Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἅγ. Νικόδημος

ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ καὶ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορ.)

ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
καὶ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
«Ἀόρατος Πόλεμος»
Μέρος πρῶτον, Κεφάλαιον ΜΘ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι ἄ.χ., σελ. 164

.              Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.
.            Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (τοῦ Δεκαπενταυγούστου) [Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης]

Περὶ τῆς Νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου
(τῆς Παναγίας)

Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Ἑρμηνεία εἰς τὸν ΞΘ´ κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων,
Πηδάλιον, ἐκ τοῦ τυπογρ. Βαρβαρρήγου,
Ἐν Ἀθήναις 1886, σελ. 85-87

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ.»

[…] Διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι καὶ ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί, κοντὰ εἰς τὴν νηστείαν τῆς μεγάλης μ´ (Τεσσαρακοστῆς) νὰ φυλάττουν καὶ τὰς τρεῖς ταύτας νηστείας, τὴν τοῦ σαρανταημέρου, λέγω, εἰς τιμὴν τοῦ γεννηθησομένου Χριστοῦ γενομένην καὶ εἰς τὴν τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων ἐξάλειψιν. Τὴν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καλουμένην […] καὶ τρίτην τὴν τοῦ Αὐγούστου εἰς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ἥτις μάλιστα ἐνήστευεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς κοιμήσεώς της. Πρέπει δὲ νὰ φυλάττουν ταύτας ὄχι μὲ ξηροφαγίαν, καθὼς τὴν μεγάλην μ´, ἀλλὰ μὲ οἰνέλαιον καὶ ἰχθυοφαγίαν, ἔξω μόνον τῶν Τετράδων καὶ Παρασκευῶν ὁποῦ τυχαίνουν ἀναμεταξὺ εἰς τὰς νηστείας αὐτάς, καὶ ἔξω τῆς νηστείας τοῦ Αὐγούστου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπαξ μόνον ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς Μεταμορφώσεως ἰχθύος μεταλαμβάνομεν. Διότι αἱ νηστεῖαι αὗται, ἀγκαλὰ καὶ ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων δὲν εἶναι διωρισμέναι, ὅμως χρέος ἔχομεν νὰ φυλάττωμεν καὶ τὰς τῶν Πατέρων παραδόσεις διὰ τὴν μακρὰν συνήθειαν, τὴν ἀντὶ νόμου κρατοῦσαν. […]
…Τὰς τρεῖς νηστείας τῶν τοῦ Χριστοῦ γεννῶν, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τοῦ Αὐγούστου ἐπικυροῦν ἀκόμη καὶ Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης καὶ αἱ ἀπαρχῆς Διατάξεις καὶ τὰ κοινὰ τυπικὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν καὶ Στουδιτῶν, καὶ πάντα ἁπλῶς τὰ ἴδια τυπικὰ τῶν βασιλικῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο, τὸ νὰ ὀνομάζηται ἡ Τεσσαρακοστὴ μεγάλη, φανερώνει ὅτι εἶναι καὶ ἄλλαι νηστεῖαι, αὐτὴ ὅμως ὑπερέχει καθὼς τοῦτο κομψῶς συνάγει Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης […]

, ,

Σχολιάστε

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΔΙΔΑΧΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (Μητροπ. Μάνης Χρυσόστομος Γ´)

Λόγος περὶ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Τοῦ Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ´

.           Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ μία μεγάλη προσωπικότητα, ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες καὶ Διδασκάλους τοῦ Γένους, τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Εἶναι ὁ ὅσιος τῶν χρόνων τῆς δεινῆς τουρκοκρατίας ποὺ στερέωσε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐξύψωσε τὸ φρόνημα τοῦ ὑποδούλου τότε ἔθνους. Στὸ πρόσωπό του συνδυάστηκαν σπουδαιότατα νοητικὰ χαρίσματα, βαθυτάτη θεολογικὴ σοφία καὶ πλούσια χριστιανικὴ βιοτή.
.             Ὁ ἅγιος, κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλιβούρτζης, γεννήθηκε στὴν ὡραία νῆσο Νάξο, ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς Ἀντώνιο καὶ Ἀναστασία καὶ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Τὰ ἐγκύκλια γράμματα τὰ ἔμαθε στὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, στὴ γενέτειρά του, κοντὰ στὸ διακεκριμένο διδάσκαλο τοῦ Γένους ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ἀδελφὸ τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἐκεῖ συμμαθήτευσε μὲ τοὺς μετέπειτα Πατριάρχες Κων/πόλεως Νεόφυτο Ζ´ καὶ Γρηγόριο Ε´. Τὶς γνώσεις του τὶς συμπλήρωσε στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης ὅπου φοίτησε μία πενταετία, ἔχοντας διευθυντὴ τῆς περιωνύμου ἐκείνης Σχολῆς, τὸν λόγιο ἄνδρα Ἱερόθεο Βουλισμᾶ, τὸν Ἰθακήσιο. Ἐκεῖ ἔλαβε πράγματι πολύπλευρη ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη περιελάμβανε καὶ γνώσεις φιλοσοφικές, ἰατρικές, οἰκονομικές, γεωπονικές, ἀστρονομικὲς μαθαίνοντας ἀκόμη καὶ ξένες γλῶσσες. Τοῦ ἔγινε πρόταση μάλιστα νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε ἔχοντας κατὰ νοῦ ἄλλα ἀνώτερα ἰδανικά.
.           Ἀργότερα ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐγκατεστάθη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος.
.               Ὡς μοναχός, διεκρίθη γιὰ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ τὴν πνευματικότητά του, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσή του στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸν ἡ ἀφιέρωση δὲν ἦταν ἄρνηση ζωῆς. Ἦταν πράγματι, ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς, «ζωῆς ἐν Κυρίῳ», ὡς γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὡς μοναχὸς εἶχε πάντοτε ἄγρυπνη τὴν καρδία του, καὶ μέριμνά του πῶς δηλαδὴ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστόν. Ἦταν μία μαρτυρία τῆς «καινῆς κτίσεως», ὡς ἄλλη γρηγοροῦσα προφητικὴ συνείδηση ζῶντας τὸ ἀδιάκοπο παρὼν τοῦ Θεοῦ στὴν καθημερινὴ βιοτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔβλεπε καὶ τὰ συμβαίνοντα στὸ περίγυρό του, δὲν ἀδιαφοροῦσε ἀλλὰ μελετοῦσε τὰ θέματα, προσευχόταν γι᾿ αὐτά, καὶ λάμβανε θέση στηριζόμενος πάντοτε στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση.
.             Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀπησχόλησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν Ὅσιο Νικόδημο ἦταν καὶ τὸ περίφημο «Κολλυβαδικό», ὡς ἀπεκλήθη θέμα, ὅπου καὶ πρωτοστάτησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους πατέρες, τοὺς ἁγίους Μακάριο Κορίνθου καὶ Ἀθανάσιο Πάριο. Δηλαδή, μετὰ τὸ «Ἡσυχαστικὸ» ζήτημα τοῦ 14ου αἰώνα, τὸ σπουδαιότερο πνευματικὸ κίνημα στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία καὶ στὸν εὑρύτερο ἑλλαδικὸ χῶρο ἦταν τὸ λεγόμενο «Κολλυβαδικὸ κίνημα», κυρίως τὸν 18ο αἰώνα. Τὸ κίνημα αὐτὸ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ἔριδα περὶ τῆς ἡμέρας τελέσεως τῶν ἱερῶν μνημοσύνων, ὅπως ἐξωτερικὰ φαινόταν, οὔτε σὲ μία ρομαντικοῦ τύπου πολιτιστικὴ φιλολογία. Ἦταν ἕνα «ἀναμορφωτικὸ» κίνημα, ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας. Σηματοδότησε τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ σπουδαιότερο ἔργο ποὺ ἔδωσε αὐτὴ ἡ Κολλυβαδικὴ κίνηση, εἶναι τὸ συνθετικὸ σύγγραμμα ὑπὸ τὸν τίτλο «Φιλοκαλία», (σήμερα ἔχει μεταφραστεῖ σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες), τὸ ὁποῖο πραγματικὰ ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἁγιοπνευματικὸ πλοῦτο τὸν ὁποῖο προσέφεραν οἱ πρωτεργάτες τοῦ κινήματος.
.           Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ οἱ ἄλλοι «Κολλυβάδες» μοναχοί, ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῶν ὅρων καὶ κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν τὴν Κυριακή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς χαρᾶς, ὡς τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Διετύπωσαν καὶ τὴν διδασκαλία γιὰ τὴ συνεχῆ καὶ ὄχι κατ᾿ ἀραιὰ διαστήματα Θεία μετάληψη, θέμα σπουδαιότατο γιὰ ἕνα πιστὸ καὶ συνειδητὸ χριστιανό, τὸ ὁποῖο ὑποστήριξε ὁ ἅγιος καὶ ἔγραψε καὶ εἰδικὴ μελέτη γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα ὑπὸ τὸν χαρακτηριστικὸν τίτλον «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Ἡ λύση βέβαια καὶ στὰ δύο θέματα δόθηκε ἀπὸ τὸ σεπτὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
.           Ὡστόσο μὲ ἀφορμὴ τὸ «κολλυβαδικὸ» ζήτημα, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, μὲ τὴν εὑρυτάτη παιδεία του καὶ τὸν ὁσιακὸ βίο του ἀγωνίστηκε ὄχι μόνο γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλὰ συνετέλεσε τὰ μέγιστα καὶ γιὰ τὴν ἀνανέωση -ὑπὸ τὴν ὀρθὴ ἔννοια τοῦ ὅρου- τῶν ἀρχαίων ἱερῶν θεσμῶν καὶ ἁγίων παραδόσεων. Πνευματικὰ καὶ λατρευτικὰ θέματα ποὺ εἶχαν ξεχασθεῖ, ἦλθαν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ προσκήνιο καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Οἱ Κολλυβάδες, γνήσιοι Φιλοκαλικοὶ Πατέρες, μίλησαν γιὰ τὸ βάθος ποὺ κρύβεται στὴν ὀρθόδοξη λειτουργικὴ ζωή, καὶ καθοδήγησαν οὐσιαστικὰ καὶ δυναμικὰ τὸν εὐσεβῆ λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς ἀγρυπνίες, μὲ τὶς νηστεῖες, μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁγίους, μὲ τὴ μελέτη τῶν ὠφελίμων βιβλίων. Εἶναι πασίδηλο ὅτι ἡ ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἀναδύεται ζωηρῶς ἀπὸ τὸ πλουσιότατο συγγραφικό του ἔργο. Γενεὲς  καὶ γενεὲς ὀρθοδόξων ἐτράφησαν ἐκ τῶν μελιρρύτων συγγραμμάτων του καὶ εὑρῆκαν στὶς σελίδες αὐτὲς μοναδικὸ ὁδηγὸ ὀρθοδόξου πίστεως καὶ βιοτῆς. Ὑπῆρξε καὶ ἀνεδείχθη ἄριστος ἑρμηνευτικὸς συγγραφεύς, πατρολόγος, ἁγιολόγος καὶ ὑμνογράφος. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε μερικοὺς τίτλους ἔργων του: «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν» (1782), «Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» (1783), ὁ «Εὐεργετινὸς» (1784), «Ἐξομολογητάριον» (1794), «Βιβλίον καλούμενον Ἀόρατος πόλεμος» (1796), «Νέον Μαρτυρολόγιον» (1799), «Πηδάλιον» (1800), «Συμβουλευτικὸν ἐγχειρίδιον περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (1801), «Νέον ἐκλόγιον» (1803).
.           Πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν ζῶντος τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ἄλλα πονήματά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων «Συναξαριστὴς τῶν Δώδεκα μηνῶν» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τὰς ιδ´ ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ψαλμοὺς» κ.ἄ.
.           Τὰ συγγράμματα τοῦ Νικοδήμου ὑπερβαίνουν τὰ ἑκατὸν καὶ αὐτὸ δηλώνει τὴν ὅλη δυναμικὴ τῆς γραφίδος τοῦ ἁγίου. Θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὰ τὰ ἔργα του ἀποτελοῦν μιὰ ὁλόκληρη βιβλιοθήκη.
.           Τυγχάνει ἐξόχως σπουδαία ἡ γνώμη τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοκλήτου τοῦ Διονυσιάτου ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «… ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ἐκτὸς τῆς πολυμεροῦς συγγραφικῆς του ἀποδόσεως, ὑπῆρξε κατ᾿ ἐξοχὴν φορεὺς τῆς Ἀνατολικῆς μυστικῆς Θεολογίας, συνδυάσας ἐν ἐκπληκτικῇ ἑνότητι, τὸν Διδάσκαλον τοῦ γένους μὲ τὸν Ἀθωνίτην Ἡσυχαστήν, τὸν γονιμώτατον ἐκκλησιαστικὸν συγγραφέα, μὲ τὸν βιοῦντα τὴν “θεωρίαν τοῦ Ἀκτίστου φωτὸς” τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν Ἡσυχαστῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ τὴν πλησμονὴν τοῦ θείου ἔρωτος καὶ τὰς “μυστικὰς” ἀκτινοβολίας του».
.           Στὶς 14 Ἰουλίου 1809 παρέδωσε τὸ πνεῦμα του σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τάφηκε ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια τὸ 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της καὶ ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 14 Ἰουλίου, ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του μάλιστα δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως, πανδήμως στὴν γενέτειρά του, τὴν νῆσο Νάξο, ὅπου καὶ ὁ ὁμώνυμος ὡραῖος ναός.
.           Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπῆρξε πράγματι κορυφαῖος διδάχος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε. Αὐτὸ χρειαζόμεθα σήμερα στοὺς τόσο ὑλόφρονες καιρούς μας. Νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Νὰ φέρουμε τοὺς καρποὺς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα, μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς στὴν ζωή μας.
.           Ὀρθόδοξη πνευματικότητα σημαίνει σύνθεση δόγματος καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως. Θεμελιώνεται στὴ βιβλικὴ  καὶ πατερικὴ θεολογία καὶ βιώνεται στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Σ᾿ ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἡ Ὀρθόδοξος πνευματικότης ὁρίζεται ὡς ἡ ἀληθινή, βαθειὰ καὶ γνήσια «ἐν Χριστῷ ζωή». Μιὰ ζωὴ ποὺ γίνεται διαρκῶς πλουσιότερη σὲ ἁγιότητα καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μιὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο ἀγῶνα γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίστηκε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὡς δῶρο τῆς ἁγίας του βιοτῆς εἶχε τελικὰ τὴν θεογνωσία, τὴν ὁποία μακάρι ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅλοι μας.

 

ΠΗΓΗ: im-manis.gr

 

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

 Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ἑρμηνεία εἰς τὸν Κανόνα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ
«Ἑορτοδρόμιον»,
ἐκδ. «Ὀρθόδ. Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 42

.             Συνήθεια γρ γία πικρατε ες τος χριστιανούς, ν ποισι δι τς χειρς τ σημεον το Σταυρο, ταν μέλλουν ν ρχίσουν κάθε ργον κα πιχείρημα· καθὼς παραγγέλλει εἰς αὐτοὺς ὁ θεῖος Κύριλλος ὁ Ἱεροσολύμων, λέγων ἐν Κατηχήσει Δ´. «Μὴ ἐπαισχυνθῶμεν τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ· ἀλλὰ κἂν ἄλλος ἀποκρύπτῃ, σὺ φανερῶς ἐπὶ τῷ μετώπῳ σφραγίζου· ἵνα οἱ δαίμονες, τὸ σημεῖον ἰδόντες τὸ Βασιλικόν, μακρὰν φύγωσι τρέμοντες. Ποίει δ τοτο τ σημεον σθίων κα πίνων, καθήμενος, κοιταζόμενος (Σ: ὅταν ξαπλώνεις), ξανιστάμενος, λαλν, περιπατν, παξαπλς ν παντ πράγματι. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρυσορρήμων εἰς τοῦτο παρακινεῖ τοὺς πιστούς, λέγων «ὅταν μέλλῃς ὑπερβαίνειν τὰ πρόθυρα τοῦ πυλῶνος, τοῦτο φθέγξαι τὸ ρῆμα πρότερον· ἀποτάσσομαί σοι Σατανᾶ, καὶ τῇ πομπῇ σου, καὶ τῇ λατρείᾳ σου, καὶ συντάσσομαί σοι Χριστέ· καὶ μηδέποτε χωρὶς τῆς φωνῆς ταύτης ἐξέλθῃς. Καὶ μετὰ τοῦ ρήματος τούτου, καὶ τν Σταυρν π το μετώπου διατύπωσον· οὕτω γὰρ οὐ μόνον ἄνθρωπος ἀπαντῶν, ἀλλ᾽ οὐδὲ αὐτὸς ὁ Διάβολος βλάψαι τί δυνήσεται, μετὰ τούτων σε ὁρῶν τῶν ὅπλων πανταχοῦ φαινόμενον» (Λόγ. εἰς τοὺς Ἀνδριάντας).

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΑΥΤΗ Η ΚΛΗΤΗ καὶ ΑΓΙΑ ΗΜΕΡΑ» (Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς η´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)

Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου:

Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς η´ ᾨδῆς
τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα
(«Ἑορτοδρόμιον», ἔκδ. Σκουρταίων, ἐν Bενετίᾳ)

«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα,
ἡ μία τῶν σαββάτων,
ἡ βασιλὶς καὶ κυρία,
ἑορτῶν ἑορτή,
καὶ πανήγυρίς ἐστι πανηγύρεων,
ἐν ᾗ εὐλογοῦμεν, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

 Ἠλ. κείμενο: «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

βλ.σχετ.:
ΠPOΛEΓOMENA TOY KANONOΣ TOY ΠAΣXA (Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)
«ΚΑΘΑΡΘΩΜΕΝ ΤΑΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΨΟΜΕΘΑ, Τῼ ΑΠΡΟΣΙΤῼ ΦΩΤΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ» (Ἑρμηνεία τοῦ α´τροπαρίου τῆς α´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)
«ΔΕΥΤΕ ΠΟΜΑ ΠΙΩΜΕΝ ΚΑΙΝΟΝ» (Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς γ´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)

.                 Μὲ πολλὰ καὶ ὑψηλὰ καὶ ἔνδοξα ὀνόματα καὶ ἐπίθετα ὀνομάζεται ἐν τῷ Τροπαρίῳ τούτῳ ὑπὸ τοῦ Μελωδοῦ ἡ λαμπροφόρος ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἡ καὶ ἁγία καλουμένη Κυριακή· λέγεται γὰρ αὕτη κλητὴ καὶ ἁγία ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν κατὰ δύο προνόμια· ἕνα μέν, καθὸ εἶναι ὀγδόη καὶ τύπος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καὶ ἄλλο, καθὸ εἶναι ἡμέρα τοῦ Πάσχα· διὰ τὸ πρῶτον μὲν λέγει ὁ Μωϋσῆς οὕτω˙ «Καὶ ἡ ἡμέρα ἡ ὀγδόη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν» (Δευτ. κγ´ 36)· διὰ τὸ δεύτερον δὲ λέγει ὁ αὐτὸς Μωϋσῆς ταῦτα· «Αὗται αἱ ἑορταὶ τῷ Κυρίῳ κληταὶ ἅγιαι, ἂς καλέσετε αὐτὰς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν, ἐν τῷ πρώτῳ μηνὶ ἐν τῇ τεσσαρακαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνός, ἀναμέσον τῶν ἑσπερινῶν Πάσχα τῷ Κυρίῳ» (Λευτ. κγ´), ὁμοίως καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας (αὐτόθι). Τώρα, ἂν ἡ ἑορτὴ τοῦ τυπικοῦ Πάσχα ὀνομάζεται κλητὴ καὶ ἁγία, πόσῳ μᾶλλον κλητὴ καὶ ἁγία πρέπει νὰ ὀνομάζεται ἡ λαμπροφόρος Κυριακή, ἡ τὸ ἀληθινὸν καὶ πραγματικὸν Πάσχα τὸν Δεσπότην Χριστὸν ἀναστάντα φέρουσα; Κατὰ τούτους λοιπὸν τοὺς λόγους ὠνόμασεν ὁ Μελωδὸς κλητὴν καὶ ἁγίαν τὴν λαμπροφόρον ταύτην Κυριακὴν τοῦ Πάσχα.
.                 Ὀνομάζει δὲ τὴν Κυριακὴν ταύτην ἡμέραν τοῦ Πάσχα καὶ μίαν τῶν Σαββάτων· διότι τὸ Μίαν ἐδῶ Πρώτην δηλοῖ, καθὼς καὶ ἐν τῇ Γενέσει οὕτως ὀνομάζεται· «Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωῒ ἡμέρα μία» (Γεν. α΄ 5). Διατὶ δὲ μία αὕτη ὠνομάσθη καὶ οὐχὶ πρώτη; Διότι αὐτὴ ἡ ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ δηλαδή, τώρα μὲν εἶναι τύπος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος· τότε δὲ ἔχει νὰ εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ὄγδοος αἰών, ὁ ἀνέσπερον καὶ ἀδιάδοχον ἔχων τὸ φῶς, καὶ μία ἡμέρα ἀτελεύτητος ὤν· ὅθεν ὁ μέγας Βασίλειος ἀπορήσας διατὶ ὠνόμασε αὐτὴν ὁ Μωϋσῆς μίαν καὶ οὐχὶ πρώτην, λέγει: «Ἵν’ οὖν πρὸς τὴν μέλλουσαν ζωὴν τὴν ἔννοιαν ἡμῶν ἀπαγάγῃ, μίαν ὠνόμασε τοῦ αἰῶνος τὴν εἰκόνα, τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερῶν, τὴν ὁμήλικα τοῦ φωτός, τὴν ἁγίαν Κυριακήν, τὴν τῇ ἀναστάσει τοῦ Κυρίου τετιμημένην»· λέγει δὲ συμφώνως καὶ ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Ἡ Κυριακὴ τῶν ἡμερῶν οὐκ ὀγδόη μόνον ἐστὶν ἀπὸ τῶν πρὸ αὐτῆς ἀριθμουμένη, ἀλλὰ καὶ τῶν μετ’ αὐτὴν ἐστὶ πρώτη, ὡς εἶναι ταύτην αὐτὴν ἐκείνην ἐκ περιτροπῆς τὴν καινὴν καὶ πρώτην ἁπασῶν ἡμέραν, ἣν ἡμεῖς μὲν Κυριακὴν καλοῦμεν, ὁ δὲ Μωϋσῆς οὐ πρώτην, ἀλλὰ μίαν προσηγόρευσεν, ὡς τῶν ἄλλων ὑπεξῃρημένην καὶ προοίμιον οὖσαν τῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος μιᾶς καὶ ἀνεσπέρου ἡμέρας» (Λόγος εἰς τὴν Καινὴν Κυριακήν). Πρώτη οὖν εἶναι ἡ Κυριακὴ αὕτη τῶν ἄλλων ἡμερῶν τῆς ἑβδομάδος, αἱ ὁποῖαι ὅλαι παρονομάζονται Σάββατα ἀπὸ τῆς κυρίας ἡμέρας τοῦ Σαββάτου· πρώτη λέγεται καὶ τῶν ἄλλων ἑορτῶν τῶν παρὰ τῇ Γραφῇ Σάββατα ὀνομαζομένων ἡ Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ὡς ἑορτάζουσα τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ δι’ αὐτῆς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
.                 Ὀνομάζει δὲ τὴν λαμπροφόρον τούτην Κυριακὴν καὶ Βασιλίδα ὁ Μελωδός, ἐρανιζόμενος τὸ ὄνομα τοῦτο ἀπὸ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα: «Ἡ βασίλισσα τῶν ὡρῶν (ἤτοι ἡ ἄνοιξις) τῇ βασιλίδι τῶν ἡμερῶν πομπεύει καὶ δωροφορεῖ παρ’ ἑαυτῆς πᾶν ὅ,τι κάλλιστον καὶ τερπνότατον (Λόγος εἰς τὴν Καινὴν Κυριακὴν)»· καθὼς γὰρ ὁ Ἥλιος λέγεται ὅτι εἶναι Βασιλεὺς τῶν ἄλλων ἀστέρων, καὶ ὁ νοῦς τῶν ἄλλων δυνάμεων τῆς ψυχῆς, καὶ ἡ ἄνοιξις, τῶν ἄλλων τριῶν καιρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ τὸ ρόδον τῶν ἄλλων ἀνθέων, καὶ ὁ ἄνθραξ τῶν λοιπῶν πολυτίμων λίθων, καὶ ὁ ἀετὸς τῶν ἄλλων πετεινῶν, καὶ ὁ λέων τῶν ἄλλων τετραπόδων· οὕτω καὶ ἡ ἀναστάσιμος καὶ λαμπροφόρος αὕτη τοῦ Κυρίου ἡμέρα εἶναι καὶ λέγεται Βασιλὶς ὅλων τῶν ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Καλεῖ δὲ τὴν λαμπροφόρον ταύτην, καὶ ἑορτὴν ἑορτῶν, καὶ πανήγυριν πανηγύρεων, ἐκ τοῦ εἰς τὸ Πάσχα λόγου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ταῦτα ἐρανισάμενος· ἐκεῖ γὰρ οὗτος λέγει· «Αὕτη ἑορτῶν ἡμῖν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων, τοσοῦτον ὑπεραίρουσα πάσας, οὐ τὰς ἀνθρωπικὰς μόνον καὶ χαμαὶ ἐρχομένας (γενέθλια δηλαδὴ καὶ κουρόσυνα καὶ γαμήλια καὶ ὅσα ὅμοια), ἀλλ’ ἤδη καὶ τὰς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπ’ αὐτῷ τελουμένας, ὅσον ἀστέρας Ἥλιος». Ἑορτῶν δὲ ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων λέγεται ἡ ἀναστάσιμος, ἵνα διὰ τῆς ἀναδιπλώσεως παραταθῇ ἡ ὑπεροχὴ ὅπου ἔχει αὕτη εἰς τὰς λοιπὰς ἑορτάς, καθὼς δηλαδὴ καὶ τὸ Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων, καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ὀνομάζονται μὲ σχῆμα ἀναδιπλώσεως διὰ τὴν ὑπεροχήν. Συνάγει λοιπὸν ὅτι οὐδεμία ἄλλη ἡμέρα εἶναι ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων, εἰ μὴ μόνο αὕτη ἡ λαμπροφόρος ἡμέρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὑμνοῦμεν τὸν ἀναστάντα Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.
.                 Διατ;i δὲ ὁ Μελωδὸς εἶπεν αὐτὴν Κυρίαν; Διὰ δύο αἴτια· πρῶτον καὶ καθαυτό, διότι οὕτως ὠνομάσθη ἀπὸ τοῦ Κυρίου, καθότι ἐν αὐτῇ, καὶ οὐχὶ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ ἀνέστη ὁ Κύριος· ὅθεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὠνομάσθη Κυριακὴ παρωνύμως· διὸ αὕτη ὑπὲρ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος τῷ Κυρίῳ εἶναι καθιερωμένη. […] Δεύτερον λέγεται αὕτη Κυρία ὡς ἄρχουσα καὶ ὑπερέχουσα τῶν ἄλλων ἁπασῶν τῆς ἑβδομάδος ἡμερῶν. Ἴδετε προνόμια ὑψηλὰ καὶ μεγάλα τῆς ἁγίας Κυριακῆς;

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ καὶ Ο ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Τὰ δῶρα τῆς Ἀναστάσεως

  .            Ἕνα ἀναστάσιμο τροπάριο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκη­νοῦ, ποὺ ψάλλουμε ἐπὶ σαράν­τα μέρες αὐτὸ τὸν καιρό, μέσα σὲ λίγες λέξεις περικλείει τὸ σπουδαιότατο νόημα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Πάσχα.
.             «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅ­­­δου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰ­ωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑ­­­μνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογη­­τὸν τῶν Πατέρων Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον».
Καὶ ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης:
.              «Εἰς τὸ τροπάριον τοῦτο δείχνει ὁ Μελωδὸς πόσα ἀγαθὰ ἀπολαύσαμεν ἀπὸ τὸν ἀναστάντα Χριστόν· διότι, ἂν καὶ ἕνα πράγμα φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἑορταζόμενον, ἡ Ἀνάστασις, μυρία ὅμως εἶναι τὰ καλὰ ὅπου σὺν τῇ Ἀναστάσει ἐχαρίσθησαν εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο δὲ λέγει ὁ χαριτώνυμος Ποιητὴς ὅτι ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερον ἑορτάζομεν τὴν νέκρωσιν τοῦ θανάτου, διότι ἐν τῷ ἀναστάντι Χριστῷ ἐνεκρώθη ὁ θάνατος καὶ πλέον δὲν ἐνεργεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν νεκροποιὸν αὐτοῦ καὶ θανατηφόρον ἐνέργειαν.
.            Ἐφηρμόσθη ὁ προφητικὸς λόγος ‘‘ἐκ θανάτου λυτρώσομαι αὐτοὺς’’ καὶ ‘‘ποῦ σου, θά­να­τε, τὸ κέντρον;’’ (τὸ κεντρί) (Ὠσ. ιγ´ [13] 14).
.        Ἡμεῖς ἀκόμη ἑορτάζομεν σήμερον καὶ τὸν κρημνισμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ᾍδου· τοῦ γὰρ Χριστοῦ ὑπὲρ ἡμῶν καταβάντος εἰς ᾍδην, καὶ τὰς ἐκεῖσε φυλακωμένας ψυχὰς τῶν δικαίων ἐλευθερώσαντος, δὲν ἔχει πλέον ὁ ᾍδης καμμίαν δύναμιν καθ’ ἡμῶν· ἐπειδὴ ἡμεῖς οἱ τῷ Χριστῷ πιστεύοντες καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ φυλάττοντες δὲν ­ἀπερχόμεθα με­τὰ θάνατον εἰς τὸν σκοτεινὸν ᾍδην, καθὼς οἱ πάλαι δίκαιοι, ἀλλὰ ἀπέρχον­ται αἱ ψυχαί μας εἰς τὰς οὐρανίους καὶ φωτεινὰς μονάς, καὶ ἀπολαμβάνουσι μὲν μερικὴν ἀπόλαυσιν, περιμένουσι δὲ νὰ λάβουν καὶ τὸ τέλειον τῆς μακαριότητος μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν (βλ. ὅ.π.).
.               Ἡμεῖς πρὸς τούτοις ἑορτάζομεν σήμερον ἄλλης ζωῆς ἀρχήν: ἤτοι τῆς αἰωνίου, τῆς μενούσης καὶ μὴ ἐχούσης τέλος ποτέ (τῆς πνευματικῆς δηλαδὴ καὶ ἁγίας ζωῆς ποὺ ἀρχίζει ἐδῶ καὶ ἐκτείνεται στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα). Τοῦτο εἶναι ἕνα ὑπέρτατον χάρισμα, καὶ μία εὐεργεσία μεγαλυτέρα ἀπὸ τὰς ἄλλας δύο· διότι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ἀναστὰς ὁ Χριστὸς ἤθελε μᾶς χαρίσῃ νὰ ζήσωμεν μίαν μακαρίαν ζωὴν εἰς τοὺς οὐρανούς, συντροφευμένην ἀπὸ ὅ­­­λα τὰ ἀγαθά, ὄχι ὅμως αἰωνίαν καὶ ἀτελεύτητον, καὶ τοῦτο βέβαια ἤθελε νομίζεται εἰς ἡμᾶς ἕνα μέγα χάρισμα καὶ μία εὐτυχία πλουσιωτάτη· τὸ δὲ νὰ μᾶς χαρίσῃ τοιαύτην μακαρίαν καὶ πλήρη πάντων τῶν ἀγαθῶν ζωήν, ἔπειτα νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ νὰ μὴ ἔχῃ τέλος ἡ τοιαύτη ζωή, ἀλλὰ νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀτελεύτητος, τοῦτο ἀληθῶς εἶναι ἕνα χάρισμα τῶν χαρισμάτων, ἕνα ἀγαθὸν τῶν ἀγαθῶν καὶ μία εὐεργεσία τῶν εὐεργεσιῶν…
.              Ἐπιφέρει δὲ ὁ Μελωδὸς ὅτι διὰ τὰς ἀνωτέρω τρεῖς μεγάλας εὐεργεσίας, ὅπου ἐλάβομεν ἡμεῖς οἱ Χριστιανοί, πρέπει νὰ σκιρτῶμεν καί… νὰ ὑμνῶμεν καὶ νὰ εὐχαριστῶμεν τὸν πρωταίτιον τούτων Χριστόν, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς Ἀναστάσεώς του ἐχάρισε τὰ ἀγαθὰ ταῦτα εἰς ἡμᾶς, καὶ μόνος αὐτὸς εἶναι εὐλογητὸς καὶ ὑπερένδοξος Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

ΠΗΓΗ: osotir.org

, ,

Σχολιάστε

«ΔΕΥΤΕ ΠΟΜΑ ΠΙΩΜΕΝ ΚΑΙΝΟΝ» (Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς γ´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)

Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἑρμηνεία τοῦ Εἱρμοῦ τῆς γ´ ᾨδῆς
τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα
(« Ἑορτοδρόμιον», ἔκδ. Σκουρταίων, ἐν Bενετίᾳ 1835) 

βλ. σχετ.: ΠPOΛEΓOMENA TOY KANONOΣ TOY ΠAΣXA (Ἁγ. Nικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)

«ΚΑΘΑΡΘΩΜΕΝ ΤΑΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΨΟΜΕΘΑ, Τῼ ΑΠΡΟΣΙΤῼ ΦΩΤΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ» (Ἑρμηνεία τοῦ α´τροπαρίου τῆς α´ ᾨδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Πάσχα)

« Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν,
οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον,
ἀλλ’ ἀφθαρσίας πηγήν,
ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα».

Ἠλ. κείμενο: «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.             Ἄξιον ἀπορίας εἶναι, διατὶ ὁ Μελωδὸς ἀνέφερεν εἰς τὸν Εἱρμὸν τοῦτον τὸ καινὸν πόμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν προσαρμογὴν εἰς τὴν τρίτην τῆς Ἄννης Ὠδήν Εἰς λύσιν τῆς ἀπορίας λέγομεν ὅτι, ἐὰν προσέχωμεν καλῶς, εὑρίσκομεν τὸν Εἱρμὸν τοῦτον προσαρμοσμένον καὶ εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ εἰς τὴν τρίτην τῆς Ἄννης Ὠδήν, καὶ ἄκουσον. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ λέγεται μὲν πολλαχῶς κοντὰ εἰς τὴν θείαν Γραφήν. Λέγεται δὲ καὶ ἡ τοῦ Κυρίου ἀνάστασις, καθὼς αὐτὸς ὁ Κύριος τὴν ὠνόμασεν εἰπών: «Οὐ μὴ πίω ἀπάρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτὸ πίω μεθ’ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου» (Ματθ. κϛ´ 29)· βασιλείαν γὰρ ἐδῶ ὀνομάζει τὴν ἀνάστασίν του. Τοῦτο λοιπὸν ἠξεύρων ὁ θεσπέσιος Μελωδός, προσκαλεῖ οἰκειότατα ἡμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς εἰς τὸ νὰ πίωμεν αὐτὸ τὸ πόμα τὸ καινὸν ὁποὺ ὁ Κύριος ὑπέσχετο. Καινὸν δὲ πόμα εἶναι τοῦτο τῇ ἀληθείᾳ, ἐπειδὴ καινοποιεῖ καὶ ἀφθαρτίζει ἡμᾶς τοὺς παλαιωθέντας καὶ διαφθαρέντας ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἐπειδὴ γὰρ ἡμεῖς συνανέστημεν μὲ τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως, φανερὸν εἶναι ἀκολούθως ὅτι συνανεκαινίσθημεν μὲ αὐτὸν καὶ συναφθαρτίσθημεν. Μὲ τοιοῦτον τρόπον προσαρμόζεται ὁ Εἱρμὸς οὗτος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀναστάσεως.
.             Προσαρμόζεται δὲ ὁ Εἱρμὸς καὶ εἰς τὴν τρίτην Ὠδὴν τῆς Ἄννης· καθότι τόσον ἐδῶ γράφεται «Ἐν ᾧ στερεούμεθα», ὅσον καὶ ἐν τῇ Ὠδῇ τῆς Ἄννης «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου ἐν Κυρίῳ» (Α´ Βασιλ. β´ 1). Καὶ κατὰ ἄλλον δὲ τρόπον προσαρμόζεται ὁ Εἱρμὸς εἰς τὴν τρίτην Ὠδήν· καθότι ἡ μὲν Ὠδὴ γράφει «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου», ὁ δὲ Εἱρμὸς πέτραν ἀναφέρει, ἥτις εἶναι στερεωτάτη· ὅθεν ὁ Μελωδὸς διὰ νὰ φανερώση τὴν τοῦ Εἱρμοῦ προσαρμογὴν μὲ τὴν ᾨδὴν τῆς Ἄννης ἀνατρέχει εἰς τὴν παλαιὰν ἱστορίαν τῆς Ἐξόδου ὅπου γράφεται ὅτι ἐκ τῆς ἀκροτόμου καὶ στερεᾶς πέτρας ἀνέβλυσεν ὕδωρ· διὸ λέγει: Ἐλᾶτε, ὦ φιλοχριστοι λαοί, νὰ πίωμεν ὕδωρ καινόν, ὁποὺ ἀνακαινίζει καὶ ἀφθαρτίζει ἡμᾶς· ὄχι καθὼς ἦτον ἐκεῖνο ὁποὺ ἔπιεν ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, τὸ διὰ θαυματουργίας ἀναβλύζον ἀπὸ τὴν πέτραν τὴν ἄγονον καὶ στερεάν· διότι ἂν καὶ ἐκεῖνο ἦτον καινούργιον διὰ τὸν παράδοξον τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀνέλβυσε, δὲν ἦτον ὅμως καινόν, ὡς ἀνακαινίζον καὶ ἀφθαρτίζον τοὺς πίνοντας. Τοιοῦτον λοιπὸν νερὸν καινὸν ἂς μὴ πίωμεν, ἀλλὰ ἂς πίωμεν πηγὴν ἀφθαρσίας: ἤτοι τὴν ἀφθαρτίζουσαν ἡμᾶς καὶ ἀνακαινίζουσαν, τὴν ὁποίαν ἐπήγασεν ὁ Χριστὸς ἐκ τοῦ πετρίνου τάφου του σήμερον ἀναστάς, καθὼς καὶ τὴν προτέραν πηγὴν τοῦ φθαρτοῦ ὕδατος ἐπήγασεν ἐκ τῆς πέτρας ὁ αὐτὸς Χριστός· ἐν ᾧ Χριστῷ ἡμεῖς οἱ πιστοὶ στερεούμεθα ὡς ἐπάνω εἰς λίθον στερεὸν καὶ θεμέλιον ἄσειστον, ὡς λέγει ὁ Παῦλος. «Ὡς σοφὸς γάρ, φησίν, ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, θεμέλιον δὲ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. γ´ 10-11).

, ,

Σχολιάστε