡμέρα, τὸ συγκεντρωμένο πλῆθος ἐξαγριώθηκε καὶ ὅρμησε πρὸς τὸν Αἰγεάτη, λέγοντάς του ὅτι ἡ ἀπόφασή του γιὰ τὴ σταυρικὴ καταδίκη του Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἦταν ἄδικη, ἀφοῦ ἡ παρουσία του στὴν Πάτρα ὑπῆρξε εὐεργετικὴ καὶ ἐποικοδομητική. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει ἀμέσως νὰ λυθεῖ ἀπὸ τὸν σταυρό, ὥστε νὰ ἐπέλθει ἡ εἰρήνη στὴν πόλη. Τότε ὁ Αἰγεάτης τρομοκρατημένος μετέβη στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ἀπέλυε τὸν Ἀνδρέα. Ἡ χαρμόσυνη αὐτὴ εἴδηση ἔφτασε στὴ Μαξιμίλλα καὶ τὸν Στρατοκλῆ, ἀλλὰ καὶ στὸν ἴδιο τὸν Ἀπόστολο, ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε γι’ αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις τῶν χριστιανῶν ποὺ δείχνουν ὅτι εἶναι προσκολλημένοι ἀκόμη στὰ γήινα, ἐνῶ ζήτησε ἀπὸ τοὺς παρόντες νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πεθάνει πάνω στὸν σταυρό. Μάλιστα μόλις ἦρθε ὁ ἀνθύπατος, τοῦ ζήτησε νὰ μὴν τὸν ἀπελευθερώσει, ἀφοῦ χαρακτηριστικὰ εἶπε: «Ἤδη γὰρ τὸν Βασιλέα μου ὁρῶ καὶ προσκυνῶ· καὶ λοιπὸν ἐνώπιον αὐτοῦ παρίσταμαι…». Παράλληλα βλέποντας τὸ πλῆθος νὰ ἀποζητᾶ ἐπίμονα τὴν ἀπελευθέρωσή του, εἶπε: «Μὴ ἐπιτρέψῃς, Δέσποτα, ἐμὲ τὸν ἐπὶ ξύλου ἀναρτηθέντα πάλιν λυθῆναι». Κατόπιν ἀπευθύνθηκε στὸν Κύριο, προαισθανόμενος τὸ ἐπίγειο τέλος του, καὶ ἀφοῦ εἶπε προσευχόμενος τὶς τελευταῖες του σκέψεις, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του.
.              Μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ ὀγδοντάχρονου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα τὴν 30ην Νοεμβρίου τοῦ 66 μ.Χ. ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Νέρωνος, ἡ Μαξιμίλλα μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Στρατοκλῆ ἔλυσαν τὸ σῶμα τοῦ μακαρίου Πρωτοκλήτου καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ μὲ τὶς πρέπουσες ἐκκλησιαστικὲς τιμὲς στὸν τάφο πλησίον τοῦ αἰγιαλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιδεικνύεται μέχρι σήμερα στὸν περιώνυμο παλαιὸ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου στὴν Πάτρα. Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου ἡ Μαξιμίλλα ἔμεινε κλεισμένη σὲ σπίτι πλησίον τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου καὶ δὲν ἤθελε καμία ἐπικοινωνία μὲ τὸν σύζυγό της. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκάλεσε τέτοια ἀπόγνωση καὶ ψυχικὴ ἀνισορροπία στὸν Αἰγεάτη, ὥστε κάποια νύχτα ξέφυγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ ὅλων στὸ πραιτώριο, ὅπου διέμενε, καὶ ἀφοῦ ἔπεσε ἀπὸ μεγάλο ὕψος «ἐν μέσῃ ἀγορᾷ τῆς πόλεως κυλιόμενος ἐξέπνευσε». Τὸ σῶμα του ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, τὸν Στρατοκλῆ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλησε νὰ λάβει τίποτα ἀπὸ τὴν περιουσία τοῦ εἰδωλολάτρη ἀδελφοῦ του ποὺ φόνευσε τὸν Ἀπόστολο τοῦ Κυρίου.
.             Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἀποτέλεσε γιὰ πάρα πολλὰ χρόνια τὸ ἱερὸ θησαύρισμα γιὰ τὴν πόλη τῆς Πάτρας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀχαϊκὴ γῆ. Στὴν Πάτρα παρέμεινε μέχρι τὸ 357μ.Χ., ὅταν μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίου Β´ (337-361), υἱοῦ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν δούκα Ἀρτέμιο, τὸν μετέπειτα ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη τὸ 363 μ.Χ. Τὸ λείψανο τοποθετήθηκε στὶς 30 Μαρτίου τοῦ 357 ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Σύμφωνα μὲ ἔγκυρες πηγὲς δὲν διεκομίσθηκε ὁλόκληρο στὴν Κωνσταντινούπολη, δεδομένου ὅτι παραδόσεις ὁμιλοῦν περὶ μετακομιδῆς λειψάνων τοῦ Πρωτοκλήτου στὴ Σκωτία, τὸ Ἀμάλφι τῆς Ἰταλίας καὶ τὴ Ρωσία. Μάλιστα στὴ Σκωτία ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας τιμᾶται ὡς προστάτης ἅγιος, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίσθηκε στὸν μοναχὸ (ἢ ἐπίσκοπο) Ρέγουλο καὶ ἐπιβιβασθεὶς σὲ πλοῖο μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση, ναυάγησε στὴν πόλη Mucros τῆς Σκωτίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ 518 μετονομάσθηκε σὲ Ἅγιος Ἀνδρέας. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ χιαστὸς Σταυρὸς τοῦ Πρωτοκλήτου ποὺ ἔφερε ἡ σημαία τῶν Σκώτων διατηρήθηκε καὶ στὴν ἐπίσημη σημαία τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου.
019.               Ἡ τιμία κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου εἶχε ἀποσταλεῖ ὅμως στὴν Πάτρα ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογέννητου, τὸν Βασίλειο Α´ τὸν Μακεδόνα (867 -886), καὶ φυλασσόταν στὴν ἀχαϊκὴ πρωτεύουσα μέχρι λίγο μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας (1453). Ὅμως τὸ 1462 ἐξ αἰτίας τοῦ τουρκικοῦ κινδύνου ὁ ἡγεμόνας τοῦ Μυστρᾶ Θωμᾶς Παλαιολόγος μετέφερε τὴν τιμία κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου στὴ Ρώμη καὶ τὴν παρέδωσε στὸν Πάπα Πίο Β´. Ἡ σεπτὴ κάρα τοποθετήθηκε στὶς 14 Ἀπριλίου 1462 στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ παρέμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε ὁλόκληρους αἰῶνες. Τὸ 1963, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ 501 χρόνια, ξεκίνησε μία σειρὰ διαπραγματεύσεων ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς καὶ δημοτικὲς ἀρχὲς τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν ἀρχικὰ πρὸς τὸν Πάπα Ἰωάννη ΚΓ΄ καὶ κατόπιν πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ϛ΄μὲ αἴτημα παλλαϊκὸ καὶ ἱερώτατο νὰ ἐπανακομισθεῖ ἡ χαριτόβρυτος τιμία κάρα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴν Πάτρα, τὴν πόλη τοῦ ἐνδόξου μαρτυρίου του. Κατόπιν ἐνεργειῶν τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Κωνσταντίνου (… 31 Δεκεμβρίου 1975) ἀναγγέλθηκε στὶς 22 Ἰουνίου 1964 ὅτι ἡ τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου θὰ παραδοθεῖ στὴν Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἔτσι στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1964 ἀντιπροσωπεία τοῦ Βατικανοῦ ὑπὸ τὸν Καρδινάλιο Μπέα παρέδωσε στὸν Μητροπολίτη Κωνσταντῖνο τὴν τιμία κάρα τοῦ πολιούχου καὶ προστάτου ἁγίου τῶν Πατρῶν. Ἡ ὑποδοχὴ τοῦ πολύτιμου αὐτοῦ πνευματικοῦ θησαυροῦ ἔλαβε χώρα στὴν Πλατεία Τριῶν Συμμάχων, παρουσία πλειάδος ἀρχιερέων καὶ κληρικῶν, τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως, ἀλλὰ καὶ πολυπληθῶν χριστιανῶν. Τὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς τιμίας κάρας ἑορτάζεται πανηγυρικὰ καὶ μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα στὴν Πάτρα τὴν πλησιέστερη Κυριακὴ στὴν 26η Σεπτεμβρίου. Ἡ τιμία κάρα καὶ ἡ παλαιὰ ἐφέστιος εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου (1829) λιτανεύονται στὴν πόλη τοῦ Πρωτοκλήτου δύο φορὲς κατ’ ἔτος, στὶς 30 Νοεμβρίου, ποὺ εἶναι ἡ ἡμέρα ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης του, καὶ τὴν πλησιέστερη Κυριακὴ στὴν 26η Σεπτεμβρίου, ποὺ εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς τιμίας κάρας ἀπὸ τὴ Ρώμη στὴν Πάτρα. Ἐπίσης στὶς 19 Ἰανουαρίου 1980 ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Μασσαλίας προσέφερε στὸν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Πατρῶν κυρὸ Νικόδημο (+16 Νοεμβρίου 2008) τεμάχια ἀπὸ τὸν χιαστὸ Σταυρὸ τοῦ Πρωτοκλήτου, τὰ ὁποῖα φυλάσσονταν στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Βίκτωρος, ἔκτοτε δὲ βρίσκονται τεθησαυρισμένα στὸν μεγαλοπρεπῆ νέο Ἱερὸ Ναὸ τοῦ πολιούχου τῶν Πατρῶν.

.               Στὸν τόπο τοῦ ἐνδόξου μαρτυρίου τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου ἀνεγέρθηκε πρὸς τιμήν του μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1836-1845 εὐρύχωρος τρίκλιτος Ναός, ρυθμοῦ βασιλικῆς, ὁ ὁποῖος διετέλεσε καὶ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῶν Πατρῶν κατὰ τὸ διάστημα 1845-1856, ἀποτελεῖ δὲ ἀξιομνημόνευτο ἔργο τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης ἀρχιτέκτονα Λυσσάνδρου Καυταντζόγλου. Στὸν παλαιὸ αὐτὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος κοσμεῖται μὲ θαυμάσιο ἁγιογραφικὸ διάκοσμο καὶ περίτεχνες φορητὲς εἰκόνες, βρίσκεται καὶ ὁ τάφος του, ἀναμορφωμένος τὸ 1872. Παρὰ τὴν καλλιτεχνικὴ ἀξία τοῦ παλαιοῦ μετεπαναστατικοῦ αὐτοῦ Ναοῦ, ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῶν Πατρὼν ἐπιθυμοῦσε διακαῶς τὴν ἀνέγερση παραπλεύρως τοῦ παλαιοῦ, ἑνὸς μεγαλύτερου καὶ μεγαλοπρεπέστερου Ναοῦ πρὸς τιμὴν τοῦ πολιούχου καὶ προστάτου ἁγίου τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἦταν ἀντάξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ τῆς προσφορᾶς του στὴν ἀχαϊκὴ γῆ, θὰ ἀποτελοῦσε δὲ τὸ σέμνωμα καὶ τὸ ὡράισμα τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸ ἔτος 1900 ἐγκρίθηκε ἡ ἀνέγερση νέου Ναοῦ, ὁ ὁποῖος θεμελιώθηκε τὴν 1η Ἰουνίου 1908 ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Γεώργιο Α´ μέσα σὲ πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα. Τὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Ναοῦ ἦταν τοῦ Γάλλου ἀρχιτέκτονα Emile Robert, ἀλλὰ ἀργότερα διαρρυθμίστηκε ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Ἀναστάσιο Ὀρλάνδο καὶ τὸν ναοδόμο Γεώργιο Νομικό. Ὁ μεγαλοπρεπὴς καὶ παμμεγέθης νέος Ἱερὸς Ναὸς τοῦ πολιούχου τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1974 ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Σεραφείμ, ἀποτελεῖ μνημεῖο νεότερης ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἀρχιτεκτονικῆς κληρονομιᾶς, ἐντυπωσιάζει δὲ τὸν φιλόθεο καὶ φιλόκαλο ἐπισκέπτη μὲ τὸν ὄγκο καὶ τὴν ἐπιβλητικὴ ἀρχιτεκτονική του μορφή. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι συγκαταλέγεται στοὺς μεγαλύτερους ναοὺς τῶν Βαλκανίων, ἀφοῦ τὸ μῆκος τοῦ ναοῦ μὲ τὰ προπύλαια ἀνέρχεται σὲ 59,80 μ., τὸ πλάτος του εἶναι 51,80 μ. καὶ τὸ ὕψος τοῦ κεντρικοῦ τρούλου τοῦ ναοῦ ἀνέρχεται σὲ 46μ., ὁ ὁποῖος μάλιστα περιστοιχίζεται ἀπὸ δώδεκα ἄλλους χαμηλότερους τρούλους –κωδωνοστάσια ποὺ συμβολίζουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ τοὺς 12 μαθητές Του. Ὁ νέος Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν, τοῦ ὁποίου ἡ χωρητικότητα ξεπερνᾶ τὰ 8.000 ἄτομα, ἀποτελεῖ ἕνα «καλλίτεχνον καὶ καλλιμάρμαρον» μνημεῖο στὸν μαρτυρικὸ τόπο τῆς Σταυρώσεως τοῦ Ἁγίου. Μάλιστα ὁ μεγαλοπρεπὴς αὐτὸς Ναὸς εἶναι ὁρατὸς ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς πολυάνθρωπης πλέον πόλεως τοῦ Πρωτοκλήτου γιὰ νὰ θυμίζει στοὺς κατοίκους καὶ τοὺς ἐπισκέπτες τὴν ἀδιάλειπτη παρουσία, προσφορὰ καὶ προστασία του. Ἄλλωστε ἡ εὐεργετικὴ ἱεραποστολικὴ δράση τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὴν Ἀχαΐα ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τοὺς συνολικὰ 51 ἐνοριακοὺς ναοὺς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου ποὺ ὑπάρχουν διάσπαρτοι σὲ ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια, οἱ 16 βρίσκονται στὴν περιφέρεια τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας (ἐπαρχίες Πατρῶν, Αἰγιαλείας καὶ Καλαβρύτων), μὲ ἀξιομνημόνευτους τοὺς ναοὺς στὴν Ἐγλυκάδα Πατρῶν, τὸ Αἴγιο καὶ τὸ Σκεπαστὸ Καλαβρύτων.

 .         Σημαντικὴ εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Ἀττικῆς, τόσο μὲ ἐνοριακοὺς ναοὺς ἐπ’ ὀνόματί του (Κάτω Πατήσια, Ἄνω Πατήσια (Λαμπρινή), Πετράλωνα, Ἁγία Παρασκευή, Χαϊδάρι, Παιανία, Λαύριο, Σκάλα Ὠρωποῦ, Σαλαμίνα) ὅσο καὶ μὲ ὁμώνυμα παρεκκλήσια (Ἀμπελόκηποι, Γηροκομεῖο Ἀθηνῶν, Πλατεία Ἀμερικῆς (ὁδὸς Λευκωσίας), Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν (ὁδὸς Ἁγίας Φιλοθέης), Ν. Σμύρνη). Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας τιμᾶται ἐπίσης ὡς πολιοῦχος ἅγιος στὴν κωμόπολη Αἰγίνιο Πιερίας, ἐνῶ στὴν Κεφαλληνία ἀξιομνημόνευτη εἶναι ἡ ὁμώνυμη ἱστορικὴ Μονὴ στὴν περιοχὴ τῆς Μηλαπιδιᾶς πλησίον τοῦ χωριοῦ Περατάτα. Ἡ περιώνυμη αὐτὴ Μονὴ τῆς Κεφαλληνίας ἱδρύθηκε τὴ Βυζαντινὴ Ἐποχὴ καὶ ἐπανιδρύθηκε τὸ 1579. Τὸ 1639 ἦρθε νὰ μονάσει ἡ διασωθεῖσα ἀπὸ ναυάγιο Ἑλληνορουμανίδα Πριγκίπισσα Ροζάνη, κόρη τοῦ Πρωτοσπαθάριου τῆς Μολδοβλαχίας Ζώτου Τσιγαρά, ἡ ὁποία ἐκάρη μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Ρωμύλα καὶ ἀφιέρωσε στὴ Μονὴ τὸ ἱερὸ λείψανο ἐκ τοῦ δεξιοῦ ποδὸς (πέλμα) τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπεξαρθρωμένο ἀπὸ τὸν ἀστράγαλο καὶ μάλιστα εἶναι ἐμφανὴς καὶ ἡ ὀπὴ ἀπὸ τὸ καρφὶ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Ἁγίου. Χάρη στὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ πνευματικὸ θησαυρὸ καὶ στὸ ἱδρυθὲν τὸ 1988 Ἐκκλησιαστικὸ Μουσεῖο ἡ πανηγυρίζουσα κατ’ ἔτος στὶς 30 Νοεμβρίου καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Παρασκευὴ Διακαινησίμου) Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Μηλαπιδιᾶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἱερὰ προσκυνήματα τῆς νήσου Κεφαλληνίας. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας τιμᾶται ἐπίσης ὡς φωτιστὴς καὶ προστάτης ἅγιος τῆς Ρουμανίας, ἀφοῦ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐκχριστιάνισε τὴ χώρα, διέλαμψε δὲ σὲ μία σπηλιὰ ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν πόλη Κωνστάντζα τῆς νοτιοανατολικῆς Ρουμανίας, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα εἶναι τόπος ἱεροῦ προσκυνήματος. Μάλιστα τὸ 1996 καὶ τὸ 2011 μεταφέρθηκε στὴ Ρουμανία πρὸς εὐλογία τοῦ λαοῦ της ἡ χαριτόβρυτος τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν Πάτρα.
.        Ἰδιαίτερα λαοφιλὴς καὶ τιμώμενος εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας καὶ στὴν Κύπρο, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴν Ἰόππη στὴν Ἀντιόχεια, ἀγκυροβόλησε γιὰ τρεῖς ἡμέρες σὲ παρακείμενο λιμανάκι λόγῳ νηνεμίας. Ἡ ἔλλειψη νεροῦ ἀνάγκασε τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ νὰ γονατίσει μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο γιὰ νὰ στείλει τὸ πολύτιμο νερό. Ἀφοῦ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο, ἄρχισε νὰ ἀναβλύζει ἄφθονο νερὸ ποὺ ἔτρεχε σὰν Ἁγίασμα ἀπὸ βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Τὸ νερὸ αὐτὸ θεράπευσε τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου τοῦ καραβιοῦ, ἐνῶ ἐπακολούθησαν καὶ ἄλλα θαύματα. Ἡ φωταυγὴς παρουσία τοῦ θεηγόρου Ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ στὸν τόπο αὐτὸ ὁδήγησε στὸ νὰ ἀνεγερθεῖ στὴν Κύπρο ἡ περίφημη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ ὁμώνυμο ἀκρωτήριο στὴν κατεχόμενη Καρπασία καὶ ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα παγκύπριο προσκύνημα. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1103μ.Χ. ἔχουμε μαρτυρία γιὰ τὴν ὀνομασία τοῦ λιμενίσκου ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ Μονὴ καὶ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου. Ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς γίνεται ὅμως οὐσιαστικὰ γνωστὴ ἀπὸ τὸ 1855, ὅταν ξεκίνησε ἡ οἰκοδόμηση τοῦ νέου Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε στὶς 15 Αὐγούστου 1867 ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σωφρονίου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε στὴν καθιέρωση δύο ἐτησίων πανηγύρεων στὴ Μονή, στὶς 30 Νοεμβρίου καὶ στὶς 15 Αὐγούστου. Περιώνυμη εἶναι καὶ ἡ Ἱερὰ Βατοπεδινὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στὸ Ἅγιον Ὄρος, γνωστὴ καὶ ὡς «Σεράι» , ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὶς Καρυές. Ὁ ἐπισκέπτης ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὸν ὀγκώδη καὶ μεγαλοπρεπῆ ναὸ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος θεμελιώθηκε τὸ 1867 καὶ ἐγκαινιάσθηκε τὸ 1900, φυλάσσεται δὲ σ’ αὐτὸν ὡς πολύτιμος πνευματικὸς θησαυρὸς τμῆμα τοῦ μετωπιαίου ὀστοῦ τοῦ Ἁγίου. Πλούσια εἶναι καὶ ἡ ὑμνογραφία ποὺ ἔχει συνταχθεῖ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης τὸν Ἱεροσολυμίτη καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, οἱ ὁποῖοι ἐξυμνοῦν τὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ Πρωτοκλήτου μαθητοῦ τοῦ Κυρίου καὶ τὸν σταυρικό του θάνατο ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης πρώην Πατρῶν Νικόδημος ἐποίησαν Παρακλητικὸ Κανόνα πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου. Ἐπιπλέον ὁ ἐκ Κεφαλληνίας μακαριστὸς Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Κόμης ἐποίησε Ἐγκώμια στὸν Πρωτόκλητο Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἀείμνηστος δικηγόρος Ἠλίας Μπογδανόπουλος συνέταξε Ἀκολουθία ἐπὶ τῇ ἐπανακομιδῇ τῆς τιμίας κάρας τοῦ Ἁγίου.

 .             Ὁ παναοίδιμος, πανεύφημος καὶ θεηγόρος Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος ἀναδείχθηκε φωτιστὴς τῶν Ἐθνῶν καὶ μύστης τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄξιος μιμητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ μαρτυρήσει μὲ σταυρικὸ θάνατο, ὅπως Ἐκεῖνος. Εἴθε ὁ θεοπτης αὐτὸς Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου καὶ φωτοφόρος φωστὴρ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ πρεσβεύει καὶ γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ πορεία καὶ προκοπὴ στὴ σημερινὴ ὑλιστικὴ καὶ τεχνοκρατικὴ ἐποχὴ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ἐλλειμμάτων.

 

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος

Ἐκπαιδευτικὸς

 Βιβλιογραφία

  • Ἀθανασοπούλου Ἰωάννου Φ., Ὁ Θρησκευτικὸς Βίος τῶν Πατρῶν κατὰ τὸν ΙΘ´ καὶ τὸν Κ´ αἰώνα, Πάτραι 2006.
  • Γκέλη Κωνσταντίνου, Πρωτοπρεσβύτερου, Ἱερὰ Μονὴ Ἀποστόλου Ἀνδρέα Κεφαλληνίας, Ἀθῆναι 1996.
  • Γρηγορίου Τουρώνης, Τὸ βιβλίον τῶν θαυμάτων τοῦ Μακαρίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἤγουν ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἐν Ἀθήναις 2008, σειρὰ «Ἄνθη Εὑσεβείας- ἀρ. 10».
  • Θωμοπούλου Στεφάνου Ν., Ἱστορία τῆς πόλεως Πατρῶν, Ἔκδοσις Β´, Πάτραι 1950.
  • Καββαδία Δημητρίου, Ἱερομονάχου, Τὰ Ἱερὰ Προσκυνήματα τῆς Κεφαλονιᾶς, Ἀθῆναι 2002.
  • Λέκκου Εὐαγγέλου Π., Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος Ἀπόστολος μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος, Ἐκδόσεις Σαΐτης χ.χ.
  • Μαρτίνη Παναγιώτη Σ., Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, Ἐκδόσις Ταώς, Πάτρα 2009.
  • Μαρτίνη Παναγιώτη Σ., 26 Σεπτεμβρίου 1964: Ἡ Πάτρα ὑποδέχεται τὴν σεπτὴ Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου, Ἐγκόλπιον Ἡμερολόγιον Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν 2014.
  • Ὁ νέος Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου Πατρῶν-100 χρόνια ἀπὸ τὴ θεμελίωσή του, Ἱερὰ Μητρόπολις Πατρῶν 2008.
  • Πνευματικάκη Χαρίτωνος, Ἀρχιμανδρίτου, Ὁ Πρωτόκλητος Ἀπόστολος Ἀνδρέας, Πάτραι 1994.
  • Τρεμπέλα Παναγιώτου Ν., Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2005.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

«Η ΓΛΩΣΣΑ ΝΑ ΕΝΔΥΘῌ “ΤΑ ΚΑΛΑ” ΤΗΣ»

Ἀπόσπασμα τῆς Εἰσαγωγῆς
(ὑπὸ Ἀρχιμ. Νικοδήμου,
ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν)
ἀπὸ τὸ βιβλίο
Νικήτα ρήτορος τοῦ Παφλαγόνος,
Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἀπόστολον Ἀνδρέαν τὸν Πρωτόκλητον
σειρά: ΑΝΘΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ ~ ΙΓʹ (13)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2014
σελ. 35-37

.           Ἡ νεοελληνικὴ ἀπόδοσις λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὸν σύγχρονον Ἕλληνα ἀναγνώστην· δὲν θέλει νὰ τοῦ προσάψῃ ὄνειδος καὶ ἐντροπήν, ἀλλὰ θέλει νὰ τὸν τιμήσῃ, ὅπως τοῦ ἀξίζει. Ὁ σύγχρονος Ἕλλην δὲν εἶναι ὁ ἀμόρφωτος, ὁ ἀγράμματος τῶν παρελθόντων τελευταίων αἰώνων, ἀλλ’ ὁ ἀρκούντως πεπαιδευμένος, ὁποὺ γνωρίζει τὴν γλῶσσαν του ὡς καὶ πολλὰς ξένας γλώσσας. Ἁπλῶς ἡ μεσολάβησις τόσων αἰώνων κατέστησεν ἀσυνήθη εἰς αὐτὸν τὴν γλῶσσαν τῶν βυζαντινῶν κειμένων, ἡ ὁποία ὅμως ἐπὶ αἰῶνας προσείλκυε, συνεκίνει καὶ κατένυσσε καὶ τοὺς πλέον ὀλιγοπαιδεύτους πιστούς.
.           Ὡς γνωστὸν οἱ πρόγονοί μας εἶχον σοφῶς ἀντιληφθῆ ὅτι ἡ γλῶσσα των δὲν ἐξηντλεῖτο εἰς τὴν μορφὴν τῆς λαλουμένης δημώδους, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήριζον συνήθως διὰ τῶν ὅρων «ἡ τῶν πολλῶν γλῶσσα», «ὁ πολὺς λόγος», ὁ «ἀκαλλώπιστος χαρακτήρ», ὁ «ἐξ ἀγορᾶς λόγος», «ὁ συρφετώδης λόγος», κ. ἄ.. Διὰ τοῦτο μὲ μίαν ἐξαίρετον σύνθεσιν παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων γλωσσικῶν στοιχείων ἐκαλλιέργησαν μίαν μετρίως ὑψηλὴν γλῶσσαν, διὰ τῆς ὁποίας ἔγραφον, ἐδίδασκον, ἐκήρυττον, ἐλάτρευον, ἐπαιδαγώγουν τὰ πλήθη, τὰ ὁποῖα ἠσθάνοντο τὰ λεγόμενα, ἔστω καὶ ἐὰν ἀγνοοῦσαν ἐνίοτε τὴν ἀκριβῆ σημασίαν κάποιων λέξεων. Δι’ αὐτῆς τῆς ἐμπνευσμένης συνθέσεως ὁ πλοῦτος τῶν ἀρχαιοτέρων μορφῶν τῆς γλώσσης δὲν καθίστατο μνημειακὸν κατάλοιπον τοῦ παρελθόντος, κτῆμα ὀλίγων εἰδημόνων, ἀλλὰ διαρκῶς μετωχετεύετο εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, ὡς διαχρονικὴ καὶ ζῶσα γλωσσικὴ πραγματικότης, προσαρμοζομένη καταλλήλως εἰς τὰς διαφόρους ἐκφάνσεις τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου.
.           Ὡς ἐκ τούτου ἡ παροῦσα νεοελληνικὴ ἀπόδοσις δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ πρωτοτύπου κειμένου, ἀλλ’ εἰς τὴν προσέγγισιν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ συγχρόνου Ἕλληνος ἀναγνώστου. Δὲν δρᾷ ὡς τεῖχος ἢ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἀλλ’ ὡς γέφυρα τοῦ συγχρόνου λόγου πρὸς τὸν παλαιόν. Δὲν ὑπηρετεῖ τὴν κατάτμησιν τῆς γλώσσης εἰς ἑκατέρωθεν ἀκραίας μορφάς, ἀλλ’ ἐπιθυμεῖ νὰ «συνάψῃ» τὰ φαινομενικῶς διεστῶτα εἰς μίαν ζωντανὴν σύνθεσιν, ἐνδεικτικὴν τῆς ἑνότητος καὶ ἁρμονίας ὁποὺ διέπει τὴν μίαν, πανάρχαιον καὶ ἀδιαίρετον γλῶσσαν μας. Δίχως νὰ ἀφίσταται τῆς ἀκριβείας τοῦ πρωτοτύπου, ἀλλὰ καὶ δίχως νὰ προσηλώνεται δουλικῶς εἰς αὐτό, προσπαθεῖ νὰ ζωντανεύσῃ, νὰ ἑρμηνεύσῃ εἰς τὸν σύγχρονον Ἕλληνα τὸ θαυμάσιον αὐτὸ βυζαντινὸν ἐγκώμιον, καὶ τοιουτοτρόπως, νὰ τὸν προτρέψῃ, ὥστε μὲ τὴν βοήθειαν καὶ τῶν σχολίων νὰ τὸ διαβάσῃ καὶ νὰ τὸ ἀπολαύσῃ μὲ μέθεξιν ψυχῆς.
.           Μία σύγχρονος μετάφρασις εἰς γλῶσσαν καλλωπισμένην καὶ μετρίως ὑψηλὴν βοηθεῖ τὸν ἀναγνώστην, ὥστε καὶ τὸν ἰδικόν του λόγον νὰ καλλωπίζῃ καὶ τὴν λογικήν του νὰ ἀναπτύσσῃ καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ ἤθους του νὰ καλλιεργῇ. Παραλλήλως τὸν βοηθεῖ νὰ κατευθύνῃ πρεπόντως τὴν ψυχικὴν «αἴσθησιν», διὰ τῆς ὁποίας εἶναι φορτισμένη ἡ ὑψηλοτέρα γλῶσσα, πρὸς τοὺς χώρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑαυτῶν ἐνέχουν μίαν ἱερότητα. Διότι, ὅπως ἡ εἴσοδος εἰς ἕνα ἱερὸν χῶρον ἀπαιτεῖ ἀνάλογον περιβολήν, ἔτσι καὶ ἡ συγγραφὴ ἢ ἡ μετάφρασις τοῦ Βίου ἑνὸς Ἁγίου ἐπιβάλλει εἰς τὴν γλῶσσαν νὰ ἐνδυθῇ «τὰ καλά» της. Ἀσφαλῶς ὁ βιογράφος ἢ ὁ μεταφραστὴς τοῦ Βίου πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τοὺς ὀλίγους σήμερον ὀλιγογραμμάτους εὐσεβεῖς, διότι διὰ καθ’ ἕνα ἐξ αὐτῶν ὁ «Χριστὸς ἀπέθανεν» (Α΄ Κορ. η΄, 11). Ὅμως, ὡς παρετήρησεν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς, «ἂν ᾖναι χρέος τῶν λογίων νὰ συγκαταβαίνωσιν εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν χυδαίων (=ὀλιγογραμμάτων)χρεωστοῦν ὅμως καὶ οἱ χυδαῖοι νὰ ἀναβαίνωσι κατὰ μικρὸν πρὸς τοὺς λογιωτέρους, διὰ νὰ μὴν ἀποχυδαϊσθῶσιν ὁλότελα…».

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Τελικῶς μὲ τὴν Ἐργολαβία Ἀλλοτριώσεως ΑΠΟΧΥΔΑΪΣΘΗΚΑΝ καὶ τέλειωσε ἡ ἱστορία.…! Μόνο νὰ ἀκούσει κάποιος τὰ ραδιοφωνικὰ καὶ τηλεοπτικὰ “μαργαριτάρια” τῶν ἀποχυδαϊστῶν τῆς ἐντεταλμένης δημοσιογραφίας ξεχνάει τὰ ἑλληνικά του.

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΠΟΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (Ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
(30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

«Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Βηθσαϊδά, υἱὸς κάποιου Ἑβραίου Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ ἀποστόλου καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς προηγουμένως μαθήτευσε στὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη, κι ἔπειτα, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ποὺ δακτυλοδεικτοῦσε τὸν Ἰησοῦ,  τό «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», τὸν ἄφησε καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Εἶπε καὶ στὸν Πέτρο τό «Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ», καὶ ἀποσπάστηκε στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πολλὰ ἄλλα εἶναι γραμμένα γι’ αὐτὸν στὴν θεόπνευστη Γραφή. Αὐτὸς λοιπὸν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ  ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη Ἐκείνου, γιὰ τὸν κάθε ἀπόστολο κληρώθηκε καὶ διαφορετικὴ χώρα. Στὸν πρωτόκλητο ἔτυχε ἡ χώρα τῶν Βιθυνῶν καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος, τὰ μέρη τῆς Προποντίδας, μαζὶ μὲ τὴ Χαλκηδόνα καὶ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν Θράκη καὶ τὴν Μακεδονία, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὸν Ἴστρο ποταμό, ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἑλλάδα καὶ τὰ μέρη τῆς Ἀχαΐας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀμινσός, ἡ Τραπεζούντα, ἡ Ἡράκλεια καὶ ἡ Ἄμαστρις. Αὐτὲς τὶς χῶρες δὲν τὶς πέρασε, σὰν λόγια ποὺ χάνονται, ἀλλὰ σὲ κάθε πόλη ὑπέστη πολλὲς δυσκολίες, συνάντησε πολλὲς δυσχέρειες, μολονότι μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τὶς ξεπερνοῦσε ὅλες. Θὰ θυμηθοῦμε τὸ τί πέρασε σὲ μία πόλη, ἀφήνοντας τὶς ἄλλες στοὺς γνῶστες τοῦ ἔργου του.

.          Ὅταν ὁ Ἀνδρέας ἔφτασε στὴ Σινώπη καὶ κήρυξε ἐκεῖ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου, ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Δηλαδὴ τὸν ἔριξαν στὴ γῆ καὶ τὸν τραβοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν κατασπάρασσαν μὲ τὰ δόντια καὶ τὸν κτυποῦσαν μὲ ξύλα, τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ τὸν τράβηξαν μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὸ δάκτυλο μὲ τὰ δόντια. Ἀλλὰ αὐτὸς φάνηκε καὶ πάλι ἄρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τὶς πληγές του, μὲ ἐπέμβαση τοῦ Σωτήρα καὶ Διδασκάλου του. Ἀπὸ ἐκεῖ σηκώθηκε καὶ ἐπισκέφτηκε πολλὲς πόλεις καὶ χῶρες, ὅπως τὴ Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, τοὺς Ἀβασγούς, τοὺς Ζήκχους, τοῦ Βοσποριανοὺς καὶ τοὺς Χερσωνίτας. Ἔπειτα διέπλευσε στὸ Βυζάντιο, χειροτόνησε τὸν Στάχυ ἐπίσκοπο, πέρασε ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες χῶρες, καὶ ἔφτασε πρὸς τὴν ἔνδοξη Πελοπόννησο. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Σωσίο, τὸν ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, τὸν θεράπευσε. Καὶ ἀμέσως ὅλη ἡ πόλη ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ἦταν ποὺ καὶ ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε ἀπὸ τὰ χαλεπὰ δεσμὰ τῆς ἀρρώστιας της καὶ ἔγινε γρήγορα καλά, ὁπότε πίστεψε καὶ αὐτή.  Καὶ ὁ σοφώτατος Στρατοκλῆς, ὁ ἀδελφός του ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ποὺ ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ ποικίλα νοσήματα,  βρῆκαν τὴν ὑγεία τους μὲ τὸ ἀκούμπισμα τῶν χεριῶν τοῦ ἀποστόλου.
.          Γιὰ ὅλα αὐτά, περιέπεσε σὲ μανία ὁ Αἰγεάτης καὶ προσήλωσε σὲ σταυρὸ τὸν ἀπόστολο, ὁπότε καὶ ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ὁ ἴδιος δὲ ἔπεσε στὴν γῆ ἀπὸ ψηλὸ γκρεμὸ καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ ἀποστόλου, μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο, μετατέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, μὲ δική του διαταγή, ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀρτέμιο τὸν μάρτυρα. Καὶ κατατέθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Λουκᾶ καὶ τὸν ἅγιο Τιμόθεο στὸ περίβλεπτο τέμενος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».
.          Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος, ὁ πρῶτος δηλαδὴ ποὺ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει μαθητής Του, δὲν κλήθηκε ἀπροϋπόθετα καὶ ὡς ἔτυχε. Ὑπῆρξε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀναζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸν Μεσσία, ποὺ ὁ πόθος τους γιὰ τὸν Θεὸ ἦταν ἔντονος. Κι αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνῆκε στὴν ὁμάδα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος προετοίμαζε τοὺς ἀνθρώπους ἀκριβῶς πρὸς ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν κλήση του ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ καλέσει τὸν ἀδελφό του Πέτρο, μὲ τὴν διαπίστωση ὅτι «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ὁ ὑμνογράφος του, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐπισημαίνει καὶ τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα. «Ὁ τῷ Προδρόμου φωτὶ μεμορφωμένος, ὅτε τὸ ἀπαύγασμα τὸ ἐνυπόστατον τῆς πατρικῆς δόξης ἔφανεν…τότε πρῶτος ἔνδοξε, τούτῳ προσέδραμες». (Σὺ ποὺ μορφώθηκες ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Προδρόμου, ὅταν ὁ Χριστός, τὸ ἐνυπόστατο ἀπαύγασμα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα φάνηκε…τότε πρῶτος, ἔνδοξε, ἔτρεξες σ’ αὐτόν). Καί: «Τὸν ποθούμενον Θεὸν ἐν σαρκὶ κατιδὼν ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τῷ μὲν ὁμαίμονι ἐβόας ἀγαλλόμενος· Εὑρήκαμεν ὦ Σίμων τὸν ποθούμενον». (Ὅταν εἶδες τὸν Θεὸ ποὺ ποθοῦσες νὰ βαδίζει ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες μὲ χαρὰ στὸν ἀδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τὸν ποθούμενο»).
.          Ὁ συναξαριστής του αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε προφανῶς καὶ τὴν προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει ἄμεσος συνεργάτης τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ στὸν κόσμο ἔργου τοῦ Κυρίου, τὴν καταγράφει ὡς ἑξῆς: «Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές  τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου ἦταν καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἄνδρας κατὰ τὰ ἄλλα σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος, ποὺ ἔψαχνε τὴν ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου μὲ βαθὺ φρόνημα, καὶ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸν λόγο, σὰν πίσω ἀπὸ παραπέτασμα, τὶς κρυμμένες προφητεῖες γιὰ τὸν Χριστό, ἀκολουθώντας μέσῳ αὐτῶν αὐτὸ ποὺ δηλωνόταν». Τὰ παραπάνω σημαίνουν ὅτι ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει. Ψαράδες ἦταν, ἁπλοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ, ὄχι ὅμως ἁπλοϊκοί, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀπροβλημάτιστου καὶ ἐπιφανειακοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς τὰ πράγματα φανερώνουν, ἡ ὕπαρξή τους φλεγόταν ἀπὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀληθείας, περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν Του, περὶ τῶν δηλουμένων ἀπὸ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι εἶναι φυσικό: ὁ Κύριος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὡς ἀμέσους συνεργάτες Τοῦ ἀνθρώπους χωρὶς πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε τὸ εἶχε ἐπισημάνει: Θὰ μὲ ἀκολουθήσουν καὶ θὰ μὲ ἀκούσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὴν ἀλήθεια. «Πᾶς ὁ ὧν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἕνας τέτοιος λοιπὸν ἄνθρωπος, σοβαρὸς καὶ σεβαστός, μὲ βαθειὰ ἀναζήτηση ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διαπιστώνουν καὶ αὐτοὶ τὴν παραπάνω πραγματικότητα: «Ἐζήτησας Χριστὸν τὴν ὄντως ζωήν,  καὶ ζητήσας πρῶτος εὖρες». (Ζήτησες τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ζωή, καὶ ἐπειδὴ τὴν ζήτησες, πρῶτος καὶ τὴν βρῆκες).
.          Ἡ βαθύτητα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἀνδρέα περὶ τὰ τίμια καὶ ἀληθῆ της ζωῆς κάνει τὸν ἅγιο ὑμνογράφο νὰ ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή του καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ πιὰ ἔργο τοῦ ἀποστόλου. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἴδιος στρεφόταν πάντα στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ἐκεῖ ποὺ «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ», ἐκεῖ ποὺ ἀγαπᾶ νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια, κατὰ τὸν Ἕλληνα φιλόσοφο, ἔτσι καὶ ἡ δράση του ὡς ἀποστόλου λειτουργοῦσε στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἦταν τὸ ζητούμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα: πῶς ὁ λόγος του θὰ κρούσει τὶς βαθειὲς χορδὲς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὁ λόγος του σὰν ἀγκίστρι θεϊκὸ θὰ σαγηνεύσει τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο. «Ὁ τῇ τέχνῃ ἁλιεὺς καὶ τῇ πίστει μαθητής, ὡς βυθὸν διερευνῶν τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, τὸ ἄγκιστρον χαλᾷ τοῦ λόγου, καὶ σαγηνεύει ἡμᾶς». (Ὁ ἁλιέας κατὰ τὴν τέχνη καὶ μαθητὴς κατὰ τὴν πίστη, διερευνώντας τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν σὰν νὰ εἶναι βυθός, ρίχνει τὸ ἀγκίστρι τοῦ λόγου καὶ μᾶς σαγηνεύει).
.          Κι αὐτὸ βεβαίως ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, μὲ τὴ φλόγα ποὺ προσέλαβε καὶ ἔγινε θεόληπτος. «Τοῦ Πνεύματος τὴν φλόγα τῇ γλώσσῃ προσλαβών, γέγονας, Ἀπόστολε, θεοληπτος ἀνήρ, τῶν οὐρανίων τὰ κάλλη περιπολεύων». Ὁ σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος ἀπὸ τὴ φύση του χαρακτήρας τοῦ ἁγίου, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς τὸν ἔκανε, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, σὰν τεντωμένο βέλος, ποὺ τραυμάτιζε τοὺς δαίμονες καὶ θεράπευε τοὺς τραυματισμένους ἀπὸ τὴν ἀπιστία ἀνθρώπους. «Ἐντείνας σε δυνατόν, ὥσπερ βέλος, μακάριε, ἐπαφῆκεν εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον ὁ Κύριος, τραυματίζων δαίμονας καὶ δυσσεβείᾳ τοὺς ἀνθρώπους τραυματισθέντας ἰώμενος».
.          Ὁ «ἀδίστακτος πόθος του νὰ ἀκολουθεῖ θερμὰ τὸν Χριστὸ» ἔκανε τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ὑμνογράφος του, νὰ προσθέτει πόθο πάνω στὸν πόθο αὐτό, τόσο ὥστε νὰ  μιμηθεῖ τὸν Κύριό Του καὶ στὸν τρόπο τοῦ διὰ Σταυροῦ θανάτου Του. Μὲ σταυρικὸ θάνατο τελειώθηκε καὶ ὁ ἀπόστολος, διαβαίνοντας πιὰ κοντὰ σ’  Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖο πράγματι ἐπόθησε σὰν ἀληθινὸς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητής Του. «Πόθῳ πόθον προσθείς, διὰ σταυροῦ διαβαίνεις πρὸς ὃν ἐπόθησας, ὡς ἀληθὴς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητὴς γενόμενος τοῦ διὰ Σταυροῦ αὐτοῦ πάθους». Μακάρι «ἡ φωτιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ποὺ περιέφερε στὴν καρδιά του» ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, νὰ ἀνάψει λίγο καὶ στὴ δική μας καρδιά. Θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι πράγματι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εὐαγγελίστηκαν οἱ ἀπόστολοι, σὰν τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσή του καὶ σὲ ἐμᾶς.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε