Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς

«ΜΕΘ᾽ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ» -132 ἀξιόπιστα θαυμαστὰ ἱστορικὰ γεγονότα [Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς]

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

«ΜΕΘ᾽ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ (“Ἐμμανουὴλ”)
-132 ἀξιόπιστα θαυμαστὰ ἱστορικὰ γεγονότα-

ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2017 (Ἰούνιος),
σελ. 190

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.                 «Οἱ ἱστoρίες ποὺ δημoσιεύoνται στὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι μόνον ἕνα δεμάτι σταριῶν ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο χωράφι τῆς ζωῆς. Κάποιες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀκούσαμε ἐξ ἰδίων καὶ ἄλλες τὶς πληροφορηθήκαμε μέσῳ τρίτων ἀτόμων. Δημοσιεύουμε ὅμως μόνον ἐκεῖνες ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὲς καὶ ἀξιόπιστες. Μερικὲς εἶναι σχεδὸν ἴδιες μὲ τὰ θαύματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνῶ ἄλλες παρουσιάζουν ὀμoιότητα μὲ θαύματα ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ σὲ παλαιότερες ἐποχὲς στὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση.
.             Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἐκκλησιαστική μας Παράδοση ἀπoτελoῦν τὰ πλέον κατάλληλα μέσα γιὰ τὴν ἑρμηνεία αὐτῶν τῶν θαυμάσιων γεγονότων, ποὺ συνέβησαν στὸν κόσμο καὶ ἐπηρέασαν τὶς ἀνθρώπινες ζωές. Ἀποτελοῦν ὁδηγὸ γιὰ ὅποιον προσπαθήσει νὰ τὰ ἐκτιμήσει, ὁδηγὸ ποὺ μειώνει τὴν πιθανότητα τῆς πνευματικῆς πλάνης. Συμβάλλουν στὴ διάκριση τῆς ἀλήθειας ἀπὸ τὴν πλάνη, τοῦ φωτὸς ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τῆς πραγματικότητας ἀπὸ τὰ σύμβολα.
.                 Ποιό ὅμως εἶναι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο συνάγεται ἀπὸ τέτoιoυ εἴδους βιώματα; Πιθανὸν εἶναι μόνον ἕνα καὶ μοναδικό: Ὁ Θεὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸν κόσμο καὶ κυβερνᾶ τὴν κάθε ἀνθρώπινη ζωή. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ µἐ ἀπείρους τρόπους, γιὰ νὰ φέρει τοὺς ἀνθρώπους κoντά Του, κοντὰ στὴν Ἀλήθεια, κοντὰ στὴν σωτηρία τους.»

.                 Ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίρoβιτς μὲ τὸ βιβλίο τoυ «Ἐμμανουὴλ» ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη του γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα.
.                 Τὸ κοινὸ στοιχεῖο ὅλων αὐτῶν τῶν ἱστοριῶν εἶναι ἕνα: πὼς ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα μας καὶ ἀόρατα κινεῖ τὰ νήματα τῆς ζωῆς ὅλων μας.
.                 Ὑπάρχει τὸ πνευματικὸ βασίλειο, τὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο εἶναι γεμάτo ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν Δικαίων. Ὑπάρχει μόνον ἕνας νόμος, ὁ νόμος τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ὁ νόμος τῆς ἠθικῆς. Ὁτιδήποτε ἄλλo ὀνομάζεται νόμος, εἶναι σκιὰ καὶ σύμβολο αὐτοῦ τoῦ μεγάλου καὶ αἰώνιου νόμου τοῦ Θεοῦ.
.                 Μὲ λίγα λόγια, ἐμεῖς οἱ ταξιδιῶτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν δρόμο μας. Μαζί μας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ὅλος ὁ οὐράνιος στρατός. Ἐμμανουήλ: «Μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεός»: Μαζί μας εἶναι ὁ Κύριος.

 

 

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ καὶ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ θάνατος
καὶ ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ

Ἁγίου Νικολάου Ἐπισκόπου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς φυλακῆς-
Μηνύματα στὸ λαό»
,
Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2012, σελ.109-112

.             Ποῦ τὸ σκοτάδι εἶναι πιὸ βαθύ; Ἐκεῖ ποὺ λάμπει τὸ πιὸ μεγάλο φῶς, καὶ ὕστερα σβήνει.
.             Σὲ μία πλατεία, ποὺ φωτίζεται μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες λάμπες, τὴ στιγμὴ ποὺ σβήνουν ὅλες οἱ λάμπες, τότε τὸ σκοτάδι εἶναι πιὸ βαθύ.
.             Πότε τὸ σκοτάδι εἶναι βαθύ; Τὴ νύχτα λίγο πρὶν ξημερώσει.
.             Ἀδελφοί μου, στὴν ἐποχή μας ἀντικρίσαμε μία πλατεία, ποὺ φωτιζόταν μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες λάμπες, τόσο φωτεινὴ ποὺ συναγωνιζόταν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ὅταν ὅμως οἱ λάμπες ἔσβησαν, ἀντικρίσαμε μία πλατεία χωρὶς φῶς, τόσο σκοτεινὴ σὰν τὴ φωλιὰ τοῦ τυφλοπόντικα κάτω ἀπὸ τὴ γῆ. Αὐτὴ ἡ πλατεία στὸ χάρτη τοῦ κόσμου ἔχει τὸ ὄνομα Εὐρώπη.
.             Ποιά εἶναι ἡ Εὐρώπη; Εὐρώπη εἶναι ἡ ἀπληστία καὶ ἡ εὐφυΐα. Καὶ τὰ δύο εἶναι ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά. Καὶ ἡ ἀπληστία καὶ ἡ ἐξυπνάδα. Καὶ τὰ δύο εἶναι προσωποποιημένα στὰ πρόσωπα τοῦ Πάπα καὶ τοῦ Λουθήρου. Ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ Εὐρώπη;
.             Εὐρώπη εἶναι ὁ Πάπας καὶ ὁ Λούθηρος, ἡ κορεσμένη δηλαδὴ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ ὁ ἱκανοποιημένος μέχρι ἐσχάτου βαθμοῦ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὁ Πάπας εἶναι τὸ συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης ἀπληστίας γιὰ ἐξουσία. Ὁ Λούθηρος εἶναι τὸ συνώνυμο τῆς ἀνθρώπινης θέλησης νὰ ἑρμηνεύσει, νὰ ἐξηγήσει τὰ πάντα μὲ τὴ λογική. Ὁ Πάπας παρουσιάζεται σὰν κυβερνήτης αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ὁ Λούθηρος παρουσιάζεται σὰν ὁ ἐπιστήμονας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτοὶ οἱ δύο εἶναι ἡ Εὐρώπη μὲ δύο λόγια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἱστορία ἕως τώρα.
.             Ὁ ἕνας ἔριξε τὴν ἀνθρωπότητα στὴ φωτιὰ καὶ ὁ ἄλλος στὸ νερό. Καὶ οἱ δύο μαζὶ σημαίνουν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό. Σημαίνουν ἄρνηση τῆς πίστεως καὶ ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
.             Διὰ μέσου αὐτῶν τῶν δύο ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ ἐδῶ καὶ αἰῶνες τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ στὸ σῶμα τῆς Εὐρώπης.
.             Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ διώξει αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κακοῦ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη; Κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ Ἐκεῖνον, τὸ ὄνομα τοῦ Ὁποίου γράφεται μὲ κεφαλαῖο γράμμα. Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρξε ὁ μοναδικὸς ἐξορκιστὴς δαιμόνων. Ὑποψιάζεστε ποιόν ἐννοῶ; Ἐννοῶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὸν Υἱὸ τῆς Παρθένου, τὸν Σταυρωθέντα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ Ἀναστηθέντα ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Δοξασμένο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, Αὐτὸν ποὺ οἱ πρόγονοί μας πίστεψαν καὶ προσκύνησαν.
.             Μέχρι τότε ποὺ ἡ Εὐρώπη προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ ὡς τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρώπη σεβόταν τοὺς δικούς Του ἀποστόλους, μάρτυρες, ἁγίους, καὶ ἀμέτρητους χριστιανούς, ὁμοίαζε μὲ πλατεία φωτισμένη μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες φῶτα.
.             Ὅταν ὅμως ἡ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ εὐφυΐα κυρίεψαν τὴν Εὐρώπη, τότε ἐκείνη ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό. Τότε τὰ φῶτα τῆς πλατείας ἔσβησαν μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἔπεσε βαθὺ σκοτάδι. Ἐπικράτησε τὸ σκοτάδι, ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν φωλιὰ τοῦ τυφλοπόντικα…
.             Ἐξ αἰτίας τῆς ἀπληστίας κάθε λαὸς καὶ κάθε ἄνθρωπος, μιμούμενος τὸν Πάπα, ἄρχισε νὰ ἀναζητᾶ τὴν ἐξουσία, τὴν ἀπόλαυση, τὴν δόξα. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀνθρώπινης εὐφυΐας κάθε λαὸς καὶ κάθε ἄνθρωπος θεώρησε πὼς αὐτὸς εἶναι πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ πὼς ἔχει πετύχει πολὺ περισσότερα ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους λαούς.
.             Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν ἀρχίσουν πόλεμοι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους; Πῶς νὰ μὴν ἐπικρατήσει ἡ τρέλα καὶ ἡ λύσσα; Πῶς νὰ μὴν ὑπάρξουν ἀρρώστιες, ξηρασίες, νὰ μὴν ξεσπάσουν πλημμύρες;
.             Ὅλα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν, γιὰ νὰ βγεῖ τὸ πύο ἀπὸ τὴν μολυσμένη πληγή.
.             Ὁ παπισμὸς χρησιμοποίησε τὴν πολιτική, ἐπειδὴ μόνο μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μποροῦσε νὰ ἀποκτήσει ἐξουσία. Ὁ λουθηρανισμὸς χρησιμοποίησε τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἐπειδὴ νόμισε πὼς μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ κερδίσει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. Ἔτσι ὅμως ξεκίνησε ἡ ἀπληστία νὰ πολεμᾶ μὲ τὸ νοῦ καὶ ὁ νοῦς ξεκίνησε νὰ πολεμᾶ μὲ τὴν ἀπληστία.
.             Ἡ νέα Βαβυλώνα, αὐτὴ εἶναι ἡ Εὐρώπη.
.             Στὴν ἐποχή μας ξεσηκώθηκαν οἱ νέες γενιὲς τῆς Εὐρώπης καὶ πάντρεψαν τὴν ἀπληστία μὲ τὴν εὐφυΐα. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ γάμου αὐτοῦ ἦταν ἡ ἀθεΐα. Ἔτσι στὴν συνέχεια ἀρνήθηκαν τὸν Πάπα καὶ τὸν Λούθηρο. Τώρα κανεὶς δὲν κρύβει τὴν ἀπληστία του καὶ ὅλοι κολακεύουν τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἡ ἀνθρώπινη ἀπληστία καὶ ἡ ἀνθρώπινη εὐφυΐα εἶναι συνεζευγμένα στὴν ἐποχή μας. Ἀπὸ τὴ μεταξύ τους σύζευξη δημιουργήθηκε ἕνας γάμος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι οὔτε καθολικὸς οὔτε λουθηρανικός, ἀλλὰ εἶναι ὁλοφάνερα, δημόσια σατανικός.
.             Ἡ σημερινὴ Εὐρώπη δὲν εἶναι πιὰ οὔτε παπική, οὔτε λουθηρανική. Εἶναι πιὰ κάτι μακριὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω… Ἡ Εὐρώπη εἶναι πλέον κοσμικὴ καὶ δὲν ἔχει πλέον τὴ βούληση νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ οὔτε μὲ τὸ διαβατήριο τοῦ ἀλάνθαστου πάπα οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνυψωθεῖ μὲ τὴν κλίμακα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς τῶν Προτεσταντῶν. Γενικότερα ἀρνεῖται νὰ ταξιδέψει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἐπιθυμεῖ νὰ παραμείνει σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Θέλει ὁ τάφος της νὰ εἶναι ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ λίκνο της. Δὲν γνωρίζει τίποτε γιὰ τὸν κόσμο. Δὲν αἰσθάνεται τὴν οὐράνια ὀσμή. Δὲν βλέπει στὰ ὄνειρά της ἀγγέλους καὶ ἁγίους. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσει γιὰ τὴν Παναγία. Ἡ ἀκολασία της δυναμώνει τὸ μίσος της γιὰ τὴν παρθενία.
.             Ὅλες οἱ λάμπες στὴν πλατεία ἔσβησαν. Τί φοβερὸ σκοτάδι! Ὁ ἀδελφὸς βάζει τὸ μαχαίρι στὸ στῆθος τοῦ ἀδελφοῦ θεωρώντας τον ἐχθρό του. Ἀρνιέται ὁ πατέρας τὸν γιό του καὶ ὁ γιὸς ἀρνιέται τὸν πατέρα. Ὁ λύκος στὸν λύκο εἶναι πιὸ πιστὸς φίλος ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος στὸν ἄνθρωπο.
.             Ἀδελφοί μου, δὲν τὸ βλέπετε ὅλοι; Δὲν αἰσθανόσαστε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιχριστιανικῆς Εὐρώπης; Τί λοιπὸν ἐπιθυμεῖτε; Νὰ εἶστε μὲ τὸ μέρος τῆς Εὐρώπης ἢ μὲ τὸ μέρος τοῦ Χριστοῦ; Ἐπιθυμεῖτε νὰ εἶστε μὲ τὸν θάνατο ἢ μὲ τὴ ζωή; Ἀναρωτιέστε; Ἀποφασίστε. Ἢ θάνατος ἢ ζωή. Αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἔθεσε ὁ Μωϋσῆς στὸν λαό του (Δευτ. Λ´ 15-20). Ἐμεῖς τὴν θέτουμε σὲ σᾶς. Καλὸ εἶναι νὰ θυμόσαστε πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι ὁ θάνατος καὶ ὁ Χριστὸς ἡ ζωή. Ἐπιλέξτε τὴν ζωή, γιὰ νὰ ζήσετε καὶ γιὰ νὰ κερδίσετε τὴν αἰώνια βασιλεία. Ἀμήν.

 

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Β´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τολμᾶ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία, μπροστὰ στὸν Θεό! Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δὲν εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ ἄρρωστοι συναντοῦν τὸ γιατρό τους; Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι πνευματικά, ἁμαρτωλοί, πηγαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὴν ἀρρώστια τους στὸ Θεό, τὸ γιατρό. Ν’ ἀναζητήσουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς γιατρὸς γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες, γιὰ ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
.               Στὸ νοσοκομεῖο δὲν πηγαίνουν οἱ ὑγιεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν στὸ γιατρὸ πόσο καλὴ ὑγεία ἔχουν. Ὁ Φαρισαῖος αὐτὸς ὅμως δὲν πῆγε στὸ ναὸ ἀπόλυτα ὑγιὴς ψυχικά, γιὰ νὰ κομπάσει γιὰ τὴν ὑγεία του. Αὐτὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος, ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας. Στὸν πυρετὸ τῆς ἀρρώστιας του αὐτῆς ὅμως δὲν καταλάβαινε πόσο σοβαρὰ ἄρρωστος ἦταν.
.              Κάποτε ἐπισκέφτηκα ἕνα ψυχιατρεῖο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὁδήγησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα συρμάτινο πλέγμα, κατὰ μῆκος τοῦ δωματίου τοῦ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστου ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του. «Πῶς αἰσθάνεσαι;», τὸν ρώτησα. Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Πῶς νομίζεις ὅτι μπορῶ νὰ αἰσθάνομαι, ἀνάμεσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρελούς;».
.               Τί ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πραγματικότητα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι σ’ Ἐκεῖνον ὀφείλεται τὸ ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὄχι. Τὰ λόγια, Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ ἕνα θαυμασμό, μία αὐτοεγκωμιαστικὴ προσέγγισή του στὸν Θεό, ὥστε Ἐκεῖνος ν’ ἀκούσει τὴν κομπορρημοσύνη του. Ἀπ’ ὅλα ὅσα λέει, προκύπτει πὼς δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ γιὰ τίποτα. Ἀντίθετα, βλασφημεῖ τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ βλασφημεῖ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία Του. Γιὰ τίποτα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Ὅσα λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του τ’ ἀποδίδει σὲ δικές του ἐνέργειες, στὰ κατορθώματα ποὺ μόνος αὐτὸς πέτυχε, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ πεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση πὼς δὲν εἶναι ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχὸς ἢ τελώνης, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν προφύλαξε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη αὐτὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεός Του. Εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποτιμᾶ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἕναν ἄξιο ἄνθρωπο μὲ ἐξαιρετικὸ χαρακτήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ ταίρι του σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτήρας κάνει προσπάθειες καὶ θυσίες γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ψηλότερα ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ, ὅταν κομπάζει πὼς νηστεύει δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνει τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζει.
.               Πόσο εὔκολο τρόπο διάλεξε γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Φαρισαῖος! Εὐκολότερο κι ἀπὸ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή! Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, αὐτὸς διάλεξε τὶς δύο εὐκολότερες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν τηρεῖ καμιά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τὶς δύο αὐτὲς ἐντολές, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ νηστεύουν καὶ νὰ δίνουν τὸ δέκατο τῆς περιουσίας τους οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ Θεός. Δὲν ἔδωσε τὶς ἐντολὲς αὐτὲς στοὺς ἀνθρώπους σὰν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ – ὅπως καὶ τὶς ἄλλες ἐντολὲς- γιὰ νὰ καρποφορήσουν στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπακοὴ στὸν Θεό, στὴν ἀγάπη γιὰ Ἐκεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
.               Μὲ λίγα λόγια, τὶς ἐντολὲς ὁ Θεὸς τὶς ἔδωσε γιὰ νὰ διεγείρουν, νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς χωρὶς σκοπό. Νήστευε κι ἔδινε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας του ἀλλὰ μισοῦσε τοὺς ἄλλους, τοὺς περιφρονοῦσε, στάθηκε μὲ ἀλαζονεία μπροστὰ στὸν Θεό. Παρέμεινε ἕνα ἄκαρπο δέντρο. Ὁ καρπὸς δὲν ἔγκειται στὴ νηστεία, ἀλλὰ στὴν καρδιά. Ὁ καρπὸς δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐντολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά. Ὅλες οἱ ἐντολὲς κι ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν γιὰ νὰ βελτιώνουν τὴν καρδιά. Νὰ τὴ θερμαίνουν, νὰ τὴ φωτίζουν, νὰ τὴν ποτίζουν, νὰ τὴν περιχαρακώνουν, νὰ τὴ σπέρνουν, νὰ τὴν καλλιεργοῦν. Κι ὅλ’ αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ ἀγρὸς τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὡριμάσει ὁ καρπός. Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι σκοπός· εἶναι ἡ μέθοδος, ὄχι ὁ καρπός. Σκοπὸς εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ φέρει τὸν καρπό.
.               Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὴν προσευχή του δὲν πέτυχε τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Δὲν ἀποκάλυψε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ τὴν ἀσχήμια της. Δὲν φανέρωσε τὴν ὑγεία του, ἀλλὰ τὴν ἀρρώστια. Ὁ Χριστὸς θέλησε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ νὰ μᾶς δείξει πώς, ὄχι μόνο ὁ συγκεκριμένος Φαρισαῖος, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Φαρισαίων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤθελε νὰ ἐξουσιάζει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Θέλησε μὲ τὴν παραβολή Του ὁ Κύριος νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ διεστραμμένη εὐσέβεια κι ὁ πλανεμένος φαρισαϊσμὸς ἀνήκουν καὶ σέ μᾶς, σὲ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν χριστιανῶν μέχρι τὶς μέρες μας. Δὲν ὑπάρχουν σήμερα ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ποὺ προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ Φαρισαῖος; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἀρχίζουν τὴν προσευχή τους μὲ κατηγορίες καὶ μομφὲς κατὰ τοῦ πλησίον τους καὶ τελειώνουν μὲ αὐτοεγκωμιασμούς; Δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸν Θεὸ ὡς δανειστὲς μπροστὰ στὸν ὀφειλέτη τους; Δὲν λένε πολλοὶ ἀπό μας, «Θεέ μου, ἐγὼ νηστεύω, πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, πληρώνω τοὺς φόρους μου, κάνω δωρεὲς στὴν ἐκκλησία· δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐγώ, σὰν τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς συκοφάντες, σὰν τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς μοιχούς. Αὐτοὶ μὲ στενοχωροῦν ἐμένα. Ἐσύ, τί κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δὲν τοὺς ἀφανίζεις αὐτούς, γιατί δὲν ἐπιβραβεύεις ἐμένα γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ κάνω γιὰ Σένα; Δὲν βλέπεις, Θεέ, πόσο ἁγνὴ εἶναι ἡ καρδιά μου, πόσο ὑγιὴς εἶναι ἡ ψυχή μου;».
.               Πρέπει νὰ ξέρεις πώς, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Μάξιμος, «ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἐξαπατήσει, μὰ οὔτε καὶ σὺ Ἐκεῖνον. Ὅλοι κάνουν τὸν σταυρό τους, μὰ δὲν προσεύχονται ὅλοι». Ὁ Φαρισαῖος εἶναι «Ἀβραὰμ ὡς πρὸς τὴ γενειάδα του, μὰ Χὰμ ὡς πρὸς τὰ ἔργα του». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μιλᾶνε οἱ Φαρισαῖοι. Κι ὁ Θεὸς τοὺς ἀκούει καὶ τοὺς στέλνει πίσω κενούς, ἄδειους. Τοὺς ἁπαντᾶ: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν περιγραφὴ ποὺ κάνετε στὸν ἑαυτό σας». Στὴν τελικὴ κρίση θὰ τοὺς πεῖ: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δὲν σᾶς ξέρω. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς φίλους Του ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς καρδιές τους. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ δὲν ἐκτιμᾶ τὴ συκιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα της, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καρπούς της.

* * *

.               Πῶς θά ᾽πρεπε νὰ προσευχηθεῖ ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς; Ἰδού, πῶς: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Α´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

.               Ἕνας ἄνθρωπος βάδιζε στὸ δάσος. Ἤθελε νὰ διαλέξει ἕνα καλὸ δέντρο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔβγαζε δοκάρια γιὰ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐκεῖ εἶδε δύο δέντρα, τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἦταν ἴσιο, λεῖο καὶ ψηλό, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του, ὁ πυρήνας του, ἦταν σάπιο. Τὸ ἄλλο εἶχε ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του ἔδειχνε ἄσχημος. Τὸ ἐσωτερικό του ὅμως ἦταν γερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Σὲ τί μπορεῖ νὰ μοῦ χρησιμέψει τὸ ψηλὸ καὶ ἴσιο αὐτὸ δέντρο, ἀφοῦ τὸ μέσα του εἶναι σάπιο κι ἀκατάλληλο γιὰ δοκάρια; Τὸ ἄλλο μοιάζει ἀνώμαλο, ἄσχημο, ἀλλὰ τουλάχιστο τὸ μέσα του εἶναι γερό. Ἔτσι, ἂν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορῶ νὰ τὸ διαμορφώσω καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ δοκάρια στὸ σπίτι μου». Καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ περισσότερο, διάλεξε τὸ δέντρο ἐκεῖνο, τὸ γερό. Τὸ ἴδιο θὰ κάνει κι ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεχωρίσει δύο ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μέσα στὸ ναό Του. Δὲν θὰ διαλέξει ἐκεῖνον ποὺ φαίνεται ἐπιφανειακὰ δίκαιος, ἀλλὰ τὸν ἄλλον, ἐκεῖνον ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη μὲ τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
.               Οἱ ὑπερήφανοι ἔχουν τὰ μάτια τους διαρκῶς ὑψωμένα πρὸς τὸν Θεό. Οἱ καρδιές τους ὅμως εἶναι κολλημένες στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲν εὐαρεστοῦν στὸν Θεό. Εὐάρεστοι στὸν Θεὸ εἶναι οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ πράοι, ποὺ ἔχουν τὰ μάτια τους χαμηλωμένα στὴ γῆ, μὰ οἱ καρδιές τους εἶναι γεμάτες οὐρανό. Δημιουργς προτιμ τος νθρώπους πο μολογον στὸν Θε τς μαρτίες τους, χι τ καλά τους ργα.
.               Ὁ Θεὸς εἶναι γιατρός. Πλησιάζει στὸ κρεβάτι ὅπου κείτεται ὁ καθένας μας καὶ ρωτάει: «Ποῦ πονᾶς;» Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ γιατροῦ κοντά του καὶ τοῦ φανερώνει ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀδυναμίες του, εἶναι σοφός. Ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τὶς ἁμαρτίες του καὶ καυχιέται μπροστὰ στὸ γιατρὸ πὼς εἶναι ὑγιής, εἶναι ἀνόητος. Λὲς κι ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ δεῖ πόσο καλὰ εἶναι κι ὄχι ἀπὸ τί πάσχει. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὸ ν’ ἁμαρτάνεις εἶναι κακό, ὅταν ὅμως τὸ ὁμολογεῖς, μπορεῖς νὰ λάβεις βοήθεια. Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ δὲν τὸ παραδέχεσαι, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βοηθηθεῖς».
.            Γι’ αὐτὸ ἂς γίνουμε σοφοί, συνετοί. Ὅταν στεκόμαστε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεό, πρέπει νὰ νιώθουμε πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν πιὸ καλὸ καὶ πιὸ ἐλεήμονα γιατρό. Ἐκεῖνος ρωτάει τὸν καθένα μας μὲ ἀγάπη καὶ μέριμνα: «Ποῦ πονᾶς;» Ἐμεῖς ἂς μὴν ἀμελήσουμε καθόλου νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀρρώστια μας, νὰ τοῦ φανερώσουμε τὶς πληγὲς καὶ τὶς ἁμαρτίες μας.

* * *

.               Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μᾶς μιλάει γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε πὼς ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς», πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴ αὐτοπεποίθηση πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους. Μήπως κι ἐμεῖς συγκαταλεγόμαστε ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος τοὺς ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ αὐτή;
.               Μὴν ἀντιδρᾶς σ’ αὐτὰ πού σοῦ λέω. Ὁμολόγησε καλύτερα τὴν ἀρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αὐτὴν καὶ πάρε τὸ φάρμακο ποὺ σοῦ δίνει ὁ πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ἕνα νοσοκομεῖο βρίσκονταν πολλοὶ ἄρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοὶ εἶχαν πυρετὸ κι ἀνυπομονοῦσαν, περίμεναν μὲ ἀγωνία πότε θὰ ‘ρθεῖ ὁ γιατρός. Ἄλλοι ἔκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πὼς ἦταν ὑγιεῖς καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη τὸ γιατρό. Ἕνα πρωινὸ ὁ γιατρὸς ἔκανε ἐπίσκεψη στοὺς ἀρρώστους. Μαζί του ἦταν κι ἕνας φίλος του, ποὺ κρατοῦσε δῶρα γιὰ νὰ τοὺς δώσει. Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ εἶδε ἐκείνους ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ πυρετὸ καὶ τοὺς λυπήθηκε.
– Θὰ γίνουν καλά; ρώτησε τὸ γιατρό.
Ἐκεῖνος τοῦ ψιθύρισε στὸ αὐτί:
– Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ἐμπύρετοι, ναί, μποροῦν νὰ γίνουν καλά. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι ποὺ κείτονται στὰ κρεβάτια τους. Αὐτοὶ ποὺ κόβουν βόλτες ὅμως, ὄχι, δὲν γίνονται καλά. Αὐτοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀνίατες ἀρρώστιες, ἔχει προχωρήσει ἡ σήψη μέσα τους.
.               Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ ἔμεινε κατάπληκτος. Ἡ ἔκπληξή του στρεφόταν πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρὸς τὸ μυστήριο ποὺ κρύβουν οἱ ἀρρώστιες καὶ πρὸς τὴν ὀφθαλμαπάτη τῶν ἀνθρώπων.
.               Φαντάσου τώρα πὼς εἴμαστε ἄρρωστοι στὸ νοσοκομεῖο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχει προσβάλει ὅλους μας ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα: ἀδικία. Ἡ λέξη αὐτὴ καλύπτει ὅλα τὰ πάθη, ὅλες τὶς ἐπιθυμίες, ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἀδυναμίες ποὺ ἀγγίζουν τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ μας. Οἱ ἄρρωστοι χωρίζονται σὲ κατηγορίες. Μερικοὶ μόλις προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἄλλοι βρίσκονται σὲ προχωρημένη κατάσταση κι ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς ἀνάρρωσης. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο ὅσοι θεραπεύτηκαν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πόσο σοβαρὴ ἦταν ἡ ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν προσβληθεῖ. Οἱ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστοι εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λιγότερη ἐπίγνωση τῆς κατάστασής τους. Στὶς σωματικὲς ἀρρώστιες ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ψηλὸ πυρετό, δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὴν ἀρρώστια του. Οὔτε ὁ τρελὸς καταλαβαίνει τὴν τρέλα του.
.               Ἐκεῖνοι ποὺ ἀρχίζουν νὰ διαπράττουν ἀνομίες, γιὰ λίγο καιρὸ ντρέπονται γι’ αὐτές. Ὅταν τὸ κακὸ ὅμως συνεχίζεται, ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στὴν ἁμαρτία, ποὺ τοῦ γίνεται ἕξη καὶ σιγὰ σιγὰ ὁδηγεῖται σὲ παραλήρημα καὶ μέθη, φτάνει σὲ τέτοια κατάσταση, ὥστε ἡ ψυχή του γίνεται ἀναίσθητη καὶ δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀρρώστια της.
.               Φαντάσου τώρα ἕνα γιατρὸ νὰ πηγαίνει σὲ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ρωτάει: «Τί ἔχετε; Ἀπὸ τί ὑποφέρετε;» Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται στὸ πρῶτο στάδιο ντρέπονται νὰ παραδεχτοῦν πὼς εἶναι ἄρρωστοι κι ἀπαντοῦν: «Τίποτα». Οἱ ἄλλοι, ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται σὲ προχωρημένο στάδιο, ἐκνευρίζονται μὲ τὴν ἐρώτηση κι ὄχι μόνο ἀπαντοῦν «δὲν ἔχουμε τίποτα», ἀλλ’ ἀρχίζουν καὶ νὰ καυχιοῦνται πὼς εἶναι ὑγιεῖς. Μόνο αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἀναστενάζουν κι ἀπαντοῦν στὸ γιατρό: «Ἀπ’ ὅλα ὑποφέρουμε. Λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
.               Γράφει ὁ Τερτυλλιανὸς σὲ μία ὁμιλία του «Περὶ μετανοίας»: «Ἂν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογήσεις τὶς ἁμαρτίες σου, σκέψου τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης, ποὺ μόνο ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ νὰ σβήσει».

.               Ἀναλογίσου ὅλ’ αὐτὰ λοιπόν, ἄκουσε τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ σκέψου πόσο ἀφορᾶ καὶ σένα. Ἂν κραυγάσεις μὲ ἔκπληξη πὼς «ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν μὲ ἀφορᾶ», σημαίνει πὼς ἔχεις προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν (πνευματικὴ) ἀσθένεια ποὺ ὀνομάζεται ἀνομία ἢ ἀδικία. Ἂν διαμαρτυρηθεῖς καὶ πεῖς πὼς «ἐγὼ εἶμαι δίκαιος, ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀφορᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς γύρω μου», σημαίνει πὼς ἡ ἀρρώστια ἔχει προχωρήσει πολύ. Ἂν ὅμως χτυπήσεις τὸ στῆθος σου μὲ μετάνοια καὶ πεῖς «ἀλήθεια εἶναι. Εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ γιατρό», σημαίνει πὼς βρίσκεσαι σὲ καλὸ δρόμο γιὰ νὰ θεραπευτεῖς. Τότε μὴ φοβᾶσαι. Θὰ γίνεις καλά.

* * *

.               «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης». Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Φαρισαῖος δὲν ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὰν ἁμαρτωλό, ἐνῶ ὁ τελώνης τὸ παραδεχόταν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνῆκε στὴν ὑψηλότερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἐποχῆς, ὁ τελώνης στὴν πιὸ περιφρονημένη.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ προκαλεῖ ἐντύπωση, κι ἔλεγε τὰ ἑξῆς λόγια στὴν προσευχή του: Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ κατὰ γράμμα τὸ νόμο, νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
.               Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἦταν συνήθεια τῶν Φαρισαίων νὰ κάθονται στὴν πρώτη θέση. Τὸ ὅτι ὁ Φαρισαῖος καθόταν στὴν πρώτη θέση, φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ τελώνης ἔστεκε «μακρόθεν». Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου κι ἡ σιγουριά του πὼς ἦταν δίκαιος, δηλαδὴ πνευματικὰ ὑγιής, ἦταν τέτοια, ὥστε δὲν ἀπαίτησε τὴν πρώτη θέση μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν ἀπαιτοῦσε, ὄχι μόνο ὅταν συμμετεῖχε σὲ γεύματα καὶ σὲ συναθροίσεις, μὰ ἀκόμα καὶ στὸ ναό, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ δείξει πόσο ἄρρωστος ἦταν πνευματικὰ ὁ Φαρισαῖος, πόσο ἡ ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας τὸν εἶχαν διαφθείρει.
.               Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δὲν προσευχόταν δυνατά; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀκούει πιὸ προσεχτικὰ αὐτὰ ποὺ ἡ καρδιὰ λέει, ὄχι ὅσα προφέρουν τὰ χείλη. Αὐτὰ ποὺ σκέφτεται κι αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ἔχουν περισσότερη σημασία γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προφέρει ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι. Αὐτὴ φανερώνει καθαρὰ πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος μέσα του, ἂν εἶναι μαῦρος ἢ ἄσπρος, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὑποκριτής.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

, , ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὁ Θεὸς δὲν βιάζεται νὰ δείξει τὴν ἀδυναμία τοῦ πονηροῦ καὶ τὴ δική Του δύναμη στὴν πρώτη ἀντίθεσή Του μὲ τὸν πονηρό. Περιμένει νὰ δεῖ τὸν πονηρὸ νὰ ἐπαίρεται στοὺς οὐρανοὺς κι ἔπειτα νὰ σκορπίζεται ἡ δύναμή του στὴ στιγμή».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Γ´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»
Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

Μέρος Β´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

.           Ἔλεγαν τὸν παλιὸ καιρό: «Ἀγαπῶν ἀργύριον, οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου» (Ἐκκλ. E´ 9). Ὁ Ζακχαῖος ἦταν φιλάργυρος. Εἶχε περάσει ὅλη τὴν ὥς τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καὶ συνήθως οἱ τρόποι αὐτοὶ ἦταν ἁμαρτωλοί. Αὐτὴ εἶναι μία ἀρρώστια, ποὺ ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια. Εἶναι μία φωτιὰ ποὺ καίει τόσο περισσότερο τὸν ἄνθρωπο, ὅσο πιὸ πολλὰ χρήματα μαζεύει. Δὲν ὑπάρχει ποσότητα χρημάτων ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὸν φιλάργυρο. Ὅπως ἡ φωτιὰ δὲν θὰ πεῖ ποτέ, «μὴ μὲ ταΐζετε μ’ ἄλλα ξύλα, ἀρκετὰ εἶναι αὐτά», ἔτσι καὶ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας δὲν θὰ πεῖ ποτὲ «φτάνει, ἀρκετά».
.              Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος αὐτὸ ἀπὸ μόνος του, μὲ τὶς δικές του προσπάθειες. Μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ προκαλεῖ ντροπὴ καὶ φόβο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μαζί της ἡ γνώση κάποιας ἀξίας μεγαλύτερης ἀπὸ τὸ ἀσήμι καὶ τὸ χρυσό, μπορεῖ νὰ τὸ ξεπεράσει. Χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ζακχαῖος θὰ εἶχε περάσει ὅλη τὴ ζωή του μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὅλοι οἱ τελῶνες. Καὶ θὰ εἶχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος καὶ ξεχασμένος. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ τὸ βρίσκαμε γραμμένο στὸ εὐαγγέλιο στὴ γῆ, οὔτε καὶ στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς στὸν οὐρανό. Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ὅμως διέγειρε τὴν ψυχή του, ποὺ ὣς τότε τὴν εἶχε νεκρώσει τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, καὶ τὸν ἔκανε καινούργιο ἄνθρωπο, ἀναγεννημένο κι ἀναστημένο. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀθάνατο μάθημα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πὼς κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ἐξομολογήθηκε τὴν ἁμαρτία του ὁ Ζακχαῖος. Δὲν εἶπε, «Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός!» ἢ «ἁμαρτία μου εἶναι ἡ φιλαργυρία!». Ἔδειξε πρῶτα τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του κι ἔπειτα ὁμολόγησε τὴν ἁμαρτία του: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πὼς τὰ πλούτη ἦταν τὸ πάθος του; καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Δὲν εἶναι μία καθαρὴ ὁμολογία αὐτὴ πῶς εἶχε ἀποκτήσει τὰ πλούτη του μὲ ἄδικο τρόπο; Δὲν εἶπε πρὶν ἀπ’ αὐτὸ πὼς «εἶμαι ἁμαρτωλός, Κύριε, μετανοῶ». Αὐτὸ τὸ ὁμολόγησε στὸν Κύριο μυστικά, μὲ τὴν καρδιά του. Κι ὁ Κύριος δέχτηκε μυστικὰ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοιά του. Γιὰ τὸν Κύριο ἀξίζει περισσότερο ν’ ἀναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια μὲ τὴν καρδιά του, παρὰ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ μὲ τὴ γλώσσα του. Ἡ γλώσσα μπορεῖ καὶ νὰ ξεγελάσει, ν’ ἀπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι.
.           Προσέξτε ἐπίσης πῶς ἀπαρνήθηκε ὁ Ζακχαῖος τὴν ἁμαρτία του, τί προσπάθειες ἔκανε γιὰ νὰ μετακινηθεῖ στὸ φῶς, ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ ὀλέθριου πάθους τῆς φιλαργυρίας. Μοίρασε ἀμέσως τὴ μισὴ περιουσία του στοὺς φτωχούς. Ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαποῦσε κάθε δεκάρα ποὺ μάζευε καὶ τὴν ἔκρυβε νὰ μὴ τὴν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε νιώσει ποτὲ τὴν ἡδονὴ τῆς προσφορᾶς. Ὅλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια γιὰ ν’ ἀποδώσει δικαιοσύνη, νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους καὶ προσφέρθηκε ν’ ἀποζημιώσει στὸ τετραπλάσιο ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησε. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιεικὴς μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπ’ ὅ,τι ἦταν ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸν ἑαυτό του. Στὸ Νόμο λέει ὁ Μωυσῆς: «ἀνὴρ ἡ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἑξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίμεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ’ αὐτῷ, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ» (Ἀριθ. ε´ 6-7). Αὐτὰ ὅρισε ὁ Μωυσῆς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀναγνώρισαν τὴν ἁμαρτία τους. Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, ποὺ ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του, ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο νὰ ἐπιστρέψει σὲ ὅλους ὅσους ἀδίκησε ὁλόκληρο τὸ ποσὸ ποὺ ἔκλεψε, καὶ ἕνα πέμπτο τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περισσότερο. Ἐκεῖνος ὅμως στάθηκε πιὸ σκληρὸς στὸν ἑαυτό του ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Θέλησε νὰ ἐφαρμόσει στὸν ἑαυτό του αὐτὸ ποὺ προβλέπει ὁ Νόμος γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστὲς ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν καὶ δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἔγκλημά τους, μ’ ὅλο ποὺ τοὺς ἔπιασαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἤθελε ν’ ἀποδώσει στὸ τετραπλάσιο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸν καθένα (βλ. Ἐξ. κβ´ 1). Ἔτσι εἶναι ὅλοι ὅσοι μετανοοῦν. Εὔσπλαχνοι πρὸς τοὺς ἄλλους κι αὐστηροὶ μὲ τὸν ἑαυτό τους.

.           «Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ´ 9). Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ Ζακχαῖο, σὲ ἀνταπόκριση τῆς καρδιακῆς μετάνοιάς του, ὡς ἀνταπόδοση στὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τοὺς καρποὺς μετανοίας ποὺ ἐπέδειξε. Τὰ τελευταία λόγια, «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς» (Λουκ. ιθ´ 10), ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς σοφοὺς ἐπικριτὲς ποὺ ὀργίστηκαν μαζί Του ἐπειδὴ πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐνῶ βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐνῶ γόγγυζαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴν ἀκαταλληλότητα τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς, ὁ Κύριος κρατοῦσε σιωπή, δὲ μιλοῦσε, ἁπλὰ περίμενε. Τί περίμενε; Νὰ δεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ γόγγιζαν καὶ μεμψιμοιροῦσαν μὲ μίσος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ κείνην τοῦ μετανιωμένου Ζακχαίου, νὰ ἐκτεθοῦν πλήρως στὸ φῶς τῆς μέρας. Ἔδωσε τὰ ἡνία στοὺς δαίμονες τῆς κακίας νὰ φτάσουν στὰ ὅριά τους, ὥστε ἡ ἀπώλειά τους νὰ εἶναι καθαρὴ καὶ προφανής. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ. Θες δὲν βιάζεται ν δείξει τν δυναμία το πονηρο κα τ δική Του δύναμη στν πρώτη ντίθεσή Του μ τν πονηρό. Περιμένει ν δε τν πονηρ ν παίρεται στος ορανος κι πειτα ν σκορπίζεται δύναμή του στ στιγμή.
.           Τόσο ἀδύναμος εἶναι μπροστὰ στὸν παντοδύναμο ὁ πονηρός, ὥστε ἂν ὁ Θεὸς δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργεῖ σὲ κάποιο βαθμὸ κι ἔπειτα νὰ περιορίζεται πάλι, οἱ ἄνθρωποι δὲν θ’ ἀποκτοῦσαν ποτὲ καθαρὴ εἰκόνα γιὰ τὴ μεγαλοσύνη Του. Θες φησε τς δυνάμεις τς κόλασης κα τς γς ν νεργήσουν στ Γολγοθά, στε νποδείξει μετ κα στς δύο ατς δυνάμεις τν κατανίκητη δύναμή Του. Τν δια μέθοδο χρησιμοποίησε κα στν περίπτωση το Ζακχαίου Κύριος. ρχικ πγε στ σπίτι του. Ο θορυβοποιο ξέσπασαν σ φωνές, ο γογγυστς γόγγυζαν, οἱ ἐμπαίζοντες ἐνέπαιξαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε ἤρεμος κι ἀτάραχος κι ἀκολούθησε τὸ δρόμο Του. Μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου. Οἱ αὐτοθεωρούμενοι δίκαιοι ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀπὸ φόβο μὴ μιανθοῦν. Οἱ θορυβοποιοὶ ἐξακολούθησαν νὰ θορυβοῦν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά, οἱ γογγυστὲς νὰ γογγύζουν κι οἱ περιπαίζοντες νὰ περιπαίζουν. θρίαμβος τς κακίας φτασε στ πόγαιό του. λοι ο ναντίοι εχαν πειστε πς εχαν πόλυτα δικαιωθε, πς Χριστς εχε νικηθε. Ἐκεῖνοι γνώριζαν τὸ Ζακχαῖο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἤξερε. Ἐκεῖνοι τηροῦσαν πιστὰ τὸ Νόμο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τὸν ἀθετοῦσε, ἀφοῦ πέρασε τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνοι δὲν μποροῦσαν ν’ ἀπατηθοῦν, ἐνῶ ὁ Χριστὸς μποροῦσε. Καὶ ἀπατήθηκε.
.           Οἱ ἐχθροί Του ἔφτασαν ἔτσι ἀβίαστα καὶ λογικὰ στὸ συμπέρασμα, πὼς ὁ Χριστὸς οὔτε ἀληθινὸς διδάσκαλος ἦταν, οὔτε προφήτης, οὔτε Μεσσίας. Ἂν εἶχε ὅλες αὐτὲς τὶς ἰδιότητες, ἢ ἔστω μερικὲς ἀπ’ αὐτές, θὰ γνώριζε ποιὸς ἦταν ὁ Ζακχαῖος καὶ δὲν θὰ ἔμπαινε στὸ σπίτι του. Ἑπομένως ἐμεῖς, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς, παγιδέψαμε σήμερα τὸν Χριστὸ κι ἔτσι θὰ σώσουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὴ μεγάλη αὐταπάτη πὼς Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἕνας θρίαμβος, μία μεγάλη νίκη.
.           Ατ πο πέτυχαν ο χθροί Του ταν ννυψώσουν τν κακία τους στν ορανό. Κι λη ατ τν ρα Ζακχαος ρίμαζε κι ξελισσόταν σναν καλλίτερο κι ναγεννημένο νθρωπο. Ὁ Χριστὸς πρόσεχε λιγότερο αὐτὴ τὴν ἑτερογενῆ καὶ μοχθηρὴ μάζα καὶ περισσότερο τὴν ἀνανεωμένη καρδιὰ τοῦ Ζακχαίου. Περίμενε νὰ τελειώσουν ὂλ’ αὐτὰ καὶ μετὰ θὰ μιλοῦσε. Ὅταν ἡ μοχθηρία εἶχε φτάσει στὸν οὐρανὸ κι ἡ σκληρὴ κρούστα τῆς μούχλας εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὶς φθαρμένες καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε ὁ Ζακχαῖος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε λόγια, ποὺ μόνο ἀπὸ τὸν Χριστὸ θὰ περίμενε κανεὶς ν’ ἀκούσει: ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ξαφνικὸς κεραυνὸς ποὺ ξέσκισε τὰ σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικὰ σιωπηλοί, ὅλοι ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχοῦς; Γιατί δὲν ἐξακολουθεῖτε νὰ θορυβεῖτε, νὰ περιπαίζετε καὶ νὰ γογγύζετε; Γιατί τὰ λόγια σας πνίγηκαν στὸ λαιμό σας; Ποιός ἀπατήθηκε, ὁ Χριστὸς ἢ ἐσεῖς; Ποιός γνώριζε καλύτερα τὸ Ζακχαῖο, ἐσεῖς ἢ ὁ Χριστός; Ποιός εἶναι πιὸ δίκαιος τώρα, ἐσεῖς ἢ ὁ Ζακχαῖος;
.           Πόσο ταπεινὸς καὶ πρᾶος εἶναι ὁ Κύριος! Ὅπως σὲ προηγούμενες περιπτώσεις, ἔτσι καὶ τώρα στέκεται σὰν τὸ ἄκακο ἀρνὶ μπροστὰ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἀόρατοι λύκοι τοὺς ἔχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ἤρεμος εἶναι στὴ νίκη Του, τώρα ὅπως καὶ πάντα. Περιμένει πολ ερηνικ τν κατάλληλη στιγμή. Κι ὅταν αὐτὴ ἔρθει, στρέφεται στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο, ποὺ γιὰ χάρη του ἄλλαξε δρόμο καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.
.           Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ οὐράνιος Θεραπευτὴς βεβαιώνει τὸν ἄρρωστο πὼς ἡ ὑγεία του ἀποκαταστάθηκε. Τώρα εἶναι ἕτοιμος νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ παίρνει τὴ θέση του ἀνάμεσα στοὺς ὑγιεῖς. Ἡ τυφλότητα ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια του, ὅπως κι ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεῖ νὰ βαδίζει ἐλεύθερα στὸ δρόμο τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους. Γιὰ νὰ πείσει καθαρότερα ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὁ Κύριος πρόσθεσε: καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραὰμ ἐστιν. Ἀληθινὸς υἱὸς Ἀβραὰμ κατὰ πνεῦμα καὶ κατ’ ἀλήθεια, ὄχι μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὸ αἷμα, σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ περηφανεύονταν ὅτι ἦταν υἱοὶ Ἀβραὰμ μόνο κατ’ ὄνομα, ἐπειδὴ προέρχονταν ἀπὸ ἐκεῖνον.
.           Ὁ Ἀβραὰμ ἀγαποῦσε τὸ συνάνθρωπό του κι εἶχε φόβο Θεοῦ. Ἦταν φιλόξενος, πιστός, δὲν ἦταν φιλάργυρος, ἀναπαυόταν στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Ζακχαῖος ἔγινε ἕνας ἄλλος Ἀβραάμ. Μὲ τὰ μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα τοῦ ὁ Ἀβραάμ, ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων. Μὲ τὴ μετάνοιά του ὁ Ζακχαῖος ἔγινε γνήσιος ἀπόγονός του, πνευματικὸς γιός του. Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε ὁ Κύριος γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸ Ζακχαῖο καὶ νὰ προβληματίσει τοὺς ἐχθρούς του.
.           Στὰ τελευταῖα αὐτὰ λόγια Του πρόσθεσε ὁ Κύριος: ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός. Ἦρθε γιὰ ν’ ἀναζητήσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκείνους ποὺ δὲν τοὺς ἀναζητεῖ κανένας, ποὺ ὅλοι τους ἀπορρίπτουν. Ἦρθε νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι οἱ ἴδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ὁ Μεγάλος Ἥρωας δὲν κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ θεραπεύσει ἐκείνους ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κάποιο κρυωματάκι, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τοὺς λεπροὺς καὶ τοὺς τυφλούς, τοὺς δαιμονισμένους καὶ τοὺς παραλύτους, ν’ ἀναστήσει νεκροὺς ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Εἶχε πεῖ σὲ μία ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

* * *

.           Ἀδελφοί μου! Συνειδητοποιεῖτε ὅτι τὰ παραπάνω λόγια ἐφαρμόζονται σέ μας; Γνωρίζετε πῶς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ποῦ γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος κατέβηκε στὴ γῆ; Τὸν ἔφερε κοντά μας ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ ἀπερινόητη ἀγάπη Του γιά μας, γιὰ ν’ ἀναζητήσει τὸ ἀπολωλὸς καὶ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Προσέξτε τὸν κοντόσωμο Ζακχαῖο. Στὴ μεγάλη του ἐπιθυμία γιὰ νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἔγινε μέγας. Ὁ Χριστὸς προσεγγίζει κι ἐμᾶς τώρα ὅπως τότε τὸ Ζακχαῖο, περιτριγυρισμένος ἀπὸ πλήθη λαοῦ, ἐν’ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ δίκαιους καὶ κατήγορους. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου τὰ τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὀρύεται ἐναντίον Του, γύρω Του, μᾶς κατακλύζει. Δὲν ἀκοῦτε τὸ μούγκρισμα, τὸ βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ὁλόκληρο τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἀκουμπάει δίπλα σου. Κι ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, βαδίζει ὁ ταπεινὸς Κύριος καὶ Σωτήρας μας. Ἂς σπεύσουμε λοιπόν, ἂς ἀνεβοῦμε ψηλὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Κύριο. Τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἔχουν ὑπάρξει ἢ ὑπάρχουν, δὲν εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴ λάσπη τοῦ δρόμου ποὺ βαδίζαμε ὡς τώρα. Ἂς σκαρφαλώσουμε σ’ ἕνα ψηλὸ δέντρο. Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει νὰ μᾶς συναντήσει. Μακάριος εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸν καλέσει ἡ γλυκύτατη φωνή Του. Ἡ φωνὴ ποὺ τὴ γλυκύτητά της ἀπολαμβάνουν οἱ ἄγγελοι μέχρι πλησμονῆς.
.           Ἡ μετάνοια εἶναι πραγματικὰ τὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς κλίμακας ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ βασιλεία, τοῦ Θεοῦ. Κανένας ὡς σήμερα δὲν κατόρθωσε ν’ ἀνεβεῖ στὸ δεύτερο σκαλί, χωρὶς νὰ πατήσει στὸ πρῶτο. Στὴν κενότητα τῆς παρούσας ζωῆς, ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος καὶ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ κρούσει κανεὶς τὴν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ. Μπορεῖς νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ χέρι σου ἕναν τοῖχο ὅσο θέλεις. Κανένας δὲν θ’ ἀκούσει γιὰ νὰ σοὺ ἀνοίξει. Χτύπα τὴν πόρτα ὅμως καὶ θὰ σοὺ ἀνοίξει. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ χτύπημα ὄχι στὸν τοῖχο, ἀλλὰ στὴν πόρτα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ φῶς καὶ στὴ σωτηρία. Αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινὰ καὶ θέλει νὰ μπεῖ στὸ σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἔχει ἤδη χτυπήσει μία ἀπὸ τὶς πόρτες ποὺ ὁδηγοῦν μέσα στὸ σπίτι.
.           Ἡ φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ὁ Χριστὸς δίνει τὸ φῶς στοὺς τυφλούς. Ἡ φιλαργυρία ἀπομονώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν δένει μὲ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας. Ὁ Χριστὸς τὸν βγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση καὶ τὸν βάζει στὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων, ἐλευθερώνει τὸν δοῦλο. Σ’ ὅλους αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν κι ἀγωνίζονται νὰ δοῦν τὸν Κύριο, φανερώνεται. Καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ φανερώνεται, ἀποκαλύπτει ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅλες τὶς ἀμέτρητες καὶ σταθερὲς εὐλογίες ποὺ παρέχει ὁ Θεός, αὐτὲς ποὺ ἔχει προετοιμάσει ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

.           Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ-2 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Μέσα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος, ποὺ ἀντιπάλευε τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ εἶχε μέσα του».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΟΜΙΛΙΕΣ ϛ´-Κυριακοδρόμιο Γ´»

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 171-195.

Μέρος Α´: Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς) «Ὅπως ὁ μελαχροινὸς ἄνθρωπος, ποὺ γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν ἔχει κοιταχτεῖ σὲ καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν εἰκόνα του καὶ διαπιστώνει πὼς τὰ μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει».

.             Ὁ τυφλὸς Βαρτιμαῖος ἔλαβε τὴν ὅρασή του, ἀλλὰ μαζί του ἔλαβαν τὴν πνευματική τους ὅραση καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στὸ ἴδιο ἐδάφιο πὼς «καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἐπηρέασε καὶ τὸν Ζακχαῖο τὸν τελώνη, ν’ ἄνοιξε τὴν πνευματική του ὅραση. Σίγουρα θὰ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πρὶν ἀρκετὰ πράγματα γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα καὶ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νὰ τὸν δεῖ. Ἔσπρωξε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν ψηλότεροι ἀπὸ ἐκεῖνον, γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο, μὰ δὲν μπόρεσε καὶ τελικὰ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία του.
.             Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τοὺς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καὶ τὶς δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς τοποθετοῦσαν κοντὰ στοὺς εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη´ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, εἶχαν τέτοια κακὴ φήμη, τί ὑπόληψη θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καὶ πλούσιος. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸν περιφρονοῦσαν καὶ τὸν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δύο τοῖχοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχὴ τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Μέσα π τν μαρτωλ Ζακχαο μως ξεπήδησε νθρωπος Ζακχαος, πο ντιπάλευε τν μαρτωλ πο εχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε νὰ βρεθεῖ μπροστὰ καὶ νὰ σκαρφαλώσει ψηλὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν Χριστό, νὰ δεῖ ἕνα ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ντενίσει τ δική του πρωταρχικ κι μόλυντη εκόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε νὰ σκαρφαλώσει ψηλά, νὰ χρησιμοποιήσει σὰν σκάλα τὴ συκομορέα, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο, ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.

«Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ´ 5). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ φαίνεται πὼς ὣς τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δὲν εἶχε δεῖ τὸν Κύριο. Ὁ Κύριος τὸν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ τὸν κάλεσε. Μὲ τὴν πνευματική του ὅραση ὁ Κύριος εἶχε δεῖ τὸν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια τὸν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον.
.             Ἂν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι εἶχε σκαρφαλώσει στὸ δέντρο, ὁ Κύριος τὸν εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στὴ συκομορέα. Πόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τὸν ἀναζητοῦμε καὶ κάνουμε πολλὲς προσπάθειες, γιὰ νὰ τὸν βροῦμε καὶ νὰ τὸν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τὴν πνευματική μας ματιά πρὸς Αὑτὸν ἀναζητώντας τον, τότε θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ μᾶς καλέσει μὲ τ᾽ ὄνομά μας, νὰ κατεβοῦμε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καὶ νὰ διεισδύσουμε μὲ τὴν προσευχὴ στὶς καρδιές μας, στὸν ἀληθινό μας τόπο. Καὶ τότε θὰ μᾶς πεῖ ὁ Κϋριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεῖ στὴν καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεῖ στὰ δάκρυά του προσπαθώντας νὰ προσεγγίσει τὸν Θεό, τότε ἡ καρδιὰ γίνεται τόπος συναντήσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς διηγήσεως τοῦ Ζακχαίου.
.           «Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων» (Λουκ. ιθ´ 6). Πῶς νὰ μὴ βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καὶ νὰ τρέξει πρὸς τὴ φωνὴ ποὺ ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τοὺς ἀνέμους, θεράπευε τοὺς δαιμονισμένους καὶ λύτρωνε τὶς καρδιὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ποὺ δάκρυζαν; Πῶς νὰ μὴν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμοῦσε ἔστω νὰ τὸν δεῖ λίγο ἀπὸ μακριά; Πῶς νὰ μὴ νιώσει ἀνέκφραστη χαρά, ὅταν τὸν εἶδε στὸ σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοὶ σύχναζαν;
.             Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τὰ δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυχτικὰ τὰ δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων μὲ ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καὶ πολλὰ κοφίνια μὲ ψωμιά. Δὲν ἔδινε μόνο τὴ σωματικὴ ὑγεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, στοὺς ἀρρώστους ποὺ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Δὲν συγχωροῦσε κάποιες ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ ὅλες. Ἔκανε ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγοῦσε βασιλικὴ εὐσπλαχνία, τά ᾽δινε ὅλα μὲ βασιλικὴ ἀφθονία.
.             Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νὰ τὸν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν τὸν περιόρισε ἐκεῖ. Τὸν κάλεσε πρῶτος καὶ μετὰ τὸν ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τὴ συμπεριφορὰ τῶν συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων ποὺ κομπάζουν μὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐτοεκτίμηση: «Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ´ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση πρὸς τὴν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καὶ παραπονοῦνταν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὶς διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καὶ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλὸς Ζακχαῖος, νὰ εἶχε μετανοήσει. Μὲ τὸν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μία ἐξ ἴσου κοντόφθαλμη κριτικὴ κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα νὰ πλύνει τὰ πόδια Του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ´ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καὶ σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκικὴ ἀντίληψη, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σημεῖα καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶπε ἀρκετὲς φορὲς πὼς στὸν κόσμο ἦρθε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ὁ γιατρὸς δὲν ἐπισκέπτεται τοὺς ὑγιεῖς ἀλλὰ τοὺς ἀρρώστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους ποὺ ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὄχι τοὺς δίκαιους. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴ πὼς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στὴν Ἱεριχὼ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πῶς βιάστηκε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητὸς γιατρὸς στὸ νοσοκομεῖο. Ἐπισκέπτεται ἀμέσως τὸ κρεβάτι τοῦ πιὸ βαριὰ ἄρρωστου.
.             Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σὲ σύγκριση τώρα μὲ τὸν Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σὲ σχέση μὲ τὴ δύναμή Του· ἄσχημοι σὲ σύγκριση μὲ τὸ κάλλος Του. Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριὰ ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιὸ ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιὸ ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε μολυνθεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο συνέτρωγε καὶ συνέπινε μὲ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ δακρύζουν στὰ πόδια Του καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
.             Ὁ Ζακχαῖος, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὸ σπίτι του, σίγουρα δὲν ἦταν ὁ πιὸ βαριὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος στὴν Ἱεριχῶ. Ἡ καρδιὰ τοῦ εἶχε ἀλλάξει σὲ μία στιγμή. Τὴν ἴδια αὐτὴ στιγμὴ ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεῖ σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιὸ δυνατὸ καὶ πιὸ δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ διαμαρτύρονταν καὶ γόγγυζαν, γιατί εἶχε μετανοήσει γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς τοῦ φαίνεται ἀπὸ τὰ παρακάτω λόγια του:
.               «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ´ 8). Τοῦ τὸ ζήτησε αὐτὸ κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τὸν κατηγόρησε πὼς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ πανάγνου κι ἀναμαρτήτου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τὴν ἁμαρτία του. Ἡ παρουσία αὐτὴ τὸν διέγειρε καὶ χωρὶς λόγια κι ἐξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτὸ τὸ βῆμα. Ἡ καρδιὰ ποὺ μετανόησε δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγια γιὰ νὰ προσεγγίσει τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ἄμεσα στὸ μετανοημένο ἁμαρτωλὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του μὲ τὴν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεὸς θὰ τὸν σηκώσει μὲ τὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ παρουσιάσει καρποὺς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρο τὸ δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε!» Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει γρήγορα τὸ δρόμο αὐτὸ κι ἐφαρμόζει τὴν ἐντολή.
.           Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τὸν εἶδε, μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκὺς Ἰατρὸς ἔδειξε τόση συμπάθεια καὶ κατανόηση καὶ μπῆκε στὸ σπίτι του, ἔδειξε τοὺς καρποὺς τῆς μετάνοιάς του. Ἀναγνώρισε κι ὁμολόγησε τὴν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τὸ καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε