Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας

Ο ΑΒΑΠΤΙΣΤΟΣ καὶ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

«Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. γ´ 5).
(ἐὰν δὲν γεννηθῆ κανεὶς πνευματικῶς ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ βαπτίσματος καὶ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθη εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ)

Ἀπόσπασμα Κηρύγματος
ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Καθηγούμενος
τοῦ Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου Πενταλόφου
Ἀρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος
πρὸς τὸ ἐκκλησίασμα (Κυριακή 28 Μαΐου 2006)

.                 Ὅταν κάποτε ἐπισκέφθηκα τὶς σπηλιὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κάποια φορὰ συνάντησα ἕναν ἀσκητὴ μὲ τὸν ὁποῖο κάθησα νὰ συζητήσω καὶ νὰ ρωτήσω κάποια πράγματα. Τὸν ἐρώτησα λοιπόν, ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, ἂν σώζονται αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶναι βαπτισμένοι. Κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
.             «Θὰ σοῦ πῶ, παιδί μου, τί συνέβη κάποτε, στὴν Μ. Ἀσία. Ζοῦσε ἐκεῖ ἕνας Τοῦρκος ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς Χριστιανούς. Βοηθοῦσε πάρα πολὺ τὴν ἐκκλησία. Βοήθησε μάλιστα νὰ γίνει κι ἕνα μοναστήρι… Ὅπου ὑπῆρχε φτωχός, αὐτὸς ἔτρεχε καὶ βοηθοῦσε… Ἀλλά, ἐνῶ ἦταν ὁ καλύτερος ἄνθρωπος κι ἀπ’ τοὺς Χριστιανοὺς καλύτερος, δὲν εἶχε βαπτιστεῖ· δὲν εἶχε ἀποφασίσει νὰ βαπτιστεῖ!
.           Τὸ ἄφηνε γιὰ ἀργότερα… Κάποια στιγμὴ ὅμως πέθανε. Καὶ πέθανε πρὶν βαπτιστεῖ! Ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ πολὺ στενοχωρήθηκε. Στενοχωρήθηκε, γιατί ἔφυγε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπὸ τὴ ζωή, πρὶν προλάβει νὰ βαπτιστεῖ… Ἀλλ’ ὅμως ἤτανε τόσο καλὸς ἄνθρωπος ὁ Χασάν!!…
.            Ἔκανε λοιπὸν προσευχὴ πολλὴ καὶ κάποια μέρα ἔρχεται ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ λέγει:
-Θέλεις νὰ πᾶμε νὰ δεῖς, ποῦ βρίσκεται ὁ Χασάν;
-Ναί, τοῦ εἶπε ὁ ἡγούμενος…
.             Τὸν ἐπῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος κι ἀνέβηκαν, ἀνέβηκαν, ἀνέβηκαν… κι ἔφθασαν σ ’ ἕναν περίλαμπρο Ναό. Ἄστραφταν ὅλα ἐκεῖ μέσα! Ψαλμωδίες ἀκούγονταν ἀπὸ παντοῦ… Ὁ ἡγούμενος τά’ χασε. Ὅταν μπῆκε μέσα σ’ αὐτὸν τὸν περίλαμπρο Ναό, ξέχασε καὶ τὸν Χασάν…, τὰ ξέχασε ὅλα! Δὲν ἤθελε νὰ φύγει μέσα ἀπὸ κεῖ!… Ἀλλὰ κάποια στιγμὴ ὁ ἄγγελος πῆγε κοντά του καὶ τοῦ εἶπε:
-Πᾶμε, λοιπόν, νὰ φύγουμε…
Καθὼς ἔφευγαν, τὸν ρωτάει ὁ ἄγγελος:
-Εἶδες τὸν Χασάν;
.           Τότε θυμήθηκε ὁ ἡγούμενος καὶ εἶπε:
-Ὄχι, δὲν τὸν εἶδα!
-Δὲν τὸν εἶδες;
-Ὄχι, δὲν τὸν εἶδα!
-Πᾶμε, λοιπόν, πίσω γιὰ νὰ τὸν δεῖς…
.             Μόλις ἐπέστρεψαν, ἔξω ἀπὸ τὸ Ναό, ἐκεῖ πάνω στὶς σκάλες του, ἀπέναντι στὸ φῶς, ὑπῆρχε ἕνα σκυλὶ τυφλό, τὸ ὁποῖο καθόταν σὰν νὰ λιαζότανε στὸ φῶς. Εἶπε τότε στὸν ἡγούμενο ὁ ἄγγελος:
-Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Χασάν. Δὲν καταλαβαίνει ποῦ βρίσκεται, δὲν βλέπει τίποτα, δὲν ἀκούει τίποτα,… ἀλλὰ δὲν εἶναι στὸ πῦρ τῆς Κολάσεως!…
.             Τὸ ἴδιο, μοῦ εἶπε καταλήγοντας ὁ Γέροντας, συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ψυχὲς τῶν αἱρετικῶν. Ἂν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, οὔτε στὴ γέενα τῆς Κολάσεως πηγαίνουν, ἀλλὰ οὔτε καὶ στὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου…».

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»:
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Α´ Λόγο τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Καβάσιλα στὸ σύγγραμμά του «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς»

«Διὰ τοῦτο καὶ ἡνίκα, τὸ βάπτισμα τὸ ἑαυτοῦ καθάπερ ἐν γραφῇ προχαράττων, τὸ βάπτισμα Ἰωάννου καὶ αὐτὸς ὁ Σωτὴρ ἠνέσχετο βαπτισθῆναι, τὸν οὐρανὸν ἀνέῳξε, δεικνὺς ὅτι τοῦτό ἐστι δι᾿ οὗ τὸν οὐράνιον ὀψόμεθα χῶρον· καὶ μὴν καὶ δι᾿ ὧν ἀπεφήνατο μὴ δύνασθαι εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν τὸν μὴ βαπτισθέντα, τοῦτο τὸ λουτρόν, εἴσοδόν τινα αὐτὸ αἰνίττεται εἶναι καὶ πύλην»

«Τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ ζωὴ ἣν ὁ Κύριος ἧκε φέρων· τὸ διὰ τῶν μυστηρίων τούτων ἐλθόντας, μετασχεῖν αὐτῷ τοῦ θανάτου καὶ κοινωνῆσαι τοῦ πάθους, καὶ τούτου χωρὶς τὸν θάνατον οὐκ ἔνι διαφυγεῖν. Οὔτε γὰρ μὴ βαπτισθέντα ἐν ὕδατι καὶ Πνεύματι δυνατὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν· οὔτε οἱ μὴ φαγόντες τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πιόντες αὐτοῦ τὸ αἷμα, δύνανται ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς ἔχειν»

 

 

Διαφημίσεις

, , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ- 4 «Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Δ´

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

Περιοδ. «Ἐφημέριος»,
ἀρ. τ. 4, Ἰούλ.- Αὔγ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Μέρος Α´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-1 «Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

Μέρος Β´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-2 «Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Μέρος Γ´: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-3 «Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

.               Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, 4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -5 «Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΠΕ ΜΕΝ Ο ΘΕΟΣ, ΕΚΥΡΩΣΕ ΔΕ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ (Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας)

ΕΙΠΕ ΜΕΝ Ο ΘΕΟΣ, ΕΚΥΡΩΣΕ ΔΕ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ

, ,

Σχολιάστε

ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΡΑΣΕΩΣ (Κυρ. Ζ´ Ματθ.)

Ἀσθένειες τῆς ψυχικῆς ὁράσεως
Κυριακή Z´ Ματθαίου (22 Ἰουλίου 2012) 

τοῦ  Mητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.           Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα του ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἔχη πολλὲς δυνατότητες νὰ ἐπικοινωνῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν περιβάλλοντα κόσμο. Συγχρόνως ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὶς πολλὲς ἐνέργειές της, ἡ ὁποία διὰ τοῦ σώματος βλέπει, ἀκούει, αἰσθάνεται, σκέπτεται, ἀλλὰ κυρίως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό.
.           Μιὰ μεγάλη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ ὀφθαλμοί, μὲ τοὺς ὁποίους βλέπουμε τὴν κτίση, τοὺς ἀνθρώπους, θαυμάζουμε τὶς ὀμορφιὲς τῆς φύσεως καὶ μποροῦμε νὰ κινούμαστε ἄνετα. Οἱ ὀφθαλμοὶ ἔχουν σημαντικὸ ρόλο στὴν ζωή μας, καταλαβαίνουμε δὲ τὴν ἀξία τους, ὅταν συναντᾶμε ἀνθρώπους ποὺ στεροῦνται τὸ μεγάλο ἀγαθὸ τῆς ὁράσεως. Συγχρόνως, ἂν μελετήσουμε διάφορα συγγράμματα ποὺ περιγράφουν πῶς λειτουργοῦν τὰ μάτια, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν ἀξία τους, ἀφοῦ λειτουργοῦν πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὶς πιὸ τέλειες φωτογραφικὲς μηχανές.
.           Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται σὲ δύο τυφλούς, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς εὐσπλαχνισθῆ καὶ νὰ τοὺς δώση τὴν ὅραση τῶν ὀφθαλμῶν τους: «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ» (Ματθ. θ´ 27). Ὁ Χριστὸς βλέποντας τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τοὺς θεράπευσε.

.        Ὑπάρχουν πολλὲς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν, δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ τύφλωση. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ μυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν διακρίνη καθαρὰ τὰ ἀντικείμενα, ποὺ βρίσκονται σὲ σχετικὰ μακρινὴ ἀπόσταση. Εἶναι ἡ πρεσβυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν μπορεῖ νὰ δὴ μὲ ἀκρίβεια ἀντικείμενα σὲ κοντινὲς ἀποστάσεις. Ἀκόμη, εἶναι ἡ ἀχρωματοψία, δηλαδὴ ἡ ἀδυναμία νὰ διακρίνη κανεὶς ἕνα ἢ περισσότερα βασικὰ χρώματα. Ὑπάρχουν καὶ διάφορες ἄλλες ἀσθένειες. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται νὰ ἐπισκεφθοῦμε ἕναν ὀφθαλμίατρο, γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἢ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κάποια ἀσθένεια ἢ κάποια ἀνικανότητα τῶν ὀφθαλμῶν.
.           Ὅμως, πέραν ἀπὸ τὶς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ σώματος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν νοῦ, δὲν ἐννοοῦμε τὴν λογική, ἀλλὰ τὴν λεπτοτάτη προσοχή, δηλαδὴ κάποια ἄλλη ἐνέργεια ποὺ λέγεται νοερὰ καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐνέργεια. Συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ σώματος.
.           Κατ’ ἀρχὰς ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ τύφλωση, ὅταν ὁ νοῦς ἔχη ἀσθενήσει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ λέγεται σκοτασμὸς τοῦ νοῦ καὶ στὴν πραγματικότητα σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία συμπεριλαμβάνονται οἱ ἄθεοι ποῦ ἀρνοῦνται τὸν Θεό. Ἐπίσης, ὑπάρχουν ἄλλες πνευματικὲς ἀσθένειες, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀρνοῦνται μὲν τὸν Θεό, ἀλλὰ Τὸν παρερμηνεύουν, δὲν βλέπουν καθαρά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀλλάζη ὅλη ἡ ψυχικὴ κατάστασή τους, ἄλλοτε ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ μυωπία καὶ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὴν μεγάλη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλοτε ἡ πνευματικὴ πρεσβυωπία καὶ δὲν βλέπουν τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ εὐεργετεῖ ποικιλοτρόπως τοὺς ἀνθρώπους.
.          Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τὶς καταστάσεις τῆς ζωῆς μας. Ἄλλοτε ὑπερεκτιμοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ κρίνουμε αὐστηρὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ἄλλοτε κρίνουμε αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπογοητευόμαστε.
.                  Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐμφανισθῆ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν δόξα Του, ἀλλὰ θὰ Τὸν δοῦν μόνον ἐκεῖνοι ποῦ φρόντισαν νὰ ἀποκτήσουν ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ἑπομένως, ὁ σκοπὸς τῶν Χριστιανῶν εἶναι νὰ θεραπεύσουν τὸν πνευματικὸ ὀφθαλμό, τὸν νοῦ. Αὐτὸ γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἀγώνα μας, καί, μάλιστα, ὅσο βρισκόμαστε στὴν ζωὴ αὐτή. Ὁπότε, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικὰ ἀσθενεῖς, ὅτι ἔχουμε πνευματικὴ τύφλωση καὶ διάφορες ἄλλες παθήσεις στὸν νοῦ μας, καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν πραγματικὸ ὀφθαλμίατρο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύη διὰ τῶν Κληρικῶν Του. Αὐτὸς εἶναι τὸ Φῶς, Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς καὶ Αὐτὸς εἶναι ἡ ὀπτικὴ ἐνέργεια, μὲ τὴν ὁποία βλέπουμε. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ συμβῆ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Δαυΐδ: «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΕΙΡΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ (Ἀρχιμ. Ἐφραίμ)

Ὁμιλία τοῦ Ἀρχιμ. Ἐφραὶμ Βατοπεδινοῦ

εἰς τὴν Γέννησι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

(στὴν Τράπεζα τῆς Μονῆς Βατοπεδίου
κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου τὸ 2002)

.        Αἰτία πνευματικῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως -ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες- ἡ σημερινὴ ἡμέρα, γιατί σήμερα ἑορτάζομε τὴν γέννηση τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ εὐωδεστάτου ἄνθους ποὺ βλάστησε «ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί». Ἑορτάζομε «παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον», ποὺ καθίσταται «ἡ εἴσοδος ὅλων τῶν ἑορτῶν καὶ τὸ προοίμιο τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης. Γέννηση, ποὺ ἔγινε πρόξενος τῆς ἀναγεννήσεως, ἀναπλάσεως, ὡραιοποιήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων. Σήμερα γεννιέται Αὐτὴ ποὺ θὰ γεννήσει χρονικῶς, κατὰ ἀνερμήνευτο καὶ παράδοξο τρόπο, τὸν ἄχρονο καὶ προαιώνιο Θεὸ Λόγο, τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου.
.        Ὅλες οἱ προεικονίσεις, προτυπώσεις καὶ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σὲ Αὐτὴν ἀναφέρονται. Ἀποτελεῖ τὴν ἀποκορύφωση, τὴν ὁλοκλήρωση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς παιδαγωγικῆς προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σαρκωθέντος Σωτῆρος Θεοῦ. Τὴν Παναγία μας προεικόνιζαν ἡ ἄφλεκτος βάτος στὸ ὅραμα τοῦ Μωυσῆ, οἱ θεόγραφες πλάκες καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Νόμου, τὸ οὐράνιο μάννα καὶ ἡ χρυσῆ στάμνα, ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα, ἡ κλῖμαξ τοῦ Ἰακώβ, ὁ πόκος τοῦ Γεδεών, τὸ ἀλατόμητον ὄρος τοῦ Δανιήλ, ἡ κάμινος ποὺ μὲ τὸ πῦρ δρόσιζε τοὺς Τρεῖς Παῖδες, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. Ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ μεταίχμιο μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης. Γιὰ τὴν Παλαιὰ ἀποτελοῦσε τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν, τὴν προσδοκία τῶν δικαίων· ἐνῶ γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται ὁ γλυκασμὸς τῶν ἀγγέλων, ἡ δόξα τῶν ἀποστόλων, τὸ θάρρος τῶν μαρτύρων, τὸ ἐντρύφημα τῶν ὁσίων, τὸ καύχημα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, γι᾽ αὐτὸ καὶ μακαρίζεται ἀπὸ «πᾶσα γενεά».
.        Ὅλη ἡ δημιουργία περίμενε τὴν γέννησή Της. Ἡ Παναγία μας εἶναι «ὁ καρπὸς τῶν κτισμάτων», κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδὴ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο κατατείνει ὁλόκληρη ἡ κτίση. πως τ δένδρο πάρχει γι τν καρπό, τσι κτίση πάρχει γι τν Παρθένο κα Παρθένος γι τν Χριστό. Ὅπως τονίζουν οἱ Πατέρες ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ὅλη ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατη κτίση δημιουργήθηκαν γιὰ τὴν ἄχραντο Παρθένο. ταν Θες στν ρχ τν αώνων τενίζοντας πρς τ δημιουργήματά Του, επε τι εναι «καλ λίαν», οσιαστικ βλεπε μπροστά Του τν καρπ λης τῆς δημιουργίας, τν περαγία Θεοτόκο, καὶ ὁ ἔπαινός Του ἦταν στὴν πραγματικότητα «εὐφημία τῆς Παρθένου».
.        Κατὰ τὴν σημερινὴ ἡμέρα εὐεργετεῖται ὅλη ἡ κτίση ἀπὸ τὴν γέννηση τῆς πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Τ καινότατον ατ δημιούργημα» δν ταν καλύτερη γυναίκα στν γ, οτε πλ καλύτερη γυναίκα λων τν ποχν, λλ ταν Ατ μοναδικ πο θ μποροσε ν κατεβάσει τν οραν στν γ, ν κάνει τν Θε νθρωπο. Ὁ δημιουργὸς Θεὸς Λόγος ἔπλασε τέτοια τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὥστε ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθεῖ, νὰ λάβει ἀπὸ αὐτὴν τὴν Μητέρα Του. Ὁ ἀόρατος καὶ ἀθέατος Θεὸς πρὸ Αὐτῆς, τώρα δι᾽Αὐτῆς, ἔρχεται ἐπὶ γῆς καὶ γίνεται ὁρατός· ἑνώνεται καὶ κοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση μὲ ἕναν οὐσιαστικότερο καὶ πιὸ ἐνοειδῆ τρόπο. Ἑνώνει διὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του ὅλη τὴν κτίση στὴν ὑπόστασή Του καὶ τὴν θεώνει. Ὁ ἀνείδεος, ἀπερίγραπτος καὶ ἀνέστιος Θεὸς λαμβάνει «δούλου μορφὴν» (Φιλιπ. β´7), ἀνθρώπινη σάρκα καὶ λογικὴ ψυχή, συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ περπατᾶ πάνω στὴν γῆ. Ὁ «ἀχώρητος παντὶ» θὰ χωρέσει στὴν παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ὥστε ἡ Παναγία Μητέρα Του νὰ καταστεῖ ἡ «χώρα τοῦ Ἀχωρήτου».
.        Σήμερα λύνεται ἡ στειρότητα τῆς Ἄννας καὶ γεννᾶ «τὸ κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Παρόμοιο θαῦμα ἔκανε ὁ Θεὸς πολλὲς φορὲς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὴν Σάρρα τὴν σύζυγο τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ, στὴν Ρεβέκκα τὴν σύζυγο τοῦ Ἰσαάκ, στὴν Ἄννα τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, στὴν Ἐλισάβετ τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Προδρόμου. Ὅμως διαφέρει κατὰ πολὺ τὸ σημερινὸ θαῦμα. Μπορεῖ τὰ τέκνα τῶν παραπάνω μητέρων, τῶν ὁποίων ἡ μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, νὰ ἦταν ἐνάρετα καὶ ἅγια, ἀλλὰ μόνον ἡ Μαρία –τὸ τέκνο τῆς Ἄννας καὶ τοῦ Ἰωακεὶμ– ἦταν «ἡ κεχαριτωμένη» καὶ κατέστη –τὸ ἀκατάληπτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀγγέλους– ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.
.        Ἡ Παναγία μας δὲν γεννήθηκε ἀπὸ ἄσπιλη σύλληψη, ὅπως λανθασμένα πιστεύουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὴν φυσικὴ συνάφεια τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Λύθηκε δὲ ἡ φυσικὴ στειρότητα τῆς Ἄννας χάρις στὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπάντηση στὶς προσευχὲς τῶν δικαίων Θεοπατόρων. Οἱ γέροντες Ἰωακεὶμ καὶ  Ἄννα συνῆλθαν χωρὶς καμμία σαρκικὴ ἕλξη, ἡδονή, μόνο ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Ἐπεσφράγισαν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πράξη τους τὴν σωφροσύνη τους. Κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως ἐν τῇ νηδύι τῆς Ἄννας ἐξ Ἰωακείμ». Τὸ ὅτι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως ἦταν ἁγνός. Γιὰ νὰ ἦταν ὅμως ἡ Παρθένος ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, δηλ. νὰ εἶχε ἄσπιλη σύλληψη, ἔπρεπε νὰ εἶχε γεννηθεῖ παρθενικῶς ὅπως καὶ ὁ Χριστός.
.        Οἱ δίκαιοι Θεοπάτορες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ὅμως τέτοιο τέκνο ἔδειξαν πίστη ἀδίστακτη, ὑπομονὴ ἀλύγιστη, ἔτρεφαν τὴν ἐλπίδα ποὺ δὲν καταισχύνει, εἶχαν μεγάλη καρτερία στὶς προσευχές τους, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐκπληρώσει τὸ αἴτημά τους. Καὶ δὲν ὑπέμειναν τὴν ἀτεκνία τους γιὰ λίγο μόνο διάστημα. Ἡ παράδοση λέγει ὅτι μετὰ ἀπὸ πενήντα χρόνια στειρότητας ἀποκτᾶ ἡ Ἄννα τὴν Θεοτόκο.
.        Αὐτὴ ἡ στάση τῶν Θεοπατόρων πρέπει νὰ παραδειγματίζει, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, ὅλους μας. Ὄχι μόνον ὅσους λαϊκοὺς ἀδελφούς μας δὲν μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν παιδιά, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ χάνουν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο «τὰ ἀδύνατα τοῖς ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ Αὐτῷ ἐστιν» (βλ. Λουκ. ιη´27), ἀλλὰ καὶ ἐμᾶς τοὺς μοναχοὺς καὶ ὅλους τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀγωνίζονται τὸν «καλὸν ἀγώνα».
.        Πολλὲς φορὲς ἀποδυσπετοῦμε, δυσφοροῦμε στὸν ἀγώνα μας καὶ λέμε ὅτι δὲν βρήκαμε ἀντίκρυσμα, δὲν ἔχουμε αἴσθηση τῆς Χάριτος, ἀδημονοῦμε. Καὶ ἔτσι λυπημένοι ποὺ εἴμαστε, μαραίνεται ὁ ζῆλος μας, χαλαρώνουμε τὴν ἀγωνιστικότητά μας, τὴν ἄσκησή μας. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ κάνομε ἔτσι ἀδελφοί μου. Μήπως οἱ Θεοπάτορες, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀπάντησε ἀμέσως στὶς προσευχές τους, σταμάτησαν νὰ Τὸν ἐπικαλοῦνται, νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ λάβουν, σταμάτησαν νὰ κρούουν, νὰ ζητοῦν, νὰ ἐλπίζουν; Καὶ τί ἀδαμάντινη ὑπομονὴ καὶ καρτερία ἔδειξαν γιὰ τόσα χρόνια!
.        Γιὰ νὰ βιωθοῦν τὰ πνευματικὰ «χρεία μεγάλης ὑπομονῆς». Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἔζησε τὴν συστολή, τὴν στέρηση τῆς θείας Χάριτος, τὶς θλίψεις τοῦ νοητοῦ πολέμου γιὰ τριάντα χρόινια. Ἔλαβε μόνιμα τὴν θεία Χάρη μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μακρὸ χρονικὸ διάστημα αἱματηροῦ ἀγώνα καὶ ὑπομονῆς. Αὐτὸ τὸ ἀναφέρουμε ἰδιαίτερα γιὰ ἐμᾶς τοὺς μοναχούς, ποὺ κληθήκαμε γιὰ νὰ λάβουμε τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος. Χρειάζεται ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, πίστη στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, τέλεια ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλπίδα, ὥστε νὰ μὴν «ἐκκακοῦμε ἐν ταῖς προσευχαῖς» (βλ. Λουκ. ιη´1). Ὁ Θεός γνωρίζει πότε μᾶς συμφέρει νὰ μᾶς δώσει τὴν ἀνέκφραστη, τὴν ἀκατάληπτη καὶ ἀνεκτίμητη θεοποιὸ δωρεά Του, τὴν θεία Χάρη ὡς ἐνδημοῦσα κατάσταση. «Τὰ πνευματικὰ ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔρχονται», τονίζει ὁ ἀββὰς Ἠσαΐας, δὲν τὰ ρυθμίζομε ὅπως καὶ ὅποτε θέλομε ἐμεῖς.
.        Μάλιστα, πολλὲς φορές, πρὶν ὁ Θεὸς μᾶς δώσει κάποια εὐλογία, ἕνα χάρισμα, μᾶς δοκιμάζει μὲ ἕναν πειρασμό, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκβαση καθορίζει καὶ τὸ ἂν ἀποδειχθοῦμε ἄξιοι νὰ δεχθοῦμε τὸ θεῖο αὐτὸ δῶρο. Αὐτὸ παρατηροῦμε καὶ στοὺς Θεοπάτορες, ποὺ ταν πλησίαζε καιρς γι ν τος δώσει Θες τέκνο, παραχώρησε ν δοκιμασθον κόμη περισσότερο. Ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας καὶ ὅταν πῆγαν στὸν ναὸ νὰ προσφέρουν δῶρα, ὁ ἱερεὺς Ρουβὶμ τοὺς ὀνείδισε λέγοντάς τους, ὅτι δὲν ἦταν ἄξιοι νὰ προσφέρουν δῶρα στὸν Θεό, ἀφοῦ δὲν ἔκαναν παιδιὰ γιὰ τὸν Ἰσραήλ. Οἱ Θεοπάτορες μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ συμβν λυπήθηκαν πάρα πολύ, λλ δν πελπίσθηκαν. Κατέφυγαν σ «κ βαθέων προσευχ» –ὁ Ἰωακεὶμ στὸ ὅρος καὶ ἡ Ἄννα στὸν κῆπο– ἡ ὁποία τελικὰ εἰσακούστηκε ἄμεσα, ἀφοῦ ἄγγελος Κυρίου πληροφόρησε καθέναν ξεχωριστὰ ὅτι θὰ γίνει ἡ σύλληψη καὶ ἡ γέννηση τέκνου ποὺ θὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
.        Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ Πατέρες, νὰ ἐπιδεικνύουμε ἀγόγγυστη ὑπομονὴ στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς, ποὺ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὴν δική μας ὠφέλεια καὶ πνευματικὴ προκοπή. Εὐχόμεθα ἡ Κυρία μας Θεοτόκος καὶ ἡ Θεοπρομήτωρ Ἄννα, ποὺ ἔχουν τὴν εὐλογία νὰ θεραπεύουν τὴν φυσικὴ στειρότητα, νὰ θεραπεύσουν τὶς στεῖρες καρδιές μας ἀπὸ πνευματικὰ ἔργα, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ πέμψει στὶς ψυχές μας τὴν θεία καὶ γλυκυτάτη Χάρη Του, ἡ ὁποία ὀμορφαίνει, ἀνακαινίζει, ἀθανατίζει, ἀφθαρτίζει τὸν ἄνθρωπο.

 ΠΗΓΗ: agioritikesmnimes.pblogs.gr
Ἐπιμέλεια κειμένου: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ [Β´]

Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν
τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης  ἡμῶν καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας [Β´]

Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/03/25/λόγος-εἰς-τὸν-εὐαγγελισμὸν/

4. Μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο ὠφέλησε τὸ ἀνθρώπινο γένος πρὶν ἀκόμη ἔρθη ὁ καιρὸς τῆς γενικῆς σωτηρίας: Ἀλλὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ καιρὸς καὶ παρουσιάσθηκε ὁ οὐράνιος ἀγγελιοφόρος, πάλι ἔλαβε ἐνεργητικὸ μέρος στὴ σωτηρία μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι πίστεψε σὲ ὅ,τι τῆς εἶπε καὶ δέχθηκε νὰ ἀναλάβη τὴ διακονία ποὺ τῆς ζήτησε ὁ Θεός. Γιατί ἦταν κι αὐτὰ ἀπαραίτητα καὶ χρειάζονταν ὁπωσδήποτε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἂν ἡ Παρθένος δὲν τηροῦσε αὐτὴ τὴ στάση, καμμιὰ πιὰ ἐλπίδα δὲν θὰ ἀπέμενε στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἦταν βέβαια δυνατό, ὅπως εἶπα πιὸ πάνω, νὰ προσβλέψη ὁ Θεὸς μὲ εὐμένεια πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ νὰ θελήση νὰ κατέβη στὴ γῆ, ἂν δὲν εἶχε προπαρασκευασθῆ ἡ Παρθένος, ἂν δὲν ὑπῆρχε δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὴν ὑποδεχόταν, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ διακονήση στὴ σωτηρία. Κι οὔτε πάλι ἦταν δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθῆ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἂν δὲν πίστευε σ᾽ αὐτὸ ἡ Παρθένος καὶ δὲν δεχόταν νὰ διακονήση. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ μὲν Γαβριὴλ μὲ τὸ “χαῖρε” ποὺ εἶπε στὴν Παρθένο καὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ὀνόμασε “κεχαριτωμένη” τελείωσε τὴν ἀποστολή του, φανέρωσε ὁλόκληρο τὸ μυστήριο. Ὅση ὅμως ὥρα ἡ Παρθένος ζητοῦσε νὰ μάθη τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ γινόταν ἡ κύηση, ὁ Θεὸς δὲν κατερχόταν. Ἐνῶ τὴ στιγμὴ ποὺ πείσθηκε κι ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση, ὁλόκληρο τὸ ἔργο μὲ μίας πραγματοποιήθηκε: ὁ Θεὸς πῆρε ἐπάνω Του σὰν ἐνδυμασία τὸν ἄνθρωπο κι ἔγινε μητέρα τοῦ Κτίστου ἡ Παρθένος.
.         Ἀλλὰ τὸ ἀκόμη πιὸ θαυμαστὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Θεὸς οὔτε προειδοποίησε τὸν Ἀδὰμ οὔτε τὸν ἔπεισε νὰ τοῦ δώση τὴν πλευρά, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ δημιουργηθῆ ἡ Εὔα. Τὸν ἐκοίμισε κι ἔτσι, ἔχοντάς του ἀφαιρέσει τὶς αἰσθήσεις, τοῦ ἀπέσπασε τὸ μέλος. Ἐνῶ γιὰ νὰ προχωρήση στὴ δημιουργία τοῦ Νέου Ἀδὰμ ἐδίδαξε προηγουμένως τὴν Παρθένο καὶ περίμενε τὴν πίστη καὶ τὴν παραδοχή της. Γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδὰμ πάλι συσκέπτεται μὲ τὸν μονογενῆ του Υἱὸ λέγοντας: “ποιήσωμεν ἄνθρωπο”. Ὅταν ὅμως χρειάσθηκε νὰ “εἰσαγάγη τὸν πρωτότοκον”-αὐτὸν τὸν “θαυμαστὸν Σύμβουλον” -”εἰς τὴν οἰκουμένην”, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, καὶ νὰ πλάση τὸν δεύτερο Ἀδάμ, παίρνει στὴν ἀπόφασή του αὐτὴ συνεργάτη τὴν Παρθένο. τσι τ μεγάλη κείνη “βουλ” το Θεο, γι τν ποία μιλε σαΐας, τν νήγγειλε Θες κα τν πεκύρωσε Παρθένος. Κα μ ατν τν τρόπο σάρκωση το Λόγου ταν ργο χι μόνο το Πατρός, πο “εδόκησε”, κα τς Δυνάμεώς του, ποπεσκίασε”, κα το Πνεύματος, ποπεδήμησε”, λλ κα τς θελήσεως κα τς πίστεως τς Παρθένου. Γιατί, ὅπως χωρὶς ἐκείνους δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρξη καὶ νὰ προσφερθῆ στοὺς ἀνθρώπους ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, ἔτσι χωρς τν προσφορ τς θελήσεως κα τς πίστεως τς Πανάγνου ταν δύνατη πραγματοποίηση τς θείας βουλς.

5. Ἀφοῦ λοιπὸν μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν καθοδήγησε καὶ τὴν ἔπεισε ὁ Θεός, τὴν κάνει στὴ συνέχεια μητέρα του. Ἔτσι δανείζεται τὴ σάρκα ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ καὶ θέλει νὰ τὴ δανείση καὶ ξέρει γιατί τὸ κάνει. Γιατί ἔπρεπε νὰ συμβῆ στὴν Παρθένο ὅ,τι συνέβη καὶ στὸν ἴδιο. Ὅπως Αὐτὸς ἤθελε καὶ “συνελήφθη”, ἔτσι κι ἐκείνη ἔπρεπε νὰ κυοφορήση καὶ νὰ γίνη μητέρα του ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλὰ μ᾽ ὅλη τὴν ἐλεύθερη θέλησή της. Γιατί ἔπρεπε ἀκόμη -πράγμα πολὺ σημαντικώτερο- ὄχι μόνο νὰ συντελέση στὴν oἰκoνoμία τῆς σωτηρίας σὰν κάτι τὸ ἑτεροκίνητο, ποὺ ἁπλῶς χρησιμοποιήθηκε, ἀλλὰ νὰ προσφέρη ἡ ἴδια τὸν ἑαυτό Της καὶ νὰ γίνη συνεργάτης τοῦ Θεοῦ στὴ φροντίδα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔτσι, ὥστε νά ᾽χη μ᾽ Αὐτὸν μερίδιο καὶ νὰ εἶναι κοινωνὸς καὶ στὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλανθρωπία. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὁ Σωτήρας δὲν ἦταν ἄνθρωπος καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ἐξ αἰτίας μόνο τῆς σάρκας, ἀλλ᾽ εἶχε καὶ ψυχὴ καὶ νοῦ καὶ θέληση καὶ κάθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔχη καὶ μητέρα τελεία, ποὺ θὰ ὑπηρετοῦσε στὴ γέννησή Του ὄχι μόνο μὲ τὴ φύση τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴ θέληση καὶ μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή της: νὰ εἶναι μητέρα καὶ κατὰ τὴ σάρκα καὶ κατὰ τὴν ψυχή, νὰ εἰσαγάγη ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπόρρητη γέννηση.
.         Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πρὶν ἡ Παρθένος θέση τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τοῦ θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει καὶ εὔχεται τὴν πραγματοποίησή του. Ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ κάμη μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο φανερὴ τὴν ἀρετὴ τῆς Παρθένου. Πόσο δηλαδὴ μεγάλη ἦταν ἡ πίστη της καὶ πόσο ὑψηλὸ τὸ φρόνημά της, ποιά ἡ ἀκεραιότης τοῦ νοῦ καὶ ποιό τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς της, πράγματα ποὺ φανερώθηκαν μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παρθένος παραδέχθηκε καὶ πίστεψε τὸν παράδοξο λόγο τοῦ Ἀγγέλου: ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθη ἀληθινὰ ὁ Θεὸς στὴ γῆ καὶ νὰ φροντίση προσωπικὰ ὁ ἴδιος γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ διακονήση συμμετέχοντας ἐνεργητικὰ σ᾽ αὐτὸ τὸ ἔργο. Τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι πρῶτα ζήτησε ἐξηγήσεις καὶ πείσθηκε, εἶναι λαμπρὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, ἄξιο νὰ τὸ ἐπιθυμήση. Ἐξ ἄλλου τὸ ὅτι ὁ Θεὸς θέλησε νὰ φανερώση τὴν ἀρετή της εἶναι ἰσχυρὴ ἀπόδειξη τοῦ ὅτι ἡ Παρθένος γνώριζε πολὺ καλὰ τὸ μέγεθος τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ φιλανθρωπίας. Καὶ μόνον φαίνεται ὅτι χάριν αὐτοῦ ἀκριβῶς δὲν μυήθηκε κατὰ τρόπο ἄμεσο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθῆ δηλαδὴ πλήρως ὅτι ἡ πίστη μὲ τὴν ὁποία ζοῦσε κοντὰ στὸν Θεὸ ἦταν αὐτοπροαίρετη ἐκδήλωσή Της καὶ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ὅλα σὰν ἀποτελέσματα τῆς δυνάμεως τοῦ πείθοντος Θεοῦ. Γιατί ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν εἶδαν καὶ ἐπίστευσαν εἶναι πιὰ μακάριοι ἀπὸ ὅσους ἀπαιτοῦν νὰ δοῦν, ἔτσι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πιστεύσει στὰ μηνύματα ποὺ ἔστειλε διὰ μέσου δούλων ὁ Δεσπότης ἔχουν περισσότερη φρόνηση ἀπὸ ἐκείνους ποὺ χρειάσθηκε νὰ τοὺς πείση ὁ ἴδιος. Τὸ γεγονὸς πάλι ὅτι εἶχε συνείδηση πὼς δὲν ὑπῆρχε στὴν ψυχή της τίποτε τὸ ἀταίριαστο πρὸς τὸ μυστήριο καὶ πὼς τὰ ἤθη της ἅρμοζαν πρὸς αὐτὸ τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν κάνη μνεία καμμιᾶς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, καθὼς καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀμφέβαλε γιὰ τὸ πῶς θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν συζήτησε καθόλου γιὰ τοὺς τρόπους ποὺ θὰ τὴν ὁδηγοῦσαν στὴν καθαρότητα, οὔτε εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μυσταγωγό, ὅλα αὐτὰ δὲν ξέρω ἂν εἶναι πράγματα ποὺ μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἀνήκουν στὴν κτιστὴ φύση.
.         Γιατί κι ἂν ἀκόμη ἦταν Χερουβεὶμ ἢ Σεραφεὶμ ἢ κάτι πολὺ καθαρώτερο ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη αὐτὴ τὴ φωνή; Πῶς θὰ νόμιζε ὅτι ἦταν δυνατὸ νὰ ἐκπληρώση τὶς ἐπαγγελίες; Πῶς θὰ εὕρισκε δύναμη κατάλληλη γι᾽ αὐτὰ τὰ μεγαλειώδη ἔργα; Καὶ ὁ Ἰωάννης βέβαια, ἀπὸ τὸν ὁποῖον «καvεὶς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μεγαλύτερος», σύμφωνα μὲ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Σωτήρα, δὲν ἀξίωσε τὸν ἑαυτό του οὔτε τὰ ὑποδήματα Ἐκείνου νὰ ἀγγίξη, κι αὐτὸ καίτοι ὁ Κύριος ἐμφανιζόταν μὲ τὴν πτωχὴ ἀνθρώπινη φύση. Ἐνῶ ἡ Πανάμωμη τὸν ἴδιο τὸν λόγο τοῦ Πατρός, τὴν ἴδια τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, καὶ πρὶν ἀκόμη κενωθῆ, πῆρε τὸ θάρρος νὰ φέρη μέσα στὰ σπλάχνα της. «Τίς εἰμὶ ἐγὼ καὶ τίς ὁ οἶκος τοῦ πατρός μου; Καὶ ἐν ἐμοί, Κύριε, σώσεις τὸν Ἰσραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεῖ κανεὶς ν᾽ ἀκούση ἀπὸ τοὺς δικαίους, μολονότι καλοῦνται σὲ ἔργα πολλὲς φορὲς κι᾽ ἀπὸ πολλοὺς πραγματοποιημένα. Ἐνῶ τὴ μακαρία Παρθένο ὁ Ἄγγελος τὴν κάλεσε νὰ πραγματοποιήση κάτι τὸ ἐντελῶς ἀσυνήθιστο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν σύμφωνο μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λογικὴ κατανόηση. Γιατί στ᾽ ἀλήθεια τί μικρότερο τῆς ζητήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ ἀνυψώση τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸ νὰ μετακινήση καὶ νὰ ἀλλάξη, χρησιμοποιώντας σὰν μέσο τὸν ἑαυτό Της, τὸ σύμπαν; Κι ὅμως δὲν ταράχθηκε ὁ λογισμός Της οὔτε θεώρησε ὅτι δὲν ἄξιζε γι᾽ αὐτὸ τὸ ἔργο. Ἀλλὰ ὅπως σὲ τίποτε δὲν ἐνοχλοῦνται τὰ μάτια, ὅταν πλησιάζη τὸ φῶς, κι ὅπως δὲν εἶναι παράξενο νὰ ἰσχυρισθῆ κανεὶς ὅτι, μόλις ἀνατείλη ὁ ἥλιος, γίνεται ἡμέρα, ἔτσι καθόλου δὲν παραξενεύθηκε ἡ Παρθένος, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι θὰ μπορέση νὰ δεχθῆ καὶ νὰ κυοφορήση μέσα της τὸν ἀχώρητο σὲ ὅλους τοὺς τόπους Θεό. Καὶ δὲν ἄφησε βέβαια νὰ περάση ἀνερεύνητη ἡ προσφώνηση οὔτε ἔπαθε τίποτε ἀνεξέταστα κι οὔτε πάλι παρασύρθηκε ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐγκωμίων. Ἀλλὰ συγκέντρωσε τὴν προσοχή της καὶ μὲ ὅλη της τὴν ἔνταση ἐξέταζε τὸ χαιρετισμό, ζητώντας νὰ μάθη μὲ ἀκρίβεια τόσο τὸν τρόπο τῆς κυήσεως, ὅσο καὶ κάθε τὶ τὸ σχετικό. Πέρα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἐνδιαφέρεται καθόλου νὰ ρωτήση ἂν εἶναι ἡ ἴδια ἱκανὴ καὶ κατάλληλη γιὰ μία τόσο ὑψηλὴ διακονία, ἂν ἔχη ἁγνίσει ὅσο χρειάζεται τὸ σῶμα Της καὶ τὴν ψυχή Της. Ἐκπλήσσεται γιὰ τὰ θαυμάσια ποὺ ἐπέρχονται στὴ φύση καὶ ἀντιπαρέρχεται κάθε τὶ ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴ δική Της προπαρασκευή. Γι᾽ αὐτὸ ζήτησε τὴν ἐξήγηση γιὰ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὸν Γαβριήλ, ἐνῶ τὸ δεύτερο τὸ ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Τὸ θάρρος πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν παρρησία τὰ εὕρισκε πράγματι ἡ Παρθένος μέσα της, ἀφοῦ δὲν εἶχε «τὴν καρδίαν της καταγινώσκουσαν”, ὅπως λέγει ὁ Ἰωάννης, ἀλλὰ “συνηγοροῦσαν”.

6. «Πῶς θὰ γίνη αὐτό;» ἐρωτᾶ. Ὄχι γιατί ἔχω ἡ ἴδια ἀνάγκη ἀπὸ περισσότερη καθαρότητα καὶ μεγαλύτερη ἁγιότητα, ἀλλὰ γιατί εἶναι νόμος τῆς φύσεως νὰ μὴν μποροῦν νὰ κυοφορήσουν ὅσοι, ὅπως ἐγώ, ἔχουν διαλέξει τὴ ζωὴ τῆς παρθενίας. «Πῶς θὰ γίνη αὐτό, ἐρωτᾶ, ἀφοῦ δὲν ἔχω σχέση μὲ ἄνδρα;» Ἐγὼ βέβαια, συνεχίζει, εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔχω ἀρκετὰ προπαρασκευασθῆ. Πές μου ὅμως σύ, ἂν ἡ φύση θὰ συμμορφωθῆ καὶ μὲ ποιό τρόπο. Καὶ τότε, μόλις ὁ Γαβριὴλ ἀνακοίνωσε τὸν τρόπο τῆς παράδοξης κυοφορίας λέγοντας τὸ γνωστό: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» καὶ τὰ ἐξήγησε ὅλα, ἡ Παρθένος δὲν ἀμφιβάλλει πλέον γιὰ τὸ ἀγγελικὸ μήνυμα, ὅτι εἶναι μακαρία, τόσο γι᾽ αὐτά, τὰ τόσο ὑπέροχα, στὰ ὁποῖα διακόνησε, ὅσο καὶ γι᾽ αὐτὰ στὰ ὁποῖα πίστεψε, ὅτι δηλαδὴ θὰ εἶναι ἀξία νὰ ἀναλάβη αὐτὴ τὴ διακονία.
.         Κι αὐτὸ δὲν ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐλαφρότητος. Ἦταν ἡ φανέρωση τοῦ θαυμαστοῦ καὶ ἀπόρρητου ἐκείνου θησαυροῦ, ποὺ ἔκρυβε μέσα της ἡ Παρθένος, θησαυροῦ γεμάτου ἀπὸ ὕψιστη σύνεση, πίστη καὶ καθαρότητα. Αὐτὸ τὸ ἔκανε φανερὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ὀνομάζοντας τὴν Παρθένο μακαρία, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀποδέχθηκε τὸ μήνυμα καὶ δὲν δυσκολεύθηκε καθόλου νὰ πιστέψη στὶς οὐράνιες ἀγγελίες. Ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε ἡ ψυχή της ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ἐμακάρισε λέγοντας: «Ἂς εἶναι μακαρία αὐτὴ ποὺ πίστεψε ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅσα τῆς εἶπε ὁ Κύριος». Ἡ ἴδια ἡ Παρθένος ἄλλωστε εἶχε εἰπεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό της ἀπαντώντας στὸν Ἄγγελο: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου». Γιατί εἶναι, στ᾽ ἀλήθεια, δούλη τοῦ Κυρίoυ αὐτὴ ποὺ τόσο βαθιὰ κατανόησε τὸ μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ του. Αὐτὴ πού, “ὅταν ἦρθε” ὁ Δεσπότης καὶ “ἔκρουσε”, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ἄνοιξε ἀμέσως τὴν οἰκία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός της καὶ χορήγησε ἔτσι σ᾽ Ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ αὐτὴν ἄ-οικος πραγματικὸ κατοικητήριο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
.         Συνέβη στὸ σημεῖο αὐτὸ κάτι παραπλήσιο μ᾽ ἐκεῖνο ποὺ συνέβη στὸν Ἀδάμ. Ἐνῶ ὅλο τὸ ὁρατὸ σύμπαν κτίσθηκε γιὰ χάρη δική του κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κτίσματα εἶχαν βρεῖ τὸ καθένα τὸν κατάλληλο σύντροφό του, μόνο γιὰ τὸν Ἀδὰμ δὲν βρέθηκε, πρὶν ἀπὸ τὴν Εὕα, κατάλληλος βοηθός. Ἔτσι καὶ γιὰ τὸ Λόγο, ποὺ ἔφερε στὴν ὕπαρξη τὰ πάντα κι ὅρισε γιὰ τὸ κάθε πλάσμα του τὸν κατάλληλο τόπο, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς τόπος καὶ καμμιὰ κατοικία πρὶν ἀπὸ τὴν Παρθένο. Ἡ Παρθένος ὅμως δὲν ἔδωσε «ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς οὐδὲ νυσταγμὸν τοῖς βλεφάροις» ὣς τὴ στιγμὴ ποὺ προσέφερε σ᾽ Αὐτὸν σκήνωμα καὶ τόπο. Γιατί βέβαια τὰ λόγια αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ θεωρήσουμε σὰν φωνὴ τῆς Πανάγνου, ποὺ τὴν πρόφερε ἡ γλώσσα τοῦ Δαυΐδ, μία κι αὐτὸς ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς γενιᾶς της. Ὅπως ἀκριβῶς, σύμφωνα μ᾽ αὐτὰ ποὺ λέγει ὁ Παῦλος, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἔδωσε τὴ δεκάτη στὸ Μελχισεδέκ, ἔχει δώσει δεκάτη καὶ ὁ Λευΐ «ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ὤν».

7. Ἀλλὰ τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ παράδοξο ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι, χωρὶς τίποτε νὰ ξέρη ἀπὸ πρίν, χωρὶς καμμιὰ προειδοποίηση τόσο πολὺ ἦταν προετοιμασμένη γιὰ τὸ μυστήριο, ὥστε μόλις φάνηκε ξαφνικὰ ὁ Θεός, νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ τὸν ὑποδεχθῆ ὅπως ἔπρεπε, μὲ ψυχὴ ἕτοιμη καὶ ἄγρυπνη καὶ σταθερή. Κι αὐτὸ τὸ λόγο, ποὺ ἦταν κατάλληλος καὶ ἅρμοζε σ᾽ αὐτήν, ἀπάντησε γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι oἱ ἄνθρωποι τὴ σωφροσύνη μὲ τὴν ὁποία ἔζησε πάντοτε ἡ μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδὴ ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, πόσο ἦταν πρωτοφανής, πόσο ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ ὅσο μποροῦσαν νὰ καταλάβουν oι ἄνθρωποι, Αὐτὴ ποὺ ἄναψε μέσα στὴν ψυχή της τόσο σφοδρὸ ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό, ὄχι γιατί τῆς εἶχαν προαγγελθῆ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τῆς συμβοῦν προσωπικὰ καὶ στὰ ὁποῖα αὐτὴ μόνο θὰ λάβαινε μέρος, ἀλλὰ χάρις στὶς γενικὲς δωρεὲς ποὺ δόθηκαν ἢ ἐπρόκειτο νὰ δοθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, ὅπως ὁ Ἰὼβ θαυμάζεται ὄχι τόσο γιὰ τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξε μέσα στὶς συμφορές του, ὅσο γιατί δὲν ἤξερε τί ἐπρόκειτο νὰ τοῦ δοθῆ σὰν ἀμοιβὴ γι᾽αὐτὸ τὸν ἀγώνα τῆς ὑπομονῆς, ἔτσι κι ἐκείνη ἀνέδειξε τὸν ἑαυτό της ἄξιο νὰ λάβη τὶς δωρεὲς ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἀνθρώπινη λογική, χάρις σ᾽ αὐτὰ ποὺ δὲν ἐγνώριζε. Ὑπῆρξε νυμφικὸς θάλαμος, χωρὶς νὰ περιμένη τὸ Νυμφίο. Ἦταν οὐρανός, μολονότι ἀγνοοῦσε ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ ἀνατείλη ὁ Ἥλιος.
.         Τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξισωθῆ μὲ τοῦ νοῦ αὐτοῦ τὴ μεγαλωσύνη; Καὶ ποιὰ θὰ ἦταν ἂν τὰ ἤξερε ὅλα μὲ σαφήνεια ἀπὸ πρὶν καὶ εἶχε ἔτσι καὶ τῆς ἐλπίδας τὰ φτερά; Γιατί ὅμως δὲν τὰ εἶχε πληροφορηθῆ προηγουμένως; Μήπως ἐπειδὴ μ᾽ αὐτὸ γίνεται φανερὸ ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος χῶρος στὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προχωρήση, ἀφοῦ δὲν εἶχε ἀφήσει ἀξεπέραστη καμμιὰ κορυφὴ ἁγιότητος, κι ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτε τὸ ὁποῖο ὄφειλε νὰ προσθέση σ᾽ αὐτὰ ποῦ εἶχε, οὔτε ἦταν δυνατὸν νὰ γίνη καλύτερη στὴν ἀρετή, ἀφοῦ κατέλαβε τὴν ἴδια τὴν κορυφή; Γιατί, ἂν ἦταν πραγματοποιήσιμα αὐτὰ καὶ ὑπῆρχε, πέρα ἀπὸ ὅσα εἶχε ἤδη κατορθώσει, καὶ μία κάποια ἄλλη κορυφὴ ἀρετῆς, δὲν θὰ τὴν ἀγνοοῦσε ἡ Παρθένος, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ἦρθε στὴ ζωή, καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς διδάσκει, ἔτσι ὥστε νὰ μπορῆ νὰ τὴ διατρέξη καὶ αὐτὴ καὶ νὰ εἶναι καλύτερα προπαρασκευασμένη γιὰ τὴ διακονία τοῦ μυστηρίου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆ κανεὶς ὅτι δὲν θὰ εἶχε δῆθεν ἡ Παρθένος ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἐλπίδων μεγαλύτερη ἔφεση γιὰ τὴν ἀρετή, ἂν βέβαια ἦταν ποτὲ δυνατὸν νὰ συμβῆ αὐτό. Ἀλλὰ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἄγνοιά της τὴν ἀπέδειξε ἀκόμη καλύτερη, αὐτὴν ἡ ὁποία, παρ᾽ ὅλο ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ὠθήσουν στὴν ἀρετή, τόσο πολὺ τελειοποίησε τὴν ψυχή της, ὥστε διαλέχθηκε ἀπὸ τὸ δίκαιο Θεὸ μέσα ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Οὔτε πάλι εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸν Θεὸ νὰ μὴν εἶχε κοσμήσει τὴ μητέρα του μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ μὴν τὴν εἶχε πλάσει κατὰ τὸν καλύτερο καὶ τελειότερο τρόπο.

8. Μὲ τὸ γεγονὸς λοιπὸν ὅτι εἶχε σιωπήσει καὶ δὲν τῆς προεῖπε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν ἀπoδείχθηκε ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε καλύτερο ἢ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅσα ἔβλεπε νὰ ἔχη κατορθώσει ἡ Παρθένος. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ πάλι γίνεται φανερὸ ὅτι διάλεξε γιὰ μητέρα του ὄχι ἁπλῶς τὴν καλύτερη ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτα καλύτερη. Οὔτε ἐκείνη ποὺ ταιρίαζε σ᾽ Αὐτὸν περισσότερο ἀπὸ ὅλους μέσα στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ ταιρίαζε ἀπόλυτα, ἔτσι ὥστε νὰ πρέπη νὰ εἶναι μητέρα του.
.         Γιατί ἦταν βέβαια ὁπωσδήποτε ἀνάγκη νὰ παρουσιάση κάποτε ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων τὸν ἑαυτό της κατάλληλο γιὰ τὸ ἔργο ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε. Νὰ φέρη δηλαδὴ στὴ ζωὴ κάποιον ἄνθρωπο ποὺ νὰ μπορῆ νὰ διακονήση ἄξια στὸ σκοπὸ τοῦ Δημιουργοῦ. Ἐμεῖς βέβαια δὲν δυσκολευόμαστε νὰ παραβιάζουμε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον κατασκευάσθηχαν τὰ διάφορα ἐργαλεῖα χρησιμοποιώντας τὰ ἄλλοτε στὴ μία κι ἄλλοτε στὴν ἄλλη τέχνη. Ὁ Δημιουργὸς ὅμως δὲν ἔδωκε στὴν ἀνθρώπινη φύση ἕνα προορισμὸ στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ τὸν ἄλλαξε. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὴν ἔπλασε τέτοια, ὥστε, ὅταν θὰ χρειαζόταν νὰ γεννηθῆ, νὰ πάρη ἀπὸ αὐτὴ τὴ μητέρα. Κι ἀφοῦ ἔδωκε πρῶτα αὐτὸν τὸ προορισμὸ στὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔπλασε στὴ συνέχεια τὸν ἄνθρωπο χρησιμοποιώντας γιὰ κανόνα αὐτὴ τὴ σαφῆ χρησιμότητα. Ἦταν ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ὑπάρξη κάποτε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ νὰ μπορῆ νὰ ἐκπληρώση αὐτὸν τὸ σκοπό. Γιατί βέβαια οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ μὴ θεωρήσουμε σὰν σκοπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου τὸν καλύτερο ἀπὸ ὅλους, ἐκεῖνον ποὺ προξενεῖ στὸν Τεχνίτη τὴ μεγαλύτερη τιμὴ καὶ δόξα, οὔτε πάλι εἶναι δυνατὸ νὰ νομίσουμε ὅτι μπορεῖ κατὰ ὁποιονδήποτε τρόπο νὰ ἀποτύχη ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὰ ποὺ δημιουργεῖ. Αὐτὸ βέβαια ἀποκλείεται, ἀφοῦ ἀκόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οἱ ὑποδηματοποιοὶ κατορθῶνον νὰ φτιάχνουν τὰ ἔργα τοὺς πάντοτε σύμφωνα πρὸς τὸ σκοπὸ ποὺ θέλουν, ἂν κι αὐτοὶ δὲν ἐξουσιάζουν ἐντελῶς τὴν ὕλη. Καὶ μολονότι τὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιοῦν δὲν τοὺς ὑπακούει πάντοτε, μολονότι μερικὲς φορὲς τοὺς ἐναντιώνεται, αὐτοὶ κατορθώνουν μὲ τὴν τέχνη τους νὰ τὸ ὑποτάξουν καὶ νὰ τὸ σύρουν πρὸς τὸ σκοπό τους. Ἂν λοιπὸν τὸ κατορθώνουν αὐτοί, πόσο φυσικώτερο εἶναι νὰ τὸ ἐπιτύχη ὁ Θεός, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ κυρίαρχός της ὕλης, ἀλλὰ καὶ ὁ δημιουργός της, πού, ὅταν τὴ δημιούργησε, ἤξερε πῶς θὰ τὴν χρησιμοποιήση. Τί λοιπὸν θὰ ἐμπόδιζε νὰ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση σὲ ὅλα σύμφωνη πρὸς τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον δημιουργήθηκε; Ὁ Θεὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ κυβερνᾶ τὴν οἰκονομία. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἔργο Του, τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ἔργο τῶν χειρῶν Του. Καὶ τὴν πραγματοποίησή του δὲν τὴν ἐμπιστεύθηκε σὲ κανέναν ἄνθρωπο ἢ Ἄγγελο, ἀλλὰ τὴν κράτησε ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Δὲν εἶναι λοιπὸν λογικὸ νὰ φρόντισε ὁ Θεὸς περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο τεχνίτη, νὰ τηρήση κατὰ τὴ δημιουργία τοὺς κανόνες ποῦ ἔπρεπε; Καὶ μάλιστα, ὅταν δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ὁποιοδήποτε, ἀλλὰ γιὰ τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του; Σὲ ποιόν δὲ ἄλλον ἀπὸ ὅλους θὰ ἔδινε ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ χρειαζόταν, ἂν ὄχι στὸν ἑαυτόν του; Καὶ πράγματι ὁ Παῦλος ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο νὰ προσπαθῆ πρὶν ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ νὰ διευθετῆ σωστὰ ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν οἶκο του.

9. Ἔχει καλῶς. Ὅταν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ συνέβηκε νὰ βρεθοῦν μαζί: ὁ δικαιότατος κυβερνήτης τοῦ σύμπαντος, ὁ καταλληλότατος διάκονος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Δημιουργοῦ ὅλων τῶν αἰώνων, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι ἐδῶ κάθε τὶ ποὺ ἔπρεπε; Γιατί ἦταν βέβαια ἀνάγκη νὰ διατηρηθῆ ἡ ἁρμονία καὶ ἡ ἀπόλυτη συμφωνία σὲ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ τίποτε τὸ ἀταίριαστο νὰ μὴν ὑπάρξη στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ ἔργο. Γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν δίκαιος. Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ὅπως ἔπρεπε καὶ τὰ «ζυγίζει ὅλα στὴ ζυγαριὰ τῆς δικαιοσύνης Του». Σὰν ἀπάντηση λοιπὸν σ᾽ ὅλα αὐτά, ποὺ ζητοῦσε ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ Παρθένος, μόνη γι᾽ αὐτὸ κατάλληλη, προσέφερε τὸν Υἱό της. Κι ἔγινε μητέρα ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἦταν κατὰ πάντα δίκαιo νὰ εἶναι μητέρα. Κι ἂν λοιπὸν καμμιὰ ἄλλη ὠφέλεια δὲν ἐπρόκειτο νὰ προέλθη ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγινε ὁ Θεὸς υἱὸς ἀνθρώπου, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε πὼς τὸ ὅτι ἦταν κατὰ πάντα δίκαιο νὰ γίνη ἡ Παρθένος μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἔφθανε γιὰ νὰ προκαλέση τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου. Καὶ πὼς ἀκόμη τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώση στὸ κάθε πλάσμα Του ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἅρμοζε, νὰ ἐνεργῆ δηλαδὴ πάντοτε μὲ δικαιοσύνη, ἦταν ἀρκετὴ αἰτία γιὰ νὰ προκαλέση αὐτὸν τὸν καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως τῶν δύο φύσεων.
.         Γιατί, ἂν ἡ Πανάμωμη τήρησε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὑποχρέωση νὰ τηρήση, ἂν ἀποδείχθηκε ἄνθρωπος τόσο εὐγνώμων καὶ δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπ᾽ ὅσα τοῦ χρωστοῦσε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φερόταν ἐξ ἴσου δίκαια καὶ ὁ Θεός; Ἂν ἡ Παρθένος δὲν παρέλειψε τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μποροῦν νὰ ἀναδείξουν τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν ἀγάπησε μὲ τόσο σφοδρὸ ἔρωτα, θὰ ἦταν βέβαια ἐντελῶς ἀπίθανο νὰ μὴ θεωρήση ὁ Θεὸς ὑποχρέωσή του νὰ τῆς δώση ἰσάξια ἀμοιβή, νὰ γίνη υἱός της. Γιατί πάλι, ἂν δίνη ὁ Θεὸς στοὺς πονηροὺς ἄρχοντα σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τους, πῶς δὲν θὰ ἔπαιρνε γιὰ μητέρα του αὐτὴ ποὺ ἀποδείχθηκε κατὰ πάντα σύμφωνη μὲ τὴν δική του ἐπιθυμία; Τόσο πολὺ πράγματι ἦταν συγγενικὸ καὶ ταιριαστὸ στὴ μακαρία αὐτὸ τὸ δῶρο. Γι᾽ αὐτό, ὅταν τῆς εἶπε μὲ σαφήνεια ὁ Γαβριὴλ ὅτι θὰ γεννήση τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ -γιατί αὐτὸ φανέρωσε λέγοντας ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθῆ «βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»- ἡ Παρθένος δέχθηκε τὴν εἴδηση μὲ χαρά, σὰν νὰ ἄκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν καθόλου παράξενο οὔτε ἀταίριαστο πρὸς αὐτὰ ποὺ συνήθως συμβαίνουν. Κι ἔτσι μὲ γλῶσσα μακαρία, μὲ ψυχὴ καθαρὴ ἀπὸ ἀνησυχίες, μὲ σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, εἶπε, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».

10. Αὐτὰ εἶπε κι ἀμέσως ὅλα πραγματοποιήθηκαν. «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Ἔτσι, μόλις ἡ Παρθένος ἔδωσε τὴν ἀπάντησή της στὸ Θεό, δέχεται ἀμέσως ἀπὸ αὐτὸν τὸ Πνεῦμα, ποὺ δημιουργεῖ τὴν ὁμόθεη ἐκείνη σάρκα. Ἦταν λοιπὸν ἡ φωνή της “φωνὴ δυνάμεως”, ὅπως εἶπε ὁ Δαυΐδ. Καὶ πλάθεται ἔτσι μὲ λόγο μητρικὸ ὁ τοῦ Πατρὸς Λόγος. Καὶ κτίζεται μὲ τὴν φωνὴ τοῦ κτίσματος ὁ Δημιουργός. Κι πως, μόλις επε Θες «γενηθήτω φς», γινε μέσως φς, τσι μέσως μ τ φων τς Παρθένου τ ληθιν νέτειλε Φς κι νώθηκε μ τν νθρώπινη σάρκα κα κυοφορήθηκε ατς πο φωτίζει «πάντα νθρωπον ρχόμενον ες τν κόσμον». φων ερή! λόγια πο κατορθώσατε τέτοιο μεγαλεο! γλώσσα ελογημένη, πο νακάλεσες μεμις π τν ξορία λόκληρη τν οκουμένη! θησαυρ ψυχς γνς, πο μ τ λίγα λόγια της σκόρπισε σ μς τέτοια φθονία γαθν! Γιατί ατ τ λόγια μετέτρεψαν τ γ σ οραν κι ἄδειασαν τὸν Ἅδη ἐλευθερώνοντας τοὺς φυλακισμένους. Ἔκαμαν νὰ κατοικηθῆ ἀπὸ ἀνθρώπους ὁ οὐρανὸς καὶ φέρνοντας τόσο κοντὰ τοὺς Ἀγγέλους στοὺς ἀνθρώπους συνέπλεξαν τὸ οὐράνιο καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος σ᾽ ἕνα μοναδικὸ χορὸ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ τὰ δύο, αὐτὸν πού, ὄντας Θεός, ἔγινε ἄνθρωπος.
.         Γι᾽ αὐτά Σου τὰ λόγια ποιά εὐχαριστία θὰ ἦταν ἄξια νὰ Σοῦ προσφερθῆ ἀπὸ μᾶς; Πῶς νὰ σὲ προσφωνήσουμε Ἐσένα, ποὺ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀντάξιό σου ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους; Γιατί τὰ δικά μας τὰ λόγια εἶναι γήινα, ἐνῶ Σὺ ξεπέρασες ὅλου τοῦ κόσμου τὶς κορυφές. Ἂν λοιπὸν χρειάζεται νὰ Σοῦ προσφερθοῦν τιμητικοὶ λόγοι, αὐτὸ νομίζω πὼς πρέπει νὰ εἶναι ἔργο Ἀγγέλων, νοῦ χερουβικοῦ, πύρινης γλώσσας. Γι᾽αὐτὸ κι ἐμεῖς, ἀφοῦ θυμηθήκαμε ὅσο μπορούσαμε τὰ κατορθώματά Σου καὶ ὑμνήσαμε κατὰ τὴ δύναμή μας Ἐσένα, τὴν ἴδια μας τὴ σωτηρία, ζητοῦμε τώρα νὰ βροῦμε ἀγγελικὴ φωνή. Καὶ καταλήγουμε στὴν προσφώνηση τοῦ Γαβριήλ, τιμώντας ἔτσι καὶ τὴν ἴδια μᾶς τὴν ὁμιλία: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ»!
.         Ἀλλὰ δῶσε, Παρθένε, ὄχι μόνο νὰ μιλᾶμε γιὰ ὅσα φέρνουν τιμὴ καὶ δόξα σ᾽ Αὐτὸν καὶ σ᾽ Ἐσένα ποὺ τὸν ἐγέννησες, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδὴ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς οἰκητήρια δικά Του γιατί σ᾽ Αὐτὸν ἁρμόζει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

[Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ Θεομήτωρ (Τρεῖς Θεομητορικὲς Ὁμιλίες),
κείμενο, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας,
Σειρὰ “Ἐπὶ τὰς Πηγάς”, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1995]

ΠΗΓΗ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (alopsis.gr)

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΝ

Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν
τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας


.         Εἴ ποτε δεῖ χαίρειν ἄνθρωπον καὶ σκιρτᾶν καὶ σὺν ἡδονῇ βοᾷν καὶ παρελθόντα ζητεῖν ὅ,τι μέγα φθέγξαιτο καὶ λαμπρόν· καὶ γνώμης μὲν ἑαυτῷ μέγεθος, γλώσσης δὲ κάλλος καὶ λόγων εὔχεσθαι ῥώμην… Ἐὰν πρέπει κάποτε νὰ χαίρη ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ σκιρτᾶ καὶ νὰ ψάλλη μὲ εὐφροσύνη, ἐὰν ὑπάρχη μιὰ περίοδος ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ λεχθῆ ὅ,τι ὑπάρχει πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ λαμπρὸ καὶ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ποθῆ νὰ ἔχη ὅσο τὸ δυνατὸν εὐρύτερη σχέση, ὡραιότερη ἔκφραση καὶ δυνατώτερο λόγο, γιὰ νὰ ὑμνήση τὰ μεγαλεῖα της, δὲν βλέπω ποιὰ ἄλλη μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτή, ἂν ὄχι ἡ σημερινὴ γιορτή.
.          Γιατί σὰν σήμερα ἔφθασε στὴ γῆ Ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀναγγέλλοντας τὴν ἀπαρχὴ ὅλων τῶν καλῶν. Σήμερα ὁ οὐρανὸς μεγαλύνεται. Σήμερα ἡ γῆ ἀγάλλεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση χαίρει. Καὶ δὲν μένει ἔξω ἀπὸ τὴν γιορτὴ οὔτε Αὐτὸς ποὺ κρατεῖ στὰ χέρια τοῦ τὸν οὐρανό. Γιατί αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν σήμερα εἶναι ἕνα πραγματικὸ πανηγύρι. Ὅλοι συναντιοῦνται σ᾽ αὐτό, στὴν ἴδια χαρά. Ὅλοι ζοῦν καὶ δίνουν καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὴν ἴδια εὐφροσύνη: Ὁ Δημιουργός, τὰ δημιουργήματα ὅλα, ἡ ἴδια ἡ μητέρα τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ τοῦ πρόσφερε τὴ φύση μας καὶ τὸν ἔκαμε ἔτσι κοινωνὸ στὶς χαρμόσυνες συνάξεις καὶ τὶς γιορτές μας. Χαίρει πρὶν ἀπ᾽ ὅλους ὁ Δημιουργός. Γιατί εἶναι βέβαια εὐεργέτης κι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ἔχει σὰν ἔργο Τοῦ τὴν εὐεργεσία. Ποτέ Του δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε καὶ δὲν ξέρει ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ προσφέρη καὶ νὰ εὐεργετῆ. Σήμερα ὅμως, χωρὶς νὰ σταματήση τὸ σωτήριο ἔργο Του, περνᾶ στὴ δεύτερη θέση, ἔρχεται ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ εὐεργετοῦνται. Καὶ δὲν χαίρεται τόσο γιὰ τὶς μεγάλες δωρεὲς ποὺ χάρισε Αὐτὸς στὴν κτίση καὶ ποὺ τὸν ἀποδεικνύουν γενναιόδωρο, ὅσο γιὰ τὰ μικρὰ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς εὐεργετημένους, γιατί ἔτσι φανερώνεται ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος. Καὶ θεωρεῖ ὅτι τὸν δοξάζουν ὄχι μόνο ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔδωσε στοὺς φτωχοὺς δούλους, ἀλλὰ κι ὅσα oἱ φτωχοὶ τοῦ χάρισαν. Γιατί ἂν καὶ διάλεξε ἀπὸ τὴ θεία δόξα τὴν κένωση καὶ καταδέχθηχε νὰ πάρη σὰν δῶρο ἀπὸ μᾶς τὴν ἀνθρώπινη φτώχεια, ὁ πλοῦτος Του ἔμεινε ἀναλλοίωτος καὶ μετέτρεψε πάνω του τὸ δῶρο μας σὲ κόσμημα καὶ βασιλεία.
.           Γιὰ τὴν κτίση πάλι -καὶ λέγοντας κτίση ἐννοῶ ὄχι μόνο τὴν ὁρατή, ἀλλὰ κι ἐκείνη ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ἀνθρώπινο μάτι- τί θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέση μεγαλύτερη ἀφορμὴ εὐφροσύνης ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι βλέπει τὸν Δημιουργό της νὰ ἔρχεται μέσα της καὶ τὸν Κύριο τῶν ὅλων νὰ παίρνη θέση ἀνάμεσα στοὺς δούλους; Κι αὐτὸ ὄχι ἀπογυμνώνοντας τὸν ἑαυτό Του ἀπὸ τὴν ἐξουσία Του, ἀλλὰ προσλαμβάνοντας τὸ δοῦλο, ὄχι ἀποβάλλοντας τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ μεταδίδοντάς τον στὸ φτωχό, ὄχι ξεπέφτοντας ἀπὸ τὰ ὕψη Του, ἀλλὰ ἐξυψώνοντας τὸν ταπεινό.
.            Ἀλλὰ χαίρει καὶ ἡ Παρθένος, χάρις στὴν ὁποία ὅλες αὐτὲς oἱ δωρεὲς δόθηκαν στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ χαίρει γιὰ πέντε λόγους. Πρὶν ἀπ᾽ ὅλα σὰν ἄνθρωπος, ποὺ συμμετέχει, ὅπως ὅλοι, στὰ κοινὰ ἀγαθά. Χαίρει ὅμως καὶ γιατὶ oἱ δωρεὲς δόθηκαν σ᾽ Αὐτὴ καὶ πρὶν καὶ ἀφθονώτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κι ἀκόμη περισσότερο, γιατί Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ oἱ δωρεὲς αὐτὲς δόθηκαν σ᾽ ὅλους. Ὁ πέμπτος ὅμως καὶ μεγαλύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο χαίρει ἡ Παρθένος εἶναι ὅτι ὄχι ἁπλῶς διὰ μέσου αὐτῆς ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια, χάρις σ᾽ ἐκεῖνα ποὺ γνώρισε καὶ προεῖδε, ἔφερε τὴν ἀνάσταση στοὺς ἀνθρώπους.

2. Οὐ γὰρ ὥσπερ ἡ γῆ πρὸς τὴν ἀνθρώπου δημιουργίαν συνετέλεσε μέν, εἰργάσατο δὲ οὐδέν… Γιατί ἡ Παρθένος δὲν εἶναι ὅπως ἡ γῆ ποὺ συνετέλεσε μέν, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε ὅμως ἡ ἴδια τίποτε στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ χρησιμοποιήθηκε σὰν ἁπλὴ ὕλη ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ καὶ ἁπλῶς “ἔγινε” χωρὶς νὰ “πράξη” τίποτε. Ἡ Παρθένος πραγματοποίησε ἡ ἴδια μέσα της καὶ προσέφερε στὸν Θεὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ προσείλκυσαν τὸν Τεχνίτη στὴ γῆ, ποὺ παρακίνησαν τὸ δημιουργικὸ χέρι. Καὶ ποιὰ εἶναι αὐτά; Βίος πανάμωμος, ζωὴ παναγνή, ἄρνηση κάθε κακίας, ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, ψυχὴ ἀπὸ τὸ φῶς καθαρώτερη, σῶμα ἐντελῶς πνευματικό, λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καθαρώτερο, ἀπὸ τοὺς χερουβικοὺς θρόνους ἱερώτερο. Φτερούγισμα νοῦ, ποὺ δὲν δειλιάζει μπρὸς σὲ κανένα ὕψος, ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ φτερὰ τῶν Ἀγγέλων. Θεῖος ἔρως, ποὺ ἀπορρόφησε καὶ ἀφομοίωσε κάθε ἄλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς. Κτῆμα τοῦ Θεοῦ, ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν χωράει σὲ καμμιὰ ἀνθρώπινη σκέψη.
.        Ἔτσι, ἔχοντας στολίσει μὲ τέτοιο κάλλος καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή Της, κατορθώνει νὰ ἑλκύση ἐπάνω της τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ. νέδειξε, χάρις στὴν δική Της ραιότητα, ραία τν κοιν νθρώπινη φύση. Κα κατέκτησε τν παθ. Κα γινε νθρωπος ξ ατίας τς Παρθένου κενος πο ξ ατίας τς μαρτίας ταν στος νθρώπους μισητός.

3. Καὶ τὸ “μεσότοιχον τῆς ἔχθρας” καὶ ὁ “φραγμὸ” δὲν εἶχαν γιὰ τὴν Παρθένο καμμιὰ ἰσχύ, ἀλλὰ κάθετί ποὺ χώριζε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὸν Θεό σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἴδια εἶχε καταργηθῆ. Ἔτσι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν κοινὴ καταλλαγὴ εἶχε συναφθῆ ἀνάμεσα στὸν Θεόκαὶ τὴν Παρθένο μόνη εἰρήνη. Ἀκόμη περισσότερο, δὲν χρειάσθηκε ποτὲ νὰ προσφέρη ἐκείνη σπονδὲς εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως, μία καὶ στεκόταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν κορυφὴ τοῦ χοροῦ τῶν φίλων. Ὅλα αὐτὰ πραγματοποιήθηκαν γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ὑπῆρξε πρὶν ἀπὸ τὸν Παράκλητο, «παράκλητος ὑπὲρ ἠμῶν πρὸς τὸν Θεόν», γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκφραση τοῦ Παύλου, ὑψώνοντας πρὸς Αὐτὸν γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ὄχι τὰ χέρια Της, ἀλλά, ἀντὶ γιὰ ἄλλη ἱκεσία, τὴν ἴδια τὴ ζωή Της. Κι ἔφθασε ἡ ἀρετὴ μίας ψυχῆς νὰ σταματήση τὴν κακία τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν αἰώνων. Ὅπως ἡ Κιβωτὸς ποὺ ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὸ κοινὸ ναυάγιο τῆς οἰκουμένης δὲν ἔλαβε ἡ ἴδια μέρος στὶς συμφορὲς καὶ διέσωσε στὸ γένος τὴ δυνατότητα νὰ συνεχισθῆ, τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τ σκέψη Της τόσο θικτη κα ερή, σν ν μν εχε ποτολμηθ ποτ στ γ καμμι μαρτία, σν ν ταν λοι συνεπες σ᾽ ατ πο πρεπε, σν ν μεναν λοι κόμα στν στία το Παραδείσου. Οὔτε καν αἰσθάνθηκε, πράγματι, τὴν κακία ποὺ ξεχύθηκε σ᾽ ὅλη τὴν γῆ. Καὶ ὁ κατακλυσμὸς τῆς ἁμαρτίας ποὺ ξαπλώθηκε παντοῦ κι ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ κι ἄνοιξε τὸν Ἅδη κι ἔβαλε σὲ πόλεμο τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Θεὸ κι ἔδιωξε ἀπὸ τὴ γῆ τὸν Ἀγαθό, φέρνοντας στὴ θέση του τὸν Πονηρό, δὲν κατάφερε οὔτε στὸ παραμικρὸ νὰ θίξη τὴ μακαρία Παρθένο. Ἀλλ᾽ ἐνῶ κυριάρχησε σ᾽ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη κι ἔσεισε καὶ συνετάραξε καὶ γκρέμισε τὰ πάντα, νικήθηκε ἀπὸ ἕνα μόνο λογισμό, ἀπὸ μία ψυχή. Καὶ δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μόνο, ἀλλὰ χάρις σ᾽ αὐτὴν ὑποχώρησε ἡ ἁμαρτία κι ἀπὸ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
.           Ατ ταν συμβολ τς Παρθένου στ ργο τς σωτηρίας, πρν φθάση, μέρα κείνη, κατ τν ποία πρεπε Θεός, σύμφωνα μ τ προαιώνιο σχέδιό Του, ν κλίνη τος ορανος κα ν κατέβη στ γ: ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε οἰκοδομοῦσε κατάλυμα γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ μποροῦσε νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο, ἀγωνιζόταν νὰ καταστήση ὡραία τὴν κατοικία τοῦ Θεοῦ, τὸν ἑαυτό Της, τέτοια ποὺ νὰ μπορῆ νὰ εἶναι ἄξια γι᾽ Αὐτόν. Ἔτσι τίποτε δὲν βρῆκε νὰ κατηγορήση στὰ ἀνάκτορα ὁ βασιλιάς. Κι ἀκόμη περισσότερο, δὲν τοῦ προσέφερε ἡ Παρθένος μόνο βασιλικὴ κατοικία ἀξία τοῦ μεγαλείου του, ἀλλὰ τοῦ ἑτοίμασε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ τὴ βασιλικὴ πορφύρα καὶ τὴ ζώνη καί, ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ, τὴν “εὐπρέπεια”, τὴ “δύναμη” καὶ τὴν ἴδια τὴ “βασιλεία”. Ὅπως μία λαμπρὴ πολιτεία, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλες τὶς ἄλλες στὸ μέγεθος καὶ τὴν ὡραιότητα, στὸ ὑψηλὸ ἠθικὸ φρόνημα καὶ στὸ πλῆθος τῶν κατοίκων καὶ στὸν πλοῦτο καὶ σὲ κάθε εἴδους δύναμη, δὲν περιορίζεται μόνο στὸ νὰ δεξιωθῆ καὶ νὰ φιλοξενήση ἁπλῶς τὸ βασιλιά, ἀλλὰ γίνεται τὸ κράτος του καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἐξουσία του καὶ τὴν τιμή του καὶ τὴ δύναμη καὶ τὸν ὁπλισμό του. Ἔτσι καὶ ἡ Παρθένος, μὲ τὸ νὰ δεχθῆ μέσα της τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ τοῦ δώση τὴ σάρκα της, ἔκαμε νὰ παρουσιασθῆ ὁ Θεὸς μέσα στὸν κόσμο καὶ νὰ γίνη στοὺς μὲν ἐχθροὺς συμφορὰ ἀκαταμάχητη, στοὺς δὲ φίλους σωτηρία καὶ πηγὴ ὅλων τῶν ἀγαθῶν.

συνεχίζεται

[Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ Θεομήτωρ (Τρεῖς Θεομητορικὲς Ὁμιλίες),
κείμενο, μετάφραση, εἰσαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας,
Σειρὰ “Ἐπὶ τὰς Πηγάς”, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1995]

ΠΗΓΗ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» (alopsis.gr)

 

, , , , ,

Σχολιάστε