Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος

Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΙΣ τῆς ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

«Ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου
& ἡ Ἀναθεώρησις τῆς Ἀπολογίας
τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου»,

ἐκδ. «Ἔρεισμα» (Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν),
σειρὰ: “Κολλυβαδικὴ Γραμματεία-2”,
Ἀθῆναι, Ἀπρίλιος 2019

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος,
Ἱ. Μ. Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης – Νεζερῶν

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

.                 Ὅταν ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπον, ἠθέλησε νὰ τὸν προικίσῃ διὰ τῆς θεοειδοῦς ἐλευθερίας, παρέχων εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ καταστῇ ὅμοιος Αὐτοῦ κατὰ χάριν. Ἔτσι, πρὸ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ὁ Θεός, μέσα εἰς τὴν προαιωνιότητά Του, «προώρισε» τοὺς ἀνθρώπους νὰ γίνουν «σύμμορφοι τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ» (Ῥωμ. η΄ 29). Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄ 15), ἔγινεν ἄνθρωπος, διὰ νὰ εἰκονίζωμεν Ἐκεῖνον, νὰ ὁμοιάζωμεν μὲ Ἐκεῖνον καὶ νὰ Χριστομοιωθῶμεν.
.             Ἡ ἐν Χριστῷ θέωσις τοῦ προπτωτικοῦ Ἀδάμ, ὡς σκοπὸς τῆς Δημιουργίας καὶ πρωταρχικὸν κίνητρον τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, δὲν φαίνεται νὰ ἀπησχόλησεν εὐρέως τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐθεωρήθη μᾶλλον ὅτι ἀνάγεται εἰς τὰ δόγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα «ἐν ἀπολυπραγμονήτῳ καὶ ἀπεριεργάστῳ σιγῇ οἱ Πατέρες ἡμῶν ἐφύλαξαν, καλῶς ἐκεῖνο δεδιδαγμένοι, τῶν μυστηρίων τὸ σεμνὸν σιωπῇ διασῴζεσθαι».Ἐν τούτοις, ὡς ἦτο ἀναμενόμενον, ἡ νηπτικὴ ἐνατένισις τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον «ἡ τῆς ἱερᾶς καὶ θεοποιοῦ ἀγάπης γνῶσις καὶ ἐργασία φιλοσοφεῖται· ἡ τῆς ὑψηλῆς Θεολογίας ἄπταιστος δόξα κρατύνεται· καὶ τὸ περὶ τῆς Οἰκονομίας τοῦ Λόγου μυστήριον εὐσεβῶς ἀναπτύσσεται» 3, συνεκινήθη ἰδιαιτέρως ἐκ τῆς ἀδιασαλεύτου προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ ὡμίλησεν ὀρθῶς περὶ τῆς ἀπροϋποθέτου Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (†1809), καθ’ ὑπακοὴν πρὸς τὸν Μητροπολίτην Κορίνθου, ἅγιον Μακάριον τὸν Νοταρᾶν (†1805), συνέταξε καὶ διεμόρφωσε τὴν Φιλοκαλίαν (1782). Ἡ θεοφώτιστος αὐτὴ Φιλοκαλία εἶναι μὲν ἕνα μακροσκελέστατο κείμενον κατ’ ἐρανισμὸν ἐκ πολλῶν νηπτικῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἔχει συγκεκριμένο κίνητρον μὲ κεντρικὰ θέματα καὶ ἑνιαῖον χαρακτῆρα καὶ σκοπόν. Ἔτσι, ἡ Φιλοκαλία, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, κατέστη ἡ θεμελιώδης ἔκφρασις τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὶς ρίζες τῆς Πατερικῆς παραδόσεως. Ὅμως ἡ ἐπιστροφὴ αὐτὴ ἀναφέρεται εἰς τὸν ὅλον ἄνθρωπον, διὸ καὶ σχετίζεται ἀμέσως, τόσον μὲ τὴν κατὰ πρᾶξιν ἄσκησι τῆς ἀρετῆς, ὅσον καὶ μὲ τὴν διατύπωσι τῆς πίστεως καὶ τὴν δογματικὴν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπεστήριξε τὸ ἀπροϋπόθετον αὐτῆς. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι, ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ δὲν ἦτο συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας του· διότι ὁ ἄνθρωπος, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐλάμβανε τὴν δυνατότητα νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θέωσιν.
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐτόνισεν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησεν ὄχι διὰ νὰ ἐξιλεώσῃ τὴν θείαν δικαιοσύνην, ὡς λέγουν οἱ Δυτικοί, ἀλλὰ διὰ νὰ θεώσῃ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐξ ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας. Ἔτσι γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ θεία Ἐνανθρώπησις ἦτο τὸ «προηγούμενον» θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.
.                 Εἰς τὴν ὀρθὴν αὐτὴν θέσιν ἀντέδρασεν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (†1813), μὲ τὸν γνωστὸν αὐτοῦ ἀνεξήγητον τόνον. Εἰς τὴν ἐπιστολιμαίαν ἀντίρρησιν τοῦ ἐν Χίῳ ἱεροδιδασκάλου ἀπήντησεν ὁ ἀσκητὴς τῆς Καψάλας μὲ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ὁποὺ τὸν ἐχαρακτήριζαν πάντοτε. Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ φανερώνει, διὰ μίαν εἰσέτι φοράν, ὅτι ὄντως ἦτο «τῶν δογμάτων τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τρόφιμος». Ἀντὶ οἱασδήποτε ἐπιδράσεως ἐκ τῆς ἀκμαζούσης τότε, καὶ εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολήν, σχολαστικῆς θεολογίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὡς γνήσιος νηπτικὸς καὶ αὐθεντικὸς πατὴρ τῆς Φιλοκαλίας, ἐξηκολούθησε νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ δὲν ἤλλαξε τὴν πάνσοφον προοπτικὴν τῆς ἀναλλοιώτου Βουλῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ εἰς τοῦτο ἠκολούθησε τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν, ὁ ὁποῖος εἶχε διακηρύξει ὀρθῶς ὅτι, τὸ μυστήριον τῆς Ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ὁδῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, δηλαδὴ τὴν Ἐνανθρώπησιν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, ὁποὺ εἶναι τὸ τέλος τῆς Προνοίας Του καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις ὅλης τῆς κτίσεως.
.                 Ὅμως, δὲν εἶναι μόνον ἡ ὀρθότης τῆς ἀπαντήσεως. Ἡ ἀνταπόκρισις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου πρὸς τὶς ἀντιρρήσεις καὶ τὶς ἀδικαιολόγητες μομφές, ὁποὺ τοῦ ἀπεδόθησαν «κρίμασιν οἷς μόνος Κύριος οἶδεν», φανερώνει τὴν ἐμπειρικήν, βιωματικὴν βεβαιότητά του διὰ τὴν θεολογικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν. Δίχως νὰ ἀφίσταται τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας, ὡς ἄλλος Μέγας Βασίλειος ἢ Γρηγόριος Παλαμᾶς, εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ προσαρμόζῃ τὴν διατύπωσιν τῆς θεολογίας του κατὰ τὶς ἀνάγκες τῶν περιστάσεων καὶ τῶν καιρῶν, πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ τῶν ἁπλουστέρων. Καὶ ὅλο τοῦτο, δίχως ποτὲ νὰ ἀναφερθῇ εἰς ὅσους προσωπικῶς, παλαιότερον καὶ τότε, τὸν ἐμέμφθησαν ἀδίκως, ἄνευ τῆς συνήθους συστολῆς καὶ ἀξιοπρεπείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ ὁ ἴδιος λαμπρὸν παράδειγμα ἀντιμετωπίσεως ἀναλόγων περιπτώσεων.
.                 Ἀσφαλῶς, ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θέσιν αὐτὴν ὁ Ἅγιος, ὄχι μόνον διὰ τὴν θεωρητικήν της ὀρθότητα, ἀλλά, κυρίως, διὰ τὴν βαθείαν καὶ στενὴν σχέσιν, ὁποὺ ἔχει μὲ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, θέτουσα τὸν πιστὸν ὄχι ἐνώπιον τῆς ἀνικανοποιήτου, κατὰ τοὺς Δυτικούς, θείας δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς προαιωνίου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
.                 Αὐτὴν τὴν θείαν ἀγάπην, τὴν «κραταιὰν ὡς θάνατον» (ᾎσμ. ᾈσμ. η΄ 6), τὴν ὁποίαν οὔτε ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδὰμ κατώρθωσε νὰ κλονίσῃ, διεκήρυξεν εἰς τὴν Ἀπολογίαν του, ὡς μέγας Θεολόγος καὶ Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ» (Νέα ἔκδοση)

Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου
«Ἀπολογία Χριστιανική»
προλεγ.-ἐπιστημ. ἐπιμ. π. Γ. Μεταλληνοῦ
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθήνα 2015, σσ. 312.

https://i2.wp.com/www.grigorisbooks.gr/datafiles/1679.jpg.                 Κυκλοφόρησε προσφάτως ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Γρηγόρη τὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου «Ἀπολογία Χριστιανική». Τὸ κείμενο παρατίθεται μὲ ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική, ἐνῶ τὰ προλεγόμενα καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια, ἔγιναν ἀπὸ τὸν πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό.
.                 Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, Διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἡγέτες τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος τῶν «Κολλυβάδων», ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, πολυτάλαντος καὶ πολυμερής. Ἀκολουθώντας τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, συνέγραψε ἔργα ἀνταποκρινόμενα πάντοτε σὲ συγκεκριμένες ἀνάγκες ἢ προκλήσεις γιὰ τὴν πληροφόρηση, οἰκοδομὴ καὶ νουθεσία τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου.
.                 Τὸ ἔργο του «Ἀπολογία Χριστιανική», καταγγέλλει τὴν ἀλλοτρίωση τῆς Εὐρώπης –καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Γαλλίας– καὶ τὴ διαμετρικὴ ἀποστασιοποίησή της ἀπὸ κάθε ἔννοια Χριστιανικότητας σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἰδεολογικῆς, πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς πραγματικότητάς της, κάτι ποὺ ἐνσαρκώνεται στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση ἀπέρριψε τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸν ἀντικατέστησε μὲ τὴν «θρησκεία τῆς λογικῆς», μὲ τὴν λατρεία τοῦ «Ὑπερτάτου Ὄντος», ποὺ δὲν ἦταν παρὰ πρόσχημα γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς κατηγορίας τῆς ἀθεΐας καὶ στὴν οὐσία τεκτονικὸ ἐφεύρημα (Ροβιεσπέρος). Ἡ «φυσικὴ θρησκεία» ὅμως, δὲν εἶναι παρὰ ἄρνηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἀπόρριψή Του. Ἐπισημαίνει ὅτι πηγὴ τῆς γαλλικῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ θείου φόβου («ἀφοβοθεΐα») καὶ ἡ «παντελὴς ἀλησμονησία τοῦ Θεοῦ». Ἦταν ἑπόμενο συνεπῶς, ἡ ἐσωτερικὴ διαστροφὴ νὰ ὁδηγήσει σὲ ψευδεῖς καὶ ἀπατηλὲς διακηρύξεις γιὰ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ κόσμου.
.                 Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο βλέπει καὶ τὶς γαλλικὲς διακηρύξεις γιὰ ἐλευθερία καὶ ἰσότητα. Οἱ κατ᾽ οὐσίαν Χριστιανικὲς αὐτὲς ἔννοιες ἔχουν λάβει τὴν φόρτιση, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν γαλλικὴ ἐπαναστατικὴ ἰδεολογία. Ἡ ψευδὴς ἐλευθερία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δοῦλο τῶν ἐπιθυμιῶν του, ἐνῶ ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀποδεχομένη τὴν «ὑπακοή» στὴν ἐξουσία δὲν παύει νὰ σώζει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου (ἀδούλωτο φρόνημα), ποὺ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία.
.                 Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος πολέμησε μὲ σφοδρότητα τὶς ἰδέες τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔγινε στόχος τῶν ἡγετῶν τοῦ φιλοδυτικοῦ ρεύματος καὶ κυρίως τοῦ «πατριάρχη» του Ἀδαμαντίου Κοραῆ.
.                 Ἄς ἀφήσουμε ὅμως τὸ ἴδιο τὸ κείμενο νὰ μᾶς μιλήσει: «Πῶς μποροῦν δυὸ ἄνθρωποι νὰ λέγονται ἴσοι, ὅταν ὁ ἕνας εἶναι πάμπλουτος καὶ ὁ ἄλλος στενάζει ἀπὸ τὴν πεῖνα του καὶ ἀναγκάζεται νὰ κλέβει ἐξαιτίας τῆς φτώχειας του; Αὐτὲς οἱ διακηρύξεις εἶναι ἐφεύρημα ἀνθρώπων πονηρῶν καὶ ἐπίβουλων, οἱ ὁποῖοι, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ πάθη τους καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὶς κακές τους ἐπιθυμίες, ἐμφύσησαν στὰ μυαλὰ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ αὐτὸν τὸν ἀσύστατο ἄνεμο τῆς ἰσότητας, γιὰ νὰ ἔχουν βοήθεια γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τους. Μπορεῖ ποτὲ νὰ ὑπάρξει ἰσότητα σὲ κοινωνίες ποὺ κυριαρχεῖ πλεονεξία, ποὺ βασιλεύουν τὰ πάθη, ποὺ δὲν ἀκούγεται ἄλλη ἔκφραση συχνότερα ἀπὸ «τὸ δικό μου» καὶ «τὸ δικό σου»;
.                 Ἰσότητα, ναί, πράγματι ὑπῆρξε κάποτε! Ποῦ ὅμως; Στὴν νεοσύστατη Ἐκκλησία τῶν καλῶν ἐκείνων Χριστιανῶν, τῶν ἁπλῶν καὶ εὐλαβεστάτων! Ἐκεῖ, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ ἱερὸς Λουκᾶς, (Πράξ. Δ, 32), κανένας δὲν ἔλεγε ὅτι ἔχει κάτι δικό του, ἀλλὰ ἦταν ὅλα κοινά, χρήματα, ἐνδύματα καὶ τροφές.
.                 Γιατί ὅμως ἦταν ὅλα κοινά; Γιατί, λέει, ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ τῶν πιστῶν ἦταν μία! Ὅλοι γιὰ τὸν Θεὸ εἶχαν μία γνώμη καὶ ἕνα θέλημα καὶ ἦταν ὅλοι δεμένοι μεταξύ τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, τόσο σφικτά, ὥστε, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν πολὺς λαὸς καὶ διαφόρων ἡλικιῶν, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἡλικιωμένοι καὶ νέοι, ἦταν ὅλοι τόσο μονιασμένοι ὥστε ἔμοιαζαν ν’ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ποὺ τὸ κινοῦσε μία ψυχή.
.                 Ἡ ἴδια ἰσότητα καὶ ὁμοψυχία ὑπῆρξε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες καὶ στὰ Κοινόβια τῶν παλαιῶν Ὁσίων, τοῦ Παχωμίου, τοῦ Σάββα, τοῦ Εὐθυμίου, τοῦ Θεοδοσίου καὶ ἄλλων πολλῶν, γιατί καὶ σ’ αὐτοὺς διασωζόταν ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὁμοψυχία. Ἐκείνη, πράγματι, ὑπῆρξε ἀληθινὴ Ἰσότητα!
.                 Ἡ ἰσότητα ὅμως ποὺ προβάλλουν οἱ νέοι δημοκρατικοὶ εἶναι ψευδεπίγραφη, εἶναι ψιλὸ ὄνομα, ὅπως καὶ ἡ ἐλευθερία τους. Ἔχουν ἐπινοηθεῖ ἀπὸ πονηροὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ πετύχουν τὰ σχέδιά τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ λαοῦ.»
.                 «Ἂν κάποιος, λοιπόν, ὁδηγηθεῖ στὴν ἔπαρση ἐξαιτίας τῶν γνώσεών του καὶ ἐπιχειρήσει νὰ ὑποτάξει σὲ κάποιους κανόνες καὶ τὰ οὐράνια καὶ νὰ κρίνει τὰ ὑπερφυσικὰ μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο ποὺ κρίνει καὶ τὰ φυσικὰ φαινόμενα, τότε ἡ σοφία του αὐτὴ δὲν εἶναι σοφία, ἀλλὰ μᾶλλον ἀνοησία, ἀφροσύνη καὶ τρέλλα, χειρότερη μάλιστα καὶ ἐπιβλαβέστερη ἀπὸ κάθε ἄλλη τρέλλα.
.                 Ἡ ἀνθρώπινη διάνοια ἔχει μάθει νὰ ἐννοεῖ, νὰ κρίνει καὶ νὰ συλλογίζεται μὲ βάση τὶς ἀρχὲς ποὺ αὐτὴ ἡ ἴδια ἀνακάλυψε καὶ ρύθμισε. Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, νὰ κρίνει καὶ νὰ ἐξετάζει ἐκεῖνα ποὺ τὴν ὑπερβαίνουν καὶ ξεπερνοῦν τὶς δυνατότητές της».
.                 Ἡ «Ἀπολογία Χριστιανική», τὸ κορυφαῖο αὐτὸ ἀπολογητικὸ ἔργο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες τῆς Φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης τοῦ 18ου αἰῶνα, ἐπίκαιρο ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἀποτελεῖ τὴν Ὀρθόδοξη ἀπάντηση στὴν πρόκληση τῆς Εὐρώπης. Εἶναι μιὰ τεκμηριωμένη ἀνασκευὴ τῶν θέσεων τῶν Εὐρωπαίων διαφωτιστῶν, ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ ἀποδομήσουν τὴν Χριστιανικὴ Πίστη καὶ Παράδοση, πίσω ἀπὸ τὰ ψευδεπίγραφα συνθήματα τῆς ἰσότητας καὶ τῆς ἐλευθερίας.

ΠΗΓΗ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (ἀπὸ Περιοδικό «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ,» Μάιος-Ἰούνιος 2015)

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ, ἕνας μεγάλος διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἕνας φλογερὸς ζηλωτὴς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΣΙΑΚΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ (1721-1813)
Ἕνας μεγάλος διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ ἕνας φλογερὸς ζηλωτὴς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως

 Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικὸς

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ.              Μέσα στὴν χορεία τῶν μεγάλων πνευματικῶν ἀναστημάτων τῆς Ὀρθοδοξίας ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἐν Χίῳ ὀσιακῶς κοιμηθεὶς στὶς 24 Ἰουνίου 1813 Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε διαπρεπὴς θεολόγος, φωτεινὸς διδάσκαλος τοῦ Γένους, ἀκαταπόνητος ἐθναπόστολος, στερρὸς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπαρέγκλιτος φρουρὸς καὶ θεματοφύλακας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ φιλοκαλικοῦ κινήματος, ἱδρυτὴς καὶ σχολάρχης τῆς περιωνύμου Μεγάλης Σχολῆς τῆς Χίου.
.              Ὁ γενναῖος καὶ ἀκαταπόνητος αὐτὸς ἀγωνιστὴς καὶ ἀκοίμητος φρουρὸς τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας γεννήθηκε τὸ 1721 στὸ χωριὸ Κῶστος (ἢ Κόστος) τῆς Πάρου, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὴν ἐπωνυμία « Πάριος», μὲ τὴν ὁποία ἔμεινε γνωστὸς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἀφοῦ τὸ πραγματικό του ἐπώνυμο ἦταν Τούλιος. Εἶχε ἄλλα τρία ἀδέλφια, ἀλλὰ ὁ Ἀθανάσιος ἦταν ὁ πρωτότοκος γιὸς τοῦ ἐκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Ἀπόστολος Τούλιος, ἡ δὲ μητέρα του ἦταν ἀπὸ τὴν Πάρο. Τὰ πρῶτα του γράμματα διδάχθηκε στὴν γενέτειρά του, τὴν Πάρο, ἐνῶ σύμφωνα μὲ κάποιες πληροφορίες φοίτησε στὴν Σχολὴ τοῦ Παναγίου Τάφου στὴν Σίφνο, ἀλλὰ καὶ στὴν Σχολὴ τοῦ Γένους στὴν Ἄνδρο μὲ δαπάνες τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου Κεφάλου τῆς Πάρου. Ἡ ἐπιθυμία του γιὰ περαιτέρω μόρφωση τὸν ὁδήγησε τὸ 1745 στὴ Σμύρνη, ὅπου φοίτησε στὴν ἱδρυθεῖσα τὸ 1733 περιώνυμη Εὐαγγελικὴ Σχολή, στὴν ὁποία δίδασκαν ὁ ἱδρυτής της, μοναχὸς Ἰερόθεος Δενδρινὸς καὶ ὁ Χρύσανθος Καραβίας ποὺ κατάγονταν καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὴν Ἰθάκη. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἑξαετῆ του φοίτηση ἀναχωρεῖ τὸ 1751 γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου φοιτᾶ στὴν περίφημη Ἀθωνιάδα Σχολή, τὴν ὁποία διηύθυνε ὁ μοναχὸς Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ἐνῶ τὸ 1753 ἀνέλαβε τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς ὁ ἐκ Κερκύρας ἱεροδιάκονος Εὐγένιος Βούλγαρης, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε «ὁ νέος Ἀριστοτέλης τῆς Ἑλλάδος». Ἀπὸ τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη ὁ Ἀθανάσιος διδάχθηκε τὴν φιλοσοφία καὶ τὶς ξένες γλῶσσες γιὰ νὰ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ χρησιμοποιεῖ καὶ νὰ μεταφράζει τὰ ξένα συγγράμματα. Παράλληλα ἡ μεγάλη του δίψα γιὰ ὁλοένα καὶ περισσότερες γνώσεις τὸν ὁδήγησε στὴν βιβλιοθήκη τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ἁγιορείτικες βιβλιοθῆκες, ὅπου μελετοῦσε ἀκατάπαυστα τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἄριστες ἐπιδόσεις του στὴν Ἀθωνιάδα Σχολὴ ἐντυπωσίασαν τὸν Εὐγένιο Βούλγαρη σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε μὲ τὴν προτροπή του χειροτονήθηκε ὁ Ἀθανάσιος διάκονος, ἐνῶ διετέλεσε καὶ καθηγητὴς τῆς Σχολῆς. Ἡ πνευματικὴ κατάρτιση τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου καὶ ἡ φήμη ποὺ ἀπέκτησε, παρακίνησε τοὺς Θεσσαλονικεῖς νὰ τοῦ ζητήσουν νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ «Ἑλληνομουσείου» τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖο ἦταν ἡ Σχολὴ τοῦ Γένους γιὰ τὴν πόλη. Ὁ Ἀθανάσιος ἀρχικὰ ἀρνήθηκε τὴν πρόταση, ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Εὐγενίου Βούλγαρη καὶ τῶν Θεσσαλονικέων ἀνέλαβε τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς γιὰ δύο ἔτη (1758 -1760), ὅπου ἐργάσθηκε ὡς ἄριστος διδάσκαλος μὲ καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ἀνελλιπῶς τὸν Θεῖο Λόγο καὶ καθοδηγώντας πνευματικὰ τὸ ὑπόδουλο Γένος.
.              Ὅμως τὸ 1760 ὁ Ἀθανάσιος ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Θεσσαλονίκη καὶ τὴν Σχολὴ καὶ νὰ καταφύγει στὴν Κέρκυρα, ἀφοῦ ἡ ἐπιδημία πανώλης ποὺ ἐνέσκυψε στὴν πόλη, ὁδήγησε καὶ στὸ κλείσιμο τῆς Σχολῆς. Ἡ εὐρυμάθεια καὶ ἡ πνευματικὴ πολυπραγμοσύνη τοῦ φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου καὶ φυσικομαθηματικοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσείλκυσε τὸν Ἀθανάσιο ποὺ διψοῦσε γιὰ διεύρυνση τοῦ πνευματικοῦ του ἐπιπέδου, στὸ νὰ παρακολουθήσει στὴν Κέρκυρα κοντὰ στὸν ἐπιφανῆ διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικῆς καὶ ρητορικῆς κατὰ τὰ ἔτη 1760-1764. Τὸ 1764 προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν συμμαθητή του στὴν Ἀθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμὰ (1722 -1803), γιὰ νὰ διδάξει στὴν Παλαμαία Σχολὴ τοῦ Μεσολογγίου, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸ 1760 ἀπὸ τὸν φίλο καὶ συμμαθητή του, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκτιμήσει ἰδιαίτερα τὶς ἱκανότητες καὶ τὸ ἦθος τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Παρίου. Ἔτσι ὁ Ἀθανάσιος ἐγκατέλειψε τὶς σπουδές του στὴν Κέρκυρα καὶ ἔφτασε στὸ Μεσολόγγι, ὅπου δίδαξε μέχρι τὸ 1767, ἐνῶ παράλληλα ἐξήσκησε μὲ ἐπιτυχία καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἱεροκήρυκος, ἀφοῦ μὲ τὰ φλογερά του κηρύγματα ἀναπτέρωνε τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ συναίσθημα τοῦ λαοῦ. Τὸ 1767 μετέβη στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἀνέλαβε γιὰ τέσσερα ἔτη (1767 -1771) τὴν διεύθυνση τοῦ «Ἑλληνομουσείου». Ἔτσι γιὰ δεύτερη φορὰ ἀναλαμβάνει ὁ Ἀθανάσιος τὴν σχολαρχία τῆς περίφημης Σχολῆς τοῦ Γένους τῆς Θεσσαλονίκης.
.              Ὅμως τὸ 1771 καὶ μετὰ τὸ ξέσπασμα τῶν Ὀρλωφικῶν προσκαλεῖται ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἀναλάβει τὴν σχολαρχία τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Ἀθανάσιος ἀναλαμβάνει Σχολάρχης καὶ παραμένει στὴν θέση αὐτὴ ἐπὶ ἔξι ἔτη (1771 -1777). Κατὰ τὴν παραμονή του στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ συγκεκριμένα τὸ 1775 χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν εὑρισκόμενο στὸ Ἁγιώνυμο Ὄρος Ἅγιο Μακάριο τὸν Νοταρὰ Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Τὴν ἐποχὴ ὅμως αὐτὴ τὸ Ἅγιο Ὄρος συνταράσσεται ἀπὸ τὴν κολλυβαδικὴ ἔριδα καὶ ὁ Ἀθανάσιος ἀναδεικνύεται ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τοῦ κολλυβαδικοῦ κινήματος, τῆς περίφημης Φιλοκαλικῆς Ἀναγέννησης, μαζὶ μὲ τοὺς στενοὺς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρᾶ Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου καὶ Νικόδημο Ἁγιορείτη. Σκοπὸς τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων ἦταν ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴ σημασία τῆς Κυριακῆς ὡς ἡμέρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας καὶ στὴ συχνὴ Θεία Μετάληψη. Ἡ κολλυβαδικὴ ἔριδα συνεκλόνισε τὸ Ἅγιον Ὄρος στὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ὁ Ἀθανάσιος συκοφαντήθηκε καὶ διώχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του ὡς αἱρετικός, γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε τὸ 1776 στὴν καθαίρεσή του. Ὅμως τὸ 1781 ἀποκαταστάθηκε καὶ πάλι στὴν κανονική του θέση, ἀφοῦ οἱ κατηγορίες ἐναντίον του ἀποδείχθηκαν ἀνυπόστατες.
.           Μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀναλαμβάνει γιὰ τρίτη φορὰ τὴν σχολαρχία τοῦ «Ἑλληνομουσείου» τῆς Θεσσαλονίκης κατόπιν ἐπίμονης πρόσκλησης τῶν Θεσσαλονικέων. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὸ «Ἑλληνομουσεῖο» γνώρισε μεγάλη ἀκμὴ καὶ φήμη, γεγονὸς ποὺ παρακίνησε τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὸ νὰ προσκαλέσει τὸν Ἀθανάσιο γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν σχολαρχία τῆς περίφημης Πατριαρχικῆς Σχολῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἦταν ὁ πλέον κατάλληλος καὶ καταξιωμένος διδάσκαλος. Μάλιστα ἡ ἐπιθυμία τοῦ Πατριαρχείου στὸ νὰ ἀναλάβει ὁ Ἀθανάσιος τὴν σχολαρχία τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς ἦταν τόσο μεγάλη καὶ ἐπίμονη, ὥστε τοῦ προτάθηκε νὰ καθορίσει ὁ ἴδιος τὸ ποσὸ τῆς ἀμοιβῆς του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιλέξει τὴν περιοχή, στὴν ὁποία ἐπιθυμεῖ νὰ χειροτονηθεῖ Μητροπολίτης. Ὁ ἐπιφανὴς ὅμως διδάσκαλος καὶ ἀκαταπόνητος ἀγωνιστὴς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ἀρνήθηκε τὴν δελεαστικὴ αὐτὴ πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικὰ «τὰς μὲν ἀρχιερατείας τιμῶ καὶ προσκυνῶ, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος ……. διὰ τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τὰ πέριξ νὰ ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸ Γένος».
.           Ἔτσι τὸ 1786 καὶ σὲ ἡλικία ἑξήντα πέντε ἐτῶν ὁ Ἀθανάσιος ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Θεσσαλονίκη καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν πατρίδα του, τὴν Πάρο, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν ἄσκηση καὶ τὴν συγγραφή, ἔχοντας ἀποκτήσει ἤδη πολλὲς γνώσεις, ἀλλὰ καὶ πολυτιμότατη πνευματικὴ ἐμπειρία. Μάλιστα ἡ ἐπιθυμία του ἦταν νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, ὅπου ὑπῆρχαν καὶ τὰ πατρικὰ κτήματα. Ὁ Ἀθανάσιος ἐπιβιβάσθηκε σὲ πλοῖο στὴ Θεσσαλονίκη μὲ προορισμὸ τὴν Πάρο, ἀλλὰ τὸ πλοῖο προσάραξε στὴν μυροβόλο καὶ ἁγιοτόκο νῆσο Χίο, ὅπου ἔγινε δεκτὸς μὲ πολλὴ χαρὰ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τοῦ νησιοῦ. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι μετὰ τὴν ἄφιξή του, τοῦ παραχωρήθηκε ἀπὸ τοὺς Δημογέροντες τῆς Χίου ὡς κατοικία τὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Παλαιοκάστρο ποὺ ἀποτέλεσε τὸ κάθισμά του καὶ στὸ ὁποῖο ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια στὴν προσευχὴ καὶ τὸ συγγραφικό του ἔργο. Τὴν ἐποχὴ ὅμως αὐτὴ οἱ φιλοπρόοδοι καὶ φιλομαθεῖς Χίοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἱδρυθεῖ στὸ νησί τους μία σχολὴ ποὺ θὰ ἦταν ἀνώτερη τῶν ἐνοριακῶν – συνοικιακῶν σχολείων καὶ ἐφάμιλλη τῶν περιωνύμων σχολῶν τῆς ἐποχῆς, ὅπως τῆς Εὐαγγελικῆς καὶ τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς. Γιὰ τὴν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ θεωροῦσαν ἰδιαίτερα εὐεργετικὴ τὴν παρουσία τοῦ Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας φωτισμένος διδάσκαλος μὲ μεγάλη ἐμπειρία καὶ πανελλήνια φήμη. Ἔτσι ἄρχισαν νὰ προσπαθοῦν νὰ πείσουν τὸν Ἀθανάσιο νὰ παραμείνει στὴν Χίο καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν διδασκαλία στὴν ὑπὸ ἵδρυση σχολή. Ὁ Ἀθανάσιος δέχθηκε τελικὰ νὰ παραμείνει προσωρινὰ στὴν Χίο καὶ νὰ διδάξει στὴν σχολὴ μέχρι νὰ τελειώσει ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος (1787 -1792), ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη ξεσπάσει. Ὅμως ἡ παραμονὴ τοῦ Ἀθανασίου στὴν Χίο παρατάθηκε, ἀφοῦ ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ὁ πόλεμος δὲν εἶχε σταματήσει, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ οἱ Χίοι ἄρχισαν νὰ ἀσκοῦν πιέσεις στὸν Ἀθανάσιο νὰ παραμείνει στὸ νησὶ καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν σχολαρχία καὶ τὸ διδακτικὸ ἔργο τῆς Σχολῆς τῆς Χίου. Μάλιστα γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ζητήθηκε ἡ βοήθεια καὶ ἡ μεσολάβηση τοῦ φίλου καὶ ὁμόφρονός του, Ἁγίου Μακαρίου του Νοταρᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κορίνθου, ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐγκαταβιώνει στὴν Χίο, καθὼς καὶ τοῦ Ὁσίου Νήφωνος τοῦ Κοινοβιάρχου. Ἔτσι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσωρινῆς ἤδη παραμονῆς τοῦ Ἀθανασίου στὴ Χίο ἄρχισε ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς τῆς Χίου, ἡ ὁποία ἐπισήμως λειτούργησε τὸ 1792. Σχολάρχης ἀνέλαβε ὁ ἴδιος ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ ὁποῖος διατήρησε τὴν θέση αὐτὴ μέχρι τὸ 1811. Ἡ περίφημη Σχολὴ τῆς Χίου ἀπέκτησε πανελλήνια φήμη καὶ ἀκτινοβολία, ἀφοῦ μὲ τὴν φωτισμένη πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Διδασκάλου καὶ Σχολάρχου της, Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, κατέστη ἡ πνευματικὴ κυψέλη, στὴν ὁποία καλλιεργήθηκαν τὰ ἑλληνοχριστιανικὰ ἰδεώδη καὶ ἡ ἀνάγκη διατήρησης τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως ὡς ἀσπίδας προστασίας ἀπέναντι στὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα τοῦ Διαφωτισμοῦ, τὸ ὁποῖο ὠθοῦσε πρὸς τὸν ὀρθολογισμὸ καὶ τὴν ἀθεΐα. Ἐνδεικτικὸ εἶναι ὅτι στὴν Σχολὴ τῆς Χίου φοίτησαν μαθητὲς ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, τὴν Κρήτη, τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, τὴν Σμύρνη, τὴν Θεσσαλονίκη καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη. Παρόλο ὅμως ποὺ ἡ Σχολὴ τῆς Χίου εἶχε ἀποκτήσει μεγάλη φήμη καὶ εἶχε διαγράψει μία ἀνοδικὴ πορεία καὶ ἄνθηση χάρη στὸν σοφό, πολυμαθῆ, ἐργατικὸ καὶ καταξιωμένο διδάσκαλό της, Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιὰ τὶς σπάνιες ἀρετὲς καὶ τὸν ἀνεπίληπτο βίο του, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν Σχολὴ τὸ 1811, κατηγορούμενος ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικοὺς ἀντιπάλους του ὡς συντηρητικὸς καὶ ὡς φλογερὸς ζηλωτὴς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.
.           Μετὰ ἀπὸ τὴν παραίτησή του ἀποσύρθηκε στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ρεστᾶ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται βορειοδυτικά τῆς πόλεως τῆς Χίου καὶ ἱδρύθηκε τὸ 1770 ἀπὸ τὸν Χίο μοναχὸ Νεῖλο τὸν Καλόγνωμο ποὺ ὑπῆρξε συμμοναστὴς τοῦ Ἁγίου Μακαρίου του Νοταρᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στὸ γαλήνιο καὶ καταπράσινο περιβάλλον τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ρεστᾶ ἐγκαταβίωσε ἔχοντας ὡς συνοδεία του τὸν ἱερομόναχο Ὅσιο Νικηφόρο τὸν Χίο (1750 – 1821) καὶ τὸν ἱερομόναχο Ἰωσὴφ τὸν ἐκ Φουρνᾶ τῆς Εὐρυτανίας. Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο στὴν προσευχή, τὴν νηστεία καὶ τὶς ἀγρυπνίες, ἀλλὰ καὶ στὸ πολυσχιδὲς συγγραφικό του ἔργο. Σὲ ἡλικία ἐνενήντα δύο ἐτῶν καὶ συγκεκριμένα στὶς 24 Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1813 παρέδωσε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμα του στὸν δικαιοκρίτη καὶ στεφανοδότη Κύριο, τὸν Ὁποῖο σὲ ὅλη του τὴν ἐπίγεια πορεία ὑπηρέτησε καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ ξεχωριστὸ σθένος. Ἐνταφιάσθηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ καθολικοῦ καὶ μάλιστα στὸν ἴδιο χῶρο, ὅπου παλαιότερα εἶχε ἐνταφιασθεῖ ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μονυδρίου, Νεῖλος ὁ Καλόγνωμος.
.           Ὁ λαμπρὸς καὶ ἐπιφανὴς αὐτὸς διδάσκαλος μὲ τὴν ἀνεκτίμητη πνευματικὴ προσφορὰ στὸ ἑλληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη ἐπίσημα στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στὶς 9 Ἰανουαρίου 1995, ἡ δὲ μνήμη του καθιερώθηκε νὰ τιμᾶται στὶς 24 Ἰουνίου, τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς ὀσιακῆς κοιμήσεώς του στὴ μυροβόλο καὶ ἁγιοτόκο νῆσο Χίο. Δέκα ἔτη μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη κατάταξή του στὸ ὀρθόδοξο ἁγιολόγιο καὶ συγκεκριμένα στὶς 25 Ἰουνίου 2005 τελέσθηκαν μὲ τὴν πρέπουσα ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρὸ Ἀμβρόσιο Στάμενα (… 25 Μαρτίου 2008) τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἀνεγερθέντος στὸ χωριὸ Κῶστος Πάρου περικαλλοῦς Ἱεροῦ Ναοῦ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου.
.           Ἡ μνήμη του τιμᾶται ἐπίσης στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Μαρίνης Ἀντιπάρου, ἀλλὰ καὶ στὸν Ἱερὸ Ἐνοριακὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λιβαδίων πόλεως Χίου, ὅπου τὸ ἀριστερό του κλίτος (παραβῆμα) τιμᾶται ἀπὸ τὶς 24 Ἰουνίου 2001 στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι τὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ρεστᾶ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ 1811 μέχρι τὴν ὀσιακή του κοίμηση στὶς 24 Ἰουνίου 1813, περιῆλθε τὸ 1998 στὴν ἐνορία Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λιβαδίων, τῆς ὁποίας ἔκτοτε ἀποτελεῖ μετόχιο. Λείψανα τοῦ Ἁγίου φυλάσσονται στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Χριστοῦ Λιβαδίων Χίου (τμῆμα τῆς τιμίας κάρας), Ἁγίου Ἀθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Ἑκατονταπυλιανῆς Πάρου καὶ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου Χώρας Νάξου, ἐνῶ τὴν ἀσματική του ἀκολουθία ἐποίησε ὁ Μοναχὸς Γεράσιμος ὁ Μικραγιαννανίτης. Ἀξιολογότατο εἶναι καὶ τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, ἀφοῦ χάρη στὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα ἀναδείχθηκε μὲ τὴν διδασκαλία καὶ τὶς συγγραφές του ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους καὶ πολυγραφότερους θεολόγους καὶ διδασκάλους στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα. Τὰ φερόμενα ἔργα του ὑπολογίζονται σὲ 85 καὶ κατατάσσονται στὶς ἑξῆς κατηγορίες: Ἀντιρρητικὰ – Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Ἁγιογραφικὰ – Ὑμνολογικά, Ὁμιλίες – Λόγοι καὶ Ἐπιστολές.
.           Ἡ πνευματικὴ προσφορὰ τοῦ λαμπροῦ διδασκάλου τοῦ Γένους καὶ ἀκαταπονήτου ἀγωνιστοῦ τῶν δογμάτων τῆς πίστεώς μας καὶ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, ὑπῆρξε ἀνεκτίμητη καὶ πολυτιμότατη γιὰ τὴν διατήρηση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ Γένους μας. Ὁ «ἄκρος ζηλωτὴς τῶν πατρώων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν βιογράφο του, Ἀνδρέα Ζ. Μάμουκα, πρξε βαθύτατα πατερικς κα συχαστικς κα ναδείχθηκε γετικ κα δυναμικ στέλεχος το κολλυβαδικο κινήματος, γωνιζόμενος μ σθένος γι τὴν διατήρηση τς σχέσεως το λληνορθοδόξου Γένους μας μ τν παράδοση, δηλαδὴ μ τν μαλ κα πρόσκοπτη συνέχεια τς ν Χριστ ζως. Παράλληλα ἀγωνίσθηκε καὶ γιὰ τὴν ὕπαρξη μίας παιδείας, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ στηρίζεται στὴν παράδοση τοῦ Γένους, νὰ μὴν θεοποιεῖ τὴν γνώση καὶ νὰ ἀποκαθαίρει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πάθη, καθιστώντας τον ἠθικὸ καὶ ἐνάρετο. ερυμαθς κα σοφς γιος θανάσιος Πάριος πρξε βαθύτατα εσεβς κα ξαιρετικ φιλακόλουθος, θεωρώντας τν ρθόδοξη πίστη ς καθολικ τρόπο παρξης κα τὴν λατρεία ς χρο μέσα στν ποο διασώζεται παράδοση π τν ποο ξεκιν λλοτρίωσή της μ τ πρόσχημα τς «νανεώσεως». Γι’ αὐτὸ καὶ ἔδινε ἰδιαίτερη σημασία στὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς οἱ κύριοι συντελεστὲς γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀκμὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδιαίτερη πνευματικὴ βαρύτητα εἶχε γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο ἡ τιμὴ τῶν νεομαρτύρων, ἀφοῦ πρότεινε «νὰ τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἢ νὰ τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι μὲ τὴν τιμή τους ἀναπτερώνεται τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ συναίσθημα τοῦ ὑπόδουλου λαοῦ καὶ ἐνδυναμώνεται ἡ πίστη στὰ δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ἀξιομνημόνευτη ἦταν ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ ἀφιλαργυρία του, δεδομένου ὅτι ἀπεβίωσε πάμπτωχος μὲ μοναδικὴ περιουσία μία ἐνδυμασία, ἕναν λύχνο καὶ ἕνα μελανοδοχεῖο. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος συνέχισε τὴν παράδοση τῶν ἀνυπέρβλητων μαχητικῶν ἱεραρχῶν, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (1357) καὶ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ (1444) καὶ σκησε ντονη κριτικ στν Ερώπη κα τὴν Δύση πο γι’ ατν ταν ννοιες ταυτόσημες. τσι δικαιολογεται κα σθεναρός του γώνας ναντίον τς «θεΐας» κα το πνεύματος το Διαφωτισμο. Μὲ τὸν ὄρο «ἀθεΐα» καὶ «ἄθεος» δὲν ἐννοοῦσε μόνο τὴν ἀπόρριψη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν Πατέρων ἡμῶν ποὺ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Παράλληλα ἀντιμαχόταν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῶν ἰδεολογικῶν συνθημάτων τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ἡ ὁποία ἔκανε λόγο γιὰ ἐλευθερία, ἰσότητα καὶ ἀδελφοσύνη, ἐνῶ ἦταν ἐναντίον καὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ καταφεύγουν νὰ σπουδάσουν στὶς ἀκαδημίες τῆς Εὐρώπης, διότι προσπαθοῦσαν νὰ ὑποκαταστήσουν τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση μὲ ἰδεολογίες ξένες πρὸς τὴν πίστη μας, τὶς ὁποῖες χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». Οἱ θέσεις του γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ τὴν παιδεία τῆς ἔγιναν ἀντικείμενο τέτοιας ἀρνητικῆς κριτικῆς ἀπὸ τοὺς ὑπερμάχους τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψεως καὶ τοὺς ἐπιφανεῖς λογίους της ἐποχῆς του, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής, ὥστε τὸν θεωροῦσαν «συντηρητικὸ» διδάσκαλο, ἄνθρωπο «περιορισμένου πνευματικοῦ ὁρίζοντος», σύμβολο τοῦ «σκοταδισμοῦ» καὶ ἐκφραστὴ τῆς «ἀντίδρασης». Ὅμως ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος μιμούμενος τοὺς ἀρχαίους ἀπολογητὲς τῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβε νὰ ἀποκρούσει τὶς κατηγορίες ἐναντίον τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἰδιαίτερα τὶς ἀμφισβητήσεις τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀθέων ὀπαδῶν τοῦ Βολταίρου, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψή του ὁ εὐρωπαϊκὸς Διαφωτισμὸς συνδεδεμένος μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ υἱοθετηθεὶς μὲ τὴν Γαλλικὴ Ἐπανάσταση ἀπὸ τὸ γαλλικὸ ἔθνος, ἦταν πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνος ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες αἱρέσεις. Ἐπικριτικὴ ἦταν καὶ ἡ θέση του γιὰ τὸν Παπισμό, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν φτώχεια τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπεδίωξε νὰ τὸν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ νὰ τὸν προσδέσει στὸν Παπισμὸ ποὺ εἰσήγαγε τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὴν φιλοσοφία στὴ Θεολογία καὶ κατήργησε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Ἡ κατὰ τὸ ἔτος 2013 ἐπετειακὴ συμπλήρωση διακοσίων ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὀσιακὴ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπανεκτιμήσουμε στοὺς σημερινοὺς χαλεποὺς καιρούς μας τὴν βαρυσήμαντη πνευματικὴ ἀξία τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεως, τῆς ὁποίας ἀνυποχώρητος ὑπερασπιστὴς ὑπῆρξε ὁ ὀσιακῶς κοιμηθεὶς στὴν εὐλογημένη γῆ τῆς μυροβόλου καὶ ἁγιοτόκου νήσου Χίου στὶς 24 Ἰουνίου 1813, Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ μεγάλος αὐτὸς διδάσκαλος τοῦ Γένους, ὁ πολυγραφότατος συγγραφέας, ὁ θαρραλέος ὁμολογητὴς τῆς πίστεώς μας, ὁ γνήσιος ἐκφραστὴς τῆς πατερικῆς παραδόσεως, ὁ σθεναρὸς ὑπέρμαχος τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς παιδείας.

Βιβλιογραφία

 – Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (1721 -1813), Πρακτικὰ Πνευματικοῦ Συμποσίου, Ἔκδοση Χιακῆς Ἀδελφότητος Ἀττικοβοιωτίας «Ὁ Κοραῆς», Ἀθῆναι 2004.

– Χαλκιᾶ –Στεφάνου Πόπης, Οἱ Ἅγιοι τῆς Χίου, Β΄ Ἔκδοσις, Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος, Ἀθῆναι 2008.

 – Χαροκόπου Ἀντωνίου Ν., Ἡ περιώνυμη Μεγάλη Σχολὴ τῆς Χίου –Τὸ ἱστορικὸ «Γυμνάσιο Χίου», Ἐκδοτικὸς Οἶκος Ἁφῶν Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006.

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε