Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Β´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 215-222.

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.           Μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια εἶπε στὴ μητέρα ὁ Κύριος μὴ κλαῖε! Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸ προχώρησε στὸ ἔργο.
.         «Καὶ προσελθὼν ἤψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι» (Λουκ. ζ´ 14). Τὸ ἄγγιγμα τῶν νεκρῶν ἢ τῶν πραγμάτων ποὺ βρίσκονταν κοντά του ἀπαγορευόταν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ἀκάθαρτο. Ἡ καθιέρωση αὐτὴ εἶχε νόημα τότε ποὺ ὁ Θεὸς καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἦταν περισσότερο σεβαστὰ στὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ὅταν ὅμως ἡ πραγματικὴ εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ μειώθηκε, ὅπως κι ὁ σεβασμὸς γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωή, τότε πολλὲς ἐντολές, ἀνάμεσά τους κι αὐτὴ γιὰ τὸ ἄγγιγμα τῶν νεκρῶν, ἔγιναν δεισιδαιμονίες καὶ κέρδισαν προτεραιότητα ἀπὸ τὶς μέγιστες ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, γιὰ παράδειγμα, ἀνῆκαν ἡ περιτομὴ καὶ ἡ ἀργία τοῦ Σαββάτου. Τὸ πνεῦμα τῶν ἐντολῶν αὐτῶν χάθηκε καὶ στὴ θέση του ἔμεινε τὸ πνεῦμα μίας θεοποίησης τῆς βερμπαλιστικῆς μορφῆς τοῦ Νόμου.
.             Χριστς ποκατέστησε τ πνεμα κα τ ζω τν νόμων ατν. Οἱ καρδιὲς τῶν ἀρχόντων τοῦ λαοῦ ὅμως, τῶν τηρητῶν τοῦ Νόμου, εἶχαν τόσο πολὺ σκοτιστεῖ καὶ σκληρυνθεῖ, ὥστε ἀναζητοῦσαν νὰ θανατώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ θεράπευε τοὺς ἀρρώστους τὸ Σάββατο. Γι’ αὐτοὺς ἡ τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου ἄξιζε περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, περισσότερο κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος δὲν ἀντιδροῦσε στὴν ὀργὴ τῶν πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ ἀξιοποιεῖ κάθε εὐκαιρία, γιὰ νὰ τονίσει πὼς ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἀξίζουν περισσότερο ἀπὸ τὶς νεκρὲς παραδόσεις καὶ τὰ ἔθιμα. Τὸ ἴδιο προσπάθησε νὰ κάνει καὶ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε τὸ Νόμο καὶ ἄγγιξε τὸ φέρετρο ὅπου κείτονταν τὸ νεκρὸ παιδί. Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ὅμως ἦταν τόσο ἀποστομωτικό, ὥστε οἱ ἀπορημένοι Ἰουδαῖοι πρεσβύτεροι δὲν τόλμησαν ν’ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους καὶ νὰ διαμαρτυρηθοῦν.
.                Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι! Ὁ Κύριος ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στὸ νεκρὸ παιδὶ στὸ ὄνομά Του, εἶπε σοὶ λέγω, ὄχι ὅπως οἱ προφῆτες Ἠλίας καὶ Ἐλισαῖος, ποὺ προσευχήθηκαν στὸν Θεὸ καὶ τοῦ ζήτησαν ν’ ἀναστήσει τοὺς νεκρούς. Ἐκεῖνοι ἦταν δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἦταν ὁ μονογενὴς Υἱός Του. Μὲ τὴ θεϊκὴ ἐξουσία ποὺ εἶχε ὁ Κύριος ἔδωσε ἐντολὴ στὸ παιδὶ νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ ξαναγυρίσει στὴ ζωή. Σοὶ λέγω! Μὲ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ δὲν εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ Κύριος σὲ ἄλλη περίπτωση ἀνάστασης νεκροῦ, ἤθελε νὰ δείξει καὶ νὰ ξεκαθαρίσει πὼς ἔκανε τὸ ἔργο αὐτὸ μόνο μὲ τὴ δική Του δύναμη. Ἤθελε νὰ δείξει μ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα πὼς ἔχει ἐξουσία καὶ στοὺς νεκρούς, ὅπως στοὺς ζωντανούς. Τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν ἔγινε μὲ τὴν πίστη τῆς μητέρας τοῦ παιδιοῦ, ὅπως στὴν περίπτωση τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. Ἀλλὰ καὶ κανένας στὴν πομπὴ τῆς κηδείας δὲν περίμενε νὰ δεῖ τέτοιο μεγάλο θαῦμα, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου. Ὄχι, τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν ἔγινε λόγῳ τῆς δικῆς της πίστης οὔτε κι ἀπὸ τὴν ἀναμονὴ κάποιων, ἀλλ’ ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ δυναμικὸ λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.               «Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ´ 15). Τὸ πλάσμα ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὑπάκουσε τὴν ἐντολή Του. Ἡ ἴδια θεϊκὴ δύναμη ποὺ παλιὰ ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στὸν πηλὸ κι ἀπὸ τὸν πηλὸ ἔγινε ὁ ἄνθρωπος, τώρα ἔδινε πνοὴ καὶ ξανάφερνε στὴ ζωὴ στὸ νεκρὸ παιδί. Ἔκανε πάλι τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορεῖ, τὰ μάτια νὰ βλέπουν, τ’ αὐτιὰ ν’ ἀκοῦν, τὴ γλώσσα νὰ μιλάει, τὰ κόκκαλα καὶ τὸ σῶμα νὰ κινοῦνται. Ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου Της καὶ γύρισε ἀμέσως στὸ σῶμα της, ὑπακούοντας στὴν ἐντολή Του.
.               Ὁ ὑποτελὴς ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Βασιλιᾶ κι ἀνταποκρίθηκε. Τὸ παιδὶ ἀνακάθησε στὸ φέρετρο καὶ ἤρξατο λαλεῖν. Γιατί ἄρχισε ἀμέσως νὰ μιλάει; Γιὰ νὰ μὴ νομίσουν οἱ ἄνθρωποι πὼς αὐτὸ ἦταν κάποιο μαγικὸ δράμα ἢ πὼς κάποιο φάντασμα μπῆκε στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ καὶ τὸν ἀνασήκωσε στὸ φέρετρο. Ἔπρεπε ν’ ἀκούσουν ὅλοι τὰ λόγια τοῦ ἀναστημένου παιδιοῦ, ὥστε νὰ μὴ μείνει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία πὼς ἦταν πραγματικὰ τὸ ἴδιο τὸ παιδὶ κι ὄχι κάποιος ἄλλος μέσα του. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ὁ Κύριος πῆρε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ φέρετρο καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ, τὸ παρέδωσε στὴ μητέρα του. Ὅταν ἡ μητέρα κατάλαβε τί ἔγινε καὶ πῆρε τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της, τότε ἀπαλλάχτηκαν κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν στὴν πομπὴ ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν ἀμφιβολία. Χριστς πρε π τ χέρι τ παιδ κα τ δωσε στ μητέρα του, γι ν τς δείξει πς τς τ δινε χάρισμα τώρα, πως κι ταν τ γεννοσε. ζω εναι δρο το Θεο. Ὁ Θεὸς δίνει ζωὴ σὲ κάθε ἄνθρωπο μὲ τὸ δικό Του χέρι. Δὲν διστάζει νὰ πάρει κάθε πλασμένο ἄνθρωπο χωριστὰ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ νὰ τὸν στείλει σ’ αὐτὴν τὴν ἐπίγεια, τὴν πρόσκαιρη ζωή. Ὁ Κύριος λοιπὸν πῆρε καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἀνέστησε καὶ τὸ ἔδωσε στὴ μητέρα του γιὰ νὰ τῆς δείξει πὼς δὲν τῆς εἶπε “μὴ κλαῖε” μάταια. Ὅταν τῆς τὸ εἶπε αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦ νὰ τὴν παρηγορήσει, ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ ἡ θλιμμένη μητέρα θὰ τὰ εἶχε ἀκούσει ἴσως κι ἀπὸ πολλοὺς γνωστούς της, ἀλλὰ καὶ μὲ μία πράξη ποὺ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα μία ἀπρόβλεπτη καὶ τέλεια παρηγοριά.
.               Τελικὰ ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ διδάξει καὶ μᾶς πώς, ὅταν κάνουμε ἕνα καλὸ ἔργο, πρέπει νὰ τὸ κάνουμε ὅσο μποροῦμε προσωπικά, προσεκτικὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά μας, ὄχι μέσῳ ἄλλων, ἀπρόσεκτα καὶ βαριεστημένα. Προσέξτε πόση ἀγάπη καὶ στοργὴ ὑπάρχει σὲ κάθε λέξη καὶ κάθε κίνηση τοῦ Κυρίου μας! Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὅπως καὶ σ’ ὅσες ἀνάλογες προηγήθηκαν ἢ ἀκολούθησαν, δείχνει πὼς ὄχι μόνο εἶναι τέλειο κάθε χάρισμα καὶ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κι ὁ τρόπος ποὺ τὰ δίνει εἶναι ἐπίσης τέλειος.
.               «Ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ» (Λουκ. ζ´ 16). Μὲ τὴν προσεκτικὴ συμπεριφορά Του πρὸς τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ διώξει τὸν φόβο γιὰ τέρατα καὶ μαγεῖες, ὁ φόβος ὅμως ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπάρχει μέσα τους. Ἀλλὰ ὁ φόβος αὐτὸς ἦταν καλός, γιατί ἦταν φόβος Θεοῦ καὶ προκαλοῦσε τὴ δοξολογία στὸν Θεό. Ὁ λαὸς ὀνόμασε τὸν Χριστὸ μεγάλο προφήτη ποὺ ὁ Θεὸς εἶχε ὑποσχεθεῖ ἀπὸ παλιὰ πὼς θὰ στείλει στὸν Ἰσραὴλ (βλ. Δευτ.ιη´18). Ὁ λαὸς δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἀκόμα πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἦταν καλὸ ὅμως ποὺ τὸ πνεῦμα τους, ποὺ ἦταν σκοτισμένο καὶ καταπιεσμένο ἀπὸ ξένους κατακτητές, μποροῦσε νὰ βλέπει τὸν Χριστὸ ὡς μεγάλο προφήτη. Ἂν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, ποὺ εἶχαν δεῖ τὰ πολυάριθμα θαύματα τοῦ Χριστοῦ, εἶχαν φτάσει σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο κατανόησης ποὺ εἶχαν οἱ ἁπλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι, θὰ εἶχαν γλιτώσει ἀπὸ τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα τῆς καταδίκης καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ καθένας ὅμως ἐνεργεῖ ὅπως ἐκεῖνος θεωρεῖ φυσικό, ἀκολουθεῖ τὸ δικό του πνεῦμα καὶ τὴ δική του καρδιά. Ὁ Χριστὸς ἐπανέφερε τὸν νεκρὸ στὴ ζωή, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι πρεσβύτεροι ἀφαίρεσαν τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν Ζῶντα. Ἐκεῖνος ἀγαποῦσε τὸν ἄνθρωπο, αὐτοὶ ἦταν δολοφόνοι τῶν ἀνθρώπων – καὶ τοῦ Θεοῦ.
.           Ἐκεῖνος ἦταν θαυματουργὸς καλῶν ἔργων, αὐτοὶ ἦταν ἐκτελεστὲς ἐγκλημάτων. Στὸ τέλος ὅμως οἱ κακοῦργοι πρεσβύτεροι δὲν μπόρεσαν νὰ πάρουν ἄλλη ζωή, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ δική τους. Ὅλοι οἱ προφῆτες ποὺ εἶχαν θανατωθεῖ, ζοῦσαν παντοτινὰ μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ ἀνθρώπους, ἐνῶ οἱ φονευτὲς κρύβονταν σὰν φίδια στὴ σκιὰ τῶν προφητῶν αὐτῶν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ καὶ δέχονταν ἀπὸ κάθε γενιὰ τὴν κατάκριση καὶ τὸ ἀνάθεμα. Ἔτσι λοιπόν, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ δὲν σκότωσαν Ἐκεῖνον, ἀλλὰ τὸν ἑαυτό τους.

* * *

.           Ἐκεῖνος ποὺ ἀνέστησε τόσο εὔκολα ἐκ νεκρῶν ἄλλους, ἀνέστησε καὶ τὸν ἑαυτό Του. Φανερώθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ ὡς μέγιστο Φῶς, ποὺ ὅσο φαίνεται πὼς σβήνει, μετὰ ἀστράφτει καὶ λάμπει πολὺ περισσότερο. Σ’ αὐτὸ τὸ φῶς ζοῦμε ὅλοι, ἀναπνέουμε καὶ εὐφραινόμαστε. Τὸ Φῶς αὐτὸ θ’ ἀποκαλυφθεῖ καὶ πάλι καὶ μάλιστα σύντομα, σὲ νεκροὺς καὶ ζωντανούς. Αὐτὸ θὰ γίνει, ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἔρθει στὴ συντέλεια τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας, γιὰ ν’ ἀναστήσει τοὺς νεκροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους καὶ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ ἔζησαν στὴ γῆ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Τότε θ’ ἀποδειχτεῖ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ καὶ μάλιστα στὴν πληρότητά της, ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Σωτήρα μας: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας στὴ Ναΐν ἔγινε τόσο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴ θλιμμένη μάνα, ὅσο καὶ γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη στὴν ἔσχατη καὶ καθολικὴ ἀνάσταση, στὸ Θαῦμα τῶν θαυμάτων, στὴν κρίση τῶν κρίσεων, στὴ χαρὰ κάθε χαρᾶς.
.             Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Advertisements

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ
Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Α´
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 201-215.

.               Πολλοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ αὐτοτιτλοφοροῦνται «Σωτῆρες τῆς ἀνθρωπότητας». Ποιός ἀπ’ ὅλους τους ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν θάνατο; Στὴν ἱστορία ἔχουμε δεῖ πολλοὺς κατακτητές. Κανένας τοὺς ὅμως δὲν νίκησε τὸν θάνατο. Στὴ γῆ γνωρίσαμε πολλοὺς βασιλιάδες ποὺ εἶχαν ἑκατομμύρια ὑποτελεῖς. Κανένας τους ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ μετρήσει στοὺς ὑποτελεῖς του καὶ τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς.
.               Κανένας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μοναδικὸ Ἕνα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Ἐκεῖνον ποὺ μαζί Του δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ κανένας. Δὲν εἶναι μόνο ὁ Νέος Ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Νέος Κόσμος, ὁ Δημιουργός Του. Ὄργωσε τὸν ἀγρὸ ζώντων καὶ νεκρῶν κι ἔσπειρε καὶ στοὺς δυὸ τὸν καινούργιο σπόρο τῆς ζωῆς. Οἱ νεκροὶ μπροστά Του εἶναι ὅπως κι οἱ ζωντανοί, οἱ ζωντανοὶ ὅπως οἱ νεκροί. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἐμπόδιο στὴ βασιλεία Του. Παραμέρισε τὸ ἐμπόδιο αὐτὸ κι ἄνοιξε τὴ βασιλεία Του στὴν ἱστορία, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα ὣς τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὴ γῆ. Κοίταξε τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπ’ ὅ,τι βλέπουμε ἐμεῖς οἱ θνητοί. Κοίταξε καὶ εἶδε πὼς ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸν σωματικὸ θάνατο, πὼς ἡ πραγματικότητα τοῦ θανάτου γιὰ μερικοὺς ἀνθρώπους ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸν σωματικό τους θάνατο. Πολλοὺς ζωντανούς τοὺς βλέπει στὸν τάφο, πολλοὺς νεκροὺς σὲ σώματα ζωντανά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. ι´ 28), εἶπε ὁ ἴδιος στοὺς ἀποστόλους Του. Ὁ σωματικὸς θάνατος δὲν συνεπάγεται καὶ τὸν ψυχικὸ θάνατο. Αὐτὸς προκαλεῖται μόνο ἀπὸ τὴ θανάσιμη ἁμαρτία πρὶν ἢ καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ξέχωρα ἀπ’ αὐτόν.
.               Μὲ τὴν πνευματικὴ ματιά Του ὁ Κύριος διαπερνᾶ τὸν χρόνο, ὅπως ἡ ἀστραπὴ τὰ σύννεφα. Οἱ ζωντανὲς ψυχὲς τόσο ἐκείνων ποὺ πέθαναν πρὸ πολλοῦ ὅσο καὶ αὐτῶν ποὺ δὲν γεννήθηκαν ἀκόμα ἐμφανίζονται μπροστά Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ εἶδε σὲ ὅραμα μία πεδιάδα γεμάτη ὀστᾶ νεκρῶν καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει ἂν τὰ ὀστᾶ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀναζωογονηθοῦν, ὡσότου τοῦ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος. «Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα;», τὸν ρώτησε ὁ Κύριος, «καὶ εἶπα· Κύριε Κύριε, σὺ ἐπίστῃ ταῦτα» (Ἰεζ. λζ´ 3). Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε νεκρὰ ὀστᾶ, ἀλλὰ τὰ ζωντανὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν μέσα τους. Τὸ σῶμα καὶ τὰ ὀστᾶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι παρὰ τὸ περίβλημα κι ὁ ἐξοπλισμὸς τῆς ψυχῆς. Τὸ περίβλημα αὐτὸ γερνάει καὶ γίνεται σὰν φθαρμένο ροῦχο. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ξαναντύσει μὲ αὐτὸ τὴν ψυχὴ ποὺ ἀναχώρησε.
.               Χριστς ρθε γι νπαλλάξει τν νθρωπο π τν ρχαο φόβο, λλ κα ν δημιουργήσει ναν καινούργιο φόβο σ’ ατος πο μαρτάνουν. ρχαος φόβος το νθρώπου ταν σωματικς θάνατος. καινούργιος φόβος εναι πνευματικς θάνατος. Καὶ τὸν φόβο αὐτὸν ὁ Χριστὸς τὸν ἐνίσχυσε, τὸν ἔκανε πιὸ δυνατό. Ὁ φόβος τοῦ σωματικοῦ θανάτου ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση βοήθειας ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ἐγκαθίστανται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, σκορπίζονται σ’ αὐτὸν καὶ πιάνονται ἀπ’ αὐτόν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ σιγουρέψουν τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαμονὴ γιὰ τὸ σῶμα τους, νὰ διανύσουν ἕνα ταξίδι ὅσο μεγαλύτερο καὶ ἀβασάνιστο γίνεται. Ὁ Κύριος ὅμως λέει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πλούσιος ὁλικὰ ἀλλὰ φτωχὸς πνευματικά: «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Τὸν ἄνθρωπο ποὺ φροντίζει γιὰ τὸ σῶμα του ἀλλὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ψυχή του, ὁ Κύριος τὸν ἀποκαλεῖ ἄφρονα, ἀνόητο. «Οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἔστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ´ 15), εἶπε ἐπίσης ὁ Κύριος. Σὲ τί συνίσταται λοιπὸν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου; Στὴν ἐξάρτησή του ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο Του καὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ ζωοποιεῖ καὶ τὸ σῶμα.
.               Μὲ τὸ λόγο Του ὁ Κύριος ἀνάστησε κι ἀνασταίνει ψυχὲς ἁμαρτωλές, ψυχὲς ποὺ πέθαναν πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο. Ὑποσχέθηκε πὼς θ’ ἀναστήσει τὰ νεκρὰ σώματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἤδη ἀποβιώσει. Μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὰ ζωοποιὰ λόγια Του καὶ μὲ τὰ τίμια δῶρα, τὸ πάναγνο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἀνέστησε κι ἀνασταίνει καὶ σήμερα ἀκόμα νεκρούς. Καὶ θὰ τὸ κάνει αὐτὸ ὢς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαίωσε αὐτὸ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα, ἀφοῦ ἀνέστησε ἀρκετοὺς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, καθὼς καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (Ἰωάν. ε´ 25). Πολλοὶ νεκροὶ ἄκουσαν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναστήθηκαν. Ἕνα τέτοιο παράδειγμα ἔχουμε ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.

* * *

.               Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς «ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολὺς» (Λουκ. ζ´ 11). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε λίγο μετὰ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δούλου τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου στὴν Καπερναούμ. Ὁ Κύριος εἶχε σφοδρὴ ἐπιθυμία καὶ βιαζόταν νὰ κάνει ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερα καλὰ ἔργα καὶ νὰ δώσει ἔτσι ὑπέροχο παράδειγμα στοὺς πιστούς Του. Μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ μὲ κατεύθυνση τὸ ὄρος Θαβώρ. Ἐκεῖ, πέρα ἀπὸ τὸ ὄρος, στὶς πλαγιὲς τοῦ ὄρους Ἐρμών, βρίσκεται ὣς τὶς μέρες μας ἡ Ναΐν, ποὺ κάποτε ἦταν ὀχυρωμένη πόλη. Ὁ Κύριος ταξίδευε μὲ τὴ συνοδεία πολλῶν μαθητῶν καὶ πλήθους λαοῦ. Εἶχαν δεῖ ὅλοι τους πολλὰ θαύματα στὴν Καπερναοὺμ καὶ ἤλπιζαν νὰ δοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν περισσότερα, γιατί τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχαν ἀκουστεῖ ὣς τότε στὸν Ἰσραήλ, ἐνῶ τὰ λόγια Του ἦταν σὰν ποτάμια ποὺ ἔρρεαν μέλι καὶ γάλα.
.               «Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρί αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. ζ´ 12). Ὁ Κύριος μόλις εἶχε προσεγγίσει τὴν πύλη τῆς πόλης μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε, ὅταν συνάντησε μία πομπὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν πόλη, συνοδεύοντας ἕνα νεκρὸ παιδί. Ἔτσι συναντήθηκαν ὁ Κύριος μὲ τὸ δοῦλο. Ὁ χορηγός τῆς ζωῆς συνάντησε τὸν νεκρό. Ὁ νεκρὸς ἦταν ἕνα νεαρὸ παιδί, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὴν διήγηση, ὅτι ὁ Κύριος τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν ζωή. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ πρέπει νὰ προερχόταν ἀπὸ πλούσια κι ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ τὴν συνόδευε στὴν κηδεία.
.               «Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´ 13). Τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ συνόδευε τὴ χήρα φαίνεται πὼς τό ᾽κανε γιὰ χάρη της, λόγῳ τῆς κοινωνικῆς της θέσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἰσχυρὸ χτύπημα ποὺ δέχτηκε μὲ τὸν θάνατο τοῦ μοναχογιοῦ της. Ἡ θλίψη τῶν ἀνθρώπων γύρω της πρέπει νὰ ἦταν πολὺ μεγάλη. Κι αὐτὸ πρέπει νὰ ἔκανε μεγαλύτερη τὴν θλίψη τῆς μητέρας καὶ αὔξησε τὰ δάκρυα ἀπόγνωσης καὶ τὸν ὀδυρμό της. Ἂν κι ἀναζητοῦμε ἄλλους γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὴν θλίψη μας, ὅταν ὁ θάνατος ἀποσπᾶ βίαια κάποιον δικό μας ἄνθρωπο, ἡ συμμετοχὴ τους συνεισφέρει πολὺ λίγο στὸ νὰ μειώσει τὴν θλίψη καὶ τὸν πόνο μας. Ὅταν ἡ ἀδυναμία παρηγορεῖ τὴν ἀδυναμία, τότε κι ἡ παρηγοριά θά ᾽ναι ἀδύναμη. λοι σοι παραστέκονται σνα νεκρ σμα, κυριεύονται π να περίεργο συναίσθημα πο δύσκολα ξωτερικεύεται. Κι ατ εναι ντροπή. Ο νθρωποι χι μόνο φοβονται τὸν θάνατο, λλ κα ντρέπονται γι’ ατό. ντροπ ατ εναι πόδειξη – πολ μεγαλύτερη π τὸν φόβο – πς θάνατος εναι συνέπεια τς μαρτίας το νθρώπου. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος ντρέπεται ν’ ἀποκαλύψει στὸ γιατρὸ τὶς κρυφὲς πληγές του, ἔτσι κι ὅσοι ἔχουν συνείδηση ντρέπονται τὴ θνητότητά τους. ντροπ ατ γι τὸν θάνατο μς δηγε στν πόδειξη τς θάνατης καταγωγς μας κα το θάνατου προορισμο μας. Τὰ ζῶα ὅταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σὰ νὰ νιώθουν ντροπὴ ποὺ εἶναι θνητά. Φανταστεῖτε πόση εἶναι ἡ ντροπὴ ἐκείνων ποὺ εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένοι!
.               Σὲ τί χρησιμεύουν ὅλα τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια μας, ὅλη ἡ ματαιότητά μας, ὅλες οἱ τιμὲς καὶ οἱ δόξες μας, τὴν ὥρα ποὺ νιώθουμε ὅτι κομματιάζεται τὸ ἐπίγειο δοχεῖο ὅπου κατοικήσαμε ὅσο ζούσαμε; Μᾶς κατέχει ντροπὴ τόσο γιὰ τὸ εὔθραυστο τοῦ δοχείου μας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἄφρονα ματαιότητα, μὲ τὴν ὁποία γεμίσαμε τὴ ζωή μας. Σὲ τί χρησιμεύει νὰ τὸ κρύβουμε; Ἡ ντροπὴ μᾶς κατέχει λόγῳ τῆς βρωμιᾶς ποὺ γεμίσαμε τὸ γήινο σαρκίο μας καὶ ποὺ ἐξέρχεται μετὰ τὸν θάνατό μας, ὄχι μόνο πρὸς τὴ γῆ ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἡ οὐσία τοῦ πνεύματος δὲν ἀναδίδει οὔτε ἄρωμα οὔτε δυσοσμία στὸ σῶμα μας. Ἀνάλογα μὲ τὴν ποιότητά μας ὡς ἀνθρώπων καὶ μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔχουμε σωρεύσει μέσα μας ὅσο ζοῦμε, ἀναδίδουμε τὸ ἄρωμα τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος ἔχει ἀγάπη καὶ ἀνοχὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ ἀπόγνωση. Αὐτὸ τὸ διαπιστώνουμε συχνὰ στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Ὅταν τὰ πρόβατα βλέπουν τὸν ποιμένα δὲν λιποψυχοῦν, οὔτε καὶ σκορπίζονται. Ἂν οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τὸν Θεὸ πάντα μπροστὰ στὰ μάτια τους δὲν θὰ λιποψυχοῦσαν, οὔτε καὶ θὰ σκορπίζονταν. Μερικοὶ ὅμως τὸν βλέπουν, ἄλλοι τὸν ἀναζητοῦν γιὰ νὰ τὸν δοῦν, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι τυφλοὶ ἢ ἐμπαίζουν ἐκείνους ποὺ ψάχνουν γιὰ νὰ Τὸν δοῦν. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι λιποψυχοῦν, διασκορπίζονται, γίνεται ὁ καθένας ὁδηγὸς στὸν ἑαυτό του κι ἀκολουθεῖ τὸ δικό του δρόμο.
.               ν ο νθρωποι εχαν στω κα τ μισ φόβο γι τν πανταχο παρόντα Θεό, π’ ατν πο χουν γι τὸν θάνατο, δὲν θ φοβονταν τν τελευταο. Κα μάλιστα δὲν θ γνώριζαν τὸν θάνατο σ’ ατν τν κόσμο. Στὴν περίπτωσή μας ὁ Κύριος ἔνιωσε ἰδιαίτερη συμπάθεια γιὰ τὴν θλιμμένη μητέρα καὶ γι’ αὐτὸ τῆς εἶπε: μὴ κλαῖε. Κοίταξε βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή της καὶ διάβασε ὅλα ὅσα γίνονταν ἐκεῖ. Ὁ σύζυγός της εἶχε πεθάνει, δὲν εἶχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ὁ μοναχογιός της καὶ βρέθηκε ὁλομόναχη. Ποῦ ἦταν ὁ ζωντανὸς Θεός; Μπορεῖ νὰ νιώθει μόνος του κανείς, ὅταν ἔχει συντροφιὰ τὸν Θεό; Μπορεῖ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος νὰ βρεῖ καλλίτερη συντροφιά, πιὸ ἐγκάρδια, ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶναι πιὸ κοντά μας ὁ Θεὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα μας, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας, ἀπὸ τοὺς γιοὺς καὶ τὶς θυγατέρες μας; Μᾶς δίνει παιδιὰ κι ὕστερα μᾶς τὰ παίρνει, μὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Τὸ μάτι Του δὲν κουράζεται νὰ μᾶς παρακολουθεῖ, οὔτε κι ἡ ἀγάπη Του γιὰ μᾶς ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Ὅλη ἡ δυσοσμία τοῦ θανάτου μᾶς βοηθάει νὰ προσκολληθοῦμε περισσότερο στὸν Θεό, τὸν ζῶντα Θεό.
.               Μὴ κλαῖε! Ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ παρηγορήσει τὴν ἀπαρηγόρητη μητέρα. Αὐτὸ τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ δὲν σκέφτεται, ὅπως πολλοὶ ἀπὸ μᾶς, πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ κατεβαίνει στὸν τάφο, μαζὶ μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα του. Τὸ λέει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὴν ψυχὴ τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ, ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ αὐτὴ στὴ δική Του ἐξουσία. Κι ἐμεῖς παρηγοροῦμε αὐτοὺς ποὺ θρηνοῦν μὲ τὰ ἴδια λόγια, ἂν κι οἱ καρδιές μας εἶναι γεμάτες δάκρυα.
.               Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συμπάθειά μας ὅμως νιώθουμε ἀδύναμοι νὰ προσθέσουμε ὁτιδήποτε ἄλλο σ’ ἐκείνους ποὺ θρηνοῦν. Ἡ δύναμη τοῦ θανάτου ἔχει τόσο πολὺ ξεπεράσει τὴ δύναμή μας, ὥστε σερνόμαστε σὰν ἔντομα στὴ σκιά του. Καὶ καθὼς γεμίζουμε τὸν τάφο καὶ σκεπάζουμε τὸ νεκρὸ μὲ χῶμα, νιώθουμε πὼς ἐνταφιάζουμε μαζὶ κι ἕνα μέρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μέσα στὸ νεκρικὸ σκοτάδι τοῦ τάφου.
.               Ὁ Κύριος δὲν εἶπε “μὴ κλαῖε” στὴ γυναίκα, γιὰ νὰ δείξει πὼς δὲν πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς. Ὁ ἴδιος δάκρυσε γιὰ τὸ Λάζαρο (βλ. Ἰωάν. ια´ 35). Θρήνησε προκαταβολικὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ὑπέφεραν μὲ τὴν πτώση τῆς Ἱερουσαλὴμ (βλ. Λουκ. ιθ´ 41-44). Τέλος μακάρισε αὐτοὺς ποὺ πενθοῦν, «ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. ε´ 4). Τίποτα δὲν ἠρεμεῖ καὶ δὲν καθαρίζει τόσο, ὅσο τὰ δάκρυα.
.               Στὴν ὀρθόδοξη μεθοδολογία τῆς σωτηρίας, τὰ δάκρυα εἶναι ἀνάμεσα στὰ πρῶτα μέσα κάθαρσης τῆς ψυχῆς, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ. Ὄχι μόνο πρέπει νὰ κλαῖμε γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζωντανοὺς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως συνέστησε ὁ Κύριος στὶς γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ’ ἐμέ, πλὴν ἐφ’ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν» (Λουκ. κγ´ 28).
.               Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορὰ ἀπὸ δάκρυα σὲ δάκρυα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς Θεσσαλονικεῖς: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσσ. δ´ 13). Δὲν πρέπει νὰ θλιβόμαστε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες κι οἱ ἄθεοι, ποὺ κλαῖνε τοὺς νεκρούς τους σὰ νὰ χάθηκαν ἐντελῶς. Ο χριστιανο δν πρέπει ν κλανε τος νεκρος σν χαμένους λλ σν μαρτωλούς. Ἡ θλίψη τους ἑπομένως πρέπει νὰ συνοδεύεται μὲ προσευχὲς στὸν Θεό, γιὰ νὰ συχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀποβιώσαντα καὶ νὰ τὸν ἐλεήσει, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν οὐράνια βασιλεία Του.
.               Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ ἐπίσης γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅσο πιὸ συχνὰ τὸ κάνει αὐτὸ τόσο καλύτερα. Ὄχι νὰ συμπεριφέρεται σὰν κι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν ἐλπίζουν στὸ ἔλεός Του καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
.               Ὅταν τὰ δάκρυα ἔχουν τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ νόημα κι αὐτὴ τὴ χρήση, τότε γιατί ὁ Κύριος εἶπε στὴ μητέρα τοῦ νεκροῦ ἀγοριοῦ “μὴ κλαῖε”; Ἐδῶ εἶναι ἄλλη περίπτωση. Ἡ γυναίκα ἔκλαιγε σὰν κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ παιδιοῦ της οὔτε καὶ γιὰ τὶς δικές της. Ἔκλαιγε γιὰ τὴ σωματικὴ ἀπώλεια, γιὰ τὸ χαμὸ καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ, γιὰ τὸν αἰώνιο ἀποχωρισμό της ἀπ’ αὐτό. Ἐκεῖ ὅμως βρισκόταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ζώντων καὶ νεκρῶν. Δὲν εἶχε λοιπὸν λόγο νὰ κλαίει μπροστά Του, ὅπως δὲν ἔχει λόγο καὶ νὰ νηστεύει κανείς, ὅταν ὁ Κύριος εἶναι παρών. Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τὸν Κύριο πὼς οἱ μαθητές Του δὲν νήστευαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀπάντησε: «Μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ’ αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε´ 34). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπόν, μπορεῖ νὰ θρηνεῖ κάποιος, ὅταν βρίσκεται μαζί του ὁ Ζωοδότης, ποὺ στὴ βασιλεία Του δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλ’ ὅλοι εἶναι ζωντανοί; Ἡ θλιμμένη χήρα ὅμως δὲν γνώριζε οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Θρηνοῦσε τὸν μοναχογιό της χωρὶς ἐλπίδα, ὅπως ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι τότε, ποὺ εἴτε δὲν εἶχαν ὁλότελα πίστη στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν εἴτε τὴν εἶχαν χάσει.
.               Σ’ αὐτὴν τὴν ἀνώφελη λόγω ἄγνοιας θλίψη της, ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε μὲ τὰ λόγια: Μὴ κλαῖε! Δὲν τῆς εἶπε νὰ μὴν κλάψει μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ κάνουν πολλοὶ σήμερα, ποὺ ἐννοοῦν: «Μὴν κλαῖς! Τὰ δάκρυά σου δὲν θὰ τὸν φέρουν πίσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα. Ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο θ’ ἀκολουθήσουμε». Αὐτὴ ποὺ δίνουμε ἐμεῖς εἶναι μία ἀπαρηγόρητη παρηγοριά. Δὲν παρηγορεῖ κανέναν, εἴτε τὴν δίνει κανεὶς εἴτε τὴν παίρνει. Ἄλλο πράγμα σκεφτόταν ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε “μὴ κλαῖε”. Ἤθελε νὰ πεῖ: Μν κλας, γιατί γ εμαι δ. Εἶμαι ὁ ποιμένας ὅλων τῶν προβάτων. Κανένα πρόβατο δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ Ἐμένα, δὲν γίνεται νὰ μὴ γνωρίζω ποῦ βρίσκεται. γις δν πέθανε μ τν τρόπο πο νομίζεις σύ. Μόνο ψυχή του φυγε π τ σμα. γ χω ξουσία στν ψυχή του, πως κα στ σμα του. Λόγῳ τῆς θλίψης σου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπιστία τόσο τὴ δική σου ὅσο κι ἐκείνων ποὺ βρίσκονται γύρω σου, θὰ ἑνώσω ξανὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ μὲ τὸ σῶμα του καὶ θὰ τὸν ξαναφέρω στὴ ζωή. Καὶ θὰ τὸ κάνω αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ δική του χάρη ὅσο γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου, γιὰ νὰ πιστέψετε πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζωντανὸς καὶ παρακολουθεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε πὼς Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας ποὺ ἦρθε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ΛΟΥΚΑ Τὸ θαῦμα τῆς νεκρανάστασης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ «Ἐξ αἰτίας τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς διαπαιδαγώγησής μας, ὁλόκληρη ἡ χώρα μας εἶναι “παράλυτη”». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
(ἐπ. Ἀχρίδος)

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ
Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη

.               Ὑπάρχει ἕνας ἀνάπηρος ἄνθρωπος γεμάτος αἰσιοδοξία, τὸν ὁποῖο ἔχω δεῖ μὲ τὰ ἴδια μου τὰ μάτια. Εἶναι ἕνας στρατιώτης ποὺ πληγώθηκε στὸν πόλεμο. Μία ἐχθρικὴ σφαίρα διαπέρασε τὸ σῶμα του, τὸν πλήγωσε δίπλα στὴ μέση του. Μὲ κάλεσε νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Μπήκαμε μέσα στὸ μισοσκότεινο δωμάτιο. Σὲ μία μεγάλη καρέκλα, μὲ πλάτη δίπλα στὸ παράθυρο, καθόταν ὁ γνωστός μου. Μὲ κοίταξε καὶ μοῦ εἶπε: «Κάθομαι ἐδῶ ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ καὶ παρατηρῶ τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ ἕνα πρωὶ ὣς τὸ ἄλλο πρωί. Ξέρετε πὼς ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος βρεθεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ἄδειο πηγάδι καὶ ἀπὸ κεῖ παρατηρήσει μέρα μεσημέρι τὸν οὐρανό, θὰ δεῖ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ; Καὶ ἐγὼ παρατηρῶ μέσα ἀπὸ τὸ μισοσκόταδό μου τοὺς ἀνθρώπους καὶ μοῦ φαίνονται σὰν ἀστέρια λαμπερὰ ποὺ φέγγουν, κινοῦνται κυκλικὰ καὶ ἀδιάκοπα. Ὅσο συμμετεῖχα στὸν στρόβιλο τῆς ζωῆς, δὲν ἤξερα ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι τόσο ὡραία καὶ τόσο γλυκειά. Ἀπὸ τότε ποὺ ἔχασα τὰ πόδια μου, κέρδισα τὰ μάτια μου. Ναὶ βλέπω αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπὸ τότε ποὺ κάθισα σ᾽ αὐτὴν τὴν καρέκλα. Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία καὶ γεμάτη ἁρμονία.
.               Ἡ ἀρρώστια δὲν εἶναι μεγάλο κακὸ καὶ ὁ θάνατος ἐπίσης δὲν εἶναι οὔτε μεγάλο οὔτε μικρὸ κακό. Δὲν αἰσθάνομαι τὰ πόδια μου καθόλου. Δὲν στηρίζουνε αὐτὰ ἐμένα ἀλλὰ ἐγὼ αὐτά. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ στηρίζει ἐμένα, ὅπως ἐγὼ κρατῶ τὰ παράλυτα πόδια μου. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτό, θὰ ἤμουν ὅλος παράλυτος. Αὐτὸ ποὺ μὲ κρατᾶ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ψυχική μου αἰσιοδοξία. Ἡ ψυχή μου γιὰ καιρὸ ἦταν παράλυτη. Ἡ ὀπτικὴ τῆς ψυχῆς μου κυρίως ἦταν παράλυτη, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ βλέπει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ νόημα αὐτῆς τῆς ζωῆς.
.               Ἡ ψυχή μου περιφερόταν στὸ σκοτάδι καὶ τῆς φαινόταν ὅλος ὁ κόσμος σκοτεινός. Ἡ μοναδική της δραστηριότητα ἦταν ἡ ὑποταγὴ στὸ σῶμα, ἡ σκλαβιὰ στὸ σῶμα. Τὸ σῶμα μου ἔσερνε τὴν ψυχὴ πίσω του, ὅπως τραβᾶ ὁ κυνηγὸς τὸν σκύλο του ἀπὸ τὸ λουρί. Ἡ ψυχή μου χοροπηδοῦσε, χόρευε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη, ἀκολουθώντας τὸ σῶμα, ὑπακούοντας πάντα στὴν θέληση τοῦ σώματος. Ἤμουν ὑγιὴς ἀλλὰ δὲν τὸ αἰσθανόμουν. Εἶχα μάτια ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα. Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, ἐνῶ μὲ ἄγγιζαν χαρούμενα, ἐγὼ κατσούφιαζα καὶ δὲν τὶς ἔβλεπα. Τὰ ἀστέρια μὲ ἔβλεπαν, ἀλλὰ ἐγὼ τὰ ἀπεχθανόμουν καὶ τὰ φοβόμουν. Ἤμουν σὰν τυφλοπόντικας, ποὺ κάποιος μὲ ἔβγαλε ἔξω στὸ φῶς καὶ στὸν ἀέρα καὶ μπερδεμένος τριγύριζα ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ. Τρέμοντας ἔσκαβα τὴ γῆ, γιὰ νὰ ξεφύγω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ νὰ χωθῶ πάλι στὸ σκοτεινὸ χῶμα τῆς γῆς.
.               Δόξα τῷ Θεῷ ἔγινε αὐτὸς ὁ πόλεμος! Καὶ δόξα τῷ Θεῷ ὁ ἐχθρὸς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μὲ ἔκανε παράλυτο! Αὐτὸς ὁ ἐχθρὸς εἶναι γιὰ μένα ὁ μεγαλύτερος εὐεργέτης. Ἔχασα τὰ πόδια ἀλλὰ κέρδισα τὴν ψυχή. Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ! Χρησιμοποιεῖ καὶ τὰ πιὸ αὐστηρὰ μέσα γιὰ τὸ καλό μας. Ἐγὼ ἔδωσα μόνο τὰ πόδια μου γιὰ τὴν ψυχή. Ποῦ νὰ ξέρατε πόσο περισσότερο ἀξίζει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ πόδια!
.               Ἀπὸ τότε ποὺ κάθομαι σ᾽ αὐτὴν τὴν καρέκλα καὶ παρατηρῶ τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ παράθυρο, τακτοποίησα τὶς σκέψεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου. Γιὰ πολὺ καιρὸ μέσα στὸ κεφάλι μου καὶ στὴν καρδιά μου ἐπικρατοῦσε χάος. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὴν ἁρμονία στὴν ζωὴ καὶ στὸν κόσμο, μόνον ὅταν τὴν βρεῖ μέσα του. Αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ἁρμονία μόλις τώρα τὴν βρῆκα. Ἀπομάκρυνα τὸ χάος καὶ τὸν φόβο ἀπὸ μέσα μου. Παλιὰ αἰσθανόμουν φόβο ἀκόμη καὶ γιὰ ἕνα ἁπλὸ συνάχι. Σήμερα ὑπάρχουν δίπλα μου δύο παράλυτα πόδια, ποὺ κάποτε ἦταν βασικὰ μέλη τοῦ σώματός μου, καὶ δὲν φοβᾶμαι καθόλου. Μία ἀνατροπὴ συνέβη μέσα στὴν ψυχή. Τώρα ποὺ ἔγινα πιὸ ἄσχημος, ὁ κόσμος μοῦ φαίνεται πιὸ ὄμορφος. Ὅταν μὲ συμπονᾶ ὅλος ὁ κόσμος, τότε ἀρχίζω νὰ λυπᾶμαι ὅλο τὸν κόσμο».
.                Ἔτσι μοῦ μίλησε ὁ παράλυτος ἄνθρωπος. Πόσοι ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ ἔλεγαν: Ἐγὼ στὴ θέση του θὰ αὐτοκτονοῦσα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκτονιῶν στὴν ἐποχή μας αὐξάνει ἀνησυχητικὰ καὶ γιὰ λόγους λιγότερο σοβαροὺς ἀπὸ ὅ,τι εἶναι δύο παράλυτα πόδια. Ἡ ἀγωγὴ καὶ ἡ διαπαιδαγώγηση παίζει σημαντικὸ ρόλο στὸ θέμα αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος διαπαιδαγωγεῖται ἢ γιὰ νὰ γίνει αἰσιόδοξος ἢ γιὰ νὰ γίνει αὐτόχειρας. Ἡ γενιά μας ἔχει διαπαιδαγωγηθεῖ γιὰ τὸ δεύτερο. Οἱ γονεῖς εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ προετοιμάζουν τοὺς αὐτόχειρες.
.                Ἡ μάνα γιὰ παράδειγμα ψιθυρίζει κάθε πρωὶ στὸν γιό της: «ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι κακός». «Οἱ ἄνθρωποι, συνεχίζει ἡ μάνα, εἶναι ἐγωιστές, φθονεροὶ καὶ ψεῦτες». «Ἀπόφευγε τοὺς ἀνθρώπους, γιέ μου». «Νὰ κοιτᾶς μόνο τὸν ἑαυτό σου». Μετὰ τὴ μάνα ὁ πατέρας ἐπαναλαμβάνει στὸ γιό: «Τί κακὸς καιρὸς γιὰ τὸ χωράφι». «Πόσο ἄσχημη εἶναι ἡ φύση». «Πόσο ἀηδιαστικὰ εἶναι τὰ ἀνθρώπινα ἔργα». «Πόσο βαρετὸς εἶναι ὁ ἥλιος». «Πόσο θλιβερὴ εἶναι ἡ ζωή». Ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα ἐπαναλαμβάνουν στὸ γιό τους συχνὰ τὰ τρελλὰ λόγια ἑνὸς ἀπαισιόδοξου ποιητῆ: «Ἀδελφέ μου, στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει ἀγάπη».
.               Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη καταδίκη αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἀπὸ αὐτήν. Ὁ κόσμος ἐπιβιώνει λόγω τῆς ἀγάπης. Ἂν πεῖ κανεὶς πὼς στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, αὐτὸ εἶναι ἡ πιὸ φρικτὴ καὶ ψευδὴς καταδίκη τοῦ κόσμου. Μὲ τὴν παραπάνω φράση τοῦ ἀποτυχημένου καὶ ἀπαισιόδοξου ποιητῆ διαπαιδαγωγεῖται ὁλόκληρη ἡ γενιά μας. Θὰ βρεῖτε ἑκατοντάδες νέους καὶ ἡλικιωμένους ποὺ δὲν ξέρουν τὸ «Πάτερ ἡμῶν» καὶ δὲν διαβάζουν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ δὲν θὰ βρεῖτε οὔτε μερικὲς δεκάδες ἀνθρώπων, ποὺ δὲν ἐπαναλαμβάνουν καθημερινά: Ἀδελφέ μου, σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει ἀγάπη. Ὅποιος ὅμως ἐπαναλαμβάνει αὐτὰ τὰ λόγια, δὲν σκέφτεται πὼς ὑπάρχει σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο τὸ χαμόγελο καὶ ἡ χαρά. Ἀκόμη καὶ οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγητὲς συνεχίζουν νὰ ὑποτιμοῦν τοὺς μαθητὲς κρατώντας τους ἐπίτηδες σὲ μία μεγάλη ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Μὲ μία λέξη σερνόμαστε καὶ δὲν προχωρᾶμε. Μελαγχολικοί, χλωμοί, συντετριμμένοι ἄνθρωποι περπατοῦν. Ἡ χαρά μας εἶναι μισὴ λύπη. Τὸ χαμόγελό μας δὲν μοιάζει μὲ τὸ χρυσαφένιο φῶς τοῦ ἡλίου, ἀλλὰ μὲ τὸ χλωμό, μελαγχολικὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ. Οἱ πολλοὶ εἶναι συνηθισμένοι στὴν κλειστὴ ζωὴ τοῦ δωματίου. Ἡ διασκέδασή μας φθάνει στὰ ὅρια τῆς ἁμαρτίας. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς διαπαιδαγώγησής μας, ὁλόκληρη ἡ χώρα μας εἶναι «παράλυτη». Σ᾽ αὐτὸ ὀφείλεται ἡ ἀπαισιοδοξία μας, ἡ μελαγχολία καὶ ἡ θλίψη μας, ἡ ἔλλειψη χαρᾶς. Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς μελαγχολίας μας προέρχεται ἀπὸ τὶς ἐσωτερικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦν στὰ σχολεῖα, στὴν ἐκκλησία, στὴν οἰκογενειακὴ καὶ στὴ δημόσια ζωή. Σπάνιο νὰ βρεῖ κανεὶς ἕνα παράλυτο ποὺ νὰ εἶναι αἰσιόδοξος.
.               Πολλοὶ νομίζουν ὅτι ἔτσι ἁπλὰ κάποιος εἶναι αἰσιόδοξος καὶ κάποιος ἀπαισιόδοξος. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι. Αἰσιοδοξία σημαίνει εὐτυχία, ἐνῶ ἀπαισιοδοξία σημαίνει δυστυχία. Μεγαλύτερη εὐτυχία γιὰ ἕναν ἄνθρωπο δὲν εἶναι ἡ ὑγεία, ὁ πλοῦτος, οἱ φίλοι καὶ ἡ δόξα. Ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία γιὰ ἕναν ἄνθρωπο εἶναι νὰ ἔχει αἰσιοδοξία. Οὔτε μεγαλύτερη δυστυχία γιὰ ἕναν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια, ἡ μοναξιά, ἡ ἐγκατάλειψη, ἡ ἀδικία, ἡ ὁποιαδήποτε δυσκολία καὶ ἀπώλεια. Ἡ μεγαλύτερη δυστυχία γιὰ ἕναν ἄνθρωπο εἶναι νὰ εἶναι ἀπαισιόδοξος, γιατί ἐνῶ ἡ αἰσιοδοξία ἀποτελεῖ ὕμνο τῆς ζωῆς, ἡ ἀπαισιοδοξία ἀποτελεῖ ὕμνο στὸν θάνατο.
.               Οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν μὲ τίποτε νὰ συνηθίσουν νὰ παρατηροῦν τὰ πάντα ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ τῆς αἰωνιότητος. Ὅλα ὅσα παράγει αὐτὸς ὁ κόσμος, τὰ παράγει γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἀγάπη μας καὶ ἡ φιλία μας εἶναι ἀξεπέραστες στὸν χρόνο, ὅπως καὶ ὁ κόσμος. Τὰ μάτια μας κάνουν λάθος, ὅταν μᾶς λένε πὼς ὅλα περνᾶνε, ὅπως μᾶς ἐξαπατοῦν γιὰ τὴν κίνηση τοῦ ἡλίου. Ὑπάρχει ἕνα περιβάλλον πνευματικό, ὅπου ὅλα ζοῦν καὶ κινοῦνται. Αὐτὸ τὸ περιβάλλον εἶναι σταθερὸ καὶ ἀκίνητο. Ὅλα ὅσα ἔζησαν στὴ γῆ, ζοῦν καὶ σήμερα σ᾽ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ περιβάλλον. Ὅλα ὅσα ζοῦν σήμερα, θὰ ζοῦν αἰώνια σ᾽ αὐτὸν τὸν πνευματικὸ τόπο. Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλία δὲν χάνονται μὲ τὸν θάνατο, ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν σὲ μία πολὺ πιὸ καθαρὴ καὶ ἔξοχη μορφὴ στὸν ἄλλο κόσμο.
.               Ἀνάμεσα στὸν ἄλλο κόσμο καὶ σ᾽ αὐτὸν ποὺ ζοῦμε ὑπάρχουν σύνορα ἐξ αἰτίας τῆς μυωπίας μας, καὶ δὲν βλέπουμε τὴν συνέχεια, τὴν προέκταση αὐτῆς τῆς ζωῆς μετὰ τὸν θάνατο. Καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ πνευματικὰ μάτια τὸ «τώρα».
.               Ὅλοι ἐμεῖς ὑφαίνουμε τὸ ὑφαντὸ τῆς ἱστορίας, ἀδέλφια μου. Εἴμαστε ὑφαντὲς τῆς ἱστορίας ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνας μεγαλύτερος ἀπὸ μᾶς Ὑφαντής. Ὅλες οἱ ἡμέρες ποὺ συναποτελοῦν τὸ παρελθόν, ἀπὸ μόνες τους δὲν θὰ σήμαιναν τίποτε, ἂν δὲν ἀποτελοῦσαν καὶ αὐτὲς μέρος ἑνὸς ὑφαντοῦ ποὺ εἶναι ἡ ζωή μας. Ὁ χρόνος ὅλων τῶν ἀνθρώπων στὸν κόσμο ἀπὸ μόνος του δὲν θὰ ἦταν τίποτε, ἂν δὲν εἶχε σὰν στόχο του καὶ περιεχόμενό του τὴν δημιουργία μίας παγκόσμιας σύνθεσης, ἑνὸς παγκοσμίου ἐργόχειρου ὑφαντοῦ. Κάθε ἔργο μας μέχρι αὐτὴν τὴν στιγμή, κάθε λέξη καὶ κάθε συναίσθημα διατηρεῖται καὶ δὲν χάνεται ὡς μέρος τῆς προσωπικῆς μας σύνθεσης. Ὅλος ὁ ἡρωισμός μας καὶ ὅλη ἡ φαυλότητά μας στέκονται ἀκίνητα στὴν ὕφανση τοῦ παρελθόντος μας.
.               Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀποτελοῦμε θεματοφύλακες τῆς ἱστορίας μας, εἴμαστε μόνο οἱ ὑφαντές της. Τὸ παρελθὸν διαφυλάσσεται ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ δὲν λησμονεῖ τίποτε. Τὰ κλειδιὰ τοῦ παρελθόντος κρατᾶ ὁ Ὕψιστος Ὑφαντής, ποὺ προσεκτικὰ ἀγρυπνᾶ πάνω ἀπὸ κάθε νῆμα ποὺ πλέκεται στὸ ἐργόχειρό Του. Ἀναλογιστεῖτε, φίλοι μου, ποιά εἶναι ἡ συμβολή σας στὸ τεράστιο αὐτὸ ὑφαντό τοῦ Θεοῦ; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγος τῆς αἰσιοδοξίας.
.               Ἡ αἰσιοδοξία ἀποτελεῖ τὸ φωτοστέφανο τῆς χριστιανικῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας. Αἰσιόδοξος ἦταν ὁ Θεμελιωτὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ πιὸ Αἰσιόδοξος ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰσιόδοξους στὸν κόσμο. Παρέμενε αἰσιόδοξος καὶ ὅταν ἐγκαταλελειμένος ἀπὸ ὅλους προσευχόταν μόνος στὸν Θεό, ἐκείνη τὴν μοιραία νύχτα πρὶν ἀρχίσει ἡ τραγωδία. Καὶ τότε ποὺ τὸν σύρανε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη στὸν Πιλάτο χλευάζοντάς τον. Καὶ τότε ποὺ Τοῦ ἔβαλαν ἀγκάθινο στεφάνι, ποὺ Τοῦ ἔσχιζε τὸ θεϊκό Του κεφάλι, καὶ τότε, ὅταν ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ Σταυροῦ ἔβγαινε ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ποὺ Τὸν ἀποχαιρετοῦσαν μὲ γέλια, μὲ κατάρες καὶ μὲ τὸν ἦχο τῶν ἀδύναμων δακρύων τῶν γυναικῶν. Καὶ τέλος ὅταν τὸ ποτήρι τῆς πίκρας ξεχείλισε καὶ εἰσῆλθε στὴν ἱστορία ἡ λέξη Γολγοθάς, πάλι παρέμεινε αἰσιόδοξος.
.               Αἰσιόδοξοι ἦταν καὶ οἱ Χριστιανοὶ μάρτυρες. Ἀφοῦ οἱ μάρτυρες καὶ οἱ μεγαλομάρτυρες ἦταν αἰσιόδοξοι, πῶς ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἀπαισιόδοξοι; Αἰσιόδοξοι ἦσαν ὅσοι στὶς ρωμαϊκὲς ἀγορὲς πάλαιψαν μὲ ἄγρια θηρία, γιὰ νὰ διασκεδάσει ὁ Καίσαρας. Αἰσιόδοξοι ἦσαν ὅσοι καίγονταν στὴν πίσσα στὶς πλατεῖες γιὰ τὴν ψυχαγωγία τοῦ Καίσαρα καὶ τῶν γυναικῶν του. Αἰσιόδοξοι ἦσαν ὅσοι γύριζαν δεμένοι στὸν τροχὸ καὶ ὅσοι θάφτηκαν ζωντανοὶ στὴν γῆ. Αἰσιόδοξοι ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνώρισαν τὴν ἰσότητα οὔτε τὴν ἐλευθερία τοῦ τύπου. Πῶς λοιπὸν ἐμεῖς νὰ γινόμαστε ἀπαισιόδοξοι; Γιατί νὰ γινόμαστε ἀπαισιόδοξοι; Οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν καίγονταν στὴ φωτιά, φώναζαν: Ἐμεῖς καὶ πάλι πιστεύουμε. Αὐτοί, καὶ ὅταν τοὺς ἔσχιζαν τὰ θηρία, ψιθύριζαν: Ἐμεῖς πάλι ἐλπίζουμε. Πάνω στὸν σταυρό, κλαίγοντας μὲ λυγμοὺς ἔλεγαν: Ἐμεῖς καὶ τώρα σᾶς ἀγαπᾶμε. Ἐμεῖς ἀγαποῦμε τὴν μαρτυρικὴ ζωή μας καὶ προσδοκοῦμε μία καλύτερη ζωή. Πιστεύουμε στὸν Ἕνα καὶ Παντοδύναμο Θεὸ ποὺ κυβερνᾶ τὸν ἥλιο καὶ μετρᾶ ὅλους τοὺς πόνους μας καὶ ὅλες τὶς ἀδικίες τῶν βασανιστῶν μας.
.               Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς κλώτσησαν σὰν ἄχρηστες πέτρες, τοὺς πῆρε ὁ Θεός, ὁ Κτίστης τῶν πάντων, νὰ ἀποτελέσουν τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας Του. κκλησία Του ποτελε τ μεγαλύτερο οκοδόμημα ασιοδοξίας πο κτίστηκε στ γ. Ἡ αἰσιοδοξία τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ μία ἁπλὴ πνευματικὴ θεωρία, γιατί εἶναι δοκιμασμένη καὶ τεκμηριωμένη.
.               «Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀποκαλέσω τὸν ἑαυτό μου Χριστιανό, ἐὰν δὲν ἤμουν αἰσιόδοξος. Καὶ ἂν ἀποκαλοῦσα τὸν ἑαυτό μου Χριστιανὸ καὶ δὲν ἤμουν αἰσιόδοξος, δὲν θὰ ἤμουν εἰλικρινὴς Χριστιανός. Καὶ ὅλοι ἐσεῖς ματαίως ἀποκαλεῖσθε Χριστιανοί, ἐὰν δὲν εἶσθε αἰσιόδοξοι. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποτελεῖ τὸ μέγιστο κάστρο αἰσιοδοξίας. Ὁ Χριστιανισμὸς θεμελιώνεται στὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη. Γιατί αὐτὰ τὰ τρία μόνο σώζουν: ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη.
.               Ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη συναποτελοῦν τὴν αἰσιοδοξία. Μόνον ἡ αἰσιοδοξία μᾶς σώζει. Ἂν δὲν ἔχουμε αἰσιοδοξία, δὲν ἔχουμε πίστη. Χωρὶς πίστη εἴμαστε σὰν τὰ ζῶα, ποὺ σήμερα τὸ πρωὶ σφαγιάστηκαν στὸ σφαγεῖο. Χωρὶς τὴν αἰσιοδοξία, ὅλοι μας εἴμαστε ἀνάπηροι. Μεγαλύτερη ἀναπηρία ἔχει ὁ ἄνθρωπος χωρὶς αἰσιοδοξία παρὰ ὁ ἄνθρωπος χωρὶς πόδια. Ὁ Θεὸς ἐν σοφίᾳ τὰ πάντα ἔκτισε. Στὸ πρόσωπο τοῦ αἰσιόδοξου καθημερινὰ πέφτουν οἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, τοῦ ζεσταίνουν καὶ τοῦ φωτίζουν τὴν ψυχή, ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀπαισιόδοξου μένει χωρὶς τὸν ἥλιο, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ψυχή του νὰ εἶναι κρύα καὶ σκοτεινή. Ὁ πρῶτος καθημερινὰ βλέπει τὰ λουλούδια, ἐνῶ ὁ δεύτερος τὸν σκουπιδότοπο. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καμμιὰ δημιουργία χωρὶς αἰσιοδοξία.
.               Ἀδελφοί μου, ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι. Ἂς ἀτενίσουμε τὸν κόσμο μας τὴν ἡμέρα, ἂς δοῦμε ψηλὰ στὸν οὐρανὸ τὴν νύχτα καὶ ἂς ἔχουμε πίστη στὸν Θεό. Ὑπάρχει ὁ Δημιουργός, ὁ Πλάστης τοῦ κόσμου καὶ Πατέρας μας. Ἡ σκέψη αὐτή, ἂς εἶναι ἡ βάση τῆς αἰσιοδοξίας μας. Κάθε σπόρος, ἀφοῦ σαπίσει, τότε βλαστάνει καὶ γίνεται λουλούδι. Μὲ τὸν θάνατο ἐμεῖς σαπίζουμε, γιὰ νὰ βλαστήσουμε στὴν ἄλλη ζωή. Ἐπειδὴ εἴμαστε παιδιὰ ἑνὸς ἀθάνατου Πατέρα, γι᾽ αὐτὸ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀθάνατοι. Τί εἴδους Πατέρας θὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ δὲν θὰ δημιουργοῦσε παιδιὰ ὅμοια μ᾽ Αὐτόν; Ποιός Πατέρας θὰ ζοῦσε δισεκατομμύρια χρόνια καὶ θὰ εἶχε γιούς, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ δὲν διαρκεῖ οὔτε ἑκατὸ χρόνια; Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ἐπειδὴ κανεὶς δίκαιος δὲν θὰ πάει στὴν κόλαση καὶ οὔτε ἕνας μὴ μετανοιωμένος ἁμαρτωλὸς στὸν παράδεισο. νθρωπος μως, γι ν κατορθώσει ν εσέλθει στν παράδεισο, πρέπει πρτα παράδεισος ν εσέλθει μέσα του. Στν κόλαση δηγεται ατς πο κόλαση πάρχει δη μέσα στν ψυχή του. Ὁ παράδεισος εἶναι ἀθάνατη χαρὰ καὶ θεϊκὴ ἀνύψωση. Ἡ κόλαση εἶναι αἰώνια λύπη καὶ ἡ γεμάτη ἔνοχες καὶ τύψεις συνείδηση. Ἡ τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν Δικαίων εἶναι οἱ ὑψηλότεροι μαθηματικοὶ νόμοι τῆς οἰκουμένης.
.               Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ἀκόμη καὶ ὅταν ζημιωνόμαστε, γιατί ζημιά μας δν εναι ποτ στοχη κα χωρς λόγο. Τὰ βάσανά μας εἶναι σημαντικὸς παράγοντας στὴν συνολικὴ πορεία ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Τὰ βάσανά μας εἶναι μισθός, μὲ τὸν ὁποῖο πληρώνουμε εἰσιτήριο, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν τόπο τὸν ὁποῖο φωτίζει ὁ Θεὸς μὲ πολλοὺς ἥλιους.
.               Ἐγὼ προσωπικὰ τρεῖς φορὲς στὴ ζωή μου ἔφθασα κοντὰ στὸν θάνατο καὶ μπορῶ νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ καὶ νὰ σᾶς δώσω τὴν μαρτυρία πὼς τὰ ὅσα πέρασα δὲν ἦταν οὔτε φοβερὰ οὔτε ἀνυπόφορα. Θυμᾶμαι ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς μὲ χαρά, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ τρία γεγονότα ὀμορφαίνουν τὴ ζωή μου καὶ σήμερα, καὶ κάνουν τὴν ψυχή μου πιὸ δυνατή. Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι καὶ ὅταν μεγαλώνουμε σὲ ἡλικία, ὅπως ὅταν ἤμασταν νέοι. Κάθε ἡλικία ἔχει τὸ μεγαλεῖο της καὶ τὴν ὀμορφιά της.
.               Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι ὡς Χριστιανοί, γιατί στὴν πίστη μας βρῆκαν παρηγοριὰ καὶ οἱ πιὸ ἀπελπισμένοι. Ἂς αἰσιοδοξοῦμε ὅλοι μας καὶ ὡς λαός. Δὲν μᾶς ξέχασε αὐτὸς ποὺ δημιουργεῖ τὴν Ἱστορία. Ὁ ρόλος μας στὴν Ἱστορία εἶναι σημαντικὸς καὶ ἐξελίσσεται σὲ ἀκόμη πιὸ σημαντικό. Ὅταν παλεύουμε γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀγωνιζόμαστε γιὰ κάτι θεϊκό, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας τῶν ἐλεύθερων καὶ ὄχι τῶν ὑποδουλωμένων ψυχῶν καὶ σωμάτων. Ἂς σκεφτόμαστε αἰσιόδοξα, ἐπειδὴ μόνον ασιόδοξη σκέψη φθάνει μέχρι τν Θεό. Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι καὶ μὲ τὰ συναισθήματά μας, γιατί ἡ αἰσιοδοξία εἶναι τὸ φάρμακο τῆς λύπης καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς καὶ αἰώνιας χαρᾶς. ς εμαστε ασιόδοξοι κα μ τ ργα μας, πειδ τ καλ ργα μας συνυφαίνονται μ τ ργα το Θεο, κα διατηρονται αώνια πως κα τ ργα το Θεο. Ἂς εἴμαστε αἰσιόδοξοι, γιατί καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶναι αἰσιόδοξη καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἡ πιὸ ὑψηλὴ ἔκφραση τῆς ζωῆς.
.             Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς αἰσιόδοξος σημαίνει νὰ ζεῖ καὶ νὰ ἐκτιμᾶ δίκαια τὸ δῶρο τῆς ζωῆς».

 

 

,

Σχολιάστε

«ΜΕΘ᾽ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ» -132 ἀξιόπιστα θαυμαστὰ ἱστορικὰ γεγονότα [Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς]

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

«ΜΕΘ᾽ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ (“Ἐμμανουὴλ”)
-132 ἀξιόπιστα θαυμαστὰ ἱστορικὰ γεγονότα-

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2017 (Ἰούνιος),
σελ. 190

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 «Οἱ ἱστoρίες ποὺ δημoσιεύoνται στὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι μόνον ἕνα δεμάτι σταριῶν ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο χωράφι τῆς ζωῆς. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀκούσαμε ἐξ ἰδίων καὶ ἄλλες τὶς πληροφορηθήκαμε μέσῳ τρίτων ἀτόμων. Δημοσιεύουμε ὅμως μόνον ἐκεῖνες ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὲς καὶ ἀξιόπιστες. Μερικὲς εἶναι σχεδὸν ἴδιες μὲ τὰ θαύματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνῶ ἄλλες παρουσιάζουν ὀμoιότητα μὲ θαύματα ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ σὲ παλαιότερες ἐποχὲς στὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση.
.             Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἐκκλησιαστική μας Παράδοση ἀπoτελoῦν τὰ πλέον κατάλληλα μέσα γιὰ τὴν ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν θαυμάσιων γεγονότων, ποὺ συνέβησαν στὸν κόσμο καὶ ἐπηρέασαν τὶς ἀνθρώπινες ζωές. Ἀποτελοῦν ὁδηγὸ γιὰ ὅποιον προσπαθήσει νὰ τὰ ἐκτιμήσει, ὁδηγὸ ποὺ μειώνει τὴν πιθανότητα τῆς πνευματικῆς πλάνης. Συμβάλλουν στὴ διάκριση τῆς ἀλήθειας ἀπὸ τὴν πλάνη, τοῦ φωτὸς ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τῆς πραγματικότητας ἀπὸ τὰ σύμβολα.
.                 Ποιό ὅμως εἶναι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο συνάγεται ἀπὸ τέτoιoυ εἴδους βιώματα; Πιθανὸν εἶναι μόνον ἕνα καὶ μοναδικό: Ὁ Θεὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸν κόσμο καὶ κυβερνᾶ τὴν κάθε ἀνθρώπινη ζωή. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ µἐ ἀπείρους τρόπους, γιὰ νὰ φέρει τοὺς ἀνθρώπους κoντά Του, κοντὰ στὴν Ἀλήθεια, κοντὰ στὴν σωτηρία τους.»

.                 Ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίρoβιτς μὲ τὸ βιβλίο τoυ «Ἐμμανουὴλ» ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη του γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα.
.                 Τὸ κοινὸ στοιχεῖο ὅλων αὐτῶν τῶν ἱστοριῶν εἶναι ἕνα: πὼς ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα μας καὶ ἀόρατα κινεῖ τὰ νήματα τῆς ζωῆς ὅλων μας.
.                 Ὑπάρχει τὸ πνευματικὸ βασίλειο, τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο εἶναι γεμάτo ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν Δικαίων. Ὑπάρχει μόνον ἕνας νόμος, ὁ νόμος τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ νόμος τῆς ἠθικῆς. Ὁτιδήποτε ἄλλo ὀνομάζεται νόμος, εἶναι σκιὰ καὶ σύμβολο αὐτοῦ τoῦ μεγάλου καὶ αἰώνιου νόμου τοῦ Θεοῦ.
.                 Μὲ λίγα λόγια, ἐμεῖς οἱ ταξιδιῶτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν δρόμο μας. Μαζί μας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὅλος ὁ οὐράνιος στρατός. Ἐμμανουήλ: «Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός»: Μαζί μας εἶναι ὁ Κύριος.

 

 

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ καὶ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ θάνατος
καὶ ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ

Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς φυλακῆς-
Μηνύματα στὸ λαό»
,
Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2012, σελ.109-112

.             Ποῦ τὸ σκοτάδι εἶναι πιὸ βαθύ; Ἐκεῖ ποὺ λάμπει τὸ πιὸ μεγάλο φῶς, καὶ ὕστερα σβήνει.
.             Σὲ μία πλατεία, ποὺ φωτίζεται μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες λάμπες, τὴ στιγμὴ ποὺ σβήνουν ὅλες οἱ λάμπες, τότε τὸ σκοτάδι εἶναι πιὸ βαθύ.
.             Πότε τὸ σκοτάδι εἶναι βαθύ; Τὴ νύχτα λίγο πρὶν ξημερώσει.
.             Ἀδελφοί μου, στὴν ἐποχή μας ἀντικρίσαμε μία πλατεία, ποὺ φωτιζόταν μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες λάμπες, τόσο φωτεινὴ ποὺ συναγωνιζόταν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ὅταν ὅμως οἱ λάμπες ἔσβησαν, ἀντικρίσαμε μία πλατεία χωρὶς φῶς, τόσο σκοτεινὴ σὰν τὴ φωλιὰ τοῦ τυφλοπόντικα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὴ ἡ πλατεία στὸ χάρτη τοῦ κόσμου ἔχει τὸ ὄνομα Εὐρώπη.
.             Ποιά εἶναι ἡ Εὐρώπη; Εὐρώπη εἶναι ἡ ἀπληστία καὶ ἡ εὐφυΐα. Καὶ τὰ δύο εἶναι ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά. Καὶ ἡ ἀπληστία καὶ ἡ ἐξυπνάδα. Καὶ τὰ δύο εἶναι προσωποποιημένα στὰ πρόσωπα τοῦ Πάπα καὶ τοῦ Λουθήρου. Ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ Εὐρώπη;
.             Εὐρώπη εἶναι ὁ Πάπας καὶ ὁ Λούθηρος, ἡ κορεσμένη δηλαδὴ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ ὁ ἱκανοποιημένος μέχρι ἐσχάτου βαθμοῦ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὁ Πάπας εἶναι τὸ συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης ἀπληστίας γιὰ ἐξουσία. Ὁ Λούθηρος εἶναι τὸ συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης θέλησης νὰ ἑρμηνεύσει, νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα μὲ τὴ λογική. Ὁ Πάπας παρουσιάζεται σὰν κυβερνήτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ὁ Λούθηρος παρουσιάζεται σὰν ὁ ἐπιστήμονας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ οἱ δύο εἶναι ἡ Εὐρώπη μὲ δύο λόγια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἱστορία ἕως τώρα.
.             Ὁ ἕνας ἔριξε τὴν ἀνθρωπότητα στὴ φωτιὰ καὶ ὁ ἄλλος στὸ νερό. Καὶ οἱ δύο μαζὶ σημαίνουν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Σημαίνουν ἄρνηση τῆς πίστεως καὶ ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
.             Διὰ μέσου αὐτῶν τῶν δύο ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ ἐδῶ καὶ αἰῶνες τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ στὸ σῶμα τῆς Εὐρώπης.
.             Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ διώξει αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη; Κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ Ἐκεῖνον, τὸ ὄνομα τοῦ Ὁποίου γράφεται μὲ κεφαλαῖο γράμμα. Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρξε ὁ μοναδικὸς ἐξορκιστὴς δαιμόνων. Ὑποψιάζεστε ποιόν ἐννοῶ; Ἐννοῶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου, τὸν Σταυρωθέντα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ Ἀναστηθέντα ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Δοξασμένο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, Αὐτὸν ποὺ οἱ πρόγονοί μας πίστεψαν καὶ προσκύνησαν.
.             Μέχρι τότε ποὺ ἡ Εὐρώπη προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ ὡς τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρώπη σεβόταν τοὺς δικούς Του ἀποστόλους, μάρτυρες, ἁγίους, καὶ ἀμέτρητους χριστιανούς, ὁμοίαζε μὲ πλατεία φωτισμένη μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες φῶτα.
.             Ὅταν ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ εὐφυΐα κυρίεψαν τὴν Εὐρώπη, τότε ἐκείνη ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Τότε τὰ φῶτα τῆς πλατείας ἔσβησαν μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἔπεσε βαθὺ σκοτάδι. Ἐπικράτησε τὸ σκοτάδι, ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν φωλιὰ τοῦ τυφλοπόντικα…
.             Ἐξ αἰτίας τῆς ἀπληστίας κάθε λαὸς καὶ κάθε ἄνθρωπος, μιμούμενος τὸν Πάπα, ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ τὴν ἐξουσία, τὴν ἀπόλαυση, τὴν δόξα. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρώπινης εὐφυΐας κάθε λαὸς καὶ κάθε ἄνθρωπος θεώρησε πὼς αὐτὸς εἶναι πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ πὼς ἔχει πετύχει πολὺ περισσότερα ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους λαούς.
.             Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν ἀρχίσουν πόλεμοι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ μὴν ἐπικρατήσει ἡ τρέλα καὶ ἡ λύσσα; Πῶς νὰ μὴν ὑπάρξουν ἀρρώστιες, ξηρασίες, νὰ μὴν ξεσπάσουν πλημμύρες;
.             Ὅλα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν, γιὰ νὰ βγεῖ τὸ πύο ἀπὸ τὴν μολυσμένη πληγή.
.             Ὁ παπισμὸς χρησιμοποίησε τὴν πολιτική, ἐπειδὴ μόνο μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει ἐξουσία. Ὁ λουθηρανισμὸς χρησιμοποίησε τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἐπειδὴ νόμισε πὼς μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ κερδίσει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Ἔτσι ὅμως ξεκίνησε ἡ ἀπληστία νὰ πολεμᾶ μὲ τὸ νοῦ καὶ ὁ νοῦς ξεκίνησε νὰ πολεμᾶ μὲ τὴν ἀπληστία.
.             Ἡ νέα Βαβυλώνα, αὐτὴ εἶναι ἡ Εὐρώπη.
.             Στὴν ἐποχή μας ξεσηκώθηκαν οἱ νέες γενιὲς τῆς Εὐρώπης καὶ πάντρεψαν τὴν ἀπληστία μὲ τὴν εὐφυΐα. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ γάμου αὐτοῦ ἦταν ἡ ἀθεΐα. Ἔτσι στὴν συνέχεια ἀρνήθηκαν τὸν Πάπα καὶ τὸν Λούθηρο. Τώρα κανεὶς δὲν κρύβει τὴν ἀπληστία του καὶ ὅλοι κολακεύουν τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἡ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ ἡ ἀνθρώπινη εὐφυΐα εἶναι συνεζευγμένα στὴν ἐποχή μας. Ἀπὸ τὴ μεταξύ τους σύζευξη δημιουργήθηκε ἕνας γάμος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι οὔτε καθολικὸς οὔτε λουθηρανικός, ἀλλὰ εἶναι ὁλοφάνερα, δημόσια σατανικός.
.             Ἡ σημερινὴ Εὐρώπη δὲν εἶναι πιὰ οὔτε παπική, οὔτε λουθηρανική. Εἶναι πιὰ κάτι μακριὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω… Ἡ Εὐρώπη εἶναι πλέον κοσμικὴ καὶ δὲν ἔχει πλέον τὴ βούληση νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ οὔτε μὲ τὸ διαβατήριο τοῦ ἀλάνθαστου πάπα οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ μὲ τὴν κλίμακα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς τῶν Προτεσταντῶν. Γενικότερα ἀρνεῖται νὰ ταξιδέψει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἐπιθυμεῖ νὰ παραμείνει σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Θέλει ὁ τάφος της νὰ εἶναι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ λίκνο της. Δὲν γνωρίζει τίποτε γιὰ τὸν κόσμο. Δὲν αἰσθάνεται τὴν οὐράνια ὀσμή. Δὲν βλέπει στὰ ὄνειρά της ἀγγέλους καὶ ἁγίους. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσει γιὰ τὴν Παναγία. Ἡ ἀκολασία της δυναμώνει τὸ μίσος της γιὰ τὴν παρθενία.
.             Ὅλες οἱ λάμπες στὴν πλατεία ἔσβησαν. Τί φοβερὸ σκοτάδι! Ὁ ἀδελφὸς βάζει τὸ μαχαίρι στὸ στῆθος τοῦ ἀδελφοῦ θεωρώντας τον ἐχθρό του. Ἀρνιέται ὁ πατέρας τὸν γιό του καὶ ὁ γιὸς ἀρνιέται τὸν πατέρα. Ὁ λύκος στὸν λύκο εἶναι πιὸ πιστὸς φίλος ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος στὸν ἄνθρωπο.
.             Ἀδελφοί μου, δὲν τὸ βλέπετε ὅλοι; Δὲν αἰσθανόσαστε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιχριστιανικῆς Εὐρώπης; Τί λοιπὸν ἐπιθυμεῖτε; Νὰ εἶστε μὲ τὸ μέρος τῆς Εὐρώπης ἢ μὲ τὸ μέρος τοῦ Χριστοῦ; Ἐπιθυμεῖτε νὰ εἶστε μὲ τὸν θάνατο ἢ μὲ τὴ ζωή; Ἀναρωτιέστε; Ἀποφασίστε. Ἢ θάνατος ἢ ζωή. Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔθεσε ὁ Μωϋσῆς στὸν λαό του (Δευτ. Λ´ 15-20). Ἐμεῖς τὴν θέτουμε σὲ σᾶς. Καλὸ εἶναι νὰ θυμόσαστε πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ θάνατος καὶ ὁ Χριστὸς ἡ ζωή. Ἐπιλέξτε τὴν ζωή, γιὰ νὰ ζήσετε καὶ γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια βασιλεία. Ἀμήν.

 

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Β´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τολμᾶ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία, μπροστὰ στὸν Θεό! Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δὲν εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ ἄρρωστοι συναντοῦν τὸ γιατρό τους; Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι πνευματικά, ἁμαρτωλοί, πηγαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὴν ἀρρώστια τους στὸ Θεό, τὸ γιατρό. Ν’ ἀναζητήσουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς γιατρὸς γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες, γιὰ ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
.               Στὸ νοσοκομεῖο δὲν πηγαίνουν οἱ ὑγιεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν στὸ γιατρὸ πόσο καλὴ ὑγεία ἔχουν. Ὁ Φαρισαῖος αὐτὸς ὅμως δὲν πῆγε στὸ ναὸ ἀπόλυτα ὑγιὴς ψυχικά, γιὰ νὰ κομπάσει γιὰ τὴν ὑγεία του. Αὐτὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος, ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας. Στὸν πυρετὸ τῆς ἀρρώστιας του αὐτῆς ὅμως δὲν καταλάβαινε πόσο σοβαρὰ ἄρρωστος ἦταν.
.              Κάποτε ἐπισκέφτηκα ἕνα ψυχιατρεῖο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὁδήγησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα συρμάτινο πλέγμα, κατὰ μῆκος τοῦ δωματίου τοῦ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστου ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του. «Πῶς αἰσθάνεσαι;», τὸν ρώτησα. Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Πῶς νομίζεις ὅτι μπορῶ νὰ αἰσθάνομαι, ἀνάμεσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρελούς;».
.               Τί ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πραγματικότητα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι σ’ Ἐκεῖνον ὀφείλεται τὸ ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὄχι. Τὰ λόγια, Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ ἕνα θαυμασμό, μία αὐτοεγκωμιαστικὴ προσέγγισή του στὸν Θεό, ὥστε Ἐκεῖνος ν’ ἀκούσει τὴν κομπορρημοσύνη του. Ἀπ’ ὅλα ὅσα λέει, προκύπτει πὼς δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ γιὰ τίποτα. Ἀντίθετα, βλασφημεῖ τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ βλασφημεῖ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία Του. Γιὰ τίποτα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Ὅσα λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του τ’ ἀποδίδει σὲ δικές του ἐνέργειες, στὰ κατορθώματα ποὺ μόνος αὐτὸς πέτυχε, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ πεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση πὼς δὲν εἶναι ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχὸς ἢ τελώνης, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν προφύλαξε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη αὐτὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεός Του. Εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποτιμᾶ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἕναν ἄξιο ἄνθρωπο μὲ ἐξαιρετικὸ χαρακτήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ ταίρι του σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτήρας κάνει προσπάθειες καὶ θυσίες γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ψηλότερα ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ, ὅταν κομπάζει πὼς νηστεύει δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνει τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζει.
.               Πόσο εὔκολο τρόπο διάλεξε γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Φαρισαῖος! Εὐκολότερο κι ἀπὸ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή! Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, αὐτὸς διάλεξε τὶς δύο εὐκολότερες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν τηρεῖ καμιά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τὶς δύο αὐτὲς ἐντολές, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ νηστεύουν καὶ νὰ δίνουν τὸ δέκατο τῆς περιουσίας τους οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ Θεός. Δὲν ἔδωσε τὶς ἐντολὲς αὐτὲς στοὺς ἀνθρώπους σὰν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ – ὅπως καὶ τὶς ἄλλες ἐντολὲς- γιὰ νὰ καρποφορήσουν στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπακοὴ στὸν Θεό, στὴν ἀγάπη γιὰ Ἐκεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
.               Μὲ λίγα λόγια, τὶς ἐντολὲς ὁ Θεὸς τὶς ἔδωσε γιὰ νὰ διεγείρουν, νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς χωρὶς σκοπό. Νήστευε κι ἔδινε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας του ἀλλὰ μισοῦσε τοὺς ἄλλους, τοὺς περιφρονοῦσε, στάθηκε μὲ ἀλαζονεία μπροστὰ στὸν Θεό. Παρέμεινε ἕνα ἄκαρπο δέντρο. Ὁ καρπὸς δὲν ἔγκειται στὴ νηστεία, ἀλλὰ στὴν καρδιά. Ὁ καρπὸς δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐντολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά. Ὅλες οἱ ἐντολὲς κι ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν γιὰ νὰ βελτιώνουν τὴν καρδιά. Νὰ τὴ θερμαίνουν, νὰ τὴ φωτίζουν, νὰ τὴν ποτίζουν, νὰ τὴν περιχαρακώνουν, νὰ τὴ σπέρνουν, νὰ τὴν καλλιεργοῦν. Κι ὅλ’ αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ ἀγρὸς τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὡριμάσει ὁ καρπός. Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι σκοπός· εἶναι ἡ μέθοδος, ὄχι ὁ καρπός. Σκοπὸς εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ φέρει τὸν καρπό.
.               Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὴν προσευχή του δὲν πέτυχε τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Δὲν ἀποκάλυψε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ τὴν ἀσχήμια της. Δὲν φανέρωσε τὴν ὑγεία του, ἀλλὰ τὴν ἀρρώστια. Ὁ Χριστὸς θέλησε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ νὰ μᾶς δείξει πώς, ὄχι μόνο ὁ συγκεκριμένος Φαρισαῖος, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Φαρισαίων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤθελε νὰ ἐξουσιάζει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Θέλησε μὲ τὴν παραβολή Του ὁ Κύριος νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ διεστραμμένη εὐσέβεια κι ὁ πλανεμένος φαρισαϊσμὸς ἀνήκουν καὶ σέ μᾶς, σὲ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν χριστιανῶν μέχρι τὶς μέρες μας. Δὲν ὑπάρχουν σήμερα ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ποὺ προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ Φαρισαῖος; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἀρχίζουν τὴν προσευχή τους μὲ κατηγορίες καὶ μομφὲς κατὰ τοῦ πλησίον τους καὶ τελειώνουν μὲ αὐτοεγκωμιασμούς; Δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸν Θεὸ ὡς δανειστὲς μπροστὰ στὸν ὀφειλέτη τους; Δὲν λένε πολλοὶ ἀπό μας, «Θεέ μου, ἐγὼ νηστεύω, πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, πληρώνω τοὺς φόρους μου, κάνω δωρεὲς στὴν ἐκκλησία· δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐγώ, σὰν τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς συκοφάντες, σὰν τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς μοιχούς. Αὐτοὶ μὲ στενοχωροῦν ἐμένα. Ἐσύ, τί κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δὲν τοὺς ἀφανίζεις αὐτούς, γιατί δὲν ἐπιβραβεύεις ἐμένα γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ κάνω γιὰ Σένα; Δὲν βλέπεις, Θεέ, πόσο ἁγνὴ εἶναι ἡ καρδιά μου, πόσο ὑγιὴς εἶναι ἡ ψυχή μου;».
.               Πρέπει νὰ ξέρεις πώς, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Μάξιμος, «ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἐξαπατήσει, μὰ οὔτε καὶ σὺ Ἐκεῖνον. Ὅλοι κάνουν τὸν σταυρό τους, μὰ δὲν προσεύχονται ὅλοι». Ὁ Φαρισαῖος εἶναι «Ἀβραὰμ ὡς πρὸς τὴ γενειάδα του, μὰ Χὰμ ὡς πρὸς τὰ ἔργα του». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μιλᾶνε οἱ Φαρισαῖοι. Κι ὁ Θεὸς τοὺς ἀκούει καὶ τοὺς στέλνει πίσω κενούς, ἄδειους. Τοὺς ἁπαντᾶ: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν περιγραφὴ ποὺ κάνετε στὸν ἑαυτό σας». Στὴν τελικὴ κρίση θὰ τοὺς πεῖ: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δὲν σᾶς ξέρω. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς φίλους Του ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς καρδιές τους. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ δὲν ἐκτιμᾶ τὴ συκιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα της, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καρπούς της.

* * *

.               Πῶς θά ᾽πρεπε νὰ προσευχηθεῖ ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς; Ἰδού, πῶς: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε